Κυριακή, 22 Απριλίου 2018

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΤΡΟΠΑΙΟΦΟΡΟΣ


 
Εκείνο που τονίζουν κατεξοχήν οι ύμνοι της Εκκλησίας μας για τον άγιο μεγαλομάρτυρα Γεώργιο είναι η δύναμη της ψυχής του  και ο θερμός ζήλος του για τον Χριστό. Δεν διστάζει ο υμνογράφος να χαρακτηρίσει τον Γεώργιο ως λιοντάρι που με ρωμαλέο φρόνημα πήγε μόνος του προς το μαρτύριο, γιατί καταφρόνησε το σώμα ως φθαρτό και φρόντισε πρωτίστως την άφθαρτη ψυχή του᾽ (στιχηρό εσπερινού), όπως και  νέο Δαυίδ που νίκησε τον αντίπαλο Γολιάθ με τις βολές όμως των λόγων του. ῾Φάνηκες νέος στους πολέμους, με ικανότητα στο χέρι, σαν άλλος ανδρείος Δαυίδ. Διότι όπως αυτός νίκησε τον αντίπαλο Γολιάθ, το ίδιο και εσύ νικάς ρίχνοντας κάτω τον αντίπαλο με τις βολές των λόγων σου᾽  (ωδή α´). Κι η λιονταρίσια αυτή δύναμή του ερμηνεύεται από τον υμνογράφο όχι ως μία αποκοτιά, αλλά ως ενσυνείδητη έκφραση του πόθου και του ζήλου του για τον Χριστό, αφού ο πόθος ενίκα την φύσιν᾽ (δοξαστικό εσπερινού). Ο άγιος Γεώργιος αποτελεί την επιβεβαίωση αυτού που σημειώνει ο μέγας απόστολος Παύλος, ότι δηλαδή η αγάπη για τον Χριστό υπερβαίνει τον όποιο φόβο για τον θάνατο, για τους κινδύνους, για τις όποιες ταλαιπωρίες. ῾Τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού; Θλίψις ή στενοχωρία ή κίνδυνος ή μάχαιρα; Πέπεισμαι γαρ ότι ουδέν δυνήσεται ημάς χωρίσαι από της αγάπης του Χριστού της εν Χριστώ Ιησού (Πρβλ.Ρωμ. 8). ῾Βρέθηκες ντυμένος την πανοπλία του Χριστού, Γεώργιε, κι ήσουν γεμάτος φωτιά από αγάπη του Χριστού...και στους παρανόμους κραύγαζες: Ούτε τα θηρία ούτε οι τροχοί, ούτε η φωτιά ούτε το μαχαίρι έχουν τη δύναμη να με χωρίσουν από την αγάπη του Χριστού του Θεού μας  (Στιχηρό εσπερινού).

Σάββατο, 14 Απριλίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ



῾῏Ω, καλή ἀπιστία τοῦ Θωμᾶ!᾽

 Ἡ πρώτη Κυριακή μετά τήν ᾽Ανάσταση τοῦ Κυρίου, ἡ καί ᾽Αντίπασχα ὀνομαζομένη, εἶναι ἀφιερωμένη στόν μαθητή τοῦ Χριστοῦ, τόν Θωμᾶ, ὁ ὁποῖος γίνεται πιά τό ῾μέσον᾽ διά τῆς ἀπιστίας του,  προκειμένου νά καταστεῖ βέβαιο τό γεγονός τῆς νίκης κατά τοῦ θανάτου. ῾᾽Απιστία πίστιν βεβαίαν ἐγέννησε᾽, κατά τόν ὑμνογράφο. Καί τοῦτο γιατί ἡ ἀπιστία αὐτή ῾προκαλεῖ᾽ τόν Κύριον νά τοῦ φανερώσει πιό ἔντονα τά σημάδια τῆς παρουσίας Του καί νά τόν ὁδηγήσει στή σωτήρια ὁμολογία: ῾ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου᾽.

1. Ἡ ἀπιστία τοῦ Θωμᾶ ἔτσι γίνεται καλή ἀπιστία. Ὅσο παράδοξα κι ἄν ἠχεῖ τοῦτο, ἡ πραγματικότητα εἶναι αὐτή: ὑπάρχει καλή, ἀλλά καί κακή ἀπιστία.
 Καλή ἀπιστία εἶναι αὐτή πού σέ πρώτη φάση ἐγκλωβίζει τόν ἄνθρωπο στήν ἀμφισβήτηση καί τήν ἄρνηση, θέτοντάς του ὡς προτεραιότητα τήν πίστη στή λογική καί τίς αἰσθήσεις. ῾᾽Εάν μή ἴδω, οὐ μή πιστεύσω᾽. Εἶναι ὁ σκεπτικισμός πού συναντᾶμε πολλές φορές μέσα στίς εὐαγγελικές διηγήσεις, σάν τήν περίπτωση γιά παράδειγμα τοῦ Ναθαναήλ, ὅταν καλεῖται νά γνωρίσει τόν Μεσσία ἀπό τόν φίλο του Φίλιππο - ῾ἐκ Ναζαρέτ δύναταί τι ἀγαθόν εἶναι;᾽ - ἤ σάν τήν περίπτωση τοῦ τραγικοῦ πατέρα πού προσφεύγει μέν στόν ᾽Ιησοῦ γιά νά θεραπεύσει τό παιδί του, ἀλλά γεμάτος ἐρωτηματικά καί ἀμφισβήτηση: ῾᾽Αλλ᾽ εἴ τι δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν᾽. Κι ὁ Κύριος τήν ἀμφισβήτηση καί τόν σκεπτικισμό αὐτόν δέν τά ἀπορρίπτει. Τά παίρνει ὡς τά πρῶτα ἐναύσματα τῆς πίστεως, πού θά ὁδηγήσουν στή στέρεα καί βεβαία πίστη. Διότι βλέπει ὅτι ἡ ἀπιστία αὐτή πηγάζει ἀπό μιά καρδιά πού πάσχει καί ἀγωνιᾶ. ῎Ετσι τό γνώρισμα τῆς καλῆς ἀπιστίας φαίνεται νά εἶναι αὐτό: ἡ ὀδυνωμένη καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, πού παλεύει μεταξύ τῆς πίστεως καί τῆς ἀπιστίας. ῾Πιστεύω, Κύριε,᾽ - γιά νά θυμηθοῦμε καί πάλι τό προαναφερθέντα πατέρα - ῾βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ᾽. Θυμᾶται κανείς ἐδῶ καί τό παρόμοιο γεγονός ἀπιστίας πού πέρασε καί ὁ ὅσιος Γέρων Παΐσιος στά παιδικά του χρόνια (᾽Αρσένιος τότε), ὅταν ἡ ἀπιστία ἑνός φοιτητῆ κλόνισε τίς μέχρι τότε βεβαιότητές του. Καί μᾶς περιγράφει τήν ὀδύνη τῆς καταστάσεως αὐτῆς: ῾Θόλωσε ὁ πνευματικός μου ὁρίζοντας. Γέμισα ἀπό ἀμφιβολίες. Θλίψη κατέλαβε τήν ψυχή μου᾽. Εἶναι ἡ παρόμοια κατάσταση πού περνάει κάθε ἄνθρωπος, μέχρις ὅτου στερεωθεῖ στήν πίστη του στόν Χριστό, γεγονός πού σημαίνει ὅτι ἡ φάση αὐτή τῆς ἀπιστίας δέν θεωρεῖται ὡς κάτι ἀρνητικό καί παράδοξο, ἀλλά φυσιολογικό σκαλοπάτι στήν πορεία τῆς πνευματικῆς ὡριμάνσεως τοῦ ἀνθρώπου.

2. Πότε ἡ ἀπιστία θεωρεῖται κακή; Ὅταν δέν θεωρεῖται καρπός ἐσωτερικῆς πάλης, ἀλλά ἀφορμή γιά νά ὁριστικοποιηθεῖ ἡ ἀπομάκρυνση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Χριστό, κάτι πού προφανῶς ἔχει ἤδη ἀποφασιστεῖ ἀπό αὐτόν. Μέ ἄλλα λόγια, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀποφασίσει νά δουλεύει στά πάθη του, ὅταν ἡ προτεραιότητά του εἶναι ἡ ἐμπαθής προσκόλλησή του στόν κόσμο τοῦτο, εἴτε ὡς φιληδονία εἴτε ὡς φιλοδοξία καί φιλαργυρία, ὅταν μέ ἄλλα λόγια τήν πρώτη θέση τήν καταλαμβάνει ὁ ἑαυτός του, τότε τήν ἀπιστία τήν χρησιμοποιεῖ ὡς ἀφορμή γιά νά δικαιώσει τίς ἐπιλογές του. Στήν περίπτωση αὐτή δέν βοηθεῖται ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ κατά τρόπο θετικό, ἤ μᾶλλον βοηθεῖται, ἀλλά μέ τρόπο πού παραπέμπει στό ῾φοβερόν τό ἐμπεσεῖν εἰς χεῖρας Θεοῦ ζῶντος᾽. Ἡ περίπτωση τοῦ προδότη μαθητῆ τοῦ Χριστοῦ ᾽Ιούδα, πού καί αὐτός πέρασε ἀπό τό καμίνι τῆς ἀπιστίας, εἶναι, νομίζουμε, ἐν προκειμένῳ ἐνδεικτική.

3. Ποιό φαίνεται νά εἶναι τό ἀποφασιστικό σημεῖο τοῦ περάσματος ἀπό τήν ἀπιστία στήν πίστη; Ἡ ὕπαρξη ἑνός ἔστω ἐλάχιστου ποσοστοῦ ταπείνωσης, δηλ. ἡ ἀμφισβήτηση τοῦ ἀπόλυτου τῶν ἐπιλογῶν τοῦ ἴδιου τοῦ ἀνθρώπου, πού τόν κάνει νά ἐμπιστευτεῖ τήν κοινή ἐμπειρία τῶν ἄλλων καί πού τόν ὁδηγεῖ στήν ᾽Εκκλησία. Ὁ Θωμᾶς κατορθώνει νά ἀπεγκλωβιστεῖ ἀπό τήν ἀπιστία του, μόλις ἀποφασίζει νά βγεῖ ἀπό τό ῾καβούκι᾽ του. Ἡ ταπείνωση πού ἐπιδεικνύει, ὡς στροφή πρός τούς ἄλλους καί ὄχι τόν ἑαυτό του, εἶναι τό ρίσκο πού ἀναλαμβάνει γιά νά μπεῖ στό χῶρο τῆς ἔκπληξης: τῆς ἐμπειρίας τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ. Ὁ Κύριος βλέπουμε ὅτι ἐκεῖ τοῦ φανερώνεται: στή σύναξη τῶν μαθητῶν, στήν ᾽Εκκλησία, καί ὄχι στό θολό σύννεφο τῶν λογισμῶν τῆς μοναξιᾶς του. Καί τόν καλεῖ μ᾽ ἕναν ἀπόλυτα προσωπικό τρόπο, πού διαλύει τίς ἀμφιβολίες του: ῾φέρε τόν δάκτυλόν σου ὧδε καί ἴδε τάς χεῖράς μου, καί φέρε τήν χεῖρά σου καί βάλε εἰς τήν πλευράν μου, καί μή γίνου ἄπιστος, ἀλλά πιστός᾽. Ἡ συγκλονιστική αὐτή ἐμπειρία τοῦ Θωμᾶ τόν ὁδηγεῖ πιά στή φυσιολογική στάση τῶν πιστῶν μαθητῶν: στήν προσκύνηση τοῦ Χριστοῦ καί στήν ὁμολογία τῆς πίστεως: ῾ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου᾽.

4. ῎Ετσι ἡ πίστη στήν ᾽Ανάσταση τοῦ Κυρίου διαπιστώνεται ὅτι εἶναι γεγονός βιούμενο στήν ᾽Εκκλησία καί μόνον ἐκεῖ. Μόνον ὁ ἐν τῇ ᾽Εκκλησίᾳ ζῶν καί μάλιστα αὐτός πού ἀγωνίζεται νά βαδίζει τήν ὁδό τοῦ Κυρίου, δηλαδή νά τηρεῖ τίς ἅγιες ἐντολές Του, μπορεῖ καί νά βλέπει καί νά νιώθει τήν ἀναστημένη παρουσία ᾽Εκείνου. ῾Ὅτι ἑώρακάς με, πεπίστευκας. Μακάριοι οἱ μή ἰδόντες καί πιστεύσαντες᾽. Πέραν τοῦ γεγονότος μέ τόν Θωμᾶ, ὁ Κύριος τό εἶχε προείπει στούς μαθητές Του, στήν ἐκτεταμένη διδασκαλία Του στά πλαίσια τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου: μετά τή Σταυρική Του θυσία θά εἶναι ὁρατός καί θά Τόν αἰσθάνονται μόνον οἱ μαθητές Του. Στήν ἔνσταση τοῦ ᾽Ιούδα, ὄχι τοῦ ᾽Ισκαριώτη, ῾Κύριε, καί τί γέγονεν ὅτι ἡμῖν μέλλεις ἐμφανίζειν Σεαυτόν καί οὐχί τῷ κόσμῳ;᾽, στήν ἔνσταση δηλαδή τῆς κοσμικῆς λογικῆς πού ἀπαιτεῖ μιάν ἐξωτερική ἐπιβολή καί νίκη κατά τῶν ἐχθρῶν τῆς πίστεως, ὁ Κύριος εἶναι ἀπόλυτος καί σαφής: Μόνον ὅποιος τηρεῖ τίς ἐντολές Του, συνεπῶς οἱ πιστοί μαθητές Του, θά Τόν ζοῦν καί θά Τόν βλέπουν. ῾᾽Εάν τις ἀγαπᾷ με, τόν λόγον μου τηρήσει, καί ὁ πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν, καί πρός αὐτόν ἐλευσόμεθα καί μονήν παρ᾽ αὐτῷ ποιήσομεν᾽. Κι εἶναι τοῦτο καί ἡ μόνιμη ἀπάντηση, πέραν τῶν ὅσων εἴπαμε, γιά τό πῶς βεβαιώνεται κανείς στήν πίστη τοῦ Χριστοῦ: μόνον διά τῆς ἀγάπης στόν συνάνθρωπο. ῾Πίστις δι᾽ ἀγάπης ἐνεργουμένη᾽, πού σημειώνει ὁ ἀπ. Παῦλος. Μέ ἄλλα λόγια, ὅταν ἡ ἀμφιβολία καί ἡ ἀπιστία ἀρχίζουν νά μέ ταλαιπωροῦν, ἡ ἀπάντηση εἶναι νά θερμαίνω τήν καρδιά μου ἐντονότερα γιά τόν κάθε πλησίον μου, καί μάλιστα τόν θεωρούμενο ἐχθρό μου. Τήν ὥρα πού θά παλεύω ν᾽ ἀγαπῶ ἐκεῖνον μέ τόν ὁποῖο φαίνεται νά ἔχω πρόβλημα, τήν ὥρα ἀκριβῶς αὐτή θά νιώθω καί τή χάρη τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ νά εἰσρέει στήν καρδιά μου. Εἶναι μιά ἐμπειρία τῆς ᾽Αναστάσεως πού βεβαίως, εἶναι αὐτονόητο, πρέπει κανείς νά πειραματιστεῖ στόν ἴδιο του τόν ἑαυτό γιά νά τή νιώσει.

Σάββατο, 7 Απριλίου 2018

Τό μεῖζον: ἡ πνευματική ἀνάσταση (ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος)


 Γιά τόν ἅγιο Ἰωάννη Χρυσόστομο ἡ πνευματική ἀνάσταση ὡς ὑπέρβαση τῶν ἁμαρτιῶν διά τῆς μετανοίας εἶναι τό μεῖζον. Ὅ,τι ὁ ἄνθρωπος γεύτηκε ἀπό τό βάπτισμά του, αὐτό καλεῖται στήν πραγματικότητα νά ἐπιβεβαιώνει καθημερινῶς στή ζωή του, πού σημαίνει ὅτι ὁ πνευματικός ἀγώνας τῆς μετανοίας ἀποτελεῖ τήν ἀδιάκοπη προσπάθεια παραμονῆς στήν ἀνάσταση. Γι’ αὐτό καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ τήν θεωρεῖ μόνο κάτω ἀπό τήν προοπτική αὐτή. «Εἶδες τό μέγεθος τῆς δωρεᾶς; Διατήρησε τό μέγεθος αὐτῆς τῆς δωρεᾶς, ἄνθρωπε. Δέν ἐπιτρέπεται νά ζεῖς μέ ἀδιαφορία. Βάλε στόν ἑαυτό σου νόμο μέ κάθε ἀκρίβεια. Ἡ ζωή εἶναι ἀγώνας καί πάλη, καί ὅποιος ἀγωνίζεται ἀπέχει ἀπό ὅλα…Κατάστρεψε λοιπόν ἀπό τήν ἀρχή τή ρίζα τοῦ κακοῦ, γιά νά καταστρέψεις ὅλη τήν ἀρρώστια…Ἄς ἐξαφανίσουμε παντοῦ τίς ἀρχές τῶν ἁμαρτημάτων» (Εἰς τήν Ἀνάστασιν).
Ἔτσι ἐνῶ ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν πού ἦλθε ὡς τό ἀποτέλεσμα τῆς Ἀνάστασης τοῦ Κυρίου ἀναφέρεται σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους – δέν ὑπάρχει κανείς πού δέν θά μετάσχει τῆς ἀναστάσεως τῶν σωμάτων, εἴτε πιστός εἴτε ἄπιστος – τό ζητούμενο γιά τόν ἅγιο Χρυσόστομο εἶναι ἀκριβῶς ἡ διατήρηση τῆς πνευματικῆς ἀναστάσεως ὡς ζωῆς μετανοίας πάνω στίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ. Μόνον οἱ ἐν μετανοία ζῶντες καί ἑνωμένοι μέ τόν Χριστό στή ζωή αὐτή θά ζήσουν καί τή δόξα τῆς ἀναστάσεως. «Ὅλοι θ’ ἀναστηθοῦμε, ὁ καθένας ὅμως στό δικό του τάγμα. Τί ὅμως σημαίνουν τά λόγια αὐτά; Ὅτι καί ὁ εἰδωλολάτρης καί ὁ Ἰουδαῖος καί ὁ αἱρετικός καί κάθε ἄνθρωπος πού πέρασε ἀπ’ αὐτόν τόν κόσμο, θ’ ἀναστηθεῖ κατά τήν ἡμέρα ἐκείνη…Βέβαια καί τά σώματα τῶν ἁμαρτωλῶν ἀνασταίνονται ἄφθαρτα καί ἀθάνατα. Ἡ τιμή ὅμως αὐτή γίνεται σ’ αὐτούς ἀφορμή κόλασης καί τιμωρίας, ἐπειδή ἀνασταίνονται ἄφθαρτα, γιά νά καίονται αἰώνια» (Περί τῆς τῶν νεκρῶν ἀναστάσεως).  «Τήν ἀνάσταση ὅλοι θά ἀπολαύσουν. Δοξασμένοι ὅμως δέν θά εἶναι ὅλοι, ἀλλ’ οἱ ἑνωμένοι μέ τόν Χριστό» (Εἰς τήν προς Θεσσαλονικεῖς). Γιά τόν ἅγιο θεωρεῖται δεδομένο ἔτσι ὅτι τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν ἀρνοῦνται ὅσοι δέν βαδίζουν πάνω στή μετάνοια, ἔχοντας ἐπιλέξει ὡς τρόπο ζωῆς τό «φάγωμεν, πίωμεν, αὔριον γάρ ἀποθνήσκομεν». Καί τοῦτο γιατί δέν συμφέρει σ’ αὐτούς νά πιστεύουν ἐκεῖνο πού ἀποτελεῖ ἔλεγχο τῆς ζωῆς τους. Ἡ ἀθεΐα δηλαδή ἀποτελεῖ σύμπτωμα τῆς πονηρίας τῆς ζωῆς. «Ἐκεῖνος πού δέν περιμένει ν’ ἀναστηθεῖ, οὔτε ν’ ἀποδώσει λογαριασμό γιά τίς πράξεις του πού ἔκανε ἐδῶ, ἀλλά νομίζοντας ὅτι τά δικά μας σταματοῦν στήν παροῦσα ζωή κι ὅτι δέν ὑπάρχει παραπέρα τίποτε περισσότερο, οὔτε γιά τήν ἀρετή θά φροντίσει» (Περί τῆς τῶν νεκρῶν ἀναστάσεως). «Ἐκεῖνος πού ὑποστηρίζει ὅτι δέν ὑπάρχει τίποτε μετά τήν ἐδῶ ζωή, αὐτός κατ’ ἀνάγκη θά ὁμολογήσει ὅτι δέν ὑπάρχει οὔτε καί Θεός» (Περί εἱμαρμένης καί πρόνοιας).

 

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ


Στόν ναστάσιμο κανόνα του ὁ ἅγιος Ιωάννης Δαμασκηνός πισημαίνει τή μυστική πραγματικότητα
Καθαρθμεν τάς ασθήσεις καί ψόμεθα τῷ ἀπροσίτφωτί τς ναστάσεως Χριστόν ξαστράπτοντα.
 Πρέπει νά καθαρίσει κανείς τίς ασθήσεις του γιά νά δετόν Χριστό νά ξαστράπτει μέσα στό πρόσιτο φς τς ναστάσεώς Του. Ἡ ᾽Ανάσταση λοιπόν τοΧριστοῦ ἀποτελεῖ ἀνάσταση καί τοῦ ἀνθρώπου μέ τήν ννοια τς μετοχς ατοστό φς τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ. Δέν πρόκειται γιά μία θέα ξωτερική καί πιφανειακή. Πρόκειται γιά νωση τοπιστομέ τόν διο τόν Θεό του. Γιά πορεία μέσα στήν προοπτική τς δημιουργίας του: νά γίνει καθ᾽ ὁμοίωσινΧριστοῦ!῾
Κύριος δέν μακάρισε κενον πού ξέρει κάτι γιά τόν Θεό - σημειώνει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης -, ἀλλά ατόν πού χει μέσα του τόν Θεό᾽. ᾽Από τήν ποψη ατή νάσταση, ὡς νίκη πέναντι στόν ῾ἔσχατον χθρόν τοῦ ἀνθρώπου, τόν θάνατον (Α´Κορ. 15, 26), ἑορτάζει Χριστιανός πού γωνίζεται νά ζεμέ γάπη στή ζωή του. Ὅπου γάπη, ἐκεκαί κάθαρση ψυχς, ἐκεκαί Θεός, ἐκεκαί φς ναστάσεως Χριστοῦ. 
 ῾᾽Αναστάσεως μέρα…καί λλήλους περιπτυξώμεθα……Συγχωρήσωμεν πάντα τῇ ἀναστάσει καί οτω βοήσωμεν: Χριστός νέστη κ νεκρν…᾽!

Η "ΚΛΟΠΗ" ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ


Τετάρτη, 4 Απριλίου 2018

ΑΝΑΤΡΟΠΗ


 
Πόση ανατροπή στο σκηνικό τ’ αληθινό!
 
Ο κοντινός Κυρίου, ο μαθητής ο ίδιος,
με την ταυτότητα του Γένους του
ολούθε  σφραγισμένος
- Ιούδας  το ιστορικό του όνομα –
φανέρωσε τον θησαυρό που 'κρυβε στην καρδιά του:
Θεός και αρχηγός του ο χρυσός,
αυτός που λάμψη έφερνε στα μάτια του τα φλογισμένα,
τα μαθημένα χώμα και λάσπη μόνο να κοιτούν.

Κι η μακρινή και ξένη, του δρόμου η γυναίκα,
μονάχο φτύσμα των καλών και ηθικών,
που 'ξεραν λίθους με γωνιές να ρίχνουν πάνωθέ της,
έδειξε πως δικός της θησαυρός
είν’ ο Χριστός που τους χαμένους κυνηγούσε.

Άπλωσε χέρια ο μαθητής τ’ αργύρια να πάρει
κι έκαψε την καρδιά του.
Άπλωσε χέρια η ποταπή μύρο για να προσφέρει
κι είδε Αυτόν να την κερνά τη χάρη Παραδείσου.
 
Η λογική τ’ ανθρώπου απόγινε αργή
κι οι «ασφαλείς» αισθήσεις σβήστηκαν απ’ τον χάρτη.

 



 

 

 

 

Κυριακή, 1 Απριλίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ


Ἡ σημερινή ἡμέρα συνιστᾶ ἕνα τέλος καί μία ἀπαρχή. Τέλος, γιατί σηματοδοτεῖ τήν ὁλοκλήρωση τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς· ἀπαρχή, γιατί ξεκινᾶ τή Μεγάλη ῾Εβδομάδα. Μία πορεία σαράντα ἡμερῶν, ἀπό τήν Καθαρά Δευτέρα μέχρι τή χτεσινή, Σάββατο τοῦ Λαζάρου, ἦταν γιά νά φτάσουμε σ᾽ αὐτό τό σημεῖο: μέ ἐνεργοποιημένες τίς πνευματικές μας αἰσθήσεις ἀπό τόν ἀγώνα τῆς μετανοίας, τῆς ἐγκρατείας καί τῆς νηστείας - ὅ,τι δηλαδή προβάλλει ὡς περιεχόμενο ἡ Σαρακοστή - νά μποροῦμε νά δοῦμε καί νά γευτοῦμε τά συγκλονιστικά γεγονότα τοῦ Πάθους καί τῆς ᾽Ανάστασης τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, καί νά μετάσχουμε κατά τό δυνατόν σ᾽ αὐτά. Αὐτός εἶναι καί ὁ σκοπός τῆς εὐλογημένης αὐτῆς περιόδου, αὐτός εἶναι καί ὁ σκοπός στήν πραγματικότητα ὅλης τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ἀφοῦ ἔτσι ἐνεργοποιεῖται καί ὁ χαρισματικός ἑαυτός μας πού λάβαμε ἀπό τόν Θεό τήν ὥρα τοῦ βαπτίσματός μας. Θέλουμε νά ποῦμε ὅτι ἡ Μεγάλη ῾Εβδομάδα ἔρχεται μέ ἕνα πολύ δραστικό τρόπο γιά τόν ἐνσυνείδητο πιστό νά τοῦ ὑπενθυμίσει ὅτι καί ὁ ἴδιος ἀπό τήν ὥρα πού βαπτίστηκε μετέσχε στόν θάνατο καί τήν ᾽Ανάσταση τοῦ Χριστοῦ, ὁπότε τό Πάθος καί ἡ ᾽Ανάσταση τοῦ Κυρίου κατά τή Μεγάλη ῾Εβδομάδα προβάλλουν ὄχι μόνο τή ζωή ᾽Εκείνου, ἀλλά καί τή ζωή πιά τοῦ χριστιανοῦ.
 
Καί νά, πού ἡ σημερινή ἡμέρα ἐπιβεβαιώνει τίς παραπάνω ἀλήθειες. ῾Ο Κύριος ἔχει ἀναστήσει τόν ἀδελφικό Του φίλο Λάζαρο, ὅταν «ἡ φωνή Του ἀκούστηκε στά βάθη τοῦ ῞Αδη» γιά νά τόν ἀνασύρει ἀπό τόν χῶρο τῶν νεκρῶν, προκηρύσσοντας ἔτσι τή δική Του καί τή γενική τῶν ἀνθρώπων ᾽Ανάσταση, ἐνῶ εἰσερχόμενος στήν ἁγία Πόλη τῆς Σιών καθήμενος ἐπί πῶλον ὄνου φανερώνει ἀφενός τήν ἐν ταπεινώσει ἀποφασιστική πορεία Του πρός τό Πάθος, ἀφετέρου τήν κλήση Του νά μετάσχουν σ᾽ Αὐτό πάντα τά ἔθνη. ῾Η ὑμνολογία τῆς ἡμέρας εἶναι κατεξοχήν ἀποκαλυπτική πάνω σ᾽ αὐτά.  

- «Θέλοντας νά προτυπώσεις τή δική Σου σεπτή ᾽Ανάσταση, ᾽Αγαθέ, ἀνάστησες μέ τήν προσταγή Σου τόν φίλο Σου Λάζαρο πού εἶχε πεθάνει».

- «Καθώς εἰσερχόσουν, Κύριε, στήν ἁγία Πόλη, καθισμένος πάνω σέ γαϊδουράκι, ἔσπευδες νά ἔλθεις πρός τό Πάθος, γιά νά ἐκπληρώσεις τόν Νόμο καί τούς Προφῆτες».

- «᾽Ανέβηκες συμβολικά πάνω στό γαϊδουράκι, Σωτήρα, σάν σέ ὄχημα, θέλοντας νά δείξεις τή στάση τῶν ἄλλων εἰδωλολατρικῶν ἐθνῶν». «Τό κάθισμά σου πάνω σ᾽ αὐτό προτύπωνε τό ἀνυπότακτο τῶν ἐθνῶν, πού μεταποιεῖτο ἀπό τήν ἀπιστία στήν πίστη».

Ἡ εἴσοδος λοιπόν τοῦ Κυρίου στά ῾Ιεροσόλυμα ἐπί πῶλον ὄνου ἀποτελεῖ τήν καταγραφή τῆς τελευταίας πράξης τῆς ἐπί γῆς πορείας Του. ῾Ο Κύριος δέν κρύβεται πιά. Κήρυξε, θαυματούργησε, φανέρωσε τόν ἀληθινό Πατέρα Θεό καί τή ζωή πού πρέπει κανείς νά ἀκολουθεῖ γιά νά εἶναι μαζί Του. Ξέρει ὅμως ὁ παντογνώστης Κύριος ὅτι δέν ἀρκεῖ  μόνον ὁ λόγος. Ἡ πεσμένη στήν ἁμαρτία ἀνθρωπότητα εἶχε ὑποστεῖ βαθύ τραῦμα ἀπό τήν ἀποστασία της ἀπό τόν Θεό, γι᾽ αὐτό καί «ἕδει παθεῖν Αὐτόν». ῎Επρεπε νά πάθει, νά σταυρωθεῖ ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός, προκειμένου πάνω στόν Σταυρό νά «ἄρῃ τάς ἁμαρτίας» σύμπαντος τοῦ κόσμου. Ὁ Σταυρός Του θά ἦταν ἐκεῖνο πού θά κατέφερε τό ἀποφασιστικό καί καίριο πλῆγμα κατά τῆς ἁμαρτίας, κατά τοῦ θανάτου, κατά τοῦ ἀρχεκάκου διαβόλου. ῾Η ἀνάσταση τοῦ ἀνθρώπου θά ἐρχόταν μετά τόν θάνατο καί τήν ἀγία Σταύρωση ᾽Εκείνου, ὡς συμμετοχή πιά στοῦ ἴδιου τήν ᾽Ανάσταση.  Κι ἡ ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου ἦταν καθώς εἴπαμε ἡ προκήρυξη τῆς παγκόσμιας αὐτῆς χαρᾶς.

῾Η ὑμνολογία μάλιστα τῆς ἡμέρας ἐπιμένει στή συμβολική αὐτή ἑρμηνεία τῶν γεγονότων: ἡ νίκη τοῦ Χριστοῦ ἀπέναντι στόν θάνατο καί δι᾽ αὐτῆς ἡ κοινή ἀνάσταση τῶν ἀνθρώπων προβάλλεται καί μέ τά κλαδιά τῶν φοινίκων πού κράδαιναν οἱ παῖδες τοῦ ᾽Ισραήλ, κραυγάζοντας τόν ἀγγελικό ὕμνο: «᾽Ωσαννά τῷ υἱῷ Δαυΐδ. Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου».

«Δοξολογῆστε ἀπό κοινοῦ οἱ λαοί καί τά ἔθνη. Γιατί ὁ βασιλέας τῶν ᾽Αγγέλων κάθησε τώρα πάνω στό γαϊδουράκι, καί ἔρχεται μέ τή θέλησή Του στόν Σταυρό, γιά νά πατάξει τούς ἐχθρούς ὡς δυνατός. Γι᾽ αὐτό καί τά παιδιά, μέ βάγια, φωνάζουν δυνατά τόν ὕμνο: Δόξα σέ Σένα πού ἦλθες Νικητής. Δόξα σέ Σένα, τόν Σωτήρα Χριστό».

«Κι ἐμεῖς λοιπόν σάν τά παιδιά, κρατώντας τά βάγια ὡς σύμβολα τῆς νίκης κατά τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ θανάτου, σέ Σένα τόν Νικητή τοῦ θανάτου φωνάζουμε δυνατά: ᾽Ωσαννά ἐν τοῖς ὑψίστοις...».

Εἶναι πολύ σημαντικό ὅμως νά τονίσουμε ὅτι ἡ ᾽Εκκλησία μας ἐπισημαίνει μία πολύ βαθειά ἀλήθεια πάνω σ᾽ αὐτόν τόν ἀλαλαγμό τῶν παιδιῶν καί τοῦ λαοῦ γιά τόν Κύριο πού εἰσέρχεται στήν πόλη Σιών. Ἡ θριαμβευτική ὑποδοχή τοῦ Κυρίου, πού ὁδεύει πρός τό Πάθος καί τήν ᾽Ανάστασή Του, προϋποθέτει πλούσια χάρη ἀπό τόν Θεό. Μπορεῖ δηλαδή ὁ λαός αὐτός ἀπό τή μιά νά ἐπευφημεῖ τόν Κύριο κι ἀπό τήν ἄλλη νά Τόν καταδικάζει μέ τό «ἆρον, ἆρον, σταύρωσον Αὐτόν», ὅμως τή συγκεκριμένη στιγμή τῆς ὑποδοχῆς Του διακατέχεται ἀπό χάρη, ἡ ὁποία τόν κινεῖ σέ δοξολογία. Ἤδη τό συναξάρι τῆς ἡμέρας στήν περιγραφή τῶν γεγονότων ἀναφέρει: «Λοιπόν αὐτός πού ἔχει θρόνο τόν οὐρανό, καθισμένος πάνω σέ γαϊδουράκι εἰσέρχεται στήν ῾Ιερουσαλήμ. Καί τά παιδιά τῶν ῾Εβραίων, ὅπως καί οἱ ἴδιοι, ἔριχναν κάτω τά ἱμάτιά τους, ἐνῶ κραδαίνοντας κλαδιά ἀπό φοίνικες φώναζαν δυνατά: ᾽Ωσαννά τῷ Υἱῷ Δαυΐδ, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, ὁ Βασιλεύς τοῦ ᾽Ισραήλ. Αὐτό δέ ἔγινε, γιατί κίνησε τίς γλῶσσες τους πρός αἶνο καί δοξολογία τοῦ Χριστοῦ τό Πανάγιον Πνεῦμα. Καί τά κλαδιά τῶν βαΐων προσήμαιναν τή νίκη τοῦ Χριστοῦ κατά τοῦ θανάτου».

῎Ετσι ἡ ὑμνολογία τῆς ᾽Εκκλησίας μας μᾶς προσγειώνει στήν πραγματικότητα καί μᾶς τονίζει ὅ,τι ἐπισημάναμε καί στήν ἀρχή: δέν μπορεῖ κανείς ἀπροϋπόθετα, χωρίς πνευματικό ἀγώνα πού καθαρίζει τήν ψυχή καί τό σῶμα ἀπό τά πάθη, νά γίνει μέτοχος τοῦ Χριστοῦ στό Πάθος καί τήν ᾽Ανάστασή Του. «Κατά τρόπο νοητό, μέ κλαδιά κι ἐμεῖς, ἄς δοξολογήσουμε τόν Χριστό μέ πίστη, καθαρισμένοι ὅμως στίς ψυχές σάν τά παιδιά». Ὅλος ὁ ἀγώνας τῆς ἁγίας Σαρακοστῆς ἦταν ἀκριβῶς γιά νά ἀποτινάξουμε ἀπό τήν καρδιά μας ὅ,τι μᾶς παλιώνει καί μᾶς βρωμίζει, δηλαδή τήν ἁμαρτία, καί νά μᾶς κάνει καί πάλι παιδιά στήν ψυχή. Μόνον αὐτός πού κρατᾶ τήν παιδικότητά του ὡς ἁγνότητα ψυχική μπορεῖ καί ἔχει ἀνοικτούς ὀφθαλμούς γιά νά θεᾶται τά Πάθη καί τήν ᾽Ανάσταση τοῦ Χριστοῦ καί νά μετέχει σ᾽ Αὐτά. Κι ἡ μετοχή αὐτή,  ἐπαναλαμβάνουμε καί πάλι, σημαίνει εὕρεση τοῦ ἀληθινοῦ χαρισματικοῦ ἑαυτοῦ μας πού ἀναδύθηκε κατά τό ἅγιο βάπτισμά μας. «Συνταφέντες σοι διά τοῦ βαπτίσματος, Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν, τῆς ἀθανάτου ζωῆς ἠξιώθημεν τῇ ᾽Αναστάσει Σου».

Ἡ παραπάνω ἐπισήμανση ὅμως ὁδηγεῖ καί σέ μία ἄλλη ἀλήθεια, ἡ ὁποία ἰδιαιτέρως στήν ἐποχή μας πρέπει νά τονίζεται καί μάλιστα μέ ἔμφαση. Διακράτηση τῆς ψυχικῆς καθαρότητας σημαίνει χάρη Θεοῦ, δηλαδή ἀγάπη καί ἑνότητα. Ὁ Θεός πράγματι ἐπαναπαύεται σέ ψυχές καθαρές, πού σημαίνει ὅτι τούς δίνει τή δυνατότητα νά ἀγαποῦν τόν συνάνθρωπο καί νά νιώθουν ἑνωμένοι μέ αὐτόν. ῞Οπου μέ ἄλλα λόγια ὑπάρχει διχοστασία καί ἔχθρα καί ἐπιθετικότητα, ἐκεῖ, ἔστω κι ἄν ἀκούγονται «θεοφιλεῖς κουβέντες», ὑπάρχει ἀπουσία Θεοῦ, συνεπῶς παρουσία δαιμονικοῦ πνεύματος. Κι εἶναι κάτι πού ἡ ᾽Εκκλησία μας ὄχι ἁπλῶς τό σημειώνει, ἀλλά τό τονίζει κατά κόρον. ῎Οχι μία φορά, ἀλλά ἕξι φορές στήν ἀκολουθία τῆς σημερινῆς ἡμέρας Κυριακῆς τῶν Βαΐων προτρέπει τούς πιστούς ἑνωμένοι  μεταξύ μας νά σηκώσουμε τόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ καί νά Τόν δοξολογήσουμε σάν τά παιδιά τῶν ῾Εβραίων. «Σήμερον, ἡ χάρις τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἡμᾶς συνήγαγε· καί πάντες αἴροντες τόν Σταυρόν σου λέγομεν· Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, ᾽Ωσαννά ἐν τοῖς ὑψίστοις». Μπορεῖ ὁ ὕμνος νά ἀναφέρεται στούς μοναχούς οἱ ὁποῖοι καλοῦνταν στό τέλος τῆς Σαρακοστῆς νά συναχτοῦν στό μοναστήρι τους ἀπό ὅπου κι ἄν βρίσκονταν, εἴτε ὡς μεμονωμένοι ἀσκητές εἴτε σέ ὁποιαδήποτε διακονία, γιατί ὅλοι μαζί ἔπρεπε νά ζήσουν τή Μεγάλη ῾Εβδομάδα, ὅμως ἡ οὐσία παραμένει ἡ ἴδια: μαζεμένοι ὅλοι οἱ πιστοί στήν ᾽Εκκλησία μας, ὡς μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, καί μάλιστα μέ ἑνότητα ὅλων τῶν δυνάμεων τῆς ψυχῆς μας, χωρίς ἀποστάσεις ψυχικές καί τοπικές, καλούμαστε νά ζήσουμε τό Πάθος καί τήν ᾽Ανάσταση τοῦ Κυρίου. Στήν ἑνότητα αὐτή μάλιστα πρέπει ἴσως νά μετρήσουμε καί τά πνευματικά μας μέτρα. ῎Αν δέν νιώθω ἑνωμένος μέ τόν ἄλλον ἐν Χριστῷ ἀδελφό, ἄν ἡ ἑτοιμότητά μου εἶναι νά τόν ἀμφισβητῶ καί νά τόν ἐξουδενώνω, εἶναι μᾶλλον οὐτοπία νά νομίζω ὅτι θά ζήσω Μεγάλη ῾Εβδομάδα κι ὅτι ἡ ᾽Ανάσταση τοῦ Χριστοῦ θά καταυγάσει καί πάλι τή ζωή μου.

Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2018

Ο ΟΣΙΟΣ ΚΑΙ ΘΕΟΦΟΡΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΟΣ (30 ΜΑΡΤΙΟΥ)


Σήμερα ἑορτάζεται η μνήμη τοῦ ὁσίου Πατρός ἡμῶν ᾽Ιωάννου τῆς Κλίμακος, πέρα ἀπό τήν Δ´ Κυριακή τῶν Νηστειῶν, ὅπου ἐπίσης εἶναι ἡμέρα ἀφιερωμένη σέ αὐτόν. Ἑορτάζουμε δηλαδή  ἕναν ἀσκητικό συγγραφέα, πού θά μποροῦσε νά χαρακτηριστεῖ ὡς ὁ ἅγιος τῆς Σαρακοστῆς, ἀφοῦ τό βιβλίο του ῾Κλίμαξ᾽ ἀποτελεῖ τό βασικό ἀνάγνωσμα τῆς περιόδου αὐτῆς στά μοναστήρια μας, ἀλλά καί σε πολλούς Χριστιανούς μέσα στόν κόσμο. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ἕνα ἀσκητικό κείμενο μπορεῖ νά εἶναι γραμμένο πρωτίστως γιά τούς καλογέρους, δέν παύει ὅμως νά ἀποτελεῖ ἐντρύφημα, ὅπου μπορεῖ νά ἐφαρμοστεῖ,  γιά κάθε πιστό πού διψάει γνήσια εὐαγγελική τροφή. Δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε ὅτι ὁ μοναχισμός γιά την ᾽Εκκλησία μας συνιστᾶ, πρέπει νά συνιστᾶ, τήν ἀκραιφνέστερη ἔφραση τῆς συνεποῦς χριστιανικῆς ζωῆς. Κι ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ἀποτελεῖ ὁδοδείκτη γιά κάθε χριστιανό.

 Ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης καταρχάς, γιά τόν ὁποῖο δέν ἔχουμε πολλά βιογραφικά στοιχεῖα, νεαρός,16 ἐτῶν περίπου, ἔγινε μοναχός στό ὄρος Σινᾶ, στή Μονή τῆς ἁγίας Αἰκατερίνης, ἀφοῦ ἤδη εἶχε μάθει ἀρκετά γράμματα. ᾽Επί 19 ἔτη παρέμεινε ὑποτακτικός ἑνός σπουδαίου Γέροντος, τοῦ ἀββᾶ Μαρτυρίου, στόν ὁποῖο ἔκανε ἀδιάκριτη ὑπακοή, ὁπότε μετά τό θάνατό του ἀπεσύρθη σέ ἐρημική τοποθεσία, ὀκτώ χιλιόμετρα μακριά ἀπό τή Μονή, στήν ὁποία καί ἔζησε ἐπί σαράντα χρόνια. ᾽Εκεῖ ἔζησε ὁσιακή ζωή, ὑπερβαίνοντας μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ τά ψεκτά πάθη του καί ἀποκτώντας ὅλα τά χαρίσματα τοῦ Θεοῦ, καί κυρίως τήν ταπείνωση καί τήν ἀγάπη. Μετά τά σαράντα χρόνια παρακλήθηκε νά γίνει ἡγούμενος τῆς Μονῆς, γεγονός πού ἀποδέχθηκε, καί παρέμεινε στό ἀξίωμα αὐτό γιά κάποια χρόνια, ὁπότε θέλησε καί πάλι ν᾽ ἀποσυρθεῖ στήν ἀγαπημένη του ἡσυχία καί μετ᾽ ὀλίγο κοιμήθηκε.

῎Εχουν διασωθεῖ διάφορα θαυμαστά γεγονότα ἀπό τή ζωή του πού φανερώνουν τήν ἰδιαίτερη χάρη πού εἶχε ἀπό τόν Θεό, ἀλλά τά μεγαλύτερα θαύματά του σχετίζονται μέ τίς μεταστροφές τῶν καρδιῶν πού προξενοῦν τά θεόπνευστα κείμενά του, κάτι πού μπορεῖ ὁ οἱοσδήποτε χριστιανός νά διαπιστώσει, ὅταν ἀρχίσει μέ γνήσια διάθεση νά τά μελετᾶ. Εἶναι γνωστό ἄλλωστε ὅτι οἱ ἅγιοι πού μέ τά κείμενά τους βοηθοῦν τούς συνανθρώπους τους ἔχουν πρωτίστως ὡς χάρισμα ῾θαυματουργίας᾽ ἀκριβῶς τή δύναμη τῶν λόγων τους καί ὄχι τά γνωστά θαύματα σωματικῶν ἰάσεων ἄλλων ἁγίων. Καί ἐξηγήσαμε παραπάνω ὅτι τά κείμενα τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννου δέν εἶναι μόνο γιά τούς μοναχούς, γιατί μπορεῖ νά γράφτηκαν κυρίως γι᾽ αὐτούς, ὅμως ἡ ὠφέλεια πού εἰσπράττει καί ὁ κοσμικός λεγόμενος χριστιανός δέν εἶναι μικρή. Γι᾽ αὐτό καί ἀγαπήθηκε ἡ ῾Κλίμακά᾽ του σ᾽ ᾽Ανατολή καί Δύση καί θεωρεῖται τό σπουδαιότερο σέ κυκλοφορία βιβλίο μετά τήν ῾Αγία Γραφή.

 ᾽Από τά θαυμαστά περιστατικά πού καταγράφηκαν ἐν ὅσῳ ζοῦσε, μνημονεύουμε δύο: Τό πρῶτο, ὅταν ἦταν στήν ἔρημο κι εἶχε δεχθεῖ ἕναν ὑποτακτικό, ὀνόματι Μωϋσῆ. Κάποια φορά, σέ διακόνημα εὑρισκόμενος ὁ νεαρός ὑποτακτικός, κουράστηκε κάτω ἀπό τόν καυτό ἥλιο τοῦ Αὐγούστου καί κάθησε νά ξεκουραστεῖ στόν ἴσκιο μεγάλης πέτρας, ὁπότε καί τόν πῆρε ὁ ὕπνος. Τήν ἴδια ὥρα ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης εἶδε σέ ὅραμα κάποιον πού τοῦ ἔλεγε ὅτι κινδυνεύει ὁ μαθητής του. ᾽Αμέσως ἄρχισε ἔντονη προσευχή γι᾽ αὐτόν καί μετά ἀπό λίγο κατέφθασε καί ὁ ὑποτακτικός, ἀναγγέλλοντάς του τή φοβερή ἀγωνία πού πέρασε, καθώς ξύπνησε ξαφνικά ἀπό τή φωνή τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννη, πού τόν καλοῦσε νά ἐγκαταλείψει ἀμέσως τόν τόπο πού βρισκόταν. Πράγματι, τό ἔκανε καί στή στιγμή ἔπεσε στόν τόπο αὐτό ἡ μεγάλη πέτρα, χωρίς βεβαίως ὁ ἴδιος νά πάθει κάτι. Ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης ἀνελύθη σέ δοξολογίες πρός τόν Θεό, χωρίς ὅμως νά ἀναφέρει καί τό τί προηγήθηκε στό μαθητή του. Τό δεύτερο: τήν ἡμέρα τῆς ἐνθρονίσεώς του ὡς ἡγουμένου ἦλθαν στή Μονή περί τά 600 ἄτομα. Ὅλοι ἔβλεπαν νά ὑπηρετεῖ σέ ὅλα τά διακονήματα κάποιος σάν ἰουδαῖος, μέ κοντό μαλλί, πού ἔτρεχε πάνω κάτω καί γιά τά πάντα. Στό τέλος τῆς ἡμέρας τόν ἀνεζήτησαν, ἀλλά δέν τόν βρῆκαν πουθενά. Καί στήν ἀπορία τους, ὅταν ἀπευθύνθηκαν στόν ἡγούμενο, τόν ἅγιο ᾽Ιωάννη, εἰσέπραξαν τήν ἀπάντηση: Τί πιό φυσικό νά ὑπηρετεῖ τό δικό του τόπο ὁ προφήτης Μωϋσῆς;
 
 Τό βιβλίο του ῾Κλίμαξ᾽, εἴπαμε, προξενεῖ τό πραγματικό καί μεγαλύτερο θαῦμα: τή μεταστροφή τῶν καρδιῶν, τή δημιουργία μετανοίας στόν ἄνθρωπο. Καί δίνει τήν ἀπάντηση στό πῶς ἀποκτᾶται ἡ πραγματική καί γνήσια πίστη πού ζητᾶ ὁ Χριστός: ῾Τό εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δύνατά τῷ πιστεύοντι᾽! Δέν μποροῦμε νά ποῦμε πολλά. Θά σημειώσουμε ὅμως ἐπιγραμματικά αὐτά πού θίγει, ἀπό τούς 30 λόγους του – σκαλοπάτια στήν πνευματική ζωή, στόν πρῶτο καί στόν τελευταῖο λόγο του. Ὁ πρῶτος, ἡ ἀποταγή: δέν μπορεῖ κανείς νά προσεγγίσει τόν Θεό, χωρίς νά πεῖ ὄχι στήν ἁμαρτία καί μάλιστα στά ἐγωϊστικά θελήματά του. Γιατί αὐτά τά θελήματα μᾶς κρατοῦν δέσμιους στόν ἁμαρτωλό κόσμο. Ὅπως τό λέει καί ὅσιος Ποιμήν: ῾Τό θέλημά μου εἶναι χάλκινο τεῖχος πού μέ χωρίζει ἀπό τόν Θεό᾽! Κι ὁ τελευταῖος: ἡ ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη πού ἀποτελεῖ τό ἐπιστέγασμα τῶν πάντων στή χριστιανική πίστη, ἀφοῦ ὅ,τι λέμε καί κάνουμε σ᾽ αὐτήν, εἴτε προσευχή εἴτε νηστεία εἴτε μελέτη εἴτε ὁτιδήποτε ἄλλο, ἄν δέν καταλήγει στήν ἀγάπη, δέν ἔχει νόημα. Καί τοῦτο, γιατί ἀγάπη εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Κι αὐτό σημαίνει: ἡ πίστη πού ζητᾶ ὁ Χριστός καί κινητοποιεῖ τόν Θεό καί βγάζει καί δαιμόνια, προϋποθέτει τήν ἄρνηση τοῦ ἐγωϊσμοῦ τοῦ ἀνθρώπου καί τή στροφή του στή ζωή τοῦ Θεοῦ, τήν ἀγάπη. Στό βαθμό πού ὁ ἄνθρωπος ἀγαπᾶ, τόν ὅποιο συνάνθρωπό του, τόσο καί αὐξάνει ἡ πίστη του, ὅπως τό διακηρύσσει καί ὁ ἀπ. Παῦλος: ῾πίστις δι᾽ ἀγάπης ἐνεργουμένη᾽!

 

Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2018

ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΛΗΣΤΗ… (Μια άλλη ματιά)


Δέν ἔφευγε ἀπό τόν νοῦ καί τήν καρδιά του αὐτό πού εἶχε ἀκούσει, στήν πραγματικότητα κρυφακούσει, καθισμένος σέ μιά γωνιά τοῦ δωματίου,  μικρό παιδί σάν ἤτανε, ἀπό ἕναν Γέροντα σοφό πού εἶχε καταλύσει ἕνα βράδυ στό σπίτι τῶν γονιῶν του. «Ὑπάρχει ἕνα μυστικό βασίλειο, ἀδέλφια μου», εἶχε πεῖ ὁ Γέροντας,  «τό μεγαλύτερο στόν κόσμο, πού ἔχει μέσα ὅλα τά καλά τοῦ Θεοῦ. Καί δέν μιλᾶμε γιά τά μικρά, τά ὑλικά καί τά ἐπίγεια, ἀλλά γιά ὅλες τίς σοφίες καί τούς πνευματικούς θησαυρούς πού μπορεῖ κανείς νά ποθήσει καί νά ὀνειρευτεῖ… Δέν θά ὑπάρχει μάλιστα μακαριότερος ἄνθρωπος, ἀπ’ ὅσους ἔχουν γεννηθεῖ μέχρι τώρα, ἀλλά καί ἀπ’ ὅσους πρόκειται νά ἔλθουν, ἀπό ἐκεῖνον πού θά μπορέσει νά ἀνακαλύψει τό βασίλειο αὐτό, νά τό βρεῖ καί νά περάσει τήν κλεισμένη θύρα του... Γιατί ἔχει μία τεράστια θύρα, βαριά κι ἀσήκωτη, πού ὅσο καί νά ἐπιχειρήσει κανείς νά τήν ἀνοίξει, δέν πρόκειται ποτέ νά καταφέρει τίποτε. Τό μόνο πού τήν ἀνοίγει καί σέ πηγαίνει σέ ὅλους τούς θησαυρούς εἶναι ἕνα κλειδί. Ἕνα κλειδί πού ὅποιος τό βρεῖ γίνεται θά λέγαμε ὁ κατακτητής τοῦ βασιλείου αὐτοῦ. Ναί, μακάριος ὁ ἄνθρωπος πού θά πατήσει τό ποδάρι του στόν εὐλογημένο αὐτόν τόπο…».  Εἶχε κουνήσει τό κεφάλι του ὁ Γέροντας στοχαστικά, λέγοντας τά τελευταῖα λόγια του, ἐνῶ τά μάτια του, ἀστραπόμορφα, χάνονταν στό βάθος ἑνός ὁρίζοντα πού μόνον ἐκεῖνος ἔβλεπε…
Εἶδε τά κατάπληκτα μάτια τῶν γονιῶν του, εἶδε τή λαχτάρα τοῦ ἴδιου τοῦ Γέροντα, καί τόσο καρφώθηκε ἡ εἰκόνα τοῦ κλειδιοῦ αὐτοῦ καί τοῦ κρυμμένου βασιλείου στή σκέψη του, ὥστε δέν ἄκουσε πιά τίποτε ἄλλο ἀπό τά λεγόμενα τοῦ ἀνθρώπου. Ἀποκοιμήθηκε μάλιστα ἐκεῖ, στή γωνιά πού καθότανε, βλέποντας στόν ὕπνο του ὅτι βρίσκεται σ’ ἕνα μεγάλο καί πυκνό δάσος κι ὅτι μαζί μέ τούς γονεῖς του ψάχνουν γιά τό μυστικό πέρασμα, γιά τό θαυμαστό μονοπάτι πού θά τούς πάει στή βαριά καί ἐξωτική θύρα τοῦ βασιλείου…
Ἀπό τότε δέν ξανάδε τόν Γέροντα οὔτε κι ἄκουσε ποτέ νά μιλάει κανείς γι’ αὐτόν. Ἀλλά καί οἱ γονεῖς του, σάν νά θεώρησαν ἀλαφροΐσκιωτο τόν Γέροντα, δέν ξαναμίλησαν γιά τό βασίλειο καί τό μυστήριο κλειδί του, ἐνῶ ὅσες φορές ἔφερε ὁ ἴδιος τήν κουβέντα στό θέμα  αὐτό, ἐκεῖνοι τόν ἀποπῆραν, λέγοντάς του ὅτι αὐτά εἶναι λόγια τῆς φαντασίας ἑνός ἀλλοπαρμένου γέρου, πού ἁπλῶς ἔτυχε νά τόν φιλοξενήσουν μιά κρύα βραδιά τοῦ χεμώνα… «Μήν ἀσχολεῖσαι μ’ αὐτά πού εἶναι ὄνειρα», τοῦ εἶπε ὁ πατέρας του. «Πάτα γερά στή γῆ καί κοίτα αὐτήν νά κατακτήσεις. Ὅ,τι εἶναι στά μάτια σου μπροστά, αὐτό ν’ ἀναζητεῖς».
Αὐτό τελικά ἀναζήτησε στή ζωή του. Τόν λόγο τοῦ πατέρα του τόν ἄκουσε, ἁπλά σκέφτηκε ὅτι θά ‘ταν προτιμότερο νά κατακτήσει τή γῆ μ’ ἕναν εὔκολο καί ἄκοπο γι’ αὐτόν τρόπο: κλέβοντας τό βιός τοῦ συνανθρώπου του, ἁρπάζοντας ὅ,τι εὕρισκε μπροστά του. Κι εἶναι ἀλήθεια ὅτι τά κατάφερνε καλά. Δέν χρειαζότανε νά πολυδουλέψει. Τά μάτια του ἤτανε πάντα ἀνοιχτά σ’ ὅ,τι τοῦ φάνταζε ὡραῖο κι ἐπιθυμητό, κι ἔβρισκε τρόπους, χωρίς νά τόν πάρει κανείς εἴδηση, τελικά νά τό κάνει δικό του. Τί ‘ταν ὅμως τοῦτο πού τοῦ συνέβαινε κατά καιρούς καί τόν ἔκανε τότε νά βλέπει ἐφιάλτες στόν ὕπνο του; Μιά θλίψη βάραινε τήν καρδιά του, μιά πέτρα ἀσήκωτη τοῦ πλάκωνε τά σωθικά, κι ἔπαιρνε ἡ πέτρα τή μορφή μιᾶς θύρας πού ὑψωνότανε ὁλόρθη καί θεόρατη μπροστά του. «Νά ‘βρω τό κλειδί… τό κλειδί…», σαν νά ‘κουγε τότε τά χείλη του νά σιγοψιθυρίζουν… Καί ξυπνοῦσε μούσκεμα στόν ἱδρῶτα, κοιτώντας τά χέρια του μήπως κρατοῦσε κάνα κλειδί… Μέχρι νά ξημερώσει παρέμενε ξάγρυπνος, φέρνοντας στή μνήμη του τήν ἀχνή μορφή τοῦ περίεργου Γέροντα στό πατρικό του σπίτι καί φτιάχνοντας εἰκόνες γιά τό κρυφό βασίλειο καί τό κλειδί πού θά ‘νοιγε τή βαριά κλεισμένη θύρα του…
Δέν μπόρεσε νά κρύβεται γιά πάντα ἀπό τήν ἐξουσία τῆς ἐποχῆς. Τοῦ ‘στησαν καρτέρι μιά βραδιά μετά ἀπό ληστρική καί πάλι ἐπίθεσή του – κι ἔγινε εὔκολο αὐτό, γιατί ἕνας συνεργός του ἄρχισε τίς ἀποκαλύψεις,  μετά τό πιοτό σ’ ἕνα καπηλειό – τόν συνέλαβαν καί τόν καταδίκασαν στόν πιό ἀτιμωτικό θάνατο τῆς ἐποχῆς: νά πεθάνει πάνω σέ σταυρό. Ὅπως ἔκαναν γιά τούς μεγαλύτερους κακούργους…Πού ἔπρεπε ὄχι μόνο νά φύγουν ἀπό τή ζωή αὐτή, ἀλλά καί μέ τή μεγαλύτερη ταπείνωση!
Τοῦ εἶπαν ὅτι δέν θά εἶναι μόνος! «Θά εἶναι καί ἄλλοι δυό σάν τά δικά σου μοῦτρα», τοῦ σφύριξε χασκογελώντας μέ μίσος ἕνας ρωμαῖος στρατιώτης. «Αὐτή θά εἶναι ἡ… παρηγοριά σου. Ὁ ἕνας μάλιστα εἶναι καί… βασιλιᾶς! Βασιλιᾶς, ἀκοῦς;» Τό συρτό κοροϊδευτικό γέλιο παρέμεινε γιά ὥρα στά αὐτιά του.
Τόν εἶδε! Ἦταν δίπλα του καρφωμένος κι Αὐτός στόν σταυρό! Μιά  ἐπιγραφή στήν κορυφή ἔλεγε περιπαικτικά ὅτι ἦταν ὁ βασιλιᾶς τῶν Ἰουδαίων… Ἡ ὀδύνη ἦταν ζωγραφισμένη στά μάτια Του. Μιά ὀδύνη ὅμως - ἔτσι τοῦ φάνηκε - πού δέν ἦταν ἴδια μέ τή δική του ἤ τοῦ ἄλλου συσταυρωμένου κι αὐτοῦ ληστῆ. Διαισθανόταν, παρ’ ὅλο τόν πόνο καί τή δυσκολία πού εἶχε στήν ἀναπνοή του, μιά ἱερότητα πού τόν «μπέρδευε». Τόν ἄκουσε κάποια στιγμή νά μιλάει σέ κάποιους κάτω ἀπό τόν Σταυρό: μιά  γυναίκα μέ δάκρυα στά μάτια καί ἕναν νεαρό ἄνδρα. Κάτι ἄκουσε νά λέει ὅτι εἶναι μάνα Του. Τόν ἄκουσε ἐπίσης νά λέει ὅτι διψάει… καί νά φωνάζει τόν Ἠλία… Δέν δέχθηκε τό ξίδι πού Τοῦ πρόσφεραν κάποιοι στρατιῶτες. 
Κάποια στιγμή Ἐκεῖνος γύρισε καί τόν κοίταξε. Τά μάτια τους διασταυρώθηκαν. Τέτοιο βλέμμα ἀγάπης καί εἰρήνης δέν εἶχε δεχτεῖ ποτέ ἐπάνω του. Ἔνιωσε σάν νά ἔχει στραφεῖ ὁ Ἥλιος μόνον πρός αὐτόν καί νά τόν χαϊδεύει μέ τίς ἀκτίνες του. Μιά ἀπροσδιόριστη δροσιά ἄρχισε νά ἁπλώνεται στό κορμί του· δροσιά πού ἀνακούφιζε μ’ ἕναν μυστήριο τρόπο τούς ἄφατους πόνους του· δροσιά πού ἁπάλυνε τά τραύματα τῆς ψυχῆς του. Χωρίς νά καταλαβαίνει τό γιατί, αἰσθάνθηκε τά μάτια του νά πλημμυρίζουν ἀπό δάκρυα. Κι ἦταν τόσο παράδοξο αὐτό πού ζοῦσε: ἔβλεπε ὅλες τίς ἁμαρτίες πού εἶχε διαπράξει, ἔβλεπε τή σκιά στήν ὁποία βρισκόταν ὅλα τά χρόνια τῆς ζωῆς του, ζοῦσε τήν ἁμαρτωλότητά του, ἀλλά χωρίς ἀπόγνωση καί ἀπελπισμό! Τό φῶς πού ἐξέπεμπαν τά μάτια τοῦ συσταυρωμένου βασιλιᾶ λειτουργοῦσαν μέσα του σάν χάδι μητρικό: λές πράγματι κι ἦταν βρέφος στήν ἀγκαλιά τῆς μάνας του! Ὅλα τότε γύρω του πῆραν ν’ ἀλλάζουν: ὁ βασιλιᾶς στόν Σταυρό πῆρε τή μορφή τοῦ Γέροντα τῶν παιδικῶν του χρόνων πού φιλοξενήθηκε στό σπίτι τους·  ὁ Σταυρός Του, ἐπίσης, ἔγινε μιά πελώρια θύρα γεμάτη ἀπό ἐξαίσια εὐωδιά. Σάν νά βρέθηκε σέ ἕναν ἄγνωστο καί ὑπερφυσικό χῶρο, ὁ ὁποῖος ὅμως δέν τόν φόβιζε καί δέν τόν τρόμαζε καθόλου. Τά λόγια πού ἄκουσε νά ψιθυρίζει τό δικό του στόμα βγῆκαν μ’ ἕναν ἐντελῶς αὐθόρμητο τρόπο: «μνήσθητί μου, Κύριε, ἐν τῇ βασιλείᾳ Σου». Ναί, ὁ συσταυρωμένος μ’ αὐτόν ἦταν πραγματικός καί ἀληθινός βασιλιᾶς. Δέν εἶχε τήν παραμικρή  ἀμφιβολία. Ἡ ἀπάντηση μάλιστα πού τοῦ  ‘δωσε στό δικό του «μνήσθητι» ἀκούστηκε σάν μουσική στ’ αὐτιά του: «Ἀμήν, λέγω σοι, σήμερον μετ’ ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ Παραδείσῳ». 
Τό ὄνειρο τῶν παιδικῶν του χρόνων ἔγινε πραγματικότητα. Ὅ,τι εἶχε καρφωθεῖ μέσα του γιά τό κρυμμένο βασίλειο καί τό περίεργο κλειδί πού ἀνοίγει τή μεγάλη θύρα του, τό εἶχε ἐκεῖ μπροστά του. Τό μυστήριο εἶχε βρεῖ τή λύση του: τό κλειδί τελικά τό ‘χε πάντοτε μέσα στά δικά του χέρια! Ἦταν τό ξέσπασμα τῆς καρδιᾶς του μπροστά σ’ Αὐτόν τόν ἄγνωστο, μά καί τόσο πολύ δικό του καί γνωστό του πού ἔλεγαν Χριστό·  ἦταν τά δάκρυα τῆς μετάνοιάς του καί τό «μνήσθητι» πού ψέλλισε· αὐτά   πού μ’ ἕναν θαυμαστό τρόπο τόν ἔφεραν στόν χῶρο τοῦ κρυμμένου βασιλείου κι ἄνοιξαν τή βαριά πύλη του…
«Κεκλεισμένας ἤνοιξε τὰς πύλας, βαλών ὁ Λῃστὴς κλεῖδα τὸ μνήσθητί μου» (Ἄνοιξε τίς κλεισμένες πύλες τοῦ Παραδείσου ὁ ληστής, ἀφοῦ ἔβαλε σάν κλειδί τό μνήσθητί μου) (στίχοι στό συναξάρι τῆς ἑορτῆς τοῦ εὐγνώμονος ληστοῦ).
Ἀπό τότε καί μετά θά μάθαινε ὅτι ὁ βασιλιᾶς, ὁ Κύριος καί Θεός του, θά τόν κατέβαζε συχνά ἀπ’ τόν σταυρό - σάν τότε πού τόν πρόσταξε νά θεραπεύσει ἐκεῖνον τόν ἅγιο ἐπίσκοπο Πορφύριο τῆς Γάζας - γιά νά ἐπουλώνει τά τραύματα τῶν ἀνθρώπων, ψυχικά καί σωματικά, ὅπως, ἀκόμη πιό θαυμαστά, τό δικό του «μνήσθητι» θά γινόταν τό αἴτημα τῆς καρδιᾶς τῶν ἀληθινά πιστῶν τῆς κάθε ἐποχῆς· τό «μνήσθητι» πού ἔχει τή δύναμη νά μεταθέτει τόν ἄνθρωπο ἀπό τό πλάι τῆς σκιᾶς στό φῶς τοῦ Σωτῆρα Θεοῦ!

 

 

Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2018

Ο ΟΣΙΟΣ ΚΑΙ ΘΕΟΦΟΡΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΑΛΕΞΙΟΣ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ (17 ΜΑΡΤΙΟΥ)


Ο άγιος Αλέξιος καταγόταν από τη Ρώμη κι οι γονείς του, ο πατέρας του  πατρίκιος Ευφημιανός και η μητέρα του Αγλαΐδα, ήταν πλούσιοι και πολύ ευγενείς, έχοντας τον Αλέξιο το μοναδικό τους παιδί. Ο πατέρας του όταν ήλθε σε κατάλληλη ηλικία ετοίμασε τα του γάμου του υιού του, οπότε τότε που έπρεπε να αποσυρθεί με τη νύφη στη νυφική παστάδα, εκείνος αφού έδωσε σ᾽ αυτήν το δαχτυλίδι του γάμου και προσευχήθηκε, έφυγε κρυφά από τον οίκο του κι ἔφτασε στην ´Εδεσσα. ´Εμεινε στην πόλη αυτή και στην εκεί Εκκλησία δεκαοκτώ έτη, φορώντας πάμπτωχα ρούχα σαν ράκη και τρεφόμενος από τις προσφορές ελέους και φιλανθρωπίας των αθρώπων.
´Εφυγε όμως κι από κει (διότι δεν ήταν δυνατόν να διαφεύγει την προσοχή των ανθρώπων και να κρύβεται η αρετή του πάντοτε, καθώς ήδη τον προσήγγιζαν και τον ενοχλούσαν πολλοί), και καθώς έμελλε να μεταβεί στην Ταρσό της Κιλικίας, στον ναό του αγίου αποστόλου Παύλου, δέν μπόρεσε να πραγματοποιήσει την επιθυμία του, διότι το πλοίο από τους ενάντιους ανέμους οδηγήθηκε αλλού. Έφτασε και πάλι στη Ρώμη, οπότε πήγε στον οίκο του πατέρα του. Κι αφού δεν τον αναγνώρισε κανείς, πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του στους πυλώνες της εισόδου του οίκου του, υφιστάμενος τις κοροϊδίες και τους εμπαιγμούς από τους υπηρέτες του πατέρα του και πάσχοντας πολλά δεινά, όσα συνήθως πάσχει από τους ανθρώπους της τρυφής και της αταξίας άνθρωπος ξένος που δεν μπορεί καθόλου να σηκώσει το κεφάλι.
 ´Οταν πλησίασε το μακάριο τέλος του, ζήτησε χαρτί, κι αφού έγραψε το ποιός ήταν και ποιοι ήταν οι γονείς του, το κράτησε πάνω του, μέχρις ότου ο βασιλιάς Ονώριος μετά από τη θεϊκή αποκάλυψη έφτασε εκεί. Ο βασιλιάς τον παρακάλεσε, ενώ ήδη είχε πεθάνει, και πήρε το χαρτί. Κι όταν το διάβασε εις επήκοον όλων τότε μαθεύτηκαν τα σχετικά μ᾽ αυτόν. Καθώς η έκπληξη όλων ήταν τεράστια, πήραν το άγιο λείψανό του και το ενταφίασαν με τιμή και μεγαλοπρέπεια στον ναό του αγίου αποστόλου Πέτρου. Έκτοτε το λείψανό του προχέει αδιάκοπα μύρα ευώδη και ιάματα σ᾽ όλους τους πιστούς που προσέρχονται εκεί”.
 
Δεν είναι τυχαίο ότι ενώ όλοι οι άγιοι είναι άγιοι γιατί ακριβώς υπήρξαν άνθρωποι του Θεού, ο μόνος που έμεινε στην ιστορία με τη συγκεκριμένη προσωνυμία είναι ο άγιος Αλέξιος, ο άνθρωπος του Θεού. Η επισήμανση του αγίου υμνογράφου Ιωσήφ είναι σαφής: ῾Κλήθηκες συ μόνος πάνω στη γη άνθρωπος του Θεού᾽ (῾άνθρωπος εν γη του Θεού κληθείς μόνος᾽) (στίχος συναξαρίου). Η εξήγηση που φέρνει είναι πειστική: Πρώτον, γιατί ῾σε γνωρίσαμε άνθρωπο του Θεού όχι μόνο από την κλήση σου αλλά και από τα πράγματα᾽ (῾άνθρωπόν σε έγνωμεν Θεού, κλήσει τε και πράγματι᾽) (στιχηρό εσπερινού). Η ζωή του αγίου Αλεξίου, κατά τον υμνογράφο, ήταν μία διαρκής επιβεβαίωση της υπακοής του στο θέλημα του Θεού, μία εγκόλπωση τής χωρίς μέτρο πτωχείας, της στενής και θλιμμένης οδού στην οποία ο Κύριος κάλεσε κάθε πιστό. Γι᾽ αυτό και γέμισε από αρετές, ενώ του δόθηκε από τον Θεό το χάρισμα της θαυματουργίας. ῾Ταις αρεταίς γαρ διέλαμψας, πτωχείαν άμετρον, και στενοχωρίαν επί γης κτησάμενος. Και θαύμασι πιστούς πιστωσάμενος᾽ (στιχηρό εσπερινού). ῾Διάβηκες οδό στενότατη, γιατί ακολούθησε από τη νεότητά σου άμεμπτο και όσιο βίο᾽ (῾Στενοτάτην ώδευσας οδόν, άμεμπτον και όσιον βίον, σοφέ, μετελθών εκ νεότητος᾽) (ωδή α´). 
Εκείνο στο οποίο επιμένει ο υμνογράφος Ιωσήφ - γιατί πέραν της εξαιρετικής δυσκολίας του υπήρξε και το κύριο στοιχείο που οδήγησε σε αγιότητα τον Αλέξιο - ήταν το γεγονός ότι πριγκιπόπουλο αυτός με όλη τη δόξα και τα πλούτη της οικογένειάς του όχι μόνο τα καταφρόνησε, αλλά υπέμεινε καρτερικά και την ατίμωση της ξενιτείας μπροστά στο ίδιο του το σπίτι. Γνωρίζουμε ότι η ξενιτεία ως αρετή που ασκείται από πολλούς αγίους μας είναι πράγματι πολύ δύσκολη, αφού αναγκάζεται κανείς να παλέψει με ό,τι πιο φυσικό αναβλύζει από την ύπαρξη του ανθρώπου: την ανάγκη για αποδοχή και αναγνώριση, την ανάγκη της αγάπης από τους άλλους ή έστω της μη καταφρόνιας του, στον άγιο όμως  Αλέξιο (και σε ορισμένους άλλους αγίους είναι αλήθεια) η αρετή αυτή ῾απογειώθηκε᾽ κατά το κοινώς λεγόμενο, αφού την εξάσκησε στο ίδιο του το σπίτι. Να είσαι στο σπίτι σου, να ξέρεις ότι όλα είναι δικά σου, να έχεις τη δύναμη επιβολής επί των άλλων, και να μένεις κρυμμένος και άγνωστος, δεχόμενος τη διακωμώδηση και από τους υπηρέτες ακόμη, τούτο υπέρκειται της φυσικής ζωής και κινείται στο χαρισματικό επίπεδο του υπέρ φύσιν. Φανερώνει τον πλούτο της ταπείνωσης και τη βία πάνω στα ανθρώπινα πάθη, για τα οποία μίλησε ο Κύριος, συνεπώς την από τη ζωή αυτή είσοδο στη βασιλεία του Θεού. ῾Η Βασιλεία του Θεού βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν᾽. ῾Ταπεινοίς ο Θεός δίδωσι χάριν᾽. ῾Απονέκρωσες το φρόνημα της σάρκας σου, βλέποντας τους γονείς σου. Και καθώς δεν σε αναγνώριζαν, υπέμενες τη βία της φύσεως και την καταφρόνια και εξουθένηση των άπειρων υπηρετών σου που σε έθλιβαν᾽ (῾Σαρκός σου το φρόνημα απονεκρώσας, ορών τους γεννήτορας, και τούτοις αγνοούμενος, της φύσεως έστεγες τηνβίαν, όσιε, και την εξουθένησιν των σων απείρων παίδων επιθλιβόντων σε᾽) (ωδή ζ´). (Ω θαύμα! πώς έμεινας αεί πτωχεύων, εν πλούτω, Αλέξιε, απείρου ταπεινώσεως᾽) (ωδή ζ´). Και δεν ήταν μόνο η βία που ασκούσε στον εαυτό του από την άγνοια των γονέων του, αλλά και η βία και το ατσάλινο φρόνημα που επιδείκνυε καθώς έβλεπε και άκουγε τους πικρούς θρήνους και αυτών και της ίδιας της συζύγου του! ῾Πόσο μεγάλο θαύμα! Πώς σα διαμάντι κρατήθηκες στους πυλώνες των γονιών σου όλα τα χρόνια, χωρίς να καμφθείς, ασκώντας βία στη φύση σου, από τους πικρούς θρήνους των γονιών σου και της συζύγου σου, Αλέξιε᾽ (῾Ω θαύμα! πώς εν πυλώσι των γεννητόρων χρονίως, ώς τις αδάμας, υπέστης φύσεως βία μη καμφθείς  γονέων τε και συζύγου, Αλέξιε, πικροίς θρήνοις᾽) (εξαποστειλάριο όρθρου).
 
Στην ουσία – και αυτό είναι το δεύτερο σημείο της εξήγησης του υμνογράφου – ο άγιος Αλέξιος έζησε ακριβώς τη ζωή του Χριστού. Η ταπείνωση του Χριστού, του Υιού του Θεού που ῾εκένωσεν εαυτόν᾽, άδειασε από τον πλούτο της θεότητός Του για να γίνει ένας απλός άνθρωπος, υφιστάμενος τα πάνδεινα από τα δημιουργήματά Του, είναι εκείνο που διαβάζει ο υμνογράφος καθώς βλέπει την υπερφυά ζωή και του Αλεξίου. ῾´Αφησες τους κοσμικούς θορύβους και το βάρος του πλούτου κι έγινες μετανάστης από την πατρίδα σου, πάτερ Αλέξιε, μιμούμενος την πτωχεία του Χριστού᾽ (῾πλούτου έλιπες, και μετανάστης γέγονας της Πατρίδος, πάτερ Αλέξιε, του Χριστού την πτωχείαν εκμιμούμενος᾽) (ωδή γ´). Μίμημα Χριστού ο άγιος Αλέξιος, γι᾽ αυτό και ορισμός του γνησίου χριστιανού. ῾Χριστιανός εστι μίμημα Χριστού κατά το δυνατόν ανθρώπω᾽ (άγιος Ιωάννης της Κλίμακος). Κι ακόμη περισσότερο: ο άγιος Ιωσήφ βλέποντας όλη την πορεία του αγίου μαζί με το τέλος του νιώθει ότι ῾καθρεπτίζει᾽ και από την άποψη αυτή την όλη πορεία του Χριστού. Εκείνος Θεός ων κατέρχεται, ζει, πάσχει, ανέρχεται εν δόξη. Ο άγιος Αλέξιος πλούσιος ων τα εγκαταλείπει όλα, περνάει ζωή ταπείνωσης και στένωσης, πάσχει, στο τέλος φανερώνεται εν δόξη από τον ίδιο τον Κύριο. ῾Ήσουν κόσμημα με την ιερά πολιτεία σου, ένδοξε, γι᾽ αυτό πάλι ο Χριστός παρά τη θέλησή σου σε δίνει την πατρίδα σου, ενώ απέφευγες την πρόσκαιρη δόξα᾽ (῾Ιερά πολιτεία κοσμούμενον, πάλιν ο Χριστός μη βουλόμενον, ένδοξε, σε τη πατρίδι δίδωσιν, αποφεύγοντα δόξαν την πρόσκαιρον᾽) (ωδή ς´). ῾Ο Κύριος με μεγάλη φωνή σε φανερώνει σ᾽ όλη τη Ρώμη, εσένα που ήσουν ο κρυμμένος θησαυρός που βρισκόσουν σε σχήμα πτωχού᾽ (῾Κύριος φωνή μεγάλη φανεροί σε πάση τη Ρώμη, τον κρυπτόμενον θησαυρόν, πανόλβιε, εν πτωχού σχήματι κείμενον᾽) (ωδή η´).
Στην όλη αγισμένη πορεία του Αλεξίου ο υμνογράφος Ιωσήφ επισημαίνει το βασικό κίνητρό της. Τι ήταν εκείνο που έκανε τον Αλέξιο να προβεί στις ῾παράδοξες᾽ αυτές θεωρούμενες κινήσεις του, σαν τον απόστολο Παύλο που διεκήρυσσε ῾ηγούμαι πάντα σκύβαλα είναι ίνα Χριστόν κερδήσω᾽; Δύο πράγματα κυρίως, λέει ο Ιωσήφ: πρώτον ο θείος έρωτας που ερέθιζε διαρκώς την καρδιά του, κάνοντάς τον να ποθεί μόνο τον ουράνιο πλούτο (῾έρως γάρ θείος ηρέθιζε, μάκαρ, την καρδίαν σου, επιποθούσαν τον πλούτον τον ουράνιον᾽) (ωδή δ´), δεύτερον η βαθειά αγάπη του προς την Μητέρα του Κυρίου, την Υπεραγία Θεοτόκο. Η Παναγία ήταν το εντρύφημα του αγίου, καθώς στον ναό της ήθελε πάντοτε να κάθεται, γεγονός που επέσυρε την αγάπη Εκείνης απέναντί του με αποκορύφωμα τη φανέρωσή του από Αυτήν και τη δόξα του μέσα στην κρύπτη του. ῾Ζητώντας να κάνεις την καρδιά σου ναό του Θεού, αγάπησες να κάθεσαι, ένδοξε, πάντοτε στον οίκο της Θεομήτορος και να θεωρείς τα ουράνια κάλλη᾽ (῾Ναόν Θεού την καρδίαν ζητών απεργάσασθαι, εν οίκω ηγάπησας της Θεομήτορος, ένδοξε, πάντοτε καθέζεσθαι, και τα ουράνια κάλλη ενοπτρίζεσθαι᾽) (ωδή δ´). ῾Εσένα που έγινες ζωντανός ναός του Θεού, σε φανερώνει, ενώ κρυβόσουν, αυτή που είναι  το σκήνωμα του Θεού η Απειρόγαμος Δέσποινα, και σε δοξάζει ενώ προσπαθούσες να μένεις άγνωστος᾽ (῾Ναόν ζώντα Θεού σε γενόμενον, του Χριστού το σκήνωμα η Απειρόγαμος, προσφανεροί κρυπτόμενον, και δοξάζει λανθάνειν σπουδάζοντα᾽) (ωδή ς´).
 
Γι᾽ αυτό τελικώς ο άγιος υμνογράφος θεωρεί πέραν των όσων είπαμε ότι ο άγιος Αλέξιος ῾κατέκτησε᾽ τα ουράνια: διότι έζησε την άσαρκη ζωή των αγγέλων του Θεού και διότι με τα παθήματά του αποδείχθηκε δεύτερος Λάζαρος της γνωστής παραβολής του Κυρίου. ῾Φάνηκες να μιμείσαι στη γη την άσαρκη πολιτεία᾽ (῾Ωράθης εν γη πολιτείαν άσαρκον μιμούμενος᾽) (ωδή ε´). ῾Υπέμεινες την πτωχεία καθώς έγινες ζητιάνος, σαν τον πτωχό Λάζαρο᾽ (῾Υπέμεινας την πτωχείαν προσαίτης γενόμενος, πτωχός ώσπερ Λάζαρος᾽) (ωδή δ´).


 

Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2018

ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ



χει πολλές φορές τονισθεῖ ὅτι ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή ἀποτελεῖ τή σπουδαιότερη περίοδο ἀπό πλευρᾶς πνευματικῆς στήν Ἐκκλησία μας, δεδομένου ὅτι τότε προετοιμάζεται ὁ πιστός γιά τή συμμετοχή του στά γεγονότα πού σφράγισαν καί χάραξαν αὐτό πού λέμε σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδή τή ζωντανή καί πραγματική σχέση του μέ τόν Θεό, καί πού τα γεγονότα αὐτά δέν εἶναι ἄλλα ἀπό τή Σταύρωση καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας. Ἐνόψει δηλαδή τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀνάστασης προβάλλεται ἡ ἱερότητα καί ἡ σπουδαιότητα τῆς Σαρακοστῆς, γεγονός πού σημαίνει ὅτι τελικῶς λειτουργεῖ ἡ περίοδος αὐτή ὡς ἕνα εἶδος πνευματικῆς κολυμβήθρας γιά τόν πιστό, ἀφοῦ προκαλεῖται μέ τόν ἐντονότερο τρόπο, μέσω τοῦ πολλαπλασιασμοῦ κυρίως τῶν ἀκολουθιῶν καί τῶν προσευχῶν καί μέσω τῆς συστηματικότερης νηστείας, γιά νά ξαναβρεῖ τόν χαμένο λόγω τῶν παθῶν του ἑαυτό, τόν χαρισματικό ἑαυτό, αὐτόν πού ἀναδύθηκε ἀπό τήν ἁγία κολυμβήθρα κατά τό μυστήριο τοῦ βαπτίσματος. Μέ ἄλλα λόγια ὅ,τι προσέλαβε ὁ χριστιανός ἀπό τό ἅγιο βάπτισμά του: τήν ἔνταξή του στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ τήν Ἐκκλησία, αὐτό ἐπιχειρεῖ νά τοῦ καταστήσει ζωντανό καί ἐμφανές ἡ πνευματική αὐτή περίοδος, πού θά πεῖ ὅτι εἶναι μία περίοδος μετανοίας καί καθάρσεως, συνεπῶς καί ἰδιαίτερου φωτισμοῦ, κάτι πού θά διατρανωθεῖ ὡς ἀλήθεια τήν ἡμέρα τῆς Λαμπρῆς, τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, κατά τήν ὁποία τά πάντα θά λάμψουν μέσα στό φῶς τοῦ Χριστοῦ. «Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καί γῆ καί τά καταχθόνια». Δέν εἶναι τυχαῖο ἔτσι ὅτι ὁ λόγος τοῦ ἀποστόλου Παύλου πού ἀκούγεται ἤδη στίς ἀπαρχές τῆς Σαρακοστῆς «ἀποθώμεθα τά ἔργα τοῦ σκότους καί ἐνδυσώμεθα τά ὅπλα τοῦ φωτός», λειτουργεῖ ὡς τό κεντρικό «σύνθημα» τῆς περιόδου καί καθορίζει τίς συντεταγμένες τῆς ὅλης πορείας τοῦ χριστιανοῦ.

Τήν παραπάνω ἀλήθεια τονίζει ἡ Ἐκκλησία μας ἐντονότερα καί  στό μέσον τῆς Σαρακοστῆς. Θεωρώντας δεδομένη τήν κόπωση τοῦ συνειδητοῦ πιστοῦ ἀπό τήν ἔνταση τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα, προβάλλει τόν Σταυρό τοῦ Κυρίου, γιά νά ὑπενθυμίσει ἀφενός ὅτι Αὐτός συνιστᾶ τό ὅραμα πού φωτίζει τόν δρόμο μας, (αὐτονοήτως δέ καί ἡ Ἀνάσταση πού ἀποτελεῖ τήν ἄλλη ὄψη Του), ἀφετέρου ὅτι Αὐτός ὁ Σταυρός συνοδεύει καί τήν κάθε στιγμή τῆς ζωῆς μας ὡς παρουσία τοῦ Χριστοῦ πού μᾶς ἀγκαλιάζει καί μᾶς ξεκουράζει στό κάθε λύγισμά μας. Κι εἶναι τοῦτο ἡ κατεξοχήν παρηγοριά πού μᾶς δίνει ἡ ἡμέρα τῆς Σταυροπροσκυνήσεως: ἔχουμε πάντοτε, στήν κάθε στιγμή τῆς ζωῆς μας, τόν ἴδιο τόν Κύριο συνοδοιπόρο μας, παραστάτη μας, πατέρα, φίλο καί ἀδελφό μας, πού συγκαταβαίνει στήν κάθε πραγματική ἀδυναμία μας, δηλαδή μᾶς κρατάει σέ ὅλες τίς διαστάσεις τῆς ζωῆς μας παντοτινά. Διότι πότε δέν εἴμαστε ἀδύνατοι; Ἕνα «μηδέν» ἀποτελοῦμε, πού ὁ Κύριος τό παίρνει γιά νά τό κάνει ἑκατομμύρια.

Περίοδος λοιπόν πνευματική ἡ Σαρακοστή, τονισμός ξεχωριστός  τῆς πνευματικότητας αὐτῆς ἡ ἡμέρα τῆς Σταυροπροσκυνήσεως, συνεπῶς τί πιό ταιριαστό πρός τήν ἡμέρα καί τήν περίοδο αὐτή ἡ ὑπενθύμιση τοῦ τί σημαίνει πνευματική ζωή καί τί μυστικά ἐνδεχομένως περικλείει. Κι ἀξίζει κανείς νά κάνει τήν ὑπενθύμιση αὐτή, γιατί εἴπαμε καί προηγουμένως ὅτι χανόμαστε πολλές φορές λόγω τῶν παθῶν μας στή γῆ αὐτή τοῦ κλαυθμῶνος πού βρισκόμαστε, καί χανόμαστε γιατί ξεχνιόμαστε. Αὐτό πού θά ἔπρεπε νά ἰσχύει διαρκῶς ὡς προτεραιότητά μας: ὁ χαρισματικός ἐν Χριστῶ ἑαυτός μας καί οἱ ἐνέργειές μας γιά νά τόν καλλιεργοῦμε, δέν ἰσχύει σ’ ἕνα μεγάλο βαθμό, συνεπῶς κάθε τι πού μᾶς τόν ὑπενθυμίζει πρέπει νά τό ἐνισχύουμε, νά τό ὑποστηρίζουμε, νά τό ἀγαπᾶμε.     

 «Μυστικά τῆς πνευματικῆς ζωῆς» τό θέμα πού σύντομα στή συνέχεια θά διαπραγματευτοῦμε. Κι εἶναι εὐνόητο ὅτι, μέ βάση τά παραπάνω, θά κινηθοῦμε ἀκριβῶς πάνω στά χνάρια τῆς ἐκκλησιαστικῆς θεολογίας, γιά νά διαπιστώσουμε κι ἐμεῖς ὅ,τι διεπίστωσαν καί διαπιστώνουν ὅλοι οἱ αἰῶνες: ὅτι τά χνάρια αὐτά ἀποτελοῦν στήν πραγματικότητα τά πατήματα τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ μας, μέ ἄλλα λόγια κάθε θεωρούμενο μυστικό τῆς πνευματικῆς ζωῆς εἶναι καί μία ἀποκάλυψη τοῦ Σωτήρα μας στή ζωή μας, πού θά πεῖ ὅτι  ἡ πνευματική αὐτή ζωή τελικῶς εἶναι ἡ ἴδια ἡ χριστιανική ζωή, εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἐκκλησιαστική ζωή.

Ἡ ἐξίσωση αὐτή τῆς πνευματικῆς ζωῆς μέ τή χριστιανική ἀλλά καί μέ τήν ἐκκλησιαστική ζωή μᾶς ἀναγκάζει βεβαίως νά κάνουμε κατά πρῶτον τήν ἀπαραίτητη βασική διευκρίνιση στό θέμα μας: τί ἐννοοῦμε λέγοντας πνευματική ζωή. Κι ὅλοι καταλαβαίνουμε ὅτι ἡ πνευματική ζωή στήν ὁποία ἀναφερόμαστε δέν ἔχει καμία σχέση μέ τήν πνευματική ζωή, ὅπως τήν ἐκλαμβάνουν οἱ πολλοί, καί μάλιστα οἱ ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτοί θεωροῦν ὅτι πνευματική ζωή εἶναι ἡ ζωή πού σχετίζεται μέ τίς τέχνες καί τά γράμματα, μέ τό θέατρο, τήν ποίηση, τή λογοτεχνία. Πνευματικός ἄνθρωπος ἀκοῦμε νά λένε εἶναι ὁ ἐπιστήμονας, ὁ λογοτέχνης, ὁ ποιητής. Καί δέν ἔχουν ἄδικο ἀπό μιά ἄποψη. Γιατί ἀσχολοῦνται ἀκριβῶς μέ τό πνεῦμα, ἀλλά στήν ἀνθρώπινη μόνο διάστασή του. Γιά τήν Ἐκκλησία μας ὅμως ἡ πνευματική ζωή δέν εἶναι ἡ ζωή ἡ ἀσχολούμενη μέ τό ἀνθρώπινο πνεῦμα, πολύ δέ περισσότερο ἡ ἀσχολούμενη μέ ἄλλα πνεύματα πού δέν εἶναι τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ.  Πνευματική ζωή γι’ αὐτήν ἀκριβῶς  εἶναι ἡ ζωή ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, ὅπως αὐτό φανερώθηκε συνεσκιασμένα στήν ἐποχή τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, κατεξοχήν δέ μετά τόν ἐρχομό τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Εἶναι καλό νά θυμόμαστε τίς ἐπισημάνσεις ἐπί τοῦ θέματος αὐτοῦ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ὁ ὁποῖος μιλώντας γιά τίς ἐποχές τῆς δράσεως τοῦ Θεοῦ  ἔλεγε ὅτι στήν Παλαιά Διαθήκη δρᾶ τό πρῶτο πρόσωπο τῆς ἁγίας Τριάδος, ὁ Θεός Πατέρας, στήν Καινή Διαθήκη δρᾶ τό δεύτερο πρόσωπο, ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός Ἰησοῦς Χριστός, ἐνῶ στήν ἐποχή τῆς Ἐκκλησίας, ἀπό τήν Πεντηκοστή καί ἐφεξῆς, δρᾶ τό τρίτο πρόσωπο, τό Ἅγιον Πνεῦμα, μέ τήν ἔννοια βεβαίως ὅτι σέ κάθε ἐποχή τό κάθε πρόσωπο τοῦ Θεοῦ ὑπηρετεῖ τήν κοινή ἐνέργεια τῆς θεότητας. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή  τό Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι ὁ Θεός τοῦ Παρόντος, τό πρόσωπο πού ἐκπορεύεται μέν ἀπό τόν Θεόν Πατέρα, ἀλλά στάλθηκε ἀπό τόν Θεό Υἱό, καί ἔκτοτε παραμένει στήν Ἐκκλησία, τό ζωντανό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὡς ἡ ψυχή τῆς Ἐκκλησίας.

Πνευματική λοιπόν ζωή εἶναι ἡ ζωή σέ σχέση μέ τό ἅγιον Πνεῦμα, συνεπῶς ἡ ζωή πού ζεῖ κανείς στόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας καί πού περιεχόμενό της  εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Καί τοῦτο διότι ἔργο τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἦταν καί εἶναι νά ἀποκαλύπτει στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων τόν Σωτήρα Κύριο, γεγονός πού σημαίνει ὅτι χωρίς τήν ἐνέργεια τοῦ Πνεύματος ὁ Χριστός θά παρέμενε πάντοτε ἕνας ἄγνωστος καί ξένος τελικῶς στούς ἀνθρώπους. Κατά τήν περιεκτική διατύπωση τοῦ ἀποστόλου Παύλου «οὐδείς δύναται εἰπεῖν Κύριον Ἰησοῦν εἰ μή ἐν Πνεύματι ἁγίῳ». Γι’ αὐτό λοιπόν, ἐπανερχόμαστε, ἡ πνευματική ζωή ταυτίζεται μέ τή χριστιανική ζωή, ὅπως καί μέ τήν ἐκκλησιαστική ζωή. Τόν Χριστό ζοῦμε στήν Ἐκκλησία καί τοῦτο «οὐκ ἐξ ἡμῶν, Θεοῦ τό δῶρον». «Ὑμεῖς δέ οὐκ ἐστέ ἐν σαρκί, ἀλλ’ ἐν Πνεύματι, εἴπερ Πνεῦμα Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν», συμπληρώνει ὁ ἅγιος Παῦλος καί πάλι, γιά νά συνεχίσει: «Εἰ δέ τις Πνεῦμα Χριστοῦ οὐκ ἔχει, οὗτος οὔκ ἐστιν αὐτοῦ». Ὁ ἄνθρωπος ἔτσι λέγεται καί εἶναι πνευματικός «ἀπό τῆς τοῦ Πνεύματος ἐνεργείας» (Ἰωάννης Χρυσόστομος).

Μέ βάση τήν κεντρική αὐτή ἀλήθεια ἀρχίζει κανείς καί συνειδοτοποιεῖ κάποια θεωρούμενα «μυστικά» τῆς πνευματικῆς χριστιανικῆς ζωῆς, τά ὁποῖα ἐνῶ δέν εἶναι μυστικά, τελικῶς θεωροῦνται μέ τόν τρόπο αὐτόν, λόγω τῆς ὕπαρξης τοῦ μεγαλυτέρου προβλήματος πού ἀναπτύσσεται στήν πνευματική ζωή καί πού δέν εἶναι ἄλλο – τό ἐπισημάναμε παραπάνω - ἀπό τή λεγόμενη «λήθη», τή λησμονιά. Τί ἐννοοῦμε;   Ἐνῶ δόθηκε σέ μᾶς τούς χριστιανούς τό ἅγιον Πνεῦμα ἀπό τήν ὥρα τῆς εἰσόδου μας στήν Ἐκκλησία μέ τό ἅγιο βάπτισμα, ξεχνᾶμε τή μεγίστη αὐτή δωρεά τοῦ Θεοῦ καί ἐμπλεκόμαστε μέ ὁτιδήποτε ἄλλο στόν κόσμο τοῦτο πέρα ἀπό τήν προσφορά αὐτή. Ποιός χριστιανός, ἤ καλύτερα πόσοι ἀπό τούς χριστιανούς ζοῦν μέ τό διαρκές βίωμα αὐτοῦ πού ἔλαβαν κατά τό βάπτισμά τους καί κατά τό μυστήριο τοῦ χρίσματός τους; Τό βάπτισμα εἶναι ἐκεῖνο πού μᾶς ἀπαλλάσσει ἀπό τό προπατορικό λεγόμενο ἁμάρτημα, μέ τήν ἔννοια τῆς ἐξάλειψης ἀπό τό κέντρο τῆς καρδιᾶς μας τῆς ἀναγκαστικῆς πρός τήν ἁμαρτία φορᾶς, καί πού μᾶς ἐνσωματώνει στόν Ἰησοῦ Χριστό ὡς ὀργανικά μέλη Αὐτοῦ. «Ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε». Λοιπόν, ὁ κάθε βαπτισμένος καί χρισμένος χριστιανός ἀποτελεῖ μία προέκταση τοῦ Χριστοῦ, μία ἄλλη δική Του παρουσία μέσα στόν κόσμο. «Ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τά κλήματα». Ποιά ὅμως ἡ καθημερινότητα τῶν πολλῶν; Ξεχνοῦν τό μέγιστο τοῦτο ἀξίωμα καί ζοῦν «ὡς ἄθεοι ἐν τῶ κόσμῳ», συναγωνιζόμενοι τούς ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας καί αὐξανόμενοι διαρκῶς στίς ἁμαρτίες. Κι αὐτό γιατί; Λόγω τῆς λήθης, τῆς ξεχασιᾶς. Ὁ κόσμος, ὁ πεσμένος δηλαδή στήν ἁμαρτία περίγυρος, γίνεται ἡ προτεραιότητα καί τοῦ χριστιανοῦ, μέ ἀποτέλεσμα ὅ,τι ἦλθε νά καταργήσει ὁ Χριστός, αὐτό νά ζεῖ βασιλικά καί αὐτοκρατορικά στό θεωρούμενο μέλος Χριστοῦ. Μά ἔτσι δέν ἰσχύει καί γιά ἐμᾶς, (ἄν ἀνήκουμε στή συγκεκριμένη αὐτή ὁμάδα «χριστιανῶν»), αὐτό πού διεκτραγώδησε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος «δι’ ὑμᾶς βλασφημεῖται τό ὄνομά μου ἐν τοῖς ἔθνεσιν»;

Συνεπῶς τό πρῶτο καί σπουδαιότερο μυστικό τῆς πνευματικῆς ζωῆς, μετά τή διευκρίνηση τοῦ ὅρου, εἶναι ἀκριβῶς αὐτό: ἡ συναίσθηση ὅτι ἔχουμε λάβει τόν Θεό μέσα μας καί ὅτι σκοπός μας πιά εἶναι ἡ διαρκής φανέρωσή Του, τό «περιπατεῖν κατά Χριστόν», νά εἴμαστε μία ἄλλη «ἐν ἑτέρᾳ μορφῆ» παρουσία Του στόν κόσμο. Εἶναι αὐτό πού ἔλεγε μέ τόν δικό του τρόπο καί ὁ ἀγαπημένος καί σέ μᾶς τούς      Ἕλληνες ἅγιος τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας, Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ. Σέ σχετική μέ τόν σκοπό τῆς πνευματικῆς ζωῆς ἐρώτηση πού τοῦ ἔθεσαν ἀπάντησε: «Σκοπός τῆς πνευματικῆς ζωῆς εἶναι ἡ ἀπόκτηση τοῦ ἁγίου Πνεύματος». Ὄχι ἁπλῶς νά εἴμαστε καλοί ἄνθρωποι, ὄχι νά ἀποκτήσουμε ἁπλῶς οἰκογένεια, ὄχι νά ἀποκτήσουμε θέσεις καί νά κάνουμε καριέρα, ὄχι νά αὐξήσουμε τό βιός μας καί τά χρήματά μας - ὅ,τι συνήθως θεωρεῖται πιά αὐτονόητη προτεραιότητα καί στούς χριστιανούς - ἀλλά νά ἔχουμε ἐνεργή μέσα μας τήν παρουσία τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ἀποκτῶ τό ἅγιον Πνεῦμα δηλαδή σημαίνει γιά μένα τόν βαπτισμένο καί χρισμένο νά ἔχω ἀφενός ἐπίγνωση τῆς ὕπαρξης τοῦ Πνεύματος μέσα στήν καρδιά καί τήν ὕπαρξή μου, ἀφετέρου συναίσθηση ὅτι αὐτό συνιστᾶ τήν προτεραιότητά μου καί τόν διαρκή ὁραματισμό μου: πῶς νά αὐξάνομαι ἐν Πνεύματι, πῶς τόν σπόρο πού πῆρα νά τόν καλλιεργήσω, ὥστε νά αὐξηθεῖ καί νά γίνει δέντρο μεγάλο καί ὑψηλό - ὅ,τι στήν οὐσία ἔλεγε καί ὁ Μέγας Βασίλειος, ἐξηγώντας τή δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου ὡς κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ δημιουργημένου. Τό κατ’ εἰκόνα, διευκρίνιζε, εἶναι ὁ σπόρος, τό καθ’ ὁμοίωσιν εἶναι ἡ προοπτική, δηλαδή ἡ αὔξηση σέ δένδρο.

Εἶναι εὐνόητο ἔτσι ὅτι κατανοεῖ κανείς κι ἕνα δεύτερο σπουδαιότατο μυστικό τῆς πνευματικῆς αὐτῆς ζωῆς. Ποιό εἶναι αὐτό; Ὅτι ἡ πνευματική ζωή δέν εἶναι μία ἀπηρτισμένη καί τετελειωμένη κατάσταση στόν ἄνθρωπο· ἔχει πολλές διαβαθμίσεις, οἱ ὁποῖες μάλιστα δέν τελειώνουν ποτέ. Ὅλοι, νομίζω, γνωρίζουμε, ἀλλά καί πού πάλι ξεχνᾶμε, ὅτι οἱ ἅγιοι Πατέρες μας περιγράφουν τήν πνευματική ζωή μέ κλιμακωτή διαβάθμιση. Πρῶτο στάδιο, μᾶς λένε, εἶναι τό στάδιο τῆς κάθαρσης ἀπό τά πάθη. Δεύτερο στάδιο εἶναι τό στάδιο τοῦ φωτισμοῦ. Τρίτο στάδιο εἶναι τό στάδιο τῆς θέωσης. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ πνευματική ζωή εἶναι ἕνας διαρκής ἀγώνας, θέλει τεράστια ὑπομονή καί ἐπιμονή, καί προϋποθέτει τήν ταπείνωση τοῦ ἀνθρώπου. Θά ἔλεγε μάλιστα κανείς ὅτι ἐκεῖνο πού μοναδικά ἀνήκει στήν εὐθύνη τοῦ χριστιανοῦ εἶναι ὁ ἀγώνας του γιά τήν κάθαρση. Διότι ὁ φωτισμός καί ἡ θέωση εἶναι καθαρά δῶρα τοῦ Θεοῦ πού τά δίνει σ’ ἐκεῖνον πού ἔχει τή διάθεση νά παλέψει μέ τά πάθη του καί τίς ἁμαρτίες του. Στήν πραγματικότητα βέβαια καί τό πρῶτο στάδιο τῆς κάθαρσης εἶναι κι αὐτό δῶρο Θεοῦ, διότι κανείς δέν μπορεῖ νά ξεκινήσει ὁτιδήποτε πνευματικό χωρίς τήν ἐνίσχυση τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ. «Χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν», θά πεῖ ἀξιωματικά ὁ Κύριος, ἐνῶ ὁ ἀπόστολός Του Παῦλος θά ἑρμηνεύσει: «Καί τό θέλειν καί τό εὐδοκεῖν ὑπέρ τῆς εὐδοκίας, τοῦ Θεοῦ ἐστι». Κι ἄν, ἀκόμη καί στό στάδιο αὐτό, ἀπαιτεῖται ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, πόσο περισσότερο στά ἄλλα τά ἀνώτερα καί ὑψηλά;

Λοιπόν ὁ χριστιανός κάνει τόν πνευματικό του ἀγώνα ὄχι στά τυφλά, ἀλλά ξέροντας ποῦ θά στοχεύσει. Προσπαθεῖ νά καθαρίσει τήν καρδιά του ἀπό ὅ,τι τήν βρωμίζει, κι αὐτό πού τήν βρωμίζει εἶναι μόνον ἡ ἁμαρτία. Καί ἁμαρτία εἶναι τελικῶς ἡ ἀρρωστημένη καί διεστραμμένη ἀγάπη πού δέν εἶναι ἄλλη ἀπό τόν ἐγωισμό. Ὁ ἐγωισμός ὅμως εἶναι ἡ ρίζα πού ἔχει τρεῖς κεντρικούς κλάδους: τή φιληδονία, τή φιλοδοξία καί τή φιλαργυρία. Συνεπῶς κάθε φιλήδονη καί φιλόσαρκη τάση μου, κάθε φιλόδοξη, κενόδοξη καί ὑπερήφανη ἐνέργειά μου, κάθε φιλάργυρη καί φιλοκτήμονη ἐπιθυμία μου, πρέπει νά τίς ἐξαλείψω, γιά νά μπορεῖ νά παραμείνει ἡ καρδιά μου ἐλεύθερη προκειμένου νά ἀντιφεγγίζει τίς λαμπηδόνες τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Κι ἔχουμε τή δύναμη τῆς ἐξάλειψης, γιατί ἐνεργεῖ ἡ χάρη τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή ἡ χάρη τοῦ ἁγίου βαπτίσματος.

Πρέπει ὅμως νά γνωρίζουμε – κι ἐδῶ ἔχουμε κι ἄλλο τρίτο μυστικό -  ὅτι ἡ ἐξάλειψη καί ἡ ἀπαλλαγή τῶν παθῶν αὐτῶν δέν γίνεται μέ ἕναν ἀρνητικό τρόπο: νά τά ξεριζώσουμε ἀπό μέσα μας. Ἡ πνευματική ζωή στόν χριστιανισμό ἔχει πάντοτε θετικό χαρακτήρα. Ξεριζώνω κάτι γιατί, τήν ἴδια ὥρα, φυτεύω κάτι ἄλλο στή θέση του. Συνεπῶς, παλεύουμε νά ἐξαλείψουμε τά πάθη μας, νά ἀπαλλαγοῦμε ἀπό αὐτά, διά τῆς στροφῆς τῆς θελήσεώς μας στά ἀντίστοιχα καλά καί φιλόθεα πάθη: στή θέση τῆς φιληδονίας νά θέσουμε τήν ἐγκράτεια, στή θέση τῆς φιλοδοξίας καί ὑπερηφανείας νά θέσουμε τήν ταπείνωση, στή θέση τῆς φιλαργυρίας νά θέσουμε τήν ἀνιδιοτελή ἀγάπη καί προσφορά. Ἔτσι κάθαρση τῆς καρδιᾶς σημαίνει μεταμόρφωση τῶν παθῶν: τίς δυνάμεις τῆς ψυχῆς νά τίς στρέψουμε στήν ὀρθή κατεύθυνσή τους. Τό ἀποτέλεσμα ἀρχίζει καί γίνεται γρήγορα ὁρατό: ὁ νοσηρός ἐγωισμός παίρνει τόν φωτισμό τῆς ἔνθεης ἀγάπης. Ἡ φιλαυτία γίνεται σταδιακά φιλοθεΐα καί φιλανθρωπία. Τό πρῶτο στάδιο ἁπαλά καί χωρίς διατυμπανισμούς παραχωρεῖ τή θέση του στό δεύτερο, τόν φωτισμό τῆς ψυχῆς ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ. Παρομοίως ἄς σκεφτοῦμε καί γιά τά μετέπειτα τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Θυμᾶται κανείς ἐδῶ αὐτό πού τόνιζε γιά παράδειγμα, γιά νά περιοριστοῦμε στή νεώτερη μόνον ἐποχή, ὁ ὅσιος Γέροντας Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης. «Τό σκοτάδι δέν πολεμιέται μέ ἄλλον τρόπο, παρά ἀνάβοντας τό φῶς». Γιά τόν ἅγιο Γέροντα δηλαδή ἡ πνευματική ζωή καί ὁ ἀγώνας γιά τήν κάθαρση τῆς καρδιᾶς ἦταν σχετικά εὔκολη ὑπόθεση, γιατί ὁ χριστιανός δέν εἶχε νά κάνει κάτι ἄλλο, ἰδιαιτέρως στίς δύσκολες στιγμές τῶν σκοτεινῶν πειρασμῶν, ἀπό τό νά στρέψει τόν νοῦ καί τή διάθεση τῆς καρδιᾶς του στό φῶς τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ἁγίων Του. «Ὄχι πόλεμος κατευθεῖαν – συνήθιζε νά λέγει, συνεχίζοντας τόν λόγο ὅλων τῶν προγενεστέρων ἁγίων - ἀλλά πλαγίως καί μέ ἔξυπνο τρόπο». Ὅ,τι παρότρυνε καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «νίκα ἐν τῶ ἀγαθῶ τό κακόν».

Ἡ προτροπή τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ὅπως καί ἡ ἐπισήμανση τοῦ ἁγίου Πορφυρίου καί ὅλων ἀσφαλῶς τῶν ἁγίων περί στροφῆς τοῦ νοῦ καί τῆς διάθεσης τῆς καρδιᾶς πρός τόν Χριστό, ἀναδεικνύει καί τή σημασία τῶν λεγομένων λογισμῶν. Κι εἶναι ἀλήθεια ὅτι τό θέμα αὐτό εἶναι τόσο σημαντικό γιά τήν πνευματική ζωή, ὥστε θά ἔλεγε κανείς ὅτι σχεδόν αὐτό, ἀνεξάρτητα ἀπό τήν τέταρτη θέση πού τό θέσαμε, κατέχει θεμελιακή θέση στόν ὅλο πνευματικό ἀγώνα. Ἀπό τό τί λογίζομαι, ἀπό τό τί σκέψεις δηλαδή καί εἰκόνες ἀφήνω νά ἀναπτύσσονται μέσα στήν καρδιά καί στή διάνοιά μου, ἐξαρτᾶται καί ἡ ποιότητα τοῦ ἐσωτερικοῦ μου κόσμου. Θά πρέπει ὁ χριστιανός, ὅπως συμβουλεύει καί ὁ ἅγιος Πορφύριος, νά μάθει νά στρέφεται πρός τό φῶς καί ὄχι πρός τό σκοτάδι, πρός τό ἅγιο θέλημα τοῦ Θεοῦ πάντοτε καί ὄχι πρός αὐτό πού ὕπουλα δημιουργεῖ ὡς διάθεση ὁ Πονηρός, κατά παραχώρηση θεία. Ὁπότε ἐκεῖ κρίνεται ἡ ἀγαθή ἤ ὄχι διάθεση τῆς ψυχῆς, τό πνεῦμα πού θά κυριαρχήσει σέ ὅλη τήν πνευματική ὕπαρξη τοῦ χριστιανοῦ. Ὁ χριστιανός λοιπόν ἐπιλέγει μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ πάντοτε νά λογίζεται «ὅσα ἀγνά, ὅσα σεμνά, ὅσα δίκαια, ὅσα ἀληθῆ, ὅσα προσφιλῆ, τήν ἀρετήν καί τόν ἔπαινον», ὥστε «ἡ πάντα νοῦν ὑπερέχουσα εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ» νά βραβεύει τήν καρδιά του. Ἄν κάνει τό σφάλμα νά ἀφεθεῖ σέ ὅ,τι ἁπλῶς τοῦ ἔρχεται στόν νοῦ, (κι εἶναι ὁ Πονηρός πού τοξεύει διαρκῶς σχεδόν τόν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου μέ πονηρούς λογισμούς), τότε δυστυχῶς ἐμπειρικά θά μάθει τί σημαίνει «θλίψις καί στενοχωρία» τῆς ἁμαρτίας. Γι’ αὐτό καί τί τονίζουν ἐν περιλήψει οἱ ἅγιοί μας στό θέμα αὐτό τῶν λογισμῶν; Περιφρόνηση πλήρης καί ἀπόλυτη σέ κάθε τι ξένο πρός τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀγαπητική προσήλωση σέ κάθε τι πού συνιστᾶ Ἐκείνου τήν παρουσία. Τό «γίνου πιστός ἄχρι θανάτου» τῆς Ἀποκάλυψης καί τό «ἐκολλήθη ἡ ψυχή μου ὀπίσω Σου» τοῦ ψαλμωδοῦ, θά πρέπει πρωτίστως νά ἐφαρμόζεται ἀπό τόν χριστιανό ἰδίως στό θέμα τῶν λογισμῶν πού ἀνήκουν στόν Θεό.

Ὁπότε μέ τά παραπάνω εἶναι ἡλίου φαεινότερον καί ἕνα πέμπτο μυστικό τῆς πνευματικῆς ζωῆς, πού ἐπισημάναμε ἀκροθιγῶς καί προηγουμένως: ἡ πνευματική ζωή δέν θέλει βιασύνες. Ὅποιος πίστεψε ὅτι πολύ γρήγορα θά προχωρήσει τή σχέση του μέ τόν Θεό καί θά φτάσει τό φῶς Του, συνήθως πλανήθηκε. Βεβαίως, ὑπάρχουν καί κάποιες ἔκτακτες περιπτώσεις, ὅπου ἕνας χριστιανός ἀνέβηκε πολύ γρήγορα τήν πνευματική κλίμακα. Μά αὐτές εἶναι ἡ ἐξαίρεση. Ὁ κανόνας, τό σύνηθες, αὐτό στό ὁποῖο ὑποκείμεθα οἱ πολλοί, εἶναι ἡ ὑπομονή πού ἀπαιτεῖ ἡ πνευματική ζωή. Μπορεῖ νά ὁραματίζομαι νά γίνω θεόπτης σαν τόν ἀπόστολο Παῦλο καί τόν ὅσιο Ἀντώνιο, ἀλλά χρειάζεται νά φτύσω αἷμα, κατά τό κοινῶς λεγόμενο, γιά νά προχωρήσω ἔστω καί μόνο ἕνα βῆμα παραπάνω στή ζωή μου. Νά θυμηθοῦμε ἐδῶ μία πραγματική περίπτωση πού καταγράφει ὁ μεγάλος δάσκαλος τοῦ ἀσκητισμοῦ ὅσιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος. Ἐπρόκειτο γιά ἕναν νέο μοναχό, ὁ ὁποῖος ἐπισκέφτηκε ἕναν ἅγιο Γέροντα πού ἀριθμοῦσε δεκαετίες πολλές στήν ἀσκητική καί ἐρημική ζωή, μέ τό ἐρώτημα ὅτι ἀντιμετωπίζει μεγάλους πειρασμούς. Κι ὅταν ὁ Γέροντας ἀμφισβήτησε τούς μεγάλους καί δύσκολους πειρασμούς του, λόγω, ὅπως εἶπε, τῆς νεότητάς του - ὁ Θεός δέν ἐπιτρέπει στούς νέους μεγάλους πειρασμούς - ἐκεῖνος ἐπέμενε ὅτι εἶναι κάτι πού ἰσχύει ὁπωσδήποτε σ’ αὐτόν. Ἡ ἀπάντηση τοῦ Γέροντα ἦταν συντριπτική καί καταλυτική γιά τό ὑπόψιν θέμα μας: «ἄκουσε, παιδί μου», τοῦ εἶπε. «Ἐγώ γιά νά ἀρχίσω νά νιώθω κάποιο φῶς μέσα στήν καρδιά μου πέρασα εἴκοσι χρόνια στήν ἄσκηση. Μετά τά εἰκοσιπέντε, ἔνιωσα λίγο περισσότερο φῶς. Καί νά, τώρα, μετά πιά τά τριάντα τόσα χρόνια πού βρίσκομαι ἐδῶ, δέν προλαβαίνω νά πῶ ἕνα δόξα τῶ Θεῶ, καί ὁ νοῦς μου ἁρπάζεται στή θεωρία τοῦ Κυρίου μας». Βιασύνη λοιπόν καί πνευματική ζωή εἶναι ἔννοιες ἀλληλοαναιρούμενες. Ὅπου ὑπάρχει ἡ βιασύνη ἐκεῖ ἐλλείπει καί τό παραμικρό ἴχνος τῆς παρουσίας τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ. Κι ὅπου ἐλλείπει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖ ἔχει ἀρχίσει νά ἔχει τό πάνω χέρι κάποιος ἄλλος πού δέν εἶναι ἄλλος ἀπό τόν Πονηρό.

Κι ἀκριβῶς μέ τήν παρουσία τοῦ Πονηροῦ ἐρχόμαστε στήν ἐπισήμανση ἑνός ἀκόμη, ἕκτου πιά, μυστικοῦ τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Ὅλοι γνωρίζουμε ὡς χριστιανοί ἔστω καί ἀρχάριοι, ἀπό τή θεωρία καί τήν πράξη τῆς ὅποιας πνευματικῆς ζωῆς μας, ὅτι ὁ Πονηρός ὑπάρχει καί ἐνεργεῖ στόν κόσμο κατά τόν τρόπο πού τόν περιγράφει καί ὁ Χριστός μας, ἀλλά καί οἱ ἀπόστολοί Του καί οἱ λοιποί ἅγιοί μας, παλαιότεροι καί νεώτεροι. Ὁ ἀπόστολος Πέτρος μάλιστα μᾶς ἀνοίγει τά μάτια, λέγοντάς μας ὅτι ὁ διάβολος «ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίῃ». Πόσο ἐλεύθερος ὅμως εἶναι ὁ διάβολος νά δρᾶ ἀπέναντι ἰδίως στούς χριστιανούς; Εἶναι θέμα μέ τεράστια σημασία, διότι ὑπάρχουν χριστιανοί – καί δέν μιλᾶμε γι’ αὐτούς  πού μᾶλλον ὑποταγμένοι στόν Πονηρό τόν ἀφισβητοῦν πλήρως – οἱ ὁποῖοι μεγεθύνουν τή δράση καί τήν ἐνέργειά του, προσδίδοντας σ’ αὐτόν δυνάμεις πού ἐξ ἀντικειμένου μετά τόν ἐρχομό τοῦ Χριστοῦ δέν ἔχει. Λοιπόν, βεβαίως ὁ διάβολος ὑφίσταται, βεβαίως δρᾶ μέσα στόν κόσμο,  βεβαίως εἶναι μονίμως ἀρνητικά διακείμενος στόν ἄνθρωπο καί δή τόν χριστιανό, ὅπως καί σέ ὅλη τή δημιουργία τοῦ Θεοῦ, ὅμως μετά τόν ἐρχομό τοῦ Χριστοῦ εἶναι καταργημένος. Εἶναι ἕνας ξεπεσμένος ἄρχοντας, ἀπό τόν ὁποῖο ὁ Χριστός, ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός, ἀφαίρεσε κάθε ἰκμάδα καί δύναμη, καί γιά νά χρησιμοποιήσουμε τά λόγια τοῦ γνωστοῦ καί ἀγαπημένου ὁσίου Παϊσίου ἁγιορείτου, «εἶναι σάν τό φίδι πού δέν ἔχει πιά δηλητήριο, καί σάν τό σκυλί πού δέν ἔχει δόντια». Κατά τόν λόγο τῆς Γραφῆς ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός «κατήργησε τόν τό κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοὐτέστιν τόν διάβολον», ὁπότε εἶναι ἀνίσχυρος καί ἀνενέργητος. Αὐτό πού κάνει ὅμως ὁ Κύριος εἶναι νά τοῦ παραχωρεῖ τή δυνατότητα νά πειράζει τόν ἄνθρωπο, καί μάλιστα τόν χριστιανό, προκειμένου μέ τίς δοκιμασίες καί τούς πειρασμούς νά αὐξάνεται πνευματικά. Κι ἄν ἔχει κάποια ἐξουσία ὁ διάβολος πιά στόν ἄνθρωπο, εἶναι γιατί ὁ ἴδιος ἄνθρωπος, λόγω τῆς ἀμέλειάς του στά πνευματικά, τοῦ ἀφήνει χῶρο στή ζωή του γιά νά δράσει πάνω του. Μέ ἄλλα λόγια ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι τροφοδοτοῦμε τόν διάβολο γιά νά ἔχει δύναμη ἀπέναντί μας. Εἶναι πολύ ὡραῖοι οἱ στίχοι πού βρήκαμε κάπου ἐν προκειμένῳ: «Δέν θά μᾶς κρίνει ὁ Θεός γιά προσευχές π’ ἀφήσαμε, μά πού αὐτές ἀφήνοντας στό πονηρό γλιστρήσαμε. Γιατί ‘ναι νόμος μυστικός, ὁ νοῦς πού ‘ναι ἀλήτης, ἄν δεν δεθεῖ μέ τόν Θεό, νά ‘ναι δαιμόνων θύτης». Λοιπόν, ὅσο στρεφόμαστε στόν Χριστό, ὅσο ζοῦμε τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας μας, τόσο καί ὁ Πονηρός ἀδυνατίζει ἀπέναντί μας, τόσο δέν παίρνουμε εἴδηση κἄν τά ὅποια πυρφόρα βέλη πού ρίχνει ἐναντίον μας. Γιατί εἴμαστε καλυμμένοι ἀπό τή μεγαλύτερη ἀσπίδα καί τήν πανοπλία πού ὑπάρχει, τόν ἴδιο τόν Κύριό μας.

Θά κλείσουμε μέ τήν ἀναφορά ἑνός ἀκόμη, ἕβδομου, μυστικοῦ τῆς πνευματικῆς ζωῆς, χωρίς νά σημαίνει ὅτι ἐξαντλοῦμε τό θέμα μας. (Αὐτό πού μποροῦμε νά ποῦμε ὅμως εἶναι ὅτι ὅσο κάνουμε πράξη τήν ὅποια διάσταση τῆς πνευματικῆς ζωῆς, τόσο καί ἡ ἴδια αὐτή πνευματική ζωή μᾶς ἀποκαλύπτει τόν ἑαυτό της καί τά μυστικά της. Γινόμαστε αὐτοδίδακτοι, διότι στήν πραγματικότητα γινόμαστε θεοδίδακτοι). Ποιό εἶναι τό τελευταῖο αὐτό μυστικό; Ὅτι ἡ πνευματική ζωή δέν θέλει ἀναβολές. Εἶναι μέσα στήν ἀνθρώπινη φύση μας, τήν πεσμένη ὅμως στήν ἁμαρτία, παρ’ ὅλη τή θεοείδειά μας ὡς μελῶν Χριστοῦ καί τίς τεράστιες πνευματικές δυνάμεις πού ἔχουμε λόγω τούτου ἀποκτήσει, νά τεμπελιάζουμε καί νά ἀκηδιοῦμε. Ἡ ἀκηδία καί ἡ πνευματική τεμπελιά εἶναι σύμπτωμα τῆς τραγικότητας πού ἀναφέραμε παραπάνω, τῆς λήθης καί λησμονιᾶς τῶν οὐσιωδῶν καί τῶν τιμίων τῆς ζωῆς μας καί γι’ αὐτό τῆς  ἐμπαθοῦς προσκόλλησής μας στή γοητεία τοῦ κόσμου τούτου. Γι’ αὐτό καί μεταθέτουμε διαρκῶς αὐτό πού θά ἔπρεπε νά ἐπιτελοῦμε σήμερα, τήν ὥρα αὐτή, στό ἐδῶ καί τώρα πού λέμε. Κι αὐτό συμβαίνει διότι ζοῦμε φαντασιακά τήν ὕπαρξη καί τή ζωή μας: πιστεύουμε ὅτι θά ζοῦμε αἰώνια στόν κόσμο τοῦτο – τόν θάνατο τόν σκεπτόμαστε μερικές φορές ἀλλά ὡς πρός τούς ἄλλους καί ὡς κάτι πολύ μακρινό γιά ἐμᾶς! -   ὅπως καί ὅτι τόν χρόνο τόν ἔχουμε πάντοτε στή διάθεσή μας, ὁ ὁποῖος θά λειτουργεῖ μέ τόν τρόπο πού θέλουμε κάθε στιγμή τῆς ζωῆς μας. Ἀλλά καταλαβαίνουμε ὅτι καί τά δύο δέν ἰσχύουν καθόλου: αἰώνιος εἶναι μόνον ὁ Θεός· ὁ χρόνος μᾶς δίνεται ὡς δωρεά τοῦ Θεοῦ γιά νά μετανοοῦμε, («τόν ὑπόλοιπον χρόνον τῆς ζωῆς ἡμῶν ἐν εἰρήνῃ καί μετανοίᾳ ἐκτελέσαι» δεόμεθα καθημερινῶς στόν Κύριο),  δηλαδή νά ἐπιστρέφουμε διαρκῶς πρός Ἐκεῖνον πού εἶναι ὁ Δημιουργός καί τοῦ χρόνου! Ἡ κατάστασή μας αὐτή χαρακτηρίζεται ἀπό τόν ἴδιο τόν Κύριο, ὅπως φαίνεται κυρίως μέσα ἀπό τήν παραβολή τοῦ ἄφρονος πλουσίου, ὡς ἀφροσύνη! Ἡ ὅποια ἀναβολή τῆς ἐπιτέλεσης τῶν πνευματικῶν μας καθηκόντων δηλαδή συνιστᾶ τήν ἀνοησία μας ἀλλά τελικῶς καί τήν ἀπιστία τῆς ζωῆς μας. Εἶναι σχεδόν βέβαιο ὅτι ἄν δέν κάνω αὐτό πού πρέπει – τό θέλημα τοῦ Θεοῦ - τότε πού πρέπει, δέν πρόκειται ποτέ νά τό κάνω. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἰσχύει πάντοτε  ὡς ἀξίωμα τό ρητό «ἡ ἀναβολή ὁδηγεῖ στή χώρα τοῦ ποτέ»! Λοιπόν, «σήμερα ἄν ἀκούσετε τή φωνή τοῦ Θεοῦ, μην κάνετε σκληρές τίς καρδιές σας, ὅπως τόν καιρό πού οἱ Ἑβραῖοι παρεπίκραναν τόν Θεό στήν ἔρημο» (ἀπ. Παῦλος).

περίοδος τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, τῆς ὁποίας φθάσαμε τό μέσον, εἶναι ἡ κατεξοχήν πνευματική περίοδος τῆς Ἐκκλησίας μας. Κατ’ αὐτήν προβάλλεται μέ τόν πιο δυνατό τρόπο ὅ,τι σπουδαιότερο ὅπλο κρατάει στά χέρια της ἡ Ἐκκλησία, προκειμένου νά βρισκόμαστε σ’ αὐτό πού ἀποτελεῖ τό μοναδικό μονοπάτι τῆς ζωῆς πού ἐκβάλλει στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τή μετάνοια. Ὅσο περισσότερο γνωρίζουμε τά μυστικά τῆς πνευματικῆς αὐτῆς ζωῆς, τόσο καί πιό εὔκολα καί ἄνετα περπατᾶμε σ’ αὐτήν, τόσο καί περισσότερο ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἀναδύεται στήν ὕπαρξή μας. Βλέποντας ἰδίως σήμερα τόν Σταυρό, ὁ Ὁποῖος περικλείει ὅλη τήν τελειότητα, κατά τούς ἁγίους μας, σπουδάζουμε στήν οὐσία ὅλα τά μυστικά τοῦ κόσμου, ὅλα τά μυστικά τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Ἄς ἀγκαλιάζουμε νοερῶς τόν Σταυρό πάντοτε, ἄς βρισκόμαστε δηλαδή διαρκῶς σέ ἐγρήγορση ἀγάπης πρός Ἐκεῖνον πού Τόν ἁγίασε καί Τόν κατέστησε σύμβολο τῆς παρουσίας Του καί τῆς ἀπολυτρωτικῆς Του ἐνεργείας. Καί τίποτε ἄλλο θά λέγαμε νά μην κάνουμε ἀπό πλευρᾶς πνευματικῆς, κι ἄν αὐτό μόνον ἐπιλέγουμε νά κάνουμε στήν καθημερινότητά μας κατά τρόπο ἀφανῆ, ἴσως αὐτό νά ἐπαρκεῖ γιά νά ἐνεργοποιεῖται ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ μέσα μας. Κι ἄν ἀρχίσει νά ἐνεργοποιεῖται ἡ χάρη, τότε θά φέρει τόν μεγαλύτερο γλυκασμό πού ὑπάρχει, δηλαδή νά βρισκόμαστε ἐσαεί πάνω στίς ἅγιες ἐντολές τοῦ Κυρίου, οἱ ὁποῖες συνιστοῦν καί τό ἅπαν τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Τότε πράγματι θά δοῦμε νά μᾶς ἀποκαλύπτονται κι ὅλα τά μυστικά τῆς σοφίας πού ὁ Θεός ἔχει κρυμμένα γιά τούς δικούς Του, δηλαδή τούς ἁγίους Του!  

(Ὁμιλία πού πραγματοποιήθηκε στό ἐκκλησιαστικό Μέγαρο τῶν Πυλῶν  Καρπάθου, την Κυριακή, 11 Μαρτίου 2018, μετά τόν Κατανυκτικό Ἑσπερινό καί τούς Χαιρετισμούς τοῦ Τιμίου καί Ζωοποιοῦ Σταυροῦ).