Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2018

ΔΡΑΣΚΕΛΙΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΩΣ... (21)

 
 Ποιος δεν θα ‘θελε όταν πορεύεται κάπου - και μάλιστα σε δύσβατα και επικίνδυνα μονοπάτια - να πορεύεται μέσα στο φως; Το φως, και μάλιστα όταν είναι πλούσιο που φωτίζει και την παραμικρή σκοτεινή γωνιά, δίνει θάρρος, δίνει ώθηση στην πορεία, δημιουργεί χαρούμενη διάθεση. Το σκοτάδι από την άλλη, σου σφίγγει την καρδιά, σε κάνει να κοιτάς από δω κι από κει για αποφυγή πιθανού κινδύνου, σε κάνει να πέφτεις συχνά στην κόλαση του φόβου… Μα αυτή δεν είναι η ζωή και η καθημερινότητά μας; Και δεν εννοούμε τη ζωή την εξωτερική και επιφανειακή, αλλά τη μέσα ζωή, την καθαυτό ζωή του εσωτερικού μας κόσμου, όπου πλήθος άγνωστα πράγματα υφίστανται χωρίς να γνωρίζουμε όμως επακριβώς το ποιόν τους. «Άβυσσος» η ψυχή του ανθρώπου, βεβαιώνει ο λόγος του Θεού. «Απύθμενο» το ασυνείδητο του ανθρώπου βεβαιώνει και η σύγχρονη ψυχολογία. Πόσες φορές δεν βρισκόμαστε… πανικόβλητοι μπρος στον άγνωστο και σκοτεινό εαυτό μας! Μία είναι η λύση και η διέξοδος: αυτήν που μας υπέδειξε ο Σωτήρας μας Κύριος. Να Τον ακολουθούμε εσαεί και αδιάκοπα, γιατί Αυτός είναι το φως - προσανατολισμένοι διαρκώς προς την Ανατολή του προσώπου Του!  Πόσο πιο καθαρά θα μπορούσε να μας το πει; «Ο ακολουθών εμοί ου μη περιπατήσει εν τη σκοτία, αλλ’ έξει το φως της ζωής».

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΘΥΡΣΟΣ, ΛΕΥΚΙΟΣ, ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝ ΑΥΤΟΙΣ


 «Ξεσχίζοντας το σώμα σου με φοβερό τρόπο οι προστάτες του σκοταδιού, Θύρσε, δεν μάραναν  τον τοκετό του λογισμού σου, ο οποίος ενισχυόταν δυνατά με αγάπη, από τη θεϊκή στοργή». (Το σώμα ξέοντες δεινώς οι του σκότους προστάται, λογισμού σου τον τόκον ουκ εχαύνωσαν, στοργή τη θεϊκή δυνατώς εν αγάπη, Θύρσε, κρατυνόμενον). Η αλήθεια που προβάλλει εν προκειμένω ο άγιος Θεοφάνης, ο υμνογράφος του αγίου Θύρσου, είναι πολύ σημαντική: ο πιστός χριστιανός πρέπει να βρίσκεται σε μία κατάσταση τοκετού των λογισμών του, δηλαδή να γεννά, να προεκτείνει την αγάπη του Θεού που (πρέπει να) διακατέχει την ύπαρξή του. Ο λογισμός μας δηλαδή, αν είμαστε χριστιανοί, πρέπει να βρίσκεται πάντοτε στην αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Οι λογισμοί μας πρέπει να είναι αδιάκοπα σε κατάσταση «εγκυμοσύνης» του καρπού του αγίου Πνεύματος. Να μη γινόμαστε στείροι και άκαρποι. Πρόκειται για  διαφορετική διατύπωση της εικόνας που απεκάλυψε ο ίδιος ο Κύριος, ότι Εκείνος είναι το αμπέλι και ο Θεός Πατέρας ο γεωργός. «Και παν κλήμα εν εμοί μη φέρον καρπόν αίρει αυτό, και παν το καρπόν φέρον καθαίρει αυτό, ίνα πλείονα καρπόν φέρη». Κάθε κλήμα, κάθε χριστιανός δηλαδή, που δεν μένει ενωμένο με το αμπέλι που είναι ο Χριστός, ο Θεός Πατέρας το κόβει και το πετά. Ενώ κάθε κλήμα που μένει ενωμένο με το αμπέλι, το καθαρίζει, ώστε να φέρει περισσότερο καρπό. Είναι μία εικόνα, που τον Χριστιανό δεν τον αφήνει σε ησυχία. Καλούμαστε να βρισκόμαστε πάντοτε σε αέναη πορεία αυξήσεως και καρποφορίας.

Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2018

ΔΡΑΣΚΕΛΙΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΩΣ... (20)


 Το κάθε αίτημα του Χριστού στον άνθρωπο, η κάθε εντολή Του σ’ αυτόν  αποτελεί στην ουσία μία δωρεά Του που τις περισσότερες φορές δεν κατανοείται έτσι. Δεν είναι λίγοι οι θεωρούμενοι χριστιανοί – δεν μιλάμε για τους εκτός της πίστεως που μπορεί να είναι δικαιολογημένοι – που δυσανασχετούν για τις εντολές του Θεού, θεωρώντας ότι καταπιέζονται και στερούνται την ελευθερία τους. Ο Κύριος όμως είναι σαφής: κάθε τι που ζητάει από το πλάσμα Του τον άνθρωπο είναι μία δωρεά Του, είναι μία δηλαδή πρόσκλησή Του να έλθει κοντά σ’ αυτόν, να του δώσει τη χάρη Του, να στήσει μαζί του μία προσωπική σχέση – δεν υπάρχει τίποτε απρόσωπο στον Θεό: η κάθε ενέργειά Του είναι «άκτιστος», δηλαδή ο Ίδιος αυτοπροσώπως -  προκειμένου ο άνθρωπος να υψωθεί σε ό,τι αποτελεί την προοπτική του: να γίνει κι αυτός ένας μικρός Θεός. «Δώσε μου να πιω», λέγει για παράδειγμα ο Κύριος στη Σαμαρείτισσα, «παρά το φρέαρ του Ιακώβ». Κι όταν εκείνη έχει τις ενστάσεις της, ο Κύριος συμπληρώνει: «Αν ήξερες τη δωρεά του Θεού και ποιος σου ζητάει νερό, εσύ θα του ζητούσες να πιεις». Το αίτημα του Κυρίου ήταν η πρόσκλησή Του να δεχτεί η γυναίκα αυτή «την δωρεάν του Θεού». Το βασικότερο όμως αίτημα του Θεού πάντοτε σ’ εμάς είναι να αγαπήσουμε την αγάπη Του. «Παιδί μου», λέει σε όλες τις εποχές, «δώσε μου την καρδιά σου». «Υιέ μου, δος μοι σην καρδίαν». Μας ζητάει τον εαυτό μας για να μας κάνει το μεγαλύτερο δώρο: να μας προσφερθεί ολοκληρωτικά μέσα σ' αυτόν. Όσοι ανταποκρίθηκαν στο διάβα των αιώνων, όλοι οι άγιοι, γέμισαν από Εκείνον κι έγιναν στον κόσμο τούτο δεύτεροι «Χριστοί», κατ’ ακρίβεια δεύτερες πηγές που αναβλύζουν μέσα από την ύπαρξή τους την ίδια την αιωνιότητα.

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΣ, ΑΥΞΕΝΤΙΟΣ, ΕΥΓΕΝΙΟΣ, ΜΑΡΔΑΡΙΟΣ ΚΑΙ ΟΡΕΣΤΗΣ

 

«Χριστός μοι,  αντί πάντων εστίν, ο Μαρδάριος διαπρυσίως εβόα, και πατρίς και σέβας και όνομα». (Ο Χριστός είναι για μένα τα πάντα, φώναζε δυνατά ο Μαρδάριος: και πατρίδα και αξία και όνομα). Είναι συγκινητική η ομολογία αυτή του αγίου Μαρδαρίου, δεδομένου ότι μας αποκαλύπτει πως για τους αγίους ο Χριστός δεν είναι κάτι στη ζωή τους, έστω και πολύ σημαντικό, αλλά τα πάντα. Είναι δηλαδή Εκείνος που προσδιορίζει την ύπαρξή τους και όλη την ψυχοσωματική τους οντότητα. Το «Χριστός μοι αντί πάντων» αποτελεί την επιβεβαίωση αυτού που έλεγαν όλοι οι άγιοι μάρτυρες, οι οποίοι σε κάθε ερώτηση του ανακριτή και του δημίου τους απαντούσαν με το «Χριστιανός ειμι», όπως και τη συνεπή συνέχεια της ομολογίας του αποστόλου Παύλου, που διαλαλούσε «τα πάντα και εν πάσι Χριστός» και «εμοί το ζην Χριστός». Για τους χριστιανούς επομένως η όποια αξία της ζωής είναι αξία στον βαθμό που σχετίζεται με τον Χριστό, όπως και η αυτοσυνειδησία τους, η ταυτότητά τους εξαρτάται απολύτως και αποκλειστικά από Εκείνον.

 

Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2018

ΔΡΑΣΚΕΛΙΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΩΣ... (19)


 Ο Χριστός είναι Εκείνος που μας ανοίγει τα μάτια για να βλέπουμε τα πάντα στις ορθές και αληθινές τους διαστάσεις, γεγονός που σημαίνει ότι ο μη χριστιανός, ο μη έχων σχέση με τον Χριστό, έχει κολοβωμένη και ελλιπή όραση της πραγματικότητας, κατά συνέπεια οι επισημάνσεις του για τον κόσμο και τον άνθρωπο, όσο πιθανόν σωστές κι αν είναι, μοιάζουν με την πραγματικότητα που επισημαίνει ένας τυφλός άνθρωπος καθώς ψαχουλεύει μέσα στο σκοτάδι: διαπιστώνει αληθινά πράγματα, αλλά διαρκώς του διαφεύγει το όλον. Αλλά και η ίδια η επιστήμη, ως πείραμα, προσέγγιση και λογική επεξεργασία των δεδομένων της αισθητής πραγματικότητας, χωρίς τον φωτισμό της πίστεως, μάς αποκαλύπτει μεν την πραγματικότητα, δεν υπάρχει όμως το βάθος του νοήματος της πραγματικότητας αυτής.

ΤΟ "ΜΥΣΤΙΚΟ" ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΑ


«Ο Χριστός ενήργει εν τω αγίω Σπυρίδωνι», ώστε να καταστεί αυτός μέγας θαυματουργός άγιος. Και μπόρεσε να βρει δίοδο μέσα του, λόγω της καθαρής του καρδιάς της γεμάτης από έλεος και ευσπλαγχνία, που σημαίνει ότι εκείνο που θέτει εμπόδιο στην έλευση του Κυρίου μέσα μας είναι αποκλειστικά και μόνον ο εγωισμός μας, δηλαδή η αμαρτία μας. Κι είναι ευνόητο: πώς σε μια καρδιά γεμάτη από το εγώ, το οποίο λειτουργεί πάντοτε με κατακτητικό τρόπο που δεν αφήνει τίποτε άλλο δίπλα του, θα μπορέσει να συνυπάρξει ή να ’βρει λίγο χώρο η χάρη του Θεού; «Εγώ» και «χάρη Θεού» είναι αντιθετικές πραγματικότητες, κατά τον αψευδή λόγο του Κυρίου, «ουδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν». Και η Εκκλησία μας έρχεται και μας παίρνει από το χέρι για να μας πάει σε βαθύτερα επίπεδα του εσωτερικού κόσμου του αγίου Σπυρίδωνα. Κυριάρχησε ο Χριστός μέσα στην καρδιά του αγίου εξορίζοντας τον νοσηρό εγωισμό του, έγινε δηλαδή «καταγώγιον θείου Πνεύματος», διότι «εγένετο έμπλεως αποστολικής διδασκαλίας» και  έζησε «δι’ εναρέτου πολιτείας». Να λοιπόν το «μυστικό» της πνευματικής ζωής του αγαπημένου αυτού αγίου: Στράφηκε με δύναμη ψυχής – ενισχυόμενος προφανώς από τη χάρη του Θεού – στην αληθινή εικόνα του Χριστού που κηρύσσει η αποστολική εκκλησιαστική παράδοση, και αγωνίστηκε, όση αυτώ δύναμις, να τηρήσει τις άγιες εντολές Εκείνου.  Αλήθεια πίστεως της Εκκλησίας και ενάρετη ζωή. Όπου υπάρχει η έφεση στα δύο αυτά, εκεί έχουμε Πνεύμα Θεού, εκεί έχουμε αγιότητα, εκεί λοιπόν κηρύσσεται ορθά ο Θεός και προσφέρονται ιάματα ψυχής και σώματος σε όλους τους ανθρώπους.

Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2018

ΤΙ ΕΚΑΝΕ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΣΠΥΡΙΔΩΝΑ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟ;

 
Ο άγιος Σπυρίδων έχει την προσωνυμία θαυματουργός. Είναι τόσα πολλά τα θαύματα που έκανε και συνεχίζει να κάνει – διότι βεβαίως οι άγιοί μας είναι ζωντανοί ως μέλη Χριστού ανήκοντας στη θριαμβεύουσα λεγόμενη Εκκλησία απ’ όπου μας παρακολουθούν και μετέχουν στη ζωή μας – ώστε και η απλή καταγραφή τους θα πήγαινε σε μεγάλη έκταση. Εντελώς ενδεικτικά: θεράπευσε τον ίδιο τον βασιλιά Κωνστάντιο που έπασχε από βαριά ασθένεια· μετέβαλε ένα φίδι σε χρυσάφι προκειμένου να βοηθήσει μια φτωχή γυναίκα, κι αργότερα το επανέφερε στην κανονική του κατάσταση· προσευχήθηκε σε περίοδο ανομβρίας και έβρεξε αμέσως, ενώ σταμάτησε από την άλλη τη μακρά περίοδο βροχών που είχε αρχίσει να δημιουργεί κινδύνους· κατέστρεψε σχέδιο πονηρών εμπόρων σίτου, οι οποίοι πήγαν να δημιουργήσουν τεχνητή κρίση για να πλουτίσουν εις βάρος του απλού λαού· μίλησε με την κεκοιμημένη κόρη του, η οποία πέθανε αιφνιδίως και δεν πρόλαβε να πει σε ποιο σημείο κρατούσε θησαυρό που της είχε εμπιστευθεί κάποια γυναίκα κ.ο.κ. Το ερώτημα βεβαίως είναι σαφές: τι ήταν εκείνο που καθιστούσε τόσο θαυματουργό τον μεγάλο αυτόν άγιο; Ποια «ιδιαιτερότητα» ενδεχομένως είχε που γινόταν δίοδος τέτοιων θαυμαστών καταστάσεων; Η απάντηση είναι απλή και μονολεκτική, ενώ εξαγγέλλεται ποικιλοτρόπως και από την υμνολογία της Εκκλησίας μας. Μέσα του ενεργούσε ο ίδιος ο Κύριος. «Ο Χριστός ενήργει εν αυτώ». Που θα πει: οτιδήποτε θαυμαστό προσφέρει στον κόσμο ένας άγιος, στην πραγματικότητα είναι προσφορά του ίδιου του Θεού, ο Οποίος βρίσκει την καθαρή καρδιά ενός πιστού Του - δηλαδή την καρδιά τη γεμάτη αγάπη στον συνάνθρωπο - για να λειτουργεί ως το χέρι Του και ως «βοηθός» Του. Ο Θεός μας χαίρεται να προσφέρεται στον άνθρωπο κυρίως μέσω των ανθρώπων. Κι ένας τέτοιος άνθρωπος του Θεού, ευλογία κυριολεκτικά για όλον τον κόσμο σε όλες τις εποχές, είναι ο αγαπημένος άγιος Σπυρίδων.

ΔΡΑΣΚΕΛΙΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΩΣ... (18)


 Σ’ έναν κόσμο τραγικά ανασφαλή και φοβισμένο, λόγω πρωτίστως της απιστίας του στην Πρόνοια του Θεού, ο λόγος του Κυρίου πάντοτε λειτουργεί ως βάλσαμο στις ψυχές: ο Θεός μάς αγαπά και μας φροντίζει. Μπορεί οι αισθήσεις μας να βλέπουν την τραγωδία, μπορεί οι ειδήσεις να μας βομβαρδίζουν με καταστροφικά σενάρια, μπορεί όλος ο περίγυρος στον οποίο ζούμε να μας δημιουργεί την αίσθηση ότι πέφτουμε στο κενό, όμως πίσω από όλα στέκει η καρδιά του Θεού Πατέρα. «Και οι τρίχες της κεφαλής μας είναι αριθμημένες από Εκείνον», λέει ο Κύριος. Το κενό βρίσκεται μάλλον μέσα μας. Η τραγωδία είναι το σύμπτωμα της πεσμένης στην αμαρτία ανθρωπότητας. Ο Θεός όμως υφίσταται και αποτελεί την υπόθεση του σύμπαντος κόσμου – «εν Αυτώ ζώμεν και κινούμεθα και εσμεν» - μας κρατάει στην ύπαρξη και μας καθοδηγεί στον τελικό μας προορισμό, δημιουργώντας αδιάκοπα τις συνθήκες προκειμένου να Τον βλέπουμε και να Τον ζούμε. Και οι συνθήκες αυτές είναι τελικώς μία: η μετάνοια και η επιστροφή μας στον Ίδιο.

Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2018

ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΛΑΓΝΕΙΑΣ ΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑ



Ὁ νεαρός εἶχε ἀποκάμει ἀπό τή πεζοπορία. Είχε ξεκινήσει πολύ νωρίς τό πρωί καί βρέθηκε στή θύρα τοῦ Γέροντα Ἀκάκιου σχεδόν μεσημέρι. Ἔκανε ἐλάχιστες στάσεις, ἴσα νά βρέξει λίγο τά χείλη του ἀπό τή δίψα καί νά βάλει ἕνα παξιμάδι στό στόμα του. Ἡ φύση γύρω του, στό βουνό πού ἀνέβαινε ἀπό τό φιδωτό δρομάκι, ἦταν θεσπέσια. Ὅλων τῶν εἰδῶν τά δέντρα παρουσιάζονταν μπροστά του, κάποια σάν νά τόν προσκαλοῦσαν ν’ ἀναπαυτεῖ στή ρίζα τους, τό θρόϊσμά τους ἀκουγότανε σάν μελωδικό τραγούδι, ἐνῶ τά πουλάκια πού χαίρονταν τή λευτεριά τους πετώντας ἀπό δῶ κι ἀπό κεῖ, τοῦ ‘στηναν μικρές «παγίδες», καθώς στροβιλίζονταν σχεδόν σύριζα στό κεφάλι του, γιά νά ἀκολουθήσει τόν παιχνιδιάρικο ρυθμό καί τό κυνηγητό τους. Μά ὁ Νικόλας δέν καταλάβαινε τίποτε. Δέν ἔβλεπε τίποτε. Τό μυαλό του φουρτουνιασμένο ἀπό τίς ἀγωνίες του καί τά προβλήματά του ἦταν προσανατολισμένο μόνο στόν σκοπό του: νά φτάσει στό κελί τοῦ Γέροντα· νά ξεδιπλώσει τή λιγωμένη ψυχή του· νά βρεῖ μιά στάλα κουράγιο καί παρηγοριά γιά νά μπορέσει ἡ ζήση του νά γίνει ἀνθρώπινη. Ἦταν τέτοια ἡ «τύφλωσή» του, ὥστε οὔτε τήν ἁπλωταριά τῆς μπλέ θάλασσας πού κείτουνταν στά δεξιά τοῦ βουνοῦ, μ’ ἕνα φαράγγι πού τό ‘κοβε στά δύο, δέν ἦταν ἱκανός νά ἀπολαύσει.
Ἀγκομαχώντας κτύπησε τό καμπανάκι τῆς ἐξώθυρας, μιά, δυό, τρεῖς φορές…, τό ‘ξερε πώς ἡ ὥρα ἦταν περασμένη, ἀλλά ἡ κάψα τῆς ψυχῆς του δέν λογάριαζε πιά τέτοια. Ἄρχισε νά ἐπικαλεῖται καί τήν Παναγία.  «Κάνε, Παναγιά μου, νά μοῦ ἀνοίξει ὁ ἄνθρωπός σου, νά μή μοῦ στερήσει τό φῶς τῆς καρδιᾶς καί τῶν ματιῶν του. Βλέπεις τήν ἀντάρα τῆς καρδιᾶς μου. Χρειάζομαι βοήθεια…».
Κάποια στιγμή σάν νά ‘νοιξε ἡ θύρα τοῦ μικροῦ κελιοῦ καί πρόβαλε ἡ λιπόσαρκη φιγούρα τοῦ Γέροντα. «Ἔρχομαι, ἔρχομαι», ἀκούστηκε χαρούμενη ἡ φωνή του. «Μή κτυπᾶς τόσο πολύ, θά σπάσεις τήν πόρτα καί μετά θά πρέπει νά μείνεις ἐδῶ γιά νά μοῦ τή φτιάξεις…».
Ὁ Νικόλας, καθοδηγημένος ἀπό τόν Γέροντα, πέρασε μέσα στό μικρό κελί καί πρίν προλάβει νά πεῖ τό ὁτιδήποτε, βρέθηκε καθισμένος στή μοναδική καρέκλα τοῦ στενοῦ δωματίου. «Πάρε μιά ἀνάσα, παλληκάρι μου, φαίνεσαι πολύ κουρασμένος. Κάτσε νά σοῦ φέρω μιά στάλα νερό καί κάτι νά σέ τρατάρω». Ἔβγαλε τό μαντήλι του ὁ νεαρός καί σκούπισε τό ἱδρωμένο πρόσωπό του. Φύσηξε, ξεφύσηξε, ἄρχισε νά βρίσκει καί πάλι τόν φυσιολογικό ρυθμό τῆς ἀναπνοῆς του. «Φάε καί τά παξιμάδια καί τά λουκουμάκια», τόν παρότρυνε ὁ Γέροντας, ἐνῶ ὁ ἴδιος κάθισε στόν μικρό σοφρά ἀκουμπώντας ἀνάλαφρα τή λίγο κυρτωμένη πλάτη του στόν τοῖχο. «Λοιπόν», εἶπε ὁ Ἀκάκιος καλωσυνάτα, «ποιός καλός ἄνεμος σ’ ἔφερε πρός τά μέρη μας;», ἐνῶ τά χέρια του δούλευαν ἀσταμάτητα τό κομποσχοίνι του. «Διακρίνω, ἄν δέν ἀπατῶμαι, μιάν ἀντάρα στήν ψυχή σου, σάν ἕνα ἀγκάθι νά ‘χει καρφωθεῖ πάνω της καί νά μή σ’ ἀφήνει ν’ ἀναπνεύσεις».
Ὁ Νικόλας ἔγειρε τό κεφάλι πρός τά κάτω. Ὅλη ἡ ὀδύνη τοῦ μέσα του ἄρχισε νά παίρνει μορφή στό ἐλαφρῶς ἀξύριστο πρόσωπό του, κυρίως δέ στά μάτια του· μιά θλίψη καί μιά μελαγχολία διάχυτη πού  προκαλοῦσε πόνο σέ ὅποιον τόν ἔβλεπε, πολύ περισσότερο στόν Γέροντα, ὁ ὁποῖος μέ τά ὀξυμμένα ἀπό τήν ἄσκηση καί τήν πνευματική ζωή μάτια του μποροῦσε νά διακρίνει τό βάθος ἀκόμη καί τῶν πιό ἀνέκφραστων καί ὑποκριτικῶν  προσώπων, κι ὄχι αὐτοῦ τοῦ παιδιοῦ πού δέν ἔκανε καμία προσπάθεια νά ἀποκρύψει τά συναισθήματά του. Ὁ Ἀκάκιος δέν τόν πίεσε. Ἄφησε τό παιδί – μόνο τό ὄνομά του ρώτησε – νά πάρει τόν χρόνο του, ὅμως στράφηκε μέ ἔνταση στόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό καί στήν Παναγία Μητέρα του νά ἡμερώσει τήν ψυχούλα τοῦ Νικόλα καί νά τόν κάνει νά ξεκρίνει τήν ἀλήθεια τῆς ψυχῆς του ἀπό τίς πλάνες καί τίς παγίδες τοῦ Πονηροῦ καί τοῦ κόσμου του. «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Ὑπεραγία Θεοτόκε, φώτιζε τό νεαρό αὐτό παλληκάρι. Γιά νά ἔρθει ὥς ἐδῶ, πά ‘να ‘πεῖ πώς ἐσύ τοῦ δίνεις τήν ὤθηση καί τό καθοδηγεῖς. Χριστέ μου, ἐλέησέ τον».
«Γέροντα…», πῆγε νά ξεκινήσει ὁ Νικόλας, μά ἡ φωνή του πνίγηκε σ’ ἕνα λυγμό πού γίνηκε κλάμα βουβό. Ἔκανε προσπάθεια καί ὑπόταξε λίγο τά συναισθήματά του. «Γέροντα, ἦρθα κατευθεῖαν σήμερα ἐδῶ, χωρίς σταματημό πουθενά, γιατί δέν ἄντεχα πιά. Πολύ καιρό βασανίζομαι ἀπό τίς σκέψεις μου, ἀπό τούς λογισμούς μου, κυρίως ὅμως ἀπό τά πάθη μου». Σταμάτησε ὁ Νικόλας, ἀλλά ἡ στάση του αὐτή ἦταν προσωρινή, γιατί δέν ἄντεχε πράγματι ἄλλο, ἦρθε ἀποφασισμένος ν’  ἀνοίξει τά φυλλοκάρδια του, τίποτε δέν τόν συγκρατοῦσε στήν ἀπόφασή του αὐτή.
Εἶπε ὁ Νικόλας, μίλησε γι’ ἀρκετή ὥρα, ἐξομολογήθηκε τί τόν ἀπασχολοῦσε, ἄνοιξε τήν καρδιά του νά μπεῖ ζωογόνα ἡ αὔρα τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ. Κι ἀποκάλυψε πώς κυρίως αὐτό πού τόν κατέβαλλε, ἐκεῖνο πού δέν τόν ἄφηνε νά ἡσυχάσει καί γινότανε ἀληθινό ἀγκάθι στήν καρδιά καί σ’ ὅλη τήν καθημερινότητά του, ἦταν τό πάθος τῆς λαγνείας καί τῆς φιληδονίας. Ταλαιπωρεῖτο ὁ δύστυχος Νικόλας ἀπό τό δύσκολο αὐτό πάθος, πού θέριευε καί λόγω τῆς ἡλικίας του, ἀλλά καί ἀπό κάποιες ἀπροσεξίες στά μάτια του, στήν ἀκοή του, στίς συναναστροφές του. Δέν ἦταν ἄσχετος μέ τήν Ἐκκλησία καί τήν πνευματική ζωή ὁ συμπαθής νέος. Ἔκανε ἀγώνα νά μήν παρασυρθεῖ - εἶχε εὐσεβεῖς γονεῖς πού τόν κατεύθυναν ἀπό νωρίς στήν Ἐκκλησία καί σέ πνευματικό – μά λίγο ἡ ἀμέλεια, λίγο οἱ παρέες, τόν ἔκαναν νά νιώθει τόσο «φουντωμένος»,  ὥστε νά μή ξέρει πῶς νά διαχειριστεῖ τό μυαλό του, κυρίως δέ τό σῶμα του.
«Γέροντα, ἔχω πνευματικό», εἶπε ὁ Νικόλας στόν Ἀκάκιο πού ἄκουγε μέ πολλή στοργή καί ὑπομονή τό παλληκάρι. «Μά νιώθω πώς ἴσως καί λόγω τῆς προχωρημένης ἡλικίας του δέν μπορεῖ νά μέ βοηθήσει ὅσο πρέπει. Γι’ αὐτό καί πῆρα τήν ἀπόφαση νά ἔλθω σέ σᾶς. Πιστεύω ὅτι θά μοῦ δώσετε τή βοήθεια πού μοῦ πρέπει…», ἔμοιαζε ξαλαφρωμένος ὁ Νικόλας μετά τήν ἐξομολόγησή του αὐτή.
Δέν βιάστηκε ὁ πολύπειρος Ἀκάκιος νά ἀπαντήσει. Τά πολλά χρόνια τῆς ἀσκητικῆς του ζωῆς, οἱ προσευχές του, οἱ μελέτες του, οἱ συχνές συναντήσεις του μέ διαφόρους ἀνθρώπους ὅλων τῶν εἰδῶν, τοῦ εἶχαν δώσει ἐκείνη τή σοφία πού ἀποκτᾶ ὁ ἄνθρωπος καί μάλιστα ὁ ἀφιερωμένος στόν Θεό, μέ τήν ὁποία μπορεῖ κάποια στιγμή νά δείξει μέ ὑπευθυνότητα τόν δρόμο τῆς ἀληθινῆς ζωῆς στόν ἀναζητητή τῆς ἀλήθειας. Κι αὐτό γιατί πρῶτα ἀπό ὅλα ἡ ἀσκητική του ζωή τόν εἶχε κάνει χρόνια τώρα νά παλέψει μέ τόν ἑαυτό του, νά ‘ρθεῖ ὁ ἴδιος ἀντιμέτωπος μέ τά πάθη του, νά δεῖ κατάματα τήν καρδιά καί τόν ἑαυτό του. Κι εἶναι γνωστό πώς μόνον ἐκεῖνος πού ‘χει μάθει τόν ἑαυτό του, ὅσο εἶναι δυνατό μέ τόν φωτισμό τοῦ Θεοῦ, μπορεῖ νά διακρίνει καί τῶν ἄλλων τά ντέρτια, τά προβλήματα, τήν πάλη ἀνάμεσα στή χάρη καί στήν πλάνη.
Καί νά τώρα, ὁ Νικόλας. Μά, τό πρόβλημα αὐτό τῶν πορνικῶν λογισμῶν καί τῆς λαγνείας τό εἶχε ἀντιμετωπίσει καί ὁ ἴδιος. Πάλεψε ἀρκετά εἶναι ἀλήθεια, καί μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ καί τοῦ πνευματικοῦ του, τό τιθάσευσε. Ἤξερε ὅμως πώς ἀκόμη καί σ’ αὐτήν τήν προχωρημένη ἡλικία πού βρισκότανε, δέν μποροῦσε νά ξεθαρρέψει. Ἡ σάρκα εἶναι ἄτιμος φίλος. «Φίλος καί σύζυγος, μά καί ἐχθρός», ὅπως ἔγραψε καί ὁ μεγάλος ἀσκητικός δάσκαλος ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος.
«Νικόλα», τοῦ εἶπε μέ στοργή καί τρυφερότητα. «Δέν εἶσαι μόνος ἐσύ πού ἀντιμετωπίζεις τέτοιο πρόβλημα. Αὐτό εἶναι πρόβλημα ὅλων τῶν ἀνθρώπων, γιατί ἡ φιληδονία μέ ὅλα τά παρακλάδια της, τῆς λαγνείας, τῆς πορνείας, τῆς γαστριμαργίας, τῆς λαιμαργίας, τῆς τεμπελιᾶς, ἀποτελεῖ ἕνα ἀπό τά κεντρικά κλαδιά πού φύονται ἀπό τή μάνα τους τή φιλαυτία, ἀλλιῶς τόν ἐγωισμό. Ὁ ἐγωισμός εἶναι ἡ οὐσία τῆς ἁμαρτίας, πού θά πεῖ ὅτι ταλαιπωρεῖ ὅλους τούς ἀνθρώπους – μόνον ὁ Χριστός μας θυμήσου εἶναι ἀναμάρτητος - ἄρα κάθε ἄνθρωπος γέρνει ἁμαρτητικά καί πρός τή φιληδονία, ἀλλά καί πρός τούς ἄλλους κλάδους, τή φιλοδοξία καί τή φιλαργυρία. Ἡσύχασε, λοιπόν, Νικόλα μου, δέν εἶσαι μόνος ἐσύ ἐπί τῆς γῆς πού ταλαιπωρεῖσαι».
Σάν ν’ ἀναθάρρησε λίγο ὁ Νικόλας καί σήκωσε μ’ εὐγνωμοσύνη τό κεφάλι του γιά ν’ ἀτενίσει τόν Γέροντα. «Ναί, μά ἐγώ…», πῆγε κάτι νά ψελλίσει καί πάλι, μά τοῦ ‘κανε νόημα μέ τό χέρι του ὁ Ἀκάκιος προκειμένου νά ὁλοκληρώσει τή σκέψη του. «Ξέρω τί θά πεῖς. Πώς ἐσύ ἀντιμετωπίζεις σκληρότερα ἀπό ἄλλους τίς ἐπιθέσεις τοῦ πονηροῦ», κι εἶδε τόν Νικόλα νά κουνάει θετικά τό κεφάλι του. «Δέν εἶναι ἔτσι. Γιατί ἀπό τή μιά εἶναι τά δικά μας τά πάθη, ἴδια κι ἀπαράλλαχτα σάν καί τῶν ἄλλων, μά καί ἡ δύναμη τοῦ πονηροῦ, ὁ ὁποῖος ἐξίσου μισεῖ ὅλους ἀνεξαιρέτως τούς ἀνθρώπους. Δέν κάνει διακρίσεις στό μίσος του ὁ τρισκατάρατος - ἄν ἦταν στό χέρι του θά μᾶς εἶχε ξεκάνει ὅλους. Ὅμως…, ὑπάρχει ἕνα ὅμως», εἶπε ὁ Γέροντας καί ξερόβηξε γιά νά δείξει ἴσως καί τό βαρυσήμαντο τῆς συνέχειας τοῦ λόγου του.
Σήκωσε μέ ἀπορία καί περιέργεια τό πρόσωπό του ὁ Νικόλας. Ποιός ἦταν αὐτό τό ὅμως; «Ὅμως, Νικόλα μου, ἐνῶ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι πάσχουμε ἀπό αὐτήν τή γενική ἀρρώστια, τόν ἐγωισμό, ὅσοι βαπτιστήκαμε πήραμε τή δύναμη ἀπό τόν Χριστό μας νά τήν ξεπερνᾶμε καί νά τήν θεραπεύουμε. Ὁ ἀβάπτιστος, ὅσο καλή διάθεση κι ἄν ἔχει, ὅσο καί νά προσπαθεῖ, πάντοτε θά σέρνεται τελικά κάτω ἀπό τήν τυραννία  τοῦ κεντρικοῦ αὐτοῦ πάθους. Ὁ βαπτισμένος ὅμως, αὐτός πού μυρώθηκε ἀπό τήν ἁγία μας Ἐκκλησία, γίνηκε μέλος τοῦ Χριστοῦ, γίνηκε ἕνας ἄλλος Χριστός δηλαδή μέσα στόν κόσμο, κι αὐτό σημαίνει ὅτι ἐνεργεῖ μαζί μ’ αὐτόν ὁ ἴδιος ὁ Παντοκράτορας Κύριος. Ὁπότε βεβαίως ἔχουμε, ὅσο ζοῦμε ἀκόμη σ’ αὐτόν τόν κόσμο, τίς ἐπιρροές τοῦ ἐγωισμοῦ, βεβαίως ταλαιπωρούμαστε ἀπό τίς πονηρές ἐπιθυμίες μας, ἀλλά μ’ ἕναν τρόπο πού εἶναι κάτω ἀπό ἐμᾶς. Μποροῦμε νά ξεπερνᾶμε ὅ,τι κακότητα πάει νά ἀναφανεῖ μέσα μας. Κι ἐδῶ εἶναι ἡ εὐθύνη ἡ δική μας…».
Ὁ Γέροντας σταμάτησε κι ὁ λόγος του φάνηκε νά μένει ἀνολοκλήρωτος. Ποιά εἶναι ἡ εὐθύνη μας; Τί μποροῦμε νά κάνουμε γιά νά ξεπερνᾶμε αὐτό πού φαίνεται ἀξεπέραστο, τόν ἴδιο τόν ἐγωισμό μας, πάει νά πεῖ τήν ἴδια τή φύση μας; Ὁ Γέροντας ὅμως δέν μιλοῦσε. Σάν νά εἶχε κουραστεῖ καί τό κεφάλι του εἶχε γείρει λίγο πρός τά κάτω. «Ποιά ἡ εὐθύνη μας, Γέροντα;» εἶπε μέ ἀγωνία ὁ Νικόλας. Τί νά κάνουμε; Τί νά κάνω; Σᾶς εἶπα πώς εἰδικά ἐγώ ταλαιπωροῦμαι ἀπό τό κλαδί, ὅπως τό εἴπατε, τῆς φιληδονίας. Τί νά κάνω;» Χαμογέλασε μ’ ἕνα χαμόγελο πονεμένο ὁ Ἀκάκιος. Εἶδε τή διάθεση τοῦ παλληκαριοῦ, ἀλλά… δέν συνέχισε. Σηκώθηκε ὄρθιος. «Πᾶμε, Νικόλα», εἶπε κι ἔπιασε ἀπό τό μπράτσο τό παλληκάρι νά τό σηκώσει. «Ποῦ πᾶμε, Γέροντα;» ἀπορημένος ἀκολουθοῦσε τόν Ἀκάκιο πού βγῆκε ἔξω ἀπό τό κελί.
Αὐθόρμητα ἔκλεισε γιά λίγο τά μάτια του, καθώς ἀπό τό ἡμίφως τοῦ κελιοῦ πέρασε ἀπότομα στόν λαμπρό μεσημεριανό ἥλιο. Ὁ Γέροντας εἶχε προχωρήσει πρός τή μεριά τοῦ μεγάλου πεύκου πού δέσποζε στό κέντρο τῆς μικρῆς του αὐλῆς, ἡ ὁποία ἐκτός ἀπό τό πεῦκο εἶχε καί κάποια μικρά δεντράκια, ὅπως καί διάσπαρτες ἕνα γύρω γλάστρες μέ διάφορα φυτά καί λουλούδια. Ἀπό τό ὕψωμα πού βρίσκονταν τό δάσος ἐκτεινόταν πανώριο, σχηματίζοντας ὅλων τῶν εἰδῶν τίς ἀποχρώσεις, ἕνα κυριολεκτικά χάρμα ὀφθαλμῶν, τό ὁποῖο βεβαίως σάν «τυφλός» δέν εἶχε δεῖ ὁ Νικόλας στό ἀνέβασμά του. Κάτω ἀπό τό δάσος, στό βάθος τοῦ ὁρίζοντα, ἡ θάλασσα δημιουργοῦσε πλῆθος ἀνταύγειες ἀπό ἀσήμι, ἐνῶ ἕνα ἐλαφρύ ἀεράκι σχημάτιζε ψιμύθια ἀπό λευκές μικρές γραμμές πάνω στό ὑγρό σῶμα της.
«Κοίτα, Νικόλα, παιδί μου. Κοίτα τήν ὀμορφιά τῆς φύσης. Εἶναι τό χέρι τοῦ Θεοῦ πού ζωγράφισε ὅλο αὐτό τό μεγαλεῖο. Κι ἄν λίγο ἡσυχάσεις μέσα σου, κι ἄν ἡ καρδιά σου στραφεῖ πρός τόν Δημιουργό τόν Κύριό μας, τότε μπορεῖς ν’ ἀφουγκραστεῖς τό τραγούδι τοῦ δάσους, τῶν δέντρων, τῆς θάλασσας, τῶν πετεινῶν τοῦ οὐρανοῦ, τοῦ κάθε ζωύφιου, πού δέν κάνουν τίποτε ἄλλο ἀπό τό νά ὑμνολογοῦν μέ τόν τρόπο τους τόν Δημιουργό μας. Πῶς τό λέει κι ὁ προφητάνακτας Δαυίδ: “οἱ οὐρανοί διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ, ποίησιν δέ χειρῶν αὐτοῦ ἀναγγέλλει τό στερέωμα”».
Γύρισε ὁ Νικόλας πρός τόν Ἀκάκιο, τόν ἀσκητικό αὐτόν Γέροντα μέ τή μεγάλη καρδιά καί σάν νά ‘δε δάκρυα νά κυλᾶνε ἀπό τά ἁγιασμένα μάτια του. Δέν μίλησε. Ἔνιωσε ὅμως ὅτι ὅλη αὐτή ἡ ὀμορφιά τοῦ κάνει καλό στά σωθικά του ἀλλά καί στό σῶμα του. Μιά εὐφορία πῆρε λίγο νά τόν συνεπαίρνει. Ἄκουσε καί πάλι τόν Γέροντα νά ψιθυρίζει, κι ἦταν σάν νά μονολογεῖ. «Πλήρης ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ τῆς δόξης Σου. Ὠσαννά ἐν τοῖς Ὑψίστοις…». Ἔκανε τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ ἀργά καί μέ εὐλάβεια ὁ ἀσκητής. Ἔπιασε ἔπειτα ἀπό τόν ὦμο ἁπαλά τόν Νικόλα. «Θέλεις, παιδί μου, νά καθήσουμε καί νά συνεχίσουμε τήν κουβέντα μας κάτω ἀπό τό πεῦκο, στή σκιά τοῦ εὐλογημένου αὐτοῦ δέντρου; Ἀγαπῶ πολύ τό πεῦκο αὐτό, ὄχι μόνο γιά τήν ὀμορφιά του καί τή σκιά πού μᾶς παρέχει, ἀλλά καί γιατί μοῦ θυμίζει δύο μεγάλους ἁγίους τῆς νεώτερης ἐποχῆς, πολύ ἀγαπημένους καί γνωστούς: τόν μεγάλο ἅγιο Νεκτάριο καί τόν ἐσχάτως ἁγιοκαταταχθέντα στό ἁγιολόγιο τῆς Ἐκκλησίας μας, τόν ὅσιο Ἀμφιλόχιο τῆς Πάτμου. Θά ξέρεις ὅτι καί οἱ δύο εἶχαν ἰδιαίτερη ἀγάπη στά πεῦκα, καί μάλιστα σέ κάποιο ξεχωριστό ἐκεῖ πού ζοῦσαν. Ὁ ὅσιος Ἀμφιλόχιος μάλιστα ὀνόμαζε, καθ’ ὑπερβολήν βέβαια ἀλλά ἔτσι τό ἔνιωθε, τό πεῦκο τοῦ μικροῦ μοναστηριοῦ του, κάτω ἀπό τόν ἴσκιο τοῦ ὁποίου καθόταν ὅποτε μποροῦσε, τό ὀνόμαζε λοιπόν «παιδί του, γιό του…».
Κάθισαν σέ δύο ἀπό τούς μικρούς κομμένους κορμούς πού ὑπῆρχαν καί χρησίμευαν γιά κάθισμα. Ἡ ζέστη ἦταν ὑποφερτή καί μάλιστα κάποιες ριπές δροσεροῦ ἀέρα ἔρχονταν κι ἀναζωογονοῦσαν καί τούς δύο. Ἀκολούθησε μία μικρή σιωπή. Ὁ Νικόλας θυμήθηκε τόν λόγο γιά τόν ὁποῖο ἀνέβηκε πάνω στό καλύβι κι ἔνιωσε καί πάλι νά σφίγγεται ἡ καρδιά του. «Γέροντα», εἶπε σέ λίγο. «Δέν ὁλοκληρώσατε προηγουμένως. Μιλήσατε γιά μιά εὐθύνη πού ἔχουμε. Ποιά εἶναι ἡ εὐθύνη μας;»
«Ναι, ἡ εὐθύνη μας…», εἶπε ἀργόσυρτα ὁ Ἀκάκιος. «Ἡ εὐθύνη μας!  Ἀπό τή στιγμή πού βγήκαμε ἀπό τήν κολυμβήθρα, παιδί μου Νικόλα,  καινούργιοι ἄνθρωποι, ξαναγεννημένοι μέ τόν Χριστό, πρέπει νά συνεργαζόμαστε μαζί Του γιά νά παραμένουμε μαζί Του. Ποτέ ὁ Χριστός μας δέν μᾶς δίνει κάτι ὡς δωρεά, ἄν δέν θέλουμε κι ἐμεῖς νά τό ἀποδεχτοῦμε καί νά τό ἐνεργοποιήσουμε στή ζωή μας. «Συνεργοί Θεοῦ ἐσμεν», ὅπως λέει καί ὁ ἀπόστολος. Κι ἔχουμε λοιπόν τήν εὐθύνη νά ‘μαστε γαντζωμένοι πάνω στίς ἅγιες ἐντολές Του, γιά νά πατᾶμε στόν δρόμο Του, νά Τοῦ ἀφήνουμε χῶρο νά φανερώνεται μέσα ἀπό τόν καθένα μας, νά εἶναι Ἐκεῖνος μέσα ἀπό ἐμᾶς…».
«Δέν εἶναι δύσκολες οἱ ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, Γέροντα;» ρώτησε ὁ Νικόλας. «Τίς ἔχω διαβάσει, τίς διαβάζω, τίς ἀκούω, μά τίς βλέπω τόσο μακριά μου πού λέω πώς οὔτε καί μέ τά κυάλια δέν μπορῶ νά τίς φέρω κοντά μου. Γιά παράδειγμα, αὐτό πού ζητάει νά ἀγαπᾶμε τούς ἐχθρούς μας… Πόσο δύσκολο καί ἀκατόρθωτο φαντάζει!»
«Δέν ἔχεις ἄδικο, Νικόλα μου, ὄχι μόνο εἶναι δύσκολο, μά καί ἀκατόρθωτο, ὅπως λές», μάζεψε λίγο τό ἀντερί του ὁ Γέροντας κι ἔφτιαξε κάπως τόν καλογερικό του σκοῦφο. «Μά γιά ποιόν εἶναι ἀκατόρθωτο; Μόνο γιά τόν ἀβάπτιστο, ὅπως πρίν ἀπό λίγο εἴπαμε. Γιατί ἐκεῖνος δέν ἔχει τή δύναμη νά ξεπεράσει τό φράγμα τῆς ἁμαρτίας του καί τίς πονηρές ἐπιθέσεις. Ὁ βαπτισμένος ὅμως, τό ξανατονίζω, πορεύεται πάντοτε μαζί μέ τόν Χριστό. Ἐκεῖνος δίνει τή δύναμη τήν ὅποια ἀδυναμία νά τήν ξεπερνᾶ ὁ πιστός, καί μάλιστα ὅταν διαρκῶς ἀνανεώνει αὐτός τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ στή ζωή του μέ τή μετάνοιά του, ὅσες φορές κι ἄν ἁμαρτήσει, καί πάνω ἀπό ὅλα μέ τήν κοινωνία τοῦ ἁγία σώματος καί τοῦ ἁγίου αἵματος τοῦ Κυρίου. Εἶδες τί λέει ὁ μέγας ἀπόστολος τοῦ Κυρίου Παῦλος; «Ζῶ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός». Καί «πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με Χριστῷ». Ὁπότε δέν ὑπάρχει δικαιολογία, Νικόλα μου. Τήν ὅποια δικαιολογία πού θα προβάλει ὁ πιστός γιά νά κάνει πέρα τίς ἐντολές τοῦ Κυρίου, εἶναι «προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις». Δέν θέλουμε στήν οὐσία νά εἴμαστε μέ τόν Χριστό, δέν Τόν ἀγαπᾶμε δηλαδή, γι’ αὐτό καί λέμε ὅτι δέν μποροῦμε. Κι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μέ τό ἀψευδές στόμα Του τό βεβαίωσε. Μιλώντας γιά τίς ἐντολές Του, γιά τίς ὁποῖες εἶπε ὅτι εἶναι ὁ μόνος δρόμος γιά νά Τόν ἔχουμε μαζί Του, σημείωσε: “Αἱ ἐντολαί μου βαρεῖαι οὔκ εἰσι”».   
Ὁ Νικόλας εἶχε πέσει σέ περισυλλογή. Ἄκουγε καί καταλάβαινε αὐτά πού ἔλεγε ὁ Γέροντας, ἀλλά ἀπό τήν ἄλλη ἔβλεπε τό… φάντασμα τοῦ κακοῦ ἑαυτοῦ του. Ἤξερε πώς ὅταν φύγει ἀπό τόν Γέροντα καί ἐπιστρέψει πίσω στόν κόσμο, στήν καθημερινότητά του, θά εἶχε νά ἀντιμετωπίσει δυστυχῶς καί πάλι τά ἴδια. Τήν ταλαιπωρία, τό ξέσκισμα τῆς ψυχῆς του, τή θλίψη ἀπό τίς πτώσεις του. Ἀπό τή μιά χαιρότανε, ἀπό τήν ἄλλη, μή ἔχοντας καθόλου ἐμπιστοσύνη στόν ἑαυτό του, ἤθελε νά βάλει τά κλάματα.
Σάν νά κατάλαβε ὁ Γέροντας. Σηκώθηκε γιά λίγο, πῆγε λίγο πιό πέρα σ’ ἕνα βραχάκι διαμορφωμένο σάν μιά μικρή πηγούλα, ἄνοιξε τή βρύση καί κάνοντας τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ, μέ τόν μαστραπά ἤπιε λίγο νερό. Τόν γέμισε πάλι καί τόν ἔφερε τοῦ Νικόλα. «Πιές, παιδί μου, κι ἐσύ λίγο νά ξεδιψάσεις», τοῦ ‘πε καί τοῦ χάιδεψε λίγο τό κεφάλι. Κάθισε ὁ Γέροντας. «Λοιπόν, Νικόλα μου», εἶπε, «ξέρω καί πάλι τί σκέφτεσαι. Πῶς συγκεκριμένα θά ἀντιμετωπίσεις αὐτά πού ἀποτελοῦν πιά τροχοπέδη τῆς ζωῆς σου; Τί συγκεκριμένα μπορεῖς νά κάνεις, ὅταν μάλιστα ἔρχονται οἱ κρίσιμες ὧρες τῶν πειρασμῶν; Θά σοῦ πῶ κάτι καταρχάς γενικό πού εἶναι πολύ παρήγορο. Ὅσο δύσκολο καί νά σοῦ φαντάζει αὐτός ὁ ἀγώνας κατά τῆς φιληδονίας σου, σκέψου πώς ἀφενός εἶναι ἀγώνας μαζί μέ τόν Χριστό καί ὅλους τούς ἁγίους, ἀφετέρου κάνοντάς τον ἀρχίζεις καί συνηθίζεις. Κι ἄν συνηθίσεις νά πολεμᾶς καί μέ τή βοήθεια τοῦ Χριστοῦ νά νικᾶς, τότε αὐτό πού τή μιά μέρα ἦταν πολύ δύσκολο, γίνεται τήν ἑπόμενη λιγότερο δύσκολο, τήν ἄλλη ἀκόμη λιγότερο, μέχρις ὅτου ἐλέγχεις τά πράγματα πλήρως. Ἡ συνήθεια στόν πνευματικό ἀγώνα εἶναι μεγάλο πράγμα. Ὅπως ἡ συνήθεια στίς πονηρίες μᾶς κάνει ὑποχείριους σ’ αὐτές, ἔτσι καί στά καλά καί ἅγια πράγματα. Συνηθίζουμε τά ἅγια καί ἔπειτα ὅλα γίνονται μ’ ἕναν εὔκολο τρόπο. Ἡ συνήθεια δηλαδή γίνεται μία δεύτερη φύση μας.
»Κι ἔπειτα: μέχρι νά συνηθίσεις καί νά γίνεται εὔκολα ὁ πόλεμος, μάθε νά χρησιμοποιεῖς κάποια ὅπλα πού μᾶς ἐξυπηρετοῦν ἄμεσα στόν ἀγώνα μας αὐτόν. Γιά παράδειγμα: ἔρχεται ἕνας λογισμός σαρκικός πού πάει νά σέ ξεσηκώσει. Ἐφόσον ἔλθει μέ τή μορφή μιᾶς εἰκόνας – καί δέν μιλᾶμε βεβαίως γιά εἰκόνες πού ἐμεῖς οἰκειοθελῶς τίς δημιουργοῦμε μέ τό ἀνεξέλεγκτο τῆς ὅρασής μας – πρέπει μέ εἰκόνα νά ἀντιπαλέψουμε τήν εἰκόνα. Φύγε ἄν μπορεῖς ἀπό ἐκεῖ πού εἶσαι, ἄλλαξε δηλαδή παραστάσεις, κι ἄν δέν μπορεῖς, εἰκόνισε μέ παραστατική δύναμη μπροστά σου τόν Χριστό, τήν Παναγία μας, τούς ἁγίους μας. Βάλε τόν ἑαυτό σου μπροστά ἀκριβῶς στόν Ἐσταυρωμένο Χριστό, σάν νά εἶσαι πεσμένος στά γόνατα στή ρίζα τοῦ Σταυροῦ Του, κι ἀγκάλιασέ Τον. Μή φύγεις ἀπό ἐκεῖ μέχρις ὅτου φύγει ὁ πειρασμός. Γιατί ἄν εἶναι ἀπό τόν πονηρό, ὅπως σοῦ εἶπα καί δέν τόν δημιουργεῖς ἐσύ, τότε θά δεῖς νά ἐξαφανίζεται ὁ πειρασμός σύντομα. «Ἀντίστητε τῷ διαβόλῳ καί φεύξεται ἀφ’ ὑμῶν», σημειώνει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Μέ ὅ,τι τρόπο καί σχῆμα ἔρχεται ὁ πειρασμός, μέ τόν ἴδιο τρόπο καί σχῆμα ἀντιπάλεψέ τον. Μήν κάνεις μόνο τό σφάλμα νά θελήσεις νά «ἐπεξεργαστεῖς» τόν πονηρό λογισμό. Αὐτό εἶναι ἡ βέβαιη ἧττα σου. Κανείς δέν μπορεῖ νά ἀντιπαλέψει τόν διάβολο, ὅταν μάλιστα εἶναι ἀρχάριος. Χρειάζεται πλήρη περιφρόνηση καί στροφή πάραυτα στόν Κύριο καί τήν εἰκόνα Του.
»Καί πέραν τούτου: ἕνας τρόπος νά ξεπερνᾶμε τούς πειρασμούς εἶναι νά σκεφτόμαστε τίς ὀδυνηρές συνέπειες στήν ψυχή μας. Νά καλή ὥρα ὅ,τι γίνεται τώρα μέ σένα. Ἦλθες ἴδιο ράκος. Γεμάτος ἐνοχές, ὀδύνη καί θλίψη. Νά σκέπτεσαι λοιπόν τίς ἀρνητικές συνέπειες, οἱ ὁποῖες μπορεῖ νά πάρουν χαρακτήρα καί σωματικό. Νά ἐπιτρέψει δηλαδή ὁ Θεός καί κάποια ἀσθένεια, μήπως καί μᾶς συνετίσει. Θά πεῖς, μέ τήν τιμωρία τοῦ Θεοῦ νά κάνω τόν πνευματικό ἀγώνα; Ναί, σοῦ λέω, σκεφτόμενος καί τήν τιμωρία. Γιατί δέν εἶναι τιμωρία. Εἶναι παιδαγωγία Θεοῦ. Σάν τόν καλόγερο ἐκεῖνον – θυμήθηκα μιά ἱστορία ἀπό ἕνα ἀσκητικό κείμενο – πού μή ἀντέχοντας τόν σαρκικό πόλεμο ἔφυγε ἀπό τό μοναστήρι του καί βρέθηκε σ’ ἕνα καταγώγιο γιά νά ἱκανοποιήσει τό πάθος του. Καί τί ἔγινε; Ὁ φιλάνθρωπος Θεός, γιά νά μή χάσει ὁ καλόγερος ὅλους τούς κόπους του, ἐπέτρεψε τήν ὥρα πού κατέβαινε τά σκαλοπάτια τοῦ πονηροῦ οἰκήματος καί γέμισε ἀπό… λέπρα. Ἄκουσες, Νικόλα; Γέμισε λέπρα ὁ καλόγερος, εἶδε τήν κατάντια του κι ἐπέστρεψε μετανοημένος καί γεμάτος δάκρυα στό μοναστήρι του. Κι εὐγνωμονοῦσε τόν Θεό, γιατί ἔτσι γλίτωσε ἀπό τόν θάνατο τῆς ἁμαρτίας. Καί δέν εἶναι τό μόνο παράδειγμα ἀπό τήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας σ’ αὐτό τό θέμα…».
Ἔκοψε τόν λόγο του ἀπότομα ὁ Ἀκάκιος. Ἔνιωσε πώς εἶπε πολλά κι ἴσως περισσότερα ἀπό ὅσα ἔπρεπε. Ἔβλεπε ὅμως ὅτι ὁ λόγος του δέν πήγαινε χαμένος. Ἡ ἔκφραση τοῦ Νικόλα εἶχε ἀλλάξει. Τό πρόσωπό του ζωντάνεψε, τά μάτια του σάν νά φωτίστηκαν ἀπό ἕνα ὑπερκόσμιο φῶς. Φαινόταν ὅτι ἡ θέλησή του εἶχε δυναμώσει. Καί πράγματι, αὐτή ἦταν ἡ ἀλήθεια».
«Γέροντα», εἶπε, καθησυχασμένος κι ἀναπτερωμένος, «σᾶς εὐχαριστῶ πολύ. Ἦλθα καταπτοημένος καί ἀπογοητευμένος, ἀλλά θά φύγω μέ ἀπόφαση ἀλλαγῆς καί πνευματικοῦ ἀγώνα. Ἀμέσως μόλις κατέβω, θά ξαναπάω στόν πνευματικό μου καί θ’ ἀρχίσω νά προσέχω περισσότερο τίς παρέες μου καί βεβαίως τά ἀπρόσεκτα βλέμματά μου. Καταλαβαίνω ὅτι ὁ Χριστός μέ θέλει καί μέ κυνηγάει, ἀλλά θέλει καί τή δική μου ἀνταπόκριση. Σᾶς παρακαλῶ, Γέροντα, νά μέ ἔχετε στήν προσευχή σας. Ἡ θέλησή μου τώρα μοιάζει χαλυβδωμένη, μά θά περιμένω μᾶλλον καί πάλι τήν ἐπίθεση τῆς χαλάρωσής της. Μή μέ ξεχνᾶτε. Σᾶς ζητῶ συγγνώμη πού σᾶς «ἔφαγα» τό μεσημέρι, ἀλλά μέ εἴδατε πόσο ἀνάγκη εἶχα νά δῶ τό πρόσωπό σας, ν’ ἀκούσω τόν λόγο σας…».
Ὁ Γέροντας πῆγε μέσα στό κελί κι ἐπέστρεψε μέ μία μικρή σακούλα. «Σοῦ ἔβαλα κάποια λίγα πράγματα γιά τήν ἐπιστροφή σου», τοῦ εἶπε, «ἀλλά πάρε καί τοῦτο», τοῦ πρότεινε τό κομποσχοίνι του. «Πάρε νά τό ‘χεις σάν ὅπλο σου κατά τοῦ διαβόλου καί κατά τῶν παθῶν μας. Μ’ αὐτό μαστιγώνουμε τόν διάβολο καί μᾶς τρέμει…  Νικόλα μου, στήν εὐχή τοῦ Θεοῦ κι ἡ Παναγιά μαζί σου…».
Ἀγκάλιασε μέ στοργή τό νεαρό παλληκάρι καί τόν ἀσπάστηκε. Ὁ Νικόλας πῆρε τό χέρι τοῦ Γέροντα καί τό φίλησε μέ εὐλάβεια. Πῆρε τόν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς. Ἡ εὐλογία τοῦ χεριοῦ τοῦ Γέροντα ἦταν ἡ τελευταία εἰκόνα πού κράτησε καθώς ἔφευγε. Ἔνιωθε τήν καρδιά του νά τραγουδάει. Καί μαζί μέ τό τραγούδι της εἶδε αὐτήν τή φορά καί τό τραγούδι ὅλης τῆς φύσης καθώς κατέβαινε. Τοῦ ‘ρθε νά τραγουδήσει μ’ ὅλη τή δύναμη τῶν πνευμόνων του… νά ψάλει καί νά… χορέψει!

Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2018

ΔΡΑΣΚΕΛΙΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΩΣ... (17)


Υπάρχει μια απορία συχνά στον καλοπροαίρετο χριστιανό, όταν ακούει κι όταν κλωθογυρίζει στο μυαλό του την κεντρική εντολή που ο Θεός έχει δώσει στον άνθρωπο, δηλαδή να Τον αγαπήσει «εξ όλης της ψυχής, εξ όλης της καρδίας, εξ όλης της διανοίας, εξ όλης της ισχύος»: πού να στραφώ για να βρω Αυτόν τον Θεό, που να στρέψω το βλέμμα μου για να Τον συναντήσω; Κι υπάρχουν φορές που στρέφεται ο πιστός σε κάτι θολό και κενό, σε κάτι μετέωρο – δεν ξέρει πού να ακουμπήσει κυριολεκτικά την καρδιά και τον λογισμό του. Αλλά ο Κύριος και οι άγιοί μας είναι σαφείς: Ο Κύριος βρίσκεται πρώτα από όλα στο πρόσωπο του κάθε συνανθρώπου μας – «εφόσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου εμοί εποιήσατε» -, βρίσκεται στην ίδια την ύπαρξη τη δική μας – στο σώμα και την ψυχή μας «άτινά εστι του Θεού» -, βρίσκεται σε κάθε τι που υφίσταται στον κόσμο, είτε ζώο είτε φυτό είτε πέτρα, πράγματι σε όλο το σύμπαν. Αυτονόητα βέβαια όχι ως ουσία αλλά ως ενέργεια – την ουσία του Θεού δεν την αγγίζει κανείς πέραν της Τριαδικής Θεότητας. Ο Θεός δηλαδή ψηλαφάται μέσα στα δημιουργήματά Του, τα οποία επειδή ακριβώς είναι δικά Του ελκύουν την αγάπη του καλοπροαίρετου πιστού. Οπότε αγαπάμε Κύριο τον Θεό μας, όταν Τον αναγνωρίζουμε στα πάντα  της δημιουργίας Του και η καρδιά μας στρέφεται μέσω αυτών σ’ Εκείνον που είναι «το άκρον των εφετών». Αυτό το «κυνηγητό» του Χριστού και Θεού μας σε ό,τι τελικά αποτελεί παρουσία Του, («εις οσμήν μύρου σου έδραμον, Χριστέ»), είναι κι αυτό που κάνει τον άνθρωπο να ζει εκστατικά την ύπαρξή του, που θα πει να ζει με τον τρόπο που τον φέρνει μπρος στην αληθινή πραγματικότητα του εαυτού του: να νιώθει μέλος Χριστού και αλλήλων.  

Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2018

Η ΣΥΛΛΗΨΙΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΑΝΝΗΣ



«Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, θέλοντας να ετοιμάσει για τον Εαυτό Του έμψυχο και άγιο οίκο για κατοικία Του, απέστειλε τον άγγελο Αυτού προς τους Δικαίους Ιωακείμ και Άννα (από τους οποίους θέλησε να προέλθει η κατά σάρκα μητέρα Του) και προμήνυσε τη σύλληψη της άγονης και στείρας Άννας, για να καταστήσει βέβαιη τη γέννηση της Παρθένου. Γι’  αυτό και συνελήφθη η αγία Παρθένος Μαρία και γεννήθηκε, όχι όπως μερικοί λένε, επτά μηνών ή χωρίς άνδρα, αλλά γεννήθηκε σε εννέα τέλειους μήνες, όπως και από υπόσχεση μεν Θεού, από συνάφεια όμως και σπορά άνδρα. Διότι μόνος ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός γεννήθηκε από την αγία Παρθένο Μαρία απορρήτως και ανερμηνεύτως, καθώς γνωρίζει μόνος Εκείνος, χωρίς των θελημάτων της σαρκός, και ενώ είναι τέλειος Θεός προσέλαβε όλη την τελειότητα της κατά σάρκα οικονομίας Του, όπως δημιούργησε και έπλασε τη φύση των ανθρώπων από την αρχή.
Αυτήν λοιπόν την ημέρα πανηγυρίζουμε, διότι υπενθυμίζει τους χρησμούς που δόθηκαν από άγγελο, ο οποίος ευαγγελίστηκε την αγία  σύλληψη της αγνής Θεομήτορος. Αυτούς τους χρησμούς εκπληρώνοντας ο Θεός που δημιούργησε  τα σύμπαντα εκ του μηδενός, διέγειρε τη στείρα κοιλιά για να καρποφορήσει. Και έκανε παιδοτόκο μητέρα κατά παράδοξο τρόπο αυτήν που έφτασε σε βαθειά γεράματα  χωρίς παιδιά, δίνοντάς της τη χάρη αυτή σαν άξιο τέλος της δίκαιης αίτησης των Δικαίων. Από αυτό το δώρο του Θεού σε αυτούς, δηλαδή την Παναγία, έμελλε ο Ίδιος  να γεννηθεί ως ενσαρκωθείς Θεός -  καθώς ευδόκησε οι σώφρονες αυτοί να την γεννήσουν, αυτήν δηλαδή που προορίστηκε και εκλέχτηκε από όλες τις γενιές.  Τελείται δε αυτή η Σύναξη στον σεβάσμιο οίκο της Θεοτόκου, που βρίσκεται στα Ευόρανα, πλησίον της αγιωτάτης Εκκλησίας».
 
Το πρώτο που τονίζει η ακολουθία της εορτής, η οποία και αυτή στηρίζεται σε πηγές πέραν της Καινής Διαθήκης – δείγμα, είχαμε πει σε ανάλογο προβληματισμό άλλης εορτής για την Παναγία, της ελευθερίας της ίδιας της Εκκλησίας να προσλαμβάνει υλικό και έξω από την Αγία Γραφή, όταν βλέπει ότι είναι αληθινό – το πρώτο λοιπόν που τονίζει είναι το γεγονός ότι η σύλληψη και η γέννηση ενός παιδιού δεν είναι θέμα μόνον των γονιών του. Πολλά ζευγάρια, και μάλιστα χωρίς να έχουν ιδιαίτερο ιατρικό πρόβλημα, αδυνατούν να τεκνοποιήσουν, με αποτέλεσμα να θλίβονται, να αγχώνονται, να προσπαθούν να εξεύρουν διάφορες λύσεις προς υπέρβασή του. Για την πίστη της Εκκλησίας μας, η σύλληψη και η γέννηση είναι θέμα συνεργασίας του ζεύγους και της ίδιας της ενέργειας του Θεού. «Ο Θεός διανοίγει την μήτραν της γυναικός» μας διδάσκει ο λόγος του Θεού, που σημαίνει ότι ο άνθρωπος ως ζεύγος προσφέρει τον εαυτό του και ο Θεός ενεργοποιεί και μεταποιεί την προσφορά αυτή, ώστε να υπάρξει η καρποφορία. Δεν έχει σημασία αν έχει επίγνωση αυτής της πραγματικότητας τις περισσότερες φορές ο άνθρωπος. Η ενέργεια του Θεού λειτουργεί, έστω και κατά τρόπο ανεπίγνωστο από πολλούς, όπως αντιστοίχως συμβαίνει και με την ίδια την ύπαρξη του ανθρώπου και του κάθε όντος επί γης, που η ενέργεια του Θεού τα φέρνει σε φως και τα διακρατεί, είτε υπάρχει η πίστη σ’ Αυτόν είτε όχι. «Ο γαρ Θεός εστίν ο διδούς πάσι ζωήν και πνοήν και τα πάντα», κατά τον λόγο του αποστόλου Παύλου στους Αθηναίους στον Άρειο Πάγο.
Η ατεκνία λοιπόν ενός ζεύγους εξαρτάται και από το θέλημα του Θεού, που σημαίνει λειτουργεί εν προκειμένω κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο του Ίδιου, το οποίο συνήθως το ζεύγος αδυνατεί να το κατανοήσει παρά μόνον μετά από μικρό ή μεγάλο χρονικό διάστημα. Η επίγνωση όμως της συνεργείας αυτής, Θεού και ανθρώπου, για ένα τόσο μεγάλο έργο: τον ερχομό στον κόσμο ενός παιδιού, μπορεί να ενεργοποιήσει την προσευχή του ανθρώπου, την εκζήτηση από Αυτόν της χάρης Του, ώστε να «μεταβάλει» ακόμη και αυτό το σχέδιό Του. Και πράγματι, όχι λίγες φορές, ο Θεός μεταστρέφεται, υπακούοντας στο αίτημα των ανθρώπων, και δίνει τη χάρη της καρποφορίας στη γυναίκα και την υπέρβαση επομένως της ατεκνίας της.
Τον προβληματισμό αυτό τον βλέπουμε, όπως είπαμε, έντονα και στη συγκεκριμένη εορτή της συλλήψεως της αγίας Άννης. Άτεκνο το άγιο ζεύγος του Ιωακείμ και της Άννης, δεν χάνει όμως την ελπίδα του στον Θεό. Και μάλιστα σε εποχή για τους Ιουδαίους,  που η ατεκνία θεωρείτο μέγα όνειδος, ντροπή, αφού αποδείκνυε ότι το συγκεκριμένο ζεύγος δεν μπορούσε να θεωρηθεί μέσον ερχομού του Μεσσία στον κόσμο. Και γι’ αυτό αποδύεται σε προσευχή. Η δραματική ένταση των ύμνων εν προκειμένω φτάνει στο απώγειό της: «Αδωναΐ Σαβαώθ, το της απαιδίας οίδας όνειδος∙ αυτός την οδύνην μου, της καρδίας διάλυσον, και τους της μήτρας, καταρράκτας διάνοιξον, και την άκαρπον, καρποφόρον ανάδειξον». (Κύριε των Δυνάμεων, γνωρίζεις την ντροπή της απαιδίας. Συ λοιπόν διάλυσε την οδύνη της καρδιάς μου και διάνοιξε τους καταρράκτες της μήτρας και ανάδειξέ με, εμένα που είμαι άκαρπη, καρποφόρο).  Και η προσευχή της εισακούεται. Ο Θεός επιβλέπει επί το άγιο ζεύγος. «Πάλαι προσευχομένη πιστώς, Άννα η σώφρων και Θεώ ικετεύουσα, Αγγέλου φωνής ακούει, προσβεβαιούντος αυτή, την των αιτουμένων θείαν έκβασιν». (Παλαιά καθώς προσευχόταν με πίστη η Αννα η σώφρων και ικέτευε τον Θεό, ακούει φωνή Αγγέλου, που την βεβαίωνε ότι ο Θεός θα πραγματοποιήσει τις προσευχές της). «Υπήκουσε της Άννης Θεός τους στεναγμούς και προσέσχε Κύριος δεήσει τη αυτής». (Υπάκουσε ο Θεός τους στεναγμούς της Άννας και πρόσεξε ο Κύριος τη δέησή της).
Το γεγονός της επέμβασης του Θεού, που τη στείρωση την κάνει καρπογονία, το προσλαμβάνει ο υμνογράφος για να το διευρύνει και επί πνευματικού επιπέδου: πέρα από το ότι κάνει αναδρομή στο παρελθόν για να δείξει αντίστοιχες καταστάσεις της Παλαιάς Διαθήκης – «Συ ο τη Σάρρα δους ποτέ εν γήρα βαθυτάτω…υιόν τον μέγαν Ισαάκ∙ συ ο διανοίξας την στειρεύουσαν νηδύν της Άννης, Παντοδύναμε, μητρός Σαμουήλ του προφήτου σου» (Συ, παντοδύναμε, που έδωσες κάποτε σε βαθύτατο γήρας στη Σάρρα υιό, τον μέγα Ισαάκ, συ που διάνοιξες τη στείρα κοιλιά  της Άννας, της μητέρας του προφήτου σου Σαμουήλ) – θεωρεί ότι ο Θεός, όπως παλιά, όπως τώρα με την Άννα, κατεξοχήν όμως μετά τον ερχομό Του στον κόσμο, μπορεί την άνυδρη και χωρίς χάρη ανθρώπινη φύση να την μεταβάλει και να της δώσει τη δροσιά που πρέπει, ώστε να καρποφορήσει. «Η του κόσμου σήμερον χαρά, λόγω προκηρύττεται, και μητρικάς οδύνας εις ευφρόσυνον χαρμονήν μεθίστησι, και πολύτεκνον την της φύσεως στείρωσιν έσεσθαι μηνύει, έργοις τοις της χάριτος πληθύνουσαν». (Η χαρά του κόσμου σήμερα προκηρύσσεται με λόγο και αλλάζει τις μητρικές οδύνες σε χαρά ευφροσύνης, και φανερώνει ότι η στείρωση της φύσης θα γίνει καρποφόρα, που πληθαίνει με τα έργα της χάρης). Κι αυτό σημαίνει ότι εμείς που ζούμε πια μετα Χριστόν, σε οποιαδήποτε κατάσταση ξηρασίας και αν βρισκόμαστε, πνευματική ή ηθική, αν στραφούμε με πίστη στον Θεό, θα δούμε τη θαυματουργική επέμβασή Του. Ο Θεός θα διανοίξει τις πόρτες της καρδιάς μας, ώστε να πλημμυρίσουμε από την παρουσία της χάρης Του. Αρκεί να υπομένουμε και να επιμένουμε.
Κι είναι περιττό βεβαίως και να σημειώσουμε ότι η σύλληψη της αγίας Άννης αποτελεί εορτή της Εκκλησίας μας όχι πρωτίστως για να δείξει το αποτέλεσμα της υπομονής και της επιμονής στη δέηση του Θεού, αλλά διότι με τη σύλληψή της αυτή μπαίνουν οι βάσεις για τη γέννηση Εκείνης, η οποία σαν νέος ουρανός θα έφερνε τον κόσμο τον ήλιο Χριστό, τον Σωτήρα του κόσμου. Με την προοπτική του ερχομού του Κυρίου φωτίζεται και αυτή η εορτή, συνεπώς είναι μία ακόμη αφορμή δοξολογίας του αγίου ονόματός Του. «Ο νέος ουρανός, εν κοιλία της Άννης τεκταίνεται Θεού παντουργού επινεύσει∙ εξ ου και επέλαμψεν ο ανέσπερος ήλιος, κόσμον άπαντα φωταγωγών ταις ακτίσι της Θεότητος» (Ο νέος ουρανός, δηλαδή η Παναγία,  με τη θέληση του παντουργού Θεού φτιάχνεται στην κοιλιά της Άννας. Από αυτόν τον ουρανό έλαμψε δυνατά και ο ανέσπερος ήλιος, δηλαδή ο Χριστός, που δίνει φως σε όλον τον κόσμο με τις ακτίνες της θεότητας).

 

ΚΥΡΙΑΚΗ Ι´ ΛΟΥΚΑ (῾Η Σύλληψις τῆς ἁγίας ῎Αννης)


 

῾Η δέ ἄνω ῾Ιερουσαλήμ ἐλευθέρα ἐστίν, ἥτις ἐστίν μήτηρ πάντων ἡμῶν᾽ 
(Γαλ. 4, 26)

α. ῾Η ὑπέρβαση τῆς στειρότητας τῆς ἁγίας ῎Αννας, μητέρας τῆς ῾Υπεραγίας Θεοτόκου, διά τῆς ἐν πίστει στόν Θεό προσευχῆς της, εἶναι ἡ αἰτία πού ἡ ᾽Εκκλησία μας ἐπέλεξε σήμερα τό συγκεκριμένο ἀπό τήν πρός Γαλάτας ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Παύλου ἀνάγνωσμα. ῾Ο ἀπόστολος θυμίζει στούς Γαλάτες ὅτι ἀπό τά δύο τέκνα τοῦ ᾽Αβραάμ – τόν ᾽Ισμαήλ ἀπό τή γόνιμη δούλη του  ῎Αγαρ καί τόν ᾽Ισαάκ ἀπό τήν ἐλεύθερη ἀλλά στείρα γυναίκα του Σάρρα - ἐκεῖνο πού εὐλογήθηκε ἀπό τόν Θεό ἦταν ὁ γιός τῆς στείρας γυναίκας του, ἀπό τήν ὁποία προῆλθε καί ὁ λαός τοῦ Θεοῦ ᾽Ισραήλ.  Κι αὐτό γιατί ἦταν ὁ καρπός τῆς ὑπόσχεσης τοῦ Θεοῦ καί τῆς πίστεως τοῦ ᾽Αβραάμ. ᾽Αντιστοίχως  λειτούργησε καί ἡ εὐλογία πού δόθηκε στή στείρα ῎Αννα: γέννησε τήν Παναγία μας πού ἦταν καί αὐτή ὁ καρπός τῆς πίστεως καί τῆς προσευχῆς τῶν γονέων της καί ἀναδείχθηκε ἡ γέφυρα ῾δι᾽ ἧς κατέβη᾽ ὁ Θεός στόν κόσμο ἐν προσώπῳ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, μέ ἀποτέλεσμα τή σωτηρία τοῦ σύμπαντος κόσμου.  
 
β. 1. Δέν θά σταθοῦμε σήμερα στήν ἁγία ῎Αννα καί στόν ἅγιο ᾽Ιωακείμ, τούς σεμνούς καί δικαίους αὐτούς ἀνθρώπους ἀπό τήν εὐλογημένη σχέση τῶν ὁποίων προῆλθε ἡ κατεξοχήν ῾Κεχαριτωμένη θεόπαις Μαριάμ᾽ - ὅ,τι συνιστᾶ καί τό περιεχόμενο τῆς σημερινῆς ἑορτῆς. Μολονότι ἡ ᾽Εκκλησία μας προβάλλει τήν ἁγιότητα καί τή δικαιοσύνη τους, προκειμένου νά τονίσει βεβαίως τόν ἐρχομό τοῦ Σωτῆρα Χριστοῦ, ἐκεῖνο πού θά μᾶς ἀπασχολήσει περισσότερο εἶναι ἡ θεολογική ἀποτίμηση πού κάνει στό ἀνάγνωσμα ὁ ἀπόστολος Παῦλος γιά τήν ῾ἀλληγορούμενη᾽ Σάρρα, στό πρόσωπο τῆς ὁποίας εἰκονίζεται ἡ ἄνω ῾Ιερουσαλήμ, δηλαδή ἡ ᾽Εκκλησία πού ἵδρυσε ὁ Χριστός, ῾ἥτις ἐστίν μήτηρ πάντων ἡμῶν᾽.
 
2. ῾Η ἄνω ῾Ιερουσαλήμ λοιπόν, ἡ ᾽Εκκλησία, εἶναι, κατά τόν ἀπόστολο, ἡ Μητέρα ὅλων μας. ῎Οχι μόνο μιᾶς ὁμάδας ἀνθρώπων ἤ ἑνός ἔθνους – αὐτό πού τόνιζε ἡ ῾ἐπίγειος ῾Ιερουσαλήμ᾽: τό γένος τῶν ῾Εβραίων - ἀλλά τοῦ κάθε ἀνθρώπου σέ ὅλα τά μήκη καί τά πλάτη τῆς γῆς· κι ἀκόμη: τῆς κάθε ἐποχῆς εἴτε τῆς παρελθούσας εἴτε τῆς παρούσας εἴτε κι αὐτῆς τῆς μέλλουσας. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ Μάνα αὐτή εἶναι ἡ ἴδια καί γιά τούς στόν κόσμο τοῦτο ζῶντες: τή στρατευόμενη λεγόμενη ᾽Εκκλησία, καί γιά τούς κεκοιμημένους: τή θριαμβεύουσα ὀνομαζόμενη.
Ποιά ἡ αἰτία γιά τήν τεράστια αὐτή ἀγκαλιά μιᾶς Μάνας πού ποτέ στήν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας δέν φάνηκε παρόμοια κι οὔτε ποτέ θά φανεῖ; Ποῦ ἔγκειται δηλαδή ἡ ἀπόλυτη αὐτή μοναδικότητά της; Στό γεγονός ἀσφαλῶς ὅτι ἡ ἄνω αὐτή ῾Ιερουσαλήμ συνιστᾶ τό σῶμα τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ μας ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ. ῾Καί αὐτός ἐστιν κεφαλή τοῦ σώματος, τῆς ᾽Εκκλησίας᾽. ᾽Επειδή λοιπόν ὁ Χριστός εἶναι ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ πού ῾σάρξ ἐγένετο καί ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν᾽ καί μέ τήν ἐνσάρκωσή Του αὐτή προσέλαβε τόν ἄνθρωπο μέσα στό σῶμα Του ῾ὅ ἐστιν ἡ ᾽Εκκλησία᾽, γι᾽ αὐτό ἀκριβῶς καί τό σῶμα Του αὐτό ἔγινε ἡ Μάνα ὅλων. Πῶς ἀλλιῶς λοιπόν θά χαρακτηριστεῖ αὐτή - ὁ ῾τόπος᾽ στόν ὁποῖο ἀναγεννᾶται ὁ ἄνθρωπος καί διανοίγονται οἱ ὀφθαλμοί του γιά νά δεῖ καί νά ζήσει τήν ἀλήθεια αὐτή τῆς πατρότητας τοῦ Χριστοῦ - παρά μέ τήν ἱερή λέξη τῆς Μητέρας;
Μέ ἄλλα λόγια ἡ ᾽Εκκλησία ὡς σῶμα Χριστοῦ εἶναι Μητέρα μας, διότι προσφέροντας τήν ἐν Χριστῷ γέννησή μας μᾶς κάνει νά ζοῦμε Αὐτόν ὡς Πατέρα. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἡ κολυμβήθρα χαρακτηρίζεται ὡς ἡ ῾κοιλιά᾽ τῆς ᾽Εκκλησίας, ἐνῶ στῆθος της θεωρεῖται κατεξοχήν τό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, μέ τό ὁποῖο τρεφόμαστε τήν ἀληθινή τροφή – τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Δημιουργοῦ μας – καί στό ὁποῖο Τόν παρακαλοῦμε νά μᾶς καταξιώνει ῾μετά παρρησίας, ἀκατακρίτως, τολμᾶν ἐπικαλεῖσθαι Αὐτόν Πατέρα᾽. Πόσο ὄμορφα ἐκφράζει τήν ἀλήθεια αὐτή μεταξύ πολλῶν ἄλλων ἁγίων μας βεβαίως καί ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης Χρυσόστομος ὅταν τονίζει: ῾Κανείς δέν μπορεῖ νά ἔχει τόν Θεό Πατέρα, ἄν δέν ἔχει τήν ᾽Εκκλησία Μητέρα᾽!
 
3.  Στήν πραγματικότητα βέβαια οἱ ὅροι, οἱ λέξεις ἔχουν σημασία στόν βαθμό πού ἀποτελοῦν ὀχήματα ἐννοιῶν. Θέλουμε νά ποῦμε ὅτι εἴτε μιλᾶμε γιά τόν Πατέρα εἴτε γιά τή Μητέρα καί τά τέκνα τους ἀναφερόμαστε ὄχι σέ κάτι ἐξωτερικό καί ἐπιφανειακό, ἀλλά σέ ὅ,τι παραπέμπει στή στενότερη καί οὐσιαστικότερη σχέση πού ὑπάρχει: τή σχέση αἵματος, δηλαδή τήν ὀργανική καί σχεδόν σχέση ταύτισης πού ὑφίσταται μεταξύ γονέων καί τέκνων. ῾Ο πιστός δηλαδή μέσα στή Μάνα ᾽Εκκλησία ζεῖ ὡς ῞Ενα μέ τόν Χριστό - ῾ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός᾽ κατά τόν ἀπόστολο – γι᾽ αὐτό καί τελικῶς ἤ Πατέρα πεῖ κανείς τόν Χριστό ἤ Μητέρα του εἶναι τό ἴδιο. Μιλᾶμε ἄλλωστε γιά τήν ᾽Εκκλησία πού ὡς σῶμα Χριστοῦ εἶναι αὐτός ὁ Κύριος. ῾῾Ο Χριστός παρατεινόμενος εἰς τούς αἰῶνας᾽ εἶναι ἡ ᾽Εκκλησία, κατά τή γνωστή φράση ἐκκλησιαστικοῦ Πατέρα. ῎Αν ὁ ἴδιος ὁ Κύριος - ἐκτός τοῦ ὅτι εἶναι ὁ Πατέρας μας - μᾶς εἶπε ὅτι καί ἐμεῖς γινόμαστε μητέρα Του καί ἀδέλφια Του, πολύ περισσότερο δέν ἰσχύει τοῦτο γιά τή μητρότητα ᾽Εκείνου ἀπέναντί μας; ῾Μήτηρ μου καί ἀδελφός μου καί ἀδελφή μου οὗτοί εἰσιν, οἱ τόν λόγον τοῦ Θεοῦ ἀκούοντες καί τηροῦντες αὐτόν᾽; 
 
4. Κι ἀκριβῶς τά τελευταῖα λόγια τοῦ Κυρίου θέτουν τίς προϋποθέσεις ὀρθῆς βίωσης ἀπό πλευρᾶς μας τῆς πατρότητας καί τῆς μητρότητας Αὐτοῦ, ὅπως καί τῆς ᾽Εκκλησίας Του. Διότι ναί μέν τό βάπτισμα συνιστᾶ τήν ἐν Χριστῷ γέννησή μας, τό χρίσμα τήν ἐν Χριστῷ κίνησή μας διά τῶν χαρισμάτων τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἡ Θεία Εὐχαριστία τήν ἐν Κυρίῳ τροφή μας, ὅμως αὐτά δέν λειτουργοῦν μαγικά καί αὐτόματα. ῾Συνεργοί Θεοῦ ἐσμεν᾽ πού σημαίνει: ἄν κι ἐμεῖς δέν ἀνταποκριθοῦμε στίς δωρεές τῆς χάρης Του, ὄχι μόνον δέν λειτουργοῦν αὐτές  σωστά, ἀλλά γίνονται καί προσκόμματα καί πράγματα ἐπικίνδυνα γιά τήν πνευματική ζωή μας. ῾Πᾶν κλῆμα ἐν ἐμοί  μή φέρον καρπόν  ἐκκόπτεται καί εἰς πῦρ βάλλεται᾽ σημειώνει ὁ Κύριος. ῾Η ἑνότητα μέ τόν Κύριο μᾶς δόθηκε διά τοῦ βαπτίσματος, ἀλλά ἡ καρποφορία ἐξαρτᾶται καί ἀπό ἐμᾶς.
Οἱ τόν λόγον τοῦ Θεοῦ ἀκούοντες καί τηροῦντες αὐτόν᾽ λοιπόν. ῾Η δική μας εὐθύνη γιά νά εἴμαστε παιδιά τῆς Μάνας ᾽Εκκλησίας καί τοῦ Πατέρα Θεοῦ μας εἶναι νά βρισκόμαστε πάνω τίς ἐντολές Του. ῞Οσο γνωρίζουμε τίς ἐντολές Του καί προπαντός προσπαθοῦμε νά τίς τηροῦμε, τόσο περισσότερο καί ἡ υἱϊκή σχέση μας μαζί Του θά διατηρεῖται καί θά αὐξάνει. Διαφορετικά, μόνον ἡ ἐν Χριστῷ γέννησή μας διά τοῦ βαπτίσματος χωρίς τή δική μας ἀνταπόκριση θά κατανοεῖται ὡς σφράγισμα ἑνός ἄδειου σακκιοῦ (Γέρων Παΐσιος). Κι ἐπειδή ὅλες οἱ ἐντολές τοῦ Χριστοῦ καί Θεοῦ συγκεφαλαιώνονται στήν πίστη σ᾽ ᾽Εκεῖνον καί τήν ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο - ῾αὕτη ἐστίν ἡ ἐντολή Αὐτοῦ, ἵνα πιστεύσωμεν τῷ ὀνόματι τοῦ Υἱοῦ Αὐτοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ καί ἀγαπῶμεν ἀλλήλους᾽ -  συνεπῶς στόν βαθμό πού ἔχουμε τήν πίστη καί τήν ἀγάπη αὐτή ζοῦμε ὡς γνήσια τέκνα Του καί ὄχι ὡς νόθα πού καπηλεύονται τό ἅγιο ὄνομά Του.
 
γ. Δύο συμπεράσματα βγαίνουν κατά φυσικό τρόπο:
 
(α) ῞Ολοι οἱ ἄνθρωποι, ἰδιαιτέρως οἱ ἐν Χριστῷ βαπτισμένοι καί μέλη συνεπῶς τῆς Μάνας ᾽Εκκλησίας, εἴμαστε μεταξύ μας ἀδέλφια. Δέν εἶναι σχῆμα λόγου ὁ χαρακτηρισμός τοῦ κάθε χριστιανοῦ καί τοῦ κάθε ἀνθρώπου ὡς ἀδελφοῦ στήν ᾽Εκκλησία μας.  ῞Οταν οἱ χριστιανοί ἐνεργείᾳ καί ὅλοι οἱ ἄνθρωποι δυνάμει βγαίνουμε ἀπό τήν ἴδια ῾κοιλιά᾽ αὐτῆς, τήν κολυμβήθρα, κι ὅταν τόν ἴδιο Θεό ἀναγνωρίζουμε ὡς Πατέρα, κι ἀκόμη: ὅταν ρέει στίς φλέβες μας τό ἴδιο αἷμα τοῦ Κυρίου μας, δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει ἄλλος χαρακτηρισμός ἀπό αὐτόν, δηλαδή τοῦ ἀδελφοῦ. ῾Πάντες εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ ᾽Ιησοῦ᾽.
 
(β) ῎Αν δέν μπορεῖς νά ἔχεις τόν Θεό Πατέρα χωρίς νά ἔχεις τήν ᾽Εκκλησία Μάνα, σημαίνει ὅτι διαγράφοντας γιά διαφόρους λόγους τήν ᾽Εκκλησία ἀδυνατεῖς νά σχετιστεῖς ἀληθινά καί πραγματικά μέ τόν Θεό. ῾Η πρόχειρη δικαιολογία ὅτι οἱ κληρικοί δέν ζοῦν πολλές φορές ὅπως πρέπει εἶναι πιά παιδαριώδης: ἔχει τονιστεῖ ἐπαρκῶς καί ποικιλοτρόπως ὅτι οἱ κληρικοί συνιστοῦν καί αὐτοί μέλη τῆς ᾽Εκκλησίας καί δέν συγκροτοῦν αὐτοί τήν ᾽Εκκλησία. Τυχόν πτώση κάποιου ἤ κάποιων κληρικῶν, ἁπλῶν ἤ μεγαλοσχημόνων, δέν ἐπηρεάζει τό εἶναι καί τή λειτουργία της, ἀφοῦ ἡ ᾽Εκκλησία εἶναι ἁγία καί ἄμωμος λόγω τοῦ Χριστοῦ ὡς κεφαλῆς Της καί τοῦ ἁγίου Πνεύματος ὡς ψυχῆς της. ῾Οπότε:  μή πετροβολᾶμε τή Μάνα μας, ἄν θέλουμε νά ἔχουμε τόν Πατέρα μας καί νά μή νιώθουμε ὀρφανοί κι ἐδῶ στή γῆ καί αἰωνίως. Τό ὅποιο πετροβόλημα μέ ἄλλα λόγια γυρίζει τελικῶς πίσω, δηλαδή ἐπάνω στά κεφάλια μας.  

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΠΑΤΑΠΙΟΣ


           Φαίνεται λίγο περίεργο το γεγονός ότι ένας τόσο μεγάλος ασκητής σαν τον όσιο Πατάπιο, με τόση σκληραγωγία απέναντι στον εαυτό του, είχε μία απέραντα τρυφερή καρδιά, έτοιμη να καμφθεί μπροστά στις ικεσίες του κάθε πονεμένου. Αλλά η άσκηση ενός χριστιανού πιστού σ’ αυτό ακριβώς δεν αποσκοπεί; Να ελέγξει ο ίδιος, με τη χάρη του Θεού, τα πάθη του εγωισμού του και να τα μεταποιήσει σε πάθος αγάπης. Έτσι όσο πιο σκληρή η σκληραγωγία, τόσο και πιο «σάρκινη» η καρδιά, τόσο και μεγαλύτερη η ευαισθησία και η τρυφερότητα. Μην ξεχνάμε ότι ο σκοπός των πάντων στην πνευματική ζωή της Εκκλησίας μας είναι να φθάσει ο άνθρωπος να ζει ορθά την αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Κι αν μάλιστα δεν υπάρχει η θυσιαστική αγάπη προς τον συνάνθρωπο, πρέπει να αμφισβητήσουμε και την υποψία έστω της αγάπης προς τον Θεό. Κι αυτά βεβαίως θεμελιωμένα στη βάση όλων των αρετών, την αγία ταπείνωση. Ο ταπεινός σήμερα όσιος, με τη μεγάλη καρδιά που χωρούσε Θεό και ανθρώπους, γίνεται φάρος τηλαυγής για την πορεία μας ως χριστιανών.

ΔΡΑΣΚΕΛΙΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΩΣ... (16)


Φαντασιωνόμαστε πολλές φορές μεγαλεπήβολα σχέδια για τον εαυτό μας, θέτουμε στόχους που μοιάζουν ηρωικά κατορθώματα, θα θέλαμε να προσφέρουμε γενικά στην κοινωνία μας με μιαν αγάπη περιεκτική του ανθρώπου. Κι έρχεται η πραγματικότητα και το καθημερινό χωματένιο μαγγανοπήγαδο -  στο σπίτι μας, στο επάγγελμά μας, στις κοινωνικές σχέσεις μας – που δείχνει ότι παλεύουμε με ό,τι μικρό και ποταπό, με καταστάσεις που μας βγάζουν έξω από τα ρούχα μας, με πράγματα που αποκαλύπτουν ότι κι εμείς τελικά, παρόλο που νομίζουμε ότι είμαστε… αετοί, δεν ξεπερνάμε τα σπουργίτια, για να μην πούμε τα… σκουλήκια. Γι’ αυτό και το ζητούμενο και το προσγειωμένο είναι να προσπαθούμε για το λίγο που μπορούμε, αρκεί να το κάνουμε όπως πρέπει. Να γινόμαστε δηλαδή ένα κεράκι μέσα στη γενικότερη καταχνιά και το έρεβος. Όπως το λέει κι ένας στίχος: «γίνε κεράκι με φως λιγοστό, κάποιοι να ελπίσουν είν’ αρκετό». Και κεράκι βεβαίως γίνεται κανείς, όταν αφήνει το Φως του Χριστού να διαπερνά έστω κι αμυδρά την ύπαρξή του.

Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2018

ΔΡΑΣΚΕΛΙΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΩΣ... (15)

 Η κάθε ώρα και η κάθε στιγμή μας αποκαλύπτει τον Κύριό μας και το πού «δουλεύουμε». Δεν είναι τα λόγια και οι διακηρύξεις μας, αλλά οι επιλογές των πράξεών μας αυτό που φανερώνει τον πραγματικό εσωτερικό κόσμο μας. Αν η κάθε στιγμή δεν μας βρίσκει στην πορεία του «γενηθήτω το θέλημά Σου», τότε πρέπει να βάλουμε ερωτηματικό στη χριστιανοσύνη μας. Το σημείο που δείχνει ότι όντως λατρεύουμε Κύριο τον Θεό μας είναι πάντοτε το αγκυροβόλι της καρδιάς μας στις άγιες εντολές Του. Το τι Κύριο λατρεύουμε φαίνεται από το τι κυριαρχεί μέσα στην καρδιά μας. «Όπου ο θησαυρός σας εκεί και η καρδιά σας» είπε ο Κύριος. Ας κοιτάζουμε πάντοτε λοιπόν τι κυριαρχεί στην καρδιά μας για να ξέρουμε τον… Θεό μας!

Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2018

ΔΡΑΣΚΕΛΙΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΩΣ... (14)

Η χριστιανική ζωή έχει το στοιχείο της αποφασιστικότητας. Άνθρωπος που έχει πειστεί για την αλήθεια του Χριστού και για τη σωτηρία που Αυτός προσφέρει – τη ζωντανή σχέση με τον Θεό – δεν μπορεί να αναβάλλει. Η αναβολή συνήθως οδηγεί σε περαιτέρω αναβολή, η αναβολή αυτή σε άλλη και πάει λέγοντας. Όπως το λέει ένα παλιό γνωμικό: «Η αναβολή οδηγεί στη χώρα του ποτέ». Γι’ αυτό θεωρείται ως ένα εκ των δεξιών λεγομένων όπλων του Πονηρού διαβόλου: δεν σου λέει να αρνηθείς τον Θεό· απλώς να μεταθέσεις  την εφαρμογή του θελήματός Του για… αργότερα. Τόσο μάλιστα αργότερα, που τη στάση… «Παράδεισος» θα την έχεις ξεπεράσει! Δεν είναι τυχαίο που η «ώρα του Θεού» είναι πάντοτε το «σήμερον»!

Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2018

ΔΡΑΣΚΕΛΙΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΩΣ... (13)


«Γέροντα, από πού θα γνωρίσω ότι έχω προκόψει στην πνευματική ζωή;»
Το ερώτημα του νεαρού προσκυνητή στο κελάκι του Γέροντα φαινόταν καίριο κι έκανε και τους άλλους προσκυνητές να εντείνουν την προσοχή τους. Όλοι κοίταζαν τον Γέροντα περιμένοντας με ενδιαφέρον την απάντησή του. Είχε προηγηθεί αρκετή συζήτηση προηγουμένως για την πνευματική ζωή και τι είναι αυτή, σε αντιδιαστολή με άλλες, εξωχριστιανικές και μη, κατανοήσεις της ζωής αυτής.
Ο Γέροντας δεν έσπευσε να απαντήσει. Ξεκούκισε λίγο το κομποσχοίνι του, κοίταξε ένα γύρο τα πρόσωπα που φαίνονταν ότι διψούσαν για γνήσια πνευματική εσωτερική ζωή, και μετρώντας τα λόγια του είπε αργά.
 «Προκοπή στην πνευματική ζωή σημαίνει καταρχάς ότι έχω κάνει την καρδιά μου δεκτική ώστε να λάβει περισσότερη χάρη Θεού. Σημαίνει δηλαδή ότι έχω προσπαθήσει και προσπαθώ να καθαρίσω την καρδιά μου από κάθε τι εμπαθές, είτε φιλήδονο είναι αυτό είτε φιλάργυρο είτε φιλόδοξο. Λοιπόν, όπου ο άνθρωπος υπηρετεί τα πάθη του, που θα πει τον εγωισμό του, εκεί πνευματική ζωή δεν υπάρχει».
«Ναι, Γέροντα», διέκοψε λίγο απότομα είναι αλήθεια τον λόγο του Γέροντα ο νεαρός, «αλλά από ποια συγκεκριμένα πράγματα θα γνωρίζω ότι έχω προκόψει ή έστω προκόβω;»
«Αυτό θα έλεγα τώρα», μειδίασε λίγο ο Γέροντας κι αγκάλιασε με το βλέμμα του τον νεαρό. «Δεν θα σας πω βαθιές θεωρίες. Απλά πράγματα μας δείχνουν την προκοπή μας ή όχι, έστω κι αν πολύ συχνά νομίζουμε ότι έχουμε προκόψει γιατί διαβάζουμε κάποια πνευματικά βιβλία ή πηγαίνουμε στην Εκκλησία. Και να ορισμένα από αυτά: Έρχεται η ώρα της προσευχής και βαριέσαι να ψελλίσεις έστω δυο λόγια στον Θεό. Η προσευχή θεωρείται από τους αγίους μας ότι είναι ο καθρέπτης της πνευματικής ζωής. Αν λοιπόν δεν έχω πόθο για προσευχή, αν δεν ελκύομαι από την αναφορά μου προς τον Θεό, ε τότε βρίσκομαι πολύ πίσω στα πνευματικά».
«Μόνο η προσευχή, Γέροντα, δείχνει την προκοπή μας;» ακούστηκε από κάποιον μεσήλικα η ερώτηση. «Όχι, βέβαια», απάντησε. «Σε όλα τα καθημερινά μας αποκαλύπτουμε το τι σόι χριστιανοί είμαστε. Γιατί είπαμε ότι η πνευματική ζωή δείχνει τη χριστιανική μας ζωή. Λοιπόν, άλλο πράγμα: η βιασύνη μας. Σήμερα μάλιστα με τούς καταιγιστικούς ρυθμούς της ζωής, όλοι βιάζονται. Ποιος θα πάρει τη θέση του άλλου είναι ο αγώνας, και το θεωρούμε μάλιστα κατόρθωμα αυτό. Λοιπόν, αν βιάζεσαι σημαίνει ότι όχι μόνο δεν προκόπτεις αλλά διαρκώς και οπισθοχωρείς. Κι αυτό γιατί η βιασύνη αποκαλύπτει την έλλειψη υπομονής που έχουμε, άρα την κρυφή υπερηφάνεια που μας κατατρώγει. Ο ανυπόμονος άνθρωπος είναι ο υπερήφανος άνθρωπος. Κι όπου υπάρχει υπερηφάνεια εννοείται ότι εκεί δεν υπάρχει το ησύχιο και πράο Πνεύμα του Θεού. Ακόμη: η έλλειψη πίστης στην Πρόνοια του Θεού. Πόσοι χριστιανοί ομολογούν την πίστη τους στον Θεό, αλλά με το παραμικρό πρόβλημα τα χάνουν, πανικοβάλλονται, περιπίπτουν σ’ ένα χάος. Πού είναι η πίστη στα λόγια του Χριστού μας που μας βεβαιώνει ότι «και αι τρίχες της κεφαλής ημών πάσαι ηριθμημέναι εισί;» Και πέραν τούτων, εκείνο που κατεξοχήν δείχνει αν είμαστε προκοπημένοι ή ανεπρόκοποι στα πνευματικά είναι η στάση μας απέναντι στον κάθε συνάνθρωπό μας. Ο Χριστός μας μάς έχει αποκαλύψει ότι στον κάθε συνάνθρωπό μας πρέπει να βλέπουμε δύο πράγματα: Πρώτον, την παρουσία Εκείνου – «εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου εμοί εποιήσατε» -,  και δεύτερον, τον ίδιο τον εαυτό μας – «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Και τι βλέπουμε καθημερινά, και μάλιστα στους χριστιανούς μας; Πώς ο ένας να βγάλει το μάτι του άλλου, πώς να τον αδικήσει πολλές φορές προκειμένου ο ίδιος να σταθεί, πώς να τον υποβαθμίσει, πώς να τον προσβάλλει...».
Σταμάτησε ο Γέροντας και δάκρυα άρχισαν να τρέχουν από τα βαθουλωμένα μάτια του. Τα σκυμμένα κεφάλια των προσκυνητών έδειχναν ότι τα λόγια του μάλλον είχαν πιάσει τόπο. Ο Γέροντας τους είδε. Αλλά επειδή ήξερε βαθιά την ανθρώπινη φύση, δεν αναθάρρησε. Τους χαιρέτισε, αποσύρθηκε στο κελί του κι άρχισε με βαθύ πόνο την προσευχή υπέρ όλου του κόσμου, του κόσμου που ήταν κομμάτι του εαυτού του…