Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2018

ΔΡΑΣΚΕΛΙΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΩΣ... (33)

 
Κουρασμένοι κάποιοι εν Χριστώ αδελφοί από τον… πνευματικό τους αγώνα, θεωρούν ότι είναι αναγκαίο και απαραίτητο να κάνουν κάποιες φορές μία στάση: να δυσανασχετήσουν κάποια φορά με το «σκληρό» θέλημα του Θεού, να κατακρίνουν λίγο τον συνάνθρωπό τους που τους αδίκησε, να καυχηθούν έστω για μια επιτυχία τους. Ξέρουν ότι αυτό που κάνουν δεν είναι το σωστό, όμως δικαιολογούν τον εαυτό τους με τη σκέψη ότι είναι μια... ανάπαυλα! Κι είναι πασιφανές ότι η αντίληψη αυτή πάσχει πολλαπλώς, κυρίως για δύο λόγους: Πρώτον, θεωρούν ότι το θέλημα του Θεού κουράζει τον άνθρωπο – αγνοώντας προφανώς ότι η κούραση δεν οφείλεται στο θέλημα Εκείνου που αποτελεί την ξεκούραση και την ανάπαυσή μας, («Ελάτε σε Μένα για να σας ξεκουράσω», φωνάζει ο Κύριος), αλλά στα ριζωμένα μέσα στην ψυχή και το σώμα μας πάθη μας· δεύτερον, δεν καταλαβαίνουν ότι… στάση κι ανάπαυλα στον πνευματικό αγώνα δεν υφίσταται. Την ώρα που πας να σταματήσεις, εκείνην την ώρα ήδη έχεις πάρει τον δρόμο της κατρακύλας, που θα πει στη χριστιανική ζωή ή ανεβαίνεις ή κατεβαίνεις. Ο Κύριος ήταν απολύτως σαφής: «Ὁ μή ὤν μετ’ ἐμοῦ κατ’ ἐμοῦ ἐστι», είπε, «καί ὁ μή συνάγων μετ’ ἐμοῦ σκορπίζει». Ή μαζί με τον Χριστό λοιπόν, συνεπώς σε μία αδιάκοπη προς τα πρόσω πορεία, «ἀφορῶντες εἰς Ἐκεῖνον», ή με τα νώτα μας στραμμένα προς Αυτόν, συνεπώς μπλεγμένοι πια στα δίχτυα του Πονηρού…

ΕΝΟΨΕΙ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ... (2)

 Ὅλος ὁ ἀγώνας τοῦ ἀνθρώπου, πάνω στό πεδίο τοῦ χρόνου, εἶναι μία πάλη ὑπέρβασης τοῦ ἐγωισμοῦ καί βίωσης τῆς κανονικότητάς του, τῆς ἀγάπης.  Πόσο ὡραῖα μᾶς τό λέει ἐκεῖ στήν ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννη τό ἴδιο τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ: «ἔδωκα χρόνον ἵνα μετανοήσῃ» ὁ ἄνθρωπος. Δίνει ὁ Θεός χρόνο, παρατείνει τόν χρόνο παραμονῆς τοῦ ἀνθρώπου ἐπί γῆς, γιά νά μετανοεῖ αὐτός, μέ τήν ἔννοια τῆς διαρκοῦς προσπάθειάς του, μέ τή χάρη πιά τοῦ Θεοῦ, σέ ὅ,τι ἀποτελεῖ θέλημα τοῦ Θεοῦ. «Ἐξαγοραζόμενοι τόν καιρόν, ὅτι αἱ ἡμέραι πονηραί εἰσι», πού λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Οἱ ἡμέρες, δηλαδή ὁ χρόνος πού βρισκόμαστε μέσα στήν πτώση τῆς ἁμαρτίας, χωρίς ἀποδοχή τοῦ Χριστοῦ, εἶναι πονηρές. Γιατί ἀκριβῶς ὁ ἄνθρωπος δέν πιστεύει στόν Χριστό, ὁπότε μακριά ἀπό Ἐκεῖνον ζεῖ μόνον τά πάθη τοῦ ἐγωισμοῦ του, γενόμενος ἔτσι ἕρμαιο τοῦ Πονηροῦ διαβόλου καί κάνοντας τόν χρόνο του ὄντως πονηρό. Ὄχι ὅμως ὁ χριστιανός: τόν χρόνο του ἀφοῦ εἶναι δωρεά τοῦ Θεοῦ (πρέπει νά) τόν ἀξιοποιεῖ κατά τό θέλημα Ἐκείνου. Ἐξαγοράζομαι κάτι σημαίνει κάνω συνετή χρήση αὐτοῦ, ἄρα κατά τόν ἀπόστολο ὁ μόνος τρόπος γιά νά ζοῦμε μέσα στίς πονηρές ἡμέρες λόγω τοῦ ἐγωισμοῦ τῶν ἀνθρώπων εἶναι νά ζοῦμε ἐμεῖς κατά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, γιατί αὐτό εἶναι τό μόνο συνετό πού μποροῦμε νά κάνουμε.
 


 

Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2018

ΕΝΟΨΕΙ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ…


Ὁ Θεός μᾶς ἀξιώνει νά εἰσερχόμαστε κάθε φορά στόν νέο χρόνο – «ὁ καταξιώσας ἡμᾶς ἐν τῆ ἀφάτῳ Σου φιλανθρωπίᾳ εἰς νέον ἐνιαυτόν εἰσελθεῖν», κατά τήν εὐχή τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὁ χρόνος Τοῦ ἀνήκει ὡς δημιουργία Του, τόν δίνει ὡς δωρεά Του, συνεπῶς θεωρεῖται ὡς ἡ εὐκαιρία καί ἡ εὐλογία Του στόν ἄνθρωπο γιά νά τόν ἀξιοποιήσει. Ὅπως συμβαίνει καί μέ ὅλα τά δημιουργήματα, πού ὁ Θεός τά προσέφερε στόν ἄνθρωπο πρός ἀξιοποίησή τους – «ἐργάζεσθαι καί φυλάσσειν αὐτά» λέει ἡ Γραφή - κατά τόν ἴδιο τρόπο καί μέ τόν χρόνο. Δέν εἶναι ὁ χρόνος ἕνα πράγμα πού ὑφίσταται ἀπό μόνο του, δέν λειτουργεῖ κατά μαγικό τρόπο ὡς ἕνα εἶδος κύκλου (κυκλική ἔννοια τοῦ χρόνου: ὅλα ἔρχονται καί ἐπανέρχονται τά ἴδια), ὅπως νόμιζαν οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες λόγω τῆς πίστης τους στήν αἰωνιότητα τοῦ κόσμου, ἀλλά εἶναι ἡ προσφορά τοῦ Θεοῦ γιά νά τόν γεμίζει ὁ ἄνθρωπος μέ αὐτό πού ἀρέσει στόν Θεό καί πού θά ἔπρεπε νά ἀρέσει καί σ’ ἐκεῖνον, ὥστε νά γίνεται αὐτό καί ἡ χαρά τοῦ ἀνθρώπου. Γιατί μόνον ὅταν ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται στήν πορεία τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ ζεῖ τή φυσιολογία του καί ἄρα τή χαρά καί τό νόημα τῆς ζωῆς του. Βγάλε τόν Θεό ἀπό τή ζωή τοῦ ἀνθρώπου, ὅλα χάνουν τό νόημά τους καί στεροῦνται ἀπό ὁποιαδήποτε χαρά. Ἡ θλίψη γίνεται ἐκεῖνο πού τήν σφραγίζει. «Θλίψις καί στενοχωρία παντί τῷ ἐργαζομένῳ τό κακόν». Μέσα λοιπόν στήν ἄφατη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐπιτρέπει Ἐκεῖνος νά εἰσέλθει ὁ ἄνθρωπος στόν καινούργιο χρόνο, ὥστε νά βρίσκεται συντονισμένος μέ τόν δωρεοδότη Του, νά ζεῖ δηλαδή μέ ἀγάπη.

Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ

 

«ἐγερθείς παράλαβε τό παιδίον καί τήν μητέρα αὐτοῦ
καί φεῦγε εἰς Αἴγυπτον» (Ματθ. 2, 13)

Ἡ ἐντολή τοῦ ἀγγέλου στόν Ἰωσήφ ὡς προστάτη τῆς Παναγίας καί τοῦ νεογεννηθέντος Χριστοῦ εἶναι σαφής: νά τούς πάρει καί νά τούς φυγαδεύσει στήν Αἴγυπτο. Δέν πρόκειται νά τονίσουμε αὐτό πού ἐπανειλημμένως ἀπό πολλούς ἔχει ἐπισημανθεῖ· ὅτι δηλαδή καί ὁ ἴδιος ὁ Χριστός καί ἡ ἴδια ἡ Παναγία ὑπῆρξαν πρόσφυγες καί μετανάστες ὥστε νά γίνουν καί οἱ ἀντίστοιχοι συνειρμοί μέ τούς σημερινούς μετανάστες, γιά νά τονιστεῖ ἡ ὑπέρ αὐτῶν καλή μας διάθεση ἤ ὄχι - ὁ χριστιανός ἔτσι κι ἀλλιῶς διάκεται εὐμενῶς καί ἀγαθῶς πρός τόν κάθε συνάνθρωπό του ἀνεξάρτητα ἀπό τήν κατάστασή του. Ἐκεῖνο πού περισσότερο θά θέλαμε νά τονίσουμε εἶναι τό γεγονός ὅτι Θεός ὤν ὁ Κύριος, ἔστω καί στή βρεφική του ἡλικία ὡς ἄνθρωπος, δέν ἐπιλέγει ἕναν θαυμαστό τρόπο σωτηρίας του, ἀλλά τόν πιό ταπεινό καί δύσκολο: τή φυγή καί μάλιστα σέ ἄγνωστα γιά τόν Ἰωσήφ καί τήν Παναγία μέρη, μέ ὅλη τή δυσκολία τοῦ ἐγχειρήματος αὐτοῦ. Καί γίνεται καί σ’ αὐτό τό πρότυπό μας· νά μή ἐπιδιώκουμε τήν εὔκολη καί θαυματουργική λύση τῶν προβλημάτων μας, ἀλλά τήν πιό ἀνθρώπινη καί πρόσφορη στά δεδομένα τῶν περιστάσεων καί τοῦ περιβάλλοντός μας. Κι ἀκόμη· ὅταν ἔχουμε νά συγκρουστοῦμε μέ πονηρούς ἀνθρώπους καί ἐχθρικές δυνάμεις, τό συνετό δέν εἶναι μία εὐθεῖα κατά μέτωπον ἐπίθεση ἀπέναντί τους - ἐκτός κι ἄν δέν ἔχουμε ἄλλη ἐπιλογή - ἀλλά ἡ ἀποφυγή καί ἡ διαφυγή. Τό «φεῦγε καί σώζου» ἄλλωστε ξέρουμε ὅτι ἐπικράτησε ὡς βασική ἀρχή σέ ὅλους τούς μετέπειτα αἰῶνες στά θέματα τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Πρόκειται ἴσως γι’ αὐτό πού ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἀργότερα προέτρεψε: «μή ἀντιστῆναι τῷ πονηρῷ». Ὁπότε ὑπάρχουν φορές πού ὁ χριστιανός συμπεριφέρεται ὡς λιοντάρι· ἀλλά καί ἄλλες πού ἔχει τή συμπεριφορά τοῦ «φρονίμου ὄφεως». Δέν εἶναι τυχαῖο πού ἡ διάκριση θεωρεῖται ἡ μάνα ὅλων τῶν ἀρετῶν.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ



"Τό Εὐαγγέλιον τό εὐαγγελισθέν ὑπ᾽ ἐμοῦ οὐκ ἔστι κατά ἄνθρωπον...ἀλλά δι᾽ ἀποκαλύψεως ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ"  (Γαλ. 1, 11.12)

 Τήν ἐμπειρία τοῦ ἀποστόλου Παύλου, κατά τήν ὁποία γνώρισε τόν Θεό ἐν Χριστῷ προσωπικά καί ἄμεσα, καλούμαστε νά ἀποκτήσουμε κι ἐμεῖς. ῾Η πίστη μας ἔχει ἐμπειρικό καί ὄχι νοησιαρχικό χαρακτήρα, πού σημαίνει ὅτι ὁ Θεός μας φανερώνεται σέ ὅλους, ἀρκεῖ νά Τόν ἀναζητοῦμε γνήσια καί ἀληθινά. ῾Πᾶς ὁ ὤν ἐκ τῆς ἀληθείας – σημείωσε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος - ἀκούει μου τῆς φωνῆς᾽. Καθένας πού ἀγαπᾶ τήν ἀλήθεια ἀκούει τή φωνή τοῦ Χριστοῦ. Βεβαίως, δέν περιμένει κανείς τήν ἔνταση καί τό βάθος τῆς ἐμπειρίας τοῦ ἀποστόλου Παύλου – αὐτό εἶναι μία ἐξαιρετική εὐλογία χάρης πού ἐξαρτᾶται ἀπολύτως μόνο ἀπό τόν Θεό - ἀλλά στόν καθένα δωρίζεται ὁ Θεός κατά τό μέτρο τῆς μετανοίας του, δηλαδή κατά τό μέτρο τῆς ἀναζήτησης τοῦ Χριστοῦ. Τότε τό εὐαγγέλιο γίνεται κατάσταση τῆς καρδιᾶς, δηλαδή γίνεται τραγούδι πού ὁδηγεῖ σέ ἀδιάκοπη δοξολογία τοῦ Θεοῦ. Ταυτοχρόνως ὅμως πρέπει νά ἔχουμε ὑπόψη ὅτι αὐτή ἡ δωρεά τοῦ εὐαγγελίου στή ζωή μας συνιστᾶ καί ἀνάθεση ἀπό τόν Θεό κάποιας διακονίας. Τήν ὥρα δηλαδή πού ὁ Θεός μᾶς χαριτώνει καί μᾶς ἀποκαλύπτεται, τήν ἴδια ὥρα μᾶς θέτει σέ τροχιά διακονίας ἐν ἀγάπῃ τῶν συνανθρώπων μας, ὅπως συνέβη καί μέ τόν ἀπόστολο Παῦλο: ῾ὅτε εὐδόκησεν ὁ Θεός...ἀποκαλύψαι τόν υἱόν αὐτοῦ ἐν ἐμοί, ἵνα εὐαγγελίζωμαι αὐτόν ἐν τοῖς ἔθνεσιν...᾽. Μέ ἄλλα λόγια ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ μᾶς δίνεται ὄχι γιά νά ἐπαναπαυτεῖ σέ μᾶς ἀλλά γιά νά ἀντιδωρηθεῖ ἐν ταπεινώσει καί ἀγάπῃ στόν συνάνθρωπό μας. Μᾶς δίνεται γιά νά μοιραστεῖ. Καί μοιραζόμενη πλουτίζει καί αὐξάνει.

 

Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2018

ΣΕ «ΔΥΣΚΟΛΕΜΕΝΟ» ΑΔΕΛΦΟ…


 
Πόνεσα πολύ μαζί σου αν και δεν έδειξε
Κάτι η γενναία σου καρδιά
Πέρ’ από ένα αδιόρατο
Θλιμμένο βλέμμα.
Να σηκώνεις το βάρος της μοίρας
- γράφε θέλημα Θεού – αγόγγυστα
Γιατί ξέρεις πως αυτό επιτάσσει
Το πρέπον,  είναι το σημάδι
Των μεγάλων κι ατρόμητων ψυχών.

 

ΔΡΑΣΚΕΛΙΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΩΣ... (32)


 Υπάρχουν κάποια λόγια του Χριστού που δείχνουν ότι είναι… υπερβολικά αυστηρός! Για παράδειγμα ο σαφής λόγος Του ότι προκειμένου να Τον ακολουθήσει κανείς χρειάζεται να φτάσει σε ένα… μίσος προς τους δικούς του ανθρώπους κι ακόμη και προς τον ίδιο τον εαυτό του, μίσος που χαρακτηρίζεται, όπως για παράδειγμα από τον άγιο Γέροντα Σωφρόνιο του Έσσεξ, ως «άγιο». «Εἴ τις ἔρχεται πρός με καί οὐ μισεῖ τόν πατέρα αὐτοῦ καί τήν μητέρα καί τήν γυναῖκα καί τά τέκνα, ἔτι δέ καί τήν ἑαυτοῦ ψυχήν, οὐ δύναται εἶναί μου μαθητής». Πας προς τον Χριστό, αλλά δεν… μισείς πατέρα, μάνα, γυναίκα, παιδιά, κι ακόμη και την ίδια σου τη ζωή, δεν μπορείς να είσαι μαθητής του Χριστού. Τι εννοεί ο Κύριος; Αυτός που κηρύσσει την αγάπη προς τους πάντες, ακόμη και προς τους εχθρούς, κηρύσσει ταυτοχρόνως και το μίσος; Ασφαλώς όχι. Το μίσος για το οποίο μιλάει ο Κύριος είναι η αποφασιστική βούληση στροφής προς τον Θεό, εμπόδιο της οποίας είναι η εμπαθής προσκόλληση του ανθρώπου σε ό,τι επίγειο κι ακόμη… αγαπημένο. «Οὐδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν». Ο Κύριος εδώ μιλάει ως χειρουργός: πρέπει κανείς να κόψει κάθε τι αμαρτωλό, κάθε «κόλλημα», έστω και θεωρούμενο καλό, για να βρει την υγεία του, να βρει δηλαδή τον αληθινό εαυτό του στη σχέση του με τον Θεό. Επομένως ο συγκεκριμένος λόγος Του ισοδυναμεί με το «ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού», γιατί η προτεραιότητα αυτή καθαρίζει την καρδιά του ανθρώπου, ξελαμπικάρει και την αγάπη του, ώστε έπειτα να στραφεί και στον εαυτό του και στους δικούς του και σ’ όλον τον κόσμο με την αληθινή και γνήσια αγάπη. Πριν η αγάπη περάσει από τον Χριστό δεν πρέπει να της έχουμε εμπιστοσύνη. Είναι ένας κρυμμένος… εγωισμός!

Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2018

ΑΗΤΟΣ ΚΙ ΑΗΔΟΝΙ...

 
 

ΔΡΑΣΚΕΛΙΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΩΣ... (31)


Η ορθόδοξη πίστη ως  λόγος και κυρίως ως βίωμα αποτελεί το κατεξοχήν ενωτικό στοιχείο του λαού μας, που θα πει ότι όσο με μεγαλύτερη συνέπεια ζει κανείς την πίστη του μέσα στην Εκκλησία τόσο κι ενώνεται με τους άλλους συνανθρώπους του και τόσο πιο γερά δένει τα θεμέλια του Έθνους του. Εκκλησία και Έθνος συμπορεύονται στους αιώνες, κι αυτήν τη συμπόρευση την εισπράττει ευεργετικά το ίδιο το Έθνος. Τι να κάνεις ένα έθνος χωρίς πίστη στον Χριστό; Τι νόημα θα έχει; Το διασπαστικό στοιχείο του εγωισμού θα ελλοχεύει ανά πάσα στιγμή. Αν η Ελλάδα μας στάθηκε όρθια σ’ όλους τους αιώνες, ήταν πρωτίστως γιατί βρέθηκαν Έλληνες, (ας θυμηθούμε τους περισσότερους ήρωες του '21, τον Καποδίστρια ή και τον όσιο Γέροντα Παΐσιο ως στρατιώτη  την εποχή του ’40 για παράδειγμα), που την αγάπη στον Χριστό την είχαν πρώτη αξία στα στήθια τους. Γι’ αυτό και εύκολα όταν χρειάστηκε, έδωσαν  και τη ζωή τους προς χάρη της πατρίδας. Οπότε βάζεις τον Χριστό σε πρώτη θέση, κι από κει και πέρα αναλώνεσαι και για την πατρίδα και για τους συνανθρώπους σου. Ο ευσυνείδητος χριστιανός είναι αυτονόητα πάντοτε εκτός από χριστιανός και θερμός πατριώτης. Αλλά κι η θέρμη του για την πατρίδα επίσης αυτονόητα δεν σημαίνει εχθρότητα προς οποιοδήποτε άλλο έθνος.

Ο ΑΓΙΟΣ ΠΡΩΤΟΜΑΡΤΥΣ ΚΑΙ ΑΡΧΙΔΙΑΚΟΝΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ


           Η στάση του αγίου πρωτομάρτυρα Στεφάνου, να συγχωρεί και να προσεύχεται για τους εχθρούς και λιθοβολιστές του – «Κύριε, μή στήσῃς αὐτοῖς τήν ἁμαρτίαν ταύτην» -  δεν είναι μία επιλογή μόνο δική του, σαν ένα είδος εξαίρεσης. Συνιστά την εντολή του Κυρίου, σύμφωνα με τα λόγια και την ίδια τη ζωή Του, που αφορά όλους μας. Αν δηλαδή δεν συγχωρούμε εκ καρδίας όλους εκείνους που μας βλάπτουν και μας αδικούν, έστω κι αν φαίνεται ότι έχουμε χίλια δίκια, δεν μπορούμε να ανήκουμε στον Χριστό. Το αποδεικτικό στοιχείο ότι είμαστε Εκείνου, ότι Εκείνος κατοικεί μέσα μας, ότι Εκείνος θα μας δεχθεί χαίρων στη Βασιλεία Του, ευλογώντας την εκεί παρουσία μας, είναι η χωρίς όρια αγάπη μας προς όλους και η άφεση των αμαρτιών των συνανθρώπων μας. Χωρίς την ανεξικακία αυτή, η οποία τίθεται σε ενέργεια με τη δύναμη ασφαλώς του ίδιου του Κυρίου, δεν βλέπουμε πρόσωπο Θεού, κι ακόμη χειρότερα: ευρισκόμαστε υπό την κυριαρχία του πονηρού διαβόλου.

Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2018

ΧΟΥΧΟΥΛΙΑΣΕ…


Χουχούλιασε να ζεσταθεί η αγάπη σου
γιατί ξεπάγιασε στο ξεροβόρι των παθών
και στην κατάψυξη του δε με μέλει.
Ίσως σε βοηθήσουν τα χνώτα
των ζωντανών στη φάτνη του Χριστού.
Εκείνα τον αφέντη τους γνωρίζουν
και στρέφουν, δίχως κρατούμενα και αν,
το βλέμμα στου Ουρανού τον επισκέπτη.
Κι αν μαθητεύσεις στων αλόγων ζώων
την καρδιά, τότε τα μάτια σου θ’ ανοίξουν
για να δεις πως κι η δική σου η καρδιά
γίνηκε φάτνη  τ’ ουρανού με δόξα εν Υψίστοις.

 

 

Η ΣΥΝΑΞΙΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ


Η  εορτή της σύναξης της Θεοτόκου υπενθυμίζει μεταξύ άλλων ότι μπροστά στο πανθαύμαστο γεγονός του ερχομού του Θεού στον κόσμο ως ανθρώπου, όλη η δημιουργία ανταποκρίνεται με ευχαριστία προσφέροντας τα δώρα της, το καλύτερο όμως δώρο ήταν του ίδιου του ανθρώπου. Διότι πρόσφερε ό,τι ωραιότερο και ανώτερο μπορούσε ποτέ να φανεί ως κτίση: την Παναγία Παρθένο. «Καθένα από τα δημιουργήματά Σου, Κύριε, σου προσφέρει την ευχαριστία του: οι άγγελοι τον ύμνο, οι ουρανοί το αστέρι, οι μάγοι τα δώρα, οι ποιμένες τον θαυμασμό τους, η γη το σπήλαιο, η έρημος τη φάτνη, εμείς όμως Μητέρα Παρθένο». («Έκαστον των υπό σου γενομένων κτισμάτων την ευχαριστίαν σοι προσάγει∙ οι άγγελοι τον ύμνον∙ οι ουρανοί τον αστέρα∙ οι μάγοι τα δώρα∙ οι ποιμένες το θαύμα∙ η γη το σπήλαιον∙ η έρημος την φάτνην∙ ημείς δε Μητέρα Παρθένον»). Μη ξεχνάμε: η Παναγία είναι ο εκπρόσωπός μας στον Ουρανό, Εκείνη που έδωσε το αίμα και τη σάρκα της προκειμένου να γίνει άνθρωπος ο ίδιος ο Θεός, συνιστά την «αξιοπρέπειά» μας, αποτελεί πάντοτε την παρηγοριά και την ελπίδα μας. Προς χάρη Της η όποια προσευχή μας γίνεται εισακουστή από τον Θεό, αφού Εκείνος θέλησε να γίνει σαν κι εμάς μέσα από Εκείνην.

Τρίτη, 25 Δεκεμβρίου 2018

Χ Ρ Ι Σ Τ Ο Υ Γ Ε Ν Ν Α !

 
«Χριστός ἐξ Οὐρανῶν ἀπαντήσατε»! Ἡ κάθοδος τοῦ Θεοῦ γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι γεγονός. Ἐκεῖνος «ἔκλινεν οὐρανούς καί κατέβη», φανερώνοντας τήν ἄπειρη ἀγάπη Του καί τήν ἄβυσσο τῆς ταπείνωσής Του. Καί δέν ἦρθε ἁπλῶς γιά μιά ἐπίσκεψη ἐθιμοτυπικοῦ χαρακτήρα, ἀλλά γιά νά μείνει αἰωνίως μαζί μας: νά μᾶς κάνει κομμάτι τοῦ Ἑαυτοῦ Του, νά μποροῦμε νά γίνουμε κατά χάρη κι ἐμεῖς ὅ,τι εἶναι Ἐκεῖνος ἀπό τή φύση Του, καταργώντας αὐτό πού ἀποτελοῦσε ἐμπόδιο αἰώνων: τήν ἴδια τήν ἁμαρτία. Ὅλη ἡ ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας μας, ἰδίως τῶν ἡμερῶν αὐτῶν, περιέχει ἀφθάστου μεγαλείου ὕμνους πού τονίζουν ὅλες τίς διαστάσεις τοῦ ὑπεροχικοῦ αὐτοῦ μυστηρίου τῆς πίστεώς μας. Ἡ δοσμένη αὐτή δωρεά τοῦ Θεοῦ ἀπαιτεῖ ὅμως καί τό ναί τοῦ ἀνθρώπου. Νά θελήσουμε τήν προσφορά τῆς ἀγάπης Του. Χωρίς τή θέλησή μας αὐτή ἡ χάρη κι η δωρεά παραμένει ἀνενέργητη. Κι αὐτό τονίζει ὁ ὑμνογράφος: Ἀφοῦ ὁ Χριστός ἦλθε, ἐμεῖς πρέπει νά σπεύσουμε νά Τόν συναντήσουμε. «Ἀπαντήσατε»! Χωρίς καί τή δική μας κίνηση πρός Αὐτόν – κίνηση πού καί πάλι ὁ Ἴδιος τήν ὑποκινεῖ - σωτηρία δέν ὑφίσταται. Σάν ἐκεῖνον πού ὅταν βρέχει κρατάει ὀμπρέλλα! Καί τί σημαίνει κίνηση καί «ἀπάντησις»; Νά στραφοῦμε πρῶτα πρός Ἐκεῖνον, νά Τόν θελήσουμε στή ζωή μας καί νά ἁπλώσουμε τό χέρι μας στό ἤδη ἁπλωμένο δικό Του, προκειμένου νά… ξεκολλήσουμε ἀπό τό βάρος τοῦ καθισιοῦ μας. Καθισμένοι ἀκινητοποιημένοι στά πάθη μας, τό μόνο πού εἰσπράττουμε εἶναι βεβαίως ὁ… βοῦρκος μας κι ὄχι τό πέταγμά μας σάν τόν ἀετό στά ὕψη τοῦ Οὐρανοῦ!  

Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2018

ΔΡΑΣΚΕΛΙΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΩΣ... (30)


 Ίσως θα ‘ταν βοηθητικό να σκεφτόμαστε τον εαυτό μας από πλευράς πνευματικής ως… ορθή γωνία! Με την κάθετο και την οριζόντια πλευρά της. Η κάθετος είναι η δεδομένη πλευρά, η οριζόντια είναι η ζητούμενη. Γιατί η δεδομένη οφείλεται στην αγάπη του Δημιουργού μας, ο Οποίος ήλθε στον κόσμο, μας προσέλαβε μέσα στον Εαυτό Του, μας έδωσε την εξουσία να γίνουμε σαν κι Εκείνον - όταν μάλιστα κάποιος Τον πίστεψε και βαπτίστηκε στο Όνομά Του και Τον ντύθηκε στη ζωή του. «Ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε». Λοιπόν ο χριστιανός πια είναι μέλος Χριστού κι έχει άμεση και ουσιαστική εν χάριτι σχέση μαζί Του· σαν το κλήμα με τ’ αμπέλι. Ποια η ζητούμενη πλευρά; Είναι η προϋπόθεση που έχει θέσει ο Δημιουργός μας, προκειμένου η δωρεά Του να μη μένει απλή (ψιλή) εικόνα στη ζωή μας, αλλά να είναι ζωντανή, να την νιώθουμε και να την ψηλαφούμε. Και ποια η προϋπόθεση αυτή; Η τήρηση των αγίων Του εντολών, η υπακοή στο θέλημα του Θεού. Αν σκεφτεί λοιπόν κανείς ότι οι άγιες εντολές Του είναι στην πραγματικότητα η αγάπη μας στον συνάνθρωπο, τον συνάνθρωπο που είναι μυστηριακά Εκείνος αλλά και ο ίδιος ο εαυτός μας: «ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου, ἐμοί ἐποιήσατε» και «ἀγαπήσεις τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν», τότε καταλαβαίνουμε ότι την ώρα που εκτεινόμαστε στον συνάνθρωπο για να συναντήσουμε τον Θεό και τον… άγνωστο εαυτό μας, εκείνη την ώρα ο Ίδιος φανερώνει την παρουσία Του ενεργά στην ύπαρξή μας. Με άλλα λόγια ο Θεός ναι μεν χωρείται παντού, αλλά όμως θέλει… απλωταριά για να μας δείξει αισθητά τον ερχομό Του. Μπορεί να είναι μικρό σπήλαιο η καρδιά μας, λόγω της αμαρτίας μας π' αφήνει χώρο μόνο στο εγώ μας, αλλά το σπήλαιο αυτό τελικά γίνεται απέραντο με αισθητούς τους χτύπους της καρδιάς του βρέφους Χριστού και των αγίων κλαυθμηρισμών του, λόγω του ερχομού Εκείνου. Ένα μικρό τροπάριο από τον όρθρο της παραμονής των Χριστουγέννων (ωδή ε΄), μας προσφέρει πολύ όμορφα την εικόνα αυτή. «Έρχεσαι να χωρηθείς σε μικρό σπήλαιο, Συ που από τη φύση Σου είσαι αχώρητος, με σκοπό εμένα που σμικρύνθηκα από την παράβαση της αμαρτίας να με κάνεις τεράστιο. Κι αυτό από την άπειρη αγάπη Σου. Γι’ αυτό και προσκυνώ τη μακροθυμία Σου, εύσπλαχνε» (Μικρῷ σπηλαίῳ ἔρχῃ χωρηθῆναι, ὁ ἀχώρητος φύσει, ὅπως με σμικρυνθέντα τῇ παραβάσει, μεγαλύνῃς δι’ οἶκτον ἀμέτρητον· προσκυνῶ σου, τό εὔσπλαγχνον Μακρόθυμε).

ΕΝΟΨΕΙ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ... (10)


Κοντάκιο. Ἦχος γ΄.  
«Ἡ Παρθένος σήμερον τόν ὑπερούσιον τίκτει, καί ἡ γῆ τό Σπήλαιον τῶ ἀπροσίτῳ προσάγει. Ἄγγελοι μετά Ποιμένων δοξολογοῦσι. Μάγοι δέ μετά ἀστέρος ὁδοιποροῦσι. Δι’ ἡμᾶς γάρ ἐγεννήθη, παιδίον νέον, ὁ πρό αἰώνων Θεός».
(Ἡ Παρθένος Μαριάμ σήμερα γεννάει αὐτόν πού εἶναι πάνω ἀπό κάθε ὄν καί οὐσία, καί ἡ γῆ προσφέρει στόν ἀπρόσιτο Θεό τό σπήλαιο. Ἄγγελοι μέ τούς Ποιμένες δοξολογοῦν, ἐνῶ μάγοι ὁδοιποροῦν μαζί μέ τ’ ἀστέρι. Κι αὐτό γιατί γιά χάρη μας γεννήθηκε σάν βρέφος ὁ προαιώνιος Θεός).
Ὁ μεγαλύτερος ἐκκλησιαστικός ποιητής ὅλων τῶν ἐποχῶν, κατά τή γνώμη τοῦ ἁγίου Πορφυρίου τοῦ καυσοκαλυβίτου, ἅγιος Ρωμανός ὁ μελωδός, εἶναι ὁ συνθέτης τοῦ κοντακίου τῶν Χριστουγέννων, τοῦ δεύτερου πιό γνωστοῦ τροπαρίου μετά τό ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς.  Γραμμένος ὁ ὕμνος σέ ἦχο γ΄, δηλαδή σέ ἁπλό ἀλλά καί πολύ ἀνδροπρεπές μέλος, μᾶς τονίζει ὅ,τι ἀποτελεῖ τήν οὐσία τῆς ἑορτῆς στίς κεντρικές διαστάσεις της: ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ συνιστᾶ μέγα μυστήριο, ἀφοῦ ὁ γεννηθείς εἶναι ὁ ὑπερούσιος Θεός, ἀφοῦ Τόν γεννᾶ μία Παρθένος κόρη, ἡ ὁποία ὅμως κρατᾶ τήν παρθενία της, ἀφοῦ πρόκειται γιά τόν προαιώνιο Θεό. Καί μπροστά στό μέγα αὐτό μυστήριο σύμπας ὁ κόσμος κλίνει εὐλαβικά τό γόνυ, ὅταν μάλιστα τοῦ ἀποκαλύπτεται καί ὁ σκοπός τῆς Γέννας τοῦ Θεοῦ: Γεννιέται ὁ Θεός γιά νά πάρει τόν ἄνθρωπο καί νά τόν κάνει κι αὐτόν Θεό. Δηλαδή κατῆλθε ὁ Θεός γιά νά ἀνέβει ὁ ἄνθρωπος. Πτώχευσε Ἐκεῖνος γιά νά γίνουμε πλούσιοι ἐμεῖς. Κι εἶναι αὐτονόητο ὅτι τό μεγαλεῖο αὐτό τῆς πίστεώς μας πού ὑπερβαίνει κάθε ἀνθρώπινη σκέψη, φιλοσοφία ἤ καί θεοσοφία, πραγματοποιεῖται μέσα στό ζωντανό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τήν ἁγία Του Ἐκκλησία, ἐνῶ τίθεται σέ ἐνέργεια μέσα ἀπό τά μυστήρια, ἰδίως δέ τό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Πού θά πεῖ: χριστιανός χωρίς ἐν μετανοία συμμετοχή στή Θεία Κοινωνία δέν ἑορτάζει Χριστούγεννα.  

Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2018

Η ΑΓΙΑ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΕΥΓΕΝΙΑ


             «Άκουσες θεϊκή υμνωδία, νύμφη του Χριστού, κι απέκτησες φτερά για την υψηλή ευγένεια».  Ο υμνογράφος της αγίας Ευγενίας με απέριττο και σαφή λόγο εκφράζει με τον στίχο του μία από τις μεγαλύτερες αλήθειες: η πίστη και η αγάπη του Χριστού, η στροφή προς Εκείνον κάνει τον άνθρωπο να οδηγείται στην αληθινή ευγένεια, δηλαδή να ζει με υγεία ψυχής. Και μάλιστα όχι πηγαίνοντας με τον αργό τρόπο μιας... χελώνας ή και... σέρνοντας - κι αυτό βέβαια δεν είναι αρνητικό, αφού έχουμε προς τα πρόσω πορεία - αλλά με φτερά, τρέχοντας και πετώντας, σαν το ελάφι που σφόδρα διψασμένο τρέχει "επί τας πηγάς των υδάτων". Ενώ αντιθέτως: όταν ο άνθρωπος στρέφεται εμπαθώς προς τον κόσμο, εκζητώντας τη δόξα του κόσμου, τότε δυστυχώς πληγώνεται στην ψυχή, χάνεται η ομορφιά αυτής και ο άνθρωπος γίνεται δύσμορφος.  Κι αυτό γιατί η σχέση με τον Θεό  είναι η φυσιολογία του ανθρώπου. Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από τον Θεό για να ζει με τον Θεό και να κατατείνει προς Εκείνον. «Ότι εξ Αυτού και δι’ Αυτού και εις Αυτόν τα πάντα», που σημειώνει και ο απόστολος Παύλος. Η ευγενής  Ευγενία προβάλλεται εν προκειμένω ως τύπος του αληθινού και φυσιολογικού ανθρώπου.
 

ΔΡΑΣΚΕΛΙΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΩΣ... (29)


 Πολύ συχνά ἡ Ἁγία Γραφή, Παλαιά καί Καινή Διαθήκη, προβάλλει τόν προπάτορα Ἀβραάμ ὡς πρότυπο τῆς πίστεως στόν Θεό – αὐτόν πρόβαλε καί ὁ Κύριος ὡς ἀληθινό ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ, τήν πίστη τοῦ ὁποίου πρέπει νά ἀκολουθεῖ κανείς γιά νά ‘χει τόν Θεό του. Στό πρόσωπο καί στή ζωή τοῦ Ἀβραάμ λοιπόν βλέπουμε τά κύρια χαρακτηριστικά  τῆς πίστεως αὐτῆς, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ καί τήν πλήρη ἀντιστροφή τῆς «πίστης» τοῦ κοσμικοῦ ἀνθρώπου:
- Ὁ πιστός σάν τόν Ἀβραάμ ριζώνει στόν Οὐρανό - ἐκεῖ ἔχει τά θεμέλια τῆς ζωῆς του - ὁπότε ὅ,τι κοσμικό καί ἐπίγειο  θεωρεῖται δευτερεῦον ὡς παρερχόμενο·  ὁ ἄπιστος ἤ ὀλιγόπιστος ριζώνει στόν κόσμο τοῦτο καί παραθεωρεῖ τόν Οὐρανό.
- Ὁ πιστός ἔχει ὡς κύριο μέλημά του τήν ὑπακοή στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, συνεπῶς τήν  τήρηση τῶν ἁγίων  ἐντολῶν Του, γεγονός πού φέρνει πάντοτε εἰρήνη στήν ψυχή καί γαλήνη στή συνείδησή του· ὁ ἄπιστος ἤ ὀλιγόπιστος παλεύει καί ἀγωνίζεται καί ἀγχώνεται γιά ὅ,τι συνήθως φιλήδονο ἤ φιλόδοξο ἤ φιλάργυρο – πῶς δηλαδή νά ἱκανοποιήσει τή σάρκα του ἤ ν’ ἀποκτήσει σπουδαῖο ὄνομα καί νά κυριαρχήσει ἐπί τῶν ἄλλων ἤ ν’ ἀποκτήσει πολλά χρήματα καί κτήματα – πράγματα πού προκαλοῦν πάντοτε στενοχώριες κι ἐχθρότητες καί πολέμους, μέ τό συνωδό σ’ αὐτά στοιχεῖο τοῦ τρόμου τοῦ θανάτου.
Ὁ ἀληθινά πιστός ζεῖ ἀπό τώρα, ἔστω καί μέσα στίς δυσκολίες τῆς ζωῆς, ἕναν παράδεισο. Ὁ ἄπιστος ζεῖ ἀπό τώρα, ἔστω καί μέσα σέ ἀνέσεις, μία κόλαση.

ΕΝΟΨΕΙ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ... (9)


Κανόνας Χριστουγέννων, α΄ ωδή, ἦχος α΄.
«Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε΄ Χριστὸς ἐξ οὐρανῶν, ἀπαντήσατε. Χριστὸς ἐπὶ γῆς, ὑψώθητε. ᾌσατε τῷ Κυρίῳ πᾶσα ἡ γῆ, καὶ ἐν εὐφροσύνῃ, ἀνυμνήσατε λαοί, ὅτι δεδόξασται.
Ῥεύσαντα ἐκ παραβάσεως, Θεοῦ τὸν κατ’ εἰκόνα γενόμενον, ὅλον τῆς φθορᾶς ὑπάρξαντα, κρείττονος ἐπταικότα θείας ζωῆς, αὖθις ἀναπλάττει, ὁ σοφὸς Δημιουργός, ὅτι δεδόξασται.
Ἰδὼν ὁ Κτίστης ὀλλύμενον, τὸν ἄνθρωπον χερσίν, ὃν ἐποίησε, κλίνας οὐρανοὺς κατέρχεται΄ τοῦτον δὲ ἐκ Παρθένου θείας ἁγνῆς, ὅλον οὐσιοῦται, ἀληθείᾳ σαρκωθείς, ὅτι δεδόξασται.
Σοφία λόγος καὶ δύναμις, Υἱὸς ὢν τοῦ Πατρός, καὶ ἀπαύγασμα, Χριστὸς ὁ Θεός, δυνάμεις λαθών, ὅσας ὑπερκοσμίους, ὅσας ἐν γῇ, καὶἐνανθρωπήσας, ἀνεκτήσατο ἡμᾶς΄ ὅτι δεδόξασται».
Τό ἄφθαστο μεγαλεῖο τοῦ διπλοῦ κανόνα τῶν Χριστουγέννων κατανοεῖται ὄχι μόνον ἀπό τό ἴδιο τό περιεχόμενό του – ρωμαλέο καί μεγαλοπρεπές, που περικλείει ὅλη τή θεολογία τῆς ἑορτῆς - ἀλλά καί ἀπό τή γνώση τοῦ ποιός εἶναι ὁ συνθέτης του. Λοιπόν, διπλός ὁ κανόνας, δύο ἄρα καί οἱ ποιητές του. Τοῦ μέν πρώτου ποιητής εἶναι ὁ ἐξαίσιος ὑμνογράφος ἅγιος Κοσμᾶς ἐπίσκοπος Μαϊουμᾶ, τοῦ δέ δευτέρου ὁ μέγας θεολόγος καί ὑμνογράφος ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός. Γιά νά κατανοήσουμε καλύτερα τό τι ἀκοῦμε στην Ἐκκλησία μας, θά πρέπει νά ὑπενθυμίσουμε ὅτι μετά τό κοντάκιο πού κυριάρχησε ὡς ἐκκλησιαστική ποίηση τούς πρώτους χριστιανικούς αἰῶνες, ἦλθε ὁ κανόνας, ἀπό τόν 8ο αἰ. καί μέχρι σήμερα, ὁ ὁποῖος ἔχει πιό σύνθετη μορφή ἀπό τό κοντάκιο καί περιεχόμενο ὄχι πρωτίστως ἐγκωμιαστικό ἀλλά δογματικό. Κι αὐτό θά πεῖ ὅτι ἡ Ἐκκλησία μας τή μουσική της τήν ἔβαλε στήν ὑπηρεσία τῆς διδασκαλίας της. Νά διδάξει ἤθελε ἡ Ἐκκλησία τούς πιστούς της, τήν πίστη της καί τά δόγματά της,  κι εἶδε ὅτι ὁ πιό πρόσφορος τρόπος εἶναι ἡ μουσική καί ἡ μελωδία. Λοιπόν ὁ κανόνας πιά εἶναι ὁ μελωδικός τρόπος διδαχῆς καί διακρίνεται σέ ἐννέα ὠδές – κατά τό πρότυπο τῶν ὠδῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης – κάθε ὠδή δέ ἀποτελεῖται ἀπό τρία, τέσσερα ἤ καί πέντε τροπάρια-στροφές, ἀρχή τῶν ὁποίων εἶναι ὁ λεγόμενος εἱρμός, λέξη πού σημαίνει ὅτι κατά πῶς ψέλνεται αὐτός, τό πρῶτο τροπάριο, ψέλνονται καί τά ὑπόλοιπα τῆς ὠδῆς (ἀπό τό εἴρω=σύρω). Τά παραπάνω τροπάρια εἶναι ἀπό τήν πρώτη ὠδή τοῦ πρώτου κανόνα τῶν Χριστουγέννων, ἔργο ὅπως εἴπαμε τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Μαϊουμᾶ, ἐνῶ ὁ εἱρμός τῆς ὠδῆς αὐτῆς συνιστᾶ καί τήν πρώτη καταβασία τῆς μεγάλης ἑορτῆς. «Χριστός γεννᾶται, δοξάσατε».

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ


«Καί οὗτοι πάντες μαρτυρηθέντες διά τῆς πίστεως» (Ἐβρ. 11, 34)

Μία ἀνάσα πρίν τά Χριστούγεννα ἡ ᾽Εκκλησία μας ἔρχεται φιλάνθρωπα, μέσω  τῶν ἡρώων τῆς πίστεως ἤδη ἀπό την ἐποχή τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης μέ πρῶτον τον Ἀβραάμ, νά μᾶς ὑπενθυμίσει: ἄν τήν πίστη μας δέν την δοῦμε ὡς πράξη ζωῆς, ἄν δηλαδή δέν  τήν ἐνεργοποιήσουμε μέ τόν τρόπο τῆς ἀγάπης πού κυρίως μᾶς φανέρωσε ὁ Χριστός, δυστυχῶς τά Χριστούγεννα θά παραμείνουν γιά μία ἀκόμη φορά ἄπιαστο ὄνειρο. Τά Χριστούγεννα δέν εἶναι δῶρα καί ξενύχτια καί λαμπιόνια στά δέντρα. Βιώνονται στό μυστικό βάθος τῆς καρδιᾶς μας, ἐκεῖ πού ζεῖ ὁ Ἴδιος ἀπό τήν ὥρα πού βαπτιστήκαμε, ἐκεῖ πού ἀνανεώνει τήν παρουσία Του μέ τήν κοινωνία τοῦ σώματος καί τοῦ αἵματός Του, ἐκεῖ επομένως πού μπορεῖ νά ἀνατείλει καί ἡ ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπό μας. ῎Αν ἡ καρδιά μας εἶναι γεμάτη ἀπό τά «μπάζα» τῶν παθῶν καί τῶν κακιῶν μας,  πού κρύβουν καί καλύπτουν τον Χριστό, ἡ καλύτερη ὥρα γιά νά τά ἀποτινάξουμε εἶναι τώρα, ἐνόψει τῆς ῾Μητροπόλεως τῶν ἑορτῶν᾽. Τώρα μποροῦμε ἐν μετανοίᾳ νά στραφοῦμε πρός τόν Κύριο καί νά Τόν παρακαλέσουμε νά καθαρίσει τόν στάβλο τῆς καρδιᾶς μας. Κι ἡ  μετάνοιά μας αὐτή θά φανερώσει μέν τήν πίστη μας, ἀλλά καί θα  προκαλέσει σ' Ἐκεῖνον τή μεγαλύτερη χαρά Του, γιατί θά Τοῦ ἀφήσει χῶρο να γεννηθεί καί πάλι μέσα στόν στάβλο τῆς καρδιᾶς αὐτῆς – τόν τόπο πού πιότερο ἀπ’ ὅλα ἀγαπᾶ.

 

Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2018

ΕΝΟΨΕΙ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ... (8)


Ἰδιόμελο Ν΄ Ψαλμοῦ. Ἦχος πλάγιος τοῦ β΄.
«Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνη. Σήμερον δέχεται ἡ Βηθλεέμ, τόν καθήμενον διά παντός σύν Πατρί. Σήμερον Ἄγγελοι τό βρέφος τό τεχθέν, θεοπρεπῶς δοξολογοῦσι. Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ, καί ἐπί γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία».
(Δόξα στόν Ὕψιστο Θεό καί ἐπί γῆς εἰρήνη. Σήμερα δέχεται ἡ Βηθλεέμ αὐτόν πού κάθεται παντοτινά μαζί μέ τόν Πατέρα. Σήμερα Ἄγγελοι δοξολογοῦν μέ τρόπο θεϊκό τό βρέφος πού γεννήθηκε. Δόξα στόν Ὕψιστο Θεό κι εἰρήνη στή γῆ, ἀγάπη κι εὐλογία στούς ἀνθρώπους).
Σέ ἦχο πλάγιο τοῦ β΄ ἡ Ἐκκλησία μας μᾶς καλεῖ νά ἀνοίξουμε τά μάτια καί τίς αἰσθήσεις μας, πνευματικές καί σωματικές, προκειμένου νά δοῦμε τό μέγα μυστήριο τῆς ἡμέρας. Καί ποιό εἶναι αὐτό; Ἀσφαλῶς ὅτι ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος μέ ὅ,τι θετικά ἀποτελέσματα ἔφερε τοῦτο διαχρονικά στήν ἀνθρωπότητα καί τόν κόσμο ὅλον. Ὅμως ὁ τονισμός πέφτει καί ἀλλοῦ: στήν ὑπέρ φύσιν ταπείνωση τοῦ Θεοῦ μας. Ὄχι μόνον γιατί ὁ παντοδύναμος ἔγινε ἕνας ἁπλός ἄνθρωπος, ἀλλά καί γιατί ἀκολούθησε  ὅλην τήν πορεία τῆς γέννησης ἑνός ἀνθρώπου καί περικλείσθηκε «σ’ ἕνα κομμάτι κρέας, σ’ ἕνα μικρό βρέφος», ὅπως σημειώνει κάπου ὁ μεγάλος ἅγιος Νικόδημος ὁ ἁγιορείτης· κι ἀκόμη, γιατί ἐπέλεξε γιά νά ‘ρθει ὄχι μία μεγαλούπολη, «ἀντάξια» τῆς μεγαλωσύνης Του, ἀλλά τό ἀσημότερο χωριό μιᾶς περιθωριακῆς περιοχῆς, τῆς ἁπλῆς Ἰουδαίας. Ναί, «οὐ φέρει τό μυστήριον ἔρευναν». Καί τό δικό μας «δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῶ» γίνεται ἕνα μέ τό «δόξα» τῶν ἀγγέλων.

ΔΡΑΣΚΕΛΙΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΩΣ... (28)


 Ο Κύριος στέκεται στη θύρα της καρδιάς μας και τη χτυπάει για να Του την ανοίξουμε, προκειμένου να εισέλθει μέσα, να βρεθεί και να παρακαθήσει στο τραπέζι μαζί μας  – μία πολύ ωραία εικόνα που καταγράφεται στην Αποκάλυψη του αγίου Ιωάννου (3, 20). Κι αυτό μεν δείχνει την ταπεινή αγάπη βεβαίως του Δημιουργού μας, η οποία δεν μειώνεται και δεν αλλοιώνεται ποτέ – ο Θεός είναι ο μόνος πιστός – όμως δείχνει και την ευθύνη την οποίαν έχει ο καθένας μας απέναντί Του. Διότι ο Χριστός επειδή ακριβώς μας αγαπάει, ουδέποτε παραβιάζει την ελεύθερη βούλησή μας. Γιατί τότε δεν Τον ακούμε και δεν Του ανοίγουμε; Η απάντηση δίνεται από τον ίδιο άγιο Ιωάννη στο Ευαγγέλιό του: δεν Τον ακούμε, δεν Τον δεχόμαστε επομένως, διότι «είναι πονηρά τα έργα μας». Ακόμη και οι θεωρούμενοι καλοί χριστιανοί που βεβαιώνουν την αγάπη τους προς Εκείνον, δεν φαίνεται να αισθάνονται την παρουσία Του ενεργά και αισθητά στην ύπαρξή τους, διότι τα πάθη τους – η φιληδονία τους, η φιλαργυρία τους, η φιλοδοξία τους – είναι τόσο ισχυρά μέσα τους, ώστε ο θόρυβός τους επισκιάζει οτιδήποτε άλλο, πολύ περισσότερο τον απαλό ήχο από το ευγενικό χτύπημα του ταπεινού και ελεήμονος Θεού μας. Πρέπει να εντείνουμε την προσοχή μας, λίγο να Τον «διψάσουμε», για να Τον ακούσουμε. Κι αυτό θα αποτελεί την απαρχή της συνάντησής μας μαζί Του.

Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2018

ΔΡΑΣΚΕΛΙΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΩΣ... (27)


 Πόσο λάθος κάνουν και πόσο επιφανειακά κρίνουν τα πράγματα εκείνοι – και μιλάμε για χριστιανούς δυστυχώς – που μιλώντας για την Παράδοση της Εκκλησίας τη θεωρούν σαν κάτι ξεπερασμένο, σκουριασμένο, κατάλοιπο κάποιας μακρινής εποχής. Και πόσο αξιολύπητοι είναι κι οι μερικοί εκείνοι εκκλησιαστικοί, παπάδες, ψαλτάδες και λοιποί, που με τρόπο άκομψο κι ανίερο λόγω της κοσμικής ζωής τους, επιβεβαιώνουν μια τέτοια λανθασμένη κρίση! Γιατί αν η Εκκλησία μας είναι το σώμα του Χριστού, που θα πει «ο Χριστός που παρατείνεται στους αιώνες», τούτο σημαίνει ότι η Παράδοσή της είναι η ίδια η ζωή του Χριστού, η οποία με το Πνεύμα το Άγιο περνάει και μεταδίδεται από γενιά σε γενιά – Εκείνος παραδίδεται στους ανθρώπους που έχουν καλή διάθεση και πίστη. Επομένως ποιητικό αίτιο της  Παράδοσης αυτής είναι η αγάπη του Χριστού και Θεού μας, το μόνο απόλυτο και αναμφίβολο και αναντίρρητο γεγονός της παγκόσμιας Ιστορίας. Γι’ αυτό και στα κείμενα της Παράδοσης – την Αγία Γραφή, τα Συνοδικά κείμενα, τα κείμενα των αγίων Πατέρων μας, την υμνολογία της Εκκλησίας, την ίδια τη Θεία Λειτουργία – την αγάπη αυτή ψηλαφούμε και οσφραινόμαστε και γευόμαστε και εσθίουμε. Γι’ αυτό ακόμη, όσο θα υπάρχουν καλοπροαίρετοι άνθρωποι η Παράδοση αυτή θα βρίσκει τόπο στο βάθος της καρδιάς τους, κρατώντας την αδιάκοπα ζωντανή, έστω κι αν διάφορες σκοτεινές δυνάμεις του κόσμου τούτου παλεύουν να την εξαλείψουν. Πόσο ανάγλυφα μας το λέει αυτό ο μέγας απόστολος Παύλος, με τη βαθιά αγάπη του προς τον Χριστό: «Αυτό που ζω τώρα σωματικά είναι η πίστη μου στον Υιό του Θεού, που με αγάπησε και παρέδωσε τον εαυτό Του για χάρη μου». Η αγάπη του Υιού του Θεού που οδηγεί στην παράδοσή Του για χάρη του καθενός μας. Μπροστά στην αληθινή έννοια της Παράδοσης που καίει τα πάντα από τη φωτιά της αγάπης του Θεού, κυρίως πάνω στον Σταυρό,  πόσο κούφια και άνευρα και ψεύτικα ακούγονται όλα αυτά που λέγονται από ασχέτους, αλλά κι από μερικούς κάποιες φορές «σχετικούς»!

ΕΝΟΨΕΙ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ... (7)


«Τά σύμπαντα σήμερον χαρᾶς πληροῦνται, Χριστός ἐτέχθη ἐκ τῆς Παρθένου» (Πεντηκοστάρια Χριστουγέννων. Ήχος β΄).
Γεννιέται ὁ Χριστός, ὁ Θεός γίνεται ἄνθρωπος, καί τό μέγα τοῦτο μυστήριο διακονεῖται ἀπό ὅ,τι ὡραιότερο καί ἀνώτερο γέννησε ἡ ἀνθρωπότητα, τήν Παρθένο Μαριάμ. Στό πρόσωπο ἐκείνης παίρνουμε κι ἐμεῖς τή χαμένη λόγω ἁμαρτίας ἀξία μας, στό πρόσωπο Ἐκείνης βρῆκε ὁ Θεός μας τή γέφυρα προκειμένου νά ἔλθει στόν κόσμο. Κι ἔρχεται ὁ Χριστός λοιπόν «ἐκ Πνεύματος ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου» καί προσλαμβάνει τόν ἄνθρωπο, ἀποκαθιστώντας τον στήν πρότερη κι ἀκόμη περισσότερο θέση του: νά μπορεῖ νά γίνει ἕνας μικρός Θεός στόν κόσμο· νά ἔχει καθαρή τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ μέσα του κι ἀνοικτή τή δυνατότητα καί πάλι τῆς ὁμοίωσής του πρός τόν Δημιουργό του. Ἡ φυλακή τῆς ἁμαρτίας γκρεμίστηκε, ὁ θάνατος ἔπαψε πιά νά εἶναι ὁ κυρίαρχος, ὁ διάβολος τρίζει τά δόντια του γιατί χάθηκε ἀπ’ τά χέρια του τό θήραμα καί ὑποχείριό του. Τί ‘ναι τό μόνο πού μένει; Ἡ ἄφατη χαρά καί τά «δόξα ἐν ὑψίστοις». Καί μαζί μέ τόν ἄνθρωπο ἀπελευθερώθηκε ἀπό τά δεσμά της καί ἡ ὑπόλοιπη δημιουργία. Ὅλο τό σύμπαν πανηγυρίζει τή Γέννα τοῦ Θεοῦ μας. 
 

Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2018

«ΙΔΙΟΙ Μ’ ΑΥΤΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΕ…»


Στα χέρια σε πήρε απαλά και μέσα
στην αγκάλη  - «ίδιοι μ’ αυτό να γίνετε,
αν θέλετε τον Θεό σας» - είπε
και Του βραχήκαν οι οφθαλμοί.
Η τρυφερή ματιά Του σ’ άγγιξε
κι ήσουνα το χαμόγελό Του.
Σ’ έβλεπε πάντα ως Θεός μα τώρα
και ως άνθρωπος σε είδε.
Σου χάιδεψε λίγο τα μαλλιά
και το φιλί Του πάνω τους
άφησε έν’ άστρο φωτεινό.
Μια… χρυσοκόκκινη σκιά
σκοτείνιασε τη μορφή Του.
Νύχια που μπήχτηκαν βαθιά
σε γέρικο λιπόσαρκο πια σώμα
- κοίτα, όπως μια μάνα σε κρατεί.
Στο ‘κανε το χατίρι κι άφησε
- πώς ν’ αρνηθεί τον πόθο σου; -
τον βασιλιά που ‘μέρεψες
στα δόντια του να σ’ αλέσει.
Στάρι κι άρτος ηδύς εγίνηκες
κι ανατολή μπροστά Του στέκεις.
Αιώνια πίσω θεωρεί τα έσχατα σαν τώρα,
κι είσαι φωτιά που σου ‘δωσε
η φλόγα η δικιά Του.
Πώς θα ‘θελα λίγο κι εγώ
από τη ζέστα σου να θερμανθώ
κι Ιγνάτιος να γίνω·  να φέρω
στάλα μια Θεό, Γέννα Χριστού να ζήσω.

 
 

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΙΓΝΑΤΙΟΣ Ο ΘΕΟΦΟΡΟΣ



«Ο άγιος Ιγνάτιος ήταν διάδοχος των Αποστόλων, δεύτερος μετά τον Εύοδο επίσκοπος της Εκκλησίας των Αντιοχέων, μαθητής του Ιωάννου του Θεολόγου μαζί με τον επίσκοπο της Εκκλησίας των Σμυρναίων Πολύκαρπο. Οδηγήθηκε στον βασιλιά Τραϊανό, όταν αυτός διάβαινε προς τους Πάρθους. Κι αφού ο βασιλιάς συζήτησε επ’ αρκετόν μαζί του και διεπίστωσε το αμετάθετο της πίστεώς του στον Χριστό, αμέσως έδωσε εντολή να τον κτυπήσουν με μολύβδινες σφαίρες. Κι αφού του άπλωσαν τα χέρια, του έβαλαν φωτιά. Του έφλεξαν στη συνέχεια τις πλευρές με αναμμένα ξύλα βουτηγμένα στο λάδι, τον έβαλαν να σταθεί πάνω σε άνθρακες, του έξυσαν τις σάρκες με σιδερένια νύχια. Επειδή όμως υπερίσχυσε σε όλα αυτά, στάλθηκε δεμένος με συνοδεία δέκα στρατιωτών στη Ρώμη, για να γίνει τροφή των θηρίων. Αφού οδηγήθηκε στη Ρώμη και στήριξε κατά την πορεία του τις Εκκλησίες των πόλεων από τις οποίες  διερχόταν, προσευχήθηκε να φαγωθεί από τα θηρία, ώστε, όπως έλεγε, να γίνω καθαρός άρτος στον Θεό. Γι’ αυτό, όταν ρίχτηκε στο αμφιθέατρο, κατασπαράχθηκε από τα λιοντάρια που τα άφησαν να επιπέσουν εναντίον του, αφήνοντας από αυτόν μόνον τα παχύτερα από τα οστά του, τα οποία μαζεύτηκαν και μεταφέρθηκαν στην Αντιόχεια. Ο άγιος Ιγνάτιος ήταν ο μακάριος εκείνος, τον οποίο, όταν ακόμη ήταν νήπιο, λένε ότι τον αγκάλιασε ο Δεσπότης Χριστός και είπε: Εάν κανείς δεν ταπεινώσει τον εαυτό του σαν το παιδί αυτό, δεν πρόκειται να εισέλθει στη Βασιλεία των Ουρανών. Και όποιος δεχθεί ένα από τα παιδιά αυτά στο όνομά μου, εμένα δέχεται. Για τον λόγο αυτό κλήθηκε και Θεοφόρος. Αυτόν τίμησε με εγκώμια και ο άγιος πατέρας μας Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Τελείται δε η σύναξή του στην αγιότατη Μεγάλη Εκκλησία».

Δεν θα σταθούμε στις όντως εκ φωτός Θεού ποιητικές συλλήψεις του μεγάλου υμνογράφου της Εκκλησίας μας αγίου Ανδρέου Κρήτης για τον άγιο Ιγνάτιο τον Θεοφόρο. Δεν θα επιμείνουμε δηλαδή στη σύνδεση που επιχειρεί να κάνει μεταξύ Χριστουγέννων και εορτής του αγίου («Των λαμπρών αγώνων σου η φωτοφόρος ημέρα προκηρύττει άπασι τον εκ Παρθένου τεχθέντα∙ τούτου γαρ διψών εκ πόθου κατατρυφήσαι, έσπευσας υπό θηρίων αναλωθήναι», δηλαδή: η φωτοφόρος ημέρα των λαμπρών αγώνων σου προκηρύσσει σε όλους αυτόν που γεννήθηκε από Παρθένο. Διότι διψώντας να απολαύσεις πάρα πολύ τον Κύριο από πόθο, έσπευσες να φαγωθείς από τα θηρία), ούτε στον παραλληλισμό που επιχειρεί μεταξύ αυτού και του πατριάρχη Αβραάμ, θέλοντας να τονίσει το μέγεθος της θυσίας του και βρίσκοντας και πάλι ευκαιρία να αναφερθεί στο γεγονός της Γέννησης του Χριστού («Αβραάμ μεν ποτε τον υιόν εθυσίαζε, την σφαγήν προτυπών του τα πάντα κατέχοντος, και νυν εν σπηλαίω σπεύδοντος τεχθήναι∙ συ δε θεόφρον, όλον προσήγαγες σαυτόν ώσπερ σφάγιον…τω Κτίστη σου», δηλαδή: Ο Αβραάμ κάποτε θυσίαζε τον υιό του Ισαάκ, προτυπώνοντας έτσι τη σφαγή Αυτού που κατέχει τα πάντα και σπεύδει τώρα να γεννηθεί σε σπήλαιο∙ κι εσύ, θεόφρον, πρόσφερες όλον τον εαυτό σου σαν σφάγιο στον Κτίστη σου). Ούτε όμως ακόμη θα αναφερθούμε στη σπουδαία αφαιρετικής μορφής έμπνευσή του, να δει αφενός ως δημίους του αγίου  τα σιαγόνια των λιονταριών, αφετέρου ως τάφο του τα σπλάχνα και τα στομάχια εκείνων: «Οι των θηρών οδόντες μοι, φησί, γενέσθωσαν ξίφη και ρομφαίαι και σφαγαί∙ τάφος δε μοι τα των λεόντων σπλάγχνα έστω». (Τα δόντια των θηρίων, λέγει, ας γίνουν για μένα ξίφη και ρομφαίες και σφαγές, ενώ τάφος μου ας είναι τα σπλάχνα των λιονταριών).


Εκείνο που κυρίως αξίζει να τονίσει κανείς περισσότερο από την κατά Χριστόν πολιτεία του αγίου Ιγνατίου είναι ό,τι ο άγιος Ανδρέας Κρήτης σημειώνει, θέλοντας να δείξει τη διπλή διάσταση του έργου του και συνεπώς την προσφορά του στην Εκκλησία: το μαρτύριο και την ποιμαντική του. «Υμνείσθω Ιγνάτιος, ο μέγας Ιερεύς, διττώς στεφανούμενος, ως Μάρτυς και Ποιμήν». (Ας υμνηθεί ο Ιγνάτιος, ο μέγας Ιερέας, με διπλό στεφάνι: ως μάρτυρας και ως Ποιμένας). Γιατί η επικέντρωση κυρίως στο μαρτύριο και την ποιμαντική του; Διότι αφενός ήταν εκείνος ο αποστολικός πατέρας που θεολόγησε περί του μαρτυρίου, ως γεγονότος που αποτελεί απάντηση αγάπης και έρωτος στην αγάπη και τον έρωτα του ίδιου του εν Χριστώ Θεού μας. Το χριστιανικό μαρτύριο δηλαδή, η θυσία του εαυτού χάριν της εμμονής στην πίστη του Χριστού δεν συνιστά μία μονομερή πρωτοβουλία ενός ανθρώπου, έστω και πιστού σε κάτι, αλλά είναι η φυσική στάση του ανθρώπου που ένιωσε στην ύπαρξή του την απειρία αγάπης του Δημιουργού απέναντί του. Είναι αυτό που σημείωνε ο απόστολος Ιωάννης ο Θεολόγος, ο δάσκαλος του αγίου Ιγνατίου: «ημείς αγαπώμεν ότι Αυτός πρώτος ηγάπησεν ημάς». Πρώτα μας αγάπησε ο Χριστός, Αυτός πρώτα θυσιάστηκε για εμάς, και εμείς έπειτα με τη δύναμη Εκείνου μπορούμε και Τον αγαπάμε, κι ακόμη και  θυσιαζόμαστε για Εκείνον. Το ίδιο εξέφραζε και ο απόστολος Παύλος, όταν τόνιζε ότι οι πιστοί γνωρίζουμε τον Χριστό, δηλαδή στεκόμαστε με αγάπη απέναντί Του – η αγάπη φέρνει τη γνώση – διότι Εκείνος πρώτα μας γνώρισε, δηλαδή μας αγάπησε. «Γνόντες τον Θεόν, μάλλον δε γνωσθέντες υπ’  Αυτού».

Ο τονισμός της αγάπης προς τον Χριστό, ως θερμού έρωτα προς Εκείνον, αποτελεί τον πυρήνα της εν Χριστώ ύπαρξης του αγίου Ιγνατίου. Δεν μιλάμε για μία απλή στροφή του νου και της καρδιάς προς Εκείνον. Δεν μιλάμε για μία συμπάθεια. Τέτοιες καταστάσεις θεωρούνται τα πρώτα σκαλοπάτια, που υποβαθμίζουν πολύ  αυτό που ένιωθε ο άγιος Ιγνάτιος. Η αγάπη του προς τον Χριστό, κυριολεκτικά φωτιά πυρακτωμένη στο έπακρον,  μπορεί να παραλληλισθεί μόνον με τα ανάλογα αισθήματα και τις πνευματικές εμπειρίες των αποστόλων Ιωάννου και Παύλου.  Δεν είναι τυχαίο ότι τον χαρακτήρισαν συνεχιστή των δύο αυτών μεγάλων αποστόλων, που ζούσαν  σε σχέση ταύτισης με τον ίδιο τον Χριστό. Γι’ αυτό και ο άγιος υμνογράφος δεν παύει να εξυμνεί, στο μεγαλύτερο τμήμα της ακολουθίας που συνέθεσε,  ακριβώς αυτόν τον θερμό έρωτα του αγίου προς τον Κύριο.

  «Ο τετρωμένος αγάπη τη τελεία, ότε ο πρηστήριος έρως ανέφλεγε σου την ψυχήν, ιερώτατε, προς τον Δεσπότην, σε κατεπείγων, Πάτερ, πορεύεσθαι» (Ιερώτατε Ιγνάτιε, συ που πληγώθηκες από την τέλεια αγάπη, όταν ο φλογισμένος έρωτας σού κατέφλεγε την ψυχή, βιάζοντάς σε να πορευτείς, Πάτερ, προς τον Δεσπότη Κύριο)∙ «Ζέων εις αεί τω πνεύματι, ο ιερομάρτυς, έκραζε συν πόθω, εν μέσω των κινδύνων∙ Χριστόν διώκω χαίρων, Χριστώ συνεσταύρωμαι∙ ζω δε ουκέτι μεν εγώ, ζη δε φησίν, εν εμοί μόνος Χριστός» (Φλογισμένος στο πνεύμα πάντοτε, ο ιερομάρτυς Ιγνάτιος, έκραζε με πόθο, μέσα στους κινδύνους: Με χαρά καταδιώκω τον Χριστό, είμαι σταυρωμένος μαζί με τον Χριστό. Δεν ζω πια εγώ, αλλά, λέγει, ζει μέσα μου αποκλειστικά ο Χριστός)∙ «Χριστού σπεύδω γενέσθαι, Χριστού μόνου ερώ∙ όλος γαρ Χριστού ειμι, εβόας αθλητά∙ Αυτόν διώκω, αυτόν επείγομαι φθάσαι∙ και διά τούτο πυρ και ξίφος και θηρία, πάντα καρτερώ, ίνα τύχω αυτού» (Σπεύδω να γίνω μαθητής του Χριστού. Μόνο τον Χριστό επιθυμώ. Διότι όλος ανήκω σ’ Αυτόν, φώναζες αθλητή. Αυτός είναι η επιδίωξή μου, Αυτόν βιάζομαι να φθάσω. Και γι’ αυτό τη φωτιά και το ξίφος και τα θηρία, όλα τα υπομένω, προκειμένου να συναντηθώ μαζί Του).

Κι εκτός από το μαρτύριο ο άγιος Ανδρέας ο Κρήτης τονίζει αφετέρου την ποιμαντική του ιερομάρτυρα Ιγνατίου. Ο άγιος Ιγνάτιος υπήρξε ο ποιμένας που ακριβώς θεολόγησε προς χάρη του ποιμνίου του. Και βεβαίως ήταν αληθινός ποιμένας, γιατί αυτό που δίδασκε πρώτα το ζούσε, φτάνοντας στο σημείο και της θυσίας του εαυτού του προς χάρη του Χριστού και των πιστών του. Κατά τον λόγο του ίδιου του Κυρίου: «ο ποιμήν ο καλός την ψυχήν αυτού τίθησιν υπέρ των προβάτων». Κι αυτήν τη θυσιαστική αγάπη του την βλέπουμε αποτυπωμένη στις εξαίσιες και Καινοδιαθηκικού ύψους επιστολές του. Με τις επιστολές που άφησε ο άγιος ιερομάρτυρας, καρπός των τελευταίων ημερών του, στην πορεία του προς τη Ρώμη και το μαρτύριό του, καταθέτει την ίδια την ψυχή του και το βάθος της αγάπης του προς τον Χριστό, όπως είπαμε, και τους εν Χριστώ αδελφούς του. Σ’ αυτές βλέπουμε τον αληθινό μέγα ιερέα Ιγνάτιο, να ιερουργεί τον ίδιο τον εαυτό του, προσφέροντάς τον θυσία στον Χριστό. Σαν το σιτάρι που αλεσμένο από τα δόντια των θηρίων και φλογισμένο στη φωτιά της αγάπης κατατίθεται ως καθαρός άρτος ενώπιον του Χριστού. «Σίτος υπάρχω του Κτίσαντος και δι’ οδόντων δει με θηρίων πάντως αλήθεσθαι, ίνα τω Λόγω καθαρώτατος άρτος φανώ τω Θεώ ημών» (Είμαι σιτάρι του Δημιουργού Θεού και με τα δόντια των θηρίων πρέπει να αλεστώ οπωσδήποτε, προκειμένου να φανώ στον Λόγο Χριστό, τον Θεό μας, καθαρότατος άρτος).

Δεν είναι όμως οι επιστολές του αγίου Ιγνατίου μνημείο μόνο της αγάπης του προς τον Χριστό. Μέσα σ’ αυτές περιέχονται και οι απόψεις του που στήριξαν την Εκκλησία σε εποχή που κινδύνευε αυτή από διαφόρους αρνητές της. «Του Παύλου μιμούμενος τους κατά τόπον κινδύνους Ιγνάτιε, και υπάρχων δέσμιος, ου κατενάρκησας, στηρίζων γράμμασι πυκνοίς τας Εκκλησίας Χριστού». (Μιμούμενος  τους κινδύνους που πέρασε στα διάφορα μέρη ο Παύλος, Ιγνάτιε, και όντας δέσμιος, δεν σταμάτησες καθόλου να στηρίζεις με πυκνά γράμματα τις Εκκλησίες του Χριστού). «Ουκ επαύσω και δέσμιος ων στηρίζων τας Εκκλησίας επιστέλλων κατά πόλιν πάσι τοις Χριστού ιεράρχαις θαρρείν». (Δεν έπαυσες και δέσμιος ακόμη να στηρίζεις τις Εκκλησίες, στέλνοντας επιστολές, από κάθε πόλη που περνούσες, σε όλους τους ιεράρχες του Χριστού, και λέγοντάς τους να έχουν θάρρος). Ο άγιος Ανδρέας βεβαίως λόγω της φύσεως του έργου του: να εγκωμιάσει τον άγιο Ιγνάτιο, δεν προσδιορίζει, πέραν της αγάπης του αγίου προς τον Χριστό, και τις άλλες αλήθειες και προτροπές του. Κι αυτά που τόνιζε,  πράγματι ήταν στηριγμός που έσωσαν την Εκκλησία από τους κινδύνους των αιρετικών: τη θέση του επισκόπου, ως ορατού κέντρου της Εκκλησίας, την ενότητα επομένως αυτής που υπάρχει από τον επέχοντα θέση Χριστού επίσκοπο, τη συμμετοχή στη μία Θεία Ευχαριστία, την οποία τελεί σε κάθε τόπο ο Επίσκοπος. Η θεολογία του αγίου Ιγνατίου, η πρώτη σοβαρή μετά τους Αποστόλους θεολογία της Εκκλησίας, είναι όντως μεγαλειώδης. Ο άγιος υμνογράφος όμως είπαμε, γνώστης της θεολογίας αυτής, δεν έχει την «πολυτέλεια» να την προσφέρει ως ύμνο στο πλήρωμα των πιστών. Του αρκεί, και αρκεί και σε εμάς βεβαίως, η θερμότητα που εισπράττουμε από τον Θεοφόρο άγιο, ιερομάρτυρα Ιγνάτιο. (Είναι τυχαίο άραγε ότι και το ίδιο το όνομά του: Ιγνάτιος προέρχεται από το λατινικό ignis, που σημαίνει φωτιά;) Ο έρωτάς του για τον Χριστό άλλωστε ήταν τέτοιος, που επικάλυπτε και επικαλύπτει τα πάντα.

ΕΝΟΨΕΙ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ... (6)

 
«Δεῦτε ἴδωμεν πιστοί ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός
Ἡ προτροπή τοῦ ἁγίου ὑμνογράφου ἔχει διπλή διάσταση: πρῶτον, νοερῶς νά μεταφερθοῦμε στά γεγονότα πού περιγράφονται ἀπό τά Εὐαγγέλια: τήν πορεία τῆς ἁγίας οἰκογένειας πρός τή Βηθλεέμ, τή γέννηση στό σπήλαιο, τήν προσκύνηση τῶν ποιμένων καί τῶν μάγων, τόν ἀστέρα, τούς δοξολογοῦντας ἁγίους ἀγγέλους - ἐδῶ ἡ δύναμη τῆς φαντασίας λειτουργεῖ μέ θετικό τρόπο καί γιά προαγωγή μας -,  μολονότι ὑπῆρξαν ἅγιοι, σάν τόν ἅγιο Γέροντα Πορφύριο γιά παράδειγμα, πού «εἶδαν» τά γεγονότα αὐτά, ὅπως καί τά ἄλλα ἀπό τή ζωή τοῦ Κυρίου, ἐν Πνεύματι, «εἴτε ἐντός τοῦ σώματος εἴτε ἐκτός, οὐδείς οἶδε», καί ὄχι μέ τήν ἁπλή φαντασία· δεύτερον, νά σπεύσουμε νά «δοῦμε» τή Γέννα τοῦ Χριστοῦ ἐκεῖ πού ἀενάως γεννιέται, στά διαρκῆ Χριστούγεννα πού λένε οἱ θεολόγοι, δηλαδή στίς καρδιές τῶν πιστῶν χριστιανῶν.
Καί τό μέν πρῶτο εἶναι σχετικά εὔκολο – μᾶς βοηθοῦν πάρα πολύ καί οἱ εἰκόνες στήν Ἐκκλησία μας, ἀλλά καί ἡ τεχνολογική πρόοδος, ἡ ὁποία ἀναπαράγει ἐποπτικά τό ὁποιοδήποτε γεγονός καί τήν ὁποιαδήποτε ἐποχή.  Τό δεύτερο ὅμως; Πῶς νά «δοῦμε» τίς καρδιές; Μέ τί μάτια μποροῦμε νά διεισδύσουμε σ’ αὐτό πού μόνον ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος καί τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ γνωρίζει; Ἄν βεβαίως ἀποδυθοῦμε στόν ἀγώνα «ὅρασης» τοῦ Χριστοῦ στίς καρδιές τῶν συνανθρώπων μας, ἄν δηλαδή ἀρχίζουμε νά… ξενοκοιτᾶμε, μᾶλλον θά ἀπογοητευτοῦμε: μόνον οἱ ἐξωτερικές ἐκδηλώσεις τους μπορεῖ νά φανερώσουν τόν ἐσωτερικό τους κόσμο – χωρίς νά λαμβάνουμε ὑπόψιν καί τήν ὑποκρισία. Καί τί ἀποκαλύπτουν σ’ ἕνα μεγάλο ποσοστό οἱ ἐξωτερικές ἐκδηλώσεις τους, εἴτε ὡς συμπεριφορά εἴτε ὡς λόγος εἴτε καί ὡς στάση ἀκόμη σωματική; «Αἰσχρόν ἐστι καί λέγειν»! Ἀδικίες, ἐχθρότητες, μίση, ἐπιθετικές συμπεριφορές, ὕβρεις… Πολλά τά κακά, λίγα τά καλά.
 Ἀλλ’ εὐτυχῶς ὁ Κύριος μᾶς ἔχει… ἀπαγορεύσει μιά τέτοια δραστηριότητα. «Μή κρίνετε», εἶναι ἡ ἀδιάκοπη προτροπή καί ἐντολή Του. «Σύ τίς εἶ ὁ κρίνων ἀλλότριον οἰκέτην;» θά πεῖ ἀκολουθώντας τόν Κύριο κι ὁ ἀπόστολός Του Παῦλος. Λοιπόν, ἕνα εἶναι τό ἐπιτρεπόμενο «ἀντικείμενο» τῆς «ὅρασής» μου: μόνον ὁ ἑαυτός μου. «Ἐγώ νά μπορῶ νά "δῶ" τόν Γεννημένο Χριστό στήν καρδιά μου, νά αἰσθανθῶ δηλαδή τά "σκιρτήματα" ἀπό τό βρεφικό σωματάκι Του καί νά ἀκούσω τούς "κλαυθμηρισμούς" τῆς φωνῆς Του… Ἄν αὐτά δέν τά δῶ, τότε δέν εἶμαι ἀπό αὐτούς στούς ὁποίους γεννήθηκε ὁ Χριστός. Τόν βλέπω πολύ ἐξωτερικά καί ἐπιφανειακά, ὁπότε ἡ μόνη λύση εἶναι ἡ μετάνοιά μου καί τό πένθος γιά τίς ἁμαρτίες μου…» (άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος).
 Ἄν κινηθῶ ὅμως ἔτσι, ἐν μετανοίᾳ, αὐτό θά εἶναι καί τό μεγαλύτερο «δῶρο» πού θά Τοῦ ἔχω προσφέρει γιά τόν ἐρχομό Του στόν κόσμο. Ὁ Ἴδιος τό ἀπεκάλυψε στόν ἅγιο Ἱερώνυμο, ὅταν ἐκεῖνος, προσευχόμενος στό σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ κάποια Χριστούγεννα, παρεκάλεσε τόν Κύριο μέ δάκρυα νά τοῦ πεῖ τί δῶρο θά ‘θελε νά Τοῦ κάνει στή μεγάλη αὐτή ἑορτή Του: «Θέλω τίς ἁμαρτίες σου, Ἱερώνυμε, τίς ἁμαρτίες σου…», τοῦ ἀπάντησε ὁ Χριστός. «Καί τίς θέλω γιά νά τίς ξεπλύνω».