Σάββατο, 24 Ιουλίου 2021

«ΝΑ ΞΕΡΕΙΣ ΚΑΙ ΝΑ ΚΑΤΕΒΕΙΣ!»

Εκατομμύρια άνθρωποι θαύμασαν και θαυμάζουν ακόμη τον σπουδαίο και γενναίο ορειβάτη Έντμουντ Χίλαρι από τη Νέα Ζηλανδία, όταν στις 29 Μαΐου του 1953 πάτησε πρώτος αυτός, μαζί μ’ έναν βοηθό του, την ψηλότερη κορυφή του κόσμου, το Έβερεστ (8.848 μέτρα). Έμπηξε έναν σταυρό μάλιστα στην κορυφή αυτή, κάθισαν για 15 λεπτά, ελλείψει οξυγόνου, και επέστρεψαν. Το εγχείρημά του ήταν μεγαλειώδες, για το οποίο και ανταμείφθηκε πολλαπλώς. Το εξόχως σημαντικό όμως ήταν αυτό που δήλωσε ο Χίλαρι έπειτα. «Κι άλλοι, απ’ ό,τι φάνηκε, έφτασαν κοντά στην κορυφή, αλλά τελικά δεν τα κατάφεραν. Γιατί εκείνο που μετράει κυρίως δεν είναι να ξέρεις μόνο να ανέβεις στην κορυφή, αλλά να ξέρεις και να κατέβεις. Στην κάθοδο δεν πρόσεξαν οι άλλοι κι έτσι δεν ολοκλήρωσαν την ορειβατική τους ενέργεια». «Να ξέρεις και να κατέβεις». Πόσο σπουδαία αλήθεια για όλους εκείνους που αγωνίστηκαν να φτάσουν κάπου «υψηλά», αλλά και που θα πρέπει να καταλάβουν, όταν έρθει η ώρα, ότι πρέπει και να κατέβουν. Κι η κάθοδος μάλιστα είναι εκείνη που φανερώνει το μεγαλείο του ανθρώπου: δείχνει την επίγνωση των ορίων του, το μέγεθος της αυτογνωσίας και της ταπείνωσής του, ακόμη και το ποιόν της αγάπης του – αφήνει χώρο για άλλους, νεώτερους ή και πιο ικανούς από αυτόν. Πόση σοφία και πόσος ρεαλισμός κρύβεται πράγματι πίσω από τη ρήση του σπουδαίου ορειβάτη - να ξέρουμε πότε να παραμερίσουμε, πότε έχει έρθει η ώρα να «κατέβουμε». Κι από πλευράς πνευματικής ίσως μπορεί να αξιοποιηθεί δεόντως – ας επιτραπεί η «αυθαίρετη» προέκταση -· γιατί αφού το μυστικό της «επιτυχίας» είναι στη γνώση της καθόδου, λοιπόν όσο κατεβαίνουμε, τόσο και θα επιτυγχάνουμε, δηλαδή όσο η ταπείνωση θα χαρακτηρίζει τη ζωή μας, τόσο και θα βλέπουμε τη χάρη του Θεού να μας ισορροπεί στη ζωή μας. Αυτό όμως χριστιανικά είναι η αληθινή άνοδος.

Η ΑΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΧΡΙΣΤΙΝΑ

«Η Χριστίνα ήταν κόρη ειδωλολάτρη Τύριου στρατηλάτη ονόματι Ουρβανού. Αυτός έβαλε την κόρη του σε πύργο, τη διέταξε να ζει εκεί και να θυσιάζει  στους δικούς του ειδωλολατρικούς θεούς, κατασκευασμένους από χρυσάφι, ασήμι και άλλα υλικά. Η Χριστίνα όμως τα κομμάτιασε και κάθε πολύτιμο  υλικό το έδωσε στους φτωχούς. Έτσι ο πατέρας της άρχισε τις τιμωρίες και την έβαλε σε φυλακή χωρίς τροφή. Η αγία όμως τρεφόταν από αγγέλους που την θεράπευσαν και από τις πληγές της. Έπειτα ρίχνεται στη θάλασσα, όπου δέχεται το θείο βάπτισμα από τον ίδιο τον Κύριο, και οδηγείται στην ξηρά από θείο άγγελο. Όταν μαθεύτηκε ότι ζει, κλείνεται πάλι στη φυλακή, κατ’ εντολή του πατέρα της, ο οποίος το ίδιο βράδυ πέθανε με άσχημο τρόπο. Στη θέση του πατέρα της έρχεται ο στρατηγός Δίων που αυξάνει τις τιμωρίες της γιατί η αγία συνέχιζε να κηρύττει τον Χριστό, ο Οποίος δι’ αυτής επιτελούσε θαύματα με αποτέλεσμα τη μεταστροφή στην πίστη τριών χιλιάδων στρατιωτών. Μετά τον Δίωνα, ανέλαβε την εξουσία κάποιος Ιουλιανός που ρίχνει την αγία σε κάμινο πυρός, κι αφού εκείνη έμεινε άφλεκτος, την καταδικάζει να ριχτεί σε δηλητηριώδη φίδια και διατάζει έπειτα να της κόψουν τους μαστούς, από τους οποίους χύθηκε αντί αίμα γάλα. Έπειτα της κόψανε τη γλώσσα, και τέλος, αφού κτυπήθηκε από στρατιώτες με πέτρες, παρέδωσε το πνεύμα στον Θεό».

Θα σχολιάσουμε τρία σημεία από το συναξάρι.

(1) Οι γονείς όπου γης είναι συνήθως έτοιμοι και τη ζωή τους να δώσουν για χάρη των παιδιών τους – τα θεωρούν κομμάτι και προέκταση του εαυτού τους. Στην περίπτωση όμως της αγίας αυτό καταλύεται. Ο  πατέρας της, όπως και στην περίπτωση και άλλων αγίων σαν της αγίας Βαρβάρας, γίνεται ο δήμιός της λόγω του φανατισμού και της υποδούλωσής του στους δαίμονες, που τον κάνουν να θέλει την κόρη του να είναι υποχείριό του. Εντελώς αντίθετη τοποθέτηση από τη χριστιανική, η οποία προσανατολίζει τον άνθρωπο στην απόλυτη αγάπη προς τον Θεό, μέσω όμως της απόλυτης αγάπης προς τον συνάνθρωπο και του σεβασμού της ελευθερίας του. Ο άγιος υμνογράφος Ιωσήφ επισημαίνει εν προκειμένω: «Επειδή δεν μπορούσε να υποφέρει τον πόθο σου για τον Χριστό ο δειλός και αθεώτατος πατέρας σου, Χριστίνα, σε απειλούσε με τις τιμωρίες των βασάνων» (ωδή δ΄).

(2) Η αγία διώχθηκε για την πίστη της στον Χριστό, όταν ακόμη δεν είχε βαπτισθεί -  δεν ήταν πλήρως ακόμη χριστιανή. Η χάρη του Θεού όμως ενεργούσε σ’ αυτήν, έστω και με εξωτερικό τρόπο. Διότι το βάπτισμα συνδέει (τον καλοπροαίρετο και ενεργούμενο εξωτερικά από τη χάρη του Θεού άνθρωπο) ουσιαστικά με τον Χριστό, τον κάνει μέλος Του και συνεπώς ο Χριστός δρα μέσα από το κέντρο της καρδιάς του, όπου πριν δρούσε το πονηρό. Σε τέτοιον άνθρωπο όμως, σαν τη Χριστίνα, ο Θεός βρίσκει τρόπους να συνδεθεί μαζί Του, πέραν των «κανονικών και νομίμων». Τι κάνει; Στη θάλασσα ευρισκόμενη η αγία, από την κακία των διωκτών της, έχει τον ίδιο τον Δημιουργό και Σωτήρα Χριστό να τελεί το άγιο βάπτισμα και να την κάνει μέλος Του. «Το Πνεύμα όπου θέλει πνει», ενώ θαυμάζει κανείς την «υπακοή» και του ίδιου του Χριστού σε ό,τι ως Θεός έχει νομοθετήσει. «Ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται». Και ποιος ο λόγος μίας τέτοιας «παραδοξότητας»; Η αγάπη της αγίας για τον Χριστό, τέτοια που την έκανε να «διαβάζει» την παρουσία Του μέσα από όλα τα κτίσματά Του. «Τα όμματα και τη διάνοια, ένδοξη μάρτυς, τα έστρεψες ολοκληρωτικά προς τον Ουρανό κι έτσι γνώρισες μέσα από τα κτίσματα τον Δημιουργό σου» (ωδή γ΄). Την αγάπη της αγίας  για τον Κύριο υμνολογεί ποικιλοτρόπως ο άγιος υμνογράφος. Χαρακτηριστικό δείγμα της: «Κόλλησα πίσω Σου από πόθο, γιατί πληγώθηκα από την αγάπη Σου. Ανάδειξέ με νικήτρια, κραύγαζες δυνατά, μάρτυς, καθώς έπασχες» (ωδή δ΄). Και: «Φλέγομαι από τον πόθο Σου, παμβασιλέα, και σφαγιάζομαι χάριν της αγάπης Σου» (ωδή ς΄).

(3) Στο μαρτύριο της εκτομής των μαστών της, διαπιστώνεται το παράδοξο: αντί αίματος εκχέεται γάλα. Πέραν από τη θαυμαστή ενέργεια του Θεού μπορούμε να επιχειρήσουμε και μία εξήγηση: αφενός το γάλα από μία παρθένο να αποτελεί σύμβολο της διδασκαλίας που ασκούσε η αγία στους ειδωλολάτρες, κατά το «γάλα υμάς επότισα» που έλεγε στους αρχαρίους στην πίστη ο απόστολος Παύλος, αφετέρου να φανερώνει την κυοφορία, μέσα της, της χάριτος του Θεού, που καθιστά κι αυτήν μία μικρή «Παναγία», κατά τον Κύριο που είπε ότι αυτοί που τηρούν το θέλημα του Πατέρα Του «μήτηρ και αδελφός και αδελφή Του εισίν». «Επειδή θέλχθηκε από την παρθενική ωραιότητά σου ο Βασιλεύς της δόξης Χριστός, σε ένωσε με τον εαυτό Του ως αγνή νύμφη, με συνάφεια καθαρή» (Δοξαστικό αίνων).  

Παρασκευή, 23 Ιουλίου 2021

Η ΟΣΙΑ ΠΕΛΑΓΙΑ Η ΕΝ ΤΗΝῼ

«Ἀμέμπτως ἐβίωσας ἐν ἐγκρατείᾳ πολλῇ καὶ πόνοις ἀσκήσεως καὶ ἐν ἀγάπῃ θερμῇ, Πελαγία Θεόληπτε. Ὅθεν τὴν Θεοτόκον ἐπαλλήλως κατεῖδες, μηνύουσάν σοι Εἰκόνος τὴν ἀνεύρεσιν ταύτης. Ἣν πρέσβευε, Ἁγία Μῆτερ, ὑπὲρ τῶν τιμώντων σε» (απολυτίκιο ήχος δ΄).

(Έζησες άμεμπτα με πολλή εγκράτεια και ασκητικούς κόπους και με θερμή αγάπη, Πελαγία θεόληπτε. Γι’  αυτό είδες απανωτά τη Θεοτόκο, η οποία σου έστελνε μήνυμα για την ανεύρεση της εικόνας Της. Πρέσβευε σ’ Αυτήν, αγία Μητέρα, υπέρ αυτών που σε τιμούν).

Η αγία Πελαγία, κόρη του ιερέως Νικηφόρου, καταγόταν από την Τήνο (1752-1834) κι έζησε οσιακά από την παιδική της ηλικία. Το κοσμικό της όνομα ήταν Λουκία, ενώ όταν εισήλθε στο μοναχικό στάδιο σε ηλικία 15 ετών στο Κεχροβούνι της Τήνου, πήρε το όνομα της μοναχής θείας της Πελαγίας. Ως μοναχή αύξησε την εγκράτεια και τους ασκητικούς κόπους της, ενώ διακρινόταν για τον αγώνα της να βρίσκεται πάντοτε πάνω στις εντολές του Κυρίου, κυρίως την αγάπη. Γι’ αυτό και έγινε «δοχεῖον τοῦ Πνεύματος», με αποτέλεσμα να της εμφανιστεί όχι μία φορά η Κυρία Θεοτόκος, η οποία την καθοδήγησε για την εύρεση της αγίας εικόνας Της (30 Ιανουαρίου 1823) που ήταν θαμμένη σ’έναν αγρό στην πόλη της Τήνου. Το γεγονός κατέστησε την Τήνο ιερό νησί, ενώ η οσία χαριτώθηκε από τον Θεό να επιτελεί πλήθη θαυμάτων, και όσο ζούσε και μετά την κοίμησή της. Η αγιοκατάταξή της έγινε με συνοδική πατριαρχική πράξη στις 11 Σεπτεμβρίου 1970, ενώ η μνήμη της ορίστηκε να τιμάται στις 23 Ιουλίου, τότε που της εμφανίστηκε η Παναγία με όραμα.

Αξίζει να τονίσουμε από το απολυτίκιο της οσίας αυτό που τονίζει ο ιερός υμνογράφος της: η Πελαγία αξιώθηκε του οράματος της Παναγίας (σε ηλικία 73 ετών μάλιστα), όταν όλη η βιοτή της, ψυχή τε και σώματι, ήταν αφιερωμένη στον Κύριο, που θα πει στην εργασία των αγίων εντολών Του. Ποτέ δηλαδή δεν έχουμε γνήσια οράματα που προέρχονται από τον Θεό και τους αγίους Του, παρά μόνον αν συντρέχει προς τούτο η ζωή του πιστού χριστιανού. Διότι δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οράματα και άλλες «αποκαλυπτικές» καταστάσεις έχουμε και από τον Πονηρό διάβολο, ο οποίος εκμεταλλεύεται ψυχές ταραγμένες και υπερήφανες, στις οποίες εμφανίζεται κατά τον απόστολο «ὡς ἄγγελος φωτός» με σκοπό να τις οδηγήσει στην απώλεια. Και δυστυχώς αυτές οι ψυχές τον πιστεύουν και χάνονται. Η οσία Πελαγία ήταν λοιπόν αφιερωμένη στον Κύριο, η χάρη του Θεού λειτουργούσε μέσα της λόγω της ταπείνωσής της, γι’ αυτό και την πρώτη και τη δεύτερη φορά που της εμφανίστηκε η Παναγία δεν «ενέδωσε» στο όραμα, θεωρώντας το αυτονόητο για έναν άγιο: «δεν είμαι άξιος να δω την Παναγία». Έτσι σκέφτεται και ενεργεί σε πρώτη φάση ο πραγματικός άγιος – νιώθει τη μικρότητα και την αμαρτωλότητά του. Όταν όμως πεισθεί από τη συνεχή πρόκληση του Θεού και των αγίων κι όταν μάλιστα τεθεί η πρόκληση, εν προκειμένω το όραμα, υπό την κρίση των πνευματικών της Εκκλησίας, τότε ναι, κάνει υπακοή και κινείται κατά την υπόδειξη της θεϊκής οπτασίας.

Αυτό σημαίνει ότι ο Θεός διά των Αγίων Του εμφανίζεται σ’ εκείνους που είναι συντονισμένοι με τη δική Του ζωή, που «συγγενεύουν με τον Χριστό», για να θυμηθούμε τον μεγάλο σύγχρονο όσιο Παῒσιο τον αγιορείτη. Και συντονίζεται κανείς με τον Θεό μόνον όταν βρίσκεται στην πορεία υπακοής των αγίων Του εντολών, κατά τον λόγο της Γραφής: «ὁ τηρῶν τάς εντολάς τοῦ Θεοῦ, ἐν τῷ Θεῷ μένει καί ὁ Θεός ἐν αὐτῷ».  Άνθρωπος που το δικό του θέλημα είναι η προτεραιότητά του και ο κανόνας της ζωής του, δεν υπάρχει περίπτωση να «δει» τον Θεό ούτε και κανέναν άγιο – δεν του το επιτρέπει η δική του «θεληματάρικη», δηλαδή εγωιστική, καθώς λένε ζωή. Να θυμηθούμε και πάλι στο σημείο αυτό την απάντηση του αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου όχι σε κοσμικό άνθρωπο, αλλά σε καλόγερο, ο οποίος όμως ζούσε σύμφωνα προς τις επιθυμίες του και όχι προς το θέλημα του Θεού. Στην «αποκάλυψη» του καλόγερου στον όσιο ότι του εμφανίστηκε η Παναγία, εκείνος αμέσως αμφισβήτησε τη θεόθεν προέλευση του οράματος, ακριβώς με το σκεπτικό αυτό: «Η Παναγία εμφανίζεται μόνο σ’ αυτούς που είναι υπάκουοι σαν Εκείνην. Εσύ όμως ζεις κατά το δικό σου θέλημα». 

Στο πρόσωπο της αγίας Πελαγίας της Τηνίας ψαύουμε κυριολεκτικά την παρουσία του Θεού και την ευλογία της Παναγίας. Ας την παρακαλούμε να πρεσβεύει και για μας, ώστε το φρόνημά της, φρόνημα Χριστού, να γίνει και δικό μας.

Ε, ΟΧΙ ΚΑΙ ΚΑΡΠΑΖΟΕΙΣΠΡΑΚΤΟΡΑΣ!

 

Η εντολή του Κυρίου «μη αντιστήναι τω πονηρώ, αλλ’  όστις σε ραπίσει επί την μίαν σιαγόνα στρέψον αυτώ και την άλλην» (μην αντισταθείτε στον πονηρό, αλλά όποιος σε ραπίσει στη μία σου σιαγόνα στρέψε σ’  αυτόν και την άλλη) προκαλεί αντιδράσεις σε πολλούς χριστιανούς, οι οποίοι αρνούνται να παίξουν τον ρόλο του «καρπαζοεισπράκτορα», καθώς λένε, κι ούτε να δεχτούν την έσχατη αδικία: όχι μόνο να μην αντιδράσουν στην πονηρή εναντίον τους στάση των άλλων αλλά να είναι έτοιμοι και να υποστούν και τα χειρότερα. Και πράγματι, με τη λογική και την όποια ανθρώπινη κατανόηση της δικαιοσύνης η εντολή του Κυρίου μοιάζει ανεδαφική, κυρίως όμως άδικη - στην πρόκληση της αδικίας κάθε ψυχή αντιδρά. Αλλ’ αυτό που φαίνεται λογικό και ανθρώπινα δίκαιο είναι και χριστιανικό; Η απάντηση, όσο περίεργο κι αν ακούγεται, είναι όχι. Διότι τότε θα έπρεπε να αρνηθούμε όλη τη θεία οικονομία της σωτηρίας εν προσώπω Ιησού Χριστού: μπορεί η λογική να «σηκώσει» την ενανθρώπηση του Θεού με τον τρόπο που έγινε και με τον τρόπο που εξελίχτηκε; Ή μπορεί η ανθρώπινη δικαιοσύνη να «σηκώσει» το βάρος της θείας δικαιοσύνης, κατά την οποία ο αθώος «τιμωρείται» και ο ένοχος σώζεται και δικαιώνεται; Πού πρέπει δηλαδή να θέσουμε τον Σταυρό του Κυρίου, αν κριτήριό μας είναι η λογική μας και η δικαιοσύνη μας;

Με άλλα λόγια η απάντηση στο καίριο αυτό ανθρώπινο δύσκολο ερώτημα βρίσκεται στην αγάπη του Θεού μας, όριο της οποίας είναι ο Σταυρός Του. Που θα πει: όταν κανείς αρχίζει να αγαπά τον συνάνθρωπό του κατά το πρότυπο του Χριστού, τότε ξεπερνά τις όποιες δεσμεύσεις της λογικής και τις αγκυλώσεις της δικής του έννοιας της δικαιοσύνης. Πώς; Ενισχυόμενος από τη χάρη του Θεού, την οποία έλαβε και λαμβάνει από τα μυστήρια της Εκκλησίας. Ο βαπτισμένος χριστιανός δηλαδή ως μέλος πια Χριστού, καθώς τρέφεται από το σώμα και το αίμα Εκείνου, παίρνει τη δύναμη να ζει σαν κι Εκείνον, όπως καθορίζεται τούτο από την εντολή Του: «Αυτή είναι η εντολή η δική μου, να αγαπάτε ο ένας τον άλλον, όπως εγώ σας αγάπησα. Μεγαλύτερη αγάπη από αυτή κανείς δεν έχει, ώστε να θυσιάσει κανείς τη ζωή του για χάρη των φίλων του». Και: «αγαπάτε τους εχθρούς σας» - μία χαρισματική υψηλή κατάσταση που δίνει όμως, πρέπει να σημειώσουμε, και το φως  της διάκρισης να εκφραστεί μερικές φορές η αγάπη και με άλλους τρόπους πέραν της φαινομενικής παθητικότητας!

Στο πνευματικό αυτό επίπεδο ο χριστιανός κατανοεί τον εαυτό του ως προέκταση και συνέχεια του Χριστού, προσβλέποντας πάντοτε και αδιάκοπα σ’ Εκείνον κι έχοντάς Τον ως διαρκή αναφορά και προοπτική Του – το κέντρο βάρους του εαυτού του δεν είναι ο κόσμος ο πεσμένος στην αμαρτία, αλλά ο ίδιος ο Θεός εν Χριστώ. Κι ακόμη: ξέρει ότι τα όποια δίκια του που δεν διεκδικεί γιατί τα έχει αναθέσει στον Κύριο, θα βρουν την απάντησή τους με τον τρόπο που Εκείνος μόνον καλύτερα από κάθε άλλον γνωρίζει. «Μην παίρνετε εκδίκηση για τους εαυτούς σας», λέει και πάλι ο λόγος του Θεού. Διότι «δική μου είναι η εκδίκηση, εγώ θα ανταποδώσω, λέγει Κύριος Παντοκράτωρ». Ο χριστιανός έτσι, και μιλάμε εννοείται για τον αληθινό χριστιανό, τον άγιο, έχει εναποθέσει τα πάντα στον Κύριο κι αυτή του η πίστη στην Πρόνοιά Του τον καθοδηγεί και τον ησυχάζει.

Πέραν τούτου όμως: η εντολή «μη αντιστήναι τω πονηρώ» - κι είναι ευνόητο βεβαίως ότι μιλάμε για τον άνθρωπο που είναι πονηρός και όχι για τον Πονηρό διάβολο, μολονότι και για εκείνον από μία άποψη έχει ισχύ ο λόγος -  έχει και τη διάσταση τού να μην μπεις στο ίδιο επίπεδο με τον άνθρωπο αυτό. Γιατί ο πονηρός άνθρωπος, έχοντας μεγάλη εμπειρία της πονηρίας, θα σε οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια στο δικό του επίπεδο. Πας να αντιπαλέψεις με τα ίδια όπλα του πονηρού, αλλά βεβαίως υπερισχύει όποιος έχει τη μεγαλύτερη εμπειρία. Οπότε, χαμένος «από χέρι» που λένε. Γι’ αυτό και η αντίδραση του χριστιανού είναι η μεγαλύτερη δύναμη: η ταπεινή αγάπη, η οποία κινητοποιεί την παντοδυναμία του ίδιου του Θεού. Θυμίζει κάπως η παραπάνω επισήμανση μία αγγλική παροιμία. Τι λέει; «Δεν πρέπει να παλεύεις με γουρούνια. Διότι και σε κυλούνε στη λάσπη και το απολαμβάνουν».

Πέμπτη, 22 Ιουλίου 2021

Ο... ΜΟΝΟΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΥΠΟΜΟΝΗΣ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

Η καλλιέργεια της πνευματικής ζωής, με την υπομονή στη βάση της, αλλά και στο ύψωμά της και στην κορυφή της, είναι μάλλον μονόδρομος στην οικογένεια. Να υπομένω χαρούμενα, γιατί αγαπώ τον σύντροφό μου, γιατί μπορώ να τον βοηθώ στην υπέρβαση της αδυναμίας του, γιατί μαζί μπορούμε να κερδίσουμε τον Παράδεισο, γιατί βρισκόμαστε μαζί, και μαζί με τον Χριστό, στο μεγάλωμα των παιδιών μας. Και τι μας  αποκαλύπτει τελικά η πορεία αυτή; Ότι η υπομονή αυτή μας κάνει έξυπνους. Έξυπνους όχι μόνον από πλευράς φυσικής – κι αυτό γίνεται, γιατί πιεζόμαστε να βρίσκουμε λύσεις μπροστά σε θεωρούμενα αδιέξοδα! – αλλά κυρίως από πλευράς πνευματικής. Τι εννοούμε; Η επιμονή στη σχέση, η εν επιγνώσει υπομονή, μας σπρώχνει αναντίρρητα σε έναν δρόμο διαρκούς αλλαγής. Πρόκειται για την αλλαγή του εαυτού μας, καθώς μας κάνει να υπερβαίνουμε τα εξογκώματα του χαρακτήρα μας, τις «γωνίες» μας να τις κάνουμε στρογγυλές. Υπάρχει περίπτωση να είναι κανείς χριστιανός, είτε καλόγερος είτε έγγαμος, και να θεωρεί ότι η μονολιθικότητα του χαρακτήρα του είναι το θεμέλιο της ζωής του; Μονολιθικός είναι μόνον ο εγωιστής άνθρωπος, που νομίζει πως ό,τι έχει ως δική του συνήθεια, ως δική του ανάγκη και αδυναμία, αυτό και θα συνεχίζει εσαεί, έχοντας τον υπηρέτη του, δηλαδή τον σύντροφό του.

Καταλαβαίνουμε όμως ότι αυτό είναι δαιμονικό. Χριστιανός σημαίνει διαρκής κίνηση αλλαγής, πορεία εν Χριστώ, προκειμένου να βρίσκεται πάντοτε και αδιάκοπα στον δρόμο του Χριστού, δηλαδή στον δρόμο της αγάπης και της ταπείνωσης, που θα πει στον δρόμο της υπομονής. Υπομονή και ετοιμότητα αλλαγής του εαυτού μας είναι έννοιες παράλληλες και αιτιωδώς συσχετισμένες. Η μία παραπέμπει στην άλλη. Πώς το λέει ένα παλιό όμορφο τραγούδι; «Ρούχα μαζί που πλύθηκαν κι έχουνε γίνει ροζ». Είναι τυχαίο που όσιοι ασκητές του Αγίου Όρους, όταν ερωτώνται συνήθως από εγγάμους τι να κάνουν για την πνευματική τους προκοπή, εισπράττουν ως απάντηση: «εσείς οι έγγαμοι έχετε τους δικούς σας Γέροντες. Κι αυτοί κυρίως είναι οι γυναίκες σας και τα παιδιά σας». Ό,τι υπακοή καλείται να κάνει ένας υποτακτικός στον Γέροντά του στο μοναστήρι, την ίδια – τηρουμένων των αναλογιών – καλείται να κάνει και ένας έγγαμος έναντι του ή της συντρόφου και συζύγου. «Ὑποτασσόμενοι ἀλλήλοις ἐν φόβῳ Χριστοῦ», σημειώνει ο απόστολος. Υπακοή σημαίνει όμως ξεκούνημα, αλλαγή, πέρασμα σε κάτι άλλο που ζητά ο/η σύζυγος, το οποίο φέρνει στην κατεξοχήν αλλαγή, που είναι το κράτημα στον δρόμο του Χριστού, τον δρόμο της αγάπης.

20 ΙΟΥΛΙΟΥ: Η ΠΡΟΤΑΣΗ «ΑΠΟΤΥΧΙΑΣ» ΤΟΥ ΠΡΟΦΗΤΗ ΗΛΙΑ

     Για τον προφήτη Ηλία δεν μπορεί κανείς να μιλήσει εύκολα. Διότι συνιστά όχι έναν απλώς από τους πολλούς προφήτες, τους σταλμένους από τον Θεό να κηρύξουν μετάνοια και να προαναγγείλουν την έλευσή Του, αλλά, θα λέγαμε, τη συμπυκνωμένη, στο ανώτερο δυνατό σημείο, προφητική παρουσία, την «κρηπίδα των προφητών» κατά το απολυτίκιό του, εκείνον που έζησε μ’ έναν ασκητικό και ενάρετο τέτοιο τρόπο, που έκανε τον Κύριο Ιησού Χριστό να τονίσει την αγιότητά του, καθώς την είδε ν’ αντανακλάται στο πρόσωπο του μεγαλυτέρου των προφητών Ιωάννη του Προδρόμου. Ο ίδιος δηλαδή ο Χριστός είπε ότι ο Ιωάννης ο Πρόδρομος είναι η συνέχεια και η παρουσία του Ηλία, ως προς το προφητικό χάρισμα που είχε, και εγκωμίασε τη μεγαλοσύνη του Ιωάννη, συνεπώς και του «προκατόχου» του Ηλία.

     Όμως, ο προφήτης Ηλίας, μέσα στη μεγαλοσύνη του, λόγω της χάρης του Θεού, αποτελεί και μία «αποτυχία», η οποία για όλο το ανθρώπινο γένος λειτούργησε ως η εξαιρετικότερη ευλογία. Θέλουμε να πούμε ότι ο Ηλίας με τον ζήλο του για τον νόμο του Θεού, ζήλο που ήταν κυριολεκτικά φωτιά, ήθελε διαμιάς, άμεσα να κάνει τους ανθρώπους της εποχής του να μετανοήσουν και να στραφούν προς τον Θεό. Η ζηλωτική αυτή επιθυμία του έβλεπε ότι δεν ευοδωνόταν – οι πολλοί αντιδρούσαν με την επιμονή στο δικό τους αμαρτωλό θέλημα, το οποίο ενισχυόταν και με την απειλητική παρουσία και την ενίσχυση της ειδωλολάτρισσας βασίλισσας Ιεζάβελ – γι’ αυτό και θλιβόταν και «αρρώσταινε», κάνοντάς τον να τα «βάζει» και με τον Θεό, που ανεχόταν με αγάπη τον λαό Του, προσδοκώντας μέσα στο βάθος του χρόνου τη μετάνοια. Για τον προφήτη, η επέμβαση του Θεού θα έπρεπε να γίνει με τρόπο που θα φόβιζε τον λαό: με απειλές και με τιμωρίες, κυριολεκτικά «με φωτιά και με τσεκούρι».

Ο οίκος του κοντακίου της εορτής είναι κατεξοχήν ενδεικτικός επ’ αυτού: «Βλέποντας ο προφήτης Ηλίας από τη μια την πολλή ανομία των ανθρώπων και από την άλλη την άμετρη φιλανθρωπία του Θεού ταρασσόταν και θύμωνε, γι' αυτό και κίνησε λόγους ασπλαχνίας προς τον εύσπλαγχνο Θεό φωνάζοντας: Δείξε την οργή Σου, Κριτή Δικαιότατε. Αλλά καθόλου δεν παρακίνησε τα σπλάχνα αγάπης του αγαθού ώστε να τιμωρήσει αυτούς που τον είχαν παρακούσει. Διότι πάντοτε ο μόνος φιλάνθρωπος περιμένει τη μετάνοια όλων».

  Έτσι στο πρόσωπο του Ηλία βλέπουμε, όπως είπαμε, την ευλογημένη για μας «αποτυχία» του. Ο προφήτης είναι η ανθρώπινη πρόταση σωτηρίας, που, ευτυχώς, απέτυχε: όποιος δεν μετανοεί και δεν υπακούει στον Θεό, να τιμωρείται, να καταφλέγεται – πρόταση που την είδαμε να επαναλαμβάνεται κατά καιρούς στα πρόσωπα των διαφόρων ιεροεξεταστών. Το θέλημα του Θεού όμως, η «καρδιά» του Θεού πατέρα, λειτουργεί με άλλον τρόπο: μέσα στα πλαίσια της άπειρης αγάπης Του, που Τον κίνησε να έλθει σ’ εμάς, να μας σώσει, «τιμωρώντας» τον εαυτό Του και αίροντας τις δικές μας αμαρτίες. Η πρόταση του Θεού ήταν πράγματι…θεϊκή, ανώτερη από κάθε ανθρώπινη πρόβλεψη και φαντασία. Και τι έγινε λοιπόν;

Ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος, ο οποίος ασχολήθηκε βαθυστόχαστα και με την περίπτωση του προφήτη Ηλία, βάζει τον ίδιο τον Χριστό να διαλέγεται με τον προφήτη και να του λέει ότι δεν σώζονται έτσι οι άνθρωποι. Με τις δικές του ενέργειες, θα κατέστρεφε όλο το ανθρώπινο γένος. Η παρουσία του προφήτη – λέει ο Χριστός, κατά τον ιερό Χρυσόστομο- θα έκαιγε τους ανθρώπους, όπως η φωτιά κατακαίει τα καλάμια. Γι’ αυτό και «ου δύναται πυρ συνοικείν καλάμη». Έτσι, για να συνεχίσουμε την ερμηνεία του αγίου Χρυσοστόμου, ο Χριστός λέει στον προφήτη: θα σε πάρω και θα κατέβω ο ίδιος. Η ανάληψη του προφήτη Ηλία αποτελεί δηλαδή και την επιβεβαίωση της αγιότητάς του, αλλά και τη «σφραγίδα» της αποτυχίας του. Το περιστατικό μάλιστα από την Παλαιά Διαθήκη, όπου Κύριος ο Θεός εμφανίζεται στον προφήτη όχι μέσα στον δυνατό άνεμο, όχι μέσα στον μεγάλο σεισμό, όχι στην απειλητική φωτιά, αλλά μέσα από την απαλή αύρα δροσιάς, είναι ακριβώς μέσα στο σκεπτικό που περιγράψαμε. Με άλλα λόγια, αν θέλουμε να βοηθήσουμε και τον εαυτό μας και τους άλλους, η μόνη στάση μας είναι η στάση της αγάπης και του διακριτικού σεβασμού. Οι απειλές και οι τιμωρίες είναι η αποτυχία κάθε φορά της ανθρώπινης πρότασης.

Κυριακή, 18 Ιουλίου 2021

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Δ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

«Ος δ’ αν ποιήση και διδάξη, ούτος μέγας κληθήσεται εν τη βασιλεία των Ουρανών» (Ματθ. 5, 19)

        Το ευαγγελικό ανάγνωσμα της ημέρας, από το κατά Ματθαίον ευαγγέλιο, απόσπασμα και αυτό από την επί του Όρους ομιλία του Κυρίου, έχει τεθεί από την Εκκλησία μας, σε σχέση και αναφορά με τους αγίους Πατέρες που εορτάζουμε σήμερα, της Δ΄ εν Χαλκηδόνι (451 μ.Χ.) Οικουμενικής Συνόδου. Τους Πατέρες εκείνους, που εν Πνεύματι αγίω διατύπωσαν την ορθόδοξη πίστη περί του Ιησού Χριστού, ως «διπλού την φύσιν, αλλ’  ου την υπόστασιν», και κατεδίκασαν τους αιρετικούς μονοφυσίτες, που παρουσίαζαν μία αλλοιωμένη εικόνα Του, δηλαδή ότι ο Κύριος είναι μόνον Θεός, διότι η θεϊκή φύση Του ως ισχυρότερη απορρόφησε την ανθρώπινη. Προ ολίγων μάλιστα ημερών, εορτάσαμε την αγία μεγαλομάρτυρα Ευφημία (11 Ιουλίου), η οποία με θαυμαστό τρόπο επικύρωσε την αλήθεια της ορθόδοξης πίστης και την πλάνη των αιρετικών. Η Εκκλησία μας λοιπόν επέλεξε το συγκεκριμένο ανάγνωσμα, για να τονίσει ότι και οι Πατέρες αυτοί ανήκουν  σ’  εκείνους που, κατά τον Κύριο, υπήρξαν και είναι φώτα του κόσμου, καθοδηγητικά για τη δοξολογία του Θεού, ενώ προφανώς στη Βασιλεία του Θεού ευρίσκονται σε περίοπτη θέση, διότι πραγμάτωσαν αυτό που υποσχέθηκε ο Κύριος: «ος δ’  αν ποιήση και διδάξη, ούτος μέγας κληθήσεται εν τη Βασιλεία των Ουρανών», υπόσχεση η οποία θα μας απασχολήσει δι’  ολίγων στη συνέχεια.

        1. Έχει τονιστεί επανειλημμένως και επαρκώς ότι όταν μιλάμε για τη Βασιλεία του Θεού, δεν μιλάμε για μία απρόσωπη κατάσταση ή πολλώ μάλλον για έναν τόπο, αλλά για τον ΄Ιδιο τον Κύριο Ιησού Χριστό. Εκείνος αποτελεί τη Βασιλεία του Θεού, διότι τα πάντα προσδιορίζονται και ζουν σε σχέση προσωπική μαζί Του. Ένταξη λοιπόν στη Βασιλεία του Θεού σημαίνει στην πραγματικότητα θετική σχέση με τον Χριστό, «πρόσωπον προς πρόσωπον» θέα του προσώπου Του, φωτισμό από το φως Εκείνου. Ο χαρακτηρισμός λοιπόν «μέγας» από τον Κύριο – «μέγας κληθήσεται» - πρέπει να εννοηθεί ως κοντινή και άμεση σχέση με τον ΄Ιδιο, όπως και το «ελάχιστος» δηλώνει το αντίθετο: άνθρωπος που σχετίζεται με τον Κύριο, αλλά αρνητικά, δηλαδή, μέσα σ’  Αυτόν, αλλά με αποστροφή του προσώπου Του για τον άνθρωπο αυτό. Κατανοεί λοιπόν κανείς εύκολα ότι στην πραγματικότητα βρισκόμαστε μπροστά σ’  αυτό που ονομάζουμε Παράδεισο και Κόλαση. Η κοντινότητα και η αμεσότητα δηλώνει τον Παράδεισο, η απομάκρυνση δηλώνει την κόλαση. 

        2. Η θετική ή η αρνητική, κοντινή ή μακρινή σχέση με τον Χριστό, εξαρτάται από τη ζωή του ανθρώπου στον κόσμο αυτό. Ανάλογα με το πώς ο άνθρωπος ζει εδώ, απολαμβάνει  κ α ι  την ποιότητα του εδώ, αλλά κ α ι  τη συνέχειά του, στην άλλη λεγόμενη ζωή. Κι ο Κύριος είναι σαφής: «ο ποιήσας και διδάξας μέγας κληθήσεται». Δηλαδή, θα έχει καλή σχέση μαζί Του, θα ζει την παρουσία Του ως παράδεισο, εκείνος που έπραξε πρώτα και δίδαξε στη συνέχεια. Προηγείται η πράξη και ακολουθεί  η διδασκαλία, σαν να μας λέει ο Κύριος ότι τότε είναι έγκυρη η διδασκαλία, τότε έχει νόημα, όταν έρχεται ως συνέχεια της πράξης, κατά το πρότυπο βεβαίως Εκείνου, ο Οποίος ό,τι δίδαξε το ζούσε: «οίος ο λόγος, τοίος ο βίος» που λένε οι Πατέρες. Άλλωστε, «πράξίς εστιν θεωρίας επίβασις» (η πράξη είναι το σκαλοπάτι για τη θεωρία).

        Διαφορετικά, η διδαχή μόνη, χωρίς την πράξη, συνιστά αυτό που ονομάζει ο Ίδιος υποκρισία και που ανηλεώς το έλεγξε στο πρόσωπο των Φαρισαίων: «λέγουσι γαρ και ου ποιούσι». Εκτός αυτών, τα επιπλέον  λόγια του Κυρίου, που είναι κυριολεκτικώς συγκλονιστικά και προκαλούν και φόβο, είναι εκείνα, πάλι από την επί του Όρους ομιλία, κατά τα οποία, μπορεί κάποιος να κηρύσσει, και μάλιστα ορθά, τον λόγο του Θεού, να κάνει και θαύματα ακόμη στο όνομα Εκείνου, αλλά τελικώς αυτός να είναι ξένος και άγνωστος για τον Κύριο, και μάλιστα εργάτης της ανομίας. «Κύριε, ου τω σω ονόματι εκηρύξαμεν και εν τω ονόματι Σου θαύματα εποιήσαμεν; Και αποκριθώ αυτοίς: αμήν, λέγω υμίν, ουκ οίδα υμάς. Απέλθετε απ’  εμού οι εργάται της ανομίας». Άγνωστοι λοιπόν και ανύπαρκτοι, για τον Κύριο, και εργάτες της ανομίας όσοι έμειναν σε μία θεωρητική προσέγγισή Του, έστω και χωρίς αλλοιώσεις της εικόνας Του. Πόσο μάλλον θα δεχτούν τον αυστηρό έλεγχό Του εκείνοι που Τον παρουσίασαν ψευδώς, με λογικά σχήματα του μυαλού τους, σαν τους αιρετικούς;

        3. Τι σημαίνει λοιπόν πράξη, που αυτή και μόνη μπορεί να οδηγεί και στην ορθή διδασκαλία; Μα τίποτε περισσότερο από την τήρηση του θελήματος του Θεού, δηλαδή την τήρηση των αγίων Του εντολών. Ο Κύριος διαρκώς προσανατόλιζε σ’  αυτόν τον τρόπο ζωής – «ου πας ο λέγων μοι Κύριε, Κύριε, εισελεύσεται εις την Βασιλείαν του Θεού, αλλ’ ο ποιών το θέλημα του Πατρός μου του εν ουρανοίς» - ενώ τους τηρούντες το θέλημα του Θεού χαρακτήριζε ως φίλους Του, ως μητέρα Του, ως αδέλφια Του: «υμείς φίλοί μου εστέ, εάν ποιήτε, όσα εντέλλομαι υμίν». «Τις εστιν μήτηρ μου ή αδελφός μου ή αδελφή μου; Πας ο ποιών το θέλημα του πατρός μου του εν ουρανοίς, ούτος αδελφός μου και αδελφή μου και μήτηρ μού εστιν». Σ’ αυτήν την πράξη διαπιστώνει εμπειρικά ο πιστός ότι γεύεται ολόκληρη την παρουσία και γίνεται κατοικητήριο και μοναστήρι του Τριαδικού Θεού. Οπότε ο πιστός ζώντας τον Θεό στην ύπαρξή του βλέπει και τη δύναμη του λόγου του, ο οποίος λειτουργεί με «σαρκωμένο» τρόπο στις καρδιές των ανθρώπων.

        4. Χρειάζεται να υπενθυμίσουμε βεβαίως ότι στην κατάσταση αυτή της πράξης και της διδασκαλίας μπορεί να φτάσει μόνον αυτός που έχει τη χάρη του Θεού, δηλαδή εκείνος που έχει ενταχθεί στο σώμα του Χριστού, την Εκκλησία, και τροφοδοτείται αδιάκοπα από τα ιερά μυστήριά της, και μάλιστα της Θείας Ευχαριστίας. Μόνο με τον Χριστό μπορεί να ζήσει κανείς τον Χριστό, όπως ο Ίδιος το βεβαίωσε: «χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν». Η πεποίθηση ότι μπορεί κάποιος μόνος του να τα καταφέρει πνευματικά: να είναι με τον Θεό, δυστυχώς όχι μόνον φανερώνει εκτός πραγματικότητας ιστάμενο άνθρωπο, αλλά και με μεγάλη αλαζονεία και υπερηφάνεια. Και το μόνο που εισπράττει ο αλαζόνας άνθρωπος είναι όχι η χάρη του Θεού, αλλά η αντίθεση προς Εκείνον και η υποταγή του στον πονηρό.

        Οι άγιοι Πατέρες της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου έρχονται σήμερα και μας υπενθυμίζουν:  Είμαστε καλεσμένοι για να είμαστε πολίτες της Βασιλείας του Θεού, ήδη από τη ζωή αυτή, δηλαδή να είμαστε συνδεδεμένοι με τον Χριστό, που σημαίνει να παραμένουμε στην Εκκλησία εν υπακοή προς τη διδασκαλία και την πνευματική της ζωή. Η χαρά των αγίων μας  είναι να ακουστεί και για εμάς η φωνή του Θεού ότι είμαστε μεγάλοι, κάτι που συνιστά και την δική Του επιθυμία. Προφανώς ο Θεός μάς υπολείπτεται πολύ περισσότερο από ό,τι εμείς τον εαυτό μας και έχει σχέδια για εμάς πολύ μεγαλύτερα από όσα ο νους μας έχει θέσει.

Σάββατο, 17 Ιουλίου 2021

ΑΓΚΑΛΙΑ ΜΕ... ΑΓΚΑΘΙΑ!

 

Η χριστιανική ζωή κρίνεται κατά τρόπο απόλυτο από τη στάση μας έναντι του συνανθρώπου μας. Η αποδοχή του άλλου μέσα μας, το πώς τον «χωρούμε», είναι το αποδεικτικό της καλής ή όχι  μαθητείας μας προς τον Χριστό. Γιατί Χριστός και άλλος, κατά την αποκάλυψη Εκείνου, είναι το ίδιο. «Ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων… ἐμοί ἐποιήσατε». Έτσι το είδος της αγκαλιάς μας, η ποιότητα κι η ατμόσφαιρά της πρέπει να ‘ναι αυτή, όπως θα υποδεχόταν τον ίδιο τον Χριστό. Ποιος χριστιανός δεν θα ετοίμαζε ό,τι καλύτερο για να νιώσει αναπαυμένος και άνετα Εκείνος που θεωρείται ο αρχηγός της πίστης κι ο ίδιος ο Θεός του; Να καθίσει ο Χριστός σε ό,τι πιο βελούδινο μπορεί να έχουμε στο σπιτικό μας! Τι κάνουμε όμως δυστυχώς τις περισσότερες φορές οι δικοί Του πιστοί; Τον αγκαλιάζουμε και Τον ασπαζόμαστε, αλλά τρυπώντας Τον με αγκάθια και μαχαίρια και σπασμένα γυαλιά· Τον αποδεχόμαστε καταπληγώνοντάς Τον, καθιστώντας Τον αιμόφυρτο με χαίνουσες πληγές! Πώς; Στο πρόσωπο του συνανθρώπου μας, με την κατάκριση που έχουμε πρόχειρη όχι μόνο στα χείλη μας, αλλά πρωτίστως στην καρδιά μας. Όταν ο Χριστός μάς καλεί να μην κρίνουμε τον συνάνθρωπό μας, (στην ουσία τον Ίδιο), είναι για να τον αποδεχόμαστε και να τον υποδεχόμαστε στην καρδιά μας χωρίς να τον πληγώνουμε. Μας αφαιρεί, αν θέλουμε να είμαστε δικοί Του, το μαχαίρι και τα αγκάθια. Γιατί μας λέει πως η κρίση είναι δική Του και δεν πρέπει να την αρπάζουμε από Αυτόν· να μην το «παίζουμε» δηλαδή… Θεοί. Γιατί κάνει τον Θεό εκείνος που κρίνει και κουτσομπολεύει και κατακρίνει τον συνάνθρωπό του, συνεπώς το πρόβλημά του είναι η κρυμμένη υπερηφάνεια του κι ένας απεχθής δαιμονισμός του. Μόνο σε μία περίπτωση μάς είπε ότι μπορούμε άνετα να κρίνουμε: όταν η κρίση μας είναι δίκαιη κι όχι επιφανειακή. Δηλαδή κρίση γεμάτη από αγάπη προς τον άλλον. Τότε ναι, μπορούμε να κρίνουμε, γιατί τότε θ’ απλωνόμαστε ως προστατευτική ομπρέλα απέναντί του και θα ‘ναι αυτός μέσα στην ασφάλεια μιας μητρικής αγκαλιάς. «Ἡ κρίσις ἡ ἐμή δικαία ἐστί, ὅτι οὐ ζητῶ τό θέλημα τό ἐμόν, ἀλλά τό θέλημα τοῦ πέμψαντός με Πατρός».

Παρασκευή, 16 Ιουλίου 2021

Η... ΑΥΣΤΗΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ!

Υπάρχουν κάποια λόγια του Χριστού που δείχνουν ότι είναι… υπερβολικά αυστηρός! Για παράδειγμα ο σαφής λόγος Του ότι προκειμένου να Τον ακολουθήσει κανείς χρειάζεται να φτάσει σε ένα… μίσος προς τους δικούς του ανθρώπους κι ακόμη και προς τον ίδιο τον εαυτό του, μίσος που χαρακτηρίζεται, όπως για παράδειγμα από τον άγιο Γέροντα Σωφρόνιο του Έσσεξ, ως «άγιο». «Εἴ τις ἔρχεται πρός με καί οὐ μισεῖ τόν πατέρα αὐτοῦ καί τήν μητέρα καί τήν γυναῖκα καί τά τέκνα, ἔτι δέ καί τήν ἑαυτοῦ ψυχήν, οὐ δύναται εἶναί μου μαθητής». Πας προς τον Χριστό, αλλά δεν… μισείς πατέρα, μάνα, γυναίκα, παιδιά, κι ακόμη και την ίδια σου τη ζωή, δεν μπορείς να είσαι μαθητής του Χριστού. Τι εννοεί ο Κύριος; Αυτός που κηρύσσει την αγάπη προς τους πάντες, ακόμη και προς τους εχθρούς, κηρύσσει ταυτοχρόνως και το μίσος; Ασφαλώς όχι. Το μίσος για το οποίο μιλάει ο Κύριος είναι η αποφασιστική βούληση στροφής προς τον Θεό, εμπόδιο της οποίας είναι η εμπαθής προσκόλληση του ανθρώπου σε ό,τι επίγειο κι ακόμη… αγαπημένο. «Οὐδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν». Ο Κύριος εδώ μιλάει ως χειρουργός: πρέπει κανείς να κόψει κάθε τι αμαρτωλό, κάθε «κόλλημα», έστω και θεωρούμενο καλό, για να βρει την υγεία του, να βρει δηλαδή τον αληθινό εαυτό του στη σχέση του με τον Θεό. Επομένως ο συγκεκριμένος λόγος Του ισοδυναμεί με το «ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού», γιατί η προτεραιότητα αυτή καθαρίζει την καρδιά του ανθρώπου, ξελαμπικάρει και την αγάπη του, ώστε έπειτα να στραφεί και στον εαυτό του και στους δικούς του και σ’ όλον τον κόσμο με την αληθινή και γνήσια αγάπη. Πριν η αγάπη περάσει από τον Χριστό δεν πρέπει να της έχουμε εμπιστοσύνη. Είναι ένας κρυμμένος… εγωισμός!

Πέμπτη, 15 Ιουλίου 2021

«ΤΗΝ ΥΓΕΙΑ ΜΑΣ ΝΑ ’ΧΟΥΜΕ...»!

Ένα από τα φόβητρα της κάθε εποχής – ίσως το πιο μεγάλο; - είναι η αρρώστια. Ενώ θεωρείται δεδομένη η «επίσκεψή» της στη ζωή μας, κι όχι μόνο μια φορά, ενώ κατανοείται ως το αποτέλεσμα της φθοράς της αμαρτίας, όμως δυσανασχετούμε όταν καταφθάνει, μας προκαλεί ταραχή κι ίσως κάποιες φορές και πανικό. Το πρώτο που ακούγεται από τους περισσοτέρους μας ως ευχή, ευκαίρως ακαίρως, είναι «την υγειά μας να ’χουμε κι όλα τ’ άλλα…». Ο Χριστός ήλθε για να καταργήσει τη φθορά της αμαρτίας κι άρα και την αρρώστια, όμως η πλήρης κατάργησή της θα έλθει μετά τον ερχομό Του στη Δεύτερή Του Παρουσία. Μέχρι τότε υφίσταται και θα υπάρχει και μάλιστα με πνευματική αξιοποίησή της από τους πιστούς, θεωρούμενη ως μέσον προαγωγής στην πίστη και στην υπομονή τους. Είναι από τους πειρασμούς που δέχεται ο άνθρωπος στη ζωή του, και με την όραση της πίστης ο χριστιανός, ο προχωρημένος, ο άγιος, φθάνει κάποιες φορές και να… χαίρεται με την ύπαρξή της! «Πάσαν χαράν ηγήσασθε, αδελφοί μου, όταν πειρασμοίς περιπέσητε ποικίλοις» (άγιος Ιάκωβος). Κι αυτό γιατί «έπαρον τους πειρασμούς και ουδείς ο σωζόμενος» - οι πειρασμοί οδηγούν στην πνευματική τελείωση.  Ο απόστολος Παύλος πέρασε από ένα τέτοιο καμίνι πειρασμού αρρώστιας. Ήταν τέτοιος ο πόνος και η οδύνη του που ο μεγάλος αυτός απόστολος δεν άντεξε και στράφηκε στον Χριστό να τον θεραπεύσει. «Τρεις φορές» λέει παρεκάλεσα τον Κύριο να με απαλλάξει. Και ποια η απάντηση του Κυρίου; «Σου αρκεί η χάρη μου. Γιατί η δύναμή μου φτάνει στην τελείωσή της μέσα από τις ασθένειες». Σαν ν’ ανοίχτηκαν τα μάτια του δούλου του Θεού και κατανοεί και εξαγγέλλει: «Άρα θα καυχηθώ με ευχαρίστηση για τις αρρώστιες μου, προκειμένου να σκηνώσει  επιπλέον μέσα μου η χάρη του Θεού». Και βγάζει και το τελικό, παράδοξο και παράλογο για τον κοσμικό άνθρωπο, συμπέρασμα: «Όταν ασθενώ, τότε δυνατός ειμι».

Τετάρτη, 14 Ιουλίου 2021

ΚΟΥΡΑΣΤΗΚΑ!...

Κουρασμένοι κάποιοι εν Χριστώ αδελφοί από τον… πνευματικό τους αγώνα, θεωρούν ότι είναι αναγκαίο και απαραίτητο να κάνουν κάποιες φορές μία στάση: να δυσανασχετήσουν κάποια φορά με το «σκληρό» θέλημα του Θεού, να κατακρίνουν λίγο τον συνάνθρωπό τους που τους αδίκησε, να καυχηθούν έστω για μια επιτυχία τους. Ξέρουν ότι αυτό που κάνουν δεν είναι το σωστό, όμως δικαιολογούν τον εαυτό τους με τη σκέψη ότι είναι μια... ανάπαυλα! Κι είναι πασιφανές ότι η αντίληψη αυτή πάσχει πολλαπλώς, κυρίως για δύο λόγους: Πρώτον, θεωρούν ότι το θέλημα του Θεού κουράζει τον άνθρωπο – αγνοώντας προφανώς ότι η κούραση δεν οφείλεται στο θέλημα Εκείνου που αποτελεί την ξεκούραση και την ανάπαυσή μας: «Ελάτε σε Μένα για να σας ξεκουράσω», φωνάζει ο Κύριος, αλλά στα ριζωμένα μέσα στην ψυχή και το σώμα μας πάθη μας· δεύτερον, δεν καταλαβαίνουν ότι… στάση κι ανάπαυλα στον πνευματικό αγώνα δεν υφίσταται. Την ώρα που πας να σταματήσεις, εκείνην την ώρα ήδη έχεις πάρει τον δρόμο της κατρακύλας, που θα πει στη χριστιανική ζωή ή ανεβαίνεις ή κατεβαίνεις. Ο Κύριος ήταν απολύτως σαφής: «Ὁ μή ὤν μετ’ ἐμοῦ κατ’ ἐμοῦ ἐστι», είπε, «καί ὁ μή συνάγων μετ’ ἐμοῦ σκορπίζει». Ή μαζί με τον Χριστό λοιπόν, συνεπώς σε μία αδιάκοπη προς τα πρόσω πορεία, «ἀφορῶντες εἰς Ἐκεῖνον», ή με τα νώτα μας στραμμένα προς Αυτόν, συνεπώς μπλεγμένοι πια στα δίχτυα του Πονηρού…

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΚΥΛΑΣ

«Ο άγιος Ακύλας εγκωμιάζεται ιδιαιτέρως από τον ευαγγελιστή Λουκά, στο δεύτερο βιβλίο του, των Πράξεων των Αποστόλων. Διότι υπήρξε μαθητής και ξεναγός του αποστόλου των Εθνών, του ιερού Παύλου, και μυήθηκε στα της πίστεως του Χριστού από εκείνον. Γι’  αυτό και απέπτυσε την πλάνη τη δαιμονική, έγινε ιερέας και μάρτυρας των Παθών του Κυρίου, και έλαβε από τον Κύριο το στεφάνι της σωτηρίας».

Η ακολουθία της ημέρας τονίζει με έμφαση το φωτοειδές της καρδιάς του αγίου Ακύλα. Έγινε όλος «δοχείον του Πνεύματος, καταστραπτόμενος ταις αυτού φωταυγίαις». Κι εκείνος που κατεξοχήν συνήργησε σ’ αυτό, ήταν ο απόστολος Παύλος, διότι με τα λόγια εκείνου καταυγάσθηκε η ψυχή του από το φως της θεογνωσίας κι έγινε σαν τον ήλιο. ΄Εμπλεως λοιπόν αγίου Πνεύματος, σαν φωτεινή ακτίνα φώτισε στη συνέχεια και αυτός «την σύμπασαν κτίσιν».

Η λήψη του αγίου Πνεύματος από τον άγιο Ακύλα – όπως συμβαίνει άλλωστε και με όλους τους αγίους – δεν υπήρξε χωρίς προϋποθέσεις και χωρίς προσωπική μετοχή. Είναι βασικό στοιχείο της χριστιανικής πίστεως ότι βεβαίως ο Θεός προσφέρει το Πνεύμα Του στον άνθρωπο, και μάλιστα αφειδώλευτα – «ουκ εκ μέτρου δίδωσιν ο Θεός το Πνεύμα» - αλλ’  όταν και ο άνθρωπος θελήσει  να συνεργήσει στην προσφορά αυτή. Η συνέργεια του ανθρώπου φανερώνεται από τη θετική κλίση της καρδιάς του προς την προσφερομένη αγάπη του Δημιουργού, δηλαδή από την ένταξή του στο χώρο της Εκκλησίας και από τον πνευματικό αγώνα που αναλαμβάνει. Ο πνευματικός αγώνας συνίσταται στην προσπάθεια πια του ανθρώπου, με τη χάρη του Θεού, να διακρατείται πάνω στις εντολές του Κυρίου, στο νόμο του Κυρίου. Διότι δεν υπάρχει τίποτε ανώτερο από τον νόμο αυτό, αφού ο Ίδιος ο Κύριος βεβαίωσε ότι αποκαλύπτεται στην καρδιά του ανθρώπου, κυρίως μέσα από αυτόν. Συνεπώς, ο άνθρωπος γίνεται πνευματικός, μένει μέσα στο Πνεύμα του Θεού, στο βαθμό που τηρεί στη ζωή του ό,τι ο Κύριος έχει δώσει ως νόμο Του.

Ο προσανατολισμός και η εγκατοίκηση πια του πιστού στις εντολές του Χριστού είναι ευνόητο ότι κάνουν τον πιστό να αποκτά ένα είδος παντοδυναμίας. Όπως το βεβαίωσε ο απόστολος Παύλος για τον εαυτό του, «πάντα ισχύω εν τω ενδυναμούντι με Χριστώ», έτσι και ο πιστός: ζώντας τον Χριστό μέσω των εντολών Του γεύεται αισθητά, στην ψυχή και στο σώμα, τη δύναμη Εκείνου. Κι αυτή είναι η απάντηση της Εκκλησίας και σε όλα αυτά που συνιστούν τα λεγόμενα ψυχολογικά προβλήματα. Πέραν των περιπτώσεων εκείνων, που ο άνθρωπος πράγματι χρήζει ανθρώπινης ψυχολογικής και ψυχιατρικής παρακολούθησης, λόγω υπερβολικά ευαίσθητου ψυχισμού, τα περισσότερα ψυχικού τύπου προβλήματα είναι απόρροια χαλαρής πνευματικής ζωής. Κι αυτό σημαίνει ότι, όταν ο άνθρωπος θωρακιστεί κι οχυρωθεί με τις εντολές του Χριστού, δηλαδή όταν οι σκέψεις και οι επιθυμίες και τα συναισθήματά του βρίσκονται εν τω Θεώ, τότε πράγματι θα δει να απεμπλέκεται από ό,τι αρνητικό έρχεται να του αμαυρώσει τη ζωή. Την πνευματική αυτή πραγματικότητα μάς την προβάλλει και η υμνολογία του αγίου Ακύλα σήμερα, που μεταξύ των άλλων, στο υπόψιν θέμα, σημειώνει: «Νόμοις Χριστού οχυρωθείς την διάνοιαν, το των ανόμων φρύαγμα όλον κατέβαλες…». Οχυρώθηκες κατά τη διάνοια με τους νόμους του Χριστού, και νίκησες όλους τους επαναστατημένους ανόμους…

Τρίτη, 13 Ιουλίου 2021

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΣΤΕΦΑΝΟΣ Ο ΣΑΒΒΑΪΤΗΣ

“Ανεψιός του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού ο Στέφανος, γεννήθηκε στη Δαμασκό το 725 μ.Χ. Τον πατέρα του τον έλεγαν Θεόδωρο Μονσούρ και ήταν αδελφός του αγίου Ιωάννη. Σε ηλικία 10 ετών, ο Στέφανος εισήχθη από τον θείο του στη Λαύρα του αγίου Σάββα, όπου για 15 χρόνια εκπαιδεύτηκε πολύ καλά στη μοναχική ζωή. Μετά τον θάνατο του θείου του, αποσύρθηκε στην έρημο για να εντρυφήσει ακόμη περισσότερο στη μελέτη του λόγου του Θεού. Εκεί ασχολήθηκε και με την ποίηση, στην οποία διακρίθηκε, και αναδείχθηκε ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές της Εκκλησίας μας. Ο Στέφανος ό,τι δημιουργούσε με το ταλέντο που του έδωσε ο Θεός, το αφιέρωνε στη δόξα του Θεού και όχι στον θαυμασμό των ανθρώπων. Διότι τον ενέπνεαν τα λόγια της Αγίας Γραφής που λένε: «Παν ό,τι αν ποιήτε, εν λόγω ή εν έργω, πάντα εν ονόματι του Κυρίου Ιησού, ευχαριστούντες τω Θεώ και Πατρί δι’ αυτού» (Κολ. 3, 17). Ο Στέφανος, αφού κόσμησε την Εκκλησία με τα ποιήματά του, πέθανε ειρηνικά το 794 μ.Χ. (κατά άλλους το 807 μ.Χ.). Η μνήμη του οσίου Στεφάνου επαναλαμβάνεται και στις 28 Οκτωβρίου. Για ποιον λόγο υπάρχει διπλή μνημόνευση του οσίου Στεφάνου, δεν γνωρίζουμε. Ίσως σήμερα να εορτάζουμε την ανακομιδή των λειψάνων του οσίου και στις 28 Οκτωβρίου την κυρίως μνήμη του».

Ο ποιητής της ακολουθίας του οσίου Στεφάνου άγιος Θεοφάνης  χρησιμοποιεί κατά κόρον το λογοτεχνικό σχήμα της παρήχησης, εν σχέσει με το όνομα του οσίου – σχήμα λίαν προσφιλές στους περισσοτέρους υμνογράφους της Εκκλησίας μας – όχι βεβαίως για να τέρψει απλώς τα ώτα των ακουόντων, αλλά να εγκωμιάσει, και με το κάλλος του λόγου, τον όσιο και να νουθετήσει τους πιστούς με την προβολή του αγιασμένου βίου του. Διότι στην Εκκλησία μας εκείνο που προέχει είναι πάντοτε η παιδαγωγία και η καθοδήγηση των πιστών και όχι η αισθητική απόλαυση. Ποτέ δηλαδή στην Εκκλησία δεν έγινε αποδεκτό το αξίωμα «η τέχνη για την τέχνη», αλλά η τέχνη στην υπηρεσία της σωτηρίας του ανθρώπου, με άλλα λόγια έχουμε ένα είδος «στρατευμένης» τέχνης, για να χρησιμοποιήσουμε λόγο που ακούγεται συχνά στις ημέρες μας.

Όμως μολονότι το προέχον είναι η παιδαγωγία, δεν υποβαθμίζεται και το κάλλος, η εξωτερική ομορφιά. Κι εκείνος που διατύπωσε μία θεωρία, θα λέγαμε, επ’  αυτού, ήταν ο Μέγας Βασίλειος, με τη «θεωρία του κάλλους», όπως ονομάστηκε, κατά την οποία η ουσία είναι η αλήθεια, αλλά θα πρέπει να προσεχθεί και η προσφορά αυτής, να προσφέρεται δηλαδή με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Όπως συμβαίνει και μ’  ένα δέντρο: ενδιαφέρουν βεβαίως οι καρποί, αλλά και το φύλλωμα δίνει την ολοκληρία. Έτσι λοιπόν ακούμε: «Σύ, Στέφανε, μοναζόντων εγένου στεφάνωμα», «αμάραντον, ο Δεσπότης Παμμάκαρ σοι στέφανον, ως δίκαιος έπλεξε της αρετής», «ως καλός, ως ωραίος ο στέφανος, ω νυν εστεφάνωσαι, πάνσοφε Στέφανε» κ.ά.π.

Ποιο το ουσιώδες που προβάλλει ο υμνογράφος από τον βίο του αγίου Στεφάνου; Ιδιαιτέρως μας καθοδηγεί ένα στιχηρό του οσίου από τον εσπερινό της εορτής: «Πάτερ θεοφόρε Στέφανε, οχύρωσες τον νου σου λαμπρότατα με τη θεία φρόνηση, τα συναισθήματά σου με την ανδρεία, τις επιθυμίες σου με τη σωφροσύνη και κατεύθυνες όλη τη δύναμη της ψυχής σου με στοχασμό μεγάλο προς τη δικαιοσύνη. Γι’ αυτό και έφτιαξες για τον εαυτό σου τερπνότατο άρμα των αρετών, στο οποίο ανέβηκες και με χαρά ανήλθες προς ύψος, ένδοξε».

Συμπυκνωμένα, ο υμνογράφος μάς περιγράφει την πνευματική πορεία του οσίου: έζησε τη ζωή του Θεού (δικαιοσύνη) – το σκοπό της πνευματικής ζωής – ασκώντας έλεγχο στις δυνάμεις της ψυχής του: στο νου και το λογιστικό με τη θεία φρόνηση, στα συναισθήματα (θυμοειδές) με το ανδρικό φρόνημα, στις επιθυμίες (βουλητικό) με τη σωφροσύνη. Ο υμνογράφος είναι καλός γνώστης της Πατερικής και Νηπτικής γραμματείας. Ακολουθεί αυτό που οι Πατέρες προτείνουν για τη θωράκιση του τριμερούς της ψυχής, που ναι μεν έχει πλατωνική προέλευση, αλλά έγινε αποδεκτό από αυτούς, δίνοντάς του χριστιανικό περιεχόμενο. Δηλαδή: κανείς δεν μπορεί να είναι με τον Θεό, να ζει δηλαδή τη δικαιοσύνη Του,  αν δεν στρέψει όλες τις δυνάμεις του σ’  Εκείνον και δεν βάλει στο κάθε επιμέρους τμήμα της ψυχής την αντίστοιχη αρετή: τη φρόνηση, την ανδρεία, τη σωφροσύνη.

Την ολοκληρωτική στροφή του οσίου προς τον Κύριο τονίζει και σε πολλά άλλα σημεία των ύμνων του ο άγιος Θεοφάνης, διότι γνωρίζει όπως είπαμε ότι δεν μπορεί κανείς με χαλαρό τρόπο να εισέλθει στην οδό της Βασιλείας του Θεού, να παραμείνει δηλαδή ενωμένος με τον Χριστό αφού Εκείνος είναι «η Οδός». «Την ορμή των παθών – μας λέει για παράδειγμα στην ωδή ε΄ - την κατέσβεσες, θεοφόρε Στέφανε, με τον έρωτα της απάθειας, και καταλάμπρυνες την κατάσταση της ψυχής σου με τις θεωρίες και τις πράξεις». Τα πάθη του ανθρώπου είναι βίαια και τον σπρώχνουν στο βάραθρο της απώλειας. Λοιπόν, μόνο μία αποφασιστική κίνηση της βούλησης και όλων των δυνάμεων του ανθρώπου, κυριολεκτικά ένας έρωτας μπορεί να στρέψει τον άνθρωπο προς την κατεύθυνση που τον σώζει, την παρουσία του Θεού. «Το καρφί το κτυπάμε με καρφί» λέει μία παλιά παροιμία, οπότε και τα ορμητικά πάθη της αμαρτίας τα ξεπερνάμε με το ένθεο πάθος της αγάπης.

Στη σκληρή αυτή και οδυνηρή διαδικασία που διαδραματίζεται στο βάθος της καρδιάς του ανθρώπου καίριο ρόλο, σημειώνει ο άγιος υμνογράφος, έχει η μελέτη της Αγίας Γραφής -  ο άνθρωπος, όπως έκανε και ο όσιος Στέφανος, να εγκύπτει επιμελώς στα λόγια του Πνεύματος του Θεού και να τα συλλέγει ως τον θησαυρό της καρδιάς του. «Με νου καθαρό συναναστράφηκες τις Γραφές του Πνεύματος, θεορρήμονα Στέφανε, και μάζεψες τον πλούτο της θεωρίας και της πράξεως, Πάτερ όσιε» (ωδή ε΄). Και θέλει προσοχή:  όχι απλώς διάβασε κάτι από την Αγία Γραφή, αλλά ενέκυψε και ερεύνησε τις Γραφές, κάνοντας ταυτόχρονα αγώνα να τηρεί ό,τι προτείνουν ως δρόμο ζωής. Μας το επισημαίνει και πάλι ο ποιητής:  «Ερεύνησες, Στέφανε, και κατέκτησες τον βυθό της σοφίας» (ωδή ε΄).

 Κι ένα δώρο, όντως ξεχωριστό και μοναδικό,  που είχε απαρχής ο Στέφανος για τον δρόμο αυτόν που ξεκινάει από τον κόσμο τούτο για να βγει στην ατέρμονη Βασιλεία του Θεού ήταν αφενός ο θείος του, μέγας Πατήρ της Εκκλησίας άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός, αφετέρου ο εξίσου μέγας όσιος Σάββας ο ηγιασμένος στο μοναστήρι του οποίου βρέθηκε παιδιόθεν. Και τι έκανε ο Στέφανος;  Όχι μόνο ακολουθούσε επακριβώς τα μοναχικά παλαίσματα, αλλά παρατηρούσε με μεγάλη ευλάβεια και αγάπη πώς ζούσε ο άνθρωπος του Θεού, ο Σάββας, ώστε να αποβεί και ο ίδιος ένα κυριολεκτικά «εκμαγείο» εκείνου. Η αναφορά του υμνογράφου μας είναι πολύ συγκινητική. «Παρατήρησες επακριβώς κάθε ίχνος του θεοφόρου Σάββα με σφοδρό έρωτα, Στέφανε, και έδειξες ζήλο για τον ένθεο βίο του με τη σεμνότητα της ζωής σου. Οπότε έγινες εκμαγείο και αποτύπωμα αυτού πράγματι πανάριστο» (ωδή η). Όπου έχουμε σωστά και άγια παραδείγματα αλλά και νέους που εμφορούνται από ζήλο Θεού, εκεί αναδεικνύονται οι μεγάλοι όσιοι -  ο ένας «τραβάει» τον άλλον κυριολεκτικά προς τον Ουρανό!

ΠΟΥ ΝΑ ΨΑΞΩ ΝΑ ΒΡΩ ΤΟΝ ΘΕΟ;

Υπάρχει μια απορία συχνά στον καλοπροαίρετο χριστιανό, όταν ακούει κι όταν κλωθογυρίζει στο μυαλό του την κεντρική εντολή που ο Θεός έχει δώσει στον άνθρωπο, δηλαδή να Τον αγαπήσει «εξ όλης της ψυχής, εξ όλης της καρδίας, εξ όλης της διανοίας, εξ όλης της ισχύος». Πού να στραφώ για να βρω Αυτόν τον Θεό, που να στρέψω το βλέμμα μου για να Τον συναντήσω; Κι υπάρχουν φορές που στρέφεται ο πιστός σε κάτι θολό και κενό, σε κάτι μετέωρο – δεν ξέρει πού να ακουμπήσει κυριολεκτικά την καρδιά και τον λογισμό του. Αλλά ο Κύριος και οι άγιοί μας είναι σαφείς: Ο Κύριος βρίσκεται πρώτα από όλα στο πρόσωπο του κάθε συνανθρώπου μας: «εφόσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου εμοί εποιήσατε», βρίσκεται στην ίδια την ύπαρξη τη δική μας: στο σώμα και την ψυχή μας «άτινά εστι του Θεού», βρίσκεται σε κάθε τι που υφίσταται στον κόσμο, είτε ζώο είτε φυτό είτε πέτρα, πράγματι σε όλο το σύμπαν: «τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καί τό πλήρωμα αὐτῆς», συνεπώς μέσα σε κάθε λόγο Του και άγια εντολή Του: «τηρήστε τον λόγο μου και θα σας φανερωθώ». Κατά τρόπο αυτονόητο βεβαίως όχι ως ουσία αλλά ως ενέργεια – την ουσία του Θεού δεν την αγγίζει κανείς πέραν της Τριαδικής Θεότητας. Ο Θεός δηλαδή ψηλαφάται μέσα στα δημιουργήματά Του, τα οποία επειδή ακριβώς είναι δικά Του ελκύουν την αγάπη του καλοπροαίρετου πιστού. Οπότε αγαπάμε Κύριο τον Θεό μας, όταν Τον αναγνωρίζουμε στα πάντα  της δημιουργίας Του και η καρδιά μας στρέφεται μέσω αυτών σ’ Εκείνον που είναι «το άκρον των εφετών». Αυτό το «κυνηγητό» του Χριστού και Θεού μας σε ό,τι τελικά αποτελεί παρουσία Του, («εις οσμήν μύρου σου έδραμον, Χριστέ»), είναι κι αυτό που κάνει τον άνθρωπο να ζει εκστατικά την ύπαρξή του, που θα πει να ζει με τον τρόπο που τον φέρνει μπρος στην αληθινή πραγματικότητα του εαυτού του: να νιώθει μέλος Χριστού και αλλήλων.

Κυριακή, 11 Ιουλίου 2021

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ Ο ΕΝ ΕΣΣΕΞ ΤΗΣ ΑΓΓΛΙΑΣ ΤΕΛΕΙΩΘΕΙΣ

«Ο θεόφρων και θεοφόρος πατέρας μας Σωφρόνιος γεννήθηκε το 1896 στη Μόσχα της αγιοτόκου Ρωσίας, όπου και πέρασε τα νεανικά του χρόνια. Υπήρξε γόνος ευλαβούς οικογένειας και ανατράφηκε εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου, ενώ αξιώθηκε κατά τη νηπιακή του ηλικία να δει το άκτιστο Φως. Σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Μόσχας και ύστερα μετέβη στο Παρίσι, όπου και άσκησε τη ζωγραφική τέχνη. Καθώς αναζήτησε ως νέος με μεγάλο πόθο τη γνώση του απολύτου Όντος, στράφηκε προσωρινά στον μυστικισμό των Ανατολικών θρησκειών, αλλά επειδή δεν αναπαυόταν με την απάτη τους ανακάλυψε την υπεροχή του Ευαγγελικού νόμου της αγάπης ως κοινωνία στην ύπαρξή του με το προσωπικό Θεό του Χριστιανισμού, γνωρίζοντάς Τον με το Άγιον Πνεύμα, διά του βιβλικού κειμένου της αποκαλύψεως στο Σινά «Εγώ ειμι ο Ων». Μεταμελήθηκε πικρά για την νεανική του πλάνη και φέροντας στο βάθος της καρδιάς του το χάρισμα της μνήμης του θανάτου έλαβε και πάλι από τον Θεό τη δωρεά της θέας του ακτίστου Φωτός. Γι’  αυτό και επιδόθηκε σε ακράτητη προσευχή μετανοίας, τέτοια που συνέτριβε και τα ίδια τα οστά του. Πρόσφερε «δεήσεις και ικεσίες προς Αυτόν που μπορεί να τον σώζει από τον θάνατο με κραυγή ισχυρή και δάκρυα» (Εβρ. 5,7). Διάγοντας το εικοστό ένατο έτος της ηλικίας του και επιδιώκοντας «να κατακτήσει Αυτόν από τον Οποίο καταλήφθηκε» (Φιλ. 3, 12), απομακρύνθηκε από τα βιωτικά και αναχώρησε προς το ένδοξο Όρος του Άθω, αναλαμβάνοντας τον μοναχικό ζυγό στο Μοναστήρι του Αγίου μεγαλομάρτυρος και ιαματικού Παντελεήμονος. Στη Μονή αυτή ο πανελεήμων Θεός τού χάρισε πιστό οδηγό και φύλακα άγγελο, τον πράο και ταπεινό στην καρδιά Σιλουανό τον Αθωνίτη, τον φλογερό προς τον Θεό μεσίτη για τη σωτηρία όλων των ανθρώπων και κήρυκα της αγάπης προς τους εχθρούς. Ο αοίδιμος Γέρων θεωρούσε τη συνάντησή του με τον όσιο Σιλουανό ως τη μέγιστη προς αυτόν δωρεά του Θεού. Ο μακάριος Σιλουανός έγινε γι’  αυτόν «ζωντανός μάρτυρας», που τον βεβαίωσε λόγω του πνεύματος της μετανοίας από το οποίο εμφορείτο και έγινε γι’  αυτόν πρότυπο μοναχικής τελειότητος. Έτσι ο υπηρέτης του Θεού Σωφρόνιος σταθεροποιήθηκε στην ασκητική του οδό και ακολούθησε τον Κύριο, ζώντας τον θάνατο μαζί Του. Αφού ομοιώθηκε πλήρως προς Αυτόν ως προς τα παθήματα, συναναστήθηκε μαζί Του, καθώς δέχτηκε «τόσο μεγάλο φως, τέτοια δύναμη ζωής και σοφίας», τα οποία μόνον από τη Πηγή του φωτός και της ζωής μπορούν να προέλθουν. Στη συνέχεια, μετά την εκδημία του Γέροντος Σιλουανού και με την ευλογία της Μονής της μετανοίας του, μετέβη στην έρημο του Άθω, προκειμένου να ζήσει με αδιάλειπτη και σκληρή μετάνοια, κι αφού οδηγήθηκε εκεί έφθασε με τη βοήθεια του Θεού στο γαλήνιο λιμάνι της απάθειας του Πνεύματος. Τα όπως έχουν ονομαστεί στο Άγιον Όρος «φρικτά Καρούλια» δέχτηκαν τον αθλητή του Χριστού και «έφριξαν» από τον κλαυθμό του που πήγαζε από όλη την ύπαρξή του. Έζησε με οδυνηρό ασκητικό τρόπο, με ποικίλες θλίψεις και με Ιωάβεια υπομονή. Μέσα στη ζέση της βαθύτατης μετανοίας του βίωσε εν χάριτι τις φλόγες του άδου και στενάζοντας δεν έπαυε να λέγει με τον Προφητάνακτα:  «Ωδίνες θανάτου με περιέλαβαν... και η ζωή μου έφτασε μέχρι τον άδη» (Ψαλμ. 17, 5 και 87, 4). Οπότε, αφού ευλογήθηκε κι άλλο από τον Άγιο Θεό, αξιώθηκε να ανεβεί και σ’  αυτό το όρος της θεοπτίας και να δει τη δόξα του ακτίστου Φωτός στη θεωμένη σάρκα του Λόγου του Θεού, γι’  αυτό από τη θεοπτία κατήλθε και στη βαθύτατη κοιλάδα ταπεινώσεως, γενόμενος έτσι σημείο του Θεού για τη γενεά του, δίνοντας, με τη θέληση του Θεού, διεξόδους ζωής σε όλους τους ανθρώπους. Μολονότι ο Γέρων επιθυμούσε να τελειώσει τη ζωή του στον ιερό Άθωνα, η ανεξιχνίαστη Πρόνοια του Θεού τον μετέθεσε στη Δύση, όπου έμελλε να λάμψει όχι ως λυχνάρι αλλά ως υπέρλαμπρο αστέρι, οδηγώντας στο φως της θεογνωσίας πλήθος απελπισμένων ανθρώπων που αναζητούσαν τον Κύριο. Κατέφυγε λοιπόν στη νήσο των Βρεττανών και ίδρυσε αληθινά «μία καινούργια πολιτεία, ένα νέο υπερώο της Πεντηκοστής», καθώς έγινε κτίτορας και πνευματικός πατέρας της Ιεράς Πατριαρχικής και Σταυροπηγιακής Μονής του Τιμίου Προδρόμου. Στη Μονή αυτή με πολλούς κόπους, ποικίλα παθήματα και ανεκδιήγητη πτωχεία, επιδόθηκε ακόμη περισσότερο στην εν Χριστώ οικοδομή και των ψυχών που ο Κύριος τού είχε εμπιστευθεί, αλλά και των διαρκώς αυξανομένων και σαν σε πλούσια πηγή προστρεχόντων προσκυνητών, γενόμενος νυμφαγωγός προς τον λαμπρό νυμφώνα του ουρανίου νυμφίου Χριστού, με τα λόγια και τα έργα του, με την αναστροφή και την αγάπη του, με τις ποικίλες διδαχές του και την αδιάλειπτη προσευχή. Η αναίμακτη μυσταγωγία, η Θεία Λειτουργία δηλαδή, που προσφερόταν από τον Γέροντα ως ανεπανάληπτο κάθε φορά γεγονός, συγκλόνιζε όλους αυτούς που μετείχαν. Με μεγάλη ψυχική δύναμη και βαθύτατη αίσθηση τελούσε αγγελοπρεπώς τη Θεία Λειτουργία, που συγκροτούσε τον γλυκασμό της διαρκώς αυξανομένης πνευματικής του πορείας. Λειτουργώντας πρόσφερε θυσία και ταυτοχρόνως προσφερόταν ως εξίλασμα υπέρ των αμαρτιών όλου του κόσμου. Χαρισματική η θεολογία του, (η οποία και τον δόξασε με τρανό τρόπο), προήλθε από φωτισμένη καρδιά με την έλλαμψη του ακτίστου θείου Φωτός. Γι’  αυτό και τα συγγράμματά του αποπνέουν τη φιλοκαλική ευωδία και αποτελούν γνώμονα ακριβείας, πυξίδα ασφαλείας, ταμεία βιωμένης γνώσεως που χαρίζει πληροφορία χάρης και ελπίδας. Όντας φορέας όχι επιφανειακού και μικρού χαρίσματος της διακρίσεως, πολλές φορές «τα σε άλλους φαινόμενα σκοτεινά, καταφώτιζε με το δικό του λυχνάρι» (Ιω. Σιναῒτου, Κλίμαξ, Λόγος 26, 1). Γεμάτος δέ από θεία σοφία, άκρα διάκριση και βαθειά αγάπη προς κάθε άνθρωπο, αξιώθηκε και των χαρισμάτων της θαυματουργίας, των ιαμάτων και της προοράσεως, ενώ εργάσθηκε άοκνα για τη στερέωση της πίστεως στον Θεό, αποδίδοντας κάθε ουρανόδωρη ευλογία στον Θεό λόγω της ταπεινοφροσύνης του. Πάσχοντας δε σε όλη του ζωή και δοκιμαζόμενος από τον σκόλοπα πολλών ασθενειών, κι αφού έφτασε σε βαθύτατο γήρας, μέχρι τέλους διατηρούσε το πρόσχαρο και ειρηνικό του χαρακτήρα του, όπως και τη σοφία του Πνεύματος. Κάπως έτσι, πεπληρωμένος από θείες αρετές και πολλά χαρίσματα, σαν ψηλόκορμη βαλανιδιά και πολυφορτωμένο καράβι, έφυγε ειρηνικά προς τον Θεό των Πατέρων του, παραδίδοντας το πνεύμα, κατά το πρωϊνό της Κυριακής, ενδεκάτης του μηνός Ιουλίου, του χιλιοστού εννιακοστού ενενηκοστού τρίτου έτους. Πλήρης ημερών και χάριτος, αφού προγνώρισε τον καιρό του τέλους τους, αξιώθηκε οσιακής κοιμήσεως. Άφησε δε στην Εκκλησία αποθησαυρισμένο τον ανεκτίμητο πλούτο των πνευματικών διδασκαλιών του μέσα στα βιβλία του. Κι αφού τάφηκε στην κρύπτη του κοιμητηρίου της Ιεράς Μονής του, δεν σταματά να ευεργετεί με σημεία και θαύματα όλους αυτούς που με πίστη προσέρχονται σ’  αυτόν και επικαλούνται την ακαταίσχυντη και με παρρησία μεσιτεία του προς τον Κύριο».

Ό,τι το κατανυκτικότατο συναξάρι του οσίου Σωφρονίου προβάλλει αυτό με σπουδαίο ποιητικό τρόπο εξαγγέλλει και η χαριτόβρυτη γραφίδα του υμνογράφου: τον κοινωνό του Θεού που «έμαθε αφ’ ων έπαθε τα θεία», τόσο που καταστάθηκε οδηγός των εν σκότει ανθρώπων, συνεχιστής μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας, από τους λίγους της εποχής του που απέκτησαν τόσο βαθειά γνώση του Θεού λόγω της ισάγγελης ζωής του που τη θαύμασαν και οι ίδιοι οι άγιοι άγγελοι του Θεού.

Πράγματι, ο υμνογράφος δεν διστάζει να προβεί και σε μία τέτοια εκτίμηση. Η βιοτή του έγινε αγγελικό άσμα – «ἆσμα ἀγγελικὸν γέγονε, πρὸς τὸν Κύριον ἡ βιοτή σου» (στιχ. εσπ.) – λόγω της βαθειάς μετάνοιάς του, των δακρύων του, της έμπονης προσευχής του που αγκάλιαζε όλο το ανθρώπινο γένος. Φτάνει στο σημείο να παραλληλίσει τον άγιο ο ποιητής με τον ίδιο τον Κύριο που στη Γεθσημανή ευρισκόμενος προσεύχεται στον Θεό Πατέρα για την ενότητα σύμπαντος του κόσμου: «ἵνα ὦσιν ἕν, καθώς ἡμεῖς ἕν ἐσμεν» (στιχ. εσπ.). Κι είναι αλήθεια ότι το όραμα αυτό της ενότητας ενέπνεε τον άγιο Σωφρόνιο σε ολόκληρη τη ζωή του, τόσο που θεώρησε ότι αυτήν την αλήθεια πρέπει να αφήσει και στους μαθητές και μοναχούς του ως παρακαταθήκη. Πίστευε δηλαδή ο όσιος, ακολουθώντας επακριβώς τα ίχνη και τις υποδείξεις του Κυρίου, ότι όπου υπάρχει διάσπαση εκεί δεν υφίσταται χριστιανική πίστη. Διότι κυριαρχεί η υπερηφάνεια και ο εγωισμός. «Μην αφήσετε ούτε μία σκέψη κατακρίσεως μέσα στην καρδιά σας κατά του οποιουδήποτε συνανθρώπου σας – συνήθιζε να λέει – διότι η όποια κατάκριση αποτελεί ρωγμή στον τοίχο της Μονής μας!»

Έτσι ο υμνογράφος προβάλλει το αυτονόητο για έναν χριστιανό: ο όσιος Σωφρόνιος αποτελεί άνθρωπο που αγωνίστηκε να «ἐπακολουθήσῃ τοῖς ἴχνεσιν τοῦ Κυρίου». Γι’ αυτό και η γνώση του Θεού που απέκτησε δεν ήλθε πρωτίστως από τη μελέτη διαφόρων βιβλίων, έστω και πνευματικών, αλλά κυρίως από την αδιάκοπη προσπάθειά του να ζήσει τις άγιες εντολές του Θεού. Διότι από πολύ νωρίς κατάλαβε ο όσιος ότι τα βιβλία, ακόμη και η αγία Γραφή, αν δεν μετουσιώνονται σε πράξη μικρή σημασία έχουν για τη ζωή του ανθρώπου. Κι ίσως σε αυτήν την περίπτωση μπορεί να λειτουργήσουν και αρνητικά: να αποκτήσει ο άνθρωπος μία θεολογία «δαιμονικού» τύπου. Διότι και «τά δαιμόνια πιστεύουσι καί φρίσσουσι» και γνωρίζουν και πολλά λόγια της Γραφής – αγιογραφικά λόγια επιστράτευσε ο Πονηρός στους πειρασμούς του κατά του Κυρίου μετά την Βάπτισή Του.

«Αλήθεια, επειδή έπαθε τα θεία – σημειώνει συγκεκριμένα μεταξύ πολλών άλλων ο εκκλησιαστικός υμνογράφος –, είχε κοινωνία των ακτίστων ενεργειών, οι οποίες είναι μεθεκτές από τους άξιους και με τίς οποίες δοξάζεται ο Θεός» (στιχ. εσπ.). Κι αλλού παρομοίως: «Έγινες άριστος μύστης της Θείας γνώσεως, Σωφρόνιε. Διότι πορευόμενος με σοφό τρόπο με την τήρηση των εντολών του Θεού, ανυψώθηκες όπως είναι φυσικό εκεί που λειτουργεί η θεία βοήθεια και γνώρισες τις ενέργειες του ακτίστου φωτός, όπως και ουράνιες ελλάμψεις καθώς υψωνόσουν από την ταπείνωση» (στιχ. εσπ.).

Ο σεμνός υμνογράφος, γνώστης επακριβώς της διδασκαλίας και της ζωής του οσίου, βλέπει τον όσιο μέτοχο των ακτίστων ενεργειών του Θεού, διότι προφανώς ο όσιος βίωνε εκείνα που τόνιζε περί αυτών των ενεργειών ο μέγας Πατήρ της Εκκλησίας άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και που συνοδικώς και  επισήμως κατοχυρώθηκαν στην εκκλησιαστική συνείδηση. Γι’ αυτό και προβαίνει σε μία εκτίμηση, που όλοι όσοι έχουν έστω και λίγο μελετήσει τον άγιο Σωφρόνιο συμφωνούν απολύτως: ο μέγας Γέρων Σωφρόνιος υπήρξε ακριβής ακόλουθος του μεγάλου Θεσσαλονικέως Πατέρα, Γρηγορίου Παλαμά, αλλά και μία άλλη εκδοχή του επίσης μεγάλου ασκητικού διδασκάλου οσίου Ιωάννου της Κλίμακος. Το Δοξαστικό του εσπερινού είναι πράγματι έξοχο: «Ας ενατενίσουμε θεοπρεπώς τον όσιο Σωφρόνιο, τον μυσταγωγό και καθοδηγητή. Διότι κατέγραψε την Κλίμακα του Ιωάννου του Σιναϊτου με άλλα λόγια, φανερώνοντας όσα έμαθε από την πείρα της πράξεως. Κι από την άλλη, ακολούθησε ακριβώς και επάξια τη διδασκαλία Γρηγορίου του Παλαμά και τις θεϊκές ελλάμψεις».

Στο σημείο αυτό ο πνευματικός υμνογράφος διατυπώνει ό,τι είχε πει ο άγιος Σιλουανός και το κατέγραψε ο γνήσιος μαθητής και υποτακτικός του Σωφρόνιος: «κι αν τύχαινε να χαθούν όλα τα κείμενα των ασκητικών Πατέρων και Δασκάλων της χριστιανικής πίστεως, θα ξαναγράφονταν από τους οσίους ασκητές και συνεπείς χριστιανούς που έχουν την ίδια εμπειρία». Ο άγιος Σωφρόνιος «ξανάγραψε» τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος: στην πράξη έμαθε κι αυτός τα του Θεού όπως και ο Σιναϊτης άγιος.

Αν όμως ο όσιος Σωφρόνιος ζούσε τους μεγάλους προγενεστέρους Πατέρες, κυριολεκτικά ανέπνεε με τον Πατέρα και Γέροντά του άγιο Σιλουανό τον Αθωνίτη. Ο Σιλουανός «σφράγισε» με απόλυτο τρόπο τη ζωή του, τόσο που όχι μόνο τον ίδιο αλλά και το μοναστήρι που ίδρυσε θεωρεί τον όσιο Σιλουανό ως Πατέρα και καθοδηγητή. Δεν είναι τυχαίο που ο άγιος Σωφρόνιος σε όλες σχεδόν τις ομιλίες του και τα γραπτά του τον μέγα Γέροντά του μνημόνευε και σ’ εκείνου τις διδαχές και τον τρόπο ζωής ήθελε να στηρίζεται. Γιατί; Διότι ο άγιος αυτός άνθρωπος είχε φτάσει στο μοναδικό για την εποχή μας, και όχι μόνο, επίπεδο της προσευχής του Κυρίου στη Γεθσημανή: να προσεύχεται για όλον τον κόσμο μετά δακρύων ως να προσεύχεται για τον ίδιο του τον εαυτό. Αυτό δεν είναι το όραμα και η επιθυμία του Κυρίου, όπως είπαμε και παραπάνω, που ο κάθε πιστός, σαν κι Εκείνον, θα πρέπει να περικλείει στην ύπαρξή του τον κόσμο όλον; Το «ἀγαπήσεις τον πλησίον σου ὡς σεαυτόν» με άλλα λόγια ήταν και είναι το όριο που είχε φτάσει με τη χάρη του Θεού ο άγιος Σιλουανός, που έφτασε κι ο άγιος Σωφρόνιος, που γίνεται το φως συνεπώς του Σωφρονίου για να καθοδηγεί και τον σύγχρονο κόσμο. Ο Σωφρόνιος με τη μαρτυρία του αυτή πράγματι ανοίγει τις ευθείες οδούς της εποχής μας που ταλαιπωρείται από μία συνεχή ταραχή και σύγχυση, γι’ αυτό και θεωρείται ο σήμερον εορταζόμενος ως ο «απόλυτος» καθοδηγητής – ίσως ο άγιος Σωφρόνιος είναι ό,τι σημαντικότερο μπορεί να προβληθεί σήμερα να πάρουν απαντήσεις όσοι «καίγονται» από τα υπαρξιακά τους προβλήματα και την έλλειψη νοήματος στή ζωή τους. Όπως το λέει και πάλι ο υμνογράφος: «Διήνοιξε δέ οὕτως, τῇ σήμερον ἡμέρᾳ, ὁδούς τάς εὐθείας τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καί τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ βιοτῆς» (δόξα εσπ.) (έτσι διάνοιξε τη σημερινή εποχή τις ευθείες οδούς της ορθόδοξης πίστης και της χριστιανικής βιοτής).

Είπαμε και προηγουμένως ότι ο άγιος Σωφρόνιος έζησε έμπρακτα τη χριστιανική πίστη και φωτίστηκε πλούσια από το Φως του Θεού, διότι ζούσε διαρκώς εν μετανοία. Η μετάνοια για τον όσιο δεν ήταν μία ευκαιριακού τύπου αναγνώριση κάποιων αμαρτιών του. Η μετάνοια ήταν η οδός του, όπως το κήρυξε ο Κύριος απαρχής της δημόσιας δράσεώς Του: «Μετανοεῖτε, ἤγγικε γάρ ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν». Ζωή με άλλα λόγια για τον όσιο ήταν η μετάνοια, η οποία  χαρακτηρίζει την αληθινή πνευματική ζωή της χριστιανικής πίστεως ως πορεία «ἐκ μετανοίας εἰς καθαρωτέραν μετάνοιαν» και έχει τα χαρακτηριστικά που φανερώνουν την γνήσια ποιότητά της: τα δάκρυα, τη μνήμη του θανάτου, την αδιάλειπτη προσευχή, την αυτομεμψία, τη βαθειά ταπείνωση. Κατά τον άγιο υμνογράφο: «ο Σωφρόνιος υπήρξε συνώνυμος της σωφροσύνης και δάσκαλος της μετανοίας∙ φωστήρας του αγίου πένθους, που οδηγείτο από την αυτομεμψία με σοφό τρόπο, γι’ αυτό και καταυγαζόταν από το φως. Διότι με τις ροές των δακρύων του, σε έρημους τόπους, εκζητώντας τον όντως Όντα, δηλαδή Χριστό τον Θεό μας, ο Σωφρόνιος Τον βρήκε» (στιχ. εσπ.).

Κατεξοχήν η αυτομεμψία ήταν εκείνο που χαρακτήριζε την αλήθεια της ασκητικής ταπεινώσεώς του, κι η αυτομεμψία αυτή έφτανε στο σημείο που «τρομάζει» πολλούς σήμερα: το αυτομίσος. «Αφού βρήκες την οδό του αυτομίσους ως μόνη ασφαλή και αποδεκτή από τον Θεό, όπως είναι φυσικό βρέθηκες μπροστά στην είσοδο της ασάλευτης Βασιλείας του Θεού» (λιτή). Κι όμως δεν συνιστά «ιδιοτροπία» του αγίου Σωφρονίου το αυτομίσος. Αποτελεί στοιχείο της χριστιανικής βιοτής κατά τα αψευδή λόγια του ίδιου του Κυρίου: «Όποιος έρχεται σε μένα και δεν μισεί τον πατέρα του, τη μάνα του, τα αδέλφια του, τη γυναίκα και τα παιδιά του, τα κτήματά του, ακόμη και την ίδια του τη ζωή, δεν μπορεί να είναι μαθητής Μου!» Και τα λέει αυτά ο Κύριος για να μας επισημάνει την αλήθεια ότι «οὐδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν». Αν δεν προσανατολιστούμε δηλαδή απολύτως προς τον Κύριο, δεν μπορούμε να Τον αγαπήσουμε σωστά, όπως και δεν μπορούσε να αγαπήσουμε στη συνέχεια και όποιον συνάνθρωπό μας αλλά και ακόμη τον ίδιο μας τον εαυτό. Ένα αλλοιθώρισμα και στον Θεό και στον (πεσμένο στην αμαρτία) κόσμο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί συνεπής χριστιανική ζωή.

Και βεβαίως δεν μπορεί ο σοφός υμνογράφος του αγίου Σωφρονίου να μη μνημονεύσει εκείνο που εξίσου χαρακτήρισε όλη τη ζωή του αγίου του Γέροντα Σιλουανού: την προτροπή του ίδιου του Κυρίου, όταν εκείνος είχε περιέλθει σε απόγνωση λόγω των επιθέσεων του Πονηρού, ιδίως στο θέμα της κενοδοξίας και υπερηφανείας∙ «Κράτει τον νοῦν σου εἰς τόν Ἅδην καί μή ἀπελπίζου». Ό,τι υπήρξε καθοδηγητική λύτρωση για τον άγιο Σιλουανό, αυτό υπήρξε και για τον άγιο Σωφρόνιο, δεδομένου ότι έφτασε στο ίδιο πνευματικό ύψος με τον Γέροντά του. Και τι λέει αυτή η προτροπή; Να βλέπεις τον εαυτό σου στο έσχατο βάθος του άδη, γιατί από μόνοι μας «τίποτε δεν μπορούμε να κάνουμε», αλλά την ίδια στιγμή να μην απελπιζόμαστε, γιατί υπάρχει η παρουσία της χάρης του Χριστού μας. Θυμίζει το πνευματικό αυτό βίωμα των αγίων Σιλουανού και Σωφρονίου το αντίστοιχο ίσως του αποστόλου Παύλου, ο οποίος εξομολογείτο: «Ο Χριστός ήλθε να σώσει τους αμαρτωλούς, πρώτος των οποίων είμαι εγώ». Στα τάρταρα έβλεπε και ο Παύλος τον εαυτό του, αλλά ο Χριστός ήταν ο Σωτήρας του! Το δίπολο αυτό, για τον άγιο Σωφρόνιο, είναι το μόνο σωτήριο για να μην εκπίπτει κανείς από την πνευματική χριστιανική οδό. Διότι πάντοτε απειλείται ο χριστιανός από το αλαζονικό και κενόδοξο πονηρό πνεύμα. Οπότε η διαρκής υπενθύμιση της πραγματικότητας: ότι είμαστε ένα «τίποτε» κατ’ ουσίαν, αλλά με τον Χριστό τα πάντα, μπορεί να μας κρατήσει στην οδό του Κυρίου.

«Έλαμψε σαν λαμπρός ήλιος ο μέγας στους αγίους Σιλουανός, φωτίζοντάς σε με θείες επιγνώσεις, γιατί σε δίδασκε αφού έπαθε τα θεία: κράτα τον νου σου στον άδη και συγχρόνως να μην απελπίζεσαι καθόλου και θα δεις τον Θεό» (ωδή ε΄). Κι ακόμη: «Ανυψώθηκες, πανάγιε πατέρα, αφού κατέβηκες με την ταπείνωση. Διότι φέροντας τον τύπο του Ιησού που έπαθε και παραδόθηκε στον τάφο, με τη θειότατη συμβουλή του Σιλουανού, έγινες κατοικητήριο Θεού, αφού τήρησες τον νου σου στον άδη και κράτησες διαρκή την αυτομεμψία» (ωδή στ΄).

Δεν τελειώνει εύκολα ο λόγος για τον άγιο Σωφρόνιο: απαιτούνται χιλιάδες σελίδων έστω και να πάρουμε «μυρωδιά», αν πάρουμε, της διδαχής και της ζωής του. Όμως εκείνο που θα σημειώσουμε ως τελική αναφορά είναι η μαρτυρία του για τον Θεό ως τον όντως Όντα, όπως και παραπάνω κάπου ανέφερε ο υμνογράφος. Η αποκάλυψη του Θεού στον Μωυσή δηλαδή, όταν είδε τη βάτο που καιγόταν και δεν κατακαιγόταν και κατάλαβε τη θεϊκή παρουσία, ότι «Αὐτός ἐστιν ὁ Ὤν», ο Γιαχβέ: ό,τι βάζει η Εκκλησία μας στο φωτοστέφανο του Κυρίου, γιατί ο Χριστός ήταν Εκείνος που του φανερώθηκε, η αποκάλυψη λοιπόν αυτή ήταν εκείνο που «έλυσε» το σκοτάδι στο οποίο βρισκόταν ο αναζητητής νεαρός τότε Σωφρόνιος. Κατάλαβε ότι ο Θεός είναι προσωπικός κι ότι Αυτός συνιστά το Είναι και την πηγή της κάθε ύπαρξης, είτε λέγεται άνθρωπος είτε λέγεται άγγελος είτε φυσικό δημιούργημα. Σ’ αυτήν την αποκάλυψη απορροφήθηκε τόσο που πράγματι έφτασε σε μεγάλο ύψος κατανόησής της, γεγονός που του έδινε τη δυνατότητα κατανόησης και του ίδιου του ανθρώπου. Διότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν» Εκείνου. Ο εμπνευσμένος υμνογράφος σημειώνει: «Καθώς σου φανερώθηκε ο Δημιουργός σου, αξιώθηκες ν’ ακούσεις “Ἐγώ εἰμι ὁ Ὤν”. Μετά από αυτό αρπάχτηκε όλη η καρδιά σου, άγιε, και βαδίζοντας την οδό της μετάνοιας, παμμακάριστε, φώναζες δυνατά με κατάνυξη στον Κύριό σου: αμάρτησα, σώσε με» (κάθισμα όρθρου). Και: «αφού έγινες σαν φωτιά από τον Προάναρχο Πατέρα, βρήκες πράγματι Αυτόν που ζητούσες και άκουσες όπως ο Μωυσής προτύτερα “ἐγώ εἰμι”» (ωδή α΄).

Μακάρι, ο άγιος Σωφρόνιος που έγινε όλος σαν φωτιά (κοντάκιο), - γιατί «πληγώθηκε σε όλη την ύπαρξή του από τη θεία αγάπη του Εσταυρωμένου Κυρίου» (ωδή ζ΄) και κατέστησε την καρδιά του αγία Τράπεζα που ιερουργούσε διαρκώς τον Κύριο και το άγιο Ευαγγέλιό Του (ωδή ζ΄) - να καθοδηγεί και εμάς, ώστε να ξεφύγουμε από τη φοβερότερη στέρηση που υπάρχει και μας ρίχνει στην κόλαση, την άγνοια του Θεού (ωδή η΄). Ο «χριστόνους» (απολ.) άγιος να ανοίγει και σε εμάς τον δρόμο.

Σάββατο, 10 Ιουλίου 2021

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

«Οὐδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν» (Ματθ. 6, 24)

Τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα ἀπό τήν ἐπί τοῦ Ὄρους ὁμιλία τοῦ Κυρίου  ἔχει ἐκπληκτική ἐπικαιρότητα, διότι ἀποκαλύπτει βαθιές ἀνθρωπολογικές ἀλήθειες ὑπενθυμίζοντάς μας  ἀφενός τήν ἄπειρη ἀγάπη καί πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ἀφετέρου τό ποιά εἶναι ἡ ὀρθή κατεύθυνση τῆς ζωῆς πρός ἔνταξή μας στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Στόν προβληματισμό αὐτόν στοιχεῖ καί ὁ λόγος τοῦ Κυρίου «οὐδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν».

            1. Ἡ πρώτη ἐπισήμανση τοῦ Κυρίου εἶναι ὅτι ὁ ἄνθρωπος πάντοτε κάπου «δουλεύει», δηλαδή σέ κάτι ὑπακούει καί αὐτό ὑπηρετεῖ μέ ὅλες τίς δυνάμεις του - ἐλεύθερος ἄνθρωπος δηλαδή μέ τήν ἀπόλυτη ἔννοια τοῦ ὅρου δέν ὑπάρχει. Εἴτε ὑπακοῦμε στόν Θεό εἴτε ὑπακοῦμε σέ ἀντίθεες δυνάμεις εἴτε ἀκόμη καί στίς δικές μας ἐπιλογές, βρισκόμαστε  κάτω ἀπό ἕνα «ἀφεντικό». Τό ἐρώτημα εἶναι τί εἴδους ἀφεντικό εἶναι αὐτό; Σέ τί δηλαδή δουλεύω πού θά μέ κάνει νά νιώσω πραγματικά ἄνθρωπος, μέσα στό πλαίσιο τῆς φυσιολογίας τοῦ ἀνθρώπου;

2. Ὁ Κύριος προεκτείνει τήν ἐπισήμανση: «οὐδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν». ῎Οχι μόνο πάντοτε κάπου «δουλεύουμε», ἀλλά καί ἡ «δουλεία» αὐτή εἶναι μονομερής: δέν μποροῦμε νά ὑπηρετοῦμε δύο ἀφεντικά ταυτόχρονα, οἱ δυνάμεις μας θά εἶναι κατατεθειμένες στήν ὑπηρεσία πάντοτε ἑνός. Ὁ ἄνθρωπος, μέ ἄλλα λόγια, εἶναι δημιουργημένος ἔτσι, ὥστε νά ὑπάρχει καί νά λειτουργεῖ μέ ἑνιαῖο τρόπο, πού σημαίνει ὅτι οἱ δυνάμεις του προσαρμόζονται διαρκῶς σέ μία μόνο κατεύθυνση, κάθε φορά ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὅλος κάπου - ἀποκλείεται τό φαινόμενο τοῦ «πνευματικοῦ ἀλλοιθωρισμοῦ».  Ἄν κάποιος προσπαθήσει νά τά συνδυάσει ὅλα, θά βρεθεῖ σέ ἕνα εἶδος πνευματικῆς «σχιζοφρένειας», θά ὑποστεῖ  μία ἀλλοίωση τῆς ὕπαρξής του. Ἴσως ἐδῶ ἰσχύει ὅ,τι σημειώνει ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννου: «Ὄφειλες νά εἶσαι θερμός ἤ ψυχρός. ᾽Επειδή ὅμως εἶσαι χλιαρός, θά σέ ξεράσω ἀπό τό στόμα μου». Εἶναι εὐνόητο ὅτι γνώρισμα μίας τέτοιας ἀλλοιωμένης πνευματικῆς κατάστασης, τῆς διψυχίας κατά τόν ἅγιο Ἰάκωβο, εἶναι ἡ ἀκαταστασία καί ἡ ταραχή. «᾽Ανήρ δίψυχος, ἀκατάστατος ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ». Ὁπότε, ὁ μόνος πού χαίρεται στήν περίπτωση αὐτή εἶναι ὁ διάβολος, διότι φανερώνει τή δική του μόνιμη ταραγμένη κατάσταση.

3.  Ἡ παραπάνω ἐπισήμανση τοῦ Κυρίου συμπληρώνεται  στή συνέχεια μέ τήν προτροπή νά ἐπιλέγουμε τόν σωστό κύριο, πού δέν εἶναι ἄλλος ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό μας. «Ζητεῖτε πρῶτον τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιοσύνην αὐτοῦ».  Ὁ Κύριος μᾶς θέτει στήν ὀρθή τροχιά τῆς δημιουργίας μας: εἴμαστε πλασμένοι ἀπό τόν Θεό γιά νά πορευόμαστε καί νά ἐπεκτεινόμαστε πρός ᾽Εκεῖνον.  Καί τί γίνεται; Ὑποτασσόμενοι στόν Θεό, «δουλεύοντας» σ᾽᾽Εκεῖνον ἐξυψωνόμαστε σέ υἱούς Του καί μᾶς κάνει ἕνα μαζί Του - ἡ πορεία γιά τή θέωση. «Οὐκέτι ὑμᾶς λέγω δούλους». «Ὑμεῖς φίλοί μού ἐστε, ἐάν ποιῆτε ὅσα ἐντέλλομαι ὑμῖν». Κατά συνέπεια, ὁ ἄνθρωπος αὐτός φτάνει νά ζεῖ τήν πραγματική ἐλευθερία, τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ, ὅπως τήν ἔζησαν οἱ ἅγιοι. «Οὗ τό Πνεῦμα Κυρίου, ἐκεῖ καί ἐλευθερία». ῎Αν ὁ ἄνθρωπος ἐπιλέξει λάθος κύριο, τότε θά βρεθεῖ  σέ κατάσταση θεομαχίας, ὅπου κύριός του θά εἶναι ὁ πονηρός «ἀνθρωποκτόνος» διάβολος.  Καί δυστυχῶς ὑπάρχουν ἄνθρωποι, πού ἔχουν τόσο διαστρεβλωμένη ἀντίληψη, ὥστε νά πιστεύουν ὅτι ὁ  τύραννος διάβολος εἶναι ὁ σωτήρας τους. Ἡ ψυχοσωματική αὐτομαστίγωση καί ἡ ἀνισορροπία τοῦ ἀνθρώπου προφανῶς δέν ἔχει ὅρια.

4. ᾽Ανεξάρτητα ὅμως ἀπό τούς δυστυχεῖς αὐτούς συνανθρώπους μας, ἡ παραπάνω ἐπισήμανση τοῦ Κυρίου προκαλεῖ «φόβο» καί στούς χριστιανούς. Τό γεγονός ὅτι κάθε φορά εἴμαστε ὁλόκληροι στή δουλεία ἑνός κυρίου, εἴτε τοῦ Θεοῦ εἴτε τοῦ διαβόλου,  σημαίνει ὅτι δέν μποροῦμε νά παίζουμε μέ τή ζωή μας. Ἡ ἐπιπολαιότητα στήν πνευματική ζωή ἐπισύρει συνέπειες. Αὐτό πού κάνω κάθε φορά μέ ἐντάσσει στή μία ἤ στήν ἄλλη κατάσταση, δηλαδή  μέ προσδιορίζει συνολικά ὡς ἄνθρωπο. Γι᾽ αὐτό καί τρομάζει αὐτό πού ἀκούγεται συχνά, ἰδίως ἀπό κάποιους νέους, ὅτι σκοπό ἔχουν νά μαζεύουν στή ζωή τους ἐμπειρίες. Ἡ κάθε ἐμπειρία μέ βάση τά λόγια τοῦ Κυρίου δέν εἶναι ἀνώδυνη. ῎Αν δέν σφραγίζεται ἀπό τήν ὑπακοή στόν Θεό, λειτουργεῖ ἀρνητικά, ἄρα δαιμονίζει τόν ἄνθρωπο. Προφανῶς ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι ἕνα ἄθροισμα ἐμπειριῶν, ἕνα σύνολο τεμαχίων δηλαδή, ἀλλά ἑνιαία ψυχοσωματική ὕπαρξη, πού προσδιορίζεται κάθε φορά ὁλόκληρη, θετικά ἤ ἀρνητικά, ἀνάλογα μέ τό εἶδος τῆς ἐμπειρίας.

Λοιπόν: ἡ κάθε στιγμή μας ἀποκαλύπτει τόν «κύριό» μας. Ὄχι τά λόγια μόνο, ἀλλά ὅλη ἡ ζωή μας  ἀποδεικνύει τή χριστιανοσύνη μας. Λόγῳ, ἔργῳ ἤ διανοίᾳ φανερώνουμε ἀδιάκοπα ἄν μισοῦμε ἤ ἀγαποῦμε τόν Θεό, ἄν στηριζόμαστε σ᾽ Αὐτόν ἤ Τόν περιφρονοῦμε. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ Κύριος σέ ἄλλο σημεῖο ἀνέφερε ὅτι «ὅπου ὁ θησαυρός σας, ἐκεῖ καί ἡ καρδιά σας». Γιά νά δῶ τόν Θεό μου, ποιόν ὑπηρετῶ, πρέπει νά στραφῶ μέσα μου καί νά δῶ τί κυριαρχεῖ ἐκεῖ. Αὐτό πού κυριαρχεῖ εἶναι καί ὁ κύριος μου, ὁ θησαυρός μου.