Παρασκευή, 16 Απριλίου 2021

ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ

«Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Σαββάτῳ τῆς πέμπτης Ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν, ἑορτάζομεν τόν Ἀκάθιστον Ὕμνον τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί Ἀειπαρθένου Μαρίας».

Στίχοι: «Ὕμνοις ἀΰπνοις εὐχαρίστως ἡ Πόλις τήν ἐν μάχαις ἄγρυπνον ὑμνεῖ Προστάτιν» (Ευχαρίστως η Κωνσταντινούπολη υμνολογεί με άυπνους ύμνους την άγρυπνη στις μάχες Προστάτιδα Θεοτόκο).

Α. Η εορτή του Ακαθίστου καθιερώθηκε από την Εκκλησία μας, κατά το συναξάρι της ημέρας, λόγω των υπερφυών επεμβάσεων της Υπεραγίας Θεοτόκου – και επί αυτοκράτορος Ηρακλείου (πρώτες δεκαετίες 7ου αι.) όταν οι Άβαροι επιτέθηκαν στην αφύλακτη Βασιλεύουσα λόγω της απουσίας του αυτοκράτορος, και επί αυτοκράτορος Κωνσταντίνου του Πωγωνάτου (τέλη 7ου αι.) όταν οι Αγαρηνοί τη φορά αυτή επιτέθηκαν και πάλι στην Πόλη – οπότε η θαυμαστή υπέροπλος δύναμή Της κατατρόπωσε τους εχθρούς και κράτησε ελεύθερο το κέντρο της αυτοκρατορίας. Προκειμένου λοιπόν να υπάρχει ανάμνηση των επεμβάσεων αυτών της Παναγίας και σ’ Εκείνην να αναγράφει τα νικητήρια η Πόλη ευχαριστώντας Αυτήν και τον Παντοκράτορα Κύριο και Θεό μας, καθιερώθηκε η συγκεκριμένη εορτή. Ακάθιστος δε ονομάστηκε  ο ευχαριστήριος ύμνος, διότι «ὀρθοστάδην» όλος ο λαός κατά τη νύκτα της νίκης ανέπεμψε τον ύμνο στην Μητέρα του Κυρίου. Και ποια άλλη αρχή μπορεί να υπάρξει των ευχαριστηρίων Της από ό,τι συνιστά την απαρχή της σωτηρίας δι’ Αυτής του ανθρωπίνου γένους: τον Ευαγγελισμό της;

Β. Το τροπάριο που συνοψίζει το γεγονός και τη θεολογία του Ευαγγελισμού είναι το κάθισμα που ακούγεται προ της ενάρξεως του Ακαθίστου Ύμνου.

«Τό προσταχθέν μυστικῶς λαβών ἐν γνώσει, ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ Ἰωσήφ σπουδῇ ἐπέστη ὁ Ἀσώματος λέγων τῇ Ἀπειρογάμῳ∙ Ὁ κλίνας τῇ καταβάσει τούς Οὐρανούς χωρεῖται ἀναλλοιώτως ὅλος ἐν σοί∙ ὅν καί βλέπων ἐν μήτρᾳ σου, λαβόντα δούλου μορφήν ἐξίσταμαι κραυγάζειν σοι∙ Χαῖρε Νύμφη ἀνύμφευτε».

(Ο αρχάγγελος Γαβριήλ αφού γνώρισε τη μυστική προσταγή του Κυρίου, έσπευσε να βρεθεί στον οίκο του Ιωσήφ του μνήστορος λέγοντας στην Παρθένο Κόρη Μαριάμ: Αυτός που κλίνει με την κατάβασή Του τους Ουρανούς χωρείται  χωρίς καμία αλλοίωσή Του ως προς τη θεϊκή Του φύση ολόκληρος μέσα σ’ εσένα. Και βλέποντας Αυτόν στη μήτρα σου να λαμβάνει μορφή δούλου (και να γίνεται άνθρωπος) φτάνω σε έκσταση που με κάνει να σου φωνάζω δυνατά: Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε).  

Ο θεολογικότατος ύμνος λοιπόν έχει ως κεντρικό πρόσωπο τον Ασώματο Αρχάγγελο Γαβριήλ και την περιγραφή της διακονίας που αναλαμβάνει από τον Παντοκράτορα Κύριο για τη σωτηρία του ανθρωπίνου γένους. Και το πρώτο που επισημαίνει ο άγιος υμνογράφος είναι η απορία και η έκσταση στην οποία βρίσκεται ο λειτουργός του Κυρίου, διότι το μυστήριο της σωτηρίας του ανθρώπου ήταν κρυμμένο και από τους ίδιους τους αγγέλους – καμία κτιστή φύση, ούτε και των πιο υψηλά ισταμένων Αρχαγγέλων, δεν γνώριζε την απόφαση αγάπης του Δημιουργού: ήταν το «χρόνοις αἰωνίοις σεσιγημένον μυστήριον»! Κι αυτό το μυστήριο έπρεπε επιπλέον να διαφυλαχθεί άχρι καιρού «μυστικό». Η απορία του αρχιστρατήγου Γαβριήλ επιτείνεται και φτάνει στο απόλυτο βεβαίως από ό,τι του αποκαλύπτει ο Κύριος: όχι μόνον θα σώσει τον άνθρωπο, αλλά θα τον σώσει γινόμενος ο Ίδιος άνθρωπος, κι αυτό μέσα από μία μικρή κόρη σε μία εντελώς άσημη πολίχνη του Ισραήλ, τη Ναζαρέτ. Ο Παντοκράτωρ και Παντοδύναμος Θεός περικλείεται και «χωρεῖται» στη μήτρα μίας μικρής κοπέλας, χωρίς να σταματά να είναι το ίδιο Θεός!

Ουδέποτε βεβαίως κτιστή διάνοια όπως είπαμε, αγγελική ή αρχαγγελική ή και ανθρώπινη ακόμη, θα μπορούσε να φανταστεί το σχέδιο αυτό του Θεού – εδώ στηρίζεται ας σημειώσουμε παρενθετικά και η έκπληξη του «Άδη» που δέχεται άνθρωπο όπως νομίζει, κατά την ανθρωπομορφική εποπτεία της υμνολογίας, και του αποκαλύπτεται Θεός! Γι’ αυτό και η θεία οικονομία χαρακτηρίζεται μυστήριο, όπως συμβαίνει σε κάθε επέμβαση ασφαλώς του Θεού, και μάλιστα «μέγα μυστήριον». Το σημειώνει έκθαμβος και ο απόστολος Παύλος: «Ὁμολογουμένως μέγα ἐστί τό τῆς εὐσεβείας μυστήριον∙ Θεός ἐφανερώθη ἐν σαρκί». Και σε άλλο σημείο, μιλώντας για τον Δημιουργό που ενανθρώπησε: «Ἐν Αὐτῷ (τῷ Χριστῷ) κατοικεῖ πᾶν τό πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς». Και η εξήγηση βεβαίως που θα δώσει έπειτα ο ίδιος ο Κύριος ως άνθρωπος για την ακατανόητη αυτή ενέργειά Του είναι ότι ο Θεός είναι αγάπη. «Οὕτω γάρ ἠγάπησεν ὁ Θεός τόν κόσμον, ὥστε τόν Υἱόν Αὐτοῦ τόν μονγενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς Αὐτόν μή ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωήν αἰώνιον». Η άπειρη Αγάπη του Θεού ερμηνεύει όλα τα ακατανόητα, όπως γίνεται και σε ανθρώπινο πια επίπεδο: όπου υφίσταται αληθινή αγάπη, εκεί διανοίγεται και φωτίζεται ο νους ώστε να κατανοήσει όλα τα κεκρυμμένα!

Στα μάτια του Αρχαγγέλου η μικρή κόρη Μαριάμ εξέρχεται των φυσικών απλών ορίων. Μετέχοντας της ενέργειας του Θεού γίνεται και αυτή «άκτιστη», η ίδια γίνεται μυστήριο: έκτοτε θα είναι η «Κεχαριτωμένη», η «Νύμφη ἀνύμφευτος» - ποτέ πια δεν θα μπορεί να προσεγγιστεί διά της λογικής και των ανθρωπίνων ακριβώς δυνάμεων. Κάθε προσέγγισή της θα περιέχει ταυτοχρόνως και τη θεώρηση του Υιού και Θεού της, μία πραγματικότητα που και η ίδια η Παναγία σταδιακά θα κατανοεί, κυρίως δέ όταν κι αυτή θα λάβει το Πνεύμα το Άγιον την ημέρα της Πεντηκοστής. Διότι κανείς χωρίς το Πνεύμα του Θεού δεν μπορεί να δει το φως του Θεού στην ύπαρξή του και οπουδήποτε αλλού. «Ἐν τῷ φωτί Σου ὀψόμεθα φῶς».

Κι εκείνο που μας συγκινεί και μας παραδειγματίζει ιδιαιτέρως στη διακονία του αγίου Γαβριήλ, τέλος, είναι η ανταπόκρισή του στο κέλευσμα του Δημιουργού του: παίρνει την εντολή και «σπουδῇ», με βιάση δηλαδή, βρίσκεται στον τόπο της αποστολής του. Ό,τι ο Κύριος στην προσευχή που μας δώρισε, το «Πάτερ ἡμῶν», αποκαλύπτει, αυτό και βλέπουμε έμπρακτα στο πρόσωπο του αρχαγγέλου. Τι λέει ο Κύριος: «γενηθήτω τό θέλημά Σου, ὡς ἐν Οὐρανῷ καί ἐπί τῆς γῆς». Το θέλημα του Θεού είναι αμέσως εκτελεστό από τους αγίους αγγέλους – «όλος ο ουρανός και όλοι οι άγιοι ένα θέλημα έχουν» όπως σημειώνει ο όσιος Σωφρόνιος, «εν αντιθέσει με εμάς τους ανθρώπους, που όλοι έχουν το δικό τους θέλημα» - όλοι οι άγγελοι λοιπόν έχουν ήδη κινηθεί και έχουν τεθεί σε ενέργεια, μόλις και μόνον νεύει προς αυτούς ο παντοδύναμος Κύριος. Κι αυτό γιατί; Γιατί και ο ίδιος ο Υιός και Λόγος του Θεού έτσι αποκαλύπτεται, ως ο απόλυτα υπήκοος στο θέλημα του Θεού Πατρός, γι’ αυτό και έκτοτε, με πρώτη την Παναγία, η υπακοή είναι το πιο καθοριστικό στοιχείο της ταυτότητας ενός χριστιανού. Υπακοή ως ελεύθερη επιλογή πίστεως στον Κύριο και την Εκκλησία Του, που φανερώνει την αλήθεια της από τη γνήσια ταπείνωση και την άδολη αγάπη.

Πέμπτη, 15 Απριλίου 2021

ΑΓΙΟΣ ΛΕΩΝΙΔΗΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΗΝΩΝ

 

Α. «Περί του αγίου Λεωνίδη δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία. Οι περισσότεροι ιστορικοί ταυτίζουν τον άγιο με τον μάρτυρα Λεωνίδα που εορτάζει την 16η Απριλίου. Και για όσους διαφοροποιούν τους δύο αγίους, ο μεν άγιος Λεωνίδης επίσκοπος Αθηνών υπήρξε ο 6ος επίσκοπος Αθηνών που τελείωσε τον βίο του ειρηνικά, ο δε ταυτιζόμενος με τον μάρτυρα Λεωνίδη καταγόταν από την Πελοπόννησο.

Είτε ως επίσκοπος είτε ως λαϊκός πάντως βρέθηκε στην Επίδαυρο και συνελήφθη για την πίστη του στον Χριστό μαζί με επτά γυναίκες και υπέστησαν όλοι πολλά βάσανα. Αρχικά κρέμασαν τον άγιο και ξέσκισαν τις σάρκες του. Μετά τον έριξαν στη θάλασσα μαζί με τις άγιες επτά γυναίκες, αφού έδεσαν στα πόδια τους πέτρες.

Έτσι βρήκαν μαρτυρικό θάνατο και έλαβαν το στέφος της αθλήσεως. Τα άγια λείψανά τους βρέθηκαν κατά θαυμαστό τρόπο το 1916. Πάντως είτε πρόκειται περί ενός αγίου Λεωνίδη ή για δύο διαφορετικούς, έζησαν και οι δύο περί τα μέσα του 3ου αιώνα επί Δεκίου.

Στην Αθήνα υπάρχει πρωτοχριστιανικός ναός (κρύπτη) στο όνομα του αγίου Λεωνίδη πίσω από του στύλους του Ολυμπίου Διός».

Β. Αν οι ιστορικοί προβληματίζονται περί της υπάρξεως ενός ή δύο αγίων με το όνομα Λεωνίδης, ο εκκλησιαστικός ποιητής το θεωρεί λυμένο: πρόκειται περί ενός Λεωνίδη, ο οποίος υπήρξε άγιος επίσκοπος των Αθηνών και πρόσφερε μαρτυρικά τον εαυτό του θυσία στον Κύριο. Σχεδόν σε κάθε τροπάριο της ακολουθίας του αναφέρεται στη διπλή διάσταση της αγιωσύνης του: και αυτή του Ποιμένα και αυτή του μάρτυρα. Εντελώς δειγματοληπτικά: «Με ποια πνευματικά άσματα να δοξολογήσουμε τον Ιεράρχη; Τον πιο ένδοξο από τους ιερείς και αήττητο από τους μάρτυρες, αυτόν που έλαμψε στον κόσμο διπλά. Διότι για χάρη του Χριστού ιερούργησε σαν άγγελος και αγωνίστηκε στέρεα με μαρτυρικούς αγώνες» («Ποίοις, πνευματικοῖς ᾄσμασιν, εὐφημήσωμεν τὸν Ἱεράρχην; Τὸν ἐν ἱερεῦσι περίδοξον, καὶ ἐν Ἀθλοφόροις ἀήττητον, τὸν κατ’ ἄμφω λάμψαντα τῷ κόσμῳ, Χριστῷ γάρ, οἷάπερ ἄγγελος ἱέρευσε, καὶ ἄθλοις, μαρτυρικοῖς στεῤῥῶς ἠγώνισται») (στιχ. εσπ.).  «Ολοκλήρωσες τον δρόμο σου της πίστεως, άγιε, γι’  αυτό και δέχτηκες διπλό στεφάνι από τον παντοκράτορα Κύριο, ως Ιεράρχης και ένδοξος Μάρτυς» («Στέφανον διπλοῦν, τελέσας τὸν δρόμον σου ἐδέξω Ἅγιε, παρὰ τοῦ παντάνακτος, ὡς Ἱεράρχης καὶ Μάρτυς ἔνδοξος») (ωδή θ΄).

Έτσι το μαρτύριο του αγίου Λεωνίδη υπήρξε φυσική συνέπεια του αγισμένου αποστολικού βίου του. Διότι ο άγιος έζησε σαν τους αγίους μαθητές του Κυρίου, λάμποντας με τις αρετές εκείνων ως πιστός ακόλουθος του Χριστού. Και το μαρτύριό του υπήρξε εντελώς χαρισματικό για τον πρόσθετο λόγο ότι σταυρώθηκε σαν τον Κύριο. Ο άγιος υμνογράφος μάς καθοδηγεί και για τη ζωή του και για το μαρτύριό του: «Γέμισε από αποστολικές δωρεές με τον ευαγγελικό τρόπο ζωής του και κήρυξε δυνατά σε όλους το μυστήριο της πίστεως, με τον λόγο του, με τη συμπεριφορά του, και τη φανέρωση των ουρανίων πραγμάτων. Και ως ποιμένας αληθινός, μιμούμενος τον Χριστό, θυσίασε τη ζωή του για χάρη του δικού του ποιμνίου» («Εὐαγγελικῇ γὰρ πολιτείᾳ, ἀποστολικῶν ἐπλήσθη δωρεῶν, καὶ τῆς εὐσεβείας τὸ μυστήριον, ἐν λόγῳ, ἐν ἀναστροφῇ, καὶ τῇ ἐκφάνσει τῶν κρειττόνων, τοῖς πᾶσιν ἐτράνωσε. Καὶ ὡς ποιμὴν ἀληθινός, ὑπὲρ τῶν οἰκείων προβάτων, τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τέθεικε, τὸν Χριστὸν μιμούμενος») (λιτή). «Ιερούργησες το Ευαγγέλιο του Χριστού, έχοντας τον ένθεο ζήλο των αποστόλων» («τὸ Εὐαγγέλιον, τοῦ Χριστοῦ ἱερούργησας, τῶν Ἀποστόλων φέρων, τὸν ζῆλον τὸν ἔνθεον») (κάθισμα όρθρου).

Ο άγιος είχε την ευλογία να μαρτυρήσει, αλλά σταυρικά όπως είπαμε, σαν τον Κύριο. Θυμάται κανείς εδώ τον απόστολο Ανδρέα, ο οποίος και αυτός σταυρώθηκε, αλλά ανάποδα. Ο άγιος Λεωνίδης δεν είχε τέτοια επιλογή. Ο τύραννος ηγεμόνας θέλησε να έχει ο μάρτυρας τον θάνατο του Αρχηγού του, χωρίς να καταλαβαίνει βεβαίως ότι αυτό συνιστά τη μεγαλύτερη ευλογία για έναν αληθινά πιστό. Οι περιγραφές του ποιητή είναι συγκλονιστικές.

«Υψώθηκες στον σταυρό όπως ο Δεσπότης Κύριος, και δείχθηκες κοινωνός των ζωοποιών Του παθών» («Σταυρῷ ὑψωθεὶς ὡς ὁ Δεσπότης, παθῶν κοινωνὸς ζωοποιῶν, ἐδείχθης ἱερώτατε») (ωδή γ΄).

Βλέποντας δε ο τύραννος  την καρτερία και το θάρρος του αγίου εξοργιζόταν και πρόσθετε οργή πάνω στην οργή του, πιστεύοντας ότι με την αύξηση των βασανιστηρίων θα έκαμπτε το ανδρείο φρόνημά του. Αλλά δεν μπορούσε βεβαίως ο δείλαιος να δει αυτό που βλέπει και νιώθει ένας μάρτυρας, τη χάρη του Θεού που τον ενισχύει με τρόπο υπερφυή.  Ας παρακολουθήσουμε τον άγιο υμνογράφο:

«Καθώς σε είδαν, όσιε, οι δήμιοι που κομμάτιαζαν τις σάρκες σου να υποφέρεις με ανδρεία τις οδύνες και να επιθυμείς να πάθεις περισσότερα για χάρη της αγάπης του Χριστού, καταξέσχισαν όλο το πολύαθλο σώμα σου» («Ὡς εἶδόν σε Ὅσιε, οἱ ξέοντες τὰς σάρκας σου, φέροντα ἀνδρείως τὰς ὀδύνας, καὶ ἐφιέμενον παθεῖν πλείονα, ὑπὲρ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ, ἅπαν διεσπάραξαν, τὸ πολύαθλον σῶμά σου») (ωδή ε΄). «Καθώς υψώθηκες στο ξύλο, Λεωνίδα σοφέ, και κομματιαζόσουνα με τους κατασπαραγμούς του σώματός σου, έγινες σύμμορφος με τα Πάθη του Δεσπότη Χριστού. Γι’  αυτό αναδείχτηκες μέτοχος της λαμπρότητάς Του και της δόξας Του» (ωδή ζ΄) («Παθῶν σύμμορφος τῶν τοῦ Δεσπότου γέγονας ξύλῳ αἰρόμενος, ὦ Λεωνίδα σοφέ, καὶ διορυττόμενος, ξεσμοῖς τὸ σῶμά σου· ὅθεν μέτοχος, καὶ τῆς Αὐτοῦ λαμπρότητος, ἀνεδείχθης καὶ τῆς δόξης»). «Σπάστε και ξεσχίστε τις σάρκες του, κραύγαζε ο τύραννος στους δήμιους που σε κατασπάραζαν, μέχρι να τον θανατώσετε και να τον εξαφανίσετε. Συ όμως, άγιε Πατέρα, ενώ δεχόσουνα τα κτυπήματα, χαιρόσουνα, γιατί έβλεπες με τα ψυχικά σου μάτια τον Σωτήρα να σου παρέχει δύναμη» («Ῥήξατε καὶ ξέετε τὰς σάρκας, ἐβόα τοῖς σὲ σπαράττουσιν ὁ τύραννος, ἕως οὗ εἰς θάνατον, τοῦτον ἀφανίσητε, σὺ δὲ καταικιζόμενος ἔχαιρες Ἅγιε, ὁρῶν τοῖς ψυχικοῖς ὀφθαλμοῖς σου, τὸν Σωτῆρα Πάτερ, παρέχοντα ἰσχύν σοι») (ωδή η΄). Κι αλλού: «Πάτερ Λεωνίδα πάνσοφε, με ατάραχη ψυχή και γενναίο φρόνημα, διάβηκες τον κάλλιστο αγώνα του μαρτυρίου, και υπέφερες τα ανυπόφορα ξεσχίσματα του σώματος, σαν να έπασχε κάποιος άλλος» («Πάτερ, Λεωνίδα πάνσοφε, ἀκαταπλήκτῳ ψυχῇ, καὶ γενναίῳ φρονήματι, μαρτυρίου ἤνυσας, τὸν ἀγῶνα τὸν κάλλιστον, καὶ ὥσπερ ἄλλου πάσχοντος ἤνεγκας, τοὺς ἀνυποίστους, ξεσμοὺς τοῦ σώματος») (αίνοι).

Η ανάσα μας κόβεται με το «ζωγράφισμα» που κάνει ο άγιος υμνογράφος. Αλλά και ευφραινόμαστε γιατί μετέχουμε στην ένθεη θεώρησή του – το τι διαδραματίζεται στο βάθος, πίσω από τα αισθητά γεγονότα. Αλλά το πάγωμά μας μαζί με την παράδοξη ζεστασιά μας αυξάνουν, γιατί το μαρτύριο του αγίου είναι και μαρτύριο επτά αγίων  γυναικών, μαθητριών και πιστών του Κυρίου, αλείπτης, δηλαδή καθοδηγητής και εμψυχωτής των οποίων υπήρξε ο άγιος. «Αγωνίστηκε με δύναμη στους μαρτυρικούς αγώνες (ο Λεωνίδης), μαζί με θεοφόρες γυναίκες, ως σοφός αλείπτης και εκπαιδευτής τους στην πίστη και την ευσέβεια» («ἄθλοις, μαρτυρικοῖς στεῤῥῶς ἠγώνισται, σὺν Γυναιξὶ θεοφόροις, ὡς σοφὸς ἀλείπτης, εὐσεβείας καὶ παιδευτής») (στιχ. εσπ.).  «Απέκτησαν ισχύ μαζί σου οι πάνσεμνες γυναίκες, καθώς ενδυναμώμονταν από τη δύναμη του Παντοκράτορος Κυρίου ώστε να αφανίσουν τον πολυμήχανο εχθρό. Διότι ως Ποιμένας πανάριστος, Πάτερ, οδήγησες στον καλό Ποιμένα τα πρόβατά σου και βρήκες επάξια ανταμοιβή» («Ἴσχυσαν σὺν σοί, γυναῖκες αἱ πάνσεμναι ἐνδυναμούμεναι, σθένει τοῦ παντάνακτος, ἐχθρὸν ὀλέσαι τὸν πολυμήχανον, ὡς γὰρ ποιμὴν πανάριστος, Πάτερ τοὺς ἄρνας σου, τῷ Ποιμένι, τῷ καλῷ ὡδήγησας, καὶ ἐπάξιον εὗρες ἀντάμειψιν») (ωδή θ΄).

Ο άγιος ποιητής βεβαίως δεν παύει να τονίζει πέραν της δύναμης που κινούσε τους μάρτυρες: της θερμής αγάπης προς τον Χριστό («Έχοντας ως φωτιά τον πόθο για την αγάπη του Χριστού οι σεμνές γυναίκες, αθλήθηκαν μαζί σου, αξιοθαύμαστε Πατέρα»: ωδή δ΄, η΄κ.α.), και τη χάρη που απολάμβανε και απολαμβάνει η ένδοξη Αθήνα από το γεγονός ότι ο άγιος Λεωνίδης υπήρξε επίσκοπός της, όπως οι άγιοι Διονύσιος και Ιερόθεος («μετὰ Διονυσίου γάρ, τοῦ θεοῤῥήμονος, Λεωνίδα, καὶ Ἱεροθέου τε, ποιμενάρχην σε θεῖον ἐκτήσατο»: ωδή θ΄), αλλά και ότι εκεί, στην πόλη αυτή, υπάρχουν τα άγια ευωδιάζοντα λείψανα και αυτού και των συναθληθεισών μαζί του. Κι είναι σημαντική η επισήμανσή του ότι την πόλη την σκέπαζε ο άγιος, έστω κι αν δεν είχαν γνώση οι κάτοικοι των Αθηνών για τον πολύτιμο θησαυρό που ήταν κρυμμένος στα σπλάχνα της, αφού στους έσχατους χρόνους βρέθηκαν τα άγια λείψανα και του ίδιου και των αγίων γυναικών. «Σαν πλούτο ακριβώς ουράνιο είχε τη σορό των λειψάνων σου από παλιά, άγιε Λεωνίδα, η Μητρόπολη των Αθηνών η ξακουστή. Τώρα όμως (που βρέθηκαν) σε μακαρίζει ως ποιμένα ένδοξο και θερμό βοηθό και πρεσβευτή και μεσίτη προς τον Κύριο» («Ὥσπερ πλοῦτον οὐράνιον, τὴν σορὸν τῶν λειψάνων σου, πάλαι εἶχεν Ἅγιε ἡ Μητρόπολις, τῶν Ἀθηνῶν ἡ ἐξάκουστος· νῦν δὲ μακαρίζει σε, ὡς ποιμένα εὐκλεῆ, καὶ θερμὸν ἀντιλήπτορα, καὶ πρὸς Κύριον, πρεσβευτὴν καὶ μεσίτην Λεωνίδα») (στιχ. εσπ.).

Τι απομένει λοιπόν να κάνουν οι πιστοί Αθηναίοι, αλλά και όλοι οι Έλληνες και απανταχού της γης οι Ορθόδοξοι μπροστά στον μεγάλο θησαυρό της πίστεως, τον αποστολικό άνδρα μέγα Λεωνίδα; Ο άγιος ποιητής με συντομία προτείνει: «Εμπρός λοιπόν ας γεμίσουμε από την οσμή της ζωής και ας εορτάσουμε πνευματικά και αληθινά» («Δεῦτε οὖν, ὀσμῆς ζωῆς ἐμφορηθῶμεν, καὶ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ ἑορτάσωμεν») (Δόξα εσπ.). Δεν υπάρχει άλλος τρόπος τιμής ενός αγίου και ενός μάρτυρα, από το να διανοίξουμε τις πνευματικές μας αισθήσεις, ακολουθώντας τον δρόμο του Κυρίου και δικό του δρόμο, δηλαδή να καθαρίσουμε την καρδιά μας από τις αμαρτίες, και έτσι να γιορτάσουμε με ό,τι ο Κύριος είπε στη Σαμαρείτισσα γυναίκα, την αγία μεγαλομάρτυρα και ισαπόστολο Φωτεινή: ο Θεός τιμάται και εορτάζεται μόνον «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ».



ΜΕΓΑΣ ΚΑΝΩΝ: ΝΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ!

Με τον Μεγάλο Κανόνα, τον εκτεταμένο ύμνο με τα 250 περίπου τροπάρια, ο ποιητής άγιος Ανδρέας (δεύτερο μισό 6ου αι.-740) δεν νεφελοβατεί. Ως έμπειρος γνώστης της Αγίας Γραφής, Παλαιάς και Καινής, μας καθοδηγεί είτε θετικά με την προβολή των αγίων του Θεού είτε αρνητικά με την προτροπή αποφυγής των απίστων. Και μας συγκινεί ιδιαίτερα, γιατί δεν λειτουργεί ως ξερός δάσκαλος, αλλ’  ως αδελφός που απευθύνεται πρωτίστως στη δική του ψυχή.

Επιλέγουμε ένα τροπάριο από την τρίτη ωδή, που κάνει λόγο για τον πατριάρχη της Παλαιάς Διαθήκης Αβραάμ. «Τόν Ἀβραάμ ἤκουσας πάλαι, ψυχή μου, καταλιπόντα γῆν πατρώαν, καί γενόμενον μετανάστην. Τούτου τήν προαίρεσιν μίμησαι» (Άκουσες, ψυχή μου, για τον Αβραάμ που εξαρχής εγκατέλειψε την πατρική του γη και έγινε μετανάστης. Να μιμηθείς τη διάθεση και την προαίρεσή του).

Τον Αβραάμ προβάλλει ο άγιος Ανδρέας ως πρότυπο προκειμένου να τον μιμηθεί και στη δική του ζωή. Αυτόν που η  Γραφή, με αποκορύφωμα τον απόστολο Παύλο, τον θεωρεί ως το υπόδειγμα αληθινής πίστεως στον Θεό. Γιατί; Διότι όλη η ζωή του υπήρξε ένα «ναι» στο θέλημα του Θεού, ο Οποίος μιλώντας μυστικά στην καρδιά του Αβραάμ τον καλούσε να πορευτεί πέρα από κάθε λογική και φυσική αίσθηση. Να αφήσει δηλαδή την πατρίδα και το σπίτι του και να πορευθεί στο άγνωστο με όραμα μια άλλη χώρα που θα του δινόταν, να λειτουργεί ως πατήρ μεγάλου έθνους ενώ ήταν άτεκνη η γυναίκα του Σάρρα,  να θυσιάσει τέλος το μονάκριβο παιδί του όταν γεννήθηκε αυτό παρ’ ελπίδα, χάνοντας επομένως την όποια «λογική» για συνέχειά του και δημιουργία μεγάλου έθνους από αυτόν! Και σ’ όλα αυτά στάθηκε άξιος ο Αβραάμ: ποτέ δεν τον εγκατέλειψε η εμπιστοσύνη Του στον μεγάλο «Άγνωστο», έστω κι αν κάποιες φορές πήγε να κλονιστεί.

Στον υπ’ όψιν ύμνο ο Αβραάμ προβάλλεται ως πρότυπο για το πρώτο μεγάλο γεγονός αλλαγής της ζωής του: τον ξεριζωμό του. Να φύγει και να γίνει μετανάστης. Κι όχι γιατί τον ανάγκασε κάποια ιδιαίτερη δυσκολία του τόπου του, αλλά γιατί τον σπρώχνει μία εσωτερική φωνή, την οποία θεωρεί του Θεού φωνή και την εμπιστεύεται. Μέγας λοιπόν ο Αβραάμ για την πίστη του, που σημειωτέον επιβραβεύεται με την υλοποίηση όλων των υποσχέσεων του Θεού. Πώς όμως ο άγιος Ανδρέας καλεί την ψυχή του αλλά και τη δική μας ώστε να γίνουμε «μετανάστες» μιμούμενοι τον Αβραάμ; Τι σημαίνει να μεταναστεύει κανείς, προφανώς για να μπορεί να παραμένει πια χριστιανός; Ο χριστιανός για τον άγιο είναι χριστιανός, όταν είναι μετανάστης!

Απλή αλλά και δύσκολη η απάντηση. Απλή, γιατί ο χριστιανός καλείται αδιάκοπα στη ζωή του να φεύγει από το δικό του θέλημα, το εγωιστικό και θεμελιωμένο στα πάθη του, προκειμένου να βρίσκεται στο θέλημα του Θεού, στις εντολές του Χριστού δηλαδή που είναι «ἡ Ὁδός»! Σ’ αυτήν την πορεία εσωτερικής «μετανάστευσης» δεν (πρέπει να) βρίσκεται πάντοτε ο πιστός; Όταν η εντολή του Θεού είναι «ν’ αγαπήσεις τον Θεό με όλη την ψυχή, την καρδιά, τη διάνοια, τη δύναμή σου, και τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου», δεν είναι σαν να καλεί ο Θεός τον άνθρωπο που έχει «υποψιαστεί» την παρουσία Του να μη μένει στα «δικά» του, αλλά αδιάκοπα να είναι «φευγάτος»; «Από τη γη της Χαρράν της αμαρτίας απομακρύνσου, ψυχή μου» (ωδή γ΄) θα πει αλλού ο άγιος Ανδρέας. Καλείται δηλαδή ο πιστός να αγωνίζεται να βλέπει τον Θεό αλλά και τον γνήσιο εαυτό του στο πρόσωπο του συνανθρώπου του, μα και σε όλη τη δημιουργία που διακρατείται από τις άκτιστες ενέργειες Εκείνου, και προς τα εκεί να τρέχει και να πορεύεται. Αλλά και δύσκολη η απάντηση, γιατί η προσκόλληση του ανθρώπου στα πάθη του, ακόμη και για τον βαπτισμένο χριστιανό, είναι συχνά τόσο μεγάλη, που πρέπει όντως να καταβάλει κάθε προσπάθεια, ώστε να στραφεί προς τον Θεό και προς Αυτόν να «μεταναστεύσει» -  «Ψυχή μου, ψυχή μου, ξύπνα και σήκω πάνω. Τι κοιμάσαι;» κραυγάζει με αγωνία στο κοντάκιο ο μεγαλοφυής άγιος ποιητής! Κι εδώ έγκειται η πνευματική άσκηση και ο ασκητικός αγώνας κάθε χριστιανού.

Στον αγώνα αυτόν μας προσανατολίζει ο άγιος Ανδρέας. Δείχνει τον δρόμο και μας ψιθυρίζει ότι μαζί με όλους τους αγίους «τρέχομεν τόν προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα», έχοντας μπροστά μας την υπόσχεση του Θεού: «Θα σου δώσω χώρα, αυτήν που όμοιά της δεν υπάρχει πουθενά στον κόσμο»! «Τήν χώραν τῶν Ζώντων», τον Ίδιο δηλαδή τον Πατέρα Θεό, ο Οποίος γίνεται κατοικία του ανθρώπου και τον κάνει έναν άλλο «Θεό» ! Άλλωστε οι χριστιανοί, μη ξεχνάμε: «οὐκ ἔχομεν μένουσαν πόλιν, ἀλλά τήν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν»!

Τετάρτη, 14 Απριλίου 2021

ΤΕΤΑΡΤΗ Ε΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

«Τῷ ἀκοιμήτῳ ὄμματι ἐπιβλέψας με οἴκτειρον, τῷ τῆς ραθυμίας νυσταγμῷ κρατούμενον καί ὕπνῳ δουλεύοντα τῶν ἡδονῶν ἐν κλίνῃ παθῶν, ὁ ἐπί Σταυροῦ τήν κεφαλήν σου προσκλίνας, καί θέλων ἀφυπνώσας καί τήν νύκτα μειώσας, Χριστέ τῆς ἁμαρτίας, φῶς ὤν δικαιοσύνης» (ωδή η΄ κανόνος Τριωδίου).

(Αφού με κοιτάξεις προσεκτικά με το ακοίμητο βλέμμα Σου, εμένα που είμαι  παραδομένος στον νυσταγμό της ραθυμίας και σαν δούλος κοιμάμαι πάνω στην κλίνη των παθών των ηδονών, σπλαχνίσου με, Χριστέ, Συ που είσαι το φως της δικαιοσύνης και πάνω στον Σταυρό έγειρες την κεφαλή Σου και θέλοντας με ξύπνησες και εξαφάνισες τη νύκτα της αμαρτίας).

Ο άγιος Ιωσήφ ο υμνογράφος επιμένει να μας προσφέρει το γεγονός της σωτηρίας με τον δικό του παρακλητικό και κατανυκτικό τρόπο. Διότι όχι μόνο παραθέτει το δογματικό στοιχείο: ο Εσταυρωμένος Κύριος δεν είναι κάποιος ιδεολόγος ήρωας που βασανίστηκε και πέθανε για τις ιδέες του, αλλά ο Ίδιος ο εν σαρκί Θεός, το φως της δικαιοσύνης, που ήλθε να καταργήσει το σώμα της αμαρτίας του ανθρωπίνου γένους «αἴρων τήν ἁμαρτίαν» αυτού, και μάλιστα όχι πιεζόμενος από κάποιον ή κάτι παρά μόνον από την άπειρη ελεύθερη («θέλων»)  αγάπη Του˙ λοιπόν όχι μόνο παραθέτει το δόγμα του μυστηρίου του Σταυρού, αλλά με διακριτικές «πινελιές» εκφράζει την προσωπική για τον καθένα αγάπη του Δημιουργού Χριστού, ο Οποίος επιβλέπει και παρακολουθεί τον κάθε άνθρωπο γεμάτος στοργή σε όλες τις φάσεις της ζωής του. Και προκαλεί πράγματι κατάνυξη η εικόνα του Χριστού που συνεχίζει να μας αγαπά και να μας προσέχει ακόμη και την ώρα της πτώσεως στην αμαρτία, την ώρα που η ακηδία και η ραθυμία μάς έχουν εκτρέψει από τη θέα του προσώπου Του, την ώρα που έχουμε ενεργοποιήσει την αμαρτία, δουλεύοντας πάνω στα πάθη μας, συνεπώς έχοντας γίνει έρμαια του Πονηρού. Η ώρα της αμαρτίας βεβαίως για τον υμνογράφο και όλη την Παράδοση της Εκκλησίας είναι ώρα νύχτας και νυσταγμού – την ώρα που αμαρτάνουμε μπορεί να βρισκόμαστε σε κατάσταση εγρήγορσης, μα εγρήγορσης για τα πονηρά˙ από πλευράς πνευματικής κοιμόμαστε, δεν κινούμαστε με επίγνωση και συνείδηση, είμαστε σαν χαμένοι και νεκροί. Δεν είναι τυχαίο ότι ιδίως ο ευαγγελιστής Ιωάννης όταν θέλει να χαρακτηρίσει την ώρα της αμαρτίας τη χαρακτηρίζει με τη λέξη «νύξ». «Ἦν δέ νύξ» λέει για παράδειγμα τη στιγμή που ο προδότης μαθητής Ιούδας έχει αποφασίσει την προδοσία του Χριστού και φεύγει από τον Μυστικό Δείπνο. Και το πιο συγκλονιστικό: Την ώρα αυτή ο διάβολος, λέει, μπήκε μέσα στην καρδιά του Ιούδα.

Όμως, ενώ η κατάσταση αυτή που ο άνθρωπος υπνώττει και κείται σαν νεκρός είναι τραγική για τον ίδιο, την ίδια ώρα άλλος γρηγορεί για χάρη Του. Και δεν εννοούμε βεβαίως τον κατεξοχήν υπνώττοντα και νεκρό Πονηρό, αλλά τον ίδιο τον Δημιουργό Κύριο: μας κοιτάει γεμάτος αγάπη ευρισκόμενους στην πτώση μας και την εναντίωσή μας απέναντί Του! Περισσότερη και από τη μάνα που βλέπει το βλαστάρι της να ταλαιπωρείται και να καταστρέφεται, Εκείνος ψάχνει τρόπους νύξεως της καρδιάς μας. Ήδη μας έχει συγχωρήσει για τις όποιες αμαρτίες μας – εκεί έγκειται το μυστήριο του Σταυρού: να έχει σηκώσει πάνω Του ο Κύριος τις αμαρτίες όλου του κόσμου, συνεπώς και τις δικές μας – και η «αγωνία» Του είναι η αγάπη Του να γίνει αποδεκτή από το αγαπημένο πλάσμα Του, ώστε να μπορέσει αυτό λίγο να χαρεί ξυπνητό και να ηρεμήσει. Και το γεγονός αυτό συνιστά την όλη πάλη του Θεού με τον άνθρωπο και του ανθρώπου με τον Θεό: να ξυπνήσει ο άνθρωπος, να «παλέψει» με τον Θεό Πατέρα και να αφήσει ο Πατέρας να «ηττηθεί» από το παιδί Του.

Η χαρά της Εσταυρωμένης αγάπης: ο τραυματισμένος άνθρωπος να θεραπευθεί. Δεν πρέπει εδώ να μας διαφεύγει ούτε στιγμή το παράδειγμα ιδίως της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας. Μία στιγμή χρειάστηκε να ξυπνήσει και να νιώσει την αγάπη του Εσταυρωμένου Κυρίου, για να «λιώσει» και να μετανοήσει, για να φτάσει σε υπέρμετρα ύψη ουράνια!

Τρίτη, 13 Απριλίου 2021

ΤΡΙΤΗ Ε΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

«Τήν τετραυματισμένην μου ψυχήν καί τεταπεινωμένην ἐπίσκεψαι, Κύριε, ἰατρέ τῶν νοσούντων καί τῶν ἀπηλπισμένων λιμήν ἀχείμαστε˙ σύ γάρ εἶ ὁ ἐλθών Λυτρωτής τοῦ Κόσμου ἐγεῖραι ἐκ φθορᾶς τόν παραπεσόντα˙ κἀμέ προσπίπτοντα ἀνάστησον, διά τό μέγα σου ἔλεος» (απόστιχα Αίνων Τριωδίου, ήχος βαρύς).

(Επισκέψου, Κύριε, την τραυματισμένη και ταπεινωμένη ψυχή μου, Συ που είσαι ο ιατρός των νοσούντων και ο γαλήνιος λιμένας των απελπισμένων. Διότι Εσύ ήλθες ως Λυτρωτής του κόσμου για να σηκώσεις από τη φθορά τον άνθρωπο που ξέπεσε. Ανάστησε κι εμένα που πέφτω στις αμαρτίες καθημερινά λόγω του μεγάλου ελέους Σου).

Μέσα σε κλίμα θερμότατης και ζέουσας μετάνοιας ο άγιος υμνογράφος – σε άλλο σημείο (ωδή θ΄) θα πει ακριβώς να προσέλθουμε στο Πυρ του Θεού για να καταφλέξουμε τα πάθη μας «θερμοτάτῳ λογισμῷ τῆς μετανοίας» - βλέπει τον εαυτό του στη θέση του ανθρώπου, από τη γνωστή παραβολή του Καλού Σαμαρείτου, ο οποίος κατεβαίνοντας από τα Ιεροσόλυμα στην Ιεριχώ περιέπεσε σε ενέδρα ληστών και κινδύνεψε να πεθάνει. Κι ενώ τον προσπέρασαν αδιάφορα δύο θρησκευτικοί άνθρωποι του Ισραήλ, βρέθηκε ένας (μη πιστός θεωρούμενος) Σαμαρείτης που όχι ενδιαφέρθηκε για τον ημιθανή άνθρωπο, αλλά αφιέρωσε όσο μπορούσε τον εαυτό του – τον χρόνο του, την άνεσή του, τα χρήματά του – προκειμένου να βρει και πάλι την υγεία του ο τραυματισμένος.

Ο εκκλησιαστικός ποιητής κινείται με την καθιερωμένη ερμηνεία της παραβολής από την Παράδοση των Πατέρων της Εκκλησίας: ο ταλαίπωρος άνθρωπος είναι γενικά ο άνθρωπος του κόσμου τούτου διαχρονικά και όπου γης, ο οποίος έπεσε στην παγίδα των ληστών δαιμόνων και έκτοτε στις παγίδες των παθών της αμαρτίας, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί και να ταπεινωθεί σ’ έναν κόσμο πια εχθρικό προς αυτόν, κυριολεκτικά χαμένος και σχεδόν νεκρός! Ο Καλός Σαμαρείτης είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός, ο ενανθρωπήσας Θεός, ο Οποίος ακριβώς ήλθε στον κόσμο ως ο μοναδικός Λυτρωτής και ως ο απόλυτος Ιατρός των ψυχών και των σωμάτων, ώστε να θεραπεύσει τον άνθρωπο και να τον αποκαταστήσει υγιή, δεδομένου ότι δεν υπήρχε περιθώριο θεραπείας από οπουδήποτε αλλού.

Τραυματισμένος λοιπόν και ταπεινωμένος από την αμαρτία ο άγιος υμνογράφος και κάθε άνθρωπος – «μέγα τραῦμα» χαρακτηρίζει μάλιστα η πίστη μας τον άνθρωπο τον πεσμένο στην αμαρτία. Αλλά ενώ κάθε άνθρωπος βρίσκεται στην κατάσταση αυτή, δεν έχουν τα μάτια όλοι να δουν την κατάντια και τις όζουσες πληγές ώστε να αντιδράσουν και σωστά. Μάτια που βλέπουν έχουν μόνο οι πιστοί στον Χριστό, οι άνθρωποι της Εκκλησίας. Και σαν τον άγιο υμνογράφο προσφεύγουν στον μόνο Ιατρό, τον Κύριο Ιησού Χριστό, για να Του προσφέρουν ακριβώς τις πληγές τους. Εδώ βρίσκεται το μεγαλείο της πίστης μας: δεν μας αντιμετωπίζει «τυφλά» και ανελέητα, ζητώντας μας πράγματα που υπερβαίνουν τις δυνάμεις μας. Ο Θεός μας γνωρίζει την πτώση μας, έχει πλήρη επίγνωση της αδυναμίας μας, παρ’ όλα αυτά μάς αγαπά και μάλιστα υπέρμετρα. Γιατί είναι η πηγή του Ελέους και της Αγάπης, όπως το σημειώνει ο απόστολος Παύλος: «ὄντων ἡμῶν ἁμαρτωλῶν, Χριστός ὑπέρ ἡμῶν ἀπέθανεν». Μας αγάπησε ο Θεός και πέθανε για χάρη μας, όταν ήμασταν βουτηγμένοι μέσα στις αμαρτίες μας.

Λοιπόν, η χαρά Του είναι ακριβώς αυτή: να αποδεχτούμε τη θεραπευτική αγάπη Του, προσφέροντάς Του το μόνο που μπορούμε: τις πληγές και τα βάσανά μας λόγω της αμαρτίας μας. Ό,τι συνέβη και με τον άγιο Ιερώνυμο, ο οποίος Χριστούγεννα ευρισκόμενος στο σπήλαιο της Βηθλεέμ, έκλαιγε από ευγνωμοσύνη προς τον Θεό του, αναλογιζόμενος τις άπειρες ευεργεσίες Του προς αυτόν και τον κόσμο όλο. Και στη με δάκρυα προσευχή του τι να Του προσφέρει ως δώρο άκουσε τη φωνή Του: «Ιερώνυμε, τις αμαρτίες σου δώσε μου. Αυτό θα είναι το μεγαλύτερο δώρο σου σε Μένα». Πρόκειται για τη βεβαίωση του ίδιου του Κυρίου που αποκαλύπτει ότι «χαρά γίνεται ἐν Οὐρανῷ ἐπί ἑνί ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι». Βλέπει δηλαδή κανείς τις αμαρτίες του, συναισθάνεται την κατάντια του και με ελπίδα προσφεύγει στην απειρία της αγάπης του Χριστού μας εν μετανοία; Τότε προκαλεί τη μεγαλύτερη χαρά σε όλον τον Ουρανό.

Η εμπειρία του κάθε εν επιγνώσει πιστού στην Εκκλησία, από τον καθημερινό πνευματικό του αγώνα με τις πτώσεις αλλά και με τη μετάνοιά του, όπως και από το μυστήριο της εξομολογήσεως, νομίζουμε ότι επιβεβαιώνει τον λόγο του υμνογράφου μας.

Δευτέρα, 12 Απριλίου 2021

ΔΕΥΤΕΡΑ Ε΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

«Ὁ ὡραιότατος καιρός ἐφέστηκεν, ἡ ἀξιέπαινος ἡμέρα ἔλαμψε τῆς ἐγκρατείας, ἀδελφοί, σπουδάσωμεν καθαρθῆναι˙ ὅπως ἐποφθείημεν, καθαροί τῷ Ποιήσαντι, και τῆς ὡραιότητος αὐτοῦ ἐπιτύχωμεν, πρεσβείαις τῆς αὐτόν κυησάσης μόνης ἁγνῆς Θεομήτορος» (κάθισμα όρθρου Τριωδίου).

(Έφτασε ο πιο ωραίος και κατάλληλος πνευματικά καιρός, έλαμψε η αξιέπαινη ημέρα της εγκράτειας, αδελφοί. Ας σπεύσουμε να καθαρισθούμε ψυχικά. Με σκοπό και με την ευχή να φανούμε καθαροί στον Δημιουργό μας, και να φθάσουμε να δούμε την ωραιότητά Του, με τις πρεσβείες της μόνης αγνής Θεομήτορος που τον εγέννησε ως άνθρωπο).

Σύντομο σχόλιο στον μακαρισμό του Κυρίου «μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται» ο ύμνος, μάς υπενθυμίζει ότι όλος ο σκοπός της πνευματικής ασκητικής διαγωγής του χριστιανού, και όχι μόνον βεβαίως του μοναχού και ασκητή, είναι πώς να κοινωνήσει τον Θεό του, πώς να γίνει δηλαδή μέτοχος της θεοποιού ενέργειας του Τριαδικού Θεού: να κατοικήσει ο Θεός μέσα του, κάτι που με άλλες λέξεις ονομάζεται όραση Αυτού ή επίτευξη της ωραιότητάς Του. Κι είναι ιδιαιτέρως σημαντική η λέξη «ὡραιότης» που χρησιμοποιεί ο άγιος υμνογράφος μιλώντας για τον Δημιουργό μας Χριστό, διότι σ’ Αυτόν μόνο βρίσκεται η πηγή της ωραιότητας, με την έννοια της απόλυτης αγνότητας και καθαρότητας, συνεπώς με την έννοια του πληρώματος όλων των αγαθών και όλων των χαρίτων. Ωραίος δηλαδή για τη χριστιανική πίστη δεν είναι ο άνθρωπος που έχει απλώς όμορφα χαρακτηριστικά προσώπου και σώματος – αυτά είναι με σύντομη ημερομηνία λήξεως και μπορούν να αλλοιωθούν ανά πάσα στιγμή – αλλά ο άνθρωπος που ποθεί να μοιάσει στον Δημιουργό του και κινείται ψυχή τε και σώματι προς τα εκεί που είναι το Φώς Του. Οι άγιοι είναι οι ωραίοι και ώριμοι της ζωής αυτής.

Ποιος ο δρόμος, κατά τον Κύριο και τον εκκλησιαστικό ποιητή, για να φθάσει κανείς στο υπερμέγιστο αυτό ύψος θεοκοινωνίας; Ο αγώνας για κάθαρση της καρδιάς από ό,τι αμαρτωλό και εμπαθές την βρωμίζει. Δεν είναι δυνατόν ο απόλυτα καθαρός Θεός να βρει τόπο κατοικίας σε μία καρδιά που πονηρεύεται, δηλαδή δεν είναι στραμμένη εντελώς προς τον Θεό και λειτουργεί με κριτήριο τον εγωισμό της. Και τι πρέπει συγκεκριμένα να κάνει ο άνθρωπος; Να σπεύδει, «σπουδάσωμεν», εκεί που είναι η αγάπη Εκείνου με αντίστοιχο τρόπο πόθου και αγάπης προς Αυτόν. Κι αυτό σημαίνει σπουδή τήρησης των αγίων εντολών του Χριστού, διότι, όπως διαρκώς αποκαλύπτει ο λόγος του Θεού, μέσα στις εντολές και το θέλημα του Κυρίου «κρύβεται» ο Ίδιος. Αγωνιζόμενος λοιπόν ο πιστός να τηρεί τις εντολές του Θεού: την ταπεινή αγάπη πρωτίστως, καθαρίζει την καρδιά του, γεγονός που το καταλαβαίνει από την αίσθηση της σάρκωσης του Θεού μέσα του, ή αλλιώς όπως είπαμε από το άνοιγμα των πνευματικών οφθαλμών του για να θεάται την ωραιότητα του Κυρίου του ως μέτοχος και αυτός της ίδιας ωραιότητας.

Ο άγιος υμνογράφος συμπληρώνει: η Σαρακοστή είναι ο πιο κατάλληλος καιρός για τον πνευματικό αυτόν αγώνα, γιατί προβάλλει την αρετή της εγκράτειας, η οποία καθώς περιορίζει τον αισθητό και υλικό ορίζοντα της ζωής μας μάς οδηγεί εύκολα στον ορίζοντα του Θεού. Κι ακόμη: στον αγώνα αυτόν έχουμε βοηθό την Υπέρμαχο Στρατηγό, την ίδια τη Θεομήτορα, η οποία δεν έχει μεγαλύτερη χαρά από το να βλέπει τα πιστά παιδιά της να ακολουθούν τον Υιό και Θεό της. Δύσκολος ο αγώνας, αλλά η υπέροπλος δύναμις ακατανίκητη.   

Κυριακή, 11 Απριλίου 2021

ΕΠΙ ΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΟΣ

 

«Να μη λές ότι αν και προσευχήθηκες πολύ καιρό, δεν κατόρθωσες τίποτε, διότι ήδη κάτι σπουδαίο κατόρθωσες. Τι, αλήθεια, υπάρχει ανώτερο από την προσκόλληση στον Κύριο και από τη συνεχή παραμονή σ’ αυτήν την ένωση;» (Κλίμαξ, λόγ. κη΄ 33).

Αν ως κατόρθωμα της προσευχής θεωρήσουμε την άμεση ικανοποίηση κάποιων επιγείων αιτημάτων μας - την απαλλαγή μας ίσως από κάποια δοκιμασία ή κάποιο πόνο, την επίτευξη από την άλλη κάποιων θεωρουμένων προοπτικών μας, όπως την απόκτηση μιας θέσης για παράδειγμα - ή την απόκτηση κάποιων πνευματικών χαρισμάτων που θα μας κάνουν να νιώσουμε ότι έχουμε ανεβεί στην κλίμακα των αρετών, τότε μάλλον βρισκόμαστε σε κατάσταση… πλάνης. Γιατί τα παραπάνω, εφόσον τα ζητούμε από τον Κύριο, αποτελούν δώρα Του, τα οποία τα δίνει όταν κρίνει ότι είναι ο κατάλληλος για εμάς καιρός. Δηλαδή όταν είναι για το πνευματικό συμφέρον μας. Αν δεν τα λαμβάνουμε, σημαίνει ότι πρέπει να κάνουμε υπακοή στον Κύριο, με την πίστη ότι Εκείνος γνωρίζει καλύτερα από εμάς τα πράγματα και το αληθινό συμφέρον μας. Διαφορετικά, αν απογοητευόμαστε και μελαγχολούμε, αποκαλύπτουμε την ψυχική γύμνια μας, που δεν είναι άλλο από το έλλειμμα της πίστης μας σ’ Εκείνον – πιστεύουμε ότι είμαστε… ανώτεροι από τον Θεό, ο Οποίος για μας είναι το «τζίνι» μας!

 Και πέραν τούτου. Αποκαλύπτουμε ότι τελικώς η μόνη αγάπη μας είναι ο εαυτός μας και όχι ο Κύριος, αφού εκείνο που μας ενδιαφέρει είναι τα δώρα του Κυρίου και όχι ο ίδιος ο Κύριος - η ενατένιση του αγίου προσώπου Του και η προσκόλλησή μας σε Αυτό! Οπότε η προσευχή μας και το τι περιμένουμε από αυτήν γίνεται πράγματι ο… καθρέπτης μας: μας φανερώνει τα μέτρα μας και το αληθινό περιεχόμενο της καρδιάς μας.

Ο όσιος μάς επισημαίνει: ο ίδιος ο Θεός είναι το διαρκώς ζητούμενο στη χριστιανική ζωή. Αυτή είναι η φυσιολογία του αληθινού ανθρώπου, κατά την πρώτη και μεγάλη μάλιστα εντολή Του ήδη από την Παλαιά Διαθήκη: «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της ψυχής σου, εξ όλης της καρδίας σου, εξ όλης της διανοίας σου, εξ όλης της ισχύος σου». Οπότε σπουδαιότερο κατόρθωμα από το να προσκολλώμαστε σ’ Αυτόν και να παραμένουμε συνεχώς ενωμένοι μαζί Του κατά την προσευχή μας δεν υπάρχει! Γιατί ακριβώς είμαστε με Εκείνον που είναι το άπαν της ζωής μας. Αν ένας ερωτευμένος άνδρας θεωρεί ότι το μόνο που του αρκεί είναι να είναι μαζί με την αγαπημένη του, (όπως και το αντίστροφο), ποιο άλλο παράδειγμα μπορεί να φωτίσει περισσότερο τον λόγο του οσίου; Λοιπόν, ας απολαμβάνουμε τη συντροφιά του Θεού κατά την προσευχή μας κι ας μην… ξεπέφτουμε στην εκζήτηση μόνο των δώρων Του! Και τον Θεό «υποβιβάζουμε» με τον τρόπο αυτόν, κι εμείς… εξευτελιζόμαστε!  

Σάββατο, 10 Απριλίου 2021

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ε΄, ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ


(Από το βιβλίο "Νεομάρτυρες, τό φαεινότατον νέφος τῆς Ἐκκλησίας", εκδ. "ἀκολουθεῖν", Μάρτιος 2021, σελ. 39-53)

«Ὁ λαμπρός αὐτός κλάδος τῆς εὐσέβειας Γρηγόριος, καταγόταν ἀπό τήν Πελοπόννησο. Οἱ γονεῖς του ἦταν εὐσεβεῖς ἄνθρωποι, γι’ αὐτό καί ὁ ἴδιος ἀνατράφηκε μέ φόβο Κύριο, ἀγάπησε τά ἐκκλησιαστικά γράμματα, φάνηκε γνησιότατος μαθητής τοῦ Χριστοῦ. Σπούδασε στή Σμύρνη κι ἔζησε βίο ἀγγελικό καί θεῖο, ὁπότε ἐξελέγη Μητροπολίτης τῆς σπουδαίας αὐτῆς πόλεως. Οἱ ἀρετές του καί οἱ ἀγαθοεργίες του σφράγισαν τή ζωή καί τή διακονία του ὡς ἀρχιερέα. Ἀργότερα, ἐπειδή χήρευσε ὁ Πατριαρχικός θρόνος τῆς Κωνσταντινούπολης, τόν Γρηγόριο κάλεσαν καί ψήφισαν γιά νέο Πατριάρχη. Κι ἐκεῖ βεβαίως ἀναλώθηκε ὑπέρ τοῦ ποιμνίου του, ἀγωνιζόμενος σκληρά καθημερινῶς χάριν τῆς ὀρθόδοξης πίστεως, προκειμένου νά στερεώσει τούς πιστούς στίς ἅγιες ἐντολές τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.  

Δύο φορές ἐκδιώχτηκε ἀπό τόν θρόνο του χωρίς λόγο, ἀπό τήν ἐξουσία τῶν ἀσεβῶν Ἀγαρηνῶν, καί κατέφυγε στό Ἅγιον Ὄρος ζώντας ὡς μοναχός. Δύο φορές πάλι ἀνακλήθηκε γιά νά ξαναγυρίσει καί νά λάβει τή θέση του. Κατά τήν τρίτη Πατριαρχία του, ὁπότε καί ξεκίνησε ἡ ἐπανάσταση τοῦ Γένους τῶν Ἐλλήνων, ὁ ἔνδοξος καί Γέρων Πατριάρχης, προβλέποντας καθαρά τόν θάνατό του πού θά γινόταν γιά χάρη τοῦ Γένους, χωρίς καμία δειλία ἀνέλαβε νά σηκώσει τή θυσία του μέ καρτεροψυχία, ἐνῶ ἄρχισε νά διδάσκει τούς ἱερεῖς καί τούς ποιμένας πού ἦταν μαζί του νά παραμείνουν κι αὐτοί πιστοί.

Ἦλθε λοιπόν ἡ ἁγία ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου καί ὁ σουλτάνος βλέποντας τούς ὀρθοδόξους λαούς νά θέλουν νά ἀπελευθερωθοῦν ἀπό τόν ζυγό τους, ἀποφασίζει νά κρεμάσει τόν Πατριάρχη σέ ἀγχόνη. Τόν ἄφησε κρεμασμένο στό ξύλο τρεῖς ἡμέρες, κι ἔπειτα τόν ἐξέδωσε στούς ἀχάριστους Ἑβραίους. Διψασμένοι γιά αἷμα αὐτοί τόν πῆραν, τόν ἔσυραν σέ ὅλες τίς ὁδούς τῆς Πόλεως, καί τέλος τόν ἔριξαν μέσα στή θάλασσα. Ἡ πάνσοφη Πρόνοια ὅμως τοῦ Παντοκράτορος Κυρίου κράτησε ἀβλαβές τό νεκρό σῶμα του, στέλνοντάς το σέ χέρια εὐσεβῶν. Ἔτσι ὁ  μάρτυς Πατριάρχης «κατέφυγε» αἰσίως πρός τό ἄσυλο τῶν Ρώσων, ὅπου ἐκεῖ ὁ εὐσεβής βασιλιᾶς τόν δέχτηκε ὅπως πρέπει καί τόν κήδευσε στήν Ὀδησσό. Μέ τίς ἱκεσίες τοῦ ἁγίου Γρηγορίου, Χριστέ, φρούρει τούς πιστούς»[1].

Εἶναι εὐνόητο ὅτι δέν πρόκειται νά ἀσχοληθοῦμε μέ ὅλη τή φιλολογία πού ἀναπτύχθηκε κατά τά προηγούμενα χρόνια ἀπό ἱστορικούς καί μή σχετικά μέ τή βιοτή καί τή θυσία τοῦ Πατριάρχου Γρηγορίου τοῦ Ε΄. Ἀκούστηκαν καί γράφτηκαν πολλά, θετικά καί ἀρνητικά, τά ὁποῖα ἐκφεύγουν τῆς δικῆς μας προσέγγισης, ἡ ὁποία σκοπό ἔχει νά προβάλει τόν ἅγιο ἱερομάρτυρα Γρηγόριο μέ βάση τίς ἐκτιμήσεις τοῦ ὑμνογράφου του, καί μάλιστα τοῦ παλαιότερου ἐξ αὐτῶν, τοῦ Μητροπολίτη Ζακύνθου Νικολάου Κοκκίνη (1791-1867). Ὁ (ἀρχιμανδρίτης τότε καί μετέπειτα) Μητροπολίτης αὐτός ἀνέλαβε μέσα στά γεγονότα εὑρισκόμενος, συνεπῶς ἐκφράζοντας καί τό κλίμα ἐνθουσιασμοῦ τῆς ἐποχῆς γιά τή θυσία τοῦ Πατριάρχη, νά συνθέσει τό 1822 τήν ἀκολουθία τοῦ ἁγίου, καί σ’ αὐτοῦ τά γράμματα θά στηριχθοῦμε δι’ ὀλίγων. Ἐκεῖνο πού ἀπαιτεῖται νά συμπληρώσουμε ἐν προκειμένῳ εἶναι ὅτι τήν ἀκολουθία αὐτή βρῆκε ἀργότερα καί διασκεύασε ὁ (μετέπειτα) Μητροπολίτης Πατρῶν Ἀβέρκιος Λαμπίρης (1874-1876), ἔτσι ὥστε μποροῦμε νά λέμε ὅτι πρόκειται γιά τήν ἀκολουθία τῶν Κοκκίνη-Λαμπίρη[2].

Ὡς πρός τά διάφορα δέ πού ἔχουν γραφεῖ, κι ἴσως ἀκόμη γράφονται ἀπό ὁρισμένους, μυθολογικά καί συκοφαντικά, γιά τόν Πατριάρχη, ἄς εἶναι πρός ἀπάντηση αὐτό πού σημειώνει ἤδη στόν Πρόλογο τοῦ ὀγκώδους (723 σελ.) βιβλίου του γιά τόν ἅγιο Γρηγόριο Ε΄ ὁ μακαριστός ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος (Παρασκευαῒδης): «Ὑπερεπαινοῦν μερικοί συγγραφεῖς ἐξετάζοντας αὐτόν, ἄνδρα δημόσιον καθ’ ἑαυτόν. Ἄφησαν νά κυριαρχῆ στήν ἔκθεσί των τό μυθικό στοιχεῖο, ὥστε ἡ βιογραφία νά καταντᾶ μυθιστορηματική, ὄχι ἱστορική. Καί οἱ κατήγοροι παρουσίασαν κατά τό πλεῖστον ἀναχρονιστικά τίς ἐνέργειες τοῦ Πατριάρχου, ἐνῶ ἄλλοι ἐκ πολιτικῆς σκοπιμότητος καί σαφοῦς τοποθετήσεως κατεσκεύασαν ἕνα Πατριάρχη στά κομμένα καί ραμμένα μέτρα τῆς τοποθετήσεώς των. Πρόκειται περί ἠθελημένης ἀδικίας. Καί στίς δύο περιπτώσεις ἀλλοιώνεται ἡ πραγματική φυσιογνωμία ἑνός ἀγωνιστοῦ πνευματικοῦ ἡγέτου, πού ἄν μή τι ἄλλο ἐταύτισε τίς δύο ὑψηλές γραμμές τῆς ἀποστολῆς του. Ὑπῆρξε κεφαλή τῆς Μ. Ἐκκλησίας καί τοῦ Γένους»[3].

Κι ἀκριβῶς ἀπό τήν τελευταία ἐπισήμανση τοῦ μακαριστοῦ ἀρχιεπισκόπου Χριστοδούλου θά ξεκινήσουμε τά σχετικά μέ τόν ἅγιο Γρηγόριο, διότι αὐτή εἶναι πού κυριαρχεῖ θά λέγαμε καί στήν ὑπ’ ὄψιν μας ἀκολουθία: τό μαρτύριο δι’ ἀπαγχονισμοῦ τοῦ Πατριάρχη εἶχε διπλό χαρακτήρα∙ θρησκευτικό καί ἐθνικό, ἐθνικό καί θρησκευτικό.

Πράγματι δέν παύει νά ἐπισημαίνει ὁ ἐμπνευσμένος ὑμνογράφος πρῶτα ἀπό ὅλα τόν ἐθνικό χαρακτήρα τοῦ μαρτυρίου: ὁ Πατριάρχης ὁδηγεῖται σ’ αὐτό ἔχοντας τήν ἀπόλυτη αὐτοσυνειδησία ὅτι προβαίνει σέ ἐνέργεια πού σκοπό ἔχει τήν ἀνάσταση τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους ἀπό τόν «θάνατο» πού ζοῦσε λόγω τῆς τυραννίας τῶν Ἀγαρηνῶν. Καί ἡ ἀνάσταση αὐτή κατανοεῖται ὡς ἀποκατάσταση τῶν Ἐλλήνων στήν πρώτη προγονική τους δόξα. «Ποθώντας ὁ Πατριάρχης νά ἀναλάβει καί πάλι τό γένος τῆς Ἑλλάδος τή δόξα τῶν προγόνων τους, ὑπέμεινε νά ἀναρτηθεῖ στήν ἀγχόνη ἀπό τό δυσσεβές γένος, ὁ ἀθῶος ὡς ἔνοχος»[4] (οἶκος συναξαρίου). Κι ἄς προσέξουμε: ὄχι μόνο θέλοντας ἤ ἔχοντας μία διάθεση ὁ Πατριάρχης, ἀλλά «ποθώντας», πού σημαίνει ὅτι λειτουργοῦσε μέσα στήν καρδιά του μία ἀκατανίκητη δύναμη πού τόν ἔσπρωχνε πρός τή λυτρωτική γιά τούς Ἕλληνες θυσία του – «τό γένος μου ξέπεσε καί γι’ αὐτό «πόθῳ ἐγεῖραι αὐτό βούλομαι», θέλω μέ πόθο νά τό σηκώσω (αἶνοι).  Καί δέν εἶναι αὐθαίρετο τό συμπέρασμά μας. Ὁ ὑμνογράφος σέ ἄλλα σημεῖα τῆς ἀκολουθίας  γιά νά τονίσει τή βαθειά ἐπιθυμία τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρα τόν παραλληλίζει, χωρίς νά τό ἀναφέρει ὀνομαστικά, μέ τόν μεγάλο ἀποστολικό Πατέρα ἅγιο Ἰγνάτιο τόν θεοφόρο, ὁ ὁποῖος καί ἐκεῖνος ὄχι ἁπλῶς πήγαινε μέ χαρά στό μαρτύριο γιά χάρη τῆς πίστεώς του, ἀλλά ποθώντας το ὡς τήν ἴδια τή ζωή του. Ἐκεῖνος, ὁ Ἰγνάτιος, ἔλεγε ὅτι δέν ὑποφέρει, δέν μπορεῖ νά ἀνεχτεῖ τό νά μή θυσιαστεῖ γιά τόν Χριστό – μία φωνή μέσα του τοῦ ἔλεγε νά σπεύσει πρός τόν Πατέρα. Τό ἴδιο κάνει ὅμως καί ὁ ὑμνογράφος γιά τόν ἅγιο Γρηγόριο χρησιμοποιώντας τήν ἴδια φρασεολογία: «δέν μπορῶ νά ἡσυχάσω καί νά ἀναπαυτῶ, μέχρις ὅτου νά δῶ τό ἑλληνικό ἔθνος ἐλεύθερο ἀπό τή δουλεία»[5] (δοξαστικό μ. ἑσπ.). 

Ἡ παραστατική δύναμη μάλιστα τοῦ καλάμου τοῦ ὑμνογράφου μᾶς «ζωγραφίζει» ἔντονα τήν ἀλήθεια τοῦ πόθου του νά ἀποκατασταθεῖ δι’ αὐτοῦ τό ἔθνος του. «Ἀφοῦ κρεμάστηκε στήν ἀγχόνη ὁ σοφότατος Ποιμένας τῆς Ἑλλάδος, ἀποτίναξε χάμω τόν ζυγό της καί ἔφερε τό ἔθνος του στήν ἀρχαία δόξα»[6] (ὠδή ς΄). Ἀναρτᾶται ὁ Πατριάρχης, ἀποτινάσσεται κάτω ὁ ζυγός. Ἡ θυσία ἐκείνου ὡς ἀπολύτρωση τῶν Ἑλλήνων.

Γιά τόν ὑμνογράφο εἶναι σαφές βεβαίως ὅτι δέν πρόκειται περί ἁπλῆς ἀτομικῆς ἐπιλογῆς τοῦ Πατριάρχου, ἐκφραστοῦ τῆς ἐπιθυμίας τῶν Ἑλλήνων, νά σώσει τό ἔθνος του. Ἡ σωτηρία αὐτή ἦταν ἡ ἀπόφαση τοῦ ἴδιου τοῦ Παντοκράτορος Κυρίου, ὁ Ὁποῖος ἤθελε διά τῆς θυσίας τοῦ δούλου Του Γρηγορίου νά ἐλευθερωθοῦν οἱ ὑπόδουλοι - ὁ Πατριάρχης ἦταν τό ὄργανο τοῦ Θεοῦ γιά νά πραγματοποιηθεῖ ἡ λύτρωσή τους. Ἤδη ἀπό τό πρῶτο κάθισμα τοῦ ὄρθρου θά ἐξαγγείλει: «Ἐμπρός σήμερα πιστοί, ἄς δοξολογήσουμε τόν Θεό, ὁ Ὁποῖος μᾶς λύτρωσε ἀπό τόν Ἀγαρηνό ζυγό καί μᾶς εἰσήγαγε στή δόξα τῶν προγόνων μας, τήν ὁποία ποθώντας ὁ θεῖος Γρηγόριος νά ἀναλάβει τό γένος τῶν Ἑλλήνων ὑπέμεινε σήμερα νά ἀναρτηθεῖ πάνω στήν ἀγχόνη ὡς ἔνοχος»[7].  Κι ἀλλοῦ: «Ἄς δοξολογήσουμε οἱ πιστοί τόν τρισυπόστατο μόνο Παμβασιλέα Θεό, Αὐτόν πού μᾶς λύτρωσε διά τοῦ ἀπαγχονισμοῦ τοῦ θείου Πατριάρχου»[8] (ἐξαποστειλάριο). Ἀλλά ἐκεῖ πού ὁ ὑμνογράφος ἐκφράζεται γιά τήν ἀλήθεια αὐτή παρομοίως μέ τόν μεγάλο ἀγωνιστή τοῦ Ἔθνους μακάριο Θεόδωρο Κολοκοτρώνη εἶναι καί πάλι σέ κάθισμα τῆς ἀρχῆς τοῦ ὄρθρου. Τί ἔλεγε ὁ Γέρος τοῦ Μοριᾶ; «Ὁ Θεός ἔβαλε τήν ὑπογραφή του γιά τήν ἐλευθερία τῆς Πατρίδος μας καί δέν τήν παίρνει πίσω»[9]. Τό ἴδιο παρεμφερῶς ἀναφέρει καί ὁ ἱερομάρτυς Γρηγόριος διά τῆς γραφίδος τοῦ ὑμνογράφου: «Ἐνῶ μαίνονταν ἐξαρχῆς οἱ Ἀγαρηνοί ἐναντίον τῶν εὐσεβῶν Ἑλλήνων, κραύγαζε μέ γενναιότητα ὁ θεόφρων Γρηγόριος: Συμπατριῶτες, ἔχετε θάρρος καί μή δειλιάσετε, ἔστω κι ἄν μᾶς διώκουν τά τέκνα τῶν δυσσεβῶν. Διότι ὁ Παντοκράτωρ ἔγραψε στούς οὐρανούς μέ τόν κάλαμο τῆς ἀπόφασής Του, νά λυτρωθεῖ τό γένος τό δικό Του ἀπό τόν ζυγό, γιά νά δοῦν τά σύμπαντα τήν ἀκαταμάχητη δύναμή Του καί νά Τόν πιστέψουν ὡς τόν μόνο Παντοδύναμο»[10] (Κάθισμα ὄρθρου).

Καί μιλώντας γιά τόν ἐθνικό χαρακτήρα τῆς θυσίας τοῦ ἱερομάρτυρος - ἡ θυσία του ἔγινε ὅπως εἴπαμε γιά χάρη τῶν ὑποδούλων καί γιά τή σωτηρία τους - ὁ ὑμνογράφος μέ καθαρότητα «βλέπει» τό παράλληλο αὐτῆς μέ τή θυσία τοῦ Ἴδιου τοῦ Κυρίου πού σταυρώθηκε ὑπέρ  σύμπαντος τοῦ κόσμου: πολλά τροπάρια εἶναι κατ’ ἀντιστοιχία τῶν τροπαρίων τῆς Μ. Παρασκευῆς. Ὁ Κύριος πάνω στόν Σταυρό «αἴρει τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου», ὁ Πατριάρχης ὡς θύμα αὐτός τοῦ Οὐρανίου Πατρός θυσιάζεται γιά τό ποίμνιό του, τούς ὑπόδουλους Ἕλληνες – οἱ ἀθῶοι ὑπέρ τῶν ἐνόχων. Τί ἄλλο δηλώνει ὁ χαρακτηρισμός «ἀθῶος» γιά τόν Πατριάρχη ἐν σχέσει μέ τούς «ἐνόχους» ὑπόδουλους; Ἡ θυσία τοῦ Πατριάρχη γιά τόν ὑμνογράφο λειτουργεῖ μέ ἄλλα λόγια ἀντιπροσωπευτικά: ὁ ἕνας πού θυσιάζεται γιά τούς πολλούς. «Για χάρη τῶν χριστοφόρων λαῶν καταδικάστηκες νά πεθάνεις στό ξύλο καί τήν ἀγχόνη»[11] (ὠδή θ΄). Καί στό δοξαστικό τοῦ μ. ἐσπ.: «Ἱερομάρτυς Γρηγόριε, ντυμένος τόν Δεσπότη Χριστό, πῆρες ὡς μισθό τῆς ἱερουργίας τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ, τό νά τελειωθεῖς μέ τό αἶμα σου. Γι’ αὐτό ἔγινες θύμα τοῦ Οὐράνιου Πατέρα καί φονεύτηκες ἀπό τά χέρια ἀνόμων Ἀγαρηνῶν καί δείχτηκες μάρτυς σεπτός ὑπέρ πίστεως καί τοῦ ἔθνους»[12].

Ἀλλά πέραν τοῦ ἐθνικοῦ χαρακτήρα τῆς θυσίας τοῦ Πατριάρχη, λειτουργεῖ σ’ αὐτήν τό κατεξοχήν χριστιανικό θρησκευτικό στοιχεῖο. Ὁ Πατριάρχης θυσιάζεται βεβαίως γιά χάρη τοῦ ἔθνους του, μά αὐτό ἀποτελεῖ συνέπεια τῆς πιστότητάς του στό εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ - μόλις ἀναφέρθηκε παραπάνω: «ὑπέρ πίστεως καί τοῦ ἔθνους». Τό μαρτύριό του ἦταν ὁ μισθός τῆς ἁγιότητάς του, «τό τελειωθῆναι δι’ αἵματος». Κι αὐτό δείχνει τή χαρισματική κατάσταση τῆς ζωῆς τοῦ ἁγίου σέ ὅλη τήν ἐπί γῆς πορεία του. Ὅπως τό λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «ἡμῖν ἐχαρίσθη τό ὑπέρ Χριστοῦ οὐ μόνον τό εἰς Αὐτόν πιστεύειν, ἀλλά καί τό ὑπέρ Αὐτοῦ πάσχειν»[13]. Κι εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὁ σεμνός ὑμνογράφος, ἀλλά καί ὁ διασκευαστής τῆς ἀκολουθίας, ἐπανειλημμένως ἀναφέρουν τή χριστιανική βιοτή τοῦ ἱερομάρτυρα σέ κάθε «πόστο» πού ὁ Θεός τόν ἐνέταξε. Καί τονίζουμε τό θεωρούμενο δεδομένο τῆς χριστιανικῆς βιοτῆς, διότι κατά τήν πίστη μας ὁ ἐθνομάρτυρας δέν εἶναι αὐτονόητα καί ἅγιος, ὅπως καί κάθε ἅγιος μάρτυρας, ὅταν δέν συντρέχουν ἐθνικοί λόγοι, ὅπως στήν πρώτη Ἐκκλησία, δέν μπορεῖ νά χαρακτηριστεῖ ἐθνομάρτυρας. Τήν ἐποχή τῆς Τουρκοκρατίας βεβαίως ὅλοι οἱ μάρτυρες, οἱ νεομάρτυρες, ἐνῶ ἡ προτεραιότητά τους ἦταν ἡ πιστότητα στό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, λειτουργοῦσαν κατ’ ἀνάγκην καί στό ἐθνικό ἐπίπεδο. Διότι πιστός στόν Χριστό σήμαινε αὐτομάτως ἀντίθετος καί στήν πίστη τῶν κατακτητῶν, τόν Μουσουλμανισμό. Ἔτσι ἡ χριστιανική θυσία τους εἶχε ἄμεσο ἀντίκτυπο καί στά ἐθνικά αἰσθήματα τῶν ὑποδούλων[14].

Τό ἴδιο λοιπόν μέ ἐντονότατο τρόπο βλέπουμε καί στόν ἅγιο ἱερομάρτυρα Γρηγόριο τόν Ε΄: θυσιάζεται γιά τήν πίστη τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί γιά τό ἔθνος Του. Πολύ περισσότερο γιατί εἶναι ἡ διπλή κεφαλή: τοῦ Ἔθνους καί τῆς Ἐκκλησίας. Κινητήρια δύναμη ἦταν ἡ ἀγάπη του πρός τόν Θεό καί τόν πλησίον - ὅ,τι χαρακτηρίζει κάθε μαθητή τοῦ Χριστοῦ. «Πόσο γενναία καί ἀδαμάντινη ἡ ψυχή σου, ἀξιομακάριστε Γρηγόριε. Γιατί εἶχες ἀνένδοτη τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό καί τόν πλησίον»[15] (Δοξ. μ. ἑσπ.). «Ἔζησες στόν κόσμο καί ἔδειξες ἰσάγγελο βίο»[16] (ἀπόστ. ἑσπ.). «Ὁ Πατριάρχης εἶναι γνήσιος ὀπαδός τοῦ Κυρίου, ἀκολουθώντας τά ἴχνη τῆς εὐσέβειας ἀπό βρέφος μέχρι τῆς ἔσχατης ἀναπνοῆς του. Τόν βίο του τόν θαύμασαν καί οἱ χοροί τῶν ἀσωμάτων, οἱ ὁποῖοι μέ ἔκπληξη ἔκραζαν: πράγματι εἶσαι σκεῦος τοῦ Πνεύματος»[17] (κάθισμα ὄρθρου).

Εἶναι συγκινητικές οἱ εἰκόνες μάλιστα πού μᾶς δίνει ὁ ὑμνογράφος γιά τούς ἀγγέλους: παρίστανται στό μαρτύριο τοῦ ἁγίου[18] (ὠδή ζ΄), τοῦ ἑτοιμάζουν τά στεφάνια του τήν ὥρα πού ἀπαγχονίζεται, τοῦ φοροῦν τά στεφάνια τήν ὥρα πού διασύρεται τό τίμιο λείψανό του[19] (Δοξαστ. ἀποστ. ἑσπ.), τοῦ ἑτοιμάζουν τόπο μαζί μέ τούς παλαιούς μάρτυρες γιά τή θριαμβευτική εἴσοδό του στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ[20] (ὠδή ζ΄).

Ἴσως ἐκεῖνο πού μπορεῖ κάπως νά περιγράψει τή στάση τῶν πιστῶν Ἑλλήνων ἀπέναντι στόν μεγάλο ἅγιο ἱερομάρτυρα νά εἶναι αὐτό πού συνιστοῦν οἱ ἴδιοι οἱ ἄγγελοι, ὅπως βάζει τά λόγια στό στόμα τους ὁ ὑμνογράφος μας στό συγκλονιστικό δοξαστικό τοῦ ἑσπερινοῦ του, συντεθειμένο κατ’ ἀναλογία μέ τό δοξαστικό τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου καί στούς ὀκτώ ἤχους: «Οἱ ὑπέρτατες τῶν οὐρανῶν δυνάμεις πού προπορεύονται μαζί μέ τον Δεσπότη Χριστό, κραυγάζουν στόν ὄχλο πού ἀκολουθεῖ (τή σορό τοῦ Πατριάρχη στήν πόλη τῆς Ὀδησσοῦ): Γιατί σίγησε ἡ γλώσσα ὅλων σας καί δέν φωνάζετε μέ δυνατή φωνή καί μέ θάρρος; Νά, ἔφθασε ὁ ὑπέρμαχος τῆς Ἐλλάδος. Ὑψῶστε τά χέρια καί ὅλοι ἀποδῶστε εὐχαριστίες πρός τόν ἀρχιερέα πατέρα σας. Διότι μέσω αὐτοῦ πραγματοποιήθηκε ἡ ποθητή σωτηρία μας τῶν Ἑλλήνων. Δέν ἔχουμε δύναμη νά τόν ὑμνολογήσουμε, καί πράγματι δέν εἶναι εὔκολο νά προσφέρουμε ὕμνο ἀντάξιό του. Διότι ὁ τρόπος τῆς ζωῆς του ὑπερβαίνει κάθε ἐγκώμιο»[21].


[1] Ὅπως σημειώνουμε ἀμέσως παρακάτω, τό σύντομο συναξάρι στηρίζεται στήν πρώτη καταγεγραμμένη (1822) ἀκολουθία τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρα, ἀπό τόν (μετέπειτα) Μητροπολίτη Ζακύνθου Νικόλαο Κοκκίνη, ὁ ὁποῖος τή συνέγραψε ὅταν τό λείψανο τοῦ ἁγίου βρισκόταν στήν Ὀδησσό τῆς Ρωσίας, ὅπου καί ἔγινε ἡ ταφή του. Μετά πενήντα ἔτη, τό 1871, ἔγινε ἡ μετακομιδή τοῦ ἱεροῦ λειψάνου ἀπό τήν Ὀδησσό στήν Ἀθήνα, ὅπου μέ πολλές δοξολογίες καί σέ κλίμα ἐθνικῆς καί θρησκευτικῆς ἔξαρσης κατατέθηκε αὐτό στόν Καθεδρικό Ναό τῶν Ἀθηνῶν, κι ἐκεῖ παραμένει μέχρι σήμερα. (Περισσότερα βλ. στό: Χριστοδούλου, Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος, Ὁ ἐθνάρχης τῆς ὀδύνης Γρηγόριος Ε΄, Ἀποστολική Διακονία, 2004).    

[2] «Τό 1871 ἐμφανίζεται τυπωμένη (ἡ ἀκολουθία), ἀνεξαρτήτως ἁγιοποιήσεως (τοῦ Πατριάρχου Γρηγορίου Ε΄): Ἀκολουθία τοῦ ἁγίου ἐνδόξου ἱερομάρτυρος Γρηγορίου τοῦ Ε΄ ἀρχιεπισκόπου Κπόλεως καί Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου τοῦ μαρτυρήσαντος ἐν ἔτει 1821 τῇ 10 Ἀπριλίου ὑπέρ τῆς ὀρθοδόξου ἡμῶν πίστεως καί τῆς τοῦ Γένους ἐλευθερίας, συντεθεῖσα μέν τό 1822 ὑπό τοῦ ἐν μακαρίᾳ τῇ λήξει Μητροπολίτου Ζακύνθου Νικολάου Κοκκίνη, ἐπιθεωρηθεῖσα καί διασκευασθεῖσα ὑπό τοῦ ἀρχιμανδρίτου Ἀβερκίου Λαμπίρη τό αωοα΄(1871)» (Χριστοδούλου, Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί πάσης Ἐλλάδος, ὅπ.π., σελ. 664).

[3] Χριστοδούλου, ἀρχ. Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος, ὅπ. π., σελ. 7.

[4] «Τήν τῶν προγόνων ἐκποθῶν δόξαν ὁ Πατριάρχης ἀναλαβεῖν τό γένος αὖθις τό τῆς Ἑλλάδος, ἐν τῇ ἀγχόνῃ ὑπέμεινεν ἀναρτηθῆναι ὑπό γένους δυσσεβοῦς, ὁ ἀθῶος ὡς ἔνοχος».

[5] «οὐκ ἔστι μοι ἄνεσις, ἕως ἴδω το ἑλληνικόν ἡμῶν ἔθνος ἐκ τῆς δουλείας ἐλεύθερον». Σέ ἄλλο σημεῖο ὁ ὑμνογράφος θά δεῖ μέ τή θεολογική ματιά του ὅτι καί μόνο ὁ πόθος τοῦ Πατριάρχη γιά τό μαρτύριο ὑπέρ τοῦ ἔθνους του, τοῦ ποιμνίου του,  συνιστᾶ, ὡς ἀκολουθῶν τόν Χριστό (ἀπόστ. ἑσπ.), τήν κατεξοχήν χαρισματική συσταύρωσή του μέ τον Κύριο (αἶνοι: «Συνεσταυρώθης Χριστῷ, ἱερομάρτυς, ὅτε τόν θεόπνευστον λόγον ἀνέκραξας, τό ἐμόν γένος ἐκπέπτωκε καί διά τοῦτο πόθῳ ἐγεῖραι αὐτό βούλομαι»), ἐνῶ ἀκόμη καί οἱ τρεῖς ἀναβάσεις του στόν θρόνο εἶχαν συμβολικό χαρακτήρα: παρέπεμπαν προφητικά στήν ἐπί τριήμερον παραμονή του στήν ἀγχόνη (ὠδή γ΄: «αἱ τρεῖς ἐν θρόνῳ ἀναβάσεις σου, θεῖε Πατριάρχα, εἰκόνιζον ὄντως τήν σήν προφητικῶς τριήμερον ἀνάρτησιν»).

[6] «Ἐν ἀγχόνῃ κρεμασθείς ὁ σοφώτατος ποιμήν τῆς Ἐλλάδος τόν ζυγόν ἀπετίναξε χαμαί καί ἔφερεν εἰς τήν ἀρχαίαν δόξαν τό ἔθνος αὐτοῦ».

[7] «Δεῦτε σήμερον πιστοί, ἄσωμεν δόξαν τῷ Θεῷ, τῷ ἐκλυτρώσαντι ἡμᾶς ἀπό ζυγοῦ Ἀγαρηνῶν, καί πρός τήν δόξαν εἰσάξαντι τήν τῶν προγόνων, ἥν ἀναλαβεῖν Ἑλλήνων γένος τε ποθῶν ὁ θεῖος Γρηγόριος ἀναρτηθῆναι σήμερον ὑπέμεινεν, ἐπί ἀγχόνης ὡς ἔνοχος».

[8] «Δόξαν δῶμεν οἱ πιστοί τῷ ἐν προσώποις οὖν τρισί, μόνῳ Θεῷ Παμβασιλεῖ, τῷ ἐκλυτρώσαντι ἡμᾶς διά τῆς ἀναρτήσεως Πατριάρχου τοῦ θείου».

[9] Λόγος τοῦ Θεοδώρου Κολοκοτρώνη στούς γυμνασιόπαιδες στήν Πνύκα (8-10-1838).

[10] «Μαινομένων τό πάλαι Ἀγαρηνῶν ἐναντίον Ἐλλήνων τῶν εὐσεβῶν, γενναίως ἐκραύγαζεν ὁ θεόφρων Γρηγόριος∙ Ὁμογενεῖς, θαρσεῖτε καί μή δειλιάσητε, τῶν δυσσεβῶν τά τέκνα ἡμᾶς κἄν διώκωσιν, ὁ γάρ Παντοκράτωρ ἐν Ὑψίστοις καλάμῳ ἀποφάσεως ἔγραψεν, ἐκ ζυγοῦ τό ὀρθόδοξον αὐτοῦ γένος λυτρώσασθαι, ἵνα ἴδῃ τά σύμπαντα τήν ἀκαταμάχητον τούτου δύναμιν, καί πιστεύσῃ ὡς μόνον αὐτόν Παντοδύναμον».

[11] «Ὑπέρ ὧν ἐν τῷ ξύλῳ κατεκρίθης τῆς ἀγχόνης τε θανεῖν».

[12] «Ἱερομάρτυς Γρηγόριε, τόν Δεσπότην Χριστόν ἐνδυσάμενος, μισθόν ἐκομίσω τῆς ἱερουργίας τοοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ, τό τελειωθῆναι δι’ αἵματος, δι ’ὅ θῦμα γενόμενος τοῦ Οὐρανίου Πατρός, διά χειρός ἀνόμων Ἀγαρηνῶν ἐκτάνθης, Ἱερώτατε, καί μάρτυς σεπτός ὑπέρ πίστεως καί τοῦ ἔθνους ἐδείχθης, πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν, ἀθλητά μακάριε».

[13] Φιλ. 1, 29.

[14] «Γ. Μαντζαρίδη, Κοινωνιολογική προσέγγιση τῆς παρουσίας τῶν νεομαρτύρων, στά Πρακτικά Θεολογικοῦ Συνεδρίου, Εἰς τιμήν καί μνήμην τῶν νεομαρτύρων, 17-19 Νοεμβρίου 1986, Θεσσαλονίκη 1988, σελ. 236-237: «Στήν πραγματικότητα ὅλοι οἱ νεομάρτυρες εἶναι καί ἐθνομάρτυρες, γιατί ἡ πίστη, γιά τήν ὁποία μαρτύρησαν δέν ἀποτελοῦσε ἕνα ἐπιμέρους στοιχεῖο, ἀλλά τόν συνεκτικό δεσμό τῆς ταυτότητας τοῦ γένους... Πρέπει νά σημειωθεῖ ὅτι ὁ πόθος γιά τήν ἀπελευθέρωση τοῦ γένους ἀπό τόν ὀθωμανικό ζυγό ἀποτελοῦσε ἕναν σημαντικό παράγοντα, πού χαρακτήριζε γενικά τούς νεομάρτυρες, δημιουργώντας ἔτσι καί τήν ἰδιαιτερότητά τους σέ σχέση μέ τούς ἀρχαίους μάρτυρες».

[15] «Ὤ τῆς γενναίας καί ἀδαμαντίνου σου ψυχῆς, ἀξιομακάριστε Γρηγόριε! Σύ γάρ πρός τόν Θεόν καί τόν πλησίον ἀνένδοτον ἔχων τήν ἀγάπην...».

[16] «...ὁ ἐν τῷ κόσμῳ βιώσας καί δείξας βίον ἰσάγγελον...».

[17] «...τούτου (τοῦ Θεοῦ) γνήσιος ὀπαδός ὑπάρχει ἐκ βρέφους μέχρι ἐσχάτης ἀναπνοῆς, τά ἴχνη τῆς εὐσεβείας ἀκολουθῶν, οὗ τόν βίον ἐθαύμασαν καί ἀσωμάτων χοροί, ἐκπληττόμενοι κράζοντες∙ ὄντως σκεῦος τοῦ Πνεύματος».

[18] «Παρίσταντο οἱ ἄγγελοι ἄνωθεν χορεύοντες, θεόφρων Γρηγόριε, ὅτε καρτεροθύμως ἐν τῆ ἀγχόνῃ ἐκρέμασο».

[19] «Ὅτε παρέστης τῷ παρανόμῳ βασιλεῖ καί παρεδόθης τῇ ἀγχόνῃ παρ’ αὐτοῦ, αἱ οὐράνιαι δυνάμεις τούς στεφάνους σοί ἔπλεκον. Ὅτε δέ ἐσύρθης ἐπί τῆς γῆς ὑπό Ἰουδαίων τῶν δυσσεβῶν, ἀοράτως τούτους τῇ κορυφῆ σου ἐτίθουν, ἐκβοῶσαι ἀλλήλαις, δόξα Θεῷ τῷ σέ, ἱεράρχα, ἐνισχύσαντι».

[20] «Ὁ θεῖος Πατριάρχης ἐκραύγαζον οἱ ἐν οὐρανοῖς, νῦν ἀνέρχεται, ἄρατε οὖν τάς πύλας καί τοῦτον πάντες δεξώμεθα»

[21] «...Αἱ δέ ὑπέρταται τῶν οὐρανῶν δυνάμεις, σύν τῷ ἰδίῳ Δεσπότῃ προπορευόμεναι, τρανῶς τῷ ὄχλῳ τῷ ἑπομένῳ κραυγάζουσι, τί οὕτω σεσίγηται ἡ γλῶσσα πάντων ὑμῶν, ὦ θεόφρονες, καί παρρησίᾳ οὐ κράζει μεγαλοφώνως προσφθεγγομένη; Ἰδού ὁ ὑπέρμαχος Ἐλλάδος παραγίνεται. Ἄρατε χεῖρας καί πάντες εὐχαριστίας ἀποδώσατε πρός τόν ἀρχιθύτην ὑμῶν πατέρα. Διά τούτου γάρ ἡ ποθητή ἡμῶν τῶν Ἐλλήνων σωτηρία γέγονεν, ὅν εὐφημῆσαι οὐκ ἰσχύομεν, καί ὄντως ἄξιον ὕμνον ἀπονέμειν οὐ ῥάδιον. Τούτου γάρ ἡ πολιτεία ὑπερβαίνει πᾶν ἐγκώμιον...».