Κυριακή 22 Μαΐου 2022

ΝΑ ΠΙΩ ΝΑ ΞΕΔΙΨΑΣΩ! ΘΕΛΩ ΟΜΩΣ;

Η συγκεκριμένη Κυριακή της Σαμαρείτιδος σχετίζεται με την εορτή της Μεσοπεντηκοστής. Ο Κύριος κατά την εορτή αυτή βρέθηκε στο Ναό των Ιεροσολύμων διδάσκοντας τους Ιουδαίους και καλώντας τους να πιουν το ύδωρ που Εκείνος δίνει προκειμένου να ξεδιψάσει η καρδιά τους.  «Ει τις διψά, ερχέσθω προς με και πινέτω». Στο ίδιο μήκος κύματος όμως κινήθηκε και ο διάλογος του Κυρίου με τη Σαμαρείτιδα γυναίκα παρά το φρέαρ του Ιακώβ. Κι η γυναίκα αυτή τελικώς έλαβε από τον Κύριο, μετά από  πρόκληση του Ίδιου, «το ύδωρ το ζων» που μόνο Εκείνος μπορεί να δώσει, τη χάρη και ενέργεια του Θεού που κάνει την καρδιά του ανθρώπου πηγή που αναβλύζει την αιώνια ζωή. Και μπορεί στην αρχή να μην κατάλαβε το βάθος στο οποίο την οδηγούσε ο Κύριος, στη συνέχεια όμως όχι μόνο συντονίστηκε με τον λόγο Του, αλλά τον αποδέχτηκε σε τέτοιο βαθμό που έγινε ισαπόστολος, ευαγγελίστρια, στο τέλος δε και μεγαλομάρτυς: η αγία Φωτεινή!

Εκ πρώτης όψεως συνιστά παραδοξότητα το γεγονός ότι ο Κύριος θέλησε να αποκαλύψει βαθύτατες θεολογικές αλήθειες σε μία γυναίκα που από πλευράς «ηθικής» δεν ήταν και ό,τι καλύτερο. «Πόρνη» τη χαρακτηρίζει σε κάποιο σημείο η υμνολογία της Εκκλησίας, γιατί κατά τη φανέρωση της ζωής της από τον Κύριο «πέντε άνδρες είχε και συζούσε με κάποιον που δεν ήταν ο κανονικός της άνδρας». Κι όμως! Ο Κύριος δεν έχει επιφυλάξεις στο άνοιγμά Του σε μία τέτοια γυναίκα, διότι προφανώς ως παντογνώστης και καρδιογνώστης βλέπει το βάθος της ψυχής της. Και το βάθος αυτό διψά για την αλήθεια, διψά για τον Θεό, βρίσκεται σε ετοιμότητα αποδοχής της ίδιας της αποκάλυψής Του. Και πράγματι. Το όλο γεγονός φανερώνει καταρχάς ότι η Σαμαρείτιδα γυναίκα δεν ήταν μία τυχαία γυναίκα. Μπορεί στην προσωπική της ζωή να μην είχε «ευτυχήσει», όμως η θέση της στην κοινότητα της Σαμάρειας προκαλούσε τον σεβασμό και ο λόγος της θεωρείτο ιδιαιτέρως αξιόπιστος – οι συμπατριώτες της δεν αμφισβήτησαν τον λόγο της και ανταποκρίθηκαν στην κλήση της να γνωρίσουν τον πιθανό Μεσσία. Κι ακόμη: μέσα από τον διάλογο με τον Κύριο αποδεικνύεται ότι είχε θεολογικές ανησυχίες, ιδίως δε ότι ανήκε κι αυτή σ’ εκείνους που προσδοκούσαν τον Μεσσία και τη βασιλεία του Θεού που θα έφερνε. «Όταν θα έρθει ο Μεσσίας, Εκείνος θα μας εξηγήσει όλα αυτά».

Οπότε με τη Σαμαρείτιδα κατανοούμε ευρύτερα και διαχρονικά σε ποιους ανθρώπους ο Κύριος αποκαλύπτει τον εαυτό Του και τα του αληθινού Θεού: σε εκείνους που όπως είπαμε διψούν για την αλήθεια και αναζητούν τον Θεό ως πλήρωμα της καρδιάς τους. Άνθρωποι που είναι προσκολλημένοι αποκλειστικά στα του κόσμου και έχουν ως κανόνα ζωής το «φάγωμεν, πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν», άνθρωποι δηλαδή που η προοπτική τους είναι περιορισμένη στον ορίζοντα μόνο του εδώ και του τώρα, δεν δέχονται την αποκάλυψη του Θεού. Και δεν τη δέχονται, γιατί δεν μπορούν να τη δεχτούν: έχουν κάλυμμα σε ό,τι φέρνει τον αέρα του ουρανού. Ο Κύριος λοιπόν, ενώ διακαώς επιθυμεί τη σωτηρία του κάθε ανθρώπου, γιατί όλους ανεξαιρέτως μας αγαπά με μοναδικό τρόπο, φανερώνει τον εαυτό Του εκεί που και ο άνθρωπος Τον αναζητά και Τον θέλει στη ζωή του, εκεί που ο άνθρωπος δεν είναι «ήσυχος» με την αμαρτωλή και εγωιστική ζωή του. Με άλλα λόγια η «ώρα» της χάριτος για τον άνθρωπο έρχεται όταν η χάρη αυτή βρει το απλωμένο χέρι του ανθρώπου για βοήθεια – όπου κι αν βρίσκεται ο άνθρωπος αυτός και σε οποιαδήποτε κατάστασή του.

Δεν είναι τυχαίο που ένας λόγος του Κυρίου λειτουργεί με αξιωματικό πάντοτε τρόπο εν προκειμένω: «πας ο ων εκ της αληθείας, ακούει μου της φωνής». Όποιος αγαπάει και επιθυμεί την αλήθεια, ακούει τη φωνή μου. Τι παρήγορος λόγος του Κυρίου, αλλά και πόσο «επικίνδυνος» τελικά! Γιατί από τη μια μας αναγγέλλει ότι Εκείνος βρίσκεται αδιάκοπα δίπλα μας, σε τέτοια εγγύτητα που μπορούμε να ακούσουμε τον ψιθυρισμό της φωνής Του στην καρδιά μας, από την άλλη όμως προβάλλει την απόλυτη ευθύνη για την πορεία της ζωής μας. Δεν αρκεί, όπως το τονίσαμε ισχυρά παραπάνω, μόνο η αγάπη του Θεού μας. Απαιτείται και η δική μας ενεργοποίηση της αγάπης προς Αυτόν, έστω κι αν δεν έχουμε τη δυνατότητα πάντοτε να την προσδιορίσουμε έτσι. «Ημείς αγαπώμεν ότι Αυτός πρώτος ηγάπησεν ημάς».

Η αξιωματική αυτή αρχή του Κυρίου δεν ισχύει μόνο για τους μη χριστιανούς, τους αβάπτιστους. Ίσως περισσότερο ισχύει για εμάς τους βαπτισμένους. Διότι συχνά και εμείς ταλαιπωρούμαστε από τους λογισμούς της «ορφάνιας» μας – δεν μπορούμε να νιώσουμε την παρουσία του Πατέρα στη ζωή μας. «Πού είναι ο Θεός; Γιατί δεν μου φανερώνεται; Γιατί δεν κάνει ένα θαύμα να μου αποκαλύψει την ύπαρξή Του;» Και η απάντηση είναι πάντοτε η ίδια: Ο Θεός είναι έτοιμος να φανερωθεί αισθητά στον καθένα μας, αρκεί κι εμείς να Τον αναζητούμε. Και αναζήτηση του Θεού σημαίνει για τον χριστιανό αναζήτηση των αγίων Του εντολών προκειμένου να τις εφαρμόσει. Στην ερώτηση δηλαδή «πού είσαι, Κύριε;» η απάντησή Του είναι η υπόδειξη των εντολών Του. «Τηρήστε τις εντολές μου και θα με δείτε να σας φανερώνομαι στη ζωή σας».

Η Σαμαρείτιδα γυναίκα, η αγία ισαπόστολος και μεγαλομάρτυς Φωτεινή, δίψασε τον Χριστό και ο Χριστός της αποκαλύφθηκε. Κι αυτό είναι εκείνο που διαλαλεί και στην εποχή μας και σε κάθε εποχή: Διψάστε τον Θεό, διψάστε δηλαδή για την αλήθεια, και η αλήθεια θα έρθει όχι απλώς κοντά σας, αλλά μέσα σας. Και θα έλθει όχι με βηματισμούς αργούς, αλλά με σπουδή και γοργότητα. Γιατί ο Χριστός και Θεός μας, η Αλήθεια, μας αγαπά και μας διψά όσο τίποτε στον κόσμο.  

Σάββατο 21 Μαΐου 2022

ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ (Ιωάν. 4, 5-42)

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας, λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ὃ ἔδωκεν Ἰακὼβ Ἰωσὴφ τῷ υἱῷ αὐτοῦ· ἦν δὲ ἐκεῖ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. Ὁ οὖν Ἰησοῦς κεκοπιακὼς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας, ἐκαθέζετο οὕτως ἐπὶ τῇ πηγῇ· ὧρα ἦν ὡσεὶ ἕκτη. Ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ἀντλῆσαι ὕδωρ. Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Δός μοι πιεῖν. Οἱ γὰρ Μαθηταὶ αὐτοῦ ἀπεληλύθεισαν εἰς τὴν πόλιν, ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. Λέγει οὖν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις· Πῶς σὺ Ἰουδαῖος ὢν, παρ᾿ ἐμοῦ πιεῖν αἰτεῖς, οὔσης γυναικὸς Σαμαρείτιδος; Οὐ γὰρ συγχρῶνται Ἰουδαῖοι Σαμαρείταις. Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· Εἰ ᾔδεις τὴν δωρεὰν τοῦ Θεοῦ, καὶ τίς ἐστιν ὁ λέγων σοι, δός μοι πιεῖν, σὺ ἂν ᾔτησας αὐτόν, καὶ ἔδωκεν ἄν σοι ὕδωρ ζῶν. Λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, οὔτε ἄντλημα ἔχεις, καὶ τὸ φρέαρ ἐστὶ βαθύ· πόθεν οὖν ἔχεις τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν; μὴ σὺ μείζων εἶ τοῦ πατρὸς ἡμῶν Ἰακώβ, ὃς ἔδωκεν ἡμῖν τὸ φρέαρ, καὶ αὐτὸς ἐξ αὐτοῦ ἔπιε, καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ καὶ τὰ θρέμματα αὐτοῦ; Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· Πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου, διψήσει πάλιν· ὃς δ᾿ ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος, οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλὰ τὸ ὕδωρ ὃ δώσω αὐτῷ, γενήσεται ἐν αὐτῷ πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον. Λέγει πρὸς αὐτὸν ἡ γυνή· Κύριε, δός μοι τοῦτο τὸ ὕδωρ, ἵνα μὴ διψῶ μηδὲ ἔρχωμαι ἐνθάδε ἀντλεῖν. Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Ὕπαγε φώνησον τὸν ἄνδρα σου καὶ ἐλθὲ ἐνθάδε. Ἀπεκρίθη ἡ γυνὴ καὶ εἶπεν· Οὐκ ἔχω ἄνδρα. Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Καλῶς εἶπας ὅτι ἄνδρα οὐκ ἔχω· πέντε γὰρ ἄνδρας ἔσχες, καὶ νῦν ὃν ἔχεις, οὐκ ἔστι σου ἀνήρ· τοῦτο ἀληθὲς εἴρηκας. Λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, θεωρῶ ὅτι προφήτης εἶ σύ. Οἱ πατέρες ἡμῶν ἐν τῷ ὄρει τούτῳ προσεκύνησαν· καὶ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἐν Ἱεροσολύμοις ἐστὶν ὁ τόπος ὅπου δεῖ προσκυνεῖν. Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Γύναι, πίστευσόν μοι, ὅτι ἔρχεται ὥρα, ὅτε οὔτε ἐν τῷ ὄρει τούτῳ οὔτε ἐν Ἱεροσολύμοις προσκυνήσετε τῷ Πατρί. Ὑμεῖς προσκυνεῖτε ὃ οὐκ οἴδατε, ἡμεῖς προσκυνοῦμεν, ὃ οἴδαμεν· ὅτι ἡ σωτηρία ἐκ τῶν Ἰουδαίων ἐστίν. Ἀλλ᾿ ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ προσκυνήσουσι τῷ Πατρὶ ἐν πνεύματι, καὶ ἀληθείᾳ· καὶ γὰρ ὁ Πατὴρ τοιούτους ζητεῖ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτόν. Πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν, ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν. Λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Οἶδα ὅτι Μεσσίας ἔρχεται, ὁ λεγόμενος Χριστός· ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, ἀναγγελεῖ ἡμῖν ἅπαντα. Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Ἐγώ εἰμι, ὁ λαλῶν σοι. Καὶ ἐπὶ τούτῳ ἦλθον οἱ Μαθηταὶ αὐτοῦ, καὶ ἐθαύμασαν ὅτι μετὰ γυναικὸς ἐλάλει· οὐδεὶς μέντοι εἶπε· Τί ζητεῖς; ἢ, τί λαλεῖς μετ᾿ αὐτῆς; ᾿Αφῆκεν οὖν τὴν ὑδρίαν αὐτῆς ἡ γυνὴ, καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν πόλιν, καὶ λέγει τοῖς ἀνθρώποις· Δεῦτε, ἴδετε ἄνθρωπον, ὃς εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα· μήτι οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός; Ἐξῆλθον οὖν ἐκ τῆς πόλεως, καὶ ἤρχοντο πρὸς αὐτόν. ᾿Εν δὲ τῷ μεταξὺ, ἠρώτων αὐτὸν οἱ Μαθηταὶ λέγοντες· Ῥαββί, φάγε. Ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Ἐγὼ βρῶσιν ἔχω φαγεῖν, ἣν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε. Ἔλεγον οὖν οἱ Μαθηταὶ πρὸς ἀλλήλους· Μή τις ἤνεγκεν αὐτῷ φαγεῖν; Λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Ἐμὸν βρῶμά ἐστιν, ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με, καί τελειώσω αὐτοῦ τὸ ἔργον. Οὐχ ὑμεῖς λέγετε, ὅτι ἔτι τετράμηνός ἐστι, καὶ ὁ θερισμὸς ἔρχεται; Ἰδοὺ, λέγω ὑμῖν, ἐπάρατε τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν, καὶ θεάσασθε τὰς χώρας, ὅτι λευκαί εἰσι πρὸς θερισμὸν ἤδη. Καὶ ὁ θερίζων, μισθὸν λαμβάνει, καὶ συνάγει καρπὸν εἰς ζωὴν αἰώνιον, ἵνα καὶ ὁ σπείρων ὁμοῦ χαίρῃ, καὶ ὁ θερίζων. Ἐν γὰρ τούτῳ ὁ λόγος ἐστὶν ὁ ἀληθινός, ὅτι ἄλλος ἐστὶν ὁ σπείρων καὶ ἄλλος ὁ θερίζων. Ἐγὼ ἀπέστειλα ὑμᾶς θερίζειν, ὃ οὐχ ὑμεῖς κεκοπιάκατε· ἄλλοι κεκοπιάκασι, καὶ ὑμεῖς εἰς τὸν κόπον αὐτῶν εἰσεληλύθατε. ᾿Εκ δὲ τῆς πόλεως ἐκείνης πολλοὶ τῶν Σαμαρειτῶν ἐπίστευσαν εἰς αὐτὸν, διὰ τὸν λόγον τῆς γυναικός, μαρτυρούσης· Ὅτι εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα. Ὡς οὖν ἦλθον πρὸς αὐτὸν οἱ Σαμαρεῖται, ἠρώτων αὐτὸν μεῖναι παρ᾿ αὐτοῖς· καὶ ἔμεινεν ἐκεῖ δύο ἡμέρας. Καὶ πολλῷ πλείους ἐπίστευσαν διὰ τὸν λόγον αὐτοῦ. Τῇ τε γυναικὶ ἔλεγον· Ὅτι οὐκέτι διὰ τὴν σὴν λαλιὰν πιστεύομεν· αὐτοὶ γὰρ ἀκηκόαμεν, καὶ οἴδαμεν, ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ Σωτὴρ τοῦ κόσμου, ὁ Χριστός.

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ

Εκείνο τον καιρό, έφτασε ο Ιησούς σε μια πόλη της Σαμάρειας που λεγόταν Συχάρ, κοντά στο χωράφι που είχε δώσει ο Ιακώβ στο γιο του τον Ιωσήφ. Εκεί βρισκόταν το πηγάδι του Ιακώβ. Ο Ιησούς, κουρασμένος από την πεζοπορία, κάθισε κοντά στο πηγάδι· ήταν γύρω στο μεσημέρι. Οι μαθητές του είχαν πάει στην πόλη ν’ αγοράσουν τρόφιμα. Έρχεται τότε μια γυναίκα από τη Σαμάρεια να βγάλει νερό. Ο Ιησούς της λέει: «Δώσ’ μου να πιω». Εκείνη τού απάντησε: «Εσύ είσαι Ιουδαίος κι εγώ Σαμαρείτισσα. Πώς μπορείς να μου ζητάς να σου δώσω νερό να πιεις;» –επειδή οι Ιουδαίοι αποφεύγουν κάθε επικοινωνία με τους Σαμαρείτες. Ο Ιησούς της απάντησε: «Αν ήξερες τη δωρεά του Θεού και ποιος είν’ αυτός που σου λέει “δώσ’ μου να πιω”, τότε εσύ θα του ζητούσες κι εκείνος θα σου έδινε ζωντανό νερό». Του λέει η γυναίκα: «Κύριε, εσύ δεν έχεις ούτε καν κουβά, και το πηγάδι είναι βαθύ· από πού, λοιπόν, το ’χεις το τρεχούμενο νερό; Αυτό το πηγάδι μάς το χάρισε ο προπάτοράς μας ο Ιακώβ· ήπιε απ’ αυτό ο ίδιος και οι γιοι του και τα ζωντανά του. Μήπως εσύ είσαι ανώτερος απ’ αυτόν;» Ο Ιησούς της απάντησε: «Όποιος πίνει απ’ αυτό το νερό θα διψάσει πάλι· όποιος όμως πιει από το νερό που θα του δώσω εγώ δε θα διψάσει ποτέ, αλλά το νερό που θα του δώσω θα γίνει μέσα του μια πηγή που θ’ αναβλύζει νερό ζωής αιώνιας». Του λέει η γυναίκα: «Κύριε, δώσ’ μου αυτό το νερό για να μη διψάω, κι ούτε να έρχομαι ως εδώ για να το παίρνω». Τότε ο Ιησούς της είπε: «Πήγαινε να φωνάξεις τον άντρα σου κι έλα εδώ». «Δεν έχω άντρα», απάντησε η γυναίκα. Ο Ιησούς της λέει: «Σωστά είπες, “δεν έχω άντρα”· γιατί πέντε άντρες πήρες κι αυτός που μαζί του τώρα ζεις δεν είναι άντρας σου· αυτό που είπες είναι αλήθεια». Του λέει η γυναίκα: «Κύριε, βλέπω ότι εσύ είσαι προφήτης· οι προπάτορές μας λάτρεψαν το Θεό σ’ αυτό το βουνό· εσείς όμως λέτε ότι στα Ιεροσόλυμα βρίσκεται ο τόπος όπου πρέπει κανείς να τον λατρεύει». «Πίστεψέ με, γυναίκα», της λέει τότε ο Ιησούς, «είναι κοντά ο καιρός που δε θα λατρεύετε τον Πατέρα ούτε σ’ αυτό το βουνό ούτε στα Ιεροσόλυμα. Εσείς οι Σαμαρείτες λατρεύετε αυτό που δεν ξέρετε· εμείς όμως λατρεύουμε αυτό που ξέρουμε, γιατί η σωτηρία έρχεται στον κόσμο από τους Ιουδαίους. Είναι όμως κοντά ο καιρός, ήρθε κιόλας, που οι πραγματικοί λάτρεις θα λατρεύσουν τον Πατέρα με τη δύναμη του Πνεύματος, που αποκαλύπτει την αλήθεια· γιατί έτσι τους θέλει ο Πατέρας αυτούς που τον λατρεύουν. Ο Θεός είναι πνεύμα. Κι αυτοί που τον λατρεύουν πρέπει να τον λατρεύουν με τη δύναμη του Πνεύματος, που φανερώνει την αλήθεια». Του λέει τότε η γυναίκα: «Ξέρω ότι θα έρθει ο Μεσσίας, δηλαδή ο Χριστός· όταν έρθει εκείνος, θα μας τα εξηγήσει όλα». «Εγώ είμαι», της λέει ο Ιησούς, «εγώ, που σου μιλάω αυτή τη στιγμή». Εκείνη την ώρα ήρθαν οι μαθητές του κι απορούσαν που συνομιλούσε με γυναίκα. Βέβαια, κανείς δεν του είπε «τι συζητάς;» ή «γιατί μιλάς μαζί της;» Τότε η γυναίκα άφησε τη στάμνα της, πήγε στην πόλη κι άρχισε να λέει στον κόσμο: «Ελάτε να δείτε έναν άνθρωπο που μου είπε όλα όσα έχω κάνει στη ζωή μου· μήπως αυτός είναι ο Μεσσίας;» Βγήκαν, λοιπόν, από την πόλη κι έρχονταν σ’ αυτόν. Στο μεταξύ οι μαθητές τον παρακαλούσαν και του έλεγαν: «Διδάσκαλε, φάε κάτι». Αυτός όμως τους είπε: «Εγώ έχω να φάω τροφή που εσείς δεν την ξέρετε». Οι μαθητές έλεγαν μεταξύ τους: «Μήπως του ’φερε κανείς να φάει;» Αλλά ο Ιησούς τους είπε: «Δικιά μου τροφή είναι να εκτελώ το θέλημα εκείνου που με έστειλε, και να φέρω σε πέρας το έργο του. Εσείς συνηθίζετε να λέτε “τέσσερις μήνες ακόμη, κι έφτασε ο θερισμός”. Εγώ σας λέω: σηκώστε τα μάτια σας και κοιτάξτε τα χωράφια. Ασπροκοπούν από τα στάχυα τα ώριμα, έτοιμα κιόλας για το θερισμό. Ο θεριστής αμείβεται για τη δουλειά του και συνάζει καρπό για την αιώνια ζωή, έτσι ώστε μαζί να χαίρονται κι αυτός που σπέρνει κι αυτός που θερίζει. Γιατί εδώ αληθεύει η παροιμία “άλλος είναι που σπέρνει κι άλλος που θερίζει”. Εγώ σας έστειλα να θερίσετε καρπό που γι’ αυτόν εσείς δεν κοπιάσατε· άλλοι μόχθησαν, κι εσείς μπήκατε εκεί να θερίσετε το δικό τους κόπο». Πολλοί από τους Σαμαρείτες εκείνης της πόλης πίστεψαν σ’ αυτόν, εξαιτίας της μαρτυρίας της γυναίκας που έλεγε: «Μου είπε όλα όσα έχω κάνει». Όταν λοιπόν οι Σαμαρείτες ήρθαν κοντά του, τον παρακαλούσαν να μείνει μαζί τους· κι έμεινε εκεί δύο μέρες. Έτσι, πίστεψαν πολύ περισσότεροι ακούγοντας τα λόγια του κι έλεγαν στη γυναίκα: «Η πίστη μας δε στηρίζεται πια στα δικά σου λόγια· γιατί εμείς οι ίδιοι τον έχουμε τώρα ακούσει και ξέρουμε πως πραγματικά αυτός είναι ο σωτήρας του κόσμου, ο Χριστός».

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ (Πρ. Απ. 11, 19-30)

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, διασπαρέντες οἱ ἀπόστολοι ἀπὸ τῆς θλίψεως τῆς γενομένης ἐπὶ Στεφάνῳ διῆλθον ἕως Φοινίκης καὶ Κύπρου καὶ Ἀντιοχείας, μηδενὶ λαλοῦντες τὸν λόγον εἰ μὴ μόνον Ἰουδαίοις. Ἦσαν δέ τινες ἐξ αὐτῶν ἄνδρες Κύπριοι καὶ Κυρηναῖοι, οἵτινες εἰσελθόντες εἰς Ἀντιόχειαν ἐλάλουν πρὸς τοὺς Ἑλληνιστάς, εὐαγγελιζόμενοι τὸν Κύριον Ἰησοῦν. Καὶ ἦν χεὶρ Κυρίου μετ᾿ αὐτῶν, πολύς τε ἀριθμὸς πιστεύσας ἐπέστρεψεν ἐπὶ τὸν Κύριον. Ἠκούσθη δὲ ὁ λόγος εἰς τὰ ὦτα τῆς ἐκκλησίας τῆς ἐν Ἱεροσολύμοις περὶ αὐτῶν, καὶ ἐξαπέστειλαν Βαρνάβαν διελθεῖν ἕως Ἀντιοχείας· ὃς παραγενόμενος καὶ ἰδὼν τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ ἐχάρη, καὶ παρεκάλει πάντας τῇ προθέσει τῆς καρδίας προσμένειν τῷ Κυρίῳ, ὅτι ἦν ἀνὴρ ἀγαθὸς καὶ πλήρης Πνεύματος Ἁγίου καὶ πίστεως· καὶ προσετέθη ὄχλος ἱκανὸς τῷ Κυρίῳ. Ἐξῆλθε δὲ εἰς Ταρσὸν ὁ Βαρνάβας ἀναζητῆσαι Σαῦλον, καὶ εὑρὼν αὐτὸν ἤγαγεν αὐτὸν εἰς ᾿Αντιόχειαν. Ἐγένετο δὲ αὐτοὺς ἐνιαυτὸν ὅλον συναχθῆναι ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ καὶ διδάξαι ὄχλον ἱκανόν, χρηματίσαι τε πρῶτον ἐν Ἀντιοχείᾳ τοὺς μαθητὰς Χριστιανούς. ᾿Εν ταύταις δὲ ταῖς ἡμέραις κατῆλθον ἀπὸ Ἱεροσολύμων προφῆται εἰς Ἀντιόχειαν· ἀναστὰς δὲ εἷς ἐξ αὐτῶν ὀνόματι Ἄγαβος ἐσήμανε διὰ τοῦ Πνεύματος λιμὸν μέγαν μέλλειν ἔσεσθαι ἐφ᾿ ὅλην τὴν οἰκουμένην· ὅστις καὶ ἐγένετο ἐπὶ Κλαυδίου Καίσαρος. Τῶν δὲ μαθητῶν καθὼς ηὐπορεῖτό τις, ὥρισαν ἕκαστος αὐτῶν εἰς διακονίαν πέμψαι τοῖς κατοικοῦσιν ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ ἀδελφοῖς· ὃ καὶ ἐποίησαν ἀποστείλαντες πρὸς τοὺς πρεσβυτέρους διὰ χειρὸς Βαρνάβα καὶ Σαύλου.

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ

Εκείνες τις ημέρες, οι χριστιανοί που είχαν διασκορπιστεί από τα Ιεροσόλυμα, μετά το διωγμό που ακολούθησε το λιθοβολισμό του Στεφάνου, έφτασαν ως τη Φοινίκη, την Κύπρο και την Αντιόχεια. Σε κανέναν δεν κήρυτταν για το Χριστό παρά μόνο στους Ιουδαίους. Ανάμεσά τους ήταν και μερικοί Κύπριοι και Κυρηναίοι, που είχαν έρθει στην Αντιόχεια και κήρυτταν στους ελληνόφωνους Ιουδαίους το χαρμόσυνο μήνυμα, ότι ο Ιησούς είναι ο Κύριος. Η δύναμη του Κυρίου ήταν μαζί τους, και πολλοί ήταν εκείνοι που πίστεψαν και δέχτηκαν τον Ιησού για Κύριό τους. Οι ειδήσεις γι’ αυτά έφτασαν και στην εκκλησία των Ιεροσολύμων· έτσι έστειλαν το Βαρνάβα να πάει στην Αντιόχεια. Αυτός, όταν έφτασε εκεί και είδε το έργο της χάριτος του Θεού, χάρηκε και τους συμβούλευε όλους να μένουν αφοσιωμένοι στον Κύριο με όλη τους την καρδιά. Ο Βαρνάβας ήταν άνθρωπος αγαθός και γεμάτος Άγιο Πνεύμα και πίστη. Έτσι, πολύς κόσμος προστέθηκε στους πιστούς του Κυρίου. Ύστερα ο Βαρνάβας πήγε στην Ταρσό για να αναζητήσει το Σαύλο. Όταν τον βρήκε, τον έφερε στην Αντιόχεια. Εκεί συμμετείχαν στις συνάξεις της εκκλησίας για έναν ολόκληρο χρόνο και δίδαξαν πολύν κόσμο. Επίσης στην Αντιόχεια για πρώτη φορά ονομάστηκαν οι μαθητές του Ιησού «χριστιανοί». Εκείνες τις μέρες κατέβηκαν από τα Ιεροσόλυμα προφήτες στην Αντιόχεια. Ένας απ’ αυτούς, που τον έλεγαν Άγαβο, προανάγγειλε με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος ότι θα πέσει σ’ όλη την οικουμένη μεγάλη πείνα, πράγμα που έγινε όταν αυτοκράτορας ήταν ο Κλαύδιος. Οι χριστιανοί στην Αντιόχεια αποφάσισαν να στείλουν βοήθεια στους αδερφούς που κατοικούσαν στην Ιουδαία, ό,τι μπορούσε ο καθένας. Αυτό κι έκαναν: έστειλαν τη βοήθειά τους με το Βαρνάβα και το Σαύλο στους πρεσβυτέρους των Ιεροσολύμων.

Παρασκευή 20 Μαΐου 2022

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΕΝΟΣ ΑΓΙΟΥ

«Ένας άγιος έλεγε: “Κύριε, κάνε με να βοηθήσω κι όχι να με βοηθήσουν. Κάνε με να αγαπήσω κι όχι να με αγαπήσουν. Κάνε με να κατανοήσω κι όχι να με κατανοήσουν”» (Όσιος Γέρων Εφραίμ ο Φιλοθεΐτης ή της Αριζόνας).

Ο μεγάλος Γέροντας Εφραίμ της Αριζόνας αναφέροντας σε κάποια ομιλία του την παραπάνω σύντομη προσευχή ενός μη κατονομαζομένου αγίου δίνει το στίγμα του ήθους κάθε αγίου της Εκκλησίας: ο άγιος ζητά από τον Κύριο τη χάρη να ζει την αληθινή αγάπη, όπως την απεκάλυψε ο Ίδιος πάνω στον Σταυρό. «Εκείνος έπαθεν υπέρ ημών» και σ’ αυτή τη θυσιαστική αγάπη Του καλεί κάθε πιστό Του, αν θέλει να βρίσκεται στην ακολουθία Του και σε συντονισμό μαζί Του. Ποια είναι η βασική και καίρια εντολή του Ιησού Χριστού; «Αγαπάτε αλλήλους». Ο ένας να αγαπάει τον άλλον, αλλά με τον τρόπο τον δικό Του: «καθώς ηγάπησα υμάς». Κι αυτό το «καθώς» σημαίνει θυσία του εαυτού μας προς χάρη του άλλου. «Μεγαλύτερη αγάπη από αυτήν δεν υπάρχει, ώστε ο καθένας να θυσιάσει τον εαυτό του για χάρη των φίλων του». Κι αυτό το ήθος του Κυρίου ναι μεν αποκαλύφθηκε περίτρανα επί του Σταυρού, αλλά όλη η βιοτή Του καθ’ όλη τη διάρκεια της επί γης παρουσίας Του ήταν η ίδια: «Δεν ήλθα να υπηρετηθώ, είπε, αλλά να υπηρετήσω και να προσφέρω τον εαυτό Του για να λυτρωθεί ο κόσμος». Κι ακόμη: «εγώ είμαι ανάμεσά σας ως υπηρέτης».

Ο Θεός μας με άλλα λόγια βρίσκεται συνεχώς σε μία ενεργητική κατάσταση απέναντι στους ανθρώπους, τους κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Εκείνου δημιουργημένους, ο πόθος Του και η χαρά Του είναι να «εξέρχεται» προκειμένου να κατασκηνώνει στη δική μας ύπαρξη, ώστε εμείς να γινόμαστε δικές Του προεκτάσεις και δικά Του κατοικητήρια, συνεπώς ζητά και από εμάς να ζούμε στο αντίστοιχο με Εκείνον μήκος κύματος.  Κι αυτό θα πει: τον αληθινό εαυτό μας όπως μας έπλασε ο Θεός, τον βρίσκουμε όχι όταν αγωνιζόμαστε να διακρατήσουμε τα συμφέροντά μας και κάθε τι δικό μας, αλλά όταν όταν αποφασίσουμε να τον «χάσουμε» προσφέροντάς τον ως δώρο στον κάθε αναγκεμένο συνάνθρωπό μας. Είναι τα λόγια Εκείνου που επιβεβαιώνονται από κάθε πραγματικό άγιο: «Όποιος θέλει να σώσει τον εαυτό του θα τον χάσει, κι όποιος θα χάσει τον εαυτό του για χάρη μου θα τον βρει». Το ίδιο δεν βλέπουμε και στη γνωστή παραβολή του καλού Σαμαρείτη; Ποια είναι η τελική προτροπή του Κυρίου; «γεγονέναι πλησίον», να γινόμαστε εμείς πλησίον του άλλου και όχι ο άλλος σε εμάς – ό,τι αιτείται στην προσευχή του ο άγιος που μνημονεύει ο όσιος Γέρων Εφραίμ: εγώ να βοηθώ, εγώ να αγαπώ, εγώ να κατανοώ. Κι όπως σημειώσαμε, ευρισκόμενοι τότε σ’ αυτήν την κατεξοχήν ενεργητική κατάσταση βρίσκουμε τον εαυτό μας, γιατί βρίσκουμε και συναντάμε τον Θεό μας. «Ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ».

Γιατί όμως ο άγιος ζητά το ενεργητικό αυτό ήθος αγάπης από τον Θεό; Διότι βεβαίως μόνος του δεν μπορεί να το αποκτήσει. Είναι η πτώση στην αμαρτία που διέστρεψε όλες τις ανθρώπινες δυνάμεις και τις κατέστησε ανίκανες για αληθινή αγάπη. Η μετά την πτώση «αγάπη» λειτουργεί μόνο ως εγωισμός, ο άνθρωπος της αμαρτίας αγαπά μόνο τον εαυτό του και «χαίρεται» μόνο με ό,τι είναι δικό του. Αλλά αυτό συνιστά τη μεγαλύτερη αρρώστια, είναι η πιο «παραφυσική» κατάσταση του ανθρώπου. Κι ο Κύριος που ήλθε στον κόσμο και μας «ντύθηκε», μάς έδωσε ακριβώς τη χαρισματική αυτή πραγματικότητα: να μπορούμε να αγαπάμε σαν Εκείνον, γινόμενοι κι εμείς σαν Εκείνον. Τελικώς, κανείς άνθρωπος δεν βρίσκεται σε μεγαλύτερη ένταση και σε μεγαλύτερη ενεργητική κατάσταση από τον χριστιανό, τον συνεπή πιστό. Και για να το πούμε αλλιώς: ο πιστός αυτός λειτουργεί στον κόσμο ως ένας άλλος Χριστός, ως «εν σαρκί περιπολών Θεός».

Πέμπτη 19 Μαΐου 2022

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ, ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΠΡΟΥΣΗΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝ ΑΥΤΩ ΑΚΑΚΙΟΣ, ΜΕΝΑΝΔΡΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΥΑΙΝΟΣ

«Ο μέγας Πατρίκιος κατηγορήθηκε για την πίστη του στον Χριστό και οδηγήθηκε ενώπιον του επάρχου Ιουλίου. Αυτός προσπάθησε να τον πείσει να αλλαξοπιστήσει με πολλούς τρόπους, προβάλλοντάς του ως επιχείρημα τα θερμά ύδατα που έβγαιναν από μία πηγή. Του είπε δηλαδή ότι αυτά θερμαίνονται από την πρόνοια των θεών και εκχέονται προς ευεργεσία των ανθρώπων. Ο άγιος μάρτυς απάντησε ότι πράγματι βγαίνουν τα θερμά ύδατα προς ευεργεσία, αλλά από τη δύναμη του Κυρίου Ιησού, ο Οποίος έταξε να υπάρχουν δύο τόποι: ο ένας γεμάτος από αγαθά όπου αναπαύονται οι Δίκαιοι, κι ο άλλος γεμάτος από σκοτάδι και φωτιά, όπου θα κατακριθούν οι αμαρτωλοί μετά την εκ νεκρών ανάστασή τους. Κι ακόμη, συνέχισε ο άγιος, ο Θεός έβαλε τη φωτιά σε όλη την κτίση και την ανέμιξε και στα άλλα στοιχεία αυτής. Και υπάρχει πάνω από το ουράνιο στερέωμα φωτιά και νερό, ενώ το ίδιο υπάρχει και κάτω από τη γη, απ’ όπου και αναδίδονται οι πηγές. Κι εκείνες οι πηγές που πλησιάζουν τη φωτιά εκχέουν θερμό νερό, ενώ οι άλλες που απέχουν από τη φωτιά εκχέουν ψυχρό. Τόνισε δε ο άγιος ότι η φωτιά κάτω από τη γη είναι το κολαστήριο των ασεβών ψυχών, το πιο κάτω δε από όλα νερό πήζει και γίνεται κρύσταλλο, που ονομάζεται Τάρταρος, όπου εκεί έλαχε να κατοικούν οι θεοί των ειδωλολατρών. Κι αφού του είπε πολλά και παρόμοια, πρόσταξε ο άρχοντας να ριχτεί μέσα στα θερμά νερά που ανέβλυζαν. Κι αντί να πάθει κάποια βλάβη ο άγιος, βλάφτηκαν περισσότερο αυτοί που τον έριξαν, ενώ ο ίδιος εξήλθε αβλαβής. Τότε ο άρχοντας διέταξε να θανατωθεί με ξίφος, οπότε μαζί με τον Ακάκιο, τον Μένανδρο και τον Πολύαινο αποτμήθηκαν οι κεφαλές τους. Τελείται δε η σύναξή τους στον Ναό της Υπεραγίας Θεοτόκου».  

Μπορεί να μην αντιστοιχούν επακριβώς οι αντιλήψεις του αγίου ιερομάρτυρος Πατρικίου με ό,τι η Εκκλησία μας διδάσκει περί κολάσεως και παραδείσου, όμως τονίζει την κεντρική αλήθεια ότι υφίσταται η κόλαση και ο παράδεισος και ότι το κριτήριο που διαφοροποιεί τους ανθρώπους για τη μία ή την άλλη κατάσταση είναι η πίστη τους στον Χριστό και ο σύμφωνος με τις άγιες εντολές Εκείνου τρόπος της ζωής τους. Πιστεύεις δηλαδή στον Χριστό και αγωνίζεσαι να προσαρμόζεις τη ζωή σου με ό,τι Εκείνος είπε; Τότε η σχέση σου με τον Θεό θα είναι θετική, γευόμενος την αγαθή παρουσία Του ως Παράδεισο. Διαγράφεις τον Χριστό και ζεις σύμφωνα με τα πάθη σου και τις δαιμονικές επιρροές; Τότε δυστυχώς η σχέση σου με τον Θεό θα είναι αρνητική, όχι γιατί Εκείνος δεν σε θέλει, αλλά γιατί εσύ ο ίδιος διαμόρφωσες την ύπαρξή σου έτσι ώστε να μην Τον… αντέχεις! Ποια τραγωδία και κόλαση μεγαλύτερη πράγματι υπάρχει από το να υφίστασαι την απειρία αγάπης Εκείνου, τον Οποίο εσύ φρόντισες στη ζωή αυτή να μισήσεις στο έπακρο με την εμπαθή ζωή σου;

Ο άγιος Πατρίκιος και οι συν αυτώ άγιοι, Ακάκιος, Μένανδρος, Πολύαινος, τιμώνται από την Εκκλησία μας και ευφραίνονται στην αγκαλιά του Κυρίου τους, διότι κόσμησαν τη στολή της ιερωσύνης τους με όλες τις χάρες του Θεού αγωνιζόμενοι στην πράξη των εντολών Του, ενώ όταν ήλθε η στιγμή της ομολογίας τους κατέστησαν ολόλαμπρη τη στολή αυτή με το αίμα του μαρτυρίου τους, γινόμενοι προπύργια αληθινά της χριστιανικής πίστεως (ωδή α΄) – βάθρα και στερεώματα της πίστεως γίνονται εκείνοι που δίνουν και το αίμα τους για χάρη του Κυρίου Ιησού Χριστού, ακολουθώντας επακριβώς Εκείνου τα ίχνη (ωδή δ΄).

Κι είναι περιττό να σημειώσουμε αυτό που ισχύει για όλους τους μάρτυρες και τους αγίους της Εκκλησίας μας: ποιητικό αίτιο της όλης αγίας διαγωγής του Πατρικίου και των συν αυτώ, και όσο ζούσαν και κατά τον χρόνο του μαρτυρικού τέλους τους, ήταν ο διάπυρος ζήλος τους υπέρ της πίστεως και της ευσεβείας. Κανείς ποτέ δεν αγιάζει, κανείς ποτέ δεν προκόπτει κατά Χριστόν, αν δεν νιώθει μέσα στην καρδιά του πόθο μεγάλο μέχρι θανάτου για Εκείνον και τα Εκείνου. Πρόκειται για το πιο καίριο στοιχείο που μας αποκάλυψε ο Ίδιος ο Κύριος: «εάν με αγαπάτε, τηρήστε τις εντολές μου». Κίνητρο αδιάκοπο και παντοτινό για τον χριστιανό για να είναι και να παραμένει χριστιανός είναι η αγάπη. Αγάπη που φλογίζει όλη την ύπαρξη του ανθρώπου, σώμα και ψυχή, χωρίς να αφήνει περιθώρια χλιαρότητας ή πολύ περισσότερο ψύχους. Ο άγιος υμνογράφος Θεοφάνης καταγράφει: «Ο θεηγόρος Πατρίκιος αφού πυρώθηκε από τον ζήλο της πίστεως, κατεμάρανε τη φλόγα της πλάνης» (ωδή γ΄).  

ΝΑ ΦΥΛΑΞΟΥΜΕ ΓΝΗΣΙΑ ΤΙΣ ΕΝΤΟΛΕΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

«Φωτισθέντες, ἀδελφοί, τῇ Ἀναστάσει τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ καί φθάσαντες τό μέσον τῆς ἑορτῆς τῆς δεσποτικῆς, γνησίως φυλάξωμεν τάς ἐντολάς τοῦ Θεοῦ∙ ἵνα ἄξιοι γενώμεθα καί τήν Ἀνάληψιν ἑορτάσαι καί τῆς παρουσίας τυχεῖν τοῦ ἀγίου Πνεύματος» (Δοξαστικό αίνων Μεσοπεντηκοστής).

 (Αφού φωτιστήκαμε, αδέλφια, από την Ανάσταση του Σωτήρος Χριστού και φθάσαμε το μέσο της Δεσποτικής αυτής εορτής, ας φυλάξουμε αληθινά τις εντολές του Θεού. Κι αυτό για να γίνουμε άξιοι να εορτάσουμε και την Ανάληψη και να δεχτούμε την παρουσία του Αγίου Πνεύματος).

Κατά τον άγιο υμνογράφο η Ανάσταση του Κυρίου αποτελεί το γεγονός που έφερε το φως του Θεού στην ύπαρξη του ανθρώπου. Ο άνθρωπος λόγω της πτώσεώς του στην αμαρτία έχασε την κοινωνία του με τον Θεό, οπότε η δόξα και το φως του από τη σχέση του με Αυτόν χάθηκαν – ο ζόφος και η σκοτεινιά των παθών του τον περιέβαλαν με τρόπο τραγικό. Ο θρήνος του Αδάμ, όπως τον αποδίδει η Εκκλησία μας την Κυριακή της Τυρινής, εκφράζει τη θλιβερή αυτή πραγματικότητα. Ο ερχομός του Υιού του Θεού ως ανθρώπου στον κόσμο, η ενανθρώπησή Του ήταν εκείνη που ανακεφαλαίωσε τα πάντα – όλα μπήκαν στη θέση τους: ο Κύριος ήρε την αμαρτία του κόσμου, την κατήργησε επί του Σταυρού, θανάτωσε τον θάνατο και με την Ανάστασή Του έδειξε με τον πιο περίτρανο τρόπο ότι έκτοτε «ἡ ζωή κυριεύει» και το φως του Θεού είναι αυτό που πλημμυρίζει και πάλι τα σύμπαντα. «Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καί γῆ καί τά καταχθόνια». Μετά την Ανάσταση του Κυρίου ο ήλιος λάμπει διαρκώς, ο άνθρωπος και σύμπασα η φύση βρίσκονται αδιάκοπα κάτω από τις ευεργετικές ακτίνες Του, το σκοτάδι έχει διαλυθεί. Με μία βεβαίως προϋπόθεση: ο άνθρωπος να  θ έ λ ε ι  τον Χριστό στη ζωή του. Αυτή είναι η μεγαλωσύνη του Θεού μας: ενώ είναι παντοδύναμος και τίποτε δεν μπορεί να αντισταθεί στο θέλημά Του, ο Ίδιος περιορίζεται, ζητώντας την ελεύθερη υπακοή του κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Αυτού πλάσματός Του. Η πίστη δηλαδή του ανθρώπου είναι η αναγκαία συνθήκη, καθώς λέμε, για να εισρεύσει όλος ο πλούτος της θεότητας στην ύπαρξή του, γεγονός που αναδεικνύει την αξία της ελευθερίας στον άνθρωπο. Για να το πούμε με μία εικόνα: ο ήλιος έχει προβάλει με τη μεγαλύτερη δυνατή λαμπρότητα, αλλά πρέπει ο άνθρωπος να ανοίξει τα μάτια του για να δει την ομορφιά του φωτός. Ο Θεός μας δεν εκβιάζει τον άνθρωπο.

Η «συνθήκη» της πίστεως για τον άνθρωπο είναι η συμμετοχή του στον Σταυρό του Κυρίου. Όταν λέμε ότι ο άνθρωπος πιστεύει στον Χριστό σημαίνει ότι αποδέχεται τον λόγο Του ως την οδό της ζωής του – η πίστη δεν έχει τον χαρακτήρα μιας θεωρητικής απλώς αποδοχής. Κι είναι σταυρός για τον άνθρωπο η ακολουθία του Χριστού με βάση τις εντολές Του, γιατί καλείται ο άνθρωπος να «σταυρώσει» τη λογική του ως το απόλυτο κριτήριό του, να αγωνιστεί κατά των ψεκτών παθών του, του εγωισμού και της υπερηφάνειας του πάνω από όλα που τον έλκουν και τον δένουν γοητευτικά με τον πεσμένο κόσμο της αμαρτίας, να προσανατολίζεται διαρκώς χωρίς καμία διακοπή στην αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπό του, κυρίως δε τον θεωρούμενο εχθρό του – η αγάπη προς τον εχθρό είναι το πιο καθοριστικό στοιχείο της χριστιανικότητας κάποιου. Έτσι σταυρός και ανάσταση συνυπάρχουν στον πιστό άνθρωπο, οπότε και η χαρά και το φως της ανάστασης περνάνε μέσα από τις οδύνες του σταυρώματος των παθών. «Ἰδού γάρ ἦλθε διά τοῦ Σταυροῦ χαρά ἐν ὅλῳ τῶ κόσμῳ».

Για τον άγιο υμνογράφο λοιπόν, επανερχόμενοι στο τροπάριο, ο φωτισμός από την Ανάσταση έρχεται στον βαθμό που ο πιστός βρίσκεται σε μία διαρκή ένταση για να είναι πάνω στις εντολές του Κυρίου. Και τι τονίζει; Πρέπει να συνεχίσει ο πιστός να «φυλάει γνήσια τις εντολές του Χριστού, αν θέλει με τρόπο άξιο να εορτάσει και την Ανάληψη Εκείνου και τον ερχομό εν δόξη του Αγίου Πνεύματος». Είναι πολύ σημαντικός ο λόγος του. Γιατί τονίζει ότι η εορτή στην Εκκλησία, ιδίως δε μία Δεσποτική εορτή, απαιτεί αυξημένες προϋποθέσεις. Δεν μπορεί κανείς «εἰκῇ καί ὡς ἔτυχε» όπως λέμε, να έλθει στην Εκκλησία μία γιορτινή ημέρα και απλώς να παρακαθήσει στα λεγόμενα και ακουόμενα. Κάτι τέτοιο απάδει προς τη γνήσια χριστιανική πίστη κι ίσως αυτό να συνιστά και την τραγωδία ημών των περισσοτέρων θεωρουμένων χριστιανών. Ο υμνογράφος λοιπόν μάς βοηθάει: γιορτάζουμε σωστά την εορτή, όταν είμαστε στο άνοιγμα του εαυτού μας απέναντι στον Θεό και στον συνάνθρωπο. Διαφορετικά, παραμένουμε «αδιάβροχοι» στη χάρη του Θεού, γι’ αυτό και παρατηρείται το φαινόμενο να μπαίνουμε στην Εκκλησία και να εξερχόμαστε από αυτήν το ίδιο – ξένοι μπήκαμε ξένοι βγήκαμε.

Η Ανάληψη και η Πεντηκοστή ζητάει ανθρώπους συγγενείς προς το πνεύμα τους. Ένας είναι ο τρόπος που μας καθιστά «συγγενείς» προς τον Χριστό: η τήρηση των αγίων Του εντολών, που ενεργοποιεί το ένδυμα του αγίου βαπτίσματος. Και ένδυμα είναι ο ίδιος ο Χριστός! Κι αμέσως καταλαβαίνουμε ότι η κάθε εορτή, ιδίως η μεγάλη, λαμπρύνει στο ανώτερο δυνατό την εν Χριστώ ύπαρξή μας. Ο Χριστός λάμπει μέσω ημών! 

Τετάρτη 18 Μαΐου 2022

ΣΤΟ ΓΕΡΜΑ Τ' ΑΠΟΜΕΣΗΜΕΡΟΥ

 


Στο γέρμα τ' απομεσήμερου μες στα κρυστάλλινα νερά

το εξωκλήσι το λευκό  ακούραστα άδει

μ' αλάλητους στεναγμούς στον Κύριο της δόξης

το "Φως ιλαρόν" της στοργικής παρουσίας Του.

Κι από κοντά τ' ολόγιομο φεγγάρι με τη βελούδινη

στολή ονειρεμένης Δύσης κρατάει ακοίμητος φρουρός

 το"ίσο" μήπως φωνές αλλόκοτες άδειων και άγριων καρδιών

σχίσουν την αρμονία και γρατσουνίσουν την ομορφιά.

ΜΕΝΕ ΠΙΣΤΟΣ ΣΤΟ ΣΤΕΦΑΝΙ ΣΟΥ!

«Μερικοί κοσμικοί που ζούσαν αμελώς με ερώτησαν: «Πώς μπορούμε εμείς που ζούμε με συζύγους και είμαστε περικυκλωμένοι με τόσες κοινωνικές υποχρεώσεις ν’ ακολουθήσουμε τη μοναχική ζωή»; Και τους απήντησα:  «Όσα καλά μπορείτε, να τα κάνετε· κανένα να μη περιγελάσετε, κανένα να μη κλέψετε, σε κανένα να μην ειπήτε ψέματα, κανένα να μη περιφρονήσετε, κανένα να μη σκανδαλίσετε. Σε ξένο πράγμα και σε ξένη γυναίκα να μην πλησιάσετε. Αρκεσθήτε στην ιδική σας γυναίκα (πρβλ. Λουκ. Γ΄ 14). Εάν ζήτε έτσι, «ου μακράν εστε της βασιλείας των ουρανών» (Μάρκ. ιβ΄ 34)» (Άγ. Ιωάννης Κλίμακος, λόγ. α΄ 38).

Είναι παγίδα που σου στήνει πολλές φορές εκ δεξιών ο πονηρός: «ας ήμουνα καλόγερος.  Να ζούσα ελεύθερος· με ψυχική ανάταση· με προσευχή. Να ζούσα την αληθινή πνευματική ζωή. Τώρα όμως, μέσα στον κόσμο, μπλεγμένος στη ρουτίνα της ζωής, αλυσοδεμένος με τα δεσμά της οικογένειας και των κοινωνικών υποχρεώσεων, υποχρεωμένος να λέω τα κατά συνθήκη λεγόμενα ψέματα, με το κεφάλι πάντοτε κάτω, δεν γίνεται τίποτα». Και σου δημιουργεί ο αρχέκακος ένα άλλοθι αμέλειας: δεν κάνω τίποτε, ή κάνω ελάχιστα, γιατί ακριβώς δεν μ π ο ρ ώ  να κάνω κάτι άλλο. Γιατί έτσι είναι η «κανονικότητα» της ζωής μέσα στον κόσμο.  Και ησυχάζεις μ’ αυτόν τον τρόπο την ένοχη συνείδησή σου. Και πείθεσαι μάλιστα ότι η χριστιανική ζωή είναι μόνο για τους μοναχούς και τους καλόγερους. Σαν την κυρία κάποτε που απηυδισμένη από τα οικογενειακά της βάρη, από τις υποχρεώσεις της καθημερινότητας με τον σύζυγο και τα παιδιά της, μου είπε με απόλυτη σοβαρότητα: «Θέλω να πάω σε ένα μοναστήρι. Εκεί μόνο θα βρω τη γαλήνη που έχω ανάγκη. Εκεί θα ζήσω την πνευματική ζωή που ονειρεύομαι». Και το πίστευε. Και το ‘χε σχεδόν αποφασισμένο.

Κι είναι παγίδα, γιατί υπάρχει αληθοφάνεια: αυτό δείχνει η πραγματικότητα των πολλών, ακόμη και των χριστιανών, των ανθρώπων της Εκκλησίας. Αλλά έτσι χωρίς να το καταλάβεις, παρασύρεσαι στην αίρεση της διάσπασης της χριστιανικής ζωής. Στην αθέλητη και ανεπίγνωστη υποβάθμιση του λόγου του Χριστού, ή ακόμη χειρότερα, στον παραμερισμό Του από τη ζωή σου, γιατί τάχα δεν τα κανόνισε όπως έπρεπε: ζητάει το θέλημα του Θεού, που είναι τελικά όμως μόνο για τους λίγους, για τους εκλεκτούς! Σαν να υπάρχουν δύο ευαγγέλια!

Ο άγιος Ιωάννης σε προσγειώνει, γιατί σε αγαπά: η αμέλεια της χριστιανικής ζωής στον κόσμο δεν έχει δικαιολογία, δεν έχει άλλοθι. Είσαι κοντά στη βασιλεία του Θεού, είσαι μέσα στον Χριστό δηλαδή, αν προσπαθείς στην ουσία ένα πράγμα: να κρατάς λίγο την αγάπη προς τον συνάνθρωπο. Να  μην τον αδικείς σε οτιδήποτε πρώτα, και ό,τι καλό μπορείς να του κάνεις, να το κάνεις χωρίς δισταγμό. Και κυρίως: αφού είσαι έγγαμος, μην ξενοκοιτάς. Μένε πιστός στο στεφάνι σου!

Δεν είπε τυχαία ο όσιος γέρων Παΐσιος: «Δεν υπάρχει δεν μπορώ. Υπάρχει δεν θέλω. Και υπάρχει δεν θέλω, γιατί τελικά δεν αγαπώ».

Τρίτη 17 Μαΐου 2022

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

«῾Ο ἐν ἁγίοις Πατήρ ἡμῶν ᾽Αθανάσιος, ἐπίσκοπος Χριστιανουπόλεως, (ἔτσι καλεῖτο ἡ τωρινή ἐπαρχία τῆς Τριφυλλίας, στήν ὁποία σώζεται ἀκόμη καί τώρα χωριό πού ὀνομάζεται ῾Χριστιάνοι᾽, ὅπου ὑπάρχει καί μεγαλοπρεπής βυζαντινός ναός ἑτοιμόρροπος), γεννήθηκε στήν Κέρκυρα τό δεύτερο ἥμισυ τοῦ 17ου αἰ., τό 1665, ἀπό γονεῖς εὐσεβεῖς καί ἐνάρετους, τόν ᾽Ανδρέα καί τήν Εὐφροσύνη. ῾Ο πατέρας του πού διορίστηκε ἀπό τήν ῾Ενετική Δημοκρατία διοικητής τῆς ἐπαρχίας τῆς Καρύταινας μετοίκησε ἐκεῖ μέ ὅλη τήν οἰκογένεια, γιατί ἀκολούθησε τόν νεοδιορισθέντα τότε κυβερνήτη τῆς Πελοποννήσου στό Ναύπλιο. Εἶχε τρεῖς υἱούς, ἀπό τούς ὁποίους ὁ μεγαλύτερος ᾽Αντώνιος νυμφεύθηκε στήν Καρύταινα, παίρνοντας σύζυγο τήν ἀδελφή τοῦ πλούσιου καί διάσημου ἁρματωλοῦ ῾᾽Αθανασίου Κουλᾶ᾽ (καπετάν Θανάση). ῾Ο μικρότερος ὅμως ᾽Αθανάσιος πηγαίνοντας κάποτε ἀπό τήν Καρύταινα στό Ναύπλιο, γιά νά κατασκευάσει τήν νυφική στολή τῆς μνηστῆς του, τήν ὁποία χωρίς τήν θέλησή του μνηστεύθηκε ἐπειδή τόν ἐξανάγκασε γι᾽ αὐτό ὁ πατέρας του, βλέπει καθ᾽ ὁδόν κάποια ὀπτασία, ἐξ αἰτίας τῆς ὁποίας γράφει ἀπό τό Ναύπλιο πρός τόν πατέρα του νά διαλύσει τούς ἀρραβῶνες, διότι πρόκειται νά ἀναχωρήσει ὁ ἴδιος σέ ἄγνωστο τόπο. Πορεύτηκε τότε στά Πατριαρχεῖα καί ἔγινε μοναχός. Τόσο μεγάλη ταπεινοφροσύνη καί ἐπίδοση στήν ἀρετή ἔδειξε ἐπί δέκα ὁλόκληρα ἔτη, ὥστε ὁ τότε πατριάρχης Γαβριήλ, ἐπειδή χήρευε ἡ ἐπισκοπή Χριστιανουπόλεως, χειροτόνησε αὐτόν ὡς ἐπίσκοπό της, ἀφοῦ διῆλθε κανονικά τούς τρεῖς βαθμούς τῆς ἱερωσύνης. Ζῶντας ἀκόμη ὁ ἅγιος αὐτός ἔκανε πολλά θαύματα πού τά διέσωσε ἡ παράδοση. Πόσα ἀκριβῶς ἔτη ποίμανε τό ποίμνιό του δέν γνωρίζουμε. Τρία ὅμως ἔτη ἀπό τόν θάνατο καί τόν ἐνταφιασμό του, τήν ἡμέρα τῆς ἀνακομιδῆς τοῦ λειψάνου του, βγῆκε ὁ ἅγιος σῶος σέ κατάσταση ῾ἡμιλελυμένη᾽, ὅπως καί τό ἱερό λείψανο τοῦ ἁγίου πατριάρχου Γρηγορίου τοῦ Ε´, ξεχύνοντας ὅμως μυρίπνοη καί ἄρρητη εὐωδία. Μετακομίσθηκε δέ ἀπό τόν ἐξ ἀγχιστείας συγγενή του πού εἴπαμε ᾽Αθανάσιο Κουλᾶ στήν Μονή τοῦ τιμίου Προδρόμου στήν Γορτυνία (πού ἀπεῖχε μία ὥρα ἀπό τήν Στεμνίτσα), γιατί ἦταν τόπος ὀχυρωμένος καί ἀπόρθητος. ῎Εκτοτε διαμένει τό πανίερο σκήνωμά του στήν Μονή. Καί ἡ μέν χαριτόβρυτη κάρα του πού ἀργυρώθηκε κατατέθηκε σέ ἰδιαίτερη ἀργυρή θήκη, τό δέ ὑπόλοιπο λείψανο σέ ξεχωριστή λάρνακα. Τά μετά θάνατον θαύματα τοῦ ἁγίου ἀναγράφονται κατά πλάτος στήν βιογραφία του, πού δημοσιεύθηκε στόν πέμπτο τόμο τοῦ νέου Συναξαριστοῦ, πού ὀνομάζεται ῾Σαρδόνυξ᾽, καί ὅποιος θέλει ἄς τά ἀναγνώσει ἐκεῖ».

Δέν φείδεται ἐπαίνων ὁ ὑμνογράφος τῆς ᾽Εκκλησίας μας τιμώντας τόν ἅγιο ᾽Αθανάσιο τόν νέο. Διότι στήν πραγματικότητα οἱ ἔπαινοί του γι᾽ αὐτόν ἀποτελοῦν δοξολογία ᾽Εκείνου πού τόν χαρίτωσε μέ ἐξαιρετικό τρόπο, τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου μας ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ. «Θαυμαστός ὁ Θεός ἐν τοῖς ἁγίοις Αὐτοῦ» καί «Τοῖς ἁγίοις τοῖς ἐν τῇ γῇ αὐτοῦ ἐθαυμάστωσε ὁ Κύριος» βεβαιώνει πάντοτε ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. ῎Αν τιμᾶται δηλαδή ἕνας ἅγιος, ὅπως γνωρίζουμε ὅλοι, εἶναι διότι μέσω αὐτοῦ ὁ Θεός φανερώνεται μέσα στόν κόσμο: ὁ ἅγιος γίνεται τό κατάλληλο σκεῦος γιά νά ὑπάρξει σ᾽ αὐτόν ὁ Κύριος προσφέροντας ἔτσι πολλαπλῶς τήν χάρη Του στούς ἀνθρώπους. Στό δοξαστικό τοῦ ἑσπερινοῦ μέ τόν πανηγυρικό πλ. α´ ὁ ὑμνογράφος καταγράφει: «Πόσο θαυμαστά εἶναι τά ἔργα Σου, Χριστέ! Ανέδειξες στούς ἔσχατους χρόνους ὡς θαυματουργό τόν ἱεράρχη Σου ᾽Αθανάσιο». Κι εἶναι ἡ ἐπισήμανσή του αὐτή αὐτονόητη μέν, ὅμως κατεξοχήν βαρυσήμαντη. Διότι κατά τήν πίστη μας ὁ Θεός εἶναι ᾽Εκεῖνος πού ἀναδεικνύει τούς ἁγίους Του. Καί τούς ἀναδεικνύει μέ τά σημάδια πού ἐπιτρέπει νά ἔχουν: τήν ἀφθαρσία καί τήν εὐωδία τῶν λειψάνων τους, τά θαύματα πού ἐπιτελοῦνται μέσω αὐτῶν καί ἐνόσω ζοῦν καί μετά θάνατον, τή δύναμη πού ἐκπέμπουν τά λείψανά τους – κυριολεκτικά ἀσπίδα καί δόρυ ταυτόχρονα κατά τοῦ ἀρχεκάκου πονηροῦ. ῾Ο ὑμνογράφος μάλιστα σέ ἔξαρση θεία εὑρισκόμενος γιατί εἶναι κι αὐτός μέτοχος τῶν θαυμασίων τοῦ ἁγίου θά πεῖ: «Καί οἱ αὐτόπτες τῶν θαυμάτων σου ζοῦν τώρα στήν ἐποχή μας: αὐτοί εἶναι οἱ μάρτυρες ὅτι σύ εἶσαι θαυματουργός, ἔνδοξε ᾽Αθανάσιε» (στιχηρό ἑσπερινοῦ). Γι᾽ αὐτό καί καλεῖ τούς πάντες σέ δοξολογία: «᾽Εμπρός  μέ ἱερούς ὕμνους ἄς καταστέψουμε τήν θεία Κάρα, πού ᾽ναι γεμάτη ἀπό εὐωδία καί ἀναβρύζει πάμπολλα θαύματα» (στιχηρό ἑσπερινοῦ).

῾Ο ἅγιος ὑμνογράφος προβαίνει σέ συσχετισμούς γιά νά ἀναδείξει τή χαρισματική φυσιογνωμία τοῦ ἐκ Κερκύρας καταγομένου, ἀλλά στήν Γορτυνία τελικῶς καταλήξαντος ἁγίου ᾽Αθανασίου. Τόν σχετίζει ἀφενός μέ τόν μεγάλο Πατέρα καί οἰκουμενικό Διδάσκαλο ὁμώνυμό του ἅγιο ᾽Αθανάσιο ᾽Αλεξανδρείας, τόν «στύλον τῆς ᾽Εκκλησίας» καί «καθαιρέτην» τοῦ αἱρεσιάρχη  ᾽Αρείου, λέγοντας ὅτι ὄχι μόνο ἔχουν τό ἴδιο ὄνομα, ἀλλά καί τόν ἴδιο τρόπο ζωῆς. ῾Ο ἅγιος ᾽Αθανάσιος ὁ νέος δηλαδή εἶναι ἐφάμιλλος τοῦ μεγάλου ᾽Αθανασίου. Διότι καί ὁ δεύτερος ὅπως καί ὁ πρῶτος ἔγινε λαμπρό δοχεῖο τοῦ ἁγίου Πνεύματος. «Ὅλοι οἱ εὐσεβεῖς σήμερα ἄς ἀνυμνήσουμε τόν ἱεράρχη, τόν ἐπώνυμο τῆς ἀθανασίας καί ἐφάμιλλο τοῦ μεγάλου ᾽Αθανασίου...ὁ ὁποῖος ἔγινε λαμπρό δοχεῖο τοῦ ἁγίου Πνεύματος» (στιχηρό ἑσπερινοῦ). Κι ἀκόμη: τόν θεωρεῖ διάδοχο τῶν ἀποστόλων ὄχι μόνο λόγω τῆς ἀρχιερωσύνης του, ἀλλά κυρίως λόγω τῆς κατ᾽ ἀλήθειαν ἴδιας ζωῆς του μέ ἐκείνους. «Διάδοχος ὤφθης  ἀ λ η θ ή ς, πάτερ ᾽Αθανάσιε, τῶν ἀποστόλων» (ἀπόστιχα ἑσπερινοῦ). Δέν διστάζει μάλιστα νά δεῖ στό πρόσωπό του μία προέκταση ἐπακριβή τοῦ μεγάλου ἀποστόλου τῶν ἐθνῶν ἁγίου Παύλου, κυριολεκτικά ἕνα δικό του ἀποτύπωμα καί ἐκμαγεῖο. «᾽Εκμαγεῖον τοῦ σκεύους τῆς ἐκλογῆς ἀνεδείχθης, ἱερώτατε» (αἶνοι). Κι ὄχι ἄδικα. Διότι καί ὁ ἅγιος ᾽Αθανάσιος σάν τόν ἀπόστολο Παῦλο «τήν πίστη κράτησε, τόν δρόμο τόν ἔφτασε στό τέλος, καθώς ἀγωνίστηκε τόν καλόν ἀγώνα. Διότι ποιμαίνοντας καί παλεύοντας καί δουλαγωγώντας τό σαρκικό φρόνημα ἔγινε τά πάντα σέ ὅλους, γιά νά κερδίσει τούς πάντες» (λιτή).

Κατά συνέπεια, ὅπως καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἔβλεπε ὅτι μέ τή χάρη τοῦ Χριστοῦ ζοῦσε ᾽Εκεῖνος μέσα στήν ὕπαρξή του («ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός»), κατά τόν ἴδιο τρόπο καί ὁ ᾽Αθανάσιος ἔβλεπε ᾽Εκεῖνον νά ζεῖ μέσα σ᾽ αὐτόν, γιατί ἀκολουθοῦσε ἐπακριβῶς τά ἴχνη τοῦ Κυρίου: «᾽Ακολουθώντας τά ἴχνη σου, Κύριε, ἀποθέωσε μέ τίς ἀρετές τό πνεῦμα καί τό σῶμα» (Δοξαστικό ἑσπερινοῦ). Γι᾽ αὐτό καί κύριο γνώρισμα τῆς ζωῆς του ἦταν ἡ θυσιαστική ἀγάπη του πρός τούς ἀνθρώπους σάν τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. «Καί τόν Σωτῆρα μιμούμενος, ὑπέρ τῶν προβάτων τήν ψυχήν αὐτοῦ ἐτίθει» (Λιτή). Καί πρέπει πάντοτε νά τό θυμόμαστε:  ἐκεῖνο πού ἀποδεικνύει ὅτι ὄντως ἕνας ἅγιος εἶναι ἅγιος ὡς ἀκόλουθος τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἀγάπη τήν ὁποία ἔχει πρός τούς ἀδελφούς συνανθρώπους του. ῎Αν μέ ἄλλα λόγια ἡ κάθε ἀσκητική διαγωγή του  δέν καταλήγει στήν ἀγάπη, δέν ἔχει ἰδιαίτερο νόημα. Γιατί ἀσκήσεις καί δουλαγωγήσεις τοῦ σώματος βρίσκουμε καί ἐκτός τῆς χριστιανικῆς πίστεως σέ ἀνθρώπους ἄλλων θρησκειῶν. ᾽Ασκήσεις ὅμως πού κατανοοῦνται ὡς μέσα ἀποκτήσεως τῆς καθαρῆς τοῦ Χριστοῦ ἀγάπης μόνο στήν χριστιανική πίστη. Κι ὁ ἅγιος ᾽Αθανάσιος εἶχε πλήρη ἐπίγνωση τῆς σκοποθεσίας αὐτῆς. «῾Υπέρ ἄνθρωπον οἱ ἀγῶνες του καί οἱ πυκνές ἀσκήσεις του». ᾽Αλλά «γιά νά διαφυλάξει ἄσπιλο τόν πολύτιμο καί ἰσάγγελο χιτώνα τῆς παρθενίας του, ὥστε νά κραυγάζει πάντοτε στόν Κύριο ὅτι κόλλησε ἡ ψυχή του πίσω ἀπό Αὐτόν» (λιτή).

῎Οχι μόνο ἡ Γορτυνία, ὄχι μόνο ὁ τόπος τῆς καταγωγῆς του ἡ Κέρκυρα, ἀλλά κάθε τόπος ὅπου γῆς ἔχει προστρέχοντα στά προβλήματά του τόν ἰσάγγελο ἅγιο ᾽Αθανάσιο τόν νέο. ᾽Ιδίως ὅμως οἱ ῞Ελληνες μποροῦμε εὔκολα νά ἔχουμε πρόσβαση στά ἅγια καί χαριτόβρυτα λείψανά του. ῾Η Μονή τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννου τοῦ Προδρόμου πού τά διαφυλάσσει μᾶς ἑλκύει σάν μαγνήτης. ᾽Εκεῖ εἶναι τό κέντρο τῆς πανηγύρεως. Καί γι᾽ αὐτό ἀφενός προσευχόμαστε ὁ Κύριος νά διαφυλάσσει τήν Μονή καί τούς Πατέρες της, ἀφετέρου εἴτε νοερῶς εἴτε ἐν σώματι ἐπιθυμοῦμε νά βρεθοῦμε ἐκεῖ.  «Μέ σκιρτήματα ἐπιτελεῖ τή φαιδρά πανήγυρη ὡς ἱερή πανδαισία ἡ Μονή τοῦ Προδρόμου, σοφέ ᾽Αθανάσιε. Γιατί κατέχει στά σπλάχνα της τήν δική σου πάντιμη καί θεοβράβευτη Κάρα καί ἀνυμνεῖ τούς ἐνάρετους ἀγῶνες σου. Γι᾽ αὐτό καί φύλαγέ την» (κάθισμα ὄρθρου).

ΟΙ… ΒΛΑΣΦΗΜΙΕΣ ΤΟΥ ΚΑΛΟΓΕΡΟΥ!

Ο Ευστάθιος βρήκε αυτό που ζητούσε: είχε βγει έξω από το μοναστήρι του και έψαχνε μέσα στο μικρό δάσος που ανοιγόταν στην πίσω πλευρά του. Ένα κλαδί!  Αυτό ήταν το αντικείμενο της αναζήτησής του… Χαμογέλασε πικρόχολα - ήθελε περισσότερο να κλάψει. Το κλαδί ήταν εκείνο που πίστευε ότι θα τον βοηθήσει στο πρόβλημά του, στο πάθος του.

v  

Ήταν χρόνια πολλά καλόγερος στο ευλογημένο αυτό μοναστήρι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Ο Γέροντας και οι άλλοι μοναχοί  προσέβλεπαν σε αυτόν σαν σε πρότυπο. Ήταν το… καμάρι του μοναστηριού! Πρώτος στις ακολουθίες, πρώτος σε όλα τα διακονήματα, πρώτος στην υπακοή. Ο λόγος του πάντοτε σεμνός και ταπεινός, «άλατι ηρτυμένος» που λέει και ο απόστολος. Κουβέντα άσχημη ή πειρακτική δεν είχαν ποτέ ακούσει να βγαίνει από το στόμα του. Το μόνο που τους προβλημάτιζε, και ιδίως τον Γέροντα, ήταν τα μάτια του! Απέπνεαν μόνιμα σχεδόν μία ελαφρά μελαγχολία. Σαν να σκιάζονταν πάντοτε από κάποια θλίψη.

«Τι σου συμβαίνει, Ευστάθιε;» ρωτούσε κατά καιρούς ο Γέροντας. «Τι είναι εκείνο που σε βασανίζει;»

Ο Ευστάθιος αρνιόταν ότι υπήρχε πρόβλημα. Εξομολογείτο τακτικά, καθάριζε την ψυχή του, απεκάλυπτε τους λογισμούς του, αλλά πέραν τούτου… ουδέν.

«Μάλλον είναι ο χαρακτήρας του μελαγχολικός», κατέληξε τελικά ο Γέροντας. Σταμάτησε να του θέτει το ερώτημα. Απλώς αύξησε την προσευχή του για τον καλό μοναχό του. Είκοσι χρόνια τώρα τον έβλεπε στην ίδια κατάσταση.

v  

Ο Ευστάθιος έσκυψε και πήρε το κλαδί. Πήγε στο κελί του. «Θα σε κανονίσω γερά τώρα!» είπε στον εαυτό του. Γύμνωσε το στήθος και την πλάτη του. Οι ραβδιές από το κλαδί, το ακαθάριστο, έπεφταν απανωτά και του αυλάκωναν το κορμί. Σταγόνες από αίμα άρχισαν να ρέουν, προσπαθώντας να βρουν τον τρόπο να ενωθούν με το αυλάκι που έτρεχε από τα μάτια του. Κάποια στιγμή αίμα και δάκρυα έγιναν ένα…

Είχε λιώσει από τη νηστεία ο Ευστάθιος. Πετσί και κόκκαλο που λένε. Προστέθηκε τώρα και το μαστίγωμα. Αλλά τελικά ούτε κι από αυτό είδε αποτέλεσμα. Το πρόβλημά του παρέμενε. Το πάθος του συνεχιζόταν… αμείωτο. Έβλεπε να οδηγείται σιγά σιγά στην απόγνωση!

v  

Ποιο το πάθος του σπουδαίου αυτού μοναχού; Ποια η αιτία της μελαγχολίας του; Δεν ήθελε να το ομολογήσει ούτε και στον εαυτό του. Δεν μπορούσε γι’ αυτό να το ομολογήσει ούτε και στον Γέροντά του. Η ώρα της εξομολόγησής του γινόταν ώρα κρίσης γι’ αυτόν. Σε όλα άνοιγε την καρδιά του στον Γέροντα, αλλά στο συγκεκριμένο… τίποτε. Το πάθος της… βλασφημίας! Καλύτερα: οι λογισμοί βλασφημίας που τον ταλαιπωρούσαν είκοσι χρόνια τώρα. Τον στενοχωρούσαν στην αρχή, τον έπνιγαν και τον διέλυαν στη συνέχεια. Κι έρχονταν την ώρα ιδίως της προσευχής, των ακολουθιών, την ώρα – Θεέ μου, συγχώρησε! – της ετοιμασίας του για τη θεία Κοινωνία. Ακόμη και την ώρα που ήταν έτοιμος να ανοίξει το στόμα του για να πάρει μέσα του το σώμα και το αίμα του Κυρίου του…

Είχε πάρει πολλές φορές την απόφαση να το εξαγορευτεί στον Γέροντα. Μα όταν ερχόταν η ώρα, σαν να καθηλωνόταν. «Καλόγερος εγώ, και να πω ότι έχω λογισμούς βλασφημίας για τον ίδιο τον Κύριο, για την Παναγία Μητέρα Του, για τους αγίους μας; Τόσο βρομερός πια δεν γίνεται… Δεν θα το αντέξει ούτε κι ο Γέροντάς μου. Μπορεί και να τον σκοτώσει η αποκάλυψή μου αυτή. Πρέπει να τον… προστατεύσω!»

Και χρόνια τώρα το μαρτύριό του συνεχιζόταν. Είχε αυξήσει είναι αλήθεια τις νηστείες και τις σωματικές κακοπάθειες. Είχε σταματήσει εδώ και χρόνια να κοιμάται στο ασκητικό του κρεβάτι – το έδαφος δεχόταν το λιπόσαρκο κορμί του. Πίστευε ότι θα καταπολεμούσε με τον τρόπο αυτόν τη συγκεκριμένη αυτή «ροπή»! Μα του κάκου! Από το κακό στο χειρότερο. Οι λογισμοί σαν να θέριευαν με τον καιρό. Η απελπισία άρχισε να πλανάται σα σύννεφο βαρύ πάνω από την καρδιά και το κεφάλι του. Μία σκέψη άρχισε να καρφώνεται μέσα του: να φύγει από το μοναστήρι. Δεν ήταν άξιος να βρίσκεται σ’ έναν τέτοιο αγιασμένο τόπο. «Οι βρομεροί ανήκουν στους βρομερούς» συνήθιζε πια να λέει μέσα του. Τα βήματα της παραφροσύνης δεν θα αργούσαν μάλλον να ακουστούν κι αυτά στο θολωμένο μυαλό του αφοσιωμένου στον Θεό!

v  

Τον λυπήθηκε η Παναγία Μητέρα που έβλεπε τον χωρίς αποτέλεσμα αγώνα του. Απευθύνθηκε στον Υιό και Θεό Της, ο Οποίος αύξανε διαρκώς τα πνευματικά στεφάνια του εκλεκτού παιδιού του Ευσταθίου! Κι έδωσε την άδεια. Τον φώτισε λοιπόν η Πανάχραντη Θεοτόκος και του έβαλε την ιδέα: «Δεν γράφω σε χαρτί το πάθος αυτό; Το τι μου συμβαίνει; Να το ομολογήσω με τα χείλη δεν μπορώ. Αλλά αν το γράψω;» Βρήκε τη λύση ιδανική. Είδε την ανακούφιση που του έφερε. Και το έθεσε αμέσως σε εφαρμογή.

Μπροστά στον Γέροντα, γονατιστός, με δάκρυα στα μάτια, στέκεται ο Ευστάθιος, περιμένοντας την… «καταδικαστική» απόφαση. Η καρδιά του χτυπά γοργά. Δεν τολμά να ανυψώσει τους οφθαλμούς. Το ξύλινο πάτωμα γίνεται η αγκαλιά που δέχεται με καρτερία το θλιμμένο και απελπισμένο βλέμμα του. Δεν μπόρεσε γι’ αυτό να δει το χαμόγελο που χαράχτηκε αμέσως στα χείλη του Γέροντα, μόλις διάβασε το χαρτί. Άπλωσε αυτός τα χέρια και σήκωσε τον εκλεκτό μοναχό του. Τότε είδε ο Ευστάθιος το χαμογελαστό πρόσωπο του Γέροντά του, και η απορία ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του.

«Κατάλαβε τι έγραψα;» ψέλλισε μέσα του. Αλλά ο Γέροντας δεν άφησε περιθώρια άλλου προβληματισμού.

«Παιδί μου, Ευστάθιε. Αγαπημένο μου παιδί. Γιατί δεν το ομολογούσες τόσα χρόνια; Ώστε αυτή ήταν η αιτία της θλίψης και της μελαγχολίας σου! Παιδί μου, δεν ξέρεις ότι ο δαίμων της βλασφημίας υπάρχει και επιτίθεται σε κάθε άνθρωπο του Θεού που θέλει να βαδίζει σωστά σύμφωνα με το άγιο θέλημα Εκείνου; Δεν είσαι εσύ ο αίτιος των βλάσφημων αυτών λογισμών. Ο καρδιογνώστης Κύριος γνωρίζει καλά ότι δεν είναι δικά μας αυτού του είδους τα λόγια και οι σκέψεις, αλλά των εχθρών μας, των πονηρών δαιμόνων. Δεν έχεις ακούσεις και διαβάσει ότι και τον ίδιο τον Κύριο τον πρόσβαλε αυτός ο δαίμων, για να πάρει την απάντησή Του βεβαίως «ύπαγε οπίσω μου, σατανά»! Η μόνη στάση λοιπόν απέναντι στο δαιμόνιο αυτό είναι η πλήρης περιφρόνηση. Να μη του δίνει κανείς απολύτως καμία σημασία. Μόνον όποιος περιφρονεί τον δαίμονα αυτόν, μπορεί να ελευθερωθεί από το συγκεκριμένο πάθος. Αν θελήσει να βρει τρόπους για να τον αντιπαλέψει αλλιώς, στο τέλος πάντοτε νικιέται – σαν να θέλει να κλείσει κάπου τους ανέμους!»

Όρθιος τώρα ο Γέροντας, όρθιος και ο Ευστάθιος. Παίρνει ο Γέροντας το δεξί χέρι του μοναχού και το καθοδηγεί πάνω στον αυχένα του. «Βάλε εδώ το χέρι σου, Ευστάθιε, εδώ στο σβέρκο μου». Με το χέρι του στον αυχένα του Γέροντα ο Ευστάθιος ακούει τον λόγο εκείνο που θα του δώσει την πλήρη ελευθερία, την απαλλαγή από τον δαίμονα.

«Ας είναι επάνω στον τράχηλό μου, αδελφέ, αυτή η αμαρτία, όσα χρόνια την είχες ή θα την έχεις ακόμη. Μόνο εσύ να μην την υπολογίζεις πλέον καθόλου».

Δεν πρόλαβε να βγει ο Ευστάθιος από το κελί του Γέροντα, και το πάθος έγινε άφαντο - ο δαίμων της βλασφημίας δεν τόλμησε να τον ξαναπλησιάσει. Τα δάκρυά του έκτοτε συνεχίστηκαν. Αλλά ως δάκρυα χαράς και ευγνωμοσύνης προς τον Θεό. Και τα μάτια του πια φωτίστηκαν από τον ήλιο του Θεού. Όποιος τον έβλεπε καταλάβαινε ότι ο καλόγερος αυτός πατάει στη γη, μα ζει στους ουρανούς. Η χαρά του ουρανού  ήταν παρούσα μέσα από την δική του ευλογημένη ύπαρξη.

(Από την Κλίμακα του αγίου Ιωάννου, λόγος κγ΄)

Δευτέρα 16 Μαΐου 2022

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΗΓΙΑΣΜΕΝΟΣ

«Ο όσιος Θεόδωρος ο ηγιασμένος, ο οποίος άκμασε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορος Ιουλιανού του Παραβάτου (361-363) καταγόταν από την Αίγυπτο και γεννήθηκε από γονείς πλούσιους. Σε νεαρή ηλικία ακολούθησε τον όσιο Παχώμιο στη Θηβαΐδα της Αιγύπτου και εντάχτηκε υπό την πνευματική καθοδήγησή του, ενώ αναδείχτηκε ένας από τους πιο αγαπητούς μαθητές αυτού. Πιστός μιμητής του διδασκάλου του στον μοναχικό βίο, τον διαδέχτηκε μετά την κοίμησή του στην ηγουμενία της Μονής. Για την αγνότητα του βίου του και την αγιοσύνη του προικίστηκε από τον Θεό  με τη χάρη της θαυματουργίας. Για την τέλεια  δε ψυχική και σωματική καθαρότητά του έλαβε τον τίτλο ῾Ηγιασμένος᾽. Ο όσιος Θεόδωρος κοιμήθηκε εν ειρήνη το 367» (Ιστολ. «Μέγας Συναξαριστής»).

«Ο μακάριος αυτός αφού μελέτησε τον νόμο του Θεού και καθάρισε την ψυχή του και αναδείχθηκε εύχρηστο και αγιασμένο «σκεύος» του Θεού, αξιώθηκε να χαρακτηριστεί αληθινά άγιος και χριστιανός, ζώντας μαζί με τον μεγάλο Παχώμιο και ακολουθώντας τον τρόπο ζωής εκείνου. Για τον λόγο αυτό αφού κατατρόμαξε ακόμη και τους δαίμονες, όπως λέγει και ο θείος Δαυίδ, και συνέτριψε τα κεφάλια τους με τη μεγάλη του άσκηση, έλαβε τα βραβεία της νίκης από τον Κύριο, ο Οποίος του έδωσε τη χάρη να θεραπεύει κάθε νόσο και ασθένεια των ανθρώπων» (συναξάριο Μηναίου).  

Η καταγωγή του οσίου Θεοδώρου από την Αίγυπτο γίνεται η πρώτη αφορμή για τον εκκλησιαστικό ποιητή, προκειμένου να προβάλει την αλλαγή που έφερε στον κόσμο ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Ήδη σημειώνει ότι ο μεγάλος σημερινός άγιος, όπως και όλοι οι πριν και μετέπειτα από αυτόν άγιοι του Θεού στην Αίγυπτο, προορίστηκαν από τον Χριστό να γίνουν άγιοι, αφότου από παλιά κατέβηκε στην Αίγυπτο και προβλέποντας ως Θεός την ανταπόκριση στην κλήση Του τους κάλεσε και τους έσωσε και τους δόξασε, κατά τον λόγο του αποστόλου Παύλου (Ρωμ. 8). «Αυτός που περπατά στα σύννεφα ως Δεσπότης Θεός, όταν κατέβηκε πριν στην Αίγυπτο σε ανάλαφρο σύννεφο,  προόρισε για τη δόξα Του τους πιστούς που θα ανταποκρίνονταν στην κλήση Του, δηλαδή τους εκλεκτούς που έλαμψαν αργότερα και θα αρπάζονταν ως θεόφρονες σε νεφέλες, μεταξύ των οποίων είναι ο Θεόδωρος ο αγιασμένος Πατέρας μας» (στιχηρό εσπερινού). Οπότε το συμπέρασμα είναι προφανές: «Η Αίγυπτος, η οποία προηγουμένως κατεχόταν από δαιμονικές τελετές και πάθη, τώρα γίνεται ωραία από τα τάγματα των ασκητών» (στιχηρό εσπερινού). Κι αυτό βεβαίως σημαίνει: όπου έχουμε παρουσία της χάρης του Θεού, εκεί εξαφανίζεται η όποια δύναμη των δαιμόνων, συνεπώς η προηγούμενη δυσωδία και δυσμορφία γίνεται ευωδία και ευμορφία. Ο Θεός κάνει παράδεισο με άλλα λόγια τον κάθε τόπο, αρκεί να υπάρχουν οι άνθρωποι που θα θελήσουν να ανταποκριθούν με καλή προαίρεση στην κλήση Του.

Ο άγιος υμνογράφος Θεοφάνης, ο οποίος μόλις την προηγουμένη ημέρα ύμνησε τους άθλους και την αγιότητα του μεγάλου Παχωμίου, δεν ήταν δυνατόν να μην εξυμνήσει και το πνευματικό τέκνο αυτού, τον όσιο Θεόδωρο. Μεγάλος ο Παχώμιος, μεγάλος εξ ίσου και ο Θεόδωρος. Γιατί; Διότι ο Θεόδωρος, ως γνήσιος μαθητής και υποτακτικός του διδασκάλου του, τον ακολούθησε με γνησιότητα σε όλες τις ασκητικές διαγωγές του. «Έγινες ομόσκηνος του θείου Παχωμίου και ακολούθησες με ζήλο τους τρόπους του, Πάτερ θεόφρον Θεόδωρε, μιμούμενος την εγκράτειά του και την ορθόδοξη πίστη του» (ωδή δ´). Έτσι η σχέση του Παχωμίου προς τον Θεόδωρο, σχέση Γέροντος προς υποτακτικό, όπως και αντίστροφα,  προβάλλει ως τύπος και παράδειγμα: όπου υπάρχει διάθεση υπακοής εκεί αναδεικνύεται η αγιότητα στο ανώτερο δυνατό σημείο, με την έννοια ότι και ο Γέροντας παίρνει δύναμη για πνευματική προκοπή, κυρίως όμως ο υποτακτικός ανάγεται στην αγιότητα σχετικά εύκολα, ακολουθώντας τα χνάρια του πνευματικού του.

Ο άγιος Θεοφάνης δεν παύει να εξυμνεί αυτήν τη διάθεση υπακοής του οσίου Θεοδώρου, υπακοής βεβαίως στον Πνευματικό του, στην πραγματικότητα όμως υπακοής στον ίδιο τον Κύριο. Το αγωνιστικό φρόνημά του προκειμένου να τηρεί το θέλημα του Θεού ήταν εξαιρετικό, τόσο που ο υμνογράφος μας τον χαρακτηρίζει ως μάρτυρα. Πολλές φορές έχει ειπωθεί ότι μάρτυρας δεν είναι μόνον αυτός που σε εποχή διωγμών δίνει τη ζωή του, αλλά και σε κάθε εποχή που αγωνίζεται μέχρι θανάτου κατά της αμαρτίας εσωτερικά στη συνείδησή του. «Έγινες δυνατός μάρτυρας, γιατί αντιστεκόσουν μέχρι αιμάτων προς την αμαρτία, θεόφρον Θεόδωρε (ωδή η´). Κι εκείνο που για τον άγιο Θεοφάνη υπήρξε καθοριστικό στοιχείο για το μαρτυρικό φρόνημα κατά της αμαρτίας του οσίου Θεοδώρου ήταν και η αγάπη του για τη μελέτη του νόμου Θεού. Ο όσιος διατηρούσε την ψυχική του καθαρότητα, γιατί οι έννοιες του λόγου Θεού ήταν αυτές που κυριαρχούσαν μέσα στην ψυχή του από  την αδιάκοπη μελέτη του. «Μελετώντας τον αγνότατο νόμο του Θεού με επιμέλεια, Πάτερ, έγινες όλος αγνός και καθαρός» (ωδή α´). Είναι καίρια αλήθεια της πίστεως: κανείς δεν μπορεί να ορθοποδεί στην πνευματική ζωή και να αντιστρατεύεται προς την αμαρτία, αν δεν έχει καθημερινή έγνοια του τη μελέτη του λόγου Θεού. Όσο κανείς έχει στη σκέψη και την καρδιά του τον λόγο του Θεού, τόσο και καθαρίζεται από επήρειες δαιμονικές και των ψεκτών παθών του.

Σάββατο 14 Μαΐου 2022

ΠΤΩΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΗ: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ

«Ὁσάκις ἄν πέσῃς, ἔγειραι καί σωθήσῃ» (λειτουργικό λόγιο)

(Όσες φορές κι αν πέσεις, σήκω και θα σωθείς)

Πρόκειται για μία από τις γνωστότερες εκκλησιαστικές φράσεις, η οποία όμως δεν απαντάται αυτολεξεί στην Καινή Διαθήκη. Μπορεί ως περιεχόμενο να αποδίδει τον λόγο του Κυρίου και το κήρυγμα των Αποστόλων, όμως με τον αποφθεγματικό αυτόν τρόπο ευρίσκεται σε ευχή του ιερού ευχελαίου. Και μάλιστα είναι χαρακτηριστικό ότι εκεί η φράση αποδίδεται στον ίδιο τον Κύριο Ιησού Χριστό: «Συ Κύριε είπες ότι όσες φορές…», γεγονός που οδηγεί τη σκέψη πολλών ότι ίσως είναι από λόγια του Κυρίου τα οποία δεν διασώθηκαν στα Ευαγγέλια, διασώθηκαν όμως μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της ιεράς Παραδόσεως της Εκκλησίας. Το ίδιο δεν βλέπουμε και στη γνωστή φράση που αποδίδεται στον Κύριο από τον απόστολο Παύλο, ενώ δεν υπάρχει στο Ευαγγέλιο, δηλαδή «μακάριόν ἐστι διδόναι μᾶλλον ἤ λαμβάνειν»;

Έτσι κι αλλιώς όμως, η φράση, έστω και παραλλαγμένα, εκφράζει τον αποκαλυπτικό λόγο του Κυρίου. Διότι Εκείνος ήλθε για να μας προσφέρει τη μετάνοια ως διαρκή αγώνα αναζητήσεως του Θεού. Μετάνοια σημαίνει όχι απλώς μία αλλαγή σκέψεως ως μεταμέλεια για κάτι κακό – τέτοια μεταμέλεια που δεν είχε χαρακτήρα σωτηρίας έδειξε και ο Ιούδας όταν πρόδωσε τον Κύριο -αλλά αλλαγή νοοτροπίας και τρόπου ζωής: αφήνω τον εγωιστικό αμαρτωλό τρόπο ζωής μου και επιστρέφω αδιάκοπα προς τον Κύριο («ἀναστάς πορεύσομαι πρός τον Πατέρα μου»), αγωνιζόμενος να βρίσκομαι επί τα ίχνη Του, που θα πει πάνω στις άγιες εντολές Του. Και με ποια δύναμη μπορεί τούτο να γίνει πραγματικότητα; Πώς δηλαδή η θανατηφόρα πληγή που προκαλεί στον άνθρωπο η αμαρτία μπορεί να τον ικανώσει να ξεφύγει από την ημιθανή κατάστασή του για να μετατεθεί στην οδό του Χριστού, να γίνει δηλαδή κι αυτός ένας άλλος Χριστός; Μόνο βεβαίως με τη δύναμη του ίδιου του Χριστού. Εκείνος ήλθε για να σηκώσει τις αμαρτίες μας και να μας δώσει τη δύναμη και τη δικαιοσύνη Του. Κι αυτό έγινε πάνω στον Σταυρό. Ο Σταυρός Του θεράπευσε τις πληγές μας – «τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς οἱ πάντες ἰάθημεν» - και κατάργησε την τυραννική εξουσία του Πονηρού διαβόλου πάνω μας. Οπότε, από τη στιγμή που βαπτιστήκαμε και γινήκαμε μέλη Του, Εκείνος διοχετεύει τη δύναμή Του στην ύπαρξή μας, εφόσον ασφαλώς η βούλησή μας συνεργάζεται με Αυτήν.

Πώς τότε αμαρτάνουμε και απαιτείται η διαρκής ανάστασή μας από τις πτώσεις μας; Ήταν ένα καίριο ερώτημα που ταλαιπώρησε επ’ αρκετόν την Εκκλησία, σε βαθμό που κάποιοι χριστιανοί, οι πιο αυστηροί ίσως, ισχυρίστηκαν ότι μετά το βάπτισμα εκείνοι που αμαρτάνουν δεν μπορούν πια να τύχουν συγχωρήσεως από τον Θεό. Ευτυχώς όμως η Εκκλησία συνοδικώς αποφάνθηκε διαφορετικά: και οι αμαρτίες μετά το βάπτισμα τυγχάνουν συγχωρήσεως και αφέσεως, διότι αφενός η χάρη του Θεού που πήγασε από τον Σταυρό είναι ανεξάντλητη, αφετέρου δυστυχώς οι άνθρωποι είμαστε αδύναμοι και εύκολα μπορούμε να προσκλίνουμε στο κακό μέσα στον κόσμο αυτόν τον πεσμένο στην αμαρτία. Εκείνος που κατεξοχήν αγωνίστηκε, μαζί και με άλλους Πατέρες, για τη συγκατάβαση της Εκκλησίας προς την αδυναμία των ανθρώπων ήταν ο μέγας ιερός Χρυσόστομος. Ήταν εκείνος που θεωρήθηκε και θεωρείται ο σπουδαιότερος κήρυκας της μετανοίας, ότι δηλαδή εφόσον ο άνθρωπος ειλικρινά μετανοεί για τις αμαρτίες του δέχεται εξίσου με τον «αναμάρτητο» την αγάπη του Θεού. Το παράδειγμα του ασώτου από την ομώνυμη παραβολή του Κυρίου ήταν ο απόλυτος κανόνας του αγίου Χρυσοστόμου: ο Πατέρας, ο Θεός δηλαδή, δέχθηκε τον άσωτο τόσο βαθιά, ώστε τον αποκατέστησε στην πρότερη κατάστασή του δίχως ίχνος μνήμης της ασωτίας του. Γι’ αυτό άλλωστε και η Εκκλησία μας απαρχής καθιέρωσε το μυστήριο της μετανοίας και το χαρακτήρισε ως «δεύτερο και επαναλαμβανόμενο βάπτισμα».

Αλλά υπάρχει πράγματι άνθρωπος «αναμάρτητος»; Είναι δυνατό να ζήσει κανείς έστω και μία ώρα στη ζωή αυτή και να μην αμαρτήσει; Η απάντηση της χριστιανικής πίστεως είναι αρνητική. Διότι την αμαρτία δεν την κατανοεί μόνον ως πράξη, αλλά εν λόγω επίσης και διανοία. Και μία σκέψη εμπαθής θεωρείται ενώπιον του απολύτως Αναμαρτήτου Κυρίου ως ήδη διαπραχθείσα αμαρτία, όπως ο Ίδιος άλλωστε το βεβαίωσε: «Καθένας που βλέπει μία γυναίκα (αλλά και αντιστρόφως για τη γυναίκα έναν άνδρα) με εμπαθή πονηρή επιθυμία, ήδη διέπραξε μέσα στην καρδιά του το αμάρτημα της μοιχείας». Γι’ αυτό και ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος ήδη τονίζει: «Αν πει κανείς ότι δεν αμαρτάνει, είναι ψεύστης». Η επιβεβαιούμενη αδιάκοπα σε όλους τους αιώνες θλιβερή αυτή πραγματικότητα, ότι δηλαδή όλοι είμαστε αμαρτωλοί και αμαρτάνουμε έστω κι αν ακόμη έχουμε τη δύναμη του Κυρίου προς αναμαρτησία λόγω χαλαρότητας στην πνευματική μας ζωή, έκανε και κάνει την Εκκλησία να τονίζει όπως είπαμε ως μόνο δρόμο σωτηρίας τη μετάνοια. Τη μετάνοια ως διαρκές βίωμα απαρχής της συνειδητής ζωής του ανθρώπου μέχρι και την ώρα του θανάτου του. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη παρηγοριά που έχουμε στον κόσμο τούτο, όπως μάλιστα το σημειώνει και ο μέγας εξίσου Ιωάννης της Κλίμακος. Θεωρώντας ως δεδομένη την αμαρτωλή μας κατάσταση προτρέπει τη συνεχή μετάνοια ως συνεχή ανάσταση του ανθρώπου. «Χαρακτηριστικό των αγγέλων – λέει – είναι να μην αμαρτάνουν καθόλου˙ χαρακτηριστικό των δαιμόνων είναι να βρίσκονται πάντοτε στην αμαρτία˙ και χαρακτηριστικό των ανθρώπων είναι να περιπίπτουν στις αμαρτίες αλλά και να σηκώνονται από αυτές διά της μετανοίας».

Πέφτουμε λοιπόν και αμαρτάνουμε οι άνθρωποι. Δεν μένουμε όμως εκεί. Ό,τι συμβαίνει στον δρόμο που μπορεί να σκοντάψουμε και να πέσουμε, αλλά θα σηκωθούμε, το ίδιο πρέπει να συμβαίνει και στον δρόμο της πνευματικής ζωής: σηκωνόμαστε. Και μάλιστα πάντοτε. «Όσες φορές κι αν πέσουμε, ας σηκωθούμε και θα σωθούμε». Μάνα η Εκκλησία μας με ανοιχτή την αγκαλιά της για κάθε παραστράτημά μας. Αρκεί η προτεραιότητά μας να είναι η σωτηρία μας ως σχέση με τον Θεό μας.

ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ (Ἰωάν. 5, 1-15)

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἀνέβη ὁ Ἰησοῦς εἰς Ἱεροσόλυμα. Ἔστι δὲ ἐν τοῖς Ἱεροσολύμοις ἐπὶ τῇ προβατικῇ κολυμβήθρᾳ, ἡ ἐπιλεγομένη ἑβραϊστὶ Βηθεσδά, πέντε στοὰς ἔχουσα. Ἐν ταύταις κατέκειτο πλῆθος πολὺ τῶν ἀσθενούντων,  τυφλῶν,  χωλῶν,  ξηρῶν, ἐκδεχομένων  τὴν  τοῦ ὕδατος  κίνησιν. Ἄγγελος  γὰρ  κατὰ καιρὸν  κατέβαινεν ἐν  τῇ κολυμβήθρᾳ, καὶ ἐταράσσετο τὸ ὕδωρ· ὁ οὖν πρῶτος ἐμβὰς μετὰ τὴν ταραχὴν τοῦ ὕδατος ὑγιὴς ἐγίνετο ᾧδήποτε κατείχετο νοσήματι. Ἦν δέ τις ἄνθρωπος ἐκεῖ τριάκοντα καὶ ὀκτὼ ἔτη ἔχων ἐν τῇ ἀσθενείᾳ αὐτοῦ.Τοῦτον ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς κατακείμενον, καὶ γνοὺς ὅτι πολὺν ἤδη χρόνον ἔχει, λέγει αὐτῷ· θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι; Ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ ἀσθενῶν· Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, ἵνα ὅταν ταραχθῇ τὸ ὕδωρ, βάλῃ με  εἰς  τὴν  κολυμβήθραν· ἐν ᾧ δὲ ἔρχομαι ἐγώ, ἄλλος  πρὸ ἐμοῦ καταβαίνει. Λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἔγειρε, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει.  Καὶ εὐθέως ἐγένετο ὑγιὴς ὁ ἄνθρωπος,  καὶ ἦρε  τὸν κράβαττον  αὐτοῦ καὶ περιεπάτει. Ἦν  δὲ σάββατον ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ. Ἔλεγον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι τῷ τεθεραπευμένῳ· σάββατόν ἐστιν· οὐκ ἔξεστί σοι ἆραι τὸν κράβαττον. Ἀπεκρίθη αὐτοῖς· ὁ ποιήσας με ὑγιῆ, ἐκεῖνός  μοι  εἶπεν· ἆρον  τὸν  κράβαττόν  σου  καὶ περιπάτει. Ἠρώτησαν οὖν αὐτόν· τίς ἐστιν ὁ ἄνθρωπος ὁ εἰπών σοι, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει; Ὁ δὲ ἰαθεὶς οὐκ ᾔδει τίς ἐστιν· ὁ γὰρ Ἰησοῦς ἐξένευσεν ὄχλου ὄντος ἐν τῷ τόπῳ. Μετὰ ταῦτα εὑρίσκει αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς ἐν τῷ ἱερῷ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἴδε ὑγιὴς γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται. Ἀπῆλθεν ὁ ἄνθρωπος καὶ ἀνήγγειλε τοῖς Ἰουδαίοις ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ ποιήσας αὐτὸν ὑγιῆ.

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ

Ἐκεῖνο τὸν καιρό, ἀνέβηκε ὁ Ἰησοῦς στά Ἱεροσόλυμα. Κοντά στήν προβατική πύλη, στά Ἱεροσόλυμα, ὑπάρχει μιά δεξαμενή μέ πέντε στοές,  πού ἑβραϊκά ὀνομάζεται Βηθεσδά. Σ' αὐτές  τίς  στοές κείτονταν  πολλοί ἄρρωστοι,  τυφλοί,  κουτσοί,  παράλυτοι,  πού περίμεναν νά ἀναταραχθεῖ τό νερό· γιατί, ἀπό καιρό σέ καιρό, ἕνας ἄγγελος  Κυρίου  κατέβαινε  στή  δεξαμενή  κι ἀνατάραζε  τά  νερά· ὅποιος,  λοιπόν, ἔμπαινε  πρῶτος  μετά  τήν ἀναταραχή  τοῦ νεροῦ, αὐτός  γινόταν  καλά, ὅποια  κι ἄν ἦταν ἡ ἀρρώστια  πού  τόν ταλαιπωροῦσε. Ἐκεῖ ἦταν κι ἕνας ἄνθρωπος, ἄρρωστος τριάντα ὀκτώ ὁλόκληρα χρόνια. Ὅταν τόν εἶδε ὁ Ἰησοῦς κατάκοιτο, τόν ρώτησε: «Θέλεις νά γίνεις καλά;» Ἤξερε πώς ἦταν ἔτσι γιά πολύν καιρό. «Κύριε», τοῦ ἀποκρίθηκε ὁ ἄρρωστος, «δέν ἔχω κανέναν νά μέ βάλει στή δεξαμενή μόλις ἀναταραχτοῦν τά νερά· ἔτσι, ἐνῶ ἐγώ προσπαθῶ νά πλησιάσω μόνος μου, πάντοτε κάποιος ἄλλος κατεβαίνει στό νερό πρίν ἀπό μένα». Ὁ Ἰησοῦς τοῦ λέει: «Σήκω πάνω, πάρε τό κρεβάτι σου καί περπάτα». Κι ἀμέσως ὁ ἄνθρωπος ἔγινε καλά, σήκωσε τό κρεβάτι του καί περπατοῦσε. Ἡμέρα πού ἔγινε αὐτό ἦταν Σάββατο. Ἔλεγαν,  λοιπόν,  οἱ Ἰουδαῖοι ἄρχοντες  στόν  θεραπευμένο:  «Εἶναι Σάββατο, καί δέν ἐπιτρέπεται νά σηκώνεις τό κρεβάτι σου». Αὐτός ὅμως τούς ἀπάντησε: «Ἐκεῖνος πού μ' ἔκανε καλά, ἐκεῖνος μου εἶπε "πάρε τό κρεβάτι σου καί περπάτα"». Τόν ρώτησαν: «Ποιός εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού σοῦ εἶπε "πάρε το καί περπάτα;" Ὁ θεραπευμένος ὅμως  δέν ἤξερε  νά  πεῖ ποιόςἦταν, ἐπειδή ὁ Ἰησοῦς  εἶχε  φύγει ἀπαρατήρητος ἐξαιτίας  τοῦ πλήθους  πού ἦταν  μαζεμένο ἐκεῖ. Ἀργότερα ὁ Ἰησοῦς τόν βρῆκε στόν ναό καί τοῦ εἶπε: «Βλέπεις, ἔχεις γίνει καλά· ἀπό 'δῶ καί πέρα μήν ἁμαρτάνεις, γιά νά μήν πάθεις τίποτα χειρότερο». Ὁ ἄνθρωπος ἔφυγε ἀμέσως κι ἀνάγγειλε στούς Ἰουδαίους ἄρχοντες ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἦταν αὐτός πού τόν γιάτρεψε.

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ (Πρ. Ἀπ. 9, 32-42)

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἐγένετο Πέτρον διερχόμενον διὰ πάντων κατελθεῖν καὶ πρὸς τοὺς ἁγίους τοὺς κατοικοῦντας Λύδδαν. Εὗρε δὲ ἐκεῖ ἄνθρωπόν τινα Αἰνέαν ὀνόματι, ἐξ ἐτῶν ὀκτὼ κατακείμενον ἐπὶ κραβάττῳ, ὃς ἦν παραλελυμένος. Καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ Πέτρος· Αἰνέα, ἰᾶταί σε Ἰησοῦς ὁ Χριστός· ἀνάστηθι καὶ στρῶσον σεαυτῷ. καὶ εὐθέως ἀνέστη. Καὶ εἶδον αὐτὸν πάντες οἱ κατοικοῦντες Λύδδαν καὶ τὸν Σάρωνα, οἵτινες ἐπέστρεψαν ἐπὶ τὸν Κύριον. Ἐν Ἰόππῃ δέ τις ἦν μαθήτρια ὀνόματι Ταβιθά, ἣ διερμηνευομένη λέγεται Δορκάς· αὕτη ἦν πλήρης ἀγαθῶν ἔργων καὶ ἐλεημοσυνῶν ὧν ἐποίει. Ἐγένετο δὲ ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἀσθενήσασαν αὐτὴν ἀποθανεῖν· λούσαντες δὲ αὐτὴν ἔθηκαν ἐν ὑπερῴῳ. Ἐγγὺς  δὲ οὔσης  Λύδδης τῇ Ἰόππῃ οἱ μαθηταὶ ἀκούσαντες ὅτι  Πέτρος ἐστὶν ἐν  αὐτῇ, ἀπέστειλαν  δύο ἄνδρας πρὸς αὐτὸν παρακαλοῦντες μὴ ὀκνῆσαι διελθεῖν ἕως αὐτῶν. Ἀναστὰς δὲ Πέτρος συνῆλθεν αὐτοῖς· ὃν παραγενόμενον ἀνήγαγον εἰς τὸ ὑπερῷον, καὶ παρέστησαν αὐτῶ πᾶσαι αἱ χῆραι κλαίουσαι καὶ ἐπιδεικνύμεναι χιτῶνας καὶ ἱμάτια ὅσα ἐποίει μετ ̓ αὐτῶν οὖσα ἡ Δορκάς. Ἐκβαλὼν  δὲ ἔξω  πάντας ὁ Πέτρος  θεὶς  τὰ γόνατα προσηύξατο, καὶ ἐπιστρέψας πρὸς τὸ σῶμα εἶπε· Ταβιθά, ἀνάστηθι. Ἡ δὲ ἤνοιξε  τοὺς ὀφθαλμοὺς  αὐτῆς,  καὶ ἰδοῦσα  τὸν  Πέτρον ἀνεκάθισε. Δοὺς δὲ αὐτῇ χεῖρα ἀνέστησεν αὐτήν, φωνήσας δὲ τοὺς ἁγίους καὶ τὰς χήρας παρέστησεν αὐτὴν ζῶσαν. Γνωστὸν δὲ ἐγένετο καθ ̓ ὅλης τῆς Ἰόππης, καὶ πολλοὶ ἐπίστευσαν ἐπὶ τὸν Κύριον.

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ

Ἐκεῖνες  τὶς ἡμέρες,  περνώντας ὁ Πέτρος ἀπ' ὅλες  αὐτές  τίς ἐκκλησίες, κατέβηκε καί στούς χριστιανούς πού κατοικοῦσαν στή Λύδδα. Ἐκεῖ βρῆκε κάποιον ἄνθρωπο πού λεγόταν Αἰνέας. Αὐτός ἦταν ὀχτώ χρόνια κατάκοιτος, ἐπειδή ἦταν παράλυτος. Ὁ Πέτρος τοῦ εἶπε: «Αἰνέα σέ γιατρεύει ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Σήκω καί στρῶσε τό κρεβάτι σου». Κι αὐτός ἀμέσως σηκώθηκε. Ὅλοι ὅσοι κατοικοῦσαν στή Λύδδα καί στό Σάρωνα τόν εἶδαν καί δέχτηκαν τόν Ἰησοῦ γιά Κύριό τους. Στήν Ἰόππη ἦταν μιά μαθήτρια πού τήν ἔλεγαν Ταβιθά –στά ἑλληνικά  σημαίνει  «Δορκάδα».  Αὐτή  εἶχε  κάνει  πολλές ἀγαθοεργίες  καί ἐλεημοσύνες. Ἐκεῖνες  τίς  μέρες  συνέβη  νά ἀρρωστήσει καί νά πεθάνει. Τήν ἔλουσαν, λοιπόν, καί τήν ἔβαλαν στό ἀνώγειο. Ἡ Λύδδα ἦταν κοντά στήν Ἰόππη, καί, ὅταν οἱ μαθητές ἄκουσαν ὅτι ὁ Πέτρος ἦταν ἐκεῖ, τοῦ ἔστειλαν δύο ἄνδρες καί τόν παρακαλοῦσαν νά πάει σ' αὐτούς ὅσο γίνεται πιό γρήγορα. Αὐτός ξεκίνησε  καί  πῆγε  μαζί  τους.  Μόλις ἔφτασε,  τόν ἀνέβασαν  στό ἀνώγειο. Ἀμέσως τόν περικύκλωσαν ὅλες οἱ χῆρες κλαίγοντας καί δείχνοντάς του τά ροῦχα πού εἶχε φτιάξει γι' αὐτούς ἡ Δορκάδα ὅσο ζοῦσε. Ὁ Πέτρος  τότε  τούς ἔβγαλε ὅλους ἔξω,  γονάτισε  καί προσευχήθηκε.  Κατόπιν γύρισε  στή  νεκρή καί τῆς εἶπε:  «Ταβιθά, σήκω πάνω». Αὐτή ἄνοιξε τά μάτια της, κι ὅταν εἶδε τόν Πέτρο ἀνασηκώθηκε. Ὁ Πέτρος  τῆς ἔδωσε  τό  χέρι  του  καί  τή  σήκωσε. Ὕστερα φώναξε τούς πιστούς καί τίς χῆρες καί τούς τήν παρουσίασε ζωντανή. Αὐτό ἔγινε γνωστό σ' ὅλη τήν Ἰόππη, καί πολλοί πίστεψαν στόν Κύριο.