Πέμπτη, 30 Σεπτεμβρίου 2021

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΑΡΜΕΝΙΑΣ

«Ο άγιος Γρηγόριος έζησε επί βασιλείας Διοκλητιανού. Ήταν Πάρθος κατά την καταγωγή, υιός του Ανάκ, συγγενής του Κουσαρώ, βασιλιά της Αρμενίας. Συνελήφθη από τον βασιλιά Τηριδάτη ως χριστιανός και υπέμεινε γι’  αυτό πολλές τιμωρίες. Όταν έμαθε μάλιστα ο Τηριδάτης ότι είναι υιός του Ανάκ του Πάρθου που δολοφόνησε τον πατέρα του, του έδεσε τα χέρια και τα πόδια και τον έστειλε στην πόλη Αρταξά, όπου εκεί τον έριξαν σε βαθύ λάκκο, γεμάτο από θηρία και ερπετά. Στον λάκκο αυτό έζησε  δεκαπέντε χρόνια, τρεφόμενος κρυφά από μία γυναίκα χήρα. Στο μεταξύ ο βασιλιάς Τηριδάτης παρεφρόνησε, έτρωγε τις σάρκες του και ζούσε μαζί με τα γουρούνια στα βουνά. Η αδελφή του Κουσαροδούκτα είδε τότε ένα όνειρο κι άκουσε φωνή που έλεγε: Αν δεν βγει από τον λάκκο ο Γρηγόριος, ο Τηριδάτης δεν πρόκειται να γίνει καλά. Πράγματι, η Κουσαροδούκτα απελευθέρωσε τον Γρηγόριο, ενώ την ίδια ώρα θεραπεύτηκε και ο βασιλιάς. Ο Γρηγόριος έγινε επίσκοπος της Αρμενίας, βάπτισε τους κατοίκους της, έφτιαξε πολλές Εκκλησίες, και τελικώς εκδήμησε προς τον Κύριο ειρηνικά».  

Διαβάζοντας κανείς τον βίο του αγίου Γρηγορίου, φωτιστή των Αρμενίων, δύο πράγματα έρχονται στον νου του για να κάνει: ή να κλείσει τα μάτια από ντροπή, μπροστά στη φοβερά μεγάλη προσωπικότητα και το τεράστιο σε βάθος και πλάτος έργο του Γρηγορίου, προσπαθώντας να το «απωθήσει» στο υποσυνείδητό του, ή να αρχίσει να κλαίει για τη δική του κατάντια. Διότι ο άγιος, ένας αυτός – και όχι χιλιάδες «χριστιανοί» όπως εμείς – αλλά «οίκον Τριάδος εαυτόν αποτελέσας» κατά τον υμνογράφο, δηλαδή κάνοντας τον εαυτό του οίκο της αγίας Τριάδος, κατόρθωσε με τη χάρη του Θεού να μεταστρέψει στη χριστιανική πίστη έναν ολόκληρο ειδωλολατρικό λαό, που καταδυναστευόταν από τον πονηρό διάβολο και τις μεθοδείες του. «Λυμαινόμενον αθέως τον εχθρόν χώραν άπασαν, την των Αρμενίων, θεία δυναστεία κατέβαλες∙ και ως πυρσός αναλάμψας κατεφώτισας τους εν σκότει κειμένους, σοφέ, ματαιότητος» (Με τη δύναμη του Θεού νίκησες τον εχθρό διάβολο, ο οποίος κατέστρεφε με την αθεΐα όλη τη χώρα των Αρμενίων. Και αφού έλαμψες σαν πυρσός, φώτισες πολύ δυνατά, σοφέ, αυτούς που βρίσκονται στο σκοτάδι της ματαιότητας). Ο άγιος, γι’  αυτό, αντιπαραβάλλεται με τους αγίους αποστόλους, τους μαθητές του Κυρίου, παραλληλίζεται με τον άγιο Γρηγόριο τον Νεοκαισαρείας τον θαυματουργό, ο οποίος εξίσου με τον σημερινό Γρηγόριο, όταν πήγε στη Νεοκαισάρεια βρήκε ελάχιστους χριστιανούς και όταν έφυγε από τη ζωή αυτή άφησε ελάχιστους ειδωλολάτρες, παραπέμπει στους νεώτερους αγίους Κύριλλο και Μεθόδιο, φωτιστές των Σλαύων.

Η χάρη του Θεού ενήργησε σε όλες τις καλοπροαίρετες καρδιές των Αρμενίων, μέσω του εκλεκτού οργάνου της Γρηγορίου, μ’  έναν τριπλό τρόπο: με τη δύναμη του λόγου του, με τη δύναμη των θαυμάτων που επιτελούσε, με τα θαυμαστά μαρτύρια που πέρασε για την πίστη του. Ο λόγος του πράγματι, επιβεβαιούμενος  και με τα θαύματα που ο Θεός επέτρεπε να επιτελεί, ήταν γεμάτος από δύναμη Θεού και δεν ήταν ανθρώπινα επιχειρήματα, που συνήθως κτυπούν ως «κύμβαλον αλαλάζον» τα αυτιά των ανθρώπων. Με τον λόγο αυτό έπεφταν  οι ειδωλολατρικοί ναοί και φυγαδεύονταν οι κρυμμένοι σ’  αυτούς δαίμονες, ενώ στερεώνονταν οι καρδιές των ανθρώπων στον θεϊκό έρωτα, όπως σημειώνει έκθαμβος ο υμνογράφος. «Ρημάτων σου δυναστεία, ναοί κατερράγησαν και δαιμόνων κατεβλήθη ανίδρυτα ξόανα, και πιστών καρδίαι θεϊκώ ενιδρύθησαν έρωτι». Εκεί όμως που κατεξοχήν λειτούργησε ως φάρος που φώτισε τους ανθρώπους ήταν τα μαρτύρια που υπέστη. Τα μαρτύρια αυτά ήταν η δόξα του, κατά αντιστοιχία με το Πάθος και το μαρτύριο Κυρίου του Θεού του. Το σημειώνει ο θεολογικώτατος ποιητής της ακολουθίας του, για να δείξει ποιο είναι το στίγμα του χριστιανικού μαρτυρίου: «Εις περίβλεπτον σε ύψος μαρτυρίου ανήνεγκεν, υψηλός εν δόξη Κύριος Ύψιστος, ένδοξε∙ ου τα παθήματα χαίρων εξεικόνισας, ιερομάρτυς, δόξα βοών τη δυνάμει σου» (Ο υψηλός στη δόξα Ύψιστος Κύριος, ένδοξε Γρηγόριε, σε ανέβασε σε περίβλεπτο ύψος μαρτυρίου. Τα παθήματα Αυτού (που ήταν η δόξα Του) εξεικόνισες με χαρά, ιερομάρτυς, φωνάζοντας δόξα στη δύναμή Σου).

Αυτού του είδους το χριστιανικό μαρτύριο, ως συμμετοχή στο μαρτύριο του Χριστού, φέρνει αποτελέσματα, τα οποία, ενώ είναι τρανταχτά, δεν φαίνονται με πρώτη ματιά. Το μαρτύριο των αγίων δηλαδή, όπως το Πάθος του Χριστού, περικλείει το μυστήριο της δύναμης του Θεού, πράγμα που σημαίνει ότι όπως σε εκείνο του Σταυρού νικήθηκε - χωρίς να φαίνεται εξωτερικά - η αμαρτία, ο θάνατος και ο διάβολος, έτσι και στων αγίων: συντρίβεται ο διάβολος και τα όργανά του. Θέλουμε να πούμε, ακολουθώντας τους ύμνους της εορτής, ότι κάθε κτύπημα ενός αγίου είναι και κτύπημα κατά της πονηρίας, κάθε πόνος και βάσανός του φέρνει και το βογγητό και την κόλαση του πονηρού. Ας δούμε πόσο ωραία μας το καταθέτει ο εκκλησιαστικός και πάλι ποιητής: «Ραπισμοίς σιαγόνων σου, μύλας συντρίβεις λεόντων, και οχετοίς αιμάτων, δαιμόνων λύθρον εκμειοίς, ειδωλικάς προρρίζους τε, καταστρέφεις στήλας, Αξιάγαστε». Δηλαδή: Με τα ραπίσματα των σιαγόνων σου συντρίβεις τα δόντια των λιονταριών, και με τους οχετούς των αιμάτων σου εξαφανίζεις τη βρωμιά των δαιμόνων και καταστρέφεις από τη ρίζα τις στήλες των ειδώλων, αξιοθαύμαστε Γρηγόριε.

Ίσως θα πρέπει κάποτε να μάθουμε να βλέπουμε και τα δικά μας βάσανα, και τους δικούς μας πόνους σ’  αυτήν τη ζωή, με αυτό το «μάτι» της πίστεως: αν τα βάσανά μας τα υπομένουμε με πίστη, τότε και μέσα από εμάς θα λειτουργεί η δύναμη του Θεού, που συντρίβει το κακό και τον διάβολο. Και τότε θα αρχίσουμε να γινόμαστε κι εμείς, σε κάποιο βαθμό ίσως, φωτιστές και των άλλων συνανθρώπων μας, προκειμένου να βρίσκουν το αληθινό φως, τον Ιησού Χριστό.

Η ΚΑΛΗ… ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ!

«Αν δεν μπορείς, μολονότι πάλεψες πολύ, να διαλύσεις εντελώς το σκάνδαλο της μνησικακίας, δείξε στον εχθρό σου, έστω με λόγια, ότι μετανόησες. Έτσι θα συμβεί να εντραπείς την παρατεινόμενη υποκρισία σου, και να τον αγαπήσεις ολοκληρωτικά, κεντώμενος και καιόμενος σαν με πυρ από τις τύψεις της συνειδήσεως» (Άγιος Ιωάννης Κλίμακος, λόγ. θ΄ 10).

Υπάρχει και καλή υποκρισία! Να υποκρίνεσαι ότι αγαπάς τον άλλο, κυρίως τον εχθρό σου, κι ότι θέλεις να αποκαταστήσεις τη σχέση σου μαζί του  - αναλαμβάνοντας μάλιστα και το βάρος της ενοχής – έστω κι αν δεν έχεις φτάσεις στην καρδιακή αγάπη, στην πλήρως αγαθή διάθεση προς εκείνον!  Κάν’ το με τα λόγια, προτρέπει ο όσιος.

Και μάς καθοδηγεί στα ιερά άδυτα της καρδιάς του αγωνιστή χριστιανού: ο αγωνιστής γνωρίζει ότι το θέλημα του Κυρίου είναι πάντοτε και μονίμως η αγάπη: η αληθινή, αυτή που πηγάζει από την καρδιά του ανθρώπου, συνεπώς εκείνη που κινείται από το Πνεύμα του Θεού. Μα, βλέπει ότι δεν έχει φτάσει ακόμη σ’ αυτό το υψηλό και χαρισματικό σημείο, και μάλιστα απέναντι σ’ εκείνον που τον έχει αδικήσει και τον έχει προσβάλει, δηλαδή τον… εχθρό! Δεν αφήνεται σε λογισμούς μνησικακίας: νιώθει το σκάνδαλό της μέσα του  που του φυγαδεύει τη χάρη του Θεού. Δεν παραδίδεται στον Πονηρό που του υποβάλλει τη δικαιολογία της ανταπόδοσης. Επιμένει, προσβλέποντας «τι το θέλημα του Κυρίου, το αγαθόν και ευάρεστον Αυτώ»· προσβλέποντας στον παράδειγμα του Ιδίου, ο Οποίος πάνω στον Σταυρό συγχωρούσε τους εχθρούς Του και έψαχνε δικαιολογίες γι’ αυτούς: «Πάτερ, άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι»!

Και γι’ αυτό «σέρνει» τον εαυτό του έστω και με τη βία. Ακόμη και με την… υποκρισία! Κι ενώ βρίσκεται στη διαδικασία αυτή, τη χαρισματική εξίσου, κλαίει την κατάντια του, γιατί βλέπει τη μικρότητά του. «Κεντάται και καίγεται σαν να έχει φωτιά μέσα του από τις τύψεις της συνειδήσεως». Ζει όμως με το όραμα: να φτάσω να αγαπήσω τον εχθρό μου ολοκληρωτικά. Όπως ο Χριστός. Τι ευλογημένη «ντροπή»! Τι ευλογημένη υποκρισία!

Δεν σου έρχεται να προσκυνήσεις μία τέτοια καρδιά; Δεν χτυπάς το στήθος σου για τη δική σου ανύπαρκτη χριστιανική ζωή, το ύψος της οποίας φτάνει τις περισσότερες φορές στο να μην ανταποδώσεις στον άλλο την εχθρότητά του; «Δεν θέλω το κακό του», μουρμουράς, κι αισθάνεσαι δικαιωμένος. Μην τρέφεις αυταπάτες για τον εαυτό σου: βρίσκεσαι ακόμη σε… ιουδαϊκά επίπεδα. Δεν έχεις φτάσεις καν στα πρώτα κράσπεδα της πνευματικής ζωής!

Τετάρτη, 29 Σεπτεμβρίου 2021

Ή ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ Ή ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ!

«Μοιάζουν οι μεν ευλογημένες και όσιες αρετές με την κλίμακα του Ιακώβ, οι δε ανόσιες κακίες με την αλυσίδα που έπεσε από τα χέρια του κορυφαίου Αποστόλου Πέτρου (πρβλ. Πράξ. ιβ΄ 7). Διότι οι μεν πρώτες, καθώς η μία οδηγεί στην άλλη, ανεβάζουν στον ουρανό εκείνον που το επιθυμεί. Ενώ οι άλλες, οι κακίες, έχουν τη συνήθεια να γεννούν η μία την άλλη και να συσφίγγονται μεταξύ τους» (Άγιος Ιωάννης Κλίμακος, λόγ. θ΄ 1).

Με άμεσο και εποπτικό τρόπο ο όσιος, χρησιμοποιώντας εικόνες από περιστατικά της Αγίας Γραφής, Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, τονίζει μία κεντρική αλήθεια της πνευματικής ζωής: τα πάντα σ’ αυτήν είναι ενοποιημένα – το ένα παραπέμπει στο άλλο· το ένα γεννά το άλλο! Που σημαίνει: αγωνιζόμαστε στην απόκτηση μίας αρετής; Θα δούμε ότι η αρετή αυτή μας παίρνει από το χέρι και μας πάει και σε άλλη, κι ακόμη σε άλλη. Το ίδιο και αντίστροφα: πήραμε τον κατήφορο; Μην περιμένουμε καμία… μαγική στάση! Η μία πτώση θα ακολουθεί την άλλη χωρίς σταματημό.

Αυτό δεν συμβαίνει μόνο σε έναν ή σε κάποιους μόνον ανθρώπους. Συμβαίνει σε όλους μας. Είναι τέτοια η φύση της ανθρώπινης ύπαρξης, που δεν υπάρχουν στεγανά σ’ αυτήν: όλος ο άνθρωπος, ψυχοσωματικά, τοποθετείται ενιαία είτε προς το θετικό είτε προς το αρνητικό. Ας ακούσουμε τα φοβερά λόγια του Κυρίου: «ο μη ων μετ’ εμού κατ' εμού εστί, και ο μη συνάγων μετ’ εμού σκορπίζει» - όποιος δεν είναι μαζί μου είναι εναντίον μου, και όποιος δεν μαζεύει μαζί μου σκορπίζει! «Ουδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν». Γι’ αυτό, δεν μπορούμε  να… αλλοιθωρίζουμε στη ζωή μας. Αν πιστέψουμε ότι μόνον εμείς μπορούμε να συμβιβάσουμε τα ασυμβίβαστα, έχουμε μπλεχτεί με τον πιο οδυνηρό τρόπο στα δίχτυα του πονηρού, και μας δουλεύει… ψιλό γαζί που λένε. Οπότε μην ακούμε  τον γλυκερό ψίθυρο του Πονηρού και των υποτακτικών του: «δοκίμασέ τα όλα· απόκτησε εμπειρίες· εμπλούτισε… τον εαυτό σου»! Η δοκιμασία του κακού, η εμπειρία της αμαρτίας είναι μεν εμπλουτισμός, αλλά μόνο στο κακό. Μας  θολώνει τον νου, χάνουμε τον Θεό μας, πληγωνόμαστε, πετρώνουμε, νεκρωνόμαστε…

Ας στοχαστούμε λοιπόν στον λόγο του οσίου: αδιάκοπα ή θα ανεβαίνουμε  ή θα καταποντιζόμαστε. Οπότε ας πάρουμε τον δρόμο της ελπίδας: να μένουμε  όσο μπορούμε πάνω στο αγαθό, και θα βλέπουμε τις αρετές χωρίς σταματημό ν’ αστράφτουν σαν μαργαριτάρια πάνω μας. Και: ας φύγουμε μακριά, σαν να συναντάμε φίδι, από το όποιο κακό. Ο πειραματισμός με αυτό είναι χαλκάς που αδιάκοπα θα συσφίγγεται γύρω μας…

Ας προχωρήσουμε λίγο τον στοχασμό: η παραπάνω αλήθεια δεν ισχύει μόνο για τη ζωή αυτή. Προεκτείνεται και στην άλλη! Που θα πει: αδιάκοπα θα αυξάνουμε εν Θεώ ακόμη και στον Παράδεισο· αδιάκοπα θα αυξάνουμε στον κολασμό, όντας και μέσα στην κόλαση!

Τρίτη, 28 Σεπτεμβρίου 2021

ΔΟΥΛΟΣ, ΜΙΣΘΩΤΟΣ Ή ΥΙΟΣ;

«…Είδα τρεις μοναχούς που εξυβρίσθηκαν συγχρόνως. Ο πρώτος απ’ αυτούς δαγκώθηκε και ταράχθηκε, αλλά δεν μίλησε. Ο δεύτερος χάρηκε για τον εαυτό του, αλλά λυπήθηκε για τον υβριστή. Και ο τρίτος αφού αναλογίστηκε την ψυχική βλάβη του υβριστή έχυσε θερμά δάκρυα. Έτσι έχεις μπροστά σου τον εργάτη του φόβου, τον μισθωτό και τον εργάτη της αγάπης» (Άγιος Ιωάννης Κλίμακος, λόγ. η΄ 29).

Ένα το γεγονός, τρεις οι αντιδράσεις. Εξωτερικά, η πρόκληση είναι η ίδια: η εξύβριση. Εσωτερικά, τρεις άνθρωποι αντιδρούν διαφορετικά στη ίδια πρόκληση. Δεν το λέει ο άγιος για να μας πει πόσο πλανεμένη μπορεί να είναι η όποια κρίση μας τις περισσότερες φορές, αφού μας διαφεύγει το βάθος, δηλαδή η αλήθεια. Εδώ τον ενδιαφέρει να τονίσει τη διαβάθμιση που υπάρχει στην αγιότητα: υπάρχει άγιος και υπάρχει αγιότερος αυτού. Και πάει… λέγοντας. Τρεις είναι οι συνηθέστερες διαβαθμίσεις: η πρώτη του δούλου, που γνώρισμα έχει τον φόβο - μένω στο θέλημα του Θεού, γιατί φοβάμαι μην τιμωρηθώ. Η δεύτερη του μισθωτού, που γνώρισμα έχει την ελπίδα της ανταπόδοσης - είμαι υπάκουος στον Θεό, γιατί περιμένω να με ανταμείψει με τα δώρα της Βασιλείας Του. Κι η τρίτη του υιού, που γνώρισμα έχει την αγάπη - τηρώ το θέλημα του Θεού, γιατί Τον αγαπώ. Και μαζί Του αγαπώ και την εικόνα Του τον άνθρωπο και κάθε περαιτέρω κτίσμα Του.

Οραματιζόμαστε το τρίτο σκαλοπάτι; Καλά κάνουμε, γιατί είναι το πραγματικά κανονικό: σ’ αυτό αναπαύεται πλήρως ο Θεός. Μα, το τονίζει πολλές φορές ο άγιος: κανείς δεν φτάνει στο τρίτο, αν δεν περάσει πρώτα από τα άλλα. Κανείς δεν πάει διαμιάς στην τελειότητα. Σιγά σιγά κτίζεται το πνευματικό οικοδόμημα της ψυχής. Λοιπόν, ας αγωνιζόμαστε για το πρώτο: να είμαστε  σωστοί δούλοι Θεού, κι από κει και πέρα θα δούμε το ανέβασμά μας κατά ένα μυστικό και ανεπίγνωστο τρόπο. Με τρόπο που δεν το καταλαβαίνουμε, θα παίρνουμε τον φωτισμό του μισθωτού. Κι επιμένοντας και υπομένοντας, θα μας  δίνονται στιγμές υιοθεσίας, μέχρις ότου παγιωθούμε σ’ αυτήν.

Η καθημερινότητα όμως «προδίδει» την αλήθεια της χριστιανικότητάς μας: μας αμφισβητούν και νευριάζουμε· λίγο μας ελέγχουν και θέλουμε να χαθούν οι ελεγκτές μας από προσώπου γης· μας υβρίζουν και σπεύδουμε να ανταποδώσουμε, πολλές φορές και τρισχειρότερα˙ μας αδικούν και κινούμε γη και ουρανό ή περιπίπτουμε σε μαύρη κατάθλιψη. Μάλλον πρέπει να μετράμε με αρνητικούς βαθμούς την «αγιότητά» μας. Είμαστε… κάτω από τη βάση!  Οπότε τα υψηλά για εμάς, που μάλλον τα βλέπουμε με το… «κιάλι», είναι το… πρώτο σκαλοπάτι. Πρέπει να προσγειωθούμε!  Δεν είμαστε ακόμη ούτε… δούλοι! Η μετάνοια και το πένθος είναι κι απ’ αυτήν την άποψη μονόδρομός μας…

 

Δευτέρα, 27 Σεπτεμβρίου 2021

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΠΡΑΟΤΗΤΑ

Υπάρχουν άνθρωποι που από φυσικού τους είναι πράοι άνθρωποι. Υπάρχουν άλλοι που υποκρίνονται τους πράους – δεν αντέχουν συγκρούσεις και εντάσεις ή επιδιώκουν κάτι προς το συμφέρον τους. Κι υπάρχουν άλλοι που έχουν αγωνιστεί και αγωνίζονται να είναι πράοι με τον τρόπο που διδάσκει και προτείνει ο ίδιος ο Κύριος και η Εκκλησία μας – μία πραότητα που ανάγει τον άνθρωπο σε υπέρ φύσιν και χαρισματική κατάσταση, γιατί προϋποτίθεται έντονος πνευματικός αγώνας, είτε κατά το «δώσε αίμα και λάβε πνεύμα» των αββάδων του Γεροντικού είτε κατά τον «απαλό» τρόπο του οσίου Πορφυρίου του αγιορείτου ως στροφή αγάπης προς τον Χριστό. Είναι ευνόητο ότι η σωτήρια αυτή πραότητα συνυπάρχει με την ταπείνωση, με την αγάπη, με την ειρήνη της ψυχής, με ό,τι χαρακτηρίζει ο απόστολος «καρπόν του Πνεύματος». Το ίδιο το Πνεύμα του Θεού αποκαλύπτει: «Προς τίνα επιβλέψω, αλλ’ ή επί τον πράον και ταπεινόν και ησύχιον, και ακούοντά μου τους λόγους και τρέμοντα αυτούς;»

Η πραότητα έτσι είναι το χαρακτηριστικό του αγίου: την έχει εκείνος που ζει ως μέλος Χριστού κι η διαρκής αναφορά του είναι ακριβώς ο Χριστός. Όταν ο συνεπής πιστός είναι σε διαρκή σχέση με τον Κύριο και Θεό του, όταν φτάνει στο σημείο η ψυχή του να αναπαύεται μόνον σ’ Εκείνον, τι μπορεί να τον κινήσει και να τον ταράξει από τη «θεωρία» αυτή; Τον προσβάλλουν και τον υβρίζουν, και παραμένει στη… θέση του - ο Κύριος τον κρατάει. Τον επαινούν, αλλά δεν φουσκώνει από υπερηφάνεια - πώς να χάσει τη γλυκύτητα του τροφέα του, του ταπεινού Κυρίου του, ξέροντας μάλιστα ότι Εκείνος είναι η πηγή της υπάρξεώς  του; Όπως το λέει μάλιστα ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος: ««Πραότης σημαίνει να παραμένει ακίνητη και ατάραχη η ψυχή, τόσο στις ατιμίες όσο και στους επαίνους» (λόγ. η΄ 3) – ο ανέτοιμος νους ταράζεται και από τις προσβολές  και από τους επαίνους!

Να παρακαλούμε λοιπόν τον Κύριο να μας δίνει δύναμη για τον αγώνα της πραότητας. Ο όσιος της Κλίμακος μας βοηθάει με τον γνωστό ρεαλισμό του: Για να ξεπεράσεις το πάθος της οργής «πρώτα θα μάθεις να σφίγγεις τα χείλη σου να μη βγαίνει άσχημος λόγος στις προσβολές που δέχεσαι, έστω κι αν είσαι μέσα σου ανταριασμένος. Έπειτα θα μάθεις να σιωπούν οι ενάντιοι στον συνάνθρωπο λογισμοί σου, έστω κι νιώθεις ελαφρά ταραχή. Και τέλος θα δεις την «τέλεια» καρποφορία: την παγιωμένη ειρήνη και πραότητα στην καρδιά σου, σε ό,τι κι αν συμβαίνει».

«Γέροντα, τι κέρδισες τόσα χρόνια στην άσκηση;» ρώτησαν όσιο αββά. «Το νερό που είναι ταραγμένο – απάντησε - δεν μπορεί να καθρεπτίσει το πρόσωπο του ανθρώπου. Όταν ησυχάσει, τότε το καθρεπτίζει σωστά». Στην ταραχή των παθών χάνουμε τον εαυτό μας. Όταν τα πάθη ειρηνεύουν με τον πνευματικό αγώνα, βρίσκουμε τον εαυτό μας. Η πραότητα είναι το κατεξοχήν δείγμα της αληθινής αυτογνωσίας.

Σάββατο, 25 Σεπτεμβρίου 2021

Η ΜΕΤΑΣΤΑΣΙΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΟΥ (26 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ)

«Ο άγιος Ιωάννης υπήρξε από τους δώδεκα μαθητές του Κυρίου Ιησού Χριστού, ανήκοντας μάλιστα στον στενότερο κύκλο αυτών, μαζί με τον αδελφό του Ιάκωβο και τον απόστολο Πέτρο. Κλήθηκε από τον Κύριο να Τον ακολουθήσει, όταν Εκείνος βρήκε τον Ιωάννη μαζί με τον αδελφό του Ιάκωβο και το άλλο ζεύγος αδελφών, Σίμωνα και Ανδρέα, να είναι απογοητευμένοι, που ως ψαράδες στη λίμνη Γεννησαρέτ, «δι’ όλης της νυκτός κοπιάσαντες ουδέν έλαβον» και τους προέτρεψε να δοκιμάσουν και πάλι, κάτι που τους απέφερε πλήθος ιχθύων. Από τότε ο άγιος Ιωάννης ακολούθησε τον Κύριο, μέχρι το τέλος της ζωής Του, κι ήταν μάλιστα ο μόνος που με αφοβία Τον ακολούθησε και κατά την ώρα του μαρτυρίου Του, όπως παρευρέθηκε και κάτω από τον Σταυρό. Μετά την Πεντηκοστή και τη λήψη του αγίου Πνεύματος, κήρυξε μαζί με τον απόστολο Πέτρο στα Ιεροσόλυμα, επιτελώντας πολλά θαύματα και μεταστρέφοντας πολλούς στην πίστη, κι αργότερα του έλαχε να αναλάβει την ευθύνη ευαγγελισμού των ειδωλολατρών στη Μικρά Ασία, με κέντρο την Έφεσο. Κι εκεί μετέστρεψε πολλούς στην πίστη του Χριστού, μέχρις ότου ορισμένοι Εφέσιοι, μην αντέχοντας τη δράση του, κατάφεραν με κατηγορίες στον αυτοκράτορα Δομιτιανό να εξοριστεί στη νήσο Πάτμο, όπου ξεκίνησε καινούργια δράση. Ο Θεός τού παρουσίασε πολλές ευκαιρίες, κι ο άγιος Ιωάννης κήρυξε και θαυματούργησε, μέχρις ότου με την αλλαγή του αυτοκράτορα επέστρεψε στην Έφεσο, αφήνοντας απαρηγόρητους τους Πατμίους. Εκεί στην Πάτμο, ημέρα Κυριακή, σε σπήλαιο, του δόθηκε να δει φοβερά οράματα περί της πορείας του κόσμου, τα οποία και υπαγόρευσε στον μαθητή του Πρόχορο, δημιουργώντας έτσι την Αποκάλυψη του Ιωάννη, το τελευταίο βιβλίο της Καινής Διαθήκης. Στην Έφεσο έζησε για αρκετά χρόνια ακόμη, κηρύσσοντας τον λόγο του Θεού, μέχρις ότου σε ηλικία 105 περίπου ετών άφησε ειρηνικά την τελευταία πνοή. Κατά την παράδοση, προγνώρισε τον θάνατό του, και παίρνοντας επτά από τους μαθητές του, βγήκε έξω από την πόλη, οπότε του έσκαψαν σε σχήμα σταυρού τον τάφο του, μπήκε μέσα και εκεί παρέδωσε το πνεύμα του. Οι πιστοί Εφέσιοι μαθαίνοντας τα καθέκαστα, έσπευσαν να του δώσουν τον τελευταίο ασπασμό, αλλ’  όταν άνοιξαν τον τάφο του, είδαν με έκπληξη και συγκίνηση ότι το σκήνωμά του έλειπε, κατά αντιστοιχία με αυτό που συνέβη και στην Παναγία, γι’ αυτό και η Εκκλησία μας θεώρησε ότι και εκείνος μεταστάθηκε, πριν τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, εν σώματι στους ουρανούς. Ο άγιος Ιωάννης ήταν και συγγενής του Κυρίου μας, θεωρούμενος ανιψιός του, αφού ήταν μαζί με τον άγιο Ιάκωβο υιός της κόρης του μνήστορος Ιωσήφ, μυροφόρου Σαλώμης».

Ο άγιος Ιωάννης είναι ο πρώτος που χαρακτηρίστηκε ως θεολόγος από την Εκκλησία μας – μετά από αυτόν χαρακτηρίστηκαν έτσι ο άγιος Γρηγόριος ο θεολόγος (4ος αι.) και ο άγιος Συμεών ο νέος θεολόγος (10ος αι). Για την Εκκλησία μας δηλαδή ελάχιστοι φέρουν αυτόν τον τίτλο, που σημαίνει ότι αφενός  πρέπει να υπάρχουν ιδιαίτερες προϋποθέσεις για τον χαρακτηρισμό αυτό, αφετέρου δεν θεωρούνται θεολόγοι – παρά μόνον καταχρηστικά – όλοι εκείνοι που απέκτησαν ένα πτυχίο θεολογικής σχολής. Τι είναι εκείνο που απαιτείται για να είναι κάποιος θεολόγος, και μάλιστα τι έκανε την Εκκλησία να απονείμει τον τίτλο αυτό στον άγιο Ιωάννη; Η υμνολογία της Εκκλησίας δίνει αρκούντως την απάντησή της. «Ο Λόγος σε, θεολόγον αξίως ανέδειξε, την αυτού θεότητα, μυσταγωγήσας Πανάριστε, και την κατά άνθρωπον, οικονομίαν διδάξας την απόρρητον» - ο Χριστός, ο Υιός και Λόγος του Θεού, σε ανέδειξε θεολόγο, Πανάριστε Ιωάννη, διότι σε οδήγησε στη μυστική γνώση της θεότητάς Του και σε δίδαξε το μυστήριο του σχεδίου Του, να έρθει ως άνθρωπος στον κόσμο. Που θα πει: θεολόγος είναι εκείνος που από τον ίδιο τον Θεό μυείται στη γνώση Εκείνου και στην εξαγγελία επομένως της στον κόσμο οικονομίας Του.

Το συγκινητικό με τους ύμνους της ακολουθίας είναι ότι αποκαλύπτουν το πού και το πότε κυρίως μυήθηκε ο άγιος Ιωάννης στη γνώση του Θεού: στον Μυστικό Δείπνο, και μάλιστα την ώρα που ο απόστολος έπεσε στο στήθος του Κυρίου, ρωτώντας Τον «μήπως είμαι εγώ ο προδότης, Κύριε;» «Της σοφίας τω στήθει αναπεσών, και την γνώσιν του Λόγου καταμαθών, ενθέως εβρόντησας, Εν αρχή ην ο Λόγος». Ανέπεσες στο στήθος της σοφίας του Θεού, (του Χριστού), κι έμαθες καλά τη γνώση του θείου Λόγου, οπότε με θεϊκό τρόπο φώναξες με βροντερή φωνή: Εν αρχή ην ο Λόγος. Είναι γνωστό βεβαίως σε όλους ότι τη μυστική αυτή γνώση του Θεού, το χάρισμα της θεολογίας, αποτύπωσε ο άγιος Ιωάννης κυρίως στον Ευαγγέλιό Του, το πιο πνευματικό θεωρούμενο από όλα τα Ευαγγέλια και το τελευταίο βιβλίο που γράφηκε από εκείνον σε βαθύτατο γήρας, όπως βεβαίως και στα άλλα βιβλία που μας άφησε, τα οποία κατανύσσουν βαθύτατα την καρδιά μας, τις τρεις καθολικές λεγόμενες επιστολές του (Α΄, Β΄, Γ΄ Ιωάννου) και ασφαλώς τη Θεία Αποκάλυψή Του.

Ο άγιος Ιωάννης χαρακτηρίζεται όμως και «ηγαπημένος» μαθητής του Κυρίου, όπως και άφοβος και άτρομος. Πράγματι, έτσι παρουσιάζεται στο άγιο Ευαγγέλιό του, διότι αγάπησε με πάθος τον Κύριο – μία αγάπη που συνιστά αφενός ανταπόκριση στην αγάπη Εκείνου αλλά και προκαλεί την επιπλέον ενέργεια της αγάπης Του. Θέλουμε να πούμε ότι κανείς δεν μπορεί να αγαπήσει τον Χριστό παρά μόνον ανταποκρινόμενος σ’  Εκείνου την αγάπη: «ημείς αγαπώμεν ότι Αυτός πρώτος ηγάπησεν ημάς», αλλά και η ανταπόκριση αυτή αυξάνει έτι πλέον τη χωρητικότητα της καρδιάς για να χωρέσει περισσότερο τον  Δημιουργό της Χριστό - ενώ ο Χριστός αγαπά εξίσου τους πάντες, κατά την αναλογία της ανταπόκρισης των ανθρώπων εισπράττουν αυτοί περισσότερο ή λιγότερο την αγάπη Του.

Ήταν ο άγιος ευαγγελιστής και ο πιο κοντινός μαθητής του Κυρίου, ίσως γιατί ήταν και συγγενής Του κατά σάρκα, κάτι που το βλέπουμε και στη Σταυρική Του θυσία. Μόνος αυτός παρευρέθηκε μαζί με την Παναγία Μητέρα του Κυρίου στον Σταυρό, γι’  αυτό και Εκείνος, λίγο πριν παραθέσει το πνεύμα Του στον Θεό Πατέρα, είπε στη Μητέρα Του: «Γύναι, ιδού ο υιός σου», όπως και στον Ιωάννη: «Ιδού η Μήτηρ σου».  Έκτοτε ο Ιωάννης όντως έλαβε την Παναγία στο σπίτι του, μέχρις ότου Εκείνη εκοιμήθη. Το ατρόμητο του χαρακτήρα του εξάλλου ήταν αποτέλεσμα της μεγάλης του αγάπης προς τον Κύριο – ο ίδιος γράφει: «η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον» - κάτι που το βλέπουμε και στο γεγονός ότι δεν εγκατέλειψε τον Κύριό του ούτε στιγμή, ήταν ο μόνος που Τον ακολούθησε και στην αυλή του αρχιερέα, την ώρα της ανακρίσεως, βρέθηκε κάτω από τον Σταυρό, όπως είπαμε, και όταν οι μαθητές έμαθαν από τις μυροφόρες για την Ανάσταση του Κυρίου, ήταν ο πρώτος που έτρεξε «τάχιον του Πέτρου», προκειμένου να δει «ιδίοις όμμασι» το συγκλονιστικό γεγονός. Το ατρόμητο και γενναίο φρόνημα του αγίου καταγράφεται και σε περιστατικό, κατά το οποίο, όντας αυτός σε πολύ προχωρημένη ηλικία, δεν διστάζει, έστω και με κίνδυνο της ζωής του,  να αναζητήσει έναν ληστή, που ο ίδιος τον είχε νεαρό μεταστρέψει στην πίστη, κάτι που το επέτυχε.

ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΤΗΝ ΨΑΛΜΩΔΙΑ ΜΑΣ!

Έχει επαρκώς στις ημέρες μας κατανοηθεί το πνευματικό ύψος της εκκλησιαστικής ψαλμωδίας, και μάλιστα της πιο καθαρής μορφής της, της βυζαντινής. Είναι ό, τι ανώτερο έχει εμπνεύσει το Πνεύμα του Θεού για τις εκκλησιαστικές συνάξεις. Είναι η συνέχεια των ψαλμών της Παλαιάς Διαθήκης, οι οποίοι λειτουργούν απαρχής της Εκκλησίας  ως το βασικό προσευχητάρι της. Για τους ψαλμούς, συνεπώς και για τους εκκλησιαστικούς ύμνους πια, έχει ειπωθεί ότι είναι «τα λόγια που θέλει να ακούει ο ίδιος ο Θεός», «τα λόγια τα πεπυρωμένα σφόδρα» κατά τον ίδιο τον ψαλμωδό.  Άλλωστε και ο Κύριος δεν προσευχόταν μέσω αυτών; Και η υμνολόγησή τους δεν ήταν κάτι που εξέφραζε και τη δική Του καθημερινότητα, όπως σημειώνει και το Ευαγγέλιο;

Λοιπόν, ας μάθουμε όσους ψαλμούς μπορούμε, ας αποστηθίσουμε όσες ψαλμωδίες θέλουμε, και να καλύπτουμε έτσι τα «κενά» του χρόνου μας και όποιες δραστηριότητές μας δεν απαιτούν απόλυτη συγκέντρωση του νου. Δεν είναι μόνο το «Κύριε ελέησον» που βοηθάει. Είναι και όλα τα άλλα όπλα που μας δίνει η Εκκλησία μας στον πνευματικό μας αγώνα, μεταξύ των οποίων και η ψαλμωδία. «Η προσευχή, οι ψαλμοί, η αγρυπνία, η ταπεινοφροσύνη, η υπηρεσία προς τον πλησίον και το έλεος, η ευχαριστία και η ακρόαση των θείων λόγων, γίνονται ενέδρα και παγίδα και λάκκος καί μάστιγες και αγχόνη καί δίχτυα για τον εχθρό διάβολο» μάς λέει ο όσιος Ιωάννης ο Καρπάθιος. Πόσες φορές άλλωστε δεν ακούσαμε και διαβάσαμε ότι και όλοι οι σύγχρονοί μας άγιοι σάν τους Πορφύριο, Παΐσιο, Ιάκωβο, Εφραίμ τον Κατουνακιώτη  χρησιμοποιούσαν σε κάθε ευκαιρία το όπλο αυτό!

Γι’ αυτό και πρέπει ιδιαιτέρως εκείνοι που έχουν τη συγκεκριμένη ευθύνη στις εκκλησιαστικές συνάξεις, κληρικοί και λαϊκοί, και μάλιστα οι ιεροψάλτες, να προσέχουν το πώς υμνολογούν τον Κύριο, την Παναγία μας, τους αγίους. Δεν είναι τυχαίο ότι όχι ένας αλλά πολλοί κανόνες της Εκκλησίας ασχολούνται με το κρίσιμο αυτό θέμα. Και ζητούν και προτρέπουν η ψαλμωδία να γίνεται με ήπιο τρόπο, χωρίς κραυγές και επιδείξεις, με συγκέντρωση του νου στα ψαλλόμενα, με κατάνυξη, ώστε να δημιουργείται και το ανάλογο αποτέλεσμα στο εκκλησίασμα. «Οι ψάλτες να μη χρησιμοποιούν άτακτες φωνές και να μην πιέζουν τον εαυτό τους για να κραυγάζουν» σημειώνει για παράδειγμα ο 75ος κανόνας της εν Τρούλλω Οικουμενικής Συνόδου, «αλλά με πολλή προσοχή και κατάνυξη να προσφέρουν τις ψαλμωδίες στον Θεό που βλέπει τα κρυπτά της καρδιάς»!  Θυμόμαστε με φόβο την επέμβαση του αγίου Σπυρίδωνα στον διάκονο που έψελνε με κενοδοξία. Τον έλεγξε για ασέβεια και εκείνος έμεινε άφωνος!

Αξίζει να μνημονεύσουμε και τον λόγο του μεγάλου ασκητικού δασκάλου αγίου Ιωάννου της Κλίμακος. Μπορεί να ψέλνουμε, σημειώνει,  να κάνουμε δηλαδή κάτι θεωρούμενο θεάρεστο, κι αυτό να μας βγαίνει σε… σατανική ενέργεια: να μας οδηγεί σε φιληδονία! Πότε; Όταν δεν έχουμε διάκριση. Ακόμη και στα πνευματικά δηλαδή χρειάζεται το σωστό μέτρο. Ό,τι είναι υπερβολή είναι του διαβόλου.  Και ποια η αδιακρισία; Να ψέλνουμε «άμετρα και άκαιρα». «Μερικές φορές η ψαλμωδία, όταν είναι μέτρια, καταπραΰνει άριστα τον θυμό. Και μερικές φορές, όταν είναι άμετρη και άκαιρη, δημιουργεί φιληδονία. Γι’ αυτό ας την χρησιμοποιούμε διακριτικά ανάλογα με τις περιστάσεις» (λόγ. η΄ 19). Διακριτική  ψαλμωδία είναι η με επίγνωση της κάθε στιγμής  άσκησή της: το σιγοψιθύρισμά της ιδίως στις ατομικές μας ενέργειες, χωρίς να προκαλούμε τους άλλους, χωρίς να επιδεικνυόμαστε. Τότε και οργισμένοι να είμαστε, θα δούμε τη χάρη του Θεού να μας σκεπάζει και να μας καταπραΰνει. Να μας δημιουργεί ειρήνη ψυχής.

Παρασκευή, 24 Σεπτεμβρίου 2021

ΔΑΚΡΥΑ ΚΑΙ... ΔΑΚΡΥΑ!

«Ο Θεός, αγαπητοί μου, δεν έχει ανάγκη από δάκρυα ούτε επιθυμεί να πενθεί ο άνθρωπος από την οδύνη της καρδιάς του· αλλά μάλλον να τον βλέπει να αγάλλεται και να ευθυμεί εσωτερικά από την αγάπη του προς Αυτόν» (Άγιος Ιωάννης Κλίμακος, λόγ. ζ΄45).

Ακούς και διαβάζεις ότι ο Κύριος μακαρίζει αυτούς που πενθούν. Για τις αμαρτίες τους και για τις αμαρτίες όλου του κόσμου. Το ίδιο βλέπεις ότι κάνουν και οι άγιοι Πατέρες: όλοι τονίζουν πόσο αναγκαία είναι τα δάκρυα και το πένθος στην πνευματική ζωή. Μην σου μπει ο λογισμός ότι αυτό συμβαίνει γιατί ο Θεός αρέσκεται στην πένθιμη γενικά  κατάσταση του ανθρώπου. Αν συνέβαινε αυτό, ο Θεός δεν θα ήταν Αυτός που αποκάλυψε ο Κύριος Ιησούς Χριστός: ο Θεός Πατέρας με την άπειρη αγάπη Του απέναντί μας, αλλά ένας «Θεός» σκληρός και σαδιστής, που χαρά του θα είχε τον πόνο και τα δάκρυα των ανθρώπων. «Άπαγε της βλασφημίας!» Μακριά από τέτοιες βλάσφημες σκέψεις!

Ο Θεός μας, ο αληθινός Τριαδικός Θεός, είναι αγάπη, και η χαρά Του είναι να χαίρεται ο άνθρωπος: «να τον βλέπει να αγάλλεται και να ευθυμεί εσωτερικά». Να είναι δηλαδή μέσα στα πλαίσια της απαρχής δημιουργίας Του: σε διαρκή αναφορά και αγάπη προς Αυτόν!  «Στον Αδάμ πριν από την παράβαση δεν υπήρχαν δάκρυα» (46). Δάκρυα ήρθαν στον Αδάμ και σε όλους τους απογόνους του, γιατί αμάρτησε. Η θλίψη και η στενοχώρια ήταν το τίμημα της ανυπακοής του προς τον Θεό. Κι αυτό ισχύει διαχρονικά, όσο υπάρχει άνθρωπος.

Αλλά ήρθε ο Χριστός, ο ενανθρωπήσας Θεός. Και κατάργησε το αίτιο της θλίψης και των δακρύων, δηλαδή την αμαρτία και το αποτέλεσμά της, τον θάνατο. Και έφερε και πάλι τη χαρά και την ευθυμία - «Χαίρετε», ήταν και είναι η αδιάκοπη προτροπή Του. Σε ποιον όμως; Σ’ εκείνον που Τον αγαπά και μένει μαζί Του, σ’ εκείνον που ανήκει στο σώμα Του, την Εκκλησία, και δεν αμαρτάνει. Γιατί κάθε που αμαρτάνει, ξεπηδά εκ νέου η οδύνη των δακρύων: το μόνιμο τίμημα της αμαρτίας.

Και τότε καταλαβαίνεις ότι έχεις ν’ αντιπαλέψεις ως πιστός με δύο είδη πένθους: με το πένθος της ίδιας της αμαρτίας - θλίψη και αμαρτία πάνε πάντοτε μαζί· και το πένθος που πρέπει πια να καλλιεργείς, επειδή ακριβώς βλέπεις ότι αμαρτάνεις και χάνεις την αγάπη προς τον Χριστό. Το ένα είναι η κόλαση. Το άλλο συνυπάρχει με τον παράδεισο - οι άγιοι το λένε «χαρμολύπη»: πενθώντας για τις αμαρτίες σου αρχίζει και γελά η καρδιά σου. Ζεις λοιπόν το παράδοξο της χριστιανικής ζωής: χαίρεσαι και πενθείς. Μάλλον πενθείς και γι’ αυτό χαίρεσαι. Το πένθος αυτό είναι συμμετοχή στον Σταυρό. Η χαρά είναι συμμετοχή στην Ανάσταση. Σταυρός και Ανάσταση είναι οι δύο όψεις της ίδιας πραγματικότητας.

«Θανάτωσε την αμαρτία, και τότε θα είναι περιττά τα δάκρυα της οδύνης στους οφθαλμούς σου» (46).

Η ΑΓΙΑ ΠΡΩΤΟΜΑΡΤΥΣ ΚΑΙ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΘΕΚΛΑ

«Η αγία Θέκλα καταγόταν από την πόλη του Ικονίου, η μητέρα της λεγόταν Θεόκλεια και ανήκε σε ευγενές και ένδοξο γένος. Κατηχήθηκε τον λόγο της πίστεως από τον μεγάλο απόστολο Παύλο, τον οποίο άκουσε να διδάσκει στο σπίτι του Ονησιφόρου. Όταν έγινε χριστιανή, ήταν δεκαοκτώ ετών και είχε μνηστευθεί τον Θάμυρη. Αφού περιφρόνησε τη φωτιά, στην οποία την έβαλαν, τη μητέρα της και τον μνηστήρα της, ακολούθησε τον Παύλο. Μετά από αυτά βρέθηκε στην Αντιόχεια, κι εκεί λόγω της πίστεώς της ρίχθηκε από τον Αλέξανδρο στα θηρία και σε ταύρους, προκειμένου να την κομματιάσουν. Από όλα όμως σώθηκε με τη χάρη του Θεού, οπότε άρχισε να περιέρχεται διάφορες πόλεις κηρύσσοντας το ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού, με αποτέλεσμα να φέρει στη χριστιανική πίστη πολλούς ανθρώπους. Ύστερα επανήλθε στην πατρίδα της, όπου αποσύρθηκε σε κάποια από τα βουνά της και ασκήτεψε μόνη της. Επιτέλεσε πολλά θαύματα στους ανθρώπους που την επισκέπτονταν, μέχρις ότου τελείωσε τη ζωή της, μπαίνοντας μέσα σ’  ένα βράχο που άνοιξε με τη δύναμη του Θεού για χάρη της. Όλος ο χρόνος της ζωής της  ήταν ενενήντα έτη».

Δεν είναι μόνον οι άνδρες που μπορεί να καυχώνται για τον πρώτο εν μάρτυσι, τον άγιο Στέφανο. Είναι και οι γυναίκες που αντιστοίχως έχουν την πρώτη μεταξύ των γυναικών μάρτυρα, την αγία Θέκλα, μεγαλομάρτυρα επίσης και ισαπόστολο. Η αγία αυτή κατέχει ιδιαίτερη θέση μεταξύ των αγίων και των μαρτύρων, όχι μόνον ως «σύναθλος Στεφάνου», αλλά και ως «συνόμιλος Παύλου». Διότι κ α ι από τον απόστολο Παύλο μεταστράφηκε και έγινε χριστιανή,  αλλά κ α ι τον ακολούθησε σε πολλές από τις περιοδείες του, δείχνοντας τέτοιο ανδρείο φρόνημα, ιδίως σ’  αυτά που υπέστη, που έκανε, κατά τον υμνογράφο,  την προμήτορα Εύα, η οποία υποτάχτηκε στα κελεύσματα του διαβόλου, να χαίρεται, γιατί βρέθηκε γυναίκα να υποτάσσει τον πονηρό. «Εύα χαίρει, καθορώσα γυναιξί τον όφιν υποπίπτοντα».

Ο υμνογράφος ιδιαιτέρως επιμένει στο γεγονός ότι η αγία, νεότατη στην ηλικία, ευθύς ως έγινε χριστιανή, άφησε τον μνηστήρα της, για να γίνει ακόλουθος του Παύλου και ευαγγελίστρια Χριστού. Η μεταστροφή της αυτή, από έγγαμος που επρόκειτο να γίνει, τελικώς να αφιερωθεί ως άγαμη στον Χριστό, δεν οφείλετο βεβαίως σε μία υποβάθμιση του γάμου. Κάτι τέτοιο δεν είναι χριστιανικό, αφού ο γάμος και η κατά Χριστόν παρθενία θεωρούνται εκ Θεού και ισάξιοι δρόμοι μέσα στην Εκκλησία, που ορθά ασκούμενοι εκβάλλουν στη βασιλεία του Θεού. Άλλωστε ο Θάμυρης ο μνηστήρας της ήταν ειδωλολάτρης και η σχέση τους είχε ξεκινήσει πριν γίνει η αγία χριστιανή, συνεπώς δεν μπορούμε να μιλάμε για γάμο, κατά τον τρόπο τον χριστιανικό. Η αγία απλώς, μπροστά στο νέο που ανοίχτηκε ενώπιόν της, τον Χριστό και τη Βασιλεία Του, θέλχτηκε από την αγάπη προς Εκείνον, τόσο που θεώρησε ότι δεν είναι δυνατόν να συνεχίζει να ζει όπως και πριν. Μπροστά στο δίλημμα: μαζί με τον μνηστήρα της σε μία ζωή ειδωλολατρική ή μαζί με τον Χριστό ως χριστιανή, χωρίς δισταγμό προτίμησε το δεύτερο. Διότι κατενόησε ότι η αγάπη προς τον Χριστό ήταν πάνω από όλα. «Ο φιλών…τι υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος» είπε ο Κύριος. Τα πράγματα θα ήταν ασφαλώς διαφορετικά, αν και ο Θάμυρης ήταν χριστιανός. Τότε θα συναγωνίζονταν για την απόκτηση της βασιλείας του Θεού. Ως ειδωλολάτρης όμως ο μνηστήρας δεν είχε πολλά περιθώρια να «επιβιώσει» πια στη σχέση αυτή. Ο υμνογράφος το επισημαίνει: «Μνηστευθείσαν Θαμύριδι, ο νυμφαγωγός σε Παύλος ηρμόσατο, τω νυμφίω ως αμώμητον, τω επουρανίω Θέκλα πάνσοφε». Δηλαδή, Θέκλα πάνσοφε, ο νυμφαγωγός Παύλος ένωσε εσένα, που ήσουν μνηστευμένη με τον Θάμυρη, σαν αγνή νύμφη με τον επουράνιο νυμφίο (Χριστό). Ποιος μπορεί να συγκριθεί με τον Χριστό και με την αγάπη Εκείνου; Η αγάπη προς τον Χριστό έκανε πια τη Θέκλα να θεωρεί παραλήρημα τα όποια λόγια που έλεγε ο Θάμυρης: «Θαμύριδος τα ρήματα, ώσπερ λήρον Μάρτυς εμυκτήρισας».

Αυτή η αγάπη προς τον Χριστό, ο πόθος της αγίας προς τον Δημιουργό της είναι εκείνο που επίσης διαπιστώνει ο υμνογράφος. Αν η αγία Θέκλα νίκησε τον ανθρώπινο έρωτα – νόμιμο κάτω από άλλες συνθήκες βεβαίως – αν νίκησε το φίλτρο προς τη μητέρα της, αν νίκησε όλες τις ηδονές που υπόσχεται η νεανική ηλικία, ήταν γιατί ακριβώς η καρδιά της κυριαρχήθηκε από τον νυμφίο της Χριστό. Όπως το σημειώνει και ο ποιητής: «ο πόθος του Ποιητού, των κτισμάτων ενίκα τους έρωτας». Κι είναι τούτο ό,τι επισημαίνουμε γενικώς στους αγίους μας: μπορούν να υπερβαίνουν όλα τα εμπόδια, μπορούν και φαίνονται υπεράνθρωποι και ήρωες, γιατί η αγάπη του Χριστού τους συνέχει. Σαν τον απόστολο Παύλο μπορούν και εκείνοι να λένε: «Ποιος θα μας χωρίσει από την αγάπη του Χριστού; Θλίψη, στενοχώρια, κίνδυνος, μαχαίρι; Ούτε θάνατος ούτε κάποια κτίση μπορεί να μας χωρίσει από την αγάπη Εκείνου». Αυτήν την αγάπη του Χριστού πρέπει να έχει και κάθε χριστιανός, αν θέλει να ζει ως χριστιανός. Και για να την αποκτήσει, πρέπει πρώτα από όλα να νιώσει την έλλειψή της στη ζωή του και να την ζητήσει από Εκείνον που τη χορηγεί: τον ίδιο τον Κύριο. Το πρόβλημα είναι ότι δεν την ζητάμε. Και δεν τη ζητάμε, γιατί δεν νιώθουμε την έλλειψή της. Και δεν νιώθουμε την έλλειψή της, γιατί άλλες αγάπες, του κόσμου τούτου, κατακλύζουν την ύπαρξή μας. Αγάπες όμως φθαρτές, που το μόνο που προσφέρουν είναι η θλίψη και ο θάνατος.  

Πέμπτη, 23 Σεπτεμβρίου 2021

Η ΣΥΛΛΗΨΙΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΝΔΟΞΟΥ ΠΡΟΦΗΤΟΥ ΚΑΙ ΒΑΠΤΙΣΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ

«Ο ιερός ευαγγελιστής Λουκάς αναφέρει στο ευαγγέλιό του ότι όταν εισήλθε ο πρεσβύτης και δίκαιος Ζαχαρίας στα Άγια των Αγίων, προκειμένου να προσφέρει τη θυσία του θυμιάματος, κατά τον καιρό της εφημερίας του στον Ναό, φανερώθηκε σ’  αυτόν ο αρχάγγελος Γαβριήλ, ο οποίος του μετέφερε τη χαρμόσυνη είδηση ότι πρόκειται η γυναίκα του Ελισάβετ να γεννήσει γιο κατά το γήρας της, Προφήτη και Πρόδρομο, φωνή και κήρυκα και παντοτινό λυχνάρι, τον μύστη της χάρης του Θεού. Αυτήν τη θεία σύλληψη είπε στον προφήτη και ιερέα Ζαχαρία ο θείος αρχιστράτηγος με τα λόγια: «Εισακούστηκε η δέησή σου», οπότε με την παράδοξη αυτή γέννα λόγω γηρατειών και στειρώσεως της Ελισάβετ, άρχισε να προμηνύεται και ο θείος και παρθενικός τόκος της παναχράντου Θεοτόκου».

Θα πρέπει καταρχάς να σημειώσουμε ότι η σημερινή εορτή της συλλήψεως του αγίου Ιωάννου δεν στηρίζεται σε κάποιες πληροφορίες αποκρύφων ευαγγελίων, τις οποίες ενδεχομένως μπορεί κανείς να αμφισβητήσει, αλλά αποτελεί βεβαιότατο γεγονός, το οποίο καταγράφεται, όπως είπαμε και παραπάνω, από τον άγιο ευαγγελιστή Λουκά. Κι αυτό σημαίνει ότι η Εκκλησία μας εντάσσοντας το γεγονός αυτό μέσα στα θεόπνευστα κείμενά της θέλει να τονίσει τη σημασία του ερχομού στον κόσμο του Ιωάννου Προδρόμου, εκείνου του προφήτη δηλαδή που θα προετοίμαζε το έδαφος για τον ερχομό του Ίδιου του Θεού ως ανθρώπου. Με την προοπτική και πάλι του Κυρίου Ιησού Χριστού αξιολογείται το γεγονός της συλλήψεως του αγίου Ιωάννου, δηλαδή υπό το φως του Ήλιου κατανοείται το φως του λύχνου. Διότι διαφορετικά η σημασία του θα είχε την ίδια ισχύ με τη σύλληψη και κάθε άλλου ανθρώπου, που έρχεται, με την ευδοκία ασφαλώς  του Θεού, στον κόσμο.

Πέραν της παραπάνω πραγματικότητας την οποία ποικιλοτρόπως προβάλλουν οι ύμνοι της Εκκλησίας μας, εκείνο που θεωρείται αξιοπρόσεκτο, κατά τον υμνογράφο, είναι η αντίδραση του δικαίου Ζαχαρία απέναντι στον αρχάγγελο Γαβριήλ, όταν εκείνος του ευαγγελίζεται τη γέννηση του υιού του: αμφισβητεί τα λόγια του απεσταλμένου του Κυρίου, διότι στηρίζεται στη λογική και την εμπειρία του. Πώς είναι δυνατόν από γέρο άνθρωπο και γερόντισσα γυναίκα, και μάλιστα στείρα, να γεννηθεί ένα παιδί; «Ελισάβετ τα μέλη νενέκρωται, και εμού δε το γήρας, δυσπιστίαν νυν τεκμαίρεται» - τα μέλη της Ελισάβετ έχουν νεκρωθεί και τα δικά μου γηρατειά τώρα φέρνουν μόνο δυσπιστία. Ο υμνογράφος όμως συνεχίζει να ερμηνεύει το σκεπτικό του Ζαχαρία: όχι μόνο η φυσική τάξη των πραγμάτων ανατρέπεται με όσα μεταφέρει ο άγγελος, αλλά και από πλευράς πνευματικής υπάρχει, κατ’  αυτόν, κάτι ανάποδο: «εγω γαρ ήλθον την σωτηρίαν λαού αιτήσασθαι, ουχί δε κομίσασθαι παίδα, ως προσφωνείς». Εκείνο δηλαδή που πρέπει να επέτεινε την αμφισβήτηση του αγίου Ζαχαρία και επομένως να τον οδηγούσε σε καχυποψία ότι δεν αληθεύουν τα λόγια της ουράνιας οπτασίας, ήταν ότι ο ευαγγελισμός για τον «υποτιθέμενο» γιο του ερχόταν σε μία στιγμή πνευματικής λειτουργίας, σε ώρα δηλαδή προσευχής, και μάλιστα υπέρ της σωτηρίας του λαού. «Εγώ ήλθα εδώ στον Ναό, όπως σημειώνει ο υμνογράφος, για να ζητήσω από τον Θεό τη σωτηρία του λαού και όχι να αποκτήσω παιδί, όπως μου λές εσύ». Κι αλλού: «Αμφίβολον κέκτημαι την διάνοιαν εγώ, και απιστώ τοις λόγοις σου, τω Αρχαγγέλω έφη ο Ιερεύς. Λαού σωτηρίαν γαρ, ουκ εμής εξ οσφύος καρπόν ήτησα». Αμφιβάλλω εγώ και απιστώ στα λόγια σου, είπε ο Ιερεύς στον αρχάγγελο, γιατί ζήτησα τη σωτηρία του λαού και όχι καρπό από την οσφύ μου.

Αυτό όμως που φαίνεται τόσο «λογικό» για τον άγιο Ζαχαρία, και μάλιστα η αμφισβήτηση της εκ Θεού προέλευσης της οπτασίας λόγω του περισπασμού από το περιεχόμενο της προσευχής του: να ζητάει από τον Θεό τη σωτηρία του λαού και να του προκύπτει κάτι προσωπικό του, ένα παιδί, είναι εκείνο στην πραγματικότητα που ερχόταν ως απάντηση ακριβώς της προσευχής αυτής. Διότι η γέννηση του παιδιού του Ιωάννη ήταν η απαρχή της σωτηρίας του λαού. Με αυτόν θα ξεκινούσε η σωτηρία ως κήρυγμα μετανοίας για να γίνει αποδεκτός ο Μεσσίας. Με άλλα λόγια ο Ζαχαρίας δεν μπορούσε να κατανοήσει ότι ο Θεός τού έδινε ό,τι ζητούσε, δηλαδή αδυνατούσε να διεισδύσει στον τρόπο δράσεως του Θεού.

Κι είναι κάτι στο οποίο τελικώς «σκοντάφτουμε» οι περισσότεροι. Διότι και εμείς ζητάμε από τον Θεό διάφορα πράγματα, και μάλιστα κάτω από πνευματικές προϋποθέσεις. Και δεν καταλαβαίνουμε ότι η «άρνηση» του Θεού να μας απαντήσει ή συμβάντα σε εμάς «ξένα» προς αυτά που ζητάμε, συνιστούν τελικώς αυτό που είναι η απάντηση του Θεού ακριβώς στα αιτήματά μας. Πρέπει ίσως να «επιτρέπουμε» στον Θεό να βλέπει πέρα από ό,τι βλέπουμε εμείς και ίσως πάλι να είμαστε σε ετοιμότητα αποδοχής του δικού Του θελήματος ως πιο ευεργετικού για εμάς από το δικό μας. Ας  θυμηθούμε και αυτό που συνέβη και στον όσιο Γέροντα Παΐσιο: Δέχτηκε «άδικη» επίθεση από έναν ιερέα και ταράχτηκε, χωρίς όμως να μιλήσει. Κι όταν έπειτα άρχισε να ανακρίνει τους λογισμούς του, για να καταλάβει τι έγινε, διεπίστωσε ότι ζητούσε από τον Θεό καρδιακά να του δώσει ταπείνωση. Κι ο Θεός τού έδωσε την αφορμή: «άλλαξε» λίγο τη συμπεριφορά του ιερέα απέναντί του, προκειμένου ακριβώς να του δώσει την ευκαιρία να αγωνιστεί να αποκτήσει την ταπείνωση. Ο Θεός λοιπόν πάντοτε μας ακούει, πάντοτε μας απαντάει, πρέπει όμως να έχουμε κι εμείς ανοικτά τα μάτια μας για να διακρίνουμε ορθά την απάντησή Του.

Τρίτη, 21 Σεπτεμβρίου 2021

ΠΩΣ ΓΙΝΟΜΑΣΤΕ ΣΥΧΝΑ ΑΝΟΗΤΟΙ…

Συχνά γινόμαστε ανόητοι, γιατί πιστεύουμε ότι ο χρόνος είναι στη διάθεση και την κατοχή μας. Πετάμε στα σύννεφα χωρίς να βλέπουμε την πραγματικότητα της ζωής: ο θάνατος παραμονεύει στο κάθε βήμα μας!  Εκεί που λέμε «ζω», εκεί ήδη έχουμε φύγει! Είναι τυχαίο που ο  ίδιος ο Κύριος χαρακτήρισε με τον ίδιο τρόπο τον πλούσιο που πίστευε ότι θα ζήσει αιώνια; «Άφρων!», ανόητε!

Μα γινόμαστε ανόητοι και για άλλον λόγο: πιστεύουμε ότι ο επόμενος χρόνος θα αναπληρώσει τον χαμένο και σπαταλημένο χρόνο μας. Αλλά πρέπει να είμαστε σε τέτοια εγρήγορση προκειμένου να τηρούμε το θέλημα του Θεού, ώστε η κάθε στιγμή γίνεται στιγμή κρίσης αν δεν αξιοποιείται. Η κάθε στιγμή δηλαδή είναι μοναδική και ανεπανάληπτη! Όπως το σημειώνει με στοργική αυστηρότητα ο μέγας Ιωάννης της Κλίμακος: ««Μην απατάσαι, ανόητε εργάτη, ότι με τον επόμενο χρόνο θα αναπληρώσεις τον χρόνο που έχασες. Διότι και της κάθε ημέρας ο χρόνος δεν επαρκεί ώστε να εκπληρώσουμε όπως πρέπει τις καθημερινές μας υποχρεώσεις προς τον Δεσπότη (Χριστό)» (λόγ. στ΄ 25).

Τι κρύβεται πίσω από τον αφυπνιστικό λόγο του αγίου; Αφενός η εντολή του Κυρίου περί της αγάπης προς τον Θεό «εξ όλης της ψυχής, εξ όλης της καρδίας, εξ όλης της διανοίας και εξ όλης της ισχύος» - δεν έχουμε περιθώρια… χρόνου αφού ο Θεός μάς  ζητάει το εκατό τοις εκατό της ενέργειάς μας, αφετέρου ότι ο χρόνος συνιστά δωρεά Εκείνου στον άνθρωπο προς αξιοποίησή του, δηλαδή προς τήρηση ακριβώς των αγίων Του εντολών. «Δίνω χρόνο για μετάνοια» (πρβλ. Αποκ. 3, 23), επισημαίνει ο λόγος του Θεού.  Αναξιοποίητος χρόνος λοιπόν δεν είναι περιφρόνηση του δώρου αυτού; Πετάμε αυτό που μας δίνει ο Δημιουργός μας.

Η εξαπάτηση και η ανοησία βεβαίως επαυξάνεται, όταν ληφθεί υπόψη και ένας ψυχολογικός παράγων: η βαριεστημάρα που καραδοκεί πάντοτε στα λεγόμενα πνευματικά. Είναι αξίωμα πια: ό,τι αναβάλλουμε να κάνουμε σήμερα, δύσκολα γίνεται αύριο. «Η αναβολή οδηγεί στη χώρα του ποτέ»!

ΑΠΟΔΟΣΙΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

Η 21 Σεπτεμβρίου αποδίδει, επαναφέρει δηλαδή και ολοκληρώνει, την εορτή της Υψώσεως του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού -  κάθε μεγάλη εορτή, Δεσποτική και Θεομητορική, της Εκκλησίας μας δεν κρατάει μία μόνο ημέρα, αλλά αρκετές, ώστε να τυπωθεί η σημασία της στην καρδιά και τον νου των πιστών, γιατί αυτό οδηγεί στη σωτηρία τους, τη ζωντανή σχέση τους με τον Χριστό. Κι αξίζει εδώ παρενθετικά να σημειώσουμε και πάλι τη βαθειά γνώση του ανθρώπου από την Εκκλησία: ο άνθρωπος λόγω της αμαρτητικής ροπής του χρειάζεται μεγάλη υπομονή και επιμονή σ’  αυτό που είναι ο αληθινός προορισμός του: το να ακολουθεί τον Κύριο, να στρέφει δηλαδή με τη δύναμη Εκείνου αδιάκοπα τη βούλησή του προς το φως Του. Αυτή είναι η τραγωδία μας: να αφηνόμαστε στην ευκολία του «ρουφήγματος» του σκότους που θα πει της κόλασής μας και να δυσκολευόμαστε στο να βλέπουμε την Ανατολή του φωτός Του, που είναι και η Ανατολή και η άνοιξη της δικής μας ζωής!

Στην απόδοση λοιπόν της εορτής ένα τροπάριο από την τρίτη ωδή του κανόνος μάς υπενθυμίζει τη σημασία, μεταξύ πολλών άλλων βεβαίως, του Σταυρού του Κυρίου. «Πλευρᾶς ἀχράντου λόγχῃ τρωθείσης, ὕδωρ σύν αἵματι ἐξεβλήθη, ἐγκαινίζον διαθήκην καί ρυπτικόν ἁμαρτίας˙ τῶν πιστῶν γάρ Σταυρός καύχημα, καί Βασιλέων κράτος καί στερέωμα». Δηλαδή: «Τρώθηκε, πληγώθηκε με λόγχη η άχραντη πλευρά του Σωτήρος Χριστού πάνω στον Σταυρό, και βγήκε ύδωρ μαζί με αίμα, εκείνα που έφερναν την πραγματικότητα της νέας διαθήκης μεταξύ Θεού και ανθρώπου, τη Θεία Ευχαριστία και το θείο βάπτισμα που σβήνει τις αμαρτίες. Γι’ αυτό ο Σταυρός είναι το καύχημα των πιστών και η δύναμη και το στερέωμα των Βασιλέων».

Ο άγιος Κοσμάς, ο μεγάλος υμνογράφος της Εκκλησίας, δίνει τη θεολογική εξήγηση της λογχισμένης πλευράς του Εσταυρωμένου Κυρίου: το αίμα και το ύδωρ που εξήλθαν από αυτήν ήταν εκείνα που ίδρυαν τα μυστήρια της Θείας Ευχαριστίας και του αγίου βαπτίσματος – με ό,τι ο άνθρωπος σώζεται: με το βάπτισμα εντάσσεται στο σώμα του Χριστού και γίνεται μέλος Του˙ με το αίμα Του που ενεργοποιεί αυτό που συνέβη στον Μυστικό Δείπνο τρέφεται και αυξάνει, ώστε να φθάσει στο μέτρο Εκείνου, «εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» που λέει ο απόστολος Παύλος. Χωρίς ένταξη στην Εκκλησία και μετοχή εν μετανοία στα μυστήρια αυτής, στα οποία φανερώνεται η ζωή Εκείνου, ο άνθρωπος δεν σώζεται, δεν μπορεί να δει Θεού πρόσωπο. «Ὁ πιστεύσας καί βαπτισθείς σωθήσεται»˙ και «ἐάν μή φάγητε τό σῶμα τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καί πίητε αὐτοῦ τό αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωήν ἐν ἑαυτοῖς».

Και τι προσθέτει ο άγιος Κοσμάς; Ο πιστός που είναι μέλος πια Χριστού και Τον ζει στην ύπαρξή του κοινωνώντας Τον στη Θεία Ευχαριστία, τον Σταυρό έχει μοναδικό καύχημα της ζωής του. Δεν είναι βεβαίως τυχαία η αναφορά του υμνογράφου. Παραπέμπει ευθέως στον απόστολο Παύλο και πάλι, ο οποίος διεκήρυσσε: «ἐμοί μή γένοιτο καυχᾶσθαι, εἰ μή ἐν τῷ Σταυρῷ τοῦ Κυρίου, δι’ οὗ ἐμοί κόσμος ἐσταύρωται, κἀγώ τῷ κόσμῳ». Δηλαδή «ποτέ να μη μου συμβεί να καυχηθώ για οτιδήποτε άλλο, πέρα από τον Σταυρό του Κυρίου, διά του Οποίου για μένα ο αμαρτωλός κόσμος έχει νεκρωθεί κι εγώ έχω νεκρωθεί γι’ αυτόν». Σταυρός δηλαδή σημαίνει βεβαίως ένταξη στην Εκκλησία και μετοχή στα μυστήριά της, αλλά με το δεδομένο που συνιστά το διαρκές αγώνισμα του πιστού, ότι αδιάκοπα αγωνίζεται να ζει στην καθημερινότητά του τον Σταυρό ως αποχή από κάθε αμαρτία. Ο χριστιανός είναι κι αυτός εσταυρωμένος μαζί με τον Κύριο, δείχνοντας τα νώτα του σε κάθε τι αμαρτωλό και έχοντας ανοικτή την αγκαλιά του σε κάθε συνάνθρωπο, κοντινό ή μακρινό του. Το ίδιο πρέπει βεβαίως να συμβαίνει και με κάθε άρχοντα, συμπληρώνει ο άγιος υμνογράφος, που λίγο πιστεύει στον Κύριο. Ας φανταστούμε τους άρχοντές μας, όλων των ειδών και των αποχρώσεων, να έχουν τον Σταυρό ως ισχύ και στερέωμά τους: θα ήταν παντοδύναμοι εν Κυρίω, άλλοι Κωνσταντίνοι και Ιουστινιανοί.

Δευτέρα, 20 Σεπτεμβρίου 2021

ΦΙΛΟΣ ΠΙΣΤΟΣ


Είναι φίλος μου πιστός

όσο και μοναδικός

μες στα μάτια με κοιτά

και κουνάει την ουρά.

 

Περιμένει τι θα πω

νιώθει πως τον αγαπώ

πάντα τρέχει με χαρά

’πού το βλέμμα μου κοιτά.

 

Δεν μ’  αφήνει μοναχό

σαν η μάνα το μωρό

η καρδιά του πώς χτυπά

όταν δάκρυ μου κυλά.

 

Μου θυμίζει αδελφό

ένα  δώρο θεϊκό

που μου δείχνει τα ψηλά

γιατί ζει στα ταπεινά.




Κυριακή, 19 Σεπτεμβρίου 2021

ΠΩΣ ΝΑ ΣΥΓΚΡΑΤΟΥΜΕ ΤΟΝ «ΑΛΗΤΗ» ΝΟΥ ΜΑΣ!

O νους από τη φύση του μετά την πτώση στην αμαρτία είναι «αλήτης»: ξεφεύγει δηλαδή εύκολα και περιπλανιέται από δω κι από κει. Απαιτείται μεγάλος αγώνας και ξεχωριστή χάρη από τον Κύριο για να τον κρατάει κανείς εκεί που πρέπει, να τον έχει περιορισμένο στην έδρα του, την καρδιά.  Ας ακούσουμε τι λέει ο Μέγας Βασίλειος επ’ αυτού: «Ο νους που δεν διασκορπίζεται και δεν διαχέεται μέσω των αισθήσεων στα πράγματα του κόσμου, επιστρέφει στον εαυτό του, στην καρδιά του δηλαδή, και διά του εαυτού του οδηγείται στην έννοια του Θεού». Ο ίδιος ο Κύριος άλλωστε δεν είπε ότι η Βασιλεία του Θεού «εντός υμών εστιν», είναι μέσα σας;

Πώς θα κρατήσουμε λοιπόν τον νου στην καρδιά; Βεβαίως, όλοι οι άγιοί μας προτείνουν την προσευχή του Ιησού. Το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» - είναι το βαρύ «πυροβολικό» στην πνευματική ζωή.  Μπορούμε όμως να ασκούμε και άλλες πολλές εργασίες. Να δίνουμε δηλαδή «τροφή» στον νου μας με αυτά που θα τον ωθούν διαρκώς στο κέντρο του, την καρδιά. Όπως: να σκεπτόμαστε τον Θεό και την αγάπη Του, να σχολάζουμε πάνω στην ουράνια βασιλεία Του, στον ζήλο των μαρτύρων, στην πανταχού παρουσία Του, στον φύλακα άγγελό μας, στην ώρα του θανάτου μας, στο τι έπειτα θα ακολουθήσει με την κρίση. Ο μεγάλος δάσκαλος της ασκητικής ζωής άγιος Ιωάννης της Κλίμακος είναι πολύ σαφής: «Ο νους του “πρακτικού” μπορεί να ασκεί πολλών ειδών εργασίες. Να σκέπτεται δηλαδή την αγάπη προς τον Θεό, να ενθυμείται τον Θεό, να ενθυμείται την ουράνια βασιλεία, να ενθυμείται τον ζήλο των Μαρτύρων, να ενθυμείται ότι ο Θεός είναι πανταχού παρών, όπως ο Ψαλμωδός που έλεγε, “προωρώμην τον Κύριον” κλπ. (Ψαλμ. ιε΄ 8). Να ενθυμείται ακόμη τους αγίους αγγέλους, τον χωρισμό της ψυχής του από το σώμα, τη συνάντηση με τα τελώνια του αέρα, την απόφαση του Κριτού, την κόλαση» (Κλίμαξ, λόγ. στ΄ 17).

Μεγάλες εργασίες που ορθά ασκούμενες από τον νου προστατεύουν από την πτώση στην αμαρτία και εξισορροπούν τον ανθρώπινο ψυχισμό μας! Γιατί μας κρατούν στη χάρη του Θεού!

Σάββατο, 18 Σεπτεμβρίου 2021

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΥΨΩΣΙΝ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΚΑΙ ΖΩΟΠΟΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

«Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι» (Μάρκ. 8, 34).

Μέσα στο κλίμα της εορτής της Υψώσεως του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού η Εκκλησία μας επιμένει να μας υπενθυμίζει ότι άλλος τρόπος για να ζήσει κανείς την εν Χριστώ ζωή από τη συσταύρωση με τον Κύριο δεν υπάρχει. Η προτροπή μάλιστα του Κυρίου από το ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής μετά την Ύψωση  ακούγεται ως η πιο παρήγορη φωνή που έχει ακουστεί ποτέ για τον άνθρωπο, διότι ενώ του αποκαλύπτει την τραγικότητα της πορείας του, του δείχνει ταυτόχρονα τον δρόμο της υπέρβασης και της σωτηρίας του. «Όποιος θέλει να με ακολουθήσει, ας απαρνηθεί τον εαυτό του και ας σηκώσει τον σταυρό του και ας με ακολουθεί».

1. Ο Κύριος μέσα στο πλαίσιο της άπειρης αγάπης Του προς τον άνθρωπο, τέτοιας που Τον οδήγησε  πάνω στον Σταυρό, μας καλεί να Τον ακολουθήσουμε, που σημαίνει αφενός ότι η πορεία μας μακριά από Εκείνον είναι λανθασμένη, αφετέρου ότι ο Ίδιος είναι η σωτηρία μας. Η ακολουθία του Κυρίου αποτελεί βεβαίως μία χαρισματική κατάσταση, με την έννοια ότι μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με τη δύναμη και τη χάρη του Ίδιου, όπως σε άλλο σημείο θα επισημάνει: «χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν». Αυτό συμβαίνει διότι πέραν του ότι ο άνθρωπος θολωμένος και τραυματισμένος από την αμαρτία και την υποδούλωσή του στον διάβολο αδυνατούσε να δει την αλήθεια της σωτηρίας του – ποιος ήταν ο Θεός του – αδυνατούσε πολύ περισσότερο και να πραγματοποιήσει το οποιοδήποτε βήμα προς την κατεύθυνση αυτή. Ο Κύριος λοιπόν έρχεται και όχι μόνο του ανοίγει τα μάτια για να δει τον ορθό προσανατολισμό του, αλλά τον εντάσσει μέσα στον εαυτό Του, ώστε με τη δική Του δύναμη να βρει τον βηματισμό του. Αν δεν γινόταν αυτό, αν ο Κύριος ερχόταν απλώς για να μας πει μόνοι μας να Τον ακολουθήσουμε, δεν θα διέφερε από άλλους τυράννους της ανθρωπότητας, και μάλιστα ακόμη περισσότερο: θα «έπαιζε» μαζί μας «διασκεδάζοντας» με τις αδυναμίες μας και την επίγνωση από εμάς αυτών των αδυναμιών.

2. Η ένταξή μας αυτή μέσα στον Κύριο, διά της οποίας και εισέρρευσαν σ’ εμάς οι δυνάμεις Του, ώστε κι εμείς να ζούμε σαν Εκείνον – το ακολουθείν τω Χριστώ –, πραγματοποιήθηκε με την ενανθρώπησή Του και με  όλη βεβαίως τη ζωή Του, κυρίως όμως με τη Σταυρική Του θυσία. Διότι στον Σταυρό καταργήθηκε το σώμα της αμαρτίας και έτσι εν Χριστώ εισήλθαμε στη Βασιλεία του Θεού. Και ό,τι πια ο Χριστός μάς πρόσφερε και μας προσφέρει, δηλαδή την ίδια τη ζωή Του, μπορεί κανείς να αποκτήσει  και να γευτεί με την είσοδό του στην Εκκλησία και ζώντας τη ζωή της Εκκλησίας. Το βάπτισμα επομένως, το άγιο χρίσμα, η Θεία Ευχαριστία, μέσα στην ατμόσφαιρα της μετανοίας, είναι η δυνατότητα παροχής της ζωής αυτής του Χριστού στον άνθρωπο.

3. Η κλήση λοιπόν του Χριστού να Τον ακολουθήσουμε γίνεται, αφού έχει δώσει όλες τις δυνατότητες για κάτι τέτοιο. Κι είναι σημαντική η επισήμανση ότι η κλήση αυτή γίνεται σε χρόνο διαρκείας: «ακολουθείτω μοι». Να ακολουθούμε τον Χριστό, πάντοτε και χωρίς διακοπές. Όπως είναι αδιανόητο το χέρι ή το πόδι σ’ ένα σώμα να μην ακολουθούν την κίνηση του σώματος, κατά τον ίδιο τρόπο είναι αδιανόητο για εκείνον που είναι μέλος πια Χριστού να μην ακολουθεί τον Χριστό. Μία διακεκομμένη ακολουθία του Χριστού – μία μαζί Του και μία όχι – συνιστά τη διψυχία που λέει ο άγιος Ιάκωβος, κύριο γνώρισμα της οποίας είναι η ακαταστασία. Ο ίδιος ο Κύριος μάλιστα σε άλλο σημείο απεκάλυψε ότι κάθε μη ακολουθία Του δεν είναι στάση, που μπορεί να φέρει την επανεκκίνηση από το ίδιο σημείο, αλλά οπισθοδρόμηση και εναντίωσή Του. «Ο μη ων μετ’  εμού κατ’  εμού εστι, και ο μη συνάγων μετ’  εμού σκορπίζει» - όποιος δεν είναι μαζί μου είναι εναντίον μου και όποιος δεν μαζεύει μαζί μου σκορπίζει. Ας φανταστούμε και πάλι ένα χέρι ή ένα πόδι πότε να είναι στο ρυθμό του σώματος και πότε να κτυπούν το σώμα ως κάτι το ενάντιο.

4. Ακριβώς λοιπόν πάνω σ’  αυτήν την αδιάκοπη ακολουθία του Χριστού, για να μην υπάρχουν οι αποκλίσεις που ακυρώνουν τη σωτηρία του ανθρώπου, έρχονται οι προϋποθέσεις που θέτει ο Ίδιος. Η δωρεά είναι δωρεά, αλλά όχι κατά τρόπο μαγικό.  Απαιτείται και η ανταπόκριση του ανθρώπου.

(1) Και πρώτη προϋπόθεση είναι η ελευθερία του ανθρώπου. «Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν». Όσο κι αν είναι εντελώς απαραίτητη η ακολουθία του Κυρίου – πιο απαραίτητη κι από τον ίδιο τον αέρα που αναπνέουμε – όμως ο Θεός δεν μας εκβιάζει. Μας δίνει την ώθηση, παρακολουθεί την πορεία μας, αλλά δεν μας υποκαθιστά. Τον τελευταίο λόγο για τη σωτηρία του δηλαδή τον έχει ο ίδιος ο άνθρωπος. Γι’  αυτό και ο πιστός  δεν μπορεί ποτέ  να εφησυχάσει και να επαναπαυθεί. Κι ο λόγος είναι γνωστός: ο Θεός μάς δημιούργησε ελεύθερους. Ας θυμηθούμε τα λόγια του οσίου Πορφυρίου πάνω σ’  αυτό: «Ο Θεός δεν μας έδωσε απλώς ελευθερία. Χάραξε την ελευθερία μέσα μας». Κανείς λοιπόν δεν μπορεί να είναι χριστιανός με τρόπο εκβιαστικό. Η χριστιανική πίστη αναπτύσσεται μέσα στον αέρα της ελευθερίας.

(2) Δεύτερη προϋπόθεση είναι η απάρνηση του εαυτού. «Απαρνησάσθω εαυτόν». Πρόκειται περί του εγωιστικού εαυτού, εκείνου που «τραβάει» τον άνθρωπο πάντοτε προς τα κάτω, στα πάθη της φιληδονίας, της φιλαργυρίας, της φιλοδοξίας. Και πρέπει να το εξηγήσουμε: ο Χριστός ναι μεν μας απάλλαξε διά της ενεργείας της χάρης Του από την αναγκαστική ροπή της αμαρτίας – κάτι που δίνεται στον άνθρωπο διά του αγίου βαπτίσματος – δεν μας κατήργησε όμως, όπως είπαμε, την ελευθερία. Το τρεπτό της θελήσεώς μας εξακολουθεί και υφίσταται, συνεπώς εναπόκειται σε εμάς αν θα επιβεβαιώνουμε τη ζωή μας ως ακόλουθοι του Χριστού ή ως ακόλουθοι των παθών μας. Το μεγαλύτερο εμπόδιο λοιπόν για να είμαστε χριστιανοί είναι αυτός ο «κακός» εαυτός μας, ο οποίος λειτουργεί ως πειρασμός διαρκώς στην πνευματική πορεία μας. Από την άποψη αυτή ο χριστιανός ασκεί ένα είδος βίας στον εαυτό του, τέτοιας που τον κάνει να μπορεί να βρίσκεται στα χνάρια του Κυρίου. Το βεβαίωσε άλλωστε ο Ίδιος: «Η βασιλεία του Θεού βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν». Η ακολουθία λοιπόν του Χριστού προϋποθέτει μία συνεχή κίνηση του ανθρώπου, μία αδιάκοπη και στο έπακρο ενεργητικότητά του. Ποτέ με άλλα λόγια ο χριστιανός δεν μπορεί να είναι κοιμισμένος ή χαλαρός. Η νήψη ως εγρήγορση είναι το κύριο χαρακτηριστικό του. Ακόμη και στις όποιες πτώσεις του στην αμαρτία, ο χριστιανός δεν μπορεί να παραμείνει στάσιμος. Την ίδια στιγμή της πτώσης του, αν είναι χριστιανός, θα σηκωθεί και θα προχωρήσει. Διαρκής υπέρβαση του εαυτού λοιπόν η χριστιανική ζωή, γι’  αυτό και λειτουργεί ψυχοθεραπευτικά στον πιστό. «Οσάκις αν πέσης, έγειραι και σωθήση» - όσες φορές κι αν πέσεις, σήκω και θα σωθείς.

(3) Και η τρίτη προϋπόθεση ακολουθίας του Κυρίου, κατά τον λόγο Του, είναι η άρση του σταυρού. «Και αράτω τον σταυρόν αυτού». Πρόκειται για τη συσταύρωσή μας με Εκείνον, όπως το διατυπώνει ο απόστολος Παύλος: «Χριστώ συνεσταύρωμαι. Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός». Καταλαβαίνουμε ότι δεν υπάρχει περίπτωση να παρακάμψουμε τον σταυρό, ακολουθώντας τον Κύριο, αφού ο Σταυρός υπήρξε το κύριο γνώρισμα της ζωής Του, απαρχής μέχρι τέλους. Τι σημαίνει όμως άρση του σταυρού; Με το δεδομένο ότι ενούμενοι με Εκείνον διά των μυστηρίων ο Σταυρός γίνεται «δομικό» στοιχείο της ύπαρξής μας, απαιτείται στη συνέχεια η ενεργοποίηση αυτής της σταυρικής κατάστασης στην καθημερινότητά μας. Κι αυτό σημαίνει ζωή, κατά το πρότυπο του Κυρίου, απόλυτης υπακοής στον Θεό, θυσιαστικής αγάπης στον συνάνθρωπο, ταπείνωσης ως προς τον εαυτό. Με άλλα λόγια, αίρω τον σταυρό μου, δηλαδή συσταυρώνομαι με τον Κύριο, θα πει: κάνω κέντρο της ζωής μου το θέλημα του Θεού, άρα αγαπώ Εκείνον και την εικόνα Του τον άνθρωπο, κι αυτό με τη βεβαιότητα ότι απλώς πορεύομαι στη φυσιολογία της ζωής μου: «Όταν ποιήσητε πάντα τα διατεταγμένα υμίν, λέγετε ότι αχρείοι δούλοι εσμέν, ότι ο οφείλομεν ποιήσαι, πεποιήκαμεν» - όταν πράξετε όλα όσα σας δόθηκαν ως εντολή, να λέτε ότι είμαστε αχρείοι δούλοι, ότι αυτό που οφείλουμε να κάνουμε κάναμε.

Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος δίνοντας τον ορισμό του αληθινού μοναχού λέει ότι «μοναχός εστι βία φύσεως διηνεκής» - μοναχός είναι αυτός που αδιάκοπα ασκεί βία στη (πεσμένη στην αμαρτία) φύση του. Αλλά συνειδητοποιούμε ότι το ίδιο ισχύει και για κάθε χριστιανό. Η χριστιανική πίστη μάς καλεί σε μία συνεχή, όπως είπαμε, υπέρβαση του εαυτού μας, για να βρισκόμαστε μέσα στην ατμόσφαιρα της χαρισματικής παρουσίας του Κυρίου μας. Όποιος είπε ότι ο χριστιανισμός είναι εύκολη υπόθεση, μάλλον είναι άγευστος της χριστιανικής ζωής. Το παρήγορο όμως είναι ότι κι αν κάπου αποκλίνουμε, αν στην καθημερινή ζωή μας βλέπουμε το πόση αδυναμία παρουσιάζουμε στην πλήρη ακολουθία του Χριστού, όμως δεν απελπιζόμαστε. Η πτώση μας, αν μας οδηγεί σε ταπείνωση και επίγνωση των αδυναμιών μας, λειτουργεί ανυψωτικά, γιατί και εκεί έρχεται ο Κύριος, ο Οποίος μας προσφέρει πολλαπλασίως τη χάρη Του. Το θέμα είναι μήπως ακολουθούμε δαιμονική οδό: να αμαρτάνουμε και να καυχόμαστε γι’  αυτό.

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΕΥΜΕΝΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΓΟΡΤΥΝΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

«Ο άγιος Ευμένιος (που έζησε κατά τον 7ο μ.Χ. αιώνα) από τη νεότητά του υπέβαλε τον εαυτό του  σε σκληρές πνευματικές ασκήσεις, τόσο που απέκτησε με τη χάρη του Θεού την άκρα ταπείνωση. Γι’  αυτό και η Εκκλησία του εμπιστεύτηκε την επισκοπή της κατά Γορτύνην εκκλησίας. Κάποτε, ο άγιος κατέφλεξε με λαμπάδες ένα φοβερότατο δράκοντα, που εφόρμησε εναντίον του. Από την Εκκλησία της Γορτύνης της Κρήτης πήγε στη Ρώμη, την οποία σαν πυρσός κατεφώτισε με τις θείες διδαχές του και κατέπληξε με το πλήθος των θαυμάτων του. Από εκεί κατέβηκε στη Θηβαϊδα της Αιγύπτου, την οποία, και χωρίς καν τη θέλησή του, την έσωσε από τη θλίψη της ξηρασίας. Εκεί εκδήμησε προς τον Κύριο ειρηνικά, ενώ οι κάτοικοι της Θήβας έστειλαν στην πατρίδα του το άγιο σκήνωμά του. Ράξος μάλιστα είναι η ονομασία του τόπου που κατέχει το σεπτό σώμα του, όπως κατέχει ο ίδιος τόπος και το σεπτό σώμα του αγίου Κυρίλλου».

Ο όσιος Ευμένιος, το εκλεκτό αυτό τέκνο της Κρητικής γης, «ευτύχησε», μετά το οσιακό τέλος του, να βρει  τον αντάξιο υμνωδό του στο πρόσωπο του αγίου Ιωσήφ του υμνογράφου (9ος μ.Χ. αι.). Κι εννοούμε βεβαίως ότι μάλλον εμείς οι πιστοί ευτυχήσαμε να έχουμε τη ζωή του «τραγουδισμένη» από τον μεγάλο αυτό εκκλησιαστικό ποιητή, ο οποίος μας άφησε πλήθος κανόνων και ακολουθιών, διότι ο όσιος Ευμένιος χαίρει και αγάλλεται εκεί που βρίσκεται, μέσα στη χάρη του Κυρίου, χωρίς να επηρεάζεται η χαρά του αυτή από το μεγαλύτερο ή μικρότερο ύψος των συντεθειμένων ακολουθιών γι’ αυτόν. Έτσι κι αλλιώς πάντως ο ποιητής απαρχής επικαλείται τον Κύριο να του δώσει τη χάρη Του, προκειμένου αυτά που θα πει για τον όσιο Ευμένιο να είναι αντάξια της αγιότητάς του: «Σπλαχνίσου, Κύριε, εμένα τον δούλο σου... ώστε με ύμνους να σε δοξάζω αδιάκοπα, όπως και να στέψω με ωδές τον πιστό σου δούλο σήμερα, τον πρόεδρο της Γορτύνης». Κι έχουμε την εντύπωση ότι αν ζούσε και σήμερα ο άγιος Ιωσήφ, θα προέκτεινε τον εγκωμιαστικό για τον όσιο Ευμένιο λόγο του και στα ομώνυμα με αυτόν «εκτυπώματά» του, τους αγίους Γέροντες, Ευμένιο του Νοσοκομείου των Λοιμωδών Νόσων Αττικής και Ευμένιο των Ρούστικων Ρεθύμνου Κρήτης. Η λυγερόκορμη και λεβεντογέννα και αγιοτόκος Κρήτη πρέπει σήμερα να ριγά από συγκίνηση για το σπουδαίο τέκνο της, τον όσιο Ευμένιο, αλλά και για τις αγιασμένες «προεκτάσεις» του, τους συγχρόνους αγίους Ευμενίους.

Δεν υπάρχει ο χώρος ούτε ο χρόνος προκειμένου να δούμε τις πολυποίκιλες διαστάσεις της χαρισματικής προσωπικότητας του οσίου Ευμενίου, όπως μας τις παρουσιάζει ο υμνογράφος της Εκκλησίας μας. Δύο όμως σημεία αξίζουν ιδιαιτέρως της προσοχής μας.

Πρώτον: η εξήγηση που προβάλλει ο άγιος Ιωσήφ για να δείξει την αγιότητα του Ευμενίου. Είναι άγιος, διότι έγινε κατοικητήριο του αγίου Πνεύματος. «Οίκος γέγονας Πνεύματος» τονίζει και όχι μόνον μία φορά. Διότι ο άγιος δεν είναι απλώς ο καλός άνθρωπος, όπως όλοι πια γνωρίζουμε, αλλά εκείνος που ενώθηκε με τον Θεό, που έγινε μέλος Χριστού και Εκείνος κατοικεί με τη χάρη Του στην ύπαρξη του ανθρώπου, και την ψυχή και το σώμα του. Είναι εκείνο που τονίζει ο απόστολος Παύλος, προκειμένου να κάνει τον χριστιανό να συνειδητοποιήσει το μεγαλείο που του χάρισε ο Χριστός: «Ουκ οίδατε ότι το σώμα υμών ναός εστι του εν υμίν αγίου Πνεύματος;» Και αλλού: «Ναός Θεού εστε ζώντος». Τέτοιος ναός άγιος υπήρξε και ο άγιος Ευμένιος. Ο υμνογράφος όμως αποκαλύπτει και τον τρόπο με τον οποίο ο όσιος έφτασε σ’  αυτό το σημείο: «θείοις ναοίς σχολάζων, Ιεράρχα, και σεπταίς μελέταις ωραϊζόμενος». Δηλαδή, έγινες ναός του αγίου Πνεύματος, Ιεράρχα, διότι ζούσες στους θείους ναούς και κοσμούσες τον εαυτό σου με τις μελέτες  του νόμου του Θεού. Κι είναι αλήθεια: κανείς δεν μπορεί να είναι σωστός χριστιανός, κατοικητήριο του Θεού, αν δεν αφιερώνει χρόνο στις συνάξεις της Εκκλησίας και στη μελέτη του λόγου του Θεού. Στην Εκκλησία ζει το μυστήριο της ένωσής του με τον Θεό, και ο λόγος του Θεού είναι εκείνος που φωτίζει τον νου του ανθρώπου. Ο υμνογράφος εξαγγέλλει εν προκειμένω ό,τι ετόνιζε και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: «Δει σχολάσαι και γνώναι Θεόν». Θέλεις να γνωρίσεις τον Θεό, δηλαδή να είσαι ενωμένος μαζί Του; - αυτό σημαίνει γνώση Θεού στην Εκκλησία μας. Ένας είναι ο τρόπος: να αφιερώσεις χρόνο για Εκείνον. Το ίδιο λοιπόν με άλλα λόγια τονίζει και ο υμνογράφος.

Το δεύτερο σημείο στο οποίο επικεντρώνουμε την προσοχή μας από όσα ο ποιητής λέει, είναι η σύνεση του οσίου Ευμενίου. Κι είναι ένα από τα βασικά γνωρίσματα που αποκτά ο χριστιανός, όταν αρχίζει να βιώνει την ενοίκηση του Πνεύματος του Θεού μέσα στην ύπαρξή του. «Σύνεσιν έσχηκας, ως ειρηνεύσας εκ παθών όσιε, νουν και ψυχήν». Απέκτησες σύνεση, όσιε, επειδή ειρήνευσες από τα πάθη τον νου και την ψυχή σου. Με άλλα λόγια, η σύνεση στον άνθρωπο έρχεται, μόνον όταν αυτός με τη χάρη του Θεού υποτάξει τα πάθη του και συνεπώς αποκτήσει την ειρήνη του Χριστού. Καταλαβαίνουμε πόσο δυσεύρετη αρετή είναι η σύνεση, ιδίως στην εποχή μας, η οποία μαστίζεται από τις εντάσεις των παθών και την ταραχή που προκαλούν αυτά στην ψυχή και το σώμα του ανθρώπου. Δεν είναι εκτός πραγματικότητας η εκτίμηση ότι ζούμε σε μία εποχή πλήρους ανισορροπίας, κατά την οποία είναι δύσκολο, αν μη αδύνατο πολλές φορές, να βρεις έναν άνθρωπο συνετό, που θα μπορεί να βλέπει τα πράγματα στις αληθινές τους διαστάσεις. Γι’ αυτό και η μόνη λύση είναι η προσφυγή μας στον Κύριο, τον χορηγό αυτής της χάρης, όταν βεβαίως και εμείς συνεργούμε προς αυτήν την κατεύθυνση με τον πνευματικό μας αγώνα. Ο άγιος Ευμένιος έρχεται σήμερα να μας υπενθυμίσει την πραγματικότητα αυτή και να μας σημάνει τη μετάνοιά μας.