Τετάρτη, 31 Μαρτίου 2021

ΤΕΤΑΡΤΗ Γ΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

«Ἐν τιμ ὤν υἱότητος Πατρός ἀγαθοῦ, ὁ ἄνους ἐγώ οὐ συνῆκα, ἀλλ’ ἐμαυτόν τῆς δόξης ἐστέρησα, τόν πλοῦτον κακῶς δαπανήσας τῆς χάριτος· λειπόμενος δέ θείας τροφῆς, παράσιτος γέγονα μιαρῷ πολίτῃ· ὑπ’ αὐτοῦ δέ πεμφθείς εἰς τόν αὑτοῦ ψυχοφθόρον ἀγρόν, ζῶν ἀσώτως συνεβοσκόμην τοῖς κτήνεσι, καί ταῖς ἡδοναῖς δουλεύων, οὐκ ἐνεπλησκόμην. Ἀλλ’ ὑποστρέψας, βοήσω τῷ εὐσπλάγχνῳ καί οἰκτίρμονι Πατρί· Εἰς τόν Οὐρανόν, καί ἐνώπιόν σου, ἥμαρτον, ἐλέησόν με» (Ἀπόστιχα τῶν Αἴνων, ἰδιόμελον, ἦχος β΄).

(Ἐνῶ εἶχα τήν τιμή νά εἶμαι υἱός ἀγαθοῦ Πατέρα, ὁ ἀνόητος ἐγώ δέν κατάλαβα, ἀλλά στέρησα τόν ἑαυτό μου ἀπό τή δόξα, ἀφοῦ ξόδεψα μέ κακό τρόπο τόν πλοῦτο τῆς χάρης. Κι ἐπειδή μοῦ ‘λειπε ἡ θεϊκή τροφή, ζοῦσα παρασιτικά κοντά σέ μιαρό πολίτη, ὁ ὁποῖος μέ ἔστειλε στόν δικό του ψυχοφθόρο ἀγρό. Ἐκεῖ ζώντας ἄσωτα βοσκοῦσα κι ἐγώ μαζί μέ τά κτήνη· κι ἐνῶ ἤμουν δοῦλος στίς ἡδονές, ἔνιωθα ἄδεια τήν καρδιά μου. Ἀλλά θά γυρίσω πίσω στόν εὔσπλαγχνο καί οἰκτίρμονα Πατέρα μου καί θά τοῦ φωνάξω δυνατά: Ἁμάρτησα στόν Οὐρανό καί ἐνώπιόν Σου, ἐλέησέ με).

Ἡ παραβολή τοῦ ἀσώτου ἔρχεται καί ἐπανέρχεται ἀενάως στήν ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀνεξάρτητα ἀπό τή συγκεκριμένη Κυριακή τῶν ἀρχῶν τοῦ Τριωδίου. Κι αὐτό γιατί ὁ ἄσωτος ἀποτελεῖ τύπο τοῦ κάθε ἀνθρώπου, ἀπαρχῆς μέχρι σήμερα καί ὅσο θά ὑπάρχει κόσμος, ὁ ὁποῖος ἀπομακρύνεται ἀπό τό σπίτι τοῦ Πατέρα Θεοῦ καί περιπίπτει γι’ αὐτό σέ μία κατάσταση κόλασης, στοιχεῖα τῆς ὁποίας εἶναι ἡ προσκόλληση σέ μιαρό πολίτη, δηλαδή τόν Πονηρό διάβολο, ἡ δουλεία στά σαρκικά πάθη, τό κενό ὡς ὀδυνηρό βίωμα τῆς καρδιᾶς. Ἡ συγκεκριμένη παραβολή μέ ἄλλα λόγια προβάλλει ἐν συντόμῳ τήν ὅλη πορεία τῆς ἀνθρωπότητας, ἀλλά γίνεται κατανοητή μόνον ἀπό τόν πιστό πού ἔχει ἀποδεχτεῖ τήν ἀποκάλυψη τοῦ Χριστοῦ. Κι ἡ κατανόηση αὐτή περιλαμβάνει, πέραν βεβαίως τῆς ἔκπτωσης τοῦ ἀνθρώπου, καί τήν ἀποκατάστασή του ὡς ἐν μετανοίᾳ ἐπιστροφή στό σπίτι τοῦ Πατέρα. Ἡ παραβολή μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι τό κρισιμότερο σημεῖο βρίσκεται στήν πίστη ὅτι ἀφενός ὁ Θεός εἶναι τό σπίτι μας, ἐκεῖ λοιπόν βρίσκουμε τόν ἑαυτό μας, ἀφετέρου ὅτι Αὐτός ὁ Θεός εἶναι ἀκριβῶς ὁ Πατέρας μας, ὁ γεμᾶτος ἀγάπη καί ἔλεος ἀπέναντί μας. Ἡ παραβολή τοῦ ἀσώτου - ἡ σύνοψη τοῦ Εὐαγγελίου κατά πολλούς - ἔχει ἐντελῶς δυναμικό χαρακτήρα· γιατί φωτίζει μέ ἄμεσο τρόπο ὅ,τι διαδραματίζεται στήν καθημερινότητα ὅλων τῶν πιστῶν: κάθε ἁμαρτία μας εἶναι μία ἀσωτία πού μᾶς ἀπομακρύνει ἀπό τήν ἀγκαλιά τοῦ Πατέρα, ρίχνοντάς μας σέ μία κόλαση· κάθε ἀπόφαση ἐπιστροφῆς μας, κάθε στιγμή μετανοίας μας δηλαδή, συνιστᾶ τήν πρόκληση τῆς χαρᾶς τοῦ Πατέρα μας Θεοῦ καί τήν ἀγαπητική κινητοποίησή Του προκειμένου νά μᾶς ξαναθερμάνει στήν ἀδειανή ἀπό ἐμᾶς ἀγκαλιά Του. (Ὁ σεμνός καί ἁπαλός ἦχος β΄ ἔρχεται ὡς γλυκιά ὑπόκρουση τῆς καθημερινῆς ἐσωτερικῆς αὐτῆς πορείας μας).    

Τρίτη, 30 Μαρτίου 2021

ΤΡΙΤΗ Γ΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

«Ἥμαρτον ὁμολογῶ σοι Κύριε, ὁ ἄσωτος ἐγώ˙ οὐ τολμῶ ἀτενίσαι εις Οὐρανόν τό ὄμμα˙ ἐκεῖθεν γάρ ἐκπεσών, ἐγενόμην ἄθλιος. Ἥμαρτον εἰς τόν Οὐρανόν καί ἐνώπιόν σου, καί οὐκ εἰμί ἄξιος κληθῆναι υἱός σου˙ ἐμαυτόν ἀποκηρύττω, οὐ χρήζω κατηγόρων, οὐδέ πάλιν μαρτύρων˙ ἔχω θριαμβεύουσάν μου τήν ἀσωτίαν˙ ἔχω στηλιτεύουσαν τήν φαύλην πολιτείαν˙ ἔχω καταισχύνουσαν τήν παροῦσάν μου γύμνωσιν, πρός ἐντροπήν δέ τά ράκη, ἅ περιβέβλημαι. Εὔσπλαγχνε Πάτερ, Υἱέ μονογενές, τό Πνεῦμα τό ἅγιον, μετανοοῦντά με δέξαι, καί ἐλέησόν με» (απόστιχα Αίνων, ήχος βαρύς).

(Αμάρτησα, Σου το ομολογώ, Κύριε, εγώ ο άσωτος. Δεν τολμώ να ατενίσω το βλέμμα στον Ουρανό. Γιατί από κει ξέπεσα κι έγινα άθλιος. Αμάρτησα στον Ουρανό και ενώπιόν Σου και δεν είμαι άξιος να ονομαστώ υιό Σου. Αποκηρύσσω τον εαυτό μου, δεν χρειάζομαι κατηγόρους κι ούτε πάλι μάρτυρες. Έχω την αμαρτία μου να το διακηρύσσει. Έχω τον πονηρό τρόπο ζωής μου να με στηλιτεύει. Έχω την τωρινή μου γύμνωση να με ντροπιάζει, κι είναι πράγματι για ντροπή μου τα ράκη που είμαι ντυμένος. Εύσπλαχνε Πατέρα, Υιέ μονογενή Χριστέ, Πνεύμα άγιον, δέξου με μετανοημένο και ελέησέ με).

Συγκλονιστικό το τροπάριο του αγίου υμνογράφου Ιωσήφ, ο οποίος συνέδεσε προκειμένου να περιγράψει τον μετανοημένο άνθρωπο τις παραβολές και του ασώτου υιού και του τελώνου και φαρισαίου. Ο τελώνης δεν ήταν εκείνος που έχοντας συναίσθηση της αμαρτωλότητάς του δεν τολμούσε να σηκώσει το βλέμμα του στον Ουρανό; – έβλεπε ένδακρυς μόνο τη γη, γιατί χώμα είχε κάνει με τις αμαρτίες του τη ζωή του. Και το μόνο που κατόρθωνε να ψελλίζει ήταν «Θεέ μου, ελέησέ με τον αμαρτωλό». Το ίδιο συνέβη και με τον άσωτο της άλλης πιο γνωστής και μεγάλης παραβολής του Κυρίου: κι εκείνος φτάνει η ώρα που νιώθει την κατάντια του. Και παίρνει τον δρόμο της επιστροφής για να συρθεί ενώπιον του Πατέρα του. Κι εδώ αρχίζει το έργο του αγίου υμνογράφου: με μετοχή καρδιάς προβαίνει στην περιγραφή της όλης εσωτερικής διεργασίας που διαδραματίζεται στην καρδιά και των δύο, δηλαδή στην καρδιά του κάθε πιστού που έχει επίγνωση όντως και της δικής του τραγικότητας. Γιατί στο πρόσωπο ασφαλώς και του τελώνη και του ασώτου καλεί η Εκκλησία μας διά του αγίου ποιητή να δει ο καθένας τον εαυτό του. Η περιγραφή είναι ανθρώπου που «ζωγραφίζει». Η κάθε λέξη του Ιωσήφ είναι πινελιά στον πίνακα της ψυχής του και της δικής μας.

 Παρακολουθούμε βήμα-βήμα τα στάδια της αληθινής μετανοίας: την ομολογία ενώπιον του Θεού της αμαρτίας που συνιστά την ασωτία˙ την ταπείνωση που κάνει τον άνθρωπο να βλέπει τον ξεπεσμό και την αθλιότητά του˙ την επίγνωση ότι δεν μπορεί πια να χαρακτηρίζεται υιός Θεού -  τον κατηγορεί η ίδια η συνείδησή του, που δεν υπάρχει τίποτε στον κόσμο πιο «βίαιο» κατά τον άγιο Ανδρέα Κρήτης στο Μεγάλο Κανόνα του˙ την πονηρή διαγωγή  που συνιστά κυριολεκτικά μαστίγωμα της συνείδησης - η κουρελιασμένη ψυχή βοά για την κατάντια! Αλλά υπάρχει η μετάνοια, σημειώνει ο υμνογράφος ακολουθώντας το Ευαγγέλιο. Η μετάνοια που ναι μεν διαπιστώνει την ασωτία και την αμαρτία, αλλά προχωράει με πόδια τρεμάμενα εκεί που υπάρχει η λύτρωση και ο καθαρμός: το έλεος του Θεού, η αγάπη του Θεού Πατέρα και όλης της αγίας Τριάδος. Κι αυτή η αγάπη του Θεού είναι αυτή που υπέρκειται της κάθε αμαρτίας. «Όλη την αμαρτία του κόσμου αν μαζέψουμε από τη μια, όλου του κόσμου κι όλων των εποχών, είναι σαν ένας κόκκος άμμου ή σαν μία σπίθα μπροστά στο πέλαγος του ελέους του Θεού. Τι μπορεί να κάνει ένας κόκκος άμμου ή μία σπίθα; Τίποτε απολύτως. Αυτό κι ακόμη περισσότερο συμβαίνει με την αμαρτία όταν παραβληθεί με την αγάπη του Θεού» (ιερός Χρυσόστομος).

Η ποιητική ζωγραφική δύναμη του αγίου υμνογράφου είναι πολύ μεγάλη. Η προβολή της μετανοίας ως της μόνης σώζουσας δύναμης του ανθρώπου είναι φοβερή. Το τροπάριο θα έπρεπε να το αντιγράψουμε και να το κορνιζώσουμε, για να το βλέπουμε καθημερινά. Θα λειτουργεί καθημερινά ως καθρέπτης της χριστιανικής ή μη πορείας μας.    

ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΦΟΡΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΟΣ

 Φρουρός και γνώμονας η συνείδησή μας

«Μετά τον Θεό ας έχουμε σε κάθε ενέργειά μας ως άγρυπνο φρουρό και ως γνώμονα ασφαλή τη συνείδησή μας. Έτσι αντιλαμβανόμενοι από πού φυσά ο άνεμος θα ανοίγουμε προς τα εκεί και τα ιστία που πλοίου μας» (Κλίμαξ, λόγ. κστ΄ 5). 

Ένα καραβάκι είναι ο καθένας μας  στη θάλασσα του βίου. Στη θάλασσα αυτή που έχει και μπουνάτσες, αλλά συνήθως έχει μεγάλες φουρτούνες – ήδη από την Παλαιά Διαθήκη ο κόσμος αυτός, μετά την πτώση στην αμαρτία βεβαίως, χαρακτηρίζεται ως «κοιλάδα πένθους και δακρύων», ενώ ο ίδιος ο Κύριος είπε ότι «με πολλές θλίψεις θα εισέλθουμε στη Βασιλεία του Θεού». Τα κύματα υψώνονται μανιασμένα τις περισσότερες φορές πάνω στο καραβάκι αυτό, το οποίο κινδυνεύει γι’ αυτό συχνά να καταποντιστεί. Φτάνουμε τότε στο σημείο να χάνουμε τον προσανατολισμό μας. Κύματα και φουρτούνες ασφαλώς οι δοκιμασίες της ζωής, οι πειρασμοί, ο κόσμος ο κείμενος εν τω πονηρώ που παραμονεύει πώς να μας καταπιεί.

Ευτυχώς υπάρχει πάντοτε η πυξίδα. Αυτή που και στη μεγαλύτερη μαυρίλα και καταιγίδα μάς δείχνει την ορθή πορεία. Κι ορθή πορεία είναι αυτή που μας οδηγεί στον ουρανό: τη σχέση μας με τον Θεό. Κι αυτό γιατί Εκείνος είναι ο Δημιουργός μας, ο Φροντιστής και Προνοητής της ζωής μας, ο τελικός σκοπός μας. Όπως το δηλώνει και ο απόστολος Παύλος:  «Εξ Αυτού και δι’  Αυτού και εις Αυτόν τα πάντα έκτισται». Κι ακόμη πιο συγκεκριμένα: γιατί ναι μεν είμαστε δημιουργήματα του Θεού, αλλά μ’  έναν τρόπο μοναδικό, τόσο που «επαναλαμβάνουμε» τον Θεό κατά το παντοδύναμο θέλημά Του: «ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’  εικόνα και καθ’  ομοίωσιν ημετέραν». Ως εικόνες λοιπόν του Χριστού Θεού μας, αν χάσουμε τον προσανατολισμό αυτόν, δηλαδή τή διαρκή απόβλεψη σ’  Εκείνον,  πράγματι και αληθώς χανόμαστε. Τι νόημα  έχει μια ζωή δίχως Θεό; Μία πορεία κυριολεκτικά στα τυφλά! Κι η κάθε ημέρα μας χωρίς Αυτόν; «Κι άλλη μια μέρα δίχως σκοπό», που λέει ο στίχος ενός παλιού τραγουδιού.

Ποια είναι η πυξίδα; Το θέλημα του Θεού. Που είναι γνωστό αφότου ο Θεός σαρκώθηκε κι έγινε άνθρωπος. Μας είχε δώσει τα κεντρικά σημεία της πορείας μας, ήδη από την Παλαιά Διαθήκη, κατεξοχήν μας τα έδωσε, τότε που ήλθε, γιατί όχι μόνο μας έδειξε τον ουρανό ως σημάδι προσανατολισμού, αλλά μας πήρε, μας έκανε κομμάτι του Εαυτού Του, και μαζί πια με Εκείνον πορευόμαστε στη θάλασσα του βίου. «Εγώ το αμπέλι κι εσείς τα κλήματα» μας απεκάλυψε. «Μέλη του σώματός Του». Πόσο παρήγορη πια είναι η πορεία του χριστιανού. Γιατί παλεύει με τα κύματα, αλλά καπετάνιο στο σκαρί του έχει τον ίδιο τον Χριστό! (Μια παλιά εικόνα αποτυπώνει με μεγάλη αμεσότητα την πραγματικότητα αυτή: Ο Χριστός να κρατάει το τιμόνι του δικού μας καραβιού)!

Δεν βαδίζουμε λοιπόν στα… κουτουρού! Ό,τι μας λέει ο λόγος του Θεού.  «Όπου και να είσαι, έχε ως βάση σου την Αγία Γραφή» (Μ. Αντώνιος). Αλλά ο όσιος επισημαίνει και κάτι άλλο πολύ σημαντικό: μαζί με τον Θεό που μας καθοδηγεί με τον λόγο Του, έχουμε και τη συνείδησή μας. «Η συνείδησή σου είναι ο άγρυπνος φρουρός σου και ο ασφαλής σου γνώμονας».  Αρκεί βεβαίως να λειτουργεί η συνείδηση. Διότι δυστυχώς πολύ συχνά δεν την ακούμε σ’ αυτά που μας συμβουλεύει, οπότε σιγά σιγά τη θέτουμε σε αχρηστία, κι η φωνή της, αν δεν σβήσει εντελώς, είναι τόσο ψιθυριστή, που είναι σαν να μην υπάρχει. «Αν θέλεις να προκόψεις,  φρόντισε τη συνείδησή σου και όσα σου λέει κάνε τα» (αββάς Μάρκος). Ν’ ακούμε τη φωνή της συνείδησής μας. Εκείνης όμως που έχει εμβαπτιστεί και διαποτιστεί από τον λόγο του Χριστού. Εκείνης που έχει μπει στον ρυθμό της εκκλησιαστικής ζωής. Αν δεν λειτουργεί έτσι, τότε καλύτερα να μην… την ακούμε!  Γιατί μάλλον δεν θα μας λέει τα σωστά.

Δευτέρα, 29 Μαρτίου 2021

ΔΕΥΤΕΡΑ Γ΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

 

Από την πλούσια πνευματική τράπεζα που μας παραθέτει η Εκκλησία μας και τη σημερινή ημέρα, πρώτη της τρίτης εβδομάδας των Νηστειών, επιλέγουμε ορισμένα εδέσματα.

- «Βρῶσιν λελοιπώς ἀγγελικήν, παρωμοιώθην κτήνεσιν, ἐν τῷ σιτίζεσθαι τήν μοχθηράν κακίαν˙ ἀλλ’ οὖν ἐπιστρέφοντα, δέξαι με, ὥσπερ ἕνα τῶν μισθίων, οὐράνιε Πάτερ» (ωδή α΄).

(Αφού εγκατέλειψα την τροφή των αγγέλων, έγινα όμοιος με τα κτήνη, τρώγοντας την πονηρή κακία. Αλλά Ουράνιε Πατέρα, τώρα που επιστρέφω σε Σένα, δέξου με ως ένα των δούλων Σου).

Τον άσωτο υιό έχει ενώπιόν του ο άγιος υμνογράφος Ιωσήφ. Τον άσωτο που αποτελεί τον τύπο της αληθινής μετανοίας, συνεπώς εκείνον που χαρακτηρίζει όχι μόνο την περίοδο της Σαρακοστής, αλλά όλη τη ζωή του ανθρώπου – να θυμηθούμε τον όσιο Παΐσιο τον αγιορείτη, ο οποίος έλεγε ότι ποθεί όλη η ζωή του να ήταν μία Σαρακοστή. Ο άσωτος λοιπόν αποτελεί το όραμα για κάθε πιστό, αφού χαράζει τον δρόμο της μετανοίας που εκβάλλει στο Σπίτι, δηλαδή την αγκαλιά του Ουράνιου Πατέρα. Το δεδομένο και πάλι για τον άγιο υμνογράφο που κινείται βεβαίως ευαγγελικά είναι η αγάπη του Θεού, που είναι όχι ο αυστηρός και εκδικητής Θεός, αλλά ο Πατέρας που το μόνο που κάνει είναι να ποθεί με ζήλο το κάθε παιδί Του, πότε δηλαδή θα θελήσει να ανταποκριθεί στην αγάπη Του. Αρκεί η θέλησή του αυτή να έχει όντως τα χαρακτηριστικά της αληθινής μετάνοιας: πρώτον, τη συναίσθηση ότι η αμαρτία ως απομάκρυνση από τον Θεό συνιστά μία κτηνώδη κατάσταση για τον άνθρωπο, με την έννοια της υποβίβασης και της υποδούλωσής του από τον αγγελικό επίπεδο στη διαστροφική κακία και πονηρία˙  δεύτερον, την κίνηση επιστροφής στον Θεό με διάθεση ταπείνωσης. Τα χαρακτηριστικά αυτά «συγκινούν» τον φιλάνθρωπο Πατέρα μας και Τον κάνουν να μας «κυνηγάει» με ανοιχτές αγκάλες!

- «Ἐν φαιδροτάτῃ νηστείᾳ, φωταυγείᾳ τῶν προσευχῶν λαμπρυθέντες  χρηματίσωμεν, ὅπως τῆς ἁμαρτίας τό σκότος ἐκφύγωμεν» (ωδή η΄).

(Μέσα στο πλαίσιο της φαιδρότατης νηστείας, ας γίνουμε λαμπροί από το ισχυρό φως των προσευχών, προκειμένου να ξεφύγουμε από το σκοτάδι της αμαρτίας).

Ο υμνογράφος τονίζει αυτό που συνιστά το κατεξοχήν παγιωμένο σχήμα στην πνευματική ζωή: η αμαρτία δεν είναι παιχνίδι ή κατάσταση που πρέπει κανείς να την αντιμετωπίσει με ελαφριά καρδιά. Αυτό που έφερε και φέρνει απαρχής και εφεξής είναι το σκοτάδι του θανάτου. Πνευματικού πρωτίστως ως απομάκρυνσης από την πηγή της ζωής, τον Θεό, συνεπώς της έλλειψης και κάθε νοήματος για τον άνθρωπο, αλλά και σωματικού στη συνέχεια με όλα τα παρεπόμενα της οποιασδήποτε φθοράς, της αρρώστιας και του πόνου. Ενόψει λοιπόν μίας τέτοιας τραγικής και δύστυχης καταστάσεως που σφραγίζει τον κάθε άνθρωπο, υπάρχει το αντίδοτο που έφερε ο Λυτρωτής και Σωτήρας Χριστός και που δεν είναι άλλο από την αποκατάσταση της σχέσης του ανθρώπου με τον Θεό. Η σχέση αυτή καθορίζεται πια από τη διαρκή αναφορά του πιστού προς τον Θεό Πατέρα, την αέναη και καθαρή δηλαδή προσευχή του. Προσευχή που δεν βάζει τον άνθρωπο να στέκει κάπου και να ψάχνει τον Θεό, αλλά να είναι μέσα σ’ Αυτόν, ενσωματωμένος στον Χριστό, οπότε να προσεύχεται έχοντας Εκείνον εν Πνεύματι  να «λέει» τις προσευχές – ο πιστός εν Χριστώ γίνεται ο ίδιος προσευχή. Αποτέλεσμα που το βλέπουμε σε όλους τους αληθινούς πιστούς, τους αγίους μας: να ζουν μέσα στο πλούσιο φως του Θεού, ντυμένοι Εκείνον που είναι το Φως! Κατεξοχήν όργανο βοηθητικό στην πνευματική αυτή πορεία είναι η νηστεία της Εκκλησίας μας, που έτσι αποκτάει χαρακτήρα χαρμόσυνο.

- «Νήστευσον ψυχή μου, κακίας και πονηρίας, κράτησον ὀργῆς, καί θυμοῦ καί πάσης ἁμαρτίας. Ἰησοῦς γάρ τοιαύτην θέλει νηστείαν, ὁ φιλανθρωπότατος Θεός ἡμῶν» (ωδή θ΄).

(Νήστεψε, ψυχή μου, από την κακία και την πονηρία, κυριάρχησε στην οργή και στον θυμό και σε κάθε άλλη αμαρτία. Διότι ο Ιησούς που είναι ο φιλανθρωπότατος Θεός μας, τέτοια νηστεία θέλει).

Ο άγιος Ιωσήφ δεν παύει καθημερινά να υπενθυμίζει ό,τι σημείωνε απαρχής της νηστείας: νηστεία αληθινή δεν είναι κυρίως η αποχή από το φαγητό ή ο περιορισμός απλώς των τροφών. Πρωτίστως είναι η αποχή και η πλήρης απομάκρυνση από κάθε αμαρτία, από κάθε κακία και πονηρία, είτε αυτή λέγεται οργή είτε θυμός είτε οτιδήποτε άλλο – μη ξεχνάμε ότι ο Πονηρός διάβολος ουδέποτε σιτίζεται, αλλά είναι διάβολος! Μία τέτοια νηστεία χαρακτηρίζεται αληθινή και αυτήν αποδέχεται ο Ιησούς Χριστός που είναι ο φιλανθρωπότατος Θεός μας. Γιατί; Διότι αυτή καθαρίζει το «έδαφος» της καρδιάς μας και μας καθιστά ικανούς να δεξιωθούμε μέσα της τον Ίδιο τον Θεό. «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται». Η έγνοια του αγίου υμνογράφου να μη χάσουμε τον στόχο μας την περίοδο αυτή είναι συγκινητική. Κι αυτό γιατί είναι πολύ εύκολο να μείνουμε δυστυχώς στην επιφάνεια της σωματικής νηστείας, της εύκολης νηστείας, και να ξεχάσουμε το βάθος της. Το πρόβλημα πάντοτε είναι η «ποιότητα» της καρδιάς μας.

Παρασκευή, 26 Μαρτίου 2021

Β΄ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ

 

«Χαῖρε, τῶν Ἀθλοφόρων τό ἀνίκητον θάρσος»

Η Γέννηση του Χριστού στον κόσμο από την Παναγία είναι το περιεχόμενο της δεύτερης στάσης των Χαιρετισμών κι ο παραπάνω χαιρετισμός αναφέρεται στο πιο χτυπητό αποτέλεσμα που έφερε ο ερχομός Του: το θάρρος ως υπέρβαση κάθε φόβου. «Χαίρε Παναγία, που είσαι το ανίκητο θάρρος των αθλητών της πίστεως».

1. Θα πρέπει να θυμηθούμε ότι ο άνθρωπος δεν δημιουργήθηκε για να φοβάται. Μέτοχος της δόξας του Δημιουργού Του, «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν» Εκείνου, είχε τη δοσμένη εξουσία να «άρχει» επί όλων των δημιουργημάτων, όπως φανερώνεται και από το γεγονός ότι μπορούσε να δώσει όνομα σε όλα τα ζώα – να τα «ορίσει», να θέσει δηλαδή πλαίσιο και όριο σ’ αυτά. Εννοείται ότι η «αρχή» και η εξουσία του αυτή κατενοείτο ως συνέχεια της πρώτης Αρχής του ίδιου του Θεού της Αγάπης, ως έκφραση συνεπώς του σεβασμού και της αγάπης του προς αυτά. Αυτή δεν είναι και η αποκάλυψη της κυριότητας του Θεού και του Χριστού επί των ανθρώπων; Είναι Κύριος ο Θεός, γιατί μας αγαπά και μας σέβεται σε βαθμό άπειρο, φτάνοντας στο σημείο η παντοδυναμία Του να αποκορυφωθεί πάνω στον Σταυρό! Η (απόλυτη) εξουσία ως (απόλυτη) διακονία. «Ἐγώ δέ εἰμί ἐν μέσῳ ὑμῶν ὡς ὁ διακονῶν». «Εἴ τις θέλει πρῶτος εἶναι ἔστω πάντων ἔσχατος καί πάντων διάκονος».

2. Φόβος λοιπόν δεν υπήρχε στους πρωτόπλαστους, γιατί ζούσαν την αγάπη του Δημιουργού τους με αυξητική προοπτική – η παρρησία και το θάρρος ήταν το χαρακτηριστικό τους. Κι όσο αγαπούσαν, τόσο και μεγάλωναν το θάρρος και η δύναμή τους, γιατί τόσο και πλάταινε η αγκαλιά τους – όλος ο κόσμος κομμάτι τους και «παιδί» τους. Επαναστάτησαν όμως κατά του Δημιουργού, αμάρτησαν, σταμάτησαν δηλαδή να αγαπούν, οπότε εισήλθε μεταξύ των άλλων και ο φόβος στην καρδιά τους, σε σημείο που αυτός να τους προσδιορίζει και να τους βασιλεύει. «Ἤκουσα τῆς φωνῆς Σου καί ἐφοβήθην!» Κι ο φόβος αυτός έναντι του Πατέρα τους έγινε και φόβος του ενός προς τον άλλον, φόβος κι έναντι της ίδιας της (αδελφής) φύσεως, ακόμη και έναντι του ίδιου τους του εαυτού! «Στένων και τρέμων ἔσῃ ἐπί τῆς γῆς» ακούει αίφνης ο Κάιν μετά τον φόνο που διέπραξε κατά του αδελφού του. Κι αυτό θα πει: ο φόβος αποτελεί έκφραση της έλλειψης της αγάπης, δηλαδή του εγωισμού, και σύμπτωμα της πιο μεγάλης αδυναμίας. Φοβάται ο αδύναμος, ο ανίσχυρος, ο ανασφαλής, που νιώθει ότι από παντού τον περικυκλώνουν όλοι οι κίνδυνοι, κυρίως δε πια ο «ἔσχατος ἐχθρός» ο θάνατος!

3. Ήρθε όμως ο Χριστός, ο ενανθρωπήσας Θεός. Προσέλαβε τον άνθρωπο, τον έκανε δικό Του κομμάτι, μέλος Του, και του ξανάδωσε όλες τις χαμένες δυνάμεις του κι ακόμη περισσότερο: ό,τι είχε κι έχει Εκείνος να το έχει και το αγαπημένο χαμένο και «νεκρό» πλάσμα Του. Αρκεί βεβαίως το πλάσμα Του να Τον πιστέψει. Να Τον αποδεχτεί ως πηγή της ύπαρξής του, που σημαίνει να ανοίξει τα μάτια του για να δει την πραγματικότητα. Διότι βεβαίως δεν παύει ποτέ ο Θεός ως «ὁ Ὤν» να είναι η πηγή της Ζωής και του Είναι – όλοι και όλα από Εκείνον έχουν τη δυνατότητα να ζουν και να υφίστανται. Οπότε ο πιστός ως συνέχεια του Χριστού, ως άλλος Χριστός στον κόσμο, (αγωνίζεται να) ζει και την Αγάπη του Χριστού, δηλαδή ζει κι αυτός σταυρωμένα θυσιαζόμενος για τους άλλους, με πρώτο αποτέλεσμα την υπέρβαση και την εξάλειψη κάθε φόβου. Το θάρρος γίνεται και πάλι το συνοδευτικό στοιχείο της ζωής του και σ’ αυτήν την κατάσταση προσανατολίζει ο ίδιος ο Χριστός. «Θαρσεῖτε. Μή φοβεῖσθε. Μή ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία. Μή φοβοῦ, μόνον πίστευε», ακούνε τα λόγια του Διδασκάλου οι Απόστολοι. Κι ο άγιος Ιωάννης έρχεται να το εκφράσει και αξιωματικά: «Φόβος οὐκ ἔστιν ἐν τῇ ἀγάπῃ, ἀλλ’ ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τόν φόβον». Η πίστη ως αγάπη και θάρρος.

4. Κι η Παναγία Μητέρα του Κυρίου και δική μας, Αυτή διά της οποίας έγινε άνθρωπος ο Υιός και Λόγος του Θεού, καθίσταται έτσι το θάρρος όλων των πιστών. Θάρρος μάλιστα που δεν ηττάται ποτέ, γιατί έφερε τον Παντοδύναμο στον κόσμο που μας μετέδωσε την παντοδυναμία Του. Κι η πρώτη που αποδέχτηκε και έχει την παντοδυναμία αυτή είναι η ίδια η Παναγία. Δι’ Αυτής λοιπόν σχετιζόμαστε με τον Κύριο και Θεό μας, αλλά και Αυτήν επικαλούμαστε όταν κινδυνεύουμε με τις ολιγοπιστίες και τις απιστίες μας – «Ὅτι οὐκ ἔχομεν παρρησίαν διά τά πολλά ἡμῶν ἁμαρτήματα, σύ τόν ἐκ σοῦ γεννηθέντα δυσώπησον, Θεοτόκε Παρθένε».  Τα συναξάρια των αγίων μας βρίθουν από περιστατικά που φανερώνουν την πραγματικότητα αυτή. Δεν είναι τυχαίο ότι ένας από τους πονηρότερους πειρασμούς του διαβόλου είναι να μας απομακρύνει από την επίκληση της Υπεραγίας Θεοτόκου. Γιατί ξέρει ότι αρχίζουμε να μπαίνουμε στο δικό του κλίμα, το κλίμα του φόβου, συνεπώς εύκολα έχει τη δυνατότητα στη συνέχεια να μας παρασύρει στην κόλασή του.

Δύσκολη η ζωή στον κόσμο τούτο, πολλές οι παγίδες του, απανωτές οι θλίψεις και οι δοκιμασίες. Μα έχουμε και «βαριά όπλα» στα χέρια μας. Πρώτο από όλα, το όνομα του Κυρίου Ιησού. Κι έπειτα την επίκληση της Παναγίας Μητέρας. Ιδίως τις ώρες που ο φόβος πάει να μας καταβάλει, τις ώρες δηλαδή – και πάλι το επαναλαμβάνουμε – που η πίστη και η αγάπη μας στον Χριστό μειώνεται, τότε ας κραυγάσουμε προς τον Κύριο κι ας στρέψουμε το βλέμμα σ’ Εκείνη τη Μοναδική. Αμέσως θα δούμε τη δύναμη του Κυρίου δι’ Αυτής να εισέρχεται στην καρδιά μας και να τη θερμαίνει με τη φλόγα της.

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ Β΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

 

«Τήν Ἁγνήν ἁγνεύοντι τιμήσωμεν νοΐ˙ καλλονήν τήν τοῦ Ἰακώβ τοῖς ἐνθέοις πράξεσι καλλυνόμενοι, εὐσεβῶς ὑμνήσωμεν, ὡς Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν» (Θεοτοκίον ε΄ ωδής Τριωδίου).

(Την Αγνή Παρθένο Μαριάμ ας την τιμήσουμε με αγνό νου. Αυτήν που είναι η καλλονή του Ιακώβ ας την υμνολογήσουμε ευσεβώς με τις ένθεες πράξεις μας ως Μητέρα του Θεού μας). 

Ο άγιος υμνογράφος Ιωσήφ μάς καθοδηγεί στο Θεοτοκίο για τη στάση μας έναντι της Παναγίας. Να την τιμήσουμε και να την υμνολογήσουμε, λέει, όχι όμως με τα λόγια μας πρωτίστως – κι αυτά βεβαίως είναι απαραίτητα: άλλωστε με λόγια προτρέπει τους πιστούς – αλλά κυρίως με όλη τη ζωή μας. Την αγνότητα του νου μας δηλαδή και τις ένθεες πράξεις μας. Έτσι μόνο Την αναγνωρίζουμε ορθά ως Μητέρα του Θεού μας, που σημαίνει ότι έτσι αντιστοίχως αναγνωρίζουμε και ως Κύριο Θεό μας τον Ιησού Χριστό – είναι γνωστό ότι η ορθή στάση έναντι της Παναγίας φανερώνει την ορθή στάση και έναντι του Ιησού Χριστού. Και τι σημαίνει αγνός νους και ένθεες πράξεις; Ασφαλώς καθαρή καρδιά και ζωή σύμφωνη με τις άγιες εντολές του Κυρίου. Η καρδιά ή ο νους αλλιώς, κατά την  Παράδοση της Εκκλησίας, συνιστά το κέντρο της ψυχοσωματικής ύπαρξης του ανθρώπου, συνεπώς η ποιότητα του κέντρου αυτού καθορίζει και αν ο Θεός θα βρει τόπο καταπαύσεως μέσα σ’ αυτό ή όχι. «Μακάριοι οἱ καθαροί τῆ καρδίᾳ ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται» είπε ο Κύριος. Η δε καρδιά καθαρίζεται κατ’ αναλογία της τηρήσεως και εφαρμογής των εντολών του Κυρίου. Χριστιανός που χάριτι Θεού βρίσκεται αδιάκοπα στην πορεία της Οδού του Κυρίου, εκεί δηλαδή που παραπέμπουν πάντοτε οι εντολές Του, διαπιστώνει εμπειρικά την καθαρότητα που επέρχεται στην καρδιά του από το φως του Θεού που αρχίζει και λάμπει σ’ αυτήν, γεγονός που σιγά σιγά αντανακλάται και στο ίδιο το σώμα του.

Λοιπόν, κατά τον άγιο υμνογράφο: Την Παναγία Μητέρα, η Οποία ήταν η κατεξοχήν Αγνή και Καθαρή και ζούσε με απόλυτη υπακοή στις εντολές του Θεού, μπορεί να την τιμήσει και να την υμνήσει μόνον εκείνος που βρίσκεται στη συγκεκριμένη αντίστοιχη μ’ Αυτήν πορεία ζωής, ο αγωνιζόμενος  για την κάθαρση της καρδιάς του. Αν δεν υπάρχει ο πνευματικός αυτός αγώνας, τότε τα όποια λόγια και οι όποιοι ύμνοι προς την Παναγία δεν γίνονται αποδεκτά από Αυτήν, συνεπώς και από τον Υιό και Θεό της, και μάλλον αμαυρώνουν τον άνθρωπο που τα εκφράζει, όπως το λέει και ο μεγαλοφωνότατος προφήτης Ησαΐας, μέσα από το στόμα του οποίου ομιλεί ο Παντοκράτωρ Κύριος: «Δεν θέλω τις προσευχές και τις θυσίες σας. Όταν τις προσφέρετε αποστρέφω το πρόσωπό Μου. Γιατί τα χέρια σας στάζουν αίμα από τις αδικίες σας. Μετανοήστε και καθαρίστε τις καρδιές σας από τις πονηρίες σας και τότε ελάτε να συνομιλήσουμε!»

Ο άγιος υμνογράφος μάς προσφέρει το βασικό κριτήριο για να καταλαβαίνουμε και τον εαυτό μας αλλά και πολλούς συνανθρώπους μας, οι οποίοι καπηλεύονται το όνομα του Κυρίου αλλά και της Παναγίας μας. Πολλοί βαυκαλίζονται με την ιδέα ότι τους ομιλεί ο Κύριος και η Θεοτόκος, οπότε απαιτούν την υπακοή στον λόγο τους. Αλλά ο  δ ι κ ό ς  τους λόγος προβάλλεται και όχι του Θεού και της Παναγίας. Το παράδειγμα που μας υπενθυμίζει ο άγιος Σωφρόνιος ο Αθωνίτης από τη ζωή του Γέροντά του μεγάλου οσίου Σιλουανού του εν Άθω είναι πράγματι συγκλονιστικό. Το καταγράφουμε όπως ο ίδιος το είπε:

«Ένας μοναχός που ζούσε περίπου σαράντα χρόνια στη Μονή του Αγίου Παντελεήμονος έρχεται στον Σιλουανό και του διηγείται ότι είχε μία ευλογημένη επίσκεψη από την Παναγία. Ο Γέροντας του είπε:

- Πάτερ μου, αυτό είναι αδύνατον.

- Γιατί;

- Διότι η Παναγία ήταν πολύ υπάκουη στη θέληση του Θεού, ενώ εσείς δεν κάνετε υπακοή. Αφού υπάρχει αυτή η διαφορά, δεν είναι δυνατόν να έχετε δει την Αγία Παρθένο» (Οἰκοδομώντας τόν Ναό τοῦ Θεοῦ, τόμ. Α΄, σελ. 242).

 

Τετάρτη, 24 Μαρτίου 2021

Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

«Πανηγύρι της πίστης και της λευτεριάς» κατά τον ποιητή η 25η Μαρτίου. Ιερό ορόσημο ως απαρχή για την απόκτηση της εθνικής μας ελευθερίας. Αλλά και ημέρα που περισσότερο καλεί εμάς τους πιστούς που βλέπουμε το βάθος των γεγονότων, όχι απλώς να θυμηθούμε κάτι ή και να παραδειγματιστούμε από κάτι, αλλά να συμμετάσχουμε στο σπουδαιότερο γεγονός που πραγματοποιήθηκε ποτέ στην ανθρώπινη ιστορία: τη σάρκωση του Υιού και Λόγου του Θεού μέσα στην Παναγία. Κι αν η μία εορτή, ιδίως τώρα που γιορτάζουμε τα διακόσια χρόνια από την έναρξη της Επαναστάσεως, είναι σπουδαία λόγω της αποτίναξης της Οθωμανικής κυριαρχίας, η άλλη, του Ευαγγελισμού, είναι σπουδαιότατη, λόγω της απαρχής της υπαρξιακής και αιώνιας σωτηρίας μας.

Το απολυτίκιο της ημέρας μας καθοδηγεί στην προσέγγιση του νοήματός της.

«Σήμερον τῆς σωτηρίας ἡμῶν τό κεφάλαιον καί τοῦ ἀπ’ αἰῶνος μυστηρίου ἡ φανέρωσις. Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ υἱός τῆς Παρθένου γίνεται καί Γαβριήλ τήν χάριν εὐαγγελίζεται. Διό καί ἡμεῖς σύν αὐτῶ τῆ Θεοτόκῳ βοήσωμεν  Χαῖρε Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετά Σοῦ».

(Σήμερα ανακεφαλαιώνεται η σωτηρία μας και φανερώνεται το προαιώνιο μυστήριο. Ο Υιός του Θεού γίνεται υιός της Παρθένου Μαρίας και ο αρχάγγελος Γαβριήλ εξαγγέλλει χαρμόσυνα τη χάρη αυτή. Για το λόγο τούτο κι εμείς μαζί με αυτόν ας φωνάξουμε δυνατά στη Θεοτόκο: Χαίρε Συ που είσαι γεμάτη από τη χάρη του Θεού. Ο Κύριος είναι μαζί Σου).

Το πρώτο σημείο που μας επισημαίνει το απολυτίκιο είναι το πώς πρέπει να στεκόμαστε απέναντι στη Θεοτόκο. Καλούμαστε να τη δούμε γεμάτη από τη χάρη και το φως του Θεού. Όχι γιατί από μόνη της έχει την ιδιαιτερότητα αυτή, αλλά γιατί ο ίδιος ο Θεός προσέβλεψε πάνω της και την επισκίασε με το Πανάγιο Πνεύμα Του. Η Παναγία, ιδίως μετά τον Ευαγγελισμό, ποτέ δεν είναι μόνη της. Μολονότι και προ του Ευαγγελισμού είχε τη χάρη του Θεού λόγω της αγιασμένης ζωής της – μη ξεχνάμε ότι από παιδούλα τριών ετών εισήλθε στον Ναό και ζούσε με συνεχείς προσευχές και νηστείες – όμως εκεί που έλαβε τη σχετική πληρότητα της χάρης ήταν στον Ευαγγελισμό της, οπότε έκτοτε η παρουσία του Χριστού την συνόδευε σε κάθε βήμα της και σε κάθε εκδήλωση της ζωής της. Γι’ αυτό και στο πρόσωπο της Παναγίας κρίνεται και η ποιότητα της πίστης των Χριστιανών: τυχόν αποδοχή της Παναγίας ως Κεχαριτωμένης και φανέρωσης του Ιησού Χριστού σημαίνει ορθή αποδοχή και Εκείνου. Τυχόν απόρριψη ή υποβάθμιση της Παναγίας σημαίνει ταυτοχρόνως και απόρριψη ή αλλοίωση της εικόνας και του Χριστού.

Ένα δεύτερο βασικό σημείο  είναι η αιτιολογία  του ύμνου για την υψηλή θέση που κατέχει η Παναγία και για τη μεγάλη χάρη με την οποία χαριτώθηκε: δι’ Αυτής ο Υιός του Θεού γίνεται άνθρωπος. Η Παναγία έγινε «τό ὄχημα δι’ ἧς κατέβη ὁ Θεός». Δάνεισε τη σάρκα της στον Υιό και Θεό της, οπότε η ανθρώπινη φύση του Χριστού έκτοτε φέρει και τη σφραγίδα της Παναχράντου Μητέρας Του. Με τον αρχαγγελικό χαιρετισμό πιο συγκεκριμένα ο Θεός γίνεται έμβρυο στη γαστέρα της Παναγίας - Θεός μάς σώζει σε όλες τις φάσεις της ζωής μας, κάτι που συνιστά και απάντηση στο τραγικό θέμα δυστυχώς των εκτρώσεων.  Με τη συνέργεια Εκείνης ο Θεός ακολουθεί την όλη διαδικασία της κύησης, συνέργεια που βασιζόταν ασφαλώς στην καθαρότητα της ζωής της. Η καθαρότητα και ψυχοσωματική αγνότητά της έγινε η θελκτική δύναμη που «μαγνήτισε» τη θεία αγάπη, που θα πει ότι στο πρόσωπο της νεαρής Κόρης Μαριάμ παρακολουθούμε τη συμμετοχή του ανθρώπου στην όλη διαδικασία της σωτηρίας που ενεργεί προς χάρη του ο Θεός. Κι εκείνο που επιβεβαιώνει ανθρώπινα την επιλογή του Θεού είναι η εν ταπεινώσει υπακοή της στην κλήση Του: «ἰδού ἡ δούλη Κυρίου γένοιτό μοι κατά τό ρῆμά Σου» (Λουκ. 1, 38).

Δεν συνειδητοποιούμε όσο πρέπει την απάντηση της Θεοτόκου στο θείο κέλευσμα. Διότι μένουμε μόνο στην επιφάνεια κρίνοντας τα πράγματα εκ των υστέρων. «Μα ήταν μεγάλη τιμή να την καλέσει ο Θεός. Τι άλλο θα μπορούσε να κάνει;» Αλλ’ αυτό το λέμε, διότι γνωρίζουμε την περαιτέρω εξέλιξη των πραγμάτων: το Πάθος αλλά και την Ανάσταση του Χριστού την παντοδυναμία των θαυμάτων Του. Την ώρα εκείνη όμως του Ευαγγελισμού η Παναγία βρίσκεται μόνη αντιμέτωπη με κάτι άγνωστο. Καλείται να πει το  ν α ι  σε ένα γεγονός που της ετοίμαζε τη διαπόμπευσή της και ίσως, το πιθανότερο, και την απώλεια της ίδιας της ζωής της. Διότι ανύπαντρη κοπέλα να βρεθεί έγκυος στα χρόνια εκείνα σήμαινε τον λιθοβολισμό της. Η Παναγία όμως – γι’ αυτό και είναι Παναγία – δεν διστάζει. Αφού μαθαίνει ότι είναι κλήση Θεού, υποτάσσεται στο θέλημα Εκείνου γνωρίζοντας ότι το τίμημα μπορεί να είναι και ο θάνατος. Μα δεν την νοιάζει. Εκείνο που την ενδιαφέρει είναι η υπακοή στο θεϊκό θέλημα. Αποκαλύπτεται λοιπόν και μάρτυρας η Παναγία. Αν όχι σωματικά, μάρτυρας ωστόσο «τῇ συνειδήσει». Καθαρή λοιπόν στην ψυχή η Παναγία και με μαρτυρικό φρόνημα γίνεται η μητέρα του Θεού!

Ένα τρίτο σημείο: φανερώνεται με τον ερχομό του Θεού στον κόσμο το προαιώνιο μυστήριο. Ο Ευαγγελισμός αποτελεί εκπλήρωση προαιώνιας βουλής του Θεού για τη σωτηρία του κόσμου. Ο Θεός, διδάσκουν πολλοί Πατέρες της Εκκλησίας μας, θα ερχόταν στον κόσμο ως άνθρωπος ανεξάρτητα και από την πτώση του ανθρώπου στην αμαρτία. Ο άγιος Μάξιμος ο ομολογητής για παράδειγμα σημειώνει ότι η σάρκωση του Χριστού, απαρχή της οποίας είναι ο Ευαγγελισμός, αποτελεί την τελευταία φάση της δημιουργίας του ανθρώπου. Ο Θεός δηλαδή οπωσδήποτε θα ερχόταν στον κόσμο για να ωθήσει αποφασιστικά τον άνθρωπο στην επίτευξη του απαρχής τεθειμένου σκοπού του: το «καθ’ ὁμοίωσιν». Κι ακόμη: ο Ευαγγελισμός ήδη είχε προαναγγελθεί στην Παλαιά Διαθήκη με το λεγόμενο Πρωτευαγγέλιο. Στο Πρωτευαγγέλιο, την υπόσχεση δηλαδή του Θεού στους πρωτοπλάστους μετά την αμαρτία τους ότι ο απόγονος της γυναίκας θα συντρίψει τον διάβολο, βλέπει η Εκκλησία μας την προφητεία του Ευαγγελισμού. Διότι στον Ευαγγελισμό έχουμε τη γυναίκα που γεννά Εκείνον που συντρίβει τον διάβολο. Στη δημιουργία ήδη του ανθρώπου έχουμε τις απαρχές του Ευαγγελισμού.

Ένα τέταρτο σημείο: όχι μόνο φανερώνεται το προαιώνιο μυστήριο, αλλ’ ακριβώς αυτό συνιστά και την ανακεφαλαίωση της σωτηρίας του ανθρώπου. Τι σημαίνει ανακεφαλαίωση; Επανένταξη του ανθρώπου και πάλι στο σχέδιο του Θεού. Η αμαρτία που διέσπασε τον άνθρωπο και τον εκτρόχιασε από την ορθή πορεία της ζωής του, εξαφανίζεται και καταπατείται. Διά του Χριστού που σαρκώνεται στην Παναγία η αμαρτία αίρεται και η θύρα του Παραδείσου και πάλι ανοίγεται. Ο άνθρωπος βιώνει στο πρόσωπο του Χριστού τη σωτηρία του: να συναντηθεί πραγματικά και πάλι με τον Θεό.

Κι όλα αυτά, πέμπτο σημείο, πραγματοποιούνται σήμερον. Ενώ όλα όσα αναφέρθηκαν βιώθηκαν στο παρελθόν, εντούτοις δεν χάνουν τίποτε και από τη σύγχρονη επικαιρότητα. Το παρελθόν, ο ερχομός του Χριστού, η σύλληψή Του στο πανάγιο σώμα της Θεοτόκου, βιώνεται στην Εκκλησία μας και ως παρόν. Λόγω της διαρκούς παρουσίας του Αγίου Πνεύματος. Το Άγιον Πνεύμα, ο ίδιος δηλαδή ο Θεός, διαιωνίζει τα σωτηριώδη γεγονότα του παρελθόντος και τα προχέει στο εκάστοτε παρόν. Πρόκειται για τον λεγόμενο λειτουργικό χρόνο, για τον οποίο μιλάνε οι θεολόγοι της Εκκλησίας.

Κι αυτό σημαίνει: αφού το σωτηριώδες παρελθόν εν Χριστώ, όπως ο Ευαγγελισμός, γίνεται κάθε φορά παρόν, άρα το μόνο που και εμείς χρειαζόμαστε για να το κάνουμε δικό μας γεγονός και να νιώσουμε τη δυναμική του, είναι η πίστη μας: η ανεπιφύλακτη παράθεση της ζωής μας στα χέρια Εκείνου και τις υποσχέσεις Του. Μία τέτοια αληθινή πίστη θα μας κάνει να δούμε και τον δικό μας εαυτό μέσα στον Ευαγγελισμό της Παναγίας, δηλαδή να νιώσουμε σαρκωμένο και σε εμάς τον ίδιο τον Θεό μας!

ΤΕΤΑΡΤΗ Β΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

«Σταυρῷ παλάμας ἐξεπέτασας, τῆς ταθείσης πάλαι χειρός τοῦ Ἀδάμ, πρός τό τῆς γνώσεως φυτόν, ἀναιρῶν τό ἁμάρτημα, διά σπλάγχνα οἰκτιρμῶν, Λόγε Θεοῦ ὑπεράγαθε» (ὠδή γ΄Τριωδίου).

(Υπεράγαθε Λόγε Θεού, άπλωσες τις παλάμες Σου στον Σταυρό, διαγράφοντας έτσι το αμάρτημα του Αδάμ, όταν παλιά στον Παράδεισο άπλωσε εκείνος το χέρι στο δένδρο της γνώσης του καλού και του κακού. Διότι είσαι γεμάτος αγάπη για εμάς).

Ο άγιος υμνογράφος Ιωσήφ αναφέρεται στη λυτρωτική θυσία του Κυρίου πάνω στον Σταυρό. Όλη η ζωή του Κυρίου βεβαίως ήταν ένα Πάθος, όμως η αποκορύφωση ήλθε όταν «ἑκουσίᾳ βουλῇ» ανέβηκε στον Σταυρό. Ο Σταυρός περικλείει το μυστήριο της σωτηρίας του ανθρώπου, διότι εκεί ο Κύριος «κατήργησε τόν τό κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοὐτέστιν τόν διάβολον». Στον Σταυρό δηλαδή ο πιστός με τη χάρη του Θεού δεν βλέπει έναν άνθρωπο που πάσχει, αλλά τον Θεό που πάσχει εν σαρκί σηκώνοντας την αμαρτία του σύμπαντος κόσμου, συνεπώς καταργώντας και καταπατώντας τον διάβολο και τον θάνατο. Ο Χριστός είναι «ὁ αἴρων τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου» κατά τη Γραφή, που θα πει ότι μετά τον Σταυρό δεν υπάρχει αμαρτία ασυγχώρητη – ο κάθε άνθρωπος αν μετανοήσει γίνεται μέτοχος, διά της πίστεως και της ενώσεώς του με τον Χριστό, της Βασιλείας του Θεού, αναπνέοντας πια τον αληθινό αέρα της ελευθερίας και της ζωής.

Κι ο άγιος υμνογράφος, αποκαλύπτοντας και το μέγεθος του ποιητικού του χαρίσματος, με ρωμαλέο πράγματι τρόπο προβαίνει στη σύνδεση: οι απλωμένες παλάμες του Χριστού πάνω στο Τίμιο Ξύλο ήταν η πέραν κάθε ανθρώπινης φαντασίας απάντησή Του ως Δημιουργού στη μικρόψυχη, παράλογη και αδιανόητη ενέργεια του πρώτου δημιουργήματος: να απλώσει αυτός το χέρι σ’ αυτό που σήμαινε την ανυπακοή και την επιλογή του θανάτου του. Το απλωμένο χέρι του ανθρώπου προς αμαρτία, τα απλωμένα χέρια του Δημιουργού προς σωτηρία. Το τραύμα και η θεραπεία. Αυτή ήταν η «τιμωρία» του ανθρώπου για την τραγικότητα της παρακοής του: να τον αγκαλιάσει ο Πατέρας του, αναλαμβάνοντας ο Ίδιος τις συνέπειες του εγκλήματός του. Η εικόνα ως ποιητική σύλληψη (που επαναλαμβάνεται και αλλού, όπως κάθε φορά στην ώρα στ΄: «Ὁ ἐν ἕκτῃ ἡμέρᾳ τε καί ὥρᾳ τῷ σταυρῷ προσηλώσας τήν ἐν τῷ παραδείσῳ τολμηθεῖσαν τῷ Ἀδάμ ἁμαρτίαν…») είναι πράγματι μεγαλοφυής. Κι αξίζει να σημειώσουμε ότι εδώ ο υμνογράφος μας, στοιχώντας στη θεολογία της Αγίας Γραφής, μας δίνει και τη θεώρηση της ιστορίας από πλευράς χριστιανικής: όλα τα γεγονότα θεωρούνται ενοποιημένα. Δεν υπάρχει τίποτε τυχαίο. Γιατί πίσω από όλα, ως Δημιουργός, ως Προνοητής, ως Διακυβερνήτης είναι ο Τριαδικός Θεός και ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Ο Κύριος και της ιστορίας.  

(Είναι περιττό να πούμε ότι η παραπάνω αλήθεια προσφέρεται από την υμνολογία της ημέρας και με συμπληρωματικά στοιχεία που δείχνουν τον τρόπο που ο άνθρωπος γίνεται μέτοχος των δωρεών του Σταυρού: διά της εργασίας των εντολών του Κυρίου που αποτελούν την αληθινή τροφή του πιστού. Ενδεικτικά παραθέτουμε το ιδιόμελο των αποστίχων των αίνων, σε ήχο βαρύ.

«Ὁ διά σταυροῦ σου Κύριε, λύσας θάνατον, ἐπεισαχθέντα τῷ Κόσμῳ, διά ξύλου βρῶσιν, ἥν ἀπηγόρευσας ἐν Παραδείσῳ˙ αὐτός, διά τῆς ἐνεστώσης Νηστείας ἡμᾶς ρῦσαι πάσης ἡδονῆς ψυχοφθόρου, καί ἀξίωσον ἐργάζεσθαι τήν Μένουσαν Βρῶσιν, εἰς ζωήν αἰώνιον, ἵνα τύχωμεν τῶν στεφάνων τῆς ἀφθάρτου τρυφῆς, ὧν ἡτοίμασας τοῖς ἀληθέσι νηστευταῖς δεόμεθα».

Κύριε, Συ που κατέλυσες δια του σταυρού Σου τον θάνατο που εισήλθε στον κόσμο λόγω της απαγορευμένης τροφής από το δένδρο του Παραδείσου, ο Ίδιος, Σε παρακαλούμε, με την παρούσα Νηστεία σώσε μας από κάθε καταστρεπτική ηδονή και αξίωσέ μας να εργαζόμαστε για τη μόνιμη τροφή που οδηγεί στην αιώνια ζωή, προκειμένου να επιτύχουμε τα στεφάνια της άφθαρτης τρυφής και χαράς που ετοίμασες για τους αληθινούς νηστευτές).  

Τρίτη, 23 Μαρτίου 2021

ΤΡΙΤΗ Β΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

«Στέναξον, δάκρυσον, ψυχή μου, ἐπίστρεψον, μετανόησον˙ ἤγγικεν ἡ ἡμέρα˙ ἐπί θύραις ὁ Κριτής˙ πρός ἀπολογίαν ἑτοιμάζου, καί βόησον˙ Ἡμάρτηκά σοι, Οἰκτίρμον, ἐλεῆμον ἀγαθέ, σύ με οἴκτειρον».

(Ψυχή μου, στέναξε, δάκρυσε, γύρνα πίσω στον Θεό, μετάνιωσε. Έφτασε η ημέρα της παρουσίας Του. Ο Κριτής βρίσκεται μπροστά στις θύρες. Ετοίμαζε τον εαυτό σου να απολογηθείς και φώναξε δυνατά: Αμάρτησα ενώπιόν Σου, Οικτίρμων ελεήμων αγαθέ Κύριε, σπλαχνίσου με).

«Κόρον ἁμαρτίας, ψυχή μου μίσησον τόν ὀλέθριον˙ τρύφησον τῷ κόρῳ τῆς νηστείας ἐμμελῶς˙ τάς σωτηριώδεις ἐντολάς βρῶμα ποίησον, ἀπόλαυσιν προξενούσας αἰωνίων ἀγαθῶν διά πίστεως».

 (Μίσησε, ψυχή μου, την πλησμονή της αμαρτίας που σε καταστρέφει. Απόλαυσε όσο μπορείς, με διαρκή φροντίδα, τη νηστεία. Κάνε τροφή σου τις εντολές του Σωτήρα Χριστού, γιατί αυτές προξενούν την απόλαυση των αιώνιων αγαθών μέσω της πίστεως).

Και οι δύο ύμνοι του κατανυκτικότατου αγίου Ιωσήφ του υμνογράφου, από την α΄ ωδή του Τριαδικού κανόνα, μας φέρνουν ενώπιον του γεγονότος της μετανοίας, μας καθοδηγούν δηλαδή στο πώς να βιώσουμε την πρώτη και καίρια εντολή του Κυρίου Ιησού Χριστού: «μετανοεῖτε, ἤγγικεν γάρ ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν». Η μετάνοια, τονίζει ιδίως ο πρώτος του ύμνος, είναι ο μονόδρομος για να φτάσουμε στον Πατέρα, από όπου ξεπέσαμε λόγω της αμαρτίας μας. Όλη η πνευματική ζωή στην πραγματικότητα αυτό προβάλλει: πώς να μετανοήσει ο άνθρωπος. Κι αυτό δεν είναι εύκολη υπόθεση. Διότι αντιδρά ο εγωισμός μας, ο οποίος με το υπερήφανο φρόνημά του θεωρεί ότι καλά πορευόμαστε κι αυτό που κάνουμε είναι και το σωστό. Λοιπόν, ο Κύριος ήλθε να μας διαλύσει τις αυταπάτες. Μας έδειξε ότι βρισκόμαστε σε λάθος δρόμο, γι’ αυτό και η ζωή μας είναι γεμάτη από θλίψη, στενοχώριες, μελαγχολίες, φόβο και όλα τα δεινά του κόσμου. Πρέπει λοιπόν να πάρουμε τον δρόμο της επιστροφής προς τον Θεό Πατέρα, να μετανοήσουμε.

 Ο υμνογράφος, ως στόμα της Εκκλησίας, μας καλεί στην επιστροφή αυτή. Στην πραγματικότητα προβάλλει το παράδειγμα του ασώτου της γνωστής παραβολής, στο πρόσωπο του οποίου βεβαίως είναι ο καθένας μας. Κάθε άνθρωπος που αμαρτάνει, δηλαδή όλοι μας, είναι άσωτος. Και ποια τα στοιχεία που συνιστούν τη μετάνοια του ασώτου με την οποία δικαιώθηκε ευρισκόμενος στην αγκαλιά του Πατέρα του; Η αναγνώριση της αμαρτίας του και η με ζέουσα καρδιά απόφασή του να πάρει τον δρόμο της επιστροφής. Όσο κανείς αναγνωρίζει την αμαρτωλότητά του τόσο και στενάζει και δακρύζει και πενθεί. Κι όσο κάνει κουράγιο και σέρνει τα βήματά του προς επιστροφή τόσο και νιώθει τους κτύπους της οικτίρμονος και φιλεύσπλαχνης καρδιάς του Ελεήμονος Πατέρα που είναι έτοιμος να μας συγχωρήσει και να μας αποκαταστήσει. Ο ποιητής μάς βοηθάει και με τη ρεαλιστική υπενθύμιση: η μετάνοιά μας αυτή ως πένθος και πορεία επιστροφής πρέπει να γίνει άμεσα. Στη μετάνοια δεν χωρούν αναβολές. Γιατί; Διότι η κάθε στιγμή μας μπορεί να είναι και η… τελευταία μας! Ο ερχομός του Κυρίου, είτε με τον θάνατό μας είτε με τη Δευτέρα Παρουσία Του, είναι ανοιχτός σαν ημέρα – η κάθε στιγμή μπορεί να είναι η ημέρα ακριβώς αυτή! «Έφτασε η ημέρα. Στη θύρα ο Κριτής!»

Δευτέρα, 22 Μαρτίου 2021

Ν Ε Ο Μ Α Ρ Τ Υ Ρ Ε Σ (το νέο βιβλίο μας από τις εκδόσεις "ἀκολουθεῖν"):

 


Κυκλοφορήθηκε το νέο βιβλίο μας (σελ. 253) από τις εκδόσεις "ἀκολουθεῖν" με τίτλο: "ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΕΣ τό φαεινότατον νέφος τῆς Ἐκκλησίας". Όπως δηλώνεται στο οπισθόφυλλο:

"Ἐξαφορμῆς τῆς ἐπετείου τῶν διακοσίων χρόνων ἀπό τήν Ἐλληνική Ἐπανάσταση τοῦ 1821, ἡ ἐπιθυμία μας ἀπό παλιά να ἀσχοληθοῦμε μέ τούς νεομάρτυρες παίρνει σάρκα καί ὀστᾶ μέ τήν ἔκδοση τοῦ μετά χεῖρας  συγκεκριμένου βιβλίου, τό ὁποῖο ἀναφέρεται στούς νεοφανεῖς αὐτούς ἁγίους, οἱ ὁποῖοι βρίσκονται στήν ἴδια γραμμή μέ τούς παλαιούς μεγάλους μάρτυρες καί ἀπολαμβάνουν τήν ἴση δόξα μέ αὐτούς ἐνώπιον τοῦ Κυρίου στή Βασιλεία Του.

Ποῦ ἔγκειται ἡ ἰδιοτυπία τοῦ παρόντος πονήματος;  Στό γεγονός ὅτι θελήσαμε νά δοῦμε τούς νεομάρτυρες ὄχι μόνο μέσα ἀπό τό συναξάρι τους, σύντομο ἤ ἐκτεταμένο, ἀλλά μέσα κυρίως ἀπό τή «ματιά» τῆς ἴδιας τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδή μέσα ἀπό τήν ὑμνογραφία της γι’ αὐτούς.

Ἡ θεολογία τοῦ μαρτυρίου, οἱ μορφές τῶν ἁγίων Γρηγορίου Ε΄, Σεραφείμ Νεοχωρίου, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, Ἐφραίμ τοῦ νεοφανοῦς, Ραφαήλ, Νικολάου καί Εἰρήνης, Φιλοθέης τῆς Ἀθηναίας, Κωνσταντίνου τοῦ Ὑδραίου, Γεωργίου τοῦ ἐξ Ἰωαννίνων, Γεωργίου τοῦ Χιοπολίτου καί ἄλλων νεομαρτύρων, τό φαινόμενο τῶν ἀλειπτῶν τῶν νεομαρτύρων, ἡ συγκλονιστική προσευχή τοῦ Στρατηγοῦ Μακρυγιάννη, εἶναι τά κεντρικά θέματα πού ἐξετάζουμε στό βιβλίο μας".

Το βιβλίο κοσμείται με πρωτότυπες συνθέσεις του αγιογράφου-ζωγράφου Νεκτάριου Σταματέλου, και στο εξώφυλλο και στο εσωτερικό του.

Σε όλα τα κεντρικά βιβλιοπωλεία. 

ΔΕΥΤΕΡΑ Β΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ


Έχοντας εισέλθει στη δεύτερη εβδομάδα των φωτοποιών Νηστειών, αξίζει να μετάσχουμε έστω και λίγο της πνευματικής τράπεζας που μας παραθέτει πλούσια ο γλυκύς και κατανυκτικότατος άγιος υμνογράφος Ιωσήφ. Η παράθεση των παρακάτω ύμνων είναι από την α΄ ωδή του κανόνος του Τριωδίου.

«Ὁ μόνος ἀγαθός, ἡ πηγή τοῦ ἐλέους, ὁ Ἀμνός τοῦ Θεοῦ, ὁ αἴρων ὡς Θεός τά τοῦ κόσμου ἐγκλήματα, σῶσόν με ἁμαρτημάτων τρικυμίᾳ ποντούμενον, μετανοίας πρός ὅρμον ἰθύνων με» (Μόνε αγαθέ Κύριε, που είσαι η πηγή του ελέους και ο Αμνός του Θεού, Συ που σηκώνεις ως Θεός τα εγκλήματα και τις αμαρτίες του κόσμου, σώσε με καθώς καταποντίζομαι από την τρικυμία των αμαρτημάτων μου, κατευθύνοντάς με προς το λιμάνι της μετάνοιας).

«Νηστεία καθαρά, μακρυσμός ἁμαρτίας, ἀλλοτρίωσις παθῶν, ἀγάπη πρός Θεόν, προσευχῆς ἐπιμέλεια, δάκρυα σύν κατανύξει, καί πενήτων προμήθεια, ὡς ὁ Χριστός ἐν Γραφαῖς ἐπηγγείλατο» (Αυτή είναι η καθαρή νηστεία: να απομακρυνθούμε από την αμαρτία, να γίνουμε ξένοι από τα πάθη μας, να αγαπήσουμε τον Θεό, να δείξουμε επιμέλεια στην προσευχή, να δακρύσουμε με κατάνυξη, και να φροντίζουμε τους πτωχούς. Αυτό μας έδωσε εντολή ο Χριστός στις Γραφές).

«Πληγέντα τήν ψυχήν ἁμαρτίας ρομφαίᾳ, καί κατάστικτον πολλοῖς ὑπάρχοντα κακοῖς, Ἰατρέ τῶν ψυχῶν ἡμῶν, ἴασαι ὡς εὐεργέτης, ἐπιθείς μοι τά φάρμακα τῶν σοφῶν ἐντολῶν σου, φιλάνθρωπε» (Φιλάνθρωπε Κύριε, ιατρέ των ψυχών μας, γιάτρεψέ με ως ευεργέτης που είσαι με τα φάρμακα των σοφών εντολών σου. Κι αυτό γιατί πληγώθηκε η ψυχή μου από το ξίφος της αμαρτίας κι είμαι γεμάτος από τα τραύματα των πολλών μου κακών).

Σχολιάζουμε δι’ ολίγων τον πρώτο ύμνο του εμπνευσμένου υμνογράφου, που είναι και αυτός (όπως και οι άλλοι ασφαλώς ύμνοι) πλήρης χάριτος Πνεύματος Αγίου. Με τη χάρη του Θεού λοιπόν αναγνωρίζει ο Ιωσήφ ότι βρίσκεται σ’ έναν κόσμο που κείται στην αμαρτία, συνεπώς ανά πάσα στιγμή υπάρχει ο κίνδυνος καταποντισμού του. Ποιος μπορεί να καυχηθεί ότι είναι αμέτοχος αμαρτιών; Μπορεί ο χριστιανός να έχει βαπτισθεί και να έχει γίνει μέλος Χριστού, όμως δεν παύει στον κόσμο αυτόν να δέχεται τις επιρροές του «παλαιού» ανθρώπου στην ύπαρξή του, καθώς και τις επιρροές του όλου (εξίσου αμαρτωλού) περίγυρού του, κυρίως δε τις επιθέσεις του Πονηρού, ο οποίος χαρά έχει, στον βαθμό που του επιτρέπει βεβαίως ο παντοδύναμος Κύριος, να ταλαιπωρεί τον άνθρωπο και να θέλει να τον σύρει στη δική του κόλαση και τη δική του δυστυχία. Μας μεταφέρει στο σημείο αυτό ο υμνογράφος στον καταποντισμό του αποστόλου Πέτρου στη θάλασσα της Γαλιλαίας, όταν θέλησε να περπατήσει σαν τον Κύριο πάνω στα κύματα. Τα κύματα «έκλεψαν» την προσοχή του και χάνοντας την προσήλωσή του στον Κύριο που τον καλούσε, άρχισε να βυθίζεται και να χάνεται! «Κύριε, σῶσόν με», άρχισε να κραυγάζει. Κι ο Κύριος βεβαίως τον έσωσε, ελέγχοντας όμως την ολιγοπιστία του. Στην ίδια θέση, λέει ο υμνογράφος ότι είναι και ο ίδιος, συνεπώς όλοι οι πιστοί. Τα κύματα της θάλασσας της ζωής, κύματα της αμαρτίας, πάνε να μας ρουφήξουν και να καταποντιστούμε. Όμως, όπως και ο Πέτρος, έτσι κι ο υμνογράφος: έχει μπροστά του τον Κύριο, τον γεμάτο αγάπη, Αυτόν που σήκωσε τις αμαρτίες όλου του κόσμου πάνω Του για τη σωτηρία μας, οπότε σ’ Αυτόν κραυγάζει: σώσε με, Κύριε του ελέους. Για να προσθέσει όμως πού βρίσκεται η σωτηρία αυτή: μόνο στη μετάνοια. Η μετάνοια συνιστά το λιμάνι της ζωής, την ασφάλεια του ανθρώπου, γιατί είναι ο μονόδρομος που οδηγεί αμέσως στο σπίτι του Πατέρα.

Σάββατο, 20 Μαρτίου 2021

ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ)

Τό Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας πού ἀκοῦμε τήν Α΄ Κυριακή τῶν Νηστειῶν ἐκφράζει τήν πεποίθηση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ὅτι ἡ ἴδια βρίσκεται στόν κόσμο ὄχι σάν ἕνας κλῶνος στό δένδρο τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὅπως πιστεύουν διάφοροι αἱρετικοί, ἀλλά σάν τό ἴδιο τό δένδρο, ἡ προέκταση κατ’ ἀλήθειαν τοῦ Κυρίου, «ὁ Χριστός παρατεινόμενος εἰς τούς αἰῶνας» (ἱερός Αὐγουστίνος).

 «Οἱ προφῆται ὡς εἶδον, οἱ Ἀπόστολοι ὡς ἐδίδαξαν, ἡ Ἐκκλησία ὡς παρέλαβεν, οἱ Διδάσκαλοι ὡς ἐδογμάτισαν, ἡ Οἰκουμένη ὡς συμπεφώνηκεν, ἡ χάρις ὡς ἔλαμψεν… ὁ Χριστός ὡς ἐβράβευσεν. Οὕτω φρονοῦμεν, οὕτω λαλοῦμεν, οὕτω κηρύσσομεν Χριστόν τόν ἀληθινόν Θεόν ἡμῶν…». «Αὕτη ἡ πίστις τῶν Ἀποστόλων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Πατέρων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Ὀρθοδόξων, αὕτη ἡ πίστις τήν Οἰκουμένην ἐστήριξεν».

1. Ἡ πεποίθηση αὐτή σημαίνει πρῶτα ἀπό ὅλα ὅτι ἄν θέλει κανείς νά ἔχει ὀρθή σχέση μέ τόν Χριστό, ἄν θέλει νά Τόν δεῖ ἀνόθευτα καί γνήσια, πρέπει νά ἐνταχτεῖ στό σῶμα της, νά γίνει μέλος της, νά βαπτιστεῖ ὀρθόδοξος χριστιανός. Διότι Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία κρατάει στέρεη, μέ ἱστορικά στοιχεῖα καί ἀποδείξεις ἀλλά καί χαρισματικά μέ τό πλῆθος τῶν ἁγίων της, τήν ἀληθινή εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καί τήν φανερώνει στόν κόσμο μέ σύνολη τή ζωή της. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ χριστιανός δέν ἔχει δική του πίστη καί κοσμοθεωρία. Ἡ πίστη του εἶναι ἡ πίστη τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ὁποίας ὁ ἴδιος (πρέπει νά) εἶναι συνειδητό μέλος. Ἄν ἐνδεχομένως διαφοροποιηθεῖ καί θελήσει νά ἔχει δική του πίστη, τότε παύει αὐτομάτως νά ἀνήκει καί στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, γιά τόν ἁπλούστατο λόγο ὅτι ἔθεσε τόν ἑαυτό του ὑπεράνω τοῦ ὅλου, τοῦ σώματος - στήν πραγματικότητα κινήθηκε στόν δρόμο τῆς «αὐτοθεοποίησης», ἐπιλέγοντας τό ἐγώ του ὡς κριτήριο πάντων.  

2. Ἔτσι τό βασικό γνώρισμα τοῦ ὀρθοδόξου πιστοῦ εἶναι ἡ ὑπακοή («ἐλάβομεν χάριν καί ἀποστολήν εἰς ὑπακοήν πίστεως» (Ρωμ.1,5) θά ἐπισημάνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος), ἄρα καί ἡ ταπείνωση – ταπείνωση καί ὑπακοή πάντοτε συνυπάρχουν. Γι’ αὐτό καί ἐπανειλημμένως τονίζεται ὅτι ὀρθόδοξος δέν εἶναι τόσο ὁ ἐνάρετος (κι ἴσως ὑπερήφανος), ὅσο ὁ ταπεινός. Κι ἡ ταπείνωση αὐτή κρίνει καί τή γνησιότητα τῆς ὅποιας νομιζομένης ἁγιότητας. Μέ ἄλλα λόγια ὁ θεωρούμενος ἅγιος εἶναι τόσο πιό πολύ ἅγιος, ὅσο εἶναι ἕτοιμος νά ὑπακούει στήν Ἐκκλησία, μέ τήν ὑπάρχουσα ἁγιοπνευματική συνοδική δομή της καί τούς κανονικούς ποιμένες της. Ποτέ κανείς πραγματικά ἅγιος ἄλλωστε δέν ἔθεσε τή δική του ἁγιότητα ὑπεράνω τῆς ἁγιότητας τῆς Ἐκκλησίας. Γι’ αὐτό καί δέν εἶναι καθόλου τυχαῖο ὅτι οἱ μεγάλοι σύγχρονοι ἅγιοι Γέροντες, σάν τούς ὁσίους Πορφύριο, Παΐσιο, Ἰάκωβο, Σωφρόνιο, εἶχαν ἔντονο ἐκκλησιαστικό φρόνημα καί παρέπεμπαν πάντοτε τούς ἀνθρώπους νά ἐνταχτοῦν στήν κανονική ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, μέλη τίμια τῆς ὁποίας ἦσαν καί εἶναι καί οἱ ἴδιοι.

(Ἄς ἀκούσουμε γιά παράδειγμα τόν συγκλονιστικό λόγο τοῦ ὁσίου Πορφυρίου, ἐπαναλαμβάνοντας παρόμοιο λόγο τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου: «προτιμῶ νά πλανῶμαι ἐντός τῆς Ἐκκλησίας παρά νά εἶμαι ἅγιος ἐκτός αὐτῆς», ἤ αὐτά πού γράφει ἐκτεταμένα ἐπ’ αὐτοῦ σέ μιά ἐπιστολή του ὁ ὅσιος Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ: «Πιστεύω στόν Χριστό. Πιστεύω τόν Χριστό. Εἶμαι δεμένος μέ τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Ἐμπιστεύομαι μόνον τόν Χριστό πού γνώρισα στήν Ἐκκλησία… Ὁ Χριστός, τόν Ὁποῖο μοῦ ἔδωσε ἡ Ἐκκλησία! Δέν καταφρονῶ κανένα μέσο πού συντελεῖ στήν ἕνωσή μου μέ τόν Χριστό. Ἀλλά εἶναι ἄραγε δυνατό νά βροῦμε κάπου ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία σέ μεγαλύτερη ἀφθονία αὐτά τά μέσα; Στήν Ἐκκλησία ἔχω τόν ἐνσαρκωθέντα Θεό μέ τρόπο, ὥστε νά τρῶμε καί νά πίνουμε τόν Θεό, νά ἀναπνέουμε τόν Λόγο Του. Μέ τό ὄνομά Του, τόν Λόγο Του, τή δύναμή Του τελοῦμε τά μυστήρια. Καί τά μυστήρια αὐτά δέν ἀποτελοῦν κάποια ἁπλά μόνο σύμβολα, ἀλλά ἀληθινή πραγματικότητα. Καί ὅλη ἡ πεῖρα αὐτό μαρτυρεῖ τόσο ὁλοφάνερα». Καί σέ ἄλλο σημεῖο τῆς ἐπιστολῆς σημειώνει τά ἑξῆς καταπληκτικά: «Ὁ χριστιανισμός δέν μπορεῖ νά μήν εἶναι ἐκκλησιαστικός, ἄν ἐξετάσουμε προσεκτικά τήν Ἐκκλησία ὡς σῶμα τοῦ Χριστοῦ ἤ ὡς ἱστορικό φαινόμενο, ὡς κοινότητα τῶν χριστιανῶν… Τί εἶναι λοιπόν αὐτό πού μοῦ δίνει ἡ Ἐκκλησία; Τό βάπτισμα, τή μετάνοια, τήν κοινωνία, τήν ἱερωσύνη κλπ. Μέσα ἀπό τήν Ἐκκλησία, σύμφωνα πάντα μέ τό μέτρο τῶν δυνατοτήτων μου, γίνομαι κληρονόμος τῆς πιό μεγαλειώδους παραδόσεως πού ὑπάρχει στήν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας. Διά μέσου τῆς Ἐκκλησίας καί μέσα στήν Ἐκκλησία ζῶ συνεχῶς τήν πιό ζωντανή σχέση μέ τόν Ἰωάννη τόν Θεολόγο καί τόν Παῦλο καί τούς Ἀποστόλους, μέ τόν Ἀθανάσιο, τόν Βασίλειο καί τούς ἄλλους Πατέρες, μέ τόν Ἀντώνιο καί τον Σισώη, μέ τόν Μακάριο καί τόν Ἰσαάκ, μέ τόν Μάξιμο καί τόν Συμεών τόν Νέο Θεολόγο, μέ τόν Γρηγόριο Παλαμᾶ, τόν Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ. Αὐτοί εἶναι οἱ οἰκεῖοι μου, οἱ συγγενεῖς μου. Τούς παρέλαβα ὅμως στήν ἐκκλησιαστική τάξη. Ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία ὁ σύνδεσμος μαζί τους ἐξασθενεῖ. Ἔστω καί σέ μικρότερο μέτρο, ζῶ ὅμως τήν ἴδια ζωή μέ αὐτούς. Διά μέσου τῆς Ἐκκλησίας διαμορφώνω στή συνείδησή μου τήν εἰκόνα τοῦ ἀπό ἄπειρη ἀγάπη Ἐσταυρωμένου γιά τίς ἁμαρτίες μας Χριστοῦ. Εἰκόνα πού πάντοτε μέ πρᾶο, ἀλλά ἔντονο τρόπο, ἑλκύει τήν ψυχή μου! Καί νά, ὅλα αὐτά μοῦ δίνουν τή δύναμη νά ὑπομένω πολλά ἀνόητα διεστραμμένα, πού συναντᾶμε στό ἐκκλησιαστικό περιβάλλον»).

3. Εἶναι αὐτονόητο βεβαίως ἔτσι ὅτι ὀρθόδοξος δέν εἶναι ὁ ἁπλῶς ὀρθοδοξολογῶν, ἀλλά ἐκεῖνος πού ζεῖ τήν ὀρθόδοξη πίστη, πού τηρεῖ τό θέλημα τοῦ Οὐράνιου Πατέρα, ἐκεῖνος δηλαδή πού  κ α ί  πιστεύει στόν Χριστό, ἀλλά  κ α ί  ἀγαπᾶ τόν συνάνθρωπό του κατά τήν ἐντολή τοῦ Ἴδιου. Μία ὀρθοδοξολογία χωρίς τήν ἐμψύχωσή της ἀπό τήν ἴδια τή ζωή συνιστᾶ τόν ὁρισμό τῆς ὑποκρισίας καί τῆς πνευματικῆς νέκρας! «Ἡ πίστις χωρίς τῶν ἔργων νεκρά ἐστιν» (Ἰακ. 2, 26). «Πίστις δι’ ἀγάπης ἐνεργουμένη» (Γαλ. 5, 6). Ἡ ἐνεργοποίηση αὐτή τῆς πίστεως διά τῆς ἐν Χριστῶ ἀγάπης καθιστᾶ βεβαίως τόν ἄνθρωπο προέκταση τοῦ Χριστοῦ - ἕνας ἄλλος Χριστός ἐπί τῆς γῆς! Ὄπως τό ἀπεκάλυψε καί τό ὑποσχέθηκε ὁ Ἴδιος: «ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τά κλήματα» (Ἰωάν. 15, 5). Κι ὅπως τό κήρυσσαν καί οἱ Ἀπόστολοι: «Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός» (Γαλ. 2, 20).

4. Κι ἔτσι οἱ ἅγιοί μας πού ἔζησαν καί ζοῦν τήν πίστη δείχνουν τό βάθος τῆς σημασίας καί τῆς ἀποκατάστασης τῶν εἰκόνων - ὅ,τι ἑορτάζουμε ἱστορικά τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας: ἀποκατέστησαν μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ τή ζοφωμένη ἀπό τήν ἁμαρτία εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ μέσα τους, γι’ αὐτό καί τιμώντας αὐτούς τόν Χριστό στήν πραγματικότητα τιμοῦμε καί δοξάζουμε. «…Τόν μέν (Χριστόν) ὡς Θεόν καί Δεσπότην προσκυνοῦντες καί σέβοντες, τούς δέ (ἁγίους) διά τόν κοινόν Δεσπότην, ὡς αὐτοῦ γνησίους θεράποντας τιμῶντες, καί τήν κατά σχέσιν προσκύνησιν ἀπονέμοντες» κατά τή διατύπωση καί πάλι τοῦ Συνοδικοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας.

Ἡ Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας ἀποτελεῖ ἑορτή ὄχι γιά θριαμβολογίες ἀλλά γιά πρόκληση προβληματισμοῦ πάνω στήν ποιότητα καί τῆς δικῆς μας πίστεως: ἄν πορευόμαστε μέ γνώμονα τήν ἀληθινή πίστη τοῦ Χριστοῦ ἤ ἄν τήν ἀλλοιώνουμε μέ ξένα πρός αὐτήν στοιχεῖα. Κι ὁ Κύριος ὑπῆρξε ἀπόλυτος στό σημεῖο αὐτό: «ὁ μή ὤν μετ’ ἐμοῦ κατ’ ἐμοῦ ἐστι, καί ὁ μή συνάγων μετ’ ἐμοῦ σκορπίζει» (Ματθ. 12, 30). Ἤ μαζί Του ἤ δυστυχῶς ἐναντίον Του!