Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΤΑΡΙ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΤΑΡΙ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 7 Ιουνίου 2022

Ο… «ΑΝΑΜΑΡΤΗΤΟΣ»!

Ο κύριος που μπήκε στο εξομολογητάρι περίμενε στην αναμονή αρκετή ώρα. Τον είχε δει ο ιερέας μαζί με τους άλλους, όταν ξεκίνησε την εξομολόγηση. Ήταν αρκετά ευπαρουσίαστος και πολύ ευγενικός. Σταυροκοπήθηκε, φίλησε το χέρι του ιερέα, κάθισε στη θέση του εξομολογουμένου.

«Πρώτη φορά εξομολογείσθε;» ρώτησε ο ιερέας. «Δεν σας έχω ξαναδεί».

«Όχι, πάτερ. Εξομολογούμαι κατά καιρούς, αλλά δεν έχω σταθερό εξομολόγο. Όταν πλησιάζουν οι μεγάλες γιορτές, μπαίνω σε κάποιο ναό και όταν βρω πνευματικό εξομολογούμαι. Δεν θέλω να κοινωνώ χωρίς εξομολόγηση».

«Κάνετε πολύ σωστά. Κι αυτό δείχνει ότι μάλλον έχετε συναίσθηση των μυστηρίων της Εκκλησίας μας. Η ιερά εξομολόγηση – το γνωρίζετε - είναι από τα υποχρεωτικά λεγόμενα μυστήρια, μαζί με το βάπτισμα, το χρίσμα και τη θεία κοινωνία, γιατί δυστυχώς μετά το βάπτισμά μας αμαρτάνουμε. Οπότε ο Κύριος μάς το πρόσφερε ως τη μεγαλύτερη δωρεά: να μπορούμε και πάλι να καθαρίζουμε την ψυχή μας και να ξαναζούμε τη χάρη της αναγέννησής μας, όπως τότε που βγήκαμε από την αγία κολυμβήθρα. Αρκεί βεβαίως και η εξομολόγηση να γίνεται με τον σωστό τρόπο».

«Ποιος είναι ο σωστός τρόπος, πάτερ;» είπε ο μεσήλικας.

«Αυτό που δηλώνει και το όνομα του μυστηρίου. Λέμε μυστήριο μετανοίας. Συνεπώς πρέπει κανείς να είναι σε αυτήν την ατμόσφαιρα της επίγνωσης των αμαρτιών του και της πίστης στην αγάπη του Θεού, ώστε να προσέλθει σωστά. Χωρίς τη μετάνοια και την απόφαση για αλλαγή της ζωής του, ώστε να βαδίζει πια όσο γίνεται πάνω στις εντολές του Χριστού μας, η εξομολόγηση καταντά μάλλον ένας τύπος που δεν ξέρω κατά πόσο προσφέρει στον άνθρωπο τη χάρη του Θεού».

«Ναι, πάτερ», έδειχνε να συμφωνεί ο κύριος.

«Θέλω όμως και κάτι ακόμη να σας πω», είπε ο ιερέας, «πριν ξεκινήσετε να εξομολογείσθε. Είπατε ότι δεν έχετε σταθερό πνευματικό. Αυτό πρέπει να σας προβληματίσει λίγο. Χωρίς να είναι θέμα δογματικό, όπως λέμε, για την πίστη μας, δηλαδή ότι χωρίς αυτό δεν είμαστε πιστοί και δεν ζούμε τη σωτηρία μας – εκτός κι αν κανείς δεν έχει σταθερό τόπο που ζει - όμως έχει διαπιστωθεί ότι η αναφορά σε ένα μόνο πνευματικό βοηθάει στην πνευματική μας πορεία, για τον λόγο ότι επέρχεται  γνωριμία πραγματική, ψυχική, μεταξύ του εξομολόγου και του εξομολογουμένου, κι επομένως μπορεί ο πνευματικός και να μας καταλάβει καλύτερα και να μας δώσει τις πιο καλές ίσως συμβουλές για τη σχέση μας με τον Θεό. Και το ερώτημα βεβαίως πάντα είναι «γιατί θέλω να αλλάζω πνευματικό;» Αν, σας είπα, είναι λόγω των μετακινήσεων του ανθρώπου, έχει καλώς. Αν όμως η διαρκής αλλαγή οφείλεται στο γεγονός ότι δεν θέλω να δεθώ με κάποιον συγκεκριμένα, τότε τα πράγματα είναι πιο σύνθετα και μοιάζουν με το φυτό που διαρκώς μεταφυτεύεται. Δηλαδή δεν μπορεί τελικώς να καρποφορήσει. Σκεφθείτε μήπως συμβεί τούτο και σε σας. Η πρότασή μου θα ήταν λοιπόν να αποφασίσετε να πηγαίνετε σε κάποιον πιο σταθερά, πιο συγκεκριμένα. Συγγνώμη που σας τα λέω αυτά, αλλά είμαι υποχρεωμένος να σας τα πω. Κι εγώ έχω σταθερό πνευματικό, που επειδή ακριβώς με ξέρει, δεν χρειάζεται να εξηγώ πολλά πράγματα από τη ζωή μου. Ομολογώ εν μετανοία τις αμαρτίες μου, κάνει κάποια παρατήρηση ίσως ο αδελφός κληρικός, και μου διαβάζει την ευχή».

Ο κύριος δεν μιλούσε. Φαινόταν προβληματισμένος και ο ιερέας αναρωτήθηκε μήπως του τα είπε… μαζεμένα και τον φόβισε. Στράφηκε νοερά στον Κύριο να φωτίσει τον άνθρωπο και να του δώσει πραγματική μετάνοια.

«Τι έχετε να πείτε, λοιπόν; Αντί να μιλήσετε εσείς, σας έπιασα… μονότερμα που λέμε».

«Όχι, πάτερ, καλά κάνατε. Εσείς πρέπει να λέτε αυτά που πρέπει. Λοιπόν – ξερόβηξε – δεν έχω να σας πω πολλά πράγματα. Είμαι άνθρωπος της Εκκλησίας, εκκλησιάζομαι δηλαδή, προσεύχομαι, νηστεύω όσο μπορώ, δίνω ελεημοσύνη εκεί που πρέπει. Δεν βλέπω κάτι να βαραίνει την ψυχή μου».

Κάτι του θύμισε του ιερέα η απαρίθμηση αυτή… «Έχετε κάτι εναντίον κάποιου συνανθρώπου σας;» ρώτησε ο ιερέας χαμηλόφωνα.

«Όχι, πάτερ. Τους αγαπώ όλους. Με όλους τα έχω καλά».

«Μελετάτε κανένα πνευματικό βιβλίο;»

 «Ναι, πάτερ, μολονότι δεν μου μένει και πολύς χρόνος λόγω της εργασίας μου».

«Τους λογισμούς σας τους προσέχετε; Γιατί γνωρίζετε ασφαλώς ότι αμαρτία δεν είναι μόνον οι πονηρές πράξεις, αλλά και οι αμαρτωλοί λογισμοί. Ο ίδιος ο Κύριος για παράδειγμα μας είπε ότι «και μία πονηρή επιθυμία για τον άλλο συνάνθρωπό μας – μίλησε για τη γυναίκα απευθυνόμενος σε άνδρες – αποτελεί μοιχεία». Με τους λογισμούς σας λοιπόν πώς τα πάτε;»

«Μια χαρά, πάτερ. Τους προσέχω όλους. Όλα στην πνευματική μου ζωή είναι τακτοποιημένα».

«Πιο πάνω και από τον όσιο Παΐσιο!», του ’ρθε αυθόρμητα η σκέψη του παπά.  Κατάλαβε ότι υπάρχει κάτι… «προβληματικό» στον κύριο. Να μην έχει καμία αμαρτία, να μην ενοχλείται από κανένα λογισμό και να τα αντιμετωπίζει όλα τόσο θεάρεστα!  «Αγγελικό σύνδρομο» δεν το λένε αυτό;

«Έχετε κάποια  αμαρτία σας να εξομολογηθείτε;»

«Όχι, πάτερ. Αυτά που σας είπα. Κι ευχαριστώ που με ακούσατε και με συμβουλεύσατε».

«Θα σας παρακαλέσω», ένιωσε την ανάγκη να πει ο ιερέας, «να κάνετε προσευχή παρακαλώντας τον Κύριο να σας δίνει αληθινή μετάνοια. Συνηθίστε να λέτε εκτός από το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», και την προσευχή που έλεγε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, «Κύριε, φώτισόν μου το σκότος». Γιατί μετάνοια υπάρχει εκεί που διαπιστώνεται η αμαρτία».

Σηκώθηκε ο παπάς από τη θέση του.

«Αν δεν έχετε κάτι άλλο, να σας διαβάσω τη συγχωρητική ευχή, μολονότι μάλλον είναι… περιττή, αφού δεν έχετε κάτι για να… συγχωρηθείτε».

(Από το βιβλίο των εκδ. "ἀκολουθεῖν", Δι' εμού του αμαρτωλού, Αληθινές ιστορίες με φόντο το πετραχήλι, 2017).

Παρασκευή 3 Ιουνίου 2022

Ο ΣΟΦΟΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ

Η επίσκεψη στον ογδοντάχρονο Γέροντα ιερέα αποδείχτηκε, όπως συνέβαινε άλλωστε και τις περισσότερες φορές, πολλαπλώς ωφέλιμη. Όχι μόνο γιατί ήταν ένας αγιασμένος ιερέας, σοφός στον νου και αδαμάντινος στον χαρακτήρα του, αλλά γιατί κι εκεί που επικεντρώθηκε τελικώς η συζήτηση μαζί του, ήταν ό,τι καλύτερο και επωφελέστερο για τους νεώτερους ιερείς που τον είχαμε επισκεφθεί λόγω της ονομαστικής του εορτής. Η σοφία του μαζί με την αγιασμένη βιοτή του, συνδυασμένη με την πολύχρονη, υπέρ τα πενήντα έτη, ιερατική εμπειρία του, αποτελούσαν τα εχέγγυα, ώστε ο λόγος του να έχει βαρύνουσα σημασία, να αποτελεί για τους νεώτερους καθοδηγητικό στοιχείο ζωής και διακονίας.

Πέραν των συνηθισμένων που συνήθως λέγονται κατά τις περιπτώσεις αυτές, όλοι σαν συνεννοημένοι θέσαμε προς συζήτηση στον Γέροντα εκείνο το πρόβλημα που ταλανίζει μάλλον τις περισσότερες ιερατικές συνειδήσεις: την ελλειμματική μετάνοια του συγχρόνου πιστού ανθρώπου, κατεξοχήν μάλιστα όταν αποφασίζει να κάνει το τόλμημα και διαβεί το κατώφλι του ναού για εξομολόγηση των αμαρτιών του.

«Τι γίνεται, Γέροντα», είπε ένας νέος σχετικά ιερέας, που μετρούσε δεν μετρούσε δέκα χρόνια στην ιερωσύνη, «με τον κόσμο σήμερα; Και δεν εννοώ τον κόσμο που δεν πατάει το πόδι του στην Εκκλησία – αυτός θα κριθεί κατά τις επιλογές του: ελεύθερος είναι ο καθένας να ακολουθήσει ή όχι τη χριστιανική πίστη – αλλά αυτόν που θεωρείται πιστός, που εκκλησιάζεται, που δείχνει ότι ο Χριστός μετράει πολύ στη ζωή του;»

«Τι εννοείς, παιδί μου;» είπε ο Γέροντας, χαϊδεύοντας τη μακριά λευκή γενειάδα του, και το φωτεινό βλέμμα του αναπαύτηκε σαν πρωινή ηλιαχτίδα στο πρόσωπο του νέου.

«Εννοώ, Γέροντα, ότι αυτός ο κόσμος θέλει τον Χριστό, αλλά πολλές φορές παρουσιάζεται στην καθημερινότητά του ως αρνητής του, κάτι που το διαπιστώνει κανείς ιδιαιτέρως όταν έρχεται προς εξομολόγηση, συνήθως στις μεγάλες εορτές. Εκεί παρουσιάζεται το φαινόμενο η εξομολόγηση να καταλήγει μάλλον σε αύξηση των αμαρτιών του εξομολογουμένου, γιατί απ’ ό,τι έχω διαπιστώσει δεν υπάρχει το βασικό στοιχείο της εξομολόγησης, που είναι η μετάνοια».

«Ναι, Γέροντα», έσπευσε να προσθέσει και ο άλλος της παρέας. «Έτσι είναι, όπως το λέει ο αδελφός εδώ – το ξέρετε καλύτερα από όλους μας. Δεν νομίζω αυτό να γίνεται μόνο σε μας. Έρχονται πολλοί προς εξομολόγηση, κι ενώ υπάρχει ευκολία μάλλον να ομολογήσουν τις αμαρτίες τους, δεν φαίνεται η απόφαση για αλλαγή τους. Και χωρίς απόφαση αλλαγής και διόρθωσης μπορεί να υπάρχει μετάνοια; Οπότε μάλλον και η συγχωρητική ευχή που τους δίνουμε δεν πρέπει να δίνει ώθηση ανόδου στην πνευματική τους ζωή».

Ακολούθησε μία μικρή σιωπή. Ο Γέροντας σαν να είχε χαθεί λίγο στις σκέψεις του ή στις προσευχές του. Δεν βιάστηκε να δώσει απάντηση.

«Είναι αλήθεια αυτό που λέτε», είπε στο τέλος. «Αλλά, αν ανεβαίνουν ή όχι πνευματικά – για να σχολιάσω την τελευταία κουβέντα σου, παιδί μου – αυτό δεν το ξέρουμε. Πολλά πράγματα φαίνονται αρνητικά, πολλά διαπιστώνουμε ως ελλείμματα, αλλά ο αληθινός κριτής, γιατί ξέρει τις καρδιές μας, είναι μόνον ο Χριστός και Θεός μας. Θέλω να πω ότι δεν  πρέπει να σπεύδουμε να βγάζουμε καταδικαστικές αποφάσεις, έστω κι αν φαίνεται ότι κάτι δεν λειτουργεί με τον τρόπο που νομίζουμε. Εκείνος βρίσκει τρόπους να διεισδύει στις ανθρώπινες καρδιές, αρκεί να βρει μία μικρή χαραμάδα, μία ελάχιστη ρωγμή, ένα ίχνος ταπείνωσης… Και δεν φανερώνει άραγε κάποια  ταπείνωση η απόφαση ενός να εξομολογηθεί; Μη ξεχνάτε ότι την απόφαση του πιστού να εξομολογηθεί την πολεμάει λυσσαλέα ο Πονηρός. Γιατί ξέρει ότι κατεξοχήν εκεί διαλύονται οι όποιοι ιστοί έχει στήσει στις ανθρώπινες ψυχές. Του ψιθυρίζει ύπουλα ότι ο παπάς, ο πνευματικός, είναι και αυτός άνθρωπος με αμαρτίες. Τι θα πας να πεις σ’ αυτόν; Ή αντίθετα: όταν βλέπει τον σεβασμό του ανθρώπου στον παπά του, του υποβάλλει τον λογισμό να μην πάει, γιατί τι εικόνα θα σχηματίσει γι’ αυτόν εκείνος; «Θα ξεπέσεις στα μάτια του» – είναι το πιο συνηθισμένο που του σφυρίζει. Ακόμη και η ευκολία που έχουν ορισμένοι να ομολογήσουν τις αμαρτίες τους, όπως είπατε, και αυτή έχει ένα στοιχείο γενναιότητας.  

«Ναι, Γέροντα», είπε ένας  από τους συζητητές. «Η ντροπή που νιώθουν πολλοί για την ομολογία των αμαρτιών τους κάνει άλλους να κρύβουν τις πιο βαριές θεωρούμενες αμαρτίες, και άλλους να τις εκφράζουν μεν όλες και μάλιστα εύκολα, αλλά με τη δικαιολογία ότι έτσι κάνουν όλοι, συνεπώς είναι φυσικό να αμαρτάνουν. Οπότε όντως λείπει τελικώς το στοιχείο της μετάνοιας». 

«Για να μην παρεξηγηθούμε», θέλησε άλλος κληρικός να πει, «δεν είναι όλοι έτσι. Υπάρχουν και εκείνοι που έρχονται με πλήρη συναίσθηση, με απόφαση για διόρθωση, με αληθινή μετάνοια. Μην τους βάζουμε όλους στο ίδιο… τσουβάλι».

«Ασφαλώς, ασφαλώς», έσπευσαν όλοι να επιβεβαιώσουν. «Απλώς η διαπίστωση είναι για πολλούς, κι έχω την εντύπωση, για τους περισσοτέρους».

Ο Γέροντας πήρε πάλι τον λόγο. «Ακούστε, παιδιά μου. Το ξέρετε, δεν θέλω να σας κάνω τον δάσκαλο, αλλά είναι πολλά τα θέματα, πολλές οι διαστάσεις της εξομολόγησης, πρέπει λοιπόν να την αντιμετωπίζουμε με μεγάλη προσοχή και ευθύνη. Γιατί αγγίζει τα άγια των αγίων που είναι η καρδιά του ανθρώπου. Και για να κερδίσει αυτήν την καρδιά ο Κύριος, «έκλινεν ουρανούς και κατέβη», κι έχυσε και το πανάγιο αίμα Του γι’ αυτήν. Πρέπει λοιπόν, το ξαναλέω, να είμαστε πολύ συγκαταβατικοί στους ανθρώπους. Ακόμα και για την ντροπή που νιώθουν οι πολλοί. Δεν είναι φυσικό; Όταν πάμε κι εμείς για εξομολόγηση, γιατί δεν πιστεύω να υπάρχει κληρικός που να μην εξομολογείται, δεν νιώθουμε την ίδια ντροπή; Αλλά όση ντροπή έχουμε, τόση χάρη και παίρνουμε. Την ντροπή που καταθέτουμε, την μεταποιεί σε δόξα και στεφάνι για εμάς ο Κύριος. Δεν είναι λοιπόν καταρχάς ντροπή η… ντροπή. Το αντίθετο.

Από την άλλη, δεν έχουμε ευθύνη οι κληρικοί για την άγνοια που έχουν οι χριστιανοί μας πολλές φορές όχι μόνο σε θέματα πίστεως, αλλά και σ’ αυτά τα πρακτικά που είναι όμως και τα πιο ίσως σωτήρια; Τους έχουμε ενημερώσει σωστά; Τους λέμε πώς γίνεται η σωστή εξομολόγηση; Τους καθοδηγούμε στο να διαβάζουν τους βίους των αγίων μας ή τα πατερικά μας κείμενα που μας ανοίγουν τα μάτια για το μεγάλο αυτό μυστήριο της μετανοίας; Έχουμε χρησιμοποιήσει ακόμη και μη ακραιφνώς χριστιανικές πηγές, για να εξηγήσουμε τι σπουδαίο πράγμα είναι το άνοιγμα της ψυχής του ανθρώπου σε έναν συνάνθρωπο, ο οποίος μάλιστα έχει τη δοσμένη από τον Κύριο εξουσία του «αφιέναι αμαρτίας»; Ο κόσμος γιατί καταφεύγει σε ψυχολόγους και σε ψυχιάτρους; Διότι έχει την ανάγκη αυτήν, αλλά δεν την βρίσκει πολύ συχνά σε μας τους κληρικούς. Κι είναι τεράστιο θέμα κι αυτό, γιατί δηλαδή δεν πάει στον παπά και πάει στον ψυχολόγο. Και δεν εννοώ τον πιστό που όντως πάσχει από κάποια ψυχικά νοσήματα, που έτσι κι αλλιώς χρειάζεται τον ψυχίατρο ή τον ψυχολόγο, αλλά και έναν από τους υγιείς ψυχικά θεωρούμενους πιστούς. Μολονότι βεβαίως υγιής ψυχικά καθόλα είναι μόνον ένας προχωρημένος πιστός πνευματικά, ένας αληθινός άγιος.

- Φταίμε κι εμείς, φταίμε κι εμείς πολύ», σαν να μονολογούσε ο λευκασμένος ιερέας κι έσκυψε το κεφάλι του, για να κρύψει ίσως και κάποιο δάκρυ του.

Η ατμόσφαιρα ήταν φορτισμένη. Όλοι ένιωθαν ότι είχε βαρύνει λόγω της σοβαρότητας του θέματος, γι’ αυτό και κανένας δεν ήθελε να τη συνεχίσει.  Οι περισσότεροι ασχοληθήκαμε με το γλυκό που ήδη μας είχε σερβιρισθεί, κι υψώσαμε το αναψυκτικό να ευχηθούμε.

«Στην υγειά σας, Γέροντα. Χρόνια πολλά και ευλογημένα».

«Ευχαριστώ, παιδιά μου», είπε ο εορτάζων. «Καλό παράδεισο σε όλους».

«Θα σας πω και κάτι ακόμα», κούνησε το κεφάλι του και χαμογέλασε, σαν να ήθελε να αποφορτίσει λίγο την ατμόσφαιρα. «Το θέμα αυτό είναι τεράστιο όπως είπαμε, και θα ’πρεπε να συζητηθεί σε ιερατική σύναξη, κι όχι μόνο μία φορά. Μάλλον να ξανασυζητηθεί, γιατί έχουν γίνει τέτοιου είδους συνάξεις. Θέλω όμως να πω κάτι που έχει και μία φαιδρή διάσταση, μέσα έστω στη σοβαρότητά του».

Όλοι σταμάτησαν και έστρεψαν με τεράστιο ενδιαφέρον να ακούσουν και πάλι τον Γέροντα ιερέα.

«Λοιπόν, πρόκειται για μία περίπτωση ενός άντρα, ο οποίος μετά τα πρώτα χρόνια της συζυγίας του άρχισε να βλέπει τα σημάδια κόπωσης στην έγγαμη ζωή του. Αλλά ήλθε για εξομολόγηση με διάθεση εγωιστική, με έλλειψη μετανοίας, που είπατε και προηγουμένως».

«Τι ήταν λοιπόν Γέροντα;» είπε ο νεώτερος με αδημονία.

«Μπήκε λοιπόν ο άνδρας αυτός και άρχισε μετά από λίγο να κατηγορεί τη γυναίκα του. Θεωρούσε ότι η γυναίκα του τον παραμελεί, γιατί είχε ρίξει το βάρος της στα παιδιά τους και τη δουλειά της. Εργαζόταν και εκείνη. Δυστυχώς, δεν έβρισκε και κάποια δικαιολογία. Όλα της γι’ αυτόν ήταν στραβά κι ανάποδα. Και είχαν ξεκινήσει με μεγάλο έρωτα. Με πάθος τεράστιο, όπως είπε. Καθώς λοιπόν έλεγε τα τρωτά της συζύγου του και  πόσο τελικά δεν του αξίζει, του έκανα την παρατήρηση που κάνουμε όλοι οι πνευματικοί σε παρόμοιες περιπτώσεις: παρακαλώ, περιοριστείτε σε εσάς τον ίδιο. Τις δικές σας αμαρτίες παρακαλώ να πείτε. Αφήστε τη γυναίκα σας. Εκείνος δεν έδωσε σημασία και συνέχισε το ίδιο… βιολί».

Σταμάτησε για να πιει μια γουλιά νερό ο ιερέας, έξυσε λίγο τον κρόταφό του και χάιδεψε και πάλι τη γενειάδα του.

«Τότε λοιπόν του ετοίμασα ένα… χουνέρι. Του ζήτησα συγγνώμη στο τέλος, ζήτησα συγγνώμη και από τον Κύριο, μα ήταν νομίζω ο μόνος τρόπος να καταλάβει το εσφαλμένο της υποτιθέμενης εξομολόγησής του. Κάτι παρόμοιο δεν είχε κάνει και ο αββάς του Γεροντικού με το… αλλοιωμένο «Πάτερ ημών» που είπε στον καλόγερο που αρνιόταν να συγχωρήσει τον συνασκητή του; «Και μη αφίης τα οφειλήματα ημών, ως ουδέ και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών».

«Τι κάνατε, Γέροντα; Ποιο το… χουνέρι;»

Χαμογέλασε ο ιερέας. «Λοιπόν, στο τέλος, αφού τελείωσε κάποια στιγμή, σηκώθηκα να του διαβάσω την ευχή: «Δέσποτα, Κύριε ο Θεός ημών», είπα αργά και καθαρά. «Πρόσδεξαι την εξομολόγησιν της δούλης σου Μαρίας, δι’ εμού του αναξίου και αμαρτωλού…».

Εκείνος σαν να τα ’χασε. «Πάτερ», έβγαλε το κεφάλι του από το πετραχήλι θορυβημένος. «Τι λέτε; Μαρία λένε τη γυναίκα μου».

«Το ξέρω, παιδί μου», του είπα. «Αλλά εγώ την εξομολόγηση της γυναίκας σου άκουσα, συνεπώς εκείνης την ευχή διαβάζω»!!!

Η ατμόσφαιρα γέμισε γέλια. Όλοι χαλάρωσαν, αλλά… ο προβληματισμός για το σπουδαίο θέμα της εξομολόγησης μάλλον εντάθηκε…

(Από το βιβλίο των εκδ. «ἀκολουθεῖν», Δι’ εμού του αμαρτωλού, Αληθινές ιστορίες με φόντο το πετραχήλι)

Τετάρτη 1 Ιουνίου 2022

«ΟΧΙ Ο…ΑΓΙΟΣ ΠΡΩΤΑ!»

Η κυρία καθόταν υπομονετικά. Βρισκόταν μαζί με τους άλλους που περίμεναν τη σειρά τους για να μπουν στο εξομολογητάρι, αλλ’ όταν ερχόταν η δική της σειρά, την παραχωρούσε στον επόμενο. Κάτι φαινόταν να την απασχολεί έντονα. Από καιρού σε καιρό μόνο έσκυβε το κεφάλι προσπαθώντας να σκουπίσει κρυφά ένα δάκρυ που τρεμόπαιζε στα βλέφαρά της. Έπνιγε τον αναστεναγμό της κι όταν ανασήκωνε το κεφάλι, προσήλωνε τα μάτια της ικετευτικά στην Παναγία που ορθωνόταν μπροστά της, στο προσκυνητάρι. Την Παναγία την Παραμυθία.

«Παναγία μου, βοήθησέ με», σιγομουρμούριζε. «Παναγία μου, φώτιζέ με».

Έσυρε τα βήματά της προς τον ιερέα, όταν διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε πια άλλος προς εξομολόγηση.

«Πάτερ, μπορώ να σας απασχολήσω για λίγο;» είπε μουδιασμένα και σχεδόν ξεψυχισμένα.

«Καλώς την κ. Θεώνη», είπε ο παπάς βλέποντάς την. «Πώς και τελευταία; Χαρά στην υπομονή σας. Αλλά αν δεν κάνω λάθος, σας είχα δει από πολύ νωρίς να περιμένετε. Τι έγινε; Φύγατε και ξανάρθατε;»

Την ήξερε καλά τη Θεώνη ο πνευματικός. Ήταν από τις περιπτώσεις που υποκλίνεσαι μπροστά τους. Άνθρωπος του Θεού, με γνήσια αγάπη απέναντί Του, με καλή και ευσεβή πολύτεκνη οικογένεια, με διάθεση ελεήμονα, τόσο που δεν υπήρχε άνθρωπος να κτυπήσει τη θύρα της και να μη βρει μία ανοιχτή αγκαλιά, ένα πιάτο φαΐ, την παρηγοριά και τη στοργή. Γι’ αυτό και παραξενεύτηκε για την περασμένη ώρα, αλλά και από τη θέα του προσώπου της: φαινόταν συντετριμμένη.

«Πάτερ, δεν θα σας απασχολήσω πολύ. Δεν ξέρω καν αν είναι κανονική εξομολόγηση αυτό που θέλω. Νιώθω όμως την καρδιά μου πολύ βαριά από κάτι που συνέβη, και αισθάνομαι την ανάγκη να σας το πω, για να με καθοδηγήσετε. Δεν ξέρω αν είναι αμαρτία αυτό που έκανα. Δημιουργήθηκε όμως μεγάλη ένταση στην οικογένεια».

Ο ιερέας έβγαλε το πετραχήλι και την πήρε παράμερα. Κάθισαν, έχοντας τους αγίους να τους παρακολουθούν και να συμμετέχουν στον πόνο της γυναίκας.

«Τι έγινε, κ. Θεώνη; Δεν μπορώ να πιστέψω αυτό που μου λέτε. Δημιουργήθηκε ένταση στην οικογένεια; Και μάλιστα λέτε ότι αιτία ήσασταν εσείς; Εκ των προτέρων, πριν ακούσω τίποτε, καταλαβαίνω ότι πρόκειται για πειρασμό. Τέλος πάντων, πείτε μου. Μη βγάζω συμπεράσματα πριν ακούσω».

«Λοιπόν, πάτερ. Πριν λίγες ημέρες βρεθήκαμε στο εξοχικό που έχουμε στην Κορινθία. Θα έχετε υπόψη σας – έχετε έλθει άλλωστε και το ‘χετε δει – ότι πολύ κοντά στο σπίτι μας εκεί, υπάρχει ένα παλιό ξωκκλήσι. Αφιερωμένο στον άγιο Γεώργιο το μεγαλομάρτυρα – μεγάλη η χάρη Του! Κόντευε μεσημέρι, όταν φτάσαμε, κι ήμασταν όλοι μαζί. Ξέρετε την αγάπη που τρέφει όλη η οικογένεια για τον άγιο, και γι’ αυτό θεώρησα υποχρέωσή μου, πριν κάνω οτιδήποτε άλλο στο σπίτι, να πάω να προσκυνήσω. Τα παιδιά βέβαια ήταν πεινασμένα και έπρεπε να μαγειρέψω. Πετάχτηκα λοιπόν στον άγιο, προσκύνησα, μα σαν είδα τη σκόνη, τις αράχνες, την εγκατάλειψη…, θέλησα λίγο να συγυρίσω. Μου φάνηκε ότι ήταν ιεροσυλία να αφήσω τον οίκο του Θεού και τον άγιο χωρίς φροντίδα. Πίστεψα ότι αυτό ήταν το θέλημα του Θεού. Πρώτα δεν πάει η αγάπη στον Θεό και έπειτα στους ανθρώπους; Άρχισα λοιπόν το σιγύρισμα και το καθάρισμα. Τα παιδιά ήλθαν να με βρούνε. Φωνάζανε γιατί πείναγαν. Τους εξήγησα ότι σε λίγο θα έλθω, αλλά προηγείται ο άγιος. Προηγείται ο Θεός. Συνέχισα να καθαρίζω, άναψα τα καντήλια, έκαψα και λίγο λιβάνι να μυρίσει ουρανό, και με ικανοποίηση στην καρδιά, έφτασα στο σπίτι».

Ο ιερέας είχε σκύψει το κεφάλι και άκουγε. Ζούσε την όλη εικόνα που περιέγραφε η Θεώνη και είχε καταλάβει το τι είχε τελικά διαδραματιστεί.

«Κι όταν γυρίσατε, θα έγινε… χαμός, απ’ ότι καταλαβαίνω, κ. Θεώνη».

«Η λέξη χαμός δεν λέει τίποτε, πάτερ. Σαν να είχε έλθει ο εξαποδώ στο σπίτι μας. Φωνές, φασαρίες, χαλασμός. Πέσανε επάνω μου όλα τα παιδιά να με… φάνε. Με κατηγορούσαν ότι τους είχα παρατήσει, ότι δεν τους νοιάζομαι, ότι δεν τους αγαπώ. Ο σύζυγός μου προσπάθησε βέβαια να πάρει το μέρος μου, να καθησυχάσει τα παιδιά – κι είναι έφηβοι, πάτερ, τα ξέρετε – αλλά και αυτός φαινόταν ότι συμμερίζεται στο βάθος τις αντιδράσεις τους. Με πήρε κι εκείνος κάποια στιγμή παράμερα και τα  ‘κουσα κι από εκείνον. Ο πειρασμός με συνεπήρε. Αναψοκοκκίνησα, μάλωσα μαζί του, φώναξα έντονα και στα παιδιά.

– Ντροπή σας, τους είπα. Τον άγιο πήγα να καθαρίσω. Εκείνος είναι ο προστάτης μας. Έπρεπε κι εσείς κανονικά να έλθετε να βοηθήσετε.

Τέλος πάντων, πάτερ, υπήρξε μεγάλη ένταση και πέρασε αρκετή ώρα μέχρις ότου τα πράγματα ησυχάσουν. Και το φαγητό που έφτιαξα, με πόνο και πίκρα το έφτιαξα. Και με μούτρα το έφαγαν. Φύγανε όλοι αμέσως μετά, ο καθένας στον χώρο του, και έμεινα μόνη, μ’ ένα τεράστιο «γιατί;» στα χείλη, με καταχνιά και μ’ ασήκωτο βάρος στο στήθος…».

«Κι ήρθατε να με βρείτε», είπε ο παπάς.

«Πάτερ, πείτε μου. Δεν είχα δίκιο που θέλησα να ετοιμάσω πρώτα τον άγιο; Δεν προηγείται ο ναός και έπειτα όλα τα άλλα;» Η Θεώνη έσκυψε το κεφάλι και τα δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της.

Ο ιερέας δεν απάντησε αμέσως. Έστρεψε το βλέμμα νοερά στον Κύριο, στην Κυρία Θεοτόκο, και επικαλέστηκε τη βοήθειά τους. Έπρεπε να προσέξει πώς θα απαντήσει. Η κ. Θεώνη ήταν μία ευαίσθητη καρδιά.

«Κυρία Θεώνη», είπε στο τέλος αργά. «Καταλαβαίνω την αγάπη σας στον Θεό και στους αγίους μας. Και πράγματι η πρώτη και μεγάλη εντολή του Θεού είναι να αγαπάμε Εκείνον με όλη την καρδιά μας, την ψυχή μας, τη διάνοιά μας, τη δύναμή μας. Αλλά, δεν θα συμφωνήσω μαζί σας».

Η κ. Θεώνη ανασήκωσε το κεφάλι της.

«Δεν θα συμφωνήσω, κ. Θεώνη, γιατί δεν είναι τυχαίο πως η σπουδαιότερη αρετή για την Εκκλησία μας, εκείνη που δίνει τον τόνο σε όλες τις άλλες, είναι η διάκριση. Τη συγκεκριμένη ώρα δηλαδή, μεσημέρι, ώρα συνεπώς φαγητού, και έχοντας μάλιστα παιδιά μαζί σας, η προτεραιότητα είναι εκείνα. Το φαγητό έπρεπε πρώτα να ετοιμάσετε, να καθίσετε να φάτε, και έπειτα να πάτε να φροντίσετε το εκκλησάκι του αγίου. Έχω την εντύπωση ότι και τον άγιο αν είχαμε τώρα μαζί μας, θα συμφωνούσε μ’ αυτό που σας λέω. Και ξέρετε γιατί; Διότι ο Θεός και οι άγιοι ικανοποιούνται και χαίρονται, όταν βρισκόμαστε πρώτα από όλα στη διακονία και την υπηρεσία των συνανθρώπων μας. Και πρώτοι συνάνθρωποί μας είναι οι δικοί μας, η οικογένειά μας. Δεν θυμόσαστε, κ. Θεώνη μου, αυτό που λέει ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, ότι γνωρίζουμε πως αγαπούμε τον Θεό από το πώς αγαπούμε τον συνάνθρωπό μας; Η αγάπη μας στον συνάνθρωπο φανερώνει την αγάπη μας στον Θεό. Αν ήσασταν μόνη σας, τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Μα δεν ήσασταν…  Λοιπόν κ. Θεώνη, στην προκειμένη περίπτωση πέσατε… «θύμα» της αγάπης σας στον Θεό, ας το πούμε έτσι. Που θα πει: όταν  θέλουμε να εκφράσουμε την αγάπη μας σ’ Εκείνον, Εκείνος μας στρέφει στον συνάνθρωπό μας».

Η κ. Θεώνη δεν μιλούσε. Με σκυμμένο το κεφάλι τώρα άκουγε τον ιερέα. Μέσα της έκλαιγε για την αδιακρισία της.

«Πάτερ, αμάρτησα. Καταλαβαίνω ότι πρέπει αμέσως να σπεύσω και να ζητήσω συγγνώμη από όλους τους. Τους έκανα να εξοργιστούν και να βρεθούν σε πειρασμό. Τους έκανα να αμαρτήσουν. Κι αυτό είναι ένα βάρος ασήκωτο».

«Ναι, μα όλα τα σβήνει η μετάνοια, κ. Θεώνη. Η συγγνώμη που θα πείτε, στον Κύριο και στους δικούς σας, θα είναι το σφουγγάρι που θα σβήσει την όποια αμαρτία σας. Να πάτε στην ευχή του Θεού!»

Σάββατο 8 Απριλίου 2017

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΤΑΡΙ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ... (31)


Με τον μακαριστό Γέροντα Ιάκωβο Τσαλίκη
Ο νέος ιερέας διάβηκε την κεντρική θύρα του μοναστηριού και προχώρησε προς το εσωτερικό της αυλής. Συνόδευε έναν σεβαστό καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, ο οποίος διατηρούσε ιδιαίτερες σχέσεις με τον άγιο Γέροντα της Μονής. Σεβόταν εξαιρετικά  ο καθηγητής τον Γέροντα κι εκείνος με τη σειρά του ανταπέδιδε τον δικό του σεβασμό, λέγοντας πάντοτε ότι αισθάνεται ανάξιος να έρχονται να τον χαιρετούν, να τον προσκυνούν άνθρωποι ξεχωριστής μόρφωσης, με μεγάλες θέσεις στην κοινωνία, ενώ ο ίδιος είναι ένα «μουρλόπραμα». Ο άγιος Γέροντας της μονής του οσίου Δαβίδ Ευβοίας, ο πατήρ Ιάκωβος Τσαλίκης! Αυτός που και Πατριάρχες και Αρχιεπίσκοποι και Επίσκοποι και ένα σωρό άλλοι κληρικοί, μαζί με τον απλό κόσμο, έπιναν νερό στο όνομά του. Κι όσο τον προσήγγιζαν και τον τιμούσαν, τόσο και αυτός ήθελε να φεύγει, να μην αυξάνει τις αμαρτίες του, να μη σωρεύει οργή κατά την ημέρα της κρίσεως. Γιατί, αν τώρα με τιμούν – τόνιζε - ο Χριστός μας θα μου πει την ημέρα της κρίσεως:  «εσύ απέλαβες τον μισθόν σου».
Ο νέος κληρικός αισθανόταν κατανυγμένος. Είχε προετοιμαστεί για το προσκύνημα στον αγιασμένο τόπο -  είχε προηγηθεί μάλιστα και το άλλο μεγάλο προσκύνημα, στον όσιο Ιωάννη τον Ρώσο, στο Προκόπι Ευβοίας. Και τώρα βρισκόταν εκεί που άγιασε η μεγάλη μορφή του αγίου Δαβίδ του Γέροντος, εκεί που αγιάζει ο σπουδαίος Γέροντας π. Ιάκωβος, εκεί που προκαλούνται σε μετάνοια και αγιασμό χιλιάδες άνθρωποι προσκυνητές από όλα τα πέρατα της οικουμένης. Γιατί ο Γέροντας εδώ και χρόνια, χωρίς να το επιδιώκει καθόλου, είχε γίνει γνωστός στον πολύ κόσμο. Τον έκαναν γνωστό η αγιότητά του και τα θαυμαστά έργα που επιτελούσε δι᾽ αυτού ο Κύριος και ο όσιος Δαβίδ. Όσοι τον είχαν γνωρίσει είχαν και κάτι να διηγηθούν για τη λύση ενός προβλήματός τους, για την υπέρβαση ενός αδιεξόδου στο οποίο είχαν βρεθεί, για το στήριγμά τους στην πίστη και μόνο από τη θέα του ταπεινού προσώπου του.
Θυμόταν ο προσκυνητής παπάς την εντύπωση των νέων παιδιών, που είχαν επισκεφτεί το Μοναστήρι από μια κοντινή Κατασκήνωση που βρίσκονταν: μόλις εμφανίστηκε ο π. Ιάκωβος τα παιδιά σαν να μαγνητίστηκαν. Στράφηκαν όλα προς αυτόν και άρχισαν να φωνάζουν σε κατάσταση σχεδόν έκστασης:  «ο άγιος, ο άγιος!» Κι εκείνος, ενώ πήγε να κρυφτεί στην αρχή, δεν κατόρθωσε να ξεπεράσει την αγάπη του προς τα παιδιά. Τα πλησίασε, τα ευλόγησε, «χάθηκε» ανάμεσά τους… Ένα παιδί κι αυτός ανάμεσα στα άλλα… Συνέβη εκείνο που συνέβαινε με τον όσιο Σεραφείμ τον Σάρωφ:  απέφευγε τους ανθρώπους, για να μην τον τιμούν. Αλλά δεν μπορούσε να αντισταθεί στην παρουσία των παιδιών. Και το ξέρανε οι μεγάλοι και έπαιρναν παιδιά μαζί τους, τα οποία έβαζαν να τον φωνάζουν, «παγιδεύοντάς» τον με τον τρόπο αυτό…
Ο Γέροντας, ειδοποιημένος από τους καλογέρους του ότι είχε έλθει ο καθηγητής της Θεολογίας, ο σεβαστός του καθηγητής, εμφανίστηκε στην αυλή, μπροστά από το Κυριακό της Μονής. Και μόλις εμφανίστηκε τι έκανε και συγκλόνισε τον κληρικό;  Πριν προλάβει ο κληρικός να προβεί σε οποιαδήποτε κίνηση, μάλλον την ώρα που ήταν έτοιμος να σκύψει και να φιλήσει το αγιασμένο χέρι, ο Γέροντας με ταχύτητα νεανική έσκυψε πρώτος και προσκύνησε τον παπά. Του άρπαξε το χέρι και το ᾽φερε στα άγια χείλη του. Και για να δικαιολογηθεί, μάλλον για να μην αισθανθεί άβολα ο κληρικός, του είπε:  «Παπάς δεν είστε;»
Θα μπορούσε ο τριανταπεντάρης ιερέας, ο οποίος αριθμούσε στην ιερωσύνη περίπου τρία χρόνια, να τραβήξει το χέρι του από σεβασμό στον Γέροντα. Να μην αφήσει τον ηγούμενο, τον φημισμένο, τον άγιο, να ασπαστεί το δικό του. Μα δεν το έκανε. Με επίγνωση. Γιατί αστραπιαία του ήλθε στο μυαλό ένα παρόμοιο περιστατικό από το Γεροντικό με τον άγιο Πατέρα και Οικουμενικό Δάσκαλο της Εκκλησίας Μέγα Βασίλειο. Βρέθηκε, λέει η ιστορία, σε ένα Μοναστήρι από αυτά που ήταν στη δικαιοδοσία του, της αρχιεπισκοπής της Καισαρείας. Και ζήτησε από τον ηγούμενο να του στείλει, προκειμένου να τον διακονήσει όσο θα έμενε εκεί, έναν καλόγερο με ταπεινό φρόνημα.  Θέλησε να τον δοκιμάσει ο μέγας άγιος. Και τι έκανε;  Αφού τον έβαλε να του χύσει νερό από την κανάτα για να πλυθεί, με πολύ φυσικό τρόπο την πήρε έπειτα ο ίδιος και είπε στον καλόγερο να του ρίξει κι αυτός νερό για να πλυθεί. Κι ο καλόγερος, χωρίς ψευτοταπεινώσεις και ταπεινολογίες, με σιωπή, άπλωσε τα χέρια του και δέχθηκε τη διακονία απέναντί του του αρχιεπισκόπου Καισαρείας, του φωστήρα της Οικουμένης, Μεγάλου Βασιλείου. Τόσο εντυπωσιάστηκε ο άγιος, ώστε την επομένη είπε στον ηγούμενο ότι θα τον χειροτονήσει διάκονό του και θα τον πάρει μαζί του.
Η εικόνα αυτή που ήλθε στο μυαλό του ιερέα συνοδεύτηκε και με έναν λογισμό:  ο Γέροντας είναι ένας άγιος άνθρωπος. Έκρινε ότι έτσι έπρεπε να φερθεί απέναντί μου:  να μου φιλήσει πρώτος το χέρι. Προφανώς το έκανε σε όλους τους κληρικούς, ανεξαρτήτως βαθμού και ηλικίας. Λοιπόν, γιατί να μην υπακούσω στην κρίση του και στην ταπείνωση της πράξης του; Το χέρι του λοιπόν δεν το… τράβηξε. Τα άγια χείλη του π. Ιακώβου ακούμπησαν με ευλάβεια σ᾽ αυτό, κι ένιωσε ο ιερέας σαν να το ασπάστηκαν χιλιάδες άγγελοι του ουρανού.
Με περισσή κατάνυξη, αλλά… δεύτερος, φίλησε κι αυτός με άπειρο σεβασμό το τίμιο μέλος του Χριστού, κι άκουσε την ουράνια φωνή του Γέροντα να τον προσφωνεί με το όνομά του και να του λέει γεμάτος χαρά:  «Ελάτε ένα Σάββατο να μας λειτουργήσετε, σας παρακαλώ». Τον έπιασε ο Γέροντας έπειτα απαλά από το μπράτσο. «Πάτερ», είπε, «πόσοι άλλοι ιερείς είναι στον ναό που υπηρετείτε;» «Πέντε, Γέροντα», απάντησε ο παπάς με συστολή. «Υπομονή, παιδί μου, υπομονή».
Δεν του είπε κάτι άλλο. Οδήγησε τον καθηγητή, τον ιερέα και μια μικρή συνοδεία που είχανε μέσα στο Κυριακό να προσκυνήσουν. Έφεραν  και την αγία κάρα του οσίου Δαβίδ. Προσκύνησαν με συναίσθηση όλοι τους, ενώ ο Γέρων ηγούμενος εξηγούσε το πόσο θαυματουργός είναι ο άγιος και πόσο κοντά τους βρίσκεται. Κι όχι μόνο στους μοναχούς του μοναστηριού, αλλά και σε καθένα που εν πίστει θα τον επικαλεστεί.
Σε λίγη ώρα παρακάθισαν για γεύμα στην Τράπεζα. Ο Γέροντας, ο παπάς, ο καθηγητής, ένας νεαρός θεολόγος από τη συνοδεία του καθηγητή, κάποιοι άλλοι ακόμη προσκυνητές. Ο Γέροντας έκανε τάχα πως έτρωγε. Στην πραγματικότητα «ανακάτευε» το φαγητό, βάζοντας ελάχιστες μπουκιές στο στόμα του. Και μιλούσε, κι εξηγούσε κι αποκάλυπτε τα θαυμάσια του Θεού και του οσίου της Μονής. Με τον δικό του μοναδικό και σεμνό τρόπο. Σε καταιγιστικό ρυθμό. Και με τη βροντώδη φωνή του, που έκανε να σείεται και η πιο κρυμμένη χορδή της καρδιάς του όποιου μακάριου ακροατή του…
Και τι δεν έλεγε;  Αλλά με επίκεντρο πάντοτε την αγάπη του Θεού και των αγίων Του. Στην αγάπη αυτή εστίαζε ο μακαριστός Γέρων, η οποία τον έκανε να δακρυρροεί και να προσπαθεί απεγνωσμένα να κρύψει τα δάκρυά του… Κι εκεί που έλεγε και τα χείλη του έσταζαν το μέλι της ορθόδοξης πίστης, διέκοπτε, για να στραφεί, όχι μια, αλλά δυο και τρεις φορές,  στον νεαρό θεολόγο της συντροφιάς. «Ποιος είναι ο νεαρός;» ρωτούσε τον καθηγητή, κι ένιωθες τη ματιά του να αστράφτει  από χαρά όταν άκουγε την απάντηση:  «Είναι γνωστός μου, συγγενής μου, καθηγητής θεολόγος».  «Πολύ καθαρή καρδιά», σαν να μονολογούσε ο Γέροντας. Για να συνεχίσει τις ουράνιες διηγήσεις του, και να επανέλθει και πάλι στον θεολόγο. Στο τέλος είπε:  «Δεν ξέρω πώς τον βλέπετε εσείς, εγώ τον βλέπω διαφορετικά!» Μυστήριο ο λόγος που εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσε κανείς να αποκρυπτογραφήσει. Μόνο μετά από κάποια χρόνια το κατάλαβαν οι μέτοχοι τότε της πνευματικής αλλά και υλικής εκείνης πανδαισίας. Ο νεαρός θεολόγος εισήλθε στον κλήρο. Έγινε ιερέας, κι αυτό ήταν εκείνο που «έβλεπε» διορατικά ο αγιασμένος Γέρων:  «εγώ τον βλέπω διαφορετικά…!»
Μετά το γεύμα ο ιερέας έκανε ένα γύρο την αυλή του μοναστηριού. Ρουφούσε την όλη ατμόσφαιρα. Τα μάτια του αναπαύονταν εκεί που και οι πέτρες ανέβλυζαν το μύρο του ουρανού. Στ᾽ αυτιά του ηχούσαν ακόμη τα λόγια του Γέροντα. Θαρρούσε πως από κάποια γωνιά θα ξεπροβάλλει και ο όσιος Δαβίδ.
«Πάτερ, πάτερ», μια φωνή τον επανέφερε στην πραγματικότητα! «Πάτερ, εδώ». Πλησίασε. Ένας μεσήλικας με πυτζάμες και με πατερίτσες ήταν στο κιόσκι της αυλής  και τον φώναζε.
«Χαίρετε», είπε ο παπάς και χαμογέλασε στον άνθρωπο. Είδε ότι δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του. «Μπορώ να σας βοηθήσω σε κάτι;» είπε λίγο αναστατωμένος, βλέποντας τον δακρυσμένο άνθρωπο. «Σας συμβαίνει τίποτε;»  
«Πάτερ, ο Θεός μού έκανε μέσα από τον άγιο Γέροντα και τον όσιο Δαβίδ ένα μεγάλο θαύμα. Τα δάκρυά μου είναι δάκρυα χαράς και αγαλλίασης».
Ο ιερέας πλησίασε περισσότερο. «Τι έγινε;» ρώτησε κι η προσοχή του εντάθηκε για να ακούσει το θαύμα.
 «Βλέπετε, πάτερ, το πόδι μου; Είναι κομμένο, γι᾽ αυτό και είμαι με τις πατερίτσες. Ένα ατύχημα δυστυχώς στη δουλειά μου, με έφερε σ᾽ αυτήν την κατάσταση. Το πρόβλημα όμως δεν είναι τόσο αυτό. Το πρόβλημα είναι ότι η πληγή δεν έκλεινε. Παρ᾽ όλα τα φάρμακα που έπαιρνα και τις ιατρικές φροντίδες, παρέμενε ανοικτή. Ο γιατρός στο νοσοκομείο που πήγαινα μου είπε ότι δεν θα αποφύγω την εγχείρηση, αλλά και πάλι με αμφίβολα αποτελέσματα. Απογοητεύτηκα. Όχι μόνο δεν είχα ολόκληρο το πόδι μου, αλλά επιπλέον είχα και την πυορροούσα πληγή. Μου είπαν για τον όσιο Δαβίδ και τον άγιο Γέροντα Ιάκωβο. Τους  θεώρησα ως την τελευταία ελπίδα μου. Ήλθα στον Γέροντα, του είπα το πρόβλημα, μου έδωσε θάρρος, με σταύρωσε με την κάρα του οσίου Δαβίδ. Πήγα την προγραμματισμένη ημέρα για την εγχείρηση. Καθώς με ετοιμάσανε κι ήλθε ο γιατρός για να επιχειρήσει το κλείσιμο της πληγής, τον είδα να ασπρίζει. Ταραγμένος με ρώτησε, πού πήγα και έκανα την επέμβαση, και γιατί τότε ήλθα και σ᾽ αυτόν. «Μα τι λέτε, γιατρέ;» του απάντησα. «Τώρα ήλθα στο νοσοκομείο, χωρίς να έχω πάει πουθενά αλλού».
 »Πάτερ, τα λόγια του τα θυμάμαι ακριβώς όπως μου τα είπε: «Εδώ  έχει γίνει εγχείρηση, και μάλιστα με τέλειο τρόπο. Ούτε ο Κούλεϊ στην Αμερική δεν θα έκανε τόσο τέλεια τομή! Το πόδι είναι… εγχειρισμένο. Δεν χρειάζεται απολύτως τίποτε άλλο».
…Εγώ έπεσα από τα σύννεφα. Δεν μπορούσα να καταλάβω. Ή μάλλον άρχισα κάτι να υποψιάζομαι. «Γιατρέ», του είπα επιφυλακτικά. «Πριν έλθω εδώ, είχα πάει σ᾽ ένα μοναστήρι και μου σταύρωσε το πόδι ένας άγιος Γέροντας, εκεί στην Εύβοια. Στο μοναστήρι του οσίου Δαβίδ». Ο γιατρός άκουγε εκστατικός. «Επιστημονικά δεν μπορώ να  εξηγήσω αυτό που βλέπω», μουρμούρισε. «Την πληγή την θυμάμαι, έχουμε άλλωστε και τα ιατρικά αποδεικτικά, και λογικά δεν μπορεί να συμβεί ό,τι συνέβη».
«Προφανώς, πάτερ», κατέληξε ο μεσήλικας με τις πατερίτσες και το κομμένο πόδι, «ο γιατρός κάτι θα πίστευε σε Θεό, γιατί με τον συγκλονισμό ακόμη στα μάτια του, πρόσθεσε: - Το μόνο που πρέπει λοιπόν να κάνεις είναι να πας στο μοναστήρι αυτό και πάλι, και να ανάψεις ένα κερί σαν το μπόι σου. Γιατί μάλλον βρισκόμαστε μπροστά σ᾽ ένα θαύμα». Κι έτσι, πάτερ, βρέθηκα εδώ. Πήρα ταξί μαζί με τη γυναίκα μου κι ήρθαμε να ευχαριστήσουμε από την καρδιά μας τον όσιο και τον άγιο Γέροντα».
Ο ιερέας δεν μιλούσε. «Ο Θεός σάς ευλόγησε πράγματι», βρήκε μόνο να πει, «μέσα από τον όσιό του Δαβίδ, αλλά και μέσα όντως από τον άγιο ηγούμενο. Γιατί για να ενεργήσει μ᾽ έναν τέτοιο άμεσο τρόπο ο όσιος, έπρεπε κάποιος με μεγάλη παρρησία προς αυτόν και τον Θεό να τον παρακινήσει. Κι αυτός είναι ο καλός υπηρέτης του, ο π. Ιάκωβος. Ευλογημένο το όνομα του Κυρίου».
Ο ιερέας χαιρέτισε και απομακρύνθηκε. Ο Γέρων Ιάκωβος ήταν και πάλι έξω με τον καθηγητή και τη λοιπή συνοδεία του. Συζητούσαν και τα πρόσωπα όλων έλαμπαν. Ο ιερέας πλησίασε. Ο άγιος Γέροντας τον είδε να πλησιάζει και να κρατάει μάλιστα στα χέρια του μία φωτογραφική μηχανή. «Γέροντα», είπε με μεγάλη συστολή ο ιερέας, «μπορούμε να βγάλουμε κάποια φωτογραφία εδώ μαζί σας;» Δέχτηκε. Οι φωτογραφίες βγήκαν. Μαζί με τους άλλους, μαζί και με τον ίδιο τον ιερέα. Αλλά, η αγάπη του π. Ιακώβου ήταν ανεξάντλητη. Βλέποντας ότι η φωτογράφιση μαζί του προκαλεί χαρά σε όλους, πήρε τον ιερέα από το χέρι και τον προέτρεψε να βγάλει κι άλλες φωτογραφίες:  στο ένα σημείο της αυλής, στο άλλο πιο κάτω, ακόμη πιο πέρα… «Γέροντα, φτάνει, δεν πειράζει. Βγάλαμε πια αρκετές. Σας ευχαριστούμε πολύ», είπε και πάλι ο κληρικός, ξέροντας ότι ο άγιος ηγούμενος κινείται στον θυσιαστικό ρυθμό αγάπης του Κυρίου Ιησού.
Βάλανε όλοι μετάνοια, ασπάστηκαν τη δεξιά του Γέροντα, δέχτηκαν τους ασπασμούς του καθώς τους ξεπροβόδιζε, έφυγαν.
Μπήκαν στο αυτοκίνητο και γύρισαν «πετώντας». Η αίσθηση της συνάντησης και της επικοινωνίας μ᾽ έναν σύγχρονο άγιο τούς συνείχε και τους έκανε να μη θέλουν να πούνε πολλά κατά την επιστροφή. Η εικόνα του αγίου Γέροντα γέμιζε τον νου και την καρδιά τους. Το προσκύνημα χαράχθηκε βαθιά μέσα τους.
Ένα μόνο δεν μπόρεσαν τότε να δουν και να καταλάβουν:  ότι ο άγιος ηγούμενος θα κρατούσε κι αυτός τη συγκεκριμένη συντροφιά στη μνήμη και την καρδιά του. Και δεν θα έπαυε να τους μνημονεύει και να τους «παρακολουθεί» με τους νοερούς οφθαλμούς του, ερχόμενος αρωγός τους κάθε φορά που θα είχαν κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα να αντιμετωπίσουν στη ζωή τους…

Δευτέρα 3 Απριλίου 2017

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΤΑΡΙ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ... (30)


Αληθινή εξομολόγηση!
«Φθάνοντας κάποτε σ’ ένα Κοινόβιο παρηκολούθησα μία φοβερή και εκπληκτική κρίση ενός καλού κριτού και ποιμένος. Ενώ ευρισκόμουν εκεί, έτυχε να έλθει για μοναχός κάποιος που ήταν προηγουμένως ληστής. Αυτόν λοιπόν ο άριστος εκείνος ιατρός και ποιμήν διέταξε να απολαύσει επί επτά ημέρες κάθε ανάπαυση, και μόνη απασχόληση να έχει το να παρατηρεί τη ζωή και την τάξη της Μονής.
Μετά δε την έβδομη ημέρα τον κάλεσε ιδιαιτέρως ο ποιμήν και τον ρώτησε αν του άρεσε να συγκατοικήσει μαζί τους. Όταν δε τον είδε να συγκατατίθεται με όλη του την ειλικρίνεια, τον ρώτησε πάλι τι αμαρτήματα διέπραξε στον κόσμο. Αφού λοιπόν τον είδε να τα εξομολογείται την ίδια στιγμή και με προθυμία όλα, για να τον δοκιμάσει του είπε πάλι: «Θέλω όλα αυτά να τα φανερώσεις εμπρός σε όλη την αδελφότητα». Και εκείνος έχοντας μισήσει ολωσδιόλου την αμαρτία του και περιφρονώντας κάθε εντροπή τού το υποσχέθηκε αδίστακτα. «Και αν θέλεις ακόμη, του λέγει, τα εξομολογούμαι και στο κέντρο της Αλεξάνδρειας».
Ύστερα απ’ αυτό, ο Ποιμήν συναθροίζει στο Κυριακό, (δηλαδή στον Κεντρικό Ναό), όλα τα (λογικά του) πρόβατα, διακόσια τριάκοντα τον αριθμό. Και ενώ ετελείτο η θεία Λειτουργία – ήταν ημέρα Κυριακή – μετά την ανάγνωση του Ευαγγελίου, δίδει εντολή και οδηγείται προς τον Ναό ο αθώος πλέον εκείνος κατάδικος.
Τον έσυραν μερικοί αδελφοί κτυπώντας τον ελαφρά, με τα χέρια δεμένα πίσω, φορώντας τρίχινο σάκκο και έχοντας ριγμένη στάχτη στο κεφάλι του. Και μόνη η θέα του δυστυχισμένου αυτού δημιούργησε κατάπληξη σε όλους, ώστε αμέσως να ξεσπάσουν σε δάκρυα και ολολυγμούς, εφόσον κανείς δεν γνώριζε τι ακριβώς συνέβαινε. Έπειτα μόλις πλησίασε στην πύλη της Εκκλησίας, η ιερά εκείνη κεφαλή, ο φιλάνθρωπος κριτής, του φώναξε με δυνατή φωνή: «Στάσου! Είσαι ανάξιος να εισέλθεις εδώ μέσα».
Εκείνος τότε ταράχτηκε από τη φωνή του Ποιμένος που την άκουσε από το Ιερό. (Όπως αργότερα μας βεβαίωνε με όρκους, του φάνηκε ότι άκουσε βροντή και όχι φωνή ανθρώπου). Πέφτει αμέσως έντρομος με το πρόσωπο στη γη, συγκλονισμένος ολόκληρος από τον φόβο. Ενώ δε κειτόταν κάτω και έβρεχε το χώμα με τα δάκρυά του, εκείνος ο θαυμάσιος ιατρός, ο οποίος μεταχειριζόταν τα πάντα για τη σωτηρία του, και συγχρόνως έδινε σε όλους ένα υπόδειγμα σωτηρίας και αληθινής ταπεινώσεως, τον προστάζει να πει εμπρός σε όλους όλα τα αμαρτήματά του ένα ένα ξεχωριστά.
Τότε αυτός άρχισε να εξομολογείται με τρόμο όλα του τα αμαρτήματα ένα ένα λέγοντας πράγματα που ξένιζαν κάθε ανθρώπινη ακοή. Όχι μόνο σαρκικά αμαρτήματα παρά φύσιν, κατά φύσιν, με ανθρώπους, με ζώα, αλλά ακόμη και μαγείες και φόνους και άλλα, τα οποία δεν πρέπει ούτε να ακούσει ούτε να γράψει κανείς. Έπειτα από την εξομολόγηση αυτή, προστάζει ο Ποιμήν να καρεί αμέσως μοναχός και να συγκαταριθμηθεί στους αδελφούς.
Εγώ τότε θαύμασα τη σοφία του Οσίου εκείνου και τον ρώτησα ιδιαιτέρως, για ποιο λόγο προέβη στην παράδοξη αυτή ενέργεια. Εκείνος δε που ήταν πράγματι ιατρός ψυχών, μου απάντησε ότι το έκανε αυτό για δύο λόγους:
«Πρώτον, χάριν αυτού του ιδίου, ώστε με την ντροπή της παρούσης εξομολογήσεως να τον απαλλάξω από τη μέλλουσα ντροπή – πράγμα που ασφαλώς έγινε. Διότι, αδελφέ μου Ιωάννη, δεν σηκώθηκε από το έδαφος, μέχρις ότου πέτυχε την άφεση όλων των αμαρτιών του. Και μην αμφιβάλλεις γι’ αυτό, διότι κάποιος από τους αδελφούς που παρευρίσκονταν εκεί πήρε θάρρος και μου είπε: «Έβλεπα την ώρα εκείνη κάποιον φοβερό και επιβλητικό άνδρα που κρατούσε στα χέρια του ένα χαρτί γραμμένο και ένα κοντύλι από καλάμι. Και κάθε φορά που ο ριγμένος στο έδαφος εξομολογείτο μία αμαρτία του, εκείνος με το κοντύλι τη διέγραφε». Αυτό είναι πολύ φυσικό, σύμφωνα και με τα λόγια (του Δαβίδ). «Είπα· εξαγορεύσω κατ’ εμού την ανομίαν μου τω Κυρίω· και συ αφήκας την ασέβειαν της καρδίας μου» (Ψαλμ. λα΄ 5). Δεύτερον, το έκανα αυτό, επειδή έχω μερικούς αδελφούς με ανεξομολόγητες αμαρτίες. Και με το παράδειγμα αυτό τους παρακινώ και εκείνους στην εξομολόγηση, χωρίς την οποία κανείς δεν θα επιτύχει την άφεση των αμαρτιών του»
(Κλίμαξ, λόγος δ΄, Περί υπακοής, 14-15)

Πέμπτη 30 Μαρτίου 2017

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΤΑΡΙ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ… (29)


Το θαύμα της Θεοτόκου
«Γερμανέ, θα ήθελα να προσκυνήσω το άγιο και ζωοποιό μνήμα του Κυρίου Ιησού Χριστού, αλλά μόνη μου αυτήν τη φορά. Όλοι με ξέρουνε, γνωρίζουν την υψηλή θέση που έχεις στην αγία Πόλη, ο υπεύθυνος ιερέας δεν θα έχει αντίρρηση να μου ανοίξει το βράδυ και να με αφήσει. Άλλωστε ό,τι σου έχουν ζητήσει μέχρι τώρα οι εκκλησιαστικοί και περνούσε από το χέρι σου το έκανες. Λοιπόν, τι λες;»
Το αίτημα της Κοσμιανής στον πατρίκιο σύζυγό της δεν ήταν καθόλου παράδοξο. Ήξερε ο Γερμανός, ο πατρίκιος, ο ανώτατος άρχοντας,  πόσο καλή και ευσεβής χριστιανή ήταν η γυναίκα του. Κι αυτός, όπως και η γυναίκα του, θεωρούσαν ότι η χριστιανική πίστη δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται με ελαφριά καρδιά. Το αντίθετο: είναι η πίστη που για να δεις τη δύναμή της, πρέπει να τη θέσεις σε εφαρμογή. «Χωρίς των έργων η πίστις νεκρά εστι», συνήθιζαν να υπενθυμίζουν στον εαυτό τους, γι’ αυτό και όπου υπήρχε συζήτηση στα της πίστεως, εκεί βρίσκονταν και αυτοί. Και μάλιστα τον τελευταίο καιρό είχαν προσκληθεί να μετάσχουν σε συζητήσεις και προβληματισμούς πάνω στα θέματα τα χριστολογικά, καθώς έλεγαν. «Τι είναι ο Χριστός; Είναι Θεός και άνθρωπος; Είναι μόνο Θεός; Είναι μόνο άνθρωπος; Ασφαλώς ανώτερος από όλους τους άλλους, ο πιο σφραγισμένος από το Πνεύμα του Θεού, μα κυρίως άνθρωπος; Και δεν φαίνεται πιο λογικό να είναι μόνο Θεός;»
Όταν πρωτάκουσαν τους προβληματισμούς αυτούς σαν να τους φάνηκαν έξω από τα νερά τους. Δεν ήταν αυτό που άκουγαν και ζούσαν στην κανονική Εκκλησία τους. Την ορθόδοξη Εκκλησία τους: αυτή ζούσε και κήρυσσε τον Χριστό ως Θεό και άνθρωπο.  Μα, αυτοί που έλεγαν και  έθεταν τους προβληματισμούς δεν φαίνονταν τυχαίοι άνθρωποι. Ήταν κληρικοί, με μόρφωση και με καλή ζωή. Έτσι τουλάχιστον έδειχναν. Και ό,τι έλεγαν το στήριζαν και στην Αγία Γραφή. Πώς κανείς να αμφισβητήσει τα λεγόμενά τους; Ήξεραν βέβαια και την αντίδραση των ορθοδόξων, μα μήπως τελικά οι άλλοι, είχαν περισσότερο δίκιο; Και δεν φαινόταν πιο λογικό πράγματι, πιο κοντά σ’ αυτό που πίστευαν για τον Κύριο Ιησού Χριστό, ότι είναι μόνο Θεός; Είναι ο Θεός μας, που έγινε μεν άνθρωπος, αλλά η ανθρώπινη φύση Του απορροφήθηκε από τη θεϊκή φύση Του. Τι πιο λογικό; Τι πιο ταιριαστό στη θεϊκή παντοδυναμία!
Οι αμφιβολίες γι’ αυτά που πίστευαν υπεισέρχονταν αδιόρατα και ύπουλα στην αρχή. Και σιγά σιγά γίνονταν βεβαιότητες, μέχρις ότου εντάχτηκαν τελικά και οι ίδιοι στους Σεβηριανούς. Ναι, αυτοί πρέπει να είχαν το περισσότερο δίκιο. Ο Χριστός, κυρίως Θεός. Αυτό ταίριαζε περισσότερο σε ό,τι είχαν κατά νου για Εκείνον. Και από την άλλη, οι οπαδοί του Σεβήρου, δεν ήταν σαν τους ακραίους μονοφυσίτες: εκείνοι έδειχναν φανατισμένοι. Αυτοί ήταν πιο μετριοπαθείς. «Η μεσότητα. Ούτε το ένα άκρο ούτε το άλλο» - αυτό ακουγόταν πιο… αληθινό! Κι ακόμη: ο ίδιος ο Σεβηριανός. Σπουδαίο μυαλό, ρήτορας καταπληκτικός – «Χρυσόστομο» δεν τον αποκαλούσαν κι αυτόν; - που οι ερμηνείες του στην Αγία Γραφή όντως σε έπειθαν και σε καθήλωναν!  Κι ήταν τυχαίο που και ο ίδιος ο αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Χρυσόστομος τον είχε στο πλευρό του - «το δεξί του χέρι» που λένε; Τι κι αν αργότερα διαφώνησαν και χώρισαν; Ο Σεβήρος εξακολουθούσε να είναι μεγάλη προσωπικότητα. Ακόμη και ο αυτοκράτορας Αρκάδιος με την αυτοκράτειρα Ευδοξία τον είχαν από κοντά. Δεν συνέφερε τον Γερμανό με τον Κοσμιανή κι απ’ αυτήν την πλευρά να είναι με τον Σεβήρο και τους οπαδούς του;
Σταμάτησαν να πηγαίνουν στους ορθοδόξους ναούς. Επέλεγαν εκεί που ήξεραν ότι οι ιερείς ανήκουν στους οπαδούς του Σεβήρου. Σταμάτησαν και να κοινωνούν τα άχραντα μυστήρια των ορθοδόξων. Το σώμα και το αίμα του Χριστού τούς φαινόταν πιο… έγκυρο στις συνάξεις των δικών τους, των Σεβηριανών. Το μόνο που τους ενοχλούσε και τους πονούσε ήταν ο σχολιασμός τους: λόγω της υψηλής θέσης τους τούς είχαν στο στόμα τους και οι θαμώνες ακόμη των καφενέδων. Ακουγόταν από τους ορθοδόξους η θεωρούμενη απόκλισή τους!
«Σε καταλαβαίνω, Κοσμιανή», απάντησε ο Γερμανός. «Την ημέρα με τόσο κόσμο είναι λίγο δύσκολο πια να πας να προσκυνήσεις. Τη νύχτα όντως θα είσαι μόνη σου. Θα μπορέσεις να προσκυνήσεις χωρίς διάσπαση. Να προσευχηθείς. Να γονατίσεις στον τάφο του Κυρίου μας». Σταμάτησε για λίγο. Είπε μετά αποφασιστικά: «Θα δω τι θα κάνω. Μάλλον θεώρησέ το βέβαιο ότι θα γίνει το θέλημά σου».
Η Κοσμιανή έκλινε το κεφάλι της μπροστά στον πατρίκιο σύζυγό της. Τον ευχαρίστησε θερμά και τον αγκάλιασε.
Η Κοσμιανή βρισκόταν πια μέσα στον πανίερο ναό της Αναστάσεως του Κυρίου. Οι φύλακες και οι ιερείς ήταν «μιλημένοι» κι αμέσως της άνοιξαν τις θύρες. Σεβάστηκαν την επιθυμία της να βρεθεί μόνη της στο Ιερό και στον τάφο του Κυρίου.
Σταυροκοπήθηκε και προχώρησε με δέος. Με αργά βήματα. Η ησυχία την υπόβαλε και της δημιούργησε ένα κλίμα κατάνυξης. Λίγα βήματα ακόμη και θα βρισκόταν μπροστά σ’ Εκείνον που είχε επιλέξει ως αρχηγό της πίστης της. Μπροστά στον Θεό της!
Ξάφνου, ακινητοποιήθηκε από τον φόβο της! Κάποιες γυναίκες εμφανίστηκαν εντελώς απρόσμενα μπροστά της. Κάποιες που περικύκλωναν μία επιβλητική γυναίκα και μαυροφόρα! Κόντεψε να λιποθυμήσει. Η μαυροφόρα ήταν η… Κυρία Θεοτόκος! Η Παναγία Μητέρα του Κυρίου ενώπιόν της! Δεν είχε καμία αμφιβολία! Έγειρε αμέσως για να προσκυνήσει, αλλά η φωνή της Θεοτόκου την κράτησε όρθια! Τα λόγια Της ακούστηκαν στ’ αυτιά της γεμάτα γλυκασμό αλλά και με μια αυστηρότητα που την… πάγωσε.
«Εσύ, δεν είσαι από εμάς, γι’ αυτό και δεν μπορείς να μπεις εδώ μέσα. Δεν είσαι  δ ι κ ή   μ α ς!». Οι τελευταίες λέξεις ήχησαν σα μαστίγιο για την Κοσμιανή.
Δεν άντεξε. Πρόσπεσε στα γόνατα και ικετευτικά άρχισε να παρακαλεί: «Σε παρακαλώ, Κυρία Θεοτόκε, άφησέ με να προχωρήσω. Τον Υιό και Θεό Σου λατρεύω κι εγώ. Λυπήσου με». Τα δάκρυά της βρύσες γέμιζαν το έδαφος.
Η Παναγία ήταν ανένδοτη. Ο λόγος Της απολύτως σταθερός και σαφής: «Σε βεβαιώνω, γυναίκα – δεν θέλησε να την ονοματίσει, κι αυτό  τσάκισε την Κοσμιανή – δεν θα μπεις εδώ μέσα, μέχρις ότου έρθεις σε μυστηριακή κοινωνία με εμάς»!
Τα πάντα φωτίστηκαν στο μυαλό της γονατισμένης Κοσμιανής. Όλες οι πεποιθήσεις της για τον Ιησού Χριστό με βάση τους Σεβηριανούς γκρεμίστηκαν διαμιάς! «Είμαι αιρετική. Κι εγώ και ο σύζυγός μου! Όλοι οι οπαδοί του Σεβήρου είναι έξω από την κανονική Εκκλησία. Δεν τους θέλει η Παναγία. Δεν τους θέλει άρα ο ίδιος ο Κύριος!»
«Μετανοώ!» κατόρθωσε να ψελλίσει, γέρνοντας περισσότερο το κεφάλι της και ασπαζόμενη τα πόδια της Θεοτόκου. «Αμέσως τώρα, θα φωνάξω τον διάκονο που βρίσκεται στον Ναό, να μου φέρει τη θεία Κοινωνία των ορθοδόξων. Γίνομαι αμέσως ορθόδοξη. Φεύγω από την αίρεση και ακολουθώ αυτό που είναι η αλήθεια».
Η Παναγία και οι γυναίκες εξαφανίστηκαν από μπροστά της. Ο διάκονος που πράγματι ανταποκρίθηκε στην επιθυμία της,  παραξενεμένος την κοινώνησε. Μετάλαβε με μεγάλη συναίσθηση το άγιο σώμα και αίμα του μεγάλου Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού.
Ένιωσε έναν ιδιαίτερο γλυκασμό στην καρδιά και στο σώμα της. Πήρε δύναμη κι έκανε να προχωρήσει προς το Ιερό. Να προσκυνήσει το μνήμα του Κυρίου.
Ο δρόμος πια ήταν ανοιχτός. Έμεινε γονατισμένη και με δάκρυα στα μάτια μέχρι τα ξημερώματα. Ο Κύριος διά της Θεοτόκου την είχε κερδίσει. Το ίδιο αργότερα και τον πατρίκιο σύζυγό της.  
 
(Από το "Λειμωνάριον" του Ιωάννου Μόσχου, κεφ. 48)

Σάββατο 25 Μαρτίου 2017

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΤΑΡΙ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ… (28)


Ο διπλός θάνατος
Ο Σωφρόνιος βάδιζε κατά μήκος της Νεκράς Θάλασσας. Η σκιά του κάτω από τον ισχυρό ήλιο σχηματιζόταν με περίεργες γραμμές, κι ό,τι διαγραφόταν απ’ αυτήν έγλυφε τα αλμυρά νερά της Θάλασσας. Στην πραγματικότητα μιλάμε για τη σκιά της… σκιάς του εαυτού του. Γιατί ο Σωφρόνιος ήταν αυτό που λένε «πετσί και κόκκαλο». Η σκληρή άσκηση της πρακτικής καλογερικής ζωής τον είχε πλήρως απορροφήσει: είχε κατανοήσει αφότου έγινε καλόγερος ότι αν θέλει να προχωρήσει στην πνευματική ζωή, αν θέλει να νιώσει αληθινά την παρουσία του Κυρίου στη ζωή του, θα έπρεπε να αντιμετωπίσει έναν επικίνδυνο «εχθρό», που την ίδια στιγμή ήταν και ο καλύτερος και πρώτος φίλος του! Το ίδιο το σώμα του… Χρόνια λοιπόν πάλευε στον αγώνα της νηστείας και της εγκράτειας.  Και μαζί μ’ αυτήν και στον αγώνα της φτώχειας. Δεν είχε τίποτε δικό του, ενώ και τα ρούχα του ήταν κυριολεκτικά κουρέλια απ’ την πολυκαιρία, που αν τα ‘δινε και στον πιο φτωχό ζητιάνο,  εκείνος δεν θα καταδεχόταν να τα πάρει.
Είχε επιλέξει εκ νεότητος την καλογερική ζωή. Σε κοινόβιο πρώτα, κι έπειτα μόνος στην έρημο της Νεκράς Θάλασσας. Με την άδεια του ηγουμένου του, ο οποίος έβλεπε τις ασκητικές επιδόσεις του καλογέρου του και τη βαθιά αγάπη που τον συνείχε για τον Ιησού Χριστό τον Κύριο, βρέθηκε σε μια σπηλιά της σκληρής και απαράκλητης αυτής περιοχής. Θέλησε να γίνει «βοσκός». Όχι με την κοινή έννοια, αλλά με την ερημήτικη ονομασία της εποχής: του αναχωρητή που ζει στα βουνά και τρώει μόνο άγρια χόρτα! Και δεν ήταν ο μόνος εκεί.
Η σκληρή ασκητική του ζωή βέβαια πήγαινε αντιστρόφως ανάλογα προς ό,τι ο Κύριος από πλευράς πνευματικής τού πρόσφερε: μία χάρη τόσο μεγάλη μερικές φορές, που όχι μόνο γλύκαινε τις πνευματικές του αισθήσεις και τον έκανε να βυθίζεται στη θεωρία του αγαπημένου προσώπου Εκείνου, όπως και της Παναγίας Μητέρας Του, αλλά τον έκανε να χάνει τότε και την έννοια του χρόνου, μεταφερόμενος σε άλλες υψιπετείς καταστάσεις που δεν είναι εύκολο να περιγραφούν. Ω, ο Σωφρόνιος μακάριζε την ώρα και τη στιγμή της εξόδου του από τον κόσμο. Γιατί ήταν η ώρα της εισόδου του στα μυστικά και άρρητα κάλλη του «κρυπτού της καρδίας ανθρώπου»· της εύρεσης αυτού που ο Κύριος ονόμασε «εντός ημών Βασιλεία των Ουρανών».
Βάδιζε λοιπόν ο μεσήλικας Σωφρόνιος κάτω από τον πυρωμένο ήλιο, και αν είχε κανείς τη δυνατότητα να τον προσεγγίσει από κοντά θα έβλεπε το σκαμμένο από την άσκηση πρόσωπό του, αλλά και τα δάκρυα που έρρεαν διαρκώς από τα βαθουλωμένα μάτια του, ψάχνοντας τρόπο σαν από ντροπή να βρουν καταφύγιο και να χαθούν μέσα στα ψαρά και δασιά γένια του. Έκλαιγε ο καλόγερος, κι όχι μόνο τώρα – τα δάκρυα είχαν γίνει δεύτερη φύση του – γιατί ένιωθε το βάρος των αμαρτιών του. Όσο μάλιστα ο Κύριος τον φώτιζε και του έδινε τις δωρεές των χαρίτων Του, τόσο καταλάβαινε σε τι άβυσσο πτώσης βρίσκεται, πόσο ο άδης της ψυχής του τον καταβάλλει και τον σέρνει στη δίνη της δικής της κόλασης! Πενθούσε λοιπόν ο Σωφρόνιος, γιατί έβλεπε τις αμαρτίες του. Κι όσο περνούσε ο καιρός, τόσο αύξανε και το πένθος, τόσο αύξανε και το βάθος της ταπείνωσής του.
Ένας λογισμός άρχισε να αναπτύσσεται μέσα του και να παίρνει τη μορφή της έμπονης προσευχής: να φύγει από τη ζωή αυτή, γιατί όσο μένει, τόσο και αυξάνει τις αμαρτίες του. Διαπίστωνε ότι υπήρχαν φορές, πολλές φορές, ότι το μυαλό του δεν βρίσκεται εκεί που ζητάει ο Κύριος: στην απόλυτη αγάπη προς Εκείνον. Η απαρχής εντολή του Θεού, «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της ψυχής, εξ όλης της καρδίας, εξ όλης της διανοίας, εξ όλης της ισχύος, και τον πλησίον σου ως σεαυτόν» τον συνείχε σε τέτοιο βαθμό, ώστε αποτελούσε τη μοναδική σκέψη και εργασία του νου του. Αυτό μάλιστα το «εξ όλης» το βίωνε ως μαστίγωμα της ύπαρξής του. Γιατί έφερνε στην επιφάνεια την… αμέλεια της ζωής του. Πώς να μπορέσει να βρίσκεται εκατό τοις εκατό στην αγάπη του Θεού και του συνανθρώπου; Κατ’ ανάγκην ως άνθρωπος έπρεπε να ασχοληθεί και με τα… επίγεια. Κάθε φορά λοιπόν που ο λογισμός του ξέφευγε σ’ αυτά, δεν έχανε την αγάπη του Θεού; Οπότε ένιωθε… βρώμικος ψυχικά. Γιατί ήξερε πως «ακάθαρτος ενώπιον  Κυρίου πας παράνομος». «Κι εγώ είμαι παράνομος, αφού παραβαίνω τον νόμο του Θεού», ψιθύριζε διαρκώς μέσα του.
Αυτό τον διακατείχε και την ώρα που βάδιζε στην ακροθαλασσιά. Κι αισθανόταν ότι η περίεργη και μοναδική αυτή ιστορική θάλασσα, που ήταν το αποτέλεσμα της αμετανοησίας των ανθρώπων της περιοχής παλιά – ό,τι εισέπραξαν οι άνθρωποι των Σοδόμων και των Γομόρρων από τη φωτιά και το θειάφι που έβρεξε ο Θεός – του ταίριαζε απόλυτα. Γι’ αυτό άλλωστε και κατέβαινε στη θάλασσα αυτή, από τη σπηλιά του στο βουνό. Γιατί τον προκαλούσε να σκεφτεί, να στοχαστεί, να πενθήσει ακόμη περισσότερο για τον «άδη» του, να προσευχηθεί με πύρινα δάκρυα. «Φωτιά και αρμύρα των δακρύων», έκανε τον συσχετισμό με τη Νεκρά Θάλασσα, και ήταν η στιγμή που λίγο σαν να χαμογέλασε. Για να συνέλθει αμέσως από το… ολίσθημα. «Κύριε, πάρε με για να μη συνεχίζω να αμαρτάνω», επανέλαβε. «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».
Άκουσε ξάφνου φωνές, δυνατές και αγριωπές. Μαζί και γέλια αδιάντροπα. Παραξενεύτηκε. Και λίγο ταράχτηκε. Χαλούσαν την ησυχία του τοπίου.  Στο βάθος μπροστά του διέκρινε φιγούρες, που λίγο λίγο γίνανε πιο ευδιάκριτες.
«Σαρακηνοί», μονολόγησε, και σκοτείνιασε λίγο το πρόσωπό του. Πήρε να προσεύχεται για τα πλανεμένα αυτά αδέλφια του. Τα ‘δε όπως είχε πια συνηθίσει να βλέπει όλον τον κόσμο, γνωστό και ξένο: σαν την άλλη, άγνωστη, πλευρά του εαυτού του. «Τον πλησίον σου ως σεαυτόν», ήλθε και πάλι η εντολή στη σκέψη του.
Τον πλησίασαν. Τον κοίταξαν περίεργα, άγρια, με μίσος. Ένας σαν να κοντοστάθηκε. Ο Σωφρόνιος προσευχήθηκε ακόμη περισσότερο. Έκανε ένα νεύμα σαν υπόκλιση. Τους προσπέρασε. Τον προσπέρασαν. Οι φωνές τους γίνηκαν ακόμη πιο άγριες. Φάνηκε ότι τον ειρωνεύονταν και ότι τον σάρκαζαν. Ο Σωφρόνιος συνέχιζε την προσευχή του. Τους στοχασμούς του. Ο νους του σαν να αρπάχτηκε σε θεωρία του Κυρίου. Μια γαλήνη δέσποζε μέσα στην καρδιά του. Ένιωσε τη χάρη του Θεού ολότελα ξαφνικά εκείνη την ώρα να τον πλημμυρίζει.
Ξαφνικά, έγινε σιωπή. Οι φωνές των Σαρακηνών σταμάτησαν. Ασυναίσθητα, στράφηκε προς τα πίσω. Κι είδε τον ένα από αυτούς και πάλι να τον πλησιάζει. Ερχόταν σχεδόν τρέχοντας προς αυτόν, ίσια καταπάνω του. Το χέρι του Σαρακηνού οπλίστηκε με το κοφτερό σπαθί του. «Κύριε Ιησού Χριστέ…», ήταν οι τελευταίες λέξεις του, κι η εικόνα του άγριου Σαρακηνού έγινε η εικόνα του αγίου αγγέλου του. Το αγιασμένο κεφάλι έπεσε και κύλισε προς την πλευρά της θάλασσας, η οποία ξαφνιάστηκε και ρίγησε, νιώθοντας την αρμύρα της ν’ αυξάνει από τα δάκρυα που ακόμη κυλούσαν από τα βαθουλωμένα μάτια…
Δεν επέτρεψε ο Κύριος να δει ο Σωφρόνιος δύο πράγματα. Δεν είδε  την άμεση επέμβαση της Πρόνοιας του Θεού. Γιατί έδωσε εντολή ο Κύριος σ’ ένα όρνιο που πετούσε λίγο παραπέρα, να γυρίσει σαν αέρας καταπάνω στον Σαρακηνό. Το όρνιο άρπαξε το όργανο του διαβόλου με τα τεράστια σιδερένια νύχια του, το πήγε ψηλά στον ουρανό και το άφησε να πέσει πάνω στις πέτρες, θρυμματίζοντας κάθε κόκκαλο και ακέραιο σώμα. Οι δαίμονες παραμόνευαν και παρέλαβαν με χαρά και ουρλιαχτά την άθλια ψυχή του.
Δεν είδε επίσης ο Σωφρόνιος, σκεπασμένος από τους αγίους αγγέλους και προσβλέποντας στο φως του Ήλιου της δικαιοσύνης που τον φώτιζε, τρεις άλλους ερημίτες, «βοσκούς» σαν κι αυτόν, που από παρακείμενο βουνό παρακολουθούσαν ό,τι διαδραματιζόταν.
Συγκλονισμένοι αυτοί, σταυροκοπήθηκαν και γονάτισαν. Με δάκρυα στα μάτια ξεκίνησαν να προσεύχονται και για τις δύο ψυχές…
(Από το «Λειμωνάριον» του Ιωάννου Μόσχου, κεφ. 21)