«Οι άγιοι κατάγονταν από την Έδεσσα
της Συρίας κι έζησαν επί βασιλείας Ιουστίνου του νέου. Κινούμενοι από θείο πόθο
έφτασαν στα Ιεροσόλυμα, κι αφού προσκύνησαν το Τίμιο Ξύλο του Σταυρού, πήγαν
στο μοναστήρι του αγίου Γερασίμου, για να γίνουν καλόγεροι. Πράγματι έλαβαν το
σχήμα το μοναχικό από τον ηγούμενο Νίκωνα, αλλά πριν τη συμπλήρωση επτά ημερών,
έφυγαν και κατοίκησαν στην έρημο, όπου και παρέμειναν επί σαράντα ολόκληρα
χρόνια, ζώντας με μεγάλη άσκηση και σκληραγωγία. Έπειτα, ο μεν Ιωάννης
παρέμεινε εκεί, ενώ ο μακάριος Συμεών επέστρεψε στην αγία Πόλη, παρακαλώντας
στην προσευχή του να ζήσει εντελώς αφανής, γι’ αυτό και αφού προσποιήθηκε ότι
είναι μωρός, έφτασε στην πόλη της Εμέσης. Στην κατάσταση αυτή της προσποίησης
της σαλότητας έκανε πολλά θαύματα κι έπειτα αναπαύθηκε εν Κυρίω. Μετά το τέλος
του όμως έγινε φανερό ένα ακόμη από τα θαύματά του, το οποίο και αναφέρουμε:
Καθώς τον οδηγούσαν για να τον θάψουν δύο άνδρες, χωρίς καμία φροντίδα, χωρίς καθαρισμό
και χωρίς θυμιάματα και ψαλμωδίες, έτυχε να περάσουν κάτω από τον οίκο ενός
Εβραίου. Εκείνη την ώρα λοιπόν που περνούσε το λείψανο του αγίου, ακούστηκαν
γλυκύτατες δοξολογίες από πλήθος ανθρώπων, σαν να τον προέπεμπαν και να τον
περιτείχιζαν όλοι αυτοί, τόσο που ο Εβραίος έσκυψε να δει τι γίνεται. Αυτός
τότε είδε ότι προπέμπεται ο Συμεών, κρατούμενος μόνον από δύο φτωχούς άνδρες,
οπότε είπε: “Είσαι μακάριος, σαλέ, γιατί μη έχοντας ανθρώπους να σε ψάλουν,
είχες επουράνιες Δυνάμεις να σε τιμούν με ύμνους”. Αμέσως τότε κατέβηκε και με
τα ίδια του τα χέρια τον φρόντισε και τον κήδευσε. Μετά από ημέρες, ήλθε ο
φίλος και συνασκητής του Ιωάννης, που τον βρήκε να έχει εκδημήσει προς τον
Κύριον».
Το θαυμαστό και παράδοξο από το συναξάρι των οσίων αυτών δεν εξαντλείται
ίσως στη διά Χριστόν σαλότητα του Συμεών - η σαλότητα ως τρόπος τελειώσεως του
ανθρώπου είναι πέραν αυτών που γνωρίζουμε από τη συνήθη πνευματική ζωή των
αγίωνˑ είναι, θα λέγαμε, μία νόμιμη οδός «παρανομίας». Γι’
αυτό και δεν μπορούν οι περισσότεροι να ακολουθήσουν ουδ’ επ’ ελάχιστον την οδό
αυτή, ενώ όσοι την ακολούθησαν ανήκουν σε μία πολύ μικρή ομάδα, που έλαβαν από
τον Θεό το χάρισμα τούτο. Εκείνοι οι οποίοι
χωρίς την ιδιαίτερη κλήση από τον Θεό θέλησαν να υπάγουν «εμπαίξαι τον κόσμον»,
διεπίστωσαν πολύ σύντομα ότι απατήθηκαν από τον διάβολο και εμπαίχτηκαν από
αυτόν.
Αιτία για τον δαιμονικό εμπαιγμό τους ήταν το γεγονός ότι μάλλον δεν
μέτρησαν σωστά τις αντοχές τους. Η σαλότητα απαιτεί τεράστια ψυχική δύναμη,
εκτός από αυτήν που δίνει η χάρη του Θεού, διότι ο εμπαίζων τον κόσμο σημαίνει
ότι έρχεται αντιμέτωπος με την ενυπάρχουσα στον άνθρωπο ανάγκη κοινωνίας με
τους άλλους ανθρώπους – ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από τον Θεό να είναι κοινωνικό
ον. Πρέπει ο διά Χριστόν σαλός να έχει βάλει τον εαυτό του στο κατώτερο δυνατό
σημείο σε σχέση με τους άλλους, να ζει δηλαδή ορθά την κατά Χριστόν ταπείνωση,
πάντοτε με την ευλογία ασφαλώς του Γέροντά του για να μη «διαλυθεί» ψυχικά από
την περιφρόνηση των ανθρώπων που συνοδεύει μία τέτοια επιλογή ζωής. Κι αυτό
σημαίνει ότι ένας τέτοιος άνθρωπος νιώθει διαρκώς συνδεδεμένος με τον Θεό, ο
Οποίος Αυτός μόνος τον στηρίζει και τον παρηγορεί.
Είπαμε, όμως, ότι δεν είναι η σαλότητα του αγίου Συμεών
το μόνο θαυμαστό και παράδοξο από τη ζωή και των δύο αγίων. Θαυμαστό και
παράδοξο είναι και το γεγονός ότι ούτε επτά ημέρες δεν πέρασαν από την κουρά
τους σε μοναχούς κι οι άγιοι εγκατέλειψαν το μοναστήρι τους για να πάνε στα
ενδότερα της ερήμου και να μονάσουν. Γιατί είναι παράδοξο τούτο; Διότι κατά την
κανονική παράδοση της Εκκλησίας μας και την κανονική πνευματική ζωή, ένας
μοναχός για να φύγει και να μονάσει μόνος πρέπει να έχει διέλθει αρκετά έως
πολλά χρόνια μοναχικής ζωής σε κοινόβιο. Διαφορετικά, τον παραλαμβάνει ο
διάβολος και τον εμπαίζει και στη φάση αυτή. Στην κανονικότητα όμως υπάρχουν
πάντοτε και οι εξαιρέσεις. Και στους αγίους βλέπουμε πράγματι την εξαίρεση. Προφανώς,
ήταν τέτοια η αγάπη τους στον Θεό, ενεργούσε τόσο θαυμαστά η χάρη Του στην
καρδιά τους, ώστε έλαβαν πληροφορία για την έξοδό τους αυτή.
Μα, υπάρχει και τρίτο θαυμαστό και παράδοξο στη ζωή τους, και μάλιστα από
το συναξάρι του αγίου Συμεών: ο Θεός θέλησε να φανερώσει τη μεγάλη αγιότητά του
όχι σε έναν ή περισσοτέρους χριστιανούς, αλλά σε έναν Εβραίο. Δεν είναι βεβαίως
το σύνηθες. Προφανώς όμως και πάλι, ο Εβραίος αυτός δεν ήταν τυχαίος άνθρωπος.
Πρέπει να ήταν καλοδιάθετος, όχι φανατισμένος, με γνησιότητα αναζήτησης της
αλήθειας, γι’ αυτό και ο Θεός τον κάλεσε στη χριστιανική πίστη μέσα από το
θαυμαστό περιστατικό της εξοδίου πορείας του Συμεών, τον οποίο φαίνεται ότι
γνώριζε, αλλ’ ως σαλό. «Τις έγνω νουν Κυρίου ή σύμβουλος αυτού εγένετο;» Ο Θεός είναι ο
κατεξοχήν εφευρετικός στις κλήσεις των ανθρώπων, γιατί βεβαίως είναι ο μόνος «γινώσκων τα εγκάρδια». Με άλλα λόγια η παραδοξότητα της ζωής των αγίων αυτών,
και μάλιστα του Συμεών, συνεχίστηκε και μετά τον θάνατό του.
Θαυμάζουμε τον τρόπο ζωής των αγίων Ιωάννη και Συμεών του διά Χριστόν σαλού. Δεν μπορούμε όμως (και δεν πρέπει), έστω και σαν σκέψη, να ακολουθήσουμε τη συγκεκριμένη τους επιλογή. Ιδιαιτέρως το χάρισμα της διά Χριστόν σαλότητας στην εποχή μας παρα…είναι σπάνιο, διότι, ίσως, όπως έλεγε και ο όσιος Παΐσιος ο αγιορείτης, η εποχή μας βρίθει γενικώς σαλών. Δεν χρειάζονται και άλλοι! Η αγάπη τους όμως προς τον Θεό και η τεράστια ταπείνωσή τους, ναι, είναι αρετές που πρέπει πάντοτε να έχουμε κατά νου και ενώπιόν μας. Ο άγιος υμνογράφος μας βοηθάει σ’ αυτό, καθώς μας «ζωγραφίζει» την πνευματική εικόνα του αγίου Συμεών, συνεπώς αντιστοίχως και του συνοδοιπόρου του Ιωάννη: «Μετριόφρων και συμπαθής και φιλόθεος και γεμάτος αγάπη φάνηκες θεόπνευστε, ταπεινός και πράος, σαν άγγελος περπατώντας στη γη κι έχοντας ουράνια διαγωγή. Γι’ αυτό και αναπαύθηκε σ’ εσένα λόγω της ψυχικής σου καθαρότητας, μακάριε Συμεών, ο Πατήρ, ο Υιός και το Πνεύμα το Άγιον» (στιχ. εσπ.).






