Μία αληθινή ιστορία
Ταξίδευε για την Αθήνα με το τραίνο μ’ έναν παραδελφό
του. Έβλεπε τα διάφορα τοπία π’ αντανακλούσαν στα μάτια του, μα ο ίδιος ήταν
βυθισμένος στις σκέψεις του. Ο νεαρός άλλος καλόγερος το’ χε ρίξει από ώρα στον
ύπνο. Η προτροπή του Γέροντά του ηχούσε ακόμη στ’ αυτιά του.
«Πήγαινε, παιδί
μου, στην Αθήνα, για τις δουλειές του μοναστηριού, μα να πας να προσκυνήσεις
και τον άγιο του Θεού. Μπορεί η Εκκλησία μας να μην έχει διακηρύξει ακόμη τον
αγιότητά του, μα είναι ζήτημα χρόνου γι’ αυτό. Εγώ τον είχα γνωρίσει και είμαι
πεπεισμένος για το πόσο μεγάλος είναι. Ο Πορφύρης, όπως τον λέγανε οι
γεροντότεροι του Όρους. Ο άγιος Πορφύριος για μένα και για τους περισσοτέρους.
Σπουδαία και μεγάλα τα χαρίσματά του. Σαν κι αυτόν κάθε διακόσια χρόνια
φανερώνεται από τον Θεό στην Εκκλησία».
«Πώς κι απέκτησε τόσα χαρίσματα, Γέροντα;» είχε ρωτήσει.
«Και μάλιστα ζώντας τα περισσότερα χρόνια έξω από τον Άγιον Όρος. Πού; Στο
κέντρο της Αθήνας, την Ομόνοια! Είναι δυνατόν;»
«Βεβαίως, παιδί μου. Γιατί δεν είναι ο τόπος που κάνει
τον άγιο, αλλά ο τρόπος της ζωής του. Μην ξεχνάς από την άλλη, ο Γερο-Πορφύριος
έφυγε από το Όρος όχι γιατί ο ίδιος το θέλησε, αλλά γιατί οι περιστάσεις με την
υγεία του έκαναν τους Γεροντάδες του να του δώσουν κατ’ ανάγκην ευλογία για να
βρεθεί στον τόπο των γονιών του καταρχάς, κι έπειτα στην Αθήνα ως κληρικός που
έγινε. Κινδύνεψε μάλιστα να φύγει από τη ζωή νεαρός που ήταν, κι αν δεν
αποφάσιζαν να τον στείλουν στους γιατρούς οι Γέροντές του δεν ξέρουμε αν θα
μπορούσε να ζήσει».
«Τι χαρακτηριστικό ιδιαίτερο είχε, Γέροντα; Ποιος ήταν
αυτός ο τρόπος της ζωής του; Έχω ακούσει αρκετά βεβαίως, όλοι οι προσκυνητές
που έρχονται στη Μονή μας, τουλάχιστον οι περισσότεροι, μας λένε για την
αγιότητά του και τα θαυμαστά σημεία που συνοδεύουν τις διάφορες ενέργειές του, αλλά
μέσα μου σαν να ορθώνεται ένα αγκάθι που με τριβελίζει και με κάνει να αρνηθώ
ότι ένας άνθρωπος καλόγερος που τελικά κατέληξε έξω από τη Μονή της μετανοίας
του άγιασε, όπως λες» - φάνηκε λίγο
εξουθενωμένος ο π. Πέτρος, ο καλός νέος στην ηλικία αδελφός του ιστορικού
αγιορείτικου μοναστηριού, που εδώ και κάποια χρόνια αγωνιζόταν τον καλό αγώνα
της μετανοίας του, «υποπιάζοντας το σώμα του και δουλαγωγώντας το», όπως λέει
και ο απόστολος.
«Ναι, πρέπει να το ξαναπούμε», είπε σκεφτικός ο Γέροντας
κι έσκυψε το κεφάλι μνημονεύοντας το όνομα του Κυρίου. «Και δεν πρόκειται να
πάψω να τονίζω το κύριο χαρακτηριστικό αυτού του μεγάλου αγίου της εποχής μας,
που είναι και το πιο καίριο γνώρισμα κάθε αγίου οποιασδήποτε εποχής. Κατ’
ακρίβειαν, χωρίς αυτό αληθινός χριστιανός δεν υπάρχει. Μπορεί να έχει όλα τα
θεωρούμενα χαρίσματα και όλες τις αρετές, μα αν λείπει αυτό το ένα που σφράγιζε
την ύπαρξη και του Γέροντα Πορφυρίου, όλα τα άλλα είναι με ερωτηματικό. Κι αυτό
το ένα, το μοναδικό, είναι η αγία ταπείνωση – έτσι τη χαρακτήριζε και ο άγιος.
Η μεγάλη του ταπείνωση, λοιπόν, ήταν το πιο μεγάλο γνώρισμά του, γι’ αυτό και
μαγνήτισε τη θεία χάρη τόσο πολύ. «Ταπεινοίς ο Θεός δίδωσι χάριν» δεν λέει ο
λόγος του Θεού; Ε, το βλέπουμε τούτο σ’ όλο του το μεγαλείο στον άγιον αυτόν
άνθρωπο. Και ξέρεις γιατί;»
Κοίταξε με απορία μεγάλη ο Πέτρος προσδοκώντας την
απάντηση.
«Διότι ενώ από πολύ μικρός, δεκαεφτάχρονος περίπου, φάνηκε να αποκτά τα μεγάλα χαρίσματα του Θεού, το διορατικό, το προορατικό, το θαυματουργικό ακόμη, ποτέ δεν ξιπάστηκε κι ούτε άφησε μέσα του κάποιο ίχνος κενοδοξίας να τον καταλάβει. Κι αυτό φανερώνει το πόσο έντονος και βαθύς ήταν ο καθημερινός αγώνας του για μετάνοια, το πόσο την κάθε στιγμή της ζωής του τη θεωρούσε ως την τελευταία του, για να μην παρασυρθεί από την πλημμύρα της χάρης του Θεού πάνω του. Κι είναι η αλήθεια αυτή εκείνο που εξηγεί και την τεράστια αγάπη που έτρεφε σε κάθε πλάσμα του Θεού, από το μικρότερο έως το μεγαλύτερο, τον άνθρωπο. «Στο πρόσωπο του συνανθρώπου βλέπουμε τον Χριστό», τόνιζε συχνά πυκνά, ακολουθώντας κατά γράμμα την εντολή του Κυρίου, που επιτάσσει να διακρίνουμε Εκείνον σε κάθε αδελφό μας. «Εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων εμοί εποιήσατε». Οπότε, καταλαβαίνεις, - κατέληξε ο Γέροντας – ένας τέτοιος άνθρωπος έχει γίνει ενεργούμενο του Πνεύματος του Θεού. Τον Χριστό διαπιστώνουμε στην ύπαρξή του και γι’ αυτό υποκλινόμαστε στην αγιότητά του».
💨
Φτάσανε στην Αθήνα οι καλόγεροι. Τελείωσαν με τις
δουλειές του μοναστηριού που είχαν αναλάβει. Τράβηξαν για το Μοναστήρι του Γέροντος
Πορφυρίου στη Μαλακάσα, τη «Μεταμόρφωση του Σωτήρος». Τα κατάφεραν πολύ καλά,
μιας και ο Γέροντάς τους είχε φροντίσει να ειδοποιήσει κάποιο πνευματικό τέκνο
του που σχετιζόταν με το μοναστήρι να τους εξυπηρετήσει. Προσκύνησαν το μεγάλο
ναό που ολοκληρωνόταν σιγά σιγά. Και βρέθηκαν στον «πυρήνα» του μοναστηριού από
πλευράς παρουσίας του οσίου Γέροντα: το ταπεινό κελάκι του με το κρεβατάκι του
και το ριγμένο πάνω άγιο πετραχήλι του. Εικόνες πολλές κρέμονταν από παντού,
ενώ η κεντρικότερη ήταν η αγαπημένη του αγίου, η μάνα Παναγία.
Προσκύνησε και φίλησε την εικόνα της Μεγάλης Μάνας και
στάθηκε μπροστά στο κρεβατάκι του οσίου. Οι σκέψεις της αμφιβολίας για την
αγιότητά του ήρθαν με μορφή καταιγιστική. Ένιωσε ευάλωτος. Δεχότανε επίθεση.
Θέλησε να αντιτάξει ως άμυνα την πίστη του αγίου δικού του Γέροντα. Σκέφτηκε το
πόσοι άνθρωποι βεβαίωναν και διαρκώς βεβαιώνουν την πνευματοφορία του αγίου.
«Θεέ μου, Χριστέ μου, βοήθησέ με» κατόρθωσε να προφέρει. Την πίστη του για τον
Χριστό ποτέ του δεν την αμφισβήτησε. Μα για τον συγκεκριμένο Γέροντα, που δεν
ήταν «επισήμως» άγιος της Εκκλησίας, είχε πάντοτε τις αμφιβολίες του.
«Κι αν είναι άγιος, μήπως γίνομαι βλάσφημος, αρνούμενος
το Πνεύμα του Θεού σ’ αυτόν;» του ήλθε απότομα ο λογισμός, που φάνηκε να τον
κλονίζει ακόμη περισσότερο. Γονάτισε. Φίλησε το πετραχήλι του αγίου. Ύψωσε τα
μάτια του και τον κοίταξε στη φωτογραφία του. Τα μάτια του αγίου τα ένιωσε σαν
της μάνας του, γεμάτα στοργή και θερμή αγάπη γι’ αυτόν. Το χαμόγελό του πήρε να
του παρηγορεί λίγο την ταραγμένη καρδιά. Μα, το «αγκάθι» της αμφιβολίας
λειτουργούσε καλά και πάλι μέσα του. Σηκώθηκε. Δεν έπρεπε να δείξει και σε
άλλους την εσωτερική του πάλη. Σταυροκοπήθηκε και βγήκε στον διάδρομο.
Δεν θέλησε να φύγει, έστω κι αν είδε ότι δύο πούλμαν
βρέθηκαν στο μοναστήρι για το ιερό προσκύνημα. Ο κόσμος άρχισε να συρρέει και
να παίρνει σειρά για να μπει στο κελί του αγίου. Κάποιοι ήδη είχαν αρχίσει τις
αγορές βιβλίων και διαφόρων αγιοτικών που υπάρχουν στον διάδρομο. Οι
περισσότεροι έγραφαν και τα ονόματά τους προς μνημόνευση. Το προσκύνημα
συνεχιζόταν, όπως συνεχιζόταν και η επίθεση λογισμών στον π. Πέτρο, ο οποίος
είχε σταθεί ένα βήμα πέρα από το κελί, παρακολουθώντας την όλη κίνηση. Άρχισε
να θαυμάζει την απλοϊκή πίστη αυτών των ανθρώπων. Παρακαλούσε θερμά τον Κύριο
να τον φωτίσει, να τον ενισχύσει, να του δείξει ένα «σημάδι» που θα έλυνε τον
προβληματισμό του. Ήξερε βεβαίως ότι αυτό δεν συνάδει απολύτως με την πίστη του
Χριστού – να ζητάς «σημεία και θαύματα» - μα μέσα στην απόγνωσή του το έκανε.
Τράβηξε την προσοχή του μία γερόντισσα που καθοδηγείτο
από κάποιες άλλες γυναίκες, γιατί ήταν τυφλή. Την έβαλαν στο κελί του αγίου,
προσκύνησε, βγήκε. Κι εκεί που ήταν θεατής κι οι σκέψεις του «σαν κοράκια τον
χαστούκιζαν», ένιωσε το χέρι της τυφλής γερόντισσας να αρπάζει το δικό του
χέρι. Τα δάχτυλά της σαν να ψηλάφιζαν τον καρπό του δεξιού του χεριού. Κάτι
άρχισε να του λέει. Δεν κατάλαβε. Έσκυψε να την ακούσει καλύτερα. Αυτά που του
είπε τον συγκλόνισαν. «Πάτερ, μην αμφιβάλλεις για την αγιότητα του Γέροντα.
Είναι πράγματι άγιος!» Άφησε το χέρι του και αφέθηκε στην καθοδήγηση των
γνωστών της. Τα βήματά της σύρθηκαν προς την έξοδο. Ο ίδιος όμως έμεινε
εμβρόντητος και καθηλωμένος στη θέση του.
«Μην αμφιβάλλεις για την αγιότητα του Γέροντα. Είναι
πράγματι άγιος!» Δάκρυα άρχισαν να ρέουν από τα μάτια του που δεν έκανε καμία
προσπάθεια να τα σκουπίσει. Ζητούσε «σημείο» από τον Κύριο και ο Κύριος του
έστειλε τη γερόντισσα αυτήν! Την τυφλή! Τυφλός δεν ήταν και ο όσιος Γέροντας τα
τελευταία χρόνια της ζωής του; Του πήρε το χέρι και του ψηλάφισε τον καρπό! Το
χέρι δεν έπιανε και ο άγιος και δεν ψηλάφιζε τον καρπό; Σαν να ζαλίστηκε. Βρήκε
μία καρέκλα και κάθισε. Φωτίστηκε. Η απάντηση του Θεού, είπε.
Λίγο αργότερα, μόνος μετά το προσκύνημα των προσκυνητών, ξαναμπήκε στο κελί του Γέροντα. Με δάκρυα στα μάτια αυτήν τη φορά. Χωρίς καμία αμφιβολία. Έκανε αρκετές στρωτές μετάνοιες και άφησε το κεφάλι του ακουμπισμένο στο πετραχήλι του αγίου για πολλή ώρα. Σηκώθηκε τόσο ανάλαφρος σαν να ήθελε να πετάξει. Όποιος τον έβλεπε θα έλεγε ότι ο καλόγερος αυτός είχε υποστεί κάποια θεία αλλοίωση. Τα μάτια του αντιφέγγιζαν ένα βαθύ μυστικό φως.







