Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΛΟΥΚΑ

«Άνθρωπός τις ην πλούσιος…Πτωχός δε τις ην ονόματι Λάζαρος…»

 (Λουκ. 16, 19.20)

 

Η ΓΝΩΣΤΗ ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΠΛΟΥΣΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ μας δίνει με πολύ άμεσο και εποπτικό τρόπο το βάθος όλης της πραγματικότητας. Αναφέρεται στο εδώ, την παρούσα ζωή, αλλά επεκτείνεται και στο επέκεινα, την άλλη ονομαζόμενη ζωή, ρίχνοντας συνεπώς φως εκεί που οι ανθρώπινες αισθήσεις αδυνατούν να διεισδύσουν. Από την άποψη αυτή, η παραβολή έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον ιδίως για την εποχή μας,  για την οποία τα θέματα του μεταιχμίου της ζωής με τον θάνατο θεωρούνται αγαπημένα θέματα πολλών συνανθρώπων μας, μερικές δε φορές μονοπωλούν και το ενδιαφέρον τους. Το περίγραμμα όμως αυτό της παραβολής: του εδώ της ζωής αυτής και του εκεί της άλλης, ενώ υφίσταται στην πραγματικότητα – ο λόγος του Κυρίου συνιστά πάντοτε αποκάλυψη – θέλει να τονίσει μεταξύ  άλλων την αλήθεια ότι ανάλογα με τον τρόπο που οι άνθρωποι ζουν στο εδώ, καθορίζεται και το εκεί. Η ποιότητα της ζωής στον κόσμο τούτο προσδιορίζει και την ποιότητά της στην άλλη ζωή.


1. ΤΑ ΔΥΟ ΠΡΟΣΩΠΑ ΠΟΥ ΚΥΡΙΩΣ ΠΡΟΒΑΛΛΟΝΤΑΙ στην παραβολή, ο πλούσιος και ο Λάζαρος, έχουν καταρχάς τα ακριβώς αντίθετα γνωρίσματα, και όσον αφορά στη ζωή αυτή και όσον αφορά στην άλλη. Πλούσιος ο ένας, στον κόσμο τούτο, «ευφραινόμενος καθ’  ημέραν λαμπρώς»∙ πτωχός ο άλλος, που όχι μόνον δεν έχει τα απαραίτητα προς το ζην, αλλά είναι γεμάτος και από πληγές, τις οποίες γλείφουν οι σκύλοι. Και εν μια ροπή αντιστρέφονται τα πάντα. Ο πλούσιος οδηγείται στον Άδη, στον «τόπο» δηλαδή της βασάνου, με κύριο γνώρισμα την οδύνη. Εκεί, με πλήρη συνείδηση του παρελθόντος και του παρόντος του, με επίγνωση του εαυτού του και της οικογενείας του, αλλά και με παντελή αδυναμία, ζητά έστω μία μικρή ανάψυξη για τον ίδιο, βιώνοντας το άγχος επιπρόσθετα των συγγενών του, μη τυχόν ευρεθούν στην ίδια τραγική κατάσταση με αυτόν. Ο Λάζαρος από την άλλη, οδηγημένος από αγγέλους στη Βασιλεία του Θεού, ευρίσκεται στους κόλπους του Αβραάμ, στον «τόπο» δηλαδή των δικαίων, των ευρισκομένων μέσα στο φως της παρουσίας του Θεού. Κόλαση ο ένας, Παράδεισος ο άλλος.

2. Θα ήταν σφάλμα όμως να πούμε ότι αίτιο της δραματικής αλλαγής της ζωής και των δύο ήταν ο πλούτος για τον έναν και η φτώχεια για τον άλλον. Ένας τέτοιος ισχυρισμός θα παρεξηγούσε την παραβολή και θα την υποβίβαζε στο επίπεδο μίας επιφανειακής ερμηνείας της. Κι αυτό γιατί ο ίδιος ο λόγος του Θεού μάς δίνει παραδείγματα πλουσίων που σώθηκαν, και πτωχών που κολάσθηκαν. Το παράδειγμα του πλουσίου Ζακχαίου που άκουσε από τον Κύριο «σήμερον σωτηρία τω οίκω τούτω εγένετο», είναι εντελώς ενδεικτικό. Με άλλα λόγια, δεν είναι τα υλικά αγαθά καθ’ εαυτά που σώζουν ή καταδικάζουν τον άνθρωπο, αλλά ο τρόπος χρήσεως αυτών, κάτι που σημαίνει ότι μπορεί ένας πλούσιος, ενώπιον του Θεού που γνωρίζει τα βάθη της καρδιάς, να είναι απαγκιστρωμένος από τα πλούτη του, κι ένας πτωχός να είναι σαν πλούσιος, επειδή επιθυμεί να έχει πλούτη.

3. Πράγματι, το κρίσιμο στοιχείο για τον άνθρωπο, ως προς τη σχέση του με υλικά αγαθά, είναι το παθολογικό ή όχι δέσιμο με αυτά. Το πού είναι «αγκυροβολημένη» η καρδιά είναι το ζητούμενο από τον Θεό, αφού «όπου ο θησαυρός υμών, εκεί και η καρδία υμών έσται» κατά τον Κύριο. Άνθρωπος, πλούσιος ή πτωχός, που η καρδιά του είναι στον Θεό, που έχει Εκείνον ως κέντρο της ζωή του, είναι ο άνθρωπος που έχει, με τη χάρη του Θεού, τις προϋποθέσεις ενοίκησης του Θεού μέσα στην ύπαρξή του. Κι αντιστρόφως: άνθρωπος και πάλι, πλούσιος ή πτωχός, που έχει ως κέντρο του τα υλικά αγαθά, είτε πραγματικά είτε ως επιθυμία, είναι ο άνθρωπος που αδυνατεί να σχετιστεί με τον Θεό. Διότι η καρδιά του είναι γεμάτη από άλλα πράγματα, χωρίς επομένως να υπάρχει χώρος για Εκείνον.

4. Με βάση τα παραπάνω, καταλαβαίνουμε τώρα τι ήταν εκείνο που οδήγησε σε καταδίκη τον πλούσιο και τι εκείνο που δικαίωσε τον πτωχό Λάζαρο. Ο πλούσιος καταδικάστηκε στις οδύνες της κόλασης όχι για τα πλούτη του, αλλά για την κακή διαχείρισή τους. Τα υλικά αγαθά του θεώρησε ως αποκλειστικά κτήμα δικό του, που είχαν ως μοναδικό σκοπό την απόλαυση του εαυτού του. Λειτούργησαν επομένως γι’  αυτόν σαν ένα είδος θεότητας, που τον οδήγησαν σε τύφλωση ως προς τις ανάγκες του συνανθρώπου του, και μάλιστα όχι του μακρινού, αλλά του εμπρός στα μάτια του ευρισκομένου. Με απλά λόγια, αιτία της καταδίκης του, με αφορμή τα πλούτη του, ήταν ο εγωισμός του πλουσίου: μία νοσηρή αγάπη μόνο για εκείνον, κι ίσως  και τους δικούς του. Από την άλλη, ο Λάζαρος δικαιώθηκε, όχι πάλι λόγω της έλλειψης των αναγκαίων, αλλά με αφορμή την έλλειψη αυτή, λόγω της υπομονής την οποία επέδειξε, τέτοια που δεν οδηγήθηκε ούτε σε γογγυσμό κατά του Θεού ούτε κατά του πλουσίου συνανθρώπου του. Από την άποψη αυτή, αιτία της σωτηρίας και της δικαίωσής του ήταν η διατήρηση της αγάπης του προς τον Θεό και προς τον συνάνθρωπο, συνεπώς η επιμονή του στην εμπιστοσύνη του Θεού, η πίστη  ότι ο Θεός είναι ο αποκλειστικός βοηθός του. Δεν πρέπει να είναι άσχετο το γεγονός ότι το όνομά του «Λάζαρος», σημαίνει ακριβώς αυτό: «ο Θεός είναι βοηθός».

5. Το γεγονός ότι με την παραβολή προβάλλεται το θέμα της χρήσεως των υλικών αγαθών, μας δίνει την ευκαιρία να πούμε τι ο λόγος του Θεού και η Πατερική εκφορά του τονίζουν για τον πλούτο. Χωρίς να πολυλογήσουμε, η χριστιανική πίστη θεωρεί ότι ο πλούτος είναι μία δωρεά του Θεού που δίνεται στον άνθρωπο, προκειμένου αυτός, χρησιμοποιώντας τον πλούτο με ορθό τρόπο, να σωθεί. Και ορθός τρόπος είναι η με αγάπη προσφορά του σ’  εκείνους που έχουν πραγματική ανάγκη. Ο Θεός δηλαδή επιτρέπει να γίνουν κάποιοι άνθρωποι, δια της ευλογίας των υλικών αγαθών, μέτοχοι της δικής Του ευεργεσίας προς τα πλάσματά του. Όπως Εκείνος αδιάκοπα προσφέρει τον πλούτο της χάρης και της αγαθότητάς Του στους ανθρώπους, κατά παρόμοιο τρόπο απαιτεί να κάνουν και οι άνθρωποι: αυτό που έχουν να το μοιράζονται με τους άλλους. Ώστε «το περίσσευμα του ενός εις το υστέρημα του άλλου». «Αλλήλων τα βάρη βαστάζετε».

Μία τέτοια στάση του ανθρώπου, προσφοράς και ευεργεσίας στους άλλους, κάνει τον άνθρωπο αυτόν να λειτουργεί ως μικρός Θεός, ανταλλάσσοντας ως καλός έμπορος τα υλικά με τα πνευματικά αγαθά. Διότι κατά την αναλογία της προσφοράς υπάρχει και η ανταπόδοση της χάρης, ή καλύτερα, ο άνθρωπος με την προσφορά προς τους άλλους αναδεικνύει την αγάπη του και συνεπώς βρίσκεται στο σημείο συντονισμού του με τον ίδιο τον Θεό που είναι αγάπη. Μία άρνηση του ανθρώπου να τοποθετηθεί έτσι, τον οδηγεί ακριβώς στα τραγικά αποτελέσματα του πλουσίου της παραβολής, ή του άφρονος πλουσίου της άλλης γνωστής παραβολής. Για να μιλήσουμε με τη γλώσσα του Μεγάλου Βασιλείου, ο πλούσιος που κρατάει τον πλούτο του μόνο για τον εαυτό του μοιάζει με το βαρυφορτωμένο καράβι που ανοίγεται στο πέλαγος. Το μόνο σίγουρο στην περίπτωση αυτή είναι ότι με την πρώτη φουρτούνα θα καταποντιστεί.

Κι αν έτσι περίπου είναι τα σχετικά με τον πλούτο, τα ίδια από άλλη οπτική είναι τα σχετικά με τη φτώχεια. Η φτώχεια δηλαδή, δεν είναι καθεαυτή αρνητικό γεγονός. Δεν εννοούμε βεβαίως  την πλήρη έλλειψη των στοιχειωδών της ζωής, διότι ο άνθρωπος τα έχει οπωσδήποτε ανάγκη για να ζήσει. Εννοούμε αυτό που λέει ο απόστολος Παύλος: «έχοντες τροφάς και σκεπάσματα, αρκεσθησόμεθα αυτοίς». Διότι «έσται πορισμός μέγας, η αυτάρκεια μετά ευσεβείας». Μία τέτοια εγκράτεια ζωής, όταν αντιμετωπίζεται με εμπιστοσύνη στον Θεό, συνιστά τον πιο εύκολο και γρήγορο τρόπο εισόδου του ανθρώπου στη Βασιλεία του Θεού. Απόδειξη, ο πτωχός Λάζαρος. Κι είναι αυτός ο περιορισμένος τρόπος ζωής, διά του οποίου μπορεί ο άνθρωπος να δει άμεσα και ορατά την πρόνοια του Θεού. Δεν υπάρχει περίπτωση – αυτό αποδεικνύει η ιστορία της Εκκλησίας – κάποιος, με στενότητα μικρή ή μεγάλη υλικών αγαθών, αλλά με διάθεση να μη χάσει την αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο, να μη δέχεται διαρκώς τις θαυμαστές επεμβάσεις του Θεού προς συντήρησή του. Σαν τον όσιο Παΐσιο, που την ημέρα της εορτής της Αναλήψεως, τότε που καταλύεται ψάρι στο Άγιον Όρος, ενώ ο ίδιος λόγω της απόλυτης ένδειάς του δεν είχε τίποτε να φάει, είδε ένα πτηνό να έρχεται πάνω από το κελί του και να του πετά ένα ψάρι. Ή σαν τον πτωχό εκείνο οικογενειάρχη κυνηγό, που κρατώντας την πίστη του στον Θεό χωρίς γογγυσμό, εύρισκε καθημερινά το θήραμά του, κατά θαυμαστό τρόπο, προς κάλυψη των αναγκών των πολλών τέκνων του.

6. Δεν θέλουμε όμως να τελειώσουμε, χωρίς την παρακάτω επισήμανση: μιλώντας για κόλαση και παράδεισο στην παραβολή, δεν πρέπει να τα εννοήσουμε από πλευράς τοπικής. Δεν είναι τόποι, ο παράδεισος και η κόλαση. Διότι δεν υπάρχει «περιοχή» εκτός Θεού. Για την πίστη μας, πρόκειται για τις καταστάσεις που ζει ο άνθρωπος, ανάλογα με τη στάση του έναντι του Θεού. Ο μετανοημένος και με αγάπη άνθρωπος ζει την παρουσία του Θεού κατά τρόπο θετικό∙ και αυτό είναι ο παράδεισος. Ο αμετανόητος, δηλαδή ο εγωιστής άνθρωπος, που έχει ως κέντρο και αξία μόνον τον εαυτό του, ενώ βρίσκεται μέσα στην ενέργεια του Θεού, αδυνατεί να ζήσει θετικά την αγάπη Εκείνου και κολάζεται. Δηλαδή, η μία και ενιαία αγάπη του Θεού προς όλους, βιώνεται είτε ως παράδεισος είτε ως κόλαση, ανάλογα με τις προϋποθέσεις και τις διαθέσεις του ανθρώπου.


ΜΕ ΤΟ ΔΕΔΟΜΕΝΟ ΟΤΙ Ο ΘΕΟΣ βλέπει τις καρδιές μας, συνεπώς τις κλίσεις της είτε προς Εκείνον είτε προς τον κόσμο και τα υλικά αγαθά του – ανεξάρτητα, όπως είπαμε, αν έχουμε πράγματι τα υλικά αγαθά ή τα επιθυμούμε - θα πρέπει να βλέπουμε τον εαυτό μας σε σχέση με τα πρόσωπα της παραβολής: τον πλούσιο ή τον Λάζαρο. Κι αυτό σημαίνει:  πότε βρισκόμαστε στη θέση του πλουσίου και πότε στη θέση του Λαζάρου, ανάλογα με το τι κυριαρχεί μέσα μας. Το επικρατούν στοιχείο μέσα μας δείχνει και τον τύπο που κάθε φορά επιλέγουμε. Συνεπώς, το ζητούμενο από εμάς είναι η καρδιά μας να είναι πάντοτε στραμμένη με αγάπη προς τον Θεό, η εμπιστοσύνη μας σ’  Αυτόν ποτέ να μη μας εγκαταλείπει, με απλά λόγια να είμαστε πάντοτε Λάζαροι. Η θέση μας έτσι στους «κόλπους του Αβραάμ» θα είναι τότε δεδομένη, όχι μόνο μετά θάνατο, αλλά ήδη από τη ζωή αυτή.

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ ΕΚ ΤΩΝ ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ ΣΤΑΧΥΣ, ΑΠΕΛΛΗΣ, ΑΜΠΛΙΑΣ, ΟΥΡΒΑΝΟΣ, ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΟΒΟΥΛΟΣ

«Από αυτούς, ο μεν άγιος Στάχυς προχειρίζεται επίσκοπος του Βυζαντίου από τον απόστολο Ανδρέα. Οικοδόμησε δε και Εκκλησία στην Αργυρούπολη, στην οποία συναθροίζονταν πλήθη Χριστιανών όχι λίγα, και τους δίδασκε. Κι αφού έζησε έτσι επί δεκαέξι χρόνια, εκοιμήθη εν ειρήνη. Ο  Απελλής έγινε επίσκοπος Ηρακλείας. Κι αφού οδήγησε πολλούς στον Χριστό, είχε τέλος μακάριο. Οι  άγιοι Αμπλίας και Ουρβανός, αφού έγιναν και αυτοί επίσκοποι από τον ίδιο απόστολο Ανδρέα, ο μεν Αμπλίας της Οδυσσούπολης, ο δε Ουρβανός της Μακεδονίας, φονεύτηκαν από τους Ιουδαίους και τους ειδωλολάτρες λόγω της ομολογίας τους για τον Χριστό και της καταστροφής των ειδώλων. Έτσι παρέδωσαν τις μακάριες ψυχές τους στον Θεό. Ο Νάρκισσος καταστάθηκε επίσκοπος των Αθηνών. Βασανίστηκε με διαφόρους τρόπους για την πίστη του και παρέδωσε κι αυτός την ψυχή του στον Θεό, για τον Οποίο έχυσε το αίμα του με προθυμία. Ο Αριστόβουλος, αφού χειροτονήθηκε και αυτός ποιμένας λογικών προβάτων, κήρυσσε τον Χριστό σε όλους, οπότε έλαβε μισθό αντάξιο των κόπων του».

Οι άγιοι αυτοί απόστολοι, ανήκοντας στον κύκλο των εβδομήκοντα μαθητών του Κυρίου, είχαν τη μοναδική και εξαίρετη ευλογία να είναι  και αυτοί κοντά στον Διδάσκαλό τους και να έχουν λάβει τη χάρη της Πεντηκοστής. Δεν βρίσκονται βεβαίως στο ύψος των δώδεκα αποστόλων, μέσα στο στερέωμα της Εκκλησίας μας, αλλά, έστω σε δεύτερο «πλάνο», λειτουργώντας εν  υπακοή των εντολών του ίδιου του Κυρίου, άρα ακολουθώντας τα ίχνη Του, αποτελούν καθηγητές των πιστών για να ζουν με την ορθή πίστη. Όπως το σημειώνει ο άγιος υμνογράφος: «Ίχνεσιν επόμενοι Χριστού, του σαρκωθέντος δι’ οίκτον Πανόλβιοι, τούτου τε προστάξεσι, θεαρχικαίς καθυπουργούντες ώφθητε, πάντων πλανωμένων, καθηγηταί προς ευσέβειαν» (Ακολουθώντας τα ίχνη του Χριστού, που σαρκώθηκε για εμάς από αγάπη, μακάριοι, και υπακούοντας στις θεϊκές Του προσταγές, φανήκατε καθηγητές όλων των πλανωμένων για την αληθινή πίστη).

 Έτσι και οι απόστολοι αυτοί έγιναν μάρτυρες Κυρίου, που απεστάλησαν από Αυτόν στον κόσμο, για να «θρέψουν» τους ανθρώπους με την τροφή του λόγου του Θεού, σε εποχή μάλιστα που αυτοί λιμοκτονούσαν από την έλλειψη της ορθής πίστεως. «Ωράθης λόγω γνώσεως, τους τω λιμώ τακέντας της πίστεως, εκτρέφων, Στάχυ θεομακάριστε, και τροφής της κρείττονος κοινωνούς εν χάριτι, εργαζόμενος σθένει του Πνεύματος» (Φάνηκες να εκτρέφεις, Στάχυ θεομακάριστε, με τον λόγο της γνώσης του Θεού, αυτούς που έλιωσαν από την πείνα της πίστης, και να τους κάνεις, με τη δύναμη και τη χάρη του Θεού,  κοινωνούς της ανώτερης τροφής). Πράγματι, ο λόγος του Θεού συνιστά τροφή για τον άνθρωπο, ενώ η έλλειψή της οδηγεί σε πνευματική λιμοκτονία, κάτι που ήδη από την Παλαιά Διαθήκη είχε εξαγγελθεί διά στόματος των Προφητών: «λιμός του ακούσαι τω Κυρίω», μαρτυρήθηκε δε έντονα και από τον ίδιο τον Κύριο, κατά τον πρώτο πειρασμό που δέχτηκε μετά τη Βάπτισή Του στη έρημο από τον διάβολο: «ουκ επ’  άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος, αλλ’  επί παντί ρήματι εκπορευομένω διά στόματος Θεού».  Πόσο άραγε έχουμε συνειδητοποιήσει την αλήθεια αυτή και εμείς οι θεωρούμενοι πιστοί χριστιανοί; Πόσο με άλλα λόγια μελετούμε το Ευαγγέλιο, μελετούμε τα λόγια δηλαδή του Κυρίου και των αγίων Του αποστόλων, μελετούμε το «ενσαρκωμένο» ευαγγέλιο -  τους βίους των αγίων της Εκκλησίας μας - μελετούμε εκείνους που  ερμήνευσαν με φωτισμό του Θεού την Αγία Γραφή, τους Πατέρες μας; Δεν  είναι κρίμα μάλιστα σε εποχή που σπείρεται πλούσια ο λόγος του Θεού, να υπάρχουν εν Χριστώ αδελφοί μας, οι οποίοι κυριολεκτικά λιμοκτονούν πνευματικά;

Οι άγιοι απόστολοι αυτοί λοιπόν σήμερα μας υπενθυμίζουν αυτήν τη μεγάλη αλήθεια. Κι ο άγιος υμνογράφος την επιτείνει ακόμη περισσότερο: οι άγιοι είναι σαν το σωτηριώδες ρεύμα  ενός ποταμού, που γλιτώνει από τα «βρομόνερα» της πλάνης και ποτίζει τους πιστούς με τη χάρη του Θεού. «Καθάπερ ρεύμα, Ουρβανέ, σωτηριώδες, τα πικρά και άποτα νάματα αποσοβών, και καταρδεύων εν χάριτι των ευσεβούντων το πλήρωμα». Μία εικόνα που παραπέμπει στον άθλο του Ηρακλή, όταν καθάρισε τους κόπρους του Αυγεία. Που σημαίνει: κάθε φορά που εμβαπτιζόμαστε στη διδασκαλία των αγίων αποστόλων, πρέπει να έχουμε αυτήν την πεποίθηση, η οποία στον καλοπροαίρετο άνθρωπο γίνεται βεβαιότητα πνευματικής αίσθησης: ότι μπαίνουμε σε ένα λουτρό, για να καθαριστούμε και να ανανεωθούμε. Ή, ότι αλατιζόμαστε με εκείνο το πνευματικό αλάτι, ώστε να μη φτάνουμε στο σημείο της σαπίλας της πλάνης. «Τω νοστίμω άλατι των σων, Αμπλία, διδαγμάτων, της πλάνης σηπεδόνα απεκάθηρας».

Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2026

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΖΗΝΟΒΙΟΣ ΚΑΙ ΖΗΝΟΒΙΑ

«Οι άγιοι ζούσαν επί της βασιλείας του Διοκλητιανού και ήταν τέκνα ευσεβών γονέων. Και ο μεν Ζηνόβιος συνελήφθη και οδηγήθηκε ενώπιον του ηγεμόνα. Καθώς λοιπόν ανακρινόταν, παρουσιάστηκε από μόνη της και η αδελφή του Ζηνοβία. Κτυπιούνται λοιπόν κα οι δύο και ρίχνονται σε λέβητα πίσσας. Διατηρήθηκαν όμως με τη χάρη του Χριστού αβλαβείς, οπότε και δέχονται τον διά ξίφους θάνατο».

Ο άγιος Ιωσήφ είναι ο υμνογράφος του κανόνα και των σήμερα εορταζομένων αγίων. Εκτός από αυτόν όμως και άλλοι υμνογράφοι εξαίρουν την αγιότητά τους, όπως για παράδειγμα ο Ιωάννης μοναχός, που και αυτός με την εξαίρετη ποιητική του γραφίδα προβάλλει  την ανδρεία των δύο αδελφών, του Ζηνοβίου και της Ζηνοβίας, οι οποίοι μαρτύρησαν υπερμαχώντας για την πίστη τους στην αγία Τριάδα, ενώ έλαβαν το στεφάνι του μαρτυρίου, πνίγοντας μέσα στο αίμα τους τον πονηρό διάβολο. «Ούτοι γαρ της Τριάδος γεγόνασιν υπέρμαχοι∙ και εν σταδίω ανδρείως τον αόρατον εχθρόν, εν τω σεπτώ αυτών αίματι απέπνιξαν, και τον της νίκης στέφανον ενδόξως εκομίσαντο». Η τελευταία επισήμανση είναι σπουδαιότατη. Διότι, πράγματι, δεν υπάρχει, κατά την πίστη μας, ισχυρότερο όπλο που κατακαίει τον διάβολο, από το αίμα των μαρτύρων. Όπου δορυφορούνται μάλιστα τα λείψανά τους, εκεί φυγαδεύεται η όποια δαιμονική ενέργεια. Δεν είναι τυχαίο ότι ένας εγκαινιασμένος ναός, στον οποίο τελείται η αναίμακτη λατρεία, η Θεία Ευχαριστία, θεωρείται ό,τι ισχυρότερο κατά του Πονηρού. Διότι ακριβώς εκεί υπάρχει το αίμα του Κυρίου μας – το απόλυτο όπλο – και μαζί με Αυτό τα λείψανα των μαρτύρων που είναι κατατεθειμένα μέσα στην αγία Τράπεζα. Μακάρι οι πιστοί να είχαμε επίγνωση των δυνάμεων που έχουμε μαζί μας, ιδιαιτέρως όταν βρισκόμαστε μέσα στον Ναό.

Ο άγιος  Ιωσήφ στον κανόνα του επιμένει πάρα πολύ  στο γεγονός της ιερωσύνης του αγίου Ζηνοβίου, την οποία συνδέει στενότατα με το μαρτύριό του. Ο άγιος, λέει, παρίσταται ενώπιον του θρόνου του Θεού, «ως ιερεύς ευπρόσδεκτος και μάρτυς άριστος»,  ενώ το μαρτύριο του αίματός του έκανε πιο έντονο το χρώμα της ιερατικής του στολής, καθιστώντας την με τη χάρη του Θεού ιερότερη. «Μαρτυρίου εν αίματι, την στολήν σου, Ζηνόβιε, επιχρώσας ένδοξε, απετέλεσας ιερωτέραν εν χάριτι». Ο άγιος υμνογράφος  εν προκειμένω επισημαίνει μία βασική αλήθεια: τη μαρτυρική  διάσταση της ιερωσύνης – απόρροια της μετοχής στην αρχιερωσύνη του ίδιου του Κυρίου -  η οποία επιτείνεται απλώς και με το μαρτύριο του αίματος. Ιερωσύνη και μαρτύριο δηλαδή βρίσκονται στο ίδιο μήκος κύματος, δείγμα ότι ο ιερέας του Χριστού βρίσκεται πάντοτε στον Σταυρό - η διακονία του είναι οδύνη και πάθος. Ορθά όμως βιούμενη αποκαλύπτει και την περικλειόμενη σ’ αυτήν ανάσταση. Κι είναι ευνόητο ότι τούτο πρέπει να το εννοήσουμε και ως προς την πνευματική ιερωσύνη του κάθε βαπτισμένου και χρισμένου πιστού. Μη ξεχνάμε ότι ο κάθε πιστός, έστω και ο απλός λαϊκός, είναι μέτοχος και αυτός της ιερωσύνης του Κυρίου.

Εκθέτοντας ο άγιος Ιωσήφ τα της ιερωσύνης του αγίου Ζηνοβίου, μέσα στα πλαίσια της μαρτυρικής διαστάσεώς της στον κόσμο τούτο, αναφέρεται στον τρόπο ασκήσεώς της: «ιεράτευσεν ως άγγελος», με δύναμη προσευχής τέτοια υπέρ του ποιμνίου του, ώστε να γίνεται αυτή δεκτή από τον Κύριο «ως θυμίαμα». Κι αυτή «η δέησις της ενθέου ψυχής του» συνδυαζόταν με τη διδασκαλία του, η οποία λειτουργούσε ως ποτιστική βροχή στις καρδιές των πιστών που του εμπιστεύθηκε Εκείνος. Η εικόνα που χρησιμοποιεί ο άγιος ποιητής είναι πολύ ωραία: «Ομβροτόκος νεφέλη γέγονεν η γλώσσά σου ως υετίζουσα ευσεβείας όμβρους, και πιστών τας καρδίας αρδεύουσα, και προς ευκαρπίαν, τας διανοίας οδηγούσα, εναρέτων, Ζηνόβιε, πράξεων» (Η γλώσσα σου, Ζηνόβιε, έγινε σαν σύννεφο που φέρνει βροχή και που βρέχει την ευσέβεια, ποτίζοντας τις καρδιές των πιστών και οδηγώντας τις διάνοιες για να καρποφορούν τις ενάρετες πράξεις).
 Έτσι η ιερατική διακονία του ευσεβούς Ζηνοβίου οδηγούσε σε διπλό αποτέλεσμα. Πρώτον: να σώζονται όλο και περισσότεροι άνθρωποι, αυξανόμενοι στον δρόμο της αρετής∙ Δεύτερον: διαρκώς και να μειώνεται η ασέβεια από την αύξηση της ευσεβείας, δηλαδή της αληθινής πίστεως. «Εστένωσας την ασέβειαν, Μάρτυς, πλατυσμώ της αληθούς ευσεβείας…και έσωσας τους χαλεπώς θαλαττεύοντας πλάνης τοις ύδασιν» (Λιγόστεψες την ασέβεια, Μάρτυς, με την αύξηση της αληθινής ευσέβειας…και έσωσες αυτούς που θαλασσοδέρνονταν από τα κύματα της πλάνης). Είναι ευνόητο πόσο σημαντική είναι αυτή η αλήθεια και για εμάς σήμερα: η μείωση της ασεβείας, ως αίρεσης και ως εγωιστικού τρόπου ζωής έρχεται στον βαθμό που εμείς αυξάνουμε την ευσέβειά μας. Αν σήμερα υπάρχουν τόσες αιρέσεις και τόσες αποκλίσεις από τον ορθό τρόπο ζωής, σε ένα μεγάλο ποσοστό οφείλεται και στο δικό μας έλλειμμα ευσεβείας.

Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2026

Η ΑΓΙΑ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ Η ΡΩΜΑΙΑ

«Η αγία Αναστασία έζησε όταν βασιλείς ήταν οι διώκτες της χριστιανικής πίστης  Δέκιος και  Ουαλλεριανός και ηγεμόνας ο Πρόβος. Ήταν Ρωμαία στην καταγωγή, νέα στην ηλικία και ζούσε σε κάποιο Μοναστήρι. Την συνέλαβαν για την πίστη της κι επειδή ομολόγησε την πίστη αυτή με παρρησία, την κτύπησαν στο πρόσωπο. Στη συνέχεια, την άπλωσαν πάνω σε πυρακτωμένους άνθρακες και τη μαστίγωσαν με ράβδους. Την κρέμασαν έπειτα πάνω σε ξύλο, την πίεσαν σε μέγκενη και την τρύπησαν με σιδερένιες ακίδες. Κρεμασμένη την έξυσαν σε όλο το σώμα, της έκοψαν τους μαστούς και της εκρίζωσαν τα νύχια. Της ακρωτηρίασαν τα χέρια και τα πόδια, της αφαίρεσαν τη γλώσσα και της εκρίζωσαν τα δόντια. Στο τέλος, της έκοψαν και το κεφάλι».

Προξενεί κατάπληξη το μαρτύριο της αγίας Αναστασίας. Δεν υπέστη απλώς κάποια βασανιστήρια χάριν της πίστεώς της στον Χριστό, αλλά το κάθε μέλος του σώματός της δέχτηκε πολλαπλά τραύματα, μέχρι σημείου σχεδόν εξαφανισμού της. Η περιγραφή του μαρτυρίου της φέρνει στη μνήμη το τροπάριο από τη Μ. Παρασκευή για τον ίδιο τον Κύριο: «έκαστον μέλος της αγίας σου σαρκός ατιμίαν δι’ ημάς υπέμεινε». Γι’  αυτό και ο υμνογράφος άγιος Ιωσήφ, ο οποίος ζητεί φωτισμό από την αγία προκειμένου να δοξολογήσει σωστά την αγιότητά της, καλύπτει ένα μεγάλο  μέρος του κανόνα της με τη συγκεκριμένη αναφορά στο κάθε είδος από τα μαρτύριά της. Θυμίζει η περίπτωση της αγίας οσιομάρτυρος τα βασανιστήρια άλλων μεγαλομαρτύρων, όπως της αγίας Ευφημίας, για τα οποία εξέφρασε τον θαυμασμό του και ο όσιος Παΐσιος, στην εμφάνισή της στο κελί του.

Ο άγιος υμνογράφος βεβαίως προσπαθεί να δώσει εξήγηση του πώς μπόρεσε η αγία να αντέξει τόσα βάσανα. Έφτασε, λέει, στο δοξασμένο ύψος του μαρτυρίου, με τη νόμιμη άθλησή της, αφού προηγουμένως είχε υπερβεί τα πάθη της σαρκός με την εγκράτειά της. Κι αυτή η υπέρβαση δεν ήταν θέμα μίας στιγμής ή ολίγου χρόνου, αλλά ολόκληρης της ζωής της, αφού από βρέφος αφιερώθηκε στον Θεό. «Εκ βρέφους τω Θεώ ανετέθης, οσία, νεκρώσασα σαρκός εγκρατεία τα πάθη». Με άλλα λόγια, η αγία Αναστασία με την αγιασμένη βιοτή της προ του μαρτυρίου, ήταν έτοιμη και για τους αγώνες του ίδιου του μαρτυρίου, γεγονός που σημαίνει ότι δεν μπορεί κανείς απροϋπόθετα να γίνει μάρτυρας. Χωρίς να αποκλείσουμε την περίπτωση εκτάκτου εισπηδήσεως στο μαρτύριο – κάποιος εκείνη την ώρα να δεχθεί φωτισμό και χάρη για να δώσει και τη ζωή του για τον Χριστό – η «φυσιολογική» πορεία είναι να έχει κανείς ετοιμασθεί γι’  αυτό. Εδώ έχουν θέση και οι ονομαζόμενοι «αλείπτες», οι πνευματικοί προπονητές δηλαδή των υποψηφίων μαρτύρων, για τους οποίους πολύ συχνά κάνουν λόγο τα συναξάρια και οι ύμνοι της Εκκλησίας: ετοιμάζουν με λόγο και με πνευματικές ασκήσεις τους πιστούς, εν όψει του μαρτυρίου, ώστε να μη βρεθεί στη θέση ο υποψήφιος μάρτυρας να αρνηθεί τον Κύριο. Εν προκειμένω τονίζεται μία γενική και σπουδαία αλήθεια: κανείς δεν κατορθώνει κάτι μεγάλο και σημαντικό, αν προηγουμένως δεν έχει ετοιμαστεί πολύ καιρό γι’  αυτό. Αν ο ίδιος ο Κύριος ετοιμαζόταν επί τριάντα χρόνια, πριν βγει στη δημόσια δράση Του, αν ο απόστολος Παύλος χρειάστηκε αρκετά χρόνια απομόνωσης και προβληματισμού για να ξεκινήσει τις περιοδείες του, πόσο περισσότερο τούτο είναι αναγκαίο για όλους;

Με τα βασανιστήρια της αγίας το σώμα της στρεβλώθηκε, σε σημείο, είπαμε, τελικώς αφανισμού της. Πάνω σ’ αυτό όμως ο εκκλησιαστικός ποιητής προβαίνει σε δύο παρατηρήσεις: Πρώτον, η στρέβλωση του σώματος της αγίας, χάριν του Χριστού, φανέρωνε την ψυχική της σταθερότητα, το όρθιο της προαίρεσής της. Όσο την κτυπούσαν και την «πετσόκοβαν», τόσο το φρόνημά της δυνάμωνε και παρέμενε όρθιο. «Στρεβλούμενον το σώμα αικισμοίς, εδήλου το όρθιον σης προαιρέσεως προς Θεόν, Αναστασία πανεύφημε». Η αγία δηλαδή επιβεβαίωνε έμπρακτα αυτό που είχε πει ο Κύριος: «μη φοβηθήτε από των αποκτεινόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων τι ποιήσαι». Η ψυχή είναι αυτό που μετράει στις δύσκολες στιγμές του βίου, κι αυτό έδειξε η αγία. Δεύτερον, μέσα σε όλα αυτά τα βάσανα, που θα έπρεπε η νεαρή κόρη να έχει αλλοιωμένα και τα χαρακτηριστικά του προσώπου της από τον πόνο και την οδύνη, εκείνη φαινόταν ακόμη περισσότερο ωραία στη μορφή: «Κάλλος το εγκάρδιον τη ορατή μορφή, ένδοξε, διαδοθέν, σε ωραιοτάτην τοις ορώσιν υπέφαινεν» (Το κάλλος της καρδιάς σου, η εσωτερική ομορφιά σου, ένδοξε, μεταδόθηκε και στην ορατή, εξωτερική, μορφή σου, και σε έκανε να φαίνεσαι ωραιότατη σ’ αυτούς που σε έβλεπαν). Η αγία φανέρωνε, έστω και στα βάσανα, την υπάρχουσα σ’ αυτήν χάρη του Θεού, η οποία πράγματι κάνει τον άνθρωπο και εξωτερικά να λάμπει και να ομορφαίνει. «Καρδίας ευφραινομένης, πρόσωπον θάλλει» υπενθυμίζει ο λόγος του Θεού. Ο άγιος υμνογράφος με τον ύμνο του αυτό τονίζει ακριβώς τον χαρισματικό χαρακτήρα του μαρτυρίου της αγίας Αναστασίας. Ό,τι υπέστη, το υπέστη με τη δύναμη του Θεού. Αλλά για να λειτουργήσει αυτή η δύναμη, έπρεπε να συναντήσει την καλή προαίρεση της αγίας, για την ύπαρξη της οποίας εργάστηκε η ίδια ασκητικώς εκ νεότητός της.

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2026

Η ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΦΩΤΟΦΟΡΟΣ ΣΚΕΠΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

«Στον ιερό Ναό των Βλαχερνών της Κωνσταντινουπόλεως, όπου βρισκόταν και το σεπτό «μαφόριον» της Παναγίας, μία των ημερών, επί βασιλείας Λέοντος του Σοφού (886-911), ετελείτο ολονύκτια αγρυπνία. Είχε πάει εκεί κατά τη συνήθειά του και ο όσιος Ανδρέας ο σαλός. Συνέβη να παρευρίσκεται και ο Επιφάνιος έχοντας μαζί έναν υπηρέτη του. Συχνά, σε κάθε κατάλληλη ευκαιρία, αγρυπνούσε και αυτός ανάλογα με την προθυμία του, πότε μέχρι το μεσονύκτιο, πότε μέχρι το πρωί. Την τετάρτη ώρα της νυκτός, βλέπει ο μακάριος Ανδρέας μεγαλοπρεπή γυναίκα να βγαίνει από την Ωραία και βασιλική Πύλη και να προχωρεί μαζί με πολυπληθή και λαμπρότατη ακολουθία αγίων λευκοφορούντων, που έψελναν ιερούς ύμνους και πνευματικά άσματα. Τη μεγαλοπρεπή αυτή γυναίκα κρατούσαν τιμητικά συνοδεύοντας από τα χέρια ο Τίμιος Πρόδρομος και ο Υιός της Βροντής, ο Θεολόγος Ιωάννης, ενώ ακολουθούσαν οι υπόλοιποι άγιοι. Μόλις τους είδε ο όσιος Ανδρέας να προχωρούν προς τον άμβωνα της Εκκλησίας, πλησιάζει τον Επιφάνιο και του λέει: - Βλέπεις την Κυρία και Δέσποινα του κόσμου; Αυτός του απαντά: - Ναι, πνευματικέ πατέρα μου. Ενώ παρακολουθούσαν οι όσιοι, Την βλέπουν να γονατίζει, να προσεύχεται για ώρα πολλή και να τρέχουν συνεχώς δάκρυα στο θεοειδές και άχραντο πρόσωπό Της. Μετά από αυτήν την προσευχή, έρχεται προς το θυσιαστήριο και δεήθηκε εκεί υπέρ του παρευρισκόμενου λαού. Όταν τελείωσε τη δέησή Της, έβγαλε από την πανάχραντη κεφαλή Της, με μία κίνηση γεμάτη χάρη και σεμνότητα, το μέγα και φοβερό «μαφόριόν» Της, που έλαμπε ως αστραπή, και το άπλωσε επάνω από όλον τον παρευρισκόμενο λαό. Αυτό το έβλεπαν οι θαυμάσιοι αυτοί άνδρες επί αρκετές ώρες να είναι απλωμένο επάνω από όλον τον λαό και να πηγάζει ως φως ήλεκτρου τη Δόξα του Κυρίου. Όση ώρα ήταν εκεί η Υπεραγία Θεοτόκος, ήταν θεατό και εκείνο, μόλις ανεχώρησε, έπαυσε και αυτό να είναι ορατό. Το επήρε μαζί της, αφήνοντας τη Χάρη Της στον πιστό λαό».

(1) Με το γεγονός της εμφάνισης της Υπεραγίας Θεοτόκου βρισκόμαστε μπροστά σε μία θαυμαστή ενέργεια του Θεού – ο Θεός ενεργεί διά της Θεοτόκου – που την ευεργετική της επίδραση δέχεται ο πιστός λαός, αλλά βλέπουν μόνον οι δύο όσιοι: ο Ανδρέας ο σαλός και ο Επιφάνιος. Αυτό σημαίνει ότι το μεγαλειώδες αυτό όραμα ήταν μία ιδιαίτερη ευλογία που δόθηκε ως χάρη στους δύο αγίους, και διότι προφανώς είχαν τις εσωτερικές προϋποθέσεις για να τη δεχτούν, και διότι θα κατέθεταν τη μαρτυρία τους αυτή αργότερα στον πιστό λαό προς ενίσχυση της πίστεώς του. Με άλλα λόγια ο Θεός ικανώνει ορισμένους πιστούς Του, με την έννοια ότι τους διανοίγει τους πνευματικούς οφθαλμούς, ώστε να Τον «δουν» στη θεϊκή Του δόξα, και μετέπειτα αυτοί μαρτυρούν τη θεοπτική αυτή εμπειρία τους, η οποία γίνεται αποδεκτή από τον λαό, λόγω της αξιοπιστίας των ίδιων.

Αιτία για την τακτική αυτή του Θεού, θα λέγαμε, φαίνεται ότι είναι η αγάπη Του προς τον κόσμο, η οποία ενεργεί με τέτοια διάκριση, ώστε να μη βλάψει τους πνευματικά ανώριμους ή τους ανέτοιμους για μία ιδιαίτερη όραση Εκείνου. «Ου μη ίδη άνθρωπος το πρόσωπον του Θεού και ζήσεται». Την τακτική αυτή του Θεού την επισημαίνουμε σε όλες τις φάσεις της αποκάλυψής Του, από την εποχή της Παλαιάς Διαθήκης μέχρι και σήμερα ακόμη. Ας θυμηθούμε το γεγονός της παράδοσης του Νόμου του Θεού στους Ισραηλίτες στο όρος Σινά: ο Μωϋσής καλείται να μετάσχει στην ξεχωριστή ενέργεια του Θεού, η οποία δι’  αυτού γίνεται έπειτα κτήμα όλων. Κι ακόμη. Ο ίδιος ο Κύριός μας στο Θαβώρ, στο όρος της Μεταμορφώσεώς Του, τους τρεις μαθητές Του, Πέτρο, Ιωάννη και Ιάκωβο, καλεί να γίνουν «επόπται της μεγαλειότητός Του», οι οποίοι στον κατάλληλο έπειτα καιρό θα καταθέσουν τη μαρτυρία της συγκεκριμένης εμπειρίας τους.

(2) Οι δύο άγιοι, Συμεών και Επιφάνιος, βλέπουν με άμεσο τρόπο την αγάπη της Υπεραγίας Θεοτόκου προς τον πιστό λαό. Εμφανίζεται, προσεύχεται με δάκρυα, απλώνει προστατευτικά πάνω στον λαό το μαφόρι Της, γιατί είναι γεμάτη αγάπη και στοργή προς τα παιδιά της και παιδιά του Υιού και Θεού της. Κι είναι αυτά τα χαρισματικά οράματα, τα οποία επιβεβαιώνουν διαρκώς την πίστη της Εκκλησίας σχετικά με την αγάπη των αγίων απέναντί μας και μάλιστα της Παναγίας Μητέρας μας. Γνωρίζουμε την αγάπη Της αυτή ήδη από τα κείμενα της Αγίας Γραφής και τη μετέπειτα παράδοση της Εκκλησίας μας. Ιδιαιτέρως το «γύναι, ιδού ο υιός σου» και το «ιδού η μήτηρ σου» του Εσταυρωμένου Λυτρωτή μας προς τη Μητέρα Του και το μαθητή Του Ιωάννη, μας συγκινεί την καρδιά και δεν μας αφήνει κανένα περιθώριο αμφισβήτησης. Μα, όταν έρχονται και τέτοια θαυμαστά γεγονότα, σαν αυτό της Αγίας Σκέπης, η πίστη μας γιγαντώνεται ακόμη περισσότερο. Ξέρουμε ότι σε κάθε ώρα και σε κάθε στιγμή μπορούμε να αναφερόμαστε, μετά βεβαίως τον Κύριο και Θεό μας, και στην Παναγία Μητέρα Του, η οποία είναι έτοιμη να μεσιτεύσει μετά δακρύων υπέρ ημών προς τον Υιό και Θεό Της. Κι ο πιστός λαός πράγματι το επιβεβαιώνει. Οι χαιρετισμοί και οι παρακλητικοί κανόνες προς την Θεοτόκο δεν λείπουν ποτέ από τα χείλη του ευσεβούς λαού, ο οποίος νιώθει, έστω κι αν δεν Την βλέπει οραματικά, την παρουσία και την αγάπη Της.

Θα ήταν παρήγορο μάλιστα να μνημονεύαμε στο σημείο αυτό και μία παράδοση-θρύλο, που κυκλοφορείται ιδίως στους πιστούς της Ρωσίας. Πέθαιναν οι χριστιανοί και «σκόνταφταν» στην παρουσία του αποστόλου Πέτρου, ο οποίος έχοντας τα κλειδιά του Παραδείσου ζητούσε τις απολύτως «κανονικές» προϋποθέσεις εισόδου στον Παράδεισο. Τους περισσότερους δυστυχώς τους απέπεμπε, διότι δεν εκπληρούσαν αυτά που έπρεπε. Κι ενώ λίγοι είχαν εισέλθει στον Παράδεισο, άκουγε πολλές φωνές και πολλές υμνολογίες μέσα σ’  αυτόν. Παραξενεύτηκε και κοιτώντας πιο πέρα από τη θύρα του Παραδείσου είδε ότι η Παναγία  Μητέρα βρισκόταν πάνω από τα τείχη και με το μαφόρι της σήκωνε «παράνομα» και έβαζε μέσα στον Παράδεισο αυτούς που είχαν απορριφτεί.

(3) Η εμφάνιση της Παναγίας και η προστασία Της προς τον πιστό λαό γίνεται εκεί που ο λαός αυτός έχει συναχτεί εν Εκκλησία. Δεν είναι τυχαίο, πιστεύουμε, ότι η Παναγία γίνεται το όργανο της χάρης του Θεού, όταν ο λαός φανερώνει την πίστη του με τον ερχομό του στον ναό και μάλιστα σε ώρα έντονης και παρατεταμένης προσευχής: σε αγρυπνία. Και τούτο διότι ο Θεός προσφέρει τη χάρη Του, αλλ’  όταν και ο άνθρωπος δείχνει τη διάθεση να την αποδεχτεί. Στο θαυμαστό γεγονός της Αγίας Σκέπης πολύ άμεσα διαπιστώνουμε αυτό που ο Κύριος είχε πει: «Ου εισί δύο ή τρεις συνηγμένοι εις το εμόν όνομα, εκεί ειμι εν μέσω αυτών». Η παρουσία Του εκδηλώθηκε μέσω της Μητέρας Του, όπως βεβαίως και για την εμφάνισή Του στον απόστολο Θωμά μετά την ανάσταση προηγήθηκε η παρουσία του Θωμά στον κύκλο των μαθητών, δηλ. στο χώρο της Εκκλησίας. Έτσι βεβαίως ο Θεός διά των αγίων Του δρα όπως και όπου θέλει, αλλά εκεί που κατεξοχήν ενεργεί και προσφέρει τη χάρη Του είναι η Εκκλησία. Από την άποψη αυτή ο αγώνας του πιστού να συμμετέχει στις εκκλησιαστικές ακολουθίες, και μάλιστα στη Θεία Λειτουργία,  αποτελεί όρο για τη μετοχή του στην παροχή της χάρης του Θεού.

(4) Η ιδιαίτερη παροχή αγιασμού από την Παναγία προς τον προσευχόμενο λαό νομίζουμε ότι είχε να κάνει και με το μαφόρι Της, που φυλασσόταν ως εξαιρετική ευλογία στον συγκεκριμένο ναό των Βλαχερνών. Με άλλα λόγια, η χάρη του Θεού και των αγίων του επεκτείνεται, όταν υπάρχουν αντικείμενα που σχετίζονται με την εδώ στον κόσμο τούτο παρουσία των αγίων. Βεβαίως, για παράδειγμα, ο άγιος Διονύσιος παρέχει τη χάρη του Θεού σε όσους εν πίστει τον επικαλούνται, μα η παροχή της χάρης αυτής φαίνεται να είναι εντονότερη εκεί που υπάρχει το αγιασμένο λείψανό του, στη Ζάκυνθο. Το ίδιο συμβαίνει και με όλους τους αγίους, το ίδιο πιστεύουμε ότι συνέβη και εκεί στον ναό των Βλαχερνών. Κι είναι και τούτο μία αλήθεια, που την επιβεβαιώνει διαρκώς  ο πιστός λαός ανά τους αιώνες, αφού βλέπουμε πόσο ο λαός αυτός καθοδηγούμενος από την καρδιά του τιμά τα λείψανα των αγίων, όπως και τα ιδιαίτερα αντικείμενα, όπως είπαμε, που σχετίζονται με τη ζωή τους. Κι αυτό συμβαίνει, γιατί  η χάρη του Θεού αγκαλιάζει όλη την ύπαρξη ενός αγίου, όπως και διοχετεύεται αυτή και στα υλικά αντικείμενα που τον περιβάλλουν. Δεν υπάρχει τίποτε κακό στη δημιουργία του Θεού, πέρα από τις κακές επιλογές της καρδιάς μας, ενώ τα πάντα εξαγιάζονται από την υπακοή του ανθρώπου στον Θεό.

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΝΕΣΤΩΡ

«Ο άγιος Νέστωρ ήταν πολύ νέος και ωραίος άνδρας, γνωστός στον Μεγαλομάρτυρα Δημήτριο. Την εποχή του βασιλιά Μαξιμιανού κι ενώ αυτός είχε συλλάβει τον άγιο Δημήτριο και τον είχε κλείσει φυλακή, έτρεξε στον τόπο της φυλακής του κι έπεσε στα πόδια του: «Δούλε του Θεού, είπε, θέλω να μονομαχήσω με τον Λυαίο, και ευχήσου για μένα στο όνομα του Χριστού». Ο άγιος τότε τον σφράγισε με το σχήμα του τιμίου Σταυρού και του είπε: «Και τον Λυαίο θα νικήσεις και υπέρ Χριστού θα μαρτυρήσεις». Ήλθε λοιπόν ο Νέστωρ στο στάδιο, όταν βρισκόταν στο θεωρείο ο Μαξιμιανός, και είπε: «Θεέ του Δημητρίου, βοήθει μοι». Συνεπλάκη λοιπόν με τον βδελυρό Λυαίο, τον οποίο με καίριο πλήγμα στην καρδιά φόνευσε, γεγονός που δημιούργησε ψυχική σύγχυση στον βασιλιά. Αμέσως αυτός διέταξε να κτυπηθεί με λόγχες ο άγιος Δημήτριος, ως αίτιος της σφαγής του Λυαίου, ο δε άγιος Νέστωρ να φονευθεί με το δικό του ξίφος».

Με τον άγιο Νέστορα προεκτείνεται η εορτή του αγίου Δημητρίου. Δημήτριος και Νέστωρ είναι ευνόητο ότι βρίσκονται κάτω από τον ίδιο «παρονομαστή», αφού, πέραν της όποιας άλλης ενδεχομένως πνευματικής σχέσεώς τους: διδασκάλου προς μαθητή για παράδειγμα,   οι τελευταίες τους ώρες λειτούργησαν κατά τρόπο αντανακλαστικό - η ενέργεια του καθενός επηρέαζε άμεσα τον άλλον. Το γεγονός αυτό της κοινής πορείας των δύο αγίων κάνει και τον υμνογράφο να αντιμετωπίζει τον μαθητή Νέστορα κατά παρόμοιο δοξαστικό τρόπο με τον διδάσκαλο Δημήτριο: ως συμβασιλεύοντα δηλαδή με τον Κύριο. «Πορφύραν εξ αιμάτων βεβαμμένην σου ιερών, φορέσας και κατέχων δεξιά, ώσπερ σκήπτρον τον Σταυρόν, συμβασιλεύεις τω Χριστώ, Νέστορ μακάριε» (Αφού φόρεσες πορφύρα, που βάφτηκε από τα ιερά σου αίματα, Νέστορα μακάριε, και κατέχεις στο δεξί σου χέρι σαν σκήπτρο τον Σταυρό, συμβασιλεύεις με τον Χριστό).

Από την άλλη, εξίσου τονίζει ο ποιητής και για τον άγιο Νέστορα  ό,τι αποτελούσε κριτήριο αγιότητος για τον άγιο Δημήτριο, όπως και για κάθε άλλον άγιο: τη μόνιμη επιλογή του θελήματος του Θεού, έστω κι αν απειλείτο και η ίδια η ζωή του: «ω, ψυχής σου θεοφιλούς, τον θάνατον τον πρόσκαιρον ουδέν ηγησαμένης, το δε ζην εν Κυρίω εκλεξαμένης!» (Ω,  θεοφιλής ψυχή, που δεν υπολόγισες καθόλου τον πρόσκαιρο θάνατο, εξέλεξες όμως να ζεις σύμφωνα με το θέλημα του Κυρίου!) Και βεβαίως, πίσω και από αυτό, υπήρχε η μεγάλη αγάπη προς τον Κύριο του αγίου Νέστορα, απόρροια και της θέρμης της στοργής Εκείνου προς τον ίδιο: «Ζέσει της του Χριστού κρατυνόμενος στοργής, ένδον εισεπήδησας  εν τω σταδίω» (Μπήκες μέσα στο στάδιο, ενισχυόμενος από τη θέρμη της αγάπης του Χριστού). Όπως όλοι γνωρίζουμε, όπου υπάρχει η θερμή αγάπη προς τον Χριστό, εκεί υπερβαίνεται ακόμη και ο φόβος του θανάτου.

Δεν είναι δυνατόν όμως ο υμνογράφος να μην επικεντρώσει την προσοχή του στο γεγονός που κατέστησε γνωστό και άγιο τον Νέστορα: την πάλη του με τον Λυαίο και τη νίκη του επ’  αυτού. Τι κάνει όμως; Μας ανοίγει τα πνευματικά μάτια, προκειμένου, μαζί με την αισθητή αυτή νίκη, να δούμε και την παράλληλη πνευματική νίκη του κατά του πονηρού διαβόλου. Κι είναι λογικό: δεν θα μπορούσε να υπερβεί το τεράστιο «τείχος», τον Λυαίο, ο Νέστορας, αν δεν είχε το πνευματικό σθένος από τις νίκες του κατά του Πονηρού: «αισθητώς Λυαίω μεν συμπλακείς, τούτον ώλεσας∙ ταις αοράτοις δε τον αόρατον λαβαίς Βελίαρ συ συνεπόδισας και εθανάτωσας» (Συνεπλάκης αισθητά με τον Λυαίο και τον εξολόθρευσες. Και με τις αόρατες λαβές της πάλης υπέταξες και θανάτωσες τον αόρατο Βελίαρ, τον διάβολο).

Με ποιες δυνάμεις όμως κατόρθωσε να καταγάγει τη διπλή αυτή νίκη; Ο υμνογράφος είναι σαφέστατος: Πρώτον, με τη συμμαχία του Χριστού – «την του Θεού αοράτως συμμαχίαν εκέκτησο» - καθώς ήταν ντυμένος την πανοπλία Εκείνου. «Νέστορ αθλητά μακάριε, την πανοπλίαν Χριστού σεαυτώ περιθέμενος». Και δεύτερον, με την ενίσχυση του διδασκάλου και καθοδηγητή του αγίου Δημητρίου, κυρίως μέσω των ενισχυτικών θείων λόγων του και προφανώς των με παρρησία προς τον Θεό υπέρ αυτού προσευχών του. «Λόγοις ενθέοις νευρούμενος, Νέστορ σοφέ αληθώς, Δημητρίου του μάρτυρος». Όπου ο άνθρωπος έχει τον Χριστό παρόντα στη ζωή του και τον πιστό συνάνθρωπο ενισχυτή του, εκεί φανερώνεται η παντοδυναμία του Θεού. Πίστη στον Χριστό, ενότητα πίστεως: τα ανίκητα όπλα των Χριστιανών.

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Ο ΜΥΡΟΒΛΗΤΗΣ

«Ο άγιος Δημήτριος έζησε επί των βασιλέων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού. Καταγόταν από την πόλη της Θεσσαλονίκης, ήταν ευσεβής χριστιανός ήδη από τους γονείς του και διδάσκαλος της πίστεως στον Χριστό. Όταν ήλθε ο Μαξιμιανός στη Θεσσαλονίκη, συνελήφθη ο άγιος ως πολύ γνωστός για την ευσέβειά του χριστιανός. Ο βασιλιάς υπερηφανευόταν  για κάποιον άνδρα του, Λυαίο στο όνομα, ο οποίος ήταν τεράστιος στο σώμα και με φοβερή δύναμη,  και παρακινούσε όλους τους κατοίκους της χώρας να βγουν και να τον αντιμετωπίσουν σε μάχη. Κάποιος νεαρός, Χριστιανός στην πίστη, ονόματι Νέστωρ, προσήλθε στον άγιο Δημήτριο, που ήταν φυλακισμένος, και του είπε: Δούλε του Θεού, θέλω να παλέψω με τον Λυαίο∙ προσευχήσου για μένα. Αυτός δε, αφού σφράγισε με το σημείο του Σταυρού το μέτωπο του Νέστορα, του λέγει: «Και τον Λυαίο θα νικήσεις και υπέρ του Χριστού θα μαρτυρήσεις». Πήρε θάρρος ο Νέστωρ από τα λόγια αυτά και αντιμετώπισε τον Λυαίο, με αποτέλεσμα να τον σκοτώσει, ταπεινώνοντας την αλαζονεία του. Για τον λόγο αυτό ο βασιλιάς ντροπιάστηκε, κι όταν ερεύνησε και έμαθε ότι αίτιος της σφαγής του Λυαίου ήταν ο Δημήτριος, διέταξε να πάνε πρώτα  στρατιώτες στη φυλακή του και με λόγχες να του κατατρυπήσουν την πλευρά. Μόλις έγινε αυτό, αμέσως ο άγιος άφησε την ψυχή του, ενώ από τότε άρχισε να κάνει πολλά και παράδοξα θαύματα και ιάσεις. Έπειτα, με τη διαταγή του βασιλιά πάλι, έκοψαν την κεφαλή του αγίου Νέστορα». 

Απορία, έκπληξη, θάμβος, δοξολογία, πλησμονή θείου έρωτα! Οι πρώτες εντυπώσεις που αποκομίζει κανείς ερχόμενος σ’  επαφή με τους ύμνους της Εκκλησίας μας για τον μεγαλομάρτυρα, μυροβλήτη, θαυματουργό άγιο Δημήτριο. Είναι τόσος ο πνευματικός πλούτος του αγίου, ώστε δεν άρκεσε ο υμνογράφος Θεοφάνης με τον κανόνα του, για να υμνολογήσει την όλη βιοτή του Δημητρίου,  αλλά επιστρατεύτηκε και ο άγιος Φιλόθεος, πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος  και με δεύτερο κανόνα επικεντρώνει κυρίως την προσοχή μας στη μυροβολία του αγίου.  «Ο δεύτερος κανών, υπόθεσιν έχων εγκωμίων ομού και δεήσεως το ιερόν αυτού μύρον», κατά το διευκρινιστικό σημείωμα του κανόνα αυτού. Μπρος λοιπόν στη θαυμαστή προσωπικότητα του αγίου Δημητρίου, η Εκκλησία μας διά των υμνογράφων νιώθει την ανεπάρκεια επακριβούς εξυμνήσεως των αγώνων και των τιμών που απολαμβάνει ο άγιος εν ουρανοίς. «Νους ουκ εξαρκεί και λόγος ανθρώπινος εκδιηγήσασθαι τας υπερφυείς τιμάς και δόξας, Μάρτυς, ας περ απείληφας». (Ο νους και ο ανθρώπινος λόγος δεν εξαρκούν, Μάρτυς, για να διηγηθούν τις υπερφυσικές τιμές και δόξες, τις οποίες έχεις λάβει).

Και δικαίως. Πώς να εξυμνηθεί σωστά και με ακρίβεια, εκείνος που συμβασιλεύει πια με τον Κύριο του παντός; Ντυμένος το πορφυρό ρούχο του βασιλιά, λόγω των μαρτυρικών αιμάτων του, κρατώντας στα χέρια αντί σκήπτρου τον σταυρό, συμβασιλεύει πράγματι με τον Χριστό. «Ως πορφυρίδι κεκοσμημένος τω σω αίματι, έχων αντί σκήπτρου, ένδοξε, τον Σταυρόν, τω Χριστώ συμβασιλεύεις νυν».  Ποιο εγκώμιο μπορεί να είναι υψηλότερο και μεγαλύτερο από αυτό; Κατά συνέπεια, οι ύμνοι τονίζουν ότι η εορτή του αγίου Δημητρίου δεν έχει τοπικό, αλλά παγκόσμιο χαρακτήρα. Κι η παγκοσμιότητα αυτή δεν αναφέρεται στον κόσμο μόνον τούτο, στους πιστούς δηλαδή όλου του κόσμου, αλλά και στους ίδιους τους αγγέλους. «Σήμερον συγκαλείται ημάς του αθλοφόρου η παγκόσμιος πανήγυρις». «Εν ουρανώ και εν γη, αγαλλίαμα σήμερον, εν τη μνήμη ηύγασται Δημητρίου του Μάρτυρος∙ εκ των Αγγέλων επαίνοις στέφεται, και εξ ανθρώπων άσματα δέχεται». (Στον ουρανό και στη γη σήμερα φάνηκε ως φως αγαλλιάσεως η μνήμη Δημητρίου του Μάρτυρος. Οι άγγελοι τον στεφανώνουν με επαίνους και οι άνθρωποι τον δοξολογούν με άσματα).

Εκεί που ο λυρισμός φθάνει στο απώγειό του είναι με τον κανόνα του αγίου Φιλοθέου, ο οποίος τονίζει, όπως είπαμε, τη μυροβολία του αγίου. Οι εικόνες που επιστρατεύει μας εκπλήσσουν, φανερώνοντας και το μεγαλείο του ίδιου, νηπτικού και ασκητικού Πατέρα κατά τα άλλα, ως σπουδαίου ποιητή. Πώς ερμηνεύει καταρχάς τη μυροβολία του μεγαλομάρτυρα; «Ώριμον ως βότρυν σε μάκαρ Χριστός, θείας εξ αμπέλου δρεψάμενος, εναποθλίβει, Μαρτυρίου τοις ληνοίς∙ το καταρρεύσαν γλεύκος δε, μύρου θείαν βρύσιν ειργάσατο» (Μακάριε Δημήτριε, ο Χριστός σε μάζεψε σαν ώριμο σταφύλι από το θεϊκό αμπέλι. Και σε συνθλίβει στο πατητήρι του Μαρτυρίου. Το γλεύκος, ο χυμός που έρρευσε, το έκανε θεϊκή βρύση του μύρου). Κι αλλού με άλλη εικόνα: «Ο μέγας εν μάρτυσι, Δημήτριος, τοις αίμασιν ιδρώτας κεράσας των αγώνων, μύρον το θείον ημίν εσκεύασε, πυρί τω του Πνεύματος, καλώς εψήσας το φάρμακον, εις ψυχών καινήν κάθαρσιν» (Ο μέγας μεταξύ των μαρτύρων Δημήτριος, αφού ανάμειξε τους πνευματικούς ιδρώτες με τα αίματα των αγώνων του και έψησε καλά το φάρμακο με τη φωτιά του αγίου Πνεύματος, ετοίμασε προς χάρη μας το θεϊκό μύρο, για νέα κάθαρση (μετά την κάθαρση βεβαίως του βαπτίσματος) των ψυχών μας). Δεν είναι μόνον όμως ο άγιος Φιλόθεος, ο οποίος δοξολογεί τον Κύριο για τη δωρεά του μύρου του αγίου, το οποίο θεραπεύει τις ψυχές και τα σώματα των πιστών. Είναι και άλλος υμνογράφος, ο Γερμανός, ο οποίος και αυτός προβαίνει σε έναν παραλληλισμό σπουδαίας ποιητικής συλλήψεως, προκειμένου να εξηγήσει τη χάρη της μυροβολίας του Δημητρίου και την ενέργεια έτσι των θαυμάτων του: «Λογχευθείς την πλευράν, την ακήρατόν σου, πανσεβάσμιε Δημήτριε, μιμούμενος τον επί ξύλου τανυσθέντα, εις σωτηρίαν παντός του κόσμου, των θαυμάτων είληφας την ενέργειαν, ανθρώποις παρέχων τας ιάσεις αφθόνως» (Αφού λογχεύτηκες στην σεβάσμια και αγνή πλευρά σου,  πανσεβάσμιε Δημήτριε, μιμούμενος τον Κύριο που και Αυτός κρεμάστηκε στον Σταυρό και λογχεύτηκε στην πλευρά για τη σωτηρία όλου του κόσμου, έλαβες την ενέργεια των θαυμάτων, παρέχοντας τις ιάσεις αφθόνως).

Ποια η αιτία όμως της καταπλήσσουσας προσωπικότητας του αγίου Δημητρίου και των θαυμαστών δωρεών που του έδωσε ο Κύριος; Τίποτε περισσότερο από την υπακοή του στο θέλημα του Θεού. Η προτεραιότητα του αγίου Δημητρίου σε όλη τη διάρκεια της ζωής του και κατά το μαρτύριό του ήταν να ευαρεστεί τον Κύριο, φανερώνοντας έτσι ότι υπεράνω όλων λειτουργούσε γι’  αυτόν η αγάπη Εκείνου, έστω και με θυσία της ζωής του. «Βασιλεί των αιώνων ευαρεστών, βασιλέως ανόμου πάσαν βουλήν εξέκλινας, ένδοξε, και γλυπτοίς ουκ επέθυσας∙ δια τούτο θύμα σαυτόν προσενήνοχας, τω τυθέντι Λόγω, αθλήσας στερρότατα» (Θέλοντας να ευαρεστείς τον Βασιλέα των αιώνων Χριστό, απομακρύνθηκες από κάθε θέλημα του άνομου βασιλιά, ένδοξε, και δεν θυσίασες στα είδωλα. Γι’  αυτό προσέφερες τον εαυτό σου ως θύμα στον Υιό και Λόγο του Θεού, που θυσιάστηκε  για εμάς, με την άθλησή σου την ακλόνητη). Κι όπως είπαμε: εκείνο που κινούσε τον άγιο Δημήτριο στο να επιλέγει πάντοτε το θέλημα του Θεού, ήταν η σφοδρή σαν φωτιά αγάπη του στον Κύριο: «τω θείω πόθω τον νουν πυρπολούμενος». «Πυρ πόθου θεϊκού εν καρδία δεξάμενος».

Κι είναι πράγματι η βασικότερη αλήθεια για όλους τους αγίους μας. Δεν μπορεί να κατανοηθεί η θαυμαστή ζωή τους, όπως του μεγαλομάρτυρος Δημητρίου, χωρίς την κινητήρια αυτή δύναμη, της μεγάλης αγάπης προς τον Κύριο. Είναι τόσο καίριας σημασίας τούτο, ώστε ο υμνογράφος άγιος Φιλόθεος, προκειμένου να αποδώσει αυτήν την αγάπη του Δημητρίου, δανείζεται εικόνες και σχήματα από το περίφημο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης, το «Άσμα Ασμάτων». Όπως δηλαδή εκεί, η νύμφη ψυχή, πυρπολουμένη από αγάπη προς τον Νυμφίο Χριστό, Τον κυνηγά και εκφράζει με ερωτικούς στεναγμούς την αγάπη της, όπως και το αντίστροφο, κατά τον ίδιο τρόπο και εδώ με τον άγιο: διαμείβεται διάλογος αυτού με τον Χριστό, που φανερώνει τον βαθύ έρωτα του αγίου προς Εκείνον, όπως και Εκείνου προς τον άγιο:  «Πού μένεις, Νυμφίε μου; Πού την σκηνήν σου εν μεσημβρία κατέπηξας; Ο στεφανίτης ανεβόα τω Χριστώ» (Πού μένεις, νυμφίε μου; Πού έφτιαξες τη σκηνή σου; Φώναζε στον Χριστό ο στεφανωμένος μάρτυρας). «Ανάστα, δεύρο πλησίον μου, ψυχή του Δημητρίου προσφθέγγεται νυμφίος Χριστός∙ οίκον του νάρδου εισέλθωμεν, και της οσμής του μύρου μου μεταλάβωμεν» (Σήκω, έλα κοντά μου, λέει ο νυμφίος Χριστός, στην ψυχή του Δημητρίου. Ας μπούμε στο σπίτι του μύρου, και ας μεταλάβουμε την οσμή του μύρου μου). «Εγώ φησίν ο ερώμενος, εγώ, Νυμφίε, σπεύδω οπίσω σου∙ οσμή γαρ μύρων σου, πάντων των μύρων υπέρκειται, ήτις ημών το αίμα μύρον ειργάσατο» (Εγώ λέει ο αγαπώμενος, εγώ, Νυμφίε, τρέχω πίσω σου. Διότι η οσμή των μύρων σου είναι μεγαλύτερη από όλα τα μύρα. Κι αυτή η οσμή σου έκανε το αίμα μου μύρο).

Ένα πια απομένει. Να παρακαλέσουμε τον άγιο μεγαλομάρτυρα να μας επισκεφθεί με συμπάθεια. Και να μας βοηθήσει, πρεσβεύοντας στον Κύριο, ώστε να σωθούμε από όλα τα δεινά που περνάμε ως άνθρωποι και έθνος, από τις απειλές των συγχρόνων τυράννων, όπως και από κάθε απειλή αιρετικών. «Δεύρο, μάρτυς Χριστού, προς ημάς, σου δεομένους συμπαθούς επισκέψεως∙ και ρύσαι κεκακωμένους, τυραννικαίς απειλαίς, δεινή μανία της αιρέσεως» (Έλα, μάρτυς του Χριστού, σε μας, που έχουμε ανάγκη από τη συμπαθή επίσκεψή σου. Και σώσε μας, που πληγωνόμαστε από τις απειλές των τυράννων και από τη φοβερή μανία της αιρέσεως).