Σάββατο 2 Μαΐου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ (ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ)

«μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μή χεῖρόν σοί τι γένηται» (Ιωάν. 5, 14)

Ο παράλυτος του σημερινού αναγνώσματος τριάντα οκτώ έτη ανέμενε την ίασή του με τον θαυματουργικό τρόπο δι᾽ αγγέλου που πρόσφερε η προβατική κολυμβήθρα. Και τελικώς γι᾽ αυτόν η ίαση έρχεται από εκεί που δεν το περιμένει:  από τον Ιησού Χριστό. Το παράπονο που τον κατέτρωγε:  «ἄνθρωπον οὐκ ἔχω», υπερβαίνεται, καθώς δέχεται την επίσκεψη του ενανθρωπήσαντος Θεού, του τελείου Θεού και τελείου ανθρώπου, ο Οποίος θα τον θεραπεύσει όχι μόνον από τη σωματική του παραλυσία, αλλά και από το αίτιο αυτής, την αμαρτία, που συνιστά την πνευματική παραλυσία του ανθρώπου. Η προτροπή του Κυρίου στον Ναό προς τον θεραπευμένο παραλυτικό αυτό ακριβώς υπονοεί:  μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μή χεῖρόν σοί τι γένηται᾽. Μην αμαρτάνεις πια, για να μη σου συμβεί κάτι χειρότερο.

1. Η προτροπή αυτή του Κυρίου έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί η αντίληψη περί αμαρτίας στους πολλούς, δυστυχώς και χριστιανούς, κυμαίνεται σε επίπεδα πλάνης:  είτε θεωρείται ως μία απλή παράβαση ενός κανόνα ή ενός καθήκοντος, συνεπώς ως κάτι που δεν έχει ιδιαίτερο αρνητικό αποτέλεσμα για τους ίδιους, είτε εκλαμβάνεται ως μία πρόκληση για εμπειρία που εμπλουτίζει τον άνθρωπο, συνεπώς ως κάτι θετικό γι᾽ αυτόν, είτε φτάνει κυριολεκτικά και σε δαιμονικό επίπεδο, δηλαδή να θεωρείται ως αυτό και μόνο που φέρνει την ευτυχία στον άνθρωπο. Στην τελευταία περίπτωση εντάσσονται όλοι εκείνοι που εν συγχύσει καρδιακή και διανοητική διατείνονται ότι το ενδιαφέρον ακόμη και για τη μετά θάνατον ζωή – εφόσον κατ᾽ αυτούς υπάρχει – βρίσκεται στην κόλαση και όχι στην ῾πλήξη᾽ του Παραδείσου.

2. Ο Κύριος, και στη συγκεκριμένη περίπτωση του ιαθέντος παραλύτου, τονίζει την τραγικότητα της αμαρτίας. Η αμαρτία, για την οποία έπαθε και σταυρώθηκε – ο Κύριος είναι «ὁ αἴρων τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου» -  αλλοιώνει την ψυχή αλλά και το σώμα του ανθρώπου. Αν ο παράλυτος υπήρξε παράλυτος, δεν ήταν γιατί γεννήθηκε έτσι – υπάρχουν και τέτοιες περιπτώσεις βεβαίως -, δεν ήταν γιατί κάποιο ατύχημα τον έφερε στην τραγική αυτή θέση, δεν ήταν γιατί κάποια αρρώστια τον προσέβαλε με αποτέλεσμα να μείνει παράλυτος. Έγινε παράλυτος, γιατί κάποια ή κάποιες αμαρτίες τον οδήγησαν στη δεινή αυτή κατάσταση. Τα λόγια του Κυρίου αυτό ακριβώς υπονοούν:  μην αμαρτάνεις από δω και πέρα, για να μη σου συμβεί κάτι χειρότερο. Η πνευματική και ηθική παραλυσία της αμαρτίας δηλαδή οδηγεί πολλές φορές και στη σωματική παραλυσία. Ο άνθρωπος εισπράττει πολύ άμεσα και ορατά το τίμημα της αμαρτίας του. Και ποιο το χειρότερο για το οποίο κάνει λόγο ο Κύριος; Ίσως και ο ίδιος ο θάνατος. Ίσως, ακόμη χειρότερα, μία κατάσταση από την οποία να ελλείπει παντελώς και το στοιχείο της ελπίδας: μία ῾βουτιά᾽ στην άβυσσο της απόγνωσης, η οποία συνιστά μία πρόγευση της κόλασης, αν όχι την ίδια την κόλαση.

3. Τι οδηγεί στην τραγικότητα της αμαρτίας;  Τι είναι εκείνο που κάνει τον άνθρωπο να εκπίπτει από ό,τι φαίνεται να διψά στο βάθος της καρδιάς του: τον ίδιο τον Δημιουργό του; Όχι άλλο από την παρακοή και ανυπακοή προς το θέλημα του Θεού.  Όπως φαίνεται και από την Αγία Γραφή στην περιγραφή της ζωής των πρωτοπλάστων, η άρνησή τους κάποια στιγμή να υπακούσουν στην εντολή του Θεού, η επιθυμία τους να κινηθούν με βάση το ίδιο θέλημα, με την προτροπή ασφαλώς και του Πονηρού διαβόλου, ήταν εκείνο που έφερε όλα τα δεινά στη ζωή αυτών και της λοιπής δημιουργίας, ήταν το αίτιο του ίδιου του θανάτου, πνευματικού και σωματικού. «Διά τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος».  Κι αυτό σημαίνει έκτοτε ότι όσο ο άνθρωπος δεν βρίσκεται στον δρόμο του Θεού, όσο τον κατευθύνει το «έτσι μ᾽ αρέσει» και όχι το «γενηθήτω το θέλημά Σου, Κύριε», τόσο απομακρύνεται από την ίδια τη ζωή, τόσο φεύγει από το φως, τόσο χάνεται μέσα στο σκοτάδι της άγνοιας χωρίς νόημα και σκοπό. Η αποτίμηση του ίδιου του Θεού Πατέρα στην παραβολή του ασώτου είναι απόλυτη: «ὁ υἱός μου οὗτος νεκρός ἦν...καί ἀπολωλώς᾽.

4. Η υπακοή στο θέλημα του Θεού είναι η θεραπεία του ανθρώπου. Μόλις  ο άνθρωπος στραφεί προς τον Θεό και αρχίζει να συντονίζεται με το άγιο θέλημά Του, αρχίζει και η διαδικασία υπέρβασης της πνευματικής παραλυσίας, ίσως δε αν επιτρέψει ο Θεός, και της σωματικής παραλυσίας. Και το μόνιμο και αδιάκοπο θέλημα του Θεού είναι ό,τι Εκείνος ζει ως ζωή και είχε δώσει απαρχής της αποκάλυψής Του ως εντολή στον άνθρωπο: η αγάπη. Η αγάπη που αναφέρεται στον ίδιο τον Θεό και στον κατ᾽ εικόνα Αυτού άνθρωπο. «Ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου, ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου, ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου καί ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου, καί τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν». Όσο ο άνθρωπος θα πορεύεται με τον τρόπο της αγάπης, τόσο και θα υγιαίνει πνευματικά νιώθοντας τη ροή της ενέργειας και της χάρης του Θεού στην ψυχοσωματική του υπόσταση. Γι᾽ αυτό και η Εκκλησία μας πάντοτε εξαγγέλλει ότι αμαρτία υφίσταται εκεί απ’  όπου ελλείπει η αγάπη. Κι επειδή αγάπη και πίστη συμβαδίζουν, γι᾽ αυτό και «πᾶν ὅ οὐκ ἐκ πίστεως ἁμαρτία ἐστί».

Είναι ευνόητο λοιπόν γιατί η αμαρτία δεν κατανοείται ως παράβαση ενός νόμου ή ενός κανόνα. Γιατί εκφεύγει από τα εξωτερικά τυπικά σχήματα και γίνεται το αδιάκοπο αγώνισμα της καρδιάς. Στην καρδιά ριζώνει η αγάπη, εκεί αναπέμπει τις δοξολογικές κραυγές της, γι᾽ αυτό και εκεί, δηλαδή όπου δεν φτάνει ανθρώπου μάτι, όταν δεν υφίσταται, ήδη λειτουργεί το μυστήριο της ανομίας και της αμαρτίας. Από την άποψη αυτή αφενός έχουμε διαβάθμιση στην αμαρτία, ανάλογα με το ποσοστό της αγάπης που υπάρχει, αφετέρου κανείς δεν μπορεί εύκολα να κρίνει τον συνάνθρωπό του, αφού κάποιος μπορεί να φαίνεται άψογος εξωτερικά, ενώ μέσα του να μαίνεται ο πόλεμος των κακών λογισμών του και του μίσους του προς τον συνάνθρωπο. « μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ – λοιπόν – ἐν τῷ Θεῷ μένει καί ὁ Θεός ἐν αὐτῷ᾽. Η αγάπη αποτελεί το μόνιμο και μοναδικό απόλυτο κριτήριο για να γνωρίζει κάποιος την αμαρτωλότητα ή την αναμαρτησία του.

5. Κι ασφαλώς δεν υπάρχει αναμαρτησία ανθρωπίνως. Μόνον ο Κύριος ως Θεός και άνθρωπος έζησε απολύτως αναμάρτητα. Όλοι οι άνθρωποι λίγο ή πολύ αμαρτάνουμε, γιατί έστω στο βάθος της ψυχής μας κάποια στιγμή μπορεί να ξεφύγουμε από την αγάπη. Γι᾽ αυτό και η αγιότητα για τον άνθρωπο βρίσκεται στον αγώνα πια της μετανοίας του. Όταν ο πιστός νιώσει ότι εξέπεσε από την αγάπη, αρχίζει τον εσωτερικό αγώνα των δακρύων προκειμένου να επανέλθει στην εντολή του Θεού. Κι έτσι η μετάνοια είναι ο δρόμος της πνευματικής ζωής. Πνευματικός και άγιος για την πίστη μας είναι ο μετανοών άνθρωπος, αυτός που οι στεναγμοί της καρδίας του δεν τον εγκαταλείπουν ποτέ, καθώς μάλιστα ενισχύεται διαρκώς και από την κοινή εν Εκκλησία προσευχή και τα μυστήρια της πίστεως, ιδίως της θείας Ευχαριστίας. Κι έτσι μάλλον πρέπει να ερμηνεύσουμε και την προτροπή του Κυρίου «μηκέτι ἁμάρτανε» στον πρώην παραλυτικό. Όχι με την έννοια να μην υποπέσει ποτέ στην αμαρτία – αυτό θα ήταν η ευχή για όλους μας – αλλά με την έννοια να πορεύεται πάντοτε εν μετανοία, κάτι που φαίνεται να συνηγορεί υπέρ αυτού η ενεστωτική προστακτική «μηκέτι ἁμάρτανε», δηλαδή μη παραμένεις στην αμαρτία, όταν αυτή κάνει την εμφάνισή της.

Το «μηκέτι ἁμάρτανε» του Κυρίου η Εκκλησία μάς το υπενθυμίζει διαρκώς το πρωί, το εσπέρας, το βράδυ. «Καταξίωσον, Κύριε, ἐν τῇ ἡμέρᾳ, ἐν τῇ ἑσπέρᾳ, ἐν τῇ νυκτί ταύτῃ, ἀναμαρτήτους φυλαχθῆναι ἡμᾶς». Η σχετική αναμαρτησία στην οποία καλούμαστε είναι ο δρόμος της μετανοίας, είναι ο δρόμος της αγιότητας, είναι ο δρόμος της πνευματικής υγείας, γιατί είναι ακριβώς ο δρόμος της αγάπης. Η αγάπη είναι το μοναδικό αποτελεσματικό φάρμακο εναντίον της όποιας παραλυσίας απειλεί την ύπαρξή μας.  

ΜΕΓΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ: Η ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ ΤΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ ΤΟΥ

Η μόνη αναφορά της ακολουθίας σήμερα επί τη μνήμη της ανακομιδής του λειψάνου του μεγάλου Αθανασίου είναι στους στίχους του συναξαρίου: «Αθανάσιε, πού πηγαίνεις; Μη πάλι σε στέλνουν εξόριστο έστω και νεκρό; Τη Δευτέρα του Μαΐου το λείψανο του Αθανασίου βγήκε από τον τάφο». Σε κανένα άλλο τροπάριο δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά για το εορταζόμενο γεγονός της ανακομιδής. Όλοι οι ύμνοι αποτελούν έναν ύμνο για την ορθόδοξη πίστη του, για τους αγώνες του υπέρ της επικράτησης της πίστης αυτής, καθώς εναντιώθηκε στην αίρεση του αρειανισμού και των υποστηρικτών της, για την ενάρετη ζωή του, για τις εξορίες τις οποίες υπέστη. ´Ετσι πρέπει να αποδεχτούμε αυτό που έχει γραφεί, ότι δηλαδή «σύμφωνα με τον κώδικα των Καυσοκαλυβίων και το δίστιχο του Λαυριωτικού Κώδικα Ι 70, η κυρίως μνήμη του αγίου Αθανασίου πρέπει να εορτάζεται σήμερα, όπου και ιστορικά είναι αποδεδειγμένη η κοίμησή του και όχι η ανακομιδή των λειψάνων του...Για ποιο λόγο όμως καθιερώθηκε η κυρίως μνήμη του την 18η Ιανουαρίου μ᾽ αυτήν του αγίου Κυρίλλου δεν γνωρίζουμε. Το πιθανότερο είναι για τον λόγο που καθιερώθηκε η εορτή των τριών Ιεραρχών» (Ιστολόγιο: Ορθόδοξος Συναξαριστής).

Πράγματι, η όλη ακολουθία μάς καλεί να ευφρανθούμε σήμερα, γιατί προβάλλεται ενώπιον των πιστών «η μεγάλη της Εκκλησίας σάλπιγξ» (δοξαστικό λιτής), «ο χρυσορρόας Νείλος και επώνυμος της αθανασίας» (δόξα  αποστ. εσπερινού), «το στόμα του Λόγου Χριστού» (ωδή ε´), «ο ακατάβλητος πύργος της Εκκλησίας» (ωδή γ´), «ο ποταμός της χάριτος» (ωδή ς´), μ᾽ έναν λόγο «ο στύλος της ορθοδοξίας» (απολυτίκιο). Κι αιτία βεβαίως για όλους αυτούς τους χαρακτηρισμούς είναι το γεγονός ότι πρώτον, ο μέγας αυτός Πατέρας φωτίστηκε από τον Θεό κι έδειξε την ορθόδοξη πίστη στην Πρώτη ήδη Οικουμενική Σύνοδο, όταν ο Άρειος και οι περί αυτόν αμφισβητούσαν την αληθινή εικόνα του Τριαδικού Θεού που απεκάλυψε ο Ιησούς Χριστός. Ήταν εκείνος κατεξοχήν που «ανέστησε τα τρόπαια της ορθοδοξίας, αριθμώντας με ευσέβεια το μυστήριο της Τριάδος, λόγω της ιδιότητας των προσώπων και συνάπτοντάς τα πάλι χωρίς σύγχυση σε ένα, λόγω της ταυτότητας της ουσίας»  (δοξ. αίνων)· δεύτερον, ο άγιος Αθανάσιος υπέστη τα πάνδεινα για την πίστη του αυτή, επιβεβαιώνοντας τον λόγο του Κυρίου που λέει «ει εμέ εδίωξαν και υμάς διώξουσι», όπως και των αποστόλων Του «πάντες οι θέλοντες ευσεβώς ζην εν Χριστώ Ιησού διωχθήσονται»· τρίτον, ο άγιος φανέρωσε την αλήθεια και υπέστη διώξεις, γιατί ζούσε ως μία παρουσία του Χριστού στον κόσμο. Οι αρετές του ήταν εκείνες που αποδείκνυαν ότι τότε φωτίζει ιδιαιτέρως ο Χριστός τον άνθρωπο, όταν αυτός εκτός από διευρυμένο νου, που αποτελεί το μέσον εκφράσεως της αλήθειας, ζει με συνέπεια τις εντολές Εκείνου. Ο άγιος Αθανάσιος σαν τον απόστολο Παύλο μπορούσε να λέει «τον δρόμον τετέλεκα, την πίστιν τετήρηκα, λοιπόν απόκειταί μοι ο της δικαιοσύνης στέφανος». Και το σημειώνει ο υμνογράφος: «Τον δρόμο της ευσέβειας τελείωσες και όπως ο Παύλος τήρησες την πίστη. Λοιπόν απόκειται και σε σένα, πανσέβαστε, ο δίκαιος στέφανος των κόπων σου» (κάθισμα α´ στιχολογίας).

Θα πρέπει να υπενθυμίσουμε επ᾽ αυτού ό,τι ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος έγραφε ήδη στην αρχή του λόγου του για τον Αθανάσιο: «Επαινώντας τον Αθανάσιο, θα επαινέσω την ίδια την αρετή». Γιατί δεν υπήρξε όντως αρετή που δεν εξήσκησε ο μέγας αυτός Πατέρας της Εκκλησίας. «Άσκησες κάθε αρετή με τρόπο επίμονο, θεόπνευστε, και χρημάτισες σαφώς ιερότατος ιερουργός του Κυρίου, αφού χρίστηκες με άγιο χρίσμα από το ´Αγιον Πνεύμα» (στιχηρό εσπερινού). Και δεν είναι καθόλου τυχαία η επισήμανση του υμνογράφου «επιμόνως». Προκειμένου να αποκτήσει κανείς το Άγιον  Πνεύμα, τον σκοπό της όλης πνευματικής ζωής, δεν αρκεί η απόκτηση κάποιων αρετών. Απαιτείται η απόκτηση όλων των αρετών, αλλά με τρόπο επίμονο. Η επιμονή στις εντολές του Χριστού, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, ακόμη και τις μεγάλες δοκιμασίες και θλίψεις, όπως συνέβη με τον άγιο Αθανάσιο, συνιστά ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της χριστιανικής ζωής, μάλλον αποτελεί τον όρο για την ίδια την ύπαρξή της.

ΣΤΑΥΡΩΣΕ ΤΟΝ ΑΝΑΜΑΡΤΗΤΟ!

«Ἰουδαίων ὁ λαός τῷ Πιλάτῳ ἐκβοᾷ∙ Ἀπόλυσόν μοι τόν κακοῦργον λῃστήν∙ ἆρον, ἆρον, σταύρωσον τόν ἀναμάρτητον» (Εβδομάς Μυροφόρων).

(Ο λαός των Ιουδαίων κραυγάζει προς τον Πιλάτο: Άφησέ μου ελεύθερο τον κακούργο ληστή. Θάνατος, θάνατος! Σταύρωσε τον αναμάρτητο).

Στα γεγονότα λίγο προ της Σταυρικής θυσίας του Κυρίου Ιησού Χριστού μάς παραπέμπει ο άγιος υμνογράφος Ανδρέας ο Κρήτης, τότε που ο Κύριος βρίσκεται υπόδικος ενώπιον του Πιλάτου, για να ακούσει από το συγκεντρωμένο πλήθος το «άρον, άρον, σταύρωσον Αυτόν!» - με την παραδοξότητα του υμνογράφου να βάζει στο στόμα του λαού και τη θεολογική αποτίμηση: «τόν ἀναμάρτητον!» Κι αυτό γιατί το ίδιο αυτό πλήθος, προ ολίγων μόλις ημερών κραύγαζε κατά την είσοδο του Κυρίου καθημένου επί πώλον όνου το «Ὠσαννά τῷ Υἱῷ Δαυίδ∙ Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου», κραδαίνοντας τα κλαδιά από τους φοίνικες. Αλλά είναι τελικώς ένα άκριτο πλήθος, ο λαός που άγεται και φέρεται δυστυχώς από τους λαοπλάνους και τους δημαγωγούς – εν προκειμένω τους θρησκευτικούς άρχοντες των Ιουδαίων – οι οποίοι έπεισαν τον λαό αυτόν που συμπεριφετόταν πια ως όχλος να ζητήσουν από τον Πιλάτο χάρη για τον κακούργο και όχι για τον ευεργέτη τους Ιησού Χριστό.

Λογικά, αντικειμενικά, ηθικά, θεολογικά, κοινωνιολογικά η επιλογή του λαού δεν μπορεί να σταθεί σε οποιαδήποτε βάσανο – επιλέγει τον κακούργο, τον ληστή, εκείνον που αποτελούσε μάστιγα για τη ζωή του και απορρίπτει έως θανάτου Εκείνον που μέχρι τη συγκεκριμένη ώρα τού είχε φερθεί μόνον ως ευεργέτης. «Λαός μου τί ἐποίησάς μοι καί τί μοι ἀνταπέδωκας;» - ο ύμνος από τη Μεγάλη Εβδομάδα εκφράζει το παράπονο του ενανθρωπήσαντος Θεού, το ίδιο παράπονο των προφητών του Θεού που δέχτηκαν την κακότητα και την επίθεση και τον θάνατο από τον λαό στον οποίο κήρυξαν τη μετάνοια και στάθηκαν απέναντί του ως ευεργέτες! Ό,τι ο Κύριος είχε προείπει καθαρά ως λόγο ή μέσω των παραβολών, ότι δηλαδή θα υποστεί την ίδια απόρριψη ως Υιός με τους απεσταλμένους δούλους του Θεού Πατέρα, τώρα επιβεβαιώνεται και γίνεται πραγματικότητα.

Πρόκειται κυριολεκτικά για τύφλωση: όχι των υλικών οφθαλμών αλλά του κύριου οφθαλμού της ψυχής, του νου που φωτίζει την πορεία ενός ανθρώπου. Και τι γίνεται λοιπόν «καθοδηγητικό» στοιχείο της πορείας του; Τα πάθη και οι αλλοιωμένες και διαστρεβλωμένες δυνάμεις της ψυχής του, οι οποίες μη έχοντας φωτισμό από τον Θεό άγονται και φέρονται από τον Πονηρό διάβολο! Τεράστια η ευθύνη των λαοπλάνων και των δημαγωγών, και τότε και πάντοτε, που τεχνηέντως γιατί γνωρίζουν την ψυχολογία της μάζας και του όχλου καθοδηγούν προς ό,τι συνιστά απολύτως δικό τους συμφέρον – συνήθως την εξουσία και τη σαρκολατρεία τους! Αλλά μεγάλη και η ευθύνη του ίδιου του λαού που αφήνεται στα χέρια των επιτηδείων αυτών, όταν μάλιστα έχει γευτεί και τις συνέπειες της δημαγωγίας αλλά και τις ευεργεσίες των αγίων του: κατά τρόπο αδιανόητο όπως είπαμε επιλέγει την καταστροφή του!

Πώς μπορεί να εξηγηθεί βαθύτερα η διαστροφή και ο παραλογισμός αυτός, όταν μάλιστα, το ξανατονίζουμε, έχει γευτεί κανείς την ευεργεσία και έχει ακούσει την αλήθεια; Η μόνη εξήγηση είναι η άλωση της ψυχής από την αμαρτία, η ροπή προς ό,τι αποτελεί ψέμα, μία παραλυσία του πνεύματος, το οποίο έτσι επιθυμεί μόνο τα της σαρκός και βάλλει προς κάθε τι ανώτερο και υγιές. Η αμαρτία που λειτουργεί στην ύπαρξη του ανθρώπου, ακόμη και του βαπτισμένου όταν βρίσκεται χαλαρωμένος και όχι στην ένταση που απαιτεί ο λόγος του Θεού, αυτό έχει καταφέρει και καταφέρνει: να αλλοιώνει τα πάντα και να μας κάνει να θεωρούμε ως κανονική και υγιή τροφή το δηλητήριο! Το είδαμε με τον πιο απόλυτο τρόπο στα μοναδικά και συγκλονιστικά γεγονότα του Πάθους του Κυρίου, το είδαμε στη ζωή των περισσοτέρων αγίων της Εκκλησίας – πάντοτε ήταν διωκόμενοι κατά το πρότυπο του Κυρίου: «εἰ ἐμέ ἐδίωξαν καί ὑμᾶς διώξουσι» - το βλέπουμε δυστυχώς και σήμερα που ο λόγος του Θεού ερμηνεύεται και κατανοείται κατά το δοκούν: ό,τι νομίζει ο καθένας, αυτό και θεωρεί ως σωστό, αδιαφορώντας τελικώς για την αλήθεια, γιατί δεν «ταιριάζει» στο δικό του θέλημα!

Δεν το βλέπουμε εξίσου και σε άλλες διαστάσεις της προσωπικής και της κοινωνικής μας ζωής; Πώς μπορεί για παράδειγμα να εξηγηθεί η ευκολία αποδοχής των λεγομένων «fake news» και όχι των πραγματικών γεγονότων; Πώς κάθε τι, και το πιο παράλογο: όπως ότι η γη είναι... επίπεδη, βρίσκει και πάλι γρήγορους αποδέκτες;  Πώς... πώς...πώς; Λογική εξήγηση δεν υφίσταται. Είναι είπαμε η λειτουργία της αμαρτίας, η ευπιστία προς το περίεργο, το αληθοφανές, το μυστικοπαθές, που μας κάνει να φαινόμαστε οι πιο... έξυπνοι, οι πιο... σοφοί, οι πιο... ενημερωμένοι, ακόμη και οι πιο... πιστοί! Γι’ αυτό και στην περίπτωση αυτή ακούμε δυστυχώς το συχνά επαναλαμβανόμενο με δημώδη τρόπο: «Και πάλι την... πατήσαμε, οι δύστυχοι!»

Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΙΕΡΕΜΙΑΣ

«Ο θαυμάσιος του Κυρίου προφήτης, που αγιάστηκε ήδη από τη μήτρα της μητέρας του, καταγόταν από την Ανανώθ. Στις Τάφνες της Αιγύπτου λιθοβολήθηκε από τον λαό και πέθανε, τοποθετήθηκε δε στον τόπο της κατοίκησης των Φαραώ. Διότι οι Αιγύπτιοι τον δόξασαν, επειδή ευεργετήθηκαν από αυτόν: με τη προσευχή του, ψόφησαν και τα δηλητηριώδη φίδια (ασπίδες) που τους εξολόθρευαν, και τα θηρία των υδάτων, που οι Αιγύπτιοι τα ονομάζουν Εφώθ και οι Έλληνες κροκόδειλους. Και όσοι είναι πιστοί μέχρι σήμερα, έρχονται στον τόπο εκείνο, και παίρνοντας από το χώμα, θεραπεύουν τα δαγκώματα των ασπίδων.

Λένε ότι ο Αλέξανδρος ο Μακεδών, όταν έφτασε στον τάφο του προφήτη και έμαθε τα σχετικά μ᾽ αυτόν, μετέφερε τα λείψανά του στην Αλεξάνδρεια και τα διέσπειρε σε κάθε μέρος της πόλης και γύρω από αυτήν, με αποτέλεσμα να εκδιώξει τις ασπίδες από εκεί. Στη θέση τους δε έβαλε τα φίδια που ονομάζονταν αργαλοί, τα οποία έφερε από το Άργος, εξ ου και έχουν την ονομασία αυτή.

Έδωσε μάλιστα ο προφήτης σημάδι στους ιερείς της Αιγύπτου, ότι θα σειστούν τα είδωλά τους και θα πέσουν χάμω, μέσω ενός παιδιού Σωτήρα, που θα γεννιόταν από Παρθένο σε φάτνη. Γι᾽ αυτό μέχρι τώρα έχουν ως θεά μία παρθένο λεχώνα, ενώ βάζουν σε φάτνη ένα βρέφος και το προσκυνούν. Γι᾽ αυτό επίσης κι όταν ρώτησε ο βασιλιάς Πτολεμαίος ποια είναι η αιτία αυτού, έλεγαν ότι το μυστήριο αυτό είναι πατροπαράδοτο, που παραδόθηκε στους πατέρες μας από κάποιον όσιο προφήτη, και πιστεύουμε, είπαν, ότι θα εκπληρωθεί το μυστήριο.

Λέγεται δε για τον προφήτη ότι πριν από την άλωση του Ναού άρπαξε την κιβωτό του Νόμου και όσα υπήρχαν μέσα σ᾽αυτήν και τα κατέθεσε κάτω από βράχο και είπε στους παρευρισκομένους: «Απεδήμησε ο Κύριος που αποκαλύφτηκε στο Σινά προς τον Ουρανό και πάλι θα έλθει για να νομοθετήσει στο Σινά με δύναμη, ενώ θα υπάρξει σημάδι σε σας της παρουσίας του, όταν δηλαδή όλα τα έθνη θα προσκυνήσουν το ξύλο». Είπε δε ότι κανείς δεν θα βγάλει την κιβωτό αυτή, παρά μόνον ο ο ιερέας Ααρών, και κανείς δεν θα ανοίξει τις πλάκες σ᾽αυτήν καθόλου, ούτε από ιερείς ούτε από προφήτες, παρά μόνον ο Μωυσής ο εκλεκτός του Θεού. Και κατά την ανάσταση, πρώτα η κιβωτός θα σηκωθεί και θα εξέλθει και θα τεθεί στο όρος Σινά, και όλοι οι άγιοι θα μαζευτούν προς αυτήν, περιμένοντας τον Κύριο και εκδιώκοντας τον εχθρό που θέλει να τους σκοτώσει. Στον βράχο έβαλε ως σφραγίδα με το δάκτυλό του το όνομα του Θεού, κι έγινε ο τύπος σαν ανάγλυφο από σίδερο. Και φωτεινή νεφέλη επισκίασε το όνομα και κανείς δεν θα αναγνωρίσει τον τόπο ούτε θα μπορέσει να το διαβάσει, μέχρι την ημέρα εκείνη. Είναι δε ο βράχος στην έρημο, όπου φτιάχτηκε  καταρχάς η κιβωτός μεταξύ των ορέων, εκεί που βρίσκονται θαμμένοι  ο Μωυσής και ο Ααρών, και κατά τη νύκτα η νεφέλη έρχεται πάνω στον τόπο σαν φωτιά, κατά τον τύπο τον παλιό. Ήταν δε ο προφήτης Ιερεμίας προχωρημένος στην ηλικία, μικρός στο ανάστημα, έχοντας γένι που κατέληγε σε οξύ σχήμα. Τελείται δε η σύναξή του στον Ναό του αγίου αποστόλου Πέτρου, που βρίσκεται δίπλα στην αγιότατη μεγάλη Εκκλησία».

Οι ύμνοι της Εκκλησίας μας για τον «συμπαθέστατον πάντων των προφητών» (ωδή δ´), τον προφήτη Ιερεμία, πρωτίστως επικεντρώνουν στην ήδη από κοιλίας μητρός κλήση του στο προφητικό αξίωμα, κι ακόμη πιο πίσω, στην επιλογή του από τον Θεό, πριν καν συλληφθεί στη μήτρα της μητέρας του. Κατά τα λόγια του ίδιου του υμνογράφου «Κύριε, Συ προγνώρισες τον ένδοξο Ιερεμία πριν να πλαστεί, και πριν να τεχθεί από τη μήτρα της μητέρας του τον καθαγίασες σαν προφήτη Σου» (στιχηρό εσπερινού). Ο υμνογράφος μάλιστα εικονίζει τον προφήτη του Θεού ως «εκλεκτό βέλος που ο Δεσπότης Κύριος είχε κρυμμένο στη φαρέτρα του, ώστε να το βγάλει και να το χρησιμοποιήσει στον κατάλληλο καιρό» (ωδή ε´). Σπεύδει όμως να διευκρινίσει ότι η εκλογή αυτή και ο καθαγιασμός του προφήτη και πριν ακόμη έρθει στη ζωή δεν σημαίνει κατάργηση της ελευθερίας του. Δεν έχουμε δηλαδή έναν απόλυτο προορισμό, σύμφωνα με τον οποίο ο Θεός αυθαιρέτως εκλέγει κάποιον και καθορίζει την περαιτέρω πορεία του. Κατά τον άγιο υμνογράφο που εκφράζει εν προκειμένω την πίστη της Εκκλησίας μας, έχουμε ένα είδος σχετικού προορισμού, με την έννοια ότι ο Θεός προγνωρίζοντας ως παντογνώστης που είναι τη μελλοντική ανταπόκριση της ελευθερίας του ανθρώπου στην κλήση Του, τον ετοιμάζει για το έργο που έχει αποφασίσει να τον καλέσει. «Σε καθαγίασε ο Κύριος, Ιερεμία, διότι προγνώριζε αληθινά την ελευθερία της γνώμης σου» (στιχηρό εσπερινού). Κι αλλού: «Ιερεμία θεοφάντορα, προθεωρώντας ο Κύριος, που προγνωρίζει τα πάντα, τις κινήσεις της διάνοιάς σου σε έκανε καθηγητή του λαού» (ωδή α´).

Η πρόγνωση της ελεύθερης ανταπόκρισης του προφήτη στην κλήση του Θεού βεβαίως επιβεβαιώθηκε, κάτι που σημαίνει για τον εκκλησιαστικό ποιητή ότι ο προφήτης όχι μόνο δέχτηκε την κλήση από τον Κύριο, αλλά και ο ίδιος αγωνίστηκε να καθαρίσει τους πνευματικούς του οφθαλμούς από κάθε μολυσμό της αμαρτίας, ώστε να μπορέσει να σταθεί στο ύψος της κλήσης του. «Καθάρισες καλά το οπτικό της διάνοιάς σου σαφώς από τους μολυσμούς της αμαρτίας, γι᾽ αυτό και αναδείχτηκες από τον Δημιουργό σου αγαπητότατος μάρτυρας της αλήθειας» (ωδή α´). Κι είναι τούτο μία γενική αλήθεια στην πνευματική ζωή: ο Θεός καλεί τον άνθρωπο και τον θέλει ως συνεργό Του, όταν κι ο άνθρωπος ανταποκρίνεται στην κλήση αυτή με τον αγώνα του κατά της αμαρτίας και των παθών του.

Ο προφήτης λοιπόν με καθαρά τα πνευματικά του αυτιά, ώστε να ακούει τι το Πνεύμα του Θεού του υπαγόρευε (ωδή ε´), ξεκίνησε το έργο του, το οποίο κινείτο σε δύο επίπεδα: το επίπεδο της κλήσης του λαού σε μετάνοια και το επίπεδο της αναφοράς του στον μέλλοντα να έλθει λυτρωτή Μεσσία Κύριο. Στην κλήση μετανοίας δυστυχώς, όπως συνέβαινε σχεδόν πάντοτε με τους προφήτες, δεν έβλεπε θετικά αποτελέσματα. Όχι μόνο ο λαός δεν ανταποκρινόταν, αλλά αντιθέτως τον διακωμωδούσε και επιχειρούσε παντοιοτρόπως να του κλείσει το στόμα με βίαιο τρόπο, κάτι που τελικώς το κατάφερε, διά λιθοβολισμού («Πέτρινες ψυχές και ξένες από θείο φόβο, σκότωσαν με πέτρες τον θείο Ιερεμία»-στίχοι συναξαρίου).  Ο προφήτης πέρασε βεβαίως πολλά βάσανα πάνω στο προφητικό του έργο, όπως για παράδειγμα το ρίξιμό του σε βρόμικο λάκκο – είναι πολύ ωραία μάλιστα η ερμηνεία που δίνει ο υμνογράφος στη δαιμονική αυτή κίνηση των συμπατριωτών του προφήτη: «Δεν άντεχε ο βρόμικος λαός του Ισραήλ το μύρο της ευωδίας σου και σε έκλεισε μέσα στον λάκκο» (ωδή γ´) - παρ᾽όλα αυτά όμως συνέχιζε να καλεί σε μετάνοια τον λαό, προλέγοντάς του τις καταστροφές που θα υφίστατο αν θα συνέχιζε να είναι ανυπάκουος στο θέλημα του Θεού.

 Ο προφήτης, ακριβώς γιατί ήταν προφήτης, βλέπει ως βέβαιη την καταστροφή, γι᾽αυτό και θρηνεί ήδη την πτώση της Ιερουσαλήμ. Οι θρήνοι του Ιερεμία έχουν μείνει παροιμιώδεις στην ιστορία – οι γνωστές «Ιερεμιάδες» - οι οποίοι όμως αφενός διεκτραγωδούν την καταστροφή του Ισραήλ, αφετέρου όμως στρέφουν τον λαό με ελπίδα στη διέξοδο που σίγουρα θα έλθει, αν ο λαός μετανοήσει και επικαλεστεί τον Κύριο. Όπως το λέει και ο υμνογράφος: «Θρήνησες για τον παράνομο λαό, που οδηγείτο σε βίαια αιχμαλωσία από αθέους βαρβάρους, προφήτη μακάριε» (κάθισμα όρθρου). Και εν προκειμένω υποκλίνεται ο χριστιανός στη μεγάλη ψυχή του προφήτη, ο οποίος παρ᾽όλα τα βάσανα που υφίστατο από τους συμπατριώτες του, δεν έπαυε να θρηνεί γι᾽ αυτούς, να συνεχίζει να τους νουθετεί, να προσεύχεται για τη σωτηρία τους.

Είπαμε όμως ότι ο προφήτης δεν μένει μόνο στο κήρυγμα της μετανοίας και τους θρήνους για την καταστροφή. Βλέπει και το μέλλον που έρχεται στο πρόσωπο του λυτρωτή Χριστού. Κι αυτό είναι χαρούμενο και ευφρόσυνο. Ο άγιος υμνογράφος επανειλημμένως σημειώνει τη διάσταση αυτή. «Συγγράφοντας θρήνους, προφήτη, δεν αμαύρωσες τη θεϊκή ευφροσύνη, με την οποία ανατράφηκες ήδη από βρέφος» (ωδή ζ´). Και η μελλοντική ευφροσύνη είναι η παρουσία του Μεσσία, ο Οποίος θα σώσει τον Ισραήλ και όλον τον κόσμο, περνώντας όμως μέσα από την οδύνη του Σταυρού. «Φανέρωνες εκ των προτέρων με τρόπο μυστικό τον θάνατο του Λυτρωτή, θεηγόρε. Διότι πράγματι ο άνομος λαός των Ιουδαίων ύψωσε τον Χριστό πάνω στο ξύλο του Σταυρού, σαν αμνό, τον Χριστό που είναι ο αρχηγός της ζωής και ο ευεργέτης όλης της κτίσεως» (ωδή ς´).

ΔΕΝ ΤΟΝ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΑΤΕ ΟΥΤΕ ΚΑΙ ΝΕΚΡΟ!

«Χριστοῦ φανέντος τοῖς ἴχνεσιν ἀκολουθοῦσαι σεμναί, καί αὐτόν θεραπεύουσαι γνώμης προθυμότατα Μυροφόροι εὐθύτητι, οὐδέ θανόντα τοῦτον ἐλίπετε∙ ἀλλ’ ἀπελθοῦσαι μύρα σύν δάκρυσιν, ἀπεκομίσατε συμπαθῶς κινούμεναι∙ ὅθεν ὑμῶν μνήμην τήν πανίερον πανηγυρίζομεν» (Εβδομάς Μυροφόρων).

(Σεμνές Μυροφόρες, ακολουθώντας τα ίχνη του Χριστού που φάνηκε (στον κόσμο ως άνθρωπος) και υπηρετώντας Τον προθυμότατα με ειλικρίνεια, δεν Τον εγκαταλείψατε ούτε και νεκρό. Απεναντίας, κινούμενες από αγάπη προς Αυτόν πήγατε και Του προσφέρατε μύρα μαζί με τα δάκρυά σας. Γι’ αυτό και πανηγυρίζουμε την πανίερη μνήμη σας).

Είναι ένα από τα πιο συγκλονιστικά τροπάρια. Διότι εξαγγέλλει την πορεία ζωής των μυροφόρων γυναικών, από τη στιγμή που γνώρισαν τον Κύριο Ιησού Χριστό και μετέπειτα μέχρι του τέλους, που είναι μία αδιάκοπη πορεία θετικής προσέγγισης Εκείνου. Τι βλέπουμε;

- Οι γυναίκες ακολουθώντας τον Κύριο βρίσκονταν αδιάκοπα πάνω στα ίχνη που χάραζε η δική Του πορεία – ήσαν αληθώς υπήκοες κατά το πρότυπο του Ίδιου απέναντι στον Θεό Πατέρα.

- Τον υπηρετούσαν και τον εξυπηρετούσαν στο απολυτρωτικό έργο Του, και μαζί με Εκείνον και τους μαθητές Του, γινόμενες οι χορηγοί Του και τα χέρια Του σε ό,τι χρειαζόταν. Και μάλιστα χωρίς καμία δεύτερη σκέψη ή λογισμό ζήλειας και κατάκρισης – η ευθύτητα γνώμης τους ήταν αυτό που κήρυσσε ο Κύριος και έπειτα και οι απόστολοι: αγάπη εκ καθαράς καρδίας.

- Και το πιο συγκινητικό και υποδειγματικό και αξιοπρόσεκτο: δεν Τον εγκατέλειψαν και τότε που φάνηκε να γκρεμίζονται οι ελπίδες τους με τη σύλληψή Του, τη Σταύρωσή Του, τον θάνατό Του. Όταν όλοι οι μαθητές του Κυρίου Τον εγκατέλειψαν και Τον άφησαν μόνο, εκείνες βρήκαν το κουράγιο να συνεχίσουν να Τον αγαπούν και να κινούνται με θερμότητα και συμπάθεια απέναντί Του. Τόσο που νύχτα ακόμη πήραν αρώματα και μύρα για να Του επιτελέσουν τα καθορισμένα από το Ιουδαϊκό τυπικό σε θανόντες, υπερνικώντας κάθε φόβο και ανασφάλεια που ήταν λογικό να νιώθουν. Κι ήταν διπλάσιο θα λέγαμε το άρωμα του αγορασμένου μύρου τους, γιατί ήταν αναμειγμένο με τα δάκρυα της καρδιάς τους – τι πολυτιμότερο στη γη αυτή από τα δάκρυα της αγάπης και του πόνου!

Όχι ιερή λοιπόν η μνήμη των Μυροφόρων γυναικών, αλλά πανίερη, κατά τον άγιο υμνογράφο. Γι’ αυτό και αξίζει το πανηγύρι γι’ αυτές τις μοναδικές γυναίκες, που μένει το παράδειγμά τους αιώνια αναφορά για όλους τους πιστούς. Γιατί; Διότι δείχνει τι σημαίνει αληθινή αγάπη. Απέναντι στον Θεό κι απέναντι στον συνάνθρωπό μας. Καλούμαστε ν’ αγαπάμε Θεό και άνθρωπο, όχι γιατί μας προσφέρουν απλώς κάτι, αλλά και τότε που φαίνονται να μας εγκαταλείπουν. Στη θεωρούμενη «νέκρωσή» τους ως προς εμάς, εκεί πρέπει να ενεργοποιούμε τη θέρμη και τη συμπάθειά μας. Και ως προς μεν τον Θεό, η «νέκρωσή» Του, δηλαδή η εγκατάλειψή μας από Εκείνον, είναι φαινομενική. Ποτέ ο Θεός δεν μας εγκαταλείπει. Τότε μάλιστα που νομίζουμε ότι είναι απών, είναι περισσότερο από ποτέ άλλοτε παρών. Αλλά και ως προς τον συνάνθρωπο, η αδιαφορία του για εμάς που επισύρει όμως την ενεργοποίηση της αγάπης μας, λειτουργεί μυστικά ως πρόκληση της ανάστασής του. Ποιος ποτέ επέμεινε στην αγάπη του έστω και προς τον αρνητή του, και δεν είδε τις περισσότερες φορές θαυμαστά αποτελέσματα; Την ευκαιρία δηλαδή που του δίνουμε για να ανανήψει και μετανοήσει!

Πέμπτη 30 Απριλίου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ, ΑΔΕΛΦΟΣ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ

«Ο άγιος Ιάκωβος ήταν υιός του Ζεβεδαίου και αδελφός του Ιωάννου του Θεολόγου. Μετά από την κλήση του Ανδρέου και του Πέτρου, προσκλήθηκε από τον ίδιο τον Σωτήρα μαζί με τον αδελφό του να μαθητεύσουν σ᾽ Εκείνον.  Αυτοί αμέσως και τον πατέρα και το πλοίο, και μ᾽ έναν λόγο τα πάντα άφησαν και ακολούθησαν τον Κύριο. Και τόσο πολύ αγάπησε αυτούς ο Κύριος, ώστε στον μεν ένα να χαρίσει την ανάκληση πάνω στο στήθος Του (την ώρα του Μυστικού Δείπνου), στον δε άλλον να πιει το ποτήριο που ο Ίδιος ήπιε. Ο άγιοι Ιάκωβος και Ιωάννης επέδειξαν τέτοιον ζήλο υπέρ του Χριστού, ώστε να θελήσουν να κατεβάσουν φωτιά από τον Ουρανό και να καταστρέψουν τους απίστους. Κι ίσως και θα το έκαναν, αν δεν τους εμπόδιζε η αγαθότητα Εκείνου. Γι᾽ αυτό λοιπόν ο Κύριος έπαιρνε αυτούς και τον Κορυφαίο Πέτρο πάντοτε στις προσευχές Του και στις άλλες οικονομίες Του, μυσταγωγώντας τους στα υψηλότερα και μυστικότερα από τα δόγματα. Αυτόν τον μακάριο Ιάκωβο, μετά από το Πάθος και την Ανάληψη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, επειδή δεν άντεχε ο Ηρώδης να μιλάει με θάρρος και να εξαγγέλλει το σωτήριο κήρυγμα, τον συνέλαβε και τον φόνευσε με μαχαίρι, δεύτερον αυτόν μετά τον Στέφανο τον μάρτυρα, στέλνοντάς τον έτσι στον Δεσπότη Χριστό».

Υψηλοτάτη η ποίηση του μεγάλου υμνογράφου της Εκκλησίας μας αγίου Θεοφάνους για τον «άρχοντα όλης της γης», όπως τον χαρακτηρίζει, άγιο Ιάκωβο, τον πρόκριτο μεταξύ των αποστόλων μαζί με τον αδελφό του Ιωάννη τον Θεολόγο και τον άγιο Πέτρο, ανεψιό μάλιστα του Κυρίου μας Ιησού, ως υιό της Σαλώμης, κόρης του Ιωσήφ του μνήστορος της Υπεραγίου Θεοτόκου. Και τον χαρακτηρίζει άρχοντα,  και διότι υπήρξε μαθητής του Κυρίου, αλλά και για τον θερμότατο ζήλο του υπέρ Αυτού, τόσο που πρώτος αυτός από τους δώδεκα έδωσε τη ζωή του για Εκείνον. «Καταστάθηκες, ένδοξε, άρχοντας τώρα σε όλη τη γη, όπως γράφτηκε για σένα, γιατί έγινες μαθητής Αυτού που δημιούργησε τα πάντα. Και λόγω του θερμότατου ζήλου σου υπέμεινες τον φόνο με μαχαίρι από ανόμους, πάνσοφε, φεύγοντας από τη ζωή αυτή πρώτος εσύ από τη σεπτή ομήγυρη των δώδεκα συμμαθητών σου, μακάριε»  (στιχηρό εσπερινού και ωδή η´).

Ο άγιος Θεοφάνης εμμένει με τους ύμνους του στον θερμό πόθο του αγίου Ιακώβου για τον Κύριο: «Ω, τι θερμός είναι ο πόθος σου προς τον Δεσπότη Χριστό!» (ωδή δ´). Πόθος τέτοιος μάλιστα που έβαινε διαρκώς και αυξανόμενος: «Προσλάμβανες ατελείωτο πόθο πάνω στον πόθο, γι᾽αυτό και απέκτησες την έσχατη μακαριότητα των επιθυμητών πραγμάτων, την ίδια την αρχή της αγαθότητας, τον Θεό» (ωδή δ´). Γεγονός που σημαίνει: αν δεν ανταποκριθεί με αγάπη ο άνθρωπος στην αγάπη του Δημιουργού – «ημείς αγαπώμεν ότι Αυτός πρώτον ηγάπησεν ημάς» - δύσκολα, αν όχι καθόλου δεν  μπορεί να προχωρήσει σε ζωντανή σχέση μαζί Του· και: όσο ανοίγεται κανείς με αγάπη στον Κύριο, τόσο και νιώθει την αγάπη του αυτή να φουντώνει. «Πρόσφερες ολόκληρο τον εαυτό σου στην κλήση του Δεσπότη, θεοδίδακτε μύστη, γι᾽αυτό και έφτασες εμφανώς προς την υψηλότατη και θεία πράγματι κορυφή των αρετών» (ωδή δ´).

Γι᾽αυτό και ο άγιος υμνογράφος θεωρεί ότι η κλήση του αγίου Ιακώβου να γίνει απόστολος του Κυρίου ξεκίνησε στην πραγματικότητα πολύ πριν από την εξωτερική κλήση του. Ο Θεός δηλαδή ως προγνώστης, βλέποντας εκ των προτέρων την ευγένεια της ψυχής του, αλλά και τη δύναμη και την παλληκαριά της διάνοιάς του τον κάλεσε ως διακεκριμένο απόστολό Του να κηρύσσει στα έθνη Εκείνον (ωδή α´). Και: «Φάνηκες, Ιάκωβε, άξιος πρόσληψης από τον Κύριο και μύστης της οικονομίας Του, ακόμη και πριν από την κλήση σου, γιατί είδε σε σένα την ιλαρότητα της αγνής ψυχής σου» (ωδή γ´). Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι χαρακτηρίζει ο Θεοφάνης «τη γέννηση του Ιακώβου ιερή και φωτοφόρα, που έλαμψε ακόμη περισσότερο λόγω της συγγενείας που είχε με τον ίδιο τον Κύριο» (ωδή γ´).

Το θάμβος που νιώθει ο άγιος Θεοφάνης μπροστά στην τεράστια και λαμπερή προσωπικότητα του αγίου Ιακώβου - αποτέλεσμα όχι μόνο της κλήσεώς του από τον Κύριο και της αγιασμένης βιοτής του, αλλά και από τη φλόγα του Παρακλήτου Πνεύματος που έλαβε την ημέρα της Πεντηκοστής (ωδή γ´) – τον κάνει σε ένα τροπάριό του να φτάσει σε επίπεδα υπερβολής, καθώς αποπειράται να δικαιολογήσει με καλό λογισμό το πρωτείο που ζήτησε αυτός με τον αδελφό του και τη μητέρα τους από τον Κύριο. Θυμόμαστε όλοι ότι η μητέρα τους και οι ίδιοι ζήτησαν από τον Χριστό, λίγο πριν από τα πάθη Του, παρεξηγώντας προφανώς την πνευματική βασιλεία του Κυρίου και εκλαμβάνοντάς την γήινα,  να σταθούν δίπλα Του πρωτόθρονοι. Και ο Κύριος απήντησε ότι ναι μεν «δεν ξέρουν τι ζητούν», αλλά «το ποιος θα σταθεί πρώτος δίπλα Του είναι κάτι που δεν το δίνει ο Ίδιος, αλλά ο Πατέρας Του, ανάλογα με την αγάπη που τρέφει ο άνθρωπος προς Εκείνον μέχρι σημείου θυσίας». Ο υμνογράφος μας λοιπόν ερμηνεύει ως εξής το αίτημά του: «Ανέβηκες στα φτερά της μεγαλύτερης αρετής με την αγάπη, και πόθησες, ένδοξε, να έχεις τα πρωτεία των πρώτων θρόνων του Δεσπότη. Όχι γιατί αγαπούσες τη μάταιη δόξα, αλλά για να βλέπεις με άμεσο τρόπο Αυτόν που αγάπησες» (ωδή ε´). Καταλαβαίνει όμως ο άγιος Θεοφάνης την υπερβολή, γι᾽αυτό και στην επόμενη ωδή «διορθώνει»: «Ζήτησες από τον Χριστό, σαν να είναι γήινος Βασιλιάς, να σου δώσει την επίγεια δόξα, και πέτυχες, μακάριε Ιάκωβε, τη βασιλεία όχι την κάτω και φθαρτή, αλλά την αθάνατη, που την έλαβες όμως με την άθλησή σου» (ωδή ς´).

Μπροστά λοιπόν στον μαθητή του Κυρίου, μπροστά στον πρώτο που έδωσε από τους δώδεκα τη ζωή του για Εκείνον, μπροστά στη φλογισμένη από αγάπη Χριστού καρδιά του αποστόλου και τον ζήλο του που τον έκανε να είναι «ένας νέος Ηλίας» (ωδή ε´), «όλη η Εκκλησία στήνει χορό, γιατί γιορτάζει την παναγία μνήμη του, κατά την οποία  τον δοξολογούμε» (κάθισμα όρθρου).

ΜΥΡΟΦΟΡΕΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΡΙΕΣ!

«Ρήματα ἀκούσασαι χαρᾶς ἐκ τῶν ἐν τῷ τάφῳ τοῦ Λόγου προσκαθημένων νοῶν, δρόμον ἐπεδείξαντο σπουδαιοτέρας ὁρμῆς∙ καί τήν τάξιν ἀφέμεναι τῶν πρίν Μυροφόρων, ὡς εὐαγγελίστριαι ἐθεωρήθησαν, Ἔγερσιν ἐξ ἅδου κευθμώνων εὐαγγελιζόμεναι Μύσταις τοῦ ὑπέρ ἡμῶν ἐνανθρωπήσαντος» (Εβδομάς Μυροφόρων).

(Αφού άκουσαν οι Μυροφόρες γυναίκες λόγια χαράς (ότι αναστήθηκε δηλαδή ο Χριστός) από τους Αγγέλους που κάθονταν στον τάφο του Λόγου Χριστού, έκαναν τον δρόμο της επιστροφής με βιασύνη και μεγαλύτερη ορμή. Κι αφού άφησαν την τάξη των Μυροφόρων που είχαν πριν, φάνηκαν ως ευαγγελίστριες, καθώς ανήγγελλαν στους Αποστόλους το χαρμόσυνο μήνυμα της Αναστάσεως από τα άδυτα του άδη  Εκείνου που ενανθρώπησε για χάρη μας).

Δεν είναι τυχαίο ότι η αναγγελία της Αναστάσεως του Κυρίου δόθηκε από τους αγίους Αγγέλους σε γυναίκες, οι οποίες επέδειξαν μία γενναιότητα μεγάλη, καθώς παρ’ όλο τον φόβο τους λόγω των γεγονότων από τη Σταύρωση του Κυρίου αγόρασαν αρώματα προκειμένου να επιτελέσουν τα έθιμα που προέβλεπε ο Ιουδαϊκός νόμος – μία συνέχεια θα λέγαμε του τύπου της Αντιγόνης γυναίκας της αρχαίας τραγωδίας. Οι μυροφόρες γυναίκες κινούνταν από την αγάπη τους προς τον Κύριο, η οποία ξεπερνούσε τον φόβο της λογικής, γεγονός που ισχύει διαχρονικά, ιδίως δε σε θέματα πια της πνευματικής ζωής: όπου υφίσταται αγάπη, εκεί διαπιστώνεται υπέρβαση του όποιου φόβου, εκεί λειτουργεί η τόλμη και η γενναιότητα – υπερνικάται ακόμη και ο φόβος του θανάτου. «Φόβος οὐκ ἔστιν ἐν τῇ ἀγάπῃ» θα πει αξιωματικά ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, «ἀλλ’ ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τόν φόβον».

Η αγάπη τους λοιπόν που οδηγεί στην τολμηρή και γενναία στάση τους επιβραβεύεται από τον Θεόˑ είναι οι πρώτες που μαθαίνουν την Ανάσταση! Κι όχι μόνο. Παίρνουν την εντολή να αναγγείλουν το χαρμόσυνο γεγονός σ’ εκείνους που θα έπρεπε λογικά να είναι οι πρώτοι μέτοχοι: στους Μαθητές του Κυρίου, τους ίδιους τους Αποστόλους. Έτσι αλλάζουν, κατά τον υμνογράφο μας, τάξη και επίπεδο: από μυροφόρες γίνονται ευαγγελίστριες. Πρόκειται για μία επισήμανση όχι μόνον από τον συγκεκριμένο ύμνο, αλλά από πληθώρα παρομοίων, προφανώς γιατί η μεταβολή αυτή της τάξεως, έχει κάποιο ξεχωριστό νόημα και σημασία.

Και πράγματι έχει, γιατί αυτό που γίνεται στις μυροφόρες λειτουργεί ως τύπος ευρύτερα για κάθε χριστιανό όπου γης και κάθε χρόνου. Τι εννοούμε; Όπως οι γυναίκες θέλησαν να προσφέρουν τα μύρα της αγάπης τους προς τον Κύριο και βρέθηκαν να δέχονται αποκάλυψη αγγελική και ώθηση ιεραποστολική, έτσι και με κάθε χριστιανό: γεύεται την παρουσία του Κυρίου γινόμενος μέτοχος του αναστασίμου φωτός Του, έτοιμος συνεπώς να ακτινοβολήσει το φως αυτό στο περιβάλλον του και όπου αλλού βρεθεί, στον βαθμό που έχει καταστήσει και καθιστά τον εαυτό του μυροφόρο Εκείνου. Και μυροφόρος, κατά την πίστη μας, καθίσταται ο πιστός, όταν αγωνίζεται τη ζωή του να τη θέτει επί τα ίχνη του Κυρίου, πάνω στο θέλημα του Θεού δηλαδή, πάνω στις άγιες εντολές Του. Κι αυτό στην πραγματικότητα φανερώνει τον αγώνα της μετανοίας του, γιατί αυτό σημαίνει αληθινή μετάνοια: να βλέπω τα λάθη, τις αστοχίες και τις αμαρτίες μου, με κριτήριο τον λόγο του Θεού, και να παρακαλώ τον Κύριο να μου δίνει δύναμη να βρίσκομαι στη δική Του Οδό – «ἐγώ εἰμι ἡ Ὁδός»!

Ένας ύμνος μάλιστα της Εκκλησίας μας, από τους κατανυκτικούς λεγόμενους, στον ήχο πλ. δ΄, έρχεται και με ανάγλυφο τρόπο μάς το εξαγγέλλει: «Δάκρυά μοι δός ὁ Θεός ὡς ποτέ τῇ γυναικί τῇ ἁμαρτωλῷ, καί ἀξίωσόν με βρέχειν τούς πόδας σου, τούς ἐμέ ἐκ τῆς ὁδοῦ τῆς πλάνης ἐλευθερώσαντας, καί μύρον εὐωδίας σοι προσφέρειν, βίον καθαρόν ἐν μετανοίᾳ μοι κτισθέντα, ἵνα ἀκούσω κἀγώ τῆς εὐκταίας σου φωνῆς, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε, πορεύου εἰς εἰρήνην» (Δώσε μου δάκρυα, Θεέ μου, όπως κάποτε έδωσες στην αμαρτωλή γυναίκα, και αξίωσέ με να βρέχω μ’ αυτά τα πόδια Σου, αυτά που με ελευθέρωσαν από την οδό της πλάνης, και να σου προσφέρω μύρο ευωδίας, δηλαδή την καθαρή ζωή μου τη θεμελιωμένη πάνω στη μετάνοιά μου, ώστε να ακούσω κι εγώ την ευλογημένη Σου φωνή: η πίστη σου σε έσωσε, πορεύου ειρηνικά).

Τα δάκρυα της μετανοίας μας λόγω της αμαρτωλής ζωής μας λειτουργούν ενώπιον του Κυρίου ως ευωδία, γιατί οδηγούν στην καρποφορία των αρετών, που είναι τα δικά μας μύρα που προσφέρουμε σ’ Εκείνον. Μη ξεχνάμε ότι ο Ίδιος βεβαίωσε πως «χαρά γίνεται ἐν οὐρανῷ ἐπί ἑνί ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι» - οι αμαρτίες μας είναι το μεγαλύτερο δώρο που προσάγουμε στον Θεό. Μυροφόρος είναι ο κάθε χριστιανός, άνδρας και γυναίκα, από την άποψη αυτή, που σημαίνει ότι ευαγγελιστής και ευαγγελίστρια γίνεται μόνον αυτός που ζει τον Θεό ως χαρά στην ύπαρξή του. Μυροφόρος και ευαγγελιστής δηλαδή είναι το μόνιμο δίπολο που συνυπάρχει πάντοτε – το ένα δεν υπάρχει χωρίς το άλλο.