Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ

 


Βλέπων δε (ο Πέτρος) τον άνεμον ισχυρόν εφοβήθη, και αρξάμενος καταποντίζεσθαι έκραξε λέγων: Κύριε, σώσον με᾽  
(Ματθ. 14, 30)

Ένα εξαιρετικά θαυμαστό γεγονός μάς περιγράφει το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα, το οποίο κάνει τους μαθητές του Κυρίου να μείνουν έκθαμβοι για μία ακόμη φορά μπροστά στη θεϊκή ενέργεια του Διδασκάλου τους. Ο Κύριος έχει διαλύσει τα πλήθη που Τον ακολουθούσαν, έχει στείλει τους μαθητές Του με πλοιάριο, παρ᾽ όλη τη θαλασσοταραχή, στην απέναντι όχθη από εκεί που βρίσκονταν, έχει αποσυρθεί σε πολύωρη προσευχή στο όρος, και ξαφνικά εμφανίζεται  ξημερώματα στους ταλαιπωρημένους από την ταραγμένη θάλασσα μαθητές Του, περπατώντας πάνω στα κύματα. Η αντίδραση των μαθητών ήταν εντελώς φυσική: τρόμαξαν και αμφισβήτησαν την πραγματική παρουσία Του. Κι ο Πέτρος, προκειμένου να πειστεί ότι όντως είναι ο Κύριος, ζητά από Αυτόν να έρθει κοντά Του, με τον ίδιο θαυμαστό τρόπο που και Εκείνος βρισκόταν εκεί: να περπατήσει δηλαδή πάνω στα κύματα, κάτι που γίνεται. Μα στην πορεία ο Πέτρος κλονίζεται και αρχίζει να καταποντίζεται. Στον πανικό του κραυγάζει προς τον Κύριο να τον σώσει, κι ο Κύριος βεβαίως ανταποκρίνεται αμέσως, ελέγχοντας όμως τον μαθητή του για την ολιγοπιστία του.

1. Ο Πέτρος βιώνει διπλή αντιθετική εμπειρία. Τη μία στιγμή μετέχει στο θάμβος του θαύματος: να περπατά πάνω στα κύματα· αμέσως μετά βιώνει την αγωνία του θανάτου: καταποντίζεται μέσα σ᾽ αυτά. Ζει κάτι που θα το ζήσει και αργότερα, όταν τη μία στιγμή θα ομολογεί με φωτισμό του Θεού ότι ο Χριστός είναι ο Υιός του Θεού του ζώντος (῾σύ εἶ ὁ Χριστός, ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος᾽), και την άλλη στιγμή θα δέχεται τον αυστηρότατο έλεγχο του Ίδιου ότι αποτελεί σκάνδαλο για Εκείνον, διότι ῾φρονεῖ τά τῶν ἀνθρώπων καί οὐ τά τοῦ Θεοῦ᾽. Αιτία για την εναλλαγή αυτή είναι η αστάθεια της πίστεώς του  πρός τον Χριστό, που τον κάνει να κυμαίνεται μεταξύ πίστεως και ολιγοπιστίας: στην πρώτη περίπτωση – να περπατά πάνω στα κύματα – διαπιστώνουμε την πίστη του στα λόγια και την παρουσία του Κυρίου, στην άλλη – τον καταποντισμό - διαπιστώνουμε την ολιγοπιστία του ή και την απιστία του ακόμη σ᾽ Εκείνον. Αλλά το έχουμε εξηγήσει και άλλοτε: δεν έχει έλθει ακόμη η Πεντηκοστή, ώστε με τη δύναμη του αγίου Πνεύματος να παγιωθεί αυτός και οι άλλοι μαθητές στη χαρισματική κατάσταση της αληθινής χριστιανικής πίστεως.

2. Φυσιολογικά, θα έπρεπε ο απόστολος Πέτρος να συνεχίσει την επί των υδάτων πορεία του όχι μόνο διότι τον κάλεσε ο Χριστός, σαν μία υπακοή επομένως  στον λόγο Του, αλλά και διότι πρίν από κάποιο διάστημα ο ίδιος και οι άλλοι μαθητές σε πλοιάριο πάλι ευρισκόμενοι, μαζί με τον Κύριο όμως, όταν κινδύνευσαν από τη θαλασσοταραχή και απευθύνθηκαν έντρομοι σ᾽ Εκείνον που φαινόταν να κοιμάται, είδαν, μέσα σε θάμβος πάλι, τον Διδάσκαλό τους να διατάσσει τον άνεμο και τα κύματα να γαληνέψουν. Κι έγινε αμέσως γαλήνη μεγάλη, ώστε διερωτώντο ποιος ήταν τελικώς Αυτός τον Οποίο ακολουθούσαν.

3. Τι ήταν εκείνο που προκάλεσε αυτήν τη μετάπτωση από την πίστη στην ολιγοπιστία; Η ευαγγελική διήγηση με πολλή ενάργεια μας δίνει την απάντηση: ο Πέτρος, όσο ήταν στραμμένος προς τον Χριστό, όσο  ατένιζε Εκείνον που τον καλούσε, μπορούσε και περπατούσε σαν σε ξηρά: σταθερά και με αυτοπεποίθηση. Μόλις όμως η προσοχή του μετατοπίζεται από τον Χριστό στη φουρτουνιασμένη από τον ισχυρό άνεμο θάλασσα, συνειδητοποιεί τη μη λογική κατάσταση και η όποια πίστη του κλονίζεται και χάνεται. Ο καταποντισμός του λοιπόν είναι γεγονός. Έτσι διαπιστώνει κανείς πολύ καθαρά ότι η προσήλωση στον Χριστό, η ενατένιση του προσώπου Του, όταν είναι ανταπόκριση στην κλήση Του, συνιστά το γεγονός της πίστεως, το οποίο οδηγεί στην υπέρβαση των όποιων προβλημάτων του ανθρώπου, κι ακόμη: στην υπέρβαση των λογικών στηριγμάτων της εμπειρίας του, η οποία (εμπειρία) αρνείται, όπως στο υπόψη γεγονός, την αποδοχή του ύδατος ως ξηράς. Με άλλα λόγια, όταν ο άνθρωπος καταλαμβάνεται από το πρόσωπο του Χριστού, όταν Τον κάνει κέντρο της ύπαρξής του, εκεί βιώνει καταστάσεις πάνω από το θεωρούμενο φυσιολογικό. ῾Πιστεύεις ὅτι δύναμαι τοῦτο ποιῆσαι;᾽, είναι η ερώτηση την οποία θέτει ο Κύριος, κάθε φορά που πρόκειται να επιτελέσει ένα θαυμαστό γεγονός.
Από την άλλη, όταν ο άνθρωπος χάσει την επαφή αυτή με τον Χριστό, όταν καταληφθεί από άλλα στοιχεία, απειλητικά για την ύπαρξή του, σαν τον Πέτρο με τα τεράστια κύματα, μοιάζει να ῾παγώνει᾽ από τον φόβο του και να βιώνει, όπως είπαμε, την αγωνία του θανάτου. ‘Ισως μπορεί κανείς να θυμηθεί εν προκειμένω το περιστατικό από την Παλαιά Διαθήκη με τη γυναίκα του Λωτ που ῾πέτρωσε᾽ κι έγινε ῾στήλη άλατος᾽: κι η γυναίκα αυτή χάνει την επαφή της με τον Θεό, διότι δείχνει ανυπακοή στο θέλημά Του, και η προσοχή της, στην περίπτωση εκείνη από περιέργεια, στρέφεται προς τη μαινόμενη φύση: τη βροχή από θειάφι. Και ῾πετρώνει᾽. Καταποντίζεται.

4. Η περίπτωση του Πέτρου λειτουργεί τυπολογικά: ξέρουμε πια οι πιστοί ότι κάθε φορά που αντιμετωπίζουμε πρόβλημα στη ζωή μας – και ποιος είναι εκείνος που θα ισχυριστεί ότι δεν έχει προβλήματα, προερχόμενα είτε από το περιβάλλον του είτε από τον εαυτό του με τα πάθη του είτε από τον ίδιο τον διάβολο; - η λύση είναι όχι η εμμονή μας στο πρόβλημα, αλλά η εν πίστει στροφή μας προς τον Χριστό. Το ῾Κύριε, σῶσόν με᾽ ή αλλιώς ῾Κύριε, ᾽Ιησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με᾽ πρέπει να αποτελεί την αδιάκοπη κραυγή μας, τη συνεχή προσευχή μας. Το θέμα δηλαδή είναι να μη χάνουμε την επαφή μας με Εκείνον. Όταν ο λόγος του Θεού και οι άγιοί μας στη συνέχεια μιλούν για την ῾κόλλησιν᾽ που πρέπει να έχει ο άνθρωπος στον Θεό, και μάλιστα στο πρόσωπο του Χριστού - ῾ἐκολλήθη ἡ ψυχή μου ὀπίσω σου, ἐμοῦ δέ ἀντελάβετο ἡ  δεξιά Σου᾽ σημειώνει ο ψαλμωδός για παράδειγμα -  δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να μιλούν για τη σωτηρία που ο άνθρωπος ζει με τον τρόπο αυτό. Η ῾κόλλησις᾽ αυτή είναι ακριβώς η αδιάκοπη, όπως είπαμε, ενατένιση του προσώπου του Χριστού.  ῾Τι κάνεις εδώ;᾽ ρώτησε μια  φορά ένας ιερέας κάποιον γέροντα, που καθημερινά ερχόταν στον ναό και καθόταν ώρες απέναντι στην εικόνα του Χριστού στο τέμπλο. ῾Τον βλέπω και με βλέπει, κι αυτό μου φτάνει᾽ απάντησε δακρυσμένος ο γέροντας.

Να βλέπω τον Χριστό που με βλέπει πάντοτε με το πλήρες αγάπης βλέμμα Του, αυτό συνιστά τη σωτηρία μας. Να θυμόμαστε όμως εξίσου ότι κατεξοχήν τον Κύριον Τον ῾βλέπουμε᾽, όταν είμαστε προσηλωμένοι και προσκολλημένοι στίς άγιες έντολές Του. Ο Ίδιος βεβαίωσε ότι εκεί βρίσκεται κρυμμένος και δι᾽ αυτών φανερώνεται μέσα στις καρδιές των ανθρώπων. Είναι μία πραγματικότητα, η οποία μας προκαλεί να ῾πειραματιστούμε᾽ πάνω της προκειμένου να την επιβεβαιώσουμε.

ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΕ, ΣΩΣΟΝ ΗΜΑΣ!



Ο μήνας Αύγουστος είναι ο μήνας της Υπεραγίας Θεοτόκου, της Παναγίας μας. Αν καθ’ όλο το έτος έχουμε συχνές και πυκνές αναφορές για τη Μητέρα του Κυρίου, εκεί που αποκορυφώνεται η δοξολογική, τιμητική και ικετευτική αναφορά μας σ’ Εκείνη, είναι κατά τον μήνα αυτό, λόγω της εορτής της Κοιμήσεώς της και της με αυτήν κατά την παράδοση της Εκκλησίας μας συνδεδεμένης μεταστάσεώς της. Αιτία γι’ αυτό είναι ότι η Κοίμηση και η μετάσταση της Θεοτόκου επιστεγάζουν την όλη αγιασμένη επί γης πορεία της, που σημαίνει ότι το κάθε γεγονός της ζωής της Παναγίας θεωρείται ως αναβαθμός, που οδηγεί στην αγκαλιά του Τριαδικού Θεού. Με άλλα λόγια, με την Κοίμηση της Θεοτόκου κατανοούμε οι πιστοί ότι τίποτε δεν υπήρξε τυχαίο στη ζωή της – άλλωστε, υπάρχει τίποτε τυχαίο; - αλλά όλα συμπλέκονταν από τη Θεία Χάρη, η οποία συνεργαζόταν με την ελεύθερη βούλησή της, ώστε να φθάσει να γίνει η Παναγία αυτό που δηλώνει η προσωνυμία της: Παν-αγία. Υπεράνω δηλαδή οποιουδήποτε αγίου, είτε ανθρώπου είτε αγγέλου. «Θεός μετά Θεόν» κατά μία μάλιστα πατερική έκφραση. Γι’ αυτό και ψάλλει αδιάκοπα η Εκκλησία μας: «Την τιμιωτέραν των Χερουβείμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ». Από αυτό καταλαβαίνουμε και γιατί η νηστεία για την Παναγία, γιατί οι καθημερινές ικεσίες μας με τους παρακλητικούς κανόνες, γιατί οι γονυκλισίες.
Ιδιαιτέρως θα σταθούμε στους παρακλητικούς κανόνες, μεγάλο και μικρό, που αποτελούν μακάριο εντρύφημα κάθε πιστού, παρηγοριά κι ελπίδα του σ’ όλες τις περιστάσεις της ζωής του, μάλιστα τότε που αντιμετωπίζει διαφόρων ειδών πειρασμούς. Και τούτο γιατί οι βασικές προϋποθέσεις στις οποίες στηρίζονται και οι δύο κανόνες, είναι αφενός το γεγονός ότι ως άνθρωποι χειμαζόμαστε ευρισκόμενοι μέσα σ’ αυτόν τον ταλαίπωρο κόσμο με τους πολυποίκιλους πειρασμούς και τις παγίδες του, αφετέρου υπάρχει η ελπίδα και η παρηγοριά, η καταφυγή και η δύναμη, που είναι η παρουσία της Παναγίας στη ζωή μας.
Και ως προς την πρώτη προϋπόθεση: Δεν υπάρχει, πιστεύουμε, άνθρωπος επί γης, που να μη δοκιμάζει πειρασμούς, εξωτερικούς και εσωτερικούς. Είναι τέτοια η ανθρώπινη φύση και τέτοια η κοινωνία και ο κόσμος μας, που τούτο θεωρείται αδύνατο. «Πειραστήριον» χαρακτηρίζει ο λόγος του Θεού τη ζωή του ανθρώπου, «κοιλάδα πένθους και δακρύων». Αλλά και σύνολη η εμπειρία του ανθρώπου, όπου γης, ανεξάρτητα από θρησκεία και ιδεολογία, επιβεβαιώνει το γεγονός. Γιατί άραγε; Πλαστήκαμε για να πάσχουμε; Βεβαίως όχι. Ο Θεός, κατά την πίστη μας, μας δημιούργησε έτσι, ώστε να είμαστε μέτοχοι της ζωής Του, δηλαδή να ζούμε ευτυχισμένοι, με την προοπτική μάλιστα της απόλυτης, μέσα στα κτιστά όρια, ευτυχίας, εφόσον τέλος μάς έταξε την ομοίωσή μας με Αυτόν. Η κακή χρήση όμως της ελευθερίας μας μάς οδήγησε στην απομάκρυνση από Εκείνον, την πηγή της χαράς και της μακαριότητας, κι έτσι κλήρος μας έγινε αυτό που επιλέξαμε: η φθορά και ο θάνατος, με τα συνοδεύοντα αυτά στοιχεία, της θλίψης και των δακρύων των πειρασμών. Λέει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος κάπου: «Όπου δεν υπάρχει πληγή, δεν χρειάζεται νυστέρι. Στον Αδάμ πριν από την παράβαση δεν υπήρχαν δάκρυα, όπως ακριβώς και στους δικαίους, μετά την ανάσταση των νεκρών, εφόσον θα έχει καταργηθεί η αμαρτία και θα έχει εξαφανιστεί η οδύνη, η λύπη και ο στεναγμός». Όλοι λοιπόν πάσχουμε εξωτερικά και εσωτερικά. Εξωτερικά: με τις διάφορες αρρώστιες, τους πόνους, τις δοκιμασίες της ζωής, εσωτερικά: με τα διάφορα πάθη και τις αδυναμίες μας.
Ποιοι πειρασμοί θεωρούνται βαρύτεροι; Συνήθως ο πολύς κόσμος θεωρεί ότι οι εξωτερικοί πειρασμοί είναι οι χειρότεροι, αυτοί που μόνον μπορούν να δημιουργήσουν ουσιαστικά προβλήματα. Πολλές φορές μάλιστα δεν δίνει σημασία καν στους εσωτερικούς. «Την υγεία μας να ‘χουμε και τίποτε άλλο» ακούμε καθημερινά γύρω μας και σε όλους τους τόνους. Ενώ η καθημερινή ζωή αποκαλύπτει ότι οι γονείς ρίχνουν όλο το βάρος τους για τη διασφάλιση των εξωτερικών συνθηκών των παιδιών τους και της σωματικής υγείας τους, μηδαμινά δε, αν μη τι και καθόλου, δεν φροντίζουν για την εσωτερική ακεραιότητά τους.
Κι όμως! Οι εσωτερικοί πειρασμοί, που πηγάζουν πρωτίστως από τα πάθη και τις αδυναμίες μας, έχουν την άμεση προτεραιότητα, γιατί αυτοί διακυβεύουν την πίστη και την αγάπη μας στον Θεό και τον συνάνθρωπο, που σημαίνει ότι από την καλή ή κακή αντιμετώπισή τους εξαρτάται το αιώνιο μέλλον μας. Ενώ οι άλλοι, οι εξωτερικοί πειρασμοί, θα έπρεπε να έρχονται σε δεύτερη μοίρα ενδιαφέροντος, δεδομένου ότι αυτοί πολλές φορές θεωρούνται ευλογία Θεού. Πώς; Θεωρούμενοι ως αφορμή και πρόκληση προς απόκτηση μεγαλύτερης υπομονής και πίστεως, άρα προς μείζονα αγιασμό μας. «Πάσαν χαράν ηγήσασθε, αδελφοί μου» γράφει ο αδελφόθεος Ιάκωβος, «όταν πειρασμοίς περιπέσητε ποικίλοις, ειδότες ότι το δοκίμιον υμών της πίστεως κατεργάζεται υπομονήν. Η δε υπομονή έργον τέλειον εχέτω, ίνα ήτε τέλειοι και ολόκληροι, εν μηδενί λειπόμενοι» (1, 2-4).
Παρ’ όλα αυτά όμως! Η Εκκλησία μας συγκαταβαίνει στις αδυναμίες μας και στους διαφόρους πειρασμούς μας και μας προτρέπει να προστρέχουμε στην Υπεραγία Θεοτόκο, ιδίως μέσα από τις παρακλήσεις, ώστε να λαβαίνουμε την ίαση για όλα τα παθήματά μας, εξωτερικά και εσωτερικά. Κι ακριβώς αυτή η προτροπή της Εκκλησίας στηρίζεται στη δεύτερη προϋπόθεση των παρακλητικών κανόνων που είδαμε: την πίστη ότι η Παναγία βρίσκεται κοντά μας, δίπλα μας, έτοιμη να εισακούσει κάθε αίτημα που είναι για το συμφέρον μας, διότι έχει τη δύναμη να μας παράσχει τη χάρη που της ζητάμε. «Πολύ ισχύει δέησις Μητρός προς ευμένειαν Δεσπότου». Αυτό συμβαίνει διότι η Παναγία είναι η μητέρα του Κυρίου μας, αυτή δηλαδή από την οποία προσέλαβε, με τη θέλησή της, την ανθρώπινη φύση ο Θεός μας, συνεπώς έκτοτε δεν μπορεί να γίνει αναφορά στον Χριστό χωρίς να γίνει αναφορά και στην Παναγία Μητέρα Του. Με άλλα λόγια, όπου Χριστός, εκεί και Παναγία, κι όπου Παναγία, εκεί και Χριστός. Προσφυγή άρα στην Παναγία σημαίνει ισχυρή προσφυγή και προς τον Χριστό, γι’ αυτό και άπειρα τα θαύματα από τις παρακλήσεις στη Θεοτόκο, τόσο τα μεγάλα και τρανταχτά, όσο και τα μικρά και καθημερινά, που τα γνωρίζει μόνον η πιστή ψυχή του απλού ανθρώπου.
Κατανοούμε έτσι γιατί οι διάφοροι αιρετικοί, και στο παρελθόν και στο παρόν, υποτιμούν την Παναγία. Μη έχοντας ορθή γνώση του Χριστού, λόγω ελλείψεως της χάρης του Θεού μέσα τους, κατ’ ανάγκην διαστρεβλώνουν και τη θέση της Μητέρας Του. Δηλαδή, κριτήριο ορθοδοξίας θεωρείται μεταξύ των άλλων και η στάση μας έναντι της Παναγίας. Ας ρωτήσουμε οποιοδήποτε αιρετικό, ιδίως τους Προτεστάντες και τους παναιρετικούς Γιεχωβάδες, τι φρονούν για την Παναγία. Η απάντησή τους θα μας γεμίσει μαύρη απελπισία. «Αισχρόν εστι και λέγειν». Κι όπως χρειάζεται Πνεύμα Θεού για να δει κανείς ορθά τον Χριστό – «ουδείς δύναται ειπείν Κύριον Ιησούν ει μη εν Πνεύματι Αγίω» (Α΄Κορ. 12, 3) – κατά τον ίδιο τρόπο απαιτείται Πνεύμα Θεού για να δει κανείς ορθά και την Παναγία. Είναι τόσο φανερή η αλήθεια αυτή, όταν διαβάζουμε στο Ευαγγέλιο τα σχετικά με την επίσκεψη της Μαριάμ, μητέρας του Κυρίου, στην εξαδέλφη της Ελισάβετ μετά τον Ευαγγελισμό. «Επλήσθη», γράφει ο ευαγγελιστής, «Πνεύματος Αγίου η Ελισάβετ και ανεφώνησε φωνή μεγάλη και είπε: Ευλογημένη συ εν γυναιξί…» (Λουκ. 1, 41-42).
Η Παναγία μας λοιπόν έχει τη δύναμη να μας βοηθήσει σε όλα μας τα προβλήματα, λόγω της σχέσεώς της με τον Κύριο και Υιό της. Δεν έχουμε παρά να προστρέχουμε συνεχώς σ’ Αυτήν – και όχι μόνον με τις παρακλήσεις – με την πεποίθηση ότι η βοήθειά της αποτελεί και χαρά, αλλά και ανάγκη της. Χαρά, γιατί είναι γεμάτη αγάπη για τα παιδιά της – κι είμαστε ως μέλη Χριστού βαπτισμένα, παιδιά κι εμείς της Παναγίας – ανάγκη της δε, γιατί ως εξαίρετο μέλος και Αυτή του ίδιου μυστικού σώματος του Χριστού, νιώθει προσωπικά ως δικά της όλα τα προβλήματα και τις αγωνίες των άλλων μελών του σώματος.

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2026

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ ΕΚ ΤΩΝ ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ ΣΙΛΑΣ, ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ, ΚΡΗΣΚΗΣ, ΕΠΑΙΝΕΤΟΣ ΚΑΙ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ

«Οι άγιοι αυτοί απόστολοι, από τον ευρύτερο κύκλο των μαθητών του Κυρίου, τους εβδομήντα, κήρυξαν στη Καρχηδόνα, την Ιταλία και σε όλο τον κόσμο, με πολλή δύναμη και παρρησία, τον λόγο της πίστεως του Χριστού, κι αφού δίδαξαν πολλούς από τους ειδωλολάτρες και τους βάπτισαν, εν ειρήνη παρέδωσαν τα πνεύματά τους στον Θεό».

       Ο Κύριος είναι γνωστό ότι δεν είχε μόνο τους δώδεκα αποστόλους ως μαθητές, αλλά και έναν ευρύτερο κύκλο, τους εβδομήντα. Πέραν αυτών, Τον ακολουθούσαν περιστασιακά και διάφοροι άλλοι, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, ώστε να μπορούμε να λέμε ότι είχε και έναν ακόμη μεγαλύτερο κύκλο ακολούθων Του. Οι δώδεκα βεβαίως είναι αναντικατάστατοι, αποτελώντας τα «θεμέλια της Εκκλησίας», αλλά και οι εβδομήντα εξίσου θεωρούνται απόστολοι, μέτοχοι του αποστολικού αξιώματος, άμεσοι συνεργάτες των δώδεκα μαθητών του Κυρίου. Το χαρισματικό τους στοιχείο κατανοείται από το γεγονός ότι και αυτοί υπήρξαν εξίσου μέτοχοι του αγίου Πνεύματος κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, αναλαμβάνοντας το έργο του ευαγγελισμού των ανθρώπων, εν υπακοή πάντοτε προς τους μεγάλους αποστόλους και καθοδηγούμενοι από εκείνους. Έτσι και οι σήμερα εορταζόμενοι άγιοι έδωσαν τη ζωή τους ακριβώς γι’ αυτόν τον ευαγγελισμό των ανθρώπων, κηρύσσοντας τη σάρκωση του Χριστού, το Πάθος και την Ανάστασή Του, τη σωτηρία δηλαδή την οποία έφερε στον κόσμο ο Ιησούς Χριστός. 

     Ένας ύμνος από την τετάρτη ωδή του κανόνα της εορτής τους μάλιστα, μάς δίνει το στίγμα συγκεκριμένα του έργου που επιτελούσαν, σε σχέση με τους δώδεκα. Αναφέρεται κυρίως στον άγιο Σίλα, συνεργάτη του αποστόλου Παύλου, αλλ’ εξίσου φωτίζει το έργο και των υπολοίπων. «Στηρίζων παρειμένας, ένδοξε, διανοίας τω λόγω, Σίλα, συν Παύλω τω κήρυκι, πεπόρευσαι εις πάντα κόσμον…». Δηλαδή: Γύρισες όλον τον κόσμο, Σίλα, μαζί με τον Παύλο τον κήρυκα, στηρίζοντας τις παραλυμένες διάνοιες με τον λόγο του Θεού. Ο υμνογράφος ξεκινά με το βασικό ανθρωπολογικό δεδομένο: ο άνθρωπος μετά την πτώση του στην αμαρτία αλλοιώθηκε και η εικόνα του Θεού μέσα του σκοτείνιασε. Αυτό σημαίνει το «παρειμένας διανοίας». Η διάνοια του ανθρώπου, εκείνο που αναφέρεται κατεξοχήν στο λογιστικό της ψυχής του, έχασε τη δύναμή της, διότι ενώ ο Θεός είχε δημιουργήσει τον άνθρωπο ενοποιημένο, δηλαδή όλες οι ψυχικές του δυνάμεις: η διάνοιά του, οι επιθυμίες του, τα συναισθήματά του, να λειτουργούν σε συντονισμό μεταξύ τους και σε αναφορά προς Αυτόν, με αποτέλεσμα και το σώμα να λειτουργεί εν υπακοή σε μια τέτοια ψυχή, ώστε ολόκληρος ο άνθρωπος ως ψυχοσωματική οντότητα να είναι μία διαρκής δοξολογία προς τον Θεό με συνεχή αυξητική πορεία, η αμαρτία ήρθε με τη θέληση του ανθρώπου και με την προτροπή του διαβόλου και τραυμάτισε καίρια αυτήν την ενότητα. Έκτοτε οι ψυχικές δυνάμεις, χάνοντας την αναφορά προς τον Θεό, αποσυντονίστηκαν: η διάνοια «επιμελώς έγκειται εκ νεότητος επί τα πονηρά», το επιθυμητικό στράφηκε μόνο στις επίγειες ηδονές, αγόμενο και φερόμενο από τα σαρκικά πάθη, και το θυμοειδές, τα συναισθήματα δηλαδή, κυριαρχήθηκαν από το έλλειμμα της αγάπης, το μίσος συνεπώς και την έχθρα, ώστε οι ανταγωνισμοί και οι πόλεμοι να γίνουν «φυσική» κατάσταση πια των ανθρώπων. Γι’ αυτό και οι Πατέρες, ιδίως οι νηπτικοί, με τα δεδομένα αυτά, θεωρούν ότι «νόμος της ανθρώπινης διάνοιας έγινε η πλάνη», θέτοντας συνεπώς εν αμφιβόλω οτιδήποτε αυτή συλλαμβάνει μέσα στη διάσπαση του νου και της ψυχής.

     Οι άγιοι λοιπόν απόστολοι, μετά τον ερχομό του Χριστού, ο Οποίος ακριβώς ήλθε για να αποκαταστήσει τον άνθρωπο, ενώνοντάς τον με τον Εαυτό Του και δι’ Εαυτού με τον Θεό Πατέρα, συνεπώς φέρνοντας και την αρχική ενότητα στον ίδιο τον άνθρωπο – η ενότητα με τον Θεό αποκαθιστά και τον ίδιο τον άνθρωπο, δηλαδή ο άνθρωπος βρίσκει την κανονική, φυσική του πορεία ως κατ’ εικόνα Θεού δημιουργημένος – κλήθηκαν από Εκείνον για να μαρτυρήσουν αυτήν την ενότητα που έφερε ο Χριστός. Τις παραλυμένες διάνοιές τους να τις στηρίξουν με αυτό που φέρνει τη δύναμη του Θεού, τον ίδιο τον λόγο Του, και συνεπώς ο άνθρωπος να βρει τη σωτηρία του. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευεργεσία στο ανθρώπινο γένος, δεν υπάρχει μεγαλύτερη προσφορά στον άνθρωπο από τη μαρτυρία του λόγου του Θεού: τη σάρκωση του Χριστού, το Πάθος, την Ανάστασή Του. Αυτά που κηρύσσει δηλαδή πάντοτε η Εκκλησία μας και τα ζούμε, εάν θέλουμε, μέσα στα άγια μυστήριά της.

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΣ

«Ο άγιος Καλλίνικος καταγόταν από την Κιλικία. Ήταν εξαιρετικά αγαθός άνθρωπος, κι αυτό γιατί οικοδόμησε τον εαυτό του με τον φόβο του Θεού. Έγινε για πολλούς δάσκαλος σωτηρίας και νουθετούσε ιδίως τους ειδωλολάτρες να απομακρυνθούν από τα μάταια και να αποκτήσουν επίγνωση του αληθινού Θεού, του Δημιουργού όλων. Γι’ αυτό συνελήφθη κι οδηγήθηκε στον ηγεμόνα Σακερδώνα. Υποβάλλεται λοιπόν από αυτόν σε όλα τα είδη των βασανιστηρίων, κι αφού του φόρεσαν στα πόδια σιδερένιες κρηπίδες που είχαν όρθια καρφιά, διατάσσεται να τρέξει μέχρι την πόλη της Γάγγρας, που απείχε ογδόντα στάδια. Αφού κάλυψε λοιπόν τα εξήντα, επειδή οι στρατιώτες που τον οδηγούσαν δίψασαν πολύ, δεν μπορούσε εξαιτίας τους να προχωρήσει άλλο. Γι’ αυτό προσευχήθηκε και από ξερό βράχο έβγαλε νερό, το οποίο ακόμη και τώρα χρησιμοποιείται ως πηγή. Όταν έφτασε στη Γάγγρα, τον έβαλαν μέσα σε καμίνι φωτιάς, όπου και παρέδωσε στον Θεό το πνεύμα του. Τελείται δε η σύναξή του πλησίον της Γέφυρας του Ιουστινιανού και πλησίον του Πετρίου».

       Στον άγιο μάρτυρα Καλλίνικο βλέπουμε το κύριο στοιχείο της αγιότητας: την υπέρβαση του φόβου του θανάτου, όπως το επισημαίνει ο υμνογράφος του, ήδη από το πρώτο στιχηρό του εσπερινού της εορτής του: «μάρτυς θεόφρον Καλλίνικε, υπέρ το ζην το θανείν, ευσεβώς προελόμενος, του Χριστού τον θάνατον αληθώς εξεικόνισας» (Μάρτυς θεόφρον Καλλίνικε, αφού προτίμησες λόγω της ευσέβειάς σου τον θάνατο παραπάνω από τη ζωή, εξεικόνισες αληθινά τον θάνατο του Χριστού). Η επιλογή του θανάτου παραπάνω από τη ζωή δεν οφειλόταν βεβαίως σε λόγους ψυχολογικούς, σε μία βαθειά κατάθλιψη πιθανόν, ούτε και σε κάποια φιλοσοφική θεωρία. Οφειλόταν στη μεγάλη αγάπη που είχε ο μάρτυρας για τον Χριστό – αυτό δηλώνει άλλωστε το επίρρημα «ευσεβώς» - η οποία τον έκανε να προτιμά πάντοτε Εκείνον από οτιδήποτε άλλο, έστω και την ίδια τη ζωή του. "Πληγωμένος ο μάρτυρας από την αγάπη του Χριστού φώναζε δυνατά υπομένοντας τα βασανιστήρια: Θα τρέχω κει που είναι η μυρωδιά των μύρων Σου, ακολουθώντας το Πάθος Σου με την αιματηρή μου άθληση" («Τη του Χριστού αγάπη τετρωμένος ο μάρτυς ανέκραζεν, εν τοις αγώσι εγκαρτερών: Εις οσμήν δραμούμαι μύρων, ακολουθών των πάθει Σου, τη αθλήσει τη δι’ αίματος»). Στην πραγματικότητα δεν έκανε τίποτε άλλο, από το να προσπαθεί να παραμένει συνεπής στον λόγο του Χριστού, ο Οποίος προτρέπει και λέγει: «ο φιλών πατέρα ή μητέρα ή γυναίκα ή τέκνα ή αγρούς, έτι δε και την εαυτού ψυχήν, υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος». Δεν υπάρχει δηλαδή μεγαλύτερη αγάπη, από την αγάπη προς τον Χριστό, κι αυτό θέλησε να ζήσει με τρόπο συνεπή ο άγιος Καλλίνικος, όπως βεβαίως και όλοι οι άγιοι της Εκκλησίας μας.

       Την επιλογή ακόμη και του θανάτου, προκειμένου ο πιστός να μείνει σταθερός στην αγάπη του Χριστού, την βλέπουμε ως το κατεξοχήν στοιχείο αγιότητας και στον απόστολο Παύλο, ο οποίος, πληγωμένος κι αυτός από την ίδια αγάπη, έλεγε: «Έχω την επιθυμίαν εις το αναλύσαι και συν Χριστώ είναι». Επιθυμώ να πεθάνω και να είμαι μαζί με τον Χριστό. Να πεθάνει όχι γιατί βαρέθηκε τη ζωή, αλλά για να είναι πιο γρήγορα σε βαθύτερη σχέση με τον Χριστό. Κι αλλού: «Τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού; Πέπεισμαι ότι ούτε θάνατος ούτε ύψωμα ούτε βάθος ούτε κτίσις ετέρα δυνήσεται ημάς χωρίσαι από της αγάπης του Θεού, της εν Χριστώ Ιησού». Τα δυνατά αυτά συναισθήματα που συνέπαιρναν τον απόστολο Παύλο, ήταν εκείνα που βλέπουμε να διακατέχουν και τον άγιο Καλλίνικο. Κι είναι το στοιχείο τούτο, όπως είπαμε, το στοιχείο που αποκαλύπτει την αληθινή αγιότητα, όπως μας το λέει ωραία και ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος: «Ο άγιος επιθυμεί καθ’ ημέραν τον θάνατον». Για τους λόγους βεβαίως που εξηγήσαμε.

       Εύκολα καταλαβαίνει κανείς ότι μία τέτοια αγάπη, η οποία αποκαλύπτει τα αληθινά όρια της πίστης στον Χριστό, προϋποθέτει τη μετάθεση του κέντρου βάρους του πιστού από τη ζωή αυτή, με όλα τα θέλγητρα και τους πειρασμούς της, στον ίδιο τον Χριστό. Αν κανείς, με άλλα λόγια, δεν έχει πιστέψει με όλη του την ύπαρξη ότι η αληθινή ζωή βρίσκεται στον Χριστό, την πηγή της ζωής, και όχι στα περιορισμένα όρια αυτού του κόσμου, ο οποίος «παράγει και παρέρχεται» ως φθαρτός, δεν μπορεί να πει ότι είναι πραγματικά χριστιανός. Και δεν πρέπει να σπεύσει κανείς να πει ότι αυτό είναι για τους λίγους και τους εξαίρετους, γιατί αυτή η σχέση με τον Χριστό δόθηκε σε όλους τους πιστούς ως δωρεά στο άγιο βάπτισμα, που απλώς καλούμαστε διαρκώς να επιβεβαιώνουμε στην καθημερινή μας ζωή. Μη ξεχνάμε ότι δια του βαπτίσματος γινήκαμε μέλη Χριστού και συνεπώς Εκείνος είναι η ρίζα μας και το σπίτι μας.

Τρίτη 28 Ιουλίου 2026

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ ΕΚ ΤΩΝ Ο΄ ΚΑΙ ΔΙΑΚΟΝΟΙ ΠΡΟΧΟΡΟΣ, ΝΙΚΑΝΩΡ, ΤΙΜΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΜΕΝΑΣ (α΄ αι.)

«Οι άγιοι αυτοί απόστολοι επειδή κήρυσσαν τον λόγο της αλήθειας και ομολογούσαν τον Κύριο Ιησού Χριστό ως Υιό του Θεού και τέλειο άνθρωπο, αθλήθηκαν στο πεδίο της πίστεως σε πολλούς τόπους και αφού έπαθαν πολλά από τους ασεβείς, έλαβαν στο τέλος το στεφάνι του μαρτυρίου».

Οι συγκεκριμένοι αυτοί απόστολοι από τους Ο΄ μαθητές του Κυρίου είναι ταυτοχρόνως και τέσσερις από τους επτά διακόνους της πρώτης Εκκλησίας, εκείνους δηλαδή που χειροτόνησαν οι Απόστολοι μετά από εκλογή του πιστού λαού προκειμένου να διακονούν τις ανάγκες των κοινών τραπεζών, όταν παρουσιάστηκαν ορισμένα προβλήματα στην όλη διαδικασία. Το βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων ως εξής καταγράφει το τι συνέβη: «Εκείνες τις μέρες, καθώς μεγάλωνε ο αριθμός των μαθητών, άρχισαν να παραπονιούνται οι ελληνόφωνοι πιστοί εναντίον των εβραιοφώνων, ότι στην καθημερινή διανομή των τροφίμων δεν φρόντιζαν τις ελληνόφωνες χήρες όσο έπρεπε. Τότε οι δώδεκα απόστολοι σύναξαν όλους τους μαθητές και είπαν: “Δεν είναι σωστό εμείς ν’ αφήσουμε το κήρυγμα του λόγου του Θεού και να ασχολούμαστε με διανομές τροφίμων. Φροντίστε, λοιπόν, αδελφοί, να εκλέξετε απ’ ανάμεσά σας εφτά άντρες με καλή φήμη, γεμάτους από τη σοφία του Αγίου Πνεύματος. Αυτούς θα ορίσουμε να κάνουν αυτό το έργο, κι εμείς θα αφιερωθούμε αποκλειστικά στην προσευχή και στο έργο του κηρύγματος”» (6, 1-4). Αυτό λοιπόν και έγινε, οπότε και η διακονία των τραπεζών εξυπηρετήθηκε αλλά και η διακονία του κηρύγματος ενισχύθηκε, δεδομένου ότι ορισμένοι από αυτούς, με πρώτον τον άγιο Στέφανο, είχαν το χάρισμα πράγματι του κηρύγματος.

Η παραπάνω αναφορά των Πράξεων περιγράφει όντως αυτό που συνέβη στη ζωή των τεσσάρων σήμερα εορταζομένων αποστόλων εκ των Ο΄: αφότου εκλέχτηκαν άρχισε η διακονία τους, η οποία επεκτάθηκε έπειτα σε διάφορα μέρη που βρέθηκαν οι άγιοι με πολλαπλά καθήκοντα. Διότι δεν έμειναν μόνο στον βαθμό του διακόνου. Ορισμένοι χειροτονήθηκαν και επίσκοποι και ως επίσκοποι έπειτα, άμεσοι διάδοχοι των δώδεκα Αποστόλων έδρασαν ιεραποστολικά μέχρι σημείου προσφοράς και της ίδιας τους της ζωής. Ήδη διαρκώς σημειώνει ο άγιος Ιωσήφ ο υμνογράφος: «Μετά τον απόστολο Πέτρο και τους άλλους προκρίτους μαθητές, εσάς ο Κύριος διάλεξε. Εσάς που είστε μαζί μ’ αυτούς που λέγονται Εβδομήκοντα, αλλά που εκλεχθήκατε καλώς ως πλήρεις πίστεως να διακονήσετε τις ανάγκες των πιστών, ένδοξοι και πανεύφημοι» (ωδή η΄).

Το γεγονός ότι εκλέχθηκαν από τους πιστούς της πρώτης Εκκλησίας και χειροτονήθηκαν έπειτα από τους αγίους Αποστόλους θεωρείται από τον άγιο υμνογράφο ότι έχει ευθεία αναφορά στον ίδιο τον Κύριο. Ο Κύριος τους εξέλεξε, σημειώνει ο ποιητής, και γιατί ορισμένοι ως ανήκοντες στον κύκλο των Ο΄ όντως κλήθηκαν από Εκείνον, αλλά και γιατί η εκλογή από την Εκκλησία, λαό και Αποστόλους, θεωρείται ως εκλογή του ίδιου του Χριστού. Κι είναι ευνόητο: η Εκκλησία δεν αποτελεί κάτι διαφορετικό από τον Κύριο. Ο Κύριος είναι η κεφαλή και η Εκκλησία είναι το άγιο σώμα Του. Ό,τι εκφράζει το σύνολο λοιπόν του σώματος είναι κατ’ ευδοκίαν έκφραση της βουλήσεως της κεφαλής, του αρχηγού Ιησού Χριστού. Κι αυτό βλέπουμε ότι συνεχίζεται σε όλη την πορεία της ιστορίας της Εκκλησίας. Πότε όντως «μιλάει» ο Χριστός στην Εκκλησία; Όταν συνέρχεται εκείνη εν Πνεύματι Αγίω για να διασφαλίσει και να επεξηγήσει την πίστη του Χριστού. Και ό,τι αποφασίσει έτσι η Εκκλησία είναι απόλυτο, γιατί είναι αληθές. Το βλέπουμε στις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων.

Αλλά ας επιτραπεί να πούμε ότι ακόμη και στις «ελάσσονες» αποφάσεις, όπως στις περιπτώσεις εκλογής για παράδειγμα Επισκόπων, ακόμη κι εκεί λειτουργεί το αγιοπνευματικό στοιχείο, έστω κι αν συχνά αμφισβητείται τούτο, γιατί ακούγεται ότι μερικές φορές υπάρχει «συναλλαγή» και «εξυπηρέτηση συμφερόντων». Ακόμη και τότε, θα έλεγε κανείς, ότι «υπόγεια» δρα η παρουσία του Πνεύματος του Θεού με τρόπο ανεπίγνωστο. Κι είναι συγκλονιστικό αυτό που ακούσαμε εσχάτως για εκλογή κάποιου Επισκόπου, που υπερκέρασε άλλους χωρίς κανείς να το περιμένει. Τι ακούσαμε; Ότι Επίσκοπος που είχε προγραμματίσει να ψηφίσει κάποιον από το τριπρόσωπο λεγόμενο, «κατά λάθος» από ό,τι διεπίστωσε έδωσε την ψήφο του σε άλλον από αυτόν που είχε κατά νου. Καθώς επέστρεφε στην οικία του προσπάθησε να εξηγήσει το τι έγινε και πώς έκανε το «λάθος»! Σαν να ένιωσε μια «θολούρα», καθώς διηγήθηκε αργότερα, την ώρα της ψηφοφορίας και η ψήφος του πήγε αλλού! Και τότε ήταν που «άκουσε» - έτσι του φάνηκε – φωνή να του λέει: «Κι όμως, Εγώ αυτόν ήθελα να βγει!» Όχι δηλαδή τον «προγραμματισμένο» από τον Επίσκοπο, αλλά τον άλλον που «κατά λάθος» βγήκε! Κι είναι συγκλονιστικό τούτο, γιατί το Πνεύμα του Θεού δεν παύει να εργάζεται, ακόμη και με τρόπους που εμείς δεν κατανοούμε. Ο ίδιος ο Κύριος άλλωστε το βεβαίωσε: «Ο Πατήρ μου έως άρτι εργάζεται, καγώ εργάζομαι». Τα πράγματα φαίνονται να κινούνται «ίσια», «ρουτινιασμένα», «ισοπεδωτικά», ή ίσως και «ανάποδα» για εμάς, κι όμως πίσω από όλα κρύβεται η καρδιά του Θεού Πατέρα, ο Οποίος έχει μόνιμη έγνοια Του τη σωτηρία του ανθρώπου και κατεργάζεται «τέχνας» που ούτε καν μπορεί το φτωχό δικό μας μυαλό να σκεφτεί και να φανταστεί!

«Φανήκατε σκεύη του Λόγου του Θεού, σεπτοί πρόκριτοι των Διακόνων, που χωρέσατε όλη τη δόξα Του, αφού διακονήσατε τις ανάγκες των πιστών και απολαμβάνετε τώρα την άρρητη ουράνια δόξα μαζί με τον Λόγο Χριστό» (ωδή θ΄). Αυτό ήταν οι άγιοι Απόστολοι που εορτάζουμε σήμερα: «σκεύη του Λόγου του Θεού», σ’ αυτούς δηλαδή επαναπαυόταν ο Ίδιος ο Κύριος, γι’ αυτό και το έργο τους ήταν στην πραγματικότητα «άπλωμα» του δικού Του έργου, υπό τον συντονισμό των πρώτων και μεγάλων Αποστόλων. Και βεβαίως δεν παύει ο άγιος ποιητής να σημειώνει τι ήταν εκείνο που τους κατέστησε τέτοια «σκεύη» του Υψίστου. Όχι κάποια δική τους δύναμη ή κάποιο ξεχωριστό χάρισμα που είχαν, αλλά το μόνο που όταν υφίσταται «κατεβάζει» τον ίδιο τον Ουρανό, και τότε και πάντα και εις τους αιώνας: την ολοκάρδια στροφή και αγάπη προς τον Χριστό. Αυτό δεν ζητάει ο Κύριος από όλους τους ανθρώπους; Να Τον αγαπήσουμε, γιατί Εκείνος πρώτος  μας αγάπησε. «Ημείς αγαπώμεν ότι πρώτος Αυτός ηγάπησεν ημάς». Ο άγιος Ιωσήφ μεταξύ των άλλων θα πει: «Ολικωτάτη διανοία Χριστόν αγαπήσαντες, μόνον τον εν κάλλει όντα ως αληθώς, παναοίδιμοι, ασύγκριτον κλήρον ειλήφατε, την βασιλείαν την επουράνιον» (ωδή ζ΄). (Αφού αγαπήσατε τον Χριστό, τον μοναδικό αληθινά και πραγματικά Ωραίο, με ολοκληρωτική στροφή της διάνοιάς σας προς Αυτόν, παναοίδιμοι, λάβατε τον ασύγκριτο κλήρο, που είναι η επουράνια βασιλεία).

Η ζωή όλων των αγίων Αποστόλων, όπως και των σημερινών τεσσάρων Διακόνων, επιβεβαίωσε την παραπάνω αλήθεια της αγάπης προς τον Χριστό. Τον αγάπησαν με τη χάρη Του απόλυτα και ολοκληρωτικά, κάτι που συνιστά όριο και για εμάς τους θεωρούμενους εξίσου μαθητές και πιστούς Του. Ο καθείς κατά έργα του αποδεικνύει αν υφίσταται σ’ αυτόν έστω και λίγη αγάπη προς τον Χριστό. Το ξέρουμε όμως από Εκείνον: όποιος λίγο αγαπάει λίγο και παίρνει. Όποιος πολύ αγαπάει πολύ και παίρνει. 

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2026

ΠΟΤΕ ΜΟΛΥΝΕΤΑΙ ΚΑΙ ΠΟΤΕ ΚΑΘΑΡΙΖΕΤΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ;

Έλεγε ο όσιος Πατήρ Πασιος ο αγιορείτης: «Βλέπεις τη στάμνα; Το πάνω μέρος είναι καθαρό, προς τα κάτω όμως που ακουμπάει στη γη, πιάνει κάτι σαν μούχλα. Έτσι και ο άνθρωπος: όσο προσκολλάται στη γη και στα γήινα, μολύνεται, ενώ όσο υψώνεται στα ουράνια, καθαίρεται» (Ιερομ. Παϊσίου, Μύρον εκκενωθέν).

Είναι γεγονός ότι όλοι σχεδόν οι Πατέρες της Εκκλησίας, παλαιότεροι και νεώτεροι, χρησιμοποίησαν παραδείγματα από τον αισθητό κόσμο προκειμένου να βοηθήσουν τον άνθρωπο να κατανοήσει πνευματικές πραγματικότητες. Διότι πολύ συχνά αυτό που ισχύει στα αισθητά και υλικά ισχύει σ’ έναν βαθμό και στα πνευματικά. Ο όσιος Πορφύριος ο καυσοκαλυβίτης για παράδειγμα μιλούσε για τον ανθρώπινο έρωτα, που κάνει τον άνθρωπο να σκέφτεται και να στρέφεται αδιάκοπα προς το αντικείμενο του έρωτά του. Για να πει ότι έτσι πρέπει και ο άνθρωπος να είναι στραμμένος προς τον Θεό «εξ όλης της ψυχής και της καρδίας και της διανοίας». Το ίδιο και ο άγιος Παḯσιος στο παραπάνω απόσπασμα. Χρησιμοποιεί ένα απλό παράδειγμα, τη στάμνα του νερού, για να υπενθυμίσει μία καίρια αλήθεια της πνευματικής ζωής: σε ό,τι ο άνθρωπος προσκολλάται, με ό,τι καταγίνεται και απορροφάται, αυτό θα του φέρει και τα ανάλογα αποτελέσματα. Προσκολλάται κανείς στα γήινα και τα υλικά; Θα αρχίσει να μολύνεται. Προσκολλάται στα ουράνια και τα πνευματικά; Θα αρχίσει να καθαρίζει η ψυχή του, που σημαίνει ότι θα αρχίσει να δημιουργείται χώρος στην καρδιά του για να βρει «έδαφος» εγκατοίκησης η χάρη του Θεού – «μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται».

 Και το παράδειγμα της στάμνας είναι άμεσο: η επαφή του πάτου της με τη γη φέρνει μούχλαˑ το πάνω μέρος της διατηρείται καθαρό. Ο άγιος αποδίδει με τον δικό του τρόπο αυτό που ο λόγος του Θεού και η εκκλησιαστική παράδοση διαλαλούν: «τα άνω φρονείτε, τα άνω ζητείτε, μη τα επί της γης» (απ. Παύλος). Κι αυτό γιατί δημιουργημένοι από τον Θεό «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» Εκείνου έχουμε ως φυσιολογία την αδιάκοπη και εν αγάπη φορά προς τον Θεό: «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της ψυχής, εξ όλης της καρδίας, εξ όλης της διανοίας, εξ όλης της ισχύος». Τι πιο φυσιολογικό πράγματι για το ον που δημιουργήθηκε «να επαναλαμβάνει» τον Θεό του (όσιος Σωφρόνιος Αθωνίτης), που εξήλθε από Εκείνον, στέκεται και υφίσταται από Εκείνον, κατατείνει προς Εκείνον, από το να έχει αδιάκοπα και αταλάντευτα τους πνευματικούς οφθαλμούς του προς τη ρίζα και την πηγή του; «Οι οφθαλμοί μου διά παντός προς τον Κύριον» λέει ο εμπνευσμένος από το Πνεύμα του Θεού άνθρωπος.  Γι’ αυτό και στο κέντρο όλων των μυστηρίων της Εκκλησίας, τη Θεία Λειτουργία, ακούγεται η προτροπή του ιερέα: «Άνω σχώμεν τας καρδίας», για να απαντήσει ο πιστός λαός «Έχομεν προς τον Κύριον», προκειμένου να υπάρξει η ευλογημένη συνέχεια: «Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω». Δεν υπάρχει περίπτωση δηλαδή ένας άνθρωπος, ιδίως ο πιστός θεωρούμενος, να μπορέσει να ζήσει πνευματικά, να υπάρξει πνευματικά ως μέλος Χριστού, χωρίς τη διαρκή ώθηση της καρδιάς του για να βρίσκεται εκεί που είναι ο Κύριος.

Οπότε, όταν οι μέριμνες του κόσμου τούτου, πολύ περισσότερο οι πειρασμοί και οι περισπασμοί του, αποσπούν τον χριστιανό από τη «θέαση» αυτή του προσώπου του Χριστού, εκεί ναι! Η «μούχλα» η πνευματική, η πονηρία και η αμαρτία δηλαδή, αρχίζει να αναπτύσσεται και να καλλιεργεί ένα σάπιο περιβάλλον  για την ψυχή του, συνεπώς ο Πονηρός θα αρχίσει να έχει το «πάνω χέρι» με όλα τα «συνοδευτικά» της παρουσίας του: το άγχος, τη θλίψη, την ταραχή, την ακαταστασία, την κόλαση. Και δεν εννοεί ο άγιος Αγιορείτης βεβαίως ότι ένας χριστιανός στον κόσμο ευρισκόμενος, αλλά και ένας μοναχός ακόμη, δεν θα ασχολείται με τα πράγματα του κόσμου τούτου – κατ’ ανάγκην ως έχοντες και σώμα θα ασχολούμαστε και με αυτά. Το ζητούμενο είναι, όπως το σημειώνει, να μην προσκολλάται κανείς σε αυτά, να μην απορροφάται ολοκληρωτικά γενόμενος ως οι άθεοι που έχουν διαγράψει τον Θεό από τη ζωή τους. Και πώς επιτυγχάνεται τούτο; Μόνον όταν ο πιστός χαρακτηρίζεται από αληθινή πίστη, η οποία του διανοίγει τους οφθαλμούς, για να βλέπει τα πάντα στον κόσμο «εν Θεώ». «Εν αυτώ ζώμεν και κινούμεθα και εσμέν» σημειώνει ο απόστολος Παύλος αποδίδοντας τη σημαντικότερη βαθιά πραγματικότητα, ότι «ο Θεός δίνει ζωή και πνοή και τα πάντα» στον άνθρωπο και σε όλη τη δημιουργία.

Κατά συνέπεια, όταν ο πιστός με την άσκησή του μάθει να βλέπει με αυτό το «διπλό» βλέμμα τον κόσμο, τον εαυτό του, τους συνανθρώπους του, τα πάντα, να βλέπει δηλαδή το πιο «προφανές»: την παρουσία του Δημιουργού σε όλα τα κτίσματα και δημιουργήματα, τότε πράγματι κινείται στο στόμιο της στάμνας, «τα άνω φρονεί», διαλέγεται αδιάκοπα με τον Πατέρα του, νιώθει όπως το παιδί στην αγκαλιά της μάνας του. Κι εκεί, ασφαλώς, δεν αφήνεται περιθώριο να αναπτυχθεί «μούχλα», γιατί το φως του προσώπου του Κυρίου έρχεται ως «πυρ καταναλίσκον» κάθε πάθος και κάθε πονηρή κίνηση της ψυχής. Στη δυναμική αυτή κατάσταση του πιστού, που επιβεβαιώνει ότι «ουκ έχομεν μένουσαν πόλιν αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν», ο άνθρωπος γίνεται κατοικητήριο του ίδιου του Θεού, από την οποία αγωνίζεται να μην εκπέσει ποτέ. Αλλά και στην περίπτωση που κάπου εκπέσει, αμέσως αναλαμβάνει τον αγώνα της επανόδου του, δηλαδή τον αγώνα της μετανοίας, ώστε να ξαναβρεί αυτό που έχει κατανοήσει και νιώσει ως το περιεχόμενο της ίδιας της ζωής του: ζωή χωρίς Χριστό δεν αντέχεται!

Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

Η «ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΗ» ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ

«Νυττόμενος τοῦ Δεσπότου τῷ πόθῳ διέσπειρας τόν πλοῦτον τοῖς πένησι, σαυτόν γυμνάζων πρός ἄθλησιν, ἥνπερ καί διήνυσας, τάς δι’ αἰῶνος ἐλπίδας προορώμενος» (ωδή δ΄ κανόνα αγίου Παντελεήμονος).

(Σε κεντούσε ο πόθος του Δεσπότου Χριστού, γι’ αυτό και μοίρασες τον πλούτο στους φτωχούς. Έτσι γύμναζες τον εαυτό σου για την άθληση, την οποία και διάνυσες, έχοντας ενώπιόν σου ως όραμα τις αιώνιες ελπίδες).

Η ελεήμων καρδία του αγίου Παντελεήμονα, παρόμοια χάριτι Θεού με το έλεος Εκείνου, τον έκανε να μοιράζει κάθε πλούτο που είχε στον κόσμο τούτο στους πένητες. Και μιλάμε για πλούτο όχι μόνο υλικό, αλλά κυρίως των δεξιοτήτων που απέκτησε, όπως της ιατρικής τέχνης, αλλά και πνευματικό, όπως το ιαματικό χάρισμα που του έδωσε ο Κύριος. Κι αυτό θα πει ότι ο άγιος γενόμενος δίοδος του ελέους του Θεού πρόσφερε όλο τον εαυτό του σε κάθε άνθρωπο που ήταν σε ανάγκη, αλλά εξίσου και σε κάθε κτίσμα του Θεού, όπως τα ζώα – «πάντας θεραπεύων, πάντων ιατρεύων τα νοσήματα» (ωδή α΄). Κι όλα αυτά βεβαίως κατά τον τρόπο του Θεού: «αναργύρως», δηλαδή αφιλοκερδώς, τόσο που ο άγιος υμνογράφος «αναγκάζεται» να τον χαρακτηρίσει «το ιερόν αγλάϊσμα των σεπτων Αναργύρων», το κόσμημα της ομάδας των αγίων Αναργύρων.

Ποια η κινητήρια δύναμη της αδιάκοπης αυτής προσφοράς του ή με άλλα λόγια τι ήταν εκείνο που γέμιζε από αγάπη τη μεγάλη καρδιά του; Ο πόθος του Δεσπότου Χριστού, σημειώνει εμφατικά ο άγιος υμνογράφος. Διότι πράγματι μόνον ένας κυνηγός της αγάπης του Θεού μπορεί να ζει και την αγάπη Εκείνου – όσο κανείς αναζητεί τον Θεό τόσο και γεμίζει από την ελεήμονα παρουσία Του. Γι’ αυτό και όχι μόνον δεν αδειάζει η αγάπη αυτή, αλλά προσφερομένη γεμίζει και περισσότερο, φτάνοντας στο σημείο της πιο μεγάλης χάρης: της προσφοράς και της ίδιας της ζωής προς χάρη του Κυρίου και Δημιουργού. Ο άγιος ποιητής Θεοφάνης είναι σαφής: η εν αγάπη προσφορά του αγίου Παντελεήμονος προς τον κόσμο ήταν και η «γυμνασία» του, το γύμνασμά του, προς την άθληση του μαρτυρίου, προσβλέποντας πάντοτε προς τον Χριστό και την αιώνια Βασιλεία Του.

 Η σκέψη του αγίου Θεοφάνη κινείται απολύτως αγιογραφικά και πατερικά: ο πιστός που τα μάτια του είναι στραμμένα προς τον Χριστό, πορεύεται διαρκώς πάνω στο άγιο θέλημά Του, δηλαδή τη σταυρική αγάπη, κάτι που τον καθιστά έτοιμο ανά πάσα στιγμή να δώσει και τη ζωή του για την πίστη του αυτή. Ο υμνογράφος μας, διαβάζοντας τη ζωή του αγίου Παντελεήμονος, βλέπει ό,τι έκανε και τον απόστολο Παύλο να ομολογεί: «μας χαρίστηκε από τον Θεό όχι μόνο να πιστεύουμε στον Χριστό, αλλά και να πάσχουμε γι’ Αυτόν» - η χάρη του μαρτυρίου δίνεται ως δωρεά από τον Θεό σ’ εκείνον που πιστεύει αληθινά, σ’ εκείνον δηλαδή που ενεργοποιεί την πίστη του με την αγάπη και την ελεήμονα διάθεσή του. Οπότε τα πράγματα είναι σαφή: δεν μπορείς να γίνεις μάρτυρας Χριστού, αν προηγουμένως δεν έχεις φτάσει στο σημείο τη ζωή σου να την κομματιάζεις, κατά το ήθος του Χριστού μας στη Θεία Ευχαριστία, προς χάριν όλων.  

Δεν είναι τυχαίο ότι όλοι οι μάρτυρες, όπως και ο άγιος Παντελεήμων, θεωρούνται απλώς ακόλουθοι του πρώτου Μάρτυρα, του ίδιου του Κυρίου Ιησού Χριστού, με την έννοια ότι τους δίνεται η χάρη να μετέχουν του δικού Του μαρτυρίου – ο Εσταυρωμένος που Τον ακολουθούν όλοι οι άλλοι εσταυρωμένοι. Αυτό δεν είπε ξεκάθαρα ο Ίδιος, φανερώνοντας ότι το ακολουθείν Αυτώ δεν είναι «παιχνίδι» ή εύκολη υπόθεση; «Όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι». Αν δεν αποφασίσεις τον θάνατό σου για να είσαι με τον Χριστό, ποτέ δεν πρόκειται να Τον συναντήσεις. Πάντοτε θα σου διαφεύγει και θα αναρωτιέσαι τι φταίει που δεν νιώθεις καλά. Ο όσιος Παḯσιος ο αγιορείτης την αλήθεια αυτήν την εξέφραζε με τον δικό του τρόπο: «πρέπει να λειτουργήσει το μηχανάκι της καρδιάς για να είσαι χριστιανός».

Και το αποτέλεσμα μίας τέτοιας εν οδύνη (λόγω των παθών) και ηδονή (λόγω της χάρης του Θεού) πορείας; Η διαρκής αναστημένη ζωή του χριστιανού γεμάτη φως και χαρά, αλλά και η εν ταπεινώσει διαπίστωση ότι στον κόσμο τούτο μπορεί να λειτουργεί ως παντοδύναμος! Γιατί το υποσχέθηκε το αψευδές στόμα Του: «αν μείνετε ενωμένοι μαζί μου και τα λόγια μου, δηλαδή η παρουσία μου, μπορούν να μένουν στην ύπαρξή σας, τότε οτιδήποτε ζητήσετε από τον Θεό Πατέρα θα πραγματοποιηθεί». Όχι μόνο ο απόστολος Παύλος που ομολογούσε «είμαι πανίσχυρος λόγω του Χριστού που με δυναμώνει», αλλά και κάθε άγιος είχε την παρόμοια εμπειρία: και μόνο η σκέψη τους και η επιθυμία τους εκπληρωνόταν από τον Κύριο. Διότι πάντα ο Κύριος «ποιεί το θέλημα των φοβουμένων Αυτόν».