Σάββατο 11 Ιουλίου 2026

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ Ο ΕΝ ΕΣΣΕΞ ΤΗΣ ΑΓΓΛΙΑΣ ΤΕΛΕΙΩΘΕΙΣ

«Ο θεόφρων και θεοφόρος πατέρας μας Σωφρόνιος γεννήθηκε το 1896 στη Μόσχα της αγιοτόκου Ρωσίας, όπου και πέρασε τα νεανικά του χρόνια. Υπήρξε γόνος ευλαβούς οικογένειας και ανατράφηκε εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου, ενώ αξιώθηκε κατά τη νηπιακή του ηλικία να δει το άκτιστο Φως. Σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Μόσχας και ύστερα μετέβη στο Παρίσι, όπου και άσκησε τη ζωγραφική τέχνη. Καθώς αναζήτησε ως νέος με μεγάλο πόθο τη γνώση του απολύτου Όντος, στράφηκε προσωρινά στον μυστικισμό των Ανατολικών θρησκειών, αλλά επειδή δεν αναπαυόταν με την απάτη τους ανακάλυψε την υπεροχή του Ευαγγελικού νόμου της αγάπης ως κοινωνία στην ύπαρξή του με το προσωπικό Θεό του Χριστιανισμού, γνωρίζοντάς Τον με το Άγιον Πνεύμα, διά του βιβλικού κειμένου της αποκαλύψεως στο Σινά «Εγώ ειμι ο Ων». Μεταμελήθηκε πικρά για την νεανική του πλάνη και φέροντας στο βάθος της καρδιάς του το χάρισμα της μνήμης του θανάτου έλαβε και πάλι από τον Θεό τη δωρεά της θέας του ακτίστου Φωτός. Γι’  αυτό και επιδόθηκε σε ακράτητη προσευχή μετανοίας, τέτοια που συνέτριβε και τα ίδια τα οστά του. Πρόσφερε «δεήσεις και ικεσίες προς Αυτόν που μπορεί να τον σώζει από τον θάνατο με κραυγή ισχυρή και δάκρυα» (Εβρ. 5,7). Διάγοντας το εικοστό ένατο έτος της ηλικίας του και επιδιώκοντας «να κατακτήσει Αυτόν από τον Οποίο καταλήφθηκε» (Φιλ. 3, 12), απομακρύνθηκε από τα βιωτικά και αναχώρησε προς το ένδοξο Όρος του Άθω, αναλαμβάνοντας τον μοναχικό ζυγό στο Μοναστήρι του Αγίου μεγαλομάρτυρος και ιαματικού Παντελεήμονος. Στη Μονή αυτή ο πανελεήμων Θεός τού χάρισε πιστό οδηγό και φύλακα άγγελο, τον πράο και ταπεινό στην καρδιά Σιλουανό τον Αθωνίτη, τον φλογερό προς τον Θεό μεσίτη για τη σωτηρία όλων των ανθρώπων και κήρυκα της αγάπης προς τους εχθρούς. Ο αοίδιμος Γέρων θεωρούσε τη συνάντησή του με τον όσιο Σιλουανό ως τη μέγιστη προς αυτόν δωρεά του Θεού. Ο μακάριος Σιλουανός έγινε γι’  αυτόν «ζωντανός μάρτυρας», που τον βεβαίωσε λόγω του πνεύματος της μετανοίας από το οποίο εμφορείτο και έγινε γι’  αυτόν πρότυπο μοναχικής τελειότητος. Έτσι ο υπηρέτης του Θεού Σωφρόνιος σταθεροποιήθηκε στην ασκητική του οδό και ακολούθησε τον Κύριο, ζώντας τον θάνατο μαζί Του. Αφού ομοιώθηκε πλήρως προς Αυτόν ως προς τα παθήματα, συναναστήθηκε μαζί Του, καθώς δέχτηκε «τόσο μεγάλο φως, τέτοια δύναμη ζωής και σοφίας», τα οποία μόνον από τη Πηγή του φωτός και της ζωής μπορούν να προέλθουν. Στη συνέχεια, μετά την εκδημία του Γέροντος Σιλουανού και με την ευλογία της Μονής της μετανοίας του, μετέβη στην έρημο του Άθω, προκειμένου να ζήσει με αδιάλειπτη και σκληρή μετάνοια, κι αφού οδηγήθηκε εκεί έφθασε με τη βοήθεια του Θεού στο γαλήνιο λιμάνι της απάθειας του Πνεύματος. Τα όπως έχουν ονομαστεί στο Άγιον Όρος «φρικτά Καρούλια» δέχτηκαν τον αθλητή του Χριστού και «έφριξαν» από τον κλαυθμό του που πήγαζε από όλη την ύπαρξή του. Έζησε με οδυνηρό ασκητικό τρόπο, με ποικίλες θλίψεις και με Ιωάβεια υπομονή. Μέσα στη ζέση της βαθύτατης μετανοίας του βίωσε εν χάριτι τις φλόγες του άδου και στενάζοντας δεν έπαυε να λέγει με τον Προφητάνακτα:  «Ωδίνες θανάτου με περιέλαβαν... και η ζωή μου έφτασε μέχρι τον άδη» (Ψαλμ. 17, 5 και 87, 4). Οπότε, αφού ευλογήθηκε κι άλλο από τον Άγιο Θεό, αξιώθηκε να ανεβεί και σ’  αυτό το όρος της θεοπτίας και να δει τη δόξα του ακτίστου Φωτός στη θεωμένη σάρκα του Λόγου του Θεού, γι’  αυτό από τη θεοπτία κατήλθε και στη βαθύτατη κοιλάδα ταπεινώσεως, γενόμενος έτσι σημείο του Θεού για τη γενεά του, δίνοντας, με τη θέληση του Θεού, διεξόδους ζωής σε όλους τους ανθρώπους. Μολονότι ο Γέρων επιθυμούσε να τελειώσει τη ζωή του στον ιερό Άθωνα, η ανεξιχνίαστη Πρόνοια του Θεού τον μετέθεσε στη Δύση, όπου έμελλε να λάμψει όχι ως λυχνάρι αλλά ως υπέρλαμπρο αστέρι, οδηγώντας στο φως της θεογνωσίας πλήθος απελπισμένων ανθρώπων που αναζητούσαν τον Κύριο. Κατέφυγε λοιπόν στη νήσο των Βρεττανών και ίδρυσε αληθινά «μία καινούργια πολιτεία, ένα νέο υπερώο της Πεντηκοστής», καθώς έγινε κτίτορας και πνευματικός πατέρας της Ιεράς Πατριαρχικής και Σταυροπηγιακής Μονής του Τιμίου Προδρόμου. Στη Μονή αυτή με πολλούς κόπους, ποικίλα παθήματα και ανεκδιήγητη πτωχεία, επιδόθηκε ακόμη περισσότερο στην εν Χριστώ οικοδομή και των ψυχών που ο Κύριος τού είχε εμπιστευθεί, αλλά και των διαρκώς αυξανομένων και σαν σε πλούσια πηγή προστρεχόντων προσκυνητών, γενόμενος νυμφαγωγός προς τον λαμπρό νυμφώνα του ουρανίου νυμφίου Χριστού, με τα λόγια και τα έργα του, με την αναστροφή και την αγάπη του, με τις ποικίλες διδαχές του και την αδιάλειπτη προσευχή. Η αναίμακτη μυσταγωγία, η Θεία Λειτουργία δηλαδή, που προσφερόταν από τον Γέροντα ως ανεπανάληπτο κάθε φορά γεγονός, συγκλόνιζε όλους αυτούς που μετείχαν. Με μεγάλη ψυχική δύναμη και βαθύτατη αίσθηση τελούσε αγγελοπρεπώς τη Θεία Λειτουργία, που συγκροτούσε τον γλυκασμό της διαρκώς αυξανομένης πνευματικής του πορείας. Λειτουργώντας πρόσφερε θυσία και ταυτοχρόνως προσφερόταν ως εξίλασμα υπέρ των αμαρτιών όλου του κόσμου. Χαρισματική η θεολογία του, (η οποία και τον δόξασε με τρανό τρόπο), προήλθε από φωτισμένη καρδιά με την έλλαμψη του ακτίστου θείου Φωτός. Γι’  αυτό και τα συγγράμματά του αποπνέουν τη φιλοκαλική ευωδία και αποτελούν γνώμονα ακριβείας, πυξίδα ασφαλείας, ταμεία βιωμένης γνώσεως που χαρίζει πληροφορία χάρης και ελπίδας. Όντας φορέας όχι επιφανειακού και μικρού χαρίσματος της διακρίσεως, πολλές φορές «τα σε άλλους φαινόμενα σκοτεινά, καταφώτιζε με το δικό του λυχνάρι» (Ιω. Σιναῒτου, Κλίμαξ, Λόγος 26, 1). Γεμάτος δέ από θεία σοφία, άκρα διάκριση και βαθειά αγάπη προς κάθε άνθρωπο, αξιώθηκε και των χαρισμάτων της θαυματουργίας, των ιαμάτων και της προοράσεως, ενώ εργάσθηκε άοκνα για τη στερέωση της πίστεως στον Θεό, αποδίδοντας κάθε ουρανόδωρη ευλογία στον Θεό λόγω της ταπεινοφροσύνης του. Πάσχοντας δε σε όλη του ζωή και δοκιμαζόμενος από τον σκόλοπα πολλών ασθενειών, κι αφού έφτασε σε βαθύτατο γήρας, μέχρι τέλους διατηρούσε το πρόσχαρο και ειρηνικό του χαρακτήρα του, όπως και τη σοφία του Πνεύματος. Κάπως έτσι, πεπληρωμένος από θείες αρετές και πολλά χαρίσματα, σαν ψηλόκορμη βαλανιδιά και πολυφορτωμένο καράβι, έφυγε ειρηνικά προς τον Θεό των Πατέρων του, παραδίδοντας το πνεύμα, κατά το πρωϊνό της Κυριακής, ενδεκάτης του μηνός Ιουλίου, του χιλιοστού εννιακοστού ενενηκοστού τρίτου έτους. Πλήρης ημερών και χάριτος, αφού προγνώρισε τον καιρό του τέλους τους, αξιώθηκε οσιακής κοιμήσεως. Άφησε δε στην Εκκλησία αποθησαυρισμένο τον ανεκτίμητο πλούτο των πνευματικών διδασκαλιών του μέσα στα βιβλία του. Κι αφού τάφηκε στην κρύπτη του κοιμητηρίου της Ιεράς Μονής του, δεν σταματά να ευεργετεί με σημεία και θαύματα όλους αυτούς που με πίστη προσέρχονται σ’  αυτόν και επικαλούνται την ακαταίσχυντη και με παρρησία μεσιτεία του προς τον Κύριο».

Ό,τι το κατανυκτικότατο συναξάρι του οσίου Σωφρονίου προβάλλει αυτό με σπουδαίο ποιητικό τρόπο εξαγγέλλει και η χαριτόβρυτη γραφίδα του υμνογράφου: τον κοινωνό του Θεού που «έμαθε αφ’ ων έπαθε τα θεία», τόσο που καταστάθηκε οδηγός των εν σκότει ανθρώπων, συνεχιστής μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας, από τους λίγους της εποχής του που απέκτησαν τόσο βαθειά γνώση του Θεού λόγω της ισάγγελης ζωής του που τη θαύμασαν και οι ίδιοι οι άγιοι άγγελοι του Θεού.

Πράγματι, ο υμνογράφος δεν διστάζει να προβεί και σε μία τέτοια εκτίμηση. Η βιοτή του έγινε αγγελικό άσμα – «ἆσμα ἀγγελικὸν γέγονε, πρὸς τὸν Κύριον ἡ βιοτή σου» (στιχ. εσπ.) – λόγω της βαθειάς μετάνοιάς του, των δακρύων του, της έμπονης προσευχής του που αγκάλιαζε όλο το ανθρώπινο γένος. Φτάνει στο σημείο να παραλληλίσει τον άγιο ο ποιητής με τον ίδιο τον Κύριο που στη Γεθσημανή ευρισκόμενος προσεύχεται στον Θεό Πατέρα για την ενότητα σύμπαντος του κόσμου: «ἵνα ὦσιν ἕν, καθώς ἡμεῖς ἕν ἐσμεν» (στιχ. εσπ.). Κι είναι αλήθεια ότι το όραμα αυτό της ενότητας ενέπνεε τον άγιο Σωφρόνιο σε ολόκληρη τη ζωή του, τόσο που θεώρησε ότι αυτήν την αλήθεια πρέπει να αφήσει και στους μαθητές και μοναχούς του ως παρακαταθήκη. Πίστευε δηλαδή ο όσιος, ακολουθώντας επακριβώς τα ίχνη και τις υποδείξεις του Κυρίου, ότι όπου υπάρχει διάσπαση εκεί δεν υφίσταται χριστιανική πίστη. Διότι κυριαρχεί η υπερηφάνεια και ο εγωισμός. «Μην αφήσετε ούτε μία σκέψη κατακρίσεως μέσα στην καρδιά σας κατά του οποιουδήποτε συνανθρώπου σας – συνήθιζε να λέει – διότι η όποια κατάκριση αποτελεί ρωγμή στον τοίχο της Μονής μας!»

Έτσι ο υμνογράφος προβάλλει το αυτονόητο για έναν χριστιανό: ο όσιος Σωφρόνιος αποτελεί άνθρωπο που αγωνίστηκε να «ἐπακολουθήσῃ τοῖς ἴχνεσιν τοῦ Κυρίου». Γι’ αυτό και η γνώση του Θεού που απέκτησε δεν ήλθε πρωτίστως από τη μελέτη διαφόρων βιβλίων, έστω και πνευματικών, αλλά κυρίως από την αδιάκοπη προσπάθειά του να ζήσει τις άγιες εντολές του Θεού. Διότι από πολύ νωρίς κατάλαβε ο όσιος ότι τα βιβλία, ακόμη και η αγία Γραφή, αν δεν μετουσιώνονται σε πράξη μικρή σημασία έχουν για τη ζωή του ανθρώπου. Κι ίσως σε αυτήν την περίπτωση μπορεί να λειτουργήσουν και αρνητικά: να αποκτήσει ο άνθρωπος μία θεολογία «δαιμονικού» τύπου. Διότι και «τά δαιμόνια πιστεύουσι καί φρίσσουσι» και γνωρίζουν και πολλά λόγια της Γραφής – αγιογραφικά λόγια επιστράτευσε ο Πονηρός στους πειρασμούς του κατά του Κυρίου μετά την Βάπτισή Του.

«Αλήθεια, επειδή έπαθε τα θεία – σημειώνει συγκεκριμένα μεταξύ πολλών άλλων ο εκκλησιαστικός υμνογράφος –, είχε κοινωνία των ακτίστων ενεργειών, οι οποίες είναι μεθεκτές από τους άξιους και με τίς οποίες δοξάζεται ο Θεός» (στιχ. εσπ.). Κι αλλού παρομοίως: «Έγινες άριστος μύστης της Θείας γνώσεως, Σωφρόνιε. Διότι πορευόμενος με σοφό τρόπο με την τήρηση των εντολών του Θεού, ανυψώθηκες όπως είναι φυσικό εκεί που λειτουργεί η θεία βοήθεια και γνώρισες τις ενέργειες του ακτίστου φωτός, όπως και ουράνιες ελλάμψεις καθώς υψωνόσουν από την ταπείνωση» (στιχ. εσπ.).

Ο σεμνός υμνογράφος, γνώστης επακριβώς της διδασκαλίας και της ζωής του οσίου, βλέπει τον όσιο μέτοχο των ακτίστων ενεργειών του Θεού, διότι προφανώς ο όσιος βίωνε εκείνα που τόνιζε περί αυτών των ενεργειών ο μέγας Πατήρ της Εκκλησίας άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και που συνοδικώς και  επισήμως κατοχυρώθηκαν στην εκκλησιαστική συνείδηση. Γι’ αυτό και προβαίνει σε μία εκτίμηση, που όλοι όσοι έχουν έστω και λίγο μελετήσει τον άγιο Σωφρόνιο συμφωνούν απολύτως: ο μέγας Γέρων Σωφρόνιος υπήρξε ακριβής ακόλουθος του μεγάλου Θεσσαλονικέως Πατέρα, Γρηγορίου Παλαμά, αλλά και μία άλλη εκδοχή του επίσης μεγάλου ασκητικού διδασκάλου οσίου Ιωάννου της Κλίμακος. Το Δοξαστικό του εσπερινού είναι πράγματι έξοχο: «Ας ενατενίσουμε θεοπρεπώς τον όσιο Σωφρόνιο, τον μυσταγωγό και καθοδηγητή. Διότι κατέγραψε την Κλίμακα του Ιωάννου του Σιναϊτου με άλλα λόγια, φανερώνοντας όσα έμαθε από την πείρα της πράξεως. Κι από την άλλη, ακολούθησε ακριβώς και επάξια τη διδασκαλία Γρηγορίου του Παλαμά και τις θεϊκές ελλάμψεις».

Στο σημείο αυτό ο πνευματικός υμνογράφος διατυπώνει ό,τι είχε πει ο άγιος Σιλουανός και το κατέγραψε ο γνήσιος μαθητής και υποτακτικός του Σωφρόνιος: «κι αν τύχαινε να χαθούν όλα τα κείμενα των ασκητικών Πατέρων και Δασκάλων της χριστιανικής πίστεως, θα ξαναγράφονταν από τους οσίους ασκητές και συνεπείς χριστιανούς που έχουν την ίδια εμπειρία». Ο άγιος Σωφρόνιος «ξανάγραψε» τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος: στην πράξη έμαθε κι αυτός τα του Θεού όπως και ο Σιναϊτης άγιος.

Αν όμως ο όσιος Σωφρόνιος ζούσε τους μεγάλους προγενεστέρους Πατέρες, κυριολεκτικά ανέπνεε με τον Πατέρα και Γέροντά του άγιο Σιλουανό τον Αθωνίτη. Ο Σιλουανός «σφράγισε» με απόλυτο τρόπο τη ζωή του, τόσο που όχι μόνο τον ίδιο αλλά και το μοναστήρι που ίδρυσε θεωρεί τον όσιο Σιλουανό ως Πατέρα και καθοδηγητή. Δεν είναι τυχαίο που ο άγιος Σωφρόνιος σε όλες σχεδόν τις ομιλίες του και τα γραπτά του τον μέγα Γέροντά του μνημόνευε και σ’ εκείνου τις διδαχές και τον τρόπο ζωής ήθελε να στηρίζεται. Γιατί; Διότι ο άγιος αυτός άνθρωπος είχε φτάσει στο μοναδικό για την εποχή μας, και όχι μόνο, επίπεδο της προσευχής του Κυρίου στη Γεθσημανή: να προσεύχεται για όλον τον κόσμο μετά δακρύων ως να προσεύχεται για τον ίδιο του τον εαυτό. Αυτό δεν είναι το όραμα και η επιθυμία του Κυρίου, όπως είπαμε και παραπάνω, που ο κάθε πιστός, σαν κι Εκείνον, θα πρέπει να περικλείει στην ύπαρξή του τον κόσμο όλον; Το «ἀγαπήσεις τον πλησίον σου ὡς σεαυτόν» με άλλα λόγια ήταν και είναι το όριο που είχε φτάσει με τη χάρη του Θεού ο άγιος Σιλουανός, που έφτασε κι ο άγιος Σωφρόνιος, που γίνεται το φως συνεπώς του Σωφρονίου για να καθοδηγεί και τον σύγχρονο κόσμο. Ο Σωφρόνιος με τη μαρτυρία του αυτή πράγματι ανοίγει τις ευθείες οδούς της εποχής μας που ταλαιπωρείται από μία συνεχή ταραχή και σύγχυση, γι’ αυτό και θεωρείται ο σήμερον εορταζόμενος ως ο «απόλυτος» καθοδηγητής – ίσως ο άγιος Σωφρόνιος είναι ό,τι σημαντικότερο μπορεί να προβληθεί σήμερα να πάρουν απαντήσεις όσοι «καίγονται» από τα υπαρξιακά τους προβλήματα και την έλλειψη νοήματος στή ζωή τους. Όπως το λέει και πάλι ο υμνογράφος: «Διήνοιξε δέ οὕτως, τῇ σήμερον ἡμέρᾳ, ὁδούς τάς εὐθείας τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καί τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ βιοτῆς» (δόξα εσπ.) (έτσι διάνοιξε τη σημερινή εποχή τις ευθείες οδούς της ορθόδοξης πίστης και της χριστιανικής βιοτής).

Είπαμε και προηγουμένως ότι ο άγιος Σωφρόνιος έζησε έμπρακτα τη χριστιανική πίστη και φωτίστηκε πλούσια από το Φως του Θεού, διότι ζούσε διαρκώς εν μετανοία. Η μετάνοια για τον όσιο δεν ήταν μία ευκαιριακού τύπου αναγνώριση κάποιων αμαρτιών του. Η μετάνοια ήταν η οδός του, όπως το κήρυξε ο Κύριος απαρχής της δημόσιας δράσεώς Του: «Μετανοεῖτε, ἤγγικε γάρ ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν». Ζωή με άλλα λόγια για τον όσιο ήταν η μετάνοια, η οποία  χαρακτηρίζει την αληθινή πνευματική ζωή της χριστιανικής πίστεως ως πορεία «ἐκ μετανοίας εἰς καθαρωτέραν μετάνοιαν» και έχει τα χαρακτηριστικά που φανερώνουν την γνήσια ποιότητά της: τα δάκρυα, τη μνήμη του θανάτου, την αδιάλειπτη προσευχή, την αυτομεμψία, τη βαθειά ταπείνωση. Κατά τον άγιο υμνογράφο: «ο Σωφρόνιος υπήρξε συνώνυμος της σωφροσύνης και δάσκαλος της μετανοίας∙ φωστήρας του αγίου πένθους, που οδηγείτο από την αυτομεμψία με σοφό τρόπο, γι’ αυτό και καταυγαζόταν από το φως. Διότι με τις ροές των δακρύων του, σε έρημους τόπους, εκζητώντας τον όντως Όντα, δηλαδή Χριστό τον Θεό μας, ο Σωφρόνιος Τον βρήκε» (στιχ. εσπ.).

Κατεξοχήν η αυτομεμψία ήταν εκείνο που χαρακτήριζε την αλήθεια της ασκητικής ταπεινώσεώς του, κι η αυτομεμψία αυτή έφτανε στο σημείο που «τρομάζει» πολλούς σήμερα: το αυτομίσος. «Αφού βρήκες την οδό του αυτομίσους ως μόνη ασφαλή και αποδεκτή από τον Θεό, όπως είναι φυσικό βρέθηκες μπροστά στην είσοδο της ασάλευτης Βασιλείας του Θεού» (λιτή). Κι όμως δεν συνιστά «ιδιοτροπία» του αγίου Σωφρονίου το αυτομίσος. Αποτελεί στοιχείο της χριστιανικής βιοτής κατά τα αψευδή λόγια του ίδιου του Κυρίου: «Όποιος έρχεται σε μένα και δεν μισεί τον πατέρα του, τη μάνα του, τα αδέλφια του, τη γυναίκα και τα παιδιά του, τα κτήματά του, ακόμη και την ίδια του τη ζωή, δεν μπορεί να είναι μαθητής Μου!» Και τα λέει αυτά ο Κύριος για να μας επισημάνει την αλήθεια ότι «οὐδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν». Αν δεν προσανατολιστούμε δηλαδή απολύτως προς τον Κύριο, δεν μπορούμε να Τον αγαπήσουμε σωστά, όπως και δεν μπορούσε να αγαπήσουμε στη συνέχεια και όποιον συνάνθρωπό μας αλλά και ακόμη τον ίδιο μας τον εαυτό. Ένα αλλοιθώρισμα και στον Θεό και στον (πεσμένο στην αμαρτία) κόσμο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί συνεπής χριστιανική ζωή.

Και βεβαίως δεν μπορεί ο σοφός υμνογράφος του αγίου Σωφρονίου να μη μνημονεύσει εκείνο που εξίσου χαρακτήρισε όλη τη ζωή του αγίου του Γέροντα Σιλουανού: την προτροπή του ίδιου του Κυρίου, όταν εκείνος είχε περιέλθει σε απόγνωση λόγω των επιθέσεων του Πονηρού, ιδίως στο θέμα της κενοδοξίας και υπερηφανείας∙ «Κράτει τον νοῦν σου εἰς τόν Ἅδην καί μή ἀπελπίζου». Ό,τι υπήρξε καθοδηγητική λύτρωση για τον άγιο Σιλουανό, αυτό υπήρξε και για τον άγιο Σωφρόνιο, δεδομένου ότι έφτασε στο ίδιο πνευματικό ύψος με τον Γέροντά του. Και τι λέει αυτή η προτροπή; Να βλέπεις τον εαυτό σου στο έσχατο βάθος του άδη, γιατί από μόνοι μας «τίποτε δεν μπορούμε να κάνουμε», αλλά την ίδια στιγμή να μην απελπιζόμαστε, γιατί υπάρχει η παρουσία της χάρης του Χριστού μας. Θυμίζει το πνευματικό αυτό βίωμα των αγίων Σιλουανού και Σωφρονίου το αντίστοιχο ίσως του αποστόλου Παύλου, ο οποίος εξομολογείτο: «Ο Χριστός ήλθε να σώσει τους αμαρτωλούς, πρώτος των οποίων είμαι εγώ». Στα τάρταρα έβλεπε και ο Παύλος τον εαυτό του, αλλά ο Χριστός ήταν ο Σωτήρας του! Το δίπολο αυτό, για τον άγιο Σωφρόνιο, είναι το μόνο σωτήριο για να μην εκπίπτει κανείς από την πνευματική χριστιανική οδό. Διότι πάντοτε απειλείται ο χριστιανός από το αλαζονικό και κενόδοξο πονηρό πνεύμα. Οπότε η διαρκής υπενθύμιση της πραγματικότητας: ότι είμαστε ένα «τίποτε» κατ’ ουσίαν, αλλά με τον Χριστό τα πάντα, μπορεί να μας κρατήσει στην οδό του Κυρίου.

«Έλαμψε σαν λαμπρός ήλιος ο μέγας στους αγίους Σιλουανός, φωτίζοντάς σε με θείες επιγνώσεις, γιατί σε δίδασκε αφού έπαθε τα θεία: κράτα τον νου σου στον άδη και συγχρόνως να μην απελπίζεσαι καθόλου και θα δεις τον Θεό» (ωδή ε΄). Κι ακόμη: «Ανυψώθηκες, πανάγιε πατέρα, αφού κατέβηκες με την ταπείνωση. Διότι φέροντας τον τύπο του Ιησού που έπαθε και παραδόθηκε στον τάφο, με τη θειότατη συμβουλή του Σιλουανού, έγινες κατοικητήριο Θεού, αφού τήρησες τον νου σου στον άδη και κράτησες διαρκή την αυτομεμψία» (ωδή στ΄).

Δεν τελειώνει εύκολα ο λόγος για τον άγιο Σωφρόνιο: απαιτούνται χιλιάδες σελίδων έστω και να πάρουμε «μυρωδιά», αν πάρουμε, της διδαχής και της ζωής του. Όμως εκείνο που θα σημειώσουμε ως τελική αναφορά είναι η μαρτυρία του για τον Θεό ως τον όντως Όντα, όπως και παραπάνω κάπου ανέφερε ο υμνογράφος. Η αποκάλυψη του Θεού στον Μωυσή δηλαδή, όταν είδε τη βάτο που καιγόταν και δεν κατακαιγόταν και κατάλαβε τη θεϊκή παρουσία, ότι «Αὐτός ἐστιν ὁ Ὤν», ο Γιαχβέ: ό,τι βάζει η Εκκλησία μας στο φωτοστέφανο του Κυρίου, γιατί ο Χριστός ήταν Εκείνος που του φανερώθηκε, η αποκάλυψη λοιπόν αυτή ήταν εκείνο που «έλυσε» το σκοτάδι στο οποίο βρισκόταν ο αναζητητής νεαρός τότε Σωφρόνιος. Κατάλαβε ότι ο Θεός είναι προσωπικός κι ότι Αυτός συνιστά το Είναι και την πηγή της κάθε ύπαρξης, είτε λέγεται άνθρωπος είτε λέγεται άγγελος είτε φυσικό δημιούργημα. Σ’ αυτήν την αποκάλυψη απορροφήθηκε τόσο που πράγματι έφτασε σε μεγάλο ύψος κατανόησής της, γεγονός που του έδινε τη δυνατότητα κατανόησης και του ίδιου του ανθρώπου. Διότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν» Εκείνου. Ο εμπνευσμένος υμνογράφος σημειώνει: «Καθώς σου φανερώθηκε ο Δημιουργός σου, αξιώθηκες ν’ ακούσεις “Ἐγώ εἰμι ὁ Ὤν”. Μετά από αυτό αρπάχτηκε όλη η καρδιά σου, άγιε, και βαδίζοντας την οδό της μετάνοιας, παμμακάριστε, φώναζες δυνατά με κατάνυξη στον Κύριό σου: αμάρτησα, σώσε με» (κάθισμα όρθρου). Και: «αφού έγινες σαν φωτιά από τον Προάναρχο Πατέρα, βρήκες πράγματι Αυτόν που ζητούσες και άκουσες όπως ο Μωυσής προτύτερα “ἐγώ εἰμι”» (ωδή α΄).

Μακάρι, ο άγιος Σωφρόνιος που έγινε όλος σαν φωτιά (κοντάκιο), - γιατί «πληγώθηκε σε όλη την ύπαρξή του από τη θεία αγάπη του Εσταυρωμένου Κυρίου» (ωδή ζ΄) και κατέστησε την καρδιά του αγία Τράπεζα που ιερουργούσε διαρκώς τον Κύριο και το άγιο Ευαγγέλιό Του (ωδή ζ΄) - να καθοδηγεί και εμάς, ώστε να ξεφύγουμε από τη φοβερότερη στέρηση που υπάρχει και μας ρίχνει στην κόλαση, την άγνοια του Θεού (ωδή η΄). Ο «χριστόνους» (απολ.) άγιος να ανοίγει και σε εμάς τον δρόμο.

Η ΑΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΚΑΙ ΠΑΝΕΥΦΗΜΟΣ ΕΥΦΗΜΙΑ

«Η αγία αυτή και ένδοξη μεγαλομάρτυς Ευφημία, διέλαμψε κατά τους καιρούς του αυτοκράτορα Διοκλητιανού και του Πρίσκου, ανθυπάτου της Ευρώπης. Υπήρξε γέννημα και θρέμμα της πόλης της Χαλκηδόνας, καταγόμενη από ευγενείς και θεοσεβείς γονείς. Κατηγορήθηκε όμως στον ηγεμόνα ως χριστιανή, και γι’ αυτό την έρριξαν πρώτα στη φωτιά, έπειτα στα θηρία, και στη συνέχεια μηχανεύτηκαν και άλλα βασανιστήρια, τα οποία τα υπέμεινε όλα η αγία με γενναιότητα και έλαβε το στεφάνι του μαρτυρίου. Το ιερό λείψανό της διασωζόταν από τους ευσεβείς χριστιανούς στην πόλη της Χαλκηδόνας, όπου και είχε οικοδομηθεί εις τιμήν της περικαλλής ναός. Στα χρόνια των ευσεβεστάτων βασιλέων Μαρκιανού και Πουλχερίας, συγκροτήθηκε η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος των εξακοσίων δέκα πατέρων στη Χαλκηδόνα (451 μ.Χ.), η οποία αναθεμάτισε τους αιρετικούς μονοφυσίτες Ευτυχή και Διόσκορο και διατύπωσε την αληθινή πίστη περί του Κυρίου μας Ιησού Χριστού – δύο τέλειες φύσεις, ανθρώπινη και θεϊκή, ενωμένες στη μία Του θεϊκή υπόσταση «ατρέπτως, ασυγχύτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως». Επειδή όμως δεν πείθονταν οι αιρετικοί, γι’ αυτό και σκέφτηκαν οι θεοφώτιστοι Πατέρες το εξής: να γράψουν την ορθόδοξη πίστη σε τόμο και αντιστοίχως να κάνουν και οι αιρετικοί, τους δε δύο αυτούς τόμους να τους εναποθέσουν σφραγισμένους στο στήθος της αγίας, μέσα στη λάρνακά της, κάτι που έγινε. Αργότερα, όταν άνοιξαν τη λάρνακα, τον μεν τόμο των αιρετικών τον βρήκαν ριγμένο υπό τους πόδας της αγίας, τον δε των ορθοδόξων να κρατείται από τη μεγαλομάρτυρα στα τίμια χέρια της. Αυτό βλέποντας όλοι, οι μεν αιρετικοί γέμισαν από ντροπή, οι δε ορθόδοξοι από χαρά. Το χαριτόβρυτο αυτό λείψανό της, ακέραιο, μετακομίστηκε, πριν από την άλωση, από τη Χαλκηδόνα στην Κωνσταντινούπολη, όπου και ανηγέρθη ναός εις τιμήν της αγίας, και μετά την άλωση (1453), μετά από διάφορες αναγκαίες μετακομίσεις, τοποθετήθηκε οριστικά στον ναό του αγίου Γεωργίου του τροπαιοφόρου στο Φανάρι, εκεί που μέχρι σήμερα ευρίσκεται, τιμώμενο και σεβόμενο έκτοτε όχι μόνο από τους ορθοδόξους χριστιανούς, αλλά και από τους ετεροδόξους. Τελείται δε η μνήμη και πανήγυρη της αγίας, κατά την 11η Ιουλίου, κατά την οποία συρρέουν πλήθη πιστών, για ν’  ασπαστούν το ιερό λείψανό της και ν’  αξιωθούν πολλών ιαμάτων».

Η αγία Ευφημία έγινε ιδιαιτέρως γνωστή στις ημέρες μας, γιατί σχετίστηκε με μία θαυμαστή παρουσία της στον όσιο Παΐσιο, τον αγιορείτη, το 1987. Όπως ο ίδιος διηγήθηκε, σε κάποια κρίση που τότε υπήρξε μεταξύ της Εκκλησίας και της Πολιτείας, ο Γέροντας δέχτηκε την επίσκεψή της στο Άγιον Όρος, προφανώς γιατί ο Γέροντας έκανε έμπονη προσευχή για την υπέρβαση της κρίσης. Και ο Θεός θέλησε να του φανερώσει την εξέλιξη των πραγμάτων, στέλνοντας την αγία εκείνη, που σε ανάλογη εποχή κρίσης, όπως είδαμε και στο συναξάρι, έδωσε την απάντηση. Αλλά πέραν αυτού, ο Γέροντας είχε την ευκαιρία να θαυμάσει, όπως είπε, το πώς μία νεαρή κοπέλα άντεξε τόσα βασανιστήρια για χάρη του Χριστού, ενώ άκουσε άμεσα από το στόμα της ό,τι ο απόστολος Παύλος διακηρύσσει στην Καινή Διαθήκη: «ουκ άξια τα παθήματα του νυν καιρού προς την μέλλουσαν εις υμάς αποκαλυφθήναι δόξαν».

Η ολοζώντανη παρουσία της αγίας Ευφημίας στον όσιό μας υπήρξε μία απτή επιβεβαίωση του πόσο ζωντανοί είναι οι άγιοί μας, ακόμη και μετά θάνατον. Ο θάνατος δηλαδή δεν συνιστά ένα τέλος, ως εξαφάνιση και εκμηδένιση του ανθρώπου – αυτό που πρεσβεύει η αθεΐα – αλλά ένα απλό όριο, που τον μεταθέτει  στην όντως ζωή, εκεί που είναι η αληθινή πατρίδα, κατά το «ουκ έχομεν μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν» του αποστόλου Παύλου. Η μέλλουσα αυτή πόλη είναι στην πραγματικότητα ο ίδιος ο Χριστός, η ζωή δηλαδή και πάλι μέσα σ’  Αυτόν, με την έννοια ότι αυτό που ζει ένας πιστός εδώ, στον κόσμο τούτο, συνεχίζεται με πολύ καθαρότερο και ορατότερο τρόπο και μετέπειτα. «Εάν τε ζώμεν, εάν τε αποθνήσκωμεν, του Κυρίου εσμέν». Διότι δεν υφίσταται πια η παχύτητα του σκηνώματός μας, του σώματος, και έτσι ατενίζει ο πιστός τον Χριστό -  τον Οποίο και στον κόσμο αυτό ζούσε, αλλά θολά και ανιγματικά – «πρόσωπον προς πρόσωπον». Ότι βεβαίως η κατάσταση αυτή συνιστά την παραδείσια χαρμόσυνη κατάσταση των αγίων, θεμελιωμένη στην ανάσταση εκ των νεκρών του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, είναι περιττό και να πούμε.

Την πραγματικότητα αυτή της μετά θάνατον ζωής, που διακηρύσσει η Εκκλησία μας, ως το κατεξοχήν βάθρο της πίστης της – ο Χριστός γι’  αυτό κυρίως ήρθε: «ίνα ζωήν έχωσιν οι άνθρωποι, και περισσόν έχωσιν» - προβάλλει με τον αισθητότερο τρόπο και η εορτή της αγίας Ευφημίας. Ένα τροπάριο μάλιστα από την ακολουθία του όρθρου μάς γοητεύει εμμελώς: «Ώ, ξένον τεράστιον! νεκρά μεν εν τω μνήματι, θαύματα τελεί δ’  ώσπερ τις ζώσα, κρείττονα λίαν ή κατά άνθρωπον, αιμάτων εκβλύζουσα κρουνούς, είς ένδειξιν μείζονα, ότι ζώσιν οι δίκαιοι». Δηλαδή: Ώ, παράξενο τεράστιο! νεκρή μεν στο μνήμα (η αγία), κάνει θαύματα σαν ζωντανή, πολύ ανώτερα απ’  όσα μπορεί ο άνθρωπος, με το να εκβλύζει κρουνούς αιμάτων, σε ένδειξη μεγάλη, ότι ζουν οι δίκαιοι (και μετά θάνατον). Και για να μιλήσουμε, πάνω στο θέμα,  και με τον λόγο ενός συγχρόνου αγαπημένου αγίου, του Σιλουανού του ΄Αθω: «οι άγιοι ζουν σ’  άλλον κόσμο κι εκεί βλέπουν με το ΄Αγιο  Πνεύμα τη θεία δόξα και την ομορφιά του προσώπου του Κυρίου. Αλλά με το ίδιο ΄Αγιο Πνεύμα βλέπουν και τη ζωή και τα έργα μας. Γνωρίζουν τις θλίψεις μας κι ακούνε τις θερμές προσευχές μας…Κι αν στη γη η αγάπη δεν μπορεί να λησμονήσει τον αδελφό, πολύ περισσότερο στους ουρανούς οι άγιοι δεν μας λησμονούν και δέονται για μας».

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΝΤΑ ΠΕΝΤΕ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΟΙ ΕΝ ΝΙΚΟΠΟΛΕΙ ΤΗΣ ΑΡΜΕΝΙΑΣ ΜΑΡΤΥΡΗΣΑΝΤΕΣ

«Αυτοί, κατά τους χρόνους του βασιλιά Λικινίου και του ηγεμόνα Λυσία, ομολόγησαν τον Χριστό. Πρώτοι δε από αυτούς ήσαν αυτοί που ήσαν πρώτοι και στην πόλη, ο Λεόντιος, ο Μαυρίκιος, ο Δανιήλ και ο Αντώνιος. Αφού εξετάστηκαν με διάφορα βασανιστήρια, ύστερα τους έριξαν σε κάμινο πυρός και, τέλος, βρήκαν το τέλος του δρόμου της άθλησης».

Η «θεοστεφής φάλαγξ» των αγίων σαράντα πέντε μαρτύρων μπορεί να παραβληθεί μόνο με  αντίστοιχες πολυπληθείς ομάδες μαρτύρων, σαν τους αγίους σαράντα που μαρτύρησαν στη λίμνη της Σεβαστείας, ή σαν τους αγίους τρεις παίδας τους εν καμίνω της Παλαιάς Διαθήκης, λόγω της τόλμης τους και της εν χάριτι  υμνολογίας τους προς τον Θεό, την ώρα που καίονταν και αυτοί σε κάμινο πυρός. «Στην κάμινο, Χριστέ, οι αθλοφόροι υμνολογούσαν: Ευλογητός ο Θεός, ο των Πατέρων μας» (ωδή ζ´).  Εκείνο που τους οδήγησε στο μαρτύριο ήταν, κατά τον υμνογράφο Ιωάννη τον μοναχό, ο πόθος τους για την αληθινή και αιώνια ζωή λόγω της βαθιάς αγάπης τους προς τον Θεό, γεγονός που τους έκανε να είναι και μεταξύ τους τόσο μονοιασμένοι, ώστε ούτε και ο θάνατος να μπορεί να τους χωρίσει. Με τα ίδια τα λόγια του αγίου υμνογράφου: «Αήττητοι μάρτυρες, ποθήσατε την αληθινή ζωή που παραμένει αιώνια» (στιχηρό εσπερινού). «Κρατιόταν από την αγάπη του Θεού και έτσι νίκησε ο χορός των αθλοφόρων τον αντίθεο εχθρό» (ωδή δ´). «Συνδεδεμένοι πιστά με την ομόνοια της ψυχής, προχωρήσατε κατά της πλάνης» (ωδή α´).

Η φιλοθεΐα τους αυτή και ο πόθος τους για τα αιώνια τους έκανε να μπορούν να κρίνουν ορθά τα πράγματα της ζωής τους: να επιλέξουν το μαρτύριο για τον Χριστό, αντί να ζήσουν ως αρνησίχριστοι λίγα χρόνια επί της γης χωρίς νόημα και σκοπό. Διότι πράγματι τότε, κατά την πίστη μας, λειτουργεί ορθά η κρίση του ανθρώπου, όταν βλέπει την επίγεια ζωή υπό το πρίσμα της αιώνιας ζωής. Αν με άλλα λόγια δεν μεταθέσει κανείς το κέντρο της ζωής του στον Χριστό, ώστε εν Χριστώ να ζει, να κινείται και να υπάρχει («εν Αυτώ γαρ ζώμεν και κινούμεθα και εσμέν», κατά τον απόστολο Παύλο), τότε ο πιστός πρέπει να αμφισβητήσει την πίστη του, ευρισκόμενος σε κατάσταση σκότωσης και πλάνης. Κι αιτία για την εν Χριστώ αυτή οπτική είναι το γεγονός ότι ο πιστός βαπτισμένος στο όνομα του Χριστού έχει γίνει μέλος του ζωντανού σώματός Του, της Εκκλησίας, συνεπώς είναι και νιώθει οργανικά δεμένος με Εκείνον. Η σύνεση αυτή των αγίων σαράντα πέντε μαρτύρων που τους έδινε τη φωτισμένη κρίση για τη ζωή τους τονίζεται επαρκώς από τον υμνογράφο της ακολουθίας τους: «Κοσμηθήκατε από σύνεση, στρατιώτες του Χριστού, και πνίξατε τον καταστροφέα διάβολο, τον αρχαίο όφι, μέσα στα ποτάμια των αιμάτων σας» (ωδή γ´).

Κι εκείνο που τους έδινε την εν Χριστώ σύνεση και τη φωτισμένη διάκριση ήταν που ως μέλη Χριστού ενεργοποιούσαν στη ζωή τους τη χριστιανικότητά τους με τη συνεχή μελέτη του λόγου του Θεού που την μετουσίωναν σε πράξη. Οι άγιοι μάρτυρες δηλαδή ζούσαν το μαρτύριο της συνειδήσεως διά της τηρήσεως των εντολών του Χριστού πριν φθάσουν στο μαρτύριο του αίματος. Που σημαίνει: δεν είναι εύκολο να φτάσει κάποιος στο χαρισματικό σημείο της προσφοράς και της ζωής του για την πίστη του, αν δεν έχει ασκηθεί πάνω  στην ετοιμότητα αυτή με την προσαρμογή της ζωής του σε ό,τι επιτάσσει ο λόγος του Θεού. Κατά τον άγιο υμνογράφο μας μάλιστα: «Θρεμμένοι οι μάρτυρες με τα λόγια του αγίου Πνεύματος κατάργησαν την αλογία των ειδώλων» (ωδή ε´).

Γι᾽ αυτό και ο υμνογράφος επισημαίνει μία ιδιαίτερη χάρη που ο Χριστός έδωσε στους μάρτυρες, όσο ακόμη βρίσκονταν στη φυλακή, προκειμένου να τους ενισχύσει για να φτάσουν μέχρι το τέλος: να δουν το άκτιστο φως. «Είδαν το απρόσιτο φως οι αθλοφόροι στη φυλακή, αποκτώντας ισχύ από τη δύναμη του Θεού,  κι έτσι διέλυσαν το πολύθεο σκοτάδι της ειδωλολατρικής μέθης» (ωδή δ´). 

«Ταις αυτών αγίαις πρεσβείαις ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν».

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2026

ΦΟΒΟΣ: ΑΙΤΙΑ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΙΑ

Η χριστιανική πίστη δεν αμφισβητεί την ύπαρξη του φόβου στη ζωή του ανθρώπου. Τον αποδέχεται ως πραγματικότητα αλλά και τον ερμηνεύει. Ο φόβος είναι αποτέλεσμα της πτώσης του ανθρώπου στην αμαρτία – αυτή τού άνοιξε τη δίοδο για κάθε είδους φόβο στη ζωή του και άρα για την τραγικότητα της επί γης πορείας του.

Με τον ερχομό του Χριστού όμως ο άνθρωπος ξαναβρήκε την κανονική πορεία του και ένιωσε και πάλι ότι η αγάπη και η φιλία τον περιβάλλουν από παντού. Ο Χριστός έχυσε άπλετο φως στη ζωή του για να δει ότι ο Θεός είναι ακριβώς ο φίλος και ο Πατέρας του, ο συνάνθρωπος ο αδελφός του, η φύση η αδελφή του. Στην πραγματικότητα μετά τον ερχομό του Χριστού τίποτε δεν μπορεί να απειλήσει τη ζωή του ανθρώπου. Διότι μ’ Εκείνον γίναμε και πάλι παιδιά του Θεού. Ο Χριστός μάς προσέλαβε στον εαυτό Του και έγινε το ένδυμά μας. «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε» (Γαλ. 3, 27). Είμαστε καλυμμένοι και ασφαλισμένοι μέσα στον ίδιο τον παντοδύναμο και πανάγαθο Θεό. Αυτός αποτελεί το σπίτι μας, και της ψυχής και του σώματός μας. Κι ακόμη: γίνεται ο Ίδιος ο μυστικός ένοικος της ψυχής μας. Εκείνος υποσχέθηκε ότι θα κατοικήσουμε μέσα Του κι Αυτός μέσα μας. «Ενοικήσω εν αυτοίς και εμπεριπατήσω» (πρβλ. Β´Κορ. 6, 16).

Αν είχαμε πνευματικά μάτια ανοικτά θα βλέπαμε ότι πλημμυριζόμαστε διαρκώς από το φως, την αλήθεια, τη ζωή και την αγάπη. Θα βλέπαμε στον εαυτό μας, στον κάθε συνάνθρωπο, σε όλη τη δημιουργία την πανάγαθη παρουσία του Θεού, όπως και του αγαθού φύλακα αγγέλου μας. «Ει ο Θεός υπέρ ημών, τις καθ᾽ ημών;» θα φωνάξει μεταξύ άλλων ο απόστολος Παύλος (Ρωμ. 8, 31). Είναι συγκλονιστικός ο λόγος επ’ αυτού του μεγάλου ασκητικού διδασκάλου οσίου Ισαάκ του Σύρου: «Μην σε ταράξει καθόλου – γράφει στον τρίτο λόγο του – ο λογισμός του φόβου... αλλά μάλλον πίστευε ότι έχεις φύλακα τον ίδιο τον Θεό που είναι μαζί σου, και την ακρίβεια γι᾽ αυτό ας σε πληροφορήσει η φρόνησή σου, ότι συ με όλη τη δημιουργία είστε δούλοι ενός και του ιδίου δεσπότη, ο Οποίος με ένα μόνο νεύμα Του κινεί και σαλεύει, και ημερώνει και οικονομεί τα πάντα, και κανείς δούλος δεν μπορεί να βλάψει κανέναν από τους σύνδουλούς του χωρίς να το παραχωρήσει Εκείνος που προνοεί και κυβερνά τα πάντα...Καθότι ούτε οι δαίμονες ούτε τα βλαπτικά θηρία ούτε οι κακοί άνθρωποι μπορούν να εκπληρώσουν το κακό τους θέλημα για αφανισμό και απώλεια του άλλου, όταν δεν θέλει ο κυβερνών τα πάντα Θεός. Αλλά και όταν θέλει, δίνει και όρια σ᾽ αυτό, κατά πόσο πρέπει να βλάψουν».

Προϋπόθεση βεβαίως για τη χαρισματική αυτή πραγματικότητα η πίστη στον Χριστό.  Χωρίς αυτήν ο φόβος εξακολουθεί να σφραγίζει τη ζωή μας.Το απεκάλυψε ο ίδιος ο Χριστός: το αντίδοτο του φόβου είναι η πίστη. «Μη φοβού, μόνον πίστευε» (Μάρκ. 5, 36) λέει στον καθένα μας μέχρι σήμερα. «Μη ταρασσέσθω ημών η καρδία μηδέ δειλιάτω. Πιστεύετε εις τον Θεόν και εις εμέ πιστεύετε» ( Ιωάν. 14, 1.27). Και εννοείται η αληθινή πίστη που συνυπάρχει πάντοτε με την αγάπη. «Πίστις δι᾽ αγάπης ενεργουμένη» που λέει ο Απόστολος (Γαλ. 5,6). Γι’ αυτό και «φόβος ουκ έστιν εν τη αγάπη, αλλ᾽ η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον» (Α´ Ιωάν. 4, 18).

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΠΑΓΚΡΑΤΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΤΑΥΡΟΜΕΝΙΑΣ

«῾Ο ἅγιος Παγκράτιος καταγόταν ἀπό τήν ᾽Αντιόχεια, ἐνῶ χειραγωγήθηκε στήν πίστη τοῦ Χριστοῦ ἀπό τόν ἀπόστολο Πέτρο, ἀπό τόν ὁποῖο καί χειροτονήθηκε ἐπίσκοπος Ταυρομενίου. Συναντήθηκε κάποια στιγμή μέ τούς ναυτικούς Ρωμύλο καί Λυκαονίδη, ὁπότε καί πῆγε στή Σικελία, τούς κατοίκους τῆς ὁποίας ὁδήγησε στήν εἰς Χριστόν  πίστη ἀπαρχῆς.  ῞Οταν μάλιστα ἔφθασαν στό νησί ὁ Φάλκων καί ὁ Λύσσων, ἐξαφάνισε τά δαιμονικά εἴδωλα καί ἔκανε τόν ἡγεμόνα τοῦ τόπου Βονιφάτιο νά πιστέψει στόν Χριστό καί νά σέβεται τήν ᾽Εκκλησία. ῾Ο ἅγιος θεράπευε κάθε ἀσθένεια καί πρόσθετε καθημερινά πολλά πλήθη στήν ἀληθινή πίστη τοῦ Θεοῦ, ἐντάσσοντάς τα στήν ᾽Εκκλησία διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, μέχρις ὅτου λόγω ἀπουσίας τοῦ ἡγεμόνα Βονιφατίου φονεύτηκε ἀπό τούς αἱρετικούς Μοντανούς».

Μπορεῖ νά μήν εἶναι ἰδιαιτέρως γνωστός στήν ἐποχή μας ὁ ἅγιος Παγκράτιος, ὅμως τυγχάνει ἀποστολικός Πατέρας, ἰσοστάσιος σχεδόν τοῦ ἀποστόλου Πέτρου κατά τόν ἱερό ὑμνογράφο του Θεοφάνη, ἀφοῦ ὁ μέγας ἀπόστολος τόν χειραγώγησε στήν πίστη τοῦ Χριστοῦ καί τόν κατέστησε ἐπίσκοπο, ἐξαποστέλλοντάς τον μάλιστα στή Δύση προκειμένου νά φέρει τό φῶς τῆς ἀλήθειας σ᾽ αὐτήν. Πρόκειται, κατά τήν ὡραία εἰκόνα τοῦ ποιητῆ, γιά δεύτερο ποτάμι, συνέχεια τοῦ πρώτου καί μεγάλου, τοῦ ἀποστόλου Πέτρου, τό ὁποῖο ἄρδευσε τίς χερσωμένες καρδιές καί ἀποξήρανε τά ποτάμια τῆς ἀσέβειας. ῎Η κατά ἄλλη εἰκόνα ὑπῆρξε ὁ ἅγιος πολύφωτος ἀστέρας πού πῆρε τό φῶς ἀπό τίς φωτοβόλες ἀκτίνες τοῦ Πέτρου, προκειμένου ἀκριβῶς νά φωταγωγήσει τούς πεσμένους στά βάραθρα τῆς ἀγνωσίας ἀνθρώπους τῆς Δύσης.

 «᾽Αφοῦ ἀρδεύτηκε καί γέμισε ὁ Πέτρος ἀπό τήν ἀκρότομη πέτρα τόν Χριστό, σέ στέλνει σάν ἄλλο ποταμό νά ἀρδεύεις χερσωμένες ψυχές καί νά ἀποξηραίνεις τά ποτάμια τῆς ἀσέβειας μέ τά ρεύματα τοῦ θείου κηρύγματος» (ὠδή δ´). «Μέ τά φωτοβόλα πυρσεύματα τοῦ Πέτρου καταυγάσθηκες στήν ψυχή καί τή διάνοια, καί σάν πολύφωτος ἀστέρας ἔφθασες στή Δύση, φωταγωγώντας μέ τίς διδαχές τούς ξεπεσμένους στά βάραθρα τῆς ἀγνωσίας, Παγκράτιε» (ὠδή θ´).

῾Ως καλός θεολόγος ὅμως ὁ ὑμνογράφος ἅγιος Θεοφάνης γνωρίζει ὅτι ἡ παράδοση τοῦ Πέτρου πρός τόν Παγκράτιο γιά τή διακονία τοῦ εὐαγγελισμοῦ τῶν ἀνθρώπων ἀποτελεῖ στήν πραγματικότητα παράδοση τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ Πνεύματός Του πρός αὐτόν. Διότι ἀσφαλῶς ὅ,τι ἔχουν ὡς χάρη οἱ ἀπόστολοι εἶναι χάρη τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου, τήν ὁποία διοχετεύει ὁ ῎Ιδιος μέσω αὐτῶν καί στούς ὑπολοίπους μαθητές Του. ῾Ο ἴδιος ὁ Κύριος μέ ἄλλα λόγια ἔχει τόν πρῶτο καί τελευταῖο λόγο γιά τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, οἱ δέ ἀπόστολοι καί ὅλοι οἱ μετά ἀπό αὐτούς ἀπόστολοι συνιστοῦν ὄργανα ᾽Εκείνου πού διακονοῦν τό ἔργο Του. Κι αὐτό εἶναι τό μεγαλεῖο τῆς χριστιανικῆς μας πίστεως: ἡ σχέση μας μέ τόν Θεό εἶναι ἄμεση καί προσωπική μέ τόν ῎Ιδιο, ἐνῶ βεβαίως οἱ ἀπόστολοί Του, ὅπως καί οἱ διάδοχοί τους ἐπίσκοποι ἀποτελοῦν τά ἐχέγγυα τῆς γνήσιας αὐτῆς σχέσης μας πρός Αὐτόν, πού σημαίνει ὅτι ἔχουμε κοινωνία μέ τόν Χριστό καί τόν Τριαδικό Θεό μας, ὅταν διατηροῦμε κοινωνία μέ τούς ἀποστόλους καί τούς διαδόχους τους. Γι᾽ αὐτό λοιπόν ὁ ἅγιος Θεοφάνης δέν παραλείπει νά σημειώσει: «Μέ τό πῦρ τοῦ Παρακλήτου ἀναδείχτηκες  πυρίπνοος, Παγκράτιε σοφέ, κι ἔφλεξες ἔτσι τήν ἀπάτη» (ὠδή δ´). «Σοῦ χαρίτωσε καί σοῦ λάμπρυνε τόν νοῦ πλούσια ὁ ᾽Ιησοῦς πού εἶναι ὁ φωτισμός καί ὁ Θεός ὅλων, καί ἔτσι ἔσωσε ἀπό τήν ἀλογία τούς λαούς μέ τόν λόγο σου» (ὠδή ς᾽).

Εἶναι περιττό βεβαίως νά σημειώσουμε ὅτι ὁ ἅγιος ποιητής ὑπενθυμίζει ὅτι ἡ δύναμη τῶν λόγων τοῦ ἁγίου Παγκρατίου, μέ τήν ὁποία μετέστρεφε στήν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ τούς ἀνθρώπους, ἦταν δύναμη πού ἐνισχυόταν ἀφενός μέ τά θαύματα πού ἔκανε – μή λησμονοῦμε ὅτι κατά τήν πίστη μας τό θαῦμα ἔρχεται ὡς ὑπομνηματισμός τοῦ λόγου καί συνέχεια αὐτοῦ - καί ἀφετέρου μέ τόν ἁγιασμένο βίο του, τόν ὁποῖο σφράγισε καί μέ τό ἅγιο μαρτύριό του. ῎Αλλωστε μόνον ὁ λόγος χωρίς τή στήριξη τῆς ἴδιας τῆς ζωῆς πολύ λίγα μπορεῖ νά προσφέρει στόν ἄνθρωπο. Γιά τόν ἅγιο Παγκράτιο ἴσχυε ὅ,τι καί γιά τούς ἀποστόλους καί ὅλους βεβαίως τούς ἁγίους: «οἷος ὁ λόγος, τοῖος ὁ βίος». ῎Ετσι ὁ ἅγιος Παγκράτιος δίδασκε καί μέ τόν λόγο του, ἀλλά καί μέ τή σιωπή του, γι᾽ αὐτό καί ὑπῆρξε μία ἀκόμη φανέρωση τοῦ Χριστοῦ μέσα στόν κόσμο. Μέ τά ἴδια τά λόγια τοῦ ἁγίου Θεοφάνη: «῾Ο βίος σου ἀστράπτοντας ἀπό τίς θεῖες καλλονές, μαύρισε τίς ὁρμές ὅλων τῶν δαιμόνων» (ὠδή δ´). «Προσέλκυσες τούς λαούς μέ τά θαύματά σου» (ὠδή ε´). «῾Ιερούργησες, σοφέ, τό εὐαγγέλιο τοῦ Θεοῦ καί σφράγισες τίς ἔνθεες διδαχές σου λαμπρά μέ τό αἷμα σου, ἱερομύστα μάρτυς Παγκράτιε» (ὠδή ς΄). 

Τετάρτη 8 Ιουλίου 2026

Ο ΠΡΟΚΟΜΜΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΑΝΤΟΥ ΠΡΟΚΟΒΕΙ!

Ἡ ἐπιλογή τοῦ δρόμου τῆς ζωῆς εἶναι ἀσφαλῶς σημαντικό πράγμα καί πρέπει μέ σοβαρότητα νά τήν ἀντιμετωπίσει κανείς. Δέν εἶναι ὅμως τό πᾶν. Γιατί  εἴτε ἐπιλέξει κανείς νά κάνει οἰκογένεια εἴτε ἐπιλέξει τήν ἀφιερωμένη ζωή τοῦ καλόγερου κάνει ἐπιλογή ἑνός δρόμου. Τό ζητούμενο δέν εἶναι ὁ δρόμος, ἀλλά ὁ Χριστός. ᾽Εκεῖνος εἶναι καί ὁ δρόμος καί τό τέρμα τοῦ δρόμου. “Τά πάντα καί ἐν πᾶσι Χριστός” πού λέει καί ὁ μεγάλος ἀπόστολος. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ἄν ἔχουμε ᾽Εκεῖνον ἐνώπιόν μας πάντοτε, δηλαδή ἄν ἡ καθημερινή προτεραιότητά μας εἶναι πῶς νά σταθοῦμε στίς ἅγιες ἐντολές Του ὥστε μέ ἀγάπη πρός Αὐτόν νά Τόν κοινωνοῦμε στά ἅγια μυστήρια τῆς ᾽Εκκλησίας μας, δέν ἔχει καί τόση σημασία τό εἶδος τοῦ δρόμου πού ἀκολουθοῦμε. Μπορεῖ λοιπόν κάποιος νά γίνει καλόγερος, μπορεῖ νά κάνει οἰκογένεια, μπορεῖ κι ἁπλῶς νά μένει, πού λέει ὁ λόγος, στό σπίτι του: ἄν κρατάει τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ θά σωθεῖ.

Ὁπότε δέν πρέπει κανείς νά ἀπολυτοποιήσει τήν ἐπιλογή τοῦ δρόμου. ᾽Ακόμη καί λάθος ἐπιλογή νά κάνει, ἐνῶ δηλαδή εἶναι φτιαγμένος γιά οἰκογένεια νά γίνει καλόγερος, ἤ ἐνῶ τοῦ ταιριάζει πιό πολύ ἡ μοναχική ἀφιέρωση ἐκεῖνος νά  κάνει οἰκογένεια, δέν σημαίνει ὅτι θά χάσει, ἄν πράγματι τό ἐπιθυμεῖ, τόν στόχο του. Πού θά πεῖ: ῾Ο προκομμένος ἄνθρωπος, αὐτός πού μέ φιλότιμο ἀγωνίζεται, ὅπου καί νά βρεθεῖ θά προκόψει. Ὅπως τό ἔλεγε ἀκριβῶς ὁ ὅσιος  τῆς ἐποχῆς μας Παΐσιος ὁ ἁγιορείτης: «Ὁ προκομμένος ἄνθρωπος, σέ ὅποια ζωή καί ἄν βρεθεῖ, εἴτε μοναχός εἴτε λαϊκός, θά κάνει προκοπή πνευματική, γιατί θά ἐργαστεῖ φιλότιμα. Ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος πού δέν καλλιεργεῖ τό φιλότιμο πού τοῦ χάρισε ὁ Θεός, ἀνεπρόκοπος θά εἶναι καί στή μία ζωή καί στήν ἄλλη».

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΠΡΟΚΟΠΙΟΣ

«Ὁ ἅγιος μεγαλομάρτυς Προκόπιος ἔζησε τήν ἐποχή τοῦ αὐτοκράτορα, πού δίωξε τούς Χριστιανούς σκληρότερα ἀπό ὅλους τούς προκατόχους του, τοῦ Διοκλητιανοῦ. Ὑπῆρξε γόνος χριστιανοῦ πατέρα, ἀλλά εἰδωλολάτρισσας μητέρας, καί ἀνέβηκε μετά τόν θάνατο τοῦ πατέρα του σέ μεγάλο ἀξίωμα, γενόμενος δούκας τῆς πόλεως τῶν ᾽Αλεξανδρέων. Παίρνοντας κάποτε ἐντολή ἀπό τόν αὐτοκράτορα νά διώξει τούς χριστιανούς, στόν δρόμο ἄκουσε βροντερή φωνή, καλώντας τον μέ τ᾽ ὄνομά του – Νεανίας λεγόταν – πού τόν προέτρεπε νά σταματήσει τό διωγμό, ἄν δέν θέλει νά καταστραφεῖ. Ζητώντας ὁ Νεανίας τότε νά δεῖ σαφέστερα ᾽Εκεῖνον πού τοῦ μιλοῦσε, εἶδε ἕναν κρυστάλλινο Σταυρό καί ἄκουσε φωνή μέσα ἀπό Αὐτόν, πού τοῦ ἔλεγε ῾ἐγώ εἶμαι ὁ ἐσταυρωμένος Υἱός τοῦ Θεοῦ᾽. Θυμίζει βεβαίως ἡ ἐπέμβαση  αὐτή τοῦ Χριστοῦ στόν ἅγιο τήν ἐπέμβαση τοῦ ῎Ιδιου στόν ἀπόστολο Παῦλο (Σαῦλο τότε), ὁ ὁποῖος καί αὐτός κλήθηκε στό ἀποστολικό ἀξίωμα, τήν ὥρα πού δίωκε τούς χριστιανούς, γι᾽ αὐτό καί οἱ ὕμνοι τῆς ᾽Εκκλησίας μας διαρκῶς συγκρίνουν τόν Προκόπιο μέ τόν μεγάλο ἀπόστολο τῶν ᾽Εθνῶν. Μεταστράφηκε ἀμέσως στήν πίστη τοῦ Χριστοῦ καί διέταξε ὅταν γύρισε στή Σκυθόπολη, νά φτιάξουν ἕναν Σταυρό, κατά τόν τρόπο πού Τόν εἶδε, συγκείμενο ἀπό χρυσάφι καί ἀσήμι. Μετά μία νίκη του κατά τῶν Σαρακηνῶν, ἐπειδή ἀρνήθηκε νά θυσιάσει εὐχαριστήρια στά εἴδωλα, ἡ ἴδια ἡ μητέρα του τόν κατήγγειλε στόν Διοκλητιανό, γεγονός πού ἀπετέλεσε τήν ἔναρξη τῶν μαρτυρίων καί τῶν βασάνων του. Σέ ὅλα τά μαρτύρια, σκληρά καί ὑπέρ ἄνθρωπον, ἔμεινε στέρεος στήν πίστη, γι᾽ αὐτό καί ὁ Κύριος, ἀφοῦ τοῦ ἔδωσε τό ὄνομα Προκόπιος, τόν θεράπευσε ἀπό ὅ,τι ὑφίστατο καί μάλιστα σέ κάποια ἀπό αὐτά, θαυμαστά πράγματι, ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ἐνήργησε, ὥστε νά μεταστραφεῖ στόν Χριστό καί ἡ μητέρα του, ὅπως καί δώδεκα συγκλητικές γυναῖκες, οἱ ὁποῖες ὅλες, ὁμολογώντας Χριστόν, μαρτύρησαν στό ὄνομά Του. Τελικῶς ὁ ἅγιος, παρέδωσε τήν ἁγία του ψυχή στά χέρια τοῦ Δημιουργοῦ του, ὅταν διατάχθηκε ἕνας στρατιώτης μέ ξίφος νά τοῦ κόψει τόν αὐχένα».

Τό ὄνομα τοῦ ἁγίου Προκόπιος, δοσμένο ἀπό τόν ἴδιο τόν Χριστό, δηλώνει καί τήν μετέπειτα πιά πορεία του ὡς χριστιανοῦ: διαρκῶς  πρόκοπτε κατά Χριστόν. Κι εἶναι αὐτό πού ἀπαρχῆς τονίζουν γι᾽ αὐτόν καί πολλά τροπάρια τῆς ἑορτῆς: «προκόπτων ἐν Θεῷ, πάντας πρέσβευε, ἀθλοφόρε, προκόπτειν ἐν αὐτῷ, μαρτύρων κλέος, μέγιστε Προκόπιε». Δηλαδή, προκόπτοντας κατά Θεόν, πρέσβευε, ἀθλοφόρε, πού εἶσαι ἡ δόξα τῶν μαρτύρων, μέγιστε Προκόπιε, νά προκόπτουμε ὅλοι ἐμεῖς, στή σχέση μας μέ Αὐτόν (αἶνοι).

Ἡ ἔννοια τῆς προκοπῆς εἶναι πολυποίκιλη, ἀλλά στίς ἡμέρες μας κατανοεῖται μονομερῶς. Προκοπή, γιά τούς πολλούς σήμερα, σημαίνει ἀπόκτηση πτυχίων, κατοχή θέσεων, ἀπόκτηση χρημάτων, μεγάλο καί θαυμαστό ὄνομα. Ἡ προκοπή, δηλαδή, συναρτᾶται πάντοτε μέ γήϊνους στόχους καί ὁριζόντιες μόνον ἐπιδιώξεις. Κι αὐτό βεβαίως εἶναι σύμπτωμα πνευματικῆς παρακμῆς, ἀφοῦ φαίνεται ὅτι ὁ Θεός ἔχει διαγραφεῖ ἀπό τή ζωή τῶν πολλῶν, ἤ, στήν καλύτερη περίπτωση, μπορεῖ νά ὑπάρχει, ἀλλά στό περιθώριο τῆς ζωῆς.

Ὁ ἅγιος Προκόπιος λοιπόν ἔρχεται μέ δύναμη, λόγω κυρίως τῆς ζωῆς του ἀλλά καί τοῦ ὀνόματός του, νά μᾶς ὑπενθυμίσει ὅτι γιά τούς Χριστιανούς τουλάχιστον, ἡ προκοπή, χωρίς νά ἀρνεῖται κανείς σ᾽ ἕναν βαθμό καί τήν ὁριζόντια διάστασή της, ἔχει πρωτίστως σημασία πνευματική, δηλαδή ἀναγωγῆς στόν Θεό. Ὅπως τό σημειώνει καί ὁ ὑμνογράφος: «προκόπτειν πάντας (ἡμᾶς), ἐν θεαρέστοις ὁδοῖς καί θείαις πράξεσιν εὐαρεστοῦντας αὐτῷ (τῷ Θεῷ)», δηλαδή: νά προκόπτουμε  ὅλοι ἐμεῖς, μέ τό νά εὐαρεστοῦμε τόν Θεό, τηρώντας τό θέλημά Του καί κάνοντας θεϊκές πράξεις. Προκομμένος, μέ ἄλλα λόγια, θεωρεῖται γιά τήν πίστη μας ἐκεῖνος πού αὐξάνει πάντοτε ἐν Θεῷ, ἔστω κι ἄν κατά κόσμον δέν ἔχει πετύχει καί πολλά πράγματα. Καί μᾶλλον τά πράγματα πορεύονται ἀντιστρόφως ἀνάλογα: στόν βαθμό πού φαίνεται κανείς κατά κόσμον ἴσως ἀποτυχημένος, χωρίς νά ἔχει σπουδαῖες θέσεις, μεγάλες ἀπολαβές, τρανταχτό ὄνομα, τόσο περισσότερο εἶναι ἴσως προχωρημένος κατά Θεόν, ἀρκεῖ βεβαίως ἡ κατά κόσμον αὐτή ῾ἀποτυχία᾽ νά εἶναι ἐνσυνείδητη, καρπός δηλαδή ἐπιλογῆς, κατά τό «λάθε βιώσας» (ζήσε κρυφά), καί ὄχι ἀποτέλεσμα ἀδιαφορίας καί τεμπελιᾶς.

 Ὅτι ἡ ἐπιλογή αὐτή -  ἡ προτεραιότητα νά εἶναι ἡ ἐν Θεῷ προκοπή καί ὄχι ἡ κατά κόσμον – θεωρεῖται  καί ἡ κατεξοχήν ἔξυπνη καί ἐπιτυχημένη, εἶναι περιττό καί νά ποῦμε, ἀφοῦ ἡ ζωή μας στόν κόσμο αὐτό εἶναι φθαρτή καί περιορισμένη καί ἀκολουθεῖ ἡ αἰώνια ζωή, μέσα στούς κόλπους τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ μας.