Πέμπτη 26 Μαρτίου 2026

ΘΕΛΟΝΤΑΣ ΞΕΝΤΥΘΗΚΑ ΤΗΝ ΟΜΟΡΦΙΑ ΤΩΝ ΑΡΕΤΩΝ!

«Αὐτεξουσίως ἐξεδύθην, τῇ πρώτῃ μου παραβάσει, τῶν ἀρετῶν τήν εὐπρέπειαν· ἠμφιασάμην δέ ταύτην αὖθις, τῇ πρός με συγκαταβάσει, Λόγε Θεοῦ· οὐ παρεῖδες γάρ με τόν ἐν δεινοῖς παθήμασι καταστιχθέντα, καί λῃστρικῶς ὁδοπατηθέντα, ἀλλά τῇ παναλκεῖ σου δυναστείᾳ περιποιησάμενός με, ἀντιλήψεως ἠξίωσας, Πολυέλεε» (Στιχηρόν ἰδιόμελον, Πέμπτης Ε΄ Νηστειών), ἦχος πλ. δ΄).

(Μέ τή θέλησή μου ξεντύθηκα τήν ὀμορφιά τῶν ἀρετῶν, λόγω τῆς πρώτης  μου παράβασης, ἐνῶ τή φόρεσα καί πάλι, λόγω τῆς συγκατάβασης πρός ἐμένα, Λόγε Θεοῦ. Γιατί δέν μέ περιφρόνησες, ἐμένα πού γέμισα ἀπό τά στίγματα τῶν φοβερῶν παθῶν μου καί ρίχτηκα κάτω ἀπό τούς ληστές· ἀντίθετα μέ τήν παντοδύναμη ἐξουσία σου μέ φρόντισες καί μέ κατέστησες ἄξιο τῆς βοήθειάς Σου, Πολυέλεε».

Τό στιχηρό ἰδιόμελο, ἐπαναλαμβανόμενο δύο φορές λόγω τῆς σπουδαιότητάς του, συνιστᾶ μία σύντομη σύνοψη ὁλόκληρης τῆς πνευματικῆς ἱστορίας τῆς ἀνθρωπότητας. Μᾶς μεταφέρει στήν ἐποχή τῶν πρωτοπλάστων, οἱ ὁποῖοι χρησιμοποιώντας κακῶς τήν ἐλευθερία πού τούς ἐμπιστεύτηκε ὁ Δημιουργός («αὐτεξουσίως»), ἔδειξαν ἀνυπακοή πρός τόν λόγο Του, εἰσάγοντας ἑπομένως στή ζωή τους τήν ἁμαρτία (καί δι’ αὐτῆς τόν θάνατο, πνευματικό καί σωματικό). Ἀποτέλεσμα; Ἀπέβαλαν τό χαρισματικό ἔνδυμά τους, τή χάρη τῶν ἀρετῶν, καί ντύθηκαν τόν γεμάτο στίγματα χιτώνα τῶν παθῶν τους – σάν νά βρέθηκαν ποδοπατημένοι καί ριγμένοι στό χῶμα ἀπό ληστρική ἐναντίον τους ἐπιδρομή.

 Ἀλλ’ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ Πατέρα δέν τούς ἄφησε στήν κατάντια αὐτή· ἔστειλε τόν Υἱό καί Λόγο Του, τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ὁ Ὁποῖος γενόμενος ἄνθρωπος προσέλαβε μέ τήν παντοδυναμία Του τόν τραυματισμένο καί ἡμιθανή ἄνθρωπο μέσα στόν ἑαυτό Του, τόν ἔκανε δικό Του κομμάτι - ἔγινε ἔνδυμα τοῦ ἀνθρώπου Αὐτός ὁ Ἴδιος: «ὅσοι γάρ εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε Χριστόν ἐνεδύσασθε» - τόν περιποιήθηκε καί τόν φρόντισε ὡς ἰατρός, τόν ἔσωσε.

 Ὁ ὑμνογράφος εἶναι σαφής: ὅλη ἡ ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας ἐμφαίνεται μέσα ἀπό τήν παραβολή τοῦ καλοῦ σαμαρείτου. Ὁ περιπεσών εἰς τούς ληστάς, ὁ ὁποῖος τραυματίστηκε θανάσιμα, εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού ἁμάρτησε καί ἁμαρτάνει, ἐνῶ καλός Σαμαρείτης πού τόν σώζει εἶναι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός.

Η ΣΥΝΑΞΙΣ ΤΟΥ ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΥ ΓΑΒΡΙΗΛ

 

«Τήν 26η τοῦ μηνός Μαρτίου ἐπιτελοῦμε τή σύναξη τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριήλ, ἡ ὁποία μᾶς παραδόθηκε ἀπαρχῆς καί ἐκ Θεοῦ, διότι ὁ ἀρχάγγελος αὐτός διακόνησε στό θεῖο καί ὑπερφυές καί ἀπόρρητο μυστήριο τῆς οἰκονομίας τοῦ Χριστοῦ.Κατά τή σημείωση μάλιστα τοῦ ὁσίου Νικοδήμου τοῦ ἁγιορείτου στόν Μέγα Συναξαριστή του, «Γαβριήλ θά πεῖ Θεός καί ἄνθρωπος, (ἄνθρωπος Θεοῦ δηλαδή), κατά τόν Κωνσταντινουπόλεως Πρόκλο. Γι᾽ αὐτό κι εἶναι ἐκεῖνος πού ὑπηρέτησε στό μυστήριο τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ Λόγου. Λέγει δέ καί ὁ Θεοφάνης ὁ Κεραμεύς, ὁ ἐπίσκοπος τῆς Ταυρομενίας, ὅτι τά ἑπτά στοιχεῖα πού περιέχει τό ὄνομα τοῦ Γαβριήλ σημαίνουν ὅτι ὁ Χριστός τοῦ ὁποίου τή Γέννηση εὐαγγελίστηκε ὁ Γαβριήλ θά ἔλθει γιά τή σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος μετρᾶται ἀπό τήν ἑβδομάδα καί τελειώνει σέ ἑπτά αἰῶνες».

῾Ο ἅγιος ὑμνογράφος ᾽Ιωσήφ κινεῖται ἐκστατικά, καθώς ἀναφέρεται στόν ῾παμμέγιστον Γαβριήλ᾽. Δέν ὑπάρχει σχεδόν τροπάριο εἴτε στόν ἑσπερινό εἴτε στόν κανόνα γιά τόν ἀρχάγγελο πού νά μή φανερώνει τόν θαυμασμό καί τή γεμάτη δέος στάση του ἀπέναντί του, ὄχι μόνο γιά τό γεγονός τῆς συμμετοχῆς τοῦ Γαβριήλ στή φανέρωση τοῦ μυστηρίου τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο ὡς ἀνθρώπου στήν ἁγνή παιδούλα Μαριάμ, ἀλλά καί γιά τή διπλή ἀδιάκοπη καί ἀέναη στάση του ἀπέναντι στόν Κύριο τοῦ Παντός, τόν Τριαδικό Θεό: τή δοξολογία τοῦ ἁγίου ὀνόματός Του καί τήν ἑτοιμότητα ὑπακοῆς στά κελεύσματα τῆς βουλήσεώς Του. Γιά παράδειγμα: «Γαβριήλ ὁ μέγιστος νοῦς...παρατηρώντας καί βλέποντας τό τρισήλιο φῶς τοῦ Θεοῦ... φτάνοντας στήν Παρθένο μετέφερε σ᾽ αὐτήν τή χαρμόσυνη εἴδηση τοῦ θείου καί φρικώδους μυστηρίου (ὅτι θά γεννήσει τόν Θεό ὡς ἄνθρωπο)» (στιχηρό ἑσπερινοῦ). «Γεμᾶτος ἀπό φῶς πάντοτε καί πράττοντας τό θέλημα καί ἐκτελώντας τά προστάγματα τοῦ Παντοκράτορος, ἀρχηγέ ᾽Αγγέλων, Γαβριήλ πανάριστε...» (στιχηρό ἑσπερινοῦ). «Καθώς φωτίζεσαι μετέχοντας στό φῶς τοῦ πρώτου Νοῦ, τοῦ Θεοῦ, φάνηκες δεύτερο φῶς κι ἐσύ, κραυγάζοντας μαζί μέ τίς ἄπειρες τάξεις τῶν ἀγγέλων: ῞Αγιος ὁ Θεός ὁ παντουργός, ὁ Υἱός ὁ συνάναρχος, καί τό Πνεῦμα τό σύνθρονο»  (ὠδή ε´).

Ἡ ἀρχιστρατηγία τοῦ Γαβριήλ καί ἡ πρωτιά του ἔναντι τῶν ἄλλων ἀγγέλων φάνηκε κατά τόν ὑμνογράφο κυρίως ἀπό τό γεγονός ὅτι αὐτόν ὁ παντοκράτωρ Κύριος ἐπέλεξε προκειμένου νά τοῦ ἐμπιστευτεῖ τή φανέρωση τοῦ ἀπ᾽ αἰῶνος μυστηρίου, τοῦ ἐρχομοῦ Του στόν κόσμο ὡς ἀνθρώπου, στήν ἁγνή θεόπαιδα Μαριάμ. Κι εἶναι ἡ ἀνάθεση αὐτή τῆς ἐξαιρετικῆς διακονίας ἀποκάλυψη ταυτοχρόνως καί τῆς δόξας τοῦ συγκεκριμένου ἀρχαγγέλου, κάτι πού σημαίνει ὅτι ὅσο σπουδαῖο εἶναι ἕνα διακόνημα, τόσο σπουδαία γίνεται καί ἡ προσωπικότητα αὐτοῦ πού τό ἀναλαμβάνει καί τό φέρει εἰς πέρας. «Τό μέγα μυστήριον πού ἦταν ἄγνωστο προηγουμένως στούς ἀγγέλους καί ἀπόκρυφο προαιωνίως, μόνο σ᾽ ἐσένα τό ἐμπιστεύτηκε ὁ Θεός, Γαβριήλ» (στιχηρό ἑσπερινοῦ). «᾽Αξιώθηκες μέγιστη δόξα, καθώς μᾶς φανέρωσες τό μέγα μυστήριο, μέγιστε ἀρχάγγελε» (ὠδή γ´).

Βεβαίως ὁ ἅγιος ὑμνογράφος δέν παραλείπει μαζί μέ τίς παραπάνω ἐκτιμήσεις του νά κάνει καί δύο παρατηρήσεις: πρῶτον, ὅτι ὁ ἅγιος ἀρχάγγελος Γαβριήλ διακόνησε τό μυστήριο τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου καί πρό τοῦ εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, δεδομένου ὅτι τόν βρίσκουμε καί στόν προφήτη Δανιήλ: νά τόν φωτίζει καί νά τοῦ ἀποκαλύπτει τά μέλλοντα ἐν πνεύματι Θεοῦ (ὠδή δ´), καί στόν ἱερέα Ζαχαρία, τόν πατέρα ᾽Ιωάννου τοῦ Προδρόμου: νά τοῦ ἀποκαλύπτει ὅτι ἡ γυναίκα του ᾽Ελισάβετ θά γεννήσει τόν ᾽Ιωάννη καί νά τόν ῾τιμωρεῖ᾽ μέ κωφαλαλία λόγω τῆς ἀπιστίας πού ἐπέδειξε (ὠδή ε´)· δεύτερον, ὅτι ἐνῶ ὅλη ἡ ἀκολουθία ἐπικεντρώνεται δικαίως στόν ἅγιο ἀρχάγγελο Γαβριήλ, ὁ ὑμνογράφος θυμᾶται αἴφνης καί τόν ἄλλο μέγιστο ἀρχάγγελο ἅγιο Μιχαήλ, ἀφιερώνοντάς του ἕνα τροπάριο στό τέλος τῆς ἀκολουθίας, προφανῶς γιά νά δείξει ὅτι καί οἱ δύο εἶναι ἰσοστάσιοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. «Πανέμορφη καί πανένδοξη δυάδα,  Μιχαήλ καί Γαβριήλ, πού στέκεστε στόν θρόνο τῆς θείας δόξας...» (ὠδή θ´).

῾Ο ἐκκλησιαστικός ποιητής ὅμως, παρ᾽ ὅλο τό θάμβος πού νιώθει μπροστά στόν ἅγιο τοῦ Θεοῦ ἀρχάγγελο, δέν παύει νά τονίζει ὅτι καί αὐτός συνιστᾶ δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, συνεπῶς εἶναι περιορισμένος καί στή δύναμη καί στή γνώση. ᾽Επανειλημμένως, ὅπως ἤδη εἴδαμε, σημειώνει ὅτι τό μυστήριο τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο ἦταν ἀπόκρυφο καί γιά τούς ἀγγέλους, ὁ ἴδιος δέ ὁ Γαβριήλ, ὁ ὑπηρέτης τοῦ θαύματος, ἀδυνατοῦσε νά κατανοήσει ὅ,τι διαδραματιζόταν. Τό δοξαστικό μάλιστα τοῦ ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς, ἔργο ὄχι τοῦ ᾽Ιωσήφ ἀλλά τοῦ ἐξίσου γνωστοῦ ὑμνογράφου ᾽Ιωάννου τοῦ μοναχοῦ, εἶναι ἀπό τά ὡραιότερα τροπάρια πού ὑπάρχουν στήν ὑμνολογία τῆς ᾽Εκκλησίας μας. «Στάλθηκε ἀπό τόν Θεό ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ γιά νά εὐαγγελιστεῖ στήν Παρθένο τή σύλληψη. Κι ὅταν ἦλθε στή Ναζαρέτ, σκεπτόταν μέσα του τό θαῦμα μέ ἔκπληξη, ὅτι δηλαδή πῶς ὁ ἀκατάληπτος Θεός θά γεννηθεῖ ἀπό Παρθένο! Αὐτός πού ἔχει θρόνο Του τόν οὐρανό καί ὑποπόδιο τή γῆ, πῶς θά χωρέσει στή μήτρα μίας γυναίκας! Αὐτόν πού δέν μποροῦν νά Τόν ἀτενίσουν τά ἑξαπτέρυγα καί τά πολυόμματα, θέλησε μέ μόνο τόν λόγο Του νά σαρκωθεῖ ἀπό αὐτήν! Αὐτός πού παρευρίσκεται εἶναι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ. Τί λοιπόν στέκομαι καί δέν λέγω στήν Κόρη: Χαῖρε Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος εἶναι μαζί Σου;»

Παράλληλα δέ μέ τήν ἔκπληξη τοῦ ἀρχαγγέλου, τονίζεται καί ἡ ἔκπληξη τῆς πανάγνου Μαριάμ, ἡ ὁποία μέ τή φανέρωση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, ὅτι δι᾽ αὐτῆς θά γεννηθεῖ ὁ Θεός ὡς ἄνθρωπος, ἀποκαλύπτεται ἀφενός σοφότατη καί διακριτικότατη, κυριολεκτικά ὁ ἀντίποδας τῆς πρώτης Εὔας, καθώς δέν σπεύδει νά ἀποδεχτεῖ τό παράδοξο καί τό θαῦμα, ἀφετέρου πράγματι Παναγία, καθώς μετά τίς ἐξηγήσεις σπεύδει νά κάνει ὑπακοή σέ ὅ,τι συνιστᾶ θέλημα τοῦ Θεοῦ: «᾽Ιδού ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά τό ρῆμα Σου».  «Τί σημαίνει ἡ σάν φλόγα μορφή σου; Εἶπε ἡ Σεμνή μέ ἔκπληξη στόν Γαβριήλ. Ποιό εἶναι τό ἀξίωμά σου καί ποιό τό νόημα τῶν λόγων σου; Μοῦ ὑπόσχεσαι παιδοποιΐα, ἀλλά ἐγώ δέν ἔχω πεῖρα ἄνδρα. Φύγε μακριά, μή μέ πλανέψεις, ἄνθρωπε, ὅπως παλιά πλάνεψε ὁ δόλιος ὄφις  τήν προμήτορα Εὔα» (ἀπόστιχο ἑσπερινοῦ).

Δέν εἶναι δυνατόν βεβαίως ὁ ἅγιος ποιητής, μπροστά στήν ἁγιότητα τοῦ ἀρχαγγέλου,  νά μή καταλήγει σέ ὅ,τι ἀποτελεῖ ζητούμενο τοῦ κάθε πιστοῦ: τήν ἐπέμβαση καί τή μεσιτεία του γιά τή σωτηρία τοῦ ἴδιου καί τῆς ᾽Εκκλησίας. «Χάλασε τίς ἄσχημες σκέψεις ἐναντίον μας τῶν ἀπίστων ἀνθρώπων, στέριωσε τήν ὀρθόδοξη πίστη, πάψε τά σχίσματα τῆς ᾽Εκκλησίας, ἀρχάγγελε, μέ τίς παρακλήσεις σου πρός τόν Κτίστη ὅλων» (ὠδή στ´). ᾽Αλλά ἀκόμη περισσότερο, αἰτεῖται ὁ ποιητής τή χάρη νά γίνεται  ὁ ἅγιος ἀρχάγγελος καθοδηγητής τῆς ζωῆς τοῦ ἴδιου καί τῶν ἀνθρώπων. Γιατί ἀκριβῶς οἱ ἄγγελοι ὡς δεύτερα φῶτα μετά τό Πρῶτο, τόν ἴδιο τόν Τριαδικό Θεό, εἶναι οἱ ὁδηγοί τῶν ἀνθρώπων. «᾽Αρχιστράτηγε Θεοῦ, λειτουργέ τῆς θεϊκῆς δόξας, τῶν ἀνθρώπων ὁδηγέ καί ἀρχηγέ τῶν ἀσωμάτων...» (κοντάκιο). 

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2026

25η ΜΑΡΤΙΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΑΓΕΝΝΗΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ

Η ημέρα ορόσημο της Πίστης και της Πατρίδας ως η ημέρα που ξεκίνησε η ελευθερία του ανθρωπίνου γένους από τα δεσμά της αμαρτίας, του διαβόλου και του θανάτου με τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου αλλά και της αποτίναξης από τον τουρκικό ζυγό με τη συμβολική έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως, η 25η Μαρτίου, αποτελεί και ημέρα που γιορτάζεται από τα τέλη του εικοστού αιώνα το αγέννητο παιδί – το παιδί που κυοφορείται στην κοιλιά της μάνας του για να προστεθεί όταν έρθει η ώρα στη μακριά σειρά των κατοίκων αυτού εδώ του πλανήτη. Ήταν η πρόταση του πάπα Ιωάννη Παύλου του Β΄ (1920-2005) που έγινε αποδεκτή από τη Διεθνή Κοινότητα, καθώς την εμπνεύστηκε ακριβώς από το περιεχόμενο της μεγάλης Θεομητορικής εορτής. Ευαγγελισμός σημαίνει τη χαρμόσυνη αγγελία του ερχομού του Θεού ως ανθρώπου στον κόσμο, ερχομού που οι απαρχές του βρίσκονται στα σπλάχνα της μικρής Μαριάμ, όταν ο λόγος ο αρχαγγελικός εν Πνεύματι Αγίω θα σαρκώσει μέσα της τον Υιό του Θεού. «Ο Υιός του Θεού Υιός της Παρθένου γίνεται». Κι έτσι το μέγα μυστήριο των απαρχών της Γέννας του Θεού γίνηκε έμπνευση  και γιορτή και για το μυστήριο των απαρχών της γέννας και κάθε ανθρώπου.

Το κυοφορούμενο βρέφος, το αγέννητο παιδί: το μυστήριο της θέλησης του Θεού να υπάρχει συνέχεια στο ανθρώπινο γένος. Και μη σπεύσει κανείς να δηλώσει την απιστία του με την αλαζονική στάση ότι ο ερχομός ενός παιδιού είναι καρπός της θέλησης μοναχά των γονέων του, γιατί θα συναντήσει όχι μόνο την αρνητική στάση της χριστιανικής πίστεως που διακηρύσσει ότι εκτός των γονέων απαιτείται και η συνέργεια του Θεού – «ο Θεός διανοίγει τη μήτρα της γυναίκας» μας αποκαλύπτει η Γραφή – αλλά και την αντίδραση εκείνων των ζευγαριών που ενώ επιθυμούν διακαώς να τεκνοποιήσουν, δεν τα καταφέρνουν χωρίς μάλιστα να υφίσταται κάποιος ιατρικός λόγος.

Υπάρχει λοιπόν ξεχωριστή ιερότητα ήδη από την έναρξη της ζωής ενός ανθρώπου στη μήτρα της μάνας του, γιατί βεβαιώνεται το «ναι» του Θεού για να συνεχιστεί η ζωή επί της γης. Και με ποιο σκοπό; Την ετοιμασία νέων υπάρξεων ώστε να προστεθούν στο σώμα του Χριστού, την Εκκλησία, και να γίνουν ει δυνατόν ήδη από τη ζωή αυτή  ενεργοί πολίτες της Βασιλείας του Θεού. Αυτή δεν είναι η σκοποθεσία που θέτει για τον άνθρωπο η χριστιανική πίστη; Όχι να γίνει ένας καλός απλώς άνθρωπος κι ούτε να έχει ένα πέρασμα στη γη εμφανές ή αφανές – ό,τι χαρακτηρίζει τον άνθρωπο που δεν έχει ταυτότητα κι ούτε νόημα στη ζωή του. Αλλά να γίνει ένα «μίμημα Χριστού», ένας άλλος Χριστός που το πέρασμά του θα μυροβολήσει την πλάση όλη. Να γίνει δηλαδή άγιος που το όνομά του θα λειτουργεί ως ανάπαυση και ελπίδα και για κάθε άλλο συνάνθρωπό του.

Κι από την άποψη αυτή καταλαβαίνουμε δύο κυρίως πράγματα: πρώτον, γιατί ο ίδιος ο Χριστός βεβαίωσε ότι ο ερχομός κάθε νέου ανθρώπου στον κόσμο  - ό,τι δηλώνει το αγέννητο παιδί! – συνιστά μία μεγάλη χαρά για όλην την ανθρωπότητα: «διά την χαράν ότι εγεννήθη άνθρωπος εν τω κόσμω» είπε, και δεύτερον, γιατί όχι μόνο η πράξη αλλά και η σκέψη ακόμη της έκτρωσης από τη μήτρα της γυναίκας του παιδιού αποτελεί ανοσιούργημα που προσβάλλει και τους γονείς και τον άνθρωπο γενικά αλλά και τον ίδιο τον Θεό μας! Η έκτρωση δεν είναι το «όχι» του ανθρώπου απέναντι στο «ναι» του Θεού; Η αλαζονεία του πλάσματος που χωρίς επίγνωση έρχεται αντιμέτωπος με τον Δημιουργό του – και δεν εννοούμε τις συγκεκριμένες περιπτώσεις που για λόγους ιατρικούς επιβάλλεται κάτι τέτοιο, κι αυτό με πολύ πόνο ψυχής από τους γονείς και μάλιστα τη μάνα.

Λοιπόν, η μεγάλη Θεομητορική εορτή του Ευαγγελισμού μας δίνει ως προέκταση και τη διάσταση αυτή. Να θυμόμαστε και να γιορτάζουμε μαζί με τον ερχομό του Χριστού και την ελπίδα της ανθρωπότητας με τα αγέννητα ακόμη παιδιά. Κι όπως το δήλωσε τότε ο πάπας Ιωάννης Παύλος Β΄ στο πράγματι εμπνευσμένο σκεπτικό του: η καθιέρωση της ημέρας αποτελεί «θετική επιλογή υπέρ της ζωής και της εξάπλωσης μιας κουλτούρας για τη ζωή, που να εγγυάται τον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας σε κάθε περίπτωση».

Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

«Πανηγύρι της πίστης και της λευτεριάς» κατά τον ποιητή η 25η Μαρτίου. Ιερό ορόσημο ως απαρχή για την απόκτηση της εθνικής μας ελευθερίας. Αλλά και ημέρα που περισσότερο καλεί εμάς τους πιστούς που βλέπουμε το βάθος των γεγονότων, όχι απλώς να θυμηθούμε κάτι ή και να παραδειγματιστούμε από κάτι, αλλά να συμμετάσχουμε στο σπουδαιότερο γεγονός που πραγματοποιήθηκε ποτέ στην ανθρώπινη ιστορία: τη σάρκωση του Υιού και Λόγου του Θεού μέσα στην Παναγία. Κι αν η μία εορτή είναι σπουδαία λόγω της αποτίναξης της Οθωμανικής κυριαρχίας, η άλλη, του Ευαγγελισμού, είναι σπουδαιότατη, λόγω της απαρχής της υπαρξιακής και αιώνιας σωτηρίας μας.

Το απολυτίκιο της ημέρας μας καθοδηγεί στην προσέγγιση του νοήματός της.

«Σήμερον τῆς σωτηρίας ἡμῶν τό κεφάλαιον καί τοῦ ἀπ’ αἰῶνος μυστηρίου ἡ φανέρωσις. Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ υἱός τῆς Παρθένου γίνεται καί Γαβριήλ τήν χάριν εὐαγγελίζεται. Διό καί ἡμεῖς σύν αὐτῶ τῆ Θεοτόκῳ βοήσωμεν  Χαῖρε Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετά Σοῦ».

(Σήμερα ανακεφαλαιώνεται η σωτηρία μας και φανερώνεται το προαιώνιο μυστήριο. Ο Υιός του Θεού γίνεται υιός της Παρθένου Μαρίας και ο αρχάγγελος Γαβριήλ εξαγγέλλει χαρμόσυνα τη χάρη αυτή. Για το λόγο τούτο κι εμείς μαζί με αυτόν ας φωνάξουμε δυνατά στη Θεοτόκο: Χαίρε Συ που είσαι γεμάτη από τη χάρη του Θεού. Ο Κύριος είναι μαζί Σου).

Το πρώτο σημείο που μας επισημαίνει το απολυτίκιο είναι το πώς πρέπει να στεκόμαστε απέναντι στη Θεοτόκο. Καλούμαστε να τη δούμε γεμάτη από τη χάρη και το φως του Θεού. Όχι γιατί από μόνη της έχει την ιδιαιτερότητα αυτή, αλλά γιατί ο ίδιος ο Θεός προσέβλεψε πάνω της και την επισκίασε με το Πανάγιο Πνεύμα Του. Η Παναγία, ιδίως μετά τον Ευαγγελισμό, ποτέ δεν είναι μόνη της. Μολονότι και προ του Ευαγγελισμού είχε τη χάρη του Θεού λόγω της αγιασμένης ζωής της – μη ξεχνάμε ότι από παιδούλα τριών ετών εισήλθε στον Ναό και ζούσε με συνεχείς προσευχές και νηστείες – όμως εκεί που έλαβε τη σχετική πληρότητα της χάρης ήταν στον Ευαγγελισμό της, οπότε έκτοτε η παρουσία του Χριστού την συνόδευε σε κάθε βήμα της και σε κάθε εκδήλωση της ζωής της. Γι’ αυτό και στο πρόσωπο της Παναγίας κρίνεται και η ποιότητα της πίστης των Χριστιανών: τυχόν αποδοχή της Παναγίας ως Κεχαριτωμένης και φανέρωσης του Ιησού Χριστού σημαίνει ορθή αποδοχή και Εκείνου. Τυχόν απόρριψη ή υποβάθμιση της Παναγίας σημαίνει ταυτοχρόνως και απόρριψη ή αλλοίωση της εικόνας και του Χριστού.

Ένα δεύτερο βασικό σημείο  είναι η αιτιολογία  του ύμνου για την υψηλή θέση που κατέχει η Παναγία και για τη μεγάλη χάρη με την οποία χαριτώθηκε: δι’ Αυτής ο Υιός του Θεού γίνεται άνθρωπος. Η Παναγία έγινε «τό ὄχημα δι’ ἧς κατέβη ὁ Θεός». Δάνεισε τη σάρκα της στον Υιό και Θεό της, οπότε η ανθρώπινη φύση του Χριστού έκτοτε φέρει και τη σφραγίδα της Παναχράντου Μητέρας Του. Με τον αρχαγγελικό χαιρετισμό πιο συγκεκριμένα ο Θεός γίνεται έμβρυο στη γαστέρα της Παναγίας - Θεός μάς σώζει σε όλες τις φάσεις της ζωής μας, κάτι που συνιστά και απάντηση στο τραγικό θέμα δυστυχώς των εκτρώσεων.  Με τη συνέργεια Εκείνης ο Θεός ακολουθεί την όλη διαδικασία της κύησης, συνέργεια που βασιζόταν ασφαλώς στην καθαρότητα της ζωής της. Η καθαρότητα και ψυχοσωματική αγνότητά της έγινε η θελκτική δύναμη που «μαγνήτισε» τη θεία αγάπη, που θα πει ότι στο πρόσωπο της νεαρής Κόρης Μαριάμ παρακολουθούμε τη συμμετοχή του ανθρώπου στην όλη διαδικασία της σωτηρίας που ενεργεί προς χάρη του ο Θεός. Κι εκείνο που επιβεβαιώνει ανθρώπινα την επιλογή του Θεού είναι η εν ταπεινώσει υπακοή της στην κλήση Του: «ἰδού ἡ δούλη Κυρίου γένοιτό μοι κατά τό ρῆμά Σου» (Λουκ. 1, 38).

Δεν συνειδητοποιούμε όσο πρέπει την απάντηση της Θεοτόκου στο θείο κέλευσμα. Διότι μένουμε μόνο στην επιφάνεια κρίνοντας τα πράγματα εκ των υστέρων. «Μα ήταν μεγάλη τιμή να την καλέσει ο Θεός. Τι άλλο θα μπορούσε να κάνει;» Αλλ’ αυτό το λέμε, διότι γνωρίζουμε την περαιτέρω εξέλιξη των πραγμάτων: το Πάθος αλλά και την Ανάσταση του Χριστού την παντοδυναμία των θαυμάτων Του. Την ώρα εκείνη όμως του Ευαγγελισμού η Παναγία βρίσκεται μόνη αντιμέτωπη με κάτι άγνωστο. Καλείται να πει το  ν α ι  σε ένα γεγονός που της ετοίμαζε τη διαπόμπευσή της και ίσως, το πιθανότερο, και την απώλεια της ίδιας της ζωής της. Διότι ανύπαντρη κοπέλα να βρεθεί έγκυος στα χρόνια εκείνα σήμαινε τον λιθοβολισμό της. Η Παναγία όμως – γι’ αυτό και είναι Παναγία – δεν διστάζει. Αφού μαθαίνει ότι είναι κλήση Θεού, υποτάσσεται στο θέλημα Εκείνου γνωρίζοντας ότι το τίμημα μπορεί να είναι και ο θάνατος. Μα δεν την νοιάζει. Εκείνο που την ενδιαφέρει είναι η υπακοή στο θεϊκό θέλημα. Αποκαλύπτεται λοιπόν και μάρτυρας η Παναγία. Αν όχι σωματικά, μάρτυρας ωστόσο «τῇ συνειδήσει». Καθαρή λοιπόν στην ψυχή η Παναγία και με μαρτυρικό φρόνημα γίνεται η μητέρα του Θεού!

Ένα τρίτο σημείο: φανερώνεται με τον ερχομό του Θεού στον κόσμο το προαιώνιο μυστήριο. Ο Ευαγγελισμός αποτελεί εκπλήρωση προαιώνιας βουλής του Θεού για τη σωτηρία του κόσμου. Ο Θεός, διδάσκουν πολλοί Πατέρες της Εκκλησίας μας, θα ερχόταν στον κόσμο ως άνθρωπος ανεξάρτητα και από την πτώση του ανθρώπου στην αμαρτία. Ο άγιος Μάξιμος ο ομολογητής για παράδειγμα σημειώνει ότι η σάρκωση του Χριστού, απαρχή της οποίας είναι ο Ευαγγελισμός, αποτελεί την τελευταία φάση της δημιουργίας του ανθρώπου. Ο Θεός δηλαδή οπωσδήποτε θα ερχόταν στον κόσμο για να ωθήσει αποφασιστικά τον άνθρωπο στην επίτευξη του απαρχής τεθειμένου σκοπού του: το «καθ’ ὁμοίωσιν». Κι ακόμη: ο Ευαγγελισμός ήδη είχε προαναγγελθεί στην Παλαιά Διαθήκη με το λεγόμενο Πρωτευαγγέλιο. Στο Πρωτευαγγέλιο, την υπόσχεση δηλαδή του Θεού στους πρωτοπλάστους μετά την αμαρτία τους ότι ο απόγονος της γυναίκας θα συντρίψει τον διάβολο, βλέπει η Εκκλησία μας την προφητεία του Ευαγγελισμού. Διότι στον Ευαγγελισμό έχουμε τη γυναίκα που γεννά Εκείνον που συντρίβει τον διάβολο. Στη δημιουργία ήδη του ανθρώπου έχουμε τις απαρχές του Ευαγγελισμού.

Ένα τέταρτο σημείο: όχι μόνο φανερώνεται το προαιώνιο μυστήριο, αλλ’ ακριβώς αυτό συνιστά και την ανακεφαλαίωση της σωτηρίας του ανθρώπου. Τι σημαίνει ανακεφαλαίωση; Επανένταξη του ανθρώπου και πάλι στο σχέδιο του Θεού. Η αμαρτία που διέσπασε τον άνθρωπο και τον εκτρόχιασε από την ορθή πορεία της ζωής του, εξαφανίζεται και καταπατείται. Διά του Χριστού που σαρκώνεται στην Παναγία η αμαρτία αίρεται και η θύρα του Παραδείσου και πάλι ανοίγεται. Ο άνθρωπος βιώνει στο πρόσωπο του Χριστού τη σωτηρία του: να συναντηθεί πραγματικά και πάλι με τον Θεό.

Κι όλα αυτά, πέμπτο σημείο, πραγματοποιούνται σήμερον. Ενώ όλα όσα αναφέρθηκαν βιώθηκαν στο παρελθόν, εντούτοις δεν χάνουν τίποτε και από τη σύγχρονη επικαιρότητα. Το παρελθόν, ο ερχομός του Χριστού, η σύλληψή Του στο πανάγιο σώμα της Θεοτόκου, βιώνεται στην Εκκλησία μας και ως παρόν. Λόγω της διαρκούς παρουσίας του Αγίου Πνεύματος. Το Άγιον Πνεύμα, ο ίδιος δηλαδή ο Θεός, διαιωνίζει τα σωτηριώδη γεγονότα του παρελθόντος και τα προχέει στο εκάστοτε παρόν. Πρόκειται για τον λεγόμενο λειτουργικό χρόνο, για τον οποίο μιλάνε οι θεολόγοι της Εκκλησίας.

Κι αυτό σημαίνει: αφού το σωτηριώδες παρελθόν εν Χριστώ, όπως ο Ευαγγελισμός, γίνεται κάθε φορά παρόν, άρα το μόνο που και εμείς χρειαζόμαστε για να το κάνουμε δικό μας γεγονός και να νιώσουμε τη δυναμική του, είναι η πίστη μας: η ανεπιφύλακτη παράθεση της ζωής μας στα χέρια Εκείνου και τις υποσχέσεις Του. Μία τέτοια αληθινή πίστη θα μας κάνει να δούμε και τον δικό μας εαυτό μέσα στον Ευαγγελισμό της Παναγίας, δηλαδή να νιώσουμε σαρκωμένο και σε εμάς τον ίδιο τον Θεό μας!

Τρίτη 24 Μαρτίου 2026

ΤΡΑΥΜΑΤΙΣΜΕΝΗ ΚΑΙ ΤΑΠΕΙΝΩΜΕΝΗ Η ΨΥΧΗ ΜΟΥ!

 

ΤΡΙΤΗ Ε΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

«Τήν τετραυματισμένην μου ψυχήν καί τεταπεινωμένην ἐπίσκεψαι, Κύριε, ἰατρέ τῶν νοσούντων καί τῶν ἀπηλπισμένων λιμήν ἀχείμαστε˙ σύ γάρ εἶ ὁ ἐλθών Λυτρωτής τοῦ Κόσμου ἐγεῖραι ἐκ φθορᾶς τόν παραπεσόντα˙ κἀμέ προσπίπτοντα ἀνάστησον, διά τό μέγα σου ἔλεος» (απόστιχα Αίνων Τριωδίου, ήχος βαρύς).

(Επισκέψου, Κύριε, την τραυματισμένη και ταπεινωμένη ψυχή μου, Συ που είσαι ο ιατρός των νοσούντων και ο γαλήνιος λιμένας των απελπισμένων. Διότι Εσύ ήλθες ως Λυτρωτής του κόσμου για να σηκώσεις από τη φθορά τον άνθρωπο που ξέπεσε. Ανάστησε κι εμένα που πέφτω στις αμαρτίες καθημερινά λόγω του μεγάλου ελέους Σου).

Μέσα σε κλίμα θερμότατης και ζέουσας μετάνοιας ο άγιος υμνογράφος – σε άλλο σημείο (ωδή θ΄) θα πει ακριβώς να προσέλθουμε στο Πυρ του Θεού για να καταφλέξουμε τα πάθη μας «θερμοτάτῳ λογισμῷ τῆς μετανοίας» - βλέπει τον εαυτό του στη θέση του ανθρώπου, από τη γνωστή παραβολή του Καλού Σαμαρείτου, ο οποίος κατεβαίνοντας από τα Ιεροσόλυμα στην Ιεριχώ περιέπεσε σε ενέδρα ληστών και κινδύνεψε να πεθάνει. Κι ενώ τον προσπέρασαν αδιάφορα δύο θρησκευτικοί άνθρωποι του Ισραήλ, βρέθηκε ένας (μη πιστός θεωρούμενος) Σαμαρείτης που όχι ενδιαφέρθηκε για τον ημιθανή άνθρωπο, αλλά αφιέρωσε όσο μπορούσε τον εαυτό του – τον χρόνο του, την άνεσή του, τα χρήματά του – προκειμένου να βρει και πάλι την υγεία του ο τραυματισμένος.

Ο εκκλησιαστικός ποιητής κινείται με την καθιερωμένη ερμηνεία της παραβολής από την Παράδοση των Πατέρων της Εκκλησίας: ο ταλαίπωρος άνθρωπος είναι γενικά ο άνθρωπος του κόσμου τούτου διαχρονικά και όπου γης, ο οποίος έπεσε στην παγίδα των ληστών δαιμόνων και έκτοτε στις παγίδες των παθών της αμαρτίας, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί και να ταπεινωθεί σ’ έναν κόσμο πια εχθρικό προς αυτόν, κυριολεκτικά χαμένος και σχεδόν νεκρός! Ο Καλός Σαμαρείτης είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός, ο ενανθρωπήσας Θεός, ο Οποίος ακριβώς ήλθε στον κόσμο ως ο μοναδικός Λυτρωτής και ως ο απόλυτος Ιατρός των ψυχών και των σωμάτων, ώστε να θεραπεύσει τον άνθρωπο και να τον αποκαταστήσει υγιή, δεδομένου ότι δεν υπήρχε περιθώριο θεραπείας από οπουδήποτε αλλού.

Τραυματισμένος λοιπόν και ταπεινωμένος από την αμαρτία ο άγιος υμνογράφος και κάθε άνθρωπος – «μέγα τραῦμα» χαρακτηρίζει μάλιστα η πίστη μας τον άνθρωπο τον πεσμένο στην αμαρτία. Αλλά ενώ κάθε άνθρωπος βρίσκεται στην κατάσταση αυτή, δεν έχουν τα μάτια όλοι να δουν την κατάντια και τις όζουσες πληγές ώστε να αντιδράσουν και σωστά. Μάτια που βλέπουν έχουν μόνο οι πιστοί στον Χριστό, οι άνθρωποι της Εκκλησίας. Και σαν τον άγιο υμνογράφο προσφεύγουν στον μόνο Ιατρό, τον Κύριο Ιησού Χριστό, για να Του προσφέρουν ακριβώς τις πληγές τους. Εδώ βρίσκεται το μεγαλείο της πίστης μας: δεν μας αντιμετωπίζει «τυφλά» και ανελέητα, ζητώντας μας πράγματα που υπερβαίνουν τις δυνάμεις μας. Ο Θεός μας γνωρίζει την πτώση μας, έχει πλήρη επίγνωση της αδυναμίας μας, παρ’ όλα αυτά μάς αγαπά και μάλιστα υπέρμετρα. Γιατί είναι η πηγή του Ελέους και της Αγάπης, όπως το σημειώνει ο απόστολος Παύλος: «ὄντων ἡμῶν ἁμαρτωλῶν, Χριστός ὑπέρ ἡμῶν ἀπέθανεν». Μας αγάπησε ο Θεός και πέθανε για χάρη μας, όταν ήμασταν βουτηγμένοι μέσα στις αμαρτίες μας.

Λοιπόν, η χαρά Του είναι ακριβώς αυτή: να αποδεχτούμε τη θεραπευτική αγάπη Του, προσφέροντάς Του το μόνο που μπορούμε: τις πληγές και τα βάσανά μας λόγω της αμαρτίας μας. Ό,τι συνέβη και με τον άγιο Ιερώνυμο, ο οποίος Χριστούγεννα ευρισκόμενος στο σπήλαιο της Βηθλεέμ, έκλαιγε από ευγνωμοσύνη προς τον Θεό του, αναλογιζόμενος τις άπειρες ευεργεσίες Του προς αυτόν και τον κόσμο όλο. Και στη με δάκρυα προσευχή του τι να Του προσφέρει ως δώρο άκουσε τη φωνή Του: «Ιερώνυμε, τις αμαρτίες σου δώσε μου. Αυτό θα είναι το μεγαλύτερο δώρο σου σε Μένα». Πρόκειται για τη βεβαίωση του ίδιου του Κυρίου που αποκαλύπτει ότι «χαρά γίνεται ἐν Οὐρανῷ ἐπί ἑνί ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι». Βλέπει δηλαδή κανείς τις αμαρτίες του, συναισθάνεται την κατάντια του και με ελπίδα προσφεύγει στην απειρία της αγάπης του Χριστού μας εν μετανοία; Τότε προκαλεί τη μεγαλύτερη χαρά σε όλον τον Ουρανό.

Η εμπειρία του κάθε εν επιγνώσει πιστού στην Εκκλησία, από τον καθημερινό πνευματικό του αγώνα με τις πτώσεις αλλά και με τη μετάνοιά του, όπως και από το μυστήριο της εξομολογήσεως, νομίζουμε ότι επιβεβαιώνει τον λόγο του υμνογράφου μας.

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2026

ΞΕΡΟΥΜΕ ΤΟ «ΠΑΤΕΡ ΗΜΩΝ»;

(Κύρια σημεία ομιλίας στις Πυλές Καρπάθου, την 15η Μαρτίου 2026, Κυριακή Γ΄ Νηστειών, της Σταυροπροσκυνήσεως). 

1. Δεν εννοούμε ότι δεν ξέρουμε να το απαγγέλλουμε, (μολονότι και σ’ αυτό κάνουμε πολύ συχνά λάθη - θυμάται κανείς αυτό που αναφέρει εν προκειμένω η γνωστή λογοτέχνις Διδώ Σωτηρίου στο έργο της «Ματωμένα Χώματα», για ένα παιδί, το οποίο ομολογεί με ειλικρίνεια: «Δεν καταλάβαινα γρυ απ' ό,τι έλεγε τούτη η προσευχή (το "πάτερ ημών") και μια μέρα είπα στη μάνα μου: το Πατ', μπρε μάνα, ξέρω τι θα πει, μα εκείνο το ερημών με μπερδεύει"!), αλλά το απαγγέλλουμε χωρίς συχνά να καταλαβαίνουμε τι λέμε ή χωρίς να διεισδύουμε στο βάθος των λέξεων της σπουδαιότερης προσευχής που υπάρχει στην Εκκλησία. Γι’ αυτό και όχι απλώς είναι σημαντικό αλλά κυριολεκτικά είναι ό,τι πιο αναγκαίο να μάθουμε την προσευχή αυτήν, που χαρακτηρίζεται ως Κυριακή προσευχή και που αποτελεί τη βάση για όλες τις άλλες προσευχές της Εκκλησίας.

2. α. Πριν σχολιάσουμε λίγο τα αιτήματα της προσευχής αυτής θα πούμε δυο λόγια εισαγωγικά. Γιατί λέγεται «Κυριακή προσευχή», γιατί έχει τόση σπουδαιότητα, ποιος μπορεί να την απαγγέλλει, πού και πότε μπορούμε να τη λέμε, πώς κυρίως να τη λέμε.

- «Κυριακή» λέγεται όχι βεβαίως γιατί απαγγέλλεται ημέρα Κυριακή, αλλά γιατί τη δίδαξε ο ίδιος ο Κύριος. Εκείνος είπε στους μαθητές Του, όταν Τον παρακάλεσαν κάποια στιγμή να τους μάθει να προσεύχονται – «δίδαξον ημάς προσεύχεσθαι» - πώς πρέπει να απευθύνονται στον Ουράνιο Πατέρα. «Ούτως υμάς προσεύχεσθαι», έτσι να προσεύχεσθε. Γι’ αυτό είπαμε ότι θεωρήθηκε η προσευχή ως η βάση όλων των προσευχών, τόσο που αν δούμε κάθε εκκλησιαστική προσευχή θα διαπιστώσουμε ότι τελικώς η αναφορά της είναι ακριβώς η Κυριακή αυτή προσευχή. Και πρέπει να σημειώσουμε ότι γενικώς η προσευχή αν δεν είναι διδακτή Θεού, δηλαδή αν δεν την έχει διδάξει ο Θεός, δεν μπορεί να θεωρηθεί αληθινή προσευχή. Εκπίπτει στη «βαττολογία» που χαρακτήρισε ο Ίδιος, δηλαδή σε λόγια άνευ ουσίας και σημασίας που κρούουν απλώς τον αέρα. Κι αυτό σημαίνει ότι δεν έχει σημασία απλώς κανείς να προσεύχεται, αλλά να προσεύχεται σωστά. Διότι και ο Φαρισαίος της γνωστής παραβολής προσευχήθηκε, αλλά όχι μόνον δεν δικαιώθηκε, αλλά και κατακρίθηκε. Προσευχήθηκε και έγινε χειρότερος – αύξησε τις αμαρτίες του.

Οπότε καταλαβαίνουμε αυτό που λέει η Αγία Γραφή: «Ο Θεός δίνει προσευχή στον προσευχόμενο», όπως και του Αποστόλου Παύλου: «το γαρ τι προσευξόμεθα καθό δει ουκ οίδαμεν, αλλ’ αυτό το Πνεύμα υπερεντυγχάνει υπέρ ημών στεναγμοίς αλαλήτοις» (Ρωμ. 8) (Εμείς δεν ξέρουμε ούτε τι ούτε πώς να προσευχηθούμε. Το Πνεύμα όμως μεσιτεύει το ίδιο στον Θεό για μας με στεναγμούς που δεν μπορούν να εκφραστούν με λέξεις). Και αλλού: «Αλλ’ ελάβετε Πνεύμα υιοθεσίας, εν ω κράζομεν αββά ο Πατήρ» (Λάβατε Πνεύμα που μας δίνει το θάρρος σαν παιδιά του Θεού να Του λέμε: Αββά, Πατέρα μου!) Κι αυτό σημαίνει ότι ο Ιησούς Χριστός ως ο ενανθρωπήσας Θεός είναι ο Μόνος που μπορεί να διδάξει την προσευχή: Ως άσαρκος πριν τον ερχομό Του στον κόσμο διά του Πνεύματός Του που καθοδηγεί τους προφήτες, ως σαρκωμένος ο Ίδιος που μυεί τους μαθητές Του, ως αποστολέας έπειτα του Αγίου Πνεύματος μετά την Πεντηκοστή, την περίοδο της Εκκλησίας, που φωτίζει κάθε πιστό μέλος Του. Ο (Τριαδιακός) Θεός δηλαδή καθοδηγεί τους πιστούς στο πώς πρέπει να τοποθετούνται απέναντί Του.

- Από την άποψη αυτή το «Πάτερ ημών» δεν μπορεί να το πει ο οιοσδήποτε παρά μόνον ο πιστός στον Χριστό, δηλαδή το βαπτισμένο και χρισμένο μέλος της Εκκλησίας που έγινε διά του Χριστού παιδί του Θεού – μόλις προηγουμένως είπαμε ότι «ελάβομεν πνεύμα υιοθεσίας», ό,τι δηλαδή ο άγιος Ιωάννης ο θεολόγος έχει επισημάνει: «όσοι έλαβον Αυτόν έδωκεν αυτοίς εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι». Διότι ακριβώς απαιτείται η ξεχωριστή ενέργεια του Θεού που θα ανοίξει τα πνευματικά μάτια του ανθρώπου για να σταθεί απέναντι στον αληθινό Θεό ως πράγματι παιδί Του. Κι απόδειξη: ας κοιτάξουμε τι λένε για τον Θεό οι εκτός της χριστιανικής πίστεως άνθρωποι. Δεν μπορούν να αποδεχτούν τον Θεό ως Πατέρα. Εκλαμβάνουν την εικόνα αυτήν ως βλασφημία απέναντι στην παντοδυναμία Του, όπως για παράδειγμα οι Μουσουλμάνοι.

- Πού και πότε μπορούμε να λέμε την προσευχή αυτή, άρα και κάθε προσευχή; Παντού και πάντοτε, (διότι με τον Χριστό ως μέλη Του είμαστε αδιάκοπα ενωμένοι με τον  Θεό), ιδίως όμως εκεί που είναι συναγμένο το σώμα του Χριστού, οπότε και συνειδητοποιούμε στο έπακρο τη χαρισματική αυτήν πραγματικότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι κατεξοχήν καλούμαστε να πούμε την προσευχή αυτήν στη Θεία Λειτουργία και μάλιστα προς το τέλος της, όταν παρευρίσκονται μόνον οι βαπτισμένοι χριστιανοί που ετοιμάζονται μάλιστα να κοινωνήσουν των αχράντων μυστηρίων. «Και καταξίωσον ημάς, Δέσποτα...».

- Και πώς; «…μετά παρρησίας, ακατακρίτως, τολμάν επικαλείσθαι Σε τον επουράνιον Θεόν, Πατέρα και λέγειν: Πάτερ ημών…». Ο Χριστός μάς καθιστά ως μέλη Του αξίους να απευθυνόμαστε στον Θεό ως Πατέρα. Χωρίς Εκείνον είμαστε υπό την οργήν του Θεού ως ζώντες βλάσφημα. Γι’ αυτό και δι’ Αυτού αποκτούμε παρρησία, θάρρος δηλαδή. Ακατάκριτα: Να είμαστε συντονισμένοι μαζί Του μέσω της τηρήσεως των αγίων εντολών Του – να «συγγενεύουμε» λίγο μ’ Εκείνον (όσιος Παΐσιος). «Άνδρα αιμάτων και δόλιον βδελύσσεται Κύριος», «ακάθαρτος παρά Κυρίω πας παράνομος». «Πας ο παραβαίνων και μη μένων εν τη διδαχή του Κυρίου Θεόν ουκ έχει».

2. β. Επτά τα αιτήματα της Κυριακής προσευχής. Όχι τυχαία. Από την Π. Διαθήκη, αλλά και ευρύτερα, ο αριθμός επτά εθεωρείτο ως ο αριθμός της πληρότητας κι αυτό ακολουθεί και ο Κύριος.

«Πάτερ ημών»: Ο Θεός που μας αποκαλύπτει ο Χριστός – «Εκείνος εξηγήσατο» - δεν είναι το φόβητρο και ο τιμωρός, αλλά ο Πατέρας, διότι «εξ Αυτού και δι’ Αυτού και εις Αυτόν τα πάντα έκτισται», «Αυτός διδούς πάσι ζωήν και πνοήν και τα πάντα», «ο Ων». Κυρίως δε διότι «ο Θεός αγάπη εστί». Εκείνος λοιπόν είναι ο Πατέρας και εμείς τα παιδιά Του, όπως επίσης και οι άλλοι είναι τα αδέλφια μας. Δεν υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στους ανθρώπους: «ουκ έστιν δούλος ή ελεύθερος, άρσεν και θήλυ, Έλλην ή βάρβαρος. Πάντες εις εστέ εν Χριστώ Ιησού». Ο Θεός λοιπόν είναι ο κεντρικός άξονας της ζωής μας. Χωρίς Αυτόν ζωή δεν υφίσταται, γι’ αυτό και η σχέση μας είναι συνεχής. Άνθρωπος που θα ξεχαστεί πάνω στην πραγματικότητα αυτήν, αλλοιώνει τη ζωή του και οδηγείται σε ανισορροπία και σε «κόλαση» («νεκρός και χαμένος», κατά την παραβολή του ασώτου). Περαιτέρω αποτέλεσμα: διαγράφοντας τον Θεό διαγράφει και τον συνάνθρωπό του (με την έννοια της εχθρικής απέναντί του στάσεως: homo homini lupus), τη δε φύση ως λοιπή δημιουργία αδυνατεί να την δει μέσα στο φως του Θεού και την καταστρέφει χωρίς κανένα σεβασμό.

Και να ξανατονίσουμε ότι την αλήθεια αυτήν τη ζει μόνον ο χριστιανός, διότι αυτός έχει ανεωγμένους τους νοερούς οφθαλμούς για να δει και να ζει την πραγματικότητα αυτήν. «Όσοι έλαβον Αυτόν έδωκεν αυτοίς την εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι». Μπορεί δηλαδή όλοι οι άνθρωποι να είναι παιδιά του Θεού, αλλά χωρίς Χριστό δεν βλέπεις το βάθος της αλήθειας. Γι’ αυτό και τον Θεό Τον ζούμε ως Αγάπη. Είναι ο Πατέρας μας, ο Οποίος στέκει απέναντί μας με άπειρο σεβασμό, θυσιαζόμενος για εμάς και προσφέροντάς μας τα πάντα. «Ούτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον Υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν, ίνα πας ο πιστεύων εις Αυτόν μη απόληται αλλ’ έχη ζωήν αιώνιον». Και: «Ος γε (ο Θεός Πατέρας) του ιδίου Υιού ουκ εφείσατο και υπέρ ημών παρέδωκεν Αυτόν, πώς ουχί και συν Αυτώ τα πάντα ημίν χαρίσεται;» Ως Πατέρας μας λοιπόν που μας αγαπά δεν «μπορεί» να ζει χωρίς εμάς, αλλ’ ευρίσκεται αδιάκοπα σε προνοητική στάση απέναντί μας σε τέτοιο βαθμό που τίποτε απολύτως δεν έχουμε έξω από Εκείνον. «Και οι τρίχες της κεφαλής μας είναι αριθμημένες από Αυτόν». «Ει δε τον χόρτον του αγρού σήμερον όντα και αύριον εις κλίβανον βαλλόμενον ο Θεός ούτως αμφιέννυσιν, πόσω μάλλον υμάς, ολιγόπιστοι;» Ο απόστολος Παύλος θα εκφράσει την αλήθεια αυτή μ’ έναν μοναδικό τρόπο: «Ο δε νυν ζω εν σαρκί, εν πίστει ζω τη του Υιού του Θεού, του αγαπήσαντός με και παραδόντος εαυτόν υπέρ εμού». Κι αλλού, για να δείξει την ουσιαστική σχέση που έχουμε με τον Χριστό λόγω της δωρεάς της αγάπης Του σημειώνει: «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε» - Ντυμένοι τον Χριστό, άρα περικλείοντας τους πάντες και τα πάντα, σαν την Παναγία που «βαστάζει τον βαστάζοντα πάντα» και γι’ αυτό «Πλατυτέρα». Κι αυτή η σχέση μας με τον Χριστό εξηγεί τη σχέση μας με τον Θεό που είναι σχέση τέκνου προς Πατέρα. Ο Χριστός ο μονογενής φύσει Υιός του Θεού, εμείς χάριτι υιοί Θεού λόγω της ενσωματώσεώς μας σ’ Εκείνον διά του αγίου βαπτίσματος. «Πρωτότοκος εν πολλοίς αδελφοίς».

 - «ο εν τοις ουρανοίς». Όχι με τοπική έννοια, αλλά με πνευματική: ο απόλυτα καθαρός, μακριά από κάθε αμαρτία. Διότι «πάντα απέχει του Θεού, ου τόπω αλλά φύσει» (άγιος Μάξιμος).

- «αγιασθήτω το όνομά Σου». Θα το εξηγήσουμε αντίστροφα: πότε βλασφημούμε τον Θεό; Όταν λέμε λόγια εναντίον Του, κυρίως όμως όταν ζούμε με τρόπο μη αποδεκτό από Αυτόν, δηλαδή αμαρτωλά. «Δι’ υμάς βλασφημείται το όνομά μου εν τοις έθνεσι». Λοιπόν: αγιάζεται το όνομα του Θεού από τους πιστούς, όταν αφενός ονοματίζουν και επικαλούνται Αυτόν με απόλυτο σεβασμό και αγάπη, (διότι «ου λήψει το όνομα Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω»), αφετέρου όταν ζουν με τρόπο που χαίρεται ο Κύριος. Και χαίρεται όταν μας βλέπει να ζούμε με μετάνοια – «χαρά γίνεται εν ουρανώ επί ενί αμαρτωλώ μετανοοούντι» - κύριο γνώρισμα της οποίας είναι η ταπείνωση. (Θυμόμαστε τον νεωστί διακηρυχθέντα άγιο Τύχωνα, πνευματικό του οσίου Παϊσίου, που έλεγε: Ο Θεός κάθε ημέρα ευλογεί τον κόσμο, μα όταν δει άνθρωπο ταπεινό, τον ευλογεί και με τα δυο Του χέρια). Ο αγώνας για μετάνοια ως διαρκής εν ταπεινώσει επιστροφή στον Θεό μάς καθιστά αγίους, δηλαδή «τόπους» φανέρωσής Του στον κόσμο. Αυτό δεν συμβαίνει αέναα και στους Ουρανούς με τους αγίους Αγγέλους; Το όραμα του προφήτη Ησαΐα, με τους αγγέλους ψάλλοντας τον τρισάγιο ύμνο, αποτελεί καίριο υπομνηματισμό του αιτήματος αυτού!

- «ελθέτω η βασιλεία Σου». Η βασιλεία του Θεού είναι ο ίδιος ο Κύριος, ο Οποίος την εισήγαγε στον κόσμο με τον ερχομό Του. «Μετανοείτε, ήγγικεν γαρ η βασιλεία των Ουρανών». Οπότε, Τον παρακαλούμε να μας καταστήσει αξίους να Τον ζούμε στην ύπαρξή μας, ψυχή τε και σώματι, κατά μόνας και εν κοινότητι. Η Εκκλησία ως σώμα Χριστού, άρα ως Εκείνος παρατεινόμενος εις τους αιώνας είναι η επί γης βασιλεία Του. Και πρόκειται εννοείται για πνευματική πραγματικότητα, διότι κατά τον λόγο του Ίδιου «η βασιλεία του Θεού ουκ έρχεται μετά παρατηρήσεως. Ουκ έστιν ώδε ή ώδε. Ιδού η βασιλεία του Θεού εντός υμών εστι». Ο κάθε χριστιανός δηλαδή είναι και μία φανέρωση της βασιλείας του Θεού, ένας άλλος Χριστός «εν ετέρα μορφή». «Χριστιανός εστι μίμημα Χριστού» (όσιος Ιωάννης της Κλίμακος).

Μόνον που απαιτείται στον κόσμο τούτο, έστω και βαπτισμένοι, δηλαδή με τις δυνάμεις του Χριστού, να αγωνιζόμαστε προς επιβεβαίωση της αλήθειας αυτής, διότι ακόμη λειτουργούν τα πάθη και το αμαρτωλό φρόνημά μας, ακόμη μας επηρεάζει ο πεσμένος στην αμαρτία κόσμος, ακόμη «ο διάβολος ως λέων ωρυόμενος περιπατεί ζητών τίνα καταπίη». Γι’ αυτό και ο Κύριος είπε ότι είναι δύσκολος και στενός ο δρόμος της βασιλείας του Θεού, γι’ αυτό επίσης απεκάλυψε ότι «η βασιλεία του Θεού βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν». Ο άγιος είναι ο «βιαστής», με την έννοια ακριβώς ότι ασκεί βία πάνω στον εαυτό του, προκειμένου τις αμαρτωλές ροπές και τάσεις του να τις μεταστρέφει σε ένθεες ροπές και επιθυμίες. Κι αυτός ο αγώνας συνιστά και το περιεχόμενο της πνευματικής ζωής. Γιατί η Εκκλησία μας χαρακτηρίζει την πνευματική ζωή ως ζωή που χαρακτηρίζεται ως «στάδιον αρετών», τον δε χριστιανό ως «αθλητή»; «Οι βουλόμενοι αθλήσαι» ακούσαμε ήδη απαρχής της Σαρακοστής. Κι ο αγώνας αυτός απαιτεί την κάθαρση της καρδιάς από ό,τι βρόμικο και εμπαθές, αφού κατά τον Κύριο «εκ της καρδίας εξέρχονται διαλογισμοί πονηροί, βλασφημίαι, ακαθαρσίαι, φόνοι, μοιχείαι» και ό,τι άλλο ακατανόμαστο. Ο Ίδιος μάλιστα το ανέφερε ξεκάθαρα: «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται». Θες να δεις τον Θεό, δηλαδή να Τον ζήσεις στην ύπαρξή σου, όπως για τον σκοπό αυτόν είσαι κλημένος; Καθάρισε την καρδιά σου. Και πώς καθαρίζεται η καρδιά; Με την τήρηση των αγίων εντολών του Θεού.

- «Γενηθήτω το θέλημά Σου ως εν ουρανώ και επί της γης». Όλος ο αγώνας ο πνευματικός είναι πώς να φύγουμε από το δικό μας αμαρτωλό θέλημα, τον εγωισμό μας, και να βρισκόμαστε στο θέλημα του Θεού, δηλαδή την εν πίστει αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Κι αυτό συνιστά την προτεραιότητα του χριστιανού, κυριολεκτικά το «φαγητό» του! Και μη μας παρεξενεύει τούτο, γιατί ο ίδιος ο Κύριος μας το απεκάλυψε. Στην προτροπή των μαθητών Του κάποια στιγμή να γευτεί φαγητό, απάντησε: «Εμόν βρώμα εστίν ίνα ποιώ το θέλημα του πέμψαντός με Πατρός». Κάνει το θέλημα του Θεού και αυτό Τον τρέφει και σωματικά. Μα το ίδιο απεκάλυψε και για εμάς τους ανθρώπους: «Εργάζεσθε μη την βρώσιν την απολλυμένην αλλά την βρώσιν την μένουσαν εις ζωήν αιώνιον». Και στην ερώτηση των Ιουδαίων «τι ποιώμεν ίνα εργαζώμεθα τα έργα του Θεού;» ξεκαθάρισε: «Τούτο εστί το έργον του Θεού, ίνα πιστεύσητε εις Ον απέστειλεν Εκείνος». Στρέφεσαι δηλαδή στον Χριστό τηρώντας το άγιο θέλημά Του; Εκείνην την ώρα η χάρη Του εγκαθίσταται στην ύπαρξή σου και σε τρέφει και ψυχικά και σωματικά. «Ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος, αλλ’ επί παντί ρήματι εκπορευομένω διά στόματος Θεού».

Η επιλογή του θελήματος του Θεού στη ζωή μας δεν γίνεται «αλά καρτ» που λέμε, περιοδικά και με διαλείμματα. Διότι «ο μη ων μετ’ εμού κατ’ εμού εστι» είπε ο Κύριος. Ο χριστιανός βρίσκεται αδιάκοπα στην πορεία αυτή, όπως το ζήτησε άλλωστε ο ίδιος ο Χριστός: «όστις θέλει οπίσω μου ελθείν απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι». Ακολουθούμε τον Χριστό σημαίνει σταυρώνουμε διαρκώς την αμαρτία και τον εγωισμό μας, με αποτέλεσμα να χριστοποιούμαστε και να θεοποιούμαστε. Εκείνος το υποσχέθηκε: «τηρήστε τις εντολές μου και θα σας φανερωθώ μέσα σας. Θα έλθω εν Πνεύματι με τον Πατέρα και θα σας κάνω μοναστήρι μας». Είναι μία αλήθεια που ξεχνάμε και γι’ αυτό μόνοι μας δυσκολεύουμε την πνευματική και όχι μόνο ζωή μας. Δηλαδή την ώρα που με δυσκολία ίσως αφήνουμε την αμαρτία μας, εκείνη την ώρα ενεργοποιείται η χάρη του αγίου βαπτίσματός μας και γινόμαστε Χριστός επί γης. «Ο τηρών τας εντολάς του Θεού, εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν Αυτώ».

Κι αυτή η πραγματικότητα δίνει την απάντηση και στην όποια ένσταση των ανθρώπων εκτός της Εκκλησίας ή και των αθέων και αγνωστικιστών: «Πού είναι ο Θεός; Γιατί δεν φανερώνεται;» Μα Εκείνος το εξήγησε και έκτοτε αυτό επιβεβαιώνεται από κάθε άγιο της Εκκλησίας: την ώρα που θα κινητοποιήσω τον εαυτό μου προς τήρηση των εντολών του Θεού, τότε μου φανερώνεται. Δηλαδή δεν μπορούμε να παίζουμε με τον Θεό, αντιμετωπίζοντάς Τον ως το «τζίνι»(!) που θα το χρησιμοποιούμε για την περιέργεια ή τις ανάγκες μας. (Ό,τι έκανε και ο βασιλιάς Ηρώδης που έφερε τον Χριστό ενώπιόν του για να του «κάνει» ο Χριστός κάποιες θαυματουργίες! – Πρβλ. Λουκ. 23, 6-12).

Κι από την άλλη, η πραγματικότητα αυτή δίνει τη λύση και σε όποια ψυχολογικά προβλήματα αναπτύσσονται στη ζωή μας. Διότι ο Χριστός βλέπουμε δεν μας αφήνει να «ανακυκλώνουμε» τους λογισμούς μας και τις ανοησίες και τις ακαθαρσίες της ζωής μας, γεγονός που μας ταλαιπωρεί και ψυχολογικά αλλά και σωματικά. Μας παίρνει με τη χάρη Του, όταν δει ότι θέλουμε να συνεργαστούμε μαζί Του, και μας απεμπλέκει από ό,τι αρνητικό παρουσιάζουμε. Πάντοτε κοιτώντας μπροστά με τρόπο αποφασιστικό, κατά την εντολή «γίνου πιστός άχρι θανάτου». «Τοις έμπροσθεν επεκτεινόμενοι, των δε όπισθεν επιλανθανόμενοι» (απόστολος Παύλος).

Και τι μας λέει η προσευχή; Να γίνεται το θέλημα του Θεού όπως στον ουρανό. Δηλαδή ό,τι κάνουν οι άγιοι άγγελοι. Οι άγιοι άγγελοι το μόνο που κάνουν είναι να δοξολογούν τον Θεό και να βρίσκονται σε απόλυτη ετοιμότητα υπακοής στο θέλημα Εκείνου. Έλεγε ένας σύγχρονος άγιος: «Όλες οι χιλιάδες άγγελοι στον Ουρανό ένα μόνο θέλημα έχουν, το θέλημα του Θεού. Και όλοι οι άνθρωποι στη γη έχουν ο καθένας το δικό του θέλημα». Μα το θέλημα του Θεού είναι η ευεργεσία και η χαρά, ενώ το θέλημα του ανθρώπου είναι η καταδίκη του. Το είδαμε και με τον πρώτον άγγελο, τον εωσφόρο. Όσο υπήκουε στον Θεό, χαιρόταν κυριολεκτικά θεϊκά. Ευθύς ως στράφηκε στο δικό του, κάτι που συνιστά μυστήριο, ξέπεσε και έγινε το δυστυχέστερο όλων των όντων. Το ίδιο συμβαίνει και εμάς.

«Τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον»: Πρόκειται πρώτιστα για τον άρτον τον εκ του Ουρανού καταβάντα, τον Ιησού Χριστό, δηλαδή το σώμα και το αίμα Του που μας τρέφει στη Θεία Ευχαριστία. Οι πρώτοι χριστιανοί έτσι το κατανοούσαν και γι’ αυτό κοινωνούσαν καθημερινά – κάτι που αποτελεί όραμα και για εμάς, εφόσον ζούμε αγία ζωή σαν τους πρώτους χριστιανούς. Μα, επίσης, μας δίνει και την επίγεια όραση: να αγωνιζόμαστε για την καθημερινότητά μας χωρίς να προσβλέπουμε «αιώνια» σ’ αυτήν. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Κύριος μας προσγειώνει λέγοντάς μας «μη μεριμνήσητε εις την αύριον, η γαρ αύριον μεριμνήσει τα εαυτής. Αρκετόν τη ημέρα η κακία αυτής». Δηλαδή, βεβαίως απαιτείται ως άνθρωποι να προγραμματίζουμε, όχι όμως να χάνουμε τις προτεραιότητές μας. Κι αυτές είναι η βασιλεία του Θεού, δηλαδή η ζωντανή σχέση μας καθημερινά με Εκείνον. Το «σήμερον» πρέπει πάντα να μας προβληματίζει. «Σήμερον», αυτήν την ημέρα, αυτήν τη στιγμή να βρίσκομαι στο σημείο που πρέπει, δηλαδή στο άγιο θέλημα του Θεού. Και τότε καλύπτονται και όλα τα επίγεια. Το σημειώνει ο Κύριος: «ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοισύνην Αυτού και πάντα ταύτα (τα επίγεια) προστεθήσεται υμίν». Μας θυμίζει ό,τι συνέβη με τους Ισραηλίτες μετά την έξοδό τους από τη δουλεία της Αιγύπτου: δεν είχαν να φάνε και γόγγυζαν. Και προσευχήθηκε ο Μωυσής και ο Κύριος τους έδωσε το «μάννα» και «ορτύκια». Δεν έπρεπε όμως να τα μαζεύουν για τις επόμενες ημέρες, πέραν της συγκεκριμένης που τους τα έστελνε. Όσοι τα μάζευαν έβλεπαν ότι «σαπίζουν».

  Κι αυτό συνέβη για να τους δείχνει αδιάκοπα ο Κύριος ότι βρίσκεται μαζί τους και να εμπιστεύονται την πρόνοιά Του. (Και θυμόμαστε κι ένα περιστατικό έτσι από το Γεροντικό, κατά το οποίο ευρισκόμενοι ο Γέροντας και ο υποτακτικός στη Νεκρά Θάλασσα και μη έχοντας νερό να πιουν, παρεκάλεσε ο Γέροντας και ένα σημείο της Θάλασσας έγινε πόσιμο. Κι όταν ο νεαρός υποτακτικός πήγε να γεμίσει το ασκί του και για τις επόμενες ώρες, άκουσε τον Γέροντα να του το απαγορεύει λέγοντας: «Ο Θεός παιδί μου που μας έδωσε τώρα το νερό, ο Ίδιος θα μας δώσει και αργότερα».

- «Και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών». Εδώ βρισκόμαστε στη συγκεφαλαίωση όλης της πνευματικής ζωής: τη στάση έναντι του συνανθρώπου μας. «Από τον πλησίον εξαρτάται η ζωή και ο θάνατος» (Γεροντικό). Πρόκειται για την επιβεβαίωση ότι ο άνθρωπος όντως ανήκει στον Θεό που είναι Αγάπη. Γιατί η αγάπη εκφράζεται ως συγγνώμη και ως ανεξικακία. Χωρίς ανεξικακία ό,τι και να κάνουμε είναι ανούσιο και άχρηστο. Η συγγνώμη φανερώνει την ποιότητα του περιεχομένου της καρδιάς μας. «Μα, με έβλαψε και με αδίκησε» ακούγεται η ένσταση. «Αγαπάτε τους εχθρούς υμών, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς, ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς, προσεύχεσθε υπέρ των επηρεαζόντων και διωκόντων υμάς» ακούγεται η απάντηση του Κυρίου. Διότι το ζητούμενο δεν είναι να ικανοποιήσουμε τον τραυματισμένο και πληγωμένο εγωισμό μας, αλλά να τον θεραπεύσουμε και να παρηγορήσουμε τη βαθιά ύπαρξή μας. Και αυτό γίνεται μόνο με την τήρηση του θελήματος του Θεού, όπως το αναφέραμε και παραπάνω. «Τηρήστε τις εντολές μου και εγώ θα σας φανερωθώ και θα σας κάνω κατοικία μου». Η εκδικητικότητα και η ανταπόδοση λειτουργεί πάντοτε αρνητικά για εμάς: βαθαίνει το τραύμα μας και αυξάνει την αρρώστια του εγωισμού μας. Γι’ αυτό και ποτέ δεν αισθάνεται κανείς εντάξει όταν κινηθεί με τον αρνητικό τρόπο. Αντιθέτως: την ώρα που θα θελήσει κανείς να ξεπεράσει με τη δύναμη του Θεού την όποια αδικία και προσβολή του, εκείνην την ώρα ο γλυκασμός της χάρης του Θεού γεμίζει την καρδιά και την κάνει να χαίρεται και να «πετάει» κυριολεκτικά. Κι ίσως γι’ αυτόν τον λόγο να επιτρέπει ο Θεός και τους όποιους πειρασμούς στη ζωή μας. Για να μας δώσει την ευκαιρία και την αφορμή για να προχωρήσουμε πνευματικά, να ανέβουμε λίγο επίπεδο.

- «Και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν, αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού». Κι έρχεται ακριβώς το θέμα των πειρασμών. «Έπαρον τους πειρασμούς και ουδείς ο σωζόμενος» λέει το πατερικό λόγιο. Χωρίς τους πειρασμούς, τις δοκιμασίες, τις δυσκολίες, τις αρρώστιες, τους πόνους, ο άνθρωπος δεν προκόβει. Ο άγιος Ιάκωβος σημειώνει επ’ αυτού: «Πάσαν χαράν ηγήσασθε, αδελφοί μου, όταν πειρασμοίς περιπέσητε ποικίλοις, ειδότες ότι το δικίμιον υμών της πίστεως κατεργάζεται υπομονήν, η δε υπομονή έργον τέλειον εχέτω, ίνα ήτε τέλειοι εν μηδενί λειπόμενοι». Το ίδιο λέει και ο απόστολος Παύλος μιλώντας για τις θλίψεις: «η θλίψις υπομονήν κατεργάζεται, η δε υπομονή δοκιμήν, η δε δοκιμή ελπίδα, η δε ελπίς ου καταισχύνει, ότι η αγάπη του Θεού εκκέχυται εν ταις καρδίαις ημών διά Πνεύματος αγίου του δοθέντος ημίν» (Ρωμ. 5, 3-5).

Πώς λοιπόν ο Κύριος μας καλεί να προσευχόμαστε προς απαλλαγή των πειρασμών, αφού τόσο καλό πνευματικά μας προσφέρει; Δεν πρόκειται γι’ αυτούς τους πειρασμούς, τους εξωτερικούς λεγόμενους, αλλά τους εσωτερικούς, που μπορούν να μας οδηγήσουν σε απιστία και απώλεια του Θεού από τη ζωή μας. Σε πειρασμούς ψυχικούς που υποκρύπτουν το υπερήφανο φρόνημά μας και μας οδηγούν σε ψυχικό πνιγμό και σε μία αίσθηση κόλασης ήδη από τη ζωή αυτή. Αυτούς τους πειρασμούς, που προέρχονται από το εωσφορικό αυτό φρόνημα, ναι, πρέπει να παρακαλούμε τον Κύριο να μην τους επιτρέψει στη ζωή μας, που σημαίνει ότι χρειάζεται να αγωνιζόμαστε να είμαστε προσγειωμένοι στη ζωή μας με ταπεινό φρόνημα.

Ας ακούσουμε τον όσιο Ισαάκ τον Σύρο επ’ αυτού σ’ ένα συγκλονιστικό απόσπασμα λόγου του: «Μη φοβάσαι τους πειρασμούς, γιατί μέσ’ απ’ αυτούς βρίσκεις ό,τι αξίζει. Να προσεύχεσαι να μην εισέλθεις στους ψυχικούς πειρασμούς, για τους σωματικούς όμως να προετοιμάζεσαι μ’ όλη τη δύναμή σου, διότι χωρίς αυτούς δεν μπορείς να πλησιάσεις τον Θεό, καθώς μέσα σ’ αυτούς βρίσκεται η θεία ανάπαυση. Όποιος αποφεύγει τους πειρασμούς αποφεύγει την αρετή... Για ποιους πειρασμούς (λοιπόν) μας διατάζεις, Κύριε, να προσευχηθούμε να μην εισέλθουμε;

Προσευχήσου να μην εισέλθεις στους πειρασμούς σχετικά με την πίστη.

Προσευχήσου να μην εισέλθεις στους πειρασμούς της διανοητικής έπαρσης μαζί με τον δαίμονα της βλασφημίας και της υπερηφάνειας.

Προσευχήσου να μην επιτραπεί να εισέλθεις σε φανερό πειρασμό του διαβόλου λόγω των κακών σκέψεων, που έφερες στον νου σου, εξαιτίας των οποίων κι επιτράπηκε να σου συμβεί αυτό.

Προσευχήσου να μη φύγει από κοντά σου ο άγγελος της σωφροσύνης σου, για να μην πολεμηθείς με τον πυρωμένο πόλεμο της αμαρτίας και χωριστείς απ’ αυτόν.

Προσευχήσου να μην εισέλθεις σε πειρασμό ερεθισμού εναντίον κάποιου άλλου.

Προσευχήσου να μην εισέλθεις σε πειρασμό διψυχίας και δισταγμού, από τα οποία αναγκάζεται η ψυχή να μπει σε μεγάλο αγώνα…

Επίσης, να προσεύχεσαι να μην εισέλθεις στον φοβερό πειρασμό του διαβόλου λόγω της αλαζονείας σου, αλλά επειδή αγαπάς τον Θεό, για να σε βοηθήσει η δύναμη του Θεού και να νικήσει μαζί σου τους εχθρούς του.

Προσευχήσου να μην εισέλθεις σ’ αυτούς τους πειρασμούς λόγω της κακίας των λογισμών και των πράξεών σου, αλλά για να δοκιμαστεί η αγάπη σου προς τον Θεό και για να δοξαστεί η δύναμή του με την υπομονή σου» (Λόγος Γ΄, Περί των αισθήσεων).

 Όλους τους σωματικούς λοιπόν λεγόμενους πειρασμούς καλούμαστε να τους δούμε με «θετικό» βλέμμα, έστω κι αν μας ταλαιπωρούν και μας κάνουν να οδυνόμαστε. Άλλωστε στους πειρασμούς αυτούς που επιτρέπει ο Κύριος για μείζονα αγιασμό μας, έχουμε τον ίδιο, την Παναγία, τους αγίους συμπαραστάτες μας – ακούσαμε τον όσιο προηγουμένως. «Εν ω γαρ πέπονθεν αυτός πειρασθείς, δύναται και τοις πειραζομένοις βοηθήσαι» (απ. Παύλος). Ο Κύριος σε αντίστοιχους πειρασμούς μεγάλους που πήγε να αντιμετωπίσει ο απόστολος Πέτρος επενέβη και τους απέτρεψε. «Ο διάβολος θέλησε να σε ξετινάξει» είπε στον μαθητή Του, «αλλά εγώ παρακάλεσα τον Πατέρα να μη λείψει η πίστη σου». Και βεβαίως να μη ξεχνάμε, ακριβώς για τον λόγο αυτόν, ότι ο διάβολος απέναντί μας δεν είναι ανεξέλεγκτος – θα μας είχε «καθαρίσει» όλους διαφορετικά, ως «ανθρωποκτόνος». Η κάθε προσβολή του περνάει από την «έγκριση» του Κυρίου, οπότε κάθε τι που υφιστάμεθα είναι για το καλό μας, διότι συνιστά μία παιδαγωγία του για μείζονα όπως είπαμε αγιασμό μας.   

3. Ο άγιος Σωφρόνιος, όπως αποκαλύπτει στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του «Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστι», λέει πως στην έρημο του Αγίου Όρους ευρισκόμενος μετά την κοίμηση του Γέροντός του αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου, ξεκινούσε το «Πάτερ ημών» το εσπέρας και το τελείωνε τα... ξημερώματα της επόμενης ημέρας. Το ένα «Πάτερ ημών». Πρόκειται για συγκλονιστική φανέρωση της εμπειρίας ενός αγίου, πάνω στην οποία καλούμαστε να μετράμε κι εμείς τον εαυτό μας, όταν προσευχόμαστε. Ας φανταστούμε την εικόνα: Με σηκωμένα τα χέρια να απαγγέλλει την Κυριακή προσευχή, λέξη λέξη, με τέτοια ένταση και προσοχή, με τέτοιο βιωματικό τρόπο, ώστε η κάθε λέξη να «περνάει» από κάθε ίνα και κύτταρο της ψυχής και του σώματός του. Δεν κινείτο η γλώσσα του – γλώσσα του γινόταν όλη η ψυχοσωματική του ύπαρξη, όπως ίσως το εκφράζει ο μέγας προφητάναξ Δαυίδ στον 102 ψαλμό του: «Ευλόγει η ψυχή μου τον Κύριον, και πάντα τα εντός μου το όνομα το άγιον αυτού». 

Και λίγο μας βοηθάει να καταλάβουμε τη χαρισματική και υπερφυή αυτήν πραγματικότητα η ακολουθία της θείας μεταλήψεως, στο τμήμα της ευχαριστίας, όταν έχουμε ήδη κοινωνήσει των αχράντων μυστηρίων. Μία προσευχή, του αγίου Συμεών του Μεταφραστού, με έμμετρο τρόπο γραμμένη ώστε να την αποστηθίσουμε πιο εύκολα, λέει μεταξύ άλλων: «Ο δους τροφήν μοι σάρκα σην εκουσίως, ο πυρ υπάρχων  και φλέγων αναξίους, μη δη καταφλέξης με, μη Πλαστουργέ μου˙ μάλλον δίελθε προς μελών μου συνθέσεις, εις πάντα αρμούς, εις νεφρούς, εις καρδίαν˙ φλέξον δ’ ακάνθας των όλων μου πταισμάτων. Ψυχήν κάθαρον, αγίασον τας φρένας, τας ιγνύας στήριξον οστέοις άμα˙ αισθήσεων φώτισον απλήν πεντάδα…». Και σε πολύ ωραία απόδοση στη νεοελλληνική:

«Εσύ που μου έδωσες με τη θέλησή Σου τη σάρκα Σου για τροφή μου,

Που 'σαι φωτιά και καις τους αναξίους,

μη με κατακάψεις, Πλαστουργέ μου,

αλλά πέρνα μέσα απ' τις ενώσεις των μελών μου,

στις κλειδώσεις, τα νεφρά και την καρδιά μου.

Κάψε τ' αγκάθια όλων μου των παραπτωμάτων.

Καθάρισέ μου την ψυχή, αγίασε τον νου μου,

στήριξε τα πόδια μου κι όλα τα κόκκαλά μου·

φώτισε και τις πέντε αισθήσεις μου,

καθήλωσέ με ολόκληρο στον φόβο Σου.

Πάντα σκέπαζέ με, προστάτευε και φύλασσέ με

από κάθε έργο και λόγο ψυχοφθόρο.

Κράτα με αγνό και καθαρό κι οδήγησέ με·

ομόρφυνε, συνέτιζε και φώτιζέ με.

Ανάδειξέ με κατοικητήριο του Αγίου Σου Πνεύματος μόνο

κι όχι κατοικητήριο της αμαρτίας·

ώστε ως δικό Σου κατοικητήριο, αφού την θεία Κοινωνία θα 'χω λάβει,

σαν τη φωτιά να με αποφεύγει κάθε κακούργος και κάθε πάθος».

ΣΠΟΥΔΑΣΩΜΕΝ ΚΑΘΑΡΘΗΝΑΙ!

ΔΕΥΤΕΡΑ Ε΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

«Ὁ ὡραιότατος καιρός ἐφέστηκεν, ἡ ἀξιέπαινος ἡμέρα ἔλαμψε τῆς ἐγκρατείας, ἀδελφοί, σπουδάσωμεν καθαρθῆναι˙ ὅπως ἐποφθείημεν, καθαροί τῷ Ποιήσαντι, και τῆς ὡραιότητος αὐτοῦ ἐπιτύχωμεν, πρεσβείαις τῆς αὐτόν κυησάσης μόνης ἁγνῆς Θεομήτορος» (κάθισμα όρθρου Τριωδίου).

(Έφτασε ο πιο ωραίος και κατάλληλος πνευματικά καιρός, έλαμψε η αξιέπαινη ημέρα της εγκράτειας, αδελφοί. Ας σπεύσουμε να καθαρισθούμε ψυχικά. Με σκοπό και ευχόμενοι να φανούμε καθαροί στον Δημιουργό μας, και να φθάσουμε να δούμε την ωραιότητά Του, με τις πρεσβείες της μόνης αγνής Θεομήτορος που τον εγέννησε ως άνθρωπο).

Σύντομο σχόλιο στον μακαρισμό του Κυρίου «μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται» ο ύμνος, μάς υπενθυμίζει ότι όλος ο σκοπός της πνευματικής ασκητικής διαγωγής του χριστιανού, και όχι μόνον βεβαίως του μοναχού και ασκητή, είναι πώς να κοινωνήσει τον Θεό του, πώς να γίνει δηλαδή μέτοχος της θεοποιού ενέργειας του Τριαδικού Θεού: να κατοικήσει ο Θεός μέσα του, κάτι που με άλλες λέξεις ονομάζεται όραση Αυτού ή επίτευξη της ωραιότητάς Του. Κι είναι ιδιαιτέρως σημαντική η λέξη «ὡραιότης» που χρησιμοποιεί ο άγιος υμνογράφος μιλώντας για τον Δημιουργό μας Χριστό, διότι σ’ Αυτόν μόνο βρίσκεται η πηγή της ωραιότητας, με την έννοια της απόλυτης αγνότητας και καθαρότητας, συνεπώς με την έννοια του πληρώματος όλων των αγαθών και όλων των χαρίτων. Ωραίος δηλαδή για τη χριστιανική πίστη δεν είναι ο άνθρωπος που έχει απλώς όμορφα χαρακτηριστικά προσώπου και σώματος – αυτά είναι με σύντομη ημερομηνία λήξεως και μπορούν να αλλοιωθούν ανά πάσα στιγμή – αλλά ο άνθρωπος που ποθεί να μοιάσει στον Δημιουργό του και κινείται ψυχή τε και σώματι προς τα εκεί που είναι το Φώς Του. Οι άγιοι είναι οι ωραίοι και ώριμοι της ζωής αυτής.

Ποιος ο δρόμος, κατά τον Κύριο και τον εκκλησιαστικό ποιητή, για να φθάσει κανείς στο υπερμέγιστο αυτό ύψος θεοκοινωνίας; Ο αγώνας για κάθαρση της καρδιάς από ό,τι αμαρτωλό και εμπαθές την βρομίζει. Δεν είναι δυνατόν ο απόλυτα καθαρός Θεός να βρει τόπο κατοικίας σε μία καρδιά που πονηρεύεται, δηλαδή δεν είναι στραμμένη εντελώς προς τον Θεό και λειτουργεί με κριτήριο τον εγωισμό της. Και τι πρέπει συγκεκριμένα να κάνει ο άνθρωπος; Να σπεύδει, («σπουδάσωμεν»), εκεί που είναι η αγάπη Εκείνου με αντίστοιχο τρόπο πόθου και αγάπης προς Αυτόν. Κι αυτό σημαίνει σπουδή τήρησης των αγίων εντολών του Χριστού, διότι, όπως διαρκώς αποκαλύπτει ο λόγος του Θεού, μέσα στις εντολές και το θέλημα του Κυρίου «κρύβεται» ο Ίδιος. Αγωνιζόμενος λοιπόν ο πιστός να τηρεί τις εντολές του Θεού: την ταπεινή αγάπη πρώτιστα, καθαρίζει την καρδιά του, γεγονός που το καταλαβαίνει από την αίσθηση της σάρκωσης του Θεού μέσα του, ή αλλιώς όπως είπαμε από το άνοιγμα των πνευματικών οφθαλμών του για να θεάται την ωραιότητα του Κυρίου του ως μέτοχος και αυτός της ίδιας ωραιότητας.

Ο άγιος υμνογράφος συμπληρώνει: η Σαρακοστή είναι ο πιο κατάλληλος καιρός για τον πνευματικό αυτόν αγώνα, γιατί προβάλλει την αρετή της εγκράτειας, η οποία καθώς περιορίζει τον αισθητό και υλικό ορίζοντα της ζωής μας μάς οδηγεί εύκολα στον ορίζοντα του Θεού. Κι ακόμη: στον αγώνα αυτόν έχουμε βοηθό την Υπέρμαχο Στρατηγό, την ίδια τη Θεομήτορα, η οποία δεν έχει μεγαλύτερη χαρά από το να βλέπει τα πιστά παιδιά της να ακολουθούν τον Υιό και Θεό της. Δύσκολος ο αγώνας, αλλά η υπέροπλος δύναμις ακατανίκητη.