Τρίτη 12 Μαΐου 2026

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑΣ ΚΥΠΡΟΥ

«Αὐτός ὁ μέγας καί θαυμαστός Ἐπιφάνιος καταγόταν από τή χώρα τῆς Φοινίκης, από τίς πλησιόχωρες περιοχές τῆς Ἐλευθερουπόλεως, καί οἱ γονεῖς του ἦσαν γεωργοί. Ἀνατράφηκε σέ μικρή οἰκία, τέτοια πού εἶχαν φτωχοί καί γεωργοί ἄνθρωποι, ὁ ἴδιος δέ ἔλαμψε στήν κατά Θεόν ἀρετή καί ἔφτασε στό ἀκρότατο ὕψος τῆς εὐσεβοῦς καί θεάρεστης πολιτείας. Διότι ἐνῶ οἱ γονεῖς του παρέμειναν στή λατρεία καί στή σκιά τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου καί δέν μπόρεσαν νά δοῦν τό φῶς τῆς χάρης, ὁ ἴδιος ἔσπευσε πρός τήν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ, παίρνοντας ὡς ἀφορμή κάτι θεωρούμενο μικρό.

Κάποιος λοιπόν Κλεόβιος τοῦ θεράπευσε τήν πληγή πού ὑπέστη στόν μηρό, ὅταν ἔπεσε ἄτακτα ἀπό τόν ὄνο πού καβαλίκευε – γιατί ὁ ὄνος ταράχτηκε ἀπό κάτι καί μάλιστα σκοτώθηκε - κι ἀπό τότε ἄρχισε νά ἔχει λογισμούς ἀμφιβολίας καί νά μή προσέχει ἰδιαίτερα στή δουλεία τοῦ Ἰουδαϊκοῦ Νόμου. Ὕστερα δέ, καθώς συνάντησε κάποιο μοναχό Λουκιανό, τόν εἶδε τί ἔκανε ὅταν συνάντησε αὐτός ἕνα πτωχό πού τοῦ ζητοῦσε φαγητό: τοῦ ἔδωσε ὄχι μόνο φαγητό ἀλλά καί τό ἔνδυμα πού φοροῦσε. Καί τήν ἴδια ὥρα ντύθηκε ὁ Λουκιανός ἀπό τόν οὐρανό ἄλλο (λευκό) ἔνδυμα. Τά εἶδε αὐτά ὁ Ἐπιφάνιος καί προσῆλθε στή χριστιανική πίστη, δεχόμενος τό ἅγιο βάπτισμα ἀπό τόν Ἐπίσκοπο τῆς περιοχῆς.

Τά ὑπόλοιπα θαυμαστά πού ἔκανε στή ζωή του εἶναι πολύ δύσκολο νά τά διηγηθεῖ κανείς μέ συντομία. Αὐτό μόνο εἶναι ἀναγκαῖο νά ποῦμε, ὅτι δηλαδή ἀπό πολύ νέος στήν ἡλικία, ὅταν εἶχε πιστέψει πιά στόν Χριστό, ἀμέσως μόνασε μέ ὅσιο τρόπο καί ξεπέρασε στήν ἐγκράτεια καί στούς ἀσκητικούς κόπους ὅλους τούς ὑπολοίπους μοναχούς. Κι ὅταν ἔφτασε στό ἀνώτερο στάδιο τῆς ἀρχιερωσύνης, ἡ ζωή του ἦταν ἀντίστοιχη μέ ὅσα πρίν ὡς μοναχός ζοῦσε. Διότι στά προηγούμενα χρόνια τῆς μοναχικῆς του ζωῆς ζοῦσε ἀσκητικά ὅπως εἴπαμε, ἀλλά καί ἔκανε πολλά θαύματα καί θεράπευσε πολλούς ἀσθενεῖς. Στά μετέπειτα δέ χρόνια μετά τήν ἱερωσύνη, ἔκανε τά ἴδια, ἀλλά καί δίδασκε ὀρθά τή χριστιανική πίστη καί μόρφωνε ὅλους τούς χριστιανούς μέ τό πλῆθος τῶν συγγραμμάτων του, ἐξαιτίας τοῦ ὁποίου ἀντιμετώπισε πολλούς πειρασμούς ἀπό τούς κακόδοξους. Ἔζησε ἑκατόν δεκαπέντε ἔτη, ὅπως ὁ ἴδιος τό εἶπε στόν βασιλέα Ἀρκάδιο πού τόν ρώτησε, καί παρέδωσε τό πνεῦμα του στόν Κύριο, ὄχι ὅμως στόν οἰκεῖο του θρόνο, ὅπως τοῦ ἔγραψε ὁ ἅγιος Χρυσόστομος, ἐπειδή συναίνεσε κι αὐτός στήν ἐξορία τοῦ Χρυσοστόμου. Ὁ δέ Ἐπιφάνιος ἔγραψε καί ὁ ἴδιος ὡς ἀπάντηση: οὔτε κι ἐσύ θά φθάσεις νά δεῖς τόν τόπο στόν ὁποῖο στέλνεσαι ἐξορία. Τελεῖται δέ ἡ σύναξή του στόν ἁγιότατο ναό του πού βρίσκεται μέσα στόν ἅγιο Φιλήμονα».

Ὁ μέγας πατήρ καί ὑμνογράφος τοῦ ἁγίου Ἐπιφανίου ὅσιος Ἰωάννης Δαμασκηνός ἐπικεντρώνει πολλαπλῶς τήν προσοχή μας στό πρῶτο κατ' αὐτόν στοιχεῖο πού πρέπει νά προσέξουμε: τή μεταστροφή τοῦ ἁγίου ἀπό τήν Ἰουδαϊκή πίστη στή χάρη τῆς πίστεως τοῦ Χριστοῦ. Γιά τόν ἅγιο Ἐπιφάνιο, σημειώνει ὁ ὑμνογράφος, ὁ Μωσαϊκός Νόμος λειτούργησε κατά τόν τρόπο πού λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: ὡς “παιδαγωγός εἰς Χριστόν”. Δεν εἶχε δηλαδή κάλυμμα στόν νοῦ του ὁ Ἐπιφάνιος, ὅταν μελετοῦσε τήν Παλαιά Διαθήκη, ἀλλά ἔχοντας τήν ψυχή του ἀνοικτή εἶδε τό νόημα τοῦ Νόμου πού δέν εἶναι ἄλλο ἀπό τόν ἴδιο τόν Χριστό. Διότι μή ξεχνᾶμε ὅτι καί ἡ Παλαιά Διαθήκη, ὅπως διδαχθήκαμε ἀπό τόν ἴδιο τόν Κύριο, στόν Χριστό “στοχεύει”. Χωρίς τόν Χριστό παραμένει κλειστή καί ἀνερμήνευτη. “Ὅ,τι ἔγραψε ὁ Μωϋσῆς καί οἱ προφῆται γιά μένα τό ἔγραψαν” ἀπεκάλυψε τό ἀψευδές στόμα τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ μας. “Ὁ Νόμος τοῦ γράμματος ἔγινε γιά σένα παιδαγωγός εἰς Χριστόν, Ἐπιφάνιε”, ἀναφέρει ἤδη ἀπό τά πρῶτα ἑσπέρια τροπάρια ὁ ἅγιος ὑμνογράφος, “γιατί σοῦ ἔδειξε τή χάρη τῆς θεογνωσίας τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ πού ἄστραψε (στήν καρδιά σου), χάρη πού προγραφόταν μυστικά καί λειτουργοῦσε ὡς τύπος μέ ἐντελῶς διάφανο τρόπο”.

Τί ἦταν ἐκεῖνο πού ἔκανε τόν ἅγιο Ἐπιφάνιο νά δεχθεῖ τή μεγάλη αὐτή χάρη τῆς μεταστροφῆς (ὅπως καί τῆς ἀδελφῆς του ἄλλωστε: ὠδή γ΄), κάτι πού δέν μπόρεσαν να δεχθοῦν οἱ γονεῖς του γιά παράδειγμα ἤ καί πολλοί ἄλλοι Ἰουδαῖοι; Τό ἐπισημαίνει ὁ ἅγιος Δαμασκηνός: ἦταν (πέραν τῆς εὐεργεσίας πού δέχτηκε ἀπό τόν Κλεόβιο, τόν “θεοειδῆ ἄνθρωπον”:ὠδή α΄ πού τόν θεράπευσε) ἡ ἁγνότητα τῆς ἀναζήτησής του, ὁ πόθος του καί ἡ ἀγάπη του γιά τόν Νόμο τοῦ Θεοῦ, πρῶτα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί ἔπειτα τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ. Κι εἶναι τοῦτο μία μεγάλη ἀλήθεια που διαλαλεῖ πάντοτε ἡ χριστιανική πίστη: δέν ὑπάρχει περίπτωση νά βρεθεῖ ἄνθρωπος ὅπου γῆς, πού νά ἀναζητεῖ τήν ἀλήθεια, νά ποθεῖ τόν Θεό, ἔστω καί ἄγνωστό Του στήν ἀρχή, πού νά μήν καθοδηγηθεῖ ἀπό τόν Ἴδιο τόν Χριστό – μέσα ἀπό ἀνθρώπους Του τίς περισσότερες φορές – γιά νά Τόν συναντήσει καρδιακά καί πραγματικά. Ὅπως ὁ ἴδιος πάλι τό τόνισε: “Ὅποιος ἀγαπάει τήν ἀλήθεια, θά ἀκούσει τή φωνή Μου”. “Καταλήφθηκες ἀπό τόν πόθο τοῦ θείου Νόμου, Πάτερ Ἐπιφάνιε, καί πρόκρινες τό δίκαιο ἀπό τό ἄδικο, γι' αὐτό καί μέσα ἀπό σύμβολα δέχτηκες τή σωτήρια πίστη τῆς ἁγίας Τριάδος” (ὠδή α΄).

Τήν πρόκριση αὐτή μάλιστα ὁ ὑμνογράφος τή θεωρεῖ ὡς τήν κατεξοχήν ἔξυπνη κίνηση τοῦ Ἐπιφανίου. Μπορεῖ δηλαδή νά ἦταν ὑποδουλωμένος στούς Μωσαϊκούς νόμους, ἀλλά τελικά ἡ χάρη τοῦ Χριστοῦ ἔλαμψε μέσα του καί τόν ἔκανε μαθητή τῆς εἰρήνης τοῦ Εὐαγγελίου. Λειτούργησε δηλαδή ὡς “ἀγχίνους”, ὡς ἔξυπνος ἄνθρωπος, γιατί “βλέποντας ποῦ ὁδηγεῖ ἡ κάθε μία ἀπό τίς δύο Διαθῆκες ἦλθες ἀπό τή δουλεία στήν ἐλευθερία” (Δοξαστικό στιχηρών ἑσπερινοῦ). Κι αὐτό θά πεῖ κατ' ἐπέκταση: ἔξυπνος, μέ χριστιανικά κριτήρια, εἶναι ὄχι αὐτός πού ἁπλῶς ξέρει νά χρησιμοποιεῖ τό μυαλό του γιά τά ἐπίγεια πράγματα, ἀλλά αὐτός πού μπορεῖ νά διακρίνει τό αἰώνιο ἀπό τό πρόσκαιρο, αὐτό πού ὑποδουλώνει ἀπό αὐτό πού ἐλευθερώνει, κι αὐτό εἶναι τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ (βλ. καί ὠδή α΄).

Ἀπό κεῖ καί πέρα ὁ ἅγιος ὑμνογράφος ἀναλίσκεται στή φανέρωση τῶν θαυμασίων πού ἐπιτελοῦσε δι' αὐτοῦ ὁ Θεός: θαύματα καί ἰάσεις, ἀλλά καί μεταστροφές χαρισματικές λόγω τῆς διδασκαλίας του, βάση τῶν ὁποίων ἦταν ἡ ἁγία ἀσκητική ζωή του. “Ὁ ἔνθεος βίος πού συνέδραμε μέ τό ὀρθόδοξο φρόνημα σέ ἑτοίμασε νά ἐπιτελεῖς τά θαυμάσια καί νά ἐκδιώκεις τό θράσος τῶν δαιμόνων καί νά καταπαύεις τούς πόνους τῶν δύσκολων νοσημάτων μέ τίς προσευχές σου” (στιχηρό ἑσπερινοῦ). Κι αὐτός ὁ συνδυασμός τοῦ ἐνθέου βίου μέ τό ὀρθόδοξο φρόνημα εἶναι γιά τόν ἅγιο ποιητή ό,τι καθορίζει τόν διδάσκαλο τοῦ χριστιανισμοῦ. Δηλαδή δάσκαλος ὀρθόδοξος δέν εἶναι ὅποιος γνωρίζει μ' ἕναν νοησιαρχικό ἴσως τρόπο τά δόγματα τῆς πίστεως – αὐτά μπορεῖ ἴσως νά τά “μάθει” κι ἕνας... ἄθεος! Ἀλλά αὐτός πού ὑποστηρίζει τή διδασκαλία μέ τήν ἔνθεη ζωή του. Αὐτό δέν ἀπεκάλυψε καί ὁ Κύριος; “Ὁ ποιήσας καί διδάξας μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν Οὐρανῶν”. “Οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι, Κύριε, Κύριε, ἀλλά ὁ ποιῶν τό θέλημα τοῦ πέμψαντός με πατρός εἰσελεύσεται εἰς τήν βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν”. Καί σημειώνει τό ἑξῆς σημαντικό ὁ ἅγιος Δαμασκηνός: αὐτός ὁ διδάσκαλος διδάσκει ὄχι ἐξ ἑαυτοῦ, ἀλλά καθοδηγούμενος ἀπό τόν ἴδιο τόν Κύριο – ὁ λόγος του φέρει τήν αὐθεντία τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ! Στό δοξαστικό τῶν ἀποστίχων τοῦ ἑσπερινοῦ σημειώνει: “Λόγω τῆς πνευματικῆς σου σοφίας, Ἐπιφάνιε μακάριε, φάνηκες διδάσκαλος τῆς ὀρθόδοξης πίστης. Κι ἀφοῦ βρῆκες τόν Χριστό ὡς ὁδηγό σου, διέλυσες τίς σκέψεις καί τίς διδασκαλίες τῶν κακοδόξων αἱρετικῶν”.

Ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος χαρακτηρίστηκε ἀπό τήν Ἐκκλησία μας (Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος) μέγας Πατέρας αὐτῆς. Τό ἀντιαιρετικό του ἰδίως ἔργο ὅπως εἴδαμε διέλυσε τίς κακοδοξίες τῶν αἱρετικῶν καί στήριξε τήν Ἐκκλησία. Μένει ἀσχολίαστο ὅμως ἀπό τόν ἅγιο ὑμνογράφο τό “παράδοξο” γιά ἐμᾶς τούς κατοπινούς χριστιανούς γεγονός ὅτι ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος κατεδίκασε κι αὐτός τόν ἅγιο Χρυσόστομο: καί μέ τή δική του ὑπογραφή ἐξορίστηκε ὁ μέγας Πατέρας καί Οἰκουμενικός διδάσκαλος!

Καί οἱ δύο ἅγιοι. Καί οἱ δύο “ἀετοί” τῆς θεολογίας. Καί οἱ δύο Πατέρες. Γιατί καί πῶς αὐτό; Ίσως γιατί ἡ ἁγιότητα δέν προσμετρᾶται μέ συγκαιρινές ἀποφάσεις. Ἴσως γιατί σ' ἕναν κόσμο πεσμένο στήν ἁμαρτία λειτουργοῦν πολλές παράμετροι πού δέν μποροῦμε νά προσδιορίσουμε καί νά ἀποφύγουμε. Ἴσως γιατί καί ἕνας ἅγιος δέν εἶναι... τέλειος! Ὁ μεγάλος Πατρολόγος μακαριστός καθηγητής Στυλιανός (μοναχός Γεράσιμος) Παπαδόπουλος ἐπιλέγει στή διεισδυτική ἀναφορά του γιά τόν ἅγιο Ἐπιφάνιο: “Ἡ ἄκριτη συμπεριφορά τοῦ ἁγίου Ἐπιφανίου στόν ἀγώνα του κατά τοῦ ἁγίου Χρυσοστόμου ὁδήγησε στήν καταδίκη τοῦ τελευταίου, πού ἦταν τότε ἡ μεγαλύτερη μορφή τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ ὀρθόδοξος λοιπόν Ἐπιφάνιος, ἐπειδή ἀρνήθηκε νά παρακολουθήσει τήν αὐξητική πορεία τῆς θεολογίας κι ἐπειδή κυριαρχήθηκε ἀπό ζηλωτισμό, ἀπέβη παραδοσιοκράτης καί γι' αὐτό πολέμιος τῶν μεταθανασιανῶν διαμορφωτῶν τῆς ἐκκλησιαστικῆς σκέψεως, δηλαδή τῶν Καππαδοκῶν καί τοῦ Χρυσοστόμου. Ἡ Ἐκκλησία ἐντούτοις παρέβλεψε τά σφάλματά του, τιμᾶ τό λοιπό ἀξιόλογο ἔργο του καί ἑορτάζει τή μνήμη του στις 12 Μαΐου”(Πατρολογία Β΄, Ἀθήνα 1990, σελ. 723).

Τό θέμα τελικά εἶναι πώς καί οἱ δύο ἅγιοι ἀπολαμβάνουν ἀγκαλιασμένοι μέσα στόν Χριστό τήν εὐλογημένη παρουσία Ἐκείνου, εὐχόμενοι ἀπό κοινοῦ γιά τή σωτηρία τή δική μας καί ὅλου τοῦ κόσμου. Κι αὐτό εἶναι τό σημαντικότερο! Γιατί ἀπό τό τέλος κρίνονται ὅλα! “Βασιλιά τῶν βασιλιάδων Ἅγιε, μοναρχική ἁγία Τριάδα, Σύ πού δεσπόζεις σέ ὅλα, δῶσε σ' αὐτούς πού Σέ ἀνυμνοῦν τή συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν καί χωρίς πειρασμούς τήν κατάσταση ὅλης τῆς ζωῆς τους, μέ τίς προσευχές τοῦ Ἐπιφανίου” (ὠδή θ΄). 

Δευτέρα 11 Μαΐου 2026

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΙ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΙΟΣ, ΦΩΤΙΣΤΕΣ ΤΩΝ ΣΛΑΥΩΝ

Οἱ ἅγιοι Κύριλλος καί Μεθόδιος ἔζησαν τόν ἔνατο αἰ., σέ ἐποχή καθοριστική γιά τό Βυζάντιο, λόγω τοῦ πρώτου λεγομένου σχίσματος τῆς Δυτικῆς ᾽Εκκλησίας ἐπί πατριάρχου Φωτίου. ῏Ησαν ῞Ελληνες ἀπό τή Θεσσαλονίκη, καταγόμενοι ἀπό πλούσια καί ἀριστοκρατική οἰκογένεια, πού τούς ἔδωσε τή δυνατότητα νά σπουδάσουν σέ πλάτος καί βάθος. Ὁ Κύριλλος μάλιστα – Κωνσταντίνος πρίν γίνει μοναχός καί ἀλλάξει τό ὄνομά του – πού ἦταν καί μικρότερος ἀπό τόν Μεθόδιο, σπούδασε μαθηματικά, φιλοσοφία, ἀστρονομία καί μουσική, κι ἔγινε καί καθηγητής φιλοσοφίας στό Πανεπιστήμιο τῆς Μαγναύρας, πιθανόν διάδοχος τοῦ ἁγίου Φωτίου. Ὁ Μεθόδιος, μέ πλατιά καί αὐτός μόρφωση, διακρίθηκε κυρίως γιά τίς διοικητικές του ἱκανότητες καί τό ὀργανωτικό καί πρακτικό του πνεῦμα, κάτι πού φανερώθηκε ἰδιαιτέρως, ὅταν ἀνέλαβε διοικητής σέ περιοχές κοντά στούς Σλαύους.

Ἡ πίστη τους στόν Χριστό ἦταν πολύ θερμή καί βαθιά, γι᾽ αὐτό καί οἱ δύο ἀπεφάσισαν νά ἀποσυρθοῦν ἀπό τά ἐγκόσμια καί νά γίνουν μοναχοί. ῎Ηδη ὅμως εἶχαν δείξει καί τήν ἱεραποστολική τους διάθεση, ἀφοῦ εἶχαν ἀναλάβει διάφορες ἀποστολές μέσα στό πλαίσιο τῆς Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας. Σ᾽αὐτούς λοιπόν τούς χαρισματούχους ἀπό κάθε πλευρά ἄνδρες ἀνατέθηκε ὁ ἐκχριστιανισμός ἑνός τμήματος τῶν Σλαύων, σέ ἐποχή πού αὐτοί ἤδη εἶχαν ἐγκατασταθεῖ στά ὅρια τοῦ Βυζαντίου, ἀναζητώντας ταυτότητα καί πατρίδα. ῏Ηταν γνωστή ἄλλωστε ἡ τακτική τοῦ Βυζαντίου, ὅταν ἐπρόκειτο γιά βαρβαρικούς λαούς. Προκειμένου ν᾽ ἀποτελοῦν ἀπειλή τῆς αὐτοκρατορίας, τούς ἔκανε συμμάχους ἐκχριστιανίζοντάς τους. Τό ἴδιο συνέβη καί μέ τούς Σλαύους. ᾽Ανέλαβαν λοιπόν τήν ἀποστολή οἱ δύο Θεσσαλονικεῖς ἀδελφοί, γνωστοί καί ἀπό ἄλλες, καθώς εἴπαμε, ἐπιτυχημένες ἀποστολές.

Πρίν φύγουν, κατέστρωσαν τά σχέδιά τους. Θέλοντας νά κάνουν ἔργο εἰς βάθος, ἔφτιαξαν ἀλφάβητο γιά τόν λαό στόν ὁποῖο θά ἀπευθύνονταν, δεδομένου ὅτι ἐκεῖνοι δέν εἶχαν γραφή. Καί τό ἀλφάβητο αὐτό τό δημιούργησαν μέ βάση τό ἑλληνικό, ἀλλά καί τά ἰδιαίτερα φθογγολογικά σημεῖα ἀπό τή γλώσσα τῶν Σλαύων. Τή σλαυική γλώσσα πρέπει νά τήν γνώριζαν καί ἀπό τό ὅτι ὁ Μεθόδιος εἶχε χρηματίσει διοικητής σέ σλαυικές ἐπαρχίες, ἀλλά καί ἀπό τό ὅτι κατά πᾶσα πιθανότητα στήν οἰκογένειά τους πρέπει νά εἶχαν σλαύους ὡς ὑπηρέτες. Δημιούργησαν λοιπόν ἀλφάβητο, τό γλαγολιτικό καί μετέπειτα Κυρίλλειο λεγόμενο, μετέφρασαν κείμενα τῆς ῾Αγίας Γραφῆς καί τῆς λειτουργικῆς παράδοσης τῆς ᾽Εκκλησίας καί μέ συνεργάτες ξεκίνησαν γιά τό μεγάλο τους ἔργο. ᾽Από τίς πρῶτες φροντίδες τους ἦταν νά πλαισιωθοῦν ἀπό ντόπιους, Σλαύους συνεργάτες. Καί στόχος τους ἦταν νά κηρύξουν τή χριστιανική πίστη, δίνοντας μόνο τήν πρώτη ὤθηση γιά τόν ἐκχριστιανισμό τους. Μέ ἄλλα λόγια σταθερή βούλησή τους ἦταν νά ἐνεργοποιήσουν τόν λαό αὐτό, ὥστε στή συνέχεια οἱ ἴδιοι νά ὀργανώσουν μέ τόν τρόπο πού ἐκεῖνοι ἤθελαν τήν ζωή τους. Τά προβλήματα βεβαίως πού συνάντησαν δέν ἦταν λίγα. Καί τά περισσότερα προέρχονταν ὄχι ἀπό τούς ἐκχριστιανιζομένους, ὅσο ἀπό ἐκπροσώπους τῆς ᾽Εκκλησίας τῆς Ρώμης. Τελικά ὅμως ἡ ὅλη τους προσπάθεια πέτυχε: ὁ Χριστιανισμός ρίζωσε στά μέρη ἐκεῖνα, οἱ ἴδιοι ὅμως ἄφησαν στό ἔργο αὐτό τήν τελευταία τους πνοή. Ὁ μέν Κύριλλος πέθανε στή Ρώμη τό 869, ὅταν εἶχε πάει ἐκεῖ, γιά νά διευθετήσει μέ τόν ἐπίσκοπο Ρώμης θέματα τοῦ ἐκχριστιανισμοῦ τῶν Σλαύων, ὁ δέ Μεθόδιος τό 885, στά χώματα τῆς ἱεραποστολῆς του, ὡς ἀρχιεπίσκοπος τῶν Σλαύων. ᾽Από τά ἐλάχιστα προαναφερθέντα στοιχεῖα γιά τούς μεγάλους αὐτούς ἀγίους ἰσαποστόλους θά μπορούσαμε, ἐπιγραμματικά, νά σημειώσουμε τά ἑξῆς:

1) Οἱ ἅγιοι Κύριλλος καί Μεθόδιος ὑπῆρξαν γνησιότατοι ῞Ελληνες ἐκ Θεσσαλονίκης, μέ τήν πραγματική καί ὁλοκληρωμένη ὅμως σημασία τοῦ ὅρου ῾῞Ελληνας᾽. Δηλαδή ὑπῆρξαν ἄνθρωποι οἰκουμενικοί, πού ἔκλειναν μέσα στήν καρδιά τους τόν κόσμο ὅλο. Διότι αὐτό εἶναι ὁ ῞Ελληνας: ὄχι ὁ στενόκαρδος τοπικιστής, ἀλλ᾽ ὁ μεγαλόψυχος καί παγκόσμιος ἄνθρωπος. Καί τέτοιος εἶναι ὁ ῞Ελληνας κυρίως μετά τήν ἀπόκτηση τῆς πίστεώς του στόν ᾽Ιησοῦ Χριστό. Ἡ οἰκουμενικότητα ἀφενός τοῦ ἑλληνισμοῦ καί ἡ οἰκουμενικότητα ἀφετέρου τοῦ χριστιανισμοῦ ἔχουν πλατύνει τήν καρδιά του καί τόν ἔχουν κάνει, ἐνῶ ἀγαπᾶ τήν πατρίδα του καί εἶναι ἕτοιμος νά θυσιαστεῖ γι᾽ αὐτήν – μή ξεχνᾶμε τή φιλοπατρία τῶν ῾Ελλήνων ὡς βασική τους ἀρετή – νά βλέπει καί τόν ὑπόλοιπο κόσμο ὡς ἀδέλφια καί δυνάμει μετόχους τῆς πολιτιστικῆς του κληρονομιᾶς. Τέτοιοι λοιπόν παγκόσμιοι ἄνθρωποι ἦταν καί οἱ ἅγιοί μας.

2) Ποτέ δέν μποροῦν νά θεωρηθοῦν οἱ ἅγιοι ὡς ὄργανα τοῦ Βυζαντίου γιά κατακτητικούς σκοπούς. ᾽Εκτός ἀπό τό ὅτι δέν εἶχε τέτοια πολιτική τό Βυζάντιο, οἱ ἁγιασμένοι αὐτοί ἀδελφοί κινοῦνταν στίς ἐνέργειές τους ἀπό τήν ἀγάπη τους στόν  Χριστό καί τόν συνάνθρωπο. Οἱ ἴδιοι οἱ παλαιοσλαβονικοί βίοι τους ἐπισημαίνουν τήν παραπάνω ἀλήθεια, τονίζοντας ὅτι ἔβλεπαν τούς Σλαύους ὡς πλανεμένα λόγω εἰδωλολατρίας ἀδέλφια τους.

3) ᾽Ακριβῶς γιά τόν παραπάνω λόγο, στάθηκαν ἔναντι τῶν Σλαύων μέ ἀπόλυτο σεβασμό. Δέν θέλησαν νά τούς ὑποτάξουν, δέν τούς φέρθηκαν σάν νά ἦσαν κατώτερα ὄντα. Τούς εἶδαν ὡς ἰσότιμους, πού ἁπλῶς ἔπρεπε στήν ἀρχή νά βοηθηθοῦν. ᾽Απόδειξη: τούς μίλησαν στή γλώσσα τους καί πῆραν ὡς συνεργάτες τους Σλαύους. Μέ τή δημιουργία μάλιστα τοῦ ἀλφαβήτου ὄχι μόνο τούς ἔδωσαν τή δυνατότητα νά γνωρίσουν πληρέστερα τόν ἀληθινό Θεό, ἀλλά ἔθεσαν ταυτοχρόνως καί τίς βάσεις γιά τήν πολιτιστική τους ἀνάπτυξη. Ὅλος ὁ πολιτισμός τῶν Σλαύων ῾πατάει᾽ στό ἔργο τῶν Θεσσαλονικέων ἀδελφῶν. Δέν εἶναι λοιπόν τυχαῖο ὅτι αὐτοί πού κυρίως ἑορτάζουν καί πανηγυρίζουν στή μνήμη τους εἶναι οἱ ἴδιοι οἱ Σλαῦοι, μέ ὅλη τήν ποικιλία τους.

4) Πέρα ἀπό τό γεγονός ὅτι ἦσαν ἄνθρωποι χαρισματικοί, ἐργάστηκαν πολύ σκληρά καί συστηματικά. Δέν στηρίχτηκαν δηλαδή μόνο στό ταλέντο καί τήν ἔμπνευσή τους γιά τήν τεράστια ἀποστολή πού ἀνέλαβαν, ἀλλά προγραμμάτισαν τήν ὅλη προσπάθειά τους. Ἡ δημιουργία τοῦ ἀλφαβήτου - ἔργο κατεξοχήν ἐπίπονο - ἡ εὕρεση συνεργατῶν κλπ. ἀποδεικνύουν τοῦ λόγου τό ἀληθές. Κι εἶναι μεγάλο παράδειγμα ὁ τρόπος αὐτός δράσεώς τους γιά μᾶς τούς νεοέλληνες, οἱ ὁποῖοι ἔχουμε συνηθίσει, στηριγμένοι μόνο στό ταλέντο καί τή φαντασία μας, χωρίς ὅμως πολύ κόπο καί δουλειά, νά θέλουμε νά ἐπιτυγχάνουμε σ᾽ αὐτό πού κάνουμε. Μέ ἄλλα λόγια γιά τήν ἐπιτυχία ἑνός ἔργου, καί μάλιστα μεγάλου, ἡ ἔμπνευση μόνη δέν ἀρκεῖ.

5) Τό μυστικό τῆς ἐπιτυχίας τους ἦταν τό ὅτι ἀνέλαβαν τήν ἀποστολή τους ἀποφασισμένοι νά πεθάνουν γι᾽ αὐτήν. Κάτι πού ἔγινε. Καί μᾶς διδάσκουν ὅτι τότε πετυχαίνει ἕνας ἱερός σκοπός, ὅταν δέν τόν ἀντιμετωπίζει κανείς ὡς ἀγγαρεία, ἀλλ᾽ ὡς κάτι πού περιέχει τό στοιχεῖο τῆς αὐτοθυσίας. ῎Αν, κοντολογίς, σέ κάτι πού πιστεύω ὅτι εἶναι ἐκ Θεοῦ δέν ἀποφασίσω καί τόν θάνατό μου γι᾽ αὐτό, τότε δέν πρόκειται νά ἐπιτύχω τίποτε. Ὑπό τό πρίσμα αὐτό τό ἔργο τῶν ἰσαποστόλων Κυρίλλου καί Μεθοδίου ἦταν συνέχεια τοῦ ἔργου τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου.

Κυριακή 10 Μαΐου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΑΓΑΠΟΥΣΕ ΑΠΟΛΥΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΕΚΤΑΡΙΟ!

«Ο άγιος Νεκτάριος όταν βρέθηκε ιεροκήρυκας στην Εύβοια, γνώρισε εκεί, στον άη Γιάννη, και τον πατέρα του Γέροντος Πορφυρίου. Τον Λεωνίδα Μπαϊρακτάρη. Μπαϊρακτάρης σημαίνει σημαιοφόρος… Και τον συμβούλευσε ο άγιος. Τι ωραία του είπε! Προκειμένου να συλλάβει ένα παιδί το ζευγάρι, θέλει και προετοιμασία. Ο άγιος, άλλωστε, είχε προτείνει κι είχε φτιάξει Σχολές Γονέων. Πο ’χουν και τώρα πολλοί παπάδες, πολλές Μητροπόλεις για υποψηφίους συζύγους. Ανδρόγυνα. Παντρεύεσαι. Γιατί παντρεύεσαι; Όλα αυτά. Πρέπει να ξέρεις πολλά πράγματα. Έτσι. Και με την υπόδειξη του αγίου Νεκταρίου γεννήθηκε ο Γέροντας Πορφύριος. Ο οποίος είναι κοντά στα ίχνη του αγίου Νεκταρίου. Και ο Γέροντας Πορφύριος αγαπούσε απόλυτα, απόλυτα τον άγιο Νεκτάριο. Απόλυτα τον άγιο Νεκτάριο!» (Γέρων Ανανίας Κουστένης, Λόγοι για τον άγιο Νεκτάριο, τόμος Δ΄).

Τόσα πολλά και σπουδαία πράγματα σε ένα μικρό μόνο απόσπασμα λόγου του μεγάλου μακαριστού Γέροντα Ανανία Κουστένη. Ο οποίος αγαπούσε καθ’ υπερβολήν και τους δύο μεγίστους αγίους της σύγχρονης εποχής, τον άγιο Νεκτάριο, επίσκοπο Πενταπόλεως τον θαυματουργό, στο εκκλησάκι του οποίου στην Αθήνα λειτουργούσε και κήρυττε επί δεκαετίες μέχρι το τέλος του (Μάϊος 2021), και τον άγιο Πορφύριο τον καυσοκαλυβίτη, του οποίου για πολλά χρόνια υπήρξε πνευματικό τέκνο – ήταν ο σωτήρας του κατά την ομολογία του παππούλη. Και ποια η «εικόνα» που είχε και για τους δύο; Ότι είναι ισοστάσιοι πνευματικά! «Ο Γέροντας Πορφύριος είναι κοντά στα ίχνη του αγίου Νεκταρίου». Δηλαδή, όπως κι αλλού έχει εξηγήσει ο π. Ανανίας, και οι δύο, χαρισματούχοι και θαυματουργοί,  είχαν καταστήσει τις καρδιές τους κάτοπτρα καθαρά που αντανακλούσαν τις λαμπηδόνες του αγίου Πνεύματος, που σημαίνει ότι στο πρόσωπό τους έβλεπε κανείς τον ίδιο τον Κύριο Ιησού Χριστό. Αυτό δεν μας λέει αδιάκοπα η Εκκλησία μας, όταν πρόκειται για τους αγίους της; Ότι οι άγιοι αποτελούν μία συνέχεια του Ιησού Χριστού, είναι Εκείνος «εν ετέρα μορφή». Ο Χριστός είναι «ο εν αγίοις αναπαυόμενος», γι’ αυτό και ό,τι θαυμαστό επιτελούν αυτοί ανήκει στον Ίδιο!  

Οπότε ο άγιος Πορφύριος αγαπούσε βεβαίως όλους τους αγίους, κατεξοχήν δε την Υπεραγία Θεοτόκο, τη Μητέρα του Κυρίου του, αλλά ένιωθε μία ξεχωριστή οικειότητα και συμπάθεια προς τον άγιο Νεκτάριο, σε βαθμό, κατά τον Γέροντα Ανανία, απολυτότητας! «Ο Γέροντας Πορφύριος αγαπούσε απόλυτα, απόλυτα τον άγιο Νεκτάριο!» Κι όχι τυχαία! Διότι η σχέση τους ξεκινάει και πριν ακόμη από τη γέννηση του οσίου Πορφυρίου. Ο άγιος Νεκτάριος ήταν εκείνος που γνωρίζοντας τον πατέρα του αγίου Πορφυρίου, τον Λεωνίδα, τον συμβουλεύει και του υποδεικνύει νέα τεκνοποίηση. Ποιος ξέρει τι διέβλεπε ο διορατικός και προορατικός άγιος Πενταπόλεως αναφερόμενος στον πατέρα Λεωνίδα; Αποκλείεται πάντως να μην είχε κάποια «πληροφορία» εκ Θεού για το τι μέλλει γίγνεσθαι! Το μυαλό μας πηγαίνει σε κάτι παρόμοιο. Στον άγιο Αρσένιο τον Καππαδόκη, ο οποίος βαφτίζοντας το μικρό τέκνο του Πρόδρομου Εζνεπίδη του δίνει το δικό του όνομα, «Αρσένιος», γιατί «έβλεπε» κι εκείνος προορατικά και διορατικά τη μετέπειτα εξέλιξη του Αρσενίου: θα γίνει μοναχός και θα δοξάσει τον Θεό και την Εκκλησία Του ως άγιος Παΐσιος! «Τις έγνω νουν Κυρίου και τις σύμβουλος αυτού εγένετο;» Παρακολουθούμε τα γεγονότα, καταγράφουμε τις ιστορικές στιγμές και την αλληλουχία τους, μα το βάθος πάντοτε μας διαφεύγει, τουλάχιστον την ώρα που τα ζούμε. Αργότερα, εν πίστει μένουμε έκθαμβοι για το πώς εργάζεται η Πρόνοια του Θεού και πώς φαινομενικά «τυχαία» συμβάντα υπηρετούν τελικώς το σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία μας!

Ο άγιος Νεκτάριος λοιπόν συμβούλευσε τον πατέρα του οσίου Πορφυρίου για θέματα συζυγίας και οικογένειας. Διότι ήταν μέσα στο πλαίσιο της ποιμαντικής του ευθύνης, πολύ περισσότερο που ο Λεωνίδας Μπαϊρακτάρης υπήρξε ψάλτης του αγίου Νεκταρίου σε διάφορες περιοδείες του αγίου στην Εύβοια. Και δεν ήταν κάτι που έκανε μόνο στον μακαριστό Λεωνίδα. Όπως είπαμε θεωρούσε ότι το έργο αυτό, της συμβουλευτικής της οικογένειας, ήταν καίριο έργο ενός ποιμένα της Εκκλησίας, γι’ αυτό και πρωτοποριακά θα λέγαμε για την εποχή του «είχε προτείνει και είχε φτιάξει Σχολές Γονέων!» Κι αυτό γιατί το «αντικείμενο» του έργου ενός εκκλησιαστικού ποιμένα είναι ο άνθρωπος και ό,τι σχετίζεται με αυτόν. Με κύριο σκοπό πώς να τον βοηθήσει να βρίσκεται αδιάκοπα ενωμένος με τον Ιησού Χριστό, πώς να διακρατεί δηλαδή αυτό που έλαβε ως ατίμητο δώρο από τη βάπτισή του, τη χάρη του αγίου Πνεύματος, να είναι μέλος Ιησού Χριστού! Κι αυτό σημαίνει ότι ο ποιμένας όπου βρίσκει τον άνθρωπο εκεί καλείται και να τον διακονήσει, είτε πρόκειται περί του μοναχικού βίου είτε πρόκειται περί του εγγάμου βίου. Απλώς στον έγγαμο υπάρχουν οι ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης επιλογής του: να είναι σύζυγος, να έχει παιδιά εφόσον υπάρχει η δυνατότητα, να ασκεί την αγωγή των παιδιών, γι’ αυτό και αντίστοιχα δρα και ο κληρικός.

Κι είναι όχι απλώς σημαντικό το έργο αυτό της διαποιμάνσεως των εγγάμων, αλλά άκρως καίριο, όπως το βλέπουμε και στη φροντίδα του ίδιου του Κυρίου για τις οικογένειες, αλλά και όπως το επισημαίνουμε και στους αγίους μαθητές και αποστόλους Του, οι οποίοι πολύ συχνά αναφέρονταν στα θέματα της έγγαμης ζωής, εκτός δε τούτων και στους αγίους Πατέρες της Εκκλησίας μας απαρχής μέχρι σήμερα. Ποιος θα διαβάσει κείμενα των Πατέρων και δεν θα θαυμάσει τη διεισδυτικότητα αλλά και τη στοργή και την αγάπη και τη συγκατάβασή τους προς τις ανθρώπινες σχέσεις ιδίως μέσα στην οικογένεια; Ο άγιος Νεκτάριος βεβαίως, ως μέγας Πατήρ και διδάσκαλος της Εκκλησίας, σοφός και σπουδαίος συγγραφέας, δεν θα μπορούσε να μην ασχοληθεί και με το αντικείμενο αυτό. Γι’ αυτό και προχωρούσε και στην πράξη: την ίδρυση Σχολών Γονέων, όπως είπαμε. Αλλά και το πνευματικό του τέκνο, ο ίδιας περιωπής μ’ αυτόν άγιος Πορφύριος το ίδιο έκανε. Μπορεί να μην ίδρυσε Σχολή Γονέων, όμως τα όσα έλεγε στις ομιλίες και τις διδαχές του, στις διάφορες συζητήσεις του με όλων των ειδών τους ανθρώπους, στοιχειοθετούν «ογκώδη» έργα συμβουλευτικής της οικογένειας, κάτι που έχει αξιοποιηθεί στην εποχή μας στο έπακρο, είτε με συνέδρια είτε με σεμινάρια είτε με ομιλίες είτε με βιβλία.

Και είναι πολύ παρήγορο το γεγονός ότι, όπως επισημαίνει και ο μακαριστός π. Ανανίας, πολλές Μητροπόλεις και πολλές ενορίες ήδη έχουν ενεργοποιηθεί και προς την κατεύθυνση αυτή. Διότι πρέπει να μάθει ο χριστιανός και κάθε καλοπροαίρετος άνθρωπος τι σημαίνει γάμος, τι σημαίνει οικογένεια, τι σημαίνει αγωγή των παιδιών. «Ανδρόγυνα. Παντρεύεσαι. Γιατί παντρεύεσαι; Όλα αυτά. Πρέπει να ξέρεις πολλά πράγματα». Και ήδη έχουμε αργήσει ίσως. Διότι η χριστιανική οικογένεια αποτελεί πια σπάνιο είδος, και όπου υφίσταται παρουσιάζονται και εκεί συχνά διαλυτικά φαινόμενα. Να αντιδράσουμε, γιατί τα διαζύγια υπερκέρασαν τους γάμους. Η φωνή του αγίου Νεκταρίου, φωνή του ενανθρωπήσαντος Θεού μας, η φωνή του συνεχιστή του αγίου Πορφυρίου, η φωνή εν γένει της Εκκλησίας μας πρέπει να μεγεθυνθεί μέσα μας, ώστε αυτή να κυριαρχεί στη συνείδησή μας. Κι αυτό θα είναι η λύτρωσή μας, αλλά και η ευλογία για όλον τον κόσμο μας.   

ΝΑ ΠΙΩ ΝΑ ΞΕΔΙΨΑΣΩ! ΘΕΛΩ ΟΜΩΣ;

Η Κυριακή της Σαμαρείτιδος σχετίζεται με την εορτή της Μεσοπεντηκοστής. Ο Κύριος κατά την εορτή αυτή βρέθηκε στο Ναό των Ιεροσολύμων διδάσκοντας τους Ιουδαίους και καλώντας τους να πιουν το ύδωρ που Εκείνος δίνει προκειμένου να ξεδιψάσει η καρδιά τους.  «Ει τις διψά, ερχέσθω προς με και πινέτω». Στο ίδιο μήκος κύματος όμως κινήθηκε και ο διάλογος του Κυρίου με τη Σαμαρείτιδα γυναίκα παρά το φρέαρ του Ιακώβ. Κι η γυναίκα αυτή τελικώς έλαβε από τον Κύριο, μετά από  πρόκληση του Ίδιου, «το ύδωρ το ζων» που μόνο Εκείνος μπορεί να δώσει, τη χάρη και ενέργεια του Θεού που κάνει την καρδιά του ανθρώπου πηγή που αναβλύζει την αιώνια ζωή. Και μπορεί στην αρχή να μην κατάλαβε το βάθος στο οποίο την οδηγούσε ο Κύριος, στη συνέχεια όμως όχι μόνο συντονίστηκε με τον λόγο Του, αλλά τον αποδέχτηκε σε τέτοιο βαθμό που έγινε ισαπόστολος, ευαγγελίστρια, στο τέλος δε και μεγαλομάρτυς: η αγία Φωτεινή!

Εκ πρώτης όψεως συνιστά παραδοξότητα το γεγονός ότι ο Κύριος θέλησε να αποκαλύψει βαθύτατες θεολογικές αλήθειες σε μία γυναίκα που από πλευράς «ηθικής» δεν ήταν και ό,τι καλύτερο. «Πόρνη» τη χαρακτηρίζει σε κάποιο σημείο η υμνολογία της Εκκλησίας, γιατί κατά τη φανέρωση της ζωής της από τον Κύριο «πέντε άνδρες είχε και συζούσε με κάποιον που δεν ήταν ο κανονικός της άνδρας». Κι όμως! Ο Κύριος δεν έχει επιφυλάξεις στο άνοιγμά Του σε μία τέτοια γυναίκα, διότι προφανώς ως παντογνώστης και καρδιογνώστης βλέπει το βάθος της ψυχής της. Και το βάθος αυτό διψά για την αλήθεια, διψά για τον Θεό, βρίσκεται σε ετοιμότητα αποδοχής της ίδιας της αποκάλυψής Του. Και πράγματι. Το όλο γεγονός φανερώνει καταρχάς ότι η Σαμαρείτιδα γυναίκα δεν ήταν μία τυχαία γυναίκα. Μπορεί στην προσωπική της ζωή να μην είχε «ευτυχήσει», όμως η θέση της στην κοινότητα της Σαμάρειας προκαλούσε τον σεβασμό και ο λόγος της θεωρείτο ιδιαιτέρως αξιόπιστος – οι συμπατριώτες της δεν αμφισβήτησαν τον λόγο της και ανταποκρίθηκαν στην κλήση της να γνωρίσουν τον πιθανό Μεσσία. Κι ακόμη: μέσα από τον διάλογο με τον Κύριο αποδεικνύεται ότι είχε θεολογικές ανησυχίες, ιδίως δε ότι ανήκε κι αυτή σ’ εκείνους που προσδοκούσαν τον Μεσσία και τη βασιλεία του Θεού που θα έφερνε. «Όταν θα έρθει ο Μεσσίας, Εκείνος θα μας εξηγήσει όλα αυτά».

Οπότε με τη Σαμαρείτιδα κατανοούμε ευρύτερα και διαχρονικά σε ποιους ανθρώπους ο Κύριος αποκαλύπτει τον εαυτό Του και τα του αληθινού Θεού: σε εκείνους που όπως είπαμε διψούν για την αλήθεια και αναζητούν τον Θεό ως πλήρωμα της καρδιάς τους. Άνθρωποι που είναι προσκολλημένοι αποκλειστικά στα του κόσμου και έχουν ως κανόνα ζωής το «φάγωμεν, πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν», άνθρωποι δηλαδή που η προοπτική τους είναι περιορισμένη στον ορίζοντα μόνο του εδώ και του τώρα, δεν δέχονται την αποκάλυψη του Θεού. Και δεν τη δέχονται, γιατί δεν μπορούν να τη δεχτούν: έχουν κάλυμμα σε ό,τι φέρνει τον αέρα του ουρανού. Ο Κύριος λοιπόν, ενώ διακαώς επιθυμεί τη σωτηρία του κάθε ανθρώπου, γιατί όλους ανεξαιρέτως μας αγαπά με μοναδικό τρόπο, φανερώνει τον εαυτό Του εκεί που και ο άνθρωπος Τον αναζητά και Τον θέλει στη ζωή του, εκεί που ο άνθρωπος δεν είναι «ήσυχος» με την αμαρτωλή και εγωιστική ζωή του. Με άλλα λόγια η «ώρα» της χάριτος για τον άνθρωπο έρχεται όταν η χάρη αυτή βρει το απλωμένο χέρι του ανθρώπου για βοήθεια – όπου κι αν βρίσκεται ο άνθρωπος αυτός και σε οποιαδήποτε κατάστασή του.

Δεν είναι τυχαίο που ένας λόγος του Κυρίου λειτουργεί με αξιωματικό πάντοτε τρόπο εν προκειμένω: «πας ο ων εκ της αληθείας, ακούει μου της φωνής». Όποιος αγαπάει και επιθυμεί την αλήθεια, ακούει τη φωνή μου. Τι παρήγορος λόγος του Κυρίου, αλλά και πόσο «επικίνδυνος» τελικά! Γιατί από τη μια μας αναγγέλλει ότι Εκείνος βρίσκεται αδιάκοπα δίπλα μας, σε τέτοια εγγύτητα που μπορούμε να ακούσουμε τον ψιθυρισμό της φωνής Του στην καρδιά μας, από την άλλη όμως προβάλλει την απόλυτη ευθύνη για την πορεία της ζωής μας. Δεν αρκεί, όπως το τονίσαμε ισχυρά παραπάνω, μόνο η αγάπη του Θεού μας. Απαιτείται και η δική μας ενεργοποίηση της αγάπης προς Αυτόν, έστω κι αν δεν έχουμε τη δυνατότητα πάντοτε να την προσδιορίσουμε έτσι. «Ημείς αγαπώμεν ότι Αυτός πρώτος ηγάπησεν ημάς».

Η αξιωματική αυτή αρχή του Κυρίου δεν ισχύει μόνο για τους μη χριστιανούς, τους αβάπτιστους. Ίσως περισσότερο ισχύει για εμάς τους βαπτισμένους. Διότι συχνά και εμείς ταλαιπωρούμαστε από τους λογισμούς της «ορφάνιας» μας – δεν μπορούμε να νιώσουμε την παρουσία του Πατέρα στη ζωή μας. «Πού είναι ο Θεός; Γιατί δεν μου φανερώνεται; Γιατί δεν κάνει ένα θαύμα να μου αποκαλύψει την ύπαρξή Του;» Και η απάντηση είναι πάντοτε η ίδια: Ο Θεός είναι έτοιμος να φανερωθεί αισθητά στον καθένα μας, αρκεί κι εμείς να Τον αναζητούμε. Και αναζήτηση του Θεού σημαίνει για τον χριστιανό αναζήτηση των αγίων Του εντολών προκειμένου να τις εφαρμόσει. Στην ερώτηση δηλαδή «πού είσαι, Κύριε;» η απάντησή Του είναι η υπόδειξη των εντολών Του. «Τηρήστε τις εντολές μου και θα με δείτε να σας φανερώνομαι στη ζωή σας».

Η Σαμαρείτιδα γυναίκα, η αγία ισαπόστολος και μεγαλομάρτυς Φωτεινή, δίψασε τον Χριστό και ο Χριστός της αποκαλύφθηκε. Κι αυτό είναι εκείνο που διαλαλεί και στην εποχή μας και σε κάθε εποχή: Διψάστε τον Θεό, διψάστε δηλαδή για την αλήθεια, και η αλήθεια θα έρθει όχι απλώς κοντά σας, αλλά μέσα σας. Και θα έλθει όχι με βηματισμούς αργούς, αλλά με σπουδή και γοργότητα. Γιατί ο Χριστός και Θεός μας, η Αλήθεια, μας αγαπά και μας διψά όσο τίποτε στον κόσμο.  

Σάββατο 9 Μαΐου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ (ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ)

«Οὐκέτι διά τήν σήν λαλιάν πιστεύομεν…»(᾽Ιωάν. 4, 42)

Ὁ Κύριος στό σημερινό Εὐαγγέλιο συναντᾶται μέ μιά γυναίκα Σαμαρείτιδα, ῾παρά τό φρέαρ τοῦ ᾽Ιακώβ᾽, καί παρ’ ὅλο πού πρόκειται ὄχι καί τόσο γιά μιά ῾ἠθική᾽ περίπτωση – μέ πέντε ἄνδρες στό παρελθόν της καί μ᾽ ἕναν πού συζεῖ χωρίς νά εἶναι ὁ κανονικός της ἄνδρας – τῆς ἀποκαλύπτει βασικές ἀλήθειες περί τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ καί τοῦ τρόπου πού πρέπει κανείς νά Τόν λατρεύει καί νά Τόν προσκυνᾶ. Προφανῶς ἐκτιμώντας ὄχι βεβαίως τήν ἠθική της κατάσταση - ἐμμέσως ἀσκεῖ ἔλεγχο γι᾽ αὐτήν - ἀλλά τήν ἀναζήτησή της, ὅπως φανερώνεται ἀπό τά ἐρωτήματα πού τήν ἀπασχολοῦν καί πού τά θέτει ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, μόλις ἀντιλαμβάνεται ὅτι τῆς μιλᾶ ὡς προφήτης. Εἶναι τέτοιος μάλιστα ὁ συγκλονισμός της ἀπό αὐτά πού τῆς ἀποκαλύπτει ὁ Κύριος τόσο γιά τήν προσωπική της ζωή, ὅσο καί γιά τόν Θεό, καί μάλιστα ὅτι ὁ ῎Ιδιος εἶναι ὁ ἐρχόμενος Μεσσίας, ὥστε σπεύδει νά καταθέσει τή μαρτυρία της αὐτή καί στούς συμπατριῶτες της στή Σαμάρεια, οἱ ὁποῖοι θεωρώντας ἀξιόπιστο τόν λόγο της ἀνταποκρίνονται καί προσέρχονται στόν ᾽Ιησοῦ. Κι ἐνῶ πρό καιροῦ εἶχαν ἀρνηθεῖ νά Τόν δεχθοῦν μαζί μέ τούς μαθητές Του στήν πόλη τους, τώρα καί Τόν πλησιάζουν καί Τόν ἀκοῦνε, ἀλλά καί Τόν παρακαλοῦν νά μείνει μαζί τους. Πρός τή γυναίκα δέ πού αὐτή στήν οὐσία τούς κάλεσε, τή μετέπειτα ἁγία μεγαλομάρτυρα Φωτεινή τήν ἰσαπόστολο, γύριζαν καί τῆς ἔλεγαν: «οὐκέτι διά τήν σήν λαλιάν πιστεύομεν, αὐτοί γάρ ἀκηκόαμεν καί οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ σωτήρ τοῦ κόσμου ὁ Χριστός».

1. Κι αὐτή εἶναι ἡ συνήθης διαδικασία στό γεγονός τῆς πίστεως: κάποιος προσέρχεται στόν Χριστό, διότι ἕνας ἄλλος, γνωστός τίς περισσότερες φορές, καταθέτει μιά προσωπική μαρτυρία περί Αὐτοῦ. ᾽Εν προκειμένῳ ἡ «λαλιά» τῆς Σαμαρείτιδας ἀποτέλεσε τό ἔναυσμα γιά νά προκληθεῖ τό ἐνδιαφέρον τῶν συμπατριωτῶν της γιά τόν ᾽Ιησοῦ ὡς Μεσσία. Παρομοίως κινήθηκαν καί οἱ πρῶτοι μαθητές τοῦ Χριστοῦ. Μετά τή δική τους κλήση ἀπό ᾽Εκεῖνον ἔνιωσαν τήν ἀνάγκη νά καλέσουν καί ἄλλους, σάν τόν ἀπόστολο ᾽Ανδρέα πού ἔσπευσε στόν ἀδελφό του Σίμωνα, τόν μετέπειτα ἀπόστολο Πέτρο, σάν τόν Φίλιππο πού κάλεσε τόν ἀδελφικό του φίλο Ναθαναήλ. Στήν ἱστορία μάλιστα τῆς ᾽Εκκλησίας διαπιστώνουμε ὅτι σ᾽ ἕνα μεγάλο ποσοστό ἡ πρώτη κλήση γιά τόν Χριστό σέ πολλές περιοχές ὀφείλετο σέ ἁπλούς πιστούς, πού ἔχοντας τήν ἐμπειρία τῆς συνάντησής τους μέ τόν Χριστό, θέλησαν νά μοιραστοῦν τή χάρη καί τή χαρά αὐτή. Δέν κινήθηκαν ὡς «ἐπαγγελματίες» ἱεραπόστολοι, ὡς «καπηλεύοντες τόν λόγον τοῦ Θεοῦ» (Β´ Κορ. 2, 17) κατά τόν ἀπ. Παῦλο, ἀλλ᾽ ὡς ἄνθρωποι πού δέν μποροῦσαν νά συγκρατήσουν τή χαρά τους: ἕνα ξέσπασμα τοῦ πληρώματος τῆς καιομένης καρδίας τους νά μοιραστοῦν μέ τούς ἄλλους ὅ,τι βρῆκαν ὡς θησαυρό στή ζωή τους. «Ὅ ἀκηκόαμεν, ὅ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὅ ἐθεασάμεθα καί αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν, περί τοῦ Λόγου τῆς ζωῆς,... ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν», ὅπως γράφει καί ὁ ἀπ. ᾽Ιωάννης στήν Α´ Καθολική ἐπιστολή του (1, 1-3).

2. Στήν πραγματικότητα, ἡ κατάθεση τῆς μαρτυρίας κάποιου γιά τόν Χριστό, πού λειτουργεῖ καί ὡς κλήση τῶν ἀκουόντων, κατανοεῖται ὡς κλήση τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος χρησιμοποιεῖ ὡς ὄργανό Του τόν μάρτυρα αὐτόν. Ὅπως εἶπε ὁ Κύριος στούς μαθητές Του: «Καί ὑμεῖς μαρτυρεῖτε, ὅτι ἀπ᾽ ἀρχῆς μετ᾽ ἐμοῦ ἐστε» (᾽Ιωάν. 15, 27). Μέ ἄλλα λόγια ὁ κάθε πιστός στόν Χριστό, πού ἔχει γευτεῖ τή γλυκύτητα τῆς παρουσίας Του στή ζωή του, γίνεται μέτοχος τῆς μαρτυρίας τοῦ Θεοῦ Πατέρα, πού ξεκινᾶ ἀπό τόν ῎Ιδιο τόν πρῶτο μάρτυρα ᾽Εκείνου τόν ᾽Ιησοῦ Χριστό – «ἐγώ ἦλθον ἵνα μαρτυρήσω τῇ ἀληθείᾳ» (᾽Ιωάν. 18, 37) - καί συνεχίζεται καί ἁπλώνεται μέσα πιά ἀπό τούς πιστεύοντες σ᾽ Αὐτόν. «Οὐδείς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐάν μή ὁ Πατήρ ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν» (᾽Ιωάν. 6, 44). ῎Ετσι καί στήν περίπτωση τῆς Σαμαρείτιδας. Γίνεται, ἐν ἀγνοίᾳ της στή φάση αὐτή, τό ὄργανο τοῦ Θεοῦ γιά νά καλέσει μέσα ἀπό τήν προσωπική της ἐμπειρία καί τούς ἄλλους Σαμαρεῖτες. Καί βεβαίως δέν σταμάτησε μόνον ἐκεῖ˙ μετά τήν πλήρη ἐνσωμάτωσή της στόν Χριστό διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, κινήθηκε ἱεραποστολικά μέσα στά ὅρια τῆς Σαμαρείας, ἀλλά καί ἀλλοῦ. Καί ἐπισφράγισε τήν ὅλη ἐν Χριστῷ πορεία της μέ τό μαρτύριο τοῦ αἵματός της, ἀφοῦ στό διωγμό τοῦ Νέρωνα, λίγο μετά τό ἥμισυ τοῦ 1ου αἰ., καί αὐτή ἀλλά καί σχεδόν ὅλοι οἱ συγγενεῖς της ἔδωσαν τή ζωή τους πρός χάρη τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ.

3. Οἱ Σαμαρεῖτες λοιπόν, γιά νά ἐπανέλθουμε, πίστεψαν σέ πρώτη φάση ἀπό τό λόγο τῆς μετέπειτα ἁγίας Φωτεινῆς. Προχώρησαν ὅμως καί στή δεύτερη φάση τῆς πίστεως, στήν προσωπική ἐμπειρία: «αὐτοί γάρ ἀκηκόαμεν καί οἴδαμεν». Κι ἄν κανείς δέν φτάσει σ᾽ αὐτό τό δεύτερο βῆμα - ἡ πίστη ἐξ ἀκοῆς νά γίνει αὐτηκοΐα καί ἐμπειρία ζωῆς - δέν ὁλοκληρώνει ποτέ τή δυναμική πορεία τῆς χριστιανικῆς πίστεως. Θά παραμένει πάντοτε σ᾽ ἐπίπεδο νηπιακό, πού σημαίνει ὅτι ἡ διψυχία καί ἡ ὀλιγοπιστία, μέ τά ἀποτελέσματα τῆς ἀκαταστασίας (Πρβλ. ᾽Ιακ. 1,8 ), θά ταλαιπωροῦν τήν ὅλη ζωή του, γιά νά φτάσει κατά πᾶσα πιθανότητα σέ πλήρη ἄρνηση αὐτῆς ἤ σέ μιά πίστη θρησκευτικοῦ τύπου, πού συνιστᾶ μιά ἐπιφανειακή ἰδεολογία καί πού βεβαίως δέν ἔχει τή δύναμη νά ἀλλοιώσει θετικά τή ζωή του. Κι αὐτό φαίνεται νά εἶναι καί τό δράμα πολλῶν συγχρόνων Χριστιανῶν: παραμένουν μόνον σ᾽ ὅ,τι ἄκουσαν καί ἔμαθαν καί ἀποδέχτηκαν ἀπό τούς γονεῖς τους ἤ κάποιους ἄλλους ἀνθρώπους στά πρῶτα τους χρόνια καί δέν θέλησαν αὐτήν τήν πρώτη πίστη πού παρέλαβαν νά τήν κάνουν καί δική τους ἐμπειρία καί δικό τους βίωμα. ῎Ετσι παρέμειναν καί παραμένουν ἀκόμη Χριστιανοί κατ᾽ ὄνομα, ὁπότε ἰσχύει καί γι᾽ αὐτούς ὅ,τι ὀνόμασε ὁ μεγάλος σύγχρονος ὅσιος Παΐσιος, ἀλλά και ἄλλοι πρό αὐτοῦ,  σύνδρομο «τοῦ ἄδειου σακκιοῦ». ῎Ανθρωποι δηλαδή πού ἐντάχθηκαν μέν στόν χριστιανισμό διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, ἀλλά πού δέν ἐνεργοποίησαν καθόλου τή χαρισματική αὐτή κατάσταση.

 4. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος βέβαια ἔχει ἀποκαλύψει τί γίνεται σ᾽ αὐτές τίς περιπτώσεις καί ἡ ἀποκάλυψή Του αὐτή ἠχεῖ πολύ φοβερά καί ζοφερά: πρόκειται γιά τούς «πιστούς» πού γίνονται μέν κλαδιά στό δένδρο ᾽Εκείνου, κλήματα στό ἀμπέλι Του, ἀλλά μή παραμένοντας ἑνωμένοι μαζί Του διά τῶν ἁγίων Του ἐντολῶν καί τῆς συμμετοχῆς τους συνεπῶς στήν ἐν μετανοίᾳ Θεία Εὐχαριστία, ξηραίνονται καί ἀποκόπτονται καί εἰς πῦρ βάλλονται (Πρβλ. ᾽Ιωάν. 15, 1ἑξ.). Στήν περίπτωση ἀπό τήν ἄλλη πού ἕνας πιστός ἀποκτήσει προσωπική σχέση μέ τόν Χριστό, γίνει αὐτήκοός Του καί νιώθει τήν παρουσία Του στή ζωή του, πού σημαίνει ὅτι ἔχει ὀρθά ἐκκλησιοποιηθεῖ, ζώντας ὡς μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, τῆς ἁγίας Του ᾽Εκκλησίας, τότε θά διαπιστώνει διαρκῶς ὅτι ἡ ἔκπληξη ἀπό τήν ἀδιάκοπα παρεχόμενη χάρη τοῦ Θεοῦ σ᾽ αὐτόν θά εἶναι μιά μόνιμη κατάσταση. Θά ὁδεύει πάντοτε «ἐκ πίστεως εἰς πίστιν καί ἀπό δόξης εἰς δόξαν», δεδομένου ὅτι ἡ ἐμπειρία τοῦ Χριστοῦ εἶναι μιά ἀτέλεστη πορεία, μιά συνεχής αὔξηση σ᾽ ἐπίπεδα θεώσεως, κάτι πού μᾶς φανερώνουν, συνεσκιασμένα καί ταπεινά, οἱ ἅγιοί μας.

Κρίμα πάντως νά  εἶναι «στό χέρι μας» ἡ δύναμη καί ἡ χαρά τῆς προσωπικῆς πίστεως στόν Χριστό, αὐτῆς πού συνιστᾶ καί τή λύση ὅλων τῶν οὐσιωδῶν προβλημάτων τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως, κι ἐμεῖς νά μένουμε στά «ξυλοκέρατα» τῶν πρώτων βημάτων τῆς πίστεως τῶν ἀρχαρίων.

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ

«Ὁ Ἅγιος Μεγαλομάρτυς Χριστοφόρος καταγόταν ἀπὸ ἡμιβάρβαρη φυλὴ καὶ ὀνομαζόταν Ρεμπρόβος, ποὺ σημαίνει ἀδόκιμος, ἀποδοκιμασμένος, κολασμένος. Πιθανότατα ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Δεκίου (249 – 251), ὅταν στὴν Ἀντιόχεια Ἐπίσκοπος ἦταν ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Βαβύλας († 4 Σεπτεμβρίου).

Ὁ Ἅγιος ὡς πρὸς τὴν ἐξωτερικὴ ἐμφάνιση ἦταν τόσο πολὺ ἄσχημος, γι’ αὐτὸ καὶ ἀποκαλεῖτο «κυνοπρόσωπος».

Ἡ μεταστροφή του στὸν Χριστὸ ἔγινε μὲ τρόπο θαυμαστό. Συνελήφθη αἰχμάλωτος σὲ μάχη, ποὺ διεξήγαγε τὸ ἔθνος του μὲ τὰ Ρωμαϊκὰ αὐτοκρατορικὰ στρατεύματα. Κατατάγηκε στὶς Ρωμαϊκὲς λεγεῶνες καὶ πολέμησε κατὰ τῶν Περσῶν, ἐπὶ Γορδίου καὶ Φιλίππου.

Ὅταν ἦταν ἀκόμη κατηχούμενος, γιὰ νὰ εὐχαριστήσει τὸν Χριστό, ἐγκαταστάθηκε σὲ ἐπικίνδυνη δίοδο ποταμοῦ καὶ μετέφερε δωρεὰν ἐπὶ τῶν ὤμων του ἐκείνους ποὺ ἐπιθυμοῦσαν νὰ διέλθουν τὸν ποταμό.  Μία μέρα παρουσιάσθηκε πρὸς αὐτὸν μικρὸ παιδί, τὸ ὁποῖο τὸν παρακάλεσε νὰ τὸν περάσει στὴν ἀπέναντι ὄχθη. Ὁ Ρεμπρόβος πρόθυμα τὸ ἔθεσε ἐπὶ τῶν ὤμων του καὶ στηριζόμενος ἐπὶ τῆς ράβδου του εἰσῆλθε στὸν ποταμό. Ὅσο ὅμως προχωροῦσε, τόσο τὸ βάρος τοῦ παιδιοῦ αὐξανόταν, ὥστε μὲ μεγάλο κόπο κατόρθωσε νὰ φθάσει στὴν ἀπέναντι ὄχθη. Μόλις ἔφθασε στὸν προορισμό του, κατάκοπος εἶπε στὸ παιδὶ ὅτι καὶ ὅλο τὸν κόσμο νὰ σήκωνε δὲν θὰ ἦταν τόσο βαρύς. Τὸ παιδὶ τοῦ ἀπάντησε: «Μὴν ἀπορεῖς, διότι  δὲν μετέφερες μόνο τὸν κόσμο ὅλο, ἀλλὰ καὶ τὸν πλάσαντα αὐτόν. Εἶμαι Ἐκεῖνος στὴν ὑπηρεσία τοῦ Ὁποίου ἔθεσες τὶς δυνάμεις σου καὶ σὲ ἀπόδειξη αὐτοῦ φύτεψε τὸ ραβδί σου καὶ αὔριο θὰ ἔχει βλαστήσει», καὶ ἀμέσως ἐξαφανίσθηκε. Ὁ Ρεμπρόβος φύτεψε τὴν ράβδο καὶ τὴν ἑπομένη τὴν βρῆκε πράγματι νὰ ἔχει βλαστήσει. Μετὰ τὸ περιστατικὸ αὐτὸ βαπτίσθηκε Χριστιανὸς ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἱερομάρτυρα Βαβύλα, ὁ ὁποῖος τὸν μετονόμασε σὲ Χριστοφόρο. Ἡ ἄκτιστη θεία Χάρη, ποὺ ἔλαβε τὴν ὥρα τοῦ βαπτίσματος καὶ τοῦ Χρίσματος, μεταμόρφωσε ὅλη του τὴν ὕπαρξη. Καὶ αὐτὴ ἀκόμα ἡ δύσμορφη ὄψη του φαινόταν φωτεινότερη καὶ ὀμορφότερη.

Στὴν Ὀρθόδοξη ἁγιογραφία ὁ Ἅγιος εἰκονίζεται νὰ μεταφέρει στὸν ὦμο του τὸν Χριστό. Ἐξ ἀφορμῆς ἴσως τοῦ γεγονότος αὐτοῦ θεωρεῖται προστάτης τῶν ὁδηγῶν καὶ στὸ Μικρὸν Εὐχολόγιον καὶ συγκεκριμένα στὴν Ἀκολουθία «ἐπὶ εὐλογήσει νέου ὀχήματος» ὑπάρχει, πρῶτο στὴ σειρά, τὸ ἀπολυτίκιό του.

Κατὰ τὸν τότε ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν διωγμό, λίγο μετὰ τὴν βάπτισή του, εἶδε Χριστιανοὺς νὰ κακοποιοῦνται ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες. Ἀπὸ ἀγανάκτηση ἐπενέβη καὶ ἔκανε δριμύτατες παρατηρήσεις πρὸς αὐτούς, διέφυγε δὲ τὴ σύλληψη χάρη στὸ γιγαντιαῖο του παράστημα καὶ τὴν ἡράκλεια δύναμή του. Καταγγέλθηκε ὅμως στὸν αὐτοκράτορα καὶ διατάχθηκε ἡ σύλληψή του. Γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸ ἀπεστάλησαν διακόσιοι στρατιῶτες. Αὐτοί, ἀφοῦ ἐρεύνησαν σὲ διάφορα μέρη, τὸν βρῆκαν κατὰ τὴν στιγμὴ τὴν ὁποία ἑτοιμαζόταν νὰ γευματίσει ἕνα κομμάτι ξερὸ ψωμί. Κατάκοποι οἱ στρατιῶτες καὶ πεινασμένοι ζήτησαν ἀπὸ τὸν Ἅγιο Χριστοφόρο νὰ τοὺς δώσει νὰ φάγουν καὶ ὡς ἀντάλλαγμα τοῦ ὑποσχέθηκαν ὅτι δὲν θὰ τὸν κακομεταχειρίζονταν. Ἕνας ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες, βλέποντας ὅτι πλὴν τοῦ ξεροῦ ἄρτου δὲν ὑπῆρχε καμία ἄλλη τροφή, εἰρωνευόμενος τὸν Χριστοφόρο, τοῦ εἶπε ὅτι εὐχαρίστως θὰ γινόταν Χριστιανός, ἐὰν εἶχε τὴν δύναμη νὰ τοὺς χορτάσει ὅλους μὲ τὸ κομμάτι ἐκεῖνο τοῦ ἄρτου. Τότε ὁ Ἅγιος, ἀφοῦ γονάτισε, ἄρχισε νὰ παρακαλεῖ τὸν Χριστὸ νὰ πολλαπλασιάσει τὸ κομμάτι ἐκεῖνο τοῦ ἄρτου, ὅπως πολλαπλασίασε τοὺς πέντε ἄρτους στὴν ἔρημο, γιὰ νὰ χορτάσουν οἱ πεινῶντες στρατιῶτες καὶ νὰ φωτισθοῦν στὴν ἀναγνώριση καὶ ὁμολογία Αὐτοῦ. Ἡ παράκληση τοῦ Ἁγίου εἰσακούσθηκε καὶ τὸ τεμάχιο τοῦ ἄρτου πολλαπλασιάσθηκε. Βλέποντας οἱ στρατιῶτες τὸ θαῦμα αὐτό, προσέπεσαν στὰ πόδια τοῦ Ἁγίου καὶ τὸν παρακαλοῦσαν νὰ τοὺς γνωρίσει καλύτερα τὸν Θεό του. Ὁ Ἅγιος ἐξέθεσε μὲ ἁπλότητα τὴ Χριστιανικὴ διδασκαλία καὶ ἀφοῦ ὅλοι ἐξέφρασαν τὴν ἐπιθυμία νὰ γίνουν Χριαστιανοί, τοὺς ὁδήγησε πρὸς τὸν Ἐπίσκοπο Ἀντιοχείας Βαβύλα, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ τοὺς κατήχησε, τοὺς βάπτισε. Ὅταν ὁ αὐτοκράτορας Δέκιος πληροφορήθηκε τὸ γεγονός, τοὺς μὲν στρατιῶτες συνέλαβε καὶ ἀποκεφάλισε, τὸν δὲ Χριστοφόρο προσπάθησε μὲ ὑποσχέσεις καὶ κολακεῖες νὰ μεταπείσει, ἀλλὰ οἱ προσπάθειές του προσέκρουσαν στὴν ἐπίμονη ἄρνηση αὐτοῦ. Κατόπιν τούτου ἔστειλε πρὸς αὐτὸν δύο διεφθαρμένες γυναῖκες, τὴν Ἀκυλίνα καὶ τὴν Καλλινίκη, ἐλπίζοντας ὅτι μὲ τὰ θέλγητρά τους θὰ τὸν σαγήνευαν καὶ θὰ τὸν παρέσυραν. Οἱ δύο γυναῖκες, ἀφοῦ ἄκουσαν τὴν προτροπὴ τοῦ Ἁγίου, γιὰ νὰ ἐπανέλθουν στὸν δρόμο τῆς ἁγνότητας καὶ τῆς ἀρετῆς, ἔγιναν Χριστιανὲς καί, ἀφοῦ παρουσιάσθηκαν ἐνώπιον τοῦ αὐτοκράτορος Δεκίου, ὁμολόγησαν τὸν Χριστό. Γι’ αὐτὸ καὶ βρῆκαν μαρτυρικὸ θάνατο.

Στὴ συνέχεια ὁ Ἅγιος Χριστοφόρος ὑποβλήθηκε σὲ φρικτὰ βασανιστήρια καὶ τέλος ὑπέστη τὸν δι’ ἀποκεφαλισμοῦ θάνατο τὸ 251.Ἡ Σύναξη αὐτοῦ ἐτελεῖτο στὸ Μαρτύριο αὐτοῦ κοντὰ στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου στὸ Κυπαρίσσιον καὶ στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Πολυεύκτου, πλησίον τῆς Ἁγίας Εὐφημίας τῶν Ὀλυβρίου»

 (Ιστολόγιο «ΜΕΓΑΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ»).                           

Έχει πολλές φορές ειπωθεί ότι η μελέτη των βίων των αγίων είναι από τα σημαντικότερα αναγνώσματα για την πνευματική προκοπή των χριστιανών. Κι αυτό γιατί η ζωή τους αποτελεί την ενσάρκωση του Ευαγγελίου, την έμπρακτη επιβεβαίωση αυτού που μαρτυρεί ο λόγος του Θεού. Ό,τι βλέπουμε στον ίδιο τον Κύριο Ιησού Χριστό, στον Οποίο ο λόγος ήταν η έκφραση της ζωής Του και η ζωή Του ήταν ο υπομνηματισμός του λόγου Του, κατά τον ίδιο τρόπο, σ᾽ έναν βαθμό, βλέπουμε και στους αγίους μας. Κι ιδιαιτέρως σ᾽ εκείνες τις στιγμές τους που καταθέτουν και την ίδια τη ζωή τους θυσία για την αγάπη του Θεού. Από την άποψη αυτή τα ανδραγαθήματα των αγίων, τα μαρτύρια που πέρασαν και ο τρόπος που τα αντιμετώπιζαν αποτελούν για τους πιστούς τη δίοδο για να δέχονται τη χάρη του Θεού. Αυτός δηλαδή που ενίσχυε τους αγίους στα μαρτύριά τους, η χάρη που τους έδιδε ώστε να αντέχουν και να υπερβαίνουν τα βάσανα, ο Ίδιος Αυτός διοχετεύεται και στους πιστούς όταν εν πίστει και αγάπη έρχονται σε επαφή με ό,τι υπέστησαν οι μάρτυρες για χάρη του Κυρίου. Κι αυτό σημαίνει ότι χριστιανός που δεν μελετά τους βίους των αγίων μας στερεί τον εαυτό του από μία ιδιαίτερη χάρη που προσφέρει ο Κύριος στον κόσμο. Την αλήθεια αυτή επισημαίνει ήδη από το πρώτο στιχηρό του εσπερινού ο άγιος υμνογράφος: «Εμπρός ας τιμήσουμε τους άθλους του Χριστοφόρου, μέσω των οποίων πηγάζει σ᾽ εμάς η αέναη χάρη του Χριστού που δίνει τη ζωή». Γι᾽ αυτό και δεν είναι υπερβολή ο λόγος του ότι «το μνημόσυνο του μάρτυρα μας προσφέρει ως εωδία με έντονο μάλιστα τρόπο τα πολύαθλα πάθη των αγωνισμάτων του, σαν να μυρίζει κανείς την έντονη και μεθυστική μυρωδιά των ανοιξιάτικων τριαντάφυλλων»  (στιχηρό εσπερινού).

Ο άγιος Θεοφάνης, ο ποιητής του κανόνα του αγίου Χριστοφόρου, τονίζει με έμφαση την παραπάνω αλήθεια, σημειώνοντας όμως ότι η μέθεξη της χάρης του Θεού μέσω του μαρτυρίου ενός αγίου συμβαίνει μόνον  στους πιστούς, μόνο δηλαδή  σε εκείνους που επίσης είναι  χριστοφόροι σαν τον άγιο Χριστοφόρο, που εκτός από τη χάρη είχε και το όνομα. Με άλλα λόγια, ένας άσχετος προς τη χριστιανική πίστη, ένας αβάπτιστος ας πούμε ή και ένας βαπτισμένος μεν αλλά που δεν έχει ενεργοποιήσει το βάπτισμά του και ζει ως άθεος εν τω κόσμω, όχι μόνο δεν μπορεί να οσφρανθεί τη χάρη του μαρτυρίου, αλλά μπορεί και να διακωμωδήσει το μαρτύριο και να βλασφημήσει τον άγιο, περιπίπτοντας στη βλασφημία του αγίου Πνεύματος, ως αδυναμία οράσεως της παρουσίας του Θεού στη ζωή ενός αγίου. Πώς φανερώνει την αλήθεια αυτή ο άγιος Θεοφάνης; Όχι μία φορά καλεί προς δοξολογία του μάρτυρα τους χριστοφόρους ανθρώπους. «Εμπρός σήμερα όλοι οι χριστοφόροι και θεόφρονες ας ανυμνήσουμε με ευσέβεια τη μνήμη του Χριστοφόρου, του μάρτυρα της αλήθειας» (ωδή α´). Και στους στίχους του συναξαρίου του αγίου σημειώνει: «Εγώ ως χριστοφόρος γνωρίζω εσένα τον Χριστοφόρο, που θυσιάστηκες προς  χάρη του Χριστού του Θεού με ξίφος».

Ο εκκλησιαστικός ποιητής στον κανόνα του δεν κάνει καθόλου λόγο ούτε για τη δυσμορφία του προσώπου του αγίου Χριστοφόρου ούτε και για το περιστατικό της μεταφοράς στους ώμους του του παιδίου Χριστού. Εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι η ωραιότητα της ψυχής του αγίου, η οποία πλημμύριζε από την αγάπη προς τον Χριστό και την αδιάκοπη μελέτη για την απόλαυση της βασιλείας Του, μελέτη μάλιστα  που αποτελούσε και την τροφή του αγίου Χριστοφόρου. «Η θεοφιλής σου ψυχή τρεφόταν με την αγάπη, καθώς μελετούσε, Χριστοφόρε, την απόλαυση της βασιλείας του Χριστού» (ωδή γ´). Η επικέντρωση στην ομορφιά της ψυχής του αγίου αποτελεί προφανώς και την απάντηση για τις παραπάνω δύο ῾ελλείψεις᾽ - η δυσμορφία του προσώπου του αγίου εξαφανίζεται από την εσωτερική ωραιότητα, κατά το λόγιο της Γραφής «καρδίας ευφραινομένης πρόσωπον θάλλει», το πρόσωπο του ανθρώπου ζωντανεύει και ομορφαίνει, όταν η καρδιά ευφραίνεται· η μεταφορά του παιδίου Χριστού στους ώμους του αγίου ερμηνεύεται είτε ως μή αποδοχή από τον υμνογράφο της πραγματικότητας του περιστατικού είτε ως συμβολική αποδοχή, με την έννοια ότι ο άγιος Χριστοφόρος, όπως δηλώνει και το όνομά του, έφερε στην καρδιά του πάντοτε τον Χριστό, ως πράγματι λοιπόν και ονόματι Χριστοφόρος.

Η στερέωση της διάνοιας του αγίου πάντοτε στον Χριστό, φανέρωση της αγάπης του προς Εκείνον,  ήταν αυτή που του έδινε και τη δύναμη να αντέχει και τους πόνους βεβαίως του μαρτυρίου, αλλά και τους πειρασμούς άλλου μεγάλου μαρτυρίου: της σάρκας. Ο άγιος υμνογράφος δεν αφήνει ασχολίαστα και τα δύο. «Αγάπησες με τον τρόπο που έπρεπε την πιο ψηλή κορφή των επιθυμητών στον κόσμο, τον ίδιο τον Χριστό, αθλοφόρε, γι᾽ αυτό και δεν αισθανόσουν τους κόπους καθώς σε καταξέσχιζαν, έχοντας στερεωμένη τη διάνοιά σου πάντοτε στον Δεσπότη σου» (ωδή ς´). «Το φίδι, ο διάβολος δηλαδή, όπως κάποτε στον προπάτορα Αδάμ, σου πρόσφερε, μάρτυς, την πείρα των γυναικών. Ηττήθηκε όμως και ντροπιάστηκε, αποδεικνύοντας τους πειρασμούς παγίδες για τον ίδιο»  (ωδή δ´).  

Παρασκευή 8 Μαΐου 2026

ΝΑ ΠΕΙΣ: «ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ, ΧΡΙΣΤΕ. ΣΕ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ, ΧΡΙΣΤΕ!»

Είπε ο Γέροντας Ανανίας για την προσευχή: «Μου έλεγε ο Γέροντας Πορφύριος: “Μην κάθεσαι σπίτι σου κάθε φορά και διαβάζεις Ακολουθίες κτλ. με το ζόρι. Άμα μπορείς, διάβασε. Μη ζορίζεις τον εαυτό σου. Κάνε την προσευχούλα σου”. Η ακολουθία απαιτεί πλήρωμα. Απαιτεί κόσμο. Μερικοί κάθονται, διαβάζουν το Απόδειπνο, και το διαβάζουν τόσο γρήγορα, που δεν καταλαβαίνουν ούτε οι ίδιοι τι λένε. Το λένε: “Να πω το Απόδειπνο”. Δεν είναι να πεις το Απόδειπνο. Να πεις: “Καληνύχτα, Χριστέ. Σε ευχαριστώ, Χριστέ”. Ή ένα Πάτερ ημών. Κι άμα το ξεχάσεις και στη μέση, δεν πειράζει» (Γέρων Ανανίας Κουστένης, Λόγοι για τον άγιο Νεκτάριο, τόμος Δ΄).

Τι φαίνεται να είναι το ζητούμενο στην προσευχή για τον μεγάλο όσιο Πορφύριο συμβουλεύοντας τον μακαριστό Γέροντα Ανανία και δι’ αυτού όλους μας; Όχι να μην προσεύχεται με τα βιβλία της Εκκλησίας, αλλά να μη «καταντά» η προσευχή του  ένα «ζόρι». Και πότε «ζορίζεται» από την προσευχή ο άνθρωπος; Όταν πιέζει τον εαυτό του να κάνει το «περισσόν». Απευθύνεται βεβαίως στον άγιο πατέρα Ανανία ο όσιος,  που γνωρίζει καλά ότι όχι μόνον ήταν φιλακόλουθος – η τρυφή και η «τροφή» του ήταν να λειτουργεί και να επιτελεί τις ακολουθίες της Εκκλησίας μας καθημερινά -  αλλά φαίνεται ότι ξεπερνούσε κάποιες φορές τα όρια. Ακόμα και στις περιπτώσεις που ήταν κατάκοιτος, που οι αρρώστιες του τον είχαν «τσακίσει», εκείνος μη θέλοντας να αφήσει το «τυπικό» του συνέχιζε να επιτελεί τις ακολουθίες. Γι’ αυτό και η προτροπή του: «Άμα μπορείς, διάβασε. Μη ζορίζεις τον εαυτό σου». Οπότε, στην περίπτωση αυτή προβάλλονται δύο πράγματα: αφενός η μέχρι θανάτου αγαπητική αναφορά στον Κύριο του Γέροντα Ανανία, αφετέρου η τεράστια διάκριση του οσίου Πορφυρίου. «Μη ξεπερνάς τα όριά σου» ήταν σαν να λέει ο όσιος στον Γέροντα. «Γιατί θα καταβληθείς και δεν θα μπορείς μετά να επιτελείς τίποτε».

Και πράγματι. Είναι σαφής και πάγια η θέση αυτή των διακριτικών αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας, να μην προβαίνουμε δηλαδή σε υπερβολές, γιατί οι υπερβολές είναι των δαιμόνων. Προτιμότερο είναι το λίγο, αλλά σταθερό και καθημερινό, παρά το πολύ και υπερβολικό, το οποίο όμως σύντομα θα το σταματήσουμε ελλείψει σωματικών δυνάμεων. Είναι κάτι παρεμφερές ίσως με ό,τι συμβουλεύουν οι άγιοι και στο θέμα της νηστείας αλλά και στο θέμα της μελέτης πνευματικών βιβλίων: Διακριτική νηστεία και διακριτική μελέτη αλλά συνεχής, παρά παρατεταμένη και αναγκαστικά έπειτα μηδαμινή. Ο μακαριστός Γέρων Ανανίας μάλιστα επισημαίνει στο θέμα της προσευχής και το αυτονόητο αρνητικό στοιχείο και αδιάκοπα εμπειρικά επιβεβαιούμενο από πολλούς καλοπροαίρετους χριστιανούς: Όταν κανείς λειτουργεί αδιάκριτα και υπό ψυχική πίεση, τότε θέλοντας να επιτελέσει τα «τυπικά» χάνει την ουσία και τον σκοπό. Το παράδειγμα που φέρνει: «Μερικοί κάθονται, διαβάζουν το Απόδειπνο, και το διαβάζουν τόσο γρήγορα, που δεν καταλαβαίνουν ούτε οι ίδιοι τι λένε». Και τι λένε οι Πατέρες επ’ αυτού; Αν εσύ που λες τις προσευχές δεν τις ακούς, πώς θέλεις να τις ακούσει ο Θεός; «Προσεύχεσθε – σημειώνει ο άγιος Ιάκωβος ο αδελφόθεος στην Καινή Διαθήκη – αλλά δεν λαμβάνετε αυτά που ζητάτε από τον Θεό, διότι κακώς αιτείσθε, κακώς προσεύχεσθε». Δεν είναι να προσευχηθεί απλώς κανείς, αλλά το πώς θα προσευχηθεί. Κι ο Φαρισαίος της γνωστής παραβολής προσευχήθηκε, αλλά όχι μόνον δεν δικαιώθηκε, αλλά κατακρίθηκε από τον Κύριο.

Ποια η σωστή προϋπόθεση για τον όσιο Πορφύριο και τον άγιο Γέροντα Ανανία της προσευχής; Να πηγάζει από καρδιά που αγαπά τον Κύριο και στέκεται απέναντί Του με ευχαριστία και με ευγνωμοσύνη. Να υπάρχει η αίσθηση της προσωπικής σχέσεως, του παιδιού έναντι του Πατέρα του. «Να πεις: καληνύχτα, Χριστέ˙ σ’ ευχαριστώ, Χριστέ». Δεν είναι η αίσθηση αυτή της εμπιστοσύνης στον Χριστό, του «αφήματος» στα χέρια Του, εκείνο που κατεξοχήν Τον συγκινεί και τον κινητοποιεί με θερμή αγάπη απέναντί μας; Κι είναι σημαντική, νομίζουμε, η επισήμανση του οσίου ότι αυτού του είδους η αναφορά στον Κύριο είναι «προσευχή». Διότι κάνει τη διάκριση: άλλο η ακολουθία που απαιτεί κόσμο και πλήρωμα λαού και άλλο η «προσευχούλα σου». Πολλές φορές δηλαδή, καταλαβαίνουμε, ότι το κράτημα του «τυπικού» κατ’ ιδίαν και όχι εν Εκκλησία, χωρίς να έχουμε δυνάμεις και θέρμη καρδίας, δεν αποτελεί προσευχή αποδεκτή από τον Κύριο – λειτουργεί ένας Φαρισαϊσμός που είπαμε παραπάνω. Γι’ αυτό και ο Γέρων Ανανίας έκτοτε και με απόλυτη επίγνωση, συγκαταβαίνοντας στην πραγματική αδυναμία των ανθρώπων, ιδίως των αρρώστων ή των γερόντων ή των μητέρων με μικρά παιδιά, έλεγε «ελάτε στην Εκκλησία έστω και αργά, έστω μισή ώρα, έστω ένα τέταρτο!» - εν αντιθέσει σε ό,τι έλεγε προς κληρικούς για παράδειγμα, όταν για διαφόρους λόγους, όχι τόσο σημαντικούς, απείχαν από τη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας˙ εκεί γινόταν αυστηρός!

Τι γενικότερο συμπέρασμα μπορούμε να βγάλουμε; Να προσευχόμαστε όσο μπορούμε, και κατ’ ιδίαν, με τον εκκλησιαστικό τρόπο, με τα βιβλία δηλαδή της Εκκλησίας μας. Αλλά να προηγείται μία ετοιμασία, έστω και πολύ σύντομη: είτε διαβάζοντας κάτι πατερικό και πνευματικό που θα μας εισαγάγει στην ατμόσφαιρα της καρδιακής προσευχής, που περικλείεται στα θεόπνευστα λόγια των εκκλησιαστικών βιβλίων˙ είτε ξεκινώντας την προσευχή μας με δικά μας λόγια, της καρδιάς μας που μας φέρνουν ενώπιους Ενωπίω Θεώ μας. Διαφορετικά το ξεκίνημα του διαβάσματος ακολουθιών, εική και ως έτυχε όπως λέμε, θα φαίνεται να λειτουργεί για εμάς εξωτερικά και «μακρινά», ως ένα «ζόρι» που θα το ακούνε μεν τα αυτιά μας, σίγουρα όμως όχι η καρδιά μας. Άρα και όχι ο Χριστός μας.

Με τα ίδια τα λόγια του μακαριστού Γέροντα: «Λεν οι Πατέρες, όταν αρχίζομε, μην αρχίζομε με όλα αυτά τα τυπικά και τα αυτά. Να μιλήσομε στον Χριστό και να Του πούμε τι έχομε. Να Τον μαλώσουμε; Να Τον μαλώσουμε. Να Τον ευχαριστήσουμε; Να Τον ευχαριστήσομε. Να Του παραπονεθούμε; Να Του παραπονεθούμε. Βεβαίως!  Γιατί έτσι κάνουμε επαφή, λέει ο άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης στην εν Χριστώ ζωή. Άγιος της Ρωσικής Ορθοδοξίας, Ορθόδοξος δηλαδή, πατέρας και διδάσκαλος. Να κάνουμε επαφή!  Κι άμα κάνεις μετά επαφή, παίρνεις και της Εκκλησίας τα βιβλία και τα διαβάζεις».