Δευτέρα 4 Μαΐου 2026

Η ΑΓΙΑ ΜΑΡΤΥΣ ΠΕΛΑΓΙΑ

«Η αγία Πελαγία ήταν από την Ταρσό, κατά τούς χρόνους του βασιλιά Διοκλητιανού. Άκουσε για την πίστη του Χριστού και ζήτησε να μάθει τι είναι αυτή. Τότε είδε σε όνειρο τον Επίσκοπο της περιοχής της να την βαπτίζει. Έφυγε λοιπόν από τη μητέρα της, τάχα ότι πηγαίνει στην παραμάνα της, ενώ πήγε προς τον Επίσκοπο. Αυτός φωτίστηκε από τον Θεό, την δέχτηκε και την βάπτισε. Έμαθε τι συνέβη ο υιός του βασιλιά που την ήθελε γυναίκα του, κι έγινε τόσο έξαλλος από τον έρωτα που τον διακατείχε, ώστε αυτοκτόνησε. Ο Διοκλητιανός τότε έστειλε και του έφεραν την παρθένο κόρη, κι επειδή δεν μπόρεσε να την μεταπείσει από την πίστη του Χριστού, πύρωσε έναν χάλκινο ταύρο και έβαλε μέσα την αγία. Εκεί η αγία δέχτηκε το τέλος της και το στεφάνι της ομολογίας της».

Δεν είναι τυχαία η αγία μάρτυς Πελαγία. Ήταν πλούσια και όμορφη κόρη που θα γινόταν βασίλισσα, καθώς την ήθελε γυναίκα του ο γιος του βασιλιά Διοκλητιανού. Κι όμως! Χωρίς να έχει κάποια ιδιαίτερη σχέση από την οικογένειά της με τη χριστιανική πίστη, όχι μόνο γίνεται χριστιανή, αλλά δίνει και τη ζωή της για τον Χριστό. Πώς; Καλώντας την ο Κύριος μέσω ενός ονείρου, το οποίο τελικά γίνεται ο δρόμος της για την ένταξή της στο Σώμα του Χριστού, την Εκκλησία, διά του αγίου βαπτίσματος. Πρόκειται για τις εξαιρετικές εκείνες περιπτώσεις ονείρων που η προέλευση δεν είναι φυσική ή δαιμονική, αλλά εκ Θεού. Και πώς είμαστε βέβαιοι για τη θεϊκότητα του ονείρου; Ήταν ο Επίσκοπος που με φωτισμό Θεού αναγνώρισε την κλήση με αυτόν τον τρόπο του Κυρίου. Διαφορετικά, γνωρίζουμε από τους αγίους μας ότι τα όνειρα στις περισσότερες περιπτώσεις αποτελούν μέσα παραπλάνησής μας, γι᾽ αυτό και πρέπει να μη δίνουμε σημασία και βάση σ᾽ αυτά. Κατά τη ρήση του αγίου Ιωάννου της Κλίμακος μάλιστα «όποιος πιστεύει στα όνειρα είναι παντελώς άπειρος και άσοφος».

Την αιτία της κλήσης του Κυρίου στην παρθένο κόρη περιγράφει επανειλημμένως ο άγιος υμνογράφος της Εκκλησίας μας: η αγία, έστω και σε άγνοια ευρισκόμενη, εκ βρέφους διψούσε για την αλήθεια. Κι από τότε, κατά πρόγνωση μάλιστα Θεού, είχε αναθέσει τον εαυτό της στον Δημιουργό. «Ανέθεσες, σεμνή, από βρέφος κατά πρόγνωση Θεού τον εαυτό σου στον Κτίστη σου» (ωδή α´). Κι όποιος διψάει για την αλήθεια, όποιος αναζητεί την αλήθεια, ανήκει, κατά τον λόγο του ίδιου του Κυρίου, σε Εκείνον. «Πας ο ων εκ της αληθείας ακούει μου της φωνής» (Ιωάν. 18, 37). Η αγία Πελαγία λοιπόν και πριν από το βάπτισμά της ήταν χριστιανή. Κι ο πόθος της για τον Κύριο φούντωσε, αφότου ένιωσε την κλήση Του και έγινε μέλος Του διά του βαπτίσματος. «Βρήκες, μάρτυς, αυτόν που σε οδήγησε στην πίστη, και με ευφροσύνη και χαρά έτρεξες γρήγορα στον ποθούμενο Κύριο, οπότε αξιώθηκες θαυμαστών θεωριών. Σαν κοπέλα δε έτρεξες πίσω από τον Νυμφίο σου» (στιχηρό εσπερινού). Το πλείστο των τροπαρίων της ακολουθίας της αγίας αναφέρονται στη  θερμή αυτή αγάπη της προς τον Κύριο, που της έδωσε βεβαίως και τη δύναμη να περιφρονήσει όλα τα ωραία του βίου τούτου και να θυσιάσει και την ίδια της τη ζωή. Για παράδειγμα: «Πυρώθηκες από τον πόθο του Χριστού και έτσι εισήλθες με ανδρείο φρόνημα στο σφοδρά καμμένο χαλκούργημα» (κάθισμα όρθρου). «Ο πόθος για τις ουράνιες ομορφιές αμαύρωσε τους επίγειους πόθους, αθληφόρε. Κι απέκτησες φτερά για τον Χριστό, φωνάζοντας και λέγοντας: Δόξα στη δύναμή Σου, Κύριε» (ωδή δ´).

Ο άγιος υμνογράφος σημειώνει και κάτι ιδιαιτέρως σημαντικό: η αγία με το μαρτύριό της, που αποδείκνυε περίτρανα την αγάπη της για τον Χριστό, έγινε και αληθινή θεολόγος. Κατά τους αγίους μας, ως γνωστόν, θεολόγος δεν είναι εκείνος που έχει πάρει ένα πτυχίο μίας θεολογικής Σχολής ούτε καν εκείνος που η γλώσσα του κινείται με ευκολία στις θεολογικές διδασκαλίες. Θεολόγος αληθινός είναι εκείνος που η ζωή του φανερώνει την παρουσία του Θεού, που η ζωή του είναι μία διαρκής προσευχή. «Ει αληθώς προσεύχη, θεολόγος ει, και ει θεολόγος ει, αληθώς προσεύχη». Η αλήθεια της πίστεως κατεξοχήν φανερώνεται την ώρα του μαρτυρίου. Την ώρα αυτήν κανείς δεν μπορεί να «παίξει» ή να κοροϊδέψει - είναι η ώρα της κρίσεως για την ίδια τη ζωή. Η αγία Πελαγία λοιπόν ως μάρτυς Κυρίου θεολογούσε τη δύναμη Εκείνου την ώρα του μαρτυρίου της. Κι αυτή η χαρισματική ώρα της ήταν εκείνη που καλούσε τον κόσμο στο να πιστέψει στον Κύριο. «Σαν αληθινότατη μάρτυς του Χριστού, πανεύφημε, θεολόγησες τη δύναμή Του, διδάσκοντας όλους με φρόνηση Θεού, και έλκυσες τους λαούς προς την αληθινή πίστη» (ωδή η´). 

ΔΙΑ ΣΕ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΓΕΓΟΝΑ...

«Ἐπί τῇ Προβατικῇ κολυμβήθρᾳ, ἄνθρωπος κατέκειτο ἐν ἀσθενείᾳ∙ καί ἰδών σε Κύριε ἐβόα∙ Ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, ἵνα, ὅταν ταραχθῇ τό ὕδωρ, βάλῃ με ἐν αὐτῷ∙ ἐν ᾧ δέ πορεύομαι, ἄλλος προλαμβάνει με, καί λαμβάνει τήν ἴασιν, ἐγώ δέ ἀσθενῶν κατάκειμαι. Καί εὐθύς σπλαγχνισθείς ὁ Σωτήρ, λέγει πρός αὐτόν∙ Διά σέ ἄνθρωπος γέγονα, διά σέ σάρκα περιβέβλημαι, καί λέγεις ἄνθρωπον οὐκ ἔχω; ἆρόν σου τόν κράββατον καί περιπάτει.  Πάντα σοι δυνατά, πάντα ὑπακούει, πάντα ὑποτέτακται∙ πάντων ἡμῶν μνήσθητι, καί ἐλέησον Ἅγιε, ὡς φιλάνθρωπος» (Εβδομάς Παραλύτου).

(Στην Προβατική κολυμβήθρα, βρισκόταν κατάκοιτος ένας άνθρωπος ασθενής. Κι όταν σε είδε, Κύριε, φώναζε δυνατά: Δεν έχω άνθρωπο, ώστε όταν ταραχθεί το ύδωρ να με βάλει μέσα σ’ αυτό. Την ώρα δε που πάω να μπω, άλλος με προλαβαίνει και παίρνει την ίαση, κι εγώ παραμένω ασθενής. Κι αμέσως τον σπλαχνίστηκε ο Σωτήρ και του λέγει: Για χάρη σου έγινα άνθρωπος, για χάρη σου περιβλήθηκα σάρκα, και λέγεις δεν έχω άνθρωπο; Σήκωσε το κρεβάτι σου και περπάτα. Όλα σε σένα είναι δυνατά, όλα σε υπακούνε, όλα σου έχουν υποταχτεί. Θυμήσου μας όλους και ελέησέ μας, Άγιε, ως φιλάνθρωπος).

Ένα από τα πιο ωραία για τα νοήματά του τροπάρια της Κυριακής του Παραλύτου, που επαναλαμβάνεται και τις επόμενες ημέρες Δευτέρα και Τρίτη,  είναι το παραπάνω δοξαστικό της Λιτής του εσπερινού σε ήχο πλάγιο του α΄, ποίημα του υμνογράφου Κουμουλά. Ο υμνογράφος δεν αναλίσκεται στη λεπτομερειακή περιγραφή του θαύματος του Κυρίου, όπως περιγράφεται στο Ευαγγέλιο: δεν αναφέρει ότι πρόκειται για την κολυμβήθρα Βηθεσδά που είχε πέντε στοές, δεν αναφέρει καν την ερώτηση του Κυρίου, όταν πλησίασε τον συγκεκριμένο ασθενή, αν θέλει να γίνει υγιής, δεν λέει ότι πρόκειται για παράλυτο άνθρωπο και μάλιστα επί τριάντα οκτώ ολόκληρα χρόνια. Το ενδιαφέρον του επικεντρώνεται στο παράπονο του παραλύτου ότι δεν έχει κανένα γνωστό να τον βοηθήσει να λάβει την ίαση την ώρα που ταράσσονται τα ύδατα, κυρίως δε στη θεραπευτική θαυματουργική ενέργεια του Κυρίου, εμπλουτισμένη όμως με θεολογικά σχόλια που δεν υπάρχουν αλλά υπονοούνται στο Ευαγγελικό ανάγνωσμα. 

 Είναι προφανές ότι ο υμνογράφος θέλει να προτάξει μέσα από το γεγονός της θεραπείας τη γενικότερη θέαση της σχέσης του Κυρίου Ιησού με κάθε άνθρωπο, ιδίως με τον πάσχοντα άνθρωπο, για να τονίσει αυτό που συνιστά τη σωτηρία πράγματι του ανθρώπου: την ενανθρώπηση του Θεού, την πραγματικότητα της σάρκωσής Του ως ανθρώπου («καί ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο»), διά της οποίας ο Χριστός, ως Θεός και άνθρωπος πια, έχει προσλάβει τον κάθε άνθρωπο μέσα Του και ο Ίδιος έχει γίνει η υπόθεση και η υπόσταση κυριολεκτικά της ζωής του. Τι άλλο μπορεί να εννοεί ο θεολόγος υμνογράφος όταν θέτει στο στόμα του Κυρίου τα «εννοούμενα»: «Διά σέ ἄνθρωπος γέγονα, διά σέ σάρκα περιβέβλημαι», παρά το γεγονός ότι μετά τον ερχομό Του ο άνθρωπος δεν στέκεται πια στο ίδιο επίπεδο με τα προ της παρουσίας του Χριστού: ξένος και αλλοτριωμένος του Θεού, αλλά έχει γίνει ίδιος με τον Κύριο, ταυτισμένος με Αυτόν, τόσο που η θέα του Χριστού πρωτίστως πραγματοποιείται μέσα από τη θέα του κάθε ανθρώπου που έχει αποδεχτεί Εκείνον στη ζωή του; («ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου, ἐμοί ἐποιήσατε»). 

Έχουμε την εντύπωση ότι τα μη ειπωμένα λόγια του Κυρίου παραπέμπουν στην εμπειρία του αποστόλου Παύλου όταν ομολογεί: «Αυτό που τώρα ζω σωματικά, είναι η ζωή της πίστεως στον Χριστό τον Υιό του Θεού, που με αγάπησε και παρέδωσε τον εαυτό Του για χάρη μου» («Ὅ δέ νῦν ζῶ ἐν σαρκί, ἐν πίστει ζῶ τῇ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, τοῦ ἀγαπήσαντός με καί παραδόντος ἑαυτόν ὑπέρ ἐμοῦ»). Κι είναι τα παραπάνω λόγια του Κυρίου, όπως τα υποθέτει ο υμνογράφος, εκείνα που πρέπει ανά πάσα στιγμή να μας συνέχουν ως πιστούς: σε κάθε διάσταση της ζωής μας, καλή ή κακή, μακάρια ή δυστυχή, με προβλήματα ή όχι, να νιώθουμε ότι Αυτός που είναι αδιάκοπα κοντά μας, κυριολεκτικά μέσα μας (κι εμείς μέσα Του), είναι ο Θεάνθρωπος Κύριος. Στον κάθε παράπονό μας ιδιαίτερα να ηχούν στα αυτιά μας τα τόσο παρήγορα και αληθινά λόγια Του: «Για χάρη σου έγινα άνθρωπος, για σένα κατέβηκα από τους Ουρανούς και περιβλήθηκα σάρκα, και λες ότι είσαι μόνος σου;» Ποτέ δεν είμαστε μόνοι μας. Γιατί είμαστε μέλη Του, γιατί Τον έχουμε ντυθεί, γιατί ο καθένας μας αποτελεί τον κατεξοχήν αγαπημένο Του. 

Όπως το διατυπώνει και ο άγιος Χρυσόστομος: «Εγώ είμαι ο Πατέρας σου, εγώ ο αδερφός σου, εγώ ο νυμφίος της ψυχής σου, εγώ το σπίτι σου, εγώ η τροφή σου, εγώ το ένδυμά σου, εγώ η ρίζα σου, εγώ το στήριγμα σου, εγώ είμαι κάθε τι που επιθυμείς, κοντά μου δε θα 'χεις ανάγκη τίποτε. Εγώ και θα σε υπηρετήσω, γιατί ήρθα να υπηρετήσω και όχι να με υπηρετήσουν. Εγώ είμαι και φίλος και μέλος του σώματος σου και κεφαλή και αδελφός και αδελφή και μητέρα, όλα εγώ για σένα, αρκεί να έχεις φιλικά αισθήματα απέναντι μου... Τι περισσότερο θέλεις;»

Κυριακή 3 Μαΐου 2026

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΙ ΑΠ’ ΑΥΤΟΥΣ

«Πήγαν κάποτε στον Γέροντα Πορφύριο έναν ασθενή. Και λέει, «Από πού είσθε σεις;» «Από κει». «Κι ήρθατε, βρε, σε μένα;», τους γλυκομάλωσε ο Γέροντας. Πνευματικό τέκνο του αγίου Νεκταρίου ο Γέροντας. «Σε μένα, πο ’χετε εκει πέρα δυο μεγάλους ποταμούς θαυματουργίας; Δυο μεγάλα αναστήματα; Ποια εκκλησιά έχει στο χωριό σας, βρε;» «Τους Αποστόλους Πέτρο και Παύλο» - «Του Σταυρού τα κέρατα», τη δύναμη. «Κι ήρθατε δω πέρα;» Κι οι άνθρωποι τον άκουσαν κι έκλαιγαν. «Τόσο μεγάλοι είναι οι Απόστολοι, παππούλη;» «Δεν υπάρχουν μεγαλύτεροι απ’ αυτούς. Είναι μετά τον Χριστόν αυτοί» (Γέρων Ανανίας Κουστένης, Λόγοι για τον άγιο Νεκτάριο, τόμ. Δ΄).

Τη σπουδαιότητα και τη μεγαλοσύνη των αγίων αποστόλων Πέτρου και Παύλου προβάλλει ο σοφός Γέροντας Ανανίας μέσα από περιστατικό με τον μεγάλο πνευματικό του όσιο Πορφύριο. Κι ενώ ο όσιος Πορφύριος τονίζει το πνευματικό ύψος των πρωτοθρόνων αποστόλων, ταυτοχρόνως αποκαλύπτει και τη δική του μεγαλοσύνη, συνέχεια του πνευματικού του, κατά τον Γέροντα, αγίου Νεκταρίου του θαυματουργού. Γιατί; Διότι αφενός νιώθει μπροστά στους Αποστόλους ελάχιστος και τιποτένιος, που θα πει ότι υπερυψώνεται κι αυτός μέσα από την ταπείνωσή του – «πας ο ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται» κατά τον Κύριο Ιησού Χριστό – αφετέρου συνεσκιασμένα κάπως φανερώνει το διορατικό του χάρισμα με τη «γνώση» ότι στον τόπο των αγνώστων του χριστιανών υπάρχει εκκλησία των πρωτοθρόνων αποστόλων Πέτρου και Παύλου.

Και αξίζει πράγματι να σχολιάσει κανείς και τα δύο αυτά. Πρώτα βεβαίως την κεντρική διδασκαλία της Εκκλησίας μας που υπενθυμίζει ο άγιος Πορφύριος περί των αγίων Αποστόλων. Οι άγιοι Απόστολοι, και μάλιστα οι Πέτρος και Παύλος, οι πρωτοκορυφαίοι, δεν είναι απλώς κάποιοι άγιοι μεταξύ των πολλών που υπάρχουν στην Εκκλησία μας, έστω και μεγάλοι, αλλά οι πρώτοι κυριολεκτικά όλων – «δεν υπάρχουν μεγαλύτεροι απ’ αυτούς. Είναι μετά τον Χριστόν αυτοί». Διότι υπάρχει διαβάθμιση στην αγιότητα. «Αστήρ αστέρος διαφέρει» όπως σημειώνει ο απόστολος Παύλος, όπως και από το καλό έδαφος, το έδαφος της αγιότητας, «αλλού καρποφορεί τριάντα, αλλού εξήντα, αλλού εκατόν» (ο Κύριος).

Οι άγιοι Απόστολοι, οι μαθητές του Κυρίου, μέσα στους οποίους εντάσσεται κατά αποκάλυψη Εκείνου και ο απόστολος Παύλος, συνιστούν «τα θεμέλια της Εκκλησίας». Ο Κύριος αυτούς «εξελέξατο» - «ουχ υμείς με εξελέξασθε, αλλ’ εγώ εξελεξάμην υμάς», όπως είπε - προκειμένου να γίνουν οι άμεσοι μάρτυρες της ζωής και της Αναστάσεώς Του κι έπειτα ακολουθούν όλοι οι άλλοι των μετέπειτα εποχών. Γι’ αυτό και δεν είναι τυχαίο ότι η αποκάλυψη του Κυρίου ως του ενανθρωπήσαντος Θεού τελειώνει με τον θάνατο και του τελευταίου των Αποστόλων. Οπότε, γνωρίζει κανείς ότι πράγματι είναι χριστιανός όταν βρίσκεται μέσα στο ποτάμι της δικής τους παραδόσεως, όταν η πίστη και η ζωή του είναι ακολουθία των δικών τους βημάτων, κατά το αντίστοιχο και με τα δικά τους βήματα: Ο Κύριος άφησε «υπογραμμόν ίνα επακολουθήσωμεν τοις ίχνεσιν αυτού» (απ. Πέτρος) – ακολουθώντας τους αποστόλους τον Κύριο ακολουθεί κανείς. Από την άποψη αυτή κατανοεί κανείς αυτό που συνιστά δόγμα για την πίστη μας, ότι πιστεύουμε και «εις μίαν, αγίαν, καθολικήν και αποστολικήν Εκκησίαν» (Σύμβολο της πίστεως). Η Εκκλησία μας είναι Αποστολική, διότι ακριβώς θεμελιώνεται στους Αποστόλους, με βασικό και κεντρικό θεμέλιο λίθο ασφαλώς τον Ίδιο τον Κύριο Ιησού Χριστό. «Αυτός εστιν η κεφαλή του σώματος».  

Πλην των πολλών άλλων μαρτυριών, εκείνος που με μοναδικό τρόπο εξαγγέλλει την αλήθεια αυτή περί της αποστολικότητας της Εκκλησίας είναι ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, ιδίως στην αρχή της Α΄ Καθολικής του επιστολής. Σημειώνει: «Ο εωράκαμεν και ακηκόαμεν, (περί του Λόγου της ζωής),  απαγγέλλομεν υμίν, ίνα και υμείς κοινωνίαν έχητε μεθ’ ημών˙ και η κοινωνία δε η ημετέρα μετά του πατρός και μετά του υιού αυτού Ιησού Χριστού». Για τον άγιο Ιωάννη δηλαδή δεν υπάρχει περίπτωση να κοινωνήσει κανείς τον Τριαδικό Θεό, τον Πατέρα, τον Υιό, το Άγιον Πνεύμα, χωρίς προηγουμένως να βρίσκεται σε κοινωνία με τους αποστόλους του Κυρίου. Και το επαναλαμβάνουμε: η κοινωνία αυτή είναι κοινωνία και πίστεως, αλλά και τρόπου ζωής. Πίστη και ζωή συνυπάρχουν αδιάσπαστα στην Εκκλησία μας, αυτό βλέπουμε στους αγίους Αποστόλους, γιατί αυτό είπε ο ίδιος ο αρχηγός της πίστεως, αυτό θεωρείται έτσι δεδομένο και για όλους τους πιστούς όλων των εποχών.

Κι αυτή ακριβώς η αποστολικότητα της Εκκλησίας συνυπάρχει και με το δεύτερο στοιχείο που αναφέραμε, την ταπείνωση του αγίου Πορφυρίου. Δεν μπορεί κανείς να ακολουθήσει γνήσια τους αποστόλους, δηλαδή δεν μπορεί να είναι σωστό μέλος της Εκκλησίας, αν το φρόνημά του δεν είναι το φρόνημα του Χριστού, δηλαδή της ταπείνωσης. Ό,τι με ποιητικό τρόπο αναφέρει και πάλι ο απόστολος Παύλος, ότι πρέπει να έχουμε το ίδιο φρόνημα οι πιστοί με τον Χριστό, που κένωσε τον εαυτό του και έγινε άνθρωπος, φανερώνοντας την άπειρη ταπείνωσή Του που γνώρισμά της έχει την απόλυτη υπακοή στο θέλημα του Θεού Πατέρα μέχρι σταυρικού θανάτου (πρβλ. Φιλ. 2, 5), το ίδιο επισημαίνουμε σε όλους τους αγίους κάθε εποχής, το ίδιο επισημαίνουμε και στον μέγα άγιο Πορφύριο. Κι είναι η ταπείνωση αυτή η σπουδαιότερη εξ όλων των αρετών, γιατί αυτή αποτελεί τη βάση και για την πίστη και για την αγάπη, όπως αυτή είναι που βλασταίνει και το μοσχομύριστο λουλούδι της διακρίσεως.

Κι είναι ευνόητο ότι η υπεροχική αυτή θέση των αγίων Αποστόλων στην Εκκλησία δεν «υποβαθμίζει» την Παναγία Μητέρα του Κυρίου μας. Διότι ασφαλώς η Παναγία μας είναι κατά την ποιητική έκφραση «Θεός μετά Θεόν», αυτή που υπέρκειται και των αγίων αγγέλων και των αρχαγγέλων, «η τιμιωτέρα των Χερουβείμ και η ενδοξοτέρα ασυγκρίτως των Σεραφείμ», όμως εδώ μιλάμε για τη θέση των Αποστόλων ως προς την εξαγγελία της πίστεως και την άμεση  μαρτυρία του Ιησού Χριστού στα πέρατα της Οικουμένης. Πρώτη ασφαλώς και Μοναδική λοιπόν η Υπεραγία Θεοτόκος από πλευράς αγιότητας πάντων των ανθρώπων, αλλά πρώτοι από την άλλη σε σχέση με όλους τους αγίους οι Απόστολοι λόγω όπως είπαμε του διακονήματος που τους ανέθεσε ο Κύριος: της μαρτυρίας Του σε όλα τα έθνη και για όλες τις εποχές. «Έθετο ο Θεός εν τη εκκλησία πρώτον αποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους…» (απ. Παύλος).   

Σάββατο 2 Μαΐου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ (ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ)

«μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μή χεῖρόν σοί τι γένηται» (Ιωάν. 5, 14)

Ο παράλυτος του σημερινού αναγνώσματος τριάντα οκτώ έτη ανέμενε την ίασή του με τον θαυματουργικό τρόπο δι᾽ αγγέλου που πρόσφερε η προβατική κολυμβήθρα. Και τελικώς γι᾽ αυτόν η ίαση έρχεται από εκεί που δεν το περιμένει:  από τον Ιησού Χριστό. Το παράπονο που τον κατέτρωγε:  «ἄνθρωπον οὐκ ἔχω», υπερβαίνεται, καθώς δέχεται την επίσκεψη του ενανθρωπήσαντος Θεού, του τελείου Θεού και τελείου ανθρώπου, ο Οποίος θα τον θεραπεύσει όχι μόνον από τη σωματική του παραλυσία, αλλά και από το αίτιο αυτής, την αμαρτία, που συνιστά την πνευματική παραλυσία του ανθρώπου. Η προτροπή του Κυρίου στον Ναό προς τον θεραπευμένο παραλυτικό αυτό ακριβώς υπονοεί:  μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μή χεῖρόν σοί τι γένηται᾽. Μην αμαρτάνεις πια, για να μη σου συμβεί κάτι χειρότερο.

1. Η προτροπή αυτή του Κυρίου έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί η αντίληψη περί αμαρτίας στους πολλούς, δυστυχώς και χριστιανούς, κυμαίνεται σε επίπεδα πλάνης:  είτε θεωρείται ως μία απλή παράβαση ενός κανόνα ή ενός καθήκοντος, συνεπώς ως κάτι που δεν έχει ιδιαίτερο αρνητικό αποτέλεσμα για τους ίδιους, είτε εκλαμβάνεται ως μία πρόκληση για εμπειρία που εμπλουτίζει τον άνθρωπο, συνεπώς ως κάτι θετικό γι᾽ αυτόν, είτε φτάνει κυριολεκτικά και σε δαιμονικό επίπεδο, δηλαδή να θεωρείται ως αυτό και μόνο που φέρνει την ευτυχία στον άνθρωπο. Στην τελευταία περίπτωση εντάσσονται όλοι εκείνοι που εν συγχύσει καρδιακή και διανοητική διατείνονται ότι το ενδιαφέρον ακόμη και για τη μετά θάνατον ζωή – εφόσον κατ᾽ αυτούς υπάρχει – βρίσκεται στην κόλαση και όχι στην ῾πλήξη᾽ του Παραδείσου.

2. Ο Κύριος, και στη συγκεκριμένη περίπτωση του ιαθέντος παραλύτου, τονίζει την τραγικότητα της αμαρτίας. Η αμαρτία, για την οποία έπαθε και σταυρώθηκε – ο Κύριος είναι «ὁ αἴρων τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου» -  αλλοιώνει την ψυχή αλλά και το σώμα του ανθρώπου. Αν ο παράλυτος υπήρξε παράλυτος, δεν ήταν γιατί γεννήθηκε έτσι – υπάρχουν και τέτοιες περιπτώσεις βεβαίως -, δεν ήταν γιατί κάποιο ατύχημα τον έφερε στην τραγική αυτή θέση, δεν ήταν γιατί κάποια αρρώστια τον προσέβαλε με αποτέλεσμα να μείνει παράλυτος. Έγινε παράλυτος, γιατί κάποια ή κάποιες αμαρτίες τον οδήγησαν στη δεινή αυτή κατάσταση. Τα λόγια του Κυρίου αυτό ακριβώς υπονοούν:  μην αμαρτάνεις από δω και πέρα, για να μη σου συμβεί κάτι χειρότερο. Η πνευματική και ηθική παραλυσία της αμαρτίας δηλαδή οδηγεί πολλές φορές και στη σωματική παραλυσία. Ο άνθρωπος εισπράττει πολύ άμεσα και ορατά το τίμημα της αμαρτίας του. Και ποιο το χειρότερο για το οποίο κάνει λόγο ο Κύριος; Ίσως και ο ίδιος ο θάνατος. Ίσως, ακόμη χειρότερα, μία κατάσταση από την οποία να ελλείπει παντελώς και το στοιχείο της ελπίδας: μία ῾βουτιά᾽ στην άβυσσο της απόγνωσης, η οποία συνιστά μία πρόγευση της κόλασης, αν όχι την ίδια την κόλαση.

3. Τι οδηγεί στην τραγικότητα της αμαρτίας;  Τι είναι εκείνο που κάνει τον άνθρωπο να εκπίπτει από ό,τι φαίνεται να διψά στο βάθος της καρδιάς του: τον ίδιο τον Δημιουργό του; Όχι άλλο από την παρακοή και ανυπακοή προς το θέλημα του Θεού.  Όπως φαίνεται και από την Αγία Γραφή στην περιγραφή της ζωής των πρωτοπλάστων, η άρνησή τους κάποια στιγμή να υπακούσουν στην εντολή του Θεού, η επιθυμία τους να κινηθούν με βάση το ίδιο θέλημα, με την προτροπή ασφαλώς και του Πονηρού διαβόλου, ήταν εκείνο που έφερε όλα τα δεινά στη ζωή αυτών και της λοιπής δημιουργίας, ήταν το αίτιο του ίδιου του θανάτου, πνευματικού και σωματικού. «Διά τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος».  Κι αυτό σημαίνει έκτοτε ότι όσο ο άνθρωπος δεν βρίσκεται στον δρόμο του Θεού, όσο τον κατευθύνει το «έτσι μ᾽ αρέσει» και όχι το «γενηθήτω το θέλημά Σου, Κύριε», τόσο απομακρύνεται από την ίδια τη ζωή, τόσο φεύγει από το φως, τόσο χάνεται μέσα στο σκοτάδι της άγνοιας χωρίς νόημα και σκοπό. Η αποτίμηση του ίδιου του Θεού Πατέρα στην παραβολή του ασώτου είναι απόλυτη: «ὁ υἱός μου οὗτος νεκρός ἦν...καί ἀπολωλώς᾽.

4. Η υπακοή στο θέλημα του Θεού είναι η θεραπεία του ανθρώπου. Μόλις  ο άνθρωπος στραφεί προς τον Θεό και αρχίζει να συντονίζεται με το άγιο θέλημά Του, αρχίζει και η διαδικασία υπέρβασης της πνευματικής παραλυσίας, ίσως δε αν επιτρέψει ο Θεός, και της σωματικής παραλυσίας. Και το μόνιμο και αδιάκοπο θέλημα του Θεού είναι ό,τι Εκείνος ζει ως ζωή και είχε δώσει απαρχής της αποκάλυψής Του ως εντολή στον άνθρωπο: η αγάπη. Η αγάπη που αναφέρεται στον ίδιο τον Θεό και στον κατ᾽ εικόνα Αυτού άνθρωπο. «Ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου, ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου, ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου καί ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου, καί τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν». Όσο ο άνθρωπος θα πορεύεται με τον τρόπο της αγάπης, τόσο και θα υγιαίνει πνευματικά νιώθοντας τη ροή της ενέργειας και της χάρης του Θεού στην ψυχοσωματική του υπόσταση. Γι᾽ αυτό και η Εκκλησία μας πάντοτε εξαγγέλλει ότι αμαρτία υφίσταται εκεί απ’  όπου ελλείπει η αγάπη. Κι επειδή αγάπη και πίστη συμβαδίζουν, γι᾽ αυτό και «πᾶν ὅ οὐκ ἐκ πίστεως ἁμαρτία ἐστί».

Είναι ευνόητο λοιπόν γιατί η αμαρτία δεν κατανοείται ως παράβαση ενός νόμου ή ενός κανόνα. Γιατί εκφεύγει από τα εξωτερικά τυπικά σχήματα και γίνεται το αδιάκοπο αγώνισμα της καρδιάς. Στην καρδιά ριζώνει η αγάπη, εκεί αναπέμπει τις δοξολογικές κραυγές της, γι᾽ αυτό και εκεί, δηλαδή όπου δεν φτάνει ανθρώπου μάτι, όταν δεν υφίσταται, ήδη λειτουργεί το μυστήριο της ανομίας και της αμαρτίας. Από την άποψη αυτή αφενός έχουμε διαβάθμιση στην αμαρτία, ανάλογα με το ποσοστό της αγάπης που υπάρχει, αφετέρου κανείς δεν μπορεί εύκολα να κρίνει τον συνάνθρωπό του, αφού κάποιος μπορεί να φαίνεται άψογος εξωτερικά, ενώ μέσα του να μαίνεται ο πόλεμος των κακών λογισμών του και του μίσους του προς τον συνάνθρωπο. « μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ – λοιπόν – ἐν τῷ Θεῷ μένει καί ὁ Θεός ἐν αὐτῷ᾽. Η αγάπη αποτελεί το μόνιμο και μοναδικό απόλυτο κριτήριο για να γνωρίζει κάποιος την αμαρτωλότητα ή την αναμαρτησία του.

5. Κι ασφαλώς δεν υπάρχει αναμαρτησία ανθρωπίνως. Μόνον ο Κύριος ως Θεός και άνθρωπος έζησε απολύτως αναμάρτητα. Όλοι οι άνθρωποι λίγο ή πολύ αμαρτάνουμε, γιατί έστω στο βάθος της ψυχής μας κάποια στιγμή μπορεί να ξεφύγουμε από την αγάπη. Γι᾽ αυτό και η αγιότητα για τον άνθρωπο βρίσκεται στον αγώνα πια της μετανοίας του. Όταν ο πιστός νιώσει ότι εξέπεσε από την αγάπη, αρχίζει τον εσωτερικό αγώνα των δακρύων προκειμένου να επανέλθει στην εντολή του Θεού. Κι έτσι η μετάνοια είναι ο δρόμος της πνευματικής ζωής. Πνευματικός και άγιος για την πίστη μας είναι ο μετανοών άνθρωπος, αυτός που οι στεναγμοί της καρδίας του δεν τον εγκαταλείπουν ποτέ, καθώς μάλιστα ενισχύεται διαρκώς και από την κοινή εν Εκκλησία προσευχή και τα μυστήρια της πίστεως, ιδίως της θείας Ευχαριστίας. Κι έτσι μάλλον πρέπει να ερμηνεύσουμε και την προτροπή του Κυρίου «μηκέτι ἁμάρτανε» στον πρώην παραλυτικό. Όχι με την έννοια να μην υποπέσει ποτέ στην αμαρτία – αυτό θα ήταν η ευχή για όλους μας – αλλά με την έννοια να πορεύεται πάντοτε εν μετανοία, κάτι που φαίνεται να συνηγορεί υπέρ αυτού η ενεστωτική προστακτική «μηκέτι ἁμάρτανε», δηλαδή μη παραμένεις στην αμαρτία, όταν αυτή κάνει την εμφάνισή της.

Το «μηκέτι ἁμάρτανε» του Κυρίου η Εκκλησία μάς το υπενθυμίζει διαρκώς το πρωί, το εσπέρας, το βράδυ. «Καταξίωσον, Κύριε, ἐν τῇ ἡμέρᾳ, ἐν τῇ ἑσπέρᾳ, ἐν τῇ νυκτί ταύτῃ, ἀναμαρτήτους φυλαχθῆναι ἡμᾶς». Η σχετική αναμαρτησία στην οποία καλούμαστε είναι ο δρόμος της μετανοίας, είναι ο δρόμος της αγιότητας, είναι ο δρόμος της πνευματικής υγείας, γιατί είναι ακριβώς ο δρόμος της αγάπης. Η αγάπη είναι το μοναδικό αποτελεσματικό φάρμακο εναντίον της όποιας παραλυσίας απειλεί την ύπαρξή μας.  

ΜΕΓΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ: Η ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ ΤΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ ΤΟΥ

Η μόνη αναφορά της ακολουθίας σήμερα επί τη μνήμη της ανακομιδής του λειψάνου του μεγάλου Αθανασίου είναι στους στίχους του συναξαρίου: «Αθανάσιε, πού πηγαίνεις; Μη πάλι σε στέλνουν εξόριστο έστω και νεκρό; Τη Δευτέρα του Μαΐου το λείψανο του Αθανασίου βγήκε από τον τάφο». Σε κανένα άλλο τροπάριο δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά για το εορταζόμενο γεγονός της ανακομιδής. Όλοι οι ύμνοι αποτελούν έναν ύμνο για την ορθόδοξη πίστη του, για τους αγώνες του υπέρ της επικράτησης της πίστης αυτής, καθώς εναντιώθηκε στην αίρεση του αρειανισμού και των υποστηρικτών της, για την ενάρετη ζωή του, για τις εξορίες τις οποίες υπέστη. ´Ετσι πρέπει να αποδεχτούμε αυτό που έχει γραφεί, ότι δηλαδή «σύμφωνα με τον κώδικα των Καυσοκαλυβίων και το δίστιχο του Λαυριωτικού Κώδικα Ι 70, η κυρίως μνήμη του αγίου Αθανασίου πρέπει να εορτάζεται σήμερα, όπου και ιστορικά είναι αποδεδειγμένη η κοίμησή του και όχι η ανακομιδή των λειψάνων του...Για ποιο λόγο όμως καθιερώθηκε η κυρίως μνήμη του την 18η Ιανουαρίου μ᾽ αυτήν του αγίου Κυρίλλου δεν γνωρίζουμε. Το πιθανότερο είναι για τον λόγο που καθιερώθηκε η εορτή των τριών Ιεραρχών» (Ιστολόγιο: Ορθόδοξος Συναξαριστής).

Πράγματι, η όλη ακολουθία μάς καλεί να ευφρανθούμε σήμερα, γιατί προβάλλεται ενώπιον των πιστών «η μεγάλη της Εκκλησίας σάλπιγξ» (δοξαστικό λιτής), «ο χρυσορρόας Νείλος και επώνυμος της αθανασίας» (δόξα  αποστ. εσπερινού), «το στόμα του Λόγου Χριστού» (ωδή ε´), «ο ακατάβλητος πύργος της Εκκλησίας» (ωδή γ´), «ο ποταμός της χάριτος» (ωδή ς´), μ᾽ έναν λόγο «ο στύλος της ορθοδοξίας» (απολυτίκιο). Κι αιτία βεβαίως για όλους αυτούς τους χαρακτηρισμούς είναι το γεγονός ότι πρώτον, ο μέγας αυτός Πατέρας φωτίστηκε από τον Θεό κι έδειξε την ορθόδοξη πίστη στην Πρώτη ήδη Οικουμενική Σύνοδο, όταν ο Άρειος και οι περί αυτόν αμφισβητούσαν την αληθινή εικόνα του Τριαδικού Θεού που απεκάλυψε ο Ιησούς Χριστός. Ήταν εκείνος κατεξοχήν που «ανέστησε τα τρόπαια της ορθοδοξίας, αριθμώντας με ευσέβεια το μυστήριο της Τριάδος, λόγω της ιδιότητας των προσώπων και συνάπτοντάς τα πάλι χωρίς σύγχυση σε ένα, λόγω της ταυτότητας της ουσίας»  (δοξ. αίνων)· δεύτερον, ο άγιος Αθανάσιος υπέστη τα πάνδεινα για την πίστη του αυτή, επιβεβαιώνοντας τον λόγο του Κυρίου που λέει «ει εμέ εδίωξαν και υμάς διώξουσι», όπως και των αποστόλων Του «πάντες οι θέλοντες ευσεβώς ζην εν Χριστώ Ιησού διωχθήσονται»· τρίτον, ο άγιος φανέρωσε την αλήθεια και υπέστη διώξεις, γιατί ζούσε ως μία παρουσία του Χριστού στον κόσμο. Οι αρετές του ήταν εκείνες που αποδείκνυαν ότι τότε φωτίζει ιδιαιτέρως ο Χριστός τον άνθρωπο, όταν αυτός εκτός από διευρυμένο νου, που αποτελεί το μέσον εκφράσεως της αλήθειας, ζει με συνέπεια τις εντολές Εκείνου. Ο άγιος Αθανάσιος σαν τον απόστολο Παύλο μπορούσε να λέει «τον δρόμον τετέλεκα, την πίστιν τετήρηκα, λοιπόν απόκειταί μοι ο της δικαιοσύνης στέφανος». Και το σημειώνει ο υμνογράφος: «Τον δρόμο της ευσέβειας τελείωσες και όπως ο Παύλος τήρησες την πίστη. Λοιπόν απόκειται και σε σένα, πανσέβαστε, ο δίκαιος στέφανος των κόπων σου» (κάθισμα α´ στιχολογίας).

Θα πρέπει να υπενθυμίσουμε επ᾽ αυτού ό,τι ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος έγραφε ήδη στην αρχή του λόγου του για τον Αθανάσιο: «Επαινώντας τον Αθανάσιο, θα επαινέσω την ίδια την αρετή». Γιατί δεν υπήρξε όντως αρετή που δεν εξήσκησε ο μέγας αυτός Πατέρας της Εκκλησίας. «Άσκησες κάθε αρετή με τρόπο επίμονο, θεόπνευστε, και χρημάτισες σαφώς ιερότατος ιερουργός του Κυρίου, αφού χρίστηκες με άγιο χρίσμα από το ´Αγιον Πνεύμα» (στιχηρό εσπερινού). Και δεν είναι καθόλου τυχαία η επισήμανση του υμνογράφου «επιμόνως». Προκειμένου να αποκτήσει κανείς το Άγιον  Πνεύμα, τον σκοπό της όλης πνευματικής ζωής, δεν αρκεί η απόκτηση κάποιων αρετών. Απαιτείται η απόκτηση όλων των αρετών, αλλά με τρόπο επίμονο. Η επιμονή στις εντολές του Χριστού, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, ακόμη και τις μεγάλες δοκιμασίες και θλίψεις, όπως συνέβη με τον άγιο Αθανάσιο, συνιστά ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της χριστιανικής ζωής, μάλλον αποτελεί τον όρο για την ίδια την ύπαρξή της.

ΣΤΑΥΡΩΣΕ ΤΟΝ ΑΝΑΜΑΡΤΗΤΟ!

«Ἰουδαίων ὁ λαός τῷ Πιλάτῳ ἐκβοᾷ∙ Ἀπόλυσόν μοι τόν κακοῦργον λῃστήν∙ ἆρον, ἆρον, σταύρωσον τόν ἀναμάρτητον» (Εβδομάς Μυροφόρων).

(Ο λαός των Ιουδαίων κραυγάζει προς τον Πιλάτο: Άφησέ μου ελεύθερο τον κακούργο ληστή. Θάνατος, θάνατος! Σταύρωσε τον αναμάρτητο).

Στα γεγονότα λίγο προ της Σταυρικής θυσίας του Κυρίου Ιησού Χριστού μάς παραπέμπει ο άγιος υμνογράφος Ανδρέας ο Κρήτης, τότε που ο Κύριος βρίσκεται υπόδικος ενώπιον του Πιλάτου, για να ακούσει από το συγκεντρωμένο πλήθος το «άρον, άρον, σταύρωσον Αυτόν!» - με την παραδοξότητα του υμνογράφου να βάζει στο στόμα του λαού και τη θεολογική αποτίμηση: «τόν ἀναμάρτητον!» Κι αυτό γιατί το ίδιο αυτό πλήθος, προ ολίγων μόλις ημερών κραύγαζε κατά την είσοδο του Κυρίου καθημένου επί πώλον όνου το «Ὠσαννά τῷ Υἱῷ Δαυίδ∙ Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου», κραδαίνοντας τα κλαδιά από τους φοίνικες. Αλλά είναι τελικώς ένα άκριτο πλήθος, ο λαός που άγεται και φέρεται δυστυχώς από τους λαοπλάνους και τους δημαγωγούς – εν προκειμένω τους θρησκευτικούς άρχοντες των Ιουδαίων – οι οποίοι έπεισαν τον λαό αυτόν που συμπεριφετόταν πια ως όχλος να ζητήσουν από τον Πιλάτο χάρη για τον κακούργο και όχι για τον ευεργέτη τους Ιησού Χριστό.

Λογικά, αντικειμενικά, ηθικά, θεολογικά, κοινωνιολογικά η επιλογή του λαού δεν μπορεί να σταθεί σε οποιαδήποτε βάσανο – επιλέγει τον κακούργο, τον ληστή, εκείνον που αποτελούσε μάστιγα για τη ζωή του και απορρίπτει έως θανάτου Εκείνον που μέχρι τη συγκεκριμένη ώρα τού είχε φερθεί μόνον ως ευεργέτης. «Λαός μου τί ἐποίησάς μοι καί τί μοι ἀνταπέδωκας;» - ο ύμνος από τη Μεγάλη Εβδομάδα εκφράζει το παράπονο του ενανθρωπήσαντος Θεού, το ίδιο παράπονο των προφητών του Θεού που δέχτηκαν την κακότητα και την επίθεση και τον θάνατο από τον λαό στον οποίο κήρυξαν τη μετάνοια και στάθηκαν απέναντί του ως ευεργέτες! Ό,τι ο Κύριος είχε προείπει καθαρά ως λόγο ή μέσω των παραβολών, ότι δηλαδή θα υποστεί την ίδια απόρριψη ως Υιός με τους απεσταλμένους δούλους του Θεού Πατέρα, τώρα επιβεβαιώνεται και γίνεται πραγματικότητα.

Πρόκειται κυριολεκτικά για τύφλωση: όχι των υλικών οφθαλμών αλλά του κύριου οφθαλμού της ψυχής, του νου που φωτίζει την πορεία ενός ανθρώπου. Και τι γίνεται λοιπόν «καθοδηγητικό» στοιχείο της πορείας του; Τα πάθη και οι αλλοιωμένες και διαστρεβλωμένες δυνάμεις της ψυχής του, οι οποίες μη έχοντας φωτισμό από τον Θεό άγονται και φέρονται από τον Πονηρό διάβολο! Τεράστια η ευθύνη των λαοπλάνων και των δημαγωγών, και τότε και πάντοτε, που τεχνηέντως γιατί γνωρίζουν την ψυχολογία της μάζας και του όχλου καθοδηγούν προς ό,τι συνιστά απολύτως δικό τους συμφέρον – συνήθως την εξουσία και τη σαρκολατρεία τους! Αλλά μεγάλη και η ευθύνη του ίδιου του λαού που αφήνεται στα χέρια των επιτηδείων αυτών, όταν μάλιστα έχει γευτεί και τις συνέπειες της δημαγωγίας αλλά και τις ευεργεσίες των αγίων του: κατά τρόπο αδιανόητο όπως είπαμε επιλέγει την καταστροφή του!

Πώς μπορεί να εξηγηθεί βαθύτερα η διαστροφή και ο παραλογισμός αυτός, όταν μάλιστα, το ξανατονίζουμε, έχει γευτεί κανείς την ευεργεσία και έχει ακούσει την αλήθεια; Η μόνη εξήγηση είναι η άλωση της ψυχής από την αμαρτία, η ροπή προς ό,τι αποτελεί ψέμα, μία παραλυσία του πνεύματος, το οποίο έτσι επιθυμεί μόνο τα της σαρκός και βάλλει προς κάθε τι ανώτερο και υγιές. Η αμαρτία που λειτουργεί στην ύπαρξη του ανθρώπου, ακόμη και του βαπτισμένου όταν βρίσκεται χαλαρωμένος και όχι στην ένταση που απαιτεί ο λόγος του Θεού, αυτό έχει καταφέρει και καταφέρνει: να αλλοιώνει τα πάντα και να μας κάνει να θεωρούμε ως κανονική και υγιή τροφή το δηλητήριο! Το είδαμε με τον πιο απόλυτο τρόπο στα μοναδικά και συγκλονιστικά γεγονότα του Πάθους του Κυρίου, το είδαμε στη ζωή των περισσοτέρων αγίων της Εκκλησίας – πάντοτε ήταν διωκόμενοι κατά το πρότυπο του Κυρίου: «εἰ ἐμέ ἐδίωξαν καί ὑμᾶς διώξουσι» - το βλέπουμε δυστυχώς και σήμερα που ο λόγος του Θεού ερμηνεύεται και κατανοείται κατά το δοκούν: ό,τι νομίζει ο καθένας, αυτό και θεωρεί ως σωστό, αδιαφορώντας τελικώς για την αλήθεια, γιατί δεν «ταιριάζει» στο δικό του θέλημα!

Δεν το βλέπουμε εξίσου και σε άλλες διαστάσεις της προσωπικής και της κοινωνικής μας ζωής; Πώς μπορεί για παράδειγμα να εξηγηθεί η ευκολία αποδοχής των λεγομένων «fake news» και όχι των πραγματικών γεγονότων; Πώς κάθε τι, και το πιο παράλογο: όπως ότι η γη είναι... επίπεδη, βρίσκει και πάλι γρήγορους αποδέκτες;  Πώς... πώς...πώς; Λογική εξήγηση δεν υφίσταται. Είναι είπαμε η λειτουργία της αμαρτίας, η ευπιστία προς το περίεργο, το αληθοφανές, το μυστικοπαθές, που μας κάνει να φαινόμαστε οι πιο... έξυπνοι, οι πιο... σοφοί, οι πιο... ενημερωμένοι, ακόμη και οι πιο... πιστοί! Γι’ αυτό και στην περίπτωση αυτή ακούμε δυστυχώς το συχνά επαναλαμβανόμενο με δημώδη τρόπο: «Και πάλι την... πατήσαμε, οι δύστυχοι!»

Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΙΕΡΕΜΙΑΣ

«Ο θαυμάσιος του Κυρίου προφήτης, που αγιάστηκε ήδη από τη μήτρα της μητέρας του, καταγόταν από την Ανανώθ. Στις Τάφνες της Αιγύπτου λιθοβολήθηκε από τον λαό και πέθανε, τοποθετήθηκε δε στον τόπο της κατοίκησης των Φαραώ. Διότι οι Αιγύπτιοι τον δόξασαν, επειδή ευεργετήθηκαν από αυτόν: με τη προσευχή του, ψόφησαν και τα δηλητηριώδη φίδια (ασπίδες) που τους εξολόθρευαν, και τα θηρία των υδάτων, που οι Αιγύπτιοι τα ονομάζουν Εφώθ και οι Έλληνες κροκόδειλους. Και όσοι είναι πιστοί μέχρι σήμερα, έρχονται στον τόπο εκείνο, και παίρνοντας από το χώμα, θεραπεύουν τα δαγκώματα των ασπίδων.

Λένε ότι ο Αλέξανδρος ο Μακεδών, όταν έφτασε στον τάφο του προφήτη και έμαθε τα σχετικά μ᾽ αυτόν, μετέφερε τα λείψανά του στην Αλεξάνδρεια και τα διέσπειρε σε κάθε μέρος της πόλης και γύρω από αυτήν, με αποτέλεσμα να εκδιώξει τις ασπίδες από εκεί. Στη θέση τους δε έβαλε τα φίδια που ονομάζονταν αργαλοί, τα οποία έφερε από το Άργος, εξ ου και έχουν την ονομασία αυτή.

Έδωσε μάλιστα ο προφήτης σημάδι στους ιερείς της Αιγύπτου, ότι θα σειστούν τα είδωλά τους και θα πέσουν χάμω, μέσω ενός παιδιού Σωτήρα, που θα γεννιόταν από Παρθένο σε φάτνη. Γι᾽ αυτό μέχρι τώρα έχουν ως θεά μία παρθένο λεχώνα, ενώ βάζουν σε φάτνη ένα βρέφος και το προσκυνούν. Γι᾽ αυτό επίσης κι όταν ρώτησε ο βασιλιάς Πτολεμαίος ποια είναι η αιτία αυτού, έλεγαν ότι το μυστήριο αυτό είναι πατροπαράδοτο, που παραδόθηκε στους πατέρες μας από κάποιον όσιο προφήτη, και πιστεύουμε, είπαν, ότι θα εκπληρωθεί το μυστήριο.

Λέγεται δε για τον προφήτη ότι πριν από την άλωση του Ναού άρπαξε την κιβωτό του Νόμου και όσα υπήρχαν μέσα σ᾽αυτήν και τα κατέθεσε κάτω από βράχο και είπε στους παρευρισκομένους: «Απεδήμησε ο Κύριος που αποκαλύφτηκε στο Σινά προς τον Ουρανό και πάλι θα έλθει για να νομοθετήσει στο Σινά με δύναμη, ενώ θα υπάρξει σημάδι σε σας της παρουσίας του, όταν δηλαδή όλα τα έθνη θα προσκυνήσουν το ξύλο». Είπε δε ότι κανείς δεν θα βγάλει την κιβωτό αυτή, παρά μόνον ο ο ιερέας Ααρών, και κανείς δεν θα ανοίξει τις πλάκες σ᾽αυτήν καθόλου, ούτε από ιερείς ούτε από προφήτες, παρά μόνον ο Μωυσής ο εκλεκτός του Θεού. Και κατά την ανάσταση, πρώτα η κιβωτός θα σηκωθεί και θα εξέλθει και θα τεθεί στο όρος Σινά, και όλοι οι άγιοι θα μαζευτούν προς αυτήν, περιμένοντας τον Κύριο και εκδιώκοντας τον εχθρό που θέλει να τους σκοτώσει. Στον βράχο έβαλε ως σφραγίδα με το δάκτυλό του το όνομα του Θεού, κι έγινε ο τύπος σαν ανάγλυφο από σίδερο. Και φωτεινή νεφέλη επισκίασε το όνομα και κανείς δεν θα αναγνωρίσει τον τόπο ούτε θα μπορέσει να το διαβάσει, μέχρι την ημέρα εκείνη. Είναι δε ο βράχος στην έρημο, όπου φτιάχτηκε  καταρχάς η κιβωτός μεταξύ των ορέων, εκεί που βρίσκονται θαμμένοι  ο Μωυσής και ο Ααρών, και κατά τη νύκτα η νεφέλη έρχεται πάνω στον τόπο σαν φωτιά, κατά τον τύπο τον παλιό. Ήταν δε ο προφήτης Ιερεμίας προχωρημένος στην ηλικία, μικρός στο ανάστημα, έχοντας γένι που κατέληγε σε οξύ σχήμα. Τελείται δε η σύναξή του στον Ναό του αγίου αποστόλου Πέτρου, που βρίσκεται δίπλα στην αγιότατη μεγάλη Εκκλησία».

Οι ύμνοι της Εκκλησίας μας για τον «συμπαθέστατον πάντων των προφητών» (ωδή δ´), τον προφήτη Ιερεμία, πρωτίστως επικεντρώνουν στην ήδη από κοιλίας μητρός κλήση του στο προφητικό αξίωμα, κι ακόμη πιο πίσω, στην επιλογή του από τον Θεό, πριν καν συλληφθεί στη μήτρα της μητέρας του. Κατά τα λόγια του ίδιου του υμνογράφου «Κύριε, Συ προγνώρισες τον ένδοξο Ιερεμία πριν να πλαστεί, και πριν να τεχθεί από τη μήτρα της μητέρας του τον καθαγίασες σαν προφήτη Σου» (στιχηρό εσπερινού). Ο υμνογράφος μάλιστα εικονίζει τον προφήτη του Θεού ως «εκλεκτό βέλος που ο Δεσπότης Κύριος είχε κρυμμένο στη φαρέτρα του, ώστε να το βγάλει και να το χρησιμοποιήσει στον κατάλληλο καιρό» (ωδή ε´). Σπεύδει όμως να διευκρινίσει ότι η εκλογή αυτή και ο καθαγιασμός του προφήτη και πριν ακόμη έρθει στη ζωή δεν σημαίνει κατάργηση της ελευθερίας του. Δεν έχουμε δηλαδή έναν απόλυτο προορισμό, σύμφωνα με τον οποίο ο Θεός αυθαιρέτως εκλέγει κάποιον και καθορίζει την περαιτέρω πορεία του. Κατά τον άγιο υμνογράφο που εκφράζει εν προκειμένω την πίστη της Εκκλησίας μας, έχουμε ένα είδος σχετικού προορισμού, με την έννοια ότι ο Θεός προγνωρίζοντας ως παντογνώστης που είναι τη μελλοντική ανταπόκριση της ελευθερίας του ανθρώπου στην κλήση Του, τον ετοιμάζει για το έργο που έχει αποφασίσει να τον καλέσει. «Σε καθαγίασε ο Κύριος, Ιερεμία, διότι προγνώριζε αληθινά την ελευθερία της γνώμης σου» (στιχηρό εσπερινού). Κι αλλού: «Ιερεμία θεοφάντορα, προθεωρώντας ο Κύριος, που προγνωρίζει τα πάντα, τις κινήσεις της διάνοιάς σου σε έκανε καθηγητή του λαού» (ωδή α´).

Η πρόγνωση της ελεύθερης ανταπόκρισης του προφήτη στην κλήση του Θεού βεβαίως επιβεβαιώθηκε, κάτι που σημαίνει για τον εκκλησιαστικό ποιητή ότι ο προφήτης όχι μόνο δέχτηκε την κλήση από τον Κύριο, αλλά και ο ίδιος αγωνίστηκε να καθαρίσει τους πνευματικούς του οφθαλμούς από κάθε μολυσμό της αμαρτίας, ώστε να μπορέσει να σταθεί στο ύψος της κλήσης του. «Καθάρισες καλά το οπτικό της διάνοιάς σου σαφώς από τους μολυσμούς της αμαρτίας, γι᾽ αυτό και αναδείχτηκες από τον Δημιουργό σου αγαπητότατος μάρτυρας της αλήθειας» (ωδή α´). Κι είναι τούτο μία γενική αλήθεια στην πνευματική ζωή: ο Θεός καλεί τον άνθρωπο και τον θέλει ως συνεργό Του, όταν κι ο άνθρωπος ανταποκρίνεται στην κλήση αυτή με τον αγώνα του κατά της αμαρτίας και των παθών του.

Ο προφήτης λοιπόν με καθαρά τα πνευματικά του αυτιά, ώστε να ακούει τι το Πνεύμα του Θεού του υπαγόρευε (ωδή ε´), ξεκίνησε το έργο του, το οποίο κινείτο σε δύο επίπεδα: το επίπεδο της κλήσης του λαού σε μετάνοια και το επίπεδο της αναφοράς του στον μέλλοντα να έλθει λυτρωτή Μεσσία Κύριο. Στην κλήση μετανοίας δυστυχώς, όπως συνέβαινε σχεδόν πάντοτε με τους προφήτες, δεν έβλεπε θετικά αποτελέσματα. Όχι μόνο ο λαός δεν ανταποκρινόταν, αλλά αντιθέτως τον διακωμωδούσε και επιχειρούσε παντοιοτρόπως να του κλείσει το στόμα με βίαιο τρόπο, κάτι που τελικώς το κατάφερε, διά λιθοβολισμού («Πέτρινες ψυχές και ξένες από θείο φόβο, σκότωσαν με πέτρες τον θείο Ιερεμία»-στίχοι συναξαρίου).  Ο προφήτης πέρασε βεβαίως πολλά βάσανα πάνω στο προφητικό του έργο, όπως για παράδειγμα το ρίξιμό του σε βρόμικο λάκκο – είναι πολύ ωραία μάλιστα η ερμηνεία που δίνει ο υμνογράφος στη δαιμονική αυτή κίνηση των συμπατριωτών του προφήτη: «Δεν άντεχε ο βρόμικος λαός του Ισραήλ το μύρο της ευωδίας σου και σε έκλεισε μέσα στον λάκκο» (ωδή γ´) - παρ᾽όλα αυτά όμως συνέχιζε να καλεί σε μετάνοια τον λαό, προλέγοντάς του τις καταστροφές που θα υφίστατο αν θα συνέχιζε να είναι ανυπάκουος στο θέλημα του Θεού.

 Ο προφήτης, ακριβώς γιατί ήταν προφήτης, βλέπει ως βέβαιη την καταστροφή, γι᾽αυτό και θρηνεί ήδη την πτώση της Ιερουσαλήμ. Οι θρήνοι του Ιερεμία έχουν μείνει παροιμιώδεις στην ιστορία – οι γνωστές «Ιερεμιάδες» - οι οποίοι όμως αφενός διεκτραγωδούν την καταστροφή του Ισραήλ, αφετέρου όμως στρέφουν τον λαό με ελπίδα στη διέξοδο που σίγουρα θα έλθει, αν ο λαός μετανοήσει και επικαλεστεί τον Κύριο. Όπως το λέει και ο υμνογράφος: «Θρήνησες για τον παράνομο λαό, που οδηγείτο σε βίαια αιχμαλωσία από αθέους βαρβάρους, προφήτη μακάριε» (κάθισμα όρθρου). Και εν προκειμένω υποκλίνεται ο χριστιανός στη μεγάλη ψυχή του προφήτη, ο οποίος παρ᾽όλα τα βάσανα που υφίστατο από τους συμπατριώτες του, δεν έπαυε να θρηνεί γι᾽ αυτούς, να συνεχίζει να τους νουθετεί, να προσεύχεται για τη σωτηρία τους.

Είπαμε όμως ότι ο προφήτης δεν μένει μόνο στο κήρυγμα της μετανοίας και τους θρήνους για την καταστροφή. Βλέπει και το μέλλον που έρχεται στο πρόσωπο του λυτρωτή Χριστού. Κι αυτό είναι χαρούμενο και ευφρόσυνο. Ο άγιος υμνογράφος επανειλημμένως σημειώνει τη διάσταση αυτή. «Συγγράφοντας θρήνους, προφήτη, δεν αμαύρωσες τη θεϊκή ευφροσύνη, με την οποία ανατράφηκες ήδη από βρέφος» (ωδή ζ´). Και η μελλοντική ευφροσύνη είναι η παρουσία του Μεσσία, ο Οποίος θα σώσει τον Ισραήλ και όλον τον κόσμο, περνώντας όμως μέσα από την οδύνη του Σταυρού. «Φανέρωνες εκ των προτέρων με τρόπο μυστικό τον θάνατο του Λυτρωτή, θεηγόρε. Διότι πράγματι ο άνομος λαός των Ιουδαίων ύψωσε τον Χριστό πάνω στο ξύλο του Σταυρού, σαν αμνό, τον Χριστό που είναι ο αρχηγός της ζωής και ο ευεργέτης όλης της κτίσεως» (ωδή ς´).