Τρίτη, 7 Απριλίου 2020

ΤΡΙΤΗ ΠΡΟ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ



«Ἁμαρτιῶν τῇ νόσῳ κατατηκόμενος, τῆς ἀπογνώσεως κλίνῃ κατάκειμαι· διό με, Ἰατρέ τῶν ἀσθενούντων, ἐπίσκεψαι σῇ φιλανθρωπίᾳ, καί μή παραχωρήσῃς, ἐναφυπνῶσαι δεινῶς, εἰς θάνατον πανοικτίρμον, ἵνα βοῶ σοι θερμῶς· ὁ τοῦ ἐλέους χορηγός, Κύριε, δόξα Σοι» (κάθισμα ὄρθρου, ἦχος πλ. β΄).

(Λιώνοντας ἀπό τή νόσο τῶν ἁμαρτιῶν, βρίσκομαι ριγμένος  στήν κλίνη τῆς ἀπόγνωσης. Γι’ αὐτό, ἰατρέ τῶν ἀσθενούντων, ἐπισκέψου με, λόγω τῆς φιλανθρωπίας Σου, καί μήν ἐπιτρέψεις νά ξυπνήσω μέ φοβερό τρόπο τήν ὥρα τοῦ θανάτου, πανοικτίρμον, προκειμένου νά σοῦ φωνάζω μέ θέρμη πνευματική: Κύριε, Σύ πού εἶσαι ὁ χορηγός τοῦ ἐλέους, δόξα Σοι). 

Ποιά ἡ διαπίστωση τοῦ ἁγίου ὑμνογράφου, ὁ ὁποῖος καταγράφει τήν κατάσταση τοῦ ἑαυτοῦ του, ἀλλά καί ὅλων τῶν ἐν ἐπιγνώσει χριστιανῶν; Ὅτι ὄχι ἁπλῶς κάνει ἁμαρτίες ὡς ἁμαρτωλός, ἀλλά λιώνει ἀπό αὐτές, γιατί ἔχει τήν ἐπίγνωση ὅτι πρόκειται γιά ἀρρώστια. Αὐτή εἶναι ἡ τραγικότητα τοῦ πιστοῦ: κατανοεῖ ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶναι ὅ,τι χειρότερο μπορεῖ νά συμβεῖ στή ζωή του, ἡ ἴδια ἡ ἀρρώστια καί τό τραῦμα τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματός του, ἀλλά παρ’ ὅλα αὐτά συνεχίζει νά ἁμαρτάνει λόγω ἀδυναμίας. Θυμίζει τήν κραυγή τοῦ ἀποστόλου Παύλου στήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολή (κεφ. 7), ὁ ὁποῖος «ἀκτινογραφεῖ» τήν ψυχική του κατάσταση ὁμολογώντας τήν «ταλαιπωρία» του καί τό πόσο δυστυχισμένος εἶναι! «Τί δυστυχισμένος, ἀληθινά πού εἶμαι! Ποιός μπορεῖ νά μέ λυτρώσει ἀπό τήν ὕπαρξη αὐτή, πού ἔχει ὑποταχτεῖ στόν θάνατο;» Κι αὐτό γιατί «θέλω νά κάνω τό καλό, δέν βρίσκω ὅμως τή δύναμη νά τό μετατρέψω σέ πράξη… Ἐσωτερικά συμφωνῶ καί χαίρομαι μέ ὅσα λέει ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ, διαπιστώνω ὅμως πως ἡ πράξη μου ἀκολουθεῖ ἕναν ἄλλον νόμο… τόν νόμο τῆς ἁμαρτίας». Γι’ αὐτό καί ὁ ὑμνογράφος φτάνει στό σημεῖο, τό ὄντως τρομακτικό, νά λέει: «βρίσκομαι ριγμένος στό κρεβάτι τῆς ἀπόγνωσης!» Τῆς ἀπόγνωσης ὅμως ὡς πρός τόν ἑαυτό του καί τίς δικές του δυνάμεις. Ἀλλά εἶναι πιστός καί ἔχει ἐμπιστοσύνη στή δύναμη τοῦ Κυρίου καί στό ἄπειρο ἔλεός Του. Σ’ Ἐκεῖνον στρέφεται μέ πίστη, καταθέτοντας τήν ἀδυναμία καί τήν ἀσθένειά του. Καί Τόν παρακαλεῖ νά Τόν ἐπισκεφτεῖ καί νά τοῦ δώσει τή χάρη Του, ὅσο βρίσκεται στή ζωή αὐτή, γιατί ξέρει ὅτι ἡ μετάνοια πού εἶναι τό φάρμακο γιά κάθε ἁμαρτία, ὅσο μεγάλη καί ποικίλη κι ἄν εἶναι, εἶναι γιά ὅσο ζοῦμε στόν κόσμο τοῦτο. «Ἐν τῷ Ἅδῃ οὐκ ἔστιν μετάνοια». Λοιπόν, «μήν ἐπιτρέψεις, Κύριε», λέει, «νά εἶμαι κοιμισμένος καί ράθυμος ὅσο διαρκεῖ ἡ ζωή αὐτή, καί ξυπνήσω ὅταν πιά ἔλθει ἡ ὥρα τοῦ θανάτου, γιατί τότε θά εἶναι πολύ ἀργά». Ἡ ἐπίσκεψη τοῦ Κυρίου θά ἔχει δύο χαρακτηριστικά, κατά τόν ποιητή: πρῶτον, θά φανερώνει τήν ἀγάπη Ἐκείνου μέσα στή δική του ἁμαρτωλή καρδιά· δεύτερον, θά τόν ὁδηγεῖ σέ δοξολογία τοῦ ἁγίου ὀνόματός Του. Τό ὅλο σκεπτικό τοῦ τροπαρίου τό βλέπουμε σέ ὅλους τούς βίους τῶν ἁγίων μας, τό βλέπουμε καί ὡς πρακτική καί στούς μεγάλους ἁγίους Γέροντες τῆς ἐποχῆς μας. Σάν ἐκείνη μέ τόν ἅγιο Γέροντα Σωφρόνιο τοῦ Ἔσσεξ, ὁ ὁποῖος στήν περίπτωση ἑνός πολύπαθου καί ἀπελπισμένου ἀνθρώπου, τόν ἔπιασε ἀπό τό χέρι, τόν ὁδήγησε μπροστά στήν εἰκόνα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τοῦ εἶπε μέ μεγάλη πίστη καί ἀγάπη: «Λοιπόν, γιά τή συγκεκριμένη κατάστασή σας, τό μόνο πού μποροῦμε νά κάνουμε εἶναι νά τήν ἐναποθέσουμε ἐδῶ».  

ΓΙΑ ΑΓΚΑΛΙΑ ΔΙΨΑΕΙ...



Τον έτοιμο τα βέλη του να ρίξει

στον μοναχό «ελέησον» που κράζει

μη βιαστικά και τον παρεξηγήσεις.

Τον έτοιμο ανάθεμα να ρίξει

στον χριστιανό σπίτι του π’ αγιάζει

μη τον χτυπάς με δίκιες κατακρίσεις.

Στον έτοιμο τις πέτρες για να ρίξει

σ’ όποιον ρότα δική του πια χαράζει

μην αφεθείς μ’ οργή να του μιλήσεις.



Έχει θολό τον νου και την καρδιά του

κι ο πόνος τού τρυγά τα σωθικά του.

Ίδια τυφλός τους δρόμους δεν γροικάει

για αγκαλιά και για στοργή διψάει.






Σάββατο, 4 Απριλίου 2020

ΟΣΙΑ ΜΑΡΙΑ Η ΑΙΓΥΠΤΙΑ



Ίδια μια Κίρκη μ’ άρωμα και
χρώματα αιθέρια μέριασε λες
σαν μάγισσα μωσαϊκό το πλήθος.
Μ’ όπλο βαρύ κι ανίκητο, μαγνήτη
τον αιώνιο σε αντρικές ορμόνες,
προχώρησε θριαμβικά στη δακρυσμένη
θύρα με τις ευχές που κρέμονταν
διψώντας την ελπίδα.
Την έτρωγε η πεθυμιά να δει
- κι ίσως και να φιλήσει! –
το Ξύλο το θαυματουργό, αίμα
Θεού που τ’ άγιασε
Χριστού του Σταυρωμένου.
Η θύρα όμως… άβατη!
Και μια και δυο και τρεις φορές χέρι
 θαρρείς του Σαβαώθ της έδενε τα πόδια.
Ένιωσε χώμα την καρδιά, συντρίμμια
την ψυχή της κι ένα ποτάμι χύθηκε
που ξέπλυνε τα μάτια.
Της Μάνας βλέμμα Παναγιάς,
στης Εκκλησιάς το βάθος,
θλιμμένο φθινοπωρινό τής έδωσε κουράγιο.
«Ήμαρτον!», βγήκε ’νας λυγμός…
και τα σφυρά φτερώσαν.
Ο τόπος εβατώθηκε και Ξύλο
το βλογημένο νοτίστηκε με δάκρυα.
Την ίδια μέρα βρέθηκε στης έρημος
τα βράχια κι ο Ιορδάνης γεύτηκε
κρουνούς της μετανοίας.
Άγγελος γίνηκε της γης.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΚΑΘΙΣΤΟ ΥΜΝΟ


«Χαῖρε ὁ πόκος ὁ ἔνδροσος, ὅν Γεδεών Παρθένε, προεθεάσατο»
(Χαῖρε, Παναγία, πού εἶσαι τό δροσερό ποκάρι (μαλλί), πού προεῖδε ὁ Γεδεών).
1. Μία ἁπλή ἀνάγνωση τῆς ἀκολουθίας τοῦ ἀκαθίστου ὕμνου (κανόνα καί οἴκων) ὁδηγεῖ ἀμέσως στή διαπίστωση ὅτι βρίθει ἀπό εἰκόνες παρμένες ἀπό σύνολη τήν Ἁγία Γραφή, Παλαιά καί Καινή Διαθήκη. Ὁ ποιητής εἶναι ἐγκρατής θεολόγος: κινεῖται μέ ἄμεση σέ ὅλον τόν βιβλικό λειμώνα, ὅπως καί σέ ὅλη τή θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας. Καί τί κάνει; Στοιχώντας στήν ἀποστολική παράδοση, μᾶς ὑπενθυμίζει ἀδιάκοπα ὅτι κάθε τι ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη ἔχει ἀντίκτυπο στήν Καινή, ἤ μέ ἄλλα λόγια, ἡ Παλαιά Διαθήκη ἀποτελεῖ μία προφητεία τῶν γεγονότων ἀλλά καί πολλῶν προσώπων τῆς Καινῆς, ὥστε νά διακηρύσσουμε ὅτι χωρίς τήν Καινή εἶναι ἀκατανόητη ἡ Παλαιά Διαθήκη, ὅπως καί ἡ Καινή χωρίς τήν Παλαιά χωλαίνει ἐπικίνδυνα ὡς πρός τήν κατανόησή της. Θυμόμαστε τόν ἱερό Χρυσόστομο, ὁ ὁποῖος τόνιζε τήν πραγματικότητα αὐτή λέγοντας ὅτι πρόκειται γιά δύο ἀδελφές πού ἔχουν κοινό Δεσπότη, ὁπότε τά καινά δέν εἶναι καινά, γιατί εἶχαν προαναγγελθεῖ ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη, τά δέ παλαιά δέν εἶναι παλαιά, γιατί ἐκπληρώθηκαν καί ἐπιβεβαιώθηκαν ἀπό τήν Καινή. Γι’ αὐτό καί γιά μία ἀκόμη φορά φαίνεται πόσο ἀνενημέρωτοι, γιά νά μήν ποῦμε κινούμενοι ἐκ τοῦ πονηροῦ, εἶναι ὅσοι προτείνουν τή διαγραφή τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ὡς τάχα βιβλίου τῶν Ἑβραίων. Χωρίς ἐπίγνωση προτείνουν τή διαγραφή καί τῆς Καινῆς. Ὁ λόγος τοῦ Κυρίου, ἕνας μᾶλλον μόνον ἀπό τούς πολλούς πού ἀπεκάλυψε πάνω στό θέμα, εἶναι καταπέλτης γιά τέτοιους ἰσχυρισμούς: «ὅ,τι ἔγραψαν ὁ Μωυσῆς καί οἱ προφῆτες γιά μένα τό ἔγραψαν».
2. Στό τμῆμα τοῦ προκείμενου ὕμνου ἀπό τήν ἕκτη ὠδή τοῦ κανόνα τοῦ ἀκαθίστου ὕμνου ἡ παραπάνω ἀλήθεια ἐπιβεβαιώνεται μέ τήν ἀναφορά στόν κριτή Γεδεών. Ὁ Γεδεών, γιά νά θυμίσουμε λίγο τήν ἱστορία ἀπό τό βιβλίο τῶν Κριτῶν, (τό βιβλίο πού ἀναφέρεται σέ μία περίοδο περίπου 150 ἐτῶν, κατά τήν ὁποία οἱ ἡγέτες τῶν Ἑβραίων ἦταν διαλεγμένοι ἀπό τόν Θεό ἄνθρωποι, ἄνδρες ἀλλά καί γυναῖκες ἀκόμη, μέχρι τήν πρώτη ἐκλογή βασιλιᾶ, τοῦ Σαούλ), ἦταν ἕνα νεαρό παλληκάρι, ἀπό φτωχή καί ἁπλή οἰκογένεια, πού κλήθηκε ἀπό ἄγγελο Κυρίου προκειμένου νά ἀναλάβει τήν ἡγεσία τοῦ λαοῦ του ἀπέναντι στίς καταστροφικές ἐπιθέσεις τῶν ἐχθρῶν τῶν Ἐβραίων Μαδιανιτῶν. Ὁ Γεδεών ἀρνεῖται νά παραδεχτεῖ ὅτι αὐτός, ὁ πιό μικρός ἀπό τήν οἰκογένειά του καί ἐντελῶς ἄσημος, εἶναι ὁ διαλεγμένος ἀπό τον Θεό γιά τή σωτηρία τοῦ λαοῦ. Καί ζητάει ἀπό τόν ἄγγελο «σημεῖα» τῆς ἀλήθειας του. Ἕνα τέτοιο σημεῖο εἶναι ἀκριβῶς αὐτό πού σχετίζεται μέ τόν ὕμνο: ἀπαιτεῖ γιά νά πειστεῖ, σ’ ἐποχή ξηρασίας νά βάλει σέ χωράφι ἕνα ποκάρι, μαλλί δηλαδή ἀπό πρόβατο, κι αὐτό νά μουσκέψει, νά γεμίσει ἀπό δροσιά, ἐνῶ ὅλα γύρω νά εἶναι ξερά. Καί γίνεται - ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ τοῦ κάνει τή χάρη. Ἀπαιτεῖ ὅμως καί τό ἀντίστροφο: σέ ἐποχή ὑγρασίας τό ποκάρι καί μόνο αὐτό νά παραμείνει ξερό. Κι αὐτό πραγματοποιεῖται. Ἀλλά στή συνέχεια δέν μένει μόνο σ’ αὐτά. Ζητάει καί ἄλλες «ἀποδείξεις», πού ὅλες τελικῶς πραγματοποιοῦνται, ὁπότε καί πείθεται, ἀναλαμβάνει τήν ἡγεσία, νικᾶνε οἱ Ἑβραῖοι, ἀπαλλάσσονται ἀπό τή συμφορά τῶν Μαδιανιτῶν.
3. Ποῦ ἔγκειται μέ τόν Γεδεών ἡ προεικόνιση τῆς Παλαιᾶς ἐν σχέσει μέ τήν Καινή; Γιατί λέμε ὅτι ἐδῶ ὑφίσταται μία προφητεία δηλαδή χωρίς λόγια; Διότι κατά τόν ὑμνογράφο καί κατά τήν Ἐκκλησία μας τό ποκάρι αὐτό συνιστᾶ προεικόνιση τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Παναγίας μας. Ὅπως ἐκεῖνο σέ ξηρασία γέμισε ἀπό δροσιά, μούσκεψε, ἔτσι καί ἡ Παναγία μας: χωρίς ἄνδρα καί φυσικές σχέσεις μέ ἄνδρα («πῶς ἔσται μοι τοῦτο ἐπεί ἄνδρα οὐ γινώσκω;») συλλαμβάνει ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ τόν Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ μέσα στή μήτρα της ὡς ἄνθρωπο. Ἡ ἐνέργεια δηλαδή τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ λειτούργησε ὡς δροσιά γιά τή μικρή καί πάναγνη Μαριάμ, ὅπως τῆς τό ἀποκαλύπτει ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ καί τό ὁμολογοῦμε ἔπειτα διαρκῶς στό Σύμβολο τῆς Πίστεως: «Πνεῦμα Ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπί σέ καί δύναμις Ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι». Καί στό γεγονός αὐτό ἔχουμε τήν ἀπαρχή τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, κάτι πού παραπέμπει ἀφενός στό λεγόμενο Πρωτευαγγέλιο: τήν πρώτη ὑπόσχεση γιά σωτηρία τῶν ἀνθρώπων μετά τήν πτώση τους στήν ἁμαρτία, ἀφετέρου στή Γέννηση τοῦ Κυρίου καί κατ’ ἐπέκταση βεβαίως στά συνδεδεμένα μέ αὐτήν φρικτά καί ὑπερφυῆ γεγονότα, τόν Σταυρό καί τήν Ἀνάσταση Ἐκείνου.
4. Ἡ παραπάνω προεικόνιση ὅμως τοῦ περιστατικοῦ τοῦ πόκου μέ τόν Γεδεών ἔχει ἀντίκτυπο καί σέ κάθε πιστό. Γιατί μή ξεχνᾶμε ὅτι ἡ Παναγία μας συνιστᾶ τύπο καί γιά κάθε χριστιανό, πού σημαίνει ὅτι αὐτό πού τῆς συνέβη μπορεῖ νά συμβεῖ καί στόν κάθε ἄνθρωπο, ἀρκεῖ βεβαίως νά λειτουργεῖ αὐτός μέ πίστη· πίστη γνήσια μέ τό βασικό γνώρισμά της, τήν ἐν ἀγάπῃ ὑπακοή πρός τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὅπως μέ ἄλλα λόγια ἡ Παναγία μας δέχτηκε τή δροσιά τοῦ ἁγίου Πνεύματος καί σάρκωσε μέσα της τόν ἴδιο τόν Θεό τήν ὥρα πού ἔκλινε τήν κεφαλή καί ὑπήκουσε στό κέλευσμα τοῦ Θεοῦ («ἰδού ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά τό ρῆμά σου»), κατά τόν ἴδιο τρόπο καί ὁ χριστιανός: ὑπακούοντας στό θέλημα τοῦ Θεοῦ στήν καθημερινότητά του δέχεται τή δρόσο τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ καί γίνεται καί αὐτός «Παναγία»: σαρκώνει μέσα του τόν Χριστό. Εἶναι τό μυστήριο πού διενεργεῖται στήν Ἐκκλησία, ὅπου ὁ χριστιανός εἶναι ἕνα μέ τόν Κύριο, γιατί εἶναι μέλος Του καί τρέφεται ἀπό Ἐκεῖνον: καί μυστηριακά μέ τή Θεία Εὐχαριστία, ἀλλά καί πνευματικά μέ τήν ἐφαρμογή τῶν ἁγίων ἐντολῶν Του.
Οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας μέ πρώτη τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, ἀλλά καί ὅλοι οἱ χριστιανοί, δέν «μυρίζουν πτωμαΐνη». Δέν εἶναι οἱ ἀποχυμωμένοι πνευματικά πού τούς βλέπει ὁ κόσμος καί τούς φοβᾶται. Εἶναι τό φῶς καί ἡ δροσιά τοῦ κόσμου, εἶναι τό ἁλάτι τῆς γῆς, ὁ λόγος τους ρέει «ἐν χάριτι», γιατί ἀκριβῶς ἔχουν τή δροσιά τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Κι αὐτό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ τό ἔχουμε ἤδη λάβει διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, ἀλλά ἐνεργοποιεῖται στήν ὕπαρξή μας μόνο στόν βαθμό πού ἐσαεί βρισκόμαστε σέ πορεία ἐξόδου ἀπό τόν ἐγωισμό μας, πάνω δηλαδή στόν δρόμο τῆς ὑπακοῆς καί τῆς τηρήσεως τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ.   

Πέμπτη, 2 Απριλίου 2020

ΑΠΟ ΤΗ ΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΚΑΝΟΝΟΣ


Δεν πρόκειται να πούμε κάτι ξεχωριστό για τον Μεγάλο Κανόνα πέραν αυτού που βιώνει ο κάθε χριστιανός, ευθύς ως έλθει σε επαφή με το περιεχόμενό του: την ισχυρή πρόκληση για μετάνοια, τη νύξη της συνειδήσεώς του ώστε να θελήσει να βάλει νέα αρχή στη ζωή του ή να βαθύνει τον πνευματικό του αγώνα. Πράγματι, ο άγιος Ανδρέας ο Ιεροσολυμίτης, αρχιεπίσκοπος Κρήτης (δεύτερο ήμισυ 7ου-740), ο ποιητής του Μεγάλου Κανόνος, υπήρξε και είναι ένα εξαιρετικό δώρο του Θεού στην Εκκλησία μας, ιδίως δε στην παραπαίουσα πνευματικά εποχή μας, και λόγω της αγιασμένης του ζωής, αλλά εν προκειμένω και λόγω της καταγραφής των από το Πνεύμα του Θεού εμπνευσμένων βιωμάτων του. Άλλωστε μόνον ένας που ζει οσιακά μπορεί να γράψει εν Πνεύματι τέτοια κείμενα σαν το εκτενές αυτό ποιητικό έργο, γεγονός που φανερώνει εξ αντιθέτου το γνωστό λόγιο «οὐκ ἄν λάβοις παρά τοῦ μή ἔχοντος». Ο άγιος Ανδρέας «είχε», ήταν εμβαπτισμένος δηλαδή στο Πνεύμα του Θεού, γι’ αυτό και μπόρεσε και μπορεί μέχρι σήμερα και για πάντα να μεταδίδει τα σκιρτήματα της παλλόμενης, όπως είπαμε, από αίσθηση Θεού καρδιάς του. Κι αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία ο συγκεκριμένος Κανόνας, γιατί ο άγιος Ανδρέας δεν νεφελοβατεί: δεν κινείται αόριστα και όπου να ‘ναι στις καταγραφές των πνευματικών «πτήσεών» του (πόσο επικίνδυνος γίνεται ιδίως ο χριστιανός ποιμένας και δάσκαλος όταν εκφράζει απόψεις και ιδέες που δεν «πατάνε» σε έδαφος αγιογραφικό και πατερικό), αλλά ως έμπειρος γνώστης όλου του κήπου της Αγίας Γραφής, Παλαιάς και Καινής, μας παίρνει από το χέρι και μας δείχνει σχεδόν κάθε τι από αυτήν, το οποίο  μπορεί να μας παραδειγματίσει: είτε θετικά με την προβολή των αγίων του Θεού είτε αρνητικά με την προτροπή να αποφύγουμε τους αρνητές του Θεού. Και μας συγκινεί ιδιαίτερα, γιατί δεν λειτουργεί ως ένας ξερός δάσκαλος κουνώντας μας αυστηρά το δάκτυλο· αυτό που λέει και προτείνει το λέει κυρίως για τον εαυτό του - την ψυχή του έχει «βάλει κάτω» και την παιδεύει εξαγιαστικά. Γι’ αυτό και μας πείθει και μας συγκινεί και μας τρέφει.
Από όλα τα τροπάρια του Κανόνος –  υπέρ τα 250 τον αριθμό – επιλέγουμε, θα λέγαμε και λίγο τυχαία αφού όλα οδηγούν στην ίδια σχεδόν αίσθηση, ένα από την τρίτη ωδή, που κάνει λόγο για τον πατριάρχη της Παλαιάς Διαθήκης Αβραάμ. «Τόν Ἀβραάμ ἤκουσας πάλαι, ψυχή μου, καταλιπόντα γῆν πατρώαν, καί γενόμενον μετανάστην· τούτου τήν προαίρεσιν μίμησαι» (Άκουσες, ψυχή μου, για τον Αβραάμ που εξαρχής εγκατέλειψε την πατρική του γη και έγινε μετανάστης. (Λοιπόν) να μιμηθείς τη διάθεση και την προαίρεσή του).
Τον Αβραάμ προβάλλει (όχι μόνον εδώ ο ποιητής, αλλά πολλές φορές) ως πρότυπο προκειμένου να τον μιμηθεί και να τον ακολουθήσει και στη δική του ζωή. Τον Αβραάμ που η ίδια η Αγία Γραφή συχνά (με αποκορύφωμα τον απόστολο Παύλο στην προς Ρωμαίους επιστολή: πρβλ. 4, 11εξ.) τον θεωρεί ως το κατεξοχήν υπόδειγμα αληθινής πίστεως στον Θεό. Γιατί; Διότι όλη η ζωή του υπήρξε ένα «ναι» στο θέλημα του Θεού, ο Οποίος μιλώντας μυστικά στην καρδιά του Αβραάμ τον καλούσε να κάνει πράγματα πέρα από κάθε λογική και φυσική αίσθηση. Ποια ήταν αυτά; Να αφήσει την πατρίδα και την πατρική του οικία και να πορευθεί στο άγνωστο με το όραμα μια άλλης μεγάλης χώρας που θα του δινόταν, να λειτουργεί ως πατήρ μεγάλου έθνους τη στιγμή που ήταν άτεκνη η γυναίκα του Σάρρα,  να θυσιάσει τέλος το μονάκριβο παιδί του όταν γεννήθηκε αυτό παρ’ ελπίδα, χάνοντας επομένως την όποια «λογική» για συνέχειά του και δημιουργία μεγάλου έθνους από αυτόν! Και σ’ όλα αυτά στάθηκε άξιος ο Αβραάμ: ποτέ δεν τον εγκατέλειψε η εμπιστοσύνη Του στον μεγάλο «Άγνωστο», έστω κι αν κάποιες φορές πήγε να κλονιστεί.
Στον υπόψη ύμνο ο Αβραάμ προβάλλεται ως πρότυπο για το πρώτο μεγάλο γεγονός αλλαγής της ζωής του: τον ξεριζωμό του· να φύγει και να γίνει μετανάστης. Και τονίζουμε και πάλι τη διαφορά: να γίνει μετανάστης όχι γιατί τον ανάγκασε κάποια ιδιαίτερη δυσκολία – εχθρική επιδρομή κατά του τόπου του, αδυναμία εξεύρεσης πόρων για να ζήσει, μία μολυσματική νόσος – αλλά γιατί τον σπρώχνει μία εσωτερική φωνή, την οποία θεωρεί του Θεού φωνή και την εμπιστεύεται. Μέγας λοιπόν ο Αβραάμ για την πίστη του, που σημειωτέον επιβραβεύεται με την υλοποίηση όλων των υποσχέσεων του Θεού. Πώς όμως ο άγιος Ανδρέας καλεί την ψυχή του αλλά και τη δική μας ώστε να γίνουμε «μετανάστες» μιμούμενοι τον Αβραάμ; Τι σημαίνει να μεταναστεύει κανείς, προφανώς για να μπορεί να παραμένει πια χριστιανός; Με άλλα λόγια για τον άγιο ο χριστιανός είναι χριστιανός στον βαθμό που είναι και θέλει να είναι κι αυτός μετανάστης!
Νομίζουμε ότι η απάντηση είναι πολύ απλή αλλά και πολύ δύσκολη και βαθειά. Απλή, γιατί ο χριστιανός καλείται ανά πάσα στιγμή στη ζωή του να φεύγει από το δικό του θέλημα, το εγωιστικό και αμαρτωλό και θεμελιωμένο στα ψεκτά πάθη του, προκειμένου να βρίσκεται στο θέλημα του Θεού, πάνω στις εντολές του Χριστού, πάνω δηλαδή στον ίδιο τον Χριστό που είναι «ἡ Ὁδός»! Σ’ αυτήν την πορεία εσωτερικής και καρδιακής μετανάστευσης δεν (πρέπει να) βρίσκεται πάντοτε ο πιστός; Όταν η εντολή του Θεού, απαρχής μέχρι σήμερα και όσο θα υπάρχει κόσμος, είναι το «ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς, ἐξ ὅλης τῆς καρδίας, ἐξ ὅλης τῆς διανοίας, ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος, καί τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν», δεν είναι σαν να καλεί έτσι ο Θεός τον άνθρωπο που έχει «υποψιαστεί» την παρουσία Του στη ζωή του να μη μένει στα «δικά» του, αλλά αδιάκοπα να είναι «φευγάτος»; Δεν καλείται δηλαδή ο πιστός να αγωνίζεται να βλέπει τον Θεό αλλά και τον γνήσιο εαυτό του στο πρόσωπο του συνανθρώπου του, μα και σε όλη τη δημιουργία που διακρατείται από τις άκτιστες ενέργειες Εκείνου, και προς τα εκεί να τρέχει και να πορεύεται; (Ή το λιγότερο αυτό να είναι η διάθεση και η ευχή του;) Και ποια η υπόσχεση του Θεού για τη διαρκή αυτή μετανάστευση; «Θα σου δώσω χώρα, την κατεξοχήν χώρα που όμοιά της δεν υπάρχει πουθενά στον κόσμο»! «Τήν χώραν τῶν ζώντων», τον Ίδιο δηλαδή τον Πατέρα Θεό, ο Οποίος γίνεται κατοικία του ανθρώπου και τον κάνει να είναι ένας άλλος «Θεός» μέσα στον κόσμο – ό,τι είπαμε και παραπάνω: ο άνθρωπος πατάει πάνω στην «Ὁδόν» που είναι ο Χριστός.
Δύσκολη από την άλλη, γιατί η προσκόλληση του ανθρώπου στα ίδια τα πάθη του, στον εγωισμό του – ακόμη και για τον βαπτισμένο και χρισμένο άνθρωπο που έχει λάβει τη δύναμη και τη χάρη απεμπλοκής από τα πάθη – είναι τις περισσότερες φορές τόσο μεγάλη, που πρέπει όντως να καταβάλει κάθε προσπάθεια, ώστε να στραφεί προς τον Θεό και να ξεκινήσει τη σωτήρια και απαραίτητη «μετανάστευση». Κι εδώ έγκειται η πνευματική άσκηση και ο ασκητικός αγώνας κάθε χριστιανού.
Στον αγώνα αυτόν μας προσανατολίζει ο άγιος Ανδρέας και στο συγκεκριμένο τροπάριο, αλλά και σε όλα τα τροπάρια του ποιήματός του. Μας δείχνει τον δρόμο και μας ψιθυρίζει ότι μαζί μ’ εκείνον, αλλά και με όλους τους αγίους χάριτι Θεού «τρέχομεν τόν προκείμενον ἡμῶν ἀγῶνα». (Όπως και μας υπενθυμίζει κατ'  επέκταση ότι έτσι κι αλλιώς είμαστε "μετανάστες" στον κόσμο αυτόν που επέτρεψε ο Θεός να βρεθούμε για κάποιο διάστημα, αφού "οὐκ ἔχομεν μένουσαν πόλιν, ἀλλά τήν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν").  Από την άποψη αυτή τον ευγνωμονούμε και τον ευχαριστούμε. Γιατί λειτουργεί ως ο μεγάλος σεμνός και ταπεινός αδελφός και φίλος μας.

Σάββατο, 28 Μαρτίου 2020

ΑΦΙΕΡΩΜΑ (5) ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΩΑΝΝΗ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΟΣ (Δ΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ)


«Ει δύνασαι πιστεύσαι, πάντα δυνατά τω πιστεύοντι»
(Μάρκ. 9, 23)
α. Το Ευαγγελικό ανάγνωσμα της ημέρας μάς μεταφέρει λίγο καιρό πρό του Πάθους του Κυρίου. Κατέβηκε ο Κύριος από το Θαβώρ όπου είχε μεταμορφωθεί ενώπιον των τριών μαθητών Του και  αντιμετώπισε μία τραγική κατάσταση: την αγωνία ενός ανήμπορου πατέρα που το παιδί του ήταν δαιμονισμένο, αλλά και την αδυναμία των μαθητών Του να προσφέρουν κάτι θετικό για τη θεραπεία του παιδιού. Κι εκείνο που μας προβληματίζει, πέραν των άλλων, είναι η απάντηση του Κυρίου στον πατέρα, όταν εκείνος τον προκάλεσε αν μπορεί να κάνει καλά το παιδί του: «Ο δε Ιησούς είπεν αυτώ το Ει δύνασαι πιστεύσαι, πάντα δυνατά τω πιστεύοντι». 
β. 1. Ο πατέρας του δαιμονισμένου παιδιού διαπιστώνει την αδυναμία του μπροστά στην ασθένεια του παιδιού του. Βλέπει ότι ανθρωπίνως δεν υπάρχει ίαση. Ασφαλώς είχε πάει το παιδί του στους ιατρούς και στους ιερείς της εποχής. Μα το αποτέλεσμα ήταν αρνητικό. Και τότε καταφεύγει στον Χριστό, μετά μάλιστα την αδυναμία και των μαθητών Εκείνου. Αισθάνεται ότι Εκείνος μόνο μπορεί να έχει τη δύναμη που ο ίδιος, οι ιατροί, οι μαθητές δεν έχουν. Προφανώς η βαθειά του επιθυμία ήταν να μπορούσε αυτός ως πατέρας μπροστά στην τραγωδία του παιδιού του να ήταν παντοδύναμος. Να δώσει λύσει στο πρόβλημα του παιδιού του.
2. Η απάντηση του Κυρίου ήταν απρόσμενη. Του δίνει ο Κύριος να καταλάβει ότι η παντοδυναμία ναι μεν σχετίζεται με τον Θεό – ο Θεός είναι ο απόλυτα δυνατός – μα είναι και δυνατότητα του ανθρώπου. «Πάντα δυνατά τω πιστεύοντι» τον βεβαιώνει. Κι ο λόγος είναι ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από τον Θεό όχι για να είναι ένα απλό ον μέσα στη Δημιουργία του Θεού, αλλά να είναι η κορωνίδα και ο βασιλέας αυτής. «Μικρός Θεός επί της γης». «Εν σαρκί περιπολών Θεός» κατά τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς.  Η αμαρτία όμως ως επανάσταση κατά του Δημιουργού χάλασε τον άνθρωπο. Η δύναμή του μεταβλήθηκε σε αδυναμία. Κι αυτό γιατί έχασε την επαφή με την πηγή της δυνάμεως, τον Θεό. Αποκομμένος ο άνθρωπος της πτώσεως από τον Θεό έγινε μικρός, φοβισμένος και υπό συνεχή απειλή. Η δίψα όμως για παντοδυναμία παρέμενε, παίρνοντας όμως λανθασμένους δρόμους. Κι οι λανθασμένοι αυτοί δρόμοι ήταν δύο ειδών: (1) ο δρόμος της σχέσης με τα πονηρά πνεύματα, τον διάβολο, (2) ο δρόμος της στήριξης σε επίγειες «δυνάμεις»: το χρήμα, τη μόρφωση, την εξουσία.
Η πράξη όμως και η εμπειρία απέδειξαν και αποδεικνύουν το ψευδές των δρόμων αυτών. Διότι η σχέση πρώτον με τον διάβολο αποδεικνύεται διαχρονικά ότι αποτελεί υποδούλωση του ανθρώπου σ’ αυτόν που είναι ο μεγαλύτερος εχθρός του και που οδηγεί στη μεγαλύτερη ανασφάλεια και στον μεγαλύτερο φόβο. Ο διάβολος ως γνωστόν με δηλωμένο το μίσος του προς τον άνθρωπο και όλη τη δημιουργία μόνο φόβο του δημιουργεί, ενώ ο ίδιος αποκαλύπτεται με τον ερχομό του Χριστού ότι είναι παντελώς ανίσχυρος. Δεν έχει δύναμη ούτε τα γουρούνια να πειράξει, γι’ αυτό και κατά την έκφραση του αγίου Γέροντος Παϊσίου του αγιορείτου «είναι σαν το φίδι που δεν έχει δηλητήριο και σαν το σκυλί που του έχουν αφαιρέσει τα δόντια». Δεύτερον, η στήριξη σε επίγειες δυνάμεις φαίνεται καθημερινά να αποτυγχάνει. Μία αρρώστια, μία αποτυχία, μία απλή πολλές φορές εναλλαγή των καταστάσεων του κόσμου τούτου, οδηγούν στο παταγώδες γκρέμισμα των ανθρωπίνων «παντοδυναμιών». 
3. Ο Κύριος λοιπόν προσανατολίζει στην αληθινή παντοδυναμία. Κτίζει και πάλι τον αληθινό και δυνατό άνθρωπο που μπορεί τα πάντα. Με μία προϋπόθεση: ο άνθρωπος να ξαναβρεί την πίστη του στον Θεό. Για τον Κύριο ο ένθεος άνθρωπος, ακριβώς λόγω της απόλυτης δύναμης του Θεού, γίνεται και πάλι κι αυτός παντοδύναμος. «Ει δύνασαι πιστεύσαι», λέει, «πάντα δυνατά τω πιστεύοντι». Ο αληθινά πιστός είναι παντοδύναμος. Η πίστη είναι η ξεχασμένη και παραθεωρημένη από τον άνθρωπο δύναμη. «Πάντα ισχύω εν τω ενδυναμούντι με Χριστώ» (απ. Παύλος). 
4. Και μιλάμε για την πίστη ως σχετίζουσα τον άνθρωπο με τον παντοδύναμο Θεό, γιατί δεν υπάρχει στον κόσμο αυτό άλλη όραση του Θεού πέρα από την πίστη. Μόνο διά της πίστεως βλέπουμε και ζούμε τον Θεό στη ζωή αυτή, όπως το λέει και ο απόστολος Παύλος: «Πίστις εστίν ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων». Ο ίδιος ο Κύριος άλλωστε μακάρισε όχι αυτούς που επιζητούν με τις αισθήσεις τους να Τον δουν, αλλά τους πιστούς σ’ Αυτόν. «Μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες» είπε. Μόνο μετά τη ζωή αυτή θα βλέπουμε τον Κύριο και θα Τον ζούμε «πρόσωπον προς πρόσωπον». Μέχρι τότε όμως «διά πίστεως περιπατούμεν, οὐ δι’ είδους».  «Ο νυν ζω εν σαρκί εν πίστει ζω τη του Υιού του Θεού» (απόστολος Παύλος). 
5. Κι είναι περιττό βεβαίως να υπενθυμίσουμε ότι δεν αναφερόμαστε σε μία πίστη θεωρητική, την οποία άλλωστε έχουν και τα δαιμόνια. Αναφερόμαστε στην πίστη εκείνη που αποκτάται μέσα στο ζωντανό σώμα του Κυρίου, την Εκκλησία, στον βαθμό που ο άνθρωπος σωστά θα ενταχθεί σ’ αυτήν διά του εν μετανοία βαπτίσματος και χρίσματός του, ενώ ενεργοποιείται και ζωντανεύει κάθε φορά διά της αγάπης, δηλαδή διά της τηρήσεως της βασικής εντολής του Κυρίου. «Πίστις δι’ αγάπης ενεργουμένη». Έτσι όσο εφαρμόζει κανείς ως μέλος Χριστού την εντολή Αυτού και αγαπά: τον Θεό και τον άνθρωπο, τόσο και γίνεται παντοδύναμος, τόσο δηλαδή γίνεται διαφανής και μέσον προκειμένου να εκφραστεί δι’ αυτού η παντοδυναμία του Θεού. 
γ. Ο πατέρας του παραπάνω περιστατικού βρήκε το κουράγιο να πιστέψει και γι’ αυτό γεύτηκε τη δύναμη του Χριστού πάνω σ’ αυτόν και πάνω στο παιδί του. Εμείς έχουμε το κουράγιο αυτό; Όσο μένουμε πάντως  κρυμμένοι στη μιζέρια και την υποτιθέμενη αδυναμία μας, όσο δηλαδή απιστούμε στον Χριστό και στους λόγους Του, τόσο πράγματι η αδυναμία με διαρκή αυξανόμενη ένταση θα γίνεται το γνώρισμα της ζωής μας. Η παντοδυναμία όμως του Χριστού πρόκειται ενώπιόν μας για να γίνει και δική μας.  Η Μεγάλη Σαρακοστή μάλιστα με την όλη ζωή της αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση και πρόσκληση για τη μεγαλειώδη αυτή προοπτική. 

ΑΦΙΕΡΩΜΑ (4) ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΩΑΝΝΗ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΟΣ (Δ΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ)



Ἡ σημερινή ἡμέρα εἶναι ἀφιερωμένη στόν ἅγιο ᾽Ιωάννη τῆς Κλίμακος, σ᾽ ἕναν ἀσκητικό συγγραφέα, πού θά μποροῦσε νά χαρακτηριστεῖ ὡς ὁ ἅγιος τῆς Σαρακοστῆς, ἀφοῦ τό βιβλίο του ῾Κλίμαξ᾽ ἀποτελεῖ τό βασικό ἀνάγνωσμα τῆς περιόδου αὐτῆς στά μοναστήρια μας, ἀλλά καί πολλῶν Χριστιανῶν μέσα στόν κόσμο. Ὁ λόγος μας θά εἶναι γι᾽ αὐτόν, μέ τήν ἐπισήμανση ὅτι τά κείμενα τοῦ βιβλίου του ἔρχονται νά βοηθήσουν στόν προβληματισμό πού θέτει τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς ἡμέρας, σχετικά μέ τήν πίστη πού ζητᾶ ὁ Κύριος, προκειμένου νά ἰαθεῖ τό δαιμονισμένο παιδί ἑνός ἀνθρώπου, πίστη πού δέν εἶχαν οὔτε οἱ ἴδιοι οἱ μαθητές τοῦ Χριστοῦ. ῾Εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατά τῷ πιστεύοντι᾽.

1. Ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης καταρχάς, γιά τόν ὁποῖο δέν ἔχουμε πολλά βιογραφικά στοιχεῖα, νεαρός, 16 ἐτῶν περίπου, ἔγινε μοναχός στό ὄρος Σινᾶ, στή Μονή τῆς ἁγίας Αἰκατερίνης, ἀφοῦ ἤδη εἶχε μάθει ἀρκετά γράμματα. ᾽Επί 19 ἔτη παρέμεινε ὑποτακτικός ἑνός σπουδαίου Γέροντος, τοῦ ἀββᾶ Μαρτυρίου, στόν ὁποῖο ἔκανε ἀδιάκριτη ὑπακοή, ὁπότε μετά τό θάνατό του ἀπεσύρθη σέ ἐρημική τοποθεσία, ὀκτώ χιλιόμετρα μακριά ἀπό τή Μονή, στήν ὁποία καί ἔζησε ἐπί σαράντα χρόνια. ᾽Εκεῖ ἔζησε ὁσιακή ζωή, ὑπερβαίνοντας μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ τά ψεκτά πάθη του καί ἀποκτώντας ὅλα τά χαρίσματα τοῦ Θεοῦ, καί κυρίως τήν ταπείνωση καί τήν ἀγάπη. Μετά τά σαράντα χρόνια παρακλήθηκε νά γίνει ἡγούμενος τῆς Μονῆς, γεγονός πού ἀποδέχθηκε, καί παρέμεινε στό ἀξίωμα αὐτό γιά κάποια χρόνια, ὁπότε θέλησε καί πάλι ν᾽ ἀποσυρθεῖ στήν ἀγαπημένη του ἡσυχία καί μετ᾽ ὀλίγο κοιμήθηκε.

2. ῎Εχουν διασωθεῖ διάφορα θαυμαστά γεγονότα ἀπό τή ζωή του πού φανερώνουν τήν ἰδιαίτερη χάρη πού εἶχε ἀπό τόν Θεό, ἀλλά τά μεγαλύτερα θαύματά του σχετίζονται μέ τίς μεταστροφές τῶν καρδιῶν πού προξενοῦν τά θεόπνευστα κείμενά του, κάτι πού μπορεῖ ὁ οἱοσδήποτε χριστιανός νά διαπιστώσει, ὅταν ἀρχίσει μέ γνήσια διάθεση νά τά μελετᾶ. Εἶναι γνωστό ἄλλωστε ὅτι οἱ ἅγιοι πού μέ τά κείμενά τους βοηθοῦν τούς συνανθρώπους τους ἔχουν πρωτίστως ὡς χάρισμα ῾θαυματουργίας᾽ ἀκριβῶς τή δύναμη τῶν λόγων τους καί ὄχι τά γνωστά θαύματα σωματικῶν ἰάσεων ἄλλων ἁγίων. Καί μήν πεῖ κανείς ὅτι τά κείμενα τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννου εἶναι μόνο γιά τούς μοναχούς, γιατί μπορεῖ νά γράφτηκαν κυρίως γι᾽ αὐτούς, ὅμως ἡ ὠφέλεια πού εἰσπράττει καί ὁ κοσμικός λεγόμενος χριστιανός δέν εἶναι μικρή. Γι᾽ αὐτό καί ἀγαπήθηκε ἡ ῾Κλίμακά᾽ του σ᾽ ᾽Ανατολή καί Δύση καί θεωρεῖται τό σπουδαιότερο σέ κυκλοφορία βιβλίο μετά τήν ῾Αγία Γραφή.

3. ᾽Από τά θαυμαστά περιστατικά πού καταγράφηκαν ἐν ὅσῳ ζοῦσε, μνημονεύουμε δύο: 
Τό πρῶτο, ὅταν ἦταν στήν ἔρημο κι εἶχε δεχθεῖ ἕναν ὑποτακτικό, ὀνόματι Μωϋσῆ. Κάποια φορά, σέ διακόνημα εὑρισκόμενος ὁ νεαρός ὑποτακτικός, κουράστηκε κάτω ἀπό τόν καυτό ἥλιο τοῦ Αὐγούστου καί κάθησε νά ξεκουραστεῖ στόν ἴσκιο μεγάλης πέτρας, ὁπότε καί τόν πῆρε ὁ ὕπνος. Τήν ἴδια ὥρα ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης εἶδε σέ ὅραμα κάποιον πού τοῦ ἔλεγε ὅτι κινδυνεύει ὁ μαθητής του. ᾽Αμέσως ἄρχισε ἔντονη προσευχή γι᾽ αὐτόν καί μετά ἀπό λίγο κατέφθασε καί ὁ ὑποτακτικός, ἀναγγέλλοντάς του τή φοβερή ἀγωνία πού πέρασε, καθώς ξύπνησε ξαφνικά ἀπό τή φωνή τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννη, πού τόν καλοῦσε νά ἐγκαταλείψει ἀμέσως τόν τόπο πού βρισκόταν. Πράγματι, τό ἔκανε καί στή στιγμή ἔπεσε στόν τόπο αὐτό ἡ μεγάλη πέτρα, χωρίς βεβαίως ὁ ἴδιος νά πάθει κάτι. Ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης ἀνελύθη σέ δοξολογίες πρός τόν Θεό, χωρίς ὅμως νά ἀναφέρει καί τό τί προηγήθηκε στό μαθητή του. 
Τό δεύτερο: τήν ἡμέρα τῆς ἐνθρονίσεώς του ὡς ἡγουμένου ἦλθαν στή Μονή περί τά 600 ἄτομα. Ὅλοι ἔβλεπαν νά ὑπηρετεῖ σέ ὅλα τά διακονήματα κάποιος σάν ἰουδαῖος, μέ κοντό μαλλί, πού ἔτρεχε πάνω κάτω καί γιά τά πάντα. Στό τέλος τῆς ἡμέρας τόν ἀνεζήτησαν, ἀλλά δέν τόν βρῆκαν πουθενά. Καί στήν ἀπορία τους, ὅταν ἀπευθύνθηκαν στόν ἡγούμενο, τόν ἅγιο ᾽Ιωάννη, εἰσέπραξαν τήν ἀπάντηση: Τί πιό φυσικό νά ὑπηρετεῖ τό δικό του τόπο ὁ προφήτης Μωϋσῆς; 

4. Τό βιβλίο του ῾Κλίμαξ᾽, εἴπαμε, προξενεῖ τό πραγματικό καί μεγαλύτερο θαῦμα: τή μεταστροφή τῶν καρδιῶν, τή δημιουργία μετανοίας στόν ἄνθρωπο. Καί δίνει τήν ἀπάντηση στό πῶς ἀποκτᾶται ἡ πραγματική καί γνήσια πίστη πού ζητᾶ ὁ Χριστός, ὅπως φαίνεται καί στό εὐαγγέλιο τῆς ἡμέρας. ῾Τό εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δύνατά τῷ πιστεύοντι᾽! Δέν μποροῦμε νά ποῦμε πολλά. Θά σημειώσουμε ὅμως ἐπιγραμματικά αὐτά πού θίγει, ἀπό τούς 30 λόγους του – σκαλοπάτια στήν πνευματική ζωή, στόν πρῶτο καί στόν τελευταῖο λόγο του.
 Ὁ πρῶτος, ἡ ἀποταγή: δέν μπορεῖ κανείς νά προσεγγίσει τόν Θεό, χωρίς νά πεῖ ὄχι στήν ἁμαρτία καί μάλιστα στά ἐγωϊστικά θελήματά του. Γιατί αὐτά τά θελήματα μᾶς κρατοῦν δέσμιους στόν ἁμαρτωλό κόσμο. Ὅπως τό λέει καί ὅσιος Ποιμήν: ῾Τό θέλημά μου εἶναι χάλκινο τεῖχος πού μέ χωρίζει ἀπό τόν Θεό᾽! 
Κι ὁ τελευταῖος: ἡ ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη πού ἀποτελεῖ τό ἐπιστέγασμα τῶν πάντων στή χριστιανική πίστη, ἀφοῦ ὅ,τι λέμε καί κάνουμε σ᾽ αὐτήν, εἴτε προσευχή εἴτε νηστεία εἴτε μελέτη εἴτε ὁτιδήποτε ἄλλο, ἄν δέν καταλήγει στήν ἀγάπη, δέν ἔχει νόημα. Καί τοῦτο, γιατί ἀγάπη εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Κι αὐτό σημαίνει: ἡ πίστη πού ζητᾶ ὁ Χριστός καί κινητοποιεῖ τόν Θεό καί βγάζει καί δαιμόνια, προϋποθέτει τήν ἄρνηση τοῦ ἐγωϊσμοῦ τοῦ ἀνθρώπου καί τή στροφή του στή ζωή τοῦ Θεοῦ, τήν ἀγάπη. Στό βαθμό πού ὁ ἄνθρωπος ἀγαπᾶ, τόν ὅποιο συνάνθρωπό του, τόσο καί αὐξάνει ἡ πίστη του, ὅπως τό διακηρύσσει καί ὁ ἀπ. Παῦλος: ῾πίστις δι᾽ ἀγάπης ἐνεργουμένη᾽!

Ἡ σημερινή Κυριακή Δ´ Νηστειῶν μᾶς θέτει στήν τροχιά τοῦ Πάσχα μέσα ἀπό τήν ἁγιασμένη προσωπικότητα τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννου καί τοῦ θεοπνεύστου ἀναμφιβόλως βιβλίου του. Θά ἦταν ἐξαιρετική στιγμή χάρης νά παίρναμε τό βιβλίο του καί πολύ περισσότερο νά τό μελετούσαμε διαρκῶς!