Παρασκευή 27 Μαρτίου 2026

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ


(Κύρια σημεία ομιλίας για τον άγιο Αλέξιο τον άνθρωπο του Θεού, που πραγματοποιήθηκε, κατά μετάθεση από την ημέρα της εορτής του (17 Μαρτίου), την 24η Μαρτίου, στον "Πειραϊκό Φάρο" Πειραιώς)

1. Το θέμα μας ενώ αναφέρεται πρωτίστως στον άγιο Αλέξιο τον άνθρωπο του Θεού (17 Μαρτίου), όμως αναφέρεται και σε κάθε άγιο της Εκκλησίας, διότι όλοι οι άγιοι αν άγιασαν, ήταν γιατί ακριβώς θέλησαν να μην ανήκουν στον εαυτό τους ή σε κάποια ομάδα απλώς ανθρώπινη, «κάστα» ή «γκέτο», αλλά να ανήκουν στον Θεό, όπως τον Θεό αυτόν, τον αληθινό, τον απεκάλυψε ο Ίδιος εν προσώπω Ιησού Χριστού. Κι επειδή ο Χριστός μας, ως Θεός και άνθρωπος, ίδρυσε την Εκκλησία, το ζωντανό σώμα Του, γι’ αυτό και κάθε άνθρωπος είναι του Θεού όταν είναι άνθρωπος της Εκκλησίας. Εκτός Εκκλησίας όπως γνωρίζουμε ο αληθινός Τριαδικός Θεός παραμένει ξένος και άγνωστος, όχι γιατί ο Θεός δεν υφίσταται, αλλά γιατί οι άνθρωποι παραμένουν μέσα στο σκοτάδι των παθών τους και της ενέργειας του Πονηρού Διαβόλου, ο οποίος θέτει στον νου τους «κάλυμμα» προκειμένου να μη βλέπουν και να μη νιώθουν το πιο «αυτονόητο» θεωρούμενο, ό,τι πρόκειται, κείται δηλαδή εμπρός μας, που είναι ο ίδιος ο Θεός. Διότι «εν Αυτώ ζώμεν και κινούμεθα και εσμέν». «Extra Ekklesiam, salus non est», κατά ένα πολύ γνωστό λατινικό λόγιο, δηλαδή «έξω από την Εκκλησία δεν υπάρχει σωτηρία», ζωντανή και αληθινή σχέση με τον Θεό. 

Δεν θα κάνουμε ιδιαίτερο λόγο για τους θεωρουμένους ανθρώπους του «Θεού» άλλων θρησκειών ή θεοσοφιών, διότι για τη χριστιανική πίστη μας οι θρησκείες βρίσκονται υπό την οργή του Θεού, με την έννοια ότι αποτελούν τις ανθρώπινες προσπάθειες για να προσεγγίσουν τον Θεό – ο Κύριος ήρθε να καταργήσει τις θρησκείες. Κι αυτό γιατί μετά την πτώση του ανθρώπου στην αμαρτία, κάθε τέτοια προσπάθεια προσκρούει ακριβώς στο φράγμα της αμαρτίας, οπότε ο Θεός ή οι θεοί των άλλων θρησκειών είναι κατά τη Γραφή ή «το τίποτε ή τα δαιμόνια». Γι’ αυτό και ο Κύριος μας αποκαλύπτει ότι ήρθε για να μας ενώσει με τον Θεό, να μας δώσει τη δυνατότητα και πάλι να κατανοήσουμε και να ζήσουμε τη μεγαλύτερη δωρεά και χάρη, ότι είμαστε «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» Εκείνου δημιουργημένοι, άλλοι θεοί κι εμείς, κι αυτό μπορεί κανείς να το «αποκτήσει» μόνον όταν πιστέψει σ’ Εκείνον και ενταχτεί, όπως είπαμε, στο άγιο σώμα Του την Εκκλησία. «Εγώ ειμι η θύρα» είπε. «Δι’ εμού εάν τις εισέλθη, σωθήσει, και εισελεύσεται και εξελεύσεται και νομήν ευρήσει». «Ο εωρακώς εμέ εώρακε τον Πατέρα».

Κι απαρχής πρέπει να σημειώσουμε ότι εντασσόμενος ο άνθρωπος στο σώμα του Χριστού, γενόμενος ένα μ’ Εκείνον διά του αγίου βαπτίσματος – αυτό κάνει το βάπτισμα: μας εντάσσει μέσα σ’ Εκείνον, ο Οποίος με τη σειρά Του «εντάσσεται» μέσα σ’ εμάς, κατά τον λόγο του αποστόλου: «όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε» - όχι μόνον δεν περιορίζεται σε μία «ομάδα», αλλά επεκτείνεται αποκτώντας παγκόσμιες και διαχρονικές διαστάσεις λόγω ακριβώς του Χριστού. Γίνεσαι άνθρωπος του Θεού δηλαδή; Έχεις αποκτήσει τη δυναμική να περιλάβεις μέσα σου όλη την ανθρωπότητα, απαρχής και άχρι εσχάτου των καιρών. Ένας άλλος Χριστός επί της γης είναι ο άνθρωπος του Θεού.

2. Επανερχόμαστε στο πιο συγκεκριμένο θέμα μας, τον άγιο Αλέξιο, ο οποίος κατά τον στίχο του συναξαρίου του «Κλήθηκες συ μόνος πάνω στη γη άνθρωπος του Θεού» («άνθρωπος εν γη του Θεού κληθείς μόνος»), κι αυτό γιατί «σε γνωρίσαμε άνθρωπο του Θεού όχι μόνο από την κλήση σου αλλά και από τα πράγματα» («άνθρωπόν σε έγνωμεν Θεού, κλήσει τε και πράγματι») (στιχηρό εσπερινού).  Είναι εξαιρετική η περίπτωσή του, γι’ αυτό και θα δούμε λίγα στοιχεία της κατά Χριστόν ζωής του, κάνοντας κάποιες επισημάνσεις και σχόλια πάνω σ’ αυτήν, αλλά και αφήνοντας τον άγιο υμνογράφο να μας «ζωγραφίσει» όπου χρειάζεται το πορτρέτο του με κάποιες έντονες πινελιές.

Ο άγιος Αλέξιος καταγόταν από τη Ρώμη κι οι γονείς του, ο πατέρας του  πατρίκιος Ευφημιανός και η μητέρα του Αγλαΐδα, ήταν πλούσιοι και πολύ ευγενείς, έχοντας τον Αλέξιο το μοναδικό τους παιδί. Ο πατέρας του όταν ήλθε σε κατάλληλη ηλικία ετοίμασε τα του γάμου του υιού του, οπότε τότε που έπρεπε να αποσυρθεί με τη νύφη στη νυφική παστάδα, εκείνος αφού έδωσε σ᾽ αυτήν το δαχτυλίδι του γάμου και προσευχήθηκε, έφυγε κρυφά από τον οίκο του κι ἔφτασε στην ´Εδεσσα. ´Εμεινε στην πόλη αυτή και στην εκεί Εκκλησία δεκαοκτώ έτη, φορώντας πάμπτωχα ρούχα σαν ράκη και τρεφόμενος από τις προσφορές ελέους και φιλανθρωπίας των ανθρώπων.

´Εφυγε όμως κι από κει (διότι δεν ήταν δυνατόν να διαφεύγει την προσοχή των ανθρώπων και να κρύβεται η αρετή του πάντοτε, καθώς ήδη τον προσήγγιζαν και τον ενοχλούσαν πολλοί), και καθώς έμελλε να μεταβεί στην Ταρσό της Κιλικίας, στον ναό του αγίου αποστόλου Παύλου, δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει την επιθυμία του, διότι το πλοίο από τους ενάντιους ανέμους οδηγήθηκε αλλού. Έφτασε και πάλι στη Ρώμη, οπότε πήγε στον οίκο του πατέρα του. Κι αφού δεν τον αναγνώρισε κανείς, πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του στους πυλώνες της εισόδου του οίκου του, υφιστάμενος τις κοροϊδίες και τους εμπαιγμούς από τους υπηρέτες του πατέρα του και πάσχοντας πολλά δεινά, όσα συνήθως πάσχει από τους ανθρώπους της τρυφής και της αταξίας άνθρωπος ξένος που δεν μπορεί καθόλου να σηκώσει το κεφάλι.

 ´Οταν πλησίασε το μακάριο τέλος του, ζήτησε χαρτί, κι αφού έγραψε το ποιός ήταν και ποιοι ήταν οι γονείς του, το κράτησε πάνω του, μέχρις ότου ο βασιλιάς Ονώριος μετά από τη θεϊκή αποκάλυψη έφτασε εκεί. Ο βασιλιάς τον παρακάλεσε, ενώ ήδη είχε πεθάνει, και πήρε το χαρτί. Κι όταν το διάβασε εις επήκοον όλων τότε μαθεύτηκαν τα σχετικά μ᾽ αυτόν. Καθώς η έκπληξη όλων ήταν τεράστια, πήραν το άγιο λείψανό του και το ενταφίασαν με τιμή και μεγαλοπρέπεια στον ναό του αγίου αποστόλου Πέτρου. Έκτοτε το λείψανό του προχέει αδιάκοπα μύρα ευώδη και ιάματα σ᾽ όλους τους πιστούς που προσέρχονται εκεί”.

(1) «Πλουσιόπαιδο και μοναχοπαίδι» ο άγιος. Δηλαδή έχει όλα τα στοιχεία για να γίνει ένα θηρίο εγωισμού, να μεγαλώσει κάνοντας όλα τα θελήματά του και να καταστεί ένας τύραννος! Αυτό δεν βλέπουμε στις περισσότερες παρόμοιες περιπτώσεις; Κι όμως δεν συμβαίνει αυτό. Διότι και οι γονείς, προφανώς, είχαν την έγνοια να αναθρέψουν το τέκνον τους «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου», αλλά και ο Αλέξιος από μικρός έδειξε μία καλοπροαίρετη ψυχή που ποθούσε τελικώς κάτι παραπάνω από τα επίγεια και υλικά. (Κι αναδεικνύεται εδώ, πριν πούμε άλλα, η σημασία της αγωγής που δέχονται τα παιδιά απαρχής της ζωής τους  από τους γονείς. Πόση ευθύνη έχουμε οι γονείς για τα μικρά παιδιά μας ώστε να μεγαλώσουν σωστά! Και «σωστά» σημαίνει να μάθει το παιδί ότι προτεραιότητα στη ζωή του δεν είναι τα δικά του απλώς θέλω, αλλά το θέλημα του Θεού. Κι αυτό προσφέρεται όχι κυρίως με τα λόγια – τα λόγια λίγα πράγματα κάνουν: ας θυμηθούμε τον άγιο Πορφύριο! – αλλά με την ίδια τη ζωή των γονιών. Προφανώς οι γονείς ήταν σοβαροί πιστοί που ενδιαφέρονταν και για την αποκατάστασή του ασφαλώς, μα και για την αιώνια προοπτική του!)

(2) «Τον πάντρεψαν». Κι αυτός δέχτηκε, έχοντας όμως διαπιστώσει το χάρισμα της άγαμης αφιερωμένης ζωής που τον διακατείχε. Φαίνεται ότι ήταν υπάκουο παιδί, που η στάση του έναντι των γονιών του καθοριζόταν από το σεβασμό και την αγάπη του προς εκείνους. Μέσα του όμως τον «έτρωγε» ο πόθος του Θεού ως ολοκληρωτική αφιέρωση προς Αυτόν. Θα μου επιτρέψετε να πούμε ότι ίσως θα μπορούσε να μείνει στον γάμο και να προκόψει. Γιατί, όπως έλεγε ο άγιος Παΐσιος, ο φιλότιμος άνθρωπος και λάθος να κάνει στην επιλογή της ζωής του, θα προκόψει όπου κι αν βρεθεί. Όμως τελικώς δεν άντεξε. Έκανε υπομονή, έκανε προσευχή, παντρεύτηκε, και η σφοδρότητα της καρδιάς του τον έκανε να φύγει. Πότε; Στο πιο οριακό σημείο: την ώρα που βρέθηκε στη νυφική παστάδα. Προφανώς εκείνην την ώρα «συνειδητοποίησε» στο απόλυτο ότι δεν είναι φτιαγμένος για τον γάμο. Και βλέποντας ίσως τη σεμνότητα και την ευγένεια και της συζύγου του, την αφήνει και φεύγει! «Της δίνει το δαχτυλίδι του γάμου» σημειώνει το συναξάρι του, χωρίς να φαίνεται να αντιδρά με ιδιαίτερο τρόπο εκείνη.

«Λάθος!» θα σπεύσουν ίσως μερικοί να πούνε. «Μπορεί!» θα απαντήσουμε. Μα, το αποτέλεσμα τον δικαιώνει. Γιατί; Διότι κριτήριο απόλυτο του αγίου είναι το πώς να σταθεί στο θέλημα του Θεού, σαν να είναι η κάθε στιγμή του η τελευταία του. Έχουμε την εντύπωση πως ο Θεός τον φώτισε να εγκαταλείψει τον γάμο του για να τον «διασώσει»! Διότι δεν είχε κάποιον έστω λογισμό για τον γάμο. Οπότε, παραμένοντας σ’ έναν τέτοιο γάμο, κάνοντας φιλότιμες όντως προσπάθειες, μάλλον θα μαράζωνε κι αυτός και η γυναίκα του! Και φαίνεται ότι η έσχατη αυτή «συζυγική» κίνησή του είναι με φωτισμό Θεού, γιατί πρώτα κάνει προσευχή, κι έπειτα ακολουθούν όλα τα παράδοξα άλλα.

(3) Κι είναι ένα σημείο αυτό που πρέπει και πάλι να σταθούμε. «Φουντωμένη» η καρδιά του από έρωτα Θεού προσπαθεί να την «ελέγξει», να την «κοντρολάρει» που λέμε. Γι’ αυτό και κάνει προσευχή. Δείχνοντάς μας ότι σε κάθε στιγμή της ζωής μας χρειάζεται η καρδιακή προσευχή μας, ιδίως όμως όταν τα πράγματα φαίνονται εξαιρετικά πιεσμένα. Τι καλό που θα ήταν κι εμείς, κάθε φορά που πιεζόμαστε, να καταφεύγουμε στην προσευχή. Να παίρνουμε «ευλογία» από τον Κύριο για την όποια ενέργειά μας. Και μάλιστα στις πιο κρίσιμες στιγμές, τότε που τα πάθη μας μάς σπρώχνουν σε κάποιες ίσως ακρότητες: Σε μία έξαψη μέσα στη συζυγία και την οικογένεια, στο επαγγελματικό μας περιβάλλον, σε οτιδήποτε που θεωρείται πρόκληση για εμάς.

(4) «Φεύγει και γίνεται ζητιάνος»! Επιβεβαιώνει δηλαδή ότι η φυγή του δεν προερχόταν από κάποια «εξωτερική» πίεση – «η νύφη το ’σκασε!»! Η φυγή του ήταν κατά Θεόν, που φανερώνεται με τον πιο απόλυτο τρόπο: να ζήσει στερούμενος και τα πιο αναγκαία! Τι μας θυμίζει η κίνησή του αυτή; Το «φρόνημα του Κυρίου Ιησού Χριστού», όπως μας το σημειώνει με μοναδικό τρόπο ο απόστολος Παύλος στην προς Φιλ. Επιστολή: «Τούτο φρονείσθω εν ημίν, ο και εν Χριστώ Ιησού…». (Να υπάρχει μεταξύ σας το ίδιο φρόνημα που είχε κι ο Ιησούς Χριστός, ο Οποίος, αν και ήταν Θεός, δεν θεώρησε την ισότητά του με τον Θεό αποτέλεσμα αρπαγής, αλλά τα απαρνήθηκε όλα και πήρε μορφή δούλου˙ έγινε άνθρωπος˙ και όντας πραγματικός άνθρωπος ταπεινώθηκε θεληματικά υπακούοντας μέχρι θανάτου, και μάλιστα θανάτου σταυρικού). «Αντιγράφει» εν χάριτι ό,τι έκανε ο ίδιος ο Θεός! Υπάρχει μεγαλύτερο σημείο αγιότητος από κάτι τέτοιο; Ο απόστολος Πέτρος δεν μας λέει ότι ο Κύριος ήρθε στον κόσμο «ημίν υπολιμπάνων υπογραμμόν ίνα επακολουθήσωμεν τοις ίχνεσιν Αυτού;» Στα χνάρια του Χριστού κινείται ο νεαρός Αλέξιος, που επιβεβαιώνεται από την ανταπόκριση του κόσμου: αρχίζει και γίνεται γνωστός από την ενάρετη ζωή του. Γιατί η αγιότητα δεν μπορεί τελικώς να κρυφτεί, όπως το αποκαλύπτει ο ίδιος ο Κύριος. «Ου δύναται πόλις κρυβήναι επάνω όρους κειμένη… Ούτω λαμψάτω το φως υμών». Όσο κρύβεται, τόσο και τον αποκαλύπτει ο Κύριος, φωτίζοντας τους ανθρώπους.

(5) Και να συνεχίσουμε επ’ αυτού: «φεύγει και «απογειώνει» την πτωχεία και την ξενιτεία και την ταπείνωσή του». Οδηγείται από τον Θεό στο σπίτι του πατέρα του στη Ρώμη. Κι εδώ βρίσκεται ακριβώς η αποκορύφωση του εσωτερικού αγώνα του: πτωχός ναι, ταπεινωμένος βεβαίως, αλλά δεχόμενος και εξευτελισμούς από τους υπηρέτες του πατέρα του και δικούς του υπηρέτες. Σημειώνει κάπου ένας εκκλησιαστικός συγγραφέας: «η επίτασις των κρειττόνων πλείω φέρει την ευεργεσίαν», αυξάνει πολύ περισσότερο τις δωρεές του Θεού. Αλλά ας προσέξουμε! Δεν είναι η ζωή του μία συνέχεια όντως του Κυρίου Ιησού Χριστού; «Εις τα ίδια ήλθε» θα πει ο άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής για τον Κύριο, «και οι ίδιοι αυτόν ου παρέλαβον». Από πτωχεία σε μεγαλύτερη πτωχεία δηλαδή η πορεία του Αλεξίου, όχι γιατί δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, αλλά γιατί έβλεπε ότι αυτό είναι το πνευματικό του συμφέρον! Δεν είναι τυχαίο ότι ο άγιος υμνογράφος του έτσι τον αντιμετωπίζει: ως μία συνέχεια του Χριστού. «Την πτωχείαν του Χριστού μιμούμενος» σημειώνει. Όπως η πορεία του Χριστού ήταν μία πορεία πάθους με αποκορύφωμα το Σταυρικό Του Πάθος, έτσι και με τον άγιο Αλέξιο: ενσυνείδητο πάθος η ζωή του, με αποκορύφωση το Πάθος του μπροστά στην πύλη του σπιτιού του, με τα κτυπήματα, τις κοροϊδίες των δούλων, τους εξευτελισμούς, τα φτυσίματα. Και τα υπομένει όλα εκών.

(6) Ας σημειώσουμε όμως και κάτι ακόμη, δηλωτικό της αγιότητάς του. «Παίρνει το καράβι για την Ταρσό, να πάει στον Ναό του αποστόλου Παύλου, αλλά ο άνεμος του αλλάζει «ρότα» και βρίσκεται στη Ρώμη».

Η επιθυμία του βαθιά: να βρεθεί εκεί που έζησε ο αγαπημένος του απόστολος Παύλος. Και φανερώνει τούτο το πώς μελετούσε ιδίως τις Πράξεις των Αποστόλων και τις επιστολές του αγίου Παύλου. Κανείς δεν αναλαμβάνει τέτοιο ταξίδι, τέτοια και πάλι μετανάστευση, χωρίς να τον παρακινεί μία μεγάλη αγάπη. Κι είναι γεγονός ότι όποιος έχει μελετήσει και μελετά αδιάκοπα τον απόστολο Παύλο ιδίως, δεν μπορεί να ξεφύγει από τα «δίχτυα» της χάρης του. Αυτό δεν «έπαθαν» σχεδόν όλοι οι άγιοι, και μάλιστα ο μέγιστος Οικουμενικός Διδάσκαλος άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος; Σπάνια υπήρξε άνθρωπος με τέτοια αγάπη προς εκείνον, που η σχέση του μαζί του ήταν προσωπική, αφού μάλιστα γνωρίζουμε ότι στα δύσκολα και δυσνόητα σημεία των επιστολών του Παύλου ο ίδιος ερχόταν και καθοδηγούσε τον ερμηνευτή Χρυσόστομο! (Υπάρχει πολύ όμορφη εικόνα περί αυτού). Μελετούσε λοιπόν αδιάκοπα τις επιστολές του Παύλου, μέσα στις οποίες όπως όλοι γνωρίζουμε, αποκαλύπτεται η τεράστια φλόγα του αποστόλου και ο θερμός έρωτάς του για τον Κύριο Ιησού Χριστό. Ο έρωτας αυτός του Παύλου σαν να μεταγγίστηκε και στον Αλέξιο. Και γι’ αυτό μπορούμε να πούμε το αντίστοιχο που διαβάζουμε για τον μεγάλο αγαπημένο μαθητή του αποστόλου Τιμόθεο: ρυθμιζόταν στη ζωή σαν τον Τιμόθεο «ταις του Παύλου διδαχαίς».

Μα, δεν μπόρεσε να πάει. Διότι άλλος κανονίζει τα της ζωής μας. Επεμβαίνει ο Κύριος και μέσα από τα κύματα και τους αέρηδες τον οδηγεί στη Ρώμη. Και υποτάσσεται στο θεϊκό θέλημα ο Αλέξιος, γιατί το καταλαβαίνει. Και συνεχίζει εκεί που βλέπει ότι τον θέλει ο Θεός. Οπότε, κι εδώ φανερώνεται το πιο καθοριστικό στοιχείο της ζωής ενός αγίου. Το «γενηθήτω το θέλημά σου» και όχι το θέλημά μου. Αν ένας άγιος αγιάζει είναι γιατί έχει κατανοήσει και έχει μάθει ότι το δικό του θέλημα «είναι χάλκινο τείχος που μας χωρίζει από τον Θεό» (Γεροντικόν). «Να ’ναι ευλογημένο», ψιθυρίζει ο άγιος και πορεύεται εκεί που τον σπρώχνει το θεϊκό σχέδιο. Τι μας δίδαξε ο Κύριος αν θέλουμε να ανήκουμε σ’ Εκείνον στην Κυριακή του προσευχή; «…Γενηθήτω το θέλημά Σου». Πάνω στην πορεία αυτήν ο άγιος Αλέξιος είχε θέσει εκ νεότητος τον εαυτό του. Γι’ αυτό και αδειάζοντας από το προσωπικό θέλημά του, τον εγωισμό του, γέμισε από Θεό. Και μάλιστα είδε ότι το «γενηθήτω το θέλημά Σου» πρέπει να ισχύει μ’ έναν απόλυτο τρόπο, δηλαδή «μέχρι θανάτου». «Γίνου πιστός άχρι θανάτου» λέει το πνεύμα του Θεού˙ αποφασισμένος να πεθάνει πάνω στην πιστότητα αυτή και ο Αλέξιος. Και κατά τούτο βεβαίως μοιάζει και με την Παναγία Μητέρα του Κυρίου, την Υπεραγία Θεοτόκο. Εκείνη δεν έδειξε ότι η μόνη στάση του ανθρώπου έναντι του Θεού είναι ακριβώς η απόλυτη υπακοή του σ’ Αυτόν; «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα Σου».

(7) Γι’ αυτό και ο Αλέξιος την Μητέρα του Κυρίου την αγάπησε με πάθος. Το σύντομο συναξάρι του δεν αναφέρεται στο σημείο αυτό, που θεωρείται βεβαίως αυτονόητο για κάθε άγιο, μα η υμνολογία της Εκκλησίας το επισημαίνει κι όχι μία φορά. Ας ακούσουμε τον ύμνο: «Ζητώντας να κάνεις την καρδιά σου ναό Θεού, Αλέξιε, αγάπησες να κάθεσαι πάντοτε στον οίκο της Θεομήτορος κι εκεί να οραματίζεσαι τα ουράνια κάλλη» (ωδή δ΄). Δεν υπάρχει δηλαδή περίπτωση ένας πιστός χριστιανός να αγωνίζεται να καταστήσει ναό Θεού την καρδιά του – ό,τι αποτελεί σκοπό της καθημερινότητάς μας – χωρίς να ζει με την παρουσία της Παναγίας μας. Κι αυτό γιατί βεβαίως Χριστός και Παναγία βρίσκονται πάντοτε μαζί. Κριτήριο για την πίστη μας, ως γνωστόν, είναι η στάση μας έναντι της Θεοτόκου. Κι αλλού, σε άλλο σημείο (ωδή ς΄): «Επειδή έγινες ζωντανός ναός του Θεού, η Απειρόγαμος Παρθένος που είναι το σκήνωμα του Χριστού, σε φανερώνει ενώ κρύβεσαι και σε δοξάζει ενώ σπεύδεις να ζεις κρυφά». Αγαπημένο παιδί του Χριστού ο άγιος Αλέξιος, γι’ αυτό και αγαπημένο παιδί της Υπεραγίας Θεοτόκου. Δεν μας θυμίζει και τον άγιο Παΐσιο, ο οποίος και εκείνος μέσα σε έξαρση αγάπης προς την Παναγία Μάνα του ομολογούσε: «κρατάω την Παναγία διαρκώς από το φουστάνι της και πηγαίνω συχνά και ακουμπώ το κεφάλι μου στην άγια εικόνα της για να βυζάξω λίγο από τη χάρη της!»

(8) Πώς εξηγούνται όλα αυτά τα θαυμαστά και η παράδοξη και υπέρ φύσιν αυτή ζωή;  Φάνηκε με τα όσα είπαμε, μα καλό είναι να το εξηγήσουμε καλύτερα. Συμβαίνει για έναν απλούστατο λόγο, που συνιστά και το μεγαλύτερο χάρισμα, στο οποίο έχουμε κληθεί κι εμείς και μετέχουμε μάλιστα όλοι οι χριστιανοί χωρίς εξαίρεση κανενός. Ο άγιος Αλέξιος ζούσε «συσταυρωμένος» με τον Κύριο. Γι’ αυτό και Εκείνος ενεργούσε στην ψυχή και το σώμα του. Είπαμε και προηγουμένως ότι με το άγιο βάπτισμά μας γινόμαστε μέλη Χριστού, προεκτείνουμε Εκείνον όπως τα κλαδιά το αμπέλι, κατά τον άγιο λόγο Του: «Εγώ η άμπελος υμείς τα κλήματα». Αυτήν τη συνείδηση καλλιεργούσε με μεγάλη αίσθηση ο άγιος, που θα πει ότι κέντρο βάρους της ζωής του δεν ήταν ο εαυτός του, αλλά ο Κύριος Τον οποίο αγάπησε με όλη τη δύναμη της ψυχής του. «Ζω ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός» δεν λέει ο απόστολος Παύλος, με την προϋπόθεση της «συσταυρώσεώς» του μ’ Εκείνον; Το ίδιο και ο Αλέξιος, το ίδιο και όλοι οι άγιοι. Ο άγιος Αλέξιος δηλαδή κατενόησε χαρισματικά εκ νεότητος ότι νόημα στη ζωή υπάρχει μόνον στον Χριστό. Χωρίς Εκείνον όλα είναι ανόητα και μετέωρα. Βρήκε τον Χριστό, ως τον πολυτιμότερο μαργαρίτη της ζωής του, και Τον ακολούθησε με πόθο μέχρι το τέλος της ζωής του. Γι’ αυτό και χωρίς θέλημα (εγωιστικό) ο ίδιος, με θέλημα όμως Θεού όπως είδαμε, «μεταναστεύει» όπου τον καλεί η Πρόνοιά Του.

Μα στον άγιο Αλέξιο με έναν μοναδικό τρόπο αποκαλύπτεται ότι θεμέλιο της πίστεως στον Χριστό και της αγάπης προς Εκείνον είναι η υψοποιός θεωρουμένη ταπείνωση. Διότι «ταπεινοίς ο Θεός δίδωσι χάριν». Ό,τι επέδειξε ο Κύριος, που ταπεινώθηκε μέχρι θανάτου, το ίδιο προσπάθησε και ο άγιος. Μία ταπείνωση που ελέγχθηκε και καθαρίστηκε με τον πιο «σκληρό» τρόπο: την απόλυτη ξενιτεία, την υπέρβαση της αγάπης προς τους γονείς, την υπέρβαση αγάπης προς κάθε αγαπημένο θεωρούμενο πρόσωπο. «Πόσο μεγάλο θαύμα!» θα πει έκθαμβος ο άγιος ποιητής! «Πώς σαν διαμάντι κρατήθηκες στους πυλώνες των γονιών σου όλα τα χρόνια, χωρίς να καμφθείς, ασκώντας βία στη φύση σου, από τους πικρούς θρήνους των γονιών σου και της συζύγου σου, Αλέξιε» («Ω θαύμα! πώς εν πυλώσι των γεννητόρων χρονίως, ώς τις αδάμας, υπέστης φύσεως βία μη καμφθείς  γονέων τε και συζύγου, Αλέξιε, πικροίς θρήνοις») (εξαποστειλάριο όρθρου).

(9) Κι επειδή ήταν θεϊκή η ταπείνωσή του αυτή, όπως και η αγάπη του και η υπομονή του, γι’ αυτό και ο Θεός και η Παναγία μας τον δόξασαν. Χωρίς ο ίδιος να κινδυνεύσει από οποιαδήποτε κενοδοξία, τελικώς φανερώνεται. Γιατί φανερώνεται όταν πια έχει φύγει από τη ζωή αυτή και ο πονηρός δεν έχει κανένα ίχνος εξουσίας πειρασμού πάνω στον άνθρωπο. Και δεν είναι τυχαίο ότι η αποκάλυψη γίνεται μέσω του ίδιου του βασιλιά. Στον βασιλιά ο Θεός φανερώνει την ταυτότητα του αγίου Του, ο βασιλιάς προβαίνει στην ταυτοποίησή του, ώστε κανείς να μην μπορεί να την αρνηθεί, οπότε να γίνει μέγιστο σημείο αγιότητος και παραδειγματισμού όλων.

3. Θα ήταν καλό αντί επιλόγου να αναφερθούμε σ’ ένα βιβλίο της Καινής Διαθήκης. Μικρό αλλά με δύναμη «μεγατόνων» ως προς την ενέργειά του. Πρόκειται για την Β΄ Καθολική επιστολή του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου. Μόλις το αναγνώσουμε θα καταλάβουμε όλοι αμέσως το πώς ο άγιος με δύο προτάσεις του δίνει το γνώρισμα του ανθρώπου του Θεού, του χριστιανού, που αγωνίζεται να γίνει, κατά άγιο Ιωάννη της Κλίμακος, «μίμημα Χριστού».

1.1 ῾Ο πρεσβύτερος ἐκλεκτῇ κυρίᾳ καὶ τοῖς τέκνοις αὐτῆς, οὓς ἐγὼ ἀγαπῶ ἐν ἀληθείᾳ, καὶ οὐκ ἐγὼ μόνος, ἀλλὰ καὶ πάντες οἱ ἐγνωκότες τὴν ἀλήθειαν, 1.2 διὰ τὴν ἀλήθειαν τὴν μένουσαν ἐν ἡμῖν, καὶ μεθ᾿ ἡμῶν ἔσται εἰς τὸν αἰῶνα· 1.3 ἔσται μεθ᾿ ὑμῶν χάρις, ἔλεος, εἰρήνη  παρὰ Θεοῦ πατρὸς καὶ παρὰ Κυρίου ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ τοῦ υἱοῦ τοῦ πατρός, ἐν ἀληθείᾳ καὶ ἀγάπῃ. 1.4 ᾿Εχάρην λίαν ὅτι εὕρηκα ἐκ τῶν τέκνων σου περιπατοῦντας ἐν ἀληθείᾳ, καθὼς ἐντολὴν ἐλάβομεν παρὰ τοῦ πατρός. 1.5 καὶ νῦν ἐρωτῶ σε, κυρία, οὐχ ὡς ἐντολὴν γράφων σοι καινήν, ἀλλὰ ἣν εἴχομεν ἀπ᾿ ἀρχῆς, ἵνα ἀγαπῶμεν ἀλλήλους. 1.6 καὶ αὕτη ἐστὶν ἡ ἀγάπη, ἵνα περιπατῶμεν κατὰ τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ. αὕτη ἐστὶν ἡ ἐντολή, καθὼς ἠκούσατε ἀπ᾿ ἀρχῆς, ἵνα ἐν αὐτῇ περιπατῆτε. 1.7 ὅτι πολλοὶ πλάνοι εἰσῆλθον εἰς τὸν κόσμον, οἱ μὴ ὁμολογοῦντες ᾿Ιησοῦν Χριστὸν ἐρχόμενον ἐν σαρκί· οὗτός ἐστιν ὁ πλάνος καὶ ὁ ἀντίχριστος. 1.8 βλέπετε ἑαυτούς, ἵνα μὴ ἀπολέσωμεν ἃ εἰργασάμεθα, ἀλλὰ μισθὸν πλήρη ἀπολάβωμεν. 1.9 πᾶς ὁ παραβαίνων καὶ μὴ μένων ἐν τῇ διδαχῇ τοῦ Χριστοῦ Θεὸν οὐκ ἔχει· ὁ μένων ἐν τῇ διδαχῇ τοῦ Χριστοῦ, οὗτος καὶ τὸν πατέρα καὶ τὸν υἱὸν ἔχει. 1.10 εἴ τις ἔρχεται πρὸς ὑμᾶς καὶ ταύτην τὴν διδαχὴν οὐ φέρει, μὴ λαμβάνετε αὐτὸν εἰς οἰκίαν, καὶ χαίρειν αὐτῷ μὴ λέγετε· 1.11  ὁ γὰρ λέγων αὐτῷ χαίρειν κοινωνεῖ τοῖς ἔργοις αὐτοῦ τοῖς πονηροῖς. 1.12 Πολλὰ ἔχων ὑμῖν γράφειν, οὐκ ἠβουλήθην διὰ χάρτου καὶ μέλανος, ἀλλὰ ἐλπίζω ἐλθεῖν πρὸς ὑμᾶς καὶ στόμα πρὸς στόμα λαλῆσαι, ἵνα ἡ χαρὰ ἡμῶν ᾖ πεπληρωμένη. 1.13 ἀσπάζεταί σε τὰ τέκνα τῆς ἀδελφῆς σου τῆς ἐκλεκτῆς· ἀμήν.

1 Ο Πρεσβύτερος, προς την εκλεκτή κοινότητα και τα μέλη της, που εγώ τους αγαπάω αληθινά, κι όχι μόνο εγώ αλλά και όλοι όσοι έχουν γνωρίσει την αλήθεια. 2 Σας αγαπάμε χάρη στην αλήθεια που βρίσκεται σ’ εμάς και θα μείνει μαζί μας αιώνια. 3 Η χάρη, η ευσπλαχνία και η ειρήνη από τον Πατέρα Θεό και τον Κύριο Ιησού Χριστό, τον Υιό του Πατέρα, ας είναι μαζί σας με αλήθεια και αγάπη. 4 Χάρηκα πάρα πολύ που βρήκα μέλη της κοινότητάς σας να σκέφτονται και να ζούνε σύμφωνα με την αλήθεια, όπως ακριβώς λέει η εντολή που λάβαμε από τον Πατέρα. 5 Και τώρα σας παραγγέλλω, αγαπητή κοινότητα, να αγαπάμε ο ένας τον άλλον. Δεν σας γράφω καμιά καινούργια εντολή, αλλά αυτήν που είχαμε εξαρχής. 6 Να τι είναι η αγάπη: Να ζούμε σύμφωνα με τις εντολές του˙ και η εντολή, όπως την ακούσατε εξαρχής, είναι πως πρέπει να ζείτε με αγάπη. 7 Πολλοί πλάνοι έχουν εμφανιστεί στον κόσμο, που δεν παραδέχονται ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός που έγινε άνθρωπος. Όποιος τα λέει αυτά είναι ο πλάνος και ο αντίχριστος. 8 Προσέξτε τον εαυτό σας, για να μη χάσουμε ό,τι καταφέραμε ώς τώρα, αλλά να μπορέσουμε να λάβουμε ολόκληρο τον μισθό μας. 9. Όποιος δεν μένει πιστός στη διδασκαλία του Χριστού αλλά την παραβαίνει, προχωρώντας δήθεν πέρα απ’ αυτή, δεν έχει κοινωνία με τον Θεό˙ όποιος όμως μένει πιστός σε ό,τι δίδαξε ο Χριστός, αυτός έχει κοινωνία και με τον Πατέρα και με τον Υιό. 10. Όταν, λοιπόν, κάποιος κήρυκας σας επισκέπτεται και δεν διδάσκει αυτή τη διδαχή, μην τον βάζετε στο σπίτι σας και μην τον καλωσορίζετε, 11. γιατί όποιος τον καλωσορίζει συμμετέχει στα πονηρά του έργα. 12 Έχω πολλά ακόμη να σας γράψω. Δεν θέλησα όμως να το κάνω με χαρτί και μελάνι. Ελπίζω να σας επισκεφτώ και να τα πούμε από κοντά. Έτσι η χαρά μας θα είναι πλήρης. 13 Τα μέλη της εκλεκτής αδελφικής σας κοινότητας σας χαιρετούν. Αμήν.

ΣΤΟΝ ΑΚΑΘΙΣΤΟ ΥΜΝΟ

 «Το προσταχθέν μυστικώς λαβών εν γνώσει, εν τη σκηνή του Ιωσήφ σπουδή επέστη ο Ασώματος λέγων τη Απειρογάμω∙ Ο κλίνας τη καταβάσει τους Ουρανούς χωρείται αναλλοιώτως όλος εν σοί∙ όν και βλέπων εν μήτρα σου, λαβόντα δούλου μορφήν εξίσταμαι κραυγάζειν σοι∙ Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε».

(Ο αρχάγγελος Γαβριήλ αφού γνώρισε τη μυστική προσταγή του Κυρίου, έσπευσε να βρεθεί στον οίκο του Ιωσήφ του μνήστορος λέγοντας στην Παρθένο Κόρη Μαριάμ: Αυτός που κλίνει με την κατάβασή Του τους Ουρανούς χωρείται  χωρίς καμία αλλοίωσή Του ως προς τη θεϊκή Του φύση ολόκληρος μέσα σ’ εσένα. Και βλέποντας Αυτόν στη μήτρα σου να λαμβάνει μορφή δούλου (και να γίνεται άνθρωπος) φτάνω σε έκσταση που με κάνει να σου φωνάζω δυνατά: Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε).  

Ο εκκλησιαστικός αυτός ύμνος που συνοψίζει το γεγονός και τη θεολογία του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου έχει ως κεντρικό πρόσωπο τον Ασώματο Αρχάγγελο Γαβριήλ και την περιγραφή της διακονίας που αναλαμβάνει από τον Παντοκράτορα Κύριο για τη σωτηρία του ανθρωπίνου γένους. Και το πρώτο που επισημαίνει ο άγιος υμνογράφος είναι η απορία και η έκσταση στην οποία βρίσκεται ο λειτουργός του Κυρίου, διότι το μυστήριο της σωτηρίας του ανθρώπου ήταν κρυμμένο και από τους ίδιους τους αγγέλους – καμία κτιστή φύση, ούτε και των πιο υψηλά ισταμένων Αρχαγγέλων, δεν γνώριζε την απόφαση αγάπης του Δημιουργού. Κι αυτό το μυστήριο έπρεπε επιπλέον να διαφυλαχθεί άχρι καιρού «μυστικό». Η απορία του αρχιστρατήγου Γαβριήλ επιτείνεται και φτάνει στο απόλυτο βεβαίως από ό,τι του αποκαλύπτει ο Κύριος: όχι μόνον θα σώσει τον άνθρωπο, αλλά θα τον σώσει γινόμενος ο Ίδιος άνθρωπος, κι αυτό μέσα από μία μικρή κόρη σε μία εντελώς άσημη πολίχνη του Ισραήλ, τη Ναζαρέτ. Ο Παντοκράτωρ και Παντοδύναμος Θεός περικλείεται και «χωρεῖται» στη μήτρα μίας μικρής κοπέλας, χωρίς να σταματά να είναι το ίδιο Θεός!

Ουδέποτε βεβαίως κτιστή διάνοια, αγγελική ή αρχαγγελική, πολύ περισσότερο ανθρώπινη, θα μπορούσε να φανταστεί το σχέδιο αυτό του Θεού. Γι’ αυτό και η θεία οικονομία χαρακτηρίζεται μυστήριο, όπως συμβαίνει σε κάθε επέμβαση ασφαλώς του Θεού, και μάλιστα «μέγα μυστήριον». Το σημειώνει έκθαμβος και ο απόστολος Παύλος: «Ομολογουμένως μέγα εστί το της ευσεβείας μυστήριον˙ Θεός εφανερώθη εν σαρκί». Και σε άλλο σημείο, μιλώντας για τον Δημιουργό που ενανθρώπησε: «Εν Αυτώ (τω Χριστώ) κατοικεί παν το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς». Και η εξήγηση βεβαίως που θα δώσει έπειτα ο ίδιος ο Κύριος ως άνθρωπος για την ακατανόητη αυτή ενέργειά Του είναι ότι ο Θεός είναι αγάπη. Η άπειρη Αγάπη του Θεού ερμηνεύει όλα τα ακατανόητα, όπως γίνεται και σε ανθρώπινο πια επίπεδο: όπου υφίσταται αληθινή αγάπη, εκεί διανοίγεται και φωτίζεται ο νους ώστε να κατανοήσει όλα τα κεκρυμμένα!

Στα μάτια του Αρχαγγέλου η μικρή κόρη Μαριάμ εξέρχεται των φυσικών απλών ορίων. Μετέχοντας της ενέργειας του Θεού γίνεται και αυτή «άκτιστη», η ίδια γίνεται μυστήριο: έκτοτε θα είναι η «Κεχαριτωμένη», η «Νύμφη ἀνύμφευτος» - ποτέ πια δεν θα μπορεί να προσεγγιστεί διά της λογικής και όλων των ανθρωπίνων δυνάμεων. Κάθε προσέγγισή της θα περιέχει ταυτοχρόνως και τη θεώρηση του Υιού και Θεού της, μία πραγματικότητα που και η ίδια η Παναγία σταδιακά θα κατανοεί, κυρίως δε όταν κι αυτή θα λάβει το Πνεύμα το Άγιον την ημέρα της Πεντηκοστής. Διότι κανείς χωρίς το Πνεύμα του Θεού δεν μπορεί να δει το φως του Θεού στην ύπαρξή του και οπουδήποτε αλλού. «Εν τω φωτί Σου οψόμεθα φως».

Κι εκείνο που μας συγκινεί και μας παραδειγματίζει ιδιαιτέρως στη διακονία του αγίου Γαβριήλ, τέλος, είναι η ανταπόκρισή του στο κέλευσμα του Δημιουργού του. Παίρνει την εντολή και «σπουδή», με βιάση δηλαδή, βρίσκεται στον τόπο της αποστολής του. Ό,τι ο Κύριος στην προσευχή που μας δώρισε, το «Πάτερ ημών», αποκαλύπτει, αυτό και βλέπουμε έμπρακτα στο πρόσωπο του αρχαγγέλου. Τι λέει ο Κύριος: «γενηθήτω το θέλημά Σου, ως εν Ουρανώ και επί της γης». Το θέλημα του Θεού είναι αμέσως εκτελεστό από τους αγίους αγγέλους – «όλος ο ουρανός και όλοι οι άγιοι ένα θέλημα έχουν» όπως σημειώνει ο όσιος Σωφρόνιος, «εν αντιθέσει με εμάς τους ανθρώπους, που όλοι έχουν το δικό τους θέλημα» - όλοι οι άγγελοι λοιπόν έχουν ήδη κινηθεί και έχουν τεθεί σε ενέργεια, μόλις και μόνον νεύει προς αυτούς ο παντοδύναμος Κύριος. Κι αυτό γιατί; Γιατί και ο ίδιος ο Υιός και Λόγος του Θεού έτσι αποκαλύπτεται, ως ο απόλυτα υπήκοος στο θέλημα του Θεού Πατρός, γι’ αυτό και έκτοτε, με πρώτη την Παναγία, η υπακοή είναι το πιο καθοριστικό στοιχείο της ταυτότητας ενός χριστιανού. Υπακοή ως ελεύθερη επιλογή πίστεως στον Κύριο και την Εκκλησία Του, που φανερώνει την αλήθεια της από τη γνήσια ταπείνωση και την άδολη αγάπη.

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2026

ΘΕΛΟΝΤΑΣ ΞΕΝΤΥΘΗΚΑ ΤΗΝ ΟΜΟΡΦΙΑ ΤΩΝ ΑΡΕΤΩΝ!

«Αὐτεξουσίως ἐξεδύθην, τῇ πρώτῃ μου παραβάσει, τῶν ἀρετῶν τήν εὐπρέπειαν· ἠμφιασάμην δέ ταύτην αὖθις, τῇ πρός με συγκαταβάσει, Λόγε Θεοῦ· οὐ παρεῖδες γάρ με τόν ἐν δεινοῖς παθήμασι καταστιχθέντα, καί λῃστρικῶς ὁδοπατηθέντα, ἀλλά τῇ παναλκεῖ σου δυναστείᾳ περιποιησάμενός με, ἀντιλήψεως ἠξίωσας, Πολυέλεε» (Στιχηρόν ἰδιόμελον, Πέμπτης Ε΄ Νηστειών), ἦχος πλ. δ΄).

(Μέ τή θέλησή μου ξεντύθηκα τήν ὀμορφιά τῶν ἀρετῶν, λόγω τῆς πρώτης  μου παράβασης, ἐνῶ τή φόρεσα καί πάλι, λόγω τῆς συγκατάβασης πρός ἐμένα, Λόγε Θεοῦ. Γιατί δέν μέ περιφρόνησες, ἐμένα πού γέμισα ἀπό τά στίγματα τῶν φοβερῶν παθῶν μου καί ρίχτηκα κάτω ἀπό τούς ληστές· ἀντίθετα μέ τήν παντοδύναμη ἐξουσία σου μέ φρόντισες καί μέ κατέστησες ἄξιο τῆς βοήθειάς Σου, Πολυέλεε».

Τό στιχηρό ἰδιόμελο, ἐπαναλαμβανόμενο δύο φορές λόγω τῆς σπουδαιότητάς του, συνιστᾶ μία σύντομη σύνοψη ὁλόκληρης τῆς πνευματικῆς ἱστορίας τῆς ἀνθρωπότητας. Μᾶς μεταφέρει στήν ἐποχή τῶν πρωτοπλάστων, οἱ ὁποῖοι χρησιμοποιώντας κακῶς τήν ἐλευθερία πού τούς ἐμπιστεύτηκε ὁ Δημιουργός («αὐτεξουσίως»), ἔδειξαν ἀνυπακοή πρός τόν λόγο Του, εἰσάγοντας ἑπομένως στή ζωή τους τήν ἁμαρτία (καί δι’ αὐτῆς τόν θάνατο, πνευματικό καί σωματικό). Ἀποτέλεσμα; Ἀπέβαλαν τό χαρισματικό ἔνδυμά τους, τή χάρη τῶν ἀρετῶν, καί ντύθηκαν τόν γεμάτο στίγματα χιτώνα τῶν παθῶν τους – σάν νά βρέθηκαν ποδοπατημένοι καί ριγμένοι στό χῶμα ἀπό ληστρική ἐναντίον τους ἐπιδρομή.

 Ἀλλ’ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ Πατέρα δέν τούς ἄφησε στήν κατάντια αὐτή· ἔστειλε τόν Υἱό καί Λόγο Του, τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ὁ Ὁποῖος γενόμενος ἄνθρωπος προσέλαβε μέ τήν παντοδυναμία Του τόν τραυματισμένο καί ἡμιθανή ἄνθρωπο μέσα στόν ἑαυτό Του, τόν ἔκανε δικό Του κομμάτι - ἔγινε ἔνδυμα τοῦ ἀνθρώπου Αὐτός ὁ Ἴδιος: «ὅσοι γάρ εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε Χριστόν ἐνεδύσασθε» - τόν περιποιήθηκε καί τόν φρόντισε ὡς ἰατρός, τόν ἔσωσε.

 Ὁ ὑμνογράφος εἶναι σαφής: ὅλη ἡ ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας ἐμφαίνεται μέσα ἀπό τήν παραβολή τοῦ καλοῦ σαμαρείτου. Ὁ περιπεσών εἰς τούς ληστάς, ὁ ὁποῖος τραυματίστηκε θανάσιμα, εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού ἁμάρτησε καί ἁμαρτάνει, ἐνῶ καλός Σαμαρείτης πού τόν σώζει εἶναι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός.

Η ΣΥΝΑΞΙΣ ΤΟΥ ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΥ ΓΑΒΡΙΗΛ

 

«Τήν 26η τοῦ μηνός Μαρτίου ἐπιτελοῦμε τή σύναξη τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριήλ, ἡ ὁποία μᾶς παραδόθηκε ἀπαρχῆς καί ἐκ Θεοῦ, διότι ὁ ἀρχάγγελος αὐτός διακόνησε στό θεῖο καί ὑπερφυές καί ἀπόρρητο μυστήριο τῆς οἰκονομίας τοῦ Χριστοῦ.Κατά τή σημείωση μάλιστα τοῦ ὁσίου Νικοδήμου τοῦ ἁγιορείτου στόν Μέγα Συναξαριστή του, «Γαβριήλ θά πεῖ Θεός καί ἄνθρωπος, (ἄνθρωπος Θεοῦ δηλαδή), κατά τόν Κωνσταντινουπόλεως Πρόκλο. Γι᾽ αὐτό κι εἶναι ἐκεῖνος πού ὑπηρέτησε στό μυστήριο τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ Λόγου. Λέγει δέ καί ὁ Θεοφάνης ὁ Κεραμεύς, ὁ ἐπίσκοπος τῆς Ταυρομενίας, ὅτι τά ἑπτά στοιχεῖα πού περιέχει τό ὄνομα τοῦ Γαβριήλ σημαίνουν ὅτι ὁ Χριστός τοῦ ὁποίου τή Γέννηση εὐαγγελίστηκε ὁ Γαβριήλ θά ἔλθει γιά τή σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος μετρᾶται ἀπό τήν ἑβδομάδα καί τελειώνει σέ ἑπτά αἰῶνες».

῾Ο ἅγιος ὑμνογράφος ᾽Ιωσήφ κινεῖται ἐκστατικά, καθώς ἀναφέρεται στόν ῾παμμέγιστον Γαβριήλ᾽. Δέν ὑπάρχει σχεδόν τροπάριο εἴτε στόν ἑσπερινό εἴτε στόν κανόνα γιά τόν ἀρχάγγελο πού νά μή φανερώνει τόν θαυμασμό καί τή γεμάτη δέος στάση του ἀπέναντί του, ὄχι μόνο γιά τό γεγονός τῆς συμμετοχῆς τοῦ Γαβριήλ στή φανέρωση τοῦ μυστηρίου τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο ὡς ἀνθρώπου στήν ἁγνή παιδούλα Μαριάμ, ἀλλά καί γιά τή διπλή ἀδιάκοπη καί ἀέναη στάση του ἀπέναντι στόν Κύριο τοῦ Παντός, τόν Τριαδικό Θεό: τή δοξολογία τοῦ ἁγίου ὀνόματός Του καί τήν ἑτοιμότητα ὑπακοῆς στά κελεύσματα τῆς βουλήσεώς Του. Γιά παράδειγμα: «Γαβριήλ ὁ μέγιστος νοῦς...παρατηρώντας καί βλέποντας τό τρισήλιο φῶς τοῦ Θεοῦ... φτάνοντας στήν Παρθένο μετέφερε σ᾽ αὐτήν τή χαρμόσυνη εἴδηση τοῦ θείου καί φρικώδους μυστηρίου (ὅτι θά γεννήσει τόν Θεό ὡς ἄνθρωπο)» (στιχηρό ἑσπερινοῦ). «Γεμᾶτος ἀπό φῶς πάντοτε καί πράττοντας τό θέλημα καί ἐκτελώντας τά προστάγματα τοῦ Παντοκράτορος, ἀρχηγέ ᾽Αγγέλων, Γαβριήλ πανάριστε...» (στιχηρό ἑσπερινοῦ). «Καθώς φωτίζεσαι μετέχοντας στό φῶς τοῦ πρώτου Νοῦ, τοῦ Θεοῦ, φάνηκες δεύτερο φῶς κι ἐσύ, κραυγάζοντας μαζί μέ τίς ἄπειρες τάξεις τῶν ἀγγέλων: ῞Αγιος ὁ Θεός ὁ παντουργός, ὁ Υἱός ὁ συνάναρχος, καί τό Πνεῦμα τό σύνθρονο»  (ὠδή ε´).

Ἡ ἀρχιστρατηγία τοῦ Γαβριήλ καί ἡ πρωτιά του ἔναντι τῶν ἄλλων ἀγγέλων φάνηκε κατά τόν ὑμνογράφο κυρίως ἀπό τό γεγονός ὅτι αὐτόν ὁ παντοκράτωρ Κύριος ἐπέλεξε προκειμένου νά τοῦ ἐμπιστευτεῖ τή φανέρωση τοῦ ἀπ᾽ αἰῶνος μυστηρίου, τοῦ ἐρχομοῦ Του στόν κόσμο ὡς ἀνθρώπου, στήν ἁγνή θεόπαιδα Μαριάμ. Κι εἶναι ἡ ἀνάθεση αὐτή τῆς ἐξαιρετικῆς διακονίας ἀποκάλυψη ταυτοχρόνως καί τῆς δόξας τοῦ συγκεκριμένου ἀρχαγγέλου, κάτι πού σημαίνει ὅτι ὅσο σπουδαῖο εἶναι ἕνα διακόνημα, τόσο σπουδαία γίνεται καί ἡ προσωπικότητα αὐτοῦ πού τό ἀναλαμβάνει καί τό φέρει εἰς πέρας. «Τό μέγα μυστήριον πού ἦταν ἄγνωστο προηγουμένως στούς ἀγγέλους καί ἀπόκρυφο προαιωνίως, μόνο σ᾽ ἐσένα τό ἐμπιστεύτηκε ὁ Θεός, Γαβριήλ» (στιχηρό ἑσπερινοῦ). «᾽Αξιώθηκες μέγιστη δόξα, καθώς μᾶς φανέρωσες τό μέγα μυστήριο, μέγιστε ἀρχάγγελε» (ὠδή γ´).

Βεβαίως ὁ ἅγιος ὑμνογράφος δέν παραλείπει μαζί μέ τίς παραπάνω ἐκτιμήσεις του νά κάνει καί δύο παρατηρήσεις: πρῶτον, ὅτι ὁ ἅγιος ἀρχάγγελος Γαβριήλ διακόνησε τό μυστήριο τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου καί πρό τοῦ εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, δεδομένου ὅτι τόν βρίσκουμε καί στόν προφήτη Δανιήλ: νά τόν φωτίζει καί νά τοῦ ἀποκαλύπτει τά μέλλοντα ἐν πνεύματι Θεοῦ (ὠδή δ´), καί στόν ἱερέα Ζαχαρία, τόν πατέρα ᾽Ιωάννου τοῦ Προδρόμου: νά τοῦ ἀποκαλύπτει ὅτι ἡ γυναίκα του ᾽Ελισάβετ θά γεννήσει τόν ᾽Ιωάννη καί νά τόν ῾τιμωρεῖ᾽ μέ κωφαλαλία λόγω τῆς ἀπιστίας πού ἐπέδειξε (ὠδή ε´)· δεύτερον, ὅτι ἐνῶ ὅλη ἡ ἀκολουθία ἐπικεντρώνεται δικαίως στόν ἅγιο ἀρχάγγελο Γαβριήλ, ὁ ὑμνογράφος θυμᾶται αἴφνης καί τόν ἄλλο μέγιστο ἀρχάγγελο ἅγιο Μιχαήλ, ἀφιερώνοντάς του ἕνα τροπάριο στό τέλος τῆς ἀκολουθίας, προφανῶς γιά νά δείξει ὅτι καί οἱ δύο εἶναι ἰσοστάσιοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. «Πανέμορφη καί πανένδοξη δυάδα,  Μιχαήλ καί Γαβριήλ, πού στέκεστε στόν θρόνο τῆς θείας δόξας...» (ὠδή θ´).

῾Ο ἐκκλησιαστικός ποιητής ὅμως, παρ᾽ ὅλο τό θάμβος πού νιώθει μπροστά στόν ἅγιο τοῦ Θεοῦ ἀρχάγγελο, δέν παύει νά τονίζει ὅτι καί αὐτός συνιστᾶ δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, συνεπῶς εἶναι περιορισμένος καί στή δύναμη καί στή γνώση. ᾽Επανειλημμένως, ὅπως ἤδη εἴδαμε, σημειώνει ὅτι τό μυστήριο τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο ἦταν ἀπόκρυφο καί γιά τούς ἀγγέλους, ὁ ἴδιος δέ ὁ Γαβριήλ, ὁ ὑπηρέτης τοῦ θαύματος, ἀδυνατοῦσε νά κατανοήσει ὅ,τι διαδραματιζόταν. Τό δοξαστικό μάλιστα τοῦ ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς, ἔργο ὄχι τοῦ ᾽Ιωσήφ ἀλλά τοῦ ἐξίσου γνωστοῦ ὑμνογράφου ᾽Ιωάννου τοῦ μοναχοῦ, εἶναι ἀπό τά ὡραιότερα τροπάρια πού ὑπάρχουν στήν ὑμνολογία τῆς ᾽Εκκλησίας μας. «Στάλθηκε ἀπό τόν Θεό ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ γιά νά εὐαγγελιστεῖ στήν Παρθένο τή σύλληψη. Κι ὅταν ἦλθε στή Ναζαρέτ, σκεπτόταν μέσα του τό θαῦμα μέ ἔκπληξη, ὅτι δηλαδή πῶς ὁ ἀκατάληπτος Θεός θά γεννηθεῖ ἀπό Παρθένο! Αὐτός πού ἔχει θρόνο Του τόν οὐρανό καί ὑποπόδιο τή γῆ, πῶς θά χωρέσει στή μήτρα μίας γυναίκας! Αὐτόν πού δέν μποροῦν νά Τόν ἀτενίσουν τά ἑξαπτέρυγα καί τά πολυόμματα, θέλησε μέ μόνο τόν λόγο Του νά σαρκωθεῖ ἀπό αὐτήν! Αὐτός πού παρευρίσκεται εἶναι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ. Τί λοιπόν στέκομαι καί δέν λέγω στήν Κόρη: Χαῖρε Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος εἶναι μαζί Σου;»

Παράλληλα δέ μέ τήν ἔκπληξη τοῦ ἀρχαγγέλου, τονίζεται καί ἡ ἔκπληξη τῆς πανάγνου Μαριάμ, ἡ ὁποία μέ τή φανέρωση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, ὅτι δι᾽ αὐτῆς θά γεννηθεῖ ὁ Θεός ὡς ἄνθρωπος, ἀποκαλύπτεται ἀφενός σοφότατη καί διακριτικότατη, κυριολεκτικά ὁ ἀντίποδας τῆς πρώτης Εὔας, καθώς δέν σπεύδει νά ἀποδεχτεῖ τό παράδοξο καί τό θαῦμα, ἀφετέρου πράγματι Παναγία, καθώς μετά τίς ἐξηγήσεις σπεύδει νά κάνει ὑπακοή σέ ὅ,τι συνιστᾶ θέλημα τοῦ Θεοῦ: «᾽Ιδού ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά τό ρῆμα Σου».  «Τί σημαίνει ἡ σάν φλόγα μορφή σου; Εἶπε ἡ Σεμνή μέ ἔκπληξη στόν Γαβριήλ. Ποιό εἶναι τό ἀξίωμά σου καί ποιό τό νόημα τῶν λόγων σου; Μοῦ ὑπόσχεσαι παιδοποιΐα, ἀλλά ἐγώ δέν ἔχω πεῖρα ἄνδρα. Φύγε μακριά, μή μέ πλανέψεις, ἄνθρωπε, ὅπως παλιά πλάνεψε ὁ δόλιος ὄφις  τήν προμήτορα Εὔα» (ἀπόστιχο ἑσπερινοῦ).

Δέν εἶναι δυνατόν βεβαίως ὁ ἅγιος ποιητής, μπροστά στήν ἁγιότητα τοῦ ἀρχαγγέλου,  νά μή καταλήγει σέ ὅ,τι ἀποτελεῖ ζητούμενο τοῦ κάθε πιστοῦ: τήν ἐπέμβαση καί τή μεσιτεία του γιά τή σωτηρία τοῦ ἴδιου καί τῆς ᾽Εκκλησίας. «Χάλασε τίς ἄσχημες σκέψεις ἐναντίον μας τῶν ἀπίστων ἀνθρώπων, στέριωσε τήν ὀρθόδοξη πίστη, πάψε τά σχίσματα τῆς ᾽Εκκλησίας, ἀρχάγγελε, μέ τίς παρακλήσεις σου πρός τόν Κτίστη ὅλων» (ὠδή στ´). ᾽Αλλά ἀκόμη περισσότερο, αἰτεῖται ὁ ποιητής τή χάρη νά γίνεται  ὁ ἅγιος ἀρχάγγελος καθοδηγητής τῆς ζωῆς τοῦ ἴδιου καί τῶν ἀνθρώπων. Γιατί ἀκριβῶς οἱ ἄγγελοι ὡς δεύτερα φῶτα μετά τό Πρῶτο, τόν ἴδιο τόν Τριαδικό Θεό, εἶναι οἱ ὁδηγοί τῶν ἀνθρώπων. «᾽Αρχιστράτηγε Θεοῦ, λειτουργέ τῆς θεϊκῆς δόξας, τῶν ἀνθρώπων ὁδηγέ καί ἀρχηγέ τῶν ἀσωμάτων...» (κοντάκιο). 

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2026

25η ΜΑΡΤΙΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΑΓΕΝΝΗΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ

Η ημέρα ορόσημο της Πίστης και της Πατρίδας ως η ημέρα που ξεκίνησε η ελευθερία του ανθρωπίνου γένους από τα δεσμά της αμαρτίας, του διαβόλου και του θανάτου με τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου αλλά και της αποτίναξης από τον τουρκικό ζυγό με τη συμβολική έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως, η 25η Μαρτίου, αποτελεί και ημέρα που γιορτάζεται από τα τέλη του εικοστού αιώνα το αγέννητο παιδί – το παιδί που κυοφορείται στην κοιλιά της μάνας του για να προστεθεί όταν έρθει η ώρα στη μακριά σειρά των κατοίκων αυτού εδώ του πλανήτη. Ήταν η πρόταση του πάπα Ιωάννη Παύλου του Β΄ (1920-2005) που έγινε αποδεκτή από τη Διεθνή Κοινότητα, καθώς την εμπνεύστηκε ακριβώς από το περιεχόμενο της μεγάλης Θεομητορικής εορτής. Ευαγγελισμός σημαίνει τη χαρμόσυνη αγγελία του ερχομού του Θεού ως ανθρώπου στον κόσμο, ερχομού που οι απαρχές του βρίσκονται στα σπλάχνα της μικρής Μαριάμ, όταν ο λόγος ο αρχαγγελικός εν Πνεύματι Αγίω θα σαρκώσει μέσα της τον Υιό του Θεού. «Ο Υιός του Θεού Υιός της Παρθένου γίνεται». Κι έτσι το μέγα μυστήριο των απαρχών της Γέννας του Θεού γίνηκε έμπνευση  και γιορτή και για το μυστήριο των απαρχών της γέννας και κάθε ανθρώπου.

Το κυοφορούμενο βρέφος, το αγέννητο παιδί: το μυστήριο της θέλησης του Θεού να υπάρχει συνέχεια στο ανθρώπινο γένος. Και μη σπεύσει κανείς να δηλώσει την απιστία του με την αλαζονική στάση ότι ο ερχομός ενός παιδιού είναι καρπός της θέλησης μοναχά των γονέων του, γιατί θα συναντήσει όχι μόνο την αρνητική στάση της χριστιανικής πίστεως που διακηρύσσει ότι εκτός των γονέων απαιτείται και η συνέργεια του Θεού – «ο Θεός διανοίγει τη μήτρα της γυναίκας» μας αποκαλύπτει η Γραφή – αλλά και την αντίδραση εκείνων των ζευγαριών που ενώ επιθυμούν διακαώς να τεκνοποιήσουν, δεν τα καταφέρνουν χωρίς μάλιστα να υφίσταται κάποιος ιατρικός λόγος.

Υπάρχει λοιπόν ξεχωριστή ιερότητα ήδη από την έναρξη της ζωής ενός ανθρώπου στη μήτρα της μάνας του, γιατί βεβαιώνεται το «ναι» του Θεού για να συνεχιστεί η ζωή επί της γης. Και με ποιο σκοπό; Την ετοιμασία νέων υπάρξεων ώστε να προστεθούν στο σώμα του Χριστού, την Εκκλησία, και να γίνουν ει δυνατόν ήδη από τη ζωή αυτή  ενεργοί πολίτες της Βασιλείας του Θεού. Αυτή δεν είναι η σκοποθεσία που θέτει για τον άνθρωπο η χριστιανική πίστη; Όχι να γίνει ένας καλός απλώς άνθρωπος κι ούτε να έχει ένα πέρασμα στη γη εμφανές ή αφανές – ό,τι χαρακτηρίζει τον άνθρωπο που δεν έχει ταυτότητα κι ούτε νόημα στη ζωή του. Αλλά να γίνει ένα «μίμημα Χριστού», ένας άλλος Χριστός που το πέρασμά του θα μυροβολήσει την πλάση όλη. Να γίνει δηλαδή άγιος που το όνομά του θα λειτουργεί ως ανάπαυση και ελπίδα και για κάθε άλλο συνάνθρωπό του.

Κι από την άποψη αυτή καταλαβαίνουμε δύο κυρίως πράγματα: πρώτον, γιατί ο ίδιος ο Χριστός βεβαίωσε ότι ο ερχομός κάθε νέου ανθρώπου στον κόσμο  - ό,τι δηλώνει το αγέννητο παιδί! – συνιστά μία μεγάλη χαρά για όλην την ανθρωπότητα: «διά την χαράν ότι εγεννήθη άνθρωπος εν τω κόσμω» είπε, και δεύτερον, γιατί όχι μόνο η πράξη αλλά και η σκέψη ακόμη της έκτρωσης από τη μήτρα της γυναίκας του παιδιού αποτελεί ανοσιούργημα που προσβάλλει και τους γονείς και τον άνθρωπο γενικά αλλά και τον ίδιο τον Θεό μας! Η έκτρωση δεν είναι το «όχι» του ανθρώπου απέναντι στο «ναι» του Θεού; Η αλαζονεία του πλάσματος που χωρίς επίγνωση έρχεται αντιμέτωπος με τον Δημιουργό του – και δεν εννοούμε τις συγκεκριμένες περιπτώσεις που για λόγους ιατρικούς επιβάλλεται κάτι τέτοιο, κι αυτό με πολύ πόνο ψυχής από τους γονείς και μάλιστα τη μάνα.

Λοιπόν, η μεγάλη Θεομητορική εορτή του Ευαγγελισμού μας δίνει ως προέκταση και τη διάσταση αυτή. Να θυμόμαστε και να γιορτάζουμε μαζί με τον ερχομό του Χριστού και την ελπίδα της ανθρωπότητας με τα αγέννητα ακόμη παιδιά. Κι όπως το δήλωσε τότε ο πάπας Ιωάννης Παύλος Β΄ στο πράγματι εμπνευσμένο σκεπτικό του: η καθιέρωση της ημέρας αποτελεί «θετική επιλογή υπέρ της ζωής και της εξάπλωσης μιας κουλτούρας για τη ζωή, που να εγγυάται τον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας σε κάθε περίπτωση».

Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

«Πανηγύρι της πίστης και της λευτεριάς» κατά τον ποιητή η 25η Μαρτίου. Ιερό ορόσημο ως απαρχή για την απόκτηση της εθνικής μας ελευθερίας. Αλλά και ημέρα που περισσότερο καλεί εμάς τους πιστούς που βλέπουμε το βάθος των γεγονότων, όχι απλώς να θυμηθούμε κάτι ή και να παραδειγματιστούμε από κάτι, αλλά να συμμετάσχουμε στο σπουδαιότερο γεγονός που πραγματοποιήθηκε ποτέ στην ανθρώπινη ιστορία: τη σάρκωση του Υιού και Λόγου του Θεού μέσα στην Παναγία. Κι αν η μία εορτή είναι σπουδαία λόγω της αποτίναξης της Οθωμανικής κυριαρχίας, η άλλη, του Ευαγγελισμού, είναι σπουδαιότατη, λόγω της απαρχής της υπαρξιακής και αιώνιας σωτηρίας μας.

Το απολυτίκιο της ημέρας μας καθοδηγεί στην προσέγγιση του νοήματός της.

«Σήμερον τῆς σωτηρίας ἡμῶν τό κεφάλαιον καί τοῦ ἀπ’ αἰῶνος μυστηρίου ἡ φανέρωσις. Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ υἱός τῆς Παρθένου γίνεται καί Γαβριήλ τήν χάριν εὐαγγελίζεται. Διό καί ἡμεῖς σύν αὐτῶ τῆ Θεοτόκῳ βοήσωμεν  Χαῖρε Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετά Σοῦ».

(Σήμερα ανακεφαλαιώνεται η σωτηρία μας και φανερώνεται το προαιώνιο μυστήριο. Ο Υιός του Θεού γίνεται υιός της Παρθένου Μαρίας και ο αρχάγγελος Γαβριήλ εξαγγέλλει χαρμόσυνα τη χάρη αυτή. Για το λόγο τούτο κι εμείς μαζί με αυτόν ας φωνάξουμε δυνατά στη Θεοτόκο: Χαίρε Συ που είσαι γεμάτη από τη χάρη του Θεού. Ο Κύριος είναι μαζί Σου).

Το πρώτο σημείο που μας επισημαίνει το απολυτίκιο είναι το πώς πρέπει να στεκόμαστε απέναντι στη Θεοτόκο. Καλούμαστε να τη δούμε γεμάτη από τη χάρη και το φως του Θεού. Όχι γιατί από μόνη της έχει την ιδιαιτερότητα αυτή, αλλά γιατί ο ίδιος ο Θεός προσέβλεψε πάνω της και την επισκίασε με το Πανάγιο Πνεύμα Του. Η Παναγία, ιδίως μετά τον Ευαγγελισμό, ποτέ δεν είναι μόνη της. Μολονότι και προ του Ευαγγελισμού είχε τη χάρη του Θεού λόγω της αγιασμένης ζωής της – μη ξεχνάμε ότι από παιδούλα τριών ετών εισήλθε στον Ναό και ζούσε με συνεχείς προσευχές και νηστείες – όμως εκεί που έλαβε τη σχετική πληρότητα της χάρης ήταν στον Ευαγγελισμό της, οπότε έκτοτε η παρουσία του Χριστού την συνόδευε σε κάθε βήμα της και σε κάθε εκδήλωση της ζωής της. Γι’ αυτό και στο πρόσωπο της Παναγίας κρίνεται και η ποιότητα της πίστης των Χριστιανών: τυχόν αποδοχή της Παναγίας ως Κεχαριτωμένης και φανέρωσης του Ιησού Χριστού σημαίνει ορθή αποδοχή και Εκείνου. Τυχόν απόρριψη ή υποβάθμιση της Παναγίας σημαίνει ταυτοχρόνως και απόρριψη ή αλλοίωση της εικόνας και του Χριστού.

Ένα δεύτερο βασικό σημείο  είναι η αιτιολογία  του ύμνου για την υψηλή θέση που κατέχει η Παναγία και για τη μεγάλη χάρη με την οποία χαριτώθηκε: δι’ Αυτής ο Υιός του Θεού γίνεται άνθρωπος. Η Παναγία έγινε «τό ὄχημα δι’ ἧς κατέβη ὁ Θεός». Δάνεισε τη σάρκα της στον Υιό και Θεό της, οπότε η ανθρώπινη φύση του Χριστού έκτοτε φέρει και τη σφραγίδα της Παναχράντου Μητέρας Του. Με τον αρχαγγελικό χαιρετισμό πιο συγκεκριμένα ο Θεός γίνεται έμβρυο στη γαστέρα της Παναγίας - Θεός μάς σώζει σε όλες τις φάσεις της ζωής μας, κάτι που συνιστά και απάντηση στο τραγικό θέμα δυστυχώς των εκτρώσεων.  Με τη συνέργεια Εκείνης ο Θεός ακολουθεί την όλη διαδικασία της κύησης, συνέργεια που βασιζόταν ασφαλώς στην καθαρότητα της ζωής της. Η καθαρότητα και ψυχοσωματική αγνότητά της έγινε η θελκτική δύναμη που «μαγνήτισε» τη θεία αγάπη, που θα πει ότι στο πρόσωπο της νεαρής Κόρης Μαριάμ παρακολουθούμε τη συμμετοχή του ανθρώπου στην όλη διαδικασία της σωτηρίας που ενεργεί προς χάρη του ο Θεός. Κι εκείνο που επιβεβαιώνει ανθρώπινα την επιλογή του Θεού είναι η εν ταπεινώσει υπακοή της στην κλήση Του: «ἰδού ἡ δούλη Κυρίου γένοιτό μοι κατά τό ρῆμά Σου» (Λουκ. 1, 38).

Δεν συνειδητοποιούμε όσο πρέπει την απάντηση της Θεοτόκου στο θείο κέλευσμα. Διότι μένουμε μόνο στην επιφάνεια κρίνοντας τα πράγματα εκ των υστέρων. «Μα ήταν μεγάλη τιμή να την καλέσει ο Θεός. Τι άλλο θα μπορούσε να κάνει;» Αλλ’ αυτό το λέμε, διότι γνωρίζουμε την περαιτέρω εξέλιξη των πραγμάτων: το Πάθος αλλά και την Ανάσταση του Χριστού την παντοδυναμία των θαυμάτων Του. Την ώρα εκείνη όμως του Ευαγγελισμού η Παναγία βρίσκεται μόνη αντιμέτωπη με κάτι άγνωστο. Καλείται να πει το  ν α ι  σε ένα γεγονός που της ετοίμαζε τη διαπόμπευσή της και ίσως, το πιθανότερο, και την απώλεια της ίδιας της ζωής της. Διότι ανύπαντρη κοπέλα να βρεθεί έγκυος στα χρόνια εκείνα σήμαινε τον λιθοβολισμό της. Η Παναγία όμως – γι’ αυτό και είναι Παναγία – δεν διστάζει. Αφού μαθαίνει ότι είναι κλήση Θεού, υποτάσσεται στο θέλημα Εκείνου γνωρίζοντας ότι το τίμημα μπορεί να είναι και ο θάνατος. Μα δεν την νοιάζει. Εκείνο που την ενδιαφέρει είναι η υπακοή στο θεϊκό θέλημα. Αποκαλύπτεται λοιπόν και μάρτυρας η Παναγία. Αν όχι σωματικά, μάρτυρας ωστόσο «τῇ συνειδήσει». Καθαρή λοιπόν στην ψυχή η Παναγία και με μαρτυρικό φρόνημα γίνεται η μητέρα του Θεού!

Ένα τρίτο σημείο: φανερώνεται με τον ερχομό του Θεού στον κόσμο το προαιώνιο μυστήριο. Ο Ευαγγελισμός αποτελεί εκπλήρωση προαιώνιας βουλής του Θεού για τη σωτηρία του κόσμου. Ο Θεός, διδάσκουν πολλοί Πατέρες της Εκκλησίας μας, θα ερχόταν στον κόσμο ως άνθρωπος ανεξάρτητα και από την πτώση του ανθρώπου στην αμαρτία. Ο άγιος Μάξιμος ο ομολογητής για παράδειγμα σημειώνει ότι η σάρκωση του Χριστού, απαρχή της οποίας είναι ο Ευαγγελισμός, αποτελεί την τελευταία φάση της δημιουργίας του ανθρώπου. Ο Θεός δηλαδή οπωσδήποτε θα ερχόταν στον κόσμο για να ωθήσει αποφασιστικά τον άνθρωπο στην επίτευξη του απαρχής τεθειμένου σκοπού του: το «καθ’ ὁμοίωσιν». Κι ακόμη: ο Ευαγγελισμός ήδη είχε προαναγγελθεί στην Παλαιά Διαθήκη με το λεγόμενο Πρωτευαγγέλιο. Στο Πρωτευαγγέλιο, την υπόσχεση δηλαδή του Θεού στους πρωτοπλάστους μετά την αμαρτία τους ότι ο απόγονος της γυναίκας θα συντρίψει τον διάβολο, βλέπει η Εκκλησία μας την προφητεία του Ευαγγελισμού. Διότι στον Ευαγγελισμό έχουμε τη γυναίκα που γεννά Εκείνον που συντρίβει τον διάβολο. Στη δημιουργία ήδη του ανθρώπου έχουμε τις απαρχές του Ευαγγελισμού.

Ένα τέταρτο σημείο: όχι μόνο φανερώνεται το προαιώνιο μυστήριο, αλλ’ ακριβώς αυτό συνιστά και την ανακεφαλαίωση της σωτηρίας του ανθρώπου. Τι σημαίνει ανακεφαλαίωση; Επανένταξη του ανθρώπου και πάλι στο σχέδιο του Θεού. Η αμαρτία που διέσπασε τον άνθρωπο και τον εκτρόχιασε από την ορθή πορεία της ζωής του, εξαφανίζεται και καταπατείται. Διά του Χριστού που σαρκώνεται στην Παναγία η αμαρτία αίρεται και η θύρα του Παραδείσου και πάλι ανοίγεται. Ο άνθρωπος βιώνει στο πρόσωπο του Χριστού τη σωτηρία του: να συναντηθεί πραγματικά και πάλι με τον Θεό.

Κι όλα αυτά, πέμπτο σημείο, πραγματοποιούνται σήμερον. Ενώ όλα όσα αναφέρθηκαν βιώθηκαν στο παρελθόν, εντούτοις δεν χάνουν τίποτε και από τη σύγχρονη επικαιρότητα. Το παρελθόν, ο ερχομός του Χριστού, η σύλληψή Του στο πανάγιο σώμα της Θεοτόκου, βιώνεται στην Εκκλησία μας και ως παρόν. Λόγω της διαρκούς παρουσίας του Αγίου Πνεύματος. Το Άγιον Πνεύμα, ο ίδιος δηλαδή ο Θεός, διαιωνίζει τα σωτηριώδη γεγονότα του παρελθόντος και τα προχέει στο εκάστοτε παρόν. Πρόκειται για τον λεγόμενο λειτουργικό χρόνο, για τον οποίο μιλάνε οι θεολόγοι της Εκκλησίας.

Κι αυτό σημαίνει: αφού το σωτηριώδες παρελθόν εν Χριστώ, όπως ο Ευαγγελισμός, γίνεται κάθε φορά παρόν, άρα το μόνο που και εμείς χρειαζόμαστε για να το κάνουμε δικό μας γεγονός και να νιώσουμε τη δυναμική του, είναι η πίστη μας: η ανεπιφύλακτη παράθεση της ζωής μας στα χέρια Εκείνου και τις υποσχέσεις Του. Μία τέτοια αληθινή πίστη θα μας κάνει να δούμε και τον δικό μας εαυτό μέσα στον Ευαγγελισμό της Παναγίας, δηλαδή να νιώσουμε σαρκωμένο και σε εμάς τον ίδιο τον Θεό μας!

Τρίτη 24 Μαρτίου 2026

ΤΡΑΥΜΑΤΙΣΜΕΝΗ ΚΑΙ ΤΑΠΕΙΝΩΜΕΝΗ Η ΨΥΧΗ ΜΟΥ!

 

ΤΡΙΤΗ Ε΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

«Τήν τετραυματισμένην μου ψυχήν καί τεταπεινωμένην ἐπίσκεψαι, Κύριε, ἰατρέ τῶν νοσούντων καί τῶν ἀπηλπισμένων λιμήν ἀχείμαστε˙ σύ γάρ εἶ ὁ ἐλθών Λυτρωτής τοῦ Κόσμου ἐγεῖραι ἐκ φθορᾶς τόν παραπεσόντα˙ κἀμέ προσπίπτοντα ἀνάστησον, διά τό μέγα σου ἔλεος» (απόστιχα Αίνων Τριωδίου, ήχος βαρύς).

(Επισκέψου, Κύριε, την τραυματισμένη και ταπεινωμένη ψυχή μου, Συ που είσαι ο ιατρός των νοσούντων και ο γαλήνιος λιμένας των απελπισμένων. Διότι Εσύ ήλθες ως Λυτρωτής του κόσμου για να σηκώσεις από τη φθορά τον άνθρωπο που ξέπεσε. Ανάστησε κι εμένα που πέφτω στις αμαρτίες καθημερινά λόγω του μεγάλου ελέους Σου).

Μέσα σε κλίμα θερμότατης και ζέουσας μετάνοιας ο άγιος υμνογράφος – σε άλλο σημείο (ωδή θ΄) θα πει ακριβώς να προσέλθουμε στο Πυρ του Θεού για να καταφλέξουμε τα πάθη μας «θερμοτάτῳ λογισμῷ τῆς μετανοίας» - βλέπει τον εαυτό του στη θέση του ανθρώπου, από τη γνωστή παραβολή του Καλού Σαμαρείτου, ο οποίος κατεβαίνοντας από τα Ιεροσόλυμα στην Ιεριχώ περιέπεσε σε ενέδρα ληστών και κινδύνεψε να πεθάνει. Κι ενώ τον προσπέρασαν αδιάφορα δύο θρησκευτικοί άνθρωποι του Ισραήλ, βρέθηκε ένας (μη πιστός θεωρούμενος) Σαμαρείτης που όχι ενδιαφέρθηκε για τον ημιθανή άνθρωπο, αλλά αφιέρωσε όσο μπορούσε τον εαυτό του – τον χρόνο του, την άνεσή του, τα χρήματά του – προκειμένου να βρει και πάλι την υγεία του ο τραυματισμένος.

Ο εκκλησιαστικός ποιητής κινείται με την καθιερωμένη ερμηνεία της παραβολής από την Παράδοση των Πατέρων της Εκκλησίας: ο ταλαίπωρος άνθρωπος είναι γενικά ο άνθρωπος του κόσμου τούτου διαχρονικά και όπου γης, ο οποίος έπεσε στην παγίδα των ληστών δαιμόνων και έκτοτε στις παγίδες των παθών της αμαρτίας, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί και να ταπεινωθεί σ’ έναν κόσμο πια εχθρικό προς αυτόν, κυριολεκτικά χαμένος και σχεδόν νεκρός! Ο Καλός Σαμαρείτης είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός, ο ενανθρωπήσας Θεός, ο Οποίος ακριβώς ήλθε στον κόσμο ως ο μοναδικός Λυτρωτής και ως ο απόλυτος Ιατρός των ψυχών και των σωμάτων, ώστε να θεραπεύσει τον άνθρωπο και να τον αποκαταστήσει υγιή, δεδομένου ότι δεν υπήρχε περιθώριο θεραπείας από οπουδήποτε αλλού.

Τραυματισμένος λοιπόν και ταπεινωμένος από την αμαρτία ο άγιος υμνογράφος και κάθε άνθρωπος – «μέγα τραῦμα» χαρακτηρίζει μάλιστα η πίστη μας τον άνθρωπο τον πεσμένο στην αμαρτία. Αλλά ενώ κάθε άνθρωπος βρίσκεται στην κατάσταση αυτή, δεν έχουν τα μάτια όλοι να δουν την κατάντια και τις όζουσες πληγές ώστε να αντιδράσουν και σωστά. Μάτια που βλέπουν έχουν μόνο οι πιστοί στον Χριστό, οι άνθρωποι της Εκκλησίας. Και σαν τον άγιο υμνογράφο προσφεύγουν στον μόνο Ιατρό, τον Κύριο Ιησού Χριστό, για να Του προσφέρουν ακριβώς τις πληγές τους. Εδώ βρίσκεται το μεγαλείο της πίστης μας: δεν μας αντιμετωπίζει «τυφλά» και ανελέητα, ζητώντας μας πράγματα που υπερβαίνουν τις δυνάμεις μας. Ο Θεός μας γνωρίζει την πτώση μας, έχει πλήρη επίγνωση της αδυναμίας μας, παρ’ όλα αυτά μάς αγαπά και μάλιστα υπέρμετρα. Γιατί είναι η πηγή του Ελέους και της Αγάπης, όπως το σημειώνει ο απόστολος Παύλος: «ὄντων ἡμῶν ἁμαρτωλῶν, Χριστός ὑπέρ ἡμῶν ἀπέθανεν». Μας αγάπησε ο Θεός και πέθανε για χάρη μας, όταν ήμασταν βουτηγμένοι μέσα στις αμαρτίες μας.

Λοιπόν, η χαρά Του είναι ακριβώς αυτή: να αποδεχτούμε τη θεραπευτική αγάπη Του, προσφέροντάς Του το μόνο που μπορούμε: τις πληγές και τα βάσανά μας λόγω της αμαρτίας μας. Ό,τι συνέβη και με τον άγιο Ιερώνυμο, ο οποίος Χριστούγεννα ευρισκόμενος στο σπήλαιο της Βηθλεέμ, έκλαιγε από ευγνωμοσύνη προς τον Θεό του, αναλογιζόμενος τις άπειρες ευεργεσίες Του προς αυτόν και τον κόσμο όλο. Και στη με δάκρυα προσευχή του τι να Του προσφέρει ως δώρο άκουσε τη φωνή Του: «Ιερώνυμε, τις αμαρτίες σου δώσε μου. Αυτό θα είναι το μεγαλύτερο δώρο σου σε Μένα». Πρόκειται για τη βεβαίωση του ίδιου του Κυρίου που αποκαλύπτει ότι «χαρά γίνεται ἐν Οὐρανῷ ἐπί ἑνί ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι». Βλέπει δηλαδή κανείς τις αμαρτίες του, συναισθάνεται την κατάντια του και με ελπίδα προσφεύγει στην απειρία της αγάπης του Χριστού μας εν μετανοία; Τότε προκαλεί τη μεγαλύτερη χαρά σε όλον τον Ουρανό.

Η εμπειρία του κάθε εν επιγνώσει πιστού στην Εκκλησία, από τον καθημερινό πνευματικό του αγώνα με τις πτώσεις αλλά και με τη μετάνοιά του, όπως και από το μυστήριο της εξομολογήσεως, νομίζουμε ότι επιβεβαιώνει τον λόγο του υμνογράφου μας.