Η δεύτερη περίπτωση ήταν σε σχέση με έναν καλό παππού, ας
τον πούμε κύριο Μάκη, Επτανήσιο την καταγωγή, ενενήντα δύο ετών, ο οποίος όμως,
παρ’ όλη τη βαρυκοΐα και τη μειωμένη όρασή του, διακρινόταν κι αυτός για τη
μεγάλη δυναμικότητά του και την καθαρότητα του μυαλού του. Έλληνας της Αμερικής
πάνω από μισό αιώνα, με τα παιδιά και τα εγγόνια του στην Αμερική, σπουδαγμένος
στο Πολυτεχνείο της Αθήνας, Πολιτικός Μηχανικός, ένας από τους πολλούς
μηχανικούς μεγάλων κατασκευαστικών εταιριών που ανελάμβαναν τεράστια έργα ανά
τα πέρατα του κόσμου. «Ήμουν ένας από τους μηχανικούς που έφτιαξαν το νησί στο
Ντουμπάι, πάτερ», μου είπε για να μπορέσω να καταλάβω, για να συμπληρώσει ότι
τα τελευταία πια χρόνια επέστρεψε μόνιμα στο όμορφο νησί του, ασχολούμενος με
κάποιες επιχειρήσεις μαζί με τα παιδιά του που τον επισκέπτονται τακτικά. Τη
δυναμικότητα και την ευφυΐα του τις έβλεπες, ιδίως όταν επικοινωνούσε με τα
παιδιά και τους φίλους του στην Αμερική – ο τόνος της φωνής του, το χιούμορ
του, οι «κατευθύνσεις» που ήθελε να δίνει απεκάλυπταν την πραγματικότητα. Από κοντά
η πράγματι αρχοντική Ευρωπαία γυναίκα του, με καλή γνώση της ελληνικής, μία
λεπτή και σεβάσμια λευκασμένη κυρία, η οποία παρ’ όλο το προχωρημένο της ηλικίας
της – δεν απείχε και πάρα πολύ στα χρόνια από τον άνδρα της - έδειχνε ότι ελέγχει κι αυτή την κατάσταση, όπως
και μία βοηθός τους νέα κοπέλα, την οποία και οι δύο αντιμετώπιζαν περισσότερο
από παιδί τους.
Ήλθε στο Νοσοκομείο για το «όνομα» κάποιου σπουδαίου γιατρού,
προκειμένου να υποβληθεί σε κάποια εγχείρηση και σύντομα να επανέλθει στη βάση
του, οπότε εκεί αναφύηκε και το «πρόβλημα»! Η βοηθός του γνωστού ιατρού τον
επισκέφτηκε για να του πει ότι η εγχείρηση πρέπει να γίνει με ολική νάρκωση για
να είναι αποτελεσματική. Αντέδρασε! «Ολική νάρκωση στην ηλικία μου δεν κάνω»,
ξέκοψε τη φωνή της λογικής. «Μα, δεν γίνεται αλλιώς», προσπάθησε να εξηγήσει η
γιατρός. «Θέλω τον ίδιο τον γιατρό να έλθει εδώ να μου εξηγήσει», απαίτησε ο
παππούς! «Εγώ γι’ αυτόν ήλθα».
Ήλθε ο γιατρός.
Του εξήγησε κι αυτός με πολύ ευγενικό και ήπιο τρόπο ότι η πορεία είναι
μονόδρομος. «Χωρίς ολική νάρκωση δεν θα καταφέρουμε τη θεραπεία σας», είπε με
όλο το βάρος της γνώσης και της εμπειρίας του. Καθισμένος ο κύριος Μάκης
δάκρυσε. «Ξέρω από άλλες περιπτώσεις ανθρώπων της ηλικίας μου που με την ολική
νάρκωση δεν ξαναξύπνησαν», φάνηκε να μονολογεί. «Δεν είναι έτσι, κύριε Μάκη»,
είπε ο γιατρός. «Όμως θα σας στείλω και την αναισθησιολόγο να σας εξηγήσει
λεπτομερέστερα πώς έχουν τα πράγματα».
Ο κύριος Μάκης εκμεταλλεύτηκε τον χρόνο για να συζητήσει
με τη γυναίκα και την «κόρη» του, τη βοηθό του. Τα λέγανε στα Αγγλικά. Εκείνες
τον αγκάλιασαν. Του πρότειναν να πάρει τηλέφωνο τα παιδιά του στην Αμερική. Το
έκανε. Τα παιδιά του τον συμβούλευσαν να ακολουθήσει τις οδηγίες του γιατρού. Κάθισε
αναποφάσιστος στο κρεβάτι. Το βλέμμα του κοιτούσε κάπου μακριά προς τον τοίχο –
φαινόταν χαμένος.
Ήλθε η αναισθησιολόγος. Του εξήγησε κι εκείνη, αλλά
μάλλον μάταια. Ο παππούς ήταν ανένδοτος. «Αν κάνω “μέθη” τι θα γίνει;»
αντιπρότεινε. «Μπορεί να γίνει κι έτσι» είπε εκείνη, επαναλαμβάνοντας τα λόγια
του χειρουργού, «αλλά απλώς θα γίνει διάγνωση. Δεν θα έχουμε θεραπεία». Έφυγε
χωρίς να πεισθεί ο παππούς. Ήλθε και πάλι η βοηθός του γιατρού, κρατώντας το
έγγραφο που έπρεπε να υπογράψει ο κύριος Μάκης, ότι συμφωνεί να γίνει ολική
νάρκωση. Δεν υπέγραφε. Καθόταν αναποφάσιστος στο κρεβάτι. Στράφηκε, σχεδόν με
απόγνωση, προς εμένα. «Πάτερ, εσείς τι θα λέγατε;»
«Κύριε Μάκη», είπα, «βλέπω και κατανοώ τον προβληματισμό σας.
Αλλά, θα σας πρότεινα να κάνετε τον σταυρό σας και να εμπιστευτείτε την κρίση
των ιατρών. Είστε πιστός άνθρωπος και οι
άγιοί μας θα σας βοηθήσουν.
Η βοηθός του χειρουργού του πρότεινε και πάλι το έγγραφο
για να υπογράψει. Φαινόταν να παλεύει μέσα του. «Κύριε Μάκη, υπογράψτε»,
ξαναείπα, «κι εγώ, όσο διαρκεί η επέμβαση, θα προσεύχομαι για εσάς. Θα κάνω για
χάρη σας την Παράκληση στην Παναγία μας». Δάκρυσε ο παππούς και ενισχυμένος από
την πίστη του είπε στη γιατρό: «Πού είναι να υπογράψω;» Υπέγραψε. «Εδώ θα σας περιμένουμε
σε λίγη ώρα νικητή», του είπα συγκινημένος.
Τον πήραν και πήγαν στο χειρουργείο. Και πράγματι, μετά
από δύο περίπου ώρες τον επανέφεραν, έχοντας τη μάσκα του οξυγόνου στο πρόσωπό
του, αλλά και με καλή διάθεση. Τα είχε καταφέρει.
«Μπράβο, κύριε Μάκη. Τα καταφέρατε! Ο Θεός είδατε
βοήθησε!» του είπε η πρεσβυτέρα που τον είχε ήδη γνωρίσει και είχε μάθει τα
καθέκαστα. Η απάντησή του ήταν μέσα στην απλότητά του αποκαλυπτική. Σήκωσε το
χέρι και με έδειχνε με το δάχτυλο, επαναλαμβάνοντας: «Ο πάτερ, ο πάτερ!» «Ο
Θεός, κύριε Μάκη», είπα εγώ. «Εγώ απλώς προσευχόμουνα για εσάς. Αλλά ο Χριστός
και οι άγιοι ήτανε μαζί σας, γιατί έχετε χρόνια μπροστά σας, έτσι καλός
άνθρωπος που είστε». Το κλίμα υπήρξε πανηγυρικό. Η γυναίκα του παππού και η
ψυχοκόρη του έστρεψαν το βλέμμα τους σ’ εμένα με ευγνωμοσύνη.
Περιττό βεβαίως να πω ότι τα επόμενα λεπτά με το τηλέφωνο
η… Αμερική είχε μάθει ότι ένας παππάς στο Νοσοκομείο βοήθησε τον κύριο Μάκη να
προχωρήσει τη θεραπεία του. Ευτυχώς, έγκαιρα δόθηκε η εξήγηση σε μία
διαστρέβλωση: ο παππάς δεν ήταν του Νοσοκομείου, που ήλθε να «διαβάσει» τον
παππού στα τελευταία του, αλλά ήταν κι εκείνος ένας ασθενής που έτυχε να
βρίσκεται στον ίδιο θάλαμο με τον κύριο Μάκη.






