«Ο άγιος Κύριλλος
γεννήθηκε στο Θεοδόσιο, περιοχή κοντά στην Αλεξάνδρεια, περί το 378, μέσα σε
εκκλησιαστικό περιβάλλον. Η μητέρα του υπήρξε αδελφή του αρχιεπισκόπου
Αλεξανδρείας Θεοφίλου, οπότε του δόθηκαν ευκαιρίες για καλή και σπουδαία
μόρφωση, αλλά και για εκκλησιαστική διακονία ου τυχούσα. Από πολύ νωρίς
σχετίστηκε με την πλούσια μοναστική παράδοση της Αιγύπτου, δείγμα της βαθιάς
δίψας του για την πνευματική κατά Χριστόν ζωή, ενώ ισχυρή επίδραση δέχτηκε
ιδίως από τον μεγάλο διδάσκαλο και άγιο Ισίδωρο τον Πηλουσιώτη. Έγινε από τον
θείο του αναγνώστης, δηλαδή ερμηνευτής των Γραφών για τον λαό, κι έπειτα
διάκονος και πρεσβύτερος. Όταν κοιμήθηκε ο θείος του Θεόφιλος (412), εκλέχτηκε
και ενθρονίστηκε στη θέση του ο νεαρός τότε άγιος Κύριλλος.
Ο θρόνος της Αλεξάνδρειας ήταν την
εποχή εκείνη για πολλούς λόγους ο ισχυρότερος εκκλησιαστικός θρόνος, ενώ ο
άγιος Κύριλλος ξεκίνησε τη διακονία του αυτή έχοντας ως όραμα την όσο το
δυνατόν εξάλειψη από την περιοχή του των όποιων σχισματικών και αιρετικών
παραφυάδων, ιδίως δε των Αρειανοφρόνων. Αντιμετώπισε τους πολλούς,
(πλειοψηφούντες), εθνικούς-ειδωλολάτρες της περιοχής, αλλά και τους επίσης πολλούς
Εβραίους με το κατεξοχήν όπλο που διαθέτει η Εκκλησία, τον λόγο του Ευαγγελίου,
αλλά και με «τεχνάσματα» που κατά καιρούς χρησιμοποιεί η Εκκλησία, όπως για
παράδειγμα τη μεταφορά λειψάνων αγίων θαυματουργών, ώστε να στρέψει τον λαό
εκεί που πράγματι παρέχεται η ιαματική χάρη του Θεού και όχι οι δαιμονικές
ενέργειες (ναός της Ίσιδας medica). Ο
άγιος κατηγορήθηκε άδικα για τον θάνατο της φιλοσόφου Υπατίας, κάτι που
διαιωνίζεται μέχρι σήμερα από τους αρνητές της πίστεως, διότι ο ίδιος δεν είχε
καμία συμμετοχή σ’ αυτό. Όντως εκείνη φονεύτηκε από θερμόαιμους «χριστιανούς»,
οι οποίοι στράφηκαν εναντίον της θεωρώντας ότι αυτή επηρεάζει αρνητικά τον
έπαρχο Ορέστη που περιφρονούσε τον αρχιεπίσκοπο και τους χριστιανούς.
Ο άγιος ήταν εκείνος που φωτίστηκε
ιδιαιτέρως από το Πνεύμα του Θεού προκειμένου να αντιμετωπίσει τη χριστολογική
αίρεση του Νεστοριανισμού. Η αίρεση αυτή, παρακολουθώντας κατά πόδας τον
Αρειανισμό, ξεκίνησε από τον αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριο, ο οποίος
αρνείτο ότι ο Υιός και Λόγος του Θεού σαρκώθηκε, εξ άκρας συλλήψεως, στη γαστέρα της Παναγίας ως άνθρωπος, συνεπώς κατήγγελλε
ως βλάσφημους εκείνους που τη χαρακτήριζαν «Θεοτόκο». Ο άγιος Κύριλλος,
στοιχώντας στην Παράδοση της Εκκλησίας, μάλιστα του αγίου Αθανασίου και των
Καππαδοκών Πατέρων, κατέδειξε ότι η μη αποδοχή της πίστεως της Εκκλησίας περί της
Παναγίας ως Θεοτόκου αποτελεί άρνηση και του Ιδίου του Χριστού ως Θεού και
ανθρώπου «εξ άκρας συλλήψεώς» Του, οπότε διακυβεύεται έτσι η σωτηρία του
ανθρώπου. Η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος που συγκλήθηκε στην Έφεσο το 431 επικύρωσε
τη θεολογία του αγίου, γι’ αυτό και δικαίως χαρακτηρίστηκε ο Κύριλλος ως
Πατέρας και Διδάσκαλος της Εκκλησίας και ως ο θεολόγος της χριστολογίας. Κοιμήθηκε
ειρηνικά στις 9 ή στις 27 Ιουνίου του 444 και η μνήμη του τιμάται στις 9
Ιουνίου και στις 18 Ιανουαρίου (με τη μνήμη του Μεγάλου Αθανασίου)» (Σύνοψη του βίου του από το έργο: Πατρολογία Γ΄ (Στυλ. Παπαδοπούλου, καθηγητή
Πανεπιστημίου Αθηνών).
Είναι εύλογο ότι ο άγιος υμνογράφος Θεοφάνης στον κανόνα
του για τον άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας επιμένει κυρίως στο τεράστιο θεολογικό
του έργο, αυτό της χριστολογίας, προκειμένου, όπως φάνηκε και παραπάνω, να
καταδειχθεί ότι τυχόν αμφισβήτηση ή αλλοίωση της αποκαλύψεως του Κυρίου ως Θεού
και ανθρώπου σημαίνει αυτομάτως και υπόσκαψη των θεμελίων για τη σωτηρία του
ανθρώπου, δηλαδή της πραγματικότητας της σχέσεως του ανθρώπου με τον Θεό. Το
δόγμα δηλαδή, ως οριοθέτηση της αλήθειας, εκβάλλει πάντοτε στο ήθος και τη ζωή
του ανθρώπου, γι’ αυτό και έχει τέτοια τεράστια σημασία για την Εκκλησία σε
κάθε εποχή. Και πώς αλλιώς; Ό,τι πίστη και εικόνα έχουμε περί του Κυρίου Ιησού
Χριστού, τέτοια πίστη και εικόνα έχουμε και για τον ίδιο τον άνθρωπο. Απαρχής η
Εκκλησία κραυγάζει «Εν Αυτώ, τω Χριστώ, περιπατείτε». Η ζωή μας είναι
αντίστοιχη στην Εκκλησία με τη ζωή του Χριστού. Αν ο Χριστός δεν είναι ο εν
σαρκί Θεός, απαρχής του ερχομού Του στον κόσμο, τότε ο άνθρωπος εξακολουθεί και
δουλεύει στα πάθη του, στον Πονηρό, στον ίδιο τον θάνατο. Η ένωσή μας με τον
Χριστό, Τον οποίο ενδυόμαστε διά του αγίου βαπτίσματός μας είναι εκείνο που μας
καθιστά μέλη Του και μας δίνει την αποφασιστική ώθηση προκειμένου να ζούμε κι
εμείς σαν Εκείνον.
Όργανο για να εκφραστεί στη δύσκολη εκείνη εποχή με το
πλήθος των αιρέσεων η αλήθεια περί Χριστού που αμφισβητήθηκε, υπήρξε ο άγιος
Κύριλλος. Αυτός «χρημάτισε ήλιος που οι διδασκαλίες του σαν ακτίνες απλώθηκαν
σε όλα τα πέρατα και καταύγασαν τα πληρώματα των πιστών» (στιχ. εσπ.).
Αποτέλεσμα βεβαίως ήταν οι ακτίνες αυτές της αλήθειας και το βάθος της «να εκδιώξουν
το σκοτάδι των αιρέσεων, να κάψουν ως φωτιά κάθε φρύγανο αιρετικό, να βυθίσουν
κάθε δυσσέβεια των απειθών ανθρώπων» (στιχ. εσπ.). Κι εκείνο που κατεξοχήν
φανέρωνε, κατά τον άγιο υμνογράφο, τη θεότητα του Κυρίου που έγινε άνθρωπος
ήταν η θέση της Παναγίας Μητέρας του Κυρίου. Θεοτόκος η Παναγία, που σημαίνει
ότι απαρχής μετέχει στο πιο μεγάλο μυστήριο όλων των μυστηρίων, το οποίο και σ’
αυτήν σταδιακά θα αποκαλύπτεται. «Πρέπει να το ομολογήσουμε ότι είναι μέγα το
μυστήριο της πίστεως: ο Θεός φανερώθηκε ως άνθρωπος» (απ. Παύλος). Όπως διαρκώς
κηρύσσει η Εκκλησίας μας η Παναγία συνιστά όρο δόγματος. Ανάλογα δηλαδή με τη
στάση που κρατάει κανείς απέναντί της φανερώνει αν είναι ορθόδοξος χριστιανός ή
όχι. Κι αυτός που έδειξε περίτρανα την αλήθεια αυτήν την εποχή εκείνη, και για
πάντα, ήταν ο άγιος Κύριλλος.
«Έξαρχος της αειπαρθένου Μαρίας και παλαιστής και
υπέρμαχος» (απολ.) λοιπόν χαρακτηρίζεται δικαίως από τον άγιο Θεοφάνη, «ζηλωτής της
αληθούς Θεομήτορος» (ωδή ς΄), «πρόμαχος της Κυρίας Αειπαρθένου» (στίχ. συναξ.) –
ας φανταστούμε με πόση στοργή και αγάπη στέκει απέναντί του ο ίδιος ο Κύριος, ο
Οποίος χαίρεται με τη μεγαλύτερη χαρά όταν τιμούν και εγκωμιάζουν τη Μητέρα
Του!
Και τι σημειώνει ο άγιος υμνογράφος; Την πίστη αυτή που
ζούσε στην ύπαρξή του όλη ο άγιος Κύριλλος, για τον Χριστό και τη Θεοτόκο
Παναγία, την μαρτυρούσε με τον πιο δυνατό και ρωμαλέο τρόπο. Όχι αναιμικά, όχι «σέρνοντας»,
όχι με «ψίθυρο», αλλά με τον τρόπο που δίνει το άγιον Πνεύμα στην ψυχή του
ανθρώπου. «Πνεύματι ηγεμονικώ στήριξόν με» προσεύχεται ο δίκαιος Δαβίδ, από
τέτοιο Πνεύμα ηγεμονικό διακατεχόταν και ο μέγας Πατήρ και Διδάσκαλος. «Πλήρης
εντελώς από ζήλο και παρρησία, ένδοξε Κύριλλε, διέλυσες τις θεομάχους ανοησίες
των αιρετικών» (ωδή α΄). «Ενδυναμούμενος από τον Χριστό, με στέρεα γνώμη,
Κύριλλε, διέλυσες σαν ιστό αράχνης τις μηχανές του πονηρού δράκοντα» (ωδή γ΄).
Κι εδώ βρισκόμαστε σ’ αυτό που συνιστά τη βάση της ζωής
του αγίου. Ο άγιος πάλευε με τα θηρία των αιρέσεων, ακόμη και με τους εκκλησιαστικούς
που ακόμη δεν «καταλάβαιναν», γιατί ο ίδιος είχε φωτιστεί όπως είπαμε από το
Πνεύμα του Θεού και «γνώριζε» την αλήθεια. Ήταν μέτοχός της δηλαδή, γιατί αυτή
είναι η έννοια της γνώσεως στην Εκκλησία. «Γνώσις εστί μετουσία» που λέει και ο
άγιος Γρηγόριος Νύσσης. Ζούσε τον Χριστό, «έβλεπε» τον Θεό και μπορούσε να
εκφράζει με λόγο ό,τι συνιστούσε περιεχόμενο της ζωής του, βασισμένο σε όλη την
προγενέστερη παράδοση της Εκκλησίας. «Έλαμψε η διάνοιά σου από τις φλόγες του
Πνεύματος» (στιχ. εσπ.), λέει ο άγιος Θεοφάνης, που σημαίνει ότι βλέπει τον μεγάλο
Πατέρα στην ομήγυρη των Αποστόλων, καθώς βρίσκονταν στο υπερώο της Ιερουσαλήμ
την ημέρα της Πεντηκοστής.
Και τι ήταν εκείνο
που τον έκανε να ζει με τον τρόπο αυτόν; Η μέχρι θανάτου απόφασή του να ζει
κατά τις εντολές του Κυρίου του. Είναι το πιο καίριο θέμα στην κατά Χριστόν
ζωή. Πιστός που αποφασίζει να είναι με τον Χριστό σημαίνει ότι αποφασίζει να
Τον «κυνηγάει» και να Τον «ανακαλύπτει» μέσα από τους λόγους και τις εντολές
Του. «Μέσα στις εντολές Του κρύβεται ο Χριστός» είναι μία αξιωματική αρχή στην
Ευαγγελική και Πατερική σκέψη. Ας δούμε τον άγιο υμνογράφο πώς το καταθέτει: «Εκτίναξες
από την ψυχή σου τη λάσπη των παθών, Κύριλλε, γκρεμίζοντας κάθε υπερήφανο λογισμό
που πάει να σηκωθεί κατά του Χριστού» (ωδή γ΄). «Ως φύλακας των εντολών του
Χριστού γέμισες από το φως του θείου Πνεύματος, Κύριλλε, κι αφού καθαρίστηκες
από τα πάθη σου έγινες πράγματι κατοικητήριο της υπερθέου Τριάδος» (ωδή α΄).
Μ’ έναν άλλον τρόπο ο άγιος Θεοφάνης τονίζει την ίδια
αλήθεια: «Ποιμάνθηκες ως πρόβατο από τον Χριστό, οπότε σαν ποιμένας ποίμανες κι
εσύ το ποίμνιο» (ωδή δ΄). Κι ακόμη: «Όπως το Σεραφίμ πρόσφερε με τη λαβίδα τον
άνθρακα στον προφήτη (Ησαΐα), έτσι κι εσύ με τα χέρια σου μοιράζεις, ιερομύστα,
στην Εκκλησία του Χριστού το πυρακτωμένο καθάρσιο από το θείο πυρ» (ωδή ς΄). Πώς
λοιπόν να μη φτάνει στο σημείο ο εμπνευσμένος εκκλησιαστικός ποιητής να
ομολογεί: «Αφού κληρονόμησες σαν αγαπημένο παιδί την πατρική αρετή του Μάρκου, έγινες
διάδοχος και του θρόνου του, ακολουθώντας τα ίχνη του θείου Ευαγγελιστή» (που
υπήρξε ο ιδρυτής της Εκκλησίας της Αλεξάνδρειας) (ωδή δ΄).






