Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2026

ΓΙΑΤΡΕΨΕ ΜΕ, ΚΥΡΙΕ!

 

ΚΑΘΑΡΑ ΤΡΙΤΗ

«Τραυματισθέντα δεινῶς ἡδονῶν τῇ ρομφαίᾳ, τῇ μοτώσει, Οἰκτίρμον, τῆς εὐσπλάγχνου σου ροπῆς, ἰάτρευσόν με, Λόγε, ὅπως σε εὐχαρίστως δοξάζω εἰς αἰῶνας» (ωδή η΄ τριωδίου).

(Γιάτρεψέ με, Οικτίρμονα Κύριε, Λόγε του Θεού, με το θεραπευτικό κάλυμμα της ευσπλαχνίας Σου, επειδή τραυματίστηκα σκληρά με το ξίφος των ηδονών, προκειμένου να Σε δοξάζω ευχαρίστως αιώνια).

Μέσα στα πολλά πνευματικά κατανυκτικά εδέσματα της ημέρας, ο άγιος υμνογράφος μάς προσφέρει και τον παραπάνω ύμνο, ο οποίος εν συνόψει καθορίζει το όλο πλαίσιο της πορείας του χριστιανού. Η εν ευχαριστία δοξολογία του Θεού, τονίζει, είναι η διαρκής απόβλεψη του χριστιανού: από τον Χριστό δημιουργηθήκαμε, με Εκείνον κρατιόμαστε και προχωρούμε, σ’ Αυτόν κατατείνουμε. «Ἐξ Αὐτοῦ καί δι’ Αὐτοῦ καί εἰς Αὐτόν τά πάντα ἔκτισται» (απ. Παύλος). Δοξολογία του Θεού συνεπώς σημαίνει να προσβλέπω πάντοτε προς τον Κύριο (:«οἱ ὀφθαλμοί μου διά παντός πρός τόν Κύριον») και σ’ Εκείνον να ρίχνω όλη τη δύναμη της ψυχής και της καρδιάς μου – μία αδιάκοπη κίνηση αγάπης, κατά την κεντρική εντολή Του «ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς ἐξ ὅλης τῆς καρδίας ἐξ ὅλης τῆς διανοίας ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος». Έτσι δεν πραγματοποιείται και ο σκοπός για τον οποίο ο Κύριος μάς δημιούργησε; Από το κατ’ εικόνα στο καθ’ ομοίωσιν.

Είναι η πορεία της πνευματικής υγείας του ανθρώπου, σημειώνει όμως ο υμνογράφος. Μόνον όποιος έχει θεραπευτεί ψυχικά, έχει δηλαδή καθαρίσει τους πνευματικούς του οφθαλμούς, μπορεί να δει και τον Κύριο, να νιώσει την αγάπη Του, να Τον ευχαριστήσει και να Τον δοξολογήσει. Θυμόμαστε αίφνης τον ένα και μοναδικό από τους δέκα θεραπευθέντες λεπρούς από τον Κύριο, ο οποίος επέστρεψε για να Τον ευχαριστήσει για τη θεραπεία του. Επέστρεψε, λέει ο ευαγγελιστής Λουκάς, με μεγάλη φωνή δοξολογώντας τον Θεό. Και τι έκανε; Πρόσπεσε στα πόδια του Χριστού ευχαριστώντας Τον. Τότε δοξολογούμε, θεραπευμένοι, σωστά τον Θεό, όταν στρεφόμαστε πάντα με ευχαριστία στον Κύριο Ιησού Χριστό. Κι αυτό υπενθυμίζει ο εκκλησιαστικός ποιητής: Γιάτρεψέ με, Κύριε, για να Σε δοξολογώ με ευχαριστία.

Καταφεύγει όμως ο πιστός στον Κύριο ως τον Ιατρό των ψυχών και των σωμάτων, γιατί βλέπει τα τραύματά του που τον καθιστούν δέσμιο του κόσμου τούτου και δεν τον αφήνουν να ανοιχτεί προς τον Κύριο. Και τα τραύματα αυτά είναι όσα του δημιουργεί το ξίφος των ηδονών. Το σαρκικό αμαρτωλό φρόνημα δηλαδή που επιδιώκει πάντοτε τις ηδονές του βίου τούτου είναι το μόνιμο πρόβλημα του ανθρώπου, και μάλιστα του χριστιανού που έχει επίγνωση της τραγικής αυτής πραγματικότητας. Όπως το σημειώνουν και όλοι οι άγιοι Πατέρες μας: «οι σαρκικές ηδονές και το υπερήφανο φρόνημα ταλαιπωρούν τον άνθρωπο». Κι έχει μεγάλη βαρύτητα η επισήμανση: η αμαρτία και το φρόνημά της μπορεί να φαίνονται ότι φέρνουν ευχαρίστηση, αλλά στο βάθος συνιστούν την πληγή και το τραύμα του ανθρώπου – η ηδονή που γίνεται οδύνη! Αυτό είναι και το δράμα των περισσοτέρων σήμερα ανθρώπων: να αμαρτάνουμε και να μη νιώθουμε ότι πρόκειται για την καταστροφή μας.

Έτσι το «σχήμα» της εν επιγνώσει πορείας του χριστιανού παρουσιάζεται ανάφλυφο ενώπιόν μας: νιώθουμε τις πληγές του αμαρτωλού φρονήματός μας, καταφεύγουμε στον Χριστό που είναι ο Ιατρός και ο θεραπευτής μας, ανοίγουν τα μάτια μας και με αίσθηση ψυχής δοξολογούμε και ευχαριστούμε τον Θεό. Είναι περιττό να πούμε ότι η πορεία αυτή διαγράφει και τα αληθινά σημάδια της μετανοίας: επίγνωση της αμαρτίας, στροφή προς τον Θεό για να βρω το σπίτι μου, δηλαδή τον εαυτό μου.

ΜΕΙΝΕ ΞΥΠΝΙΑ, ΨΥΧΗ ΜΟΥ!

ΚΑΘΑΡΑ ΤΡΙΤΗ

«Νῆψον, γρηγόρησον, στέναξον, δάκρυσον, διά νηστείας, ὅλον τῆς ἁμαρτίας τόν φόρτον, ψυχή, ἀπόρριψον· τῇ θερμῇ μετανοίᾳ ἀπόφυγε τό πῦρ, καί διά πένθους τῶν παθῶν τόν πενθήρη χιτῶνα διάρρηξον, τήν στολήν τήν θείαν λαμβάνουσα» (Ὠδή β΄, ἦχος β΄).

(Μεῖνε ξύπνια, ψυχή μου, νά ’σαι σέ ἐγρήγορση, στέναξε, δάκρυσε, ἀπόρριψε μέσω τῆς νηστείας ὅλο τό φορτίο τῆς ἁμαρτίας. Μέ τή θερμή μετάνοια ἀπόφυγε τή φωτιά (τῆς κόλασης), καί μέ τό πένθος (γιά τίς ἁμαρτίες σου) σκίσε τόν πένθιμο χιτώνα τῶν παθῶν, παίρνοντας τή (φωτεινή) θεϊκή στολή).

Στό ἴδιο μῆκος κύματος μέ τόν μεγάλο κανόνα τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου Κρήτης τό τροπάριο τῆς δεύτερης ὠδῆς τοῦ κανόνα τῆς Τρίτης τῆς καθαρῆς ἑβδομάδος - ὠδῆς πού ἀκούγεται λόγω τοῦ θρηνικοῦ της χαρακτήρα μόνον κατά τήν περίοδο τῆς Σαρακοστῆς – καί στόν β΄ σεμνό καί γλυκύ ἦχο ψαλλόμενο, μᾶς ὠθεῖ μέ ἄμεσο καί βιωματικό τρόπο στήν κατάνυξη τῆς περιόδου. Τί μᾶς λέει ὁ ἅγιος ὑμνογράφος; Μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι μετά τόν ἐρχομό τοῦ Κυρίου ἀποκτήσαμε καί πάλι τή στολή τῆς θεότητας, ἡ ὁποία στήν πραγματικότητα εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, καθώς μᾶς ἐνέταξε στόν Ἑαυτό Του διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος. «Ὅσοι γάρ εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε». Ντυμένοι λοιπόν τόν ἴδιο τόν Κύριο φύγαμε ἀπό τή σκοτεινιά τοῦ ἐνδύματος τῶν παθῶν καί τῆς ἁμαρτίας.

Ὅμως στόν κόσμο τοῦτο εὑρισκόμενοι ἐπηρεαζόμαστε ἀπό τά ὑπάρχοντα ἀκόμη πάθη μας, λόγω τῆς ἀμέλειάς μας ἀλλά καί λόγω τῆς στόν κόσμο τοῦτο κατά παραχώρηση Κυρίου δράσεως τοῦ Πονηροῦ. Ὁπότε μή προσέχοντας καί μή ἔχοντας ὡς προτεραιότητα δυστυχῶς τή δωρεά τῆς χάρης, σκίζουμε τόν χιτώνα τοῦ Κυρίου καί ράβουμε καί πάλι τόν σκοτεινό χιτώνα τῶν παθῶν μας. Λοιπόν, μᾶς λέει ὁ ὑμνογράφος, ἀπευθυνόμενος πρώτιστα στήν ἴδια τήν ψυχή του: Νά ξαναβροῦμε, νά λάβουμε καί πάλι τή φωτεινή θεϊκή στολή μας – νά ἀφήσουμε τόν Κύριο νά φανερωθεῖ μέσα μας –, νά σκίσουμε ἑπομένως τόν σκοτεινό καί πένθιμο χιτώνα τῶν παθῶν μας, πράγμα πού ἔχει ὡς ὅρο τή νήψη καί τήν ἐγρήγορσή μας, ἡ ὁποία σηματοδοτεῖ τή θερμή μετάνοιά μας καί ἐκφράζεται ὡς νηστεία ἀληθινή καί ὡς πένθος γιά τίς ἁμαρτίες μας. Τό ἀποτέλεσμα εἶναι πραγματικά σωτήριο: ἐλευθερωνόμαστε ἀπό τό βάρος τῆς ἁμαρτίας, φεύγουμε ἀπό τήν ὀδύνη τῆς κόλασης, γεμίζουμε ἀπό ἀληθινή χαρά.

Η ΕΥΡΕΣΙΣ ΤΗΣ ΤΙΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΒΑΠΤΙΣΤΟΥ

«Η τίμια και σεβάσμια και στους αγγέλους κεφαλή πρώτα μεν βρέθηκε, κατ’ ευδοκία και φανέρωση του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, από δύο μοναχούς στην οικία του Ηρώδη, όταν ήλθαν στα Ιεροσόλυμα για να προσκυνήσουν τον ζωηφόρο τάφο του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Από τους μοναχούς αυτούς την έλαβε κάποιος κεραμέας και την μετέφερε στην πόλη των Εμεσηνών. Επειδή αισθανόταν χαρά κι ευτυχία  στην καρδιά του μέσω αυτής ο κεραμέας, την τιμούσε εξαιρετικά. Έπειτα επειδή επρόκειτο να πεθάνει, την άφησε στην αδελφή του, αφήνοντας την εντολή να μην την μετακινεί ούτε να την ανοίγει, παρά μόνον να την τιμά. Και μετά τον θάνατο της γυναίκας, πολλοί δέχτηκαν την κεφαλή διαδοχικά ο ένας μετά τον άλλον. Τελευταία από όλους η κεφαλή του Προδρόμου περιήλθε σε κάποιο μοναχό και πρεσβύτερο Ευστάθιο, που ανήκε στην κακοδοξία των Αρειανών. Αυτός εκδιώχτηκε από τους ορθοδόξους από το σπήλαιο στο οποίο κατοικούσε, διότι καπηλευόταν τις ιάσεις που γίνονταν διά της τιμίας κάρας, λέγοντας ότι οφείλονται στην κακόδοξη πίστη του, γι’ αυτό κατά θεία οικονομία φεύγοντας άφησε την κάρα του θείου Προδρόμου στο σπήλαιο. Ήταν λοιπόν κρυμμένη εκεί, μέχρι των χρόνων του Μαρκέλλου, που ήταν αρχιμανδρίτης, επί της βασιλείας του Ουαλεντιανού του νέου και του επισκόπου Εμέσης Ουρανίου. Τότε ακριβώς, επειδή αποκαλύφθηκαν πολλά γι’ αυτήν, βρέθηκε να είναι σε υδρία, οπότε εισήχθη στην Εκκλησία από τον επίσκοπο Ουράνιο, ενεργώντας πολλές ιάσεις και θαύματα. Τελείται δε η σύναξη για την εύρεση της κάρας στο αγιότατο Προφητείο του Προδρόμου, που βρίσκεται στην περιοχή του Φωρακίου».

Αφορμή και πάλι για την Εκκλησία μας η εύρεση της τιμίας κεφαλής του Προδρόμου, προκειμένου να τονίσει τη σπουδαία θέση του μεταξύ όλων των αγίων: να θυμηθούμε οι πιστοί ότι ήταν εκείνος που «κήρυξε τη σωτήρια έλευση του Σωτήρος Χριστού, κατενόησε την πτήση του αγίου Πνεύματος που σκήνωσε σ’ εκείνον, κατά το βάπτισμα του Κυρίου, που μεσίτευσε μεταξύ της Παλαιάς και της Νέας χάριτος» (στιχηρό εσπερινού)∙ ότι ήταν εκείνος που «όταν παρανόμησε ο Ηρώδης τον έλεγξε και γι’ αυτό ως παράφρων ο δειλός του έκοψε την κεφαλή» (κάθισμα όρθρου)∙ ότι ήταν εκείνος που «σφράγισε την Παλαιά Διαθήκη και υπήρξε το τέλος των προφητών, ενώ ετοίμασε τον δρόμο της καινής» (ωδή δ΄)∙ ότι τέλος υπήρξε εκείνος που «φάνηκε με τη δύναμη και το πνεύμα του προφήτη Ηλία σαν ακράδαντος πύργος» (ωδή ε΄), ενώ υμνήθηκε από τον Κύριο «ως ο μεγαλύτερος από όλους τους ανθρώπους» (ωδή ζ΄).

Πέραν όμως αυτών. Η υμνολογία της Εκκλησίας μας σήμερα έρχεται να μας εξηγήσει γιατί ο Κύριος θέλησε να τον φανερώσει από την κρυμμένη στη γη για πολλά χρόνια θέση του. Κι η εξήγηση που προσάγει είναι διπλή: αφενός να κηρύξει εκ νέου μετάνοια  στους ανθρώπους, αφετέρου να γίνει ίαμα γι’ αυτούς με τα διάφορα θαύματά του. Με άλλα λόγια η εύρεση της κεφαλής του τιμίου Προδρόμου κατανοείται μέσα στο πλαίσιο της ευεργεσίας του Χριστού στον πιστό λαό του, αποτελεί δηλαδή δώρο Του στην Εκκλησία, γιατί θέλει και να τον παρηγορήσει στον κόσμο τούτο με τα ιάματα που προσφέρει δια της κάρας του Ιωάννου, και να τον βοηθήσει και πάλι να βρει τον αληθινό δρόμο της ζωής, που δεν είναι άλλος από τον δρόμο της μετανοίας και του αγιασμού. Οι πολλές αναφορές του υμνογράφου επί των παραπάνω συγκεφαλαιώνονται θα λέγαμε στους στίχους του συναξαρίου: «Από τη γη φανερώνει ο Πρόδρομος τη σεβάσμια κάρα του, προτρέποντας πάλι να κάνουμε καρπούς άξιους της μετάνοιας. Πρόδρομε, συ που βάπτισες παλιά τον λαό στις πηγές των υδάτων, συ τώρα που φάνηκες από τη γη, βάπτιζέ τον στις πηγές των θαυμάτων».

Αλλ’ είπαμε, οι αναφορές του υμνογράφου είναι πάμπολλες: δεν μπορεί να κάνει οιαδήποτε αναφορά στον άγιο Ιωάννη, χωρίς να νιώσει την ανάγκη να μιλήσει για το πρώτιστο έργο του Προδρόμου, το κήρυγμα της μετανοίας. Προσαρμόζει όμως το έργο αυτό στα δεδομένα της εποχής του, και κάθε εποχής βεβαίως, όσο κι αν είναι σύγχρονη. «Στάλθηκε ο Πρόδρομος σαν φωνή ανθρώπου που φωνάζει στις έρημες καρδιές, εγκεντρίζοντας σ’ αυτές την ευσεβή πίστη του Υιού του Θεού, του αληθινού Θεού» (ωδή η΄). Κι είναι ευνόητο για τον άγιο υμνογράφο ότι μιλώντας για τη μετάνοια μιλάμε για την οδό αγιασμού των ανθρώπων, που οδηγεί στο να γίνει ο άνθρωπος κατοικητήριο του Τριαδικού Θεού. Εκεί οδηγεί η μετάνοια και ο αγιασμός˙ όχι απλώς να γίνει ο άνθρωπος ένας καλός άνθρωπος – πολλοί «καλοί» άνθρωποι από ό,τι μας λένε οι άγιοί μας θα βρεθούν στην κόλαση, σε αρνητική δηλαδή σχέση με τον Θεό – αλλά να γίνει μία φανέρωση Εκείνου, μία ζωντανή παρουσία της Βασιλείας του Θεού στον κόσμο. «Ετοιμάστε, λέει και τώρα (που φανερώθηκε η κεφαλή του) ο Πρόδρομος, την οδό του Κυρίου, διά της αγιότητος. Διότι αυτός θα έλθει μαζί με τον Πατέρα και το Πνεύμα και θα κατοικήσει αιωνίως στις καρδιές μας» (ωδή η΄).

Είναι περισσότερο από σαφές έτσι ότι η εύρεση της κεφαλής του τιμίου Προδρόμου λειτουργεί κατεξοχήν αφυπνιστικά προς την περίοδο που ήδη εισήλθαμε, τη Σαρακοστή. Δεν υπάρχει καλύτερη προετοιμασία μας γι’ αυτήν, περίοδο νηστείας και εγκρατείας, πνευματικής αφύπνισης και κατάνυξης, από ό,τι μας προβάλλει η τεράστια προσωπικότητα του αγίου Ιωάννου. Κι ακριβώς αυτό επισημαίνει μεταξύ άλλων και η υμνολογία της Εκκλησίας: «Ανέτειλε με λαμπρότητα η τίμια κάρα σου από τους άδυτους κόλπους της γης, Πρόδρομε Ιωάννη…Σε παρακαλούμε να μας δώσεις λύση στα δεινά της ζωής μας, όπως και να διανύσουμε τον καιρό της εγκράτειας καρποφόρα με τις πρεσβείες σου» (εξαποστειλάριον όρθρου). Και στους αίνους διαβάζουμε: «Άνοιξε τα προπύλαια της εγκράτειας η πάνσεμνη κεφαλή σου, πανεύφημε, και παρέθεσε σε όλους γλυκύτατη ευχαρίστηση των θείων χαρισμάτων. Σ’ αυτά τα θεία χαρίσματα αν μετέχουμε με πίστη, γλυκαίνουμε την τραχύτητα της νηστείας».

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026

Η ΧΑΡΜΟΣΥΝΗ ΑΠΑΡΧΗ

(Κύρια σημεία ομιλίας στον Κατανυκτικό Εσπερινό της Συγγνώμης, την 22α Φεβρουαρίου 2026, στην Αγία Παρασκευή Ηλιουπόλεως Αττικής) 

«Τόν τῆς νηστείας καιρόν, φαιδρῶς ἀπαρξώμεθα, πρός ἀγῶνας πνευματικούς ἑαυτούς ὑποβάλλοντες˙ ἁγνίσωμεν τήν ψυχήν, τήν σάρκα καθάρωμεν, νηστεύσωμεν ὥσπερ ἐν τοῖς βρώμασιν ἐκ παντός πάθους, τάς ἀρετάς τρυφῶντες τοῦ Πνεύματος˙ ἐν αἷς διατελοῦντες πόθῳ, ἀξιωθείημεν πάντες, κατιδεῖν τό πάνσεπτον Πάθος Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, καί τό ἅγιον Πάσχα, πνευματικῶς ἐναγαλλιώμενοι» (Στιχηρό κατανυκτικό εσπερινού Συγγνώμης).

(Ας ξεκινήσουμε με χαρά  τον καιρό της νηστείας, ρίχνοντας τους εαυτούς μας σε πνευματικούς αγώνες. Ας αγνίσουμε την ψυχή, ας καθαρίσουμε τη σάρκα, ας νηστεύσουμε, όπως κάνουμε για τα φαγητά, από κάθε πάθος, έχοντας ως τρυφή μας τις πνευματικές αρετές. Σ’ αυτές τις αρετές επιμένοντας αδιάκοπα με πόθο, μακάρι να αξιωθούμε όλοι να δούμε καθαρά το πάνσεπτο Πάθος Χριστού του Θεού μας, όπως σκιρτώντας πνευματικά από αγαλλίαση να δούμε και το άγιο Πάσχα).

Α. Το θέμα μας, παρμένο από την ακολουθία του κατανυκτικού εσπερινού, θα είναι ακριβώς ακολουθία των εννοιών ενός ύμνου. Κι είναι σημαντικό να μένουμε στην υμνολογία προς πνευματική καθοδήγησή μας, γιατί μέσα στους ύμνους μαθαίνουμε όλη την πίστη μας αλλά και όλα τα πνευματικά μυστικά (άγιος Πορφύριος). Ο παραπάνω ύμνος θα είναι ο καθοδηγητής μας – θα μπορούσε να είναι και οποιοσδήποτε άλλος – οπότε δεν θα χαθούμε σε θεολογικές ιδιαίτερες αναλύσεις, γιατί θα «προσγειωνόμαστε» συνεχώς από ό,τι πρόκειται ενώπιόν μας. Περιττό να σημειώσουμε πως ό,τι θα πούμε είναι γνωστό, αφού το ακούμε κάθε χρόνο και όχι μόνο από τη λατρευτική και την κηρυκτική ζωή της Εκκλησίας μας.

Β. 1. Το θέμα μας, «Η χαρμόσυνη απαρχή», αναφέρεται στην περίοδο που ξεκινά ουσιαστικά από απόψε: τη Μεγάλη Σαρακοστή, και φαίνεται να προβάλλει δύο παραδοξότητες.

Η πρώτη παραδοξότητα είναι για τον πρώτο όρο: «χαρμόσυνη». Γιατί; Διότι οι πολλοί, ίσως κι εμείς είμαστε μέσα σ’ αυτούς, «σκυθρωπάζουμε» με το άκουσμα της νηστείας και της λέξης  «Σαρακοστή». Γιατί νιώθουμε ότι στριμωχνόμαστε, ότι περιοριζόμαστε, ότι μπαίνουμε σε περίοδο λίγο «σκοτεινή». Σκοτεινή για το «φως» των παθών μας. Θέλουμε να τρώμε και να ευχαριστιόμαστε, να αναπαυόμαστε, να χαλαρώνουμε, να τεμπελιάζουμε καμιά φορά (ή μήπως πάντα;), οπότε το άκουσμα του ονόματος της Σαρακοστής – περιόδου που μας βγάζει από την «άνεσή» μας – μας φέρνει σ’ ένα «πάγωμα» της καρδιάς μας!

Και καταλαβαίνουμε ότι μία τέτοια αίσθηση αποκαλύπτει την προτεραιότητα του εγωισμού, (=ουσίας της αμαρτίας), στη ζωή μας, που φανερώνεται με τη φιληδονία μας, τη φιλαργυρία μας, τις φιλόδοξες τάσεις μας. Δυστυχώς η σαρκολατρεία και η υπερηφάνεια είναι τα κυρίαρχα στοιχεία συχνά  στην ψυχή μας, γι’ αυτό και υπάρχει η συγκεκριμένη σε πολλούς αντίδραση. Μοιάζει με την αντίδραση του ασθενούς όταν πηγαίνει στον γιατρό, ο οποίος του αποκαλύπτει την αρρώστια του και τον θέτει σε μία συγκεκριμένη αγωγή. Αλλά η αγωγή, έστω κι αν υπάρχει «στρίμωγμα» είναι απαραίτητη, γιατί θέλουμε να ζήσουμε και μάλιστα με υγεία. Το ίδιο λοιπόν συμβαίνει και από πλευράς πνευματικής. Η Σαρακοστή, όπως και κάθε άλλη περίοδος νηστείας της Εκκλησίας,  λειτουργεί θεραπευτικά για την αρρώστια του εγωισμού μας. Οπότε, ναι! Φαίνεται ότι υπάρχει παραδοξότητα με τον προσδιορισμό της περιόδου ως χαρμόσυνης, αλλά δεν είναι αλήθεια. Διότι η πνευματικότητα της Σαρακοστής μας φέρνει στα σύγκαλά μας, μας δείχνει τον δρόμο της θεραπείας μας, την εύρεση της αληθινής ζωής μας ως εύρεση του ίδιου του Θεού μας. Ήδη από τον πρώτο νηστίσιμο περιορισμό με την εβδομάδα της Τυρινής ακούμε τα αντίστοιχα λόγια: «Φαιδρά προεόρτια της εγκρατείας, λαμπρά τα προοίμια νηστείας σήμερον. Διό συνδράμωμεν εν πεποιθήσει, αδελφοί, και προθυμία πολλή» (Όρθρ. Δευτ.Τυρινής).

Η δεύτερη παραδοξότητα είναι για τη λέξη «απαρχή» - «φαιδρώς απαρξώμεθα τον της νηστείας καιρόν». Κι ίσως τούτο είναι περισσότερο παράδοξο. Γιατί; Διότι μπορεί να σκεφτεί κανείς ότι για να κάνει ο πιστός τον πνευματικό του αγώνα πρέπει να έλθει η περίοδος της νηστείας ή τέλος πάντων κάποια συγκεκριμένη περίοδος στην Εκκλησία. Αλλά αυτό είναι αντίθετο προς ό,τι ο ίδιος ο Κύριος, ο αρχηγός της πίστεως, έχει καθορίσει. Για τον Κύριο η κάθε ημέρα, η κάθε ώρα,  η κάθε στιγμή, είναι «καιρός μετανοίας», διότι αφότου σαρκώθηκε και έγινε άνθρωπος εισήλθαμε στα λεγόμενα «έσχατα». Δηλαδή με τον ερχομό του Χριστού στον κόσμο δεν έχουμε να περιμένουμε κάτι άλλο για τη σωτηρία του ανθρώπου, την ένωσή του δηλαδή με τον Θεό, οπότε πρέπει να βρισκόμαστε στην απόλυτη «ένταση» (όσιος Σωφρόνιος), για να ζούμε τον Χριστό στην καθημερινότητά μας, προσβλέποντας την ώρα της Δευτέρας Του Παρουσίας. Ζούμε δηλαδή τις «παρατάσεις», για να μιλήσουμε με αθλητική ορολογία, γι’ αυτό και ο χρόνος θεωρείται ως η δωρεά της αγάπης του Θεού, που μας δίνει λίγο περισσότερο χρόνο. «Έδωκα χρόνον ίνα μετανοήση» ο άνθρωπος, ήδη ακούμε στην Αποκάλυψη του Ιωάννου. Ο Κύριος μιλούσε πάντοτε για την εγρήγορση και τη νήψη στην οποία πρέπει να βρισκόμαστε, διότι κανείς δεν ξέρει την ώρα του και πάλι ερχομού Του. «Γίνεσθε έτοιμοι ότι η ώρα ου δοκείτε ο Υιός του ανθρώπου έρχεται». Ότι έτσι ζούσε τα πράγματα απαρχής η Εκκλησία το λέει απερίφραστα μεταξύ των άλλων και ο απόστολος Πέτρος (Β΄ επ.), όταν σημειώνει ότι «δεν καθυστερεί την έλευσή Του ο Κύριος της δόξας, ο Χριστός, αλλά μακροθυμεί απέναντί μας, μη θέλοντας να χαθούν ορισμένοι, αλλά όλοι ει δυνατόν να προχωρήσουν σε μετάνοια».

Πώς λοιπόν να μη μιλάμε για παραδοξότητα της «απαρχής», όταν απαρχή θεωρείται η κάθε στιγμή της ζωής μας, με τον αγώνα να παραμένουμε πάντοτε αναμάρτητοι; Βεβαίως αμαρτάνουμε, αλλά γι’ αυτό σε κάθε στιγμή πτώσεώς μας «λόγω, έργω, διανοία» ακούγεται ο λόγος ο εκκλησιαστικός: «Οσάκις αν πέσης, έγειραι και σωθήση». Σε κάθε στιγμή καλούμαστε να κάνουμε αρχή. «Καταξίωσον Κύριε εν τη ημέρα, τη εσπέρα, τη νυκτί ταύτη αναμαρτήτους φυλαχθήναι ημάς». Οπότε, η μόνη εξήγηση για την απαρχή της μετανοίας στη Σαρακοστή και σε κάθε ιδιαίτερη περίοδο  είναι ότι η Εκκλησία μας έρχεται να μας υπενθυμίσει μ’ έναν ξεχωριστό τρόπο αυτό που πρέπει να κάνουμε συνεχώς. Σαν την εορτή των Χριστουγέννων για παράδειγμα: ενώ την ενανθρώπηση του Θεού τη ζούμε αδιάκοπα, γιατί είναι η βάση της Εκκλησίας, όμως λαμπρώς και πανηγυρικώς την εορτάζουμε τις ξεχωριστές ημέρες των Χριστουγέννων.

2. Το τροπάριο, στο τέλος του, μας βοηθάει θέτοντάς μας το όραμα που πρόκειται ενώπιόν μας: Είναι το πάνσεπτο Πάθος του Κυρίου Ιησού Χριστού και η προσμονή της Αναστάσεώς Του. Όπως ένας αθλητής είναι έτοιμος να ξεκινήσει τον αγώνα προσβλέποντας στο στεφάνι της νίκης, έτσι κι εμείς: ο αγώνας δεν γίνεται για τον αγώνα, αλλά για να φθάσουμε κάπου. Και το κάπου είναι ό,τι πιο μεγαλειώδες μπορεί να υπάρχει: η όραση του Πάθους και της Αναστάσεως. Όραση ασφαλώς όχι ως απλώς μία εξωτερική θέα που μας κρατάει αμέτοχους, αλλά όραση ως συμμετοχή, ως εμπειρία του Σταυρού και της Αναστάσεως – συσταύρωση με τον Χριστό και ανάσταση μαζί Του. (Ορώ τον Χριστό γιατί βρίσκομαι μέσα στο φως Του – η εμπειρία του θαβωρίου φωτός, όπως κυρίως την ανέπτυξαν ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, ο άγιος Συμεών ο νέος θεολόγος κ.ά.π.). Η προοπτική αυτή φωτίζει και νοηματοδοτεί τον όποιο αγώνα και την όποια προσπάθεια.

Μα είναι δυνατόν να γίνω μέτοχος του Χριστού και Θεού; Δεν σημαίνει τούτο ότι γίνομαι και εγώ Θεός; Είναι το μεγαλείο να είμαστε χριστιανοί ως μέλη Χριστού και του σώματός Του της Εκκλησίας. Αυτό είναι η κλήση μας και γι’  αυτό βαπτιζόμαστε, χριζόμαστε, κοινωνάμε το σώμα και το αίμα Του. «Εγώ το αμπέλι και εσείς τα κλήματα» είπε ο Χριστός. Μας έδωσε τη χάρη να είμαστε οντολογικά ενωμένοι μαζί Του, ώστε να ζούμε μέσα Του κι Εκείνος μέσα μας. Θα πει για παράδειγμα ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης: ο Χριστός μακάρισε όχι εκείνον που έμαθε κάτι για τον Θεό, αλλά που απέκτησε τον Θεό μέσα στην ύπαρξή του - «το εν εαυτώ σχειν τον Θεόν». Οπότε, ο άγιος υμνογράφος μας υπενθυμίζει εδώ το όραμά μας, που συνιστά ταυτοχρόνως τη μυστική διαρκή πραγματικότητα της ζωής μας. Ό,τι δηλαδή είμαστε αυτό και να ζούμε, να γινόμαστε αυτό που είμαστε. Με άλλα λόγια, η Σαρακοστή με την πρόκλησή της να ζούμε με τη μεγαλύτερη δυνατή ένταση τον πνευματικό αγώνα μάς βοηθάει στο να αποκαλυφθεί αισθητά και ενεργά η δωρεά του αγίου βαπτίσματός μας.

Για το όραμα αυτό της Σαρακοστής ως μετοχή στο φως του Πάθους και της Αναστάσεως του Χριστού λέει το εξής ο μεγάλος όσιος Σωφρόνιος ο Αθωνίτης, του Έσσεξ: «Πῶς πρέπει νά περάσουμε τήν περίοδο τῶν Νηστειῶν; Σᾶς μίλησα ἤδη γιά τή μέθοδό μου, τήν ὁποία σᾶς συνιστῶ νά ἀφομοιώσετε. Ἡ μέθοδος αὐτή εἶναι ἡ ἀκόλουθη: νά δοῦμε τόν τελικό μας σκοπό καί νά βαδίσουμε πρός αὐτόν ἀρχίζοντας ἀπό τό ἀλφάβητο. Ὅσον ἀφορᾶ τή Μεγάλη Τεσσαρακοστή, πρέπει νά θέσουμε στόν ἑαυτό μας τήν ἴδια ἀκριβῶς ἀρχή, ἀλλά σέ μικρότερες διαστάσεις. Πρέπει νά ἐννοήσουμε ὅτι μᾶς προτείνονται πενήντα ἡμέρες νηστείας ὡς προετοιμασία γιά τήν ὑποδοχή τῆς ἐκ νεκρῶν ἀναστάσεως. Καί ἐμεῖς θά οἰκοδομήσουμε ἔτσι τή θεωρία μας: Τώρα ἀρχίζει ὁ πνευματικός μας ἀγώνας…Ἄν μπροστά μας ὑψώνεται τέτοιος σκοπός, θά δεχθοῦμε τή Μεγάλη Τεσσαρακοστή ὡς ἁγία περίοδο στή ζωή ὅλου τοῦ χρόνου («Οἰκοδομώντας τόν Ναό τοῦ Θεοῦ..., τόμ. Β΄, σελ. 220-222»).

3.  Η προσμονή της μετοχής στο άκτιστο φως του Πάθους και της Αναστάσεως του Χριστού δεν γίνεται χωρίς προϋποθέσεις. Τι μας λέει ο άγιος υμνογράφος; Να ρίξουμε τον εαυτό μας στους πνευματικούς αγώνες. Διότι πρέπει να «συγγενέψουμε» με τον Χριστό για να μας φανερωθεί και να «αναπαυθεί» στην ψυχή και το σώμα μας. Και οι πνευματικοί αγώνες αναφέρονται γι’ αυτό και στα δύο μέρη του ανθρώπου: την ψυχή και το σώμα του. «Ας αγνίσουμε την ψυχή, ας καθαρίσουμε τη σάρκα, ας νηστεύσουμε, όπως κάνουμε για τα φαγητά, από κάθε πάθος, έχοντας ως τρυφή μας τις πνευματικές αρετές». Στην πραγματικότητα όλος ο πνευματικός αγώνας γίνεται μέσω της τηρήσεως των εντολών του Χριστού. Δεν υπάρχει τίποτε ανώτερο από αυτές. Διότι μέσα στις εντολές Του φανερώνεται ο Ίδιος ο Χριστός, αφού η τήρησή τους αποτελεί τη μεγαλύτερη απόδειξη αγάπης προς Αυτόν. «Εάν αγαπάτε με, τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε» (ο Κύριος).

Οπότε κρατάει αγνή κάποιος την ψυχή του, (κατά την εντολή «αγνίζετε εαυτούς, καθώς Εκείνος αγνός εστι»), όταν αγωνίζεται να βρίσκεται εκεί που τον παραπέμπουν οι εντολές του Χριστού, δηλαδή στην πίστη σ’ Αυτόν και την αγάπη στον συνάνθρωπο. «Αύτη εστίν η εντολή Αυτού, ίνα πιστεύσωμεν τω ονόματι του Υιού Αυτού και αγαπώμεν αλλήλους». Πίστη στον Χριστό, αγάπη στον συνάνθρωπο. Είναι η κεντρική και πρώτη εργασία του ανθρώπου. «Εργάζεσθε μη την βρώσιν την απολλυμένην, αλλά την βρώσιν την μένουσαν εις ζωήν αιώνιον… Τούτο εστί το έργον του Θεού, ίνα πιστεύσητε εις Ον απέστειλεν Εκείνος». Και δεν μπορεί κανείς να ξεχωρίσει τα δύο αυτά, την πίστη και την αγάπη, γιατί το ένα αποκαλύπτει την ύπαρξη του άλλου. «Πίστις δι’ αγάπης ενεργουμένη». Μεμονωμένη προσέγγιση της πίστης χωρίς την αγάπη κάνει τον άνθρωπο όμοιο και με τον… διάβολο! Διότι «και τα δαιμόνια πιστεύουσι και φρίττουσι». Όταν ο άνθρωπος βρίσκεται πάνω στην εργασία αυτή, απεμπλέκεται κατ’ ανάγκην από οτιδήποτε βρόμικο μπορεί να υπάρχει ή πάει να αναπτυχθεί μέσα του. «Λαξεύεται η καρδιά του ανθρώπου» με τον λόγο του Χριστού που παραμένει μέσα του.

Κι αυτή η εργασία απαιτεί και τον αγώνα της νηστείας: «ας καθαρίσουμε τη σάρκα». Όχι το σώμα, αλλά το σώμα που διακατέχεται από το αμαρτωλό φρόνημα, το οποίο είναι ενάντιο προς το φρόνημα του Χριστού και κάνει το σώμα να άγεται και να φέρεται από τα ψεκτά πάθη του. «Η σαρξ επιθυμεί κατά του Πνεύματος και το Πνεύμα κατά της σαρκός». Η νηστεία λοιπόν ως εγκράτεια είναι το πρώτο εργαλείο για να μπορεί ο άνθρωπος να υποτάξει τις άτακτες ορμές του σώματός του (που αναπτύχθηκαν μετά την πτώση στην αμαρτία), ώστε να μπορεί το σώμα να υποτάσσεται στην ψυχή την καθαρισμένη από τις εντολές του Χριστού. Γι’ αυτό και το εξισώνει ο υμνογράφος: «να νηστέψουμε από τα φαγητά (νηστεία σωματική), να νηστέψουμε από κάθε πάθος (νηστεία ψυχική)». Δηλαδή η νηστεία, (την οποία έκανε και ο ίδιος ο Κύριος χωρίς να τη χρειάζεται), γίνεται για να μπορεί ο άνθρωπος να ζει το θέλημα του Θεού με άνεση, να αγαπά σωστά τον Θεό και να αγαπά τον συνάνθρωπό του. («Ταύτην την εντολήν ελάβομεν παρ’ Αυτού, ίνα ο αγαπών τον Θεόν αγαπά και τον αδελφόν αυτού»).

Γι’ αυτό και βλέπουμε την έγνοια πάντοτε των αγίων Πατέρων για το νόημα αυτό της νηστείας. Σαν του αγίου Βασιλείου το κείμενο που έγινε ύμνος και της περιόδου αυτής: «Νηστεύσωμεν νηστείαν δεκτήν, ευάρεστον τω Κυρίω. Αληθής νηστεία, η τών κακών αλλοτρίωσις, εγκράτεια γλώσσης, θυμού αποχή, επιθυμιών χωρισμός, καταλαλιάς, ψεύδους, καί επιορκίας. Η τούτων ένδεια, νηστεία εστίν, αληθής καί ευπρόσδεκτος».

4. Ποια τα σημάδια ότι γίνεται σωστά ο πνευματικός αγώνας; Πρώτον: η τρυφή από τις πνευματικές αρετές. Ο άνθρωπος που στρέφεται εν μετανοία στον Θεό, άρα καρποφορώντας τις αρετές ως φανέρωση του Αγίου Πνεύματος, αρχίζει και χαίρεται στην καρδιά του. Η έλλειψη της χαράς είναι σημάδι ότι κάτι δεν πηγαίνει καλά στον πνευματικό αγώνα. Και χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή, γιατί χαρακτηριζόμαστε συχνά οι χριστιανοί από μία μεγάλη μιζέρια. Όλοι και όλα μας φταίνε. Η γκρίνια καθορίζει την πορεία της ζωής μας. Κι έρχεται ο υμνογράφος, εκφράζοντας τη συνολική πατερική διδασκαλία και εμπειρία, για να μας πει ακριβώς τούτο: όχι απλώς χαρά, αλλά «τρυφή». Μία «ασωτία» θα έλεγε κανείς πάνω στις αρετές που φέρνει στην ύπαρξή μας η χάρη του Θεού. Μπορεί στην αρχή να «στυγνάζουμε», να δυσανασχετούμε, αλλά πολύ σύντομα η (εξωτερική) θλίψη μεταβάλλεται σε χαρά. Γιατί χαρά είναι ο Χριστός. «Χαίρετε» ήταν πάντοτε η προτροπή Του. «Την χαράν την εμήν ουδείς αίρει αφ’ υμών» υποχέθηκε. Και οι απόστολοι αυτό κήρυσσαν: «Πάντοτε χαίρετε».

Δεύτερον, ο πόθος. Να παραμένει κανείς στον πνευματικό αγώνα, δηλαδή στην τήρηση των εντολών του Χριστού, με πόθο, με έρωτα ψυχής. Όχι να σερνόμαστε, δείγμα ότι κυριαρχεί μέσα μας ο εγωισμός, αλλά να τρέχουμε, όπως το λέει ο απόστολος Παύλος: «δι’ υπομονής τρέχομεν τον προκείμενον ημίν αγώνα, αφορώντες εις τον της πίστεως αρχηγόν και τελειωτήν Ιησούν». Διότι πράγματι ο Κύριος κρύβεται, κατά τον λόγο του Ίδιου και την εμπειρία των αγίων Του, μέσα στις εντολές Του. Οπότε, αγωνιζόμενοι στην τήρηση των εντολών, στην πραγματικότητα φανερώνουμε την ποιότητα και την ποσότητα της αγάπης μας προς Εκείνον.  

Γ. Ο πνευματικός αγώνας είπαμε διεξάγεται αδιάκοπα από τον χριστιανό. Ό,τι μας προβάλλει η Εκκλησία την περίοδο της Σαρακοστής, καλούμαστε στην πραγματικότητα να το ζούμε την κάθε στιγμή της ζωής μας. Ο άγιος Παΐσιος έλεγε: «όλη η ζωή μου είναι μία Σαρακοστή», οπότε διαλείμματα στα πνευματικά δεν υπάρχουν. Μόλις πάει κανείς να «ξεκουραστεί» και να χαλαρώσει, ήδη έχει αρχίσει η κατρακύλα του. Το λέει απόλυτα ο Κύριος: «ο μη ων μετ’ εμού κατ’ εμού εστι» - δεν προχωρούμε συνεχώς μαζί Του υπακούοντας στις εντολές Του; Γινόμαστε αντίχριστοι! Ακριβώς γι’ αυτό, επειδή δεν έχει τέλος η πνευματική ζωή, αλλά βιώνεται ως διαρκής επέκταση, η παρουσία του φωτός της Αναστάσεως είναι παρούσα και την κάθε στιγμή της ζωής μας.

ΕΦΤΑΣΕ Η ΝΗΣΤΕΙΑ! (Καθαρά Δευτέρα)

«Ελήλυθεν η Νηστεία η μήτηρ της σωφροσύνης, η κατήγορος της αμαρτίας και συνήγορος της μετανοίας, η πολιτεία των Αγγέλων και σωτηρία των ανθρώπων. Οι πιστοί ανακράξωμεν∙ ο Θεός, ελέησον ημάς» (απόστιχα αίνων Καθαράς Δευτέρας, ιδιόμελον, ήχος πλ. α΄).

(Έφτασε η νηστεία, η μητέρα της σωφροσύνης, η κατήγορος της αμαρτίας και συνήγορος της μετανοίας, ο τρόπος ζωής των αγγέλων κι αυτή που οδηγεί στη σωτηρία τους ανθρώπους. Οι πιστοί ας φωνάξουμε δυνατά: ο Θεός ελέησον ημάς).

Η Εκκλησία μας, από την πρώτη ημέρα της Μεγάλης Σαρακοστής, επιμένει να μας καθοδηγεί πάνω σ’  αυτό που σφραγίζει την περίοδο αυτή: τη νηστεία. Και το πρώτο που τονίζει, προκειμένου να νιώσει κανείς τα ευεργετικά πνευματικά και αιώνια αποτελέσματά της, είναι ο συνδυασμός της νηστείας με την προσευχή. «Έφτασε η νηστεία», λέει, οπότε «ας φωνάξουμε στον Θεό μας να μας ελεήσει». Είναι ο συνδυασμός που υποτάσσει και θηρία, κατά τον λόγο των αγίων αββάδων της ερήμου, διότι η νηστεία ως εγκράτεια και περιορισμός των ατάκτων ορμών του σώματος αλλά και της ψυχής, διευκολύνει ιδιαιτέρως τη στροφή προς τον Θεό -  απεμπλέκει τον άνθρωπο από τα γοητευτικά δεσμά της ύλης – συνεπώς κάνει τον άνθρωπο να στέκει στο σημείο της βασιλικής εξουσίας που ο Θεός απαρχής της Δημιουργίας τού έδωσε: να άρχει πάνω σε όλα τα στοιχεία της φύσης. Να άρχει και να εξουσιάζει εννοείται χαρισματικά, που σημαίνει με αγάπη και σεβασμό προς την αδελφή του λοιπή Δημιουργία.

Είναι ευνόητο βεβαίως ότι ο υμνογράφος μιλάει πρώτον για την αληθινή διάσταση της νηστείας ως μέσου πνευματικού και όχι ως μέσου... αδυνατίσματος! – ό,τι θα επισημάνει σε άλλο σημείο: «αληθής νηστεία η των κακών αλλοτρίωσις, εγκράτεια γλώσσης, θυμού αποχή, επιθυμιών χωρισμός, καταλαλιάς, ψεύδους και επιορκίας» - και δεύτερον για την αληθινή και γνήσια προσευχή, τύπος της οποίας είναι η τελωνική κραυγή: «ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Με τους όρους αυτούς αναδύεται όντως το μεγαλείο της νηστείας της Σαρακοστής με όλα τα θαυμαστά αποτελέσματά της:

- Είναι αυτή που ισορροπεί πνευματικά τον άνθρωπο, γιατί του δίνει τη δύναμη να ελέγχει τις φιλήδονες τάσεις του.

- Είναι αυτή που τον απομακρύνει από την αμαρτία, γιατί του δημιουργεί τις συνθήκες να υπερβαίνει τον εγωισμό του, συνεπώς να ζει την αγάπη ως άνοιγμα προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο.

- Είναι αυτή που ωθεί στη μετάνοια, τον μονόδρομο κατά τον Κύριο που εκβάλλει στη Βασιλεία του Θεού: «μετανοείτε, ήγγικε γαρ η Βασιλεία των Ουρανών».

- Είναι αυτή πού κάνει τους πιστούς να είναι άγγελοι ήδη από τούτη τη ζωή, ανοίγοντας έτσι τα μάτια μας στην εσχατολογική διάστασή της: ο Κύριος είπε ότι στον μέλλοντα αιώνα οι άνθρωποι «ισάγγελοί εισι».

- Είναι μ’ ένα λόγο αυτή που φέρνει τον άνθρωπο σε ζωντανή σχέση με τον Θεό, αυτό που ονομάζουμε σωτηρία του ανθρώπου.

Ας σκεφτούμε: αν κατήγορός μας ενώπιον του Θεού παραμένει πάντοτε ο πονηρός διάβολος, του οποίου η χαρά κατά τη Γραφή είναι «να σκοτώνει τους ανθρώπους»: «ανθρωποκτόνος» χαρακτηρίζεται απαρχής, συνήγορός μας κατά τον θεόπνευστο ύμνο είναι η νηστεία. Για τον απλούστατο λόγο ότι όπως είπαμε αποκαλύπτει, εφόσον είναι αληθινή, δηλαδή σωστά εκκλησιαστική, το πού τελικώς είναι στραμμένη η καρδιά μας, συνεπώς ποιος στο βάθος είναι ο (πραγματικός) Θεός μας. Και ναι! Ή φανερώνουμε με την περιφρόνησή της - δεν μιλάμε για εκείνους που για λόγους υγείας ή ανωτέρους της θέλησής τους  δεν επιτρέπεται να νηστεύσουν – ότι ο κόσμος αυτός αποκλειστικά είναι η αγάπη μας, ή αγωνιζόμενοι διακριτικά στον δρόμο της φανερώνουμε ότι ως αγάπη μας πρώτη θέτουμε Κύριο τον Θεό μας.

Νηστεία: το φίλτρο που δείχνει ότι οι πνευματικοί μας οφθαλμοί είναι εστιασμένοι στον Χριστό!

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΣΜΥΡΝΗΣ

«Ο άγιος Πολύκαρπος μαθήτευσε στον Θεολόγο και Ευαγγελιστή Ιωάννη μαζί με τον άγιο Ιγνάτιο τον Θεοφόρο. Μετά τον Βουκόλο, τον αγιότατο επίσκοπο Σμύρνης, χειροτονήθηκε από τους επισκόπους, αφού είχε προφητεύσει την είσοδό του στην ιερωσύνη ο μακάριος Βουκόλος. Συνελήφθη κατά τον διωγμό του Δεκίου και οδηγήθηκε στον ανθύπατο. Έκανε τον μαρτυρικό αγώνα του μέσα από τη φωτιά και έγινε δημιουργός εξαίσιων θαυμάτων. Διότι και προ της ιερωσύνης του γέμισε με την προσευχή του τις αποθήκες σίτου της γυναίκας που τον έθρεψε, τις οποίες προηγουμένως είχε αδειάσει για να καλύψει τις ανάγκες των πτωχών. Κι ακόμη σταμάτησε την ορμή μιας πυρκαϊάς, μετά την ανάρρησή του στην ιερωσύνη, όπως και με την ικεσία του προς τον Κύριο κατέβασε βροχή στην ξεραμένη γη και πάλι τη σταμάτησε, όταν έβρεχε διαρκώς. Τελείται δε η σύναξή του στην αγιότατη μεγάλη Εκκλησία».

Η χριστοκεντρικότητα της ζωής του αγίου Πολυκάρπου είναι το κύριο στοιχείο που θίγει η υμνολογία της εορτής του. Αξιοποιώντας ο υμνογράφος[1] το ίδιο το όνομά του: Πολύκαρπος, βλέπει τον άγιο ως  το πολύκαρπο στάχυ, που βλάστησε από τον σπόρο που φύτευσε στη γη ο Χριστός, όπως και ως το πολύκαρπο κλήμα που προεκτείνει την άμπελο Χριστό. Ήδη από τα πρώτα στιχηρά του εσπερινού ακούμε: «Όταν ο καρπός της Παρθένου και πηγή ζωής σπόρος έπεσε στη γη, τότε βλάστησε σένα ως πολύκαρπο στάχυ»[2] «Όταν υψώθηκε πάνω στο ξύλο του Σταυρού η αληθινή άμπελος που κρεμάστηκε, τότε άπλωσε εσένα ως κατάκαρπο κλήμα, που κόπηκε από το δρεπάνι του σεπτού μαρτυρίου»[3]. Ο υμνογράφος με άλλα λόγια κατανοεί τον άγιο Πολύκαρπο όχι ως ένα ήρωα απλώς της πίστεως, αλλά ως προέκταση της ζωής και της σταυρώσεως του Κυρίου, ως τίμιο μέλος του αγίου σώματός Του, ως ένα με Εκείνον, συνεπώς στο πρόσωπο του αγίου Πολυκάρπου βλέπει τον ίδιο τον Κύριο.

Γι’ αυτό και επιμένει στην πραγματικότητα αυτή και με άλλες εικόνες. Στην α΄ ωδή για παράδειγμα παρουσιάζει τον άγιο ως μία στήλη που έχει γραμμένο πάνω της όχι με μελάνι, αλλά με το Πνεύμα του Θεού, το Ευαγγέλιο της θείας χάρης. Ο άγιος Πολύκαρπος είναι ένα ζωντανό ευαγγέλιο: και μόνο βλέποντάς τον είναι σα να βλέπει κανείς τη ζωή του Χριστού[4]. Η επισήμανση εν προκειμένω του αγίου Θεοφάνη του υμνογράφου, ότι με το Πνεύμα του Θεού είναι γραμμένο στον άγιο το ευαγγέλιο, ότι δηλαδή με το Πνεύμα του Θεού φανερώνει τον Χριστό, είναι εξόχως σημαντική. Διότι μας θυμίζει ότι κανείς δεν γνωρίζει και δεν συνδέεται με τον Χριστό ερήμην του αγίου Πνεύματος, συνεπώς εκτός της Εκκλησίας. Μόνον ο εν τη Εκκλησία ζων και ενεργούμενος από το Πνεύμα το Άγιον μπορεί να είναι και με τον Χριστό. «Ουδείς δύναται ειπείν Κύριον Ιησούν ει μη εν Πνεύματι Αγίω» κατά τον λόγο και του αποστόλου Παύλου[5].

Ο άγιος Θεοφάνης  δεν παύει να τονίζει -  εκτός βεβαίως της μαθητείας του Πολυκάρπου στον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο, από τον οποίο, λέγει, ότι δέχτηκε και τα ρείθρα της ζωής σαν από χείμαρρο: «Δέχτηκες το ρείθρο της ζωής σαν από χείμαρρο τρυφής, όσιε, γιατί μαθήτευσες στον αγαπημένο μαθητή που άντλησε από τον Χριστό την άβυσσο της σοφίας»[6] (ωδή ε΄) – και το μαρτύριο αίματος του αγίου. Δεν πρέπει μάλιστα να ξεχνάμε ότι το μαρτύριο του αγίου Πολυκάρπου καταγράφηκε απαρχής σ’ ένα μικρό κείμενο[7], λίγο μετά την αποτομή της κεφαλής του, από ένα Σμυρναίο χριστιανό, ονόματι Μαρκίωνα, και επέδρασε καταλυτικά στη μετέπειτα Παράδοση της Εκκλησίας ως προς την κατανόηση γενικώς του μαρτυρίου και της θεολογίας αυτού. Το μαρτύριο λοιπόν του αγίου τονίζεται επαρκώς από τον άγιο υμνογράφο. Δίνει όμως και τις βαθύτερες διαστάσεις του: ο άγιος Πολύκαρπος μαρτύρησε βεβαίως, αλλά προ του μαρτυρίου του ήδη μαρτυρούσε ως προς τη συνείδησή του, δηλαδή τηρώντας τις εντολές του Κυρίου. Που σημαίνει: κανείς δεν φτάνει στο σημείο ολοκληρωτικής θυσίας, χωρίς να είναι έτοιμος εσωτερικά γι’ αυτό.  «Πρόσφερες ολόκληρο τον εαυτό σου στον Χριστό, σαν ζωντανή θυσία, με την άσκηση του μαρτυρίου σου, παμμακάριε, αφού προηγουμένως προαθλήθηκες στο μαρτύριο της συνειδήσεως»[8] (ωδή γ΄). Κι ακόμη: Πριν ριχτεί στη φωτιά για να καεί, έκαιγε μέσα του η φλόγα της δόξας του αγίου Πνεύματος. Συνεπώς η αισθητή φωτιά ολοκλήρωσε την τελείωσή του που ήδη βρισκόταν σε εξελικτική πορεία διά του Πνεύματος του Θεού. «Με λαμπρό τον νου από τη δόξα του αγίου Πνεύματος, όσιε, σαν να φλεγόσουν, για να το πούμε συμβολικά, από τη φωτιά Εκείνου, μυήθηκες σαφώς στην τελείωσή σου, θεόφρον, μέσα από την αισθητή φωτιά»[9] (ωδή ε΄).

Δεν παραξενευόμαστε λοιπόν που η υμνολογία μας αφενός στέκεται με σεβασμό απέναντι στο παράδοξο: να βλέπει σε βαθύ γήρας νεανική ανδρεία και υψηλό φρόνημα («Επέδειξες νεανική ανδρεία σε βαθύτατο γήρας, με τη δύναμη του Σταυρού, και ανάστησες το φρόνημά σου για τους θείους αγώνες»[10]) (ωδή η΄), δείγμα ότι τα νειάτα δεν βρίσκονται πρωτίστως στην ηλικία αλλά στην καρδιά, αφετέρου τον παραλληλίζει με τους αγίους τρείς παίδας εν τη καμίνω και τον χαρακτηρίζει «αγγέλων ισοστάσιον και αποστόλων σύσκηνον» (εξαποστειλάριον). «Με στέρεο λογισμό μπήκες μέσα στην καιόμενη φλόγα, ένδοξε, όπως οι τρεις παίδες που δρόσισαν το καμίνι με την άυλη φωτιά»[11] (ωδή ζ΄).


[1] Ο άγιος Θεοφάνης ο Γραπτός (778-845) υπήρξε ίσως ο πολυγραφότερος, μαζί με τον Ιωσήφ τον υμνογράφο, ποιητής κανόνων της ορθόδοξης Εκκλησίας.

[2] «Ότε της Παρθένου ο καρπός και ζωαρχικώτατος σπόρος εις γην ενέπεσε, τότε σε πολύκαρπον στάχυν εβλάστησε».

[3] «Ότε επί ξύλου τουο Σταυρού, η αληθινή κρεμασθείσα υψώθη άμπελος, τότε σε κατάκαρπον κλήμα εξέτεινε, τη δρεπάνη τεμνόμενον σεπτού μαρτυρίου».

[4] «Νόμου καινού στηλογραφία συ γέγονας, εγγεγραμμένον έχουσα, Πάτερ, ου μέλανι, αλλά Πνεύματι θείω, της χάριτος της θείας το Ευαγγέλιον».

[5] Α΄Κορ. 12,3.

[6] «Ρείθρον εδέξω ζωής, ως εκ χειμάρρου της τρυφής, όσιε, τω μαθητή τω ηγαπημένω μεμαθητευμένος, τω αρυσαμένω σοφίας την άβυσσον».

[7] «Μαρτύριον του αγίου Πολυκάρπου» (κείμενο και μετάφραση), στο: Βασ. Μουστάκη, Οι Αποστολικοί Πατέρες, εκδ. ΑΣΤΗΡ, Αθήναι 1953, σελ. 232-249. Για τη θεολογική αποτίμηση του κειμένου, βλ.: Στυλ. Γ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία, τόμ. Α΄, Αθήνα 1977, σελ. 223-227. Όπως σημειώνει ο μακαριστός καθηγητής «σπάνια τόσο μικρό κείμενο απέκτησε τόσο μεγάλη σημασία στη ζωή της Εκκλησίας. Το Μαρτύριο του Πολυκάρπου, που ίσως να μην είναι το αρχαιότερο, έγινε κυριολεκτικά το θεμέλιο της μαρτυριολογίας και ίσχυσε πράγματι σαν πρόγραμμα στη ζωή της Εκκλησίας, όσον αφορά τους μάρτυρες και την τιμή τους».

[8] «Ολόκληρον σαυτόν Χριστώ προσήγαγες ως ζώσαν θυσίαν τω μαρτυρίω, συνειδήσεως μαρτύριον  προαθλήσας, παμμάκαρ, δι’ ασκήσεως».

[9] «Αίγλη του Πνεύματος συ καταλαμπόμενος τον νουν,  όσιε, συμβολικώς, πυρί φλεγομένω, σαφώς εμυήθης την διά πυρός σου, θεόφρον, τελείωσιν».

[10] «Νεανικήν εν πολιά βαθυτάτη την ανδρείαν επεδείξω, του Σταυρού τη δυνάμει, διαναστήσας σαυτού  προς θείας αγώνας το φρόνημα».

[11] «Στερρώ λογισμώ καιομένης της φλογός επέβης, ένδοξε, ως οι τρεις παίδες οι την κάμινον πυρί αϋλω δροσίσαντες».

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ

«᾽Εάν μή ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τά παραπτώματα αὐτών, οὐδέ ὁ πατήρ ὑμῶν ἀφήσει τά παραπτώματα ὑμῶν» (Ματθ. 6, 15)

Στο τελευταίο σκαλοπάτι για την είσοδό μας στην Μεγάλη Σαρακοστή η Εκκλησία μας έρχεται διά του ευαγγελικού αναγνώσματος – τμήματος της επί του Όρους ομιλίας του Κυρίου από το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο – να επιτείνει ό,τι ετόνισε στις προηγούμενες εισαγωγικές Κυριακές του Τριωδίου: ότι δεν είναι δυνατόν να πορευτούμε την ευλογημένη αυτήν περίοδο, που εκβάλλει στον Σταυρό και την Ανάσταση του Κυρίου, ότι δεν μπορούμε να έχουμε δηλαδή πραγματική σχέση με τον Θεό μας, αν δεν πετάξουμε από πάνω μας τις «μάσκες» της υποκρισίας και δεν σταθούμε έναντι Αυτού με το αυθεντικό πρόσωπό μας, αυτό που δημιουργεί η αληθινή μετάνοια: χωρίς τις επακαλύψεις της μνησικακίας, με αληθινή νηστεία που γίνεται για εμάς τους ίδιους, με συναίσθηση ότι το κέντρο βάρους της ζωής μας, ο αληθινός θησαυρός μας, βρίσκεται όχι στα ασφυκτικά πλαίσια του κόσμου τούτου του παρερχομένου, αλλά στη Βασιλεία του Θεού. Κι αυτό σημαίνει ότι η Μεγάλη Σαρακοστή λειτουργεί ως τύπος όλης της ζωής μας, αφού ο καθημερινός αγώνας του χριστιανού είναι πώς να διατηρηθεί ακέραιο το αυθεντικό του πρόσωπο, εκείνο που βγήκε από την αγία κολυμβήθρα της Εκκλησίας μας ως μέλος Χριστού. Ο Κύριος λοιπόν τονίζει: κανείς δεν μπορεί να είναι με τον Θεό και να διατηρεί το δώρο της χάρης Του, χωρίς  πρώτα από όλα να δίνει αδιάκοπα τη συγγνώμη του στον συνάνθρωπό του. Κατά τη διατύπωση του Ίδιου: «᾽Εάν μή ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τά παραπτώματα αὐτῶν, οὐδέ ὁ πατήρ ὑμῶν ἀφήσει τά παραπτώματα ὑμῶν».

1. Κι είναι αλήθεια ότι η επισήμανση του Κυρίου είναι καίριας και αποφασιστικής σημασίας, δεδομένου ότι η μνησικακία, ως μνήμη της κακίας των άλλων και αδυναμία συνεπώς προσφοράς της συγγνώμης μας για τα τυχόν παραπτώματά τους απέναντί μας, αποτελεί ένα από τα βασικά και μόνιμα σχεδόν προβλήματα στις σχέσεις μας με αυτούς. Λόγοι προσβλητικοί, κακές συμπεριφορές, στάσεις αδιαφορίας του άμεσου ή ευρύτερου περίγυρού μας, έρχονται πολλές φορές να προκαλέσουν τον υπάρχοντα εγωισμό μας, ο οποίος απαιτεί την αποδοχή και τον έπαινο, ίσως μάλιστα και την κυριαρχία επί των άλλων, ακυρώνοντας έτσι τη μοναδική και αποκλειστική σχεδόν προϋπόθεση παρουσίας του Θεού στη ζωή μας: την αγάπη. Με άλλα λόγια η μνησικακία αποτελεί το μεγαλύτερο φράγμα για να παραμένουμε εν τω Θεώ, αφού «ο Θεός αγάπη εστί», ενώ αποκαλύπτει περίτρανα τον εγωισμό που έχει θρονιαστεί ως βασιλιάς στην καρδιά μας, συνεπώς και την κατίσχυση της αμαρτίας πάνω μας.

2. Ο Κύριος λοιπόν είναι σαφής: αν δεν αποτινάξουμε από την καρδιά μας, δηλαδή από τον βαθύτερο εαυτό μας, την όποια μνησικακία μας, αν δεν αγωνιζόμαστε να είμαστε ανεξίκακοι με αγάπη μέσα μας, πρόσωπο Θεού δεν πρόκειται να δούμε, ούτε εν τω νυν ούτε εν τω μέλλοντι αιώνι. Κι από την άποψη αυτή καταλαβαίνουμε ότι ο αγώνας αυτός δεν είναι μία απομείωσή μας,  αλλά ο κατεξοχήν εμπλουτισμός μας - διώχνουμε αυτό που συνιστά δηλητήριο της ψυχής μας και ενέργεια δαιμονική και κρατάμε και αυξάνουμε τη χάρη του Θεού. Την αλήθεια αυτή ο Κύριος δεν την κήρυξε μόνον με τα παραπάνω λόγια, με θετική και αρνητική διατύπωση, που και μόνον αυτά ήταν βεβαίως υπεραρκετά για τη συνειδητοποίηση της φοβερής σημασίας της ανεξικακίας, αλλά και με τα λόγια της προσευχής που μας έμαθε να λέμε, στην Κυριακή λεγόμενη προσευχή, στο γνωστό «Πάτερ ημών»: «και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών»: συγχώρησε τις αμαρτίες μας, όπως και εμείς συγχωρούμε τις αμαρτίες των άλλων. Η συγγνώμη του Θεού προς εμάς έχει ως μοναδική προϋπόθεση τη συγγνώμη τη δική μας προς τους συνανθρώπους μας. Ο Κύριος δηλαδή «έδεσε» τη σωτηρία μας με την καλή σχέση μας προς τους άλλους. Αυτό που τόνισε το ευαγγέλιο της κρίσεως της προηγουμένης Κυριακής, έρχεται σήμερα να τονιστεί και με έναν άλλον τρόπο.

3. Εκεί όμως που ο Κύριος έδωσε το συγκλονιστικότερο «μάθημα» της ανεξικακίας ήταν με την ίδια τη ζωή Του, όταν βρισκόταν μάλιστα πάνω στον Σταυρό. Ο Σταυρός Του, που περικλείει όλη την τελειότητα (όσιος Μάρκος ο ασκητής),  ήταν η αποκάλυψη της άπειρης αγάπης Του και της ανεξικακίας Του, απέναντι μάλιστα σε μία ανθρωπότητα, η οποία τόσο είχε εκτροχιαστεί, ώστε θέλησε να σκοτώσει τον ίδιο τον Δημιουργό και Ευεργέτη της. «Πάτερ, άφες αυτοίς˙ ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» είναι τα λόγια προσευχής Του υπέρ των σταυρωτών Του. Και το παράδειγμα αυτό συγγνώμης και ανεξικακίας συνέχισαν, με τη βοήθεια και τη χάρη βεβαίως του Ίδιου, και οι απόστολοι και οι μάρτυρες και οι λοιποί άγιοι της Εκκλησίας. Ο άγιος Στέφανος για παράδειγμα: τι άλλο κάνει όταν την ώρα που λιθοβολείται από τους εξαγριωμένους Ιουδαίους επαναλαμβάνει, απλώς παραλλαγμένα, τα ίδια λόγια του Κυρίου; «Κύριε, μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην»; Το ίδιο και ο νεώτερος άγιος, για να μνημονεύσουμε και έναν ακόμη, Διονύσιος Αιγίνης: κρύβει και καλύπτει από το απόσπασμα που τον κυνηγά, τον φονιά του αδελφού του και στη συνέχεια τον φυγαδεύει.

Έτσι όρος, προϋπόθεση για να είναι κανείς Χριστιανός, είναι η βίωση της ανεξικακίας και της συγγνώμης. Δεν μπορεί κανείς να λέγεται Χριστιανός, χωρίς να συγχωρεί τους πάντες, έστω κι αν αυτοί είναι εχθροί του. Κι αυτό άλλωστε, ως γνωστόν, είναι το διακριτικό που ξεχωρίζει τον χριστιανό μάρτυρα από οποιοδήποτε άλλο είδος μάρτυρα: ο χριστιανός πεθαίνει προσευχόμενος υπέρ των διωκτών του, επιβεβαιώνοντας με τον τρόπο αυτό τη γνησιότητα της πίστης του στον Χριστό.

4. Βεβαίως η απόκτηση της ανεξικακίας δεν είναι κάτι εύκολο. Απαιτεί αγώνα διαρκή και επίπονο. Χρειάζεται να «ματώσει» κανείς εσωτερικά, για να μπορέσει να σταθεί με καθαρή καρδιά απέναντι στον συνάνθρωπό του. Είναι πολύ χαρακτηριστικό το παράδειγμα του ασκητή εκείνου στο Γεροντικό, που έφτυνε αίμα τη στιγμή που τον πλησίασε ένας άλλος αδελφός. Και στην ερώτηση του αδελφού τι συνέβη, εκείνος απάντησε: Πριν από λίγο ένας αδελφός με πίκρανε. Και παρακάλεσα τον Θεό να μου βγάλει την πίκρα από μέσα μου. Και να, ο Θεός με άκουσε και έκανε αίμα την πίκρα μου και την έβγαλα.

Θα πρέπει μάλιστα να διέλθει ο πιστός από ορισμένα στάδια, που μας τα έχουν υποδείξει και καθορίσει οι ασκητικοί Διδάσκαλοι και Πατέρες της Εκκλησίας. Ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, για παράδειγμα, ο επονομαζόμενος της Κλίμακος, μας μιλάει για τρεις βαθμίδες στην ανεξικακία. Πρώτη βαθμίδα, γράφει, είναι να αποδέχεται κανείς τις προσβολές και τις ατιμίες, έστω με οδύνη και πικρία ψυχής. Στη δεύτερη βαθμίδα φθάνουν αυτοί που έχοντας πια περάσει από την πρώτη, δεν θλίβονται  για τις προσβολές και τις αναποδιές που τους συμβαίνουν, αλλά και δεν χαίρονται βεβαίως. Και η τρίτη βαθμίδα, το στάδιο των τελείων, είναι γι’ αυτούς που όχι μόνον δεν πονούν και δεν πικραίνονται, αλλά θεωρούν ως επαίνους τις ατιμίες. Πρόκειται για στάδιο τελείωσης που χαρακτηρίζεται από το σύγχρονο λογικοκρατούμενο και αυτονομημένο άνθρωπο ως τρέλα. «Αρχή ανεξικακίας – λέει επακριβώς –εν πικρία και οδύνη ψυχής τας ατιμίας καταδέχεσθαι. Μεσότης, αλύπως εν ταύταις διακείσθαι. Τέλος δε, ως ευφημίας ταύτας λογίζεσθαι».

5. Ο ίδιος μάλιστα άγιος προβαίνει και σε άλλα σημεία των λόγων του και σε συγκεκριμένες συμβουλές, που μπορούν να βοηθήσουν κάποιον να ξεπεράσει τη μνησικακία. Μερικά παραδείγματα.

- Αν αισθάνεσαι πικρία και μίσος απέναντι σε κάποιον αδελφό και δεν έχεις τη δύναμη να τον αγαπήσεις με την καρδιά σου, τουλάχιστον να μετανοείς απέναντί του και να τον πλησιάζεις με τα λόγια, με το στόμα. Ίσως έτσι ντραπείς τα λόγια σου και τον αγαπήσεις πραγματικά.

- Αν ακούσεις ότι κάποιος αδελφός σε κατηγόρησε, μην αφεθείς εσύ στο πάθος της μνησικακίας, αλλά ξεπέρασέ το λέγοντας γι’ αυτόν επαινετικά λόγια.

- Αν δεις ή ακούσεις κάτι που σου κινεί το πάθος της κατακρίσεως (καρπού της μνησικακίας), μη λες ότι από αγάπη κατακρίνεις, διότι η αγάπη οδηγεί σε κρυφή προσευχή υπέρ αυτού που έσφαλε, και όχι σε κατηγόρια. Αυτός ο τρόπος αντιδράσεως μάλιστα – προσευχή υπέρ αυτών που μας φταίνε – αποτελεί κατά τον άλλον μεγάλο ασκητικό διδάσκαλο όσιο Μάρκο τον ασκητή, «κτύπημα και πληγή των δαιμόνων».

Η ανεξικακία, ενόψει μάλιστα της Σαρακοστής που μας ωθεί με όλες τις εκφράσεις της στην αποκάλυψη του γνήσιου εαυτού μας, παρ’ όλες τις δυσκολίες αποκτήσεως και βιώσεώς της, είναι ό,τι πιο απαραίτητο για την πορεία μας ως χριστιανών. Δεν θα σωθούμε από τις τυχόν νηστείες ή τις ελεημοσύνες ή τις προσευχές μας, αν όλα αυτά δεν βρίσκουν την κατάληξή τους στην ανεξικακία ή και δεν την έχουν ως προϋπόθεσή τους. Διότι η αρετή αυτή είναι έκφραση της αγάπης και η αγάπη είναι και θα είναι το απόλυτο κριτήριο της ζωής μας.