Τετάρτη 22 Απριλίου 2026

ΠΡΟΣΟΧΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑ!

«Είπε ο Γέρων Εφραίμ ο καθηγούμενος της Ι. Μ. Βατοπαιδίου: Όταν ήμουν φοιτητής στην Αθήνα είχα πνευματικό τον σπουδαίο και σοφό Γέροντα π. Επιφάνιο Θεοδωρόπουλο. Είχε πάντοτε πολύ κόσμο, οπότε, δεχόταν την εξομολόγησή μου και το μόνο που μου έλεγε όταν διάβαζε τη συγχωρητική ευχή ήταν: “Προσοχή και μετάνοια, παιδί μου, προσοχή και μετάνοια”. Τίποτε άλλο 

Για τον πράγματι σπουδαίο και σοφό μακαριστό Γέροντα π. Επιφάνιο (Θεοδωρόπουλο) (1930-1989) δεν χρειάζονται πολλά λόγια. Όσοι τον γνώρισαν προσωπικά, αλλά και όσοι τον γνώρισαν μέσω των δεκάδων βιβλίων και μελετών του το ίδιο έχουν να μαρτυρήσουν και να καταθέσουν: ότι επρόκειτο περί ασυνήθους πνευματικής μορφής, ευλαβεστάτου κληρικού και σοφού και διακριτικού πνευματικού ανδρός, που η παρουσία του και μόνο όσο ζούσε αποτελούσε εχέγγυο ορθοδόξου πίστεως και βιοτής. Γι’ αυτό και πλήθη χριστιανών τον προσήγγιζαν να «ρουφήξουν» το νέκταρ της διδασκαλίας του, πάμπολλοι δε, και ιδίως νέοι φοιτητές, εναπέθεταν την πνευματική τους καθοδήγηση στο αγιασμένο πετραχήλι του.

 Ένας από αυτούς τους νέους, κατά την ομολογία του, ήταν και ο σεβαστός και γνωστός τοις πάσι καθηγούμενος της Μεγάλης Μονής Βατοπαιδίου του Αγίου Όρους Γέρων Εφραίμ. Και τι καταθέτει; Εξομολογείτο αλλά δεν του έλεγε πολλά λόγια ο άγιος πνευματικός π. Επιφάνιος. Αυτό που του έλεγε όμως συγκεφαλαίωνε τα πάντα: Προσοχή και μετάνοια! Υπάρχει άραγε κάτι σημαντικότερο από την προτροπή και την ευχή αυτή; Ασφαλώς όχι! Διότι καταρχάς προσοχή σημαίνει νήψη, εγρήγορση, φυλακή των αισθήσεων και των λογισμών, σύμφωνα με την εντολή του Θεού ήδη από την Παλαιά Διαθήκη «Πρόσεχε σεαυτώ» και την εντολή του ίδιου του Κυρίου Ιησού Χριστού: «γρηγορείτε και γίνεσθε έτοιμοι, ότι η ώρα ου δοκείτε ο Υιός του ανθρώπου έρχεται», κάτι που αδιάκοπα έπειτα τόνιζαν και οι άγιοι Απόστολοι.

Άνθρωπος έτσι πιστός που ζει με την προσοχή αυτή βρίσκεται σε μία κατά το δυνατόν απόλυτη ένταση όλων των πνευματικών του δυνάμεων, με αποτέλεσμα να μην παρεκκλίνει δεξιά και αριστερά, να μην ξεφεύγει από τον μοναδικό δρόμο που είναι η «Οδός Κυρίου», «αφορών αδιάκοπα εις τον της πίστεως αρχηγόν και τελειωτήν Ιησούν». Δεν είναι τυχαίο γι’ αυτό ότι σχεδόν όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, απαρχής μέχρις εσχάτων, προσπάθησαν να αναλύσουν την εντολή αυτή του Θεού «Πρόσεχε σεαυτώ», ώστε να βοηθήσουν τον πιστό, τον αρχάριο αλλά και τον πιο προχωρημένο, στην κατά Χριστόν πίστη και ζωή. Κατεξοχήν δε οι νηπτικοί λεγόμενοι πατέρες τόνισαν ότι δεν υπάρχει περίπτωση να υπάρξει χριστιανός χωρίς να αγωνίζεται στην προσοχή αυτή, η οποία επικεντρώνεται κυρίως στην καρδιά του ανθρώπου ως το κέντρο της όλης ψυχοσωματικής του υπόστασης, χρησιμοποιώντας ως κατεξοχήν μέσο και όπλο το παντοδύναμο όνομα του Ιησού Χριστού – «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλόν», με το οποίο φωτίζεται ο άνθρωπος, ενώ μαστιγώνεται ο Πονηρός. «Ιησού ονόματι μάστιζε πολεμίους» (Ιωάννης Κλίμακος). 

 Στην πραγματικότητα οι Πατέρες αυτοί φώτισαν το «έδαφος» του κέντρου  «καρδιά», που αλλιώς το ονομάζουν νου, περιγράφοντας όλες τις σκιερές λόγω της πεσμένης στην αμαρτία ανθρώπινης φύσης αλλά και τις φωτεινές λόγω της υφισταμένης χάρης Θεού πλευρές του. Κι έτσι έγιναν πρωτίστως αυτοί οι εμπειρικοί καθοδηγητές του εν επιγνώσει αγωνιζομένου χριστιανού, πάντοτε με τη βοήθεια του πνευματικού του, προς εύρεση και βίωση της εν τη καρδία αυτού ευρισκομένης βασιλείας του Θεού, ή αλλιώς όπως το είπε ο Κύριος της όρασης του Θεού κατά τον μακαρισμό Του «μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται». Προϋπόθεση, να τονίσουμε και πάλι, της όλης αυτής πνευματικής και επίπονης και συνεχούς εργασίας, η απόλυτη πεποίθηση ότι προτεραιότητα στη ζωή έχει η αποκάλυψη του Κυρίου, η αποδοχή του «ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην Αυτού και ταύτα πάντα (όλα τα ανθρώπινα) προστεθήσεται υμίν».

Κι έπειτα, εκτός της προσοχής, η προτροπή του αγίου Γέροντος Επιφανίου στον νεαρό εξομολογούμενο Εφραίμ: «μετάνοια». Και τι σημαίνει αυτό; Ότι πέραν του γεγονότος ότι όλη η πνευματική ζωή σε όλες τις βαθμίδες της – κάθαρση, φωτισμός, θέωση κατά την παγιωμένη πατερική διδαχή – στην ουσία συνιστά τον δρόμο της μετανοίας, διότι μετάνοια σημαίνει απαγκίστρωση από κάθε αμαρτία και αδιάκοπη επιστροφή στον Θεό, η μετάνοια αποτελεί τη λύση και τη θεραπεία για όποια εκτροπή και αμαρτία, λόγω, έργω ή διανοία,  παρουσιάζει ο πιστός στην καθημερινότητά του. Αμάρτησες; Ευθύς και να μετανοήσεις για να επανακάμψει εν αισθήσει η χάρη του Θεού στην ψυχή και το σώμα σου. Μην περιμένεις να παγιωθεί μέσα σου η αμαρτία, να σκληρύνει το τραύμα σου, γιατί τότε δυσκολεύεται η πνευματική ζωή σου. Πολύ περισσότερο με τους λογισμούς που ακολουθούν την οποιαδήποτε πτώση, λογισμούς εγωισμού, που κάνουν τον άνθρωπο να περιδινίζεται διαρκώς στην πτώση του, λέγοντας «μα πώς είναι δυνατόν εγώ να πέσω τόσο χαμηλά;» Ακριβώς λοιπόν τότε, με επίγνωση της ευθραυστότητας και της αδυναμίας μας, απαιτείται να αναγνωρίζουμε με γενναιότητα τα λάθη και τις πτώσεις μας κι αμέσως να σηκωνόμαστε στον μόνο δρόμο σωτηρίας και θεραπείας, την ακολουθία των αγίων εντολών του Κυρίου. «Οσάκις αν πέσης, έγειραι και σωθήση».

Προφανώς, για να επανέλθουμε στην απλή προτροπή του μακαριστού σοφού Γέροντος Επιφανίου: «προσοχή και μετάνοια», ο νεαρός τότε φοιτητής Εφραίμ είχε πλήρη επίγνωση της πνευματικής ζωής, είχε θέσει τον εαυτό του αταλάντευτα στις ράγες της οδού της Βασιλείας του Θεού, γι’ αυτό και δεν χρειαζόταν κάτι άλλο πέραν της απλής αυτής επισήμανσης του πνευματικού του. «Κι αν έπεσες κάπου δηλαδή, συνέχισε χωρίς διακοπή τον δρόμο του Κυρίου, και πρόσεχε στην καρδιά σου τους όποιους λογισμούς και τις όποιες διασπάσεις μπορεί να σου προκαλέσει ο μακριά από τον Θεό κόσμος». Γνωρίζουμε δε ότι ο Γέρων Επιφάνιος δεν έμενε μόνο στην απλή αυτήν προτροπή, όταν έβλεπε ότι ο άνθρωπος είχε χρεία περισσοτέρων λόγων και συμβουλών. Του αφιέρωνε χρόνο πολύ περισσότερο, τότε που υπήρχε βεβαίως μεγαλύτερη άνεση, κι ακόμη, κάτι που αποκάλυπτε το πνευματικό του μεγαλείο, συναγωνιζόταν μαζί του στον αγώνα της μετανοίας, αναλαμβάνοντας ο ίδιος μεγάλο «μερτικό» της ευθύνης του άλλου. Γιατί ζούσε ως «υπεύθυνος» για όλους. Και ζούσε έτσι, γιατί ήταν αυθεντικός και γνήσιος χριστιανός, που ο Σταυρός του Κυρίου ήταν και το δικό του «δομικό» στοιχείο, σαν όλους τους αγίους, σαν τον μέγιστο οικουμενικό απόστολο Παύλο, ο οποίος διαρκώς εξέφραζε το βίωμά του: «Χριστώ συνεσταύρωμαι. Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός». Και: «αλλήλων τα βάρη βαστάζετε και ούτως αναπληρώσατε τον νόμον του Χριστού».      

ΠΡΟΣΟΧΗ ΜΗ ΚΑΟΥΜΕ!

«Ὤ θαύματος καινοῦ! ὤ παραδόξου τρόπου! Πῶς χόρτος οὐκ ἐφλέχθη, ἡ χείρ τοῦ Ἀποστόλου, πυρί τῷ τῆς Θεότητος!»

«Σπεύσωμεν καί ἡμεῖς τάς χεῖρας ἁγιάσαι τῇ τῶν παθῶν ἀργίᾳ, καί οὕτω τοῦ Δεσπότου τῆς πλευρᾶς ἐφαψόμεθα» (Εβδομάδα Θωμά).

(Τι καινούργιο θαύμα και παράδοξος τρόπος! Πώς δεν πήρε φωτιά το χορτάρι, δηλαδή το χέρι του Αποστόλου από το πυρ της Θεότητας!

Ας σπεύσουμε και εμείς να αγιάσουμε τα χέρια μας με την αργία των παθών μας, και έτσι να αγγίξουμε την πλευρά του Δεσπότου Χριστού).

Ο άγιος υμνογράφος επιμένει στο θαύμα της ψηλάφησης του Κυρίου από τον απόστολο Θωμά. Και το θαύμα κατ’ αυτόν έγκειται στο γεγονός ότι το χέρι του δεν «κάηκε» από την τόλμη του να αγγίξει τις πληγές του αναστημένου Διδασκάλου του. Για τον ποιητή, και για κάθε χριστιανό βεβαίως, το αναστημένο σώμα του Κυρίου είναι σαν την καιομένη βάτο που είδε και πλησίασε ο προφήτης Μωϋσής ήδη από τα Παλαιοδιαθηκικά χρόνια. Κι ακόμη: σαν τον πυρωμένο άνθρακα που είδε ο προφήτης Ησαΐας να τίθεται στο ουράνιο θυσιαστήριο από τους αγγέλους, οι οποίοι στη συνέχεια άγγιξαν με αυτόν τα χείλη του για να καθαριστεί και να αποκτήσει την προφητική χάρη και δύναμη – η καιομένη βάτος και ο άνθρακας αυτός αποτελούσαν προεικονίσεις του σώματος του Κυρίου. Λοιπόν, μένει έκθαμβος ο άγιος υμνογράφος μπροστά στο γεγονός. Και η εξήγηση της μη καύσης του αποστόλου δίνεται κατά μοναδικό τρόπο από τον οίκο του κοντακίου της εορτής: «Ποιος φύλαξε την παλάμη του Μαθητή τότε να μη διαλυθεί, όταν πλησίασε την πύρινη πλευρά του Κυρίου; Ποιος έδωσε στην παλάμη αυτή τόλμη κι απέκτησε δύναμη να ψηλαφήσει το πύρινο οστό; Οπωσδήποτε η πλευρά που ψηλαφήθηκε. Διότι αν η πλευρά αυτή δεν χορηγούσε δύναμη στην πήλινη δεξιά του Θωμά, πώς θα μπορούσε να ψηλαφήσει εκείνα τα παθήματα που σάλευσαν τα άνω και τα κάτω; Αυτή η χάρη δόθηκε στον Θωμά ώστε να ψηλαφήσει την πλευρά και να φωνάξει στον Χριστό: Είσαι ο Κύριος και ο Θεός μου» («Τίς ἐφύλαξε τήν τοῦ Μαθητοῦ παλάμην τότε ἀχώνευτον, ὅτε τῇ πυρίνῃ πλευρᾷ προσῆλθε τοῦ Κυρίου; Τίς ἔδωκε ταύτῃ τόλμαν καί ἴσχυσε ψηλαφῆσαι φλόγεον ὀστοῦν; Πάντως η ψηλαφηθεῖσα˙ εἰμή γάρ ἡ πλευρά δύναμιν ἐχορήγησε πηλίνῃ δεξιᾷ, πῶς εἶχε ψηλαφῆσαι παθήματα, σαλεύσαντα τά ἄνω καί τά κάτω; Αὕτη ἡ χάρις Θωμᾷ ἐδόθη, ταύτην ψηλαφῆσαι, Χριστῷ δέ ἐκβοῆσαι˙ Κύριος ὑπάρχεις καί Θεός μου»).  

Αλλά ο υμνογράφος μας βλέπει και την προέκταση του θαυμαστού γεγονότος: είναι η σχέση η δική μας με τον Κύριο! Ό,τι συνέβη με τον απόστολο Θωμά, το ίδιο συμβαίνει και με κάθε χριστιανό σε όλους τους αιώνες. Διότι η κλήση του χριστιανού είναι να σχετιστεί με τον Κύριο με τον ίδιο τρόπο που σχετίστηκαν όλοι οι μαθητές, που σχετίστηκε και ο απόστολος Θωμάς. Που θα πει: η προσέγγιση του Κυρίου και από εμάς είναι προσέγγιση τοῦ πυρός και της φωτιάς.  «Πῦρ γάρ καί φῶς» ο Κύριος!  Αν «Ἰησοῦς Χριστός χθές καί σήμερον καί εἰς τούς αἰῶνας» και αν κληθήκαμε «εἰς κοινωνίαν τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ», δηλαδή σε μία κοινωνία ολόκληρης της ύπαρξής μας με Εκείνον – ο απόστολος Πέτρος εννοώντας τη θεία ενέργεια αναφέρεται στην κοινωνία της «θείας φύσεως» του Κυρίου -  τότε ο Χριστός μάς καλεί να φωτιστούμε και να «καούμε»! 

Αυτό είναι το μεγαλείο της χριστιανικής πίστεως: όχι να πιστεύουμε σε Κάποιον Παντοδύναμο απλώς Θεό, ο Οποίος βρίσκεται κάπου στα ουράνια – αυτό συνιστά ένα βήμα προ της ολικής διαγραφής Του από τη ζωή μας: τι να κάνουμε έναν Θεό μακρινό και ξένο από εμάς; - αλλά στον αληθινό Θεό, ο Οποίος έγινε ένας από εμάς, προσέλαβε την ανθρώπινη φύση μας, μας ενσωμάτωσε στον εαυτό Του, μας έδωσε τις δυνάμεις Του, μας δίνει τον εαυτό Του να Τον φάμε και να Τον πιούμε, μας δείχνει διαρκώς πόσο πράγματι είναι βαθιά η επιθυμία Του να είναι μαζί μας. Αλλά μας αποκαλύπτει ότι ο Ίδιος είναι φωτιά που και φωτίζει και καίει. Πότε όμως λειτουργεί για εμάς κατά τρόπο θετικό το φως αυτό και η φωτιά αυτή; Όταν συμβαίνει με την τόλμη του αποστόλου Θωμά, δηλαδή όταν υπάρχει η εναγώνια αναζήτησή Του για θεωρία και μετοχή σ’ Αυτόν. Και ο άγιος υμνογράφος βεβαίως μάς βοηθάει ακόμη περισσότερο: Πρέπει να σπεύδουμε και εμείς, λέει, να προσεγγίζουμε τον Κύριο, να Τον ακουμπάμε, να Τον τρώμε και να γινόμαστε ένα μ’ Εκείνον, όταν όμως αγιάζουμε τα χέρια μας, που θα πει το σώμα και την ψυχή μας, με την αργία από τα πάθη μας, δηλαδή με την προσπάθεια να έχουμε καθαρή την καρδιά μας. Όσο βρισκόμαστε σ’ αυτήν τη φορά ζωής, όσο η στροφή μας είναι προς τις εντολές του Κυρίου μας, τόσο και η προσέγγισή Του γίνεται με τον τρόπο που ένα μικρό παιδί τρέχει προς την αγκαλιά του Πατέρα του.

Το βλέπουμε σε όλους τους αγίους μας. Οι άγιοί μας είναι η χαρά του Ουρανού πάνω στη γη, αλλά εκπέμπουν την ίδια θέρμη και την ίδια «επικινδυνότητα» με τον Κύριο. Μας θερμαίνουν αλλά και μπορεί να μας κάψουν, αν είμαστε χλιαροί και αμελείς. Την ίδια προοπτική έχουμε βεβαίως όλοι μας. Η πίστη μας δεν είναι παιχνίδι. Αν δεν την πάρεις στα σοβαρά, «καίγεσαι»!

Τρίτη 21 Απριλίου 2026

«ΜΗΝ ΤΟΥΣ ΖΟΡΙΖΕΤΕ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ…»

«Ο Πέτρος ήτο έγγαμος… Ο Ανδρέας δεν έκαμε γάμο. Αφοσιώθηκε στον Θεό. Επιλογή του. Πρέπει και να παντρεύονται και να αφοσιώνονται στον Θεό. Και να διαλέγουν ό,τι μπορούν. Θυμάμαι τον Γέροντα Πορφύριο, που έλεγε σε μια παρέα που ’χαμε πάει, ήμαστε παπάδες, «Βρε, να μη ζορίζετε τους ανθρώπους ούτε να παντρευτούν ούτε να μονάσουν. Δεν κάνουν όλοι γι’ αυτό». Τι κουβέντα! Υπάρχουν κάποιοι που λένε, ή θα μονάσεις ή θα παντρευτείς. Μα όταν δεν μπορεί να κάνει το ένα ή το άλλο, ο άλλος τι να κάνει; Τι να τον κάνουμε αυτόν δηλαδή; Να τον βάλουμε με το ζόρι εκεί και να αποτύχει; Όχι! Ο Παπαδιαμάντης δεν έκανε ούτε για καλόγερος, δεν μπορούσε να αντέξει. Πήγε στο Άγιο Όρος χάριν προσκυνήσεως κι ήθελε να πέσει από ένα μπαλκόνι. Του ’ρθε μελαγχολία. Τι να κάνουμε; Να παντρευτεί, πάλι, δεν είχε τα μέσα. Δεν του έβγαινε, ας πούμε, να βγει στη ζωή και στην κοινωνία… Έτσι λοιπόν είναι τα πράγματα. Μην τους ζορίζετε, λέει, τους ανθρώπους. Να τους αγαπάτε τους ανθρώπους, να τους ακούτε, να προσεύχεστε γι’ αυτούς, να τους φέρεστε καλά, να τους συμβουλεύετε απαλά» (Μακαριστού Γέροντος Ανανία Κουστένη, Διδαχές).

Ο μακαριστός Γέροντας Ανανίας (1945-2021) - που οι διδαχές και οι ομιλίες του μέχρι σήμερα (και για πολύ καιρό ασφαλώς ακόμη) αποτελούν όχι μόνο καθοδηγητικό στοιχείο για την αληθινή κατά Χριστόν ζωή για τους περισσοτέρους χριστιανούς, αλλά και αναψυχή και πηγή ιστορικών και παντοίων λοιπών γνώσεων – αναφέρεται σ’ ένα από τα κρισιμότερα θέματα για τη ζωή του ανθρώπου: την επιλογή της έγγαμης ή της μοναχικής ζωής. Και τι σημειώνει, βασιζόμενος και στην Αγία Γραφή, ιδίως την Καινή Διαθήκη, αλλά και στην Πατερική Παράδοση, την παλαιότερη και τη νεώτερη; Ότι βεβαίως υπάρχουν αυτά τα δύο είδη στην πορεία αγιασμού του ανθρώπου: ο έγγαμος και ο άγαμος κατά Χριστόν βίος, όπως το βλέπουμε ακόμη και στους μαθητές του Κυρίου˙  τονίζουν τη διπλή αυτή «κανονική» πορεία και οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας, σαν τον άγιο μεγάλο Αθανάσιο για παράδειγμα, ο οποίος σημειώνει ότι «δύο δρόμοι υπάρχουν στη ζωή, ένας πιο μέτριος και βιοτικός, ο γάμος, και ο άλλος αγγελικός και ανυπέρβλητος, η παρθενία»˙ όμως τελικώς, ακόμη κι έτσι, κανείς δεν μπορεί να «εγκλωβίσει» τον άνθρωπο σε «μονοδρόμους», γιατί πάντοτε υπάρχει το στοιχείο της ιδιαιτερότητας, ανάλογα με τον χαρακτήρα του καθενός και τον τρόπο με τον οποίο μεγάλωσε και αναπτύχθηκε. «Δεν κάνουν όλοι γι’ αυτό» παραπέμπει ο Γέροντας στον πνευματοφόρο πνευματικό του άγιο Πορφύριο. Που σημαίνει: υπάρχουν άγιοι άνθρωποι που δεν υπήρξαν έγγαμοι αλλ’ ούτε και αφιερώθηκαν στον μοναχικό βίο, κι όμως άγιασαν και μεγαλούργησαν, ακολουθώντας ένα δικό τους μοναχικό μονοπάτι, σαν τον μεγάλο Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Ποιος μπορεί να αμφισβητήσει τη χριστιανοσύνη του Παπαδιαμάντη; Κανείς! Κι όμως χάραξε τη δική του πορεία ζωής στην Εκκλησία!

Τι υπόκειται στη σκέψη των Πατέρων της Εκκλησίας μας, ιδίως δε του αγίου Πορφυρίου και του τέκνου του Γέροντος Ανανία; 1. Ότι το ζητούμενο στον άνθρωπο είναι ακριβώς ο αγιασμός του και όχι η επιλογή της άλφα ή της βήτα ζωής – «τούτο εστί το θέλημα του Θεού, ο αγιασμός υμών» (απ. Παύλος)˙ 2. Ότι ο άνθρωπος αποτελεί ένα μυστήριο στον κόσμο τούτο, εικονίζοντας τον Θεό από της δημιουργίας του, ώστε να μην υπάρχει κάτι απόλυτο, πέραν των εντολών του Κυρίου, για να τον περιορίσει – υπάρχουν «άπειροι» δρόμοι εντός της Εκκλησίας, που φτάνει κανείς στην ένωσή του με τον Χριστό˙ 3. Ότι εντέλει εκείνο που διασώζει αδιάκοπα ο λόγος του Θεού είναι η ελευθερία του ανθρώπου. «Βρε, να μη ζορίζετε τους ανθρώπους ούτε να παντρευτούν ούτε να μονάσουν. Δεν κάνουν όλοι γι’ αυτό!» Το θέμα της ελευθερίας μάλιστα το τόνιζε καθ’ υπερβολήν ίσως ο μεγάλος σύγχρονος όσιος, γιατί αυτό έβλεπε ότι κυριαρχούσε μέσα στο Ευαγγέλιο: «ο Θεός δεν έδωσε απλώς ελευθερία στον άνθρωπο. Τη χάραξε μέσα στην ψυχή του»! Πώς αλλιώς θα μπορούσε να δει κανείς τα πράγματα άλλωστε, όταν ο ίδιος ο Χριστός μας στην παραβολή ιδίως του ασώτου προβάλλει την πραγματικότητα του Θεού Πατέρα, ο Οποίος μέσα στην άπειρη αγάπη Του προς εμάς τα παιδιά Του μας αφήνει ελεύθερους ακόμη και να «καταστραφούμε»; «Ο Υιός μου αυτός ήταν νεκρός και χαμένος».

Γι’ αυτό και τίποτε δεν υπέρκειται της αγάπης του Θεού, η οποία αποτελεί τη μεγαλύτερη και μόνη δύναμη που μπορεί να συνεφέρει τον άνθρωπο. «Το χρηστόν του Θεού εις μετάνοιαν σε άγει» (απ. Παύλός). Κανείς λοιπόν χριστιανός, και μάλιστα ποιμένας, δεν μπορεί εν ονόματι του Κυρίου να «ξεπεράσει» τον Ίδιο, συμπεριφερόμενος με καταναγκασμό και με βία, «για να συνετίσει και να συμμορφώσει και να σώσει τον άλλον!» «Μην τους ζορίζετε τους ανθρώπους» - «άκουε, ουρανέ, και ενωτίζου γη!» Κι είναι καλό να θυμόμαστε διαρκώς τον λόγο του μεγάλου οσίου Ιωάννου της Κλίμακος, που αποκαλύπτει ότι «εκείνος που θέλει να επιβάλει τη γνώμη του, έστω και σωστή, στον άλλον, να ξέρει ότι πάσχει από τη νόσο του διαβόλου, την υπερηφάνεια».

Τι πρέπει λοιπόν να κάνουμε, κατά άγιο Πορφύριο, τον οποίο ερμηνεύει ο μακαριστός Γέροντας Ανανίας;        

 Σεβόμενοι απεριόριστα την ελευθερία των άλλων «να τους αγαπάμε, να τους ακούμε, να προσευχόμαστε γι’ αυτούς, να τους φερόμαστε καλά», κι ακόμη «να τους συμβουλεύουμε απαλά». Διότι δεν είμαστε εμείς οι σωτήρες, αλλά ο Χριστός! Η δική μας ευθύνη είναι να προεκτείνουμε Εκείνου τη στάση και συμπεριφορά, στάση σταυρικής αγάπης, ώστε Εκείνος δι’ ημών να βρίσκει τις όποιες «ρωγμές» στην ύπαρξη του ανθρώπου για να οδηγηθεί αυτός σε μετάνοια ή σε βάθεμα αυτής. Και στην περίπτωση που ίσως χρειαστεί να μαλώσουμε κάποιον, γιατί έχουμε την ευθύνη του, αυτό να γίνεται με αγάπη. «Και τρυφερά και στοργικά, ε, και καμιά φορά, άμα τους μαλώνετε με αγάπη, το καταλαβαίνουν. Γιατί δεν τον νοιάζει τον άλλον τι θα του πεις. Πώς θα του το πεις. Κι άμα τον μαλώσεις χωρίς αγάπη, τον πονάει. Άμα τον μαλώσεις με αγάπη, πάλι τον πονάει, αλλά το δέχεται. Είναι σημαντικό αυτό. Το δέχεται και προσπαθεί».  

ΝΑ ΕΞΟΡΙΣΟΥΜΕ ΜΑΚΡΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΗΦΕΙΑ ΤΩΝ ΠΑΘΩΝ ΚΑΙ ΤΗ ΖΑΛΗ ΤΩΝ ΛΟΓΙΣΜΩΝ

«Κατήφεια παθῶν καί λογισμῶν ἡ ζάλη, μακράν ἐξοριζέσθω καί οὕτως ἐξανθήσει τό ἔαρ τό τῆς πίστεως» (από εβδομάδα του Θωμά).

(Ας εξορισθεί μακριά από εμάς η κατήφεια και η στενοχώρια των παθών, όπως και η ζάλη των λογισμών, και έτσι θα ανθήσει η άνοιξη της πίστης).

Ο άγιος υμνογράφος εξαγγέλλει αυτό που διαλαλεί η Εκκλησία μας με την Ανάσταση του Κυρίου: τα πάντα τώρα είναι πλημμυρισμένα από το φως και τη χαρά της Αναστάσεως. «Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός». «Ὦ Πάσχα, λύτρον λύπης». Ό,τι ο Κύριος και οι άγιοι άγγελοί Του προέτρεπαν τους αποστόλους και τις μυροφόρες γυναίκες: «Χαίρετε», ό,τι ο απόστολος Παύλος θεωρούσε ως δεδομένο της πίστεως: «Χαίρετε, καί πάλιν ἐρῶ Χαίρετε», αλλά και καρπό της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος που προεκτείνει την αναστημένη παρουσία του Κυρίου: «ὁ καρπός τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά», ό,τι ο ίδιος πάλι προέτρεπε ως συστατικό της ζωής αλλά και διαρκές αγώνισμα των πιστών: «Πάντοτε χαίρετε, ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε, ἐν παντί εὐχαριστεῖτε», αυτό λοιπόν προβάλλει και ο άγιος ποιητής. Γιατί; Διότι ανέτειλε ήδη το έαρ, η άνοιξη της πίστεως. Και η άνοιξη αυτή αποτελεί τον ύμνο της χαράς. Οπότε, «οὐδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν» - χαρά και κατήφεια δεν μπορούν να συνυπάρξουν! Όταν με άλλα λόγια ο πιστός έχει ενσυνείδητα αποδεχτεί τον Χριστό στη ζωή του, τότε είναι αδιάκοπα στραμμένος προς Αυτόν και Αυτόν αναζητεί προκειμένου να Τον έχει Κύριο και Αρχηγό της ζωής του. Και Τον αναζητεί βεβαίως με τον μόνο τρόπο που ο Κύριος καθόρισε: μέσα από τις άγιες εντολές Του, οι οποίες οδηγούν στην εγκατοίκησή Του μέσα στον άνθρωπο, καθιστώντας τον κυριολεκτικά ένα με Εκείνον. «Τηρήστε τις εντολές Μου και θα Με δείτε μέσα σας». Κι έρχεται έτσι η χαρά και η ειρήνη του Χριστού μέσα στον άνθρωπο, χαρά και ειρήνη εσωτερική και βαθειά που κανείς άνθρωπος δεν μπορεί να τα διαγράψει και να πάρει.

Από την άποψη αυτή ο άγιος υμνογράφος τονίζει το αυτονόητο: αν ζει ο πιστός τη χαρά της Ανάστασης, δεν μπορεί να είναι εγκλωβισμένος στην κατήφεια που φέρνουν με μαθηματική ακρίβεια τα πάθη του ανθρώπου˙ δεν μπορεί να άγεται και να φέρεται από τους λογισμούς που δημιουργούν ζάλη στον άνθρωπο, δηλαδή από τους λογισμούς της απιστίας και της διψυχίας, τους λογισμούς που θέτουν σε κρίση τον άνθρωπο, γιατί δεν μπορεί να πάρει τη σταθερή απόφαση να είναι πάντοτε με το μέρος του Χριστού, δηλαδή εκεί που τον καλούν οι εντολές και το θέλημα Εκείνου. Κι είναι η εμπειρία του καθενός μας: τι είναι εκείνο που δημιουργεί την εσωτερική θλίψη και στενοχώρια και δεν μας αφήνει να ησυχάσουμε; Μόνον το άφημά μας στα ψεκτά πάθη μας: η ικανοποίηση της σαρκολατρείας μας και του αλαζονικού υπερήφανου φρονήματός μας. Δυστυχώς, έστω και θεωρούμενοι χριστιανοί, ζούμε ακόμη μέσα στον χειμώνα της αμαρτίας μας, όταν έξω, στον αληθινό κόσμο του Θεού – κι είναι αληθινός γιατί είναι ο αιώνιος κόσμος – ήδη έχει ανατείλει το έαρ και η καλοκαιρία της ζεστασιάς της αγκαλιάς του Θεού μας. Ήδη από την πρώτο ύμνο του κανόνα του αγίου Θωμά (α΄ ωδή) ο υμνογράφος επισημαίνει: «Σήμερον ἔαρ ψυχῶν˙ ὅτι Χριστός ἐκ τάφου, ὥσπερ ἥλιος ἐκλάμψας τριήμερος, τόν ζοφερόν χειμῶνα ἀπήλασε τῆς ἁμαρτίας ἡμῶν» (Σήμερα είναι η άνοιξη των ψυχών. Γιατί ο Χριστός  την τρίτη ημέρα μετά τη σταύρωσή Του βγήκε από τον τάφο, όπως ακριβώς ο ήλιος που έλαμψε μετά τη νύκτα, και έκανε πέρα τον χειμώνα της αμαρτίας μας).

Ο αληθής χριστιανός, δηλαδή ο άγιος, είναι ο χαρούμενος άνθρωπος. Χαρούμενος με την έννοια την πραγματική: χαίρεται η καρδιά του, γι’ αυτό και τη χαρά αυτή σκορπίζει παντού και πάντα. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί άγιοι της Εκκλησίας μας θεωρούσαν ότι ο πασχαλινός χαιρετισμός «Χριστός Ἀνέστη» πρέπει να συνιστά τον διαρκή χαιρετισμό μας όλου του χρόνου. Αρκεί βεβαίως να μη ξεχνάμε ότι η εσωτερική αυτή χαρμόσυνη πραγματικότητα δεν προκύπτει «μαγικά» και γρήγορα. Απαιτεί καθημερινό αγώνα συσταύρωσης με τον Χριστό, οδύνη και «μάτωμα» πάνω στον αγώνα κατά των παθών, που θα πει ότι τελικώς η χαρά αυτή  λειτουργεί για τον «μέσο» χριστιανό, αν υπάρχει τέτοιος όρος, ως όραμα που πρέπει να καθορίζει την πορεία του – μερικές φορές σε βάθος δεκαετιών! Και βεβαίως να τονίσουμε και πάλι το του αποστόλου: η χαρά έρχεται ως καρπός του πνεύματος αγάπης. Όπου αγάπη εκεί και χαρά, εκεί και Ανάσταση, εκεί και Χριστός!

Δευτέρα 20 Απριλίου 2026

ΜΗΝ ΑΜΦΙΒΑΛΛΕΙΣ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΓΙΟΣ!

Μία αληθινή ιστορία

Ταξίδευε για την Αθήνα με το τραίνο μ’ έναν παραδελφό του. Έβλεπε τα διάφορα τοπία π’ αντανακλούσαν στα μάτια του, μα ο ίδιος ήταν βυθισμένος στις σκέψεις του. Ο νεαρός άλλος καλόγερος το’ χε ρίξει από ώρα στον ύπνο. Η προτροπή του Γέροντά του ηχούσε ακόμη στ’ αυτιά του.

 «Πήγαινε, παιδί μου, στην Αθήνα, για τις δουλειές του μοναστηριού, μα να πας να προσκυνήσεις και τον άγιο του Θεού. Μπορεί η Εκκλησία μας να μην έχει διακηρύξει ακόμη την αγιότητά του, μα είναι ζήτημα χρόνου γι’ αυτό. Εγώ τον είχα γνωρίσει και είμαι πεπεισμένος για το πόσο μεγάλος είναι. Ο Πορφύρης, όπως τον λέγανε οι γεροντότεροι του Όρους. Ο άγιος Πορφύριος για μένα και για τους περισσοτέρους. Σπουδαία και μεγάλα τα χαρίσματά του. Σαν κι αυτόν κάθε διακόσια χρόνια φανερώνεται από τον Θεό στην Εκκλησία».

«Πώς κι απέκτησε τόσα χαρίσματα, Γέροντα;» είχε ρωτήσει. «Και μάλιστα ζώντας τα περισσότερα χρόνια έξω από τον Άγιον Όρος. Πού; Στο κέντρο της Αθήνας, την Ομόνοια! Είναι δυνατόν;»

«Βεβαίως, παιδί μου. Γιατί δεν είναι ο τόπος που κάνει τον άγιο, αλλά ο τρόπος της ζωής του. Μην ξεχνάς από την άλλη, ο Γερο-Πορφύριος έφυγε από το Όρος όχι γιατί ο ίδιος το θέλησε, αλλά γιατί οι περιστάσεις με την υγεία του έκαναν τους Γεροντάδες του να του δώσουν κατ’ ανάγκην ευλογία για να βρεθεί στον τόπο των γονιών του καταρχάς, κι έπειτα στην Αθήνα ως κληρικός που έγινε. Κινδύνεψε μάλιστα να φύγει από τη ζωή νεαρός που ήταν, κι αν δεν αποφάσιζαν να τον στείλουν στους γιατρούς οι Γέροντές του δεν ξέρουμε αν θα μπορούσε να ζήσει».

«Τι χαρακτηριστικό ιδιαίτερο είχε, Γέροντα; Ποιος ήταν αυτός ο τρόπος της ζωής του; Έχω ακούσει αρκετά βεβαίως, όλοι οι προσκυνητές που έρχονται στη Μονή μας, τουλάχιστον οι περισσότεροι, μας λένε για την αγιότητά του και τα θαυμαστά σημεία που συνοδεύουν τις διάφορες ενέργειές του, αλλά μέσα μου σαν να ορθώνεται ένα αγκάθι που με τριβελίζει και με κάνει να αρνηθώ ότι ένας άνθρωπος καλόγερος που τελικά κατέληξε έξω από τη Μονή της μετανοίας του άγιασε, όπως λες» -  φάνηκε λίγο εξουθενωμένος ο π. Πέτρος, ο καλός νέος στην ηλικία αδελφός του ιστορικού αγιορείτικου μοναστηριού, που εδώ και κάποια χρόνια αγωνιζόταν τον καλό αγώνα της μετανοίας του, «υποπιάζοντας το σώμα του και δουλαγωγώντας το», όπως λέει και ο απόστολος.

«Ναι, πρέπει να το ξαναπούμε», είπε σκεφτικός ο Γέροντας κι έσκυψε το κεφάλι μνημονεύοντας το όνομα του Κυρίου. «Και δεν πρόκειται να πάψω να τονίζω το κύριο χαρακτηριστικό αυτού του μεγάλου αγίου της εποχής μας, που είναι και το πιο καίριο γνώρισμα κάθε αγίου οποιασδήποτε εποχής. Κατ’ ακρίβειαν, χωρίς αυτό αληθινός χριστιανός δεν υπάρχει. Μπορεί να έχει όλα τα θεωρούμενα χαρίσματα και όλες τις αρετές, μα αν λείπει αυτό το ένα που σφράγιζε την ύπαρξη και του Γέροντα Πορφυρίου, όλα τα άλλα είναι με ερωτηματικό. Κι αυτό το ένα, το μοναδικό, είναι η αγία ταπείνωση – έτσι τη χαρακτήριζε και ο άγιος. Η μεγάλη του ταπείνωση, λοιπόν, ήταν το πιο μεγάλο γνώρισμά του, γι’ αυτό και μαγνήτισε τη θεία χάρη τόσο πολύ. «Ταπεινοίς ο Θεός δίδωσι χάριν» δεν λέει ο λόγος του Θεού; Ε, το βλέπουμε τούτο σ’ όλο του το μεγαλείο στον άγιον αυτόν άνθρωπο. Και ξέρεις γιατί;»

Κοίταξε με απορία μεγάλη ο Πέτρος προσδοκώντας την απάντηση.

«Διότι ενώ από πολύ μικρός, δεκαεφτάχρονος περίπου, φάνηκε να αποκτά τα μεγάλα χαρίσματα του Θεού, το διορατικό, το προορατικό, το θαυματουργικό ακόμη, ποτέ δεν ξιπάστηκε κι ούτε άφησε μέσα του κάποιο ίχνος κενοδοξίας να τον καταλάβει. Κι αυτό φανερώνει το πόσο έντονος και βαθύς ήταν ο καθημερινός αγώνας του για μετάνοια, το πόσο την κάθε στιγμή της ζωής του τη θεωρούσε ως την τελευταία του, για να μην παρασυρθεί από την πλημμύρα της χάρης του Θεού πάνω του. Κι είναι η αλήθεια αυτή εκείνο που εξηγεί και την τεράστια αγάπη  που έτρεφε σε κάθε πλάσμα του Θεού, από το μικρότερο έως το μεγαλύτερο, τον άνθρωπο. «Στο πρόσωπο του συνανθρώπου βλέπουμε τον Χριστό», τόνιζε συχνά πυκνά, ακολουθώντας κατά γράμμα την εντολή του Κυρίου, που επιτάσσει να διακρίνουμε Εκείνον σε κάθε αδελφό μας. «Εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων εμοί εποιήσατε». Οπότε, καταλαβαίνεις, - κατέληξε ο Γέροντας – ένας τέτοιος άνθρωπος έχει γίνει ενεργούμενο του Πνεύματος του Θεού. Τον Χριστό διαπιστώνουμε στην ύπαρξή του και γι’ αυτό υποκλινόμαστε στην αγιότητά του».

💨

Φτάσανε στην Αθήνα οι καλόγεροι. Τελείωσαν με τις δουλειές του μοναστηριού που είχαν αναλάβει. Τράβηξαν για το Μοναστήρι του Γέροντος Πορφυρίου στη Μαλακάσα, τη «Μεταμόρφωση του Σωτήρος». Τα κατάφεραν πολύ καλά, μιας και ο Γέροντάς τους είχε φροντίσει να ειδοποιήσει κάποιο πνευματικό τέκνο του που σχετιζόταν με το μοναστήρι να τους εξυπηρετήσει. Προσκύνησαν το μεγάλο ναό που ολοκληρωνόταν σιγά σιγά. Και βρέθηκαν στον «πυρήνα» του μοναστηριού από πλευράς παρουσίας του οσίου Γέροντα: το ταπεινό κελάκι του με το κρεβατάκι του και το ριγμένο πάνω άγιο πετραχήλι του. Εικόνες πολλές κρέμονταν από παντού, ενώ η κεντρικότερη ήταν η αγαπημένη του αγίου, η μάνα Παναγία.

Προσκύνησε και φίλησε την εικόνα της Μεγάλης Μάνας και στάθηκε μπροστά στο κρεβατάκι του οσίου. Οι σκέψεις της αμφιβολίας για την αγιότητά του ήρθαν με μορφή καταιγιστική. Ένιωσε ευάλωτος. Δεχότανε επίθεση. Θέλησε να αντιτάξει ως άμυνα την πίστη του αγίου δικού του Γέροντα. Σκέφτηκε το πόσοι άνθρωποι βεβαίωναν και διαρκώς βεβαιώνουν την πνευματοφορία του αγίου. «Θεέ μου, Χριστέ μου, βοήθησέ με» κατόρθωσε να προφέρει. Την πίστη του για τον Χριστό ποτέ του δεν την αμφισβήτησε. Μα για τον συγκεκριμένο Γέροντα, που δεν ήταν «επισήμως» άγιος της Εκκλησίας, είχε πάντοτε τις αμφιβολίες του.

«Κι αν είναι άγιος, μήπως γίνομαι βλάσφημος, αρνούμενος το Πνεύμα του Θεού σ’ αυτόν;» του ήλθε απότομα ο λογισμός, που φάνηκε να τον κλονίζει ακόμη περισσότερο. Γονάτισε. Φίλησε το πετραχήλι του αγίου. Ύψωσε τα μάτια του και τον κοίταξε στη φωτογραφία του. Τα μάτια του αγίου τα ένιωσε σαν της μάνας του, γεμάτα στοργή και θερμή αγάπη γι’ αυτόν. Το χαμόγελό του πήρε να του παρηγορεί λίγο την ταραγμένη καρδιά. Μα, το «αγκάθι» της αμφιβολίας λειτουργούσε καλά και πάλι μέσα του. Σηκώθηκε. Δεν έπρεπε να δείξει και σε άλλους την εσωτερική του πάλη. Σταυροκοπήθηκε και βγήκε στον διάδρομο.

 💨

Δεν θέλησε να φύγει, έστω κι αν είδε ότι δύο πούλμαν βρέθηκαν στο μοναστήρι για το ιερό προσκύνημα. Ο κόσμος άρχισε να συρρέει και να παίρνει σειρά για να μπει στο κελί του αγίου. Κάποιοι ήδη είχαν αρχίσει τις αγορές βιβλίων και διαφόρων αγιοτικών που υπάρχουν στον διάδρομο. Οι περισσότεροι έγραφαν και τα ονόματά τους προς μνημόνευση. Το προσκύνημα συνεχιζόταν, όπως συνεχιζόταν και η επίθεση λογισμών στον π. Πέτρο, ο οποίος είχε σταθεί ένα βήμα πέρα από το κελί, παρακολουθώντας την όλη κίνηση. Άρχισε να θαυμάζει την απλοϊκή πίστη αυτών των ανθρώπων. Παρακαλούσε θερμά τον Κύριο να τον φωτίσει, να τον ενισχύσει, να του δείξει ένα «σημάδι» που θα έλυνε τον προβληματισμό του. Ήξερε βεβαίως ότι αυτό δεν συνάδει απολύτως με την πίστη του Χριστού – να ζητάς «σημεία και θαύματα» - μα μέσα στην απόγνωσή του το έκανε.

Τράβηξε την προσοχή του μία γερόντισσα που καθοδηγείτο από κάποιες άλλες γυναίκες, γιατί ήταν τυφλή. Την έβαλαν στο κελί του αγίου, προσκύνησε, βγήκε. Κι εκεί που ήταν θεατής κι οι σκέψεις του «σαν κοράκια τον χαστούκιζαν», ένιωσε το χέρι της τυφλής γερόντισσας να αρπάζει το δικό του χέρι. Τα δάχτυλά της σαν να ψηλάφιζαν τον καρπό του δεξιού του χεριού. Κάτι άρχισε να του λέει. Δεν κατάλαβε. Έσκυψε να την ακούσει καλύτερα. Αυτά που του είπε τον συγκλόνισαν. «Πάτερ, μην αμφιβάλλεις για την αγιότητα του Γέροντα. Είναι πράγματι άγιος!» Άφησε το χέρι του και αφέθηκε στην καθοδήγηση των γνωστών της. Τα βήματά της σύρθηκαν προς την έξοδο. Ο ίδιος όμως έμεινε εμβρόντητος και καθηλωμένος στη θέση του.

«Μην αμφιβάλλεις για την αγιότητα του Γέροντα. Είναι πράγματι άγιος!» Δάκρυα άρχισαν να ρέουν από τα μάτια του που δεν έκανε καμία προσπάθεια να τα σκουπίσει. Ζητούσε «σημείο» από τον Κύριο και ο Κύριος του έστειλε τη γερόντισσα αυτήν! Την τυφλή! Τυφλός δεν ήταν και ο όσιος Γέροντας τα τελευταία χρόνια της ζωής του; Του πήρε το χέρι και του ψηλάφισε τον καρπό! Το χέρι δεν έπιανε και ο άγιος και δεν ψηλάφιζε τον καρπό; Σαν να ζαλίστηκε. Βρήκε μία καρέκλα και κάθισε. Φωτίστηκε. Η απάντηση του Θεού, είπε.

Λίγο αργότερα, μόνος μετά το προσκύνημα των προσκυνητών, ξαναμπήκε στο κελί του Γέροντα. Με δάκρυα στα μάτια αυτήν τη φορά. Χωρίς καμία αμφιβολία. Έκανε αρκετές στρωτές μετάνοιες και άφησε το κεφάλι του ακουμπισμένο στο πετραχήλι του αγίου για πολλή ώρα. Σηκώθηκε τόσο ανάλαφρος σαν να ήθελε να πετάξει. Όποιος τον έβλεπε θα έλεγε ότι ο καλόγερος αυτός είχε υποστεί κάποια θεία αλλοίωση. Τα μάτια του αντιφέγγιζαν ένα βαθύ μυστικό φως.

Ο ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΤΟΥ ΒΥΘΟΥ ΤΗΣ ΑΠΙΣΤΙΑΣ


«Τόν Θωμᾶν οὐ κατέλιπες βαπτιζόμενον, Δέσποτα, βυθῷ ἀπιστίας, παλάμας προτείνας εἰς ἔρευναν» (ὠδή στ΄ κανόνος Κυριακής Θωμά).

(Δεν εγκατέλειψες, Δέσποτα Κύριε, τον Θωμά, την ώρα που βυθιζόταν στον βυθό της απιστίας, καθώς τού άπλωσες τις παλάμες για έρευνα).

Συνηθίζουμε να μιλάμε για την απιστία ή τη δυσπιστία ή την ολιγοπιστία του αγίου αποστόλου Θωμά, επειδή δεν αποδέχθηκε τη μαρτυρία των άλλων μαθητών ότι είδαν τον αναστημένο Χριστό. «Ἐάν μή ἴδω οὐ μή πιστεύσω» τους είπε. Και ο Κύριος τού έκανε τη χάρη και (όταν βεβαίως βρέθηκε μαζί με τους άλλους αποστόλους δείχνοντας την καλή του διάθεση και τον εσωτερικό του αγώνα) τον κάλεσε «ἰδίαις χερσί» να βεβαιωθεί για το αναστημένο Του σώμα. Εξέφρασε όμως και το παράπονό Του ότι «πίστεψε γιατί Τον είδε και τον ψηλάφησε με τις σωματικές του αισθήσεις», χωρίς να φτάσει στην υψηλότερη πίστη και θέαση που υπάρχει, δηλαδή τη μακαριότητα εκείνων που πιστεύουν χωρίς να επιζητούν να Τον δουν με τα σωματικά τους μάτια. Βεβαίως η εκκλησιαστική υμνολογία αφορμάται από το γεγονός αυτό για να «υμνήσει» τελικά αυτήν την απιστία του Θωμά – «ὤ καλή ἀπιστία τοῦ Θωμᾶ», διότι ο Κύριος «χαίρει ἐρευνώμενος»  - που έδωσε και δίνει την ευκαιρία μέσα στους αιώνες να εξαγγελθεί η Ανάσταση του Κυρίου ακόμη και μέσα από την ψαύση του πεπυρωμένου λόγω της θεότητάς Του σώματος του Κυρίου∙ αλλά και να τονισθεί η πραγματική έννοια της θεολογίας, ως γεγονότος που εδράζεται στην εμπειρία του Χριστού, είτε από το άγγιγμα του στήθους Του από τον Ιωάννη τον Θεολόγο είτε από το άγγιγμα των τρυπημένων από τα καρφιά χεριών Του και της λογχευμένης πλευράς Του, και όχι σε μία ιδεολογική και «ψιλή»-γυμνή προσέγγιση της πίστεως. 

Συνηθίζουμε λοιπόν να μιλάμε για τον «άπιστο» Θωμά. Όμως και το Ευαγγέλιο αλλά και η υμνογραφία της Εκκλησίας δεν παύουν να σημειώνουν ότι την απιστία ή την ολιγοπιστία του Θωμά την είχαν και οι άλλοι μαθητές του Κυρίου, με πρώτον μάλιστα από όλους τον κορυφαίο των μαθητών απόστολο Πέτρο. Και έρχεται ακριβώς η ποίηση των ημερών για να θυμίσει, πέρα από άλλες «απιστίες», τη βεβαιωμένη από τον ίδιο τον Κύριο ολιγοπιστία του Πέτρου, όταν είδε τον Κύριο, προ της Αναστάσεώς Του βεβαίως, να περιπατεί επί των κυμάτων της θάλασσας της Γαλιλαίας και Τον παρακάλεσε, εφόσον είναι Εκείνος, να του επιτρέψει να έλθει κοντά Του, πατώντας κι αυτός πάνω στη φουρτουνιασμένη θάλασσα. Και ποιο το αποτέλεσμα; Ο Πέτρος, όσο έβλεπε τον Κύριο, να μπορεί να περπατάει σαν επάνω σε ξηρά˙ όταν όμως συνειδητοποίησε την «πραγματικότητα» του περιβάλλοντος, να αρχίσει να βυθίζεται, γιατί απίστησε. Το γεγονός αυτό δεν έχει υπόψη του ο υμνογράφος του παραπάνω τροπαρίου μιλώντας όμως τη φορά αυτήν για τον Θωμά; Την ίδια εικόνα, κατά μεταφορικό τρόπο, χρησιμοποιεί: και ο Θωμάς βυθιζόταν στα κύματα της απιστίας με κίνδυνο να καταποντιστεί. Δεν τον αφήνει όμως ο Κύριος∙ όπως άπλωσε το χέρι Του κι έπιασε τον Πέτρο, ελέγχοντας την ολιγοπιστία του: «ὀλιγόπιστε, εἰς τί ἐδίστασας;», κατά τόν ίδιο τρόπο απλώνει τις παλάμες Του στον ολιγόπιστο Θωμά για να σώσει κι εκείνον. Με τον ίδιο μάλιστα τρόπο σχεδόν ελέγχου: «ὅτι ἑώρακάς με πεπίστευκας∙ μακάριοι οἱ μή ἰδόντες καί πιστεύσαντες». 

Το κρίσιμο και καίριο σημείο και στις δύο επεμβάσεις του Κυρίου στους ολιγοπίστους ή απίστους μαθητές Του ήταν ότι και οι δύο τελικά στράφηκαν σ’ Εκείνον: ο Πέτρος με τον άμεσο τρόπο της αγωνιώδους κραυγής του: «Κύριε, σῶσόν με», ο Θωμάς με τον έμμεσο τρόπο του ερχομού του στον κύκλο των άλλων μαθητών – μία «κραυγή» του ήταν κι αυτή, καθώς άφησε την απομόνωση και τη μοναξιά του. Κι αυτό το σημείο είναι το κρίσιμο και για κάθε μαθητή και πιστό Του σε όλους τους αιώνες και σήμερα: μπορεί να αμφιβάλλουμε και να ολιγοπιστούμε, αλλά αυτό που περιμένει κι από εμάς ο Κύριος είναι να στραφούμε τελικώς στον Ίδιο και να κραυγάσουμε. Όχι εξωτερικά, αλλά εσωτερικά και μυστικά, στο βάθος της καρδιάς μας. Αλλά με την παρατήρηση που ο Ίδιος έκανε στον μαθητή Του Ιούδα (όχι τον Ισκαριώτη), για το πώς πια μετά την Ανάστασή Του θα εμφανίζεται στους ανθρώπους: όχι εξωτερικά σαν να θέλει να τους «υποτάξει» με μία συγκλονιστική εμφάνισή Του, αλλά μέσα από την τήρηση των αγίων εντολών Του.

 Ο Κύριος υπήρξε σαφέστατος και απολύτως συνεπής: «όποιος τηρεί τις εντολές Μου θα δείχνει ότι Με αγαπάει, οπότε θα δει στην ύπαρξή του την ίδια την αγάπη του Θεού Πατέρα και τη δική Μου, καθώς και τη φανέρωσή Μου μέσα σ’ εκείνον». Με άλλα λόγια, η Ανάσταση του Χριστού μετά τις συνεχείς επί σαράντα ημέρες εμφανίσεις Του στους μαθητές Του θα βιώνεται από τους πιστούς στον βαθμό που αυτοί πια θα ξανοίγονται στην αναζήτησή Του μέσα από την εφαρμογή του αγίου θελήματός Του. Ο Χριστός, ας επιτραπεί η έκφραση, μας έκανε «ματ»: μόνον η εμπειρία του Χριστού θα επιβεβαιώνει την πίστη και την Ανάστασή Του. Οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση θα αποτελεί ένα μάταιο κυνηγητό του ανθρώπινου εγωισμού, γι’ αυτό και θα καταλήγει μονίμως σε αποτυχία. Μ’ έναν λόγο: όπου δεν υπάρχει αγάπη αληθινή και θυσιαστική, όπως την έδειξε και την έζησε ο Χριστός, εκεί Χριστός δεν υπάρχει, εκεί τα όποια λόγια και οι όποιες φωνασκίες συνιστούν «κύμβαλον ἀλαλάζον».  

Σάββατο 18 Απριλίου 2026

ΜΗ ΓΙΝΟΥ ΑΠΙΣΤΟΣ, ΑΛΛΑ ΠΙΣΤΟΣ!

Ο Κύριος συγκαταβαίνει στον «άπιστο» μαθητή Του και δι’ αυτού σε όλους τους «άπιστους» πιστούς Του όλων των αιώνων: του εμφανίζεται όταν βρέθηκε στον κύκλο των μαθητών την όγδοη ημέρα από την Ανάστασή Του και τον καλεί να τον ψαύσει με το χέρι του για να βεβαιωθεί ότι είναι Αυτός, ο Διδάσκαλος, ο Οποίος πέθανε πάνω στον Σταυρό αλλά αναστήθηκε τριήμερος. Η υμνογραφία της ημέρας είναι συγκλονιστική, καθώς ο άγιος υμνογράφος στέκεται έκθαμβος μπροστά στο μυστήριο της ψαύσης του αναστημένου σώματος που είναι «πύρινον» και πέραν της φύσεως που γνωρίζουμε στον κόσμο τούτο. Και γίνεται έτσι ο άπιστος πιστός Θωμάς το όργανο του Κυρίου προκειμένου να διαλαληθεί η Ανάσταση στα πέρατα του κόσμου – ο μαθητής που έγινε ο ομολογητής της πίστεως: «ο Κύριός μου και ο Θεός μου», μέσα από την αμφισβήτηση και την αμφιβολία. «Η απιστία που γέννησε τη βεβαία πίστη» και που γι’ αυτό χαρακτηρίστηκε ως «καλή απιστία».

Δεν είναι ό,τι καλύτερο αυτό που συνέβη με τον Θωμά. Η συγκατάβαση του Κυρίου έφερε ταυτοχρόνως και το παράπονό Του και τον έλεγχο στον μαθητή Του: «Μη γίνεσαι άπιστος, αλλά πιστός». «Με πίστεψες γιατί με είδες με τα μάτια σου. Μακάριοι όσοι δεν είδαν αλλά πίστεψαν». Ο Κύριος μάς προσανατολίζει στη βαθειά όραση που υπέρκειται της απλής σωματικής όρασης, την όραση της πίστεως. Η πίστη θεωρείται η κανονικότητα με την οποία βλέπει πια ο χριστιανός – τα μάτια του μετασκευασμένα από τη χάρη του Θεού μπορούν και βλέπουν πέρα από τον κόσμο των αισθήσεων. «Με την πίστη περπατάμε κι όχι με ό,τι βλέπουν οι αισθήσεις μας» θα πει ο απόστολος Παύλος, ο οποίος επίσης θα τονίσει ότι «δεν επικεντρώνουμε σ’ αυτά που βλέπουμε με τα μάτια μας, αλλά στα μη βλεπόμενα». Έτσι δεν ορίζεται άλλωστε αγιογραφικά η πίστη; Ως όραση και έλεγχος πραγμάτων που δεν βλέπονται με τις αισθήσεις. «Πίστις είναι να ζεις αυτά που ελπίζεις και να βλέπεις πράγματα που δεν βλέπονται».

Κι είναι η πίστη στον άνθρωπο, όπως είπε ο Κύριος στον Θωμά, όχι μία κατάσταση παθητική, αλλά κατεξοχήν ενεργητική και δυναμική. «Γίνεσαι πιστός, γίνεσαι άπιστος». Ανάλογα με τον προσανατολισμό σου και την πορεία της ζωής σου, αν είσαι δηλαδή με τον Χριστό ή όχι, αυξάνεσαι εν Αυτώ ή απομακρύνεσαι από Αυτόν. Ό,τι ο Ίδιος απεκάλυψε: «όποιος δεν είναι μαζί Μου είναι εναντίον Μου», το ίδιο αποκαλύπτει και εν προκειμένω. Και η αύξηση εν Χριστώ δεν σταματά ποτέ – ο πιστός πορεύεται αδιάκοπα «εκ πίστεως εις πίστιν». Η πρόσωπον προς πρόσωπον σχέση του ανθρώπου με τον Χριστό είναι γεγονός του μέλλοντος, μετά τη ζωή αυτή. Όσο ζούμε στον κόσμο τούτο τον Κύριο θα Τον βλέπουμε μόνον «αινιγματικά όπως βλέπει κανείς μέσα από καθρέπτη», θα Τον βλέπουμε και θα Τον ζούμε δηλαδή μόνο μέσω της πίστεως. Η ομολογία του μεγάλου αποστόλου Παύλου δεν αφήνει περιθώρια αμφισβητήσεως: «Ό,τι τώρα ζω με το σώμα μου είναι η πίστη μου στον Ιησού Χριστό, ο Οποίος με αγάπησε και παρέδωσε τον Εαυτό Του για χάρη μου».

Κι αυτή η δυναμική της εν Χριστώ πίστεως που οδηγεί σε κοινωνία με τον Ίδιο και όλον ασφαλώς τον Τριαδικό Θεό έχει τρία κύρια χαρακτηριστικά: την εκκλησιαστικότητα, την αποφασιστικότητα, την εν αγάπη πρακτική της.

Η εκκλησιαστικότητα είναι προφανής με τον απόστολο Θωμά: όσο ήταν μόνος και αποκομμένος από τους άλλους μαθητές ζούσε μέσα στην αχλύ της απιστίας του και της ταλαιπωρίας του. Μόλις κάνει την υπέρβαση και εξέρχεται του εαυτού του και της μοναξιάς του, ερχόμενος σε κοινωνία με τους άλλους μαθητές, ερχόμενος δηλαδή στην Εκκλησία, εκεί του αποκαλύπτεται ο Κύριος. Ο λόγος Του σε άλλο σημείο με τους μαθητές Του ήταν απόλυτος: «όπου είναι δύο ή τρεις συναγμένοι στο όνομά Μου εκεί είμαι και Εγώ ανάμεσά τους».

Η αποφασιστικότητα της πίστεως καθίσταται ολοφάνερη σε όλη την αποκάλυψη του Κυρίου με την κλήση Του για απάρνηση του εαυτού μας, κατεξοχήν δε φαίνεται με τον λόγο Του εν Πνεύματι στην Αποκάλυψη του Ιωάννη: «γίνου πιστός άχρι θανάτου». Αν δεν αποφασίσεις να μείνεις πιστός στον Κύριο και στους λόγους Του, έστω κι αν πεθάνεις, δυστυχώς θα ζεις μέσα στη διψυχία που θεωρείται ό,τι χειρότερο στην πνευματική χριστιανική ζωή. Πρόκειται για μία απόφαση ολοκληρωτικής στροφής εν αγάπη προς τον Κύριο που οδηγεί στην έκπληξη της παρουσίας Του στην ίδια τη ζωή του πιστού – μόλις πεις: θα πεθάνω για Σένα, Κύριε, τότε Τον βλέπεις σε όλο Του το μεγαλείο.

 Και η πρακτική της αγάπης: «πίστις δι’ αγάπης ενεργουμένη» σημειώνει και πάλι ο μέγας Παύλος. Η πίστις ζωντανεύει και τίθεται σε ενέργεια μόνο με την αγάπη. Διαφορετική μία πίστη άνευρη που δεν κινητοποιεί την ύπαρξη του πιστού λίγο απέχει από την πίστη των ίδιων των δαιμόνων – είναι μία πίστη πράγματι νεκρή που δεν έχει καμία σωτηριολογική διάσταση. Γι’ αυτό και μετράμε την πίστη μας με το μέτρο της αγάπης μας. Αγαπώ σημαίνει πιστεύω ορθά και αληθινά κι όσο αυξάνω την αγάπη μου προς τον συνάνθρωπό μου, ακόμη και τον εχθρό μου, τόσο και αυξάνω και πολλαπλασιάζω την πίστη μου. «Η αγάπη είναι η πηγή της πίστεως» θα πει ο όσιος Ιωάννης της Κλίμακος. Οπότε το ξέρουμε: όταν λογισμοί αμφιβολίας και απιστίας απειλούν να κλονίσουν το πνευματικό οικοδόμημά μας, είναι γιατί έχουμε αφήσει κάποια κατάλοιπα μνησικακίας και πικρίας και εχθρότητας απέναντι σε κάποιον ή κάποιους συνανθρώπους μας. Η πίστη ριζώνει πάντοτε εκεί που υπάρχει η καθαρότητα της καρδιάς. Και καθαρή γίνεται η καρδιά μόλις αρχίζει να ζει την αγάπη.