Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΛΟΥΚΑ (ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Ζ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ)

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΜΑΣ ΣΗΜΕΡΑ ἑορτάζει τούς Πατέρες τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, οἱ ὁποῖοι ἀσχολήθηκαν μέ τή χριστολογική αἵρεση τῆς εἰκονομαχίας. Χωρίς νά ἀσχοληθοῦμε μέ τήν οὐσία τοῦ προβλήματος αὐτοῦ, τό ὁποῖο ταλάνισε τήν ᾽Εκκλησία πλέον τοῦ ἐνάμιση αἰῶνα καί προκάλεσε ἑκατόμβη αἱμάτων γιά τήν ὑπεράσπιση τῶν εἰκόνων, θά κάνουμε λόγο γιά τό ἴδιο τό γεγονός τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου, θέμα πού ἀπαιτεῖ πάντοτε ἰδιαίτερη προσοχή καί ἐνδιαφέρον.

1. Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΜΑΣ εἶναι ᾽Εκκλησία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Διότι σ᾽ αὐτές ἔχουμε παροῦσα ὅλη τήν ᾽Εκκλησία ὡς ἀλάθητο ἐκφραστή τῆς ἀλήθειας. ῾Ως γνωστόν ἡ ᾽Εκκλησία δέν εἶναι ἀλάθητη οὔτε στά ἐπιμέρους πρόσωπα τῶν μελῶν της, (κάτι πού ἀποδέχονται γιά παράδειγμα οἱ Ρωμαιοκαθολικοί μέ τό ἀλάθητο τοῦ πάπα), οὔτε στίς ἐπιμέρους ὁμάδες αὐτῶν. Εἶναι ἀλάθητη ὡς ὅλο. Καί τό ὅλο, ἐκπροσωπούμενο ἀπό τούς κατά τόπους ἐπισκόπους τῶν ᾽Εκκλησιῶν,  φανερώνεται στίς Οἰκουμενικές Συνόδους. ῾Η Οἰκουμενική Σύνοδος ἔτσι συνιστᾶ τή φωνή τῆς ᾽Εκκλησίας, συνεπῶς τή φωνή τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ ἡ ᾽Εκκλησία εἶναι τό μυστικό σῶμα ᾽Εκείνου.

2. ῾Η ἀλάθητη φωνή τῆς ᾽Εκκλησίας διά τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀκούγεται τότε κυρίως, ὅταν παρουσιάζονται ξένες καί ἀλλότριες φωνές πρός αὐτήν καί τόν Κύριο καί ἀρχηγό Της ᾽Ιησοῦ Χριστό, δηλαδή ὅταν παρουσιάζονται διάφορες αἱρέσεις. Οἱ αἱρέσεις συνιστοῦν τό μεγαλύτερο πρόβλημα τῆς ᾽Εκκλησίας, γιατί σκοτίζουν τήν ἀλήθεια παρουσιάζοντας μία παραμορφωμένη εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Γι᾽ αὐτό καί ἡ Οἰκουμενική Σύνοδος δέν λειτουργεῖ μέ τυπικό καί τακτικό προγραμματισμένο τρόπο, ἀλλά εἶναι ἰδιαίτερα χαρισματικό γεγονός τῆς ᾽Εκκλησίας. ῎Αλλο οἱ κατά τόπους Σύνοδοι μέ τήν τακτική λειτουργία τους καί ἄλλο οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι.

3. ῎Εργο κάθε Οἰκουμενικῆς Συνόδου πού συνέρχεται μέ τήν ἐμφάνιση μίας καταστροφικῆς αἵρεσης, εἶναι ἀφενός νά καταδικάσει τή διαστροφή τῆς ἀλήθειας πού φέρνει ἡ αἵρεση, ἀφετέρου νά διατυπώσει τήν ἀλήθεια πού ζεῖ ἡ ᾽Εκκλησία, τήν καθαρή ἀλήθεια δηλαδή τοῦ Χριστοῦ καί τῆς παρουσίας Του. Κι ἡ διατύπωση αὐτή γίνεται ὅσον ἀφορά στήν πίστη μέ τά λεγόμενα δόγματα ἤ τούς ὅρους, ὅσον ἀφορᾶ στήν ἐκκλησιαστική τάξη καί τή λατρεία μέ τούς κανόνες.

᾽Από τήν ἄποψη αὐτή τά δόγματα ἤ οἱ ὅροι δέν ἔχουν καμμία σχέση μέ τούς διαφόρους δογματισμούς πού ὑπάρχουν στόν κόσμο καί πού ταλαιπωροῦν τόν ἄνθρωπο, διότι κατανοοῦνται ὡς ἐκεῖνοι οἱ δεῖκτες πορείας πού ὀρθά ἀκολουθούμενοι ἀπό τόν πιστό ἐκβάλλουν στή ζωντανή σχέση μέ τόν Χριστό καί τόν Τριαδικό Θεό. Τό δόγμα π.χ. ὅτι ὁ Χριστός εἶναι τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος χωρίς ἁμαρτίας ἀποτελεῖ τόν δείκτη γιά τόν χριστιανό πού τοῦ λέει ὅτι ἄν δέν συναντήσει  Αὐτόν στή διφυΐα Του αὐτή, ἔχει λαθέψει, δηλαδή δέν ζεῖ σωστά τήν ἐκκλησιαστική ζωή. Οἱ κανόνες ἐπίσης ὁριοθετοῦν τή ζωή τῆς ᾽Εκκλησίας, ὥστε καί πάλι ὁ πιστός νά μή ξεφύγει  ἀπό τή σχέση του μέ τόν Χριστό, γεγονός πού σημαίνει ὅτι οἱ κανόνες ἀποτελοῦν τίς ἐκφράσεις τοῦ δόγματος στήν καθημερινή ἐφαρμογή του.

4. ῎Ετσι τά δόγματα ἀλλά καί οἱ κανόνες (καί κυρίως οἱ δογματικοί λεγόμενοι) δέν εἶναι θέμα ἐπιλογῆς τῆς βούλησης τοῦ πιστοῦ: ἄν θέλω τά ἀποδέχομαι καί τά τηρῶ, ἀλλά ἔχουν ὑποχρεωτικό χαρακτήρα γιά ὅλους τούς πιστούς. Χρειάζεται ὅμως προσοχή στούς κανόνες νά γίνεται ὀρθή ἑρμηνεία αὐτῶν, προκειμένου ὄντως νά βοηθοῦν στήν εὕρεση τοῦ Χριστοῦ καί στή ζωντανή σχέση μέ τόν Τριαδικό Θεό. Διαφορετικά μία ἐπιπόλαια καί ἀδιάκριτη ἐφαρμογή τους μπορεῖ νά ὁδηγήσει στό ἐντελῶς ἀντίθετο ἀποτέλεσμα: νά γίνουν καταστροφικά μέσα τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου. Ὁ μεγάλος σύγχρονος ἅγιος τῆς ἐποχῆς μας Παΐσιος Ἁγιορείτης ἐξέφραζε τήν ἀλήθεια μέ τόν γνωστό χαριτωμένο καί ἄμεσο τρόπο του: «Οἱ κανόνες στά χέρια ὁρισμένων ἀδιακρίτων γίνονται κανόνια πού καταστρέφουν τούς ἀνθρώπους».

5. ῞Ενα ἐρώτημα πού τίθεται βεβαίως συχνά γιά τίς Οἰκουμενικές Συνόδους εἶναι: ὅλες οἱ Σύνοδοι ἅμα τῇ συγκροτήσει τους εἶναι καί οἰκουμενικές; Κι ἡ ἀπάντηση εἶναι, ἀσφαλῶς καί ὄχι. Διότι ὐπῆρξαν Σύνοδοι πού συγκροτήθηκαν μέ ὅλα τά δεδομένα μίας Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἀλλ᾽ ἀπορρίφτηκαν ἀπό τήν ᾽Εκκλησία (π.χ. ἡ εἰκονομαχική Σύνοδος τῆς ῾Ιέρειας, ἡ Σύνοδος τῆς Φερράρας- Φλωρεντίας). ᾽Εκεῖνο πού συνιστᾶ κριτήριο γιά τή γνησιότητα μίας Συνόδου καί τοῦ χαρακτηρισμοῦ της ὡς Οἰκουμενικῆς εἶναι ἡ ἔκφραση τῆς ἀλήθειας, ἡ συνέχεια δηλαδή τῆς ἀπαρχῆς Παράδοσης τοῦ Χριστοῦ, τῶν ᾽Αποστόλων καί τῶν Πατέρων τῆς ᾽Εκκλησίας. Κι αὐτός πού βεβαιώνει ἤ ὄχι ὅτι ἐκφράστηκε ὀρθά ἡ ἀλήθεια εἶναι ὁ πιστός λαός, κληρικοί καί λαϊκοί. ῎Αν ὁ πιστός λαός ἀποδεχθεῖ ἐν εὐχαριστίᾳ τίς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου, ἄν τό ἔργο της νύξει τίς καρδιές καί ὁ λαός ὀδηγηθεῖ σέ δοξολογία τοῦ Θεοῦ, τότε ναί! ἡ ἀλήθεια ἐκφράστηκε, ἡ Σύνοδος ἑπομένως ἔχει χαρακτήρα Οἰκουμενικό.

ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΜΑΣ, ᾽Εκκλησία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ζοῦμε μέ ἀσφάλεια τήν πίστη μας. Μποροῦμε χωρίς προβλήματα νά ζήσουμε τόν Χριστό καί Θεό μας. Τό μόνο πρόβλημα ἀσφαλῶς πού ὑφίσταται διαχρονικά εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἑαυτός μας. ῾Η δική μας βούληση συνιστᾶ τίς περισσότερες φορές τό ἀνάχωμα πού ἐμποδίζει τήν ἐμπειρική ἐπιβεβαίωση τῆς ἀλήθειας. ᾽Αλλά βεβαίως σ᾽ αὐτό δέν φταίει ἡ ᾽Εκκλησία.

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΛΟΥΚΑ (Τοῦ καλοῦ σπορέως)

«Τίς εἴη ἡ παραβολή αὕτη;» (Λουκ. 8, 9)

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΣΠΟΡΕΩΣ είναι μία από τις γνωστότερες και σπουδαιότερες παραβολές του Κυρίου. Απόδειξη τούτου το γεγονός ότι την διασώζουν και οι τρεις συνοπτικοί λεγόμενοι ευαγγελιστές (Ματθαίος, Μάρκος, Λουκάς) και μάλιστα πρώτη κατά σειράν από τις άλλες. Επίτηδες μάλιστα η Εκκλησία μας την έχει τοποθετήσει να αναγινώσκεται  τον Οκτώβριο, δεδομένου ότι σχετικά τότε ξεκινά η εκάστοτε ιεραποστολική και κηρυκτική, όπως λέμε, περίοδός της. Παρμένη η παραβολή από την αγροτική ζωή της Παλαιστίνης – κατά την οποία η σπορά προηγείτο του οργώματος – αναφέρεται στον γεωργό, ο οποίος ρίχνει τον σπόρο στο έδαφος, αλλ’  ενώ εκείνος είναι ο ίδιος, όπως και ο σπόρος, η καρποφορία ποικίλλει: αλλού ο σπόρος δεν καρποφορεί καθόλου, λόγω του πατημένου εδάφους, αλλού καρποφορεί ελάχιστα για να χαθεί έπειτα εντελώς, αλλού πολύ πλούσια, σαν το καλό έδαφος,  κάτι που είναι ευνόητο ότι τονίζει τον ρόλο και την «ευθύνη» του εδάφους. Η παραβολή δεν φαίνεται ότι κατανοήθηκε από τους ακροατές του Κυρίου. Απαιτήθηκε η ερμηνεία της από Εκείνον, μετά μάλιστα από την ερώτηση και των ίδιων των μαθητών Του: Κύριε, τι σημαίνει η παραβολή αυτή; «Τις είη η παραβολή αύτη;»

1. ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΚΑΤΑΡΧΑΣ να υπενθυμίσουμε ότι η εντύπωση που συνήθως υπάρχει για τις παραβολές του Κυρίου, ότι δηλαδή είναι απλές ιστορίες από την καθημερινή ζωή προς μεγαλύτερη κατανόηση της διδασκαλίας Του, δεν είναι ακριβής. Διότι στον Κύριο η διδασκαλία Του μέσω των παραβολών, που καλύπτουν σχεδόν το ένα τρίτο (1/3) όσων δίδαξε, λειτουργεί περισσότερο ως πρόκληση-αφορμή για να φανερωθεί η γνησιότητα ή όχι  της διάθεσης του ανθρώπου απέναντι στον Θεό, παρά ως μία απλή διευκόλυνσή του. Αυτό σημαίνει ότι εκείνοι που πράγματι αναζητούσαν την αλήθεια, οι καλοπροαίρετοι άνθρωποι, προσανατολίζονταν προς αυτήν και φωτίζονταν από τον Κύριο, ο Οποίος τους μυούσε στα μυστήρια της Βασιλείας του Θεού, ενώ οι άλλοι, οι μη αναζητητές, οι προσκολλημένοι μόνον στον κόσμο, συνεπώς περιστασιακοί και από περιέργεια ή κακή διάθεση ακροατές Του, σκοτίζονταν περισσότερο, σαν αυτούς που βλέπουν κάτι χωρίς να το βλέπουν, ή σαν αυτούς που ακούνε κάτι χωρίς τελικώς να το ακούνε. Στη δεύτερη αυτή περίπτωση ίσως έχει θέση μία διδασκαλία της Αγίας Γραφής περί προόδου της αμαρτίας: ο αμαρτωλός συνεχίζει να αμαρτάνει και ο ρυπαρός ρυπαίνεται ακόμη περισσότερο, μέχρις ότου φτάσουν δηλαδή στο σημείο της πλήρους πωρώσεως. Πρόκειται ίσως για μία «τιμωρία» του Θεού, παιδαγωγικού ασφαλώς χαρακτήρα, κατά την οποία Εκείνος, βλέποντας την αδιαφορία του ανθρώπου, παρ’ όλες τις ευκαιρίες που του δίνει για μεταστροφή του, τον αφήνει στο τέλος στις κακές επιλογές του, κάτι που συνιστά μία κόλαση του ανθρώπου.

2.  Η συγκεκριμένη παραβολή λοιπόν έχει ένα βαθύ νόημα, το οποίο ο Κύριος απεκάλυψε στους μαθητές Του, όψεις του οποίου είναι και τα παρακάτω:

(α) «Ο σπόρος εστίν ο λόγος του Θεού». Αυτό σημαίνει ότι ο λόγος αυτός περικλείει μέσα του τεράστια δύναμη, την οποία υποδηλώνει η αντιστοιχία με τον σπόρο. Όπως ο σπόρος, ενώ φαίνεται εξωτερικά μικρός και αδύναμος, έχει μέσα του δυνάμεις, ώστε να γίνει και δέντρο, το ίδιο και ο λόγος του Θεού: φαίνεται πολλές φορές «αδύναμος», εξωτερικά ίδιος με τους άλλους ανθρώπινους λόγους, όμως περικλείει τέτοιες δυνάμεις, που μπορούν να μεταμορφώσουν τη ζωή ενός ανθρώπου. «Ατομική βόμβα» τον έχουν χαρακτηρίσει και όχι άδικα. Κι είναι γνωστό ότι ο Κύριος πολλές φορές  μίλησε για τη δύναμη και την αξία του λόγου του Θεού. Μαγιά που μπορεί να ζυμώσει πολλά κιλά αλεύρου είπε ότι είναι η Βασιλεία Του που φανερώνεται με τον Ίδιο και τον λόγο Του, κρυμμένος θησαυρός και πολύτιμος μαργαρίτης που υπερβαίνει την αξία όλων των επιγείων πραγμάτων, σημείωσε αλλού για το ίδιο. Ο απόστολος Παύλος ήταν εκείνος που κατεξοχήν πρόβαλε τη δύναμη αυτού του λόγου: Συνιστά τη «δύναμιν του Θεού εις σωτηρίαν παντί τω πιστεύοντι», είπε. Κι αλλού: «Ζων ο λόγος του Θεού και ενεργής και τομώτερος υπέρ πάσαν μάχαιραν δίστομον και διϊκνούμενος άχρι μερισμού ψυχής τε και πνεύματος, αρμών τε και μυελών και κριτικός ενθυμήσεων και εννοιών καρδίας» (Εβρ. 4, 12).

Αιτία γι’  αυτό είναι το γεγονός ότι ο λόγος του Θεού αποτελεί ενέργεια Εκείνου και συνεπώς προσωπική Του παρουσία. Στον Θεό δηλαδή δεν υπάρχουν απρόσωπες και ανεξάρτητες από τις υποστάσεις Του δυνάμεις. Κάθε δύναμή Του, κάθε ενέργειά Του είναι στην πραγματικότητα προσωπική παρουσία δική Του. Έτσι και ο λόγος του Θεού: έχει τεράστια δύναμη, γιατί πρόκειται για τον ίδιο τον Θεό. Ο Κύριος πολλές φορές είχε τονίσει και αυτήν τη διάσταση, δηλαδή ότι αποδοχή του λόγου Του σημαίνει αποδοχή του Ίδιου μέσα στην ύπαρξη του ανθρώπου. Γι’  αυτό και οι άγιοι Πατέρες συχνά τόνιζαν ότι «ο Κύριος περικλείεται μέσα στις εντολές Του». Από την άποψη αυτή δίνεται με σαφήνεια απάντηση και στο ερώτημα πολλών «πώς μπορώ να δω και να συναντήσω τον Θεό;» Μόνο με την αποδοχή και την τήρηση των λόγων και των εντολών του Κυρίου, γεγονός που σημαίνει ότι η σχέση με τον Θεό δεν έχει θεωρητικό ή νοησιαρχικό χαρακτήρα, αλλά καθαρώς εμπειρικό. Την ώρα που ένας άνθρωπος θα τηρήσει τον λόγο του Θεού, εκείνην την ώρα θα δει την παρουσία του Θεού ενεργούσα μέσα σε όλη την ύπαρξή του. Αυτό συνιστά και την προϋπόθεση, προκειμένου να ενεργοποιείται η χάρη του Κυρίου μέσα από τα μυστήρια και μάλιστα της Θείας Ευχαριστίας.

(β) Ενώ όμως έχει τέτοια δύναμη ο σπόρος, ο λόγος του Θεού, εξαρτάται η ενέργειά του από το έδαφος στο οποίο θα πέσει, δηλαδή από το τι ψυχή θα συναντήσει. Όπως συχνά τονίζεται, ο παντοδύναμος Θεός αυτοπεριορίζεται, διότι ακριβώς σέβεται τη δοσμένη από Αυτόν στον άνθρωπο ελευθερία του. Η παραβολή του σπορέως αποτελεί  εναργή  απόδειξη της αλήθειας αυτής. Με άλλα λόγια, χωρίς τη συγκατάθεση του ανθρώπου ο λόγος του Θεού παραμένει ανενέργητος και «κενός». Όπως το σημειώνει και ο απόστολος Παύλος, ο οποίος παρακαλεί τους μαθητές του «μη εις κενόν δέξασθαι την χάριν του Θεού», να μην πάει χαμένη η χάρη του Θεού. Κι είναι δραματική και η εξής επισήμανση: πάει χαμένη η χάρη του Θεού, όταν ο άνθρωπος όχι μόνον την απορρίπτει, αλλά κι όταν μπορεί να την έχει αποδεχθεί! Εννοούμε ότι όχι μόνον το πατημένο έδαφος – ο άνθρωπος που έχει πλήρως αποστρέψει το πρόσωπό του από τον Θεό – αλλά και το πετρώδες και το ακανθώδες έδαφος, δηλαδή οι άνθρωποι που έχουν ανταποκριθεί σε πρώτη φάση στην κλήση του Θεού, αλλά δεν πρόσεξαν και δεν επέμειναν σ’ αυτήν, έχασαν τον Θεό.

 (γ) Εκτός από τον παράγοντα άνθρωπο με την ελευθερία του υπάρχει και κάποιος άλλος που παρεμβάλλεται στη διαδικασία της σποράς, της αποδοχής του λόγου του Θεού στην ψυχή του ανθρώπου: ο «εχθρός άνθρωπος» που λέει άλλη παραβολή, δηλαδή ο διάβολος. Είναι γνωστό: ο διάβολος προσπαθεί παντοιοτρόπως να εμποδίσει τον άνθρωπο από το άκουσμα του λόγου του Θεού, πολύ περισσότερο από την εφαρμογή του. Διότι ακριβώς γνωρίζει ότι ο λόγος του Θεού, αν γίνει αποδεκτός,  αποτελεί τη σωτηρία του ανθρώπου. Αξίζει να υπενθυμίσουμε το περιστατικό από την ασκητική παράδοση της Εκκλησίας, κατά το οποίο ηγούμενος μοναστηριού που ενώ δίδασκε τους μοναχούς του, έβλεπε ότι αυτοί αποκοιμώντο  με συνέργεια του διαβόλου, σταμάτησε τη διδασκαλία και άρχισε το «κουτσομπολιό». Αμέσως ξύπνησαν όλοι. Και βρήκε ευκαιρία ο καλός ηγούμενος να τους διδάξει αυτήν την αλήθεια: στον λόγο του Θεού  ο διάβολος προκαλεί τον ύπνο, στο «κουτσομπολιό» ξυπνάει τους πάντες.

(δ) Το καλό έδαφος είναι η προϋπόθεση της επιτυχίας της σποράς. Πρόκειται για τους καλοπροαίρετους, όπως είπαμε, ανθρώπους, οι οποίοι ανταποκρίνονται στον λόγο του Θεού «εν καρδία καλή και αγαθή», επιμένουν σ’  αυτόν, παρ’  όλες τις δυσκολίες, εξωτερικές ή εσωτερικές, κάνουν υπομονή για να δουν το αποτέλεσμα. Το «κατέχουσιν και καρποφορούσιν εν υπομονή» που λέει ο Κύριος, αποτελεί το μυστικό για την ύπαρξη του καλού εδάφους. Διότι η υπομονή φανερώνει την αλήθεια της πίστεως και της ταπεινώσεως του ανθρώπου, της εμπιστοσύνης του ότι, έστω κι αν δεν βλέπει άμεσα και ορατά αποτελέσματα, η χάρη του Θεού ενεργεί στον κόσμο. Ο Κύριος επανειλημμένως τόνιζε ότι «εν τη υπομονή υμών κτήσασθε τας ψυχάς υμών». Κανείς δεν μπορεί να κερδίσει τη σωτηρία του, χωρίς την υπομονή. Κι οι άγιοι Πατέρες, εξηγώντας τον λόγο του Κυρίου, σημείωναν ότι η υπομονή συνιστά το υλικό, με το οποίο κτίζεται κάθε αρετή. Δεν είναι δηλαδή η υπομονή μία απλή αρετή, αλλά το συνοδευτικό κάθε αρετής.

3. Το καλό έδαφος είναι και η απάντηση για εκείνους που θέλουν να βλέπουν στην παραβολή του καλού σπορέως την αποτυχία του λόγου του Θεού στον κόσμο. Μία τέτοια θεώρηση συνιστά μυωπασμό, γιατί το καλό αυτό έδαφος φτάνει και στο εκατό τοις εκατό της καρποφορίας, μάλλον σε καρποφορία εκατό φορές περισσότερη από την προβλεπόμενη. Όπου υπάρχει καλή διάθεση, τα αποτελέσματα είναι παραπάνω από θεαματικά, δείγμα ότι και πάλι την ευθύνη της «αποτυχίας» έχει το έδαφος, ο ίδιος δηλαδή ο άνθρωπος και όχι η δύναμη του λόγου του Θεού ή η διάθεση του Γεωργού - Θεού. Το έχουμε ξανατονίσει: η ελευθερία του ανθρώπου, η δυνατότητά του να διαγράφει από τη ζωή του τον Ίδιο τον Θεό και τον λόγο Του, είναι ένα μυστήριο, το οποίο εκφεύγει των ορίων της απλής παραδοχής ότι η ελευθερία συνιστά μία απλή ιδιότητα του ανθρώπου. Κι από την άλλη βεβαίως, η αποκάλυψη του Κυρίου μέσω της παραβολής ότι αλλού η καρποφορία γίνεται στο τριάντα, αλλού στο εξήντα, αλλού στο εκατό, φανερώνει ότι υπάρχει διαβάθμιση του καλού εδάφους, με άλλα λόγια υπάρχει διαβάθμιση και στην αγιότητα. Υπάρχει άγιος και υπάρχει και Άγιος. «Αστήρ αστέρος διαφέρει».

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΣΠΟΡΕΩΣ, ενώ φαίνεται απαισιόδοξη,  είναι μία πολύ παρήγορη και αισιόδοξη παραβολή. Ο Κύριος μάς προσανατολίζει στην καρποφορία του καλού εδάφους, την πλουσιοπάροχη δηλαδή χάρη Του, η οποία δεν προσφέρεται «εκ μέτρου», όταν συναντήσει άνθρωπο που αγαπά την αλήθεια. Από την άλλη όμως, με την αναφορά στα άλλα εδάφη, τα μη καρποφόρα, μας επισημαίνει την ευθύνη μας. Η παραβολή φωνάζει δυνατά και για τη διάσταση αυτή: ο καθένας μας είναι υπεύθυνος για τον εαυτό του. Θα πρέπει κάθε φορά να θέτουμε στον εαυτό μας το ερώτημα: τι έδαφος είμαι εγώ; Κι η απάντηση βεβαίως θα έρχεται στο βαθμό που θα υπάρχει ή όχι η παρουσία των καρπών. «Ο δε καρπός του Πνεύματός εστιν αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, αγαθωσύνη, χρηστότης, πίστις, πραότης, εγκράτεια». Αν δεν επισημαίνουμε τους καρπούς αυτούς στη ζωή μας, μάλλον θα πρέπει να αρχίσουμε να βάζουμε ερωτηματικό και στον χριστιανισμό μας. Αλλά στην περίπτωση αυτή τα λόγια του Κυρίου ακούγονται φοβερά: «Παν κλήμα εν εμοί μη φέρον καρπόν αίρεται και εις πυρ βάλλεται». Κάθε κλήμα που είναι ενωμένο με Εμένα, αλλά δεν φέρει καρπό, ο Ουράνιος Γεωργός το κόβει και το πετάει στη φωτιά.

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΕΥΛΑΜΠΙΟΣ ΚΑΙ ΕΥΛΑΜΠΙΑ ΟΙ ΑΥΤΑΔΕΛΦΟΙ

«Οι άγιοι αυτοί που ήταν αδέλφια, έζησαν επί βασιλείας Μαξιμιανού, στην πόλη της Νικομήδειας, όταν εκεί ηγεμόνας ήταν ο Μάξιμος. Λόγω των διωγμών που είχαν ξεσπάσει, πολλοί από τους Χριστιανούς είχαν καταφύγει σ’  ένα όρος της περιοχής και κρύβονταν εκεί. Κάποια φορά έστειλαν τον άγιο Ευλάμπιο στην πόλη για να αγοράσει άρτους. Αυτός πράγματι κατέβηκε στην πόλη, όπου είδε να έχουν αναρτήσει γράμματα των βασιλικών διατάξεων και κάθισε να τα αναγνώσει. Κάποιοι ειδωλολάτρες τότε τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν στον βασιλιά. Στην ερώτηση του βασιλιά αν είναι χριστιανός, εκείνος ομολόγησε με θάρρος την πίστη του στον Χριστό. Ο βασιλιάς διέταξε να τον οδηγήσουν στον ναό των ειδώλων, για να τον αναγκάσουν να θυσιάσει στα είδωλα, ο άγιος όμως βλέποντας το είδωλο του Άρη, έδωσε εντολή στο είδωλο να πέσει κάτω, και πέφτοντας αυτό έγινε κομμάτια. Άρχισαν τότε να τον βασανίζουν, οπότε ήλθε στο μέσον του τόπου των βασάνων η αδελφή του Ευλαμπία, η οποία παρακαλούσε τον άγιο Ευλάμπιο να προσευχηθεί για χάρη της, προκειμένου να συμμαρτήσει με αυτόν. Καθώς τους έβαλαν και τους δύο πια σ’  έναν λέβητα που κόχλαζε, διακόσιοι άνδρες που παρευρίσκονταν εκεί, πίστεψαν στον Χριστό, βλέποντας ότι οι άγιοι δεν βλάφθηκαν καθόλου από το μαρτύριο αυτό, με αποτέλεσμα ο βασιλιάς να διατάξει να αποκεφαλιστούν οι άγιοι και οι διακόσιοι που πίστεψαν».

Στη γιορτή των αγίων μεγαλομαρτύρων Σεργίου και Βάκχου (7 Οκτωβρίου), οι ύμνοι της ακολουθίας τους τόνιζαν ότι η κοινή τους πίστη στον Χριστό ήταν εκείνο που τους ένωνε και όχι κάποιος φυσικός δεσμός. Σήμερα, με τη μνήμη των αγίων Ευλαμπίου και Ευλαμπίας, έρχεται η Εκκλησία μας για να τονίσει ότι η ενότητα αυτών των αγίων  βεβαίως οφείλεται στην κοινή πίστη τους – αυτό είναι το ουσιαστικό στοιχείο – αλλά «ενισχύεται» και με δύο άλλα ακόμη στοιχεία: την αυταδελφία τους, που λειτουργούσε σ’  αυτούς και ως φιλαδελφία,  και την ομωνυμία τους. Οι άγιοι αυτοί ήταν αγαπημένα αδέλφια και είχαν και το ίδιο όνομα. «Τη φιλαδελφία η ομωνυμία συγκραθείσα».  Ο υμνογράφος βεβαίως σπεύδει αμέσως στη συνέχεια να διευκρινίσει ότι όχι η φιλαδελφία αυτή, πολλώ μάλλον  η ομωνυμία, αλλά η πίστη τους στον Χριστό ήταν εκείνο που τους έδινε τη δύναμη να μένουν σταθεροί στα μαρτύρια και να γίνουν άγιοι. Διότι η πίστη αυτή τους έκανε να ζουν με αγνότητα βίου και υπέρβαση των παθών, δηλαδή ήταν μία ζωντανή πίστη, γι’ αυτό και ενισχύονταν τόσο εμφανώς από τη χάρη του Θεού. «Τη φιλαδελφία η ομωνυμία συγκραθείσα, και η αγνεία τη απαθεία συμμιχθείσα, αβλαβώς διεφύλαξε της γνώμης το εύτονον∙ όπου γαρ Θεός ο ποθούμενος, κόσμος όλος καταπεφρόνηται».

Ο εκκλησιαστικός ποιητής θεωρεί σημαντικό το γεγονός ότι οι άγιοι έφτασαν σε επίπεδα αγνότητας και απαθείας, κατατροπώνοντας τον διάβολο, ήδη από τη νεότητά τους. Νεαρός ο Ευλάμπιος, το ίδιο και η Ευλαμπία, με σωματικό σφρίγος, πάλεψαν με δύναμη εναντίον του πονηρού και των οργάνων του, και τους κατατρόπωσαν. Κι εκφράζει τον θαυμασμό του ο υμνογράφος, που νέος ο Ευλάμπιος, σε μία ηλικία δηλαδή που η ζωή βρίσκεται ολόκληρη μπροστά του και ο διάβολος του «χαμογελά» ποικιλοτρόπως, γιατί ξέρει τη «δύναμή» του από τις πολυχρόνιες νίκες του κατά της νεότητας, εκείνος τον «πονηρό αυτόν γέροντα» τον νίκησε με τη χάρη του Θεού. «Νέω εν σώματι, Μάρτυς, τον παλαιόν της κακίας άρχοντα κατεπάλαισας στερρώς». Με νεανικό σώμα, μάρτυς, πάλεψες με δύναμη τον παλαιό άρχοντα της κακίας. Πού είναι όλοι εκείνοι, οι οποίοι θεωρούν ως δεδομένο για τη νεότητα την πτώση στις αμαρτίες, και μάλιστα τις σαρκικές; Βεβαίως η νεότητα είναι πιο ευεπίφορη στα σαρκικά λεγόμενα αμαρτήματα, όχι όμως ότι εκ προοιμίου ένας νέος θα πέσει σ’  αυτά. Υπάρχουν νέοι, και πολλοί μάλιστα, οι οποίοι σαν τους αγίους Ευλάμπιο και Ευλαμπία αγωνίζονται με δύναμη, διατηρώντας την ψυχική και σωματική τους αγνότητα και φτάνοντας και σήμερα σε επίπεδα απαθείας. Πώς; Με τον τρόπο των σημερινών αγίων, όπως το αναφέραμε και παραπάνω: «όπου Θεός ο ποθούμενος, κόσμος όλος καταπεφρόνηται». Το ζητούμενο λοιπόν είναι όχι η ηλικία, αλλά ο πόθος του Χριστού. Μόλις η αγάπη του Χριστού «πληγώσει» την καρδιά του ανθρώπου, ανεξάρτητα από ηλικία, εκεί παρουσιάζονται όλα τα θαύματα και όλες οι νίκες κατά του «κακού γέρου».

Δεν θέλουμε να τελειώσουμε, πριν αναφερθούμε και σ’ αυτό που μας λέει το συναξάρι. Η αγία Ευλαμπία, βλέποντας τον αδελφό της στο μαρτύριο, παρακινήθηκε για να μαρτυρήσει και αυτή. Πόση δύναμη πράγματι έχει το παράδειγμα του άλλου. Η πράξη του άλλου, αυτό που επιτελεί, είναι εκείνο που δημιουργεί την τάση προς μίμηση. Διότι ο άνθρωπος είναι ον που μιμείται. Ο ένας παρασύρει, θα λέγαμε, τον άλλον. Συνήθως μιλάμε για τη μίμηση, φορτίζοντάς την με αρνητικό μόνο περιεχόμενο. Η μίμηση όμως είναι από τα σπουδαιότερα μέσα, που αν αξιοποιηθεί σωστά, οδηγεί τον άνθρωπο, και ιδίως τον νέο, σε μεγάλα ύψη αγιότητας. Το σημειώνει και ο λόγος του Θεού. Ο απόστολος Παύλος για παράδειγμα, καλεί να τον μιμηθούν οι πιστοί, όπως εκείνος άλλωστε μιμήθηκε τον Χριστό. «Μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς καγώ Χριστού». Το ίδιο καλεί και ο απόστολος Ιωάννης ο Θεολόγος: «μη μιμού το κακόν, αλλά το αγαθόν». Ξέρει ο απόστολος τη δύναμη της μίμησης, γι’  αυτό και λέει να μιμούμαστε το αγαθό και όχι το κακό. Είναι ευνόητο βεβαίως πόσο πρέπει να προσέχουμε οι μεγαλύτεροι, ιδίως οι γονείς, οι δάσκαλοι, οι κληρικοί, ώστε αυτό που εμείς κάνουμε ως σωστό, αυτό και να προσφέρεται προς μίμηση και για τους μικρότερους. Κι από την άλλη, πόσο πρέπει να προσέχουμε τις φιλίες μας. Τι καλό θα ήταν ο καθένας μας να έχει φίλους, οι οποίοι θα τον παρακινούν διαρκώς στο αγαθό. Τι καλό θα ήταν εμείς να αποτελούμε το παράδειγμα, ώστε να παρακινούμε τους άλλους στο αγαθό!

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ Ο ΤΟΥ ΑΛΦΑΙΟΥ

«Ο άγιος Ιάκωβος ήταν αδελφός του αποστόλου Ματθαίου, του τελώνη και ευαγγελιστή. Ο απόστολος αυτός βγήκε στο κήρυγμα, πυρπολημένος από θείο ζήλο, και κατέστρεψε όλα τα τεμένη των ειδώλων, ενώ επιτέλεσε και πολλά θαύματα: θεραπείες νόσων και εκδιώξεις πονηρών πνευμάτων. Γι’  αυτό και το πλήθος των εθνών τον ονόμασε «σπέρμα θείον». Αφού λοιπόν περιόδευσε στον περισσότερο κόσμο ως εραστής του Χριστού, του Οποίου και το πάθος και τον θάνατο ζήλεψε, καρφώνεται σε σταυρό και έτσι παρέδωσε το πνεύμα στον Θεό».

Όταν πρόκειται η εορτή ενός από τους Αποστόλους του Κυρίου, η εκκλησιαστική υμνογραφία στέκεται με ένα ιδιαίτερο δέος και με ένα θάμβος απέναντί του. Και δικαιολογημένα. Ένας απόστολος σχετίζεται κατεξοχήν με τον Κύριο, ανήκει σ’  αυτούς που κλήθηκαν από Εκείνον για να είναι οι μάρτυρες της αποκάλυψης του Θεού, συνεπώς ψηλαφά κανείς μαζί του τα ίδια τα αποτυπώματα του Χριστού και αναπνέει την ατμόσφαιρα  όχι μόνον της χάρης Του, αλλά και της ιστορικής παρουσίας Του. Γι’  αυτό και η κοινωνία με τους αποστόλους θεωρείται όρος για την ορθή κοινωνία με τον Χριστό, λοιπόν δεν είναι τυχαίο ότι η Εκκλησία μας χαρακτηρίζεται μεταξύ των άλλων αποστολική. Αυτό το δέος και αυτό το θάμβος νιώθει και ο υμνογράφος για τον άγιο απόστολο Ιάκωβο, τον υιό του Αλφαίου, που εορτάζουμε σήμερα, τέτοιο μάλιστα που για να μιλήσει γι’ αυτόν, τον παρακαλεί «να του απλώσει το χέρι προς βοήθειά του και να ικετεύσει τον Κύριο να λάμψει φως στην καρδιά του» (ωδή α΄).

Η πεποίθηση του υμνογράφου – εκφραστή, όπως γνωρίζουμε, της συνείδησης της εκκλησιαστικής κοινότητας – ότι προσεγγίζοντας και τιμώντας έναν απόστολο βρισκόμαστε μπροστά στον ολοζώντανο Χριστό, δηλαδή ότι η αξία του αποστόλου έγκειται όχι σε κάτι δικό του, αλλά στην αντανάκλαση του φωτός του Χριστού, φαίνεται και από μία παρατήρηση που κάνει για τον άγιο Ιάκωβο - την οποία και επαναλαμβάνει πολλαπλώς – και που εκ πρώτης όψεως  θεωρείται περιττή και αυτονόητη: υμνολογούμε τον απόστολο Ιάκωβο όχι γιατί είναι υιός του Αλφαίου, αλλά γιατί είναι απόστολος του Χριστού, συνεπώς κήρυκας της σαρκώσεως του Θεού στον κόσμο: «…σε ανυμνούντες Ιάκωβε ένδοξε, ουχ ως Αλφαίου υιόν, αλλ’  ως του Χριστού απόστολον και κήρυκα της αυτού αρρήτου σαρκώσεως» (Δόξα αίνων). Πράγματι, περιττή και αυτονόητη η παρατήρηση. Αλλά προφανώς ο υμνογράφος θέλει το αυτονόητο να το σκεφτούμε καλύτερα. Δηλαδή ότι η σχέση με τον Χριστό εξαφανίζει όλες τις θεωρούμενες καυχήσεις του ανθρώπου, είτε φυλετικές είναι αυτές είτε κοινωνικής τάξεως είτε μορφωτικές είτε οτιδήποτε άλλο ανθρώπινο. Με άλλα λόγια, η «περιττή» αυτή παρατήρηση ισοδυναμεί, θα μπορούσαμε να πούμε, με αυτό που εξαγγέλλει και ο απόστολος Παύλος «τα πάντα και εν πάσι Χριστός». Ό,τι δεν είναι Χριστός, ό,τι δεν φανερώνει τη σωτήρια παρουσία Του, δεν έχει ιδιαίτερη αξία. Κι αυτό συμβαίνει βεβαίως, γιατί μόνον ο Χριστός είναι ο Σωτήρας, ο Οποίος «μένει εις τον αιώνα». Όλα τα άλλα υπηρετούν τη φθορά και τον θάνατο.

Η παραπάνω αλήθεια κάνει τον υμνογράφο να παραπέμψει και σε κάτι ακόμη, που έρχεται ως συνέπεια αυτής: ποιος είναι ο πραγματικός ηγέτης και καθοδηγητής των ανθρώπων. Ο άγιος Ιάκωβος ως απόστολος και μαθητής του Χριστού, ως αντανάκλαση δηλαδή του φωτός Εκείνου, είναι πράγματι ηγέτης και καθοδηγητής. Διότι φωτίζει με τον λόγο του και με τα θαύματά του τους λαούς, προκειμένου να βρίσκουν τον δρόμο για τον Χριστό, για τη Βασιλεία του Θεού και τη σωτηρία τους. Κι είναι σημαντική η υπενθύμιση αυτή, ιδιαιτέρως σήμερα, διότι πολλοί «φωτιστάδες» έχουν εξαπολυθεί στον κόσμο, κομίζοντας «φώτα» και «λυτρώσεις», οι οποίες στην πραγματικότητα χαλκεύουν τον άνθρωπο στα δεσμά του πονηρού διαβόλου. Όπως το είπαμε και παραπάνω: οποιοδήποτε «φως» δεν έχει τον Χριστό, υπηρετεί την αμαρτία και τα πάθη του ανθρώπου. Δηλαδή, οποιοσδήποτε θεωρούμενος φωτιστής και καθοδηγητής των ανθρώπων, που δεν φανερώνει τον Χριστό, είναι ψεύτικος φωτιστής, που επιβεβαιώνει αυτό που ο Κύριος έχει επισημάνει: «τυφλός τυφλόν εάν οδηγή, αμφότεροι εις βόθυνον πεσούνται». Ο εκκλησιαστικός ποιητής το εκφράζει με τον καθαρότερο τρόπο: «Την σοφίαν την όντως παιδαγωγόν, εσχηκώς σε μυούσαν τα υπέρ νουν, σοφίαν εμώρανας των Ελλήνων, θεόπνευστε, και εθνών εγένου φωστήρ και διδάσκαλος, ευσεβείας λόγοις ρυθμίζων τους άφρονας» (κάθισμα ωδής γ΄). Δηλαδή: Είχες την αληθινή σοφία (τον Χριστό) ως παιδαγωγό, η οποία σε μυούσε στα υπεράνω του νου, γι’  αυτό και απέδειξες ότι είναι ανοησία η σοφία των ειδωλολατρών, θεόπνευστε. Κι έγινες έτσι φωστήρας και δάσκαλος των εθνών, ρυθμίζοντας τους άφρονες με τους λόγους της ευσέβειας.

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2026

ΟΣΙΑ ΠΕΛΑΓΙΑ: Η ΠΑΓΙΔΕΥΜΕΝΗ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΠΑΓΙΔΑ!

«Αυτή που προηγουμένως είχε παγιδευτεί από τον διάβολο, έγινε γι’ αυτόν παγίδα, καθώς υπέταξε τη δύναμή του και πάτησε την πανουργία του, με τη δύναμη του Θεού» (ωδή ς΄).

(«Ἡ πάλαι παγιδευθεῖσα ὑπό τοῦ ὄφεως, παγίς αὐτῷ ἀνεδείχθη, τήν αὐτοῦ συνέχουσα δυναστείαν καί πατοῦσα τήν αὐτοῦ πανουργίαν, δυνάμει Θεοῦ»).

Είναι γνωστή η πρώτη ζωή της οσίας Πελαγίας: ζούσε με ασωτία βουτηγμένη στις αμαρτίες. Κι αυτό λόγω της άγνοιας του αληθινού Θεού, η οποία κάνει τον άνθρωπο να πορεύεται ως τυφλός, κάνοντας επιλογές που ο μόνος που χαίρεται είναι ο πονηρός διάβολος. Όπως ακριβώς το λέει ο απόστολος Παύλος ήδη από το πρώτο κεφάλαιο της προς Ρωμαίους επιστολής του (1, 24εξ): «Ο Θεός παρέδωσε (αυτούς που αγνοούν τον Θεό) στις βρωμερές επιθυμίες τους και τους άφησε να ατιμάζουν μόνοι τους τα σώματά τους. Γιατί στη θέση της αλήθειας του Θεού έβαλαν το ψέμα και σεβάστηκαν και λάτρεψαν την κτίση αντί για τον Κτίστη». «Ήταν παγιδευμένη από τον διάβολο» διαπιστώνει και ο υμνογράφος της ακολουθίας της.

Τι έγινε όμως; Επειδή υπήρχε άγνοια και ήταν καλοπροαίρετος άνθρωπος, γι’ αυτό ο Θεός τη φέρνει σε συνάντηση με τον άγιο Νόννο, τον επίσκοπο της Αντιόχειας όπου ζούσε και η Πελαγία, αυτός την κατηχεί στην ορθόδοξη πίστη κι εκείνη  μεταστρέφεται και μετανοεί θερμά, με αποτέλεσμα να βαπτιστεί στο όνομα του Κυρίου και να ξεκινήσει μία πορεία ζωής που θα τη ζήλευαν και οι μεγαλύτεροι ασκητές, ακόμη και οι άγιοι άγγελοι! Μία νέα οσία Μαρία η Αιγυπτία! Έγκλειστη πια με τρίχινα ανδρικά ρούχα, σαν τον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, μένει μέχρι τέλους της ζωής της στο όρος των Ελαιών μέσα σε μία σπηλιά, φτάνοντας πράγματι σε μεγάλη ύψη αγιότητας.

Ποιο το σημαντικό εν προκειμένω που σημειώνει ο βαθύς θεολόγος άγιος υμνογράφος Γεώργιος; Η Πελαγία πια, έχοντας τη δύναμη του Θεού από τη μετάνοιά της, γίνεται το… φόβητρο του πονηρού – από παγιδευμένη του έγινε η ίδια παγίδα γι’ αυτόν! Πρόκειται για μία αλήθεια που επιβεβαιώνουν, πέραν του Κυρίου και των αγίων αποστόλων ασφαλώς, όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας, και μάλιστα οι νηπτικοί λεγόμενοι. Εκείνος που κατεξοχήν ομιλεί περί αυτού είναι ο άγιος Αντώνιος, αλλά εξίσου πολύ χαρακτηριστικά ο άγιος Ιωάννης ο Καρπάθιος, ο οποίος τονίζει επακριβώς: Ο διάβολος μας παγιδεύει, αλλά «και εμείς, αν δεν κοιμόμαστε, θα μπορέσουμε να του στήνουμε μεγαλύτερες και φοβερότερες παγίδες και δίχτυα και ενέδρες. Γιατί η προσευχή, οι ψαλμοί, η αγρυπνία, η ταπεινοφροσύνη, η υπηρεσία προς τον πλησίον και το έλεος, η ευχαριστία και η ακρόαση των θείων λόγων, γίνονται ενέδρα και παγίδα και λάκκος και μάστιγες και αγχόνη και δίχτυα για τον εχθρό»!

Η ΟΣΙΑ ΜΗΤΗΡ ΗΜΩΝ ΠΕΛΑΓΙΑ

«Η οσία Πελαγία έζησε επί βασιλέως Νουμεριανού και καταγόταν από την πόλη της Αντιόχειας. Ζούσε μέσα στις ορχήστρες και τα θέατρα της εποχής και ήταν πόρνη, μαζεύοντας από την πονηρή αυτή εργασία πάρα πολλά χρήματα. Όταν όμως κατηχήθηκε στη χριστιανική πίστη από τον επίσκοπο Νόνο, που ήταν άγιος άνθρωπος, και μετανόησε θερμά, βαπτίσθηκε και άφησε ό,τι σχετιζόταν με την προηγούμενη αμαρτωλή ζωή της σαν σκουπίδια. Στη συνέχεια, περιβλήθηκε τρίχινα ρούχα, και αφού παρουσιάστηκε ως άνδρας, πήγε κρυφά στο όρος των Ελαιών, όπου και εγκλείστηκε σ’ ένα κελί, ζώντας το υπόλοιπο της ζωής της εκεί, κατά τρόπο θεάρεστο. Στο κελί αυτό αναπαύτηκε εν Κυρίω».

Η οσία Πελαγία ανήκει σε εκείνη τη χορεία των ανθρώπων, για τους οποίους ο Κύριος, απευθυνόμενος στους Φαρισαίους,  είχε πει: «Οι τελώναι και αι πόρναι προάγουσιν υμάς εις την βασιλείαν των Ουρανών». Πρόκειται δηλαδή για ανθρώπους, οι οποίοι ναι μεν από πλευράς κοινωνικής δεν έχουν καλό όνομα, όπως είχαν οι Φαρισαίοι για παράδειγμα, που θεωρούνταν οι καλύτεροι Ιουδαίοι και συνεπώς οι πιο κοντινοί στον Θεό, αλλά διακρίνονται για την καλή τους διάθεση, την καλή τους προαίρεση, και που γι’  αυτό, μόλις δοθεί η πρόκληση από πλευράς του Θεού, αμέσως ανταποκρίνονται και ακολουθούν τον Θεό. Ο Κύριος για τέτοιους ανθρώπους είπε την παραβολή του τελώνου και του Φαρισαίου ή και την παραβολή του ασώτου, να δείξει δηλαδή ότι εκείνο που μετράει ενώπιον του Θεού τελικώς είναι η συναίσθηση της αμαρτωλότητας, το «ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ», και όχι μία εικόνα αυτοδικαίωσης του ανθρώπου, λόγω πιθανόν κάποιων καλών πράξεών του, η οποία το μόνο που επισύρει από τον Θεό είναι η καταδίκη του.

Με την οσία Πελαγία, όπως και με αντίστοιχες παρόμοιες περιπτώσεις,  την οσία Μαρία την Αιγυπτία π.χ. ή  την οσία Ταϊσία την πόρνη, (που και αυτήν εορτάζουμε σήμερα), βρισκόμαστε με ανάγλυφο θα λέγαμε τρόπο, μπροστά στο φαινόμενο της μετανοίας, το οποίο αποτελεί και τη μόνη προϋπόθεση εισόδου του ανθρώπου στη Βασιλεία του Θεού. Ο Θεός μας δηλαδή, όπως απαρχής έδειξε ο Κύριος, δεν ζητάει από τον άνθρωπο την αναμαρτησία του, η οποία ασφαλώς και δεν υπάρχει – όλοι γνωρίζουμε ότι ο μόνος αναμάρτητος είναι ο ίδιος ο ενανθρωπήσας Θεός μας, ο Ιησούς Χριστός – αλλά τη μετάνοιά του, ως συναίσθηση της αμαρτίας του και ελπίδα στη φιλανθρωπία Εκείνου. Δεν είναι τυχαίο ότι και ο τελευταίος των Προφητών, Ιωάννης ο Πρόδρομος, που ετοίμαζε το έδαφος για την έλευση του Μεσσία, και ο ίδιος ο Κύριος, εκείνο που ετόνιζαν απαρχής και στη συνέχεια των δράσεών τους, ήταν το «μετανοείτε, ήγγικεν γαρ η βασιλεία των Ουρανών». Γι’  αυτό και η Εκκλησία μας τονίζει πάντοτε ότι η μόνη διάκριση των ανθρώπων που γίνεται αποδεκτή, δεν είναι από πλευράς φυλετικής, κοινωνικής, μορφωτικής, γένους κλπ., αλλά από το αν οι άνθρωποι είναι μετανοημένοι ή όχι. Άνθρωπος που συναισθάνθηκε τις αμαρτίες του και στράφηκε με ελπίδα στον Θεό, αυτός θεωρείται και ο άγιος άνθρωπος, αυτός θεωρείται ο πολίτης του Ουρανού. Άνθρωπος που νιώθει «καλά» με τον εαυτό του, με την έννοια ότι μπορεί να καυχάται για τις αρετές του, συνεπώς να μη νιώθει κανένα έλλειμμα μέσα του, είναι ο άνθρωπος από τον οποίο ο Θεός αποστρέφει το πρόσωπό Του. Η περίπτωση της παραβολής του τελώνου και του Φαρισαίου, που μνημονεύσαμε και παραπάνω, είναι παραπάνω από ενδεικτική.

Με την οσία Πελαγία λοιπόν καταλαβαίνουμε τι σημαίνει μετάνοια. Σημαίνει  αλλαγή τρόπου ζωής, και μάλιστα χωρίς υπεκφυγές και αναβολές. Μόλις κατάλαβε η οσία ότι η ζωή της δεν ήταν ευάρεστη στον Θεό, αμέσως μετανόησε και εξέφρασε τη γνησιότητα της μετανοίας της με την αλλαγή της ζωής της, και μάλιστα με τρόπο συγκλονιστικό: κλείστηκε διά παντός σ’  ένα κελί, αλλάζοντας ακόμη και την εμφάνισή της. Κι αυτό είναι ακριβώς το σημάδι της γνήσιας μετάνοιας: η άμεση αλλαγή της ζωής∙ η στροφή προς τον Θεό και η τήρηση του αγίου θελήματός Του. Και τονίζουμε την αλήθεια αυτή, διότι πολλές φορές μας εμπαίζει ο διάβολος, ο οποίος δεν έρχεται να μας πει να μη μετανοήσουμε. Εκείνο στο οποίο μας σπρώχνει είναι να αναβάλουμε τη μετάνοιά μας. Το αύριο είναι η αιχμή του δόρατος του Πονηρού, γιατί ξέρει ότι το αύριο γίνεται μεθαύριο, το μεθαύριο η μεθεπομένη κ.ο.κ., συνεπώς ο άνθρωπος παραμένει πάντοτε στα ίδια.

 Η υμνολογία της ημέρας, σχεδόν καθ’  ολοκληρίαν, αυτήν τη μετάνοια τονίζει στο πρόσωπο της οσίας Πελαγίας, για να μας πει ότι αφενός η μετάνοια οδηγεί στην πλήρη συγχώρηση των αμαρτιών του ανθρώπου και την πλήρωσή του με όλες τις δωρεές του Θεού, αφετέρου αποτελεί τον μονόδρομο και για εμάς, αν θέλουμε να δούμε Θεού πρόσωπο. Ας ακούσουμε τον οίκο του κοντακίου της ημέρας: «Όσοι εν βίω αμαρτίαις εμολύνθημεν, ως ο τάλας εγώ, ζηλώσωμεν την μετάνοιαν, τον οδυρμόν τε μετά δακρύων της οσίας Μητρός ημών Πελαγίας, ίνα ταχύ εκ Θεού την συγχώρησιν λάβωμεν∙ καθάπερ η μακαρία, έτι ζώσα, τον ρύπον απέπλυνε της αμαρτίας, και έλαβεν εκ Θεού την τελείαν συγχώρησιν, οδόν μετανοίας υποδείξασα».  Όσοι μολυνθήκαμε από τις αμαρτίες στη ζωή μας, όπως ο ταλαίπωρος εγώ, ας ζηλέψουμε τη μετάνοια και τον οδυρμό με δάκρυα της οσίας Μητέρας μας Πελαγίας, για να λάβουμε γρήγορα τη συγχώρηση από τον Θεό. Όπως συνέβη και με τη μακαρία Πελαγία: όσο ήταν ακόμη στη ζωή, έπλυνε καλά τη βρωμιά της αμαρτίας και έλαβε από τον Θεό την τέλεια συγχώρηση, υποδεικνύοντάς μας το δρόμο της μετανοίας.

Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2026

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΕΣ ΣΕΡΓΙΟΣ ΚΑΙ ΒΑΚΧΟΣ

«Οι άγιοι έζησαν επί της βασιλείας του Μαξιμιανού. Και ο μεν Σέργιος ήταν Πριμικήριος, δηλαδή αρχηγός, της σχολής των Κιντιλίων (επίλεκτων στρατιωτικών μονάδων), ο δε Βάκχος ήταν Σεκουνδικήριος, δηλαδή δεύτερος, της ίδιας σχολής. Εξαρχής μυήθηκαν στη χριστιανική πίστη και έμαθαν καλά τις θεόπνευστες Γραφές, γι’  αυτό και κατηγορήθηκαν ως χριστιανοί στον βασιλιά, ο οποίος τους διέταξε να προσφέρουν μαζί του θυσία στα είδωλα. Λόγω της άρνησής τους, τους αφαίρεσαν τις ζώνες και τα περιλαίμιά  τους, και τους φόρεσαν γυναικεία ενδύματα, περιφέροντάς τους με σίδερα στα πόδια στο κέντρο της πόλεως, προς διακωμώδηση και ύβρη, ενώ στη συνέχεια τους οδήγησαν στον ηγεμόνα Αντίοχο, στην πόλη των Ευφρατησίων. Καθώς πλησίαζαν, τους εμφανίστηκε άγγελος που τους  γέμισε από δύναμη και θάρρος, και ο μεν Βάκχος, αφού πρώτα κτυπήθηκε επί πολύ ώρα με ωμά νεύρα, μέσα σ’ αυτά τα βασανιστήρια παρέδωσε το πνεύμα, ο δε Σέργιος, αφού ανακρίθηκε με διαφόρους τρόπους, καθηλώθηκε στα πόδια σε σιδερένιες κρηπίδες, κι αφού αναγκάστηκε να τρέχει επί πολύ, έπειτα κλείστηκε στη φυλακή, και πάλι καθηλώθηκε στις ίδιες κρηπίδες, μέχρις ότου στο τέλος του έκοψαν το κεφάλι με ξίφος».

Οι άγιοι Σέργιος και Βάκχος δεν ανήκουν απλώς στη χορεία των μαρτύρων της Εκκλησίας μας, αλλά στους μεγαλομάρτυρες αυτής. Στη βυζαντινή εποχή μάλιστα τιμώνταν ιδιαιτέρως, γι’  αυτό και ο Ιουστινιανός έκτισε μοναστήρι προς τιμή τους, που σήμερα – από τα σημαντικότερα σωζόμενα χριστιανικά μνημεία της πρώιμης βυζαντινής περιόδου – έχει το όνομα τέμενος Κιουτσούκ Αγιασοφιά, δηλαδή Μικρή Αγία Σοφία. Την αγιότητα και το μαρτύριό τους ευλαβήθηκαν, κατά τον υμνογράφο, και «οι ουράνιες πύλες, οι οποίες άνοιξαν αμέσως χάριν των μαρτύρων, διότι το μαρτύριό τους χαριτώθηκε από τον ίδιο τον Κύριο, ενώ έτρεψε σε φυγή τις φάλαγγες των δαιμόνων» (ωδή ς΄). Αιτία βεβαίως για την ιδιαίτερη ευαρέσκεια του Θεού από το μαρτύριο των αγίων ήταν το κίνητρό τους: «ο πόθος για τον Χριστό, ο οποίος τους έκανε να βδελύσσονται κάθε κοσμική δόξα και γοητεία, και να προσβλέπουν μόνον στον Κύριο, αθλούμενοι υπέρ Αυτού νομίμως, δηλαδή χωρίς να χάνουν καθόλου την αγάπη τους ακόμη και προς τους βασανιστές τους» (ωδή γ΄).

Εκείνο που κάνει ιδιαίτερη εντύπωση από την υμνολογία των αγίων σήμερα, είναι ότι ο υμνογράφος όχι μία, αλλά πολλές φορές τονίζει τον μεταξύ των δύο αυτών αγίων σύνδεσμο, ο οποίος θεμελιωνόταν όχι στους δεσμούς αίματος – δεν ήταν φυσικά αδέλφια οι άγιοι – αλλά στην κοινή τους πίστη στον Χριστό. «Με τον τρόπο του Δαυίδ φώναζαν δυνατά οι μάρτυρες Σέργιος και Βάκχος: Τι υπάρχει καλύτερο ή ωραιότερο, από το να κατοικούν αδελφοί στον ίδιο τόπο και με την ίδια γνώμη; Όχι γιατί ήταν ενωμένοι με φυσική σχέση, αλλά με την κοινή τους πίστη» (αίνοι). Κι αλλού: «Αυτούς που η φύση δεν γνώρισε ως σαρκικούς αδελφούς, η πίστη τούς οδήγησε σαν από ανάγκη να έχουν αδελφικό φρόνημα μέχρι και το μαρτύριο» (αίνοι). Κι αυτή η κοινή πίστη που τους έδενε σαν αδέλφια και παραπάνω από αδέλφια, οφείλετο βεβαίως στην παρουσία του Αγίου Πνεύματος. Το Άγιο Πνεύμα ζώντας στην καρδιά και την ύπαρξή τους τούς έκανε να έχουν μία ψυχή και μία καρδιά: «ου φύσεως ακολουθία, αλλά πίστεως ενώσει του Αγίου Πνεύματος» (αίνοι).

Ο ιδιαίτερος τονισμός της αλήθειας αυτής από τον υμνογράφο δεν γίνεται, νομίζουμε, τυχαία. Ο υμνογράφος γνωρίζει ότι μερικές φορές ο φυσικός δεσμός δεν λειτουργεί με τον τρόπο που πρέπει, δηλαδή μέσα στο πλαίσιο της αγάπης. Υπάρχουν φορές που το μίσος διακατέχει αυτούς που συνδέονται με τους δεσμούς αίματος. Ακόμη και παροιμία υπάρχει πάνω σ’ αυτό: «Μισούνται σαν αδέλφια» -  μία τραγική, δυστυχώς, πραγματικότητα. Εκείνος όμως ο δεσμός που μένει ακατάλυτος, που πραγματικά ενώνει τους ανθρώπους, είναι ο δεσμός που δημιουργεί το ίδιο το Πνεύμα του Θεού πάνω στην κοινή πίστη του Χριστού.  Και τούτο γιατί όπου υπάρχει το Πνεύμα του Θεού υπάρχει η αληθινή αγάπη, τέτοια που ακόμη και ο θάνατος είναι ανίσχυρος μπροστά της. Το ζωντανό παράδειγμα των αγίων Σεργίου και Βάκχου είναι μία από τις πολλές αποδείξεις.