Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026

ΔΕΥΤΕΡΑ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ

«Φαιδρά προεόρτια τῆς ἐγκρατείας, λαμπρά τά προοίμια τῆς νηστείας σήμερον∙ διό συνδράμωμεν ἐν πεποιθήσει, ἀδελφοί, καί προθυμίᾳ πολλῇ» (ὠδή α΄ τριωδίου).

(Καλοδεχούμενα τα προεόρτια της εγκράτειας, λαμπρά τα προοίμια της νηστείας σήμερα. Γι’ αυτό ας τρέξουμε από κοινού, αδέλφια, με πίστη και μεγάλη προθυμία).

Απαρχή των ύμνων των Τριωδίων ο παραπάνω ύμνος, από τον πολυγραφότερο όλων των υμνογράφων άγιο Ιωσήφ. Τρία σημεία θίγει με πολύ συνοπτικό τρόπο:

Πρώτον, ότι πρώτη ημέρα της εβδομάδας της Τυρινής σήμερα, ξεκίνησε η περίοδος της νηστείας και της εγκρατείας. Διότι μπορεί να μην εισήλθαμε στην καθαυτό Σαρακοστή – αυτό θα γίνει με την Καθαρά Δευτέρα – όμως είμαστε στην τελευταία εβδομάδα της εισαγωγής της, όπου αφήνουμε κατά μέρος τα κρεατικά: η πρώτη νηστεία, μένοντας μόνο στα γαλακτομικά και στα ψάρια. Και δεν είναι τυχαία η διπλή επισήμανση: εγκράτεια, νηστεία. Για να δηλωθεί ότι μιλώντας για τη νηστεία στην Εκκλησία δεν εννοούμε ένα απλό διαιτολόγιο, αλλά έναν περιορισμό φαγητών που έχει όμως πνευματικό χαρακτήρα. Διότι η εγκράτεια αυτό δηλώνει: την πράξη της θέλησης του ανθρώπου που κινείται από τον ηγεμόνα νου του, προκειμένου να απεγκλωβιστεί από τη γοητεία των υλικών αγαθών, ώστε πιο ελεύθερα να στραφεί προς Κύριο και Θεό του. Μη ξεχνάμε˙ η απόλυτη εν αγάπη αναφορά του ανθρώπου είναι ο Χριστός κι αυτή η αναφορά μονίμως παρεμποδίζεται από την εμπαθή προσκόλληση στην ύλη και τα πάθη του – «ὅς ἄν θέλῃ φίλος εἶναι τοῦ κόσμου, ἐχθρός τοῦ Θεοῦ καθίσταται». Οπότε, η νηστεία ως εγκράτεια παθών λειτουργεί απελευθερωτικά για τον πιστό άνθρωπο. Γι’ αυτό και σε άλλο σημείο ο άγιος Ιωσήφ θα επισημάνει ότι τέτοιον εγκρατή άνθρωπο που φανερώνει ότι η στροφή της θέλησής του είναι ο Χριστός δεν τολμούν να τον πλησιάσουν οι δαίμονες, ενώ βρίσκονται πάντοτε ως βοηθοί του οι άγγελοι («οὔτε ἐπήρεια δαιμόνων κατατολμᾶ τοῦ νηστεύοντος, ἀλλά καί οἱ φύλακες τῆς ζωῆς ἡμῶν ἄγγελοι φιλοπονώτερον παραμένουσι τοῖς διά νηστείας ἡμῖν κεκαθαρμένοις»: απόστιχα αίνων).

Δεύτερον, ότι ακριβώς για τον παραπάνω λόγο η περίοδος της νηστείας και της εγκρατείας είναι περίοδος για τον πιστό όχι κατήφειας και θλίψης, όχι οργής και καταπιεσμένης επιθετικότητας, αλλά περίοδος που με χαρά την προσμένει ο χριστιανός προσβλέποντας στη λαμπρότητα που εκπέμπει. Αν η θλίψη και η στενοχώρια είναι το κυρίαρχο στοιχείο που τον διακατέχει, τούτο οφείλεται ακριβώς σε ό,τι είπαμε προηγουμένως: η θέληση προσκλίνει κατά προτεραιότητα στα πράγματα του κόσμου και όχι στον Θεό – «Θεός» είναι ο κόσμος και όχι ο αληθινός Θεός, ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Ο χριστιανός, μολονότι βιώνει την ένταση στην ύπαρξή του της αμαρτίας που τον κινεί σε αντίθετη κατεύθυνση προς ό,τι καλεί ο Θεός, συνεχίζει «κόντρα στο ρεύμα» του κόσμου να τρέχει προς τον Χριστό και τις άγιες εντολές Του. Και σ’ αυτήν τη διαδικασία ευρισκόμενος βλέπει το φως του Χριστού να ανατέλλει στην καρδιά του. «Ἐν τῷ φωτί Σου ὀψόμεθα φῶς» μάς λέει συνεχώς η Εκκλησία, με το φως του Χριστού λοιπόν βλέπει τη χαρά και τη λαμπρότητα της νηστείας και της εγκρατείας ο αγωνιστής χριστιανός. «Δεν στοχεύουμε στα ορατά αλλά στα αόρατα» λέει ο απόστολος Παύλος, κι αυτό συμβαίνει και με την περίοδο της Σαρακοστής.

Και τρίτον, επομένως: με πίστη και μεγάλη προθυμία κινείται προς την περίοδο της Σαρακοστής ο χριστιανός. Αν ενώπιόν μας έχουμε το όραμα του Χριστού που προβάλλει μέσα από το σταύρωμα των εμπαθών επιθυμιών μας, αν το όραμά μας, όραμα της Εκκλησίας, είναι ο αναστημένος Χριστός που περνάει μέσα από τη Σταυρική Του θυσία, τότε πράγματι η περίοδος των Νηστειών έχει ένα νόημα που για να το γνωρίσει κανείς πρέπει να το ενσωματώσει στον εαυτό του. Ζώντας την περίοδο αυτή ζει ο πιστός τα υπέρ φύσιν γεγονότα της ζωής του Χριστού ή με άλλα λόγια μ’ αυτόν τον τρόπο ενεργοποιεί στο έπακρον την ήδη σ’ αυτόν δοσμένη χάρη του Βαπτίσματος να είναι μέλος Χριστού. Οπότε, η μεγάλη προθυμία προς συμμετοχή στον αγώνα του σταδίου αυτού ισοδυναμεί με τον αγώνα να καθαρίσει ο πιστός όλα τα εμπόδια της καρδιάς του για να φανερωθεί μέσω αυτού ο ίδιος ο Χριστός!

 Κι αξίζει να ακούσουμε τον άγιο Σωφρόνιο του Έσσεξ στο τι έλεγε για το θέμα αυτό.

 «Πῶς πρέπει νά περάσουμε τήν περίοδο τῶν Νηστειῶν; Σᾶς μίλησα ἤδη γιά τή μέθοδό μου, τήν ὁποία σᾶς συνιστῶ νά ἀφομοιώσετε. Ἡ μέθοδος αὐτή εἶναι ἡ ἀκόλουθη: νά δοῦμε τόν τελικό μας σκοπό καί νά βαδίσουμε πρός αὐτόν ἀρχίζοντας ἀπό τό ἀλφάβητο. Ὅσον ἀφορᾶ τή Μεγάλη Τεσσαρακοστή, πρέπει νά θέσουμε στόν ἑαυτό μας τήν ἴδια ἀκριβῶς ἀρχή, ἀλλά σέ μικρότερες διαστάσεις. Πρέπει νά ἐννοήσουμε ὅτι μᾶς προτείνονται πενήντα ἡμέρες νηστείας ὡς προετοιμασία γιά τήν ὑποδοχή τῆς ἐκ νεκρῶν ἀναστάσεως. Καί ἐμεῖς θά οἰκοδομήσουμε ἔτσι τή θεωρία μας: Τώρα ἀρχίζει ὁ πνευματικός μας ἀγώνας. Ἡ ἔμπνευσή μας πολλαπλασιάζεται μέ τή σκέψη ὅτι ἑκατομμύρια χριστιανοί θά τηρήσουν τή Νηστεία αὐτή. Ἡ ὁδός πρός τήν ἀνάσταση, ἀκόμη καί γιά τόν Ἴδιο τόν σαρκωθέντα Θεό, πέρασε ἀπό παθήματα. Τό μυστήριο τῶν παθημάτων θά τό κατανοήσουμε μόνο ἀργότερα.... «Δι’ ἑνός ἀνθρώπου ἡ ἁμαρτία εἰσῆλθεν εἰς τόν κόσμον», λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, καί ἀπό ἕναν Ἄνθρωπο ἔρχεται ἡ σωτηρία. Ἄν μπροστά μας ὑψώνεται τέτοιος σκοπός, θά δεχθοῦμε τή Μεγάλη Τεσσαρακοστή ὡς ἁγία περίοδο στή ζωή ὅλου τοῦ χρόνου. Καί ὅταν μέ χαρά καταβάλλουμε σωματικό ἀγώνα ἐγκρατείας ἀπό τροφές, αὐτό δέν μᾶς φθείρει, ἀλλά μᾶς βοηθᾶ σέ ὅλα τά ἐπίπεδα καί στό πνευματικό καί στό φυσικό... Ἐπιπλέον, παρατηρῶ μέ πόνο καρδιᾶς ἕνα πολύ τραγικό φαινόμενο: γιά λόγους ὑγείας οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἱκανοί νά ὑπομείνουν μακρά καί αὐστηρή δίαιτα, ἀλλά γιά τόν Θεό δέν εἶναι διατεθειμένοι νά τηρήσουν τήν καθιερωμένη ἀπό τήν Ἐκκλησία νηστεία, διότι ὑπάρχει κάποιο πνεῦμα πού παρεμποδίζει κάθε προσπάθεια νά ἀκολουθήσει ὁ ἄνθρωπος τόν Χριστό» («Οἰκοδομώντας τόν Ναό τοῦ Θεοῦ..., τόμ. Β΄, σελ. 220-222»).

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΠΑΜΦΙΛΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝ ΑΥΤΩ

«Αυτοί οι ένδοξοι μάρτυρες, κατά το έκτο έτος του διωγμού του Διοκλητιανού, οδηγήθηκαν στο μαρτύριο από διάφορες πόλεις και διάφορα επαγγέλματα και αξιώματα, και συνενώθηκαν στη μία πίστη του Χριστού. Ο τρόπος της συλλήψεώς τους έγινε ως εξής: Την ώρα που επρόκειτο αυτοί να διαβούν τις πύλες της πόλης της Καισαρείας, οι φύλακες ζήτησαν να μάθουν ποιοι ήταν και από πού έρχονταν. Αυτοί αποκάλεσαν τους εαυτούς τους χριστιανούς και πατρίδα έχουν την άνω Ιερουσαλήμ. Γι’ αυτόν τον λόγο συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στον ηγεμόνα Φιρμιλιανό, με αποτέλεσμα του μεν Ηλία και αυτών που ήταν μαζί του, μετά από πολλά βασανιστήρια, να κόψουν τα κεφάλια, όπως παρομοίως έκοψαν τα κεφάλια και του Παμφίλου και των υπολοίπων. Ο δε Πορφύριος, επειδή επιζητούσε το σώμα του κυρίου του Παμφίλου, συνελήφθη κι αυτός και παραδόθηκε στη φωτιά. Το ίδιο και ο Ιουλιανός, επειδή ασπαζόταν τα σώματα των αγίων, ρίχτηκε στις φλόγες. Αλλά κι ο Θεόδουλος, σταυρώθηκε σε ξύλο,  και μαρτύρησε έτσι. Τελείται δε η σύναξή τους στην αγιότατη μεγάλη Εκκλησία».

Σαν άλλοι δώδεκα απόστολοι προβάλλονται από την Εκκλησία μας σήμερα οι άγιοι δώδεκα μάρτυρες: ο ιερέας Πάμφιλος, ο Ουάλης, ο Σέλευκος, ο Δανιήλ, ο Θεόδουλος, ο Ησαΐας, ο Ιερεμίας, ο Ηλίας, ο Πορφύριος, ο Παύλος, ο Ιουλιανός και ο Σαμουήλ, κι αυτό  λόγω του λογισμού τους που κινούνταν με τον ίδιο ζήλο των αποστόλων, ως προς τη σταθερότητα της πίστης τους και την αφοβία τους απέναντι στα μαρτύρια.  «Καθώς γίνατε ισάριθμοι με τους αποστόλους, αθλοφόροι, αναλάβατε λογισμό ίδιου ζήλου με αυτούς, χωρίς να φοβηθείτε την άθεη ωμότητα των τυράννων. Αλλά αφού κηρύξατε με ανδρεία και σταθερότητα τον Σωτήρα, υπομείνατε τις στρεβλώσεις των μελών» (στιχηρό εσπερινού). Ο άγιος Θεοφάνης ο υμνογράφος προβαίνει και στην ερμηνεία αυτής της ταυτότητας λογισμού τους και της χαρισματικής εμμονής τους στο μαρτύριο, μολονότι προέρχονταν οι περισσότεροι από διαφορετικές περιοχές και δεν σχετίζονταν προ του μαρτυρίου μεταξύ τους: «Η δωδεκάριθμη φάλαγγα συγκροτήθηκε από τη δύναμη του Παναγίου Πνεύματος» (ωδή α΄). Το Άγιο Πνεύμα δηλαδή ήταν Εκείνο που τους ένωσε, όπως γενικά ενώνει κατά τρόπο ουσιαστικό τους ανθρώπους, έστω και αν μεταξύ τους μπορεί να είναι άγνωστοι. Πρόκειται για μία αλήθεια που είχε επισημανθεί ήδη απαρχής του χριστιανισμού, όχι μόνον από τους ίδιους τους χριστιανούς, αλλά και από τους ειδωλολάτρες: οι χριστιανοί γνωρίζονται, έλεγαν, και πριν ακόμη γνωριστούν. Είναι η μία πίστη, ο ένας Κύριος, το ένα βάπτισμα που ακριβώς ενεργοποιεί σ’ αυτούς την παρουσία του Αγίου Πνεύματος και κάνει ένα τις καρδιές τους.

Το γεγονός της ενότητας των δώδεκα μαρτύρων, έστω και χωρίς γνωριμία πριν από το μαρτύριό τους, κάνει τον άγιο υμνογράφο να τους δει και ως σμικρογραφία της ίδιας της Εκκλησίας. Η Εκκλησία αποτελεί το σώμα του Χριστού που περιλαμβάνει όλους τους πιστούς ανθρώπους ανά τον κόσμο, ανεξάρτητα από φυλή, γλώσσα, φύλο, μόρφωση, κοινωνική τάξη. Το ενοποιό στοιχείο είναι, όπως είπαμε, η μία πίστη, το ένα βάπτισμα, ο ένας Κύριος. Το κοινό τους μαρτύριο λοιπόν, παρ’ όλη τη διαφορετικότητά τους, είναι μία εξαγγελία αυτού που είναι η Εκκλησία: η αγκαλιά του Κυρίου για όλους τους ανθρώπους. Στην τετάρτη ωδή μάς το τονίζει: «Ήλθατε από ποικίλα πολιτεύματα και αξιωθήκατε να διασώζετε εν σμικρώ ολόκληρο τον τύπο της Εκκλησίας, γι’ αυτό και με συμφωνία κραυγάζετε: Δόξα στη δύναμή Σου, Κύριε».

Χρειάζεται όμως να επεκτείνουμε αυτό που προηγουμένως ανέφερε ο άγιος Θεοφάνης, ότι δηλαδή η ενότητα των δώδεκα μαρτύρων ήταν απόρροια της παρουσίας του αγίου Πνεύματος. Κι είναι μία διευκρίνιση που κάνει όχι μία φορά ο άγιος υμνογράφος. Το Άγιο Πνεύμα συγκρότησε σε μία φάλαγγα και τους δώδεκα, διότι βρήκε έτοιμη την καρδιά τους για κάτι τέτοιο. Τους βρήκε δηλαδή, κατά το ίδιο το όνομα του αγίου Παμφίλου, σε ετοιμότητα αγάπης, φιλίας, προς τον Χριστό. Μόνον όποιος έχει μεταθέσει εν αγάπη την ύπαρξή του σε Εκείνον, μπορεί να δει ενεργούσα μέσα του και την ενοποιό παρουσία του Πνεύματος του Θεού. «Αγάπησες τα θεία θελήματα του Χριστού κι έτσι αναδείχτηκες φιλόχριστος σωτήρας των πιστών, γενναιόφρον Πάμφιλε», μας λέει το κοντάκιο της εορτής. Κι αλλού, στους στίχους του συναξαρίου: «Αγαπώντας ο Πάμφιλος Εσένα, Λόγε, παραπάνω από όλα, και την αποτομή της κεφαλής του την θεωρούσε αγαπητή».

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΠΟΚΡΕΩ

«Απελεύσονται ούτοι εις κόλασιν αιώνιον, οι δε δίκαιοι εις ζωήν αιώνιον» (Ματθ. 25, 46)

 Το Ευαγγέλιο της κρίσεως που ακούγεται στην Εκκλησία μας την Κυριακή των Απόκρεω, αποτελεί την απάντηση στην ορμή μας για γνώση του αύριο: ο Θεός δεν μας άφησε αμάρτυρο το μέλλον∙ μας άνοιξε τα μάτια,  όχι όμως σε ό,τι συνιστά απλή περιέργεια ως προς την πορεία μας σ’ αυτόν τον κόσμο, αλλά σε ό,τι είναι καίριο και ουσιώδες, σε ό,τι δηλαδή είναι σωτηριώδες και αιώνιο. Ο Κύριος θα ξανάλθει, φωνάζει η Εκκλησία βασισμένη στα ίδια Του τα λόγια. Και θα ξανάλθει ένδοξα αυτή τη φορά «κρίναι ζώντας και νεκρούς», σε ώρα που κανείς δεν γνωρίζει. Θα έλθει «ως κλέπτης εν νυκτί» (Α΄Θεσ. 5, 2), «εν ημέρα η ου προσδοκά» ο άνθρωπος (Ματθ. 24. 50). Και θα σταθούμε όλοι οι άνθρωποι όλων των εποχών ενώπιόν Του για να γίνει η τελική αποτίμηση. Όσοι θα βρεθούν να έχουν τηρήσει το θέλημά Του, άρα να έχουν αγαπήσει τον συνάνθρωπό τους, θα βρεθούν στους ευλογημένους του Πατρός Του. Όσοι θα βρεθούν αμετανόητοι, ανάπηροι από τα φτερά της πίστεως και της αγάπης, θα βρεθούν στους καταραμένους. Και η οριστική κατάληξη: «Απελεύσονται ούτοι (οι χωρίς αγάπη) εις κόλασιν αιώνιον, οι δε δίκαιοι εις ζωήν αιώνιον».

 1. Ο τονισμός του αιώνιου χαρακτήρα της μιας και της άλλης καταστάσεως είναι το πρώτο στο οποίο κοντοστέκεται κανείς. Ο Κύριος δεν άφησε καμία αμφιβολία περί του οριστικού και αμετάκλητου της κρίσεώς Του. Η αιωνιότητα με την ατέρμονη πορεία της είναι η προοπτική που ανοίγεται μετά τον ερχομό Του για δεύτερη φορά. «Της βασιλείας Αυτού ουκ έσται τέλος», όπως το ομολογούμε διαρκώς και στο Σύμβολο της Πίστεως. Δεν υπάρχει πια ανακοπή και ανάκληση. Κι είναι η αιωνιότητα αυτή καταδίκη καταρχάς της παναίρεσης των Γιεχωβάδων, οι οποίοι μεταξύ των άλλων πλανών τους τονίζουν ότι η Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου θα σημάνει την απαρχή μιας χιλιετούς βασιλείας Του, για να ακολουθήσει έπειτα κάτι διαφορετικό. Από την άλλη ο αιώνιος χαρακτήρας της κρίσεως του Θεού καταδικάζει και όσους στο παρελθόν ή και πιο μετά πίστεψαν πλανεμένα ότι τελικώς όλοι θα αποκατασταθούν μέσα στην αγκαλιά της αγάπης του Θεού. «Η αποκατάσταση των πάντων», για την οποία μίλησε και ο μεγάλος αλλά καταδικασμένος για τις πλάνες του από την Εκκλησία θεολόγος Ωριγένης, αποτελεί μία πρόκληση και έναν πειρασμό για την Εκκλησία, η οποία όμως απέρριψε την πλάνη, διότι ακριβώς προϋποθέτει εσφαλμένη θεολογία ως προς την εικόνα που απεκάλυψε για τον Θεό ο ίδιος ο Χριστός. Δεν είναι ο Θεός το πρόβλημα για να αποκαταστήσει τους πάντες. Η αποκατάσταση αυτή είναι η διαρκής βούληση του Θεού για όλους, ακόμη και για τους δαίμονες. Διότι «ο Θεός πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α΄Τιμ. 2,4). Το πρόβλημα είμαστε εμείς οι ίδιοι, οι οποίοι αρνούμαστε την αγάπη του Θεού και τις προκλήσεις και προσκλήσεις για μετάνοιά μας. Η «αποκατάσταση των πάντων» αλλοιώνει και την περί ανθρώπου εικόνα της Εκκλησίας, παρουσιάζοντας αυτόν  με κολοβωμένη ελευθερία.

2. Η αιωνιότητα που θα ανοιχτεί μετά τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου – πέρα βεβαίως από την αιωνιότητα ως παρούσα κατάσταση του εδώ κόσμου που ζει ο Χριστιανός μέσα στην Εκκλησία: «αύτη εστίν η αιώνιος ζωή, ίνα γινώσκωσί Σε τον μόνον αληθινόν Θεόν και ον απέστειλας Ιησούν Χριστόν» (ευαγγελιστής Ιωάννης) - δεν θα φέρει κάτι διαφορετικό από αυτό που ζει ο άνθρωπος αμέσως μετά τον θάνατό του. Σε όποια κατάσταση δηλαδή  φεύγουμε από τη ζωή αυτή, είτε εν μετανοία είτε εν αμετανοησία, σε αυτήν την κατάσταση θα μας βρει και η Δευτέρα Παρουσία. Κι αυτό θα πει: το οριστικό και αμετάκλητο τέλος για τον καθένα μας, σε επίπεδο αιωνιότητας, έρχεται στην ουσία την ώρα του θανάτου μας. Η μόνη διαφορά μεταξύ της μερικής κρίσεως που υφίσταται ο άνθρωπος όταν πεθάνει, και της γενικής κρίσεως που θα υποστεί την ημέρα της Κρίσεως, θα είναι στον βαθμό της έντασης: στη μερική κρίση κρίνεται με μόνη την ψυχή∙ στη γενική κρίση θα κριθεί μαζί με το σώμα, που θα αναστήσει ο Χριστός. Υπό το πρίσμα αυτό ο προβληματισμός και η αγωνία ορισμένων για το πότε θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία είναι χωρίς νόημα: η ώρα του θανάτου μας στην πραγματικότητα αποτελεί και την ώρα της τελικής κρίσεώς μας, αφού δεν υπάρχει προοπτική μετάνοιας μετά τον θάνατό μας. «Εν τω Άδη ουκ έστι μετάνοια» κατά τη γνωστή και κλασική διατύπωση.

3. Μιλώντας όμως για τον αιώνιο χαρακτήρα είτε της κόλασης είτε της ζωής, κατά τη διάκριση του Κυρίου, πρέπει να έχουμε την ορθή εικόνα των καταστάσεων αυτών. Να τις βλέπουμε δηλαδή με τις προϋποθέσεις του Ευαγγελίου, της Αποστολικής και της Πατερικής Παραδόσεως. Διότι δυστυχώς υπάρχει πολλή και μεγάλη διαστρέβλωση επ’ αυτών. Άλλοι απορρίπτουν τις καταστάσεις του Παραδείσου και της Κολάσεως, άλλοι τις θεωρούν ως καταστάσεις μόνον του κόσμου τούτου, άλλοι τις κατανοούν με μεσαιωνικές εικόνες: ως τόπους που είτε βράζουν και ψήνονται οι άνθρωποι (η κόλαση) είτε αναπαύονται σε κήπους και ανάκλιντρα (ο παράδεισος).

Η Εκκλησία μας λοιπόν διδάσκει πως ό,τι ονομάζουμε κόλαση και παράδεισος δεν υφίσταται από πλευράς του Θεού. Διότι «ο Θεός αγάπη εστί» (Α΄Ιωάν. 4, 16), και έτσι το μόνο που δύναται είναι να αγαπά. Κατά συνέπεια  όλοι οι άνθρωποι όλων των αποχρώσεων και όλων των καταστάσεων, είτε πιστοί είτε άπιστοι, ως παιδιά του Θεού δέχονται την ίδια αγάπη από Εκείνον. Ο Θεός δεν κάνει διακρίσεις. Διακρίσεις κάνουμε εμείς οι εμπαθείς άνθρωποι. Αν ένας γονιός φτάνει στο σημείο να αγαπά όλα τα παιδιά του το ίδιο, είτε είναι μέσα στο σπίτι είτε εκτός, πόσο περισσότερο ο ουράνιος Πατέρας, ο Οποίος είναι παντελώς απαλλαγμένος από οποιαδήποτε εμπάθεια και οποιαδήποτε κακία. Αν όμως δεν υφίσταται κόλαση και παράδεισος από πλευράς του Θεού, υφίσταται από πλευράς των ανθρώπων. Εμείς τη μία και ενιαία αγάπη του Θεού δυστυχώς την ζούμε έτσι και αλλιώς: είτε δηλαδή θετικά είτε αρνητικά. Διότι οι δικές μας προϋποθέσεις ζωής μεταποιούν και αλλοιώνουν τη θεϊκή αγάπη. Έτσι ο μετανοημένος πιστός που αγωνίστηκε σε αυτήν τη ζωή να απαλλαγεί από τον εγωισμό και την αμαρτία: ό,τι καταργεί και σκοτώνει την αγάπη, δέχεται την ενέργεια της αγάπης του Θεού και την βιώνει ως φως και ευλογία. Ο αμετανόητος όμως, που παγίωσε τον εγωισμό μέσα του κι έκανε πέτρα την καρδιά του, αυτός την ίδια αγάπη του Θεού την δέχεται πια αρνητικά: ως φωτιά που τον κατακαίει και τον πονάει. Σαν τον ήλιο που οι ίδιες ακτίνες του το μεν πτώμα το αποσυνθέτουν, τον δε ζωντανό οργανισμό τον ζωοποιούν και τον αναζωογονούν.

 Έτσι για το αν βρεθούμε στην κόλαση ή στον παράδεισο, όπως λέμε, αποκλειστικά υπεύθυνοι είμαστε εμείς και όχι ο Θεός. Ο Θεός μας αγαπά. Εμείς δεν μπορούμε να γευτούμε την αγάπη Του, γιατί όσο μας δόθηκε ο χρόνος εργασίας και μετανοίας, αυτή η ζωή, εμείς φροντίσαμε να παραλύσουμε τις αισθήσεις μας. Γι’ αυτό και δεν πρέπει να μας παραξενεύουν τα λόγια μερικών Πατέρων της Εκκλησίας που μιλώντας για τα θέματα αυτά είπαν: ακόμη και στην περίπτωση που ο Θεός διά της βίας μας έβαζε στον Παράδεισο, ακόμη και στην υποτιθέμενη αυτή περίπτωση τον παράδεισο εμείς θα τον ζούσαμε ως κόλαση. Διότι ο εγωιστής άνθρωπος και στον παράδεισο θα είναι εγωιστής, άρα κολασμένος.

4. Τι θα κρίνει βεβαίως την ένταξή μας στη μία ή στην άλλη κατάσταση είναι γνωστό και το αναφέραμε ακροθιγώς παραπάνω: η αγάπη που φροντίσαμε να κρατήσουμε στη ζωή αυτή και απέναντι στον Θεό και απέναντι στον συνάνθρωπο. Και κυρίως απέναντι στον συνάνθρωπο, διότι αυτή κρίνει την ποιότητα και της αγάπης μας προς τον Θεό. «Αν δεν αγαπάμε τον συνάνθρωπό μας που βλέπουμε – επισημαίνει ο άγιος Ιωάννης – πώς θα αγαπάμε τον Θεό που δεν βλέπουμε;» (Πρβλ. Α΄ Ιωάν. 4, 20). Η αγάπη μας λοιπόν προς τον συνάνθρωπο συνιστά και το έσχατο κριτήριο, πάνω στο οποίο θα κριθούμε.

Και πράγματι η παραβολή της Κρίσεως αυτό επισημαίνει: «Εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε». Και «εφ’ όσον ουκ εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, ουδέ εμοί εποιήσατε». Τα λόγια του Κυρίου είναι συγκλονιστικά. Ο άλλος, ο πλησίον, ο συνάνθρωπος, όποιος κι αν είναι αυτός, δεν είναι απλώς ο άλλος. Πολύ περισσότερο δεν είναι ο ξένος και ο εχθρός, που μπορεί να φτάσει να θεωρηθεί και ως η κόλασή μου – μία θεώρηση που συνιστά την ίδια την αθεΐα. Διότι πράγματι χωρίς Θεό στη ζωή μου, ο συνάνθρωπος αποτελεί για μένα μόνο απειλή και ενόχληση. Ο άλλος όμως, κατά τον Κύριο, είναι ο αδελφός του Κυρίου, κι ακόμη πιο πολύ: ο ίδιος ο Κύριος.

5. Δεν αποτελούν συμβολικές εικόνες αυτά που λέγει ο Χριστός. Είναι οριστικές διατυπώσεις που αποκαλύπτουν την πραγματικότητα. Ο Χριστός αίρει την τύφλωσή μας και μας δίνει τα μάτια για να δούμε την κρυμμένη πραγματικότητα. Το έσχατο βάθος της. Και μας λέει: μη με ψάχνετε εδώ κι εκεί. Δείτε με στα πρόσωπα των συνανθρώπων σας. Ακόμη και σε εσάς τους ίδιους. Ο καθένας λοιπόν από εμάς συνιστά μία κρυμμένη παρουσία Χριστού. Αποτελούμε μία πρόκληση διαλόγου με τον Χριστό και μία βίωση της Δευτέρας Παρουσίας του πριν ακόμη εκείνη έρθει. Έτσι η κόλαση και ο παράδεισος δεν ανήκουν ως καταστάσεις στο μακρινό και απώτατο μέλλον. Είναι πολύ κοντά μας, μπροστά κυριολεκτικά στα μάτια μας, όσο είμαστε εμείς οι ίδιοι μπροστά στον εαυτό μας και μπροστά στον κάθε συνάνθρωπό μας. Την κόλαση και τον παράδεισο τα κερδίζουμε την κάθε στιγμή της ζωής μας. Κι αυτό που τώρα ζούμε, το ίδιο με μεγαλύτερη ένταση θα ζήσουμε και μετά τον θάνατό μας, και με την απόλυτη δυνατή ένταση μετά τον ερχομό του Χριστού στη Δευτέρα Του Παρουσία. Πόσο οικεία και γνώριμα λοιπόν ακούει στα αυτιά του ο Χριστιανός τα λόγια των Πατέρων του: «Από τον πλησίον μας εξαρτάται η ζωή και ο θάνατος. Γιατί αν κερδίσουμε τον αδελφό μας, τον Χριστό κερδίσαμε. Κι αν τον προσβάλουμε, Εκείνον χάσαμε».

Η παραβολή της κρίσεως ακούγεται μία φορά τον χρόνο στην Εκκλησία μας, την Κυριακή των Απόκρεω – σκαλοπάτι κι αυτή για την είσοδό μας στη Σαρακοστή. Περιττό να πούμε ότι λόγω της σπουδαιότητάς της θα πρέπει να την έχουμε μόνιμο και καθημερινό ανάγνωσμά μας και μελέτη του βίου μας διαπαντός. Διότι επικεντρώνει την προσοχή μας σε ό,τι πιο ουσιαστικό έχουμε να κάνουμε στη ζωή αυτή, από το οποίο εξαρτάται και το αιώνιο μέλλον μας: να αγαπάμε τους πάντες και τα πάντα. Για χάρη του Χριστού. Για χάρη δική μας. 

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΑΝΘΙΜΟΣ Ο ΕΝ ΧΙΩ

«Ο όσιος Άνθιμος, κατά κόσμον Αργύριος Βαγιάνος, γεννήθηκε στη νήσο Χίο την 1η Ιουλίου 1869, από γονείς ευλαβείς, τον Κωνσταντίνο και την Αγγεριώ. Έζησε τη ζωή του ασκητικά, πρώτα στη Σκήτη των αγίων Πατέρων, κοντά στον Γέροντα Παχώμιο, και ύστερα σε ερημικό κελί παρά την τοποθεσία Λιβάσια, όπου σήμερα υψώνεται ο πρώτος επ’ ονόματί του ναός. Το μέγα αξίωμα της ιερωσύνης το έλαβε στο Αδραμύττιο της Μικράς Ασίας το 1910. Στη συνέχεια τού ανατέθηκε η πνευματική διεύθυνση του Λεπροκομείου Χίου, όπου και διέλαμψαν εκεί οι θαυματουργικές του ενέργειες και η πατρική στοργή και αγάπη προς τους πολυπληθείς και βασανιζόμενους λεπρούς. Ίδρυσε εκ θεμελίων εντός δύο ετών, κατόπιν πολλών πειρασμών, κόπων και φροντίδων, με τη χάρη της εικόνας της Παναγίας Βοηθείας, τον επ’ ονόματι Αυτής τιμώμενο Ναό και Παρθενώνα, που αριθμούσε κατά την οσία του κοίμηση 85 μοναχές. Άφησε πολύτιμες συμβουλές, τέλεσε πάρα πολλά θαύματα και κοιμήθηκε οσιακά την 15η Φεβρουαρίου 1960. Από τότε η πλούσια και αδιάλειπτη θαυματουργική του χάρη εκδηλώνεται μέχρι σήμερα»[1]. 

(Ο Όσιος Άνθιμος, κατά κόσμο Αργύριος Κ. Βαγιάνος, γεννήθηκε την 1η Ιουλίου 1869 μ.Χ. στην περιοχή του Αγίου Λουκά Λιβαδίων. Οι ευσεβείς και ενάρετοι γονείς του, Κωνσταντίνος και Αργυρώ, φρόντισαν να δώσουν Χριστιανική αγωγή στο τέκνο τους. Και ο νεαρός Αργύριος δωρεοδέκτης του Αγίου Πνεύματος, με πνεύμα σοφίας, ήταν προορισμένος από τον Θεό να αναδειχθεί σκεύος εκλογής και να γίνει μέγας παιδαγωγός εις Χριστόν. Η όλη παιδιόθεν ανάπτυξη και ανατροφή του τελούσε προφανώς υπό την ισχυρή και βαθιά επίδραση του χριστιανικού οικογενειακού του περιβάλλοντος.

Γράμματα δεν έμαθε πολλά. Περιορίσθηκε στις απλές γνώσεις του δημοτικού σχολείου. Έτσι χωρίς τα θεωρητικές γνώσεις της εγκοσμίου καταξιώσεως, αλλά με ευφυΐα και διεισδυτικότητα πνεύματος και με ιδιαιτέρως έντονη την επιθυμία για βίο πνευματικό, προχωρά αταλάντευτος στην ενάρετη ζωή με την πολύτιμη δωρεά της ακλόνητης πίστεως.

Ο θείος έρως τον οδηγεί στην απάρνηση του κόσμου και της βοής του και στη μοναχική πολιτεία, από όπου εξέλαμψαν οι αρετές του. Αφορμή για να ακολουθήσει την μοναχική οδό υπήρξε η επίσκεψή του στη Σκήτη των Αγίων Πατέρων της Χίου για την επισκευή ιδιόκτητης εικόνας της Παναγίας. Με αυτή την εικόνα έκτοτε συνέδεσε άρρηκτα ολόκληρη την ζωή του. Η Παναγία έγινε για εκείνον πηγή ανεξάντλητης δυνάμεως στους μετέπειτα σκληρούς αγώνες του, αλλά και πηγή δροσιάς και ανακουφίσεως. Οδηγός του στον ασκητικό βίο υπήρξε ο σεβάσμιος Γέροντας της Σκήτης Παχώμιος, από τον οποίο εκάρη μικρόσχημος μοναχός και μετονομάσθηκε Άνθιμος.

Υποτάσσεται στον Γέροντα Παχώμιο και με τις αδιάλειπτες προσευχές και νηστείες και με τους σκληρούς αγώνες του αναδεικνύεται, με την ευδοκία του Θεού, μεγάλος στην άσκηση και την αρετή. Με την σωματική και πνευματική του όμως αυτή άσκηση εξαντλήθηκε και ασθένησε. Τότε με την ευλογία του Παχωμίου επιστρέφει στο σπίτι του, όπου εγκαθίσταται για ανάρρωση. Όμως ο Όσιος Άνθιμος δεν εγκατέλειψε την άσκηση. Μόλις αποκαταστάθηκε μερικώς η υγεία του αποσύρθηκε σε μικρό απομονωμένο κελί μέσα στα πατρικά του κτήματα, στα Λιβάδια της Χίου, συνεχίζοντας τους πνευματικούς του αγώνες. Εκεί μόναζε ασκώντας ταυτοχρόνως και την τέχνη του υποδηματοποιού, για να βοηθά τους φτωχούς γονείς του και να ελεεί του πάσχοντες.

Στο κελί του αυτό με την αδιάλειπτη προσευχή και την μελέτη του βίου μεγάλων ασκητών λάμβανε δύναμη, προέκοπτε σε πνευματική οικοδομή, αλλά και προκαλούσε και τη δαιμονιώδη λύσσα του πονηρού. Ο Όσιος αγωνιζόταν σκληρά και αποτελεσματικά, διεξήγαγε πολυμέτωπους αλλά νικηφόρους αγώνες κατά του πονηρού με την πύρινη προσευχή και καθημερινά ανερχόταν την ευλογημένη κλίμακα των αρετών και της αγιότητας. Αργότερα, σε ηλικία 40 ετών, το έτος 1909 μ.Χ., κείρεται μεγαλόσχημος μοναχός από τον διάδοχο του Παχωμίου, Ιερομόναχο Ανδρόνικο.

Ο ενάρετος όμως ασκητής Άνθιμος ήταν σκεύος εκλογής και έτοιμος για το αξίωμα της ιεροσύνης. Καλείται λοιπόν στο Αδραμύττιο της Μικράς Ασίας από τον ανάδοχό του Στέφανο Διοματάρη το 1910 μ.Χ. για τον σκοπό αυτό. Η χειροτονία του Αγίου δεν ήταν κάτι το συνηθισμένο. Στην περίπτωσή του είχαμε θεία συγκατάθεση που απεκάλυψαν οι θεοσημίες ευδοκίας κατά το τέλος της χειροτονίας. Σεισμός, αστραπές, βροντές, κατακλυσμιαία βροχή συμβαίνουν την ιερή εκείνη ώρα. Τα κανδήλια του ναού κινούνται, ενώ ένα από αυτά καταπίπτει. Μετά δε τη χειροτονία επικρατεί γαλήνη, ηρεμία, χαρά Θεού. Τα φυσικά αυτά φαινόμενα αποκαλύπτουν και μαρτυρούν την ευαρέσκεια του Θεού και τη θεία συγκατάνευση.

Όσο καιρό παρέμενε στο Αδραμύττιο, ακτινοβολούσε εκθαμβωτικά με την αρετή και την αγιότητά του, η οποία ίσχυσε να θεραπεύσει δαιμονιζόμενο της περιοχής, κάτι που δεν κατόρθωσαν οι συλλειτουργοί του. Αυτή λοιπόν η πνευματική του ακτινοβολία προκάλεσε το πάθος της αντιζηλίας των συλλειτουργών του. Εκείνος θέλοντας να τους ελευθερώσει από το πάθος αυτό, εγκατέλειψε το Αδραμύττιο το 1911 μ.Χ. και μετέβη στο Άγιον Όρος, όπου οι Αγιορείτες μοναχοί του επιδαψίλευσαν πολλές τιμές.

Επιστρέψας στη Χίο τοποθετήθηκε ως εφημέριος στο Λεπροκομείο. Εκεί άνοιξε το νέο στάδιο των αρετών και της αγαθοεργού δράσεώς του. Η εικόνα της Παναγίας Υπαπαντής επικεντρώνει την όλη του ευεργετική δράση. Η Κυρία Θεοτόκος διά της μεσιτείας και της προσευχής του Αγίου Ανθίμου επιτελεί αναρίθμητα θαύματα θεραπείας ασθενών επωνύμων και ανώνυμων πιστών. Το ίδρυμα αυτό με τους δυστυχείς λεπρούς καθίσταται πνευματικό κέντρο σωματικής και πνευματικής υγείας. Η όλη διακονία του στο Λεπροκομείο καταδεικνύει τη βαθύτατη πίστη του και την πολύτιμη προσφορά του.

Εδώ φαίνεται και το μεγαλείο του Αγίου. Ο Άγιος Άνθιμος ως εφημέριος του ναού συμπαρευρισκόταν, συνέτρωγε και συνομιλούσε με τους λεπρούς, τους κοινωνούσε των Αχράντων Μυστηρίων και μετά τη Θεία Λειτουργία κατέλυε!

Τότε μέσα σε εκείνη την αγιάζουσα ατμόσφαιρα οραματίζεται την ίδρυση Μονής, για να στεγάσει πρόσφυγες καλόγριες προερχόμενες από την Μικρά Ασία. Και προχωρεί στην πραγμάτωση των οραματισμών του. Υψώνει τον μεγαλοπρεπή Ιερό Παρθενώνα της Παναγίας Βοηθείας Χίου. Από τότε εγκαταστάθηκε στη Μονή με πλήρη αφοσίωση στην Παναγία και εκεί κατηύγαζε με την ασκητική του βιοτή το πλήθος των αρετών και την αγιότητά του και τη μεσιτεία και βοήθεια της Θεοτόκου και ποίμαινε με πλεονάζουσα στοργή και αγάπη το ποίμνιό του, ενίσχυε και παρηγορούσε με τον γλυκύ και απλό του λόγο και θεράπευε ασθενείς και πάσχοντες που κατέφευγαν κοντά του.

Μέσα σε αυτή τη διά βίου διακονία, ώριμος πλέον, πλήρης ημερών, σε ηλικία 90 ετών, με οσιότητα που θύμιζε τους μεγάλους ασκητές της ερήμου, τέλεσε την τελευταία Θεία Λειτουργία την 27η Ιανουαρίου 1960 μ.Χ. και λίγες ημέρες μετά κοιμήθηκε με ειρήνη».[2]

Η μακαριστή, σπουδαία και σοφή ηγουμένη Βρυαίνη[3] της Ι. Μονής Παναγίας Βοηθείας της Χίου, της Μονής που ίδρυσε ο άγιος Άνθιμος, είναι η ποιήτρια της εμπνευσμένης ακολουθίας που έγραψε για τον πνευματικό της Γέροντα Άνθιμο. Πρόκειται για ακολουθία[4] που ο εγκωμιαστικός λόγος είναι βεβαίως το επικρατούν στοιχείο, όπως συμβαίνει σε όλες τις ακολουθίες των αγίων, αλλά που προσανατολίζει τον μελετητή και εν προσευχή ακροατή σε ό,τι συνιστά καίριο στοιχείο της αγιότητας, εν προκειμένω του αγίου Ανθίμου. Ποια η γενική εικόνα που προβάλλεται μέσα από την ακολουθία για τον άγιο; Θα επιλέξουμε μεταξύ πολλών άλλων έναν ωραίο ύμνο που αποκαλύπτει και το ποιητικό χάρισμα της μακαριστής ηγουμένης, από τον πρώτο κανόνα της ογδόης ωδής του όρθρου: «Φάνηκες στη γη ως ένας νέος ουρανός, αγιώτατε Πατέρα, γιατί είχες στην καρδιά σου ως παμμέγιστο ήλιο τον Κύριο, ως πάμφωτη ασημίζουσα σελήνη την άχραντη Παρθένο και ως λαμπρά αστέρια τις θείες διδαχές σου»[5].

Εν σμικρώ μέγα δηλαδή το πορτραίτο του αγίου από τη μακαριστή Βρυαίνη, η οποία θεωρεί τον άγιο ως ένα νέο ουρανό, συνεπώς ένα δεύτερο κόσμο, που φωτίζει όχι ασφαλώς τον εαυτό του – ό,τι επιδιώκει ο πεσμένος στην αμαρτία κόσμος με τον εγωισμό που τον διακατέχει – αλλά τον ίδιο τον Κύριο και την Παναγία Μητέρα Του, κάτι που αποτύπωσε και στις ένθεες διδαχές του. Αυτό δεν είναι το χαρακτηριστκό του κάθε αγίου; Να «εξαφανίζεται» ο ίδιος για να φαίνεται ο Χριστός! «Ἐκεῖνον δεῖ αὐξάνειν, ἐμέ δέ ἐλαττοῦσθαι»[6], κατά τον λόγο του θεόρατου αγίου Ιωάννου Προδρόμου. Να λοιπόν τι ήταν, για την υμνογράφο αλλά και για όλους τους πιστούς που τον γνώρισαν, ο όσιος αυτός Γέροντας: ένας άλλος Χριστός, ένας «τοῦ Δεσπότου (Χριστού) μιμητής» (κοντάκιο). Κι αυτό γιατί υπήρξε «θεῖον οἰκητήριον τῆς Τριάδος», γεγονός που φανερωνόταν από το πλήθος των αρετών και των χαρισμάτων του. «Φάνηκες σεμνός και ήσυχος, απλός, αγνός και άκακος, όσιος και πράος και ανδρείος, μέτριος, σώφρων και γεμάτος συμπάθεια, γιατί έγινες θείο κατοικητήριο της Τριάδος και όργανο του αγίου Πνεύματος»[7] (ωδή ε΄).

Είναι ευνόητο λοιπόν να εξηγήσει η σπουδαία Βρυαίνη γιατί ο άγιος, έμπλεος των χαρισμάτων του Πνεύματος, ιδίως αφότου χειροτονήθηκε ιερέας, έγινε «στύλος Ὀρθοδοξίας» (στιχ. μ. εσπ.: «ο στέρεος ναός της ψυχής σου έγινε στύλος Ορθοδοξίας, δυναμώνοντας την Εκκλησία από τους εχθρούς και τα βέλη του εχθρού διαβόλου[8]), λειτουργώντας με τα σπάνια χαρίσματα της προόρασης και της διόρασης και της θαυματουργίας προς χάρη των αναγκεμένων πιστών. «Καταξιώθηκες, όσιε Άνθιμε, να προλέγεις τα μέλλοντα και να προοράς τα μακρινά, όπως και να αναβλύζουν από σένα κάθε ημέρα θαύματα, εκτελώντας χωρίς χρήματα ιάσεις και καταδιώκοντας τους δαίμονες, σε όσους προστρέχουν σε σένα με πίστη[9] (ωδή ε΄).

 Κι εκεί που όντως «αναλώνεται» η ιερή υμνογράφος είναι η προβολή των πολλών θαυμάτων του αγίου, και όσο ζούσε και μετά την κοίμησή του. Ένα πλήθος τροπαρίων συνιστά την περιγραφή των διαφόρων επεμβάσεών του, για σωματικά και ψυχικά αρρωστήματα των ανθρώπων, στη γη και στη θάλασσα και παντού[10], ιδίως όπως είπαμε αναργύρως, τόσο που θα μπορούσε και αυτόν να εντάξει κανείς στους Αναργύρους αγίους της Εκκλησίας. Τό «δωρεάν ἐλάβετε, δωρεάν δότε»[11] του Κυρίου με άλλα λόγια λειτουργούσε ως κανόνας ζωής για τον άγιο, το οποίο κατανοείται ως ξέσπασμα της ζέουσας από την αγάπη Κυρίου καρδιά του. «Τη χάρη που δέχτηκες από τον Θεό, τη μετέδωσες με θεϊκό ζήλο»[12] (στιχ. μ.εσπ.), σημειώνει και πάλι ήδη απαρχής. Γι’ αυτό και δεν «ξαφνιάζει» η επισήμανση ότι ο άγιος ως ιερέας έλαμπε πολύ συχνά την ώρα των ακολουθιών, ενώ μαζί του έψελναν, όπως συνέβαινε και με άλλους αγίους σαν τον άγιο Σπυρίδωνα, άγγελοι Κυρίου. «Όταν λειτουργούσες στη γη ως ιερέας του Υψίστου, Άνθιμε πάντιμε, έλαμπε ως άγγελος η ιερή σου μορφή από τη χάρη που κατοικούσε στην καρδιά σου»[13] (στιχ. εσπ.). «Άκουσες, όσιε, όσο ήσουν στο σώμα σου, να ψέλνουν οι ασώματοι»[14] (ωδή γ΄).

Η σοφή υμνογράφος βεβαίως επιχειρεί να μας δώσει όσο είναι δυνατόν τη σφαιρική εικόνα της όλης κατά Χριστόν πολιτείας του και να μας εξηγήσει τη θαυμαστή στον κόσμο παρουσία του. Έτσι ο άγιος Άνθιμος καταρχάς δεν ακολούθησε την οδό Κυρίου ξαφνικά σε κάποιο σημείο της ζωής του. Η ποιήτρια μάς θυμίζει ότι από μικρός επέλεξε τον δρόμο της αρετής[15] (κάθισμα όρθρου), γιατί τού δόθηκε από τον Θεό η χάρη να συνειδητοποιήσει γρήγορα το άστατο του βίου αυτού, συνεπώς και τη ματαιότητα που τον χαρακτηρίζει. «Γνώρισες το άστατο της ζωής, μίσησες τις ηδονές της σάρκας, γι’ αυτό και ως άνθρωπος με γνώση διάλεξες τον μοναχικό καλογερικό βίο, όσιε»[16] (ωδή γ΄). Και η επιλογή του «μονήρους βίου» δεν ήταν επιλογή χαλαρότητας γι’ αυτόν, όπως ίσως κάποιοι μπορούν να υπονοήσουν, αλλά επιλογή εξαρχής σκληροτάτων ασκητικών αγωνισμάτων – η είσοδος σε μοναστήρι δεν σημαίνει το «τέλος»(!), αλλά ακριβώς την απαρχή. Οπότε αναδείχτηκε σε τύπο του πιστού και αγαθού δούλου που προβάλλει ο Ίδιος ο Κύριος[17], όπως και στο όριο  του αληθινού δασκάλου, που πρώτα έγινε «ποιητής» και έπειτα εκφραστής λόγου. «Εύγε δούλε αγαθέ και πιστέ, εύγε εργάτη του αμπελώνα Χριστού, εσύ και το βάρος της ημέρας βάστασες και το τάλαντο που σου δόθηκε επαύξησες και δεν φθόνησες εκείνους που ήλθαν μετά από σένα»[18] (δόξα λιτής). «Ο λόγος του Ευαγγελίου “Όποιος εφαρμόσει κι έπειτα διδάξει, αυτός θα ονομαστεί μεγάλος”, ταιριάζει σε σένα, Πατέρα»[19] (στιχηρό μικρ. εσπ.).

Γι’ αυτό και δεν διστάζει η μακαριστή μαθήτρια του αγίου να τον παραλληλίσει με τους μεγάλους παλαιούς Πατέρες της Εκκλησίας, όπως και  με τους μεγάλους οσίους της, γιατί αυτούς προσπάθησε να ακολουθήσει με ζήλο.  «Όλοι οι Πατέρες υποδεχθήτε με ευμένεια τον νέο κατά τους χρόνους Πατέρα, και ομότροπο της ζωής σας»[20] (απολυτ.). «Ζήλεψες του παλαιούς Πατέρες κατά τα τελευταία χρόνια, πάτερ Άνθιμε, ως προς την εγκράτειά τους, τα δάκρυα, τη συγκεντρωμένη αγρυπνία»[21] (ωδή γ΄). Κι ακόμη: θεωρεί η υμνογράφος ότι ο άγιος Άνθιμος προσπάθησε να πατήσει πάνω στα ίχνη του μεγάλου Χιώτη αγίου, Νικηφόρου[22]. Μας δίνει την αλήθεια αυτή μ’ ένα της στίχο: «Διάλεξες ως παράδειγμα της ζωής σου τον ιερό Νικηφόρο»[23]. Πέραν τούτων: δεν μπορεί να αντισταθεί στην πάγια συνήθεια των υμνογράφων να αξιοποιούν το όνομα ενός αγίου για να τον συγκρίνουν με τους παλαιούς συνώνυμούς τους. Ο άγιος Άνθιμος, επίσκοπος Νικοδημείας[24], γίνεται στο σημείο αυτό το μέτρο σύγκρισης. «Νικομηδείας Ἀνθίμου συνώνυμος, τῶν ἀρετῶν δὲ ἐκείνου ὁμότροπος» (απολυτ.). «Η Νικομήδεια άνθησε παλιά ως άνθος τον Άνθιμο, τώρα δε ανθεί η Χίος τον νέο Άνθιμο»[25] (στίχο συναξαρίου) .

Η μακαριστή ηγουμένη όμως προχωρεί βαθύτερα. Βεβαίως προβάλλει τον άγιο ως «πιστόν ἐκτελεστήν τῶν θείων ἐντολῶν», κυρίως της αγάπης προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο[26] (κάθισμα όρθρου), βεβαίως χαίρεται να περιγράφει τις αρετές και τα ένθεα χαρίσματά του που τον ανέδειξαν και τον αναδεικνύουν σε πρότυπο και προστασία των πιστών[27], μα θέλει να εξηγήσει, δείχνοντας και το ποιμαντικό χάρισμά της, και την προϋπόθεση όλων αυτών των θαυμαστών. Τι ήταν εκείνο που κατέστησε τον άγιο ικανό να μπορεί να ζει τη ζωή του Θεού και να είναι ένας άλλος Χριστός στον κόσμο; Τι επομένως καθιστά κάθε άνθρωπο ικανό να είναι μαζί με τον Χριστό; Επιλέγει με πολλούς ύμνους η μακαρία Βρυαίνη δύο σημεία: τη μέχρι θανάτου επιλογή του αγίου, αφότου εισήλθε στο μοναστήρι, να κάνει υπακοή στον άγιο Γέροντά του Παχώμιο∙ και την απόλυτη αγάπη του – καρπό βεβαίως της αγάπης του προς τον Κύριο – προς την Υπεραγία Μητέρα του Κυρίου.

Πράγματι, επανειλημμένως η υμνογράφος  σημειώνει ότι η υποταγή του στον διακριτικό Γέροντα Παχώμιο, όπως το πρόβατο στον ποιμένα, ήταν τέτοια που τον έκανε σε σύντομο χρονικό διάστημα να υπερβεί όλους τους άλλους συνασκητές του. «Όταν υποτάχτηκες με ευλάβεια στον πνευματικό σου πατέρα κι έτρεξες σαν άκακο πρόβατο στη μάνδρα, εκεί όλους τους μοναχούς τους ξεπέρασες στα ασκητικά αγωνίσματα»[28] (στιχ. εσπ.). Κι αλλού (ωδή γ΄): «Έγινες άριστος υπήκοος, είχες αληθινή ταπείνωση, εξάλειψες εντελώς τα αμαρτωλά θελήματά σου, ενώ όλες τις αρετές, πάτερ, σαν να ήταν μία τις κατόρθωσες»[29]. Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται το «μυστικό» θα λέγαμε της όλης εν Χριστώ διαγωγής του αγίου: η κατανόηση (αλλά και ο αγώνας προς επίτευξη) ότι σπουδαιότερη αρετή από την ταπείνωση, η οποία αποκτάται με την ευλογημένη υπακοή, δεν υπάρχει. Όπου δηλαδή ο πιστός άνθρωπος αφήνει κατά μέρος το δικό του θέλημα, για να μπει στο (μη αμαρτωλό εννοείται) θέλημα του άλλου, πολύ περισσότερο όταν αυτό είναι του πνευματικού πατέρα και της Εκκλησίας, εκεί βλέπει κυριολεκτικά θαύματα: την ίδια την παρουσία του Θεού στην ύπαρξή του. Κι αυτό γιατί η υπακοή και η ταπείνωση αυτή εκφράζουν το φρόνημα του ίδιου του Θεού μας, όπως το διατυπώνει με μοναδικό τρόπο ο απόστολος Παύλος: «Αυτό να φρονείτε κι εσείς, όπως και ο Ιησούς Χριστός: έγινε υπάκουος μέχρι θανάτου στον Θεό Πατέρα, μέχρι θανάτου σταυρικού»[30]. Γι’ αυτό και δεν είναι τυχαίο ότι ο άγιος, μέσα στις διδαχές του προς τις μοναχές του, τόνιζε συχνά πυκνά αυτήν την πνευματική αλήθεια που κείται ως βάση στο οικοδόμημα του χριστιανισμού: «Το θέλημά σας ποτέ να μην το κάμνετε, αδελφές, διότι δεν θα προοδεύσετε ποτέ σας»[31].

Και δεύτερο: την αγάπη, κατά κυριολεξία τον έρωτα, προς την Παναγία μας, και μάλιστα παιδιόθεν. «Από παιδί είχες ηδονή της γλώσσας σου την Παρθένο και Αυτήν ως τη μελέτη της καρδιάς σου»[32] (στιχ. εσπ.). «Έχοντας ως θησαυρό και ιερά καταφυγή την πανάχραντη Δέσποινα, την πάντων Βοήθεια, ο νέος Άνθιμος άσκησε ένθεα και αναδείχτηκε νικητής του κόσμου, της σάρκας και του κοσμοκράτορα διαβόλου»[33] (απόστ. εσπ.). «Φλεγόμενος από τον δικό Σου έρωτα, Κόρη άχραντη, Παρθένε Παντάνασσα»[34] (ωδή δ΄). «Αγάπησες, πανόσιε, τη Μητέρα του Θεού με όλη την ψυχή και με όλη την καρδιά, και με τη θερμή επίκλησή Της έγινες δύναμη για τους ασθενείς και απαλλαγή για τους πάσχοντες»[35] (ωδή δ΄, β΄καν.).

Δεν μπορούμε να μην κάνουμε τον συνειρμό. Ο άγιος Άνθιμος μεγαλούργησε πνευματικά, γιατί διάλεξε τον δρόμο της ταπείνωσης και γιατί αγάπησε με πάθος την Παναγία. Ο άλλος μεγάλος νεώτερος κι αυτός άγιος της Εκκλησίας, αγαπημένος άγιος Νεκτάριος, μεγαλούργησε εξίσου, διότι κι αυτός την ταπείνωση επέλεξε ως δρόμο ζωής και στα χέρια της Παναγίας έβαλε τη ζωή του. Τυχαίο; Ασφαλώς όχι. Και οι δύο είχαν κοινή αναφορά τον άγιο Γέροντα Παχώμιο: στην ίδια σκήτη ασκήτεψαν, των Αγίων Πατέρων στη Χίο, την ίδια καθοδήγηση προφανώς δέχτηκαν. Κι εδώ υπάρχει ένα «μείον» στην ακολουθία της αγίας Γερόντισσας Βρυαίνης. Δεν κάνει καμία αναφορά στον άγιο Νεκτάριο που προηγήθηκε του αγίου Ανθίμου. Κι επίσης δεν μνημονεύει καθόλου και τον άλλο εξίσου μεγάλο όσιο, τον όσιο Νικηφόρο τον Λεπρό. Όλοι αυτοί σχετίζονται μεταξύ τους κι ίσως θα έπρεπε να γίνει κάποια μνεία του ονόματός τους. Μα υπάρχει δικαιολογία: η μακαριστή ηγουμένη επικεντρώνει στον άγιο Άνθιμο και στο μοναστήρι που εκείνος ίδρυσε, συνεπώς «παραθεωρεί» τον άγιο Νεκτάριο. Και από την άλλη ο άγιος Νικηφόρος ο Λεπρός μονολότι γνωστός δεν είχε «καθιερωθεί» – μόλις λίγα χρόνια πριν διακηρύχθηκε η αγιότητά του επισήμως[36].

Σημασία πάντως έχει ότι η μακαριστή υμνογράφος μάς ζωγραφίζει τις σπουδαίες διαστάσεις του αγίου Ανθίμου, μας καλεί να τον γνωρίσουμε, να τον αγαπήσουμε, να τον επικαλούμαστε. Κι αυτό είναι το σημαντικότερο.




[1] Σύντομο συναξάρι της ακολουθίας του αγίου Ανθίμου.

[2] Συναξάρι από τον «Ορθόδοξο Συναξαριστή».

[3] Η μακαριστή Γερόντισσα έζησε από τα νεανικά της χρόνια στην Ιερά Μονή της Παναγίας Βοηθείας, πλησίον του Γέροντα (αγίου) Ανθίμου (Βαγιάνου) και επέδειξε αξιοζήλευτη υπακοή, καρτερικότητα, υπομονή, ένθεο ζήλο, προσευχή και επιμέλεια στα της Μονής. Ήταν σπάνιος άνθρωπος και αγαπήθηκε από το σύνολο των αδελφών της Μονής αλλά και από τους προσκυνητές της (βλ. Αντωνίου Χαροκόπου, Η μακαριστή Γερόντισσα Βρυαίνη, έκδ. Ι. Μ. Παναγίας Βοηθείας).

[4] Ακολουθία του οσίου και θεοφόρου πατρός ημών Ανθίμου του Χίου (1993).

[5] «Νέος οὐρανὸς ἐν γῇ ὡράθης, τὸν Κύριον ὥσπερ ἥλιον παμμέγιστον, Πάτερ ἁγιώτατε, ἔχων ἐν τοῖς στέρνοις σου, ὡς δὲ σελήνην, πάμφωτον ἀργυραυγίζουσαν, τὴν ἄχραντον Παρθένον, καὶ ὡς λαμπροὺς ἀστέρας, τὰς θείας διδαχάς σου»

[6] Ιωάν. 3, 30.

[7] «Σεμνὸς καὶ ἡσύχιος, ἁπλοῦς ἁγνὸς καὶ ἄκακος, ὅσιος καὶ πρᾶος καὶ ἀνδρεῖος, μέτριος σώφρων, καὶ εὐσυμπάθητος ὤφθης, τῆς Τριάδος γεγονώς, θεῖον οἰκητήριον, καὶ τοῦ Πνεύματος ὄργανον»

[8] «Ναὸς δὲ τῆς ψυχῆς σου ὁ ἀῤῥαγής, Ὀρθοδοξίας στῦλος γέγονε, τὴν Ἐκκλησίαν κρατύνων ἐκ τῶν ἐχθρῶν, καὶ βελῶν τῶν τοῦ ἀλάστορος».

[9] «Προλέγειν τὰ μέλλοντα, καὶ προορᾶν τὰ πόῤῥωθεν, θαύματα τε βλύζειν καθ’ ἑκάστην, κατηξιώθης, Ὅσιε Ἄνθιμε, ἰάσεις ἀναργύρως ἐκτελῶν, πίστει τοῖς προστρέχουσι, καὶ διώκων τοὺς δαίμονας». Και: «ἐκεῖθεν (εξ αγίου Πνεύματος) καταυγαζόμενος ἑώρα τὰ μελλόντα καὶ ἄπειρος ὢν τῆς ἔξω σοφίας, τὰ βάθη τοῦ Πνεύματος τῇ θείᾳ χάριτι ἠρεύνησε, καὶ πηγὴ θαυμάτων ἔτι ζῶν ἀναδέδεικται» (λιτή).

[10] Βλ. ωδές ζ΄, η, θ΄κ.α.

[11] Ματθ. 10, 8.

[12] «Ἥν γὰρ ἐδέξω χάριν παρὰ Θεοῦ, θείῳ ζήλῳ μετέδωκας».

[13] «Ὅτε, ἐλειτούργεις ἐπὶ γῆς, ἱερεὺς ὑπάρχων Ὑψίστου, Ἄνθιμε πάντιμε, ἔλαμπεν ὡς ἄγγελος, ἡ ἱερά σου μορφή, ἐκ τῆς χάριτος Ὅσιε, τῆς ἔνδον οἰκούσης»

[14] «Ἀκήκοας τῆς μελῳδίας, Ὅσιε, τῶν Ἀσωμάτων ἐν σώματι».

[15] «Οὗτος γὰρ ἐπὶ τῆς γῆς, ἐκ παιδὸς τὴν ἀρετὴν ἐπιμελῶς ἀσκήσας καὶ ἔσοπτρον ἀκηλίδωτον φανείς, τὰς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀκτινοβόλους ἀστραπὰς εἰσεδέξατο».

[16] «Γνωρίσας τὸ ἄστατον τοῦ βίου, μισήσας σαρκὸς τὰς ἡδονάς, μονήρη βίον Ὅσιε, ὡς γνωστικὸς προέκρινας»».

[17] Βλ. Ματθ. 25, 21.

[18] «Εὖ δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ, εὖ ἐργάτα τοῦ ἀμπελῶνος Χριστοῦ, σὺ καὶ τὸ βάρος τῆς ἡμέρας ἐβάστασας καὶ τὸ δοθέν σοι τάλαντον ἐπηύξησας καὶ τοῖς μετὰ σὲ ἐλθοῦσιν οὐκ ἐφθόνησας».

[19] «Ὃς δ’ ἂν ποιήσας διδάξῃ μέγας κληθήσεται, εἰς σὲ ἁρμόζει Πάτερ, τὸ τοῦ Εὐαγγελίου».

[20] «Χορὸς ὁ τῶν Πατέρων εὐμενῶς ὑποδέχθητι, τὸν νέον ἐν τοῖς χρόνοις, καὶ ὑμῶν τὸν ὁμότροπον».

[21] «Τοὺς πάλαι Πατέρας ἐζηλώσω, ἐσχάτοις ἐν χρόνοις Πάτερ Ἄνθιμε, ἐγκρατείᾳ δάκρυσι, συντόνῳ ἀγρυπνίᾳ».

[22] Όσιος Νικηφόρος ο Χίος (περί το 1750-1821). Εορτάζει την 1η Μαῒου.

[23] «Τόν ἱερόν Νικηφόρον τύπον ἑλόμενος» (στιχ. μικρ. εσπ.).

[24] Άγιος ιερομάρτυς Άνθιμος επίσκοπος Νικομηδείας (3 Σεπτεμβρίου).

[25] «Νικομήδεια ἤνθησεν ἄνθος πάλαι Ἄνθιμον, ἀνθεῖ δὲ καὶ νῦν Χίος Ἄνθιμον νέον».

[26] «Τὰς θείας ἐντολάς, ἀκριβῶς ἐκτελέσας, ἀγάπης εἰς Θεόν, καὶ στοργῆς τοῦ πλησίον».

[27] «Πόθῳ, χρεωστικῷ σήμερον, ἐπαινέσωμεν ἡ Χίος πᾶσα, τὸ τῶν μοναζόντων προπύργιον, τὸ τῆς παρθενίας ἀπάνθισμα, ὀρφανῶν πτωχῶν τε τὸν προστάτην, πασχόντων, καὶ θλιβομένων παραμύθιον, τῶν πενομένων τροφέα, τῶν ἰώμενον πάντων, νόσους τὰς τοῦ σώματος, ψυχῶν τὰ τραύματα, λύχνον εὐφραίνοντα τοὺς πιστούς, τὸν θεῖον καὶ ὑπερθαύμαστον Ἄνθιμον» (Με πόθο που τον χρωστάμε, σήμερα, όλη η Χίος ας επαινέσουμε το προπύργιο των μοναχών, το απάνθισμα της παρθενίας, τον προστάτη των ορφανών και των πτωχών, την παρηγοριά των πασχόντων και των θλιβομένων, τον τροφέα των φτωχών, αυτόν που γιατρεύει τίς σωματικές ασθένειες και τα ψυχικά τραύματα όλων των ανθρώπων, το λυχνάρι που ευφραίνει τους πιστούς, τον θείο και υπερθαύμαστο Άνθιμο) (στιχ. εσπ.).

 

[28] «Ὅτε, τῷ Πατρί σου εὐλαβῶς, τῷ πνευματικῷ ὑπετάγης, καὶ ὥσπερ πρόβατον, ἄκακον ἀνέδραμες, εἰς τὸ Προβάτειον, τοὺς ἐκεῖσε μονάζοντας, πάντας ὑπερέβης, ἐν τοῖς ἀγωνίσμασιν, Ὅσιε Ἄνθιμε». Βλ. και: ««Ἔχων τῷ Πατρί σου πίστιν θερμήν, τῷ πνευματικῷ θεῖε Ἄνθιμε» (Είχες θερμή πίστη στον πνευματικό σου πατέρα, θείε Άνθιμε) (ωδή δ΄).

[29] «Ὑπήκοος ἄριστος ἐγένου, ταπείνωσιν ἔσχες ἀληθῆ, τέλεον ἐναπέκοψας, σαρκός σου τὰ θελήματα, τὰς ἀρετὰς ἁπάσας δέ, ὡς μίαν Πάτερ, κατόρθωσας».

[30] Βλ. Φιλ. 2, 5-8: «Τοῦτο φρονείσθω ἐν ὑμῖν ὅ καί ἐν Χριστῶ Ἰησοῦ, ὅς ἐν μορφῆ Θεοῦ ὑπάρχων οὐχ ἁρπαγμόν ἠγήσατο τό εἶναι ἴσα Θεῶ, ἀλλ’ ἑαυτόν ἐκένωσε μορφήν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος, καί σχήματι εὑρεθείς ὡς ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτόν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ σταυροῦ».

[31]  Βλ. Αγίου Ανθίμου της Χίου, Διδαχές Πνευματικές – Άρτος Ζωής, Επιμέλεια: Αντωνίου Ν. Χαροκόπου, τόμος Τρίτος, Ιερά Μονή Παναγίας Βοηθείας Χίου, Αθήναι 2007.

[32] «Ἐκ παιδὸς τὴν Παρθένον, ἔσχες ἡδονὴν τῆς σῆς γλώσσης, καὶ καθαρωτάτης σου καρδίας τὸ μελέτημα».

[33] «Ἔχων ὡς θησαύρισμα, καὶ ἱερὸν καταφύγιον, τὴν πανάχραντον Δέσποιναν, τὴν πάντων Βοήθειαν, Ἄνθιμος ὁ νέος, ἤσκησεν ἐνθέως, καὶ ἀνεδείχθη νικητής, κόσμου σαρκός τε καὶ κοσμοκράτορος».

[34] «Ἔρωτι φλεγόμενος Κόρη τῷ Σῷ, ἄχραντε Παρθένε, Παντάνασσα».

[35] «Ὅλῃ ψυχῇ, ὅλῃ καρδίᾳ πανόσιε, τὴν Μητέρα, τοῦ Θεοῦ ἠγάπησας, καὶ ἐπικλήσει ταύτης θερμῇ, ῥῶσις τοῖς νοσοῦσιν, ἀπαλλαγή τε τοῖς πάσχουσι γέγονας».

[36] 3 Δεκεμβρίου 2012.