«Είπε ο Γέρων
Εφραίμ ο καθηγούμενος της Ι. Μ. Βατοπαιδίου: Όταν ήμουν φοιτητής στην Αθήνα
είχα πνευματικό τον σπουδαίο και σοφό Γέροντα π. Επιφάνιο Θεοδωρόπουλο. Είχε
πάντοτε πολύ κόσμο, οπότε, δεχόταν την εξομολόγησή μου και το μόνο που μου έλεγε
όταν διάβαζε τη συγχωρητική ευχή ήταν: “Προσοχή και μετάνοια, παιδί μου,
προσοχή και μετάνοια”. Τίποτε άλλο!»
Για τον πράγματι σπουδαίο και σοφό μακαριστό Γέροντα π.
Επιφάνιο (Θεοδωρόπουλο) (1930-1989) δεν χρειάζονται πολλά λόγια. Όσοι τον γνώρισαν
προσωπικά, αλλά και όσοι τον γνώρισαν μέσω των δεκάδων βιβλίων και μελετών του
το ίδιο έχουν να μαρτυρήσουν και να καταθέσουν: ότι επρόκειτο περί ασυνήθους
πνευματικής μορφής, ευλαβεστάτου κληρικού και σοφού και διακριτικού πνευματικού
ανδρός, που η παρουσία του και μόνο όσο ζούσε αποτελούσε εχέγγυο ορθοδόξου
πίστεως και βιοτής. Γι’ αυτό και πλήθη χριστιανών τον προσήγγιζαν να
«ρουφήξουν» το νέκταρ της διδασκαλίας του, πάμπολλοι δε, και ιδίως νέοι
φοιτητές, εναπέθεταν την πνευματική τους καθοδήγηση στο αγιασμένο πετραχήλι
του.
Ένας από αυτούς
τους νέους, κατά την ομολογία του, ήταν και ο σεβαστός και γνωστός τοις πάσι
καθηγούμενος της Μεγάλης Μονής Βατοπαιδίου του Αγίου Όρους Γέρων Εφραίμ. Και τι
καταθέτει; Εξομολογείτο αλλά δεν του έλεγε πολλά λόγια ο άγιος πνευματικός π.
Επιφάνιος. Αυτό που του έλεγε όμως συγκεφαλαίωνε τα πάντα: Προσοχή και
μετάνοια! Υπάρχει άραγε κάτι σημαντικότερο από την προτροπή και την ευχή αυτή;
Ασφαλώς όχι! Διότι καταρχάς προσοχή σημαίνει νήψη, εγρήγορση, φυλακή των
αισθήσεων και των λογισμών, σύμφωνα με την εντολή του Θεού ήδη από την Παλαιά
Διαθήκη «Πρόσεχε σεαυτώ» και την εντολή του ίδιου του Κυρίου Ιησού Χριστού:
«γρηγορείτε και γίνεσθε έτοιμοι, ότι η ώρα ου δοκείτε ο Υιός του ανθρώπου έρχεται»,
κάτι που αδιάκοπα έπειτα τόνιζαν και οι άγιοι Απόστολοι.
Άνθρωπος έτσι πιστός που ζει με την προσοχή αυτή
βρίσκεται σε μία κατά το δυνατόν απόλυτη ένταση όλων των πνευματικών του
δυνάμεων, με αποτέλεσμα να μην παρεκκλίνει δεξιά και αριστερά, να μην ξεφεύγει
από τον μοναδικό δρόμο που είναι η «Οδός Κυρίου», «αφορών αδιάκοπα εις τον της
πίστεως αρχηγόν και τελειωτήν Ιησούν». Δεν είναι τυχαίο γι’ αυτό ότι σχεδόν
όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, απαρχής μέχρις εσχάτων, προσπάθησαν να
αναλύσουν την εντολή αυτή του Θεού «Πρόσεχε σεαυτώ», ώστε να βοηθήσουν τον
πιστό, τον αρχάριο αλλά και τον πιο προχωρημένο, στην κατά Χριστόν πίστη και
ζωή. Κατεξοχήν δε οι νηπτικοί λεγόμενοι πατέρες τόνισαν ότι δεν υπάρχει
περίπτωση να υπάρξει χριστιανός χωρίς να αγωνίζεται στην προσοχή αυτή, η οποία
επικεντρώνεται κυρίως στην καρδιά του ανθρώπου ως το κέντρο της όλης
ψυχοσωματικής του υπόστασης, χρησιμοποιώντας ως κατεξοχήν μέσο και όπλο το
παντοδύναμο όνομα του Ιησού Χριστού – «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον
αμαρτωλόν», με το οποίο φωτίζεται ο άνθρωπος, ενώ μαστιγώνεται ο Πονηρός.
«Ιησού ονόματι μάστιζε πολεμίους» (Ιωάννης Κλίμακος).
Στην
πραγματικότητα οι Πατέρες αυτοί φώτισαν το «έδαφος» του κέντρου «καρδιά», που αλλιώς το ονομάζουν νου,
περιγράφοντας όλες τις σκιερές λόγω της πεσμένης στην αμαρτία ανθρώπινης φύσης
αλλά και τις φωτεινές λόγω της υφισταμένης χάρης Θεού πλευρές του. Κι έτσι
έγιναν πρωτίστως αυτοί οι εμπειρικοί καθοδηγητές του εν επιγνώσει αγωνιζομένου
χριστιανού, πάντοτε με τη βοήθεια του πνευματικού του, προς εύρεση και βίωση
της εν τη καρδία αυτού ευρισκομένης βασιλείας του Θεού, ή αλλιώς όπως το είπε ο
Κύριος της όρασης του Θεού κατά τον μακαρισμό Του «μακάριοι οι καθαροί τη
καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται». Προϋπόθεση, να τονίσουμε και πάλι, της όλης
αυτής πνευματικής και επίπονης και συνεχούς εργασίας, η απόλυτη πεποίθηση ότι
προτεραιότητα στη ζωή έχει η αποκάλυψη του Κυρίου, η αποδοχή του «ζητείτε
πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην Αυτού και ταύτα πάντα (όλα τα
ανθρώπινα) προστεθήσεται υμίν».
Κι έπειτα, εκτός της προσοχής, η προτροπή του αγίου
Γέροντος Επιφανίου στον νεαρό εξομολογούμενο Εφραίμ: «μετάνοια». Και τι
σημαίνει αυτό; Ότι πέραν του γεγονότος ότι όλη η πνευματική ζωή σε όλες τις
βαθμίδες της – κάθαρση, φωτισμός, θέωση κατά την παγιωμένη πατερική διδαχή –
στην ουσία συνιστά τον δρόμο της μετανοίας, διότι μετάνοια σημαίνει απαγκίστρωση
από κάθε αμαρτία και αδιάκοπη επιστροφή στον Θεό, η μετάνοια αποτελεί τη λύση
και τη θεραπεία για όποια εκτροπή και αμαρτία, λόγω, έργω ή διανοία, παρουσιάζει ο πιστός στην καθημερινότητά του.
Αμάρτησες; Ευθύς και να μετανοήσεις για να επανακάμψει εν αισθήσει η χάρη του
Θεού στην ψυχή και το σώμα σου. Μην περιμένεις να παγιωθεί μέσα σου η αμαρτία,
να σκληρύνει το τραύμα σου, γιατί τότε δυσκολεύεται η πνευματική ζωή σου. Πολύ
περισσότερο με τους λογισμούς που ακολουθούν την οποιαδήποτε πτώση, λογισμούς
εγωισμού, που κάνουν τον άνθρωπο να περιδινίζεται διαρκώς στην πτώση του,
λέγοντας «μα πώς είναι δυνατόν εγώ να πέσω τόσο χαμηλά;» Ακριβώς λοιπόν τότε,
με επίγνωση της ευθραυστότητας και της αδυναμίας μας, απαιτείται να
αναγνωρίζουμε με γενναιότητα τα λάθη και τις πτώσεις μας κι αμέσως να
σηκωνόμαστε στον μόνο δρόμο σωτηρίας και θεραπείας, την ακολουθία των αγίων
εντολών του Κυρίου. «Οσάκις αν πέσης, έγειραι και σωθήση».
Προφανώς, για να επανέλθουμε στην απλή προτροπή του
μακαριστού σοφού Γέροντος Επιφανίου: «προσοχή και μετάνοια», ο νεαρός τότε
φοιτητής Εφραίμ είχε πλήρη επίγνωση της πνευματικής ζωής, είχε θέσει τον εαυτό
του αταλάντευτα στις ράγες της οδού της Βασιλείας του Θεού, γι’ αυτό και δεν
χρειαζόταν κάτι άλλο πέραν της απλής αυτής επισήμανσης του πνευματικού του. «Κι
αν έπεσες κάπου δηλαδή, συνέχισε χωρίς διακοπή τον δρόμο του Κυρίου, και
πρόσεχε στην καρδιά σου τους όποιους λογισμούς και τις όποιες διασπάσεις μπορεί
να σου προκαλέσει ο μακριά από τον Θεό κόσμος». Γνωρίζουμε δε ότι ο Γέρων
Επιφάνιος δεν έμενε μόνο στην απλή αυτήν προτροπή, όταν έβλεπε ότι ο άνθρωπος
είχε χρεία περισσοτέρων λόγων και συμβουλών. Του αφιέρωνε χρόνο πολύ
περισσότερο, τότε που υπήρχε βεβαίως μεγαλύτερη άνεση, κι ακόμη, κάτι που
αποκάλυπτε το πνευματικό του μεγαλείο, συναγωνιζόταν μαζί του στον αγώνα της
μετανοίας, αναλαμβάνοντας ο ίδιος μεγάλο «μερτικό» της ευθύνης του άλλου. Γιατί
ζούσε ως «υπεύθυνος» για όλους. Και ζούσε έτσι, γιατί ήταν αυθεντικός και
γνήσιος χριστιανός, που ο Σταυρός του Κυρίου ήταν και το δικό του «δομικό»
στοιχείο, σαν όλους τους αγίους, σαν τον μέγιστο οικουμενικό απόστολο Παύλο, ο
οποίος διαρκώς εξέφραζε το βίωμά του: «Χριστώ συνεσταύρωμαι. Ζω δε ουκέτι εγώ,
ζη δε εν εμοί Χριστός». Και: «αλλήλων τα βάρη βαστάζετε και ούτως αναπληρώσατε
τον νόμον του Χριστού».







