Σάββατο 23 Μαΐου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Α ΕΝ ΝΙΚΑΙΑ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

 “Αὕτη ἐστίν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί Σε τόν μόνον ἀληθινόν Θεόν καί ὅν ἀπέστειλας ᾽Ιησοῦν Χριστόν”  (᾽Ιωάν. 17,3)


Τό Εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς τῶν Πατέρων ἀποτελεῖ τμῆμα τῆς ἀρχιερατικῆς προσευχῆς τοῦ Κυρίου, τήν ὁποία ἀπηύθυνε πρός τόν Οὐράνιο Πατέρα Του λίγο πρίν ἀπό τή σύλληψή Του στόν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ. Ὁ Κύριος ἀναφέρεται στήν ὁλοκλήρωση τοῦ ἔργου Του ἐπί τῆς γῆς καί συνεπῶς στήν ἐκπλήρωση τῆς ἀποστολῆς πού Τοῦ ἀνέθεσε ὁ Θεός Πατέρας καί πού δέν ἦταν ἄλλη ἀπό τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, γεγονός πού συνιστᾶ ταυτοχρόνως, κατά τά δικά Του λόγια, καί τή δόξα τοῦ Θεοῦ. Τίς πραγματικές διαστάσεις αὐτοῦ τοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ, πού ἀποκαλύπτουν καί τήν ὁμοουσιότητά Του ἀπέναντι στόν Πατέρα Του προσπάθησαν νά διακρατήσουν καί νά διατρανώσουν καί οἱ Πατέρες τῆς ᾽Εκκλησίας, καί μάλιστα τῆς Α´ ἐν Νικαίᾳ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τό 325 μ.Χ., ὅταν παρουσιάστηκαν αἱρετικοί, ἀμφισβητίες δηλαδή καί διαστρεβλωτές τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ - μέ προεξάρχοντα τόν ἱερέα ῎Αρειο – οἱ ὁποῖοι λίγο-πολύ θέλησαν κατ᾽ οὐσίαν νά ὑποβιβάσουν Αὐτόν στό ἐπίπεδο τοῦ κτίσματος καί συνεπῶς νά θέσουν ἐν ἀμφιβόλῳ τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Προϋπόθεση βεβαίως τῆς ἀμφισβήτησης αὐτῆς ἦταν ἡ δαιμονική ἐξύψωση τῆς λογικῆς τῶν αἱρετικῶν ὑπεράνω τοῦ Χριστοῦ καί τῆς ἀποκάλυψής Του, κάτι πού σήμαινε ὅτι μέ τήν αἵρεση ἀναμετριόταν στήν πραγματικότητα ὁ ἀνθρώπινος μέ τόν Θεϊκό λόγο! ᾽Εκεῖνος ὁ λόγος μάλιστα τοῦ Κυρίου πού μᾶς καθοδηγεῖ στήν κατανόηση τῆς ἀποστολῆς Του καί τῆς θεανδρικῆς φύσεώς Του εἶναι ὁ ἑξῆς: ῾Αὕτη ἐστίν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί Σε τόν μόνον ἀληθινόν Θεόν καί ὅν ἀπέστειλας ᾽Ιησοῦν Χριστόν᾽ (᾽Ιωάν. 17,3).

 1. Δέν εἶναι ἡ πρώτη φορά βεβαίως πού ὁ Κύριος κάνει λόγο γιά τήν αἰώνια ζωή. Διαρκῶς ἀναφέρεται σ᾽ αὐτήν καί μάλιστα θεωρεῖται ὁ σκοπός τῆς ἀναζήτησης καί τῶν ᾽Ιουδαίων στήν Παλαιά Διαθήκη. ῎Ας θυμηθοῦμε γιά παράδειγμα τήν προσέγγιση τοῦ Κυρίου ἀπό τόν νομοδιδάσκαλο ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος θέτει στόν Κύριο ἀκριβῶς αὐτόν τόν προβληματισμό: ῾Διδάσκαλε, τί ποιήσας ζωήν αἰώνιον κληρονομήσω;᾽ (Λουκ. 10,25), προβληματισμό πού δίνει ἀφορμή στόν Χριστό νά πεῖ καί τή γνωστή παραβολή τοῦ καλοῦ Σαμαρείτη.
Ἡ αἰώνια ζωή λοιπόν προβάλλεται ὡς τό ὅραμα τῆς Π. Διαθήκης, ἀλλά καί ὁ σκοπός τῆς ἀποστολῆς τοῦ Κυρίου, ὅπως μᾶς ἀφήνει νά κατανοήσουμε αὐτόν καί ὁ λόγος τοῦ ῎Ιδιου στό σημερινό Εὐαγγέλιο: ῾Πάτερ...δόξασόν Σου τόν Υἱόν...καθώς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὅ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωήν αἰώνιον᾽ (᾽Ιωάν. 17, 1-2).

 2. Ὁ Κύριος σπεύδει νά διευκρινίσει τί σημαίνει αἰώνια ζωή. Δέν πρόκειται περί μιᾶς ἄλλης ζωῆς πού ἐκτείνεται μετά τήν ἐδῶ-στόν κόσμο τοῦτο ζωή. Οὔτε πολύ περισσότερο περί τῆς συνέχειας τῆς ζωῆς αὐτῆς χωρίς τέλος καί θάνατο. Τέτοιες κατανοήσεις ἀκούγονται καί λέγονται, ἀλλά συνιστοῦν παραποιήσεις, διότι διαιωνίζουν τήν κατάσταση τοῦ πεσμένου στήν ἁμαρτία κόσμου καί πρωτίστως δέν λαμβάνουν καθόλου ὑπόψιν τή σωτηριώδη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ στόν κόσμο, συνεπῶς εἶναι κατανοήσεις ἀπιστίας. Ἡ αἰώνια ζωή, κατά τόν Κύριο, συναρτᾶται ἄμεσα μέ τόν ῾Εαυτό Του: εἶναι ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ ἀπό τόν ἄνθρωπο καί τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ ὡς ἀπεσταλμένου τοῦ Θεοῦ. ῾Αὕτη ἐστίν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί Σε τόν μόνον ἀληθινόν Θεόν καί ὅν ἀπέστειλας ᾽Ιησοῦν Χριστόν᾽.

 3. Ἡ γνώση αὐτή δέν ἔχει χαρακτήρα νοησιαρχικό: δέν εἶναι δηλαδή θέμα ἐγκεφάλου, δέν πρόκειται γιά κάποιες πληροφορίες πού κινητοποιοῦν τίς νοητικές ἱκανότητες τοῦ ἀνθρώπου – τέτοια γνώση ὑπάρχει καί ὑφίσταται, ἀλλ᾽ ὅταν μιλᾶμε γιά τά πράγματα τοῦ παρόντος κόσμου. Ἡ γνώση γιά τήν ὁποία κάνει λόγο ὁ Κύριος ἀποκτᾶται ἀπό τήν προσωπική σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ ᾽Εκεῖνον, πού θά πεῖ τήν αἰώνια ζωή βιώνει ὁ ἄνθρωπος πού δέχτηκε τήν πρόσκληση τοῦ Χριστοῦ νά Τόν ἀκολουθήσει καί νά μετάσχει ἔτσι στή δική Του ζωή. ῾Γνῶσίς ἐστιν μετουσία᾽, θά πεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, ὁ βαθύς καί ἐμφιλόσοφος αὐτός θεολογικός νοῦς, ἀδελφός τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Πρέπει νά μετάσχει δηλαδή κανείς στόν Θεό, νά κοινωνήσει μαζί Του, γιά νά μπορέσει νά πεῖ ὅτι Τόν γνωρίζει. Κι αὐτή ἡ γνώση ὡς κοινωνία μέ τόν Θεό, πού δηλώνει τήν παρουσία ᾽Εκείνου μέσα στόν ἄνθρωπο, συνιστᾶ ἀκριβῶς τήν αἰώνια ζωή. Μέ ἄλλα λόγια ἡ αἰώνια ζωή εἶναι ἡ ἴδια ἡ ζωή τοῦ Θεοῦ, ἡ ἐνέργεια τῆς χάριτός Του, τήν ὁποία μπορεῖ καί ζεῖ στά προσωπικά του ὅρια, τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος, ὁ ἄνθρωπος πού θά πιστέψει στόν Χριστό. Προϋπόθεση γι᾽ αὐτό, κατά τόν Κύριο, εἶναι ἡ τήρηση τῶν ἁγίων Του ἐντολῶν. ῎Ανθρωπος πού ἐν πίστει θά τηρήσει τίς ἐντολές Του, καί μάλιστα τήν περιεκτική ἐντολή τῆς ἀγάπης, θά διαπιστώσει ῾ἰδίοις ὄμμασι᾽ τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί τήν ἐγκατοίκησή Του μέσα σ᾽ Αὐτόν. Τότε ἐμπειρικά θά γνωρίσει τόν Θεό. Αὐτό ἀποκάλυψε ὁ Κύριος καί προκάλεσε τόν κάθε πιστό Του νά ῾πειραματιστεῖ᾽ στόν ἑαυτό του προκειμένου νά τό ἐπιβεβαιώσει. ῾Ὁ λέγων ἔγνωκα αὐτόν καί τάς ἐντολάς αὐτοῦ μή τηρῶν ψεύστης ἐστίν (Α´᾽Ιωάν. 2,4). ῾Ὁ μή ἀγαπῶν οὐκ ἔγνω τόν Θεόν, ὅτι ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί᾽. (Α´ ᾽Ιωάν. 4,8). ῾᾽Εάν τις ἀγαπᾷ με τόν λόγον μου τηρήσει, καί ὁ πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν καί πρός αὐτόν ἐλευσόμεθα καί μονήν παρ᾽ αὐτῷ ποιήσομεν᾽ (᾽Ιωάν. 14, 23 ).

4. ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ πού εἶναι ὑπόθεση τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου, τόν κάνει νά πλατύνεται τόσο, ὥστε νά ζεῖ τήν αἰώνια ζωή μέσα στά ἀσφυκτικά καί περιορισμένα πλαίσια τῆς ζωῆς αὐτῆς, μέσα στό ἐδῶ καί στό τώρα, νά ζεῖ δηλαδή, ὅπως εἴπαμε, τήν ἐνέργεια τῆς χάριτος τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ, νά γίνεται καί ὁ ἴδιος ἄκτιστος. ῾Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός᾽ (Γαλ. 2,20) κατά τή μαρτυρία τοῦ ἀπ. Παύλου. Κι αὐτό εἶναι τό μυστήριο τῆς χριστιανικῆς ζωῆς: σέ παίρνει ὁ Χριστός, σέ κάνει ἕνα μέ ᾽Εκεῖνον, κι ἐνῶ φαίνεσαι ὅτι ζεῖς τήν ἴδια ζωή μέ τούς ἄλλους, ἐσύ ἔχεις γίνει ἕνας μικρός Θεός, ῾ἐν σαρκί περιπολῶν Θεός᾽ κατά τήν ἔκφραση ἐκκλησιαστικοῦ Πατέρα. Ὁπότε καταλαβαίνει κανείς ὅτι αὐτό πού λέμε ζωή εἶναι πέρα ἀπό αὐτό πού ἐπισημαίνουν οἱ αἰσθήσεις. Ζωή μπορεῖ νά εἶναι ἡ αἰώνια ζωή: ἡ ζωή τοῦ Θεοῦ μέσα στόν ἄνθρωπο, μπορεῖ ὅμως νά εἶναι καί μία νέκρωση πού ἁπλῶς φαίνεται ὡς ζωή. Σάν τήν περίπτωση πού λέει ὁ Κύριος γιά ἐκείνους πού δέν τόν ἀκολουθοῦσαν καί τούς χαρακτήρισε ὡς ζωντανούς νεκρούς. ῾῎Αφες τούς νεκρούς θάψαι τούς ἑαυτῶν νεκρούς᾽ (Ματθ. 8,22).

 5. Εἶναι περιττό βεβαίως καί νά ὑπενθυμίσουμε ὅτι τή ζωή αὐτή στήν ὁποία μᾶς καλεῖ ὁ Κύριος, μπορεῖ κανείς νά τή ζήσει μέσα στό ζωντανό σῶμα Του, τήν ᾽Εκκλησία, γιατί, ἐκεῖ, ὡς μέλος αὐτοῦ τοῦ σώματος, ἱκανώνεται ἀπό τόν Χριστό νά τηρεῖ τίς ἅγιες ἐντολές Του. ῎Εξω ἀπό τήν ᾽Εκκλησία ὁ ἄνθρωπος ὄχι μόνον ἀδυνατεῖ νά τηρήσει τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί τίς θεωρεῖ πολλές φορές ἀνοησία. Ποιός ῾λογικός᾽ ἄνθρωπος, μή χριστιανός, θά θεωροῦσε ὡς κάτι φυσικό, γιά παράδειγμα, τήν ἀγάπη πρός τόν ἐχθρό; Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος δέν εἶπε ὅτι ῾χωρίς Αὐτοῦ οὐ δυνάμεθα ποιεῖν οὐδέν;᾽(Πρβλ.᾽Ιωάν. 15, 5). Αὐτό σημαίνει ὅμως ὅτι καί ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ ἔξω ἀπό τήν ᾽Εκκλησία εἶναι ἀδύνατη καί τό βάθος τῆς ζωῆς τοῦ Θεοῦ - ἡ ἴδια ἡ αἰώνια ζωή – δέν εἶναι κατορθωτό.

Οἱ Πατέρες τῆς ᾽Εκκλησίας μας, ὅπως οἱ συγκεκριμένοι 318 τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, αὐτό προσπάθησαν νά διασφαλίσουν: τήν ἀποκάλυψη τοῦ Χριστοῦ, τή ζωή τῆς ᾽Εκκλησίας, τήν αἰώνια ζωή μέσα στή ζωή αὐτή, τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ὡς πραγματική σχέση μέ τόν Θεό ἐν Χριστῷ. Γι᾽ αὐτό καί τούς τιμᾶμε καί τούς γεραίρουμε. Καί τούς παρακαλοῦμε νά εὔχονται γιά μᾶς, ὥστε νά μένουμε στήν ἴδια μέ ἐκείνους χάρη, δηλαδή στή χάρη τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ μας.


ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΕΣ ΤΟΝ ΓΕΡΑΣΜΕΝΟ ΚΟΣΜΟ!

Γηράσαντα, Κύριε, κόσμον πολλοῖς ἁμαρτήμασι, καινίσας τῷ πάθει Σου καί τῇ ἐγέρσει Σου, ἀνελήλυθας ὀχούμενος νεφέλῃ, πρός τά ἐπουράνια˙ δόξα τῇ δόξῃ Σου» (ωδή α΄εορτής Αναλήψεως).

(Αφού ανακαίνισες με το Πάθος Σου και την Ανάστασή Σου, Κύριε, τον κόσμο που είχε γεράσει από τις πολλές αμαρτίες, ανήλθες προς τα επουράνια εποχούμενος πάνω σε νεφέλη. Δόξα στη δόξα Σου).

Ο άγιος Ιωσήφ ο Θεσσαλονίκης, ο υμνογράφος του δεύτερου κανόνα της μεγάλης Δεσποτικής εορτής της Αναλήψεως του Κυρίου, νιώθει την ανάγκη να δοξολογήσει τη δόξα του Κυρίου – και πώς αλλιώς; Κάθε τι που είναι του Θεού, ιδίως το δοξαστικό απολυτρωτικό έργο Του, είναι αντικείμενο έρωτα και αγάπης προς Εκείνον: το να δοξολογείς τη δόξα του Θεού σημαίνει να είσαι σε εκστατική πορεία θείου έρωτα, δίνοντας την καρδιά σου σ’ Εκείνον που σε αγάπησε «μέχρι τέλους». Και η πρόκληση έρχεται από τον αναλαμβανόμενο Κύριο επί «νεφέλης», ο  Οποίος πηγαίνει «ὅπου ἦν τό πρότερον», εκεί από όπου ποτέ δεν έφυγε ως Θεός, στα δεξιά του Πατέρα δηλαδή, μαζί όμως πια με την ανθρώπινη φύση Του. Αυτό είναι το μέγιστο μυστήριο για το οποίο μένουν έκπληκτοι και όλοι οι άγγελοι και οι λοιπές επουράνιες δυνάμεις: ο ερχομός του Κυρίου στον κόσμο δεν ήταν μία απλή παρένθεση στη ζωή Του, όπως τα ευρήματα φαντασίας των αρχαίων ποιητών που έβαζαν τους «θεούς» να εισέρχονται στην ανθρώπινη ζωή και να επανέρχονται μετέπειτα στην «κανονικότητά» τους. Η «κανονικότητα» του Κυρίου Ιησού Χριστού είναι μετά την ενσάρκωσή Του να κρατάει διαπαντός και την ανθρώπινη φύση Του, ενωμένη με τη θεότητά Του στη μία Του θεϊκή προσωπικότητα και υπόσταση.

Ο Κύριος λοιπόν αναλαμβάνεται «μετά σαρκός», «σύσσωμος», (εκπληρώνοντας την προτύπωση (προφητεία χωρίς λόγια) της Αναλήψεώς Του με την ανάληψη του προφήτη Ηλία – είναι πολύ ωραίο το τροπάριο από την ε΄ ωδή του ίδιου κανόνα που αναφέρεται ακριβώς σ’ αυτό: «ανερχόταν στους ουρανούς πάνω σε άρμα ο Ηλίας, ζωοδότα Κύριε, εξεικονίζοντας την θεία Σου ανάληψη»), έχοντας εκπληρώσει το έργο Του: την ανακαίνιση του κόσμου, που πραγματοποιήθηκε με όλη τη ζωή Του, κυρίως όμως με το Πάθος και την Ανάστασή Του. Και η ανακαίνιση που έφερε προϋπέθετε ακριβώς έναν κόσμο φθοράς και γήρατος. Γιατί σ’ αυτό οδηγεί πάντοτε η αμαρτία τον άνθρωπο, απαρχής της πτώσεώς του και όσο θα υπάρχει αυτός ο κόσμος με τη σημερινή του μορφή: στη γήρανση. Παλεύει ο άνθρωπος της κάθε εποχής, ιδίως σήμερα με τα εξελιγμένα τεχνολογικά μέσα, να διακρατηθεί διαπαντός «νέος» - στο σώμα του εξαντλεί όλη την ύπαρξή του. Και προβαίνει σε επεμβάσεις πλαστικές του σώματος, σε αλλαγές αισθητικές, προκειμένου να διατηρήσει το σώμα του ει δυνατόν «άφθαρτο» και παντοτινά «ακμαίο»! Πόση ουτοπία όμως! Και πόση ολιγοπιστία λόγω του υποκρυπτόμενου φόβου θανάτου! Γιατί το σώμα του ενδεχομένως μπορεί να τα καταφέρει και να το κάνει να φαίνεται νέο. Η ψυχή όμως και το πνεύμα του; Αυτά πώς μπορούν να διατηρηθούν σε νεότητα;

Ο άγιος υμνογράφος λοιπόν το υπενθυμίζει: η αιωνία νεότητα ήδη είναι γεγονός. Δεν χρειάζονται πλαστικές και αισθητικές επεμβάσεις για να αποκτηθεί από τον άνθρωπο. Κι αυτό γιατί ήρθε ο Χριστός στον κόσμο και τον ανακαίνισε από τα γηρατειά του, προσλαμβάνοντάς τον μέσα στη δική Του αιώνια ύπαρξη. Κάθε άνθρωπος που θα πιστέψει σ’ Αυτόν και θα θελήσει να Τον εντάξει σοβαρά στη δική του ζωή θα δει το αποτέλεσμα όχι της πλαστικής, αλλά της αληθινής και οντολογικής αλλαγής του: να γίνεται πράγματι νέος, στο πνεύμα και την καρδιά – εκεί που λειτουργεί ο γνήσιος άνθρωπος. «Εἴ τις ἐν Χριστῷ, καινή κτίσις», λέει ο απόστολος Παύλος, όποιος είναι ενωμένος με τον Χριστό είναι καινούργια δημιουργία, γιατί αυτό είπαμε φέρνει Εκείνος: «Ἰδού καινά ποιῶ πάντα», να, όλα τα κάνω καινούργια.

Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

Η ΑΝΑΛΗΨΙΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

«Τήν ὑπέρ ἡμῶν πληρώσας οἰκονομίαν, καί τά ἐπί γῆς ἑνώσας τοῖς οὐρανίοις, ἀνελήφθης ἐν δόξῃ, Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν, οὐδαμόθεν χωριζόμενος, ἀλλά μένων ἀδιάστατος, καί βοῶν τοῖς ἀγαπῶσί σε· Ἐγώ εἰμι μεθ’ ὑμῶν, καί οὐδείς καθ’ ὑμῶν» (Κοντάκιον Αναλήψεως).

(Ἀφοῦ ἐκπλήρωσες τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιά τή σωτηρία μας κι ἕνωσες τά ἐπίγεια μέ τά ἐπουράνια, ἀναλήφθηκες, Χριστέ Θεέ μας, χωρίς νά χωριστεῖς καθόλου ἀπό ἐμᾶς καί χωρίς νά ἀπομακρυνθεῖς ἀπό ἐμᾶς, καί φωνάζοντας δυνατά σ’ αὐτούς πού σ’ ἀγαπᾶνε: ἐγώ εἶμαι μαζί σας, γι’ αὐτό καί κανείς δέν μπορεῖ νά εἶναι ἐναντίον σας).

Σέ πολύ λίγες γραμμές ὁ ἅγιος ὑμνογράφος μᾶς ἐπισημαίνει τό θεολογικό βάθος τῆς Δεσποτικῆς ἑορτῆς τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Σαράντα ἡμέρες μετά τήν ἁγία Του Ἀνάσταση ὁ Κύριος, κατά τήν ἐντολή πού ἤδη εἶχε δώσει, μάζεψε τούς μαθητές Του στό ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, κι ἐκεῖ ἐνώπιόν Του, ἀφοῦ τούς ἐνεφύσησε τό ἅγιον Πνεῦμα καί τούς ἔδωσε τήν ἐξουσία «τοῦ ἀφιέναι ἁμαρτίας», προτρέποντάς τους νά παραμένουν ἐν προσευχῇ στόν τόπο πού τούς εἶχε ὑποδείξει μέχρι τή λήψη τοῦ ἁγίου Πνεύματος, τούς εὐλόγησε καί ἀναλήφθηκε ἐν δόξῃ στούς Οὐρανούς, προκειμένου νά παρακαθήσει καί ὡς ἄνθρωπος στά δεξιά τοῦ Πατέρα.

Δύο εἶναι τά καίρια σημεῖα στά ὁποῖα ἐπιμένει ὁ ὑμνογράφος γιά τήν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου. Πρῶτον· ἡ Ἀνάληψη σηματοδοτεῖ τήν ὁλοκλήρωση τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ, τοῦ σχεδίου Του δηλαδή γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου. Ὅ,τι εἶχε ὑποσχεθεῖ μετά τήν πτώση τῶν Πρωτοπλάστων καί εἶχε ἐξαγγείλει μέσω τῶν Προφητῶν Του στήν Παλαιά Διαθήκη, πραγματοποιήθηκε ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Κι αὐτό θά πεῖ ὅτι ὁ Κύριος ἕνωσε καί πάλι μέ τόν Τριαδικό Θεό ἐν τῇ σαρκί Αὐτοῦ, δηλαδή στήν Ἐκκλησία τό ζωντανό σῶμα Του, τόν ἀπομακρυσμένο λόγω τῆς ἀνυπακοῆς του ἄνθρωπο. Μετά τόν ἐρχομό τοῦ Χριστοῦ «οὐκέτι ἐσμέν ξένοι καί πάροικοι, ἀλλ’ οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ». Μέ τόν Χριστό ἀκούσαμε ὅτι ὁ Θεός εἶναι ὁ Πατέρας μας κι ὁ Ἴδιος εἶναι ὁ φίλος μας, ἡ ρίζα μας, τό σπίτι μας, τό ἔνδυμά μας, ὁ νυμφίος μας, ἡ τροφή μας, τά πάντα γιά τή ζωή μας.

Δεύτερον· ἡ πραγματικότητα αὐτή τῆς ἐν Χριστῶ σωτηρίας μας ὡς ἕνωσής μας μέ τόν Θεό δέν ἀποτελεῖ περιστασιακό γεγονός - ἕνα εἶδος παρένθεσης στή ζωή τοῦ Θεοῦ καί τοῦ ἀνθρώπου - ἀλλά μόνιμη καί αἰώνια κατάσταση. Μετά τόν Χριστό, τόν ἐνανθρωπήσαντα Θεό, ὁ κόσμος ζεῖ ἀδιάκοπα τήν παρουσία Του, ποτέ δέν μπορεῖ νά χωριστεῖ ἀπό Αὐτόν, Αὐτός ζεῖ μέσα σ’ αὐτόν καί αὐτός μέσα σ’ Ἐκεῖνον. Πρόκειται, ὅπως εἴπαμε, γιά τήν ἁγία Του Ἐκκλησία πού ἀποτελεῖ τό μυστικό ζωντανό σῶμα Του. Κι αὐτό βεβαίως δέν σημαίνει ὅτι πρίν τόν ἐρχομό Του ὁ κόσμος βρισκόταν ἐκτός τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ - ἡ ἴδια ἡ ὑπόσταση τοῦ κόσμου ἀποτελεῖ διαρκή ἐπιβεβαίωση καί ἐξαγγελία τῆς ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ πού διακρατεῖ τόν κόσμο: Ἐκεῖνος εἶναι ὁ Δημιουργός, ὁ προνοητής, ὁ κυβερνήτης τοῦ κόσμου ὡς «διδούς πᾶσι ζωήν καί πνοήν καί τά πάντα». Ὅμως μέ τήν ἐνανθρώπησή Του καί τήν ἐκπλήρωση τοῦ σχεδίου Του ὁ κόσμος ἀπέκτησε καί πάλι τή δυνατότητα νά «βλέπει» καί νά ζεῖ ἐν αἰσθήσει τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ· νά πραγματοποιεῖ μέ τήν κάθαρση τῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ τήν πορεία τῆς ὁμοίωσής του πρός Αὐτόν.

 Μέ τήν προϋπόθεση βεβαίως ὅτι αὐτό πραγματοποιεῖται ἀπό ὅσους πίστεψαν στόν Κύριο, πού σημαίνει ὅτι Τόν ἀγάπησαν, ἀνταποκρινόμενοι στή δική Του ἀγάπη. Σ’ αὐτούς τούς πιστούς φωνάζει ὅτι εἶναι πάντοτε μαζί τους κι ὅτι κανείς δέν θά μπορέσει νά τούς κάνει κακό. «Εἰ ὁ Θεός ὑπέρ ἡμῶν, τίς καθ’ ἡμῶν;» πού λέει καί ὁ ἀπόστολός Του. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ἡ Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου μᾶς στρέφει στό παρελθόν γιά νά κατανοήσουμε τήν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ· μᾶς στεριώνει στό παρόν μέσα στήν Ἐκκλησία ὡς μέλη τοῦ Χριστοῦ: ὁ Χριστός εἶναι ἐμεῖς κι ἐμεῖς εἴμαστε Αὐτός ἐν πνεύματι Ἁγίῳ · καί μᾶς προσανατολίζει στό μέλλον, ζώντας ἐν διαρκεῖ προσμονῇ τήν καί πάλι γιά δεύτερη φορά ἐμφάνισή Του: «μαράν ἀθά».

Τετάρτη 20 Μαΐου 2026

ΝΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΑΞΙΟΙ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΑΛΗΨΕΩΣ

 «Φωτισθέντες, ἀδελφοί, τῇ Ἀναστάσει τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ... γνησίως φυλάξωμεν τάς ἐντολάς τοῦ Θεοῦ∙ ἵνα ἄξιοι γενώμεθα καί τήν Ἀνάληψιν ἑορτάσαι καί τῆς παρουσίας τυχεῖν τοῦ ἀγίου Πνεύματος» (Αφού φωτιστήκαμε, αδέλφια, από την Ανάσταση του Σωτήρος Χριστού... ας φυλάξουμε αληθινά τις εντολές του Θεού∙ κι αυτό για να γίνουμε άξιοι να εορτάσουμε και την Ανάληψη και να δεχτούμε την παρουσία του Αγίου Πνεύματος).

Η Ανάσταση του Κυρίου αποτελεί το γεγονός που έφερε το φως του Θεού στην ύπαρξη του ανθρώπου. Ο άνθρωπος λόγω της πτώσεώς του στην αμαρτία έχασε την κοινωνία του με τον Θεό, οπότε το φως του από τη σχέση του με Εκείνον χάθηκε – η σκοτεινιά των παθών του τον περιέβαλε με τρόπο τραγικό. Ο ερχομός του Υιού του Θεού ως ανθρώπου  στον κόσμο ανακεφαλαίωσε τα πάντα – όλα μπήκαν στη θέση τους: ο Κύριος ήρε την αμαρτία του κόσμου, την κατήργησε επί του Σταυρού, θανάτωσε τον θάνατο και με την Ανάστασή Του έδειξε με περίτρανο τρόπο ότι έκτοτε «ἡ ζωή κυριεύει» και το φως του Θεού είναι αυτό που πλημμυρίζει και πάλι τα σύμπαντα. Με μία βεβαίως προϋπόθεση: ο άνθρωπος να  θ έ λ ε ι  τον Χριστό στη ζωή του, να πιστέψει δηλαδή σ’  Αυτόν. Αυτή είναι η μεγαλωσύνη του Θεού μας: ενώ είναι παντοδύναμος περιορίζεται, ζητώντας την ελεύθερη υπακοή του κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Αυτού πλάσματός Του.

Ο άνθρωπος πιστεύει στον Χριστό, όταν αποδέχεται τον λόγο Του και «σταυρώνει» τον εαυτό του για να τηρεί τις άγιες εντολές Του: δηλαδή δεν έχει τη λογική του ως το απόλυτο κριτήριό του, δεν υπακούει στα ψεκτά πάθη του, κυρίως τον εγωισμό και την υπερηφάνεια που τον έλκουν γοητευτικά στον πεσμένο κόσμο της αμαρτίας, κατεξοχήν είναι πάντα προσανατολισμένος στην αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο, ιδίως τον θεωρούμενο εχθρό, γιατί αυτό είναι το γνησιότερο κριτήριο ότι ανήκει κανείς στον Χριστό.

Για τον άγιο υμνογράφο λοιπόν του παραπάνω ύμνου, ο αναστάσιμος φωτισμός έρχεται στον βαθμό που ο πιστός τηρεί τις εντολές του Κυρίου. Για να συνεχίσει αξιωματικά: η γνήσια τήρηση αυτών των εντολών μάς καθιστά αξίους να εορτάσουμε την Ανάληψη και την Πεντηκοστή.  Είναι εξαιρετικά σημαντικός ο λόγος του: η συμμετοχή σε μία εορτή, και μάλιστα Δεσποτική, απαιτεί αυξημένες προϋποθέσεις∙ απαιτεί την ένταση της εξόδου από τον παλαιό εαυτό και την «εγκατοίκηση» στην καινότητα της αιώνιας ζωής του λόγου του Θεού. Με άλλα λόγια χωρίς τον έρωτα για τον Χριστό (που φανερώνεται από την εφαρμογή των εντολών Του) η παρουσία ενός χριστιανού στην Εκκλησία έχει τυπικό χαρακτήρα, γίνεται ένα καθήκον που δεν επισύρει τη χάρη του Θεού. Μήπως γι’  αυτό και πολλοί από εμάς τους θεωρουμένους πιστούς ξένοι μπαίνουμε στην Εκκλησία και ξένοι βγαίνουμε από αυτήν;  

Η Ανάληψη και η Πεντηκοστή ζητάει ανθρώπους αξίους να τις εορτάσουν, που θα πει συγγενείς προς το πνεύμα που φέρνουν.  Κι ένας είναι ο τρόπος που συγγενεύει κανείς με τις εορτές: όταν κάνει πράξη το θέλημα του Θεού, γεγονός που ενεργοποιεί το ένδυμα του αγίου βαπτίσματός του. Και ένδυμα είναι ο ίδιος ο Χριστός! Αμέσως καταλαβαίνουμε έτσι ότι η κάθε εορτή, ιδίως η μεγάλη, λαμπρύνει στο ανώτερο δυνατό την εν Χριστώ ύπαρξή μας. Ο Χριστός λάμπει μέσω ημών! 

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΘΑΛΛΕΛΑΙΟΣ

«῾Ο ἅγιος Θαλλέλαιος ἔζησε ἐπί βασιλείας τοῦ Νουμεριανοῦ (περί τά τέλη τοῦ 3ου αἰ.), καταγόταν ἀπό τόν Λίβανο, ὁ πατέρας του λεγόταν Βερούκιος καί ἡ μητέρα του Ρωμυλία, ἐνῶ σπούδασε τήν ἰατρική τέχνη. Συνελήφθη γιά τήν εἰς Χριστόν πίστη του στήν ῎Αζαρβο τή δεύτερη ἐπαρχία τῆς Κιλικίας, ἐνῶ ἦταν κρυμμένος σ᾽ ἕναν ἐλαιῶνα. ῾Οδηγεῖται τότε στόν ἄρχοντα Θεόδωρο, ὁ ὁποῖος καθώς δέν μπόρεσε νά τόν πείσει νά θυσιάσει στά εἴδωλα, διέταξε νά τρυπηθοῦν οἱ ἀστράγαλοί του καί νά κρεμαστεῖ μέ σχοινιά μέ κάτω τό κεφάλι. ᾽Ενῶ λοιπόν φάνηκαν οἱ ὑπηρέτες ὅτι ἐκτελοῦν τή διαταγή, ἀπό κάποια θεία δύναμη ἔχασαν τά μυαλά τους καί ἀντί τοῦ ἁγίου τρύπησαν ἕνα ξύλο καί τό κρέμασαν. Κτυπῶνται λοιπόν αὐτοί, διότι θεωρήθηκαν ὅτι ἐνέπαιξαν τόν ἄρχοντα. ῎Επειτα ὁ ἄρχοντας διέταξε νά ριχτεῖ ὁ ἅγιος στή θάλασσα, ἀπό τήν ὁποία ὅμως βγῆκε ἀβλαβής, φορώντας ἔνδυμα λευκό. Μετά ἀπό αὐτά ρίχνεται στό στάδιο νά κατασπαραχθεῖ ἀπό τά θηρία, ἀλλά καί πάλι διέμεινε ἀλώβητος, ὁπότε τοῦ ἔκοψαν τό κεφάλι μέ ξίφος στήν ῎Εδεσσα τήν πόλη τῶν Αἰγαίων».

Νέο παλληκάρι ὁ ἅγιος Θαλλέλαιος ἔδειξε, ὅπως καί ἄλλοι βεβαίως μάρτυρες πρίν καί μετά ἀπό αὐτόν, ὅτι ὅπου ὑπάρχει ἡ πίστη στόν Χριστό ὑπερβαίνονται οἱ πειρασμοί τοῦ κόσμου τούτου καί ἡ γοητεία πού ἀσκεῖ  ἰδίως στούς νέους ὁ κόσμος τῶν αἰσθήσεων. Κι αὐτό γιατί ἡ πίστη στόν Κύριο φωτίζει τόν νοῦ καί τίς φρένες τοῦ ἀνθρώπου, καθιστώντας τα τέλεια, ὥστε τό σῶμα νά ὑπακούει στόν φωτισμένο σάν ἥλιο νοῦ, μέ ἀποτέλεσμα ὁ ἄνθρωπος νά ἰσορροπεῖ πορευόμενος πάνω στό θέλημα τελικῶς τοῦ Κυρίου. Κι ὄχι μόνο ὁ ἄνθρωπος, καί μάλιστα ὁ νέος, τότε γίνεται πνευματικά ὑγιής καί ἰσορροπημένος, ἀλλά καθίσταται καί ὄργανο τοῦ Θεοῦ προκειμένου νά καθοδηγεῖ καί τούς ἄλλους συνανθρώπους του, ἕνα εἶδος φωτός πού λύνει τά σκοτάδια πού δημιουργοῦν σέ κάθε ἐποχή τά διάφορα εἴδωλα. ῾Ο ἅγιος ὑμνογράφος ᾽Ιωσήφ ἐπανειλημμένως  τονίζει τήν πραγματικότητα αὐτή. «῎Ησουν νέος στό σῶμα, ἀλλά τέλειος στίς φρένες, μάρτυς Θαλλέλαιε, γι᾽ αὐτό καί ἔλαμψες σάν ἥλιος τίς ἀκτίνες τῆς ἀληθινῆς θεογνωσίας, μέ ἀποτέλεσμα νά κάνεις πέρα σαφῶς τή ζόφωση τῆς ματαιότητας τῶν εἰδώλων» (ὠδή α´).

῾Η πνευματική αὐτή ὑγεία καί ἰσορροπία τοῦ ἁγίου Θαλλελαίου πού τόν καθιστοῦσε καί σωστό ἱεραπόστολο τοῦ Κυρίου ἦταν κατά τόν ὑμνογράφο μας ἀποτέλεσμα τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, πού βρῆκε ὅμως συνεργό καί τή δική του θέληση. Εἶναι ἡ πιό γνωστή διδασκαλία τῆς ᾽Εκκλησίας μας ὅτι προκειμένου ὁ ἄνθρωπος νά σχετιστεῖ καί νά συντονιστεῖ μέ τόν Θεό ἀπαιτεῖται βεβαίως πρώτιστα ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ - ᾽Εκεῖνος μᾶς ἀγαπᾶ ὑπερβαλλόντως καί δέν μᾶς ἀφήνει ποτέ σέ ῾ἡσυχία᾽- ἡ ὁποία ὅμως χάρη ἀπαιτεῖ καί τήν καλή διάθεση τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδή τό ῾ναί᾽ τό δικό του γιά νά μπορέσει νά λειτουργήσει αὐτή μέσα στήν ὕπαρξή του. ῎Ετσι ὁ ἅγιος ὑποκινημένος ἀπό τόν Κύριο προσέβλεπε μόνο πρός Αὐτόν, σέ βαθμό τέτοιο πού δέν παρεξέκλινε καθόλου, ἔστω κι ἄν ὑφίστατο πάμπολλα μαρτύρια. «᾽Οχυρώθηκες ἀπό τήν εὐσέβειά σου καί δυναμώθηκες ἀπό τή χάρη τοῦ πανοικτίρμονος Θεοῦ, Θαλλέλαιε, γι᾽ αὐτό καί προχώρησες μέ γενναιότητα πρός τούς ἀγῶνες τοῦ μαρτυρίου καί ἔλυσες τά ὀχυρά τοῦ ἐχθροῦ, παίρνοντας τή νίκη» (ὠδή α´). «᾽Αποσκοπώντας μόνο πρός τόν Κύριο πού σοῦ παρεῖχε τή νίκη, δέν παρεκτράπηκες ἀπό τήν ἀληθινή ὁμολογία, ἀθλητά, ἀλλά διέμεινες σταθερός, προκαλώντας ἔκπληξη καί στούς ἄφρονες» (ὠδή γ´).

Ἡ βοήθεια τοῦ ἀγίου ἀπό τή χάρη τοῦ Κυρίου, ἰδίως κατά τήν ὥρα τῶν μαρτυρικῶν ἀγώνων του, πραγματοποιεῖτο, κατά τόν ἅγιο ᾽Ιωσήφ, καί μέσω τῶν ἁγίων ἀγγέλων. Εἶναι γνωστό ἀπό τήν ἀσκητική ἰδίως παράδοση τῆς ᾽Εκκλησίας ὅτι τόν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ, κατά παραχώρηση ἀσφαλῶς ᾽Εκείνου, πολεμοῦν πλήθη δαιμόνων. Οἱ δαίμονες κυριολεκτικά ῾δαιμονίζονται᾽ ὅταν βλέπουν ἄνθρωπο νά ἐπιτελεῖ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί μάλιστα μέ θυσία τῆς ζωῆς του. Γι᾽ αὐτό καί προσπαθοῦν μέ πολλούς τρόπους, κυρίως μέ ὑποκίνηση τῶν δικῶν τους ῾ἀνθρώπων᾽, νά ὁδηγήσουν τόν ἅγιο σέ φόβο καί σέ ἄρνηση τοῦ Θεοῦ. ῾Ο Κύριος ὅμως πάντοτε εἶναι μαζί μας. Οὐδέποτε μᾶς ἀφήνει ἀνυπεράσπιστους καί πλήν τῆς ἴδιας τῆς δικῆς Του παρουσίας στέλνει καί τούς ἀγίους ἀγγέλους Του πρός βοήθεια - ὅ,τι συνέβη μέ τόν ἴδιο τόν Χριστό μας πού τόν καιρό τοῦ πειρασμοῦ Του λίγο πρό τοῦ Πάθους ἄγγελος Τόν ἐνίσχυε. Θυμᾶται κανείς τόν νεαρό καλόγερο τοῦ Γεροντικοῦ πού φοβισμένος ἀπό τό πλῆθος τῶν δαιμονικῶν πειρασμῶν κατέφυγε σέ μεγάλο Γέροντα. Κι ἐκεῖνος τόν καθησύχασε, δείχνοντάς του ὅτι ναί μέν εἶναι ἀρκετοί οἱ δαίμονες, ἀλλά εἶναι πολύ λίγοι μπροστά στό ἀναρίθμητο πλῆθος τῶν ἀγγέλων πού τόν βοηθοῦν. «Κατατρόπωσες τίς φάλαγγες τῶν δαιμόνων, σοφέ, ἔχοντας ὡς συνεργούς τούς ἁγίους ἀγγέλους κατά τόν καιρό τῶν ἀγώνων σου» (ὠδή ς´).

Κι ὁ ἅγιος ὑμνογράφος ἐπιμένει: μέσα στούς πειρασμούς ὁ ἅγιος Θαλλέλαιος ἔμοιαζε μέ τούς ἁγίους τρεῖς παῖδες στήν κάμινο τοῦ πυρός, ἡ ὁποία ὅμως δροσιζόταν ἀπό τήν θεϊκή δρόσο, ἤ καί μέ τόν ἅγιο προφήτη Δανιήλ, ὁ ὁποῖος κι ἐκεῖνος ἀντιμετώπισε τόν πειρασμό τῶν λιονταριῶν καί βγῆκε ἀλώβητος σάν κι αὐτόν. «Στεκόσουν στό μέσο τῆς φλόγας τῶν πειρασμῶν, ὅπως οἱ τρεῖς παῖδες, ἔνδοξε, δεχόμενος ἀκριβῶς τή θεία δρόσο ἀπό τόν Θεό καί δοξολογώντας τόν ἐπί πάντων Θεό» (ὠδή ζ´). «Σάν ἄλλος νέος Δανιήλ ρίχτηκες ἀνάμεσα στά λιοντάρια, χωρίς νά βλαφτεῖς καθόλους ἀπό αὐτά, ἀθλοφόρε μάρτυς Θαλλέλαιε, λόγω τῆς θείας χάριτος»  (ὠδή ζ´). Δέν εἶναι τυχαῖο λοιπόν πού ὁ ἅγιος ὑμνογράφος ἐπισημαίνει μέ φωτισμό Θεοῦ ὅτι «συγχορεύουν μαζί μέ τούς πιστούς κατά τή μνήμη τοῦ ἁγίου ὅσιοι ἀθλητές, δῆμοι ἀγγέλων καί ἀποστόλων καί προφητῶν», ἐνῶ παρακαλεῖ τόν ἅγιο «νά μή παύσει νά πρεσβεύει γιά ὅλους μας» (ὠδή η´). 

Τρίτη 19 Μαΐου 2026

ΕΙΜΑΣΤΕ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ;

Το ερώτημα δεν τίθεται ρητορικά. Ήδη έχει τεθεί προ πολλών χρόνων από μεγάλους μελετητές του χριστιανισμού, στην προσπάθειά τους να ψαύσουν τις βάσεις της χριστιανικής πίστεως. Κι ο λόγος είναι απλός: το να είναι κανείς χριστιανός σημαίνει ότι αντιστρέφει τα κριτήρια του κόσμου και της ίδιας της ανθρώπινης φύσεως, απαρνείται ό,τι ο κόσμος θεωρεί δεδομένο, επιλέγει πάντοτε τη ζωή Εκείνου, ο Οποίος ήλθε στον κόσμο για να τον αλλάξει και να τον φέρει κυριολεκτικά άνω-κάτω, λόγω της αλλοιώσεως αυτού του κόσμου από την αμαρτία, συνεπώς να τον επαναφέρει στην ορθή του κατεύθυνση. Είναι γνωστό άλλωστε ότι τελικώς έτσι ορίζεται ο χριστιανός από τους αγίους μας: ως «μίμημα Χριστού κατά το δυνατόν ανθρώπω» (άγ. Ιωάννης της Κλίμακος).

Στην πραγματικότητα το ερώτημα τέθηκε από τον ίδιο τον Ιησού Χριστό. «Άραγε, όταν έλθει ο υιός του ανθρώπου και πάλι επί της γης, θα εύρει την πίστη στους ανθρώπους;» (πρβλ. Λουκ. 18,8). Και το ερώτημα αυτό, η αμφισβήτηση της βεβαιότητας για την ύπαρξη χριστιανών, ετίθετο στη συνέχεια και από τους μαθητές του Χριστού, τους αγίους αποστόλους. Όταν ο απόστολος Παύλος, για παράδειγμα, καλούσε τους Κορινθίους και δι’ αυτών όλους τους πιστούς να μιμηθούν τη ζωή του – «μιμηταί μου γίνεσθε» (Α΄Κορ. 4, 16) - τι άλλο εννοούσε παρά ότι η απόκλιση από τον Κύριο ήταν ο εύκολος δρόμος;

Κι αξίζει να δει κανείς πιο συγκεκριμένα σε τι καλούσε ο απόστολους τους πιστούς για να τον μιμηθούν. Όχι ασφαλώς σε μία ζωή ανέσεων και απολαύσεων, στο κυνηγητό του χρήματος και των υλικών αγαθών, στη θήρευση της ανθρώπινης δόξας και των μεγάλων θέσεων, ό,τι δηλαδή συνιστά αυτό που λέμε αμαρτία: τη φιληδονία, τη φιλαργυργία, τη φιλοδοξία, τα παρακλάδια της φιλαυτίας και του εγωισμού. Ο απόστολος καλούσε τους Κορινθίους και όλους σε μία ζωή στέρησης και εγκρατείας, ταπείνωσης και αδοξίας, κόπου και μόχθου, σε πράγματα δηλαδή που με τα κριτήρια του κόσμου θεωρούνται παραδοξότητες και παραλογισμοί, που δεν ταιριάζουν στον «φυσιολογικό» άνθρωπο. «Μου φαίνεται πως ο Θεός σε μας τους αποστόλους έδωσε την ελεεινότερη θέση, σαν να είμαστε καταδικασμένοι να πεθάνουμε  στο στάδιο. Γιατί γίναμε θέαμα για τον κόσμο, για αγγέλους και γι’  ανθρώπους. Εμείς παρουσιαζόμαστε μωροί για χάρη του Χριστού, ενώ εσείς είστε σοφοί χάρη στον Χριστό. Εμείς είμαστε αδύναμοι, ενώ εσείς είστε δυνατοί. Εμείς είμαστε περιφρονημένοι, ενώ εσείς είστε τιμημένοι. Ως αυτήν την ώρα πεινάμε, διψάμε, γυρνάμε με κουρέλια, ξυλοδαρμένοι, από τόπο σε τόπο χωρίς σπίτι, και μοχθούμε να ζήσουμε δουλεύοντας με τα ίδια μας τα χέρια. Στους εμπαιγμούς απαντάμε με καλά λόγια, στους διωγμούς με υπομονή, στις συκοφαντίες με λόγια φιλικά. Καταντήσαμε σαν τα σκουπίδια όλου του κόσμου, ώς αυτή την ώρα θεωρούμαστε τα αποβράσματα της κοινωνίας» (Πρβλ. Α΄ Κορ. 4, 9-13).

Τα λόγια του είναι φωτιά. Νιώθει ότι καίνε τους παραλήπτες της επιστολής του. Γι’  αυτό και τους εξηγεί. «Δεν σας τα λέω για να σας ντροπιάσω, αλλά να σας νουθετήσω σαν παιδιά μου αγαπητά. Γιατί είμαι ο πατέρας σας που σας αναγέννησα μέσω του ευαγγελίου» (4,14). Η εξήγησή του γίνεται για να καλέσει και τους πιστούς στον αληθινό χριστιανισμό. «Μιμηταί μου γίνεσθε». Ό,τι ζω εγώ, σαν να τους λέει, δεν είναι μόνο για εμένα ή και για τους άλλους αποστόλους. Είναι για όλους. Διότι ο Χριστός σε ένα ευαγγέλιο κάλεσε τους ανθρώπους, χωρίς διακρίσεις.

Και πράγματι. Αυτά που λέει ο απόστολος, η κλήση του να μιμηθούν και οι άλλοι τη ζωή του, είναι τα ίδια τα λόγια του Κυρίου που καλούσε τους ανθρώπους σε «μίμηση» της δικής Του ζωής: «Όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι» (Μάρκ. 8, 34). Τι  άλλο έκανε και ο απόστολος Παύλος από το να καλεί τους μαθητές του σε απάρνηση του εγωιστικού εαυτού τους και άρση του σταυρού τους, προκειμένου να ακολουθήσουν τον Χριστό; Διότι ακριβώς η ακολουθία του Χριστού γίνεται στον βαθμό που ο άνθρωπος διαγράφει την αμαρτία και τις δεσμεύσεις της στη ζωή του. Δεν μπορεί κανείς να χαϊδεύει τα πάθη του και να είναι ταυτόχρονα με τον Χριστό. «Ουδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν» (Ματθ. 6, 24).

Έτσι κατανοεί κανείς εύκολα ότι η σκληρότητα της χριστιανικής ζωής, λόγω της συνεχούς εγκρατείας, της ταπείνωσης, της διαρκούς προσφοράς, είναι ο δρόμος για να είναι κανείς με τον Χριστό, να ζει Εκείνος μέσα του, να χαίρεται από την παρουσία του αγίου Πνεύματος. Η οδύνη με άλλα λόγια της άσκησης αυτής οδηγεί, όπως σημειώνουν πολλές φορές οι άγιοί μας, στην ηδονή της παρουσίας του Θεού. Αυτό είναι το άλλο παράδοξο της χριστιανικής ζωής που δεν φαίνεται να κατανοεί όχι μόνον ο εκτός της πίστεως άνθρωπος, αλλά πολλές φορές ούτε κι εμείς οι θεωρούμενοι χριστιανοί. Συνεπώς αρνείται ο χριστιανός τη γοητεία και τη λογική του διαβρωμένου από την αμαρτία κόσμου τούτου, διότι θέλγεται και γοητεύεται από τη λογική του καινούργιου κόσμου που έφερε ο Χριστός.

Τα παραπάνω δύσκολα, γίνονται αποδεκτά μόνον κάτω από δύο βασικές προϋποθέσεις: (1) Ο άνθρωπος είναι βαπτισμένος στο όνομα της αγίας Τριάδος, που σημαίνει είναι μέλος της Εκκλησίας, μέλος του σώματος του Χριστού, συνεπώς και η κατανόηση και η ενεργοποίηση της ζωής αυτής γίνεται με τη χάρη του Θεού. Ο αβάπτιστος, ο εκτός της Εκκλησίας, όχι μόνο δεν κατανοεί, όχι μόνο δεν μπορεί να πράξει, αλλά συνήθως διακωμωδεί και ειρωνεύεται. Και δικαίως. Διότι κινείται με βάση τον παλαιό άνθρωπο, τον ενεργούμενο από την αμαρτία και τον διάβολο. (2) Ο κόσμος αυτός  στον οποίο βρισκόμαστε, είναι ο κόσμος μεν του Θεού, αλλά ο φθειρόμενος και παρερχόμενος. «Παράγει γαρ το σχήμα του κόσμου τούτου» (Α΄Κορ. 7, 31). Ο χριστιανός με την ένταξή του στο σώμα του Χριστού εισέρχεται σε μία νέα πραγματικότητα που «πατάει» μεν στη γη, αλλά τρέφεται από τον ουρανό. Ο κόσμος δηλαδή αυτός δεν είναι το τέλος και ο σκοπός. Είναι το πεδίο του αγώνα, για να εισέλθουμε στην πραγματική πατρίδα, τη Βασιλεία του Θεού. «Ουκ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν» (Εβρ. 13, 14). Έτσι δεν «κολλάμε» στον κόσμο αυτό οι χριστιανοί, παλεύουμε να αρνούμαστε τη γοητεία και την έλξη που ασκεί, και γι’ αυτό η εγκράτεια και η νηστεία γίνονται χαρούμενα εργαλεία, προκειμένου να διατηρούμαστε ανοικτοί στη χάρη του Θεού, στο σημείο συντονισμού μας με Εκείνον που μας αγαπά παράφορα και θέλει κι εμείς να Τον θέλουμε για να παραμένει στην ψυχή και το σώμα μας.

Υπάρχουν λοιπόν τέτοιοι χριστιανοί, πραγματικοί δηλαδή πιστοί στον Ιησού Χριστό σήμερα; Την απάντηση τη γνωρίζει μόνον ο Θεός. Και την υποψιαζόμαστε κι εμείς στον βαθμό που ανιχνεύουμε τα σημάδια της παρουσίας της χάρης Του στους δικούς Του ανθρώπους: την αγάπη, τη χαρά, την ειρήνη, τη μακροθυμία, την πραότητα, την πίστη, την εγκράτεια. Το καίριο όμως ερώτημα πάντα θα είναι: ανιχνεύουμε τα σημάδια αυτά και στη δική μας ζωή; Που θα πει: ε μ ε ί ς  είμαστε χριστιανοί;

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ, ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΠΡΟΥΣΗΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝ ΑΥΤΩ ΑΚΑΚΙΟΣ, ΜΕΝΑΝΔΡΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΥΑΙΝΟΣ

«Ο μέγας Πατρίκιος κατηγορήθηκε για την πίστη του στον Χριστό και οδηγήθηκε ενώπιον του επάρχου Ιουλίου. Αυτός προσπάθησε να τον πείσει να αλλαξοπιστήσει με πολλούς τρόπους, προβάλλοντάς του ως επιχείρημα τα θερμά ύδατα που έβγαιναν από μία πηγή. Του είπε δηλαδή ότι αυτά θερμαίνονται από την πρόνοια των θεών και εκχέονται προς ευεργεσία των ανθρώπων. Ο άγιος μάρτυς απάντησε ότι πράγματι βγαίνουν τα θερμά ύδατα προς ευεργεσία, αλλά από τη δύναμη του Κυρίου Ιησού, ο Οποίος έταξε να υπάρχουν δύο τόποι: ο ένας γεμάτος από αγαθά όπου αναπαύονται οι Δίκαιοι, κι ο άλλος γεμάτος από σκοτάδι και φωτιά, όπου θα κατακριθούν οι αμαρτωλοί μετά την εκ νεκρών ανάστασή τους. Κι ακόμη, συνέχισε ο άγιος, ο Θεός έβαλε τη φωτιά σε όλη την κτίση και την ανέμιξε και στα άλλα στοιχεία αυτής. Και υπάρχει πάνω από το ουράνιο στερέωμα φωτιά και νερό, ενώ το ίδιο υπάρχει και κάτω από τη γη, απ’ όπου και αναδίδονται οι πηγές. Κι εκείνες οι πηγές που πλησιάζουν τη φωτιά εκχέουν θερμό νερό, ενώ οι άλλες που απέχουν από τη φωτιά εκχέουν ψυχρό. Τόνισε δε ο άγιος ότι η φωτιά κάτω από τη γη είναι το κολαστήριο των ασεβών ψυχών, το πιο κάτω δε από όλα νερό πήζει και γίνεται κρύσταλλο, που ονομάζεται Τάρταρος, όπου εκεί έλαχε να κατοικούν οι θεοί των ειδωλολατρών. Κι αφού του είπε πολλά και παρόμοια, πρόσταξε ο άρχοντας να ριχτεί μέσα στα θερμά νερά που ανέβλυζαν. Κι αντί να πάθει κάποια βλάβη ο άγιος, βλάφτηκαν περισσότερο αυτοί που τον έριξαν, ενώ ο ίδιος εξήλθε αβλαβής. Τότε ο άρχοντας διέταξε να θανατωθεί με ξίφος, οπότε μαζί με τον Ακάκιο, τον Μένανδρο και τον Πολύαινο αποτμήθηκαν οι κεφαλές τους. Τελείται δε η σύναξή τους στον Ναό της Υπεραγίας Θεοτόκου».  

Μπορεί να μην αντιστοιχούν επακριβώς οι αντιλήψεις του αγίου ιερομάρτυρος Πατρικίου με ό,τι η Εκκλησία μας διδάσκει περί κολάσεως και παραδείσου, όμως τονίζει την κεντρική αλήθεια ότι υφίσταται η κόλαση και ο παράδεισος και ότι το κριτήριο που διαφοροποιεί τους ανθρώπους για τη μία ή την άλλη κατάσταση είναι η πίστη τους στον Χριστό και ο σύμφωνος με τις άγιες εντολές Εκείνου τρόπος της ζωής τους. Πιστεύεις δηλαδή στον Χριστό και αγωνίζεσαι να προσαρμόζεις τη ζωή σου με ό,τι Εκείνος είπε; Τότε η σχέση σου με τον Θεό θα είναι θετική, γευόμενος την αγαθή παρουσία Του ως Παράδεισο. Διαγράφεις τον Χριστό και ζεις σύμφωνα με τα πάθη σου και τις δαιμονικές επιρροές; Τότε δυστυχώς η σχέση σου με τον Θεό θα είναι αρνητική, όχι γιατί Εκείνος δεν σε θέλει, αλλά γιατί εσύ ο ίδιος διαμόρφωσες την ύπαρξή σου έτσι ώστε να μην Τον… αντέχεις! Ποια τραγωδία και κόλαση μεγαλύτερη πράγματι υπάρχει από το να υφίστασαι την απειρία αγάπης Εκείνου, τον Οποίο εσύ φρόντισες στη ζωή αυτή να μισήσεις στο έπακρο με την εμπαθή ζωή σου;

Ο άγιος Πατρίκιος και οι συν αυτώ άγιοι, Ακάκιος, Μένανδρος, Πολύαινος, τιμώνται από την Εκκλησία μας και ευφραίνονται στην αγκαλιά του Κυρίου τους, διότι κόσμησαν τη στολή της ιερωσύνης τους με όλες τις χάρες του Θεού αγωνιζόμενοι στην πράξη των εντολών Του, ενώ όταν ήλθε η στιγμή της ομολογίας τους κατέστησαν ολόλαμπρη τη στολή αυτή με το αίμα του μαρτυρίου τους, γινόμενοι προπύργια αληθινά της χριστιανικής πίστεως (ωδή α΄) – βάθρα και στερεώματα της πίστεως γίνονται εκείνοι που δίνουν και το αίμα τους για χάρη του Κυρίου Ιησού Χριστού, ακολουθώντας επακριβώς Εκείνου τα ίχνη (ωδή δ΄).

Κι είναι περιττό να σημειώσουμε αυτό που ισχύει για όλους τους μάρτυρες και τους αγίους της Εκκλησίας μας: ποιητικό αίτιο της όλης αγίας διαγωγής του Πατρικίου και των συν αυτώ, και όσο ζούσαν και κατά τον χρόνο του μαρτυρικού τέλους τους, ήταν ο διάπυρος ζήλος τους υπέρ της πίστεως και της ευσεβείας. Κανείς ποτέ δεν αγιάζει, κανείς ποτέ δεν προκόπτει κατά Χριστόν, αν δεν νιώθει μέσα στην καρδιά του πόθο μεγάλο μέχρι θανάτου για Εκείνον και τα Εκείνου. Πρόκειται για το πιο καίριο στοιχείο που μας αποκάλυψε ο Ίδιος ο Κύριος: «εάν με αγαπάτε, τηρήστε τις εντολές μου». Κίνητρο αδιάκοπο και παντοτινό για τον χριστιανό για να είναι και να παραμένει χριστιανός είναι η αγάπη. Αγάπη που φλογίζει όλη την ύπαρξη του ανθρώπου, σώμα και ψυχή, χωρίς να αφήνει περιθώρια χλιαρότητας ή πολύ περισσότερο ψύχους. Ο άγιος υμνογράφος Θεοφάνης καταγράφει: «Ο θεηγόρος Πατρίκιος αφού πυρώθηκε από τον ζήλο της πίστεως, κατεμάρανε τη φλόγα της πλάνης» (ωδή γ΄).