«Έλεγαν περί του
αββά Μακαρίου του μεγάλου, ότι έγινε καθώς είναι γραμμένον, θεός επίγειος˙ ότι
καθώς είναι ο Θεός να σκεπάζη τον κόσμον, έτσι έγινεν ο αββάς Μακάριος σκεπάζων
τα ελαττώματα, τα οποία έβλεπεν ωσάν να μη βλέπη και τα οποία ήκουεν ωσάν να μη
ακούη» (Από το Γεροντικό).
Από τους μεγαλύτερους αββάδες του Γεροντικού ο όσιος Μακάριος
ο μεγάλος (4ος αι.), καθοδηγητής πολλών μοναχών αλλά και λαϊκών στην
πρακτική πνευματική κατά Χριστόν ζωή, έχοντας προσωπική σχέση με σπουδαίους άλλους
Γέροντες της εποχής του, σαν τον άγιο μέγα Αντώνιο, μας άφησε αρκετά λόγια και
περιστατικά στο βιβλίο του Γεροντικού, (41 μικρά κεφάλαια), μολονότι, καθώς σημειώνουν οι επιστήμονες ερευνητές, δεν
είναι καταγραφές του ίδιου. Έτσι κι αλλιώς όμως αποτελούν τα όσα αναφέρονται σ’
αυτόν – γιατί υπάρχει και άλλος Μακάριος, ο πολιτικός λεγόμενος – «σοβαρό
ασκητικό κείμενο» (Π. Χρήστου), κάτι που εύκολα διαπιστώνει κανείς και από το
μικρό αρχικό μας κεφάλαιο.
Πρόκειται καταρχάς για τη γενική περί αυτού εκτίμηση των
ανθρώπων, μοναχών και λαΪκών, όταν πια προφανώς ο άγιος Μακάριος είχε
προχωρήσει πολύ στην κατά Χριστόν ζωή και είχε φτάσει σε μεγάλη ηλικία –
ενενήντα ετών περίπου εκοιμήθη (περί το 390) – αν και οι περί αυτού αναφορές
σημειώνουν ότι ήδη από μικρό παιδί ζούσε έντονη πνευματική ζωή, ώστε «παιδαριογέρων»
από τότε να ονομάζεται. Σημασία πάντως έχει το γεγονός ότι όλοι τον θεωρούσαν
ως «θεό επίγειο», όχι βεβαίως με μία ειδωλολατρικού τύπου κατανόηση του όρου,
αλλά με τη βαθιά χριστιανική. Και τι σημαίνει αυτό; Ότι ενεργοποίησε στο
ανώτερο δυνατό τα στοιχεία του εικονισμού του Θεού που Εκείνος έβαλε στον
άνθρωπο – «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού» δημιουργημένος ο άνθρωπος – ώστε
το «κατ’ εικόνα» σ’ αυτόν να γίνει όντως και «καθ’ ομοίωσιν».
Εννοείται, κατά την πίστη μας, ότι η διαδικασία αυτή
εξελίξεως της εικόνας σε ομοίωση, (ο μέγας Βασίλειος σημειώνει ότι η αύξηση
αυτή παρομοιάζει με την αύξηση ενός σπόρου για να γίνει δένδρο), προϋποθέτει
τον ασκητικό αγώνα καθάρσεως της καρδιάς από το έρεβος της αμαρτίας στην οποία
ο άνθρωπος περιήλθε λόγω της πτώσεώς του στην αμαρτία, συνεπώς και την πίστη
στον ερχομό του Υιού του Θεού ως ανθρώπου, ο Οποίος προσέλαβε την ανθρώπινη
φύση, καθάρισε τη σκοτεινιά του κατ’ εικόνα και άνοιξε και πάλι, γιατί είχε
χαθεί με την αμαρτία, η προοπτική του καθ’ ομοίωσιν. Ο μετά Χριστόν άνθρωπος
δηλαδή, λόγω του αγίου βαπτίσματός του και της εντάξεώς του γι’ αυτό μέσα στο
σώμα του Χριστού την Εκκλησία, μπορεί πια να ξαναζήσει την απαρχής και ακόμη περισσότερο
χαρισματική προπτωτική του κατάσταση, να γίνει και διαρκώς να επεκτείνεται σ’
αυτό ένας κατά χάριν Θεός. Ο άγιος Μακάριος λοιπόν, επειδή κατέθεσε καθ’
ολοκληρίαν τον εαυτό του στην πίστη του Χριστού και της Εκκλησίας, που σημαίνει
ότι αγωνίστηκε «εξ όλης της ψυχής, της καρδίας, της διανοίας, της ισχύος» να
αγαπήσει Κύριο τον Θεό του, έφτασε χάριτι Θεού να ζει ήδη από τον κόσμο αυτόν
ό,τι ο Κύριος επαγγέλθηκε: να είναι ένας άλλος Χριστός, ένα δικό Του
κατοικητήριο, μία φανέρωση της Βασιλείας του Θεού και μέσα απ’ αυτόν.
Είναι εκπληκτικό το πώς η Εκκλησία μας διά της υμνογραφίας
της επισημαίνει τη διαδικασία αυτή για όλους τους αγίους της, ιδίως τους εν
ασκήσει διαπρέψαντες οσίους και οσίες. Ακούμε και διαβάζουμε αίφνης για τον
άγιο Αντώνιο ότι «τήρησε καθαρή την εικόνα του Θεού στην ύπαρξή του,
καθιστώντας τον νου του, (που αγόταν και φερόταν από τα σαρκικά και ψυχικά πάθη
τήδε κακείσε), ηγεμόνα πράγματι κατά των ολεθρίων παθών με την κατά Χριστόν
άσκηση, ώστε ανέβηκε όσο ήταν δυνατόν σ’ αυτόν στο καθ’ ομοίωσιν – υπέταξε τη
σάρκα στο πνεύμα» (Δόξα εσπερ.). Οπότε και για τον άγιο Μακάριο έρχεται καθαρή
ενώπιόν μας η άσκησή του, η οποία συνοψίζεται στην εφαρμογή του μακαρισμού του
Κυρίου «μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» - βλέπει τον
Θεό, δηλαδή είναι μέτοχος του φωτός και της δόξας Του, ένα μ’ Αυτόν, εκείνος
που με τη δύναμή Του αποδύεται στον αγώνα καθάρσεως της καρδιάς του. Ο Θεός
επαναπαύεται σ’ Αυτόν και η γη κυριολεκτικά «ουρανώνεται».
Το μικρό κεφάλαιό μας όμως δεν μένει μόνο στην εκτίμηση
ως «θεού επιγείου» του Μακαρίου του μεγάλου. Προσδιορίζει πιο συγκεκριμένα το
περιεχόμενο της «θεότητάς» του. Έγινε, λέει, σαν τον Θεό. Γεμάτος αγάπη δηλαδή προς
τον άνθρωπο σε βαθμό που ανθρωπίνως δεν μπορεί να κατανοηθεί. Ποιος μπορεί να
κατανοήσει την αγάπη του Θεού, ο Οποίος τον άνθρωπο που Τον διέγραψε και δεν
Τον θέλησε στη ζωή του με την ανυπακοή του προς Αυτόν, Εκείνος τον θέλει
διαρκώς κοντά Του, δίπλα Του, μέσα Του, σε σημείο μάλιστα να του ζητάει χώρο
μέσα και στη δική του την καρδιά; Να αγαπάς εκείνον που σε θέλει και
ανταποκρίνεται προς εσένα το καταλαβαίνεις. Να αγαπάς όμως και να θυσιάζεσαι
για εκείνον που δεν είναι αξιαγάπητος και εντελώς αντίθετος προς την κατάστασή
σου είναι αδιανόητο! Αλλά αυτή είναι η αγάπη του Θεού μας. «Όντων ημών
αμαρτωλών Χριστός υπέρ ημών απέθανε». Αν η αγάπη Του ήταν ανταπόκριση της δικής
μας αγάπης δεν θα μιλούσαμε για χριστιανική αγάπη, αλλά για αγάπη του κόσμου
τούτου που την επισημαίνουμε και στους ανθρώπους της αμαρτίας. Αλλά ο Θεός μας μάς
αγαπάει έστω κι αν εμείς επιμένουμε και Τον διαγράφουμε – «προς φθόνον επιποθεί
ημάς το Πνεύμα του Θεού» λέγεται κάπου στη Γραφή. Απλώς την αγάπη Του τη βιώνει
ο αρνητής Της ως οργή και κόλασή του – κι αυτό είναι το δράμα μας. Όσο όμως είμαστε
εν ζωή Εκείνος δεν παύει να στέκεται στη θύρα της ψυχής μας και να κρούει με
μεγάλη ευγένεια να Του ανοίξουμε. Γιατί σέβεται την ελευθερία μας και ποθεί να
Τον ποθούμε. «Ιδού έστηκα επί την θύραν και κρούω».
Και η αγάπη αυτή του Θεού μας και ο σεβασμός Του απέναντί
μας φτάνει σε σημείο που μόλις κανείς λίγο την αισθανθεί θέλει να πενθεί και να
κλαίει, και για τα δικά του τα χάλια, κυρίως όμως λόγω της αγάπης της δικής
Του. Γιατί ο Θεός μας, μπροστά στον Οποίον όλα είναι «γυμνά και τετραχηλισμένα»
- όπως σημειώνει και η Π. Διαθήκη «εν παντί τόπω οι οφθαλμοί Κυρίου,
κατοπτεύουσιν αγαθούς τε και πονηρούς» - μας σκεπάζει από ό,τι κακό και αμαρτωλό και
κρυφό μπορούμε να κάνουμε ή να λέμε ή να σκεπτόμαστε, απείρως περισσότερο από
ό,τι μια μάνα κάνει προς το αγαπημένο παιδί της. Ουδέποτε, λένε οι άγιοί μας,
έχει φανεί ότι ο Θεός αποκαλύπτει για να ντροπιάσει τα κρυφά των ανθρώπων. Η
περίπτωση μάλιστα της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας είναι εξόχως ενδεικτική: στην
επιθυμία της να προσκυνήσει στα Ιεροσόλυμα τον Τίμιο Σταυρό, ενώ ήταν
βουτηγμένη στα σαρκικά πάθη της, αοράτως και αφανώς την κρατούσε μακριά Του.
Ένιωθε δύναμη που της εμπόδιζε την είσοδο στον Ναό. Κι αυτό βεβαίως ήταν η
κατεξοχήν ευεργετική «κρυφή» επέμβαση του Κυρίου για να την συνεφέρει, όπως και
συνέβη.
Λοιπόν, ό,τι έκανε και κάνει ο Θεός μας αυτό ήταν και η
ζωή του αγίου Μακαρίου. Με τον μεγάλο πνευματικό του αγώνα που καθάρισε την
καρδιά του, βίωνε την ενέργεια της αγάπης του Κυρίου κι έγινε ένας δεύτερος
Θεός που σκέπαζε τους πάντες και τα πάντα. Έβλεπε την αμαρτία και τα σφάλματα
κι ήταν σαν να μην τα έβλεπε. Άκουγε τα άσχημα κι ήταν σαν να μην τα άκουγε.
Διότι έβλεπε και άκουγε «τα μη βλεπόμενα και τα μη ακουόμενα», δηλαδή το φως
του Θεού που περιβάλλει κάθε άνθρωπο «ερχόμενον εις τον κόσμον». Ήξερε την
επιστήμη των λογισμών και γι’ αυτό επικέντρωνε στο βάθος και στον κρυμμένο
Χριστό που βρίσκεται πίσω από κάθε άνθρωπο. Ο απόστολος Παύλος δεν είναι
εκείνος που μας αποκαλύπτει με μοναδικό τρόπο το πώς και εκείνος βίωνε την
πνευματική αυτήν πραγματικότητα; «Ποιος είσαι εσύ που κρίνεις ξένο δούλο;»
θέτει το ερώτημα. «Αν στέκεται σωστά ο άνθρωπος ή όχι είναι κάτι που αναφέρεται
στον δικό του Κύριο. Και μάλιστα, να ξέρετε: ο παντοδύναμος Θεός που τον
αγαπάει θα τον σηκώσει από την όποια πτώση του».
Ποιος άνθρωπος, όποιας πνευματικής καταστάσεως, δεν θα
συγκινείτο ερχόμενος σ’ επαφή με έναν τέτοιο χαριτωμένο άνθρωπο; Γιατί ήταν σαν
να στέκεται ενώπιον του ίδιου του Σταυρού του Κυρίου. Για να πει όμως και κάτι
άλλο σημαντικό ο άγιος Μακάριος αλλού στα αποφθέγματά του: «Εάν ενθυμηθώμεν τα
κακά, τα οποία μας προξενούν οι άνθρωποι, καταργούμεν την δύναμιν της ενθυμήσεως
του Θεού». Μην ασχολείσαι δηλαδή με τους άλλους, με τις αμαρτίες και τα
σφάλματά τους. Την ώρα που θα το κάνεις ήδη έχεις αρχίσει τη δική σου αμαρτία,
γιατί ξεφεύγεις από τη μνήμη του Θεού και το πένθος για τα δικά σου αμαρτήματα.
«Μην αφήνουμε τον δικό μας νεκρό για να κλάψουμε για ξένο νεκρό» (αββάς
Γεροντικού). «Εγώ δεν αφήνω ούτε μία σκέψη μνησιακακίας μέσα μου, ούτε μία
σκέψη εγωισμού, μη βρει παράθυρο ο σατανάς. Το παράθυρο είναι το δικαίωμα. Όταν
απομακρύνεσαι απ’ τον Θεό, κινδυνεύεις, γιατί σε βρίσκει «σκέτον» ο σατανάς και
κυριαρχεί επάνω σου. Ακούστε κι εμένανε, που έχω λίγη πείρα σ’ αυτά» (Όσιος
Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης).



.jpg)


