Δευτέρα, 27 Ιανουαρίου 2020

ΔΡΑΣΚΕΛΙΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΩΣ... (62)

 Η ώρα συνάντησης με τον Χριστό κάθε ανθρώπου δεν είναι ώρα αδιαφορίας και υποτονικότητας, δεν είναι ώρα λογικής ψυχραιμίας και θεωρούμενης αξιοπρέπειας. Μία τέτοια κατανόηση φανερώνει εγωισμό και θωράκιση στον ψεύτικο εαυτό μας. Η ώρα αυτή είναι ώρα έντασης και θεοποιού «τρέλας»:  κάνει αυτόν που τον καταλαμβάνει να ξεπερνά τα συμβατικά πλαίσια της κοινωνίας μέσα στην οποία ζει και να προβαίνει σε υπέρβαση του εαυτού (κλασικό παράδειγμα ο Ζακχαίος του Ευαγγελίου που κατελήφθη από τον πόθο αναζήτησης του Χριστού «τσαλακώνοντας» την κοινωνική του εικόνα με το σκαρφάλωμα σ’ ένα δένδρο). Με ποιο σκοπό; Να φτάσει στο σημείο συντονισμού του με τον εξίσου ανατρεπτικό Θεό μας, ο Οποίος «εν μορφή Θεού υπάρχων ουχ αρπαγμόν ηγήσατο το είναι ίσα Θεώ, αλλ’  εαυτόν εκένωσε μορφήν δούλου λαβών» (Φιλ. 2, 6-7) (αν και ήταν Θεός, δεν θεώρησε την ισότητά του με τον Θεό αποτέλεσμα αρπαγής, αλλά τα απαρνήθηκε όλα και πήρε μορφή δούλου). Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ώρα της συνάντησης με τον Θεό είναι ώρα «τρέλας» εκ μέρους πρώτα του Θεού, λόγω του μανικού έρωτά Του προς τα πλάσματά Του, και εκ μέρους έπειτα του ανθρώπου λόγω της απελπισίας του από ό,τι μπορεί να προσφέρει σ’ αυτόν ο πεσμένος στην αμαρτία κόσμος. Όση «αξιοπρέπεια» έλειψε από τον Θεό – τι «αξιοπρέπεια» μπορεί να έχει ένας Θεός γεννημένος σαν άνθρωπος και μάλιστα σε στάβλο στο πιο άσημο χωριό της Ιουδαίας, κι έπειτα Εσταυρωμένος; - τόση πρέπει να λείψει και από τον άνθρωπο, αν θέλει να βρει το σημείο συνάντησης μαζί Του. Αυτό σημαίνει όμως ότι  η ταπείνωση του ανθρώπου αποτελεί την προϋπόθεση να βρει τον ταπεινό Θεό και να σχετιστεί μαζί Του, δηλαδή τελικώς να σωθεί.

Η ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΛΕΙΨΑΝΟΥ ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΩΑΝΝΟΥ, ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ, ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ



«Αυτός ο μακάριος και θείος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, επειδή δεν καταφρονούσε το δίκαιο ανάλογα με τα πρόσωπα, αλλά έλεγχε και την ίδια τη βασίλισσα Ευδοξία για τις παρανομίες και τις αδικίες που γίνονταν από αυτήν, δύο φορές εξορίζεται και πάλι ανακαλείται. Για τρίτη και τελευταία φορά στέλνεται στην Κουκουσό της Αρμενίας. Από εκεί οδηγείται στην Αραβισσό, έπειτα στην Πιτυούντα, περιοχές όχι μόνον έρημες και με έλλειψη των αναγκαίων, αλλά που πολιορκούνταν πάντοτε και από τους γειτονεύοντες Ίσαυρους. Εκεί λοιπόν στην Πιτυούντα ο ένσαρκος άγγελος Ιωάννης καλείται από τον Δεσπότη όλων Χριστό μέσω του Πέτρου και του Ιωάννου, των ιερών αποστόλων, και μεταβαίνει προς τις αιώνιες σκηνές, ενώ το άγιο λείψανό του κατατίθεται στα Κόμανα του Πόντου μαζί με τους αγίους μάρτυρες Βασιλίσκο και Λουκιανό, όπως του το φανέρωσαν οι ίδιοι σε νυκτερινό όνειρο. Επειδή δε μετά από λίγο και ο βασιλιάς Αρκάδιος, όπως και η γυναίκα του Ευδοξία πέθαναν, έγινε δε βασιλιάς ο υιός τους Θεοδόσιος, ενώ και ο Πρόκλος ο μαθητής και υπηρέτης του αγίου Χρυσοστόμου με κοινή ψήφο έγινε Πατριάρχης, κατά το τέταρτο έτος της ιεραρχίας του πείθει ο μακάριος Πρόκλος τον βασιλιά Θεοδόσιο και στέλνει εκείνος στρατιώτες για την ανακομιδή του ιερού λειψάνου. Ο άγιος όμως δεν έδινε τον εαυτό του και έμενε ακίνητος, γι’ αυτό και ο βασιλιάς τον παρακαλεί με επιστολή, η οποία περιείχε τα εξής:
Επιστολή Βασιλέως Θεοδοσίου, Προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη, Διδάσκαλο και Πνευματικό Πατέρα, Ιωάννη τον Χρυσόστομο.
Θεοδόσιος βασιλεύς. «Επειδή νομίσαμε, τίμιε Πάτερ, ότι το σώμα σου είναι νεκρό, όπως συμβαίνει και με τους άλλους ανθρώπους, θελήσαμε με απλότητα να το μετακομίσουμε και να το φέρουμε προς εμάς. Γι’ αυτό δικαίως  και λαθέψαμε στον σκοπό μας. Αλλά συ όμως, τιμιώτατε Πάτερ, συγχώρησέ μας τώρα που καταλάβαμε το λάθος μας, συ που δίδαξες σε όλους τη μετάνοια. Και σαν σε παιδιά που αγαπούν τους πατέρες τους δώσε μας πίσω τον εαυτό σου και εύφρανε αυτούς που σε ποθούν με την παρουσία σου». Όταν πήγαν λοιπόν την επιστολή στον άγιο και την έθεσαν πάνω στη σορό του, αμέσως εκείνος άφησε να τον πάρουν, οπότε οι απεσταλμένοι σήκωσαν τη σορό χωρίς κόπο. Μόλις έφτασαν αντίπερα από την Πόλη, φθάνει μεν ο βασιλιάς και όλη η σύγκλητος και ο πατριάρχης μαζί με τον κλήρο, ενώ βάζουν τη σορό, που είχε το σώμα του αγίου,  μέσα στο βασιλικό πλοίο. Έπεσε όμως καταιγίδα και τα μεν υπόλοιπα πλοία διασκορπίστηκαν σε άλλα μέρη, εκείνο δε στο οποίο ήταν το σώμα του αγίου, πήγε και άραξε στον αγρό της χήρας. Εκείνης της χήρας, την οποία αδίκησε η Ευδοξία, όταν άρπαξε τον αμπελώνα της. Κι επειδή ελέγχθηκε τότε από τον άγιο τον εξόρισε. Όταν αποδόθηκε λοιπόν ο αγρός στη χήρα, αμέσως έγινε γαλήνη στη θάλασσα, και πρώτα μεν το πλοίο οδηγείται στον ναό του αποστόλου Θωμά, στην περιοχή του Αμαντίου, έπειτα στον ναό της αγίας Ειρήνης, όπου και τον έβαλαν πάνω στο σύνθρονο, οπότε όλοι φώναξαν δυνατά: «Πάρε πίσω τον θρόνο σου, άγιε». Ύστερα, αφού εναποτέθηκε η σορός σε βασιλικό όχημα, φέρεται προς τον περιώνυμο ναό των Αποστόλων. Εκεί μόλις τοποθετήθηκε στην ιερά καθέδρα, φώναξε στο Ποίμνιο το «Ειρήνη πάσι». Έπειτα τον έθεσαν κάτω από τη γη, μέσα στο άγιο Βήμα, όπου τώρα βρίσκεται. Καθώς τελείτο δε η θεία Λειτουργία, γίνονταν θαυμάσια μεγάλα , μεταξύ των οποίων και αυτό: Κάποιος άνδρας δηλαδή, που έπασχε από αρθρίτιδα και δεν μπορούσε να εργαστεί, σχεδόν παντελώς ακίνητος, όταν άγγιξε τη σορό, αμέσως θεραπεύτηκε εντελώς από την αρρώστια του. Έτσι γνωρίζει ο Θεός να δοξάζει αυτούς που σε όλη τη ζωή τους δοξάζουν Αυτόν. Τελείται δε η Σύναξή του στον πάνσεπτο Ναό των αγίων Αποστόλων, όπου βρίσκεται και το ιερό του σώμα, κάτω από το Θυσιαστήριο».

Δεν μπορεί κανείς να μην τονίσει, όταν αναφέρεται στον Μεγάλο Πατέρα και Οικουμενικό Διδάσκαλο άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο, το κήρυγμά του περί μετανοίας, που συνιστά  ένα από τα πιο αγαπημένα θέματά του - υπενθυμίζουμε ότι εννέα σπουδαίες ομιλίες περί αυτής έγραψε, χωρίς να αναφερθούμε και στις άλλες που θίγει επίσης το θέμα αυτό – ώστε «κήρυξ της μετανοίας» μεταξύ των άλλων ονομάζεται. Οι άγιοι υμνογράφοι της ακολουθίας του, Θεοφάνης και Ιωσήφ, αναφέρονται επανειλημμένως σ’ αυτό, όπως άλλωστε εξίσου αναφέρει και η ακολουθία του αγίου στις  13 Νοεμβρίου,  ημέρα της ενδόξου μνήμης του, κατά την οποία είχαμε κάνει λόγο και πάλι για τη μετάνοια που κήρυσσε, για την ομοιότητά του με τους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, για τη σχέση του επ’ αυτού με τον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, τον πρώτο κήρυκα επί του εδάφους της Καινής Διαθήκης της μετανοίας. Γι’ αυτό και είμαστε υποχρεωμένοι έστω και δι’ ολίγων να το δούμε, δεδομένου ότι, όπως είπαμε, οι υμνογράφοι Θεοφάνης και Ιωσήφ αναφέρονται συχνά πυκνά επ’ αυτού. Ο οίκος μάλιστα του κοντακίου έρχεται με διπλό τρόπο να μας θυμίσει τη μετάνοια, δεδομένου ότι ο ποιητής αφενός ζητά από τον άγιο να τον καθοδηγήσει στον δρόμο της μετανοίας, επειδή τόλμησε αυτός ο ελλειμματικός κατά την αρετή να σταθεί μπροστά στο σκήνωμα του αγίου, αφετέρου ο άγιος είναι ο κατεξοχήν αρμόδιος που μπορεί να γίνει ο οδηγητής του σε αυτήν, διότι κυρίως αυτό εκήρυσσε. «Η λαμπάς η των έργων μου, στυγνή πέφυκεν, Ιωάννη Χρυσόστομε, και δειλιώ προς υπάντησιν του ιερού σου σκήνους∙ αλλ’ αυτός με οδήγησον, και τας τρίβους μου εύθυνον, μετανοίας παρέχων μοι καιρόν πανάγιε, ως αυτής κήρυξ ένθεος, και των παθών μου των πολυτρόπων κατεύνασον ζάλην» (Η λαμπάδα από τα έργα μου είναι σχεδόν σβηστή, Ιωάννη Χρυσόστομε, και δειλιάζω για να συναντήσω το ιερό σου σκήνωμα. Συ ο ίδιος όμως οδήγησέ με και κατεύθυνε τους δρόμους μου, παρέχοντάς μου καιρό μετάνοιας, πανάγιε, διότι είσαι ο ένθεος κήρυκας αυτής, και κατεύνασε τη ζάλη των διαφόρων παθών μου).

Οι ύμνοι της Εκκλησίας μας λοιπόν πράγματι έρχονται και πάλι με αφορμή την ανακομιδή του ιερού λειψάνου του, να μας υπενθυμίσουν ότι ο άγιος κηρύσσει εκείνη τη μετάνοια στον πιστό λαό, η οποία προϋποθέτοντας την άπειρη αγάπη του Θεού προς αυτόν, γίνεται η μεγαλύτερη παρηγοριά του, εκείνη που του «σφουγγίζει οποιαδήποτε υγρότητα  της φοβερής απόγνωσης και δροσίζει τις καρδιές που έχουν καεί από την αμαρτία». «Της μετανοίας τον κήρυκα, τον σπόγγον τον πάγχρυσον, τον υγρότητα δεινής απογνώσεως αίροντα, και δροσίζοντα εκτακείσας καρδίας αμαρτίαις, Ιωάννην επαξίως τον Χρυσολόγον τιμήσωμεν» (Ας τιμήσουμε με επάξιο τρόπο τον χρυσό στους λόγους Ιωάννη, τον κήρυκα της μετάνοιας, το πάγχρυσο σφουγγάρι που παίρνει την υγρότητα της φοβερής απόγνωσης και δροσίζει τις καμένες από τις αμαρτίες καρδιές). Και πρέπει να προσέξουμε: ο άγιος δεν αμνηστεύει τις αμαρτίες ούτε υποβαθμίζει τις κακές της συνέπειες στο να αλλοιώνουν την ψυχοσωματική υπόσταση του ανθρώπου. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να κάνει τούτο εκείνος που υπήρξε «ο ποιμήν ο καλός και του αρχιποίμενος Χριστού μαθητής», δηλαδή εκείνος που τόνιζε ότι «διά της αμαρτίας ο θάνατος» και «ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν»;

Εκείνο όμως που τονίζει και διαπρυσίως κηρύσσει είναι ότι μπορεί κάποιος να έχει αμαρτήσει με πολλά και μεγάλα αμαρτήματα, όμως τα αμαρτήματα αυτά δεν μπορεί να θεωρηθούν ισοστάσια της αγάπης του Θεού. Τίποτε δεν είναι σαν εκείνην, διότι η αυτοαγάπη, ο ίδιος ο Θεός,  τόσο μας αγάπησε, ώστε έπαθε και θυσιάστηκε για εμάς τους ανθρώπους, παρέχοντάς μας τη συγχώρηση. Αρκεί βεβαίως να θέλουμε κι εμείς τη συγχώρηση αυτή, δηλαδή να μετανοούμε. Διότι η όλη προσφορά του Θεού υπάρχει άπειρη και αιώνια, μένει όμως ανενέργητη χωρίς και τη δική μας θέληση. Αυτό τόνιζε λοιπόν ο άγιος Χρυσόστομος ενόσω ζούσε, αλλά και το ίδιο κηρύσσει και μετά θάνατον, γινόμενος έτσι ο μεγαλύτερος παρηγορητής των ανθρώπων.  Ο άγιος Θεοφάνης με πολλή ενάργεια και σαφήνεια μας το επισημαίνει: «Ει και νεκρός ει εν τάφω, αλλά ζων εν τω κόσμω, Χρυσόστομε, κηρύττεις μετάνοιαν και γράφεις συγχώρησιν, εγγυώμενος τοις μετανοούσι θερμώς» (Αν και είσαι νεκρός μέσα στον τάφο, όμως  ως ζωντανός μέσα στον κόσμο, Χρυσόστομε, κηρύσσεις και γράφεις τη μετάνοια, δίνοντας την εγγύηση της συγχώρησης γι’ αυτούς που μετανοούν με θερμό τρόπο).
 
Και οι δύο υμνογράφοι εμμένουν σε ό,τι ουσιαστικά προβάλλει η σημερινή εορτή: τη ζωντάνια του και μετά θάνατον. Δεν είναι μόνον το παραπάνω τροπάριο που τονίζει την αλήθεια αυτή, αλλά και όλη η υμνογραφία τους κινείται πάνω στη γραμμή αυτή, όπως άλλωστε φάνηκε και από το συναξάρι. Για παράδειγμα: «Νέκρωσιν καν τέθνηκε μη παθείν σαφώς ανεδίδαξε Βασιλείς ο Χρυσόστομος∙ αυτών γαρ προστάγμασιν απειθήσας το πρότερον, δεήσεσιν επανήκε το δεύτερον» (Ο Χρυσόστομος δίδαξε και πάλι με σαφήνεια τους βασιλείς ότι μολονότι νεκρός δεν υπέστη νέκρωση. Διότι αφού απείθησε την πρώτη φορά στα προστάγματά τους, δηλαδή να  φέρουν το λείψανό του στην Κωνσταντινούπολη, τη δεύτερη φορά, με τις δεήσεις τους επανήλθε).  Για μία ακόμη φορά η Εκκλησία μας σήμερα κηρύσσει τη νίκη του Χριστού πάνω στον θάνατο. Νίκησε ο Χριστός, συνεπώς κάθε άνθρωπος, ιδίως ο πιστός, εν ενεργεία, νικά και αυτός. Ο θάνατος θεωρείται μετά τον ερχομό του Χριστού ως απλό επεισόδιο στη ζωή ενός ανθρώπου. Ουσιαστικά δεν υφίσταται. Και τα άγια λείψανα στην Εκκλησία μας είναι μία ισχυρή κραυγή της αλήθειας αυτής, την οποία ζούμε οι πιστοί και την χαιρόμαστε ιδίως σε εορτές ανακομιδής λειψάνων, σαν του αγίου Χρυσοστόμου σήμερα.

Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2020

ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΒΟΜΒΑΡΔΙΣΜΕΝΗ...

 
Μαυρίσαν οι φτερούγες του απ’ του θανάτου
τον βρυγμό και των σταχτών τον ήχο.
Στην άγια Τράπεζα μπροστά τη λαβωμένη
γονάτισε σμπαράλι να κρατά το κατασάρκι
που έχασκε σα γλώσσα πεθαμένου.
Τα δάκρυά του μια φωτιά δροσίζανε τις πέτρες
μπαρουτοκαπνισμένες που ’χανε
στην ψίχα τους το μύρο αγίων από
 προσευχές και ψαλμουδιές αγγέλων.
Αδέξια πολέμαγαν κακό ν' αποτινάξουν
ένδυμα που τους έλαχε της έχθρας και του μίσους.
Ένας σταυρός που κείτουνταν από τις πέτρες κάτω
 πάλιν πολλάκις κήρυττε τον θάνατο του Άδη.
Με τ’ αρτοφόρι αγκαλιά κούρνιασε σ’ ένα απάγκιο
καμπάνες στήνοντας αυτί Ανάστασης ν’ ακούσει!
 



Παρασκευή, 24 Ιανουαρίου 2020

ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ "ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ"

 
           Οι εκδόσεις "ἀκολουθεῖν" κυκλοφόρησαν το νέο βιβλίο τους με τίτλο "Σε φόντο γκρι" του Στέφανου Δορμπαράκη. Πρόκειται για μια σειρά τριάντα ποιημάτων στον δύσκολο λογοτεχνικό αυτό χώρο, που επιχειρεί για πρώτη φορά ο Στέφανος. Τριάντα, όσα και τα χρόνια της ζωής του (γενν. 24 Ιανουαρίου του 1990).
           Του ευχόμαστε εκ βαθέων να είναι πάντα δημιουργικός και λογοτεχνικά, κυρίως όμως μουσικά - το χώρο που δραστηριοποιείται και επαγγελματικά.
           Το (μικρό) αυτό βιβλίο κυκλοφορεί σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων.

Πέμπτη, 23 Ιανουαρίου 2020

ΜΑΤΙΑ ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΑ…


Στρέψε τα νώτα σου μ’ ορμή
σε μάτια ονειροπόλα που
λάγνα σού υπόσχονται
παράδεισους κρυμμένους.
Μαγνήτες είναι δολεροί σαν
μαύρες άλλες τρύπες που
σου ρουφούν ηδονικά
μεδούλι της ψυχής σου.
Στρέψου βαθύ με έρωτα
στο βλέμμα του Χριστού σου
κι αφέσου στην αγάπη Του
δροσόφλογη να καίει.

Δευτέρα, 20 Ιανουαρίου 2020

ΔΡΑΣΚΕΛΙΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΩΣ... (61)


 Ο Κύριος μαθαίνει ότι ο αδελφικός του Λάζαρος έχει ασθενήσει, αλλά δεν… σπεύδει – αφήνει να περάσουν δύο ημέρες, να φύγει από τη ζωή αυτή, κι έπειτα πηγαίνει στον τόπο κατοικίας του Λαζάρου, προκειμένου να τον συναντήσει στο… μνήμα. Δύο ημέρες απουσίας Του, σιωπής Του, κατά τις οποίες τα πράγματα εξελίσσονται κατά φυσικό τρόπο: επέρχεται ο θάνατος.
Η «σιωπή» του Χριστού· το «κενό» της απουσίας Του: με αποτέλεσμα τον θάνατο, την οδύνη των αδελφών του Λαζάρου Μάρθας και Μαρίας, την οδύνη του περιβάλλοντος του Λαζάρου, τα αναπάντητα «γιατί». «Κύριε, αν ήσουν εδώ, δεν θα πέθαινε ο αδελφός μας» (Μάρθα και Μαρία).
Κι είναι αυτή η «σιωπή» του Χριστού, που καθηλώνει πολύ συχνά και τη δική μας ψυχή, των ανθρώπων που Τον πιστεύουμε και που σ’ Αυτόν έχουμε εναποθέσει τις ελπίδες μας. «Πού είσαι, Θεέ μου; Γιατί αργείς την επέμβασή Σου; Δεν βλέπεις την ταλαιπωρία μου; Δεν αντέχω άλλο! Χάνομαι!» Οι πειρασμοί μας, οι δοκιμασίες μας, οι αρρώστιες μας, οι πόνοι μας, που μας κάνουν να νιώθουμε συχνά ότι μας υπερβαίνουν και μας ξεπερνούν, μας συνθλίβουν, δεν μπορούμε να πάρουμε ανάσα! Στρεφόμαστε στον Χριστό και στους αγίους μας, τίποτε! Σιωπή! Καμία απάντηση! «Άδειος ο ουρανός!» Λέμε κι εμείς μαζί με τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, τον μεγάλο Πατέρα και Οικουμενικό δάσκαλο της Εκκλησίας, μα και μεγάλο ευαίσθητο ποιητή: "Ἔρρει τά καλά, γυμνά τά κακά, ὁ πλοῦς ἐν νυκτί, πυρσός οὐδαμοῦ, Χριστός καθεύδει" (Πάει φύγανε τα καλά, έχουν αποκαλυφθεί ολόγυμνα τα κακά, πρόκειται για μια πορεία μέσα στο σκοτάδι, δεν υπάρχει πουθενά φως, σαν να λέμε: ο Χριστός κοιμάται").
Και μας πιάνει το παράπονο και μπαίνει σε κρίση η πίστη μας κι αρχίζουμε να ζούμε κι εμείς λίγο την εγκατάλειψη του Θεού στον ίδιο τον Κύριο πάνω στον Σταυρό! «Θεέ μου, Θεέ μου, ἵνα τί μέ ἐγκατέλιπες;» Και καταλαβαίνουμε και τον άγιο Αντώνιο που άρχισε τα παράπονα στον Κύριο, όταν ένιωσε μετά από πολύ καιρό «απουσίας» Του την αυγή της παρουσίας Του: «πού ήσουνα; Γιατί δεν με άκουγες;»
Αλλά, η εξέλιξη των πραγμάτων σε όλες τις περιπτώσεις «δικαιώνει» τελικά τον… Θεό! Ποτέ δεν μας εγκαταλείπει. Πάντοτε είναι μαζί μας και μας παρακολουθεί και μας υποβαστάζει. Απλώς επιλέγει έναν άλλον τρόπο βοήθειάς μας στις οδύνες μας από τον συνηθισμένο – τη φαινομενική «απουσία» και «απόσυρσή» Του! Κι αυτό γιατί; Διότι προφανώς από ό,τι δείχνει η πορεία των πραγμάτων αυτό συνιστά τη σωτηρία μας και το ανέβασμά μας σε ανώτερο πνευματικό επίπεδο. Η εγκατάλειψη του Χριστού γίνεται ανάστασή Του και ανάσταση σύμπαντος του κόσμου· η απουσία του Χριστού στον Αντώνιο γίνεται η απαρχή της δόξας του· και μ’ αυτό που ξεκινήσαμε: το «κενό και η απουσία» του Χριστού στον φίλο Του Λάζαρο γίνεται η οριστική στον κόσμο αποκατάστασή του· τον ανασταίνει, για να του δώσει βίωμα συγκλονιστικό και μοναδικό ως πέρασμα από τον Άδη και για να τον καταστήσει μέσον παιδαγωγίας στον κόσμο της εποχής του και διαχρονικά.
Τελικά, το μάθαμε και παλεύουμε διαρκώς να το μαθαίνουμε: όταν δεν απαντάει ο Θεός στα αιτήματά μας και στην αγωνία μας, όταν φαίνεται «κενό» στους Ουρανούς, τότε να είμαστε σ’ επιφυλακή για την μεγάλη παρουσία Του. Ο Θεός δεν κάνει… τσιγκουνιές! Θέλει να μας τα δώσει όλα, αλλά την κατάλληλη στιγμή, την οποία προφανώς γνωρίζει καλύτερα από εμάς!
Η «σιωπή» Του είναι η κυοφορία της χάρης Του μέσα στην ύπαρξή μας!

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΕΥΘΥΜΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ



«Ο όσιος Πατέρας μας και μέγας Ευθύμιος ζούσε επί της βασιλείας του Γρατιανού, στη Μελιτηνή τη Μητρόπολη της Αρμενίας και γεννήθηκε από κάποιους ευγενείς ανθρώπους, τον Παύλο και τη Διονυσία, όπως και ο μέγας Ιωάννης Πρόδρομος, δηλαδή από στείρα και άκαρπη γαστέρα. Γι’ αυτό και πήρε την ονομασία του «Ευθύμιος» κατά την υπόσχεση του Θεού, όταν ακούστηκε φωνή από τον Ουρανό, που έλεγε να ευθυμούν οι γονείς του, οι οποίοι παρακαλούσαν να δώσει ο Θεός να κάνουν παιδί. Αυτός, μετά τον θάνατο του πατέρα του, οδηγείται από τη μητέρα του στον Ευτρώιο, τον μεγάλο επίσκοπο της Μελιτηνής, και συγκαταλέγεται από αυτόν στην τάξη των κληρικών. Επειδή έδειξε μεγάλη πρόοδο στα ιερά γράμματα και ξεπέρασε όλους τους ομοίους του κατά την άσκηση και τις επιδόσεις στην αρετή, αναγκάζεται να λάβει τη χειροτονία του πρεσβυτέρου και να δεχτεί τη φροντίδα των ιερών ασκητηρίων και μοναστηρίων.
Κατά το εικοστό ένατο έτος της ηλικίας του, φτάνει στα Ιεροσόλυμα και πηγαίνει να ζήσει μαζί με τον όσιο Θεόκτιστο σε κάποιο από τα σπήλαια ενός όρους, όπου απάλλαξε πολλούς από βαριές αρρώστιες. Λέγεται μάλιστα ότι και αυτός, εν ονόματι του Κυρίου, από πολύ λίγους και μικρούς άρτους, έθρεψε τετρακόσιους ανθρώπους, οι οποίοι βρέθηκαν καθ’ οδόν προς τη μονή για να τον συναντήσουν. Όχι μόνο δε ο ίδιος γεννήθηκε με τη δύναμη του Θεού κι έλυσε τη στείρωση της μητέρας του, αλλά και άλλες άτεκνες γυναίκες, με την προσευχή του τις έκανε εύτεκνες και γόνιμες. Και όπως ο μέγας προφήτης Ηλίας, και αυτός άνοιξε τις θύρες του ουρανού και θεράπευσε τη γη, που νοσούσε από την ακαρπία. Φανέρωσε δε την εσωτερική λαμπρότητα του οσίου και ο στύλος του πυρός, τον οποίο αυτοί που παρευρίσκονταν είδαν ότι κατήλθε από τον ουρανό, όταν αυτός ιερουργούσε την αναίμακτη θυσία, και βρισκόταν μαζί με τον όσιο, μέχρι ότου τελείωσε ο καιρός της θυσίας. Σημάδι μάλιστα  της τέλειας ασφαλώς καθαρότητας της καρδιάς του και της αγνότητάς του είναι το γεγονός ότι έβλεπε ο όσιος νοερά τις διαθέσεις εκείνων που προσέρχονταν να μετάσχουν στη θεία κοινωνία, ποιος δηλαδή από αυτούς προσέρχεται με καθαρή συνείδηση και ποιος με βρώμικη. Ο μακάριος αυτός όταν έγινε ενενήντα επτά ετών, εξεδήμησε προς τον Κύριο, επί της βασιλείας Λέοντος του Μεγάλου.
Ο όσιος Ευθύμιος ήταν ευπρεπής στην όψη, απλός στους τρόπους του, λευκός στο χρώμα, ευσταλής και σεμνός στο μέγεθος, με άσπρες τρίχες, με γενειάδα που έφτανε μέχρι τους μηρούς. Λέγεται ακόμη περί αυτού ότι όταν επρόκειτο κάποιος μοναχός να φύγει από τη ζωή, ο οποίος νομιζόταν από τους πολλούς σώφρων και εγκρατής, αλλά δεν ήταν, αντιθέτως μάλιστα: ήταν ακόλαστος, ο μακάριος Ευθύμιος έβλεπε άγγελο να αποσπά την ψυχή του με τρίαινα, κι ότι άκουσε φωνή, η οποία φανέρωνε τις κρυφές ντροπές του μοναχού.  Τελείται δε η σύναξή του στην αγιότατη μεγάλη Εκκλησία».


Το πρώτο που προβάλλει η υμνογραφία του οσίου Ευθυμίου του μεγάλου – συντεθειμένη από δύο μεγίστους υμνογράφους: τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό και τον όσιο Θεοφάνη – είναι  ο παραλληλισμός του με τους προφήτες Ιερεμία, Σαμουήλ και άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο. Και τούτο διότι και αυτοί, όπως και ο όσιος, υπήρξαν καρποί προσευχής και ηγιασμένοι εκ κοιλίας μητρός τους. Κι αυτό σημαίνει ότι ο Θεός θέλησε να φανερωθεί με τον τρόπο αυτό η ιδιαίτερη χάρη που είχαν όλοι τους και η σωτήρια για πολλούς ανθρώπους παρουσία τους, με την καθοδήγηση που παρείχαν προς εύρεση του Θεού. Όπως σημειώνει κι ένας ύμνος του οσίου: «καρπός έφυς μεν στειρώσεως, αλλ’ ώφθης όντως πολύγονος, εκ γαρ του σπέρματος του πνευματικού σου μοναστών πεπλήρωται η έρημος η πριν αδιόδευτος» (Καρπός στειρώσεως ο ίδιος, φάνηκες πολύγονος, διότι από το πνευματικό σου σπέρμα γέμισε από μοναχούς  η πριν αδιάβατη έρημος). «Εκ μήτρας καθηγίασε Θεός σε, πάτερ όσιε, Ιερεμίαν ως πάλαι, και Σαμουήλ, θεοφόρε» (Από τη μήτρα της μητέρας σου σε καθαγίασε ο Θεός, πάτερ όσιε, όπως παλιά τον Ιερεμία και τον Σαμουήλ, θεοφόρε). «Ως πάλαι του βλαστήσαντος Προδρόμου θείος άγγελος εκ στειρευούσης νηδύος, τον σον κατήγγειλε τόκον» (Όπως παλιά για τον Πρόδρομο που γεννήθηκε από στείρα γυναίκα, έτσι και θείος άγγελος ανάγγειλε και τη δική σου γέννα, από στείρα μήτρα).

Οι ύμνοι της Εκκλησίας ιδιαιτέρως επικεντρώνουν την προσοχή τους στον μέγιστο Ιωάννη Πρόδρομο, του οποίου τον βίο προσπάθησε να μιμηθεί ο όσιος Ευθύμιος. Και η μίμηση από αυτόν του Προδρόμου έγκειτο αφενός στον αγιασμένο τρόπο ζωής του, τόσο που τον χαρακτηρίζουν «εκμαγείον», αποτύπωμα  αυτού («τούτου γέγονας εκμαγείον, Ευθύμιε, βαπτιστής ορεσίτροφος, ακτήμων, άοικος, πάσι χαρίσμασι διαλάμπων», δηλαδή: έγινες αποτύπωμα και εικόνα του Προδρόμου, Ευθύμιε, ευρισκόμενος στα όρη βαπτιστής, ακτήμονας, χωρίς σπίτι, λάμποντας σε όλα τα χαρίσματα), αφετέρου στο ότι και ο ίδιος υπήρξε άλλους είδους Βαπτιστής, αναγεννώντας τους ανθρώπους με την ορθόδοξη διδασκαλία του στο πνευματικό βάπτισμα της Εκκλησίας, το βάπτισμα της υιοθεσίας («υιούς Θεού τούτους αναπλάσας υιοθεσίας βαπτίσματι∙ του θείου γαρ Προδρόμου μιμησάμενος βίον, Βαπτιστής ανεδείχθης, Ευθύμιε», δηλαδή: ανέπλασας αυτούς, τους ανθρώπους, με το βάπτισμα της υιοθεσίας. Διότι αφού μιμήθηκες τον βίο του Προδρόμου, αναδείχτηκες Βαπτιστής, Ευθύμιε).

Αν θέλει κανείς με μία φράση να χαρακτηρίσει τη ζωή του αγίου Ευθυμίου, θα έλεγε αυτό που ο άγιος υμνογράφος επισημαίνει: «Πάτερ Ευθύμιε, ο σος βίος ανυπέρβλητος, η πίστις όντως ορθόδοξος» (Πάτερ Ευθύμιε, η ζωή σου αξεπέραστη, η πίστη σου αληθινά ορθόδοξη). Ορθόδοξη πίστη, αγιασμένη στο έπακρο ζωή, ορθοδοξία και ορθοπραξία: να ο κανόνας ζωής για κάθε πιστό, για κάθε, καλύτερα, άνθρωπο που αποφάσισε να λατρεύει τον Θεό κατά τρόπο τέλειο. «Ο μεν ισάγγελος βίος κανών αρετής και χαρακτήρ ακριβέστατος των αιρουμένων Θεώ λατρεύειν εν τελειότητι» (Ο ισάγγελος βίος σου έγινε κανόνας αρετής και ακριβέστατος χαρακτήρας για εκείνους που διάλεξαν να λατρεύουν τον Θεό με τελειότητα). Δεν είναι τυχαίο, γι’ αυτό, που ο υμνογράφος μας άγιος Θεοφάνης τον παραλληλίζει μεταξύ άλλων και με τον προφήτη Μωυσή: όπως εκείνος με τη ράβδο την εκ Θεού έσχισε την ερυθρά θάλασσα προκειμένου να διέλθουν οι Ισραηλίτες προς τη γη της επαγγελίας, το ίδιο και ο όσιος: έγινε μιμητής της αρετής εκείνου και προκάλεσε ρήγμα στη θάλασσα των παθών, οπότε και διάβηκε χωρίς εμπόδια στη γη της επαγγελίας, τη βασιλεία του Θεού («ώσπερ Μωσεί πάλαι τω θεόπτη∙ ου μιμητής δι’  αρετής γενόμενος, ρήξας συ την θάλασσαν των παθών, διέβης ακωλύτως προς γην επαγγελίας»).

Κι οι υμνογράφοι μάς βοηθούν περαιτέρω: ποιες οι αρετές που άσκησε ο όσιος Ευθύμιος και υπερέβη τα πάθη και κέρδισε με τη χάρη του Θεού τη βασιλεία Του; Πρώτα από όλα πόθησε τη βασιλεία του Θεού, ντύθηκε έπειτα την ταπείνωση, ακολούθησε την εγκράτεια, επιδίωξε τη δικαιοσύνη. Συνεπώς μπόρεσε να απεμπλακεί από τη γοητεία της παρούσας ζωής, διότι μετέθεσε το κέντρο βάρους της ζωής του στα μένοντα και αιώνια, λόγω αγάπης προς τον Κύριο. Άλλος δρόμος για κάθε άνθρωπο από αυτόν δεν υπάρχει. Όσο θεωρούμε ότι η ζωή βρίσκεται στον παρόντα κόσμο, τόσο δεν υπάρχει περίπτωση να ζήσουμε αληθινά την όντως ζωή, τον Κύριο και τη χάρη Του. «Των εν βίω πραγμάτων κατεφρόνησας, Πάτερ Ευθύμιε, ότι την άνω πολιτείαν επεπόθησας∙ πλούτον εβδελύξω, ενδυσάμενος ταπείνωσιν∙τρυφήν εμίσησας, και επεσπάσω την εγκράτειαν∙ αδικίαν απεβάλου και εδίωξας δικαιοσύνην» (Καταφρόνησες, Πάτερ Ευθύμιε, τα γήινα πράγματα, διότι πόθησες βαθιά την ουράνια βασιλεία: Θεώρησες βδέλυγμα τα πλούτη, με το ντυθείς την ταπείνωση,  μίσησες τις ηδονές του βίου και έκανες δικιά σου την εγκράτεια, έδιωξες την αδικία και επιδίωξες τη δικαιοσύνη).