Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026

ΤΕΤΑΡΤΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ

«Προσευχαῖς καί νηστείαις τόν Λυτρωτήν ἱλεωσώμεθα∙ συγχαίρει γάρ ὁ Κτίστης τῇ μετανοίᾳ τῶν κτισμάτων αὐτοῦ» (ωδή γ΄ 1ου καν. Τριωδίου).

(Ας καταστήσουμε τον εαυτό μας άξιο του ελέους του Λυτρωτή Χριστού με τις προσευχές και τις νηστείες μας. Διότι ο Δημιουργός συγχαίρει με τη μετάνοια των δημιουργημάτων Του).

Ο μεγάλος Πατήρ και μεγαλοφυής υμνογράφος άγιος Ανδρέας ο Κρήτης είναι ο ποιητής του πρώτου κανόνα του Τριωδίου της ημέρας, συνεπώς και του συγκεκριμένου ύμνου. Με ελάχιστα λόγια τονίζει τρεις καίριες και βαθιές αλήθειες της πίστεώς μας, ενόψει της εισόδου μας στην αγία μεγάλη Τεσσαρακοστή.

Πρώτον, ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Λυτρωτής μας και ο Δημιουργός μας. Δεν είναι ένας σπουδαίος και σημαντικός άνθρωπος, αλλά ο Ίδιος ο Θεός, ο «δι’ οὗ τά πάντα ἐγένετο», η ίδια η πηγή της ζωής. Όσο κι αν φαίνεται να προκαλεί την ανθρώπινη σκέψη η αλήθεια αυτή, πρόκειται για την αποκάλυψη του Θεού μας, από την οποία εξαρτάται η σωτηρία και η λύτρωσή μας. Αυτός που αποκαλύφθηκε στην Παλαιά Διαθήκη στον Αβραάμ και τους λοιπούς Πατριάρχες και που φανέρωσε το όνομά Του στον μέγα Μωϋσή μέσα από τη φλεγόμενη αλλά μη κατακαιόμενη βάτο: «Ἐγώ εἰμι ὁ Ὤν», ο Γιαχβέ εβραϊστί, ο Ίδιος είναι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, στον οποίο, κατά τον λόγο του αποστόλου Παύλου «κατοικεῖ πᾶν τό πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς». Τα λόγια του ταπεινού Θεού μας Ιησού Χριστού ηχούν συγκλονιστικά, όπως ο ήχος του λιονταριού που προκαλεί φόβο στους πάντες, για να θυμηθούμε τον προφήτη Αμώς. «Ἐάν μή πιστεύσητε ὅτι Ἐγώ εἰμι, ἀποθανεῖσθε ἐν ταῖς ἁμαρτίαις ὑμῶν» (αν δεν πιστέψετε ότι Εγώ είμαι η πηγή της Ζωής, ο Ίδιος ο Θεός δηλαδή, θα πεθάνετε μέσα στις αμαρτίες σας). Η αποδοχή του Κυρίου Ιησού ως τελείου Θεού και τελείου ανθρώπου στη ζωή μας – κι εννοείται όχι κατά θεωρητικό νοησιαρχικό τρόπο – μας κάνει μετόχους της πραγματικής ζωής και μας οδηγεί στην υπέρβαση και του ίδιου του θανάτου. Ο πιστός στον Χριστό ζει την αιώνια ζωή ήδη από τη ζωή αυτή.

Δεύτερον, ότι ο Χριστός ως Δημιουργός και Λυτρωτής μας είναι πλήρης ελέους και αγάπης απέναντι στα πλάσματά Του, και μάλιστα τα πλανεμένα και απομακρυσμένα από Αυτόν πλάσματά Του. Κατά τον λόγο Του, είναι Αυτός που αφήνει τα ενενήντα εννέα πρόβατα και ψάχνει για το ένα το χαμένο. Και χαίρεται, όταν το βρει, σαν να βρήκε τον κόσμο όλο (Λουκ. 15, 4 εξ). Ο κάθε άνθρωπος, όποιος κι αν είναι αυτός, ακόμη και ο θεωρούμενος ανθρωπίνως ο πιο έσχατος – ο «έσχατος»: η μεγάλη αγάπη του Χριστού! – είναι το κέντρο της αγάπης Του και της αδιάκοπης φροντίδας Του. Μπορεί δηλαδή οι πάντες στον κόσμο τούτο να μας ξεχάσουν και να μας περιφρονήσουν, ακόμη και η μάνα μας να μας διαγράψει, Εκείνος ποτέ δεν μας ξεχνά, δεν μας περιφρονεί, δεν μας διαγράφει. Διότι είμαστε «εικόνα» Του – μία άλλη «επανάληψη» (όσιος Σωφρόνιος) του Ίδιου. «Ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν καί καθ’ ὁμοίωσιν»! Ποιος μπορεί να ακούσει με ανοιχτή καρδιά την αποκάλυψη αυτή του Θεού μας και να μη συγκινηθεί και να μη κατανυχθεί; Μόνον ο κατακτημένος από τον Πονηρό που έχει πετρωμένη την καρδιά του και δεν αφήνει καμία ρωγμή για να ρουφήξει αχόρταγα το οξυγόνο της αγάπης του Πατέρα του! Οπότε, ο Δημιουργός μας, η Αυτοαγάπη και η Αυτοαγαθότης, χαίρεται με την πιο μεγάλη χαρά, όταν δει το πλάσμα Του να προσκλίνει προς Αυτόν εν μετανοία, δηλαδή να δείχνει έμπρακτα ότι Τον θέλει στη ζωή του. «Χαρά γίνεται ἐν Οὐρανῷ ἐπί ἑνί ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι». Το παράδειγμα της επιστροφής του ασώτου υιού, που τον υποδέχεται με χαρά και αγαλλίαση ο Πατέρας του δείχνει με απόλυτη καθαρότητα την πραγματικότητα.

Και τρίτον, ότι ναι μεν Χριστός ο Θεός μας είναι γεμάτος Αγάπη και Έλεος απέναντί μας, αλλά όπως είπαμε θέλει και τη δική μας ανταπόκριση. Ποτέ δεν έρχεται η Αγάπη εκβιαστικά στη ζωή μας, γιατί έτσι σταματάει να είναι Αγάπη. Αγάπη σημαίνει ακριβώς σεβασμός στην ελευθερία μας, που θα πει ότι όπου υπάρχει αμετανοησία και επιλογή της πονηρίας ως τρόπου ζωής, εκεί ο άνθρωπος έχει δημιουργήσει συνθήκες ώστε και την Αγάπη και το Έλεος του Θεού να τά «εισπράττει» ως οργή του Θεού. Συνεπώς, προκειμένου να καθιστούμε τον εαυτό μας άξιο του Ελέους του Θεού, δηλαδή η Αγάπη Του να βρίσκει χώρο μέσα στην ύπαρξή μας και να έχουμε κοινωνία μαζί Του, απαιτείται κι εμείς να στρέφουμε τη θέλησή μας προς Εκείνον. Κι αυτό που φανερώνει το «ναι» μας προς τον Θεό είναι το άνοιγμά μας προς το Πρόσωπό Του, η προσευχή μας δηλαδή, η οποία γίνεται καθαρή όταν κάνουμε πέρα αυτό που την εμποδίζει. Και τι εμποδίζει την προσευχή και την εν αγάπη αναφορά μας προς τον Κύριο παρά η γοητεία που ασκεί επάνω μας η ηδονή των υλικών αγαθών; Εκεί εντοπίζεται και η αξία της νηστείας: αποκαλύπτει με μοναδικό τρόπο τη θέληση του ανθρώπου να απεγκλωβιστεί από τα χαμερπή και να κοιτάξει λίγο πιο ψηλά, εκεί που είναι ο Χριστός. «Ἄνω σχῶμεν τάς καρδίας». Ο ίδιος ο Κύριος το είχε πει στους μαθητές Του με σαφήνεια: Τα πάθη του ανθρώπου και τα δαιμόνια που ενεργούν σ’ αυτά δεν φεύγουν παρά μόνο με την προσευχή και τη νηστεία. «Τοῦτο τό γένος οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μή ἐν προσευχῇ καί νηστείᾳ».  Από την άποψη αυτή, η Σαρακοστή που μας κινητοποιεί στο ανώτερο δυνατό και στην προσευχή και στη νηστεία συνιστά το μεγαλύτερο δώρο του Θεού για την πνευματική μας προκοπή και την πορεία μας προς συνάντησή Του. Για να το εκφράσουμε με τα λόγια του αγίου Ιωσήφ του υμνογράφου αυτήν τη φορά (ωδή γ΄, 2ος καν.): «Αφού δεχτήκαμε τη δωρεά της νηστείας, ας δοξάσουμε Αυτόν που μας την έδωσε για τη σωτηρία μας». Και με το δεδομένο της διαρκούς δυστυχώς αδυναμίας μας: «Ας φωνάξουμε δυνατά με δάκρυα στον Δεσπότη Χριστό: Δώσε μας, Κύριε πολυέλεε, χάρη που να μας βοηθεί για να τηρούμε τα θελήματά Σου»!

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΛΕΩΝ ΠΑΠΑΣ ΡΩΜΗΣ

«Αυτός ο θαυμάσιος Πατέρας μας Λέων, λόγω της εξαιρετικής  σωφροσύνης του και της ψυχικής καθαρότητας και της ειλικρίνειας της ζωής του, προχειρίστηκε Πρόεδρος της πρεσβυτέρας Ρώμης από το Άγιον Πνεύμα. Επέδειξε βίο θεάρεστο και γνήσιο και διαποίμανε με όσιο τρόπο το ποίμνιό του, κι ακόμη: εξαφάνισε εντελώς τις βλασφημίες των αιρετικών, κατά τον καιρό εκείνο της Αγίας και Οικουμενικής Τετάρτης Συνόδου των εξακοσίων τριάντα Πατέρων, που συγκροτήθηκε στη Χαλκηδόνα το 451, η οποία εξέθεσε πολλά περί της ορθοδόξου πίστεως και ανέτρεψε τα δόγματα των αιρετικών, οι οποίοι έλεγαν ανοησίες για τη μία φύση και ενέργεια και θέληση του Χριστού του Θεού μας. Επειδή δε οι θεομάχοι εκείνοι πολεμούσαν την αλήθεια και επιχειρούσαν  να ανασκευάσουν τα θεόπνευστα δόγματα των θείων Πατέρων, ο μακάριος αυτός, επειδή κάμφθηκε από την ικεσία όλης της Συνόδου, μετά από πολλών ημερών νηστεία και αγρυπνία και δυνατή προσευχή, εμπνεύστηκε από το ζωοποιό Πνεύμα και εξέθεσε εγγράφως για τα θέματα αυτά, ανακηρύσσοντας σαφώς διπλή ενέργεια και δύο θελήματα στον Χριστό και Θεό μας. Αυτά τα έστειλε έπειτα με επιστολή στη Σύνοδο. Την επιστολή αυτή το πλήθος των οσίων Πατέρων την δέχτηκε με την πεποίθηση  ότι η γραφή αυτή βγήκε σαν από το στόμα του Θεού, οπότε, σαν να επαναπαύτηκαν οι Πατέρες σ’ αυτήν, με περισσότερο θάρρος αντιστάθηκαν στο στίφος των αιρετικών και κατατρόπωσαν τις πολύπλοκες μηχανορραφίες τους. Και με αυτά διαλύθηκε ο ιερότατος Σύλλογος. Ο δε θεσπέσιος Λέων, αφού έζησε ακόμη αρκετά χρόνια και διέλαμψε σαν ήλιος με τις αρετές του, σε βαθύ γήρας εκδήμησε προς τον Κύριο. Τελείται δε η σύναξή του στην αγιότατη Μεγάλη Εκκλησία».  

Ίδιος στη γνώμη και τον ζήλο για την πίστη με τον Κορυφαίο απόστολο Πέτρο, στον θρόνο του οποίου βρέθηκε στη Ρώμη (ωδή α΄), προεστώς των δογμάτων της Εκκλησίας και οδηγός ορθοδοξίας (ωδή γ΄), ανατολή εκ δυσμών (ωδή δ΄), «δεύτερος Μωυσής» (ωδή η΄): να μερικές πινελιές από το πορτραίτο που ζωγραφίζει ο άγιος Θεοφάνης σήμερα για τον εορταζόμενο άγιο, πάπα Ρώμης Λέοντα.  

Και δικαίως: την εποχή της τετάρτης Οικουμενικής Συνόδου, τότε που η Εκκλησία μας αντιμετώπιζε τις αιρετικές ανοησίες και τα φιλοσοφικά τεχνολογήματα των μονοφυσιτών, που αρνούνταν την πραγματικότητα της ανθρώπινης φύσης του Κυρίου μας, συνεπώς έθεταν εν αμφιβόλω τη σωτηρία του ανθρώπου από τον Κύριο, δηλαδή τη σχέση του με τον Θεό, ο άγιος Λέων υπήρξε, κατά την υμνολογία της Εκκλησίας μας, ο πνευματικός ήλιος, ο οποίος έλαμψε τις ακτίνες της ορθοδοξίας και κατηύθυνε το σκάφος της Εκκλησίας στην αλήθεια της αποκάλυψης του Κυρίου. Κι οι ακτίνες της ορθοδοξίας του ήταν ακριβώς ό,τι ο Κύριος φανέρωσε με την επί γης παρουσίας Του: ότι ήταν ο Υιός και Λόγος του Θεού, ο οποίος έγινε πραγματικός άνθρωπος, προκειμένου να εντάξει στον εαυτό Του τον πεσμένο στην αμαρτία άνθρωπο και να τον κάνει και αυτόν χάριτι υιό Θεού. Κι αυτό σημαίνει: ο Κύριος έχει μία υπόσταση σε δύο ουσίες, δηλαδή είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, άρα με θεϊκή και ανθρώπινη θέληση, αλλά έχει μία υπόσταση, του Υιού και Λόγου του Θεού. «Μίαν υπόστασιν εν δύο ταις ουσίαις τον Χριστόν ομολογήσας, ενεργούντα διττώς και θέλοντα» (ωδή ζ΄).

Τι ήταν εκείνο που τον ανέδειξε αστέρα της ορθοδοξίας τη συγκεκριμένη εποχή; Ο άγιος Θεοφάνης ο υμνογράφος απαντά: ο ιδιαίτερος φωτισμός του από το Άγιο Πνεύμα. Το Άγιο Πνεύμα ήταν εκείνο που ενεργούσε στην καρδιά του και του φανέρωνε την αλήθεια, κι αυτό διότι αγωνίστηκε να κυριαρχήσει στα πάθη του και να κάνει τον νου του κυρίαρχο του εαυτού του, αληθινό αυτοκράτορα. Φωτισμένος λοιπόν από το Πνεύμα του Θεού λόγω της καθαρής του καρδίας, έχοντας και την επαρκή ανθρώπινη μόρφωση, ώστε να κάνει λόγο τις θεοπτίες του, με συναίσθηση της υψηλής του ευθύνης από τη θέση του πρώτου στην τάξη Πατριάρχη Ρώμης, ευθύνης που ενισχυόταν και από την πρόσβλεψη σ’ αυτόν και των υπολοίπων επισκόπων, θεολόγησε για την Εκκλησία. Δηλαδή έδειξε αυτό που η Εκκλησία μας ζούσε μέχρι τότε ως Παράδοσή της, βασισμένη στη ζωή και τον  λόγο του Χριστού, το κήρυγμα των Αποστόλων, το κήρυγμα των Πατέρων. «Λέων παμμακάριστε, έκανες τον νου σου αυτοκράτορα των παθών» (στιχηρό εσπερινού)∙ «Γέμισες από την ουράνια και θεία χάρη και έτσι έγινες αρχηγός των δογμάτων της Εκκλησίας, Πάτερ» (ωδή γ΄)∙ «Καταφωτίστηκες από το λαμπρότατο φως του Θεού, όσιε, και διατράνωσες έτσι τον λόγο της απόρρητης και θείας ενανθρωπήσεως, εξαγγέλλοντας τη διπλή ουσία και τη διπλή ενέργεια του σαρκωθέντος Θεού» (ωδή γ΄).

Το γεγονός ότι με την πίεση της Συνόδου αποφάνθηκε περί των ζητημάτων αυτών με τον τρόπο που είπαμε, και τα έγραψε σε τόμο, σε κείμενο, ώστε ο τόμος αυτός να αποτελεί κανονιστική γραφή για τους υπολοίπους Πατέρες, κάνει τον άγιο Θεοφάνη να τον παραλληλίζει με τον Μωυσή. «Κινούμενος από τον Θεό, τύπωσες τα διδάγματα της ευσεβούς αληθούς πίστεως σαν σε θεοχάρακτες πλάκες, οπότε φάνηκες στον θείο λαό και την ομήγυρη των σεπτών Διδασκάλων σαν δεύτερος Μωυσής» (ωδή η΄). Με τα δεδομένα αυτά ο υμνογράφος Θεοφάνης αξιοποιεί και πάλι το όνομα του αγίου: όχι μόνο κατέδειξε την αλήθεια ο άγιος Λέων, αλλά σαν λιοντάρι κατατρόμαξε και τους αιρετικούς, ακόμη δε και τον ίδιο τον διάβολο. «Άγιε Λέων, φάνηκες σαν αληθινό λιοντάρι, διώχνοντας τις προξενούσες σύγχυση αλεπούδες και κατατρομάζοντας τα νοήματα των ασεβών με βασιλικό βρύχημα» (ωδή δ΄). «Σαν λιοντάρι αναδείχτηκες, και στα λόγια και στις πράξεις, εκφοβίζοντας, κατά βασιλικό τρόπο με το βρύχημα των δογμάτων, τις ασεβείς σκέψεις των αιρετικών, που είναι σαν τις πονηρές μηχανορραφίες της αλεπούς» (εξαποστειλάριο όρθρου). «Βγαίνει η ψυχή του θείου Λέοντα, και μπαίνει φόβος στις φάλαγγες των δαιμόνων» (στίχοι συναξαρίου).  

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026

ΤΡΙΤΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ

«Ἀσμένως λαοί, τήν Νηστείαν ἀσπασώμεθα· ἔφθασε γάρ τῶν πνευματικῶν ἀγώνων ἡ ἀρχή· ἀφήσωμεν τῆς σαρκός τήν εὐπάθειαν, αὐξήσωμεν τῆς ψυχῆς τά χαρίσματα, συγκακοπαθήσωμεν ὡς δοῦλοι Χριστοῦ, ἵνα καί συνδοξασθῶμεν ὡς τέκνα Θεοῦ· καί τό Πνεῦμα τό ἅγιον ἐν ἡμῖν οἰκῆσαν, φωτίσῃ τάς ψυχάς ἡμῶν» (Ἰδιόμελον, ἦχος γ΄. Ἀπόστιχα τῶν αἴνων).

(Ας αποδεχθούμε, πιστοί, τη νηστεία με ευχαρίστηση, γιατί έφτασε η αρχή των πνευματικών αγώνων. Ας αφήσουμε την ευπάθεια της  σάρκας, ας αυξήσουμε τα χαρίσματα της ψυχής, ας συγκακοπαθήσουμε ως δούλοι Χριστού, προκειμένου να δοξασθούμε μαζί Του ως τέκνα Θεού. Και έτσι το Άγιον Πνεύμα, αφού κατοικήσει μέσα μας, να φωτίσει τις ψυχές μας).

Η Εκκλησία μας διά του υμνογράφου της είναι απόλυτα προσγειωμένη στην πραγματικότητα των μελών της. Ενώ οι πιστοί ως μέλη Χριστού έχουμε πάρει διά των μυστηρίων, ιδίως του βαπτίσματος και του χρίσματος, τη δύναμη να μην αμαρτάνουμε, που θα πει ότι αδιάκοπα πρέπει να πορευόμαστε πάνω στις άγιες εντολές του Χριστού, «αφορώντες εις Αυτόν ως τον της πίστεως αρχηγόν» και κοινωνώντας Τον στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, όμως η ίδια η ζωή αποδεικνύει ότι αυτό σ’ ένα μεγάλο βαθμό δεν υφίσταται. Κι αυτό γιατί τα προβλήματα και η καθημερινότητα απορροφούν τόσο πολύ την ενέργεια του χριστιανού, ώστε χάνει αυτό που πρέπει να είναι η προτεραιότητά του, η σχέση του ακριβώς με τον Κύριο Ιησού Χριστό. Το «ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην Αυτού», που προέτρεψε ο Κύριος, δυστυχώς αποτελεί «ψιλό γράμμα» για τους πολλούς ή ανέφικτη πραγματικότητα στον κόσμο τούτο που ζούμε.

Οπότε η Εκκλησία μας, διαπιστώνοντας τον ελλειμματικό χριστιανισμό μας, μας κρούει τον κώδωνα της αφύπνισης: έφτασε, μας λέει, και πάλι η αρχή των πνευματικών αγώνων με τη νηστεία της Σαρακοστής. Τουλάχιστον τώρα, ας προσανατολιστούμε ορθά, δηλαδή ας ζήσουμε μαζί με τον Χριστό, προκειμένου να λάβουμε τη δόξα που απολαμβάνουν τα τέκνα του Θεού, που σημαίνει να ενεργοποιηθεί μέσα στις καρδιές αλλά και στο σώμα μας ο φωτισμός του αγίου Πνεύματος. Αδιάκοπο εμπόδιο στην προς τα πρόσω πορεία μας είναι η ευπάθεια της σαρκός μας, η οποία πολύ εύκολα προσκλίνει στα φιλήδονα πάθη της, αναζητώντας διαρκώς την άνεσή της και σχηματίζοντας έτσι στην ψυχή ένα παχύ στρώμα πνευματικού «λίπους» που την κάνει αδύνατη να νιώσει την παρουσία της χάρης του Θεού. Η επιλογή συνεπώς της νηστείας, ως περιορισμού των φιλήδονων τάσεων και ορμών της σαρκός, είναι μονόδρομος για τον ευαισθητοποιημένο κάπως χριστιανό, γι’ αυτό και με χαρά κάθε φορά που έρχεται η Σαρακοστή σπεύδει να την ενστερνισθεί και να την αγκαλιάσει.

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΤΗΡΩΝ

«Αυτός ο άγιος μάρτυς έζησε κατά τους χρόνους των βασιλέων  Μαξιμιανού και Μαξίμου και καταγόταν από την Αμάσεια του Πόντου, από ένα χωριό που λεγόταν Χουμιαλοί. Μόλις συγκαταλέχτηκε στη στρατιά των Τηρώνων, δηλαδή των νεοσυλλέκτων στρατιωτών, υπό την εξουσία του αξιωματικού Βρύγκα, εξετάστηκε από αυτόν, οπότε ομολόγησε ότι ο Χριστός είναι Θεός, ενώ καταχλεύασε τα σεβάσματα των ειδωλολατρών σαν άψυχα ξόανα και έργα χειρών ανθρώπων. Κι όταν του δόθηκε η ευκαιρία, δεν έμεινε άπρακτος, αλλά σκέφτηκε και προέβη στο μέγιστο από τα έργα: κατέκαψε το είδωλο της μητέρας των θεών, όπως οι ειδωλολάτρες παραφρονώντας λένε. Γι’ αυτόν τον λόγο και συνελήφθη, κι αφού ομολόγησε ότι αυτός ήταν ο αυτουργός του εμπρησμού, πρώτα μεν τον χαράκωσαν κρεμασμένο με σιδερένια νύχια, έπειτα τον έριξαν μέσα σε καμίνι φωτιάς και εκεί τελειώθηκε. Τελείται δε η σύναξή του στο αγιότατο Μαρτύριό του, που βρίσκεται στην περιοχή του Φωρακίου, κατά το Σάββατο της πρώτης εβδομάδας των Νηστειών, όταν έγινε και το θαύμα από αυτόν των κολύβων και έσωσε έτσι τον ορθόδοξο λαό από τη μιασμένη βρώση των ειδωλοθύτων».

Η συντριπτική πλειοψηφία των ύμνων της Εκκλησίας μας σήμερα αναφέρεται σ’ αυτό που δηλώνει το όνομα του αγίου Θεοδώρου: δώρο Θεού. Ο άγιος Θεοφάνης, ο υμνογράφος της ακολουθίας του, διαρκώς τονίζει ότι ο άγιος είναι «επώνυμος των θείων δωρεών», ότι «δωρίστηκε ως δώρο Θεού» στους ανθρώπους, ότι είναι «θείων δωρεών και πράγμα και όνομα». Ήδη μάλιστα στο πρώτο στιχηρό του εσπερινού διαβάζουμε: «Ο Χριστός σε έδωσε στην οικουμένη σαν δώρο που φέρνει πλούτο, Θεόδωρε, γιατί δέχτηκε σαν ευεργέτης Θεός το δώρο σου, δηλαδή το τίμιο αίμα σου, που χύθηκε γι’ Αυτόν και προσφέρθηκε σ’ Αυτόν με το ζήλο της ευσέβειας». Με άλλα λόγια, κατά τον Θεοφάνη, ο Θεόδωρος είναι το αντίδωρο του Θεού στην Εκκλησία, αφού έλαβε τον ίδιο ως δώρο και  τον προσέφερε έπειτα σε όλους.

Η επισήμανση του αγίου υμνογράφου είναι πολύ σημαντική: Ό,τι προσφέρουμε εν αγάπη στον Θεό, ο Θεός δεν το «κρατάει» για τον εαυτό Του, αλλά μας το προσφέρει πολλαπλασιασμένο ως ευεργεσία δική μας. Του προσφέρουμε για παράδειγμα την προσευχή μας; Την μεταποιεί σε χάρη Του προς ίαση της ψυχής και του σώματός μας. Κι όχι μόνο για εμάς, αλλά και για όλη την οικουμένη. Του προσφέρουμε – πάντα βεβαίως με την ενίσχυση Εκείνου – την υπακοή μας ως κατάθεση της θελήσεώς μας στο θέλημά Του; Παίρνει την υπακοή μας και την κάνει δική Του υπακοή σε εμάς. Γι’ αυτό και κατά την πίστη μας μεγαλύτερη ευεργεσία στο ανθρώπινο γένος από την παρουσία των αγίων ως ανθρώπων προσφερομένων στον Θεό δεν υφίσταται. Οι άγιοι είναι οι ευεργέτες της ανθρωπότητας, έστω κι αν ο κόσμος δεν κατανοεί τίποτε περί αυτού. Ο Θεός μας τους γνωρίζει, τους αποδέχεται, τους κάνει πρεσβευτές μας για την υπέρβαση των όποιων δυσκολιών μας στον κόσμο. Και το μεγαλύτερο αντίδωρο του Θεού στον κόσμο για το μεγαλύτερο δικό μας δώρο σε Αυτόν: την ίδια την Παναγία μας,  είναι ο ερχομός Του σε εμάς. Εκείνη δηλαδή δωρίστηκε σε Αυτόν κι Εκείνος την προσέλαβε και την έκανε σάρκα Του προκειμένου να έρθει στον κόσμο ως άνθρωπος. «Τα σα εκ των σων σοι προσφέρομεν κατά πάντα και διά πάντα». Συνεπώς  ό,τι κάνουμε για χάρη του Θεού δεν είναι «χαμένος» χρόνος, όπως πιστεύουν ορισμένοι εκτός της πίστεως, αλλά ο πολυτιμότερος χρόνος της ζωής μας. Είπαμε, επανακάμπτει σε εμάς και μάλιστα πολλαπλασιασμένο εκ μέρους του Κυρίου μας.

Επεκτεινόμαστε στην αλήθεια αυτή, διότι ακριβώς αυτό κυρίως τονίζει ο άγιος Θεοφάνης. Κι είναι πολύ παρήγορα τα τροπάριά του, διότι αναφέρονται σε όλες τις διαστάσεις του ανθρωπίνου βίου, ιδίως τις θλίψεις και τις δοκιμασίες που υφιστάμεθα, και στις οποίες ο άγιος Θεόδωρος, ως όργανο του Θεού, έρχεται ως σωτήρας και βοηθός. «Τη θεοδώρητη χάρη των θαυμάτων σου, μάρτυς Θεόδωρε - σημειώνει για παράδειγμα - απλώνεις σε όλους που προστρέχουν με πίστη σε σένα, διά της οποίας σε δοξολογούμε λέγοντας: Λυτρώνεις τους αιχμαλώτους, θεραπεύεις τους αρρώστους, πλουτίζεις τους φτωχούς και διασώζεις τους πλέοντες» (δοξαστικό εσπερινού). «Σώσε με από τη θλίψη που με κατέχει, με τις πρεσβείες σου, μάρτυρα Χριστού, ομαλοποιώντας όλη την τραχύτητα της ζωής μου» (ωδή γ΄).

Κι ακόμη περισσότερο ο άγιος Θεόδωρος, κατά τον Θεοφάνη, εκτός από τις επεμβάσεις του για τις εξωτερικές δυσκολίες της ζωής, επεμβαίνει και για τις εσωτερικές, δηλαδή τις ψυχολογικές και πνευματικές δυσκολίες, προερχόμενες είτε από τις δαιμονικές επιθέσεις είτε από τα ίδια τα πάθη μας. Σε ένα από τα πιο ωραία τροπάριά του της έκτης ωδής επισημαίνει: «Επειδή υπήρξες θερμότατος υπερασπιστής της ευσεβούς πίστεως και έλεγξες αυστηρά την πλάνη των ειδώλων, εξαφάνισε από την ψυχή μου τις φαντασίες των δαιμόνων και τις εικόνες των παθών». Η εκζήτηση της βοήθειας του αγίου Θεοδώρου για όλες τις περιστάσεις της ζωής μας συνιστά πια μονόδρομο. Έχουμε πρεσβευτή ισχυρότατο, δοσμένο σε εμάς από τον Θεό μας.

Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026

ΔΕΥΤΕΡΑ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ

«Φαιδρά προεόρτια τῆς ἐγκρατείας, λαμπρά τά προοίμια τῆς νηστείας σήμερον∙ διό συνδράμωμεν ἐν πεποιθήσει, ἀδελφοί, καί προθυμίᾳ πολλῇ» (ὠδή α΄ τριωδίου).

(Καλοδεχούμενα τα προεόρτια της εγκράτειας, λαμπρά τα προοίμια της νηστείας σήμερα. Γι’ αυτό ας τρέξουμε από κοινού, αδέλφια, με πίστη και μεγάλη προθυμία).

Απαρχή των ύμνων των Τριωδίων ο παραπάνω ύμνος, από τον πολυγραφότερο όλων των υμνογράφων άγιο Ιωσήφ. Τρία σημεία θίγει με πολύ συνοπτικό τρόπο:

Πρώτον, ότι πρώτη ημέρα της εβδομάδας της Τυρινής σήμερα, ξεκίνησε η περίοδος της νηστείας και της εγκρατείας. Διότι μπορεί να μην εισήλθαμε στην καθαυτό Σαρακοστή – αυτό θα γίνει με την Καθαρά Δευτέρα – όμως είμαστε στην τελευταία εβδομάδα της εισαγωγής της, όπου αφήνουμε κατά μέρος τα κρεατικά: η πρώτη νηστεία, μένοντας μόνο στα γαλακτομικά και στα ψάρια. Και δεν είναι τυχαία η διπλή επισήμανση: εγκράτεια, νηστεία. Για να δηλωθεί ότι μιλώντας για τη νηστεία στην Εκκλησία δεν εννοούμε ένα απλό διαιτολόγιο, αλλά έναν περιορισμό φαγητών που έχει όμως πνευματικό χαρακτήρα. Διότι η εγκράτεια αυτό δηλώνει: την πράξη της θέλησης του ανθρώπου που κινείται από τον ηγεμόνα νου του, προκειμένου να απεγκλωβιστεί από τη γοητεία των υλικών αγαθών, ώστε πιο ελεύθερα να στραφεί προς Κύριο και Θεό του. Μη ξεχνάμε˙ η απόλυτη εν αγάπη αναφορά του ανθρώπου είναι ο Χριστός κι αυτή η αναφορά μονίμως παρεμποδίζεται από την εμπαθή προσκόλληση στην ύλη και τα πάθη του – «ὅς ἄν θέλῃ φίλος εἶναι τοῦ κόσμου, ἐχθρός τοῦ Θεοῦ καθίσταται». Οπότε, η νηστεία ως εγκράτεια παθών λειτουργεί απελευθερωτικά για τον πιστό άνθρωπο. Γι’ αυτό και σε άλλο σημείο ο άγιος Ιωσήφ θα επισημάνει ότι τέτοιον εγκρατή άνθρωπο που φανερώνει ότι η στροφή της θέλησής του είναι ο Χριστός δεν τολμούν να τον πλησιάσουν οι δαίμονες, ενώ βρίσκονται πάντοτε ως βοηθοί του οι άγγελοι («οὔτε ἐπήρεια δαιμόνων κατατολμᾶ τοῦ νηστεύοντος, ἀλλά καί οἱ φύλακες τῆς ζωῆς ἡμῶν ἄγγελοι φιλοπονώτερον παραμένουσι τοῖς διά νηστείας ἡμῖν κεκαθαρμένοις»: απόστιχα αίνων).

Δεύτερον, ότι ακριβώς για τον παραπάνω λόγο η περίοδος της νηστείας και της εγκρατείας είναι περίοδος για τον πιστό όχι κατήφειας και θλίψης, όχι οργής και καταπιεσμένης επιθετικότητας, αλλά περίοδος που με χαρά την προσμένει ο χριστιανός προσβλέποντας στη λαμπρότητα που εκπέμπει. Αν η θλίψη και η στενοχώρια είναι το κυρίαρχο στοιχείο που τον διακατέχει, τούτο οφείλεται ακριβώς σε ό,τι είπαμε προηγουμένως: η θέληση προσκλίνει κατά προτεραιότητα στα πράγματα του κόσμου και όχι στον Θεό – «Θεός» είναι ο κόσμος και όχι ο αληθινός Θεός, ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Ο χριστιανός, μολονότι βιώνει την ένταση στην ύπαρξή του της αμαρτίας που τον κινεί σε αντίθετη κατεύθυνση προς ό,τι καλεί ο Θεός, συνεχίζει «κόντρα στο ρεύμα» του κόσμου να τρέχει προς τον Χριστό και τις άγιες εντολές Του. Και σ’ αυτήν τη διαδικασία ευρισκόμενος βλέπει το φως του Χριστού να ανατέλλει στην καρδιά του. «Ἐν τῷ φωτί Σου ὀψόμεθα φῶς» μάς λέει συνεχώς η Εκκλησία, με το φως του Χριστού λοιπόν βλέπει τη χαρά και τη λαμπρότητα της νηστείας και της εγκρατείας ο αγωνιστής χριστιανός. «Δεν στοχεύουμε στα ορατά αλλά στα αόρατα» λέει ο απόστολος Παύλος, κι αυτό συμβαίνει και με την περίοδο της Σαρακοστής.

Και τρίτον, επομένως: με πίστη και μεγάλη προθυμία κινείται προς την περίοδο της Σαρακοστής ο χριστιανός. Αν ενώπιόν μας έχουμε το όραμα του Χριστού που προβάλλει μέσα από το σταύρωμα των εμπαθών επιθυμιών μας, αν το όραμά μας, όραμα της Εκκλησίας, είναι ο αναστημένος Χριστός που περνάει μέσα από τη Σταυρική Του θυσία, τότε πράγματι η περίοδος των Νηστειών έχει ένα νόημα που για να το γνωρίσει κανείς πρέπει να το ενσωματώσει στον εαυτό του. Ζώντας την περίοδο αυτή ζει ο πιστός τα υπέρ φύσιν γεγονότα της ζωής του Χριστού ή με άλλα λόγια μ’ αυτόν τον τρόπο ενεργοποιεί στο έπακρον την ήδη σ’ αυτόν δοσμένη χάρη του Βαπτίσματος να είναι μέλος Χριστού. Οπότε, η μεγάλη προθυμία προς συμμετοχή στον αγώνα του σταδίου αυτού ισοδυναμεί με τον αγώνα να καθαρίσει ο πιστός όλα τα εμπόδια της καρδιάς του για να φανερωθεί μέσω αυτού ο ίδιος ο Χριστός!

 Κι αξίζει να ακούσουμε τον άγιο Σωφρόνιο του Έσσεξ στο τι έλεγε για το θέμα αυτό.

 «Πῶς πρέπει νά περάσουμε τήν περίοδο τῶν Νηστειῶν; Σᾶς μίλησα ἤδη γιά τή μέθοδό μου, τήν ὁποία σᾶς συνιστῶ νά ἀφομοιώσετε. Ἡ μέθοδος αὐτή εἶναι ἡ ἀκόλουθη: νά δοῦμε τόν τελικό μας σκοπό καί νά βαδίσουμε πρός αὐτόν ἀρχίζοντας ἀπό τό ἀλφάβητο. Ὅσον ἀφορᾶ τή Μεγάλη Τεσσαρακοστή, πρέπει νά θέσουμε στόν ἑαυτό μας τήν ἴδια ἀκριβῶς ἀρχή, ἀλλά σέ μικρότερες διαστάσεις. Πρέπει νά ἐννοήσουμε ὅτι μᾶς προτείνονται πενήντα ἡμέρες νηστείας ὡς προετοιμασία γιά τήν ὑποδοχή τῆς ἐκ νεκρῶν ἀναστάσεως. Καί ἐμεῖς θά οἰκοδομήσουμε ἔτσι τή θεωρία μας: Τώρα ἀρχίζει ὁ πνευματικός μας ἀγώνας. Ἡ ἔμπνευσή μας πολλαπλασιάζεται μέ τή σκέψη ὅτι ἑκατομμύρια χριστιανοί θά τηρήσουν τή Νηστεία αὐτή. Ἡ ὁδός πρός τήν ἀνάσταση, ἀκόμη καί γιά τόν Ἴδιο τόν σαρκωθέντα Θεό, πέρασε ἀπό παθήματα. Τό μυστήριο τῶν παθημάτων θά τό κατανοήσουμε μόνο ἀργότερα.... «Δι’ ἑνός ἀνθρώπου ἡ ἁμαρτία εἰσῆλθεν εἰς τόν κόσμον», λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, καί ἀπό ἕναν Ἄνθρωπο ἔρχεται ἡ σωτηρία. Ἄν μπροστά μας ὑψώνεται τέτοιος σκοπός, θά δεχθοῦμε τή Μεγάλη Τεσσαρακοστή ὡς ἁγία περίοδο στή ζωή ὅλου τοῦ χρόνου. Καί ὅταν μέ χαρά καταβάλλουμε σωματικό ἀγώνα ἐγκρατείας ἀπό τροφές, αὐτό δέν μᾶς φθείρει, ἀλλά μᾶς βοηθᾶ σέ ὅλα τά ἐπίπεδα καί στό πνευματικό καί στό φυσικό... Ἐπιπλέον, παρατηρῶ μέ πόνο καρδιᾶς ἕνα πολύ τραγικό φαινόμενο: γιά λόγους ὑγείας οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἱκανοί νά ὑπομείνουν μακρά καί αὐστηρή δίαιτα, ἀλλά γιά τόν Θεό δέν εἶναι διατεθειμένοι νά τηρήσουν τήν καθιερωμένη ἀπό τήν Ἐκκλησία νηστεία, διότι ὑπάρχει κάποιο πνεῦμα πού παρεμποδίζει κάθε προσπάθεια νά ἀκολουθήσει ὁ ἄνθρωπος τόν Χριστό» («Οἰκοδομώντας τόν Ναό τοῦ Θεοῦ..., τόμ. Β΄, σελ. 220-222»).

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΠΑΜΦΙΛΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝ ΑΥΤΩ

«Αυτοί οι ένδοξοι μάρτυρες, κατά το έκτο έτος του διωγμού του Διοκλητιανού, οδηγήθηκαν στο μαρτύριο από διάφορες πόλεις και διάφορα επαγγέλματα και αξιώματα, και συνενώθηκαν στη μία πίστη του Χριστού. Ο τρόπος της συλλήψεώς τους έγινε ως εξής: Την ώρα που επρόκειτο αυτοί να διαβούν τις πύλες της πόλης της Καισαρείας, οι φύλακες ζήτησαν να μάθουν ποιοι ήταν και από πού έρχονταν. Αυτοί αποκάλεσαν τους εαυτούς τους χριστιανούς και πατρίδα έχουν την άνω Ιερουσαλήμ. Γι’ αυτόν τον λόγο συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στον ηγεμόνα Φιρμιλιανό, με αποτέλεσμα του μεν Ηλία και αυτών που ήταν μαζί του, μετά από πολλά βασανιστήρια, να κόψουν τα κεφάλια, όπως παρομοίως έκοψαν τα κεφάλια και του Παμφίλου και των υπολοίπων. Ο δε Πορφύριος, επειδή επιζητούσε το σώμα του κυρίου του Παμφίλου, συνελήφθη κι αυτός και παραδόθηκε στη φωτιά. Το ίδιο και ο Ιουλιανός, επειδή ασπαζόταν τα σώματα των αγίων, ρίχτηκε στις φλόγες. Αλλά κι ο Θεόδουλος, σταυρώθηκε σε ξύλο,  και μαρτύρησε έτσι. Τελείται δε η σύναξή τους στην αγιότατη μεγάλη Εκκλησία».

Σαν άλλοι δώδεκα απόστολοι προβάλλονται από την Εκκλησία μας σήμερα οι άγιοι δώδεκα μάρτυρες: ο ιερέας Πάμφιλος, ο Ουάλης, ο Σέλευκος, ο Δανιήλ, ο Θεόδουλος, ο Ησαΐας, ο Ιερεμίας, ο Ηλίας, ο Πορφύριος, ο Παύλος, ο Ιουλιανός και ο Σαμουήλ, κι αυτό  λόγω του λογισμού τους που κινούνταν με τον ίδιο ζήλο των αποστόλων, ως προς τη σταθερότητα της πίστης τους και την αφοβία τους απέναντι στα μαρτύρια.  «Καθώς γίνατε ισάριθμοι με τους αποστόλους, αθλοφόροι, αναλάβατε λογισμό ίδιου ζήλου με αυτούς, χωρίς να φοβηθείτε την άθεη ωμότητα των τυράννων. Αλλά αφού κηρύξατε με ανδρεία και σταθερότητα τον Σωτήρα, υπομείνατε τις στρεβλώσεις των μελών» (στιχηρό εσπερινού). Ο άγιος Θεοφάνης ο υμνογράφος προβαίνει και στην ερμηνεία αυτής της ταυτότητας λογισμού τους και της χαρισματικής εμμονής τους στο μαρτύριο, μολονότι προέρχονταν οι περισσότεροι από διαφορετικές περιοχές και δεν σχετίζονταν προ του μαρτυρίου μεταξύ τους: «Η δωδεκάριθμη φάλαγγα συγκροτήθηκε από τη δύναμη του Παναγίου Πνεύματος» (ωδή α΄). Το Άγιο Πνεύμα δηλαδή ήταν Εκείνο που τους ένωσε, όπως γενικά ενώνει κατά τρόπο ουσιαστικό τους ανθρώπους, έστω και αν μεταξύ τους μπορεί να είναι άγνωστοι. Πρόκειται για μία αλήθεια που είχε επισημανθεί ήδη απαρχής του χριστιανισμού, όχι μόνον από τους ίδιους τους χριστιανούς, αλλά και από τους ειδωλολάτρες: οι χριστιανοί γνωρίζονται, έλεγαν, και πριν ακόμη γνωριστούν. Είναι η μία πίστη, ο ένας Κύριος, το ένα βάπτισμα που ακριβώς ενεργοποιεί σ’ αυτούς την παρουσία του Αγίου Πνεύματος και κάνει ένα τις καρδιές τους.

Το γεγονός της ενότητας των δώδεκα μαρτύρων, έστω και χωρίς γνωριμία πριν από το μαρτύριό τους, κάνει τον άγιο υμνογράφο να τους δει και ως σμικρογραφία της ίδιας της Εκκλησίας. Η Εκκλησία αποτελεί το σώμα του Χριστού που περιλαμβάνει όλους τους πιστούς ανθρώπους ανά τον κόσμο, ανεξάρτητα από φυλή, γλώσσα, φύλο, μόρφωση, κοινωνική τάξη. Το ενοποιό στοιχείο είναι, όπως είπαμε, η μία πίστη, το ένα βάπτισμα, ο ένας Κύριος. Το κοινό τους μαρτύριο λοιπόν, παρ’ όλη τη διαφορετικότητά τους, είναι μία εξαγγελία αυτού που είναι η Εκκλησία: η αγκαλιά του Κυρίου για όλους τους ανθρώπους. Στην τετάρτη ωδή μάς το τονίζει: «Ήλθατε από ποικίλα πολιτεύματα και αξιωθήκατε να διασώζετε εν σμικρώ ολόκληρο τον τύπο της Εκκλησίας, γι’ αυτό και με συμφωνία κραυγάζετε: Δόξα στη δύναμή Σου, Κύριε».

Χρειάζεται όμως να επεκτείνουμε αυτό που προηγουμένως ανέφερε ο άγιος Θεοφάνης, ότι δηλαδή η ενότητα των δώδεκα μαρτύρων ήταν απόρροια της παρουσίας του αγίου Πνεύματος. Κι είναι μία διευκρίνιση που κάνει όχι μία φορά ο άγιος υμνογράφος. Το Άγιο Πνεύμα συγκρότησε σε μία φάλαγγα και τους δώδεκα, διότι βρήκε έτοιμη την καρδιά τους για κάτι τέτοιο. Τους βρήκε δηλαδή, κατά το ίδιο το όνομα του αγίου Παμφίλου, σε ετοιμότητα αγάπης, φιλίας, προς τον Χριστό. Μόνον όποιος έχει μεταθέσει εν αγάπη την ύπαρξή του σε Εκείνον, μπορεί να δει ενεργούσα μέσα του και την ενοποιό παρουσία του Πνεύματος του Θεού. «Αγάπησες τα θεία θελήματα του Χριστού κι έτσι αναδείχτηκες φιλόχριστος σωτήρας των πιστών, γενναιόφρον Πάμφιλε», μας λέει το κοντάκιο της εορτής. Κι αλλού, στους στίχους του συναξαρίου: «Αγαπώντας ο Πάμφιλος Εσένα, Λόγε, παραπάνω από όλα, και την αποτομή της κεφαλής του την θεωρούσε αγαπητή».

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΠΟΚΡΕΩ

«Απελεύσονται ούτοι εις κόλασιν αιώνιον, οι δε δίκαιοι εις ζωήν αιώνιον» (Ματθ. 25, 46)

 Το Ευαγγέλιο της κρίσεως που ακούγεται στην Εκκλησία μας την Κυριακή των Απόκρεω, αποτελεί την απάντηση στην ορμή μας για γνώση του αύριο: ο Θεός δεν μας άφησε αμάρτυρο το μέλλον∙ μας άνοιξε τα μάτια,  όχι όμως σε ό,τι συνιστά απλή περιέργεια ως προς την πορεία μας σ’ αυτόν τον κόσμο, αλλά σε ό,τι είναι καίριο και ουσιώδες, σε ό,τι δηλαδή είναι σωτηριώδες και αιώνιο. Ο Κύριος θα ξανάλθει, φωνάζει η Εκκλησία βασισμένη στα ίδια Του τα λόγια. Και θα ξανάλθει ένδοξα αυτή τη φορά «κρίναι ζώντας και νεκρούς», σε ώρα που κανείς δεν γνωρίζει. Θα έλθει «ως κλέπτης εν νυκτί» (Α΄Θεσ. 5, 2), «εν ημέρα η ου προσδοκά» ο άνθρωπος (Ματθ. 24. 50). Και θα σταθούμε όλοι οι άνθρωποι όλων των εποχών ενώπιόν Του για να γίνει η τελική αποτίμηση. Όσοι θα βρεθούν να έχουν τηρήσει το θέλημά Του, άρα να έχουν αγαπήσει τον συνάνθρωπό τους, θα βρεθούν στους ευλογημένους του Πατρός Του. Όσοι θα βρεθούν αμετανόητοι, ανάπηροι από τα φτερά της πίστεως και της αγάπης, θα βρεθούν στους καταραμένους. Και η οριστική κατάληξη: «Απελεύσονται ούτοι (οι χωρίς αγάπη) εις κόλασιν αιώνιον, οι δε δίκαιοι εις ζωήν αιώνιον».

 1. Ο τονισμός του αιώνιου χαρακτήρα της μιας και της άλλης καταστάσεως είναι το πρώτο στο οποίο κοντοστέκεται κανείς. Ο Κύριος δεν άφησε καμία αμφιβολία περί του οριστικού και αμετάκλητου της κρίσεώς Του. Η αιωνιότητα με την ατέρμονη πορεία της είναι η προοπτική που ανοίγεται μετά τον ερχομό Του για δεύτερη φορά. «Της βασιλείας Αυτού ουκ έσται τέλος», όπως το ομολογούμε διαρκώς και στο Σύμβολο της Πίστεως. Δεν υπάρχει πια ανακοπή και ανάκληση. Κι είναι η αιωνιότητα αυτή καταδίκη καταρχάς της παναίρεσης των Γιεχωβάδων, οι οποίοι μεταξύ των άλλων πλανών τους τονίζουν ότι η Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου θα σημάνει την απαρχή μιας χιλιετούς βασιλείας Του, για να ακολουθήσει έπειτα κάτι διαφορετικό. Από την άλλη ο αιώνιος χαρακτήρας της κρίσεως του Θεού καταδικάζει και όσους στο παρελθόν ή και πιο μετά πίστεψαν πλανεμένα ότι τελικώς όλοι θα αποκατασταθούν μέσα στην αγκαλιά της αγάπης του Θεού. «Η αποκατάσταση των πάντων», για την οποία μίλησε και ο μεγάλος αλλά καταδικασμένος για τις πλάνες του από την Εκκλησία θεολόγος Ωριγένης, αποτελεί μία πρόκληση και έναν πειρασμό για την Εκκλησία, η οποία όμως απέρριψε την πλάνη, διότι ακριβώς προϋποθέτει εσφαλμένη θεολογία ως προς την εικόνα που απεκάλυψε για τον Θεό ο ίδιος ο Χριστός. Δεν είναι ο Θεός το πρόβλημα για να αποκαταστήσει τους πάντες. Η αποκατάσταση αυτή είναι η διαρκής βούληση του Θεού για όλους, ακόμη και για τους δαίμονες. Διότι «ο Θεός πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α΄Τιμ. 2,4). Το πρόβλημα είμαστε εμείς οι ίδιοι, οι οποίοι αρνούμαστε την αγάπη του Θεού και τις προκλήσεις και προσκλήσεις για μετάνοιά μας. Η «αποκατάσταση των πάντων» αλλοιώνει και την περί ανθρώπου εικόνα της Εκκλησίας, παρουσιάζοντας αυτόν  με κολοβωμένη ελευθερία.

2. Η αιωνιότητα που θα ανοιχτεί μετά τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου – πέρα βεβαίως από την αιωνιότητα ως παρούσα κατάσταση του εδώ κόσμου που ζει ο Χριστιανός μέσα στην Εκκλησία: «αύτη εστίν η αιώνιος ζωή, ίνα γινώσκωσί Σε τον μόνον αληθινόν Θεόν και ον απέστειλας Ιησούν Χριστόν» (ευαγγελιστής Ιωάννης) - δεν θα φέρει κάτι διαφορετικό από αυτό που ζει ο άνθρωπος αμέσως μετά τον θάνατό του. Σε όποια κατάσταση δηλαδή  φεύγουμε από τη ζωή αυτή, είτε εν μετανοία είτε εν αμετανοησία, σε αυτήν την κατάσταση θα μας βρει και η Δευτέρα Παρουσία. Κι αυτό θα πει: το οριστικό και αμετάκλητο τέλος για τον καθένα μας, σε επίπεδο αιωνιότητας, έρχεται στην ουσία την ώρα του θανάτου μας. Η μόνη διαφορά μεταξύ της μερικής κρίσεως που υφίσταται ο άνθρωπος όταν πεθάνει, και της γενικής κρίσεως που θα υποστεί την ημέρα της Κρίσεως, θα είναι στον βαθμό της έντασης: στη μερική κρίση κρίνεται με μόνη την ψυχή∙ στη γενική κρίση θα κριθεί μαζί με το σώμα, που θα αναστήσει ο Χριστός. Υπό το πρίσμα αυτό ο προβληματισμός και η αγωνία ορισμένων για το πότε θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία είναι χωρίς νόημα: η ώρα του θανάτου μας στην πραγματικότητα αποτελεί και την ώρα της τελικής κρίσεώς μας, αφού δεν υπάρχει προοπτική μετάνοιας μετά τον θάνατό μας. «Εν τω Άδη ουκ έστι μετάνοια» κατά τη γνωστή και κλασική διατύπωση.

3. Μιλώντας όμως για τον αιώνιο χαρακτήρα είτε της κόλασης είτε της ζωής, κατά τη διάκριση του Κυρίου, πρέπει να έχουμε την ορθή εικόνα των καταστάσεων αυτών. Να τις βλέπουμε δηλαδή με τις προϋποθέσεις του Ευαγγελίου, της Αποστολικής και της Πατερικής Παραδόσεως. Διότι δυστυχώς υπάρχει πολλή και μεγάλη διαστρέβλωση επ’ αυτών. Άλλοι απορρίπτουν τις καταστάσεις του Παραδείσου και της Κολάσεως, άλλοι τις θεωρούν ως καταστάσεις μόνον του κόσμου τούτου, άλλοι τις κατανοούν με μεσαιωνικές εικόνες: ως τόπους που είτε βράζουν και ψήνονται οι άνθρωποι (η κόλαση) είτε αναπαύονται σε κήπους και ανάκλιντρα (ο παράδεισος).

Η Εκκλησία μας λοιπόν διδάσκει πως ό,τι ονομάζουμε κόλαση και παράδεισος δεν υφίσταται από πλευράς του Θεού. Διότι «ο Θεός αγάπη εστί» (Α΄Ιωάν. 4, 16), και έτσι το μόνο που δύναται είναι να αγαπά. Κατά συνέπεια  όλοι οι άνθρωποι όλων των αποχρώσεων και όλων των καταστάσεων, είτε πιστοί είτε άπιστοι, ως παιδιά του Θεού δέχονται την ίδια αγάπη από Εκείνον. Ο Θεός δεν κάνει διακρίσεις. Διακρίσεις κάνουμε εμείς οι εμπαθείς άνθρωποι. Αν ένας γονιός φτάνει στο σημείο να αγαπά όλα τα παιδιά του το ίδιο, είτε είναι μέσα στο σπίτι είτε εκτός, πόσο περισσότερο ο ουράνιος Πατέρας, ο Οποίος είναι παντελώς απαλλαγμένος από οποιαδήποτε εμπάθεια και οποιαδήποτε κακία. Αν όμως δεν υφίσταται κόλαση και παράδεισος από πλευράς του Θεού, υφίσταται από πλευράς των ανθρώπων. Εμείς τη μία και ενιαία αγάπη του Θεού δυστυχώς την ζούμε έτσι και αλλιώς: είτε δηλαδή θετικά είτε αρνητικά. Διότι οι δικές μας προϋποθέσεις ζωής μεταποιούν και αλλοιώνουν τη θεϊκή αγάπη. Έτσι ο μετανοημένος πιστός που αγωνίστηκε σε αυτήν τη ζωή να απαλλαγεί από τον εγωισμό και την αμαρτία: ό,τι καταργεί και σκοτώνει την αγάπη, δέχεται την ενέργεια της αγάπης του Θεού και την βιώνει ως φως και ευλογία. Ο αμετανόητος όμως, που παγίωσε τον εγωισμό μέσα του κι έκανε πέτρα την καρδιά του, αυτός την ίδια αγάπη του Θεού την δέχεται πια αρνητικά: ως φωτιά που τον κατακαίει και τον πονάει. Σαν τον ήλιο που οι ίδιες ακτίνες του το μεν πτώμα το αποσυνθέτουν, τον δε ζωντανό οργανισμό τον ζωοποιούν και τον αναζωογονούν.

 Έτσι για το αν βρεθούμε στην κόλαση ή στον παράδεισο, όπως λέμε, αποκλειστικά υπεύθυνοι είμαστε εμείς και όχι ο Θεός. Ο Θεός μας αγαπά. Εμείς δεν μπορούμε να γευτούμε την αγάπη Του, γιατί όσο μας δόθηκε ο χρόνος εργασίας και μετανοίας, αυτή η ζωή, εμείς φροντίσαμε να παραλύσουμε τις αισθήσεις μας. Γι’ αυτό και δεν πρέπει να μας παραξενεύουν τα λόγια μερικών Πατέρων της Εκκλησίας που μιλώντας για τα θέματα αυτά είπαν: ακόμη και στην περίπτωση που ο Θεός διά της βίας μας έβαζε στον Παράδεισο, ακόμη και στην υποτιθέμενη αυτή περίπτωση τον παράδεισο εμείς θα τον ζούσαμε ως κόλαση. Διότι ο εγωιστής άνθρωπος και στον παράδεισο θα είναι εγωιστής, άρα κολασμένος.

4. Τι θα κρίνει βεβαίως την ένταξή μας στη μία ή στην άλλη κατάσταση είναι γνωστό και το αναφέραμε ακροθιγώς παραπάνω: η αγάπη που φροντίσαμε να κρατήσουμε στη ζωή αυτή και απέναντι στον Θεό και απέναντι στον συνάνθρωπο. Και κυρίως απέναντι στον συνάνθρωπο, διότι αυτή κρίνει την ποιότητα και της αγάπης μας προς τον Θεό. «Αν δεν αγαπάμε τον συνάνθρωπό μας που βλέπουμε – επισημαίνει ο άγιος Ιωάννης – πώς θα αγαπάμε τον Θεό που δεν βλέπουμε;» (Πρβλ. Α΄ Ιωάν. 4, 20). Η αγάπη μας λοιπόν προς τον συνάνθρωπο συνιστά και το έσχατο κριτήριο, πάνω στο οποίο θα κριθούμε.

Και πράγματι η παραβολή της Κρίσεως αυτό επισημαίνει: «Εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε». Και «εφ’ όσον ουκ εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, ουδέ εμοί εποιήσατε». Τα λόγια του Κυρίου είναι συγκλονιστικά. Ο άλλος, ο πλησίον, ο συνάνθρωπος, όποιος κι αν είναι αυτός, δεν είναι απλώς ο άλλος. Πολύ περισσότερο δεν είναι ο ξένος και ο εχθρός, που μπορεί να φτάσει να θεωρηθεί και ως η κόλασή μου – μία θεώρηση που συνιστά την ίδια την αθεΐα. Διότι πράγματι χωρίς Θεό στη ζωή μου, ο συνάνθρωπος αποτελεί για μένα μόνο απειλή και ενόχληση. Ο άλλος όμως, κατά τον Κύριο, είναι ο αδελφός του Κυρίου, κι ακόμη πιο πολύ: ο ίδιος ο Κύριος.

5. Δεν αποτελούν συμβολικές εικόνες αυτά που λέγει ο Χριστός. Είναι οριστικές διατυπώσεις που αποκαλύπτουν την πραγματικότητα. Ο Χριστός αίρει την τύφλωσή μας και μας δίνει τα μάτια για να δούμε την κρυμμένη πραγματικότητα. Το έσχατο βάθος της. Και μας λέει: μη με ψάχνετε εδώ κι εκεί. Δείτε με στα πρόσωπα των συνανθρώπων σας. Ακόμη και σε εσάς τους ίδιους. Ο καθένας λοιπόν από εμάς συνιστά μία κρυμμένη παρουσία Χριστού. Αποτελούμε μία πρόκληση διαλόγου με τον Χριστό και μία βίωση της Δευτέρας Παρουσίας του πριν ακόμη εκείνη έρθει. Έτσι η κόλαση και ο παράδεισος δεν ανήκουν ως καταστάσεις στο μακρινό και απώτατο μέλλον. Είναι πολύ κοντά μας, μπροστά κυριολεκτικά στα μάτια μας, όσο είμαστε εμείς οι ίδιοι μπροστά στον εαυτό μας και μπροστά στον κάθε συνάνθρωπό μας. Την κόλαση και τον παράδεισο τα κερδίζουμε την κάθε στιγμή της ζωής μας. Κι αυτό που τώρα ζούμε, το ίδιο με μεγαλύτερη ένταση θα ζήσουμε και μετά τον θάνατό μας, και με την απόλυτη δυνατή ένταση μετά τον ερχομό του Χριστού στη Δευτέρα Του Παρουσία. Πόσο οικεία και γνώριμα λοιπόν ακούει στα αυτιά του ο Χριστιανός τα λόγια των Πατέρων του: «Από τον πλησίον μας εξαρτάται η ζωή και ο θάνατος. Γιατί αν κερδίσουμε τον αδελφό μας, τον Χριστό κερδίσαμε. Κι αν τον προσβάλουμε, Εκείνον χάσαμε».

Η παραβολή της κρίσεως ακούγεται μία φορά τον χρόνο στην Εκκλησία μας, την Κυριακή των Απόκρεω – σκαλοπάτι κι αυτή για την είσοδό μας στη Σαρακοστή. Περιττό να πούμε ότι λόγω της σπουδαιότητάς της θα πρέπει να την έχουμε μόνιμο και καθημερινό ανάγνωσμά μας και μελέτη του βίου μας διαπαντός. Διότι επικεντρώνει την προσοχή μας σε ό,τι πιο ουσιαστικό έχουμε να κάνουμε στη ζωή αυτή, από το οποίο εξαρτάται και το αιώνιο μέλλον μας: να αγαπάμε τους πάντες και τα πάντα. Για χάρη του Χριστού. Για χάρη δική μας.