Τετάρτη 29 Απριλίου 2026

ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΚΟΙΜΗΘΩ…

«Είπε ο μακαριστός Γέρων Ανανίας Κουστένης: Όταν δεν μπορώ να κοιμηθώ, ξέρετε τι κάνει η αφεντιά μου; Είμαι και παπάς, αλλά και οι πιστοί μπορεί να το κάνουν. Μνημονεύω ονόματα ζώντων και τεθνεώτων. Χιλιάδες ονόματα. Και καθώς έχω τόσα χρόνια στην Εκκλησία, μισόν αιώνα, έχω γνωρίσει πολλούς.

Κι αρχίζω εκεί την προσευχή, και τι έρχεται; Έρχεται ο ύπνος τόσο ωραία, που όλοι αυτοί με ευγνωμονούν και με αποκοιμίζουν!

Τουλάχιστον τρεις φορές την ημέρα, πρωί, μεσημέρι, βράδυ, σας μνημονεύω.

Θα μου πείτε: «Πού βρίσκεις άκρη;»

Βρίσκει η Εκκλησία, βρίσκει ο Χριστός, βρίσκω κι εγώ.

Τα παραπέρα μην τα ρωτάτε.

Γι’ αυτό, να προσευχόμεθα!» 

(Από το βιβλίο του Αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη, «Από την ζωή μου, Αυτοβιογραφικά – Πατρικοί λόγοι», των εκδόσεων Κυπρής, Αθήνα 2024).

Η αϋπνία αποτελεί, σύμφωνα με μελέτες ειδικών επιστημόνων, πρόβλημα όχι κάποιων μεμονωμένων συνανθρώπων μας, αλλά πρόβλημα ενός πολύ μεγάλου ποσοστού ανθρώπων όλου του πλανήτη μας, ειδικώς των πιο ηλικιωμένων. Γι’ αυτό και οι έρευνες για την επίλυσή του πολλαπλασιάζονται όσο περνάει ο καιρός, ενώ δισεκατομμύρια είναι τα χάπια που καταναλώνονται ακριβώς για τον σκοπό αυτόν. Υπάρχουν δε και πρακτικές συμβουλές που βοηθούν πράγματι στην υπέρβαση του σοβαρού αυτού προβλήματος, κάτι που επιβεβαιώνεται από εκείνους που θα θελήσουν να τις ακολουθήσουν – σταθερή ώρα βραδινής κατακλίσεωςˑ αποφυγή τροφής βαριάς αργά το βράδυˑ αποφυγή αλκοόλ ή καφέ, όπως και εκθέσεως σε οθόνες κινητών ή τηλεοράσεως μέχρι λίγο πριν την κατάκλιση κ.ά.π.

Ο μακαριστός Γέροντας Ανανίας, που έπασχε κι αυτός από αϋπνίες κάποιες ή πολλές φορές, προτείνει τη δική του μέθοδο, η οποία όχι μόνο στηρίζεται στην προσωπική του εμπειρία, αλλ’ εκφράζει και την ανάλογη προτροπή του μεγάλου πνευματικού του, οσίου Πορφυρίου του καυσοκαλυβίτου, όπως και πολλών άλλων ασφαλώς αγίων της Εκκλησίας μας: την προσευχή!  Διότι και ο άγιος Πορφύριος συμβούλευε παρεμφερώς: «Ο άνθρωπος του Χριστού όλα τα κάνει προσευχή. Και τη δυσκολία και τη θλίψη, τις κάνει προσευχή. Ό,τι και να του τύχει αμέσως αρχίζει: “Κύριε Ιησού Χριστέ…”. Η προσευχή ωφελεί σε όλα, και στα πιο απλά. Για παράδειγμα, πάσχεις από αϋπνία· να μη σκέπτεσαι τον ύπνο. Να σηκώνεσαι, να βγαίνεις έξω και να έρχεσαι πάλι μέσα στο δωμάτιο, να πέφτεις στο κρεβάτι σαν για πρώτη φορά, χωρίς να σκέπτεσαι αν θα κοιμηθείς ή όχι. Να συγκεντρώνεσαι, να λες τη δοξολογία και μετά τρεις φορές το "Κύριε Ιησού Χριστέ…" κι έτσι θα έρχεται ο ύπνος».

Ο μακαριστός π. Ανανίας λοιπόν στις αϋπνίες του προσευχόταν. Αλλά προσευχόταν σαν να βρισκόταν μπροστά στην προσκομιδή, όπου ο ιερέας ετοιμάζοντας τα της Θείας Λειτουργίας μνημονεύει δεκάδες, εκατοντάδες, χιλιάδες συχνά ονόματα, είτε ζώντων είτε κεκοιμημένων. Η αϋπνία του δηλαδή γινόταν μία συνέχεια της Θείας Λειτουργίας και μία αδιάκοπη επιβεβαίωση της χριστιανικής του ταυτότητας, κατά την οποία ο πιστός χριστιανός ζει ενωμένος με τον Κύριο Ιησού Χριστό, γι’ αυτό και ενωμένος με όλους τους ανθρώπους, είτε του παρελθόντος είτε του παρόντος είτε και του μέλλοντος αιώνος. Αυτό δεν είναι άλλωστε ο χριστιανός; «Μίμημα Χριστού κατά το δυνατόν ανθρώπω» (όσιος Ιωάννης της Κλίμακος). Οπότε, ως συνέχεια του Χριστού ο χριστιανός είναι δεδομένο ότι φέρει στην καρδιά και την ύπαρξή του τον κόσμο όλον, «αίρων» κατά κάποιον τρόπο και αυτός «τας αμαρτίας του κόσμου» - «συνεσταύρωται γαρ τω Χριστώ» (απ. Παύλος).

Κι από την άποψη αυτή η μνήμη των ανθρώπων και η προσευχή γι’ αυτούς, ιδίως τους γνωστούς που ξέρει καλύτερα και τα προβλήματα και τους πειρασμούς που περνούν, γίνεται έμπονη, γίνεται με θέρμη καρδίας, κάτι που κινητοποιεί στο έπακρο τη χάρη του Τριαδικού Θεού μας, ο Οποίος δεν χαίρει με τίποτε περισσότερο στον κόσμο, από το να βρίσκει πιστούς Του που κινούνται και ενεργούν με τον αντίστοιχο μ’ Εκείνον τρόπο, δηλαδή με την Αγάπη Του, «συγγενεύοντας» με τον Ίδιο! «Υπακούει» λοιπόν στην προσευχή αυτήν Κύριος ο Θεός, πολλαπλασιάζοντας τη χάρη και τις ευεργεσίες Του ασφαλώς για το «αντικείμενο» της προσευχής, αλλά πρωτίστως προσφέροντας τη χάρη Του ουκ εκ μέτρου για το «υποκείμενό» της, γι’ αυτόν που προσεύχεται. Ο μακαριστός Γέροντας Ανανίας το σημειώνει με τον δικό του μοναδικό τρόπο, αποκαλύπτοντας ταυτοχρόνως και τη βαθιά εκκλησιολογική του συνείδηση: «όλοι αυτοί, (οι δεχόμενοι δηλαδή την προσευχή),  με ευγνωμονούν και με αποκοιμίζουν!» - δούναι και λαβείν από πλευράς χάριτος είναι η εκκλησιαστική ζωή.

Κι ίσως χρειάζεται να υπενθυμίσουμε ότι η τέτοιου τύπου προσευχή, η βραδινή λόγω αϋπνίας – είναι αξεπέραστη βεβαίως η προσευχή η βραδινή που γίνεται λόγω αγρυπνίας – αλλά και κάθε προσευχή της όποιας ώρας με «αντικείμενο» τους συνανθρώπους μας, αποτελεί προτροπή και εντολή του λόγου του Θεού και δεν συνιστά απλώς έκφραση ενός δικού μας «φιλότιμου» και καλής διαθέσεως. «Εύχεσθε υπέρ αλλήλων, όπως ιαθήτε» τονίζει θεόπνευστα ο άγιος Ιάκωβος ο αδελφόθεος, ευρισκόμενος μέσα στο κλίμα του φρονήματος του Κυρίου Ιησού, δηλαδή μέσα σε ό,τι μνημονεύσαμε και παραπάνω: είμαστε όλοι μετά Χριστόν ενωμένοι με Εκείνον και μεταξύ μας, οργανικά και αδιάσπαστα, τόσο που η ταυτότητά μας να καθορίζεται αποκλειστικά από την πραγματικότητα αυτήν. Το όραμα του Κυρίου Ιησού Χριστού άλλωστε αυτό ήταν και πάνω σ’ αυτό κρινόμαστε αν είμαστε μαθητές Του ή όχι: «Ίνα πάντες εν ώσιν». «Εγώ εν τω Πατρί και υμείς εν εμοί καγώ εν υμίν».

ΣΥΝΕΛΑΒΕΣ ΟΛΑ ΤΑ ΕΘΝΗ

«Τάς παλάμας Ἰησοῦ, προσηλώσας ἐν Σταυρῶ, τά ἔθνη πάντα ἐκ τῆς πλάνης συλλαβών, πρός ἐπίγνωσιν τήν σήν συνεκαλέσω, Σωτήρ» (γ΄ ωδή εορτής Μυροφόρων).

(Αφού άπλωσες καρφωμένες στον Σταυρό τις παλάμες, Ιησού, και συνέλαβες έτσι όλα τα έθνη (ώστε να βγουν) από την πλάνη, τα κάλεσες, Σωτήρα, να Σε γνωρίσουν και να Σε καταλάβουν).

Ο άγιος Ανδρέας Κρήτης, ο υμνογράφος του κανόνα της εορτής των Μυροφόρων, κινείται διαρκώς σε όλες τις ωδές σε ένα διπλό επίπεδο: αφενός αναφέρεται στον Σταυρό και την Ανάσταση του Κυρίου για να μιλήσει έπειτα για τις Μυροφόρες και τους Ιωσήφ Αριμαθαίας και Νικόδημο, αφετέρου η κάθε αναφορά στον Σταυρό και την Ανάσταση δεν αποτελεί «επίπεδη» και «αντικειμενική» προσέγγιση – δεν μένει μόνο στα γεγονότα που διαπιστώνουν οι σωματικές αισθήσεις – αλλά προβάλλει το θεολογικό βάθος και τη σημασία των γεγονότων. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με το υπ’ όψιν τροπάριο.

Τι σημειώνει ο άγιος υμνογράφος; Πρώτον, η Σταύρωση του Κυρίου είναι Πάθος «ἑκούσιον». Ενώ σταύρωσαν δηλαδή τον Κύριο οι Ρωμαίοι στρατιώτες και κάρφωσαν τις παλάμες Του στο ξύλο, συνεπώς εκείνοι έχουν την ευθύνη, όπως και ο Ρωμαίος ηγεμόνας που έδωσε την εντολή μαζί με τους Ιουδαίους αρχιερείς που τον πίεσαν, όμως κατά τον ποιητή «ο Κύριος άπλωσε καρφωμένες τις παλάμες Του στον Σταυρό». Ο υμνογράφος γνωρίζει πολύ καλά ότι ο Κύριος ως Θεός «αφήνεται» στο έλεος των Ρωμαίων και των Εβραίων. Κι αυτό γιατί «ἔδει παθεῖν τόν Χριστόν», έπρεπε να πάθει ο Μεσσίας του κόσμου, προκειμένου διά του Σταυρού να έλθει η χαρά της λύτρωσης σε όλον τον κόσμο. Ήταν τέτοια η βλάβη και το τραύμα της αμαρτίας στον άνθρωπο, ώστε δεν αρκούσε η αποστολή των προφητών και το κήρυγμα της μετανοίας τους. Αν μπορούσε η ανθρωπότητα να θεραπευτεί με τον λόγο, προφορικό ή γραπτό, τότε δεν θα χρειαζόταν ίσως ο ερχομός του Θεού ως ανθρώπου στον κόσμο. Όμως ήλθε και φανέρωσε ότι και η ανθρωπότητα έπασχε σε βαθμό «νέκρωσης», και η αγάπη του Δημιουργού για το πλάσμα του ήταν άπειρη. «Ἑκούσιον» λοιπόν το Πάθος του Κυρίου, γεγονός που συγκλονίζει κάθε πιστό μόλις θελήσει λίγο να σταθεί και να στοχαστεί εν πίστει πάνω σ’ Αυτό.

Δεύτερον, τα απλωμένα και καρφωμένα χέρια του Κυρίου στον Σταυρό δεν είναι χέρια που μπορούν να μετρηθούν ανθρώπινα: δεν αγκαλιάζουν έναν ή δύο ανθρώπους – ό,τι μπορεί να περιλάβει στην αγκαλιά του ένας «φυσιολογικός» άνθρωπος! Αλλά είναι χέρια και είναι παλάμες που εκτείνονται σε πλάτος και βάθος ποιοτικό, δηλαδή αγκαλιάζουν και περικλείουν σύμπασα την ανθρωπότητα όλων των τόπων και όλων των χρόνων. Πάνω στον Σταυρό, επειδή ακριβώς πάσχει ο Δημιουργός ως άνθρωπος λόγω της ακατανόητης αγάπης Του, βρίσκεται και όλη η ανθρωπότητα απαρχής και όσο θα υπάρχει κόσμος -  ο κάθε άνθρωπος μπορεί να νιώσει τη θέρμη της αγκαλιάς Του, όταν μάλιστα Εκείνος έχει σβήσει και διαγράψει τις όποιες αμαρτίες του, παλιές, συγκαιρινές, μελλοντικές! Στον Σταυρό του Κυρίου με άλλα λόγια βλέπουμε εν πίστει τι σημαίνει αληθινή ενότητα: «ἵνα πάντες ἕν ὦσιν, αὐτοί ἐν ἐμοί κἀγώ ἐν αὐτοῖς».

Τρίτον, οι καρφωμένες παλάμες του Κυρίου λειτούργησαν ακριβώς ως το «άγκιστρο» για να συλληφθούμε από Εκείνον ώστε να βγούμε από την πλάνη της άγνοιας του Θεού και να οδηγηθούμε στην επίγνωσή Του, επίγνωση όπως είπαμε της ενότητάς μας μ’ Εκείνον και με όλους τους συνανθρώπους μας. Εν προκειμένω ο άγιος Ανδρέας μάς λέει εικονιστικά τον λόγο του Κυρίου για τον ίδιο τον Σταυρό Του: «κἀγώ ὅταν ὑψωθῶ ἀπό τῆς γῆς πάντας ἑλκύσω πρός ἐμαυτόν». Ο Σταυρός του Κυρίου λειτούργησε και λειτουργεί πάντοτε δηλαδή ως θείος μαγνήτης που μαγνητίζει κάθε καλοπροαίρετη καρδιά που αναζητεί την αλήθεια. Ο Θεός μας δεν θέλησε διά της βίας και εξ ανάγκης να μας φέρει κοντά Του – η βία το μόνο που καταφέρνει είναι το «κούμπωμα» του ανθρώπου και η αποξένωσή του. Εκείνο που χρησιμοποίησε ο Θεός μας, γιατί Αυτό είναι η ζωή Του, είναι η αγάπη, τέτοια που μας προσέφερε τη ζωή Του για να ζήσουμε εμείς. Συνεπώς η θυσιαστική αγάπη συνιστά τον μαγνήτη κι αυτό που «ψαρεύει» τον κάθε άνθρωπο κάθε εποχής. Κι όταν ο Κύριος καλούσε τους μαθητές Του να γίνουν «ἁλιεῖς ἀνθρώπων» στην πραγματικότητα τους καλούσε να βρίσκονται πάντοτε σταυρωμένοι και με τη δική Του αγάπη για να μαρτυρούν την αλήθεια και οι άνθρωποι να ελκύονται προς αυτούς.

Τρίτη 28 Απριλίου 2026

ΚΗΔΕΥΣΕΣ ΜΕ ΜΥΡΑ ΤΟ ΑΚΕΝΩΤΟ ΜΥΡΟ!

 «Άρας επί ώμων Ιωσήφ τον εν δεξιά τη πατρώα Υιόν καθήμενον, μύρον το ακένωτον μύροις εκήδευσας˙ την του κόσμου ανάστασιν προτέθεικας τάφω˙ τον αναβαλλόμενον φως ως ιμάτιον λίθω συγκαλύπτεις αφράστως. Όθεν τούτου μέλπομεν ύμνοις τα φωσφόρα πάθη και την Έγερσιν» (ΕΒΔΟΜΑΣ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ).

(Αφού σήκωσες στους ώμους, Ιωσήφ, τον Υιό που κάθεται στα δεξιά του Πατέρα, Τον κήδευσες με μύρα - Αυτόν που είναι το ακένωτο μύρο. Έθεσες σε τάφο Αυτόν που είναι η ανάσταση του κόσμου. Αυτόν που φέρει το φως ως ιμάτιο Τον καλύπτεις σιωπηλά με λίθο. Για τον λόγο αυτό αινούμε με ύμνους τα φωσφόρα πάθη και την Έγερσή Του).

Ο άγιος υμνογράφος, ίσως ο άγιος Ανδρέας Κρήτης, έκθαμβος μπρος στο μυστήριο της αποκαθήλωσης του Κυρίου Ιησού Χριστού, μέτοχος του οποίου κατεξοχήν ήταν ο άγιος Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, μας καλεί να δοξολογήσουμε με ύμνους τα Πάθη του Κυρίου και την Ανάστασή Του – γνωρίζει ότι με τον Σταυρό Του καταργήθηκε η αμαρτία και με την Ανάστασή Του καταπατήθηκε ο θάνατος και ο διάβολος. Τα μάτια του είναι διεσταλμένα από την πίστη του Κυρίου.  Δεν βλέπει μόνον ό,τι επιγείως διαδραματίζεται: τον Ιωσήφ που αίρει το νεκρό σώμα του Ιησού, που Τον κηδεύει με τα μύρα των μυροφόρων γυναικών, που Τον θέτει στον τάφο, που θέτει λίθο στη θύρα του μνημείου. Βλέπει διά της πίστεως – διότι όραση είναι η πίστη, όπως την ορίζει ο απόστολος Παύλος: να βλέπεις πράγματα που δεν φαίνονται με τα μάτια τα αισθητά – βλέπει λοιπόν τα πέραν της υλικής αίσθησης, το «βάθος» που συγκροτεί όμως τον αληθινό κόσμο. Γιατί είναι ο κόσμος του Θεού, ο αιώνιος κόσμος, ο συντεθειμένος υλικά και πνευματικά από τις άκτιστες ενέργειες του Θεού και που διακρατούμενος αδιάκοπα από Εκείνον οδηγείται εντέλει και πάλι σ’ Αυτόν.   «Ότι εξ αυτού και δι’ αυτού και εις αυτόν τα πάντα έκτισται» (Παύλος).

Ζει ο άγιος ποιητής με τον τρόπο που λέει ο Κύριος και εξαγγέλλει ιδιαιτέρως ο οικουμενικός απόστολος: «ου σκοπούμεν τα βλεπόμενα, αλλά τα μη βλεπόμενα. Τα γαρ βλεπόμενα πρόσκαιρα, τα δε μη βλεπόμενα αιώνια». Οπότε αντιστοίχως κινείται και η όραση του αγίου Ανδρέα:

- αίρει επί των ώμων του ο Ιωσήφ Εκείνον που κάθεται στα δεξιά του Πατέρα˙

- κηδεύει με μύρα το νεκρό σώμα, το Οποίο όμως αποτελεί το ακένωτο μύρο ως Θεός χορηγός του Παναγίου μύρου αγίου Πνεύματος˙

- θέτει σε τάφο την Ανάσταση του κόσμου˙

- καλύπτει με λίθο Αυτόν που ως ιμάτιο έχει το φως.

Αλλά την όραση αυτή καλούμαστε να καλλιεργούμε πάντοτε κι εμείς ως χριστιανοί. Γιατί ναι μεν ζούμε μέσα στον κόσμο αυτόν που σφραγίζεται από τις υλικές αισθήσεις, αλλά με την πίστη μας μπορούμε να βλέπουμε όπως είπαμε τα πέραν αυτού: οι οφθαλμοί μας να είναι προσανατολισμένοι συνεχώς στον πανταχού παρόντα και τα πάντα πληρούντα Κύριο – «οι οφθαλμοί μου διά παντός προς τον Κύριον» και «προωρώμην τον Κύριον ενώπιόν μου διά παντός» κατά τον ψαλμωδό. Οπότε μπορούμε να επισημαίνουμε την παρουσία Του και στον εαυτό μας, τον χαρισματικό δηλαδή εαυτό μας ως μέλη Χριστού ενδεδυμένοι Εκείνον, στους συνανθρώπους μας που και εκείνοι αν είναι χριστιανοί είναι εξίσου μέλη Του ή αν δεν είναι φέρουν το φως Του που τους καθοδηγεί προς εύρεση της αλήθειας, σε όλη τη δημιουργία που είναι δική Του και διαλαλεί τη δόξα και την αγάπη Του – «του Κυρίου η γη και  το πλήρωμα αυτής».

Καλούμαστε δηλαδή να ζούμε, για να χρησιμοποιήσουμε έκφραση του οσίου Σωφρονίου του Αθωνίτη, με μία «διπλή συνείδηση», η οποία μας δίνει τη δυνατότητα να παριστάμεθα βεβαίως ενώπιον του φυσικού κόσμου για να επιτελούμε όλες τις εργασίες και τα διακονήματά μας, αλλά ταυτοχρόνως και ενώπιον του Κυρίου και του Τριαδικού Θεού μας. Κι είναι αυτή η κλήση εκείνο που προτρέπει να κάνουμε η Εκκλησία μας καθημερινά: «Καταξίωσον, Κύριε, εν τη ημέρα, τη εσπέρα, τη νυκτί ταύτη αναμαρτήτους φυλαχθήναι ημάς», γι’ αυτό και εκείνο που νοηματίζει την κάθε στιγμή μας.

Βρισκόμαστε μπροστά στο μυστήριο της ύπαρξης του αληθινού χριστιανού, μπροστά στον άγιο που τον βλέπουμε και τον διαβάζουμε στα συναξάρια της Εκκλησίας μας, μπροστά σε μία κυριολεκτικά θεοφάνεια. Δεν είναι τυχαίο ότι ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος έτσι όρισε τον χριστιανό: «μίμημα Χριστού κατά τό δυνατόν ανθρώπω».  

Δευτέρα 27 Απριλίου 2026

ΤΑ ΔΥΟ ΒΑΣΑΝΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΘΕ ΕΠΟΧΗΣ!

«Ο άνθρωπος της εποχής μας, αλλά και κάθε εποχής, βασανίζεται από δύο μεγάλα δεινά. Από την έλλειψη νοήματος στη ζωή και από τον φόβο του θανάτου. Όταν ο άνθρωπος αγαπά τον Ιησού Χριστό και την Παναγία, γεμίζει η ψυχή του με αγάπη, με θείο νόημα. Με θείο νόημα! Να σηκωθεί κανείς το πρωί και να μην έχει τι να κάνει, ούτε δουλειά να ’χει ούτε λεφτά να φάει ψωμάκι, και να σκεφτεί τον Χριστό και την Παναγία, τότε χορταίνει. Γεμίζει με νόημα, παίρνει από τη χάρη Τους. Και τ’ άλλα λύνονται. Γιατί, όταν αγαπά ο άνθρωπος, γεμίζει η ψυχή του. Έχει λόγον υπάρξεως. Είναι εύλογος η ύπαρξίς του. Και “ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος”. Τότε έχει χαρά ο άνθρωπος. Γιατί ο άνθρωπος θέλει κάπου να ανήκει και κάπου να δοθεί και κάπου να προσφερθεί. Κι όταν νιώσει και αισθανθεί πως ανήκει στον Χριστό και στην Παναγία, τότε προσφέρει τον εαυτό του θυσία ζώσα σ’ αυτούς. Κι εκείνοι του αντιπροσφέρουν τη χάρη, τη δικαίωση, την ομορφιά και το μέγα νόημα της ζωής» (Από τις διδαχές του Γέροντος Ανανία Κουστένη).  

Ο μακαριστός Γέρων π. Ανανίας έρχεται με τον απλό αλλά και τόσο βαθύ λόγο του  να καταγράψει την ανθρώπινη πραγματικότητα, της εποχής μας αλλά και κάθε εποχής. Δύο είναι τα μεγάλα δεινά που βασανίζουν τον άνθρωπο, επισημαίνει από την πείρα του αλλά και από την αγιογραφική και πατερική παράδοση της Εκκλησίας μας. Πρώτον, η έλλειψη νοήματος ζωής˙ δεύτερον, ο φόβος του θανάτου. Ο άνθρωπος δηλαδή πορεύεται ως τυφλός στον κόσμο τούτο χωρίς προσανατολισμό και χωρίς πυξίδα στην καθημερινότητά του. Κυριολεκτικά θα έλεγε κανείς «χαμένος και νεκρός» - ό,τι αποτίμηση έκανε ο ίδιος ο Κύριος για τον άσωτο της γνωστής παραβολής Του όταν εκείνος έφυγε επαναστατημένος από το σπίτι του Πατέρα του! Κι αυτό σημαίνει ότι τα δύο αυτά μεγάλα δεινά αποκαλύπτουν την ορφάνια του ανθρώπου της κάθε εποχής, όταν αυτός έχει διαγράψει τον Θεό Πατέρα από τη ζωή του και νομίζει ότι μόνος του με δικά του στηρίγματα, με τις δικές του μόνο δυνάμεις μπορεί να πορευτεί τον δρόμο του!

Είναι δεινά και βάσανα η ζωή χωρίς Θεό, κατά τον αγιογραφικό και πατερικό λόγο του μακαριστού Πατέρα. Διότι ο άνθρωπος είναι πλασμένος από τον Θεό για να ζει μαζί Του, να αναπνέει την πνοή Του, να καταλήξει τελικώς στην αγκαλιά Εκείνου. Η διατύπωση του μακαριστού Γέροντα είναι απολύτως σαφής: «ο άνθρωπος θέλει κάπου να ανήκει και κάπου να δοθεί και κάπου να προσφερθεί». Το βλέπουμε ιδίως στα νεαρά παιδιά, που θέλοντας να απαγκιστρωθούν από την οικογένειά τους στην εφηβική τους ηλικία, χωρίς όμως να θέλουν και οριστικά τα περισσότερα να αποκοπούν από αυτήν, ποθούν να ενταχτούν σε κάποια ομάδα για να μπορούν να έχουν «ταυτότητα». (Δυστυχώς βέβαια η ομάδα αυτή συχνά δεν είναι ό,τι καλύτερο, γιατί μπορεί να είναι μία «συμμορία» ή μία «σέχτα» που κινείται σε υπόγειους δρόμους και με σκοτεινά συμφέροντα. Αλλά ήδη η βαθιά επιθυμία των νέων είναι απλώς να ανήκουν κάπου!) Και πρόκειται λοιπόν για τη φυσιολογία ακριβώς του ανθρώπου. Διότι δεν είναι ο άνθρωπος η πηγή της… ζωής! Από τον Θεό εξήλθαμε, με Εκείνον πορευόμαστε, σε Εκείνον θα καταλήξουμε! «Ότι εξ Αυτού (του Θεού), και δι’ Αυτού και εις Αυτόν τα πάντα έκτισται» (απ. Παύλος).

Λοιπόν, άνθρωπος που διαγράφει τον Θεό, που επιλέγει την απιστία σ’ Εκείνον και την αθεΐα στη ζωή του, εισέρχεται σε παραδρόμους της ζωής, μάλλον σε μία μη… ζωή, σε μία ζωή εν θανάτω, «δίχως σκοπό και ταυτότητα πια!» Κι αυτά είναι πάντοτε τα επίχειρα της επιλογής αυτής. «Θλίψις και στενοχωρία επί πάσαν ψυχήν την κατεργαζομένην το πονηρόν». «Διά της αμαρτίας ο θάνατος». Διότι εννοείται ότι όταν ο άνθρωπος δεν πορεύεται κατά το θέλημα του Θεού, πορεύεται κατά το εγωιστικό και αμαρτωλό δικό του θέλημα, πίσω από το οποίο παραμονεύει και βρίσκεται ο αιώνιος εχθρός του ο διάβολος. Χωρίς νόημα έτσι η ζωή και με κυριαρχικό διαλυτικό στοιχείο της τον φόβο του θανάτου – ο ορισμός της κόλασης!

Ο Γέρων Ανανίας δεν μένει ασφαλώς μόνο στη διαπίστωση των δεινών του απίστου ανθρώπου. Μας προσανατολίζει και μας αποκαλύπτει αυτό που έφερε ο Ιησούς Χριστός και διακηρύσσει έκτοτε το ζωντανό σώμα Του η Εκκλησία. Ανήκουμε στον Χριστό και στην Εκκλησία Του, ζούμε μαζί με τους Αγίους Του, κατεξοχήν με την Παναγία Μητέρα Του, όταν μάλιστα έχουμε βαπτιστεί και χριστεί στο άγιο όνομά Του, οπότε έχουμε γίνει μέλη Του οργανικά και ουσιαστικά δεμένοι μ’ Εκείνον. Ως μέλη Του και δεμένοι μ’ Εκείνον δε, δεν μπορούμε παρά να ζούμε όπως Εκείνος: προσφερόμενοι εν αγάπη και ως θυσία ζώσα προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο, τον κατ’ εικόνα του Θεού δημιουργημένο – αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο συνυπάρχουν. Με τα λόγια του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου: «Όποιος λέγει ότι είναι ενωμένος με τον Χριστό οφείλει καθώς Εκείνος έζησε και αυτός το ίδιο να ζει» - θεωρητική και «ψιλή»-γυμνή πίστη δεν υφίσταται, γιατί είναι δαιμονική (άγιος Ιάκωβος). Αποτέλεσμα; Ο πιστός άνθρωπος να δέχεται την αντιπροσφορά του Θεού: «τη χάρη, τη δικαίωση, την ομορφιά και το μέγα νόημα της ζωής». «Τότε έχει χαρά ο άνθρωπος».

Με τους όρους αυτούς είναι αυτονόητα αυτά που επισημαίνει τόσο έντονα και παραστατικά ο π. Ανανίας. «Αγαπάς τον Χριστό και την Παναγία και γεμίζει η ψυχή σου με αγάπη, με θείο νόημα». Ακόμη και δουλειά να μην έχεις και λεφτά να σου λείπουν και το ψωμάκι σου να μην έχεις, (εννοείται όχι από τεμπελιά και αργία!), ακόμη και τότε «χορταίνεις, γιατί ο Χριστός και η Παναγία σε γεμίζουν με νόημα, παίρνεις από τη χάρη Τους» και φτάνεις στο σημείο με αισθητό τρόπο να ζεις ό,τι έχει υποσχεθεί ο Χριστός: «Ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην Αυτού και ταύτα πάντα (τα ανθρώπινα) προστεθήσεται υμίν». Λοιπόν, στην κατάσταση αυτήν ο πιστός άνθρωπος «έχει λόγο υπάρξεως. Είναι εύλογος η ύπαρξίς του. Και “ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος”».

Εν τέλει: ο πιστός που καθημερινά και την κάθε στιγμή της ζωής του αγωνίζεται να διακρατεί ανοιχτή τη σχέση του με τον Ιησού Χριστό, κατά το «καταξίωσον, Κύριε, εν τη ημέρα (τη στιγμή) ταύτη αναμαρτήτους φυλαχθήναι ημάς», αυτός έχει φτάσει χάριτι Θεού να έχει λυμένο το πιο σημαντικό πρόβλημα της ζωής του: το νόημα της ζωής και τη με αυτό συνδεδεμένη υπέρβαση του φόβου του θανάτου. Γιατί ζει τον Αναστημένο Χριστό! Μία μαρτυρία μάλιστα του σπουδαίου και σοφού Ιεράρχου της Εκκλησίας μας κ. Νικολάου, Μητροπολίτου Μεσογαίας και Λαυρεωτικής, επιστεγάζει, νομίζουμε, με τον καλύτερο τρόπο τα παραπάνω. Έχοντας ζήσει ο ίδιος ως προσκεκλημένος μία συγκλονιστική βραδιά, (Νοέμβριος 1980), σ’ ένα μεγάλο αστρονομικό σταθμό βόρεια της Βοστώνης, παρατηρώντας ένα ραδιογαλαξία μέσω ενός μεγάλου ραδιοτηλεσκοπίου, σημείωσε δοξολογικά και με ταπείνωση: «Είχα πίστη. Δόξασα τον Θεό που υπήρχε μέσα μου. Χωρίς αυτήν δεν θα μπορούσα κι εγώ ούτε να εξηγήσω ούτε να κατανοήσω ούτε και να αντέξω αυτόν τον κόσμο. Αυτή η βραδιά δίνει μέχρι σήμερα ζωή στη ζωή μου

ΠΟΙΟΣ ΕΚΛΕΨΕ ΤΗΝ ΕΛΠΙΔΑ ΜΑΣ;

«Αἱ μυροφόροι γυναῖκες, τόν τάφον σου καταλαβοῦσαι, καί τάς σφραγῖδας τοῦ μνήματος ἰδοῦσαι, μή εὑροῦσαι δέ τό ἄχραντον Σῶμά σου, ὀδυρόμεναι μετά σπουδῆς ἦλθον λέγουσαι· Τίς ἔκλεψεν ἡμῶν τήν ἐλπίδα; Τίς εἴληφε νεκρόν, γυμνόν ἐσμυρνισμένον, τῆς μητρός μόνον παραμύθιον; Ὤ! πῶς ὁ νεκρούς ζωώσας, τεθανάτωται; Ὁ τόν Ἅδην σκυλεύσας, πῶς τέθαπται; Ἀλλ’ ἀνάστηθι Σωτήρ αὐτεξουσίως, καθώς εἶπας τριήμερος, σώζων τάς ψυχάς ἡμῶν» (Δοξαστικόν στιχηρῶν ἑσπερινοῦ ἑορτῆς, πλ. β΄).

(Οἱ μυροφόρες γυναῖκες, ἀφοῦ ἔφτασαν στόν τάφο σου καί εἶδαν τίς σφραγίδες τοῦ μνήματος (πού εἶχαν βάλει οἱ Ἰουδαῖοι ἄρχοντες μαζί μέ τούς Ρωμαίους στρατιῶτες), ἄρχισαν ἀμέσως νά ὀδύρονται λέγοντας: Ποιός ἔκλεψε τήν ἐλπίδα μας; Ποιός πῆρε ἕνα νεκρό, γυμνό ἀλειμένο μέ σμύρνα, πού είναι μοναδική παρηγοριά τῆς μάνας του; Πῶς αὐτός πού ἔδωσε ζωή σέ νεκρούς, θανατώθηκε; Αὐτός πού διέλυσε τόν Ἄδη, πῶς τάφηκε; Αλλά, Σωτήρα, ἀναστήσου μέ τή θέλησή Σου, ὅπως εἶπες, τήν τρίτη ἡμέρα, σώζοντας τίς ψυχές μας).

Τό ἱστορικό στοιχεῖο συμπλέκεται μέ τή δραματική ἔνταση καί τόν λυρισμό τῶν συναισθημάτων τῶν μυροφόρων γυναικῶν στό δοξαστικό τοῦ ἑσπερινοῦ τῆς Κυριακῆς τῶν Μυροφόρων, ἔργο τοῦ διαπρεποῦς ὑμνογράφου ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ μοναχοῦ. Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ἀκολουθεῖ κυρίως τήν καταγραφή τῶν γεγονότων, ὅπως ἐκτίθενται στό κατά Λουκᾶν Εὐαγγέλιο, κατά τό ὁποῖο τήν ἑπομένη τοῦ Σαββάτου «ὄρθρου βαθέος ἦλθον γυναῖκες ἐπί τό μνῆμα φέρουσαι ἅ ἡτοίμασαν ἀρώματα, καί τινες σύν αὐταῖς». Ὁ λίθος μέ τόν ὁποῖο εἶχε σφραγιστεῖ τό μνῆμα ἦταν ἀποκυλισμένος, ἐνῶ ὅταν εἰσῆλθαν μέσα στό μνῆμα δέν βρῆκαν τό σῶμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Βρέθηκαν σέ ἀπορία μεγάλη, καί τότε φάνηκαν ἐνώπιόν τους δύο ἄνδρες μέ λαμπρά ἐνδύματα, ἄγγελοι Κυρίου, πού τούς μήνυσαν ὅτι ὁ Κύριος ἀναστήθηκε, ὅπως τό εἶχε ὑποσχεθεῖ, ὁπότε ἐπέστρεψαν πίσω γιά νά ἀναγγείλουν στούς μαθητές τοῦ Κυρίου τό χαρμόσυνο γεγονός τῆς ἀναστάσεώς Του.

Ὁ ἅγιος ὑμνογράφος λοιπόν ἐπεμβαίνει καί περιγράφει τά ὀδυνηρά αἰσθήματα τῶν μυροφόρων γυναικῶν - μία ἀνάλυση στήν οὐσία τῆς λέξης  «διαπορεῖσθαι». Ἡ ἐπιλογή νά ἐκφράσει τή δραματικότητα πού θά εἶχε ἀσφαλῶς ὁ ἀναμειγμένος μέ δάκρυα λόγος τους εἶναι ἐμφανής, καί μέ τή σέ πρῶτο πρόσωπο ἔκφραση τῶν ἐρωτημάτων τους καί μέ τά ἐρωτήματα ἐκεῖνα πού «κτυποῦν» εὐθέως τό συναίσθημα τοῦ ἀνθρώπου: «τίς ἔκλεψε ἡμῶν τήν ἐλπίδα; Τίς εἴληφε νεκρόν… τῆς μητρός μόνον παραμύθιον;» Πράγματι, ποιός μπορεῖ νά παρέλθει ψυχρά τέτοια ἐρωτήματα; Ἀναφέρονται στήν προοπτική ζωῆς τοῦ κάθε ἀνθρώπου - ἡ ἐλπίδα ἀποτελεῖ τή ζωή γιά τόν ἄνθρωπο· ὁ ἀπελπισμένος ἄνθρωπος εἶναι ἕνας σχεδόν ζωντανός νεκρός. Κι ἀκόμη, στό πιό ἱερό πρόσωπο τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, τή μάνα! Ποιά μεγαλύτερη παρηγοριά γιά μία μάνα ἀπό τό μονάκριβο παιδί της, ἰδίως ὅταν ἔχει αὐτό πεθάνει μέ σκληρό καί ὀδυνηρό τρόπο, καί τῆς ἔχει ἀπομείνει μόνο τό λείψανό του! Μία μάνα πού τῆς «κλέβουν» κι αὐτό πού τῆς ἔχει ἀπομείνει εἶναι ὅ,τι πιό ἀνίερο καί ἀνόσιο μπορεῖ νά ὑπάρξει.

Λοιπόν, ὁ λυρισμός καί ἡ ἔνταση εἶναι δεδομένα στό δοξαστικό αὐτό, τό συναίσθημα ἀποσκοπεῖ νά φορτίσει ὁ ὑμνογράφος, προκειμένου ὅμως νά τονιστεῖ ἡ κραυγή τῶν μυροφόρων, κραυγή πίστεως στήν ὑπόσχεση τῆς ἀνάστασης τοῦ τεθαμμένου, γιατί ὡς Θεός ἔχει τή δύναμη γι’ αὐτό: «Ἀλλά ἀναστήσου, Σωτήρα, μέ τή θέλησή σου τήν τρίτη ἡμέρα ὅπως εἶπες».

Σάββατο 25 Απριλίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ (ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ)

«᾽Ιωσήφ ὁ ἀπό ᾽Αριμαθαίας...τολμήσας εἰσῆλθε πρός Πιλᾶτον καί ᾐτήσατο τό σῶμα τοῦ ᾽Ιησοῦ» (Μάρκ. 15, 43)

Ἀπό τά πρόσωπα πού κυριαρχοῦν στό εὐαγγέλιο τῆς Κυριακῆς τῶν Μυροφόρων εἶναι ὁ Ἰωσήφ ὁ ἀπό Ἀριμαθαίας, ὁ ὁποῖος προβάλλεται μέ τό κυριαρχικό γνώρισμά του, τῆς τόλμης, μέ τήν ὁποία κατώρθωσε γιά τήν ἐποχή ἐκείνη τό ἀκατόρθωτο: νά πάει στόν Πιλᾶτο καί νά ζητήσει καί νά ἀποκτήσει τό νεκρό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ, τό ὁποῖο βεβαίως στή συνέχεια μέ τή βοήθεια καί ἄλλων τό ἐκήδευσε. Συνιστᾶ δέ ἰδίως γιά τή σημερινή ἐποχή ἡ τόλμη του αὐτή κατεξοχήν παράδειγμα καί πρότυπο, ἀφοῦ αὐτό πού διαπιστώνουμε συνήθως, δυστυχῶς στούς περισσοτέρους μας ἤ ἔστω σ᾽ ἕνα μεγάλο μέρος τοῦ πληθυσμοῦ μας, εἶναι ἡ ἀτολμία καί ἡ δειλία, καρποί, ἀπ᾽ ὅ,τι θά φανεῖ καί στή συνέχεια, τῆς ἐλλείψεως τῆς παρουσίας τοῦ ἁγίου Πνεύματος στή ζωή μας. Μέ ἄλλα λόγια ἡ ἔλλειψη τόλμης ἀποκαλύπτει τήν ὀλιγοπιστία ἤ καί τήν ἀπιστία ἀκόμη πολλῶν ἀπό ἐμᾶς τούς Χριστιανούς καί συνεπῶς ἡ κατάσταση αὐτή καθιστᾶ περισσότερο ἀπό ἀναγκαία τήν ἀναφορά μας στήν τόλμη τοῦ ἁγίου ᾽Ιωσήφ.

Καί κατά πρῶτον: τί εἶναι τόλμη;

Θά μπορούσαμε νά τήν ὁρίσουμε ὡς τήν ψυχική ἐκείνη δύναμη καί διάθεση, πού κινεῖ τόν ἄνθρωπο ἔτσι ὥστε νά ὑπερνικᾶ τά στηρίγματα καί τίς ἀσφάλειές του, μέχρι μάλιστα τοῦ σημείου νά ἀψηφᾶ καί τήν ἴδια του τή ζωή. Κι ἀσφαλῶς τήν ψυχική αὐτή δύναμη τήν ἐπισημαίνουμε συχνά σέ διαφόρους τύπους ἀνθρώπων καί σέ πολλά ἐπίπεδα ζωῆς, ὅπως τό ἐθνικό, τό ἐπαγγελματικό, τό κοινωνικό, ἀλλά ἐμᾶς ἐδῶ μᾶς ἐνδιαφέρει ἐκείνη ἡ τόλμη πού σχετίζεται μέ τόν Θεό καί συνεπῶς μέ τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Μιλᾶμε λοιπόν γιά τήν τόλμη τοῦ Χριστιανοῦ, πού πηγάζει ἀπό τήν πίστη του στόν ᾽Ι. Χριστό καί τήν προσδοκία τῆς Βασιλείας Του, σάν τοῦ ᾽Ιωσήφ «ὅς ἦν προσδεχόμενος καί αὐτός τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Μάρκ. 15, 43). Ὁ χριστιανός δηλαδή ἐξαρτώντας τήν ὕπαρξή του ὄχι ἀπό τή «σιγουριά» τῶν αἰσθήσεων καί τῆς ὑλικῆς κτίσεως, ἀλλά ἀπό τόν μή αἰσθητό καί μή μετρητό, ἄρα καί μή προσφέροντα καί «ἀσφάλεια», κατά τά κριτήρια τοῦ κοσμικοῦ ἀνθρώπου, Θεό φανερώνει ὅτι χαρακτηριστικό τῆς ζωῆς του (πρέπει νά) εἶναι ἡ τόλμη καί ἡ ἀνδρεία καί ἡ γενναιότητα.

Τί εἶναι ἐκεῖνο πού τόν κάνει νά ἔχει αὐτήν τήν τόλμη καί νά τή διακηρύσσει ὡς ἀπαραίτητο στοιχεῖο ὅλων τῶν ἀνθρώπων; Ἡ παρουσία, ὅπως ἀναφέραμε, τοῦ ἁγίου Πνεύματος στήν ψυχή του, πού τόν κάνει ὄχι ἁπλῶς νά στηρίζεται στόν Θεό, ἀλλά καί νά εἶναι ἕτοιμος καί ὁλόκληρο τόν ἑαυτό του νά προσφέρει θυσία σ᾽ Αὐτόν. Διότι τό ἅγιον Πνεῦμα ὡς παντοδύναμος Θεός χορηγεῖ τόλμη καί δύναμη στόν ἄνθρωπο ἀπαγκιστρώνοντάς τον ταυτόχρονα ἀπό τή δουλεία τῆς δειλίας. «Οὐ γάρ ἔδωκεν ἡμῖν ὁ Θεός πνεῦμα δειλίας, ἀλλά δυνάμεως καί ἀγάπης καί σωφρονισμοῦ» (ἀπ. Παῦλος: Β´ Τιμ. 1,7).

Πράγματι˙ ὁλόκληρη ἡ ἱστορία τῆς ᾽Εκκλησίας εἶναι μία ἐπιβεβαίωση τῆς παραπάνω ἀλήθειας. ῎Ας θυμηθοῦμε γιά παράδειγμα τούς ἀποστόλους πρίν καί μετά τήν Πεντηκοστή. Πρίν τήν Πεντηκοστή ζοῦν φοβισμένοι καί κλεισμένοι στά σπίτια τους «διά τόν φόβον τῶν ᾽Ιουδαίων», κάτι πού προβάλλει ἀκόμη πιό ἔντονα τήν γενναιότητα καί τήν τόλμη τοῦ ᾽Ιωσήφ, ὅπως ἀκόμη βεβαίως καί τῶν μυροφόρων γυναικῶν. Μετά ὅμως τήν κάθοδο τοῦ ἁγίου Πνεύματος τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, μεταμορφώνονται σέ θαρραλέους κήρυκες τοῦ Εὐαγγελίου, ἐπιβεβαιώνοντας τή μαρτυρία τους γιά τήν ᾽Ανάσταση τοῦ Κυρίου μέ τό μαρτύριό τους. «Οὐ δυνάμεθα ἡμεῖς ἅ εἴδομεν καί ἠκούσαμεν μή λαλεῖν» (Πρ. ᾽Απ. 4, 20). Κι αὐτό γίνεται, γιατί ἐνδύθηκαν «τήν ἐξ ὕψους δύναμιν» (Λουκ. 24, 49) καί ὄχι γιατί στηρίχτηκαν στίς δικές τους δυνάμεις. Τό ἴδιο βλέπουμε καί στήν περίοδο τῶν διωγμῶν, στήν ἐποχή τῶν Πατέρων, ἀλλά καί σέ κάθε ἐποχή, ὅπου ὑπάρχουν συνεπεῖς στήν πίστη τους Χριστιανοί, κληρικοί καί λαϊκοί. «Ὁ πόθος ἐνίκα τήν φύσιν» σημειώνει αἴφνης ὁ ἐκκλησιαστικός ποιητής γιά τόν ἅγιο μεγαλομάρτυρα Γεώργιο τόν τροπαιοφόρο, «διά θανάτου πείθων τόν ἐραστήν διαβῆναι πρός τόν ποθούμενον Χριστόν» (Ὁ πόθος τοῦ ἁγίου γιά τόν Χριστό νικοῦσε τή φυσική δειλία του, πείθοντας τον μέσα ἀπό τόν θάνατο νά διαβεῖ πρός τόν ποθούμενο Χριστό).

Σέ ποιό πεδίο ἐκφράζεται ἡ τόλμη αὐτή; Πῶς φανερώνεται συγκεκριμένα;

1. Καταρχάς στό ἴδιο τό γεγονός τῆς πίστεως. Γιά νά μπορέσει ὁ ἄνθρωπος νά φτάσει στό σημεῖο τῆς «γεύσεως» τοῦ Θεοῦ, τῆς αἰσθητῆς παρουσίας τοῦ ἁγίου Πνεύματος μέσα του, θά χρειαστεῖ κι ὁ ἴδιος ν᾽ ἀνταποκριθεῖ στό κάλεσμα τοῦ Θεοῦ νά Τόν ἀκολουθήσει. Διότι προηγεῖται τό κάλεσμα τοῦ Θεοῦ πρός ἀκολουθία τοῦ Χριστοῦ κι ἔπειτα ἡ ἀποδοχή Του. «Οὐδείς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐάν μή ὁ πατήρ μου ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν» (᾽Ιωάν. 6, 44). Ἡ ἀποδοχή τῆς κλήσεως αὐτῆς φαίνεται ὅτι εἶναι ἕνα «μετέωρο βῆμα», ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος δέν στηρίζεται στήν ἀσφάλεια τῶν αἰσθήσεών του, ὅμως τό «βῆμα» αὐτό ὁδηγεῖ καί στή  μεγαλύτερη ἔκπληξη: νά πέσει αὐτός στή θέρμη τῆς ἀγκαλιᾶς τοῦ Θεοῦ, συνεπῶς καί στή μεγαλύτερη δυνατή ἀσφάλεια! «Εἰ ὁ Θεός ὑπέρ ἡμῶν, τίς καθ᾽ ἡμῶν;» (Ρωμ. 8, 31).

2. ῎Επειτα ἡ τόλμη τοῦ Χριστιανοῦ φανερώνεται στή βίωση τῆς πνευματικῆς ζωῆς, τῆς πορείας δηλαδή πρός αὔξηση τῆς σχέσεώς του μέ τόν Θεό καί τήν ἀπόκτηση περισσοτέρου ἁγίου Πνεύματος. Καί τοῦτο γιατί στήν πορεία αὐτή ἐναντιώνονται σ᾽ αὐτόν τά πάθη του, οἱ πονηρές πνευματικές δυνάμεις, τά στοιχεῖα τοῦ κόσμου τούτου. «Οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἡ πάλη πρός αἷμα καί σάρκα», μαρτυρεῖ ὁ ἀπ. Παῦλος, «ἀλλά πρός τάς ἀρχάς, πρός τάς ἐξουσίας, πρός τούς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρός τά πνευματικά τῆς πονηρίας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις» (᾽Εφεσ. 6, 12). Ὁπότε, χωρίς τόλμη δέν μπορεῖ νά διεξαχθεῖ αὐτός ὁ πνευματικός ἀγώνας, στόν ὁποῖο συνυπάρχει βεβαίως ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, διότι «χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν» (᾽Ιωάν. 15,5) εἶπε ὁ Κύριος, ἀλλά καί ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος. Μάλιστα ἀναφέρουν οἱ πνευματικοί μας Πατέρες ὅτι ὅταν ὁ διάβολος δεῖ τήν ψυχή νά πολεμᾶ ἐναντίον του μέ τόλμη, ἀπομακρύνεται ἀπό αὐτήν, ἐνῶ ὅταν τήν δεῖ νά δειλιάζει, ἤδη ὁ δρόμος γιά τήν ἅλωσή της εἶναι ἀνοικτός. Εἶναι πολύ χαρακτηριστικά τά λόγια τοῦ πατέρα τοῦ μοναχισμοῦ ἁγίου ᾽Αντωνίου, ὅπως μᾶς τά παραθέτει ὁ ἅγιος ᾽Αθανάσιος στή βιογραφία του: «῎Αν παραμένει γιά πολύ ἡ ψυχή στό φόβο, τότε εἶναι παρόντες ἐκεῖ οἱ ἐχθροί. Διότι οἱ δαίμονες δέν βγάζουν ἀπό τούς ἀνθρώπους τό φόβο...Μᾶλλον, ὅταν δοῦν ἀνθρώπους πού φοβοῦνται, αὐξάνουν τίς φαντασίες, ὥστε νά τούς τρομοκρατοῦν περισσότερο. Καί μετά, ὅταν πιά τούς κατακτήσουν, παίζουν μαζί τους λέγοντας: - Γονατίστε τώρα νά μᾶς προσκυνήσετε... ῎Ας μήν ἀπατώμαστε (λοιπόν) μέ τόν τρόπο αὐτό οὔτε νά φαινώμαστε δειλοί... ᾽Απεναντίας νά νιώθουμε θαρραλέοι καί πάντοτε χαρούμενοι, σάν νά ἔχουμε σωθεῖ. Νά σκεφτώμαστε ὅτι ὁ Κύριος εἶναι μαζί μας».

3. ᾽Επίσης ἡ τόλμη τοῦ Χριστιανοῦ φανερώνεται ἀκόμη καί στίς ἴδιες τίς πτώσεις του. Ὁ Χριστιανός πού ἀγωνίζεται στό δρόμο τῆς πνευματικῆς του προκοπῆς, εἶναι βέβαιο ὅτι θά ἔχει καί στιγμές ἀδυναμίας καί πτώσεως - ὁ ἅγιος στήν πίστη μας δέν εἶναι ὁ ἀναμάρτητος, ἀλλ᾽ ὁ ἀδιάκοπα μετανοῶν. Σ᾽ αὐτές τίς στιγμές λοιπόν ἀπαιτεῖται τόλμη γιά νά ξανασταθεῖ στά πόδια του καί νά μήν ἀπελπιστεῖ. Νά μπορεῖ νά στρέψει τό βλέμμα του στόν Οὐρανό, ἐπικαλούμενος τή χάρη τοῦ Θεοῦ γιά μετάνοια. Σάν τόν νεαρό μοναχό τοῦ Γεροντικοῦ, πού ἀπελπισμένος ἀπό κάποιες πτώσεις του ὁδηγήθηκε στό κελλί ἑνός μεγάλου καί διακριτικοῦ Γέροντα. Κι ὅταν τοῦ ἀνακοίνωσε τήν πτώση στήν ἁμαρτία του, ἐκεῖνος μέ χαρακτηριστική ἁπλότητα τοῦ εἶπε νά σηκωθεῖ. – Μά ξανάπεσα, ψιθύρισε καί πάλι ὁ νεαρός μοναχός. – Καί πάλι νά σηκωθεῖς, τόν παρότρυνε ὁ Γέροντας. Κι αὐτό νά κάνεις, νά βάζεις δηλαδή πάντα ἀρχή μετανοίας, μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς σου. Μόνον νά εὔχεσαι ὁ θάνατος νά σέ εὕρει στή μετάνοια καί ὄχι στήν πτώση. ῞Ωστε τόλμη ἀπαιτεῖται καί στή μετάνοια, γιά νά μποροῦμε  νά ἐλπίζουμε στήν ἄπειρη φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι μεγαλύτερη ἀπό ὅλες τίς πτώσεις καί ἁμαρτίες μας.

4. Μά τόλμη χρειάζεται τέλος καί γιά τήν ὁμολογία καί τή μαρτυρία μας ὡς Χριστιανῶν. Εἰδικά στήν ἐποχή μας πού τό κακό ἔχει ἀποθρασυνθεῖ καί παρουσιάζεται ὡς τό φυσιολογικό καί τό κανονικό, ἀπαιτεῖται τόλμη γιά νά εἶναι κανείς συνεπής χριστιανός καί νά δίνει μαρτυρία τῆς πίστεώς του αὐτῆς. Κι ἡ μαρτυρία αὐτή εἶναι καί λόγων, μά κυρίως εἶναι ζωῆς. Εἶναι ἀνάγκη νά συνειδητοποιήσουμε οἱ Χριστιανοί ὅτι ἡ χλιαρότητα στήν πίστη εἶναι ἡ χειρότερη κατάσταση καί γιά ἐμᾶς, ἀλλά καί γιά τούς ἀνθρώπους πού βρίσκονται γύρω μας. Θά ἔλεγε μάλιστα κανείς ὅτι εἶναι προτιμότερο νά εἶναι ὁ ἄνθρωπος στρατευμένος ἄθεος παρά ἀδιάφορος, ἀφοῦ ὑπάρχει μεγαλύτερη πιθανότητα στόν πρῶτο νά μεταστραφεῖ ἀπό ὅ,τι στόν δεύτερο. «῎Οφειλες νά εἶσαι ψυχρός ἤ θερμός», μᾶς λέει τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ στήν ᾽Αποκάλυψη τοῦ ᾽Ιωάννη. «᾽Αλλ᾽ ἐπειδή εἶσαι χλιαρός, καί οὔτε ζεστός οὔτε ψυχρός, θά σέ ἐμέσω ἀπό τό στόμα μου» (3, 15-16).

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΑΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΜΑΡΚΟΣ

«Ο πανεύφημος απόστολος Μάρκος κήρυξε τον Χριστό σε όλη την Αίγυπτο και τη Λιβύη και τη Βαρβαρική και την Πεντάπολη, κατά τους χρόνους του Καίσαρα Τιβερίου. Συνέγραψε δε  και το κατ᾽αυτόν άγιο Ευαγγέλιο, καθώς του το εξήγησε ο απόστολος Πέτρος. Όταν βρέθηκε στην Κυρήνη της Πενταπόλεως, έκανε πολλά θαύματα. Έπειτα πήγε στην κατά τον Φάρο Αλεξάνδρεια και από εκεί στην Πεντάπολη, θαυματουργώντας παντού και κατακοσμώντας τις Εκκλησίες του Χριστού με χειροτονίες επισκόπων και λοιπών κληρικών.

Ύστερα δε αφού ήλθε και πάλι στην Αλεξάνδρεια και βρήκε κάποιους από τους αδελφούς στα παράλια του Βουκόλου, έμεινε μαζί τους, ευαγγελιζόμενος και κηρύττοντας τον λόγο του Θεού. Εκεί επιτέθηκαν σ᾽αυτόν οι προσκυνητές των ειδώλων, γιατί δεν άντεχαν να βλέπουν την πίστη του Χριστού να αυξάνεται, κι αφού τον έδεσαν με σχοινιά,  τον έσερναν. Οι σάρκες του έπεφταν πάνω στις πέτρες και ξεσκίζονταν, ενώ το αίμα του κατακοκκίνησε τη γη. Όταν τον έβαλαν στη φυλακή, του φανερώθηκε ο Κύριος, προαναγγέλλοντάς του τη δόξα που επρόκειτο να διαδεχθεί το μαρτύριό του. Μετά από μία ημέρα τον έδεσαν πάλι και τον έσυραν στις πλατείες. Και καθώς σπαράττονταν και κομματιαζόταν στις πέτρες, παρέθεσε το πνεύμα του στον Θεό.

Κατά την εμφάνισή του ήταν περίπου έτσι: δεν ήταν ούτε τεραστίων διαστάσεων ούτε όμως μικρόσωμος και μαζεμένος. Ήταν ευπρεπής και καλοσχηματισμένος, έχοντας λίγα άσπρα μαλλιά και γένια, γιατί ήταν μεσήλικας. Είχε λίγο μακριά μύτη και δεν φαινόταν η ιουδαϊκή κατατομή του προσώπου του. Τα φρύδια ήταν μαζεμένα, ενώ τα γένια ήταν βαθιά. Η κεφαλή στεκόταν ψηλά και η κράση της χροιάς του προσώπου ήταν άριστη. Επί πλέον απέπνεε μεγάλη συμπάθεια και ήταν καλοσυνάτος προς όλους που τον πλησίαζαν, σαν να αντιφέγγιζαν με τις χάρες του σώματος οι αρετές της ψυχής. Τελείται δε η σύναξή του στο πάνσεπτο Αποστολείο του, που βρίσκεται κοντά στον Ταύρο».

 

Τρία είναι τα βασικά σημεία της ακολουθίας του αγίου αποστόλου και ευαγγελιστή Μάρκου, η οποία μάλλον αποτελεί ποίημα του αγίου υμνογράφου Θεοφάνους: η σχέση του με τους αποστόλους Πέτρο και Παύλο, η συγγραφή του ευαγγελίου του, η δράση του στην περιοχή της Αλεξάνδρειας με το επακολουθήσαν αυτήν μαρτύριο. Ήδη απαρχής τονίζει ότι «έγινε συνοδοιπόρος του αποστόλου Παύλου και διήλθε μαζί του όλη τη Μακεδονία, όμως στη Ρώμη αναδείχτηκε ο γλυκός ερμηνευτής του κηρύγματος του Πέτρου, ενώ στην Αίγυπτο που κατεξοχήν κήρυξε έδωσε τη ζωή του με μαρτυρικό τρόπο» (στιχηρό εσπερινού).

Η σχέση του βεβαίως με τους αποστόλους Παύλο και Πέτρο δεν είναι ισομερής. Ο υμνογράφος ενώ κάνει μνεία της ακολουθίας του αποστόλου Παύλου από τον άγιο Μάρκο στο παραπάνω τροπάριο, δεν αναφέρει πουθενά αλλού κάτι από τη σχέση τους, και τούτο διότι ως γνωστόν ο απόστολος Παύλος δεν θέλησε να συνεχίσει να έχει ως συνεργάτη του τον νεαρό τότε Ιωάννη Μάρκο, λόγω προφανώς της αδυναμίας αυτού να παρακολουθήσει τον πυρετώδη ρυθμό της ιεραποστολικής δράσεως του ίδιου. Αντιθέτως, επανειλημμένως ο άγιος Θεοφάνης αναφέρεται στην ιδιαίτερη σχέση που ανέπτυξε ο Μάρκος με τον απόστολο Πέτρο, θεωρώντας τον πρωτόθρονο απόστολο ως κατεξοχήν δάσκαλο εκείνου, τόσο που το άγιο ευαγγέλιο του Μάρκου να είναι μία καταγραφή τελικώς της διδασκαλίας του Πέτρου. Από τα ένδεκα περίπου τροπάρια που περιγράφουν τη σχέση μαθητείας του Μάρκου με τον Πέτρο εντελώς δειγματοληπτικά σημειώνουμε τα παρακάτω:  «Μαθήτευσες στον σοφό Πέτρο και πλούτισες από την υιική σχέση σου μαζί του, Μάρκε πανσέβαστε, γι᾽αυτό και αναδείχτηκες μυσταγωγός των μυστηρίων του Χριστού» (ωδή α´). «Ακολούθησες τον Πέτρο, σοφέ, και σαν μαθητής του διατύπωσες με σοφό τρόπο το ευαγγέλιο, μαζεύοντας το φως της θεολογίας  από αυτόν, απόστολε» (ωδή γ´). «Χρημάτισες συ υιός του μεγάλου Πέτρου και καθώς φωτιζόσουν από τις διδαχές αυτού πάντοτε, λάμπρυνες τις ψυχές αυτών που σε πλησίαζαν με θερμό τρόπο, Μάρκε Κυρίου απόστολε» (ωδή ε´).

Ο άγιος υμνογράφος σε πολλούς ύμνους του επίσης εξυμνεί τα σχετικά με το ευαγγέλιο που συνέγραψε ο απόστολος Μάρκος. Και βεβαίως, όπως είδαμε, θεωρεί ότι το ευαγγέλιο του Μάρκου συνιστά καταγραφή της διδασκαλίας του Πέτρου – «Ο Πέτρος ο κορυφαίος, ένδοξε, σε μυσταγώγησε σαφώς να συγγράψεις το ιερό ευαγγέλιο» (ωδή ς´) – όμως δεν παύει να σημειώνει ότι κύρια πηγή φωτισμού του ήταν τελικώς η ίδια η χάρη του αγίου Πνεύματος. «Από τον Θεό έλαβες τη χάρη του Πνεύματος... και κήρυξες το θείο Ευαγγέλιο»  (Κοντάκιο). «Από τον οίκο του Κυρίου βγήκες σαν πηγή, απόστολε, και ποτίζεις πλούσια τις χέρσες καρδιές με τα ρεύματα του Πνεύματος» (ωδή ε´). Κι είναι ευνόητο ότι ο υμνογράφος αναφερόμενος στο θείο ευαγγέλιο του Μάρκου εννοεί όχι μόνο τη γραπτή του διάσταση αλλά και την προφορική. Ο άγιος Μάρκος δηλαδή και προ και μετά την καταγραφή του ευαγγελίου του υπήρξε μέγας κήρυκας του ευαγγελικού λόγου. Κι αυτό που κήρυσσε, αυτό και κατέγραψε, και χάριν αυτού, δηλαδή χάριν του αγαπημένου του Κυρίου, έδωσε και τη ζωή του. Όπως όλοι οι απόστολοι ο άγιος Μάρκος υπήρξε και μάρτυρας της πίστεως. Και τι κήρυσσε; Και τι συνέγραψε; Μα τι άλλο εκτός από τη σάρκωση του Υιού και Λόγου του Θεού, τα θεία Του πάθη, τη σεπτή Ανάστασή Του, την ανάβασή Του προς τον Πατέρα! «Έγινες συγγραφέας των θείων δογμάτων του Χριστού και καταφώτισες όλη τη γη, κηρύσσοντας τη σάρκωσή Του και τα θεία Πάθη, τη σεπτή Ανάσταση και την ανάβαση προς τον Πατέρα» (στιχηρό αίνων).

Η δράση του αποστόλου Μάρκου κυρίως στην περιοχή της Αιγύπτου και της Αλεξανδρείας, δράση που κατέληξε στο μαρτύριο, εξηγεί επαρκώς το γεγονός ότι η Αίγυπτος πανηγυρίζει επί τη μνήμη του αγίου Μάρκου, τον οποίο θεωρεί ως πολιούχο της. «Ας υμνολογήσουμε άξια τον μέγα πολιούχο της Αιγύπτου» (στιχηρό εσπερινού).  Κατανοείται μάλιστα ως δώρο του Θεού σ᾽αυτήν: «Ο σεπτός απόστολος Μάρκος δωρήθηκε ως ιεράρχης στους Αιγυπτίους» (Θεοτοκίο ωδής θ´). Δεν διστάζει μάλιστα ο άγιος Θεοφάνης να κάνει και το συσχετισμό: «την Αίγυπτο που ήταν βυθισμένη πριν στο σκοτάδι της άγνοιας, Κύριε, την φώτισες όταν ως βρέφος γεννήθηκες από την Παρθένο θεομήτορα (και κατέφυγες λόγω του Ηρώδη σ᾽αυτήν). Τώρα έκανες μέρος του θριάμβου Σου τα ιερά της, με τις διδαχές του θεηγόρου Μάρκου, φιλάνθρωπε» (θεοτοκίο ωδής ς´). Το μαρτύριο του αγίου Μάρκου εννοείται, τέλος, ότι αποτελεί αποκορύφωση της δικής του δόξας. Η εν Χριστώ δόξα κατανοείται ως μετοχή της δόξας του Χριστού, δηλαδή ως μετοχή του Πάθους και του Μαρτυρίου Του. Συνεπώς τότε δοξάζεται ένας άγιος, όταν βρίσκεται στο μαρτύριο και δι᾽αυτού εισέρχεται θριαμβευτής στον Παράδεισο. Ακριβώς τούτο σημειώνει και ο συναξαριστής, όταν περιγράφει την εμφάνιση του Κυρίου στον Μάρκο ευρισκόμενο στη φυλακή, τούτο σημειώνει και ο υμνογράφος, ιδιαιτέρως στους στίχους του συναξαρίου: «Σύροντας στη γη τον Μάρκο οι δολοφόνοι, αγνοούσαν ότι τον έστελναν στους ουρανούς».