Δευτέρα 30 Μαρτίου 2026

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΟΣ

«Ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης, γιά τόν ὁποῖο δέν ἔχουμε πολλά βιογραφικά στοιχεῖα, νεαρός, 16 ἐτῶν περίπου, ἔγινε μοναχός στό ὄρος Σινᾶ, στή Μονή τῆς ἁγίας Αἰκατερίνης, ἀφοῦ ἤδη εἶχε μάθει ἀρκετά γράμματα. ᾽Επί 19 ἔτη παρέμεινε ὑποτακτικός ἑνός σπουδαίου Γέροντος, τοῦ ἀββᾶ Μαρτυρίου, στόν ὁποῖο ἔκανε ἀδιάκριτη ὑπακοή, ὁπότε μετά τό θάνατό του ἀπεσύρθη σέ ἐρημική τοποθεσία, ὀκτώ χιλιόμετρα μακριά ἀπό τή Μονή, στήν ὁποία καί ἔζησε ἐπί σαράντα χρόνια. ᾽Εκεῖ ἔζησε ὁσιακή ζωή, ὑπερβαίνοντας μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ τά ψεκτά πάθη του καί ἀποκτώντας ὅλα τά χαρίσματα τοῦ Θεοῦ, καί κυρίως τήν ταπείνωση καί τήν ἀγάπη. Μετά τά σαράντα χρόνια παρακλήθηκε νά γίνει ἡγούμενος τῆς Μονῆς, γεγονός πού ἀποδέχθηκε, καί παρέμεινε στό ἀξίωμα αὐτό γιά κάποια χρόνια, ὁπότε θέλησε καί πάλι ν᾽ ἀποσυρθεῖ στήν ἀγαπημένη του ἡσυχία καί μετ᾽ ὀλίγο κοιμήθηκε».

῎Εχουν διασωθεῖ διάφορα θαυμαστά γεγονότα ἀπό τή ζωή του πού φανερώνουν τήν ἰδιαίτερη χάρη πού εἶχε ἀπό τόν Θεό, ἀλλά τά μεγαλύτερα θαύματά του σχετίζονται μέ τίς μεταστροφές τῶν καρδιῶν πού προξενοῦν τά θεόπνευστα κείμενά του, κάτι πού μπορεῖ ὁ οἱοσδήποτε χριστιανός νά διαπιστώσει, ὅταν ἀρχίσει μέ γνήσια διάθεση νά τά μελετᾶ. Εἶναι γνωστό ἄλλωστε ὅτι οἱ ἅγιοι πού μέ τά κείμενά τους βοηθοῦν τούς συνανθρώπους τους ἔχουν πρωτίστως ὡς χάρισμα ῾θαυματουργίας᾽ ἀκριβῶς τή δύναμη τῶν λόγων τους καί ὄχι τά γνωστά θαύματα σωματικῶν ἰάσεων ἄλλων ἁγίων. Καί μήν πεῖ κανείς ὅτι τά κείμενα τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννου εἶναι μόνο γιά τούς μοναχούς, γιατί μπορεῖ νά γράφτηκαν κυρίως γι᾽ αὐτούς, ὅμως ἡ ὠφέλεια πού εἰσπράττει καί ὁ κοσμικός λεγόμενος χριστιανός δέν εἶναι μικρή. Γι᾽ αὐτό καί ἀγαπήθηκε ἡ ῾Κλίμακά᾽ του σ᾽ ᾽Ανατολή καί Δύση καί θεωρεῖται τό σπουδαιότερο σέ κυκλοφορία βιβλίο μετά τήν ῾Αγία Γραφή.

᾽Από τά θαυμαστά περιστατικά πού καταγράφηκαν ἐν ὅσῳ ζοῦσε, μνημονεύουμε δύο: 

Τό πρῶτο, ὅταν ἦταν στήν ἔρημο κι εἶχε δεχθεῖ ἕναν ὑποτακτικό, ὀνόματι Μωϋσῆ. Κάποια φορά, σέ διακόνημα εὑρισκόμενος ὁ νεαρός ὑποτακτικός, κουράστηκε κάτω ἀπό τόν καυτό ἥλιο τοῦ Αὐγούστου καί κάθησε νά ξεκουραστεῖ στόν ἴσκιο μεγάλης πέτρας, ὁπότε καί τόν πῆρε ὁ ὕπνος. Τήν ἴδια ὥρα ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης εἶδε σέ ὅραμα κάποιον πού τοῦ ἔλεγε ὅτι κινδυνεύει ὁ μαθητής του. ᾽Αμέσως ἄρχισε ἔντονη προσευχή γι᾽ αὐτόν καί μετά ἀπό λίγο κατέφθασε καί ὁ ὑποτακτικός, ἀναγγέλλοντάς του τή φοβερή ἀγωνία πού πέρασε, καθώς ξύπνησε ξαφνικά ἀπό τή φωνή τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννη, πού τόν καλοῦσε νά ἐγκαταλείψει ἀμέσως τόν τόπο πού βρισκόταν. Πράγματι, τό ἔκανε καί στή στιγμή ἔπεσε στόν τόπο αὐτό ἡ μεγάλη πέτρα, χωρίς βεβαίως ὁ ἴδιος νά πάθει κάτι. Ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης ἀνελύθη σέ δοξολογίες πρός τόν Θεό, χωρίς ὅμως νά ἀναφέρει καί τό τί προηγήθηκε στό μαθητή του. 

Τό δεύτερο: τήν ἡμέρα τῆς ἐνθρονίσεώς του ὡς ἡγουμένου ἦλθαν στή Μονή περί τά 600 ἄτομα. Ὅλοι ἔβλεπαν νά ὑπηρετεῖ σέ ὅλα τά διακονήματα κάποιος σάν ἰουδαῖος, μέ κοντό μαλλί, πού ἔτρεχε πάνω κάτω καί γιά τά πάντα. Στό τέλος τῆς ἡμέρας τόν ἀνεζήτησαν, ἀλλά δέν τόν βρῆκαν πουθενά. Καί στήν ἀπορία τους, ὅταν ἀπευθύνθηκαν στόν ἡγούμενο, τόν ἅγιο ᾽Ιωάννη, εἰσέπραξαν τήν ἀπάντηση: Τί πιό φυσικό νά ὑπηρετεῖ τό δικό του τόπο ὁ προφήτης Μωϋσῆς; 

Τό βιβλίο του ῾Κλίμαξ᾽, εἴπαμε, προξενεῖ τό πραγματικό καί μεγαλύτερο θαῦμα: τή μεταστροφή τῶν καρδιῶν, τή δημιουργία μετανοίας στόν ἄνθρωπο. Δέν μποροῦμε νά ποῦμε πολλά. Θά σημειώσουμε ὅμως ἐπιγραμματικά αὐτά πού θίγει, ἀπό τούς 30 λόγους του–σκαλοπάτια στήν πνευματική ζωή, στόν πρῶτο καί στόν τελευταῖο λόγο του.

 Ὁ πρῶτος, ἡ ἀποταγή: δέν μπορεῖ κανείς νά προσεγγίσει τόν Θεό, χωρίς νά πεῖ ὄχι στήν ἁμαρτία καί μάλιστα στά ἐγωϊστικά θελήματά του. Γιατί αὐτά τά θελήματα μᾶς κρατοῦν δέσμιους στόν ἁμαρτωλό κόσμο. Ὅπως τό λέει καί ὅσιος Ποιμήν: ῾Τό θέλημά μου εἶναι χάλκινο τεῖχος πού μέ χωρίζει ἀπό τόν Θεό᾽! 

Κι ὁ τελευταῖος: ἡ ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη πού ἀποτελεῖ τό ἐπιστέγασμα τῶν πάντων στή χριστιανική πίστη, ἀφοῦ ὅ,τι λέμε καί κάνουμε σ᾽ αὐτήν, εἴτε προσευχή εἴτε νηστεία εἴτε μελέτη εἴτε ὁτιδήποτε ἄλλο, ἄν δέν καταλήγει στήν ἀγάπη, δέν ἔχει νόημα. Καί τοῦτο, γιατί ἀγάπη εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Κι αὐτό σημαίνει: ἡ πίστη πού ζητᾶ ὁ Χριστός καί κινητοποιεῖ τόν Θεό καί βγάζει καί δαιμόνια, προϋποθέτει τήν ἄρνηση τοῦ ἐγωϊσμοῦ τοῦ ἀνθρώπου καί τή στροφή του στή ζωή τοῦ Θεοῦ, τήν ἀγάπη. Στό βαθμό πού ὁ ἄνθρωπος ἀγαπᾶ, τόν ὅποιο συνάνθρωπό του, τόσο καί αὐξάνει ἡ πίστη του, ὅπως τό διακηρύσσει καί ὁ ἀπ. Παῦλος: ῾πίστις δι᾽ ἀγάπης ἐνεργουμένη᾽!

ΝΗΣΤΕΨΑ, ΑΛΛΑ ΑΠΟ... ΚΑΤΟΡΘΩΜΑΤΑ!

 

ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΡΟ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ

«Ἐκ πάντων ἐνήστευσα κατορθωμάτων, εἰς κόρον ἀπήλαυσα τῶν σφαλμάτων, Κύριε· νῦν οὖν πεινῶντά με, σωτηριώδους καί σεπτῆς ἔμπλησον βρώσεως» (ὠδή α΄ ἦχος α΄)

(Νήστεψα ἀπό ὅλα τά κατορθώματα, ἀπόλαυσα μέχρι κορεσμοῦ τά σφάλματα, Κύριε. Τώρα λοιπόν πού πεινάω, γέμισέ με ἀπό τή σωτήρια καί ἱερή σου βρώση).

Ἀπό τήν πρώτη ὠδή τοῦ κανόνα ὁ ὕμνος, ἐκφράζει τήν πνευματική κατάσταση πού συνήθως ἀπαντᾶται στούς πιστούς στόν Χριστό ἀνθρώπους: τό πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν, τήν ἔλλειψη τῶν καρπῶν του Πνεύματος. Καί δέν πρέπει νά μᾶς παραξενεύει τοῦτο. Γιατί καί μία ὥρα νά εἶναι ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου ἐπί τῆς γῆς, μᾶς διδάσκει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, καί πάλι δυστυχῶς θά ἁμαρτήσει – εἶναι τό τίμημα τῆς ἀνυπακοῆς τῶν πρωτοπλάστων πού σάν ρίζα πού μολύνθηκε διαπερνάει ὁλόκληρο ἔκτοτε τό δένδρο τῆς ἀνθρωπότητας. Καί μπορεῖ βεβαίως ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός νά ἔχει ἔλθει καί νά μᾶς ἔχει δώσει τή δυνατότητα, μέ τήν ἐνσωμάτωσή μας στό ἅγιο σῶμα Του διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, νά ξεπερνᾶμε τήν ἁμαρτία, ὅμως εἶναι τέτοια συχνά ἡ ραθυμία τῆς ζωῆς μας, ὥστε οὔτε αὐτό τελικῶς κάνουμε˙ παρ’ ὅλη τή βοήθειά Του νά συνεχίζουμε τόν δρόμο καί τῆς δικῆς μας ἀνυπακοῆς. Ὅσο λοιπόν προχωράει ἡ ζωή μας, τόσο βλέπουμε καί τήν αὔξηση τῶν ἁμαρτιῶν μας.

Ὅμως διαπιστώνουμε τήν ἁμαρτία μας καί ἀπό ἄλλη πλευρά. Ὅσο σχετιζόμαστε μέ τόν Κύριο, ὅσο μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ ἀγωνιζόμαστε νά τηροῦμε τίς ἐντολές Του, τόσο διανοίγεται ὁ πνευματικός μας ὀφθαλμός καί βλέπει πράγματα πού πρίν ἀγνοοῦσε, δηλαδή διαπιστώνει ἁμαρτίες πού πρίν οὔτε κἄν τίς ὑποψιαζόταν. Σάν τόν ἀπόστολο Παῦλο, ὁ ὁποῖος ἐνῶ δέν ἔβλεπε κάποια ὁρατή ἁμαρτία στή συνείδησή του, δέν ἐπαναπαυόταν. Γιατί «Κριτής μου εἶναι ὁ Κύριος», ἔλεγε, δηλαδή Ἐκεῖνος πού βλέπει καί τίς πιό ἀδιόρατες κινήσεις τῆς ψυχῆς, πού καί ἐμεῖς οἱ ἴδιοι ἀγνοοῦμε. Δέν εἶναι τοῦτο μία ἐκ πλαγίου ἐπιβεβαίωση αὐτοῦ πού καί ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί ἡ νεώτερη ψυχολογία τοῦ βάθους, ὅπως λέγεται, ἐπισημαίνει; Δηλαδή ὅτι μιλώντας γιά την ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, ἀναφερόμαστε σέ κάτι πού ἔχει βάθος ἀπύθμενο, κυριολεκτικά μιλᾶμε γιά μία «ἄβυσσο» τοῦ ἀσυνειδήτου, ἡ ὁποία ἔχει τούς δικούς της «κανόνες» καί τούς δικούς της τρόπους.

 Λοιπόν νήστεψα, λέει ὁ ἅγιος Ἰωσήφ ὁ ὑμνογράφος, ἀλλά ὄχι ἀπό φαγητά καί κακίες, ἀλλά ἀπό κατορθώματα. Καί ἔφτασε σέ κορεσμό γι’ αὐτόν τόν λόγο ἀπό σφάλματα καί ἁμαρτίες. Δέν μᾶς ἀφήνει ἐκθέτους ὅμως ὁ ποιητής. Μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι πάντοτε ὑπάρχει ἡ ὁδός διαφυγῆς, ἡ θεραπεία καί ἡ σωτηρία: ἡ στροφή πρός τόν Κύριο, ὁ Ὁποῖος εἶναι ἕτοιμος νά μᾶς συγχωρήσει καί νά μᾶς προσφέρει ἐκείνη τήν τροφή πού γεμίζει τήν πεινασμένη μας ψυχή, δηλαδή τή χάρη Του, τόν ἴδιο Του τόν ἑαυτό. Ἡ λύση γιά ὅλα τά ἀρνητικά τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἀλλά καί τοῦ κόσμου τούτου, εἶναι πάντοτε ἡ ἀγάπη τοῦ Δημιουργοῦ μας.

Σάββατο 28 Μαρτίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (ΟΣΙΑΣ ΜΑΡΙΑΣ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΙΑΣ)

«Τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ...καθαριεῖ τήν συνείδησιν ὑμῶν ἀπό νεκρῶν ἔργων εἰς τό λατρεύειν Θεῷ ζῶντι» ( ῾Εβρ. 9, 14)

῾Η Κυριακή Ε´ Νηστειῶν ἀποτελεῖ τήν ἀπαρχή τῆς τελευταίας ἑβδομάδος τῆς Σαρακοστῆς. Τό Σάββατο τοῦ Λαζάρου σημαίνει τήν λήξη τῆς εὐλογημένης αὐτῆς περιόδου, ἐνῶ ἡ ἑπομένη, ἡ Κυριακή τῶν Βαΐων, θεωρεῖται τό ὅριο εἰσόδου στήν Μεγάλη ῾Εβδομάδα. Τά ἀναγνώσματα λοιπόν τῆς σημερινῆς ἡμέρας εἶναι εὐνόητο ὅτι ἀναφέρονται στήν σταυρική θυσία τοῦ Κυρίου, τό μέν εὐαγγελικό στήν προαναγγελία τοῦ Πάθους καί τῆς ᾽Αναστάσεώς Του ἀπό τόν ῎Ιδιο στούς μαθητές Του, (οἱ ὁποῖοι ἀδυνατοῦσαν νά κατανοήσουν τό τί τούς ἀποκαλύπτει), τό δέ ἀποστολικό ἀπό τήν πρός ῾Εβραίους ἐπιστολή στό σωτηριῶδες ἀποτέλεσμα πού ἔφερε τό αἷμα τοῦ Κυρίου ἐπί τοῦ Σταυροῦ, τήν κάθαρση τῆς συνείδησης τῶν ἀνθρώπων, ὥστε νά μποροῦν νά λατρεύουν τόν ζωντανό καί ἀληθινό Θεό. «Τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ...καθαριεῖ τήν συνείδησιν ὑμῶν ἀπό νεκρῶν ἔργων εἰς τό λατρεύειν Θεῷ ζῶντι».

1. ῾Η λατρεία τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ εἶναι λοιπόν κατά τόν ἀπόστολο τό ἀποτέλεσμα τῆς σταυρικῆς θυσίας τοῦ Κυρίου. Αὐτό πού δέν μποροῦσε νά πράξει ὁ ἄνθρωπος μέχρι τόν ἐρχομό ᾽Εκείνου, νά δεῖ καί νά λατρεύσει τόν ἀληθινό Θεό λόγω τῆς ἁμαρτίας πού ὡς φράγμα εἶχε τεθεῖ μεταξύ αὐτοῦ καί τοῦ Δημιουργοῦ του, γίνεται πραγματικότητα μέ τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Κυρίου, κατεξοχήν δέ μέ τό Πάθος Του ἐπί τοῦ Σταυροῦ, ἐπί τοῦ ῾Οποίου «αἴρει τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου», «καταργεῖ τό σῶμα τῆς ἁμαρτίας ἐν τῇ σαρκί Αὐτοῦ» καί συνεπῶς καταλάσσει, συμφιλιώνει τόν ἄνθρωπο μέ τόν Θεόν Πατέρα. ῾Ο ἄνθρωπος πιά ἐν Χριστῷ, ἐνσωματωμένος σέ ᾽Εκεῖνον, μπορεῖ νά σχετιστεῖ μέ τόν Θεό, μπορεῖ δηλαδή ἐν Πνεύματι ἁγίῳ νά κράξει «ἀββᾶ, ὁ Πατήρ», νά πεῖ τόν Θεό «Πατέρα», ἔχοντας παρρησία ἐνώπιόν Του, γιατί καθάρισε τήν ζοφωμένη εἰκόνα Αὐτοῦ στήν συνείδησή του ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, συνεπῶς ἄνοιξε ἐκ νέου τόν ἀπαρχῆς προορισμό τοῦ ἀνθρώπου, τήν ὁμοίωσή του μέ τόν Θεό.

Κι εἶναι τοῦτο ἡ βασικότερη ἀλήθεια τῆς πίστεώς μας, ἡ ὁποία ἀπό τήν μία τονίζει τόν ἀπόλυτο καί μοναδικό χαρακτήρα τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας: «οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενί ἡ σωτηρία», ἀπό τήν ἄλλη ἐνῶ ἀναγνωρίζει τά θετικά στοιχεῖα τῆς κάθε θρησκείας ὡς ἀναζήτησης τοῦ ἐσκοτισμένου ἀνθρώπου πρός εὕρεση τοῦ Θεοῦ, θεωρεῖ ὅτι οἱ θρησκεῖες ὁδηγοῦν τούς ἀνθρώπους τελικῶς σέ ἀδιέξοδο, διότι λατρεύουν  «δαιμονίοις καί οὐ Θεῷ», ἤ τά ἀποθεωμένα ἀπό τούς ἀνθρώπους ψεκτά πάθη τους. Κατά τόν λόγο τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου «πάντες ὅσοι ἦλθον πρό ἐμοῦ κλέπται εἰσί καί λησταί», συνεπῶς ὁ βόρβορος τῶν παθῶν τοῦ ἀνθρώπου ἐξακολουθεῖ καί ὑφίσταταται σ᾽ αὐτόν, μέχρις ὅτου βρεῖ τόν Κύριο καί καθαριστεῖ ἀπό τό Πνεῦμα Του.

2. Κι εἶναι γνωστό βεβαίως ὅτι μιλώντας γιά κάθαρση τῆς συνειδήσεως ὡς ἀποτέλεσμα τῆς σταυρικῆς θυσίας τοῦ Κυρίου ἐννοοοῦμε τήν ἐπί προσωπικοῦ ἐπιπέδου βίωσή της, ἡ ὁποία προϋποθέτει τήν ἔνταξη τοῦ πιστοῦ στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ τήν ᾽Εκκλησία. Θέλουμε νά ποῦμε ὅτι βεβαίως ὁ Κύριος ὡς ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός «ἦρε τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου» ἐπί τοῦ Σταυροῦ, λυτρώνοντας τόν ἄνθρωπο σέ ἕνα γενικό ἐπίπεδο, ὅμως ἡ ἐνεργοποίηση τῆς λύτρωσης αὐτῆς γιά τόν κάθε ἄνθρωπο μεμονωμένα πραγματοποιεῖται ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐνσωματωθεῖ στόν Χριστό μέ τήν δύναμη τοῦ ἁγίου Πνεύματος διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος καί τοῦ ἁγίου χρίσματος. ῞Οποια δωρεά λοιπόν ἀπέρρευσε ἀπό τόν Σταυρό, αὐτή γίνεται μεθεκτή στόν πιστό προσωπικά μέ τά παραπάνω μυστήρια, ἐνῶ ἐπεκτείνεται καί ἐπαυξάνεται κάθε φορά πού ὁ πιστός ἐν μετανοίᾳ μετέχει στό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Κυρίου μέ τό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Κι αὐτό θά πεῖ ὅτι ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἐκτός ἀπό χριστολογικό, ἔχει σαφῶς καί ἐκκλησιολογικό χαρακτήρα.

3. ῎Ετσι ἡ κάθαρση τῆς συνειδήσεως ὡς ἀπαλλαγή ἀπό τήν ἀναγκαστική φορά πρός τήν ἁμαρτία - ὅ,τι ὀνομάζουμε συνέχεια τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος καί τῆς φθορᾶς συνεπῶς πού φέρνει αὐτό – θεωρεῖται ὅρος γιά νά σχετίζεται ὁ ἄνθρωπος μέ τόν Θεό. Θεός καί βρώμικη συνείδηση ἐκ τῶν πραγμάτων εἶναι πραγματικότητες ἀσυμβίβαστες. ῾Ο ἀπόλυτα καθαρός Θεός ἐπαναπαύεται μόνο στήν καθαρή ἀπό τίς ἁμαρτίες συνείδηση τῶν ἁγίων Του.  Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ναί μέν καθαρίστηκε ἅπαξ ἡ συνείδηση τοῦ ἀνθρώπου διά τοῦ μυστηρίου τοῦ βαπτίσματος, διά τοῦ ὁποίου ὅπως εἴπαμε γεύεται ὁ ἄνθρωπος τήν δωρεά τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπό τήν ἁμαρτία ἐν τῷ αἵματι τοῦ Κυρίου, ὅμως ἐλλοχεύει ἀδιάκοπα ὁ κίνδυνος στή ζωή αὐτή ἐκπτώσεως καί πάλι στήν ἁμαρτία καί συνεπῶς ἀμαυρώσεως τῆς συνειδήσεως. ῾Η λήθη δυστυχῶς, ἡ λησμονιά δηλαδή τῶν δωρεῶν τῆς πίστεως, εἶναι ἡ μόνιμη ἀπειλή γιά τό μέλος τοῦ Χριστοῦ. Λίγο νά μήν προσέξει ὁ πιστός ἐκπίπτει ἀπό τό ὕψος τῆς θέσης του ὡς προέκτασης τοῦ Χριστοῦ καί φανέρωσής Του μέσα στόν κόσμο, πολύ περισσότερο μάλιστα ὅταν εἶναι δεδομένη καί ἡ ἐναντίωση σέ αὐτόν τοῦ πονηροῦ διαβόλου, πού κατά τόν ἀπόστολο Πέτρο «ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίῃ».  

῾Η καθαρή συνείδηση λοιπόν ἐνῶ θεωρεῖται κάτι δεδομένο γιά τόν πιστό λόγω τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, ἀποτελεῖ ταυτοχρόνως  καί ἕνα μόνιμο ζητούμενο. Κι αὐτό τό ζητούμενο συνιστᾶ αὐτό πού ὀνομάζεται πνευματική καί ἀσκητική ζωή στήν ᾽Εκκλησία. Μέ ἄλλα λόγια ὅλη ἡ προσπάθεια τοῦ πιστοῦ χριστιανοῦ ἀφότου ἐνσωματώθηκε στήν ᾽Εκκλησία εἶναι πῶς θά διακρατήσει τήν καθαρότητα τῆς συνειδήσεώς του, πῶς δηλαδή θά διακρατήσει τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ πού τοῦ δόθηκε στό βάθος τῆς καρδιᾶς του, ὥστε νά ζεῖ τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ, νά λατρεύει τόν ζωντανό Θεό κατά τήν ἀρχική διατύπωση τοῦ ἀποστόλου.

4. Κι ἐννοεῖται ὅτι μιλώντας μέ τόν τρόπο αὐτόν γιά τή συνείδηση τοῦ πιστοῦ,  ἀπό τήν καλή ἤ τήν κακή κατάσταση τῆς ὁποίας ἐξαρτᾶται ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ στήν ὕπαρξή του, τήν κατανοοῦμε μέ τήν πνευματική της διάσταση. Δέν ἐννοοῦμε δηλαδή ὡς συνείδηση μόνο τήν ψυχολογική ἐκδοχή της: τήν αἴσθηση καί  ἐπίγνωση γιά παράδειγμα τοῦ ἑαυτοῦ ὡς ξεχωριστῆς ὀντότητος στόν κόσμο, διότι ναί μέν ἡ ἐκδοχή αὐτή εἶναι αὐτονόητα δεκτή, δέν εἶναι ὅμως ἐπαρκής γιά τήν θεολογία τῆς ᾽Εκκλησίας μας. Γιά τήν ᾽Εκκλησία μας ἡ συνείδηση θεωρήθηκε ἐξαρχῆς τῆς δημιουργίας παράλληλα μέ τήν φύση τό σκαλοπάτι πού ὁδηγεῖ σέ εὕρεση τοῦ Θεοῦ. ῞Οπως δηλαδή διά τῆς φύσεως ὁδηγούμαστε σέ δοξολογία τοῦ Θεοῦ, ἔτσι καί μέ τήν συνείδηση: δόθηκε στόν ἄνθρωπο ἀπό τόν Θεό γιά νά μπορεῖ νά στήνει τήν σχέση του μέ ᾽Εκεῖνον. «Δύο διδάσκαλοι γεγόνασιν ἡμῖν ἐξαρχῆς, ἡ κτίσις καί τό συνειδός» κατά τόν ὅσιο ἀββᾶ Δωρόθεο.

(Γιά νά πεῖ ὁ ἴδιος βιβλικοπατερικά πιό συγκεκριμένα: «῞Οταν ὁ Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπο, ἔσπειρε μέσα του κάτι τό θεῖο, ἕναν ζωηρό καί φωτεινό λογισμό πού ἦταν σάν σπινθήρας, φώτιζε τόν νοῦ καί τοῦ ἔδειχνε νά διακρίνει τό καλό καί τό κακό. Τοῦτο καλεῖται συνείδηση, πού εἶναι ὁ φυσικός νόμος. Αὐτόν τόν νόμο, δηλαδή τήν συνείδηση, ἀκολουθώντας οἱ πατριάρχες καί ὅλοι οἱ ἅγιοι πρίν ἀπό τόν γραπτό νόμο εὐαρέστησαν τόν Θεό. ῞Οταν αὐτή καταχώθηκε καί καταπατήθηκε ἀπό τούς ἀνθρώπους προοδευτικῶς διά τῆς ἁμαρτίας, χρειαστήκαμε τόν γραπτό νόμο, χρειαστήκαμε τούς ἁγίους προφῆτες, χρειαστήκαμε τήν ἴδια τήν ἐπιδημία τοῦ Δεσπότη μας ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ γιά νά τήν ξεσκεπάσει καί νά τήν ἀνοικοδομήσει, γιά νά ἀναζωογονήσει ἐκεῖνον τόν καταχωσμένο σπινθήρα διά τῆς φυλάξεως τῶν ἁγίων ἐντολῶν του. Στό χέρι μας λοιπόν εἶναι τώρα πιά ἤ νά τήν καταχώσουμε πάλι ἤ νά τήν ἀφήσουμε νά λάμπει καί νά μᾶς φωτίζει, ἐάν πειθόμαστε σ᾽ αὐτήν...῎Ας προσπαθήσουμε λοιπόν νά φυλάξουμε τήν συνείδησή μας, ὅσο εἴμαστε σ᾽ αὐτόν τόν κόσμο, χωρίς νά τῆς δώσουμε χῶρο νά μᾶς ἐλέγξει γιά κάτι, χωρίς νά τήν καταπατοῦμε σέ κάτι, ἀκόμη κι ἄν εἶναι ἐλάχιστο. Διότι γνωρίζετε ὅτι ἀπό τά μικρά αὐτά καί θά λέγαμε εὐτελῆ ἐρχόμαστε στήν καταφρόνηση καί τῶν μεγάλων»).

Νά λατρεύουμε σωστά τόν ἀληθινό Θεό μας. Δηλαδή νά ζοῦμε σωστά τήν ἐκκλησιαστική καί μυστηριακή ζωή. ᾽Αλλά μέ παράλληλο ἀγώνα ἐπιμέλειας τῆς συνειδήσεώς μας: «ὡς πρός τόν Θεό, ὡς πρός τόν συνάνθρωπο, ὡς πρός τά πράγματα» (ἀββᾶς Δωρόθεος), πού σημαίνει ἀγώνα πάνω στήν ὁδό τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καί στήν μετάνοια. Χωρίς τόν ἀγώνα αὐτόν ἡ συνείδηση δέν μᾶς μιλᾶ, ἤ κι ἄν μᾶς μιλᾶ, καθοδηγεῖ λανθασμένα.  Αὐτήν τήν μετάνοια ὡς διαρκές πνευματικό βίωμα πού καθαρίζει τήν συνείδησή μας  προβάλλει πάντοτε ἡ ᾽Εκκλησία μας, κατεξοχήν  σήμερα μέ τό συγκλονιστικό παράδειγμα τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας. Μέσα στήν ἀσωτία βουτηγμένη αὐτή ἐπί δεκαετίες, ἀνταποκρίθηκε στήν κλήση μετανοίας τοῦ Θεοῦ, ἐπιμελήθηκε τή συνείδησή της, τήρησε τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, κοινώνησε τῶν ἀχράντων μυστηρίων, γι᾽ αὐτό καί ἀναδείχθηκε σέ ἐξαίρετο μέλος τῆς ᾽Εκκλησίας πού λατρεύει ἀέναα πιά τόν ζωντανό Θεό καί πρεσβεύει καί γιά ἐμᾶς.

ΟΣΙΑ ΜΑΡΙΑ Η ΑΙΓΥΠΤΙΑ: ΚΙΝΗΤΟΠΟΙΗΣΕ ΟΥΡΑΝΟ ΚΑΙ ΓΗ!

«Φαεινοτάταις ἀκτῖσι καταυγάζει σε μόνη, ἡ φῶς τεκοῦσα τόν Χριστόν Παρθένος καί ἁγνή, φοβερόν τοῖς ἐχθροῖς σέ καθιστῶσα σεμνή∙ φανερόν δέ τοῖς πᾶσι, Μαρία, δεικνύει σε, Ἀσκητῶν ὡραιότης, Ὁσίων ἔρεισμα» (ωδή θ΄ Τριωδίου).

(Μόνη η Παρθένος και αγνή Παναγία, Αυτή που γέννησε το φως, δηλαδή τον Χριστό, σε καταφωτίζει με τις πιο λαμπρές ακτίνες του Φωτός Χριστού και σε καθιστά, σεμνή, φοβερή για τους εχθρούς δαίμονες. Κι από την άλλη, Μαρία, σε αναδεικνύει φανερή σε όλους η ωραιότητα των ασκητών και η βάση των οσίων, ο όσιος Ζωσιμάς).

Δεν βλέπουμε μόνο τη συγκλονιστική μεταστροφή της Μαρίας από την Αίγυπτο, διεξερχόμενοι τον βίο της στον κόσμο τούτο, πώς δηλαδή  από τον βούρκο της ασωτίας μετατέθηκε (ωδή η΄) στα ευωδιαστά πλάτη του Παραδείσου, δείγμα της δύναμης που έχει η μετάνοια που έφερε ο Χριστός στο πεσμένο πλάσμα Του, αλλά την ίδια στιγμή παρακολουθούμε και τη συμμετοχή όλης της Εκκλησίας στη διαδικασία αυτή μετανοίας και αλλαγής της. Ο άγιος Ιωσήφ ο υμνογράφος μας καθοδηγεί:

- Η εξ Αιγύπτου Μαρία βρισκόταν βυθισμένη στο σκοτάδι της αμαρτίας, λόγω της εμπαθούς προσκολλήσεώς της στα πάθη της ψυχής και της σαρκός, λίγο απέχοντας από τις «πύλες της απώλειας» (ωδή γ΄).

- Αλλά ο Κύριος, ο Οποίος «πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (απ. Παύλος), παίρνοντας αφορμή την έστω και από περιέργεια επιθυμία της να προσκυνήσει τον πανάγιο Σταυρό Του δίνει τη χάρη του Φωτός Του σ’ αυτή τη μικρή ρωγμή της καρδιάς της, προκαλώντας της συναίσθηση της ρυπαράς καταστάσεώς της και διάθεση μεταστροφής της.

- Καίριο ρόλο στην αλλαγή της είχε η «μόνη αγνή Παρθένος» Παναγία, η Οποία προφανώς μεσίτευσε στον Υιό και Θεό της και το θαύμα έγινε: η Μαρία με δύναμη αποφασιστική εγκαταλείπει τον πρώην μισητό βίο της και αποδύεται στην έρημο του Ιορδάνου σε αγώνες τεράστιους ασκητικούς, μόνη μόνω Θεώ, φτάνοντας στο σημείο όχι μόνο να διαβαίνει το ποτάμι χωρίς να βρέχεται κι ούτε μόνο να εξυψώνεται την ώρα της προσευχής της, αλλά και να γίνεται φοβερή για τους εχθρούς δαίμονες, οι οποίοι έχασαν από τα χέρια τους το πολύτιμο λάφυρό τους. Κι είναι κάτι που όντως καταπλήττει τον νου και την καρδιά μας, πώς αυτή που είχε καταστεί κυριολεκτικά «όπλο της αμαρτίας» που οδηγούσε στον θάνατο πολλούς ανθρώπους, η ίδια «να γίνεται μετά την προσκύνηση του Σταυρού όπλο πια της δυνάμεως Εκείνου που κατατροπώνει όλα τα όπλα και τις πονηρίες του διαβόλου» (ωδή γ΄).

- Αλλά ο Κύριος δεν ήθελε να αφήσει αμάρτυρη τη ζωή της. Νεύει στην καρδιά του μεγάλου οσίου ασκητή Ζωσιμά να πορευτεί προς δική του άσκηση στην έρημο κι αυτός, με αποτέλεσμα χωρίς να γνωρίζει κάτι να συναντήσει την οσία πια Μαρία. Η συνάντησή του μαζί της χαρακτηρίζεται από τον ίδιο ως μεγάλη ευλογία! «Ο μέγιστος μεταξύ των πατέρων Ζωσιμάς ο σοφός» σημειώνει ο υμνογράφος, «περιπολεύοντας την έρημο αξιώθηκε να δει την οσία. Κι άρχισε να κραυγάζει: Ευλογημένο το όνομά Σου, Κύριε» (ωδή ζ΄). Διά του Ζωσιμά αναδείχτηκε και έγινε γνωστή σε όλους η αγία Μαρία, η οποία έκτοτε κατέστη για την Εκκλησία μας ισχυρότατο παράδειγμα μετανοίας – κανείς μετά από αυτήν, όπως και με άλλους βεβαίως αγίους μετανοήσαντας, δεν μπορεί να επικαλεστεί τις αμαρτίες του για να μένει προσκολλημένος εμπαθώς σ’ αυτές.

Λοιπόν, για να επανέλθουμε: στο πρόσωπο της μεγάλης οσίας και την αληθινή μετάνοια ψηλαφίζουμε αλλά και την κινητοποίηση όλης της Εκκλησίας βλέπουμε: της κεφαλής της που είναι ο Κύριος και το φως Του, που θα πει και όλης της ενέργειας της αγίας Τριάδος∙ της πρώτης μεταξύ όλων των αγίων, της Παναγίας Μητέρας∙ του αγίου μέλους της, οσίου Ζωσιμά, ανθρώπου της εποχής της οσίας∙ διαχρονικά μέχρι σήμερα και όσο θα υπάρχει κόσμος όλων ημών των πιστών μελών της, που τρεφόμαστε με το παράδειγμά της και κινητοποιούμαστε προς αντίστοιχο μ’ εκείνην τρόπο ζωής. Οπότε ό,τι ο Κύριος απεκάλυψε, ότι «χαρά γίνεται εν ουρανώ επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι», το βλέπουμε αισθητά και ορατά στον βίο της. Και με ό,τι συνέβη σ’ εκείνην καταλαβαίνουμε και τι γίνεται και με κάθε άνθρωπο, όπου γης: την αδιάκοπη ενέργεια του Θεού μας και τον σχεδιασμό Του για να τον φέρει κοντά Του ή περισσότερο κοντά Του. Όταν ο Κύριος αποκαλύπτει ότι «ο πατήρ μου έως άρτι εργάζεται καγώ εργάζομαι», σημαίνει ότι μπορεί εμείς να «κοιμόμαστε», Εκείνος όμως αγρυπνεί διαρκώς για τη σωτηρία μας. Και μακάρι να είμαστε από εκείνους που ξυπνητοί θα δουν την εργασία Του και σε εμάς τους ίδιους.

Η ΟΣΙΑ ΜΑΡΙΑ Η ΑΙΓΥΠΤΙΑ

«Η Μαρία καταγόταν από την Αίγυπτο κι έζησε πριν από τη μεταστροφή της στην πίστη του Χριστού μέσα στην ακολασία – πολλοί άνθρωποι οδηγήθηκαν σε όλεθρο μέσω αυτής. Αφού λοιπόν παρέμεινε δεκαεπτά έτη ζώντας με ασέλγεια, (επειδή από μικρή είχε εξολισθήσει στην πονηρία), ύστερα αποδύθηκε στους αγώνες της εγκράτειας και της αρετής. Και τόσο πολύ υψώθηκε πνευματικά υπερβαίνοντας τα πάθη της ώστε να μπορεί να περπατάει σαν σε ξηρά πάνω στα νερά του Ιορδάνη ποταμού και να σηκώνεται στον αέρα ενόσω προσευχόταν κατά γης.

Πώς άλλαξε τρόπο ζωής; Κατά τον καιρό της προσκυνήσεως του τιμίου Σταυρού, τότε που πολλοί από όλα τα μέρη της γης συνέρρεαν στα Ιεροσόλυμα, πήγε και αυτή μαζί με κάποιους ακόλαστους νέους. Όταν έφτασε στους Αγίους Τόπους και πήγε στον Ναό να προσκυνήσει, διαπίστωσε ότι μία αόρατη δύναμη την εμπόδιζε να διέλθει από την είσοδο. Συγκλονίστηκε και παρεκάλεσε τη Θεομήτορα αγνή Παρθένο να μπει εγγυήτρια γι’ αυτήν στον Θεό ότι αν μπορέσει να εισέλθει στον Ναό θα σταματήσει τον πονηρό βίο, θα ακολουθήσει την οδό της σωφροσύνης και δεν θα συνεχίσει να είναι δούλη των σαρκικών ηδονών και επιθυμιών. Πράγματι, η προσευχή της εισακούστηκε, οπότε αφού προσκύνησε τον τίμιο Σταυρό, έφυγε και περνώντας τον Ιορδάνη ποταμό έφτασε στην έρημο, αγωνιζόμενη εκεί επί σαρανταεπτά χρόνια. Στα χρόνια αυτά κανέναν άνθρωπο δεν είδε κι ο μόνος που την έβλεπε ήταν ο Θεός. Με την άσκησή της ξεπέρασε τα όρια της ανθρώπινης φύσεως κι έγινε ένας επίγειος άγγελος». 

Η υμνογραφία της Εκκλησίας διά γραφίδος αγίου Θεοφάνους του υμνογράφου αναλίσκεται επί τη μνήμη της οσίας Μαρίας στην περιγραφή της συγκλονιστικής αλλαγής της: από την ασωτία στα ύψη της πνευματικής ζωής, αλλά και στην καταγραφή των βιωμάτων της από τις αντίστοιχες περιόδους της «προ Χριστού και μετά Χριστόν» ζωής της. Ένας ύμνος μάλιστα από την ωδή γ΄ παρουσιάζει την οσία στην πρότερη αμαρτωλή ζωή της ως την Εύα που παρήκουσε το θέλημα του Θεού και αμάρτησε, αλλά και στην ύστερη αγιασμένη ζωή της ως το διψασμένο ελάφι που τρέχει επί τας πηγάς των υδάτων. Και ποιο το σημείο που πρόκειται κοινό και στις δύο εποχές; Το ξύλο. Το πρώτο ξύλο, το δέντρο, που λόγω της αμαρτίας οδήγησε στη μύηση του θανάτου: ό,τι συνέβη με τους πρωτοπλάστους, το δεύτερο, το ξύλο του Σταυρού του Κυρίου, που οδήγησε στη βαθειά πίστη του Χριστού και την εύρεση της αληθινής ζωής. «Αφού προσήλθες στο ξύλο της αμαρτίας – λέει συγκεκριμένα ο άγιος υμνογράφος – και μυήθηκες στη θανατηφόρα γνώση, έτρεξες στο ξύλο που δίνει τη ζωή, στον Σταυρό του Κυρίου, κραυγάζοντας προς Αυτόν: Εσύ είσαι ο Θεός μας και δεν υπάρχει δίκαιος εκτός από Σένα, Κύριε».

Πού έγκειτο το πρόβλημα κατά την πρώτη εποχή της Μαρίας; Στη στροφή του νου της μόνο στα πονηρά, που σημαίνει την καλλιέργεια εκείνων των άτοπων εμπαθών λογισμών που ως αποτέλεσμα φέρνουν πάντοτε την ακαθαρσία της ψυχής και την υποδούλωσή της στα πάθη και τον διάβολο (ωδή α΄). Η Μαρία επηρεαζόμενη από τον αρχαίο όφι είχε πάρει κυριολεκτικά την κατηφόρα και την κατολίσθησή της στο βάραθρο της απώλειας (ωδή α΄). Δεν λάμβανε υπ’ όψιν της καθόλου τον Δημιουργό της, γι’ αυτό και γινόταν δυστυχώς μέσον απωλείας και πολλών άλλων, ιδίως νέων ανθρώπων (ωδή α΄). Η κατάστασή της ήταν τέτοια που την εκφράζει ο Κύριος με τον πιο δραματικό και απόλυτο τρόπο: «Ουαί, δι’ ου το σκάνδαλον έρχεται», αλλοίμονο σ’ εκείνον που γίνεται μέσο που σκοντάφτει πνευματικά ο άλλος, και: «Συμφέρει σ’ έναν τέτοιο άνθρωπο να πάει να δέσει μία μυλόπετρα στον λαιμό του και να φύγει από τη ζωή αυτή!»

Κι όμως σε έναν τέτοιο άνθρωπο, χαμένο και νεκρό, προφανώς υπήρχε στο βάθος της ψυχής μία καλή διάθεση. Και πώς έρχεται σε φως το καλό αυτό; Μ’ έναν τρόπο απρόσμενο και εντελώς διακριτικό από τον Ουράνιο Πατέρα: χωρίς κανείς να καταλάβει τίποτε, η ενέργειά Του κλείνει τη δίοδο για τη Μαρία στον Ναό Του! Ένας πειρασμός δηλαδή, μία «άρνηση» και «τιμωρία» του Θεού γίνεται στην άσωτη κοπέλα η αφορμή της πλήρους αλλοιώσεως της ψυχής της, της μεγάλης μετανοίας της – πόσες φορές μία θεωρούμενη δυσκολία συνιστά την πιο μεγάλη ευεργεσία του Θεού για εμάς! Οπότε «η γεμάτη από κάθε είδους πορνείας γυναίκα φάνηκε με τη μετάνοιά της νύμφη Χριστού, ποθώντας την πολιτεία των αγγέλων» (κοντάκιο).

Κι ήταν καθοριστική η επέμβαση της Θεοτόκου! Όπως συνεχώς μας καλεί η Εκκλησία με τους ύμνους και τις προσευχές της να απευθυνόμαστε στη Μεγάλη Μάνα προκειμένου να μεσιτεύει για να μας παρέχει ο Υιός και Θεός της μετάνοια – «και τον σον υιόν και ημών δεσπότην και Κύριον τη μητρική σου παρρησία χρωμένη δυσώπησον, ίνα… επιστρέψη με προς μετάνοιαν…» (ευχή Αποδείπνου) – έτσι και για τη Μαρία: και μόνο το ικετευτικό βλέμμα της συντριμμένης καρδιάς της προς την Ουράνια Μάνα γίνεται η αφορμή για να εκφραστεί όλη η αγάπη Εκείνης προς το παραστρατημένο παιδί Της. Μπορούμε να το φανταστούμε: με δάκρυα στα μάτια, με επαινετή αναίδεια, ατένιζε επίμονα την Πανάχραντο, επικαλούμενη τις πρεσβείες της (ωδή δ΄ και ς΄). Και το θαύμα γίνεται: «Παίρνοντας δύναμη από τη σωτήρια χάρη και ανοίγοντας τα μάτια και την καρδιά στη θεϊκή και φωτοφόρα λάμψη μπόρεσε να πλησιάσει τον πάνσεπτο Σταυρό και να σωθεί» (ωδή δ΄).

Έκτοτε στην έρημο που βρέθηκε ο αγώνας της ήταν πώς να απαλείψει τις εικόνες των παθών από την ψυχή της και να βάλει στις θέσεις τους τις ιδέες των αρετών (στιχ. εσπ.), κάτι που σημαίνει ότι «με όλες τις δυνάμεις της θέλχτηκε από τον έρωτα της παρουσίας του Χριστού και γι’ αυτό μπόρεσε να ξεπεράσει τις εφόδους των παθών» (ωδής΄). Αποτέλεσμα; Να υπερκεράσει πάμπολλους άλλους στην αγιότητα, τόσο που να τη θαυμάσει και ο σπουδαίος και μεγάλος Ζωσιμάς. Ο θεόφρων Ζωσιμάς που αξιώθηκε εν πνεύματι να δει την ψυχική ομορφιά της, να της φέρει τα άχραντα μυστήρια προς θεία κοινωνία και να γεμίσει ο ίδιος από ανεκλάλητη χαρά που υπάρχουν τέτοια πλάσματα του Θεού! (ωδή η΄ και θ΄). Μαζί τώρα με τον μεγάλο αυτόν όσιο εποπτεύει τον θρόνο του παντοκράτορος Κυρίου, ικετεύοντας και για εμάς ο Κύριος να εξιλεώσει τις δικές μας αμαρτίες (ωδή θ΄).

«ΗΤΑΝ ΤΟΣΟ ΛΑΜΠΕΡΟ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ…»

«Η Γερόντισσα Γαβριηλία ήταν η Γερόντισσα της χαράς. Για μένα ήταν πολύ σημαντικός σταθμός της ζωής μου. Λίγες φορές τη συνάντησα, πρόλαβα δηλαδή, αλλά ήταν η πρώτη μοναχή που είδα στη ζωή μου.  Και ήταν τόσο λαμπερό το πρόσωπό της, δηλαδή η χαρά που είχε ακτινοβολούσε τόσο πολύ στο πρόσωπό της, που ενώ ήταν 91 ετών όταν την είδα, εγώ είδα ένα πρόσωπο πάρα πολύ καθαρό, πάρα πολύ φωτεινό, πραγματικά σαν ένα παιδάκι. Εξέπεμπε μία χαρά και μία καθαρότητα που σε έκανε να ζηλέψεις, που είπα – εκείνη ήταν 91 ετών εγώ 19 – αν είναι έτσι ο μοναχισμός αυτό είναι ευλογία, αυτό είναι ομορφιά…. Πάντοτε σε ό,τι έκανε και έλεγε, κατέληγε: «Ο Χριστός σώζει. Ο Χριστός θα σώσει τους ανθρώπους». Υπάρχουν απίστευτα γράμματα των ανθρώπων που λένε: «Ποιος είναι ο Θεός αυτής της γυναίκας;»  Και γινόντουσαν χριστιανοί. Γιατί; Με το παράδειγμά της. Δεν πήγαινε να τους δείξει το Ευαγγέλιο. Το ζούσε το Ευαγγέλιο. Και τη μία ήτανε στα παλάτια με την Ίντιρα Γκάντι να της κάνει θεραπεία, μασάζ, την άλλη ήτανε σ’ ένα χαμόσπιτο, με τα ποντίκια, τους αρουραίους, τα φίδια… Σαν παραμύθι ήτανε η ζωή της. Αλλά με κέντρο της πάντα τον Χριστό. Κι αυτό ομόρφαινε τη ζωή της» (Γερόντισσα Φιλοθέη, Ηγουμένη Ι. Μ. Παναγίας των Βρυούλων, Ωρωπός). 

Είναι μία από τις πολλές μαρτυρίες για την εσχάτως αγιοκαταταχθείσα (2-10-2023) οσία Γερόντισσα Γαβριηλία Παπαγιάννη (1897-1992), τη Γερόντισσα της χαράς όπως χαρακτηρίστηκε, που φανερώνει μ’ έναν άμεσο και βιωματικό τρόπο το πόσο επιδρούσε στη ζωή των ανθρώπων και μόνο η παρουσία της, κυρίως όμως το λαμπερό πρόσωπό της, το πόσο εκείνοι που τύχαινε να τη συναντήσουν δεν μπορούσαν να την ξεπεράσουν και να την αγνοήσουν. Πού οφείλετο η λάμψη της, κατά τη Γερόντισσα Φιλοθέη, για την οποία η πρώτη συνάντησή της μαζί της ήταν μία κυριολεκτικά θα λέγαμε «αποκάλυψη»; «Στη χαρά που εξέπεμπε» σημειώνει, την αίσθηση ότι είχε απέναντί της ένα… παιδάκι με ολοφώτεινο πρόσωπο! Τότε φυτεύτηκε ίσως ο πρώτος σπόρος για να στραφεί κι αυτή, 19 τότε ετών, προς τον μοναχισμό – «αν αυτό είναι ο μοναχισμός, τότε μιλάμε για ευλογία και ομορφιά» σκέφτηκε.

Στα 91 της χρόνια τότε που τη συνάντησε, είδε όχι μόνο την καθαρότητα και τη λάμψη του προσώπου της, αλλά και την καθαρότητα και τη λάμψη της σκέψης και του πνεύματός της. Κι ήταν βεβαίως η καθαρότητα ενός μυαλού πολύ ανοιχτού και ιδιοφυούς ίσως – μεγάλωσε και σπούδασε με τρόπο που ελάχιστες γυναίκες είχανε στην εποχή της την ίδια δυνατότητα – αλλά που είχε επιδράσει πάνω του η χάρη του Θεού, η απαλάδα του αγίου Πνεύματος, ώστε τελικώς να αφήνει από όπου κι αν πέρασε την ευωδία της ενέργειάς Του. Γιατί αυτό ήταν το κέντρο της ζωής της αγίας Γερόντισσας, απαρχής θα λέγαμε που κατάλαβε τον εαυτό της, κυρίως όμως αφότου έλαβε την ευλογία του οσίου Γέροντός της Αμφιλοχίου της Πάτμου για να γίνει μοναχή και να κινητοποιείται ιεραποστολικά όπου γης: ο ίδιος ο Κύριος, ο Σωτήρας των ανθρώπων, η ομορφιά της ίδιας και του κόσμου όλου.

Κι εδώ βρίσκεται το «μυστικό» αυτής της μοναδικής για τα νεώτερα χρόνια γυναίκας που γύρναγε όλον τον κόσμο: η προσωπική και απόλυτη και χωρίς κρατούμενα σχέση της με τον Κύριο! Η Γαβριηλία εν χάριτι κατάλαβε ότι τίποτε δεν υφίσταται πέραν και εκτός του Χριστού, η αγάπη προς Εκείνον είναι η προοπτική και το αδιάκοπο αγώνισμα καθενός που θέλει να είναι χριστιανός, που σημαίνει ότι το μόνο που διακρατεί τον πιστό στην αγάπη αυτή είναι η τήρηση των αγίων εντολών Του, κατά τον αψευδή λόγο Του: «εάν με αγαπάτε, τηρήστε τις εντολές μου». «Είμαι υποτακτική του Χριστού» συνήθιζε να λέγει, επιβεβαιώνοντας έμπρακτα τη χάρη μέσα στην οποία ζούσε. Και τι σημαίνει υποτακτικός; Άνθρωπος που έχει αφήσει κατά μέρος το δικό του θέλημα, για να βρίσκεται διαρκώς πάνω στο θέλημα Εκείνου. Οπότε κατανοούμε όσο είναι δυνατόν την ένταση του πνευματικού της αγώνα, αγώνα που την έκανε να «ματώνει» εσωτερικά, διαγράφοντας κάθε εμπαθή κίνηση από την παρουσία του παλαιού λεγόμενου ανθρώπου.

Γι’ αυτό και την ευωδία της χάριτός της την οσφράνθηκαν πολλοί αγιασμένοι άνθρωποι, όπως ο όσιος Αμφιλόχιος της Πάτμου που είπαμε, αλλά και άλλοι, όπως ο γνωστός Γέροντας Λάζαρος Μουν, ο γνωστός μοναχός Λεβ Ζιλέ, κυρίως όμως ο όσιος μέγας Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης, ο οποίος εν Πνεύματι προφανώς με πληροφορία Κυρίου την αναζήτησε και την πήρε τηλέφωνο, λίγο καιρό πριν απέλθει από τον κόσμο τούτο, για να έχει επικοινωνία μαζί της και αισθητά, πέραν της επικοινωνίας της πνευματικής που αναπτύσσεται ανάμεσα σε πνευματικούς ανθρώπους. Καταγράφει τη μαρτυρία αυτή η Γερόντισσα Φιλοθέη στο βιβλίο της για τη Γερόντισσα Γαβριηλία, χωρίς όμως να γνωρίζουμε τι διαμείφθηκε στην επικοινωνία αυτή. Απλώς η Γαβριηλία το μόνο που έκανε ήταν να συνομιλεί όρθια, γιατί δεν μπορούσε όπως είπε να της μιλάει ο στρατηγός και εκείνη ως απλός στρατιώτης να βρίσκεται καθιστή.  

Κι είναι πολύ σημαντική τέλος η παρατήρηση της Γερόντισσας Φιλοθέης, κάτι που το συναντούμε ως παρατήρηση και όλων όσοι σχετίστηκαν μαζί της: όπου κι αν πήγαινε και όπου κι αν βρισκόταν, είτε στην Ελλάδα είτε στην Ινδία είτε στο Θιβέτ είτε σε χώρες της Ευρώπης είτε στην Αμερική, οπουδήποτε, δεν πήγαινε με σκοπό να κηρύξει το Ευαγγέλιο κατά τον τρόπο των ιεραποστόλων που ξέρουμε. Καταρχάς όπου πήγαινε ήταν γιατί ανταποκρινόταν σε κλήση του Θεού και των ανθρώπων, έκανε δηλαδή υπακοή˙ κι έπειτα το Ευαγγέλιο το κήρυσσε αδιάκοπα, αλλά με την αγιασμένη ζωή της. «Το παράδειγμά της ήταν το Ευαγγέλιο» σημειώνει η Γερόντισσα της Παναγίας των Βρυούλων, και χωρίς να μιλάει δηλαδή τον Χριστό προέβαλε, τόσο που αυτοί που τη ζούσαν να αναρωτιούνται: «Ποιος είναι ο Θεός αυτής της γυναίκας;» Για να καταλάβουν βεβαίως έπειτα ότι μπροστά τους είχαν τον ίδιο τον Χριστό «εν ετέρα μορφή» - ό,τι πρέπει στην πραγματικότητα να συμβαίνει με κάθε χριστιανό και ιδίως κληρικό: και χωρίς να μιλάει να «λειτουργεί» ως μαγνήτης λόγω της χαριτωμένης ζωής του.

«Σαν παραμύθι» πράγματι η ζωή της οσίας Γαβριηλίας, δηλαδή παραμυθία και παρηγοριά για τη ζωή μας. Ας έχουμε την ευχή της.  

ΟΤΑΝ ΕΧΕΙΣ ΣΤΕΝΟΧΩΡΙΑ…

«“Δέν ἔχει γεννηθεῖ ἀκόμη ὁ ἄνθρωπος πού θά μέ λυπήσει”. Αὐτή ἡ ἀνιδιοτελής ἀγάπη καί ἡ διαρκής χαρά τήν ὁποία ἐξέπεμπε (η οσία Γερόντισσα Γαβριηλία Παπαγιάννη) ἦταν τό ἀποτέλεσμα τῆς αἴσθησης τῆς διαρκοῦς παρουσίας τοῦ Θεοῦ. Ὅ,τι καί νά τῆς ἔλεγες σοῦ ἔδινε τήν ἴδια συνταγή: “Ὅταν ἔχεις στενοχώρια, νά γράφεις ἄπειρες σελίδες μέ τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ ἤ τό “Κύριε Ἐλέησον”. Νά διαβάζεις τό Εὐαγγέλιο κάθε μέρα. Καί ὅταν θέλεις νά ἔχεις πιό πολλή χάρη, νά διαβάζεις τίς ἐπιστολές”. Ἄν πάλι πήγαινες ὅλο μιζέρια καί θρῆνο καί τῆς ἔλεγες ὅτι ἔχεις στήν ψυχή σου θλίψη, τότε σοῦ ἔδινε μιά ἄλλη πρόταση ζωῆς: “Ἄν θές νά πάψεις νά ἔχεις θλίψη, θά πρέπει νά πάψεις νά ἀσχολεῖσαι μέ τόν ἑαυτό σου. Θά πρέπει νά γίνεσαι ὁ ἄλλος, καί νά ἔχεις ἐμπιστοσύνη στόν Θεό. Πρῶτον πίστη, δεύτερον πίστη, τρίτον πίστη”» (Μοναχής Φιλοθέης, Η Γερόντισσα της χαράς, Μοναχή Γαβριηλία Παπαγιάννη, εκδ. Επιστροφή, σελ. 131).

Παράδοξος ο λόγος της οσίας Γαβριηλίας. Πώς είναι δυνατόν ευρισκόμενος κάποιος σ’ έναν κόσμο πεσμένο στην αμαρτία, με κύριο χαρακτηριστικό την ταραχή και την αντιπαλότητα στις ανθρώπινες σχέσεις, να μην λυπηθεί από την επίθεση που θα δεχτεί όχι λίγες αλλά πολλές φορές και μάλιστα όχι από έναν αλλά μάλλον από πολλούς συνανθρώπους του; Όταν ο άλλος θα σε αμφισβητήσει, θα σε χλευάσει, θα σε ζηλέψει, θα σε αδικήσει, ιδίως όταν είσαι χριστιανός, πώς εσύ δεν θα αντιδράσεις, δεν θα λυπηθείς, δεν θα ταραχτείς; Τι μπορεί να συμβαίνει; Η Γερόντισσα Φιλοθέη που είχε γνωρίσει την οσία όταν η ίδια ήταν νεαρή και η Γαβριηλία προχωρημένης ηλικίας, δίνει την απάντηση. Η οσία Γαβριηλία ζούσε διαρκώς μέσα στην παρουσία του Θεού, γι’ αυτό και διακατεχόταν από ανιδιοτελή αγάπη και διαρκή χαρά. Η ψυχή της, η καρδιά της, η διάνοιά της, όλη η δυναμική και του σώματός της ήταν προσανατολισμένα με θεϊκό έρωτα προς τον Κύριο Ιησού Χριστό, αφότου μάλιστα αφιερώθηκε πλήρως και εντελώς ως μοναχή σ’ Εκείνον. Αυτό που η Εκκλησία μας δίνει στον άνθρωπο, να μπορεί χάριτι Θεού να γίνει μέλος Χριστού ενδεδυμένος Εκείνον, αυτό και ζούσε ενεργοποιώντας τη χάρη αυτή η αγία αυτή ψυχή. Κι έτσι κατανοούμε όσο μπορούμε τον εσωτερικό έντονο αγώνα της να ζει ως Χριστός στον κόσμο, δηλαδή να ζει εν Αυτώ και Αυτός εν αυτή – ό,τι έχει υποσχεθεί ο Κύριος στον αληθινά πιστό του: «ὁ τηρῶν τάς ἐντολάς Αὐτοῦ, ἐν Αὐτῷ μένει καί Αὐτός ἐν αὐτῷ».

Οπότε, το «κέντρο βάρους» της οσίας αυτής γυναίκας, όπως και κάθε αγίου της Εκκλησίας, δεν βρισκόταν στον εαυτό της – αυτό γίνεται στον άνθρωπο που «πατάει» στις δικές του (ανύπαρκτες) δυνάμεις γιατί έχει διαγράψει τον Θεό από τη ζωή του, με αποτέλεσμα βεβαίως το «βύθισμα» στα πάθη του και στις δυνάμεις του Πονηρού. Ένα έρμαιο του Πονηρού και των τυφλών ορμών του δεν είναι ο άθεος και άπιστος άνθρωπος; Το «κέντρο βάρους» της βρισκόταν στον Ίδιο τον Κύριο και Θεό της, αφού «Αὐτός ἐστιν ἡ κεφαλή τοῦ σώματος» και η ίδια κατανοούσε τον εαυτό της, όπως είπαμε, ως μέλος δικό Του. Συνεπώς, με γνώση της ταραχής και της άγνοιας των ανθρώπων των εκτός Θεού ευρισκομένων αλλά και με επίγνωση της δικής της «ταυτότητας» ως χριστιανής που έβλεπε τα πάντα εν Θεώ μπορούσε να λέει: «κανείς δεν μπορεί να με λυπήσει». Πότε μόνον θλιβόταν η αγία Γερόντισσα; Όταν σκεφτόταν την άσχημη κατάσταση του ανθρώπου που δεν ζει κατά Χριστόν. Τότε, ναι, θλιβόταν και λυπόταν, μεταποιώντας τη λύπη της αυτή σε έμπονη προσευχή για τον άνθρωπο. Άλλωστε, ποτέ ο λόγος του Κυρίου δεν μας αφήνει να φερόμαστε ένθεν κακείθεν λόγω των παθών μας, αλλά μας στερεώνει την καρδιά ώστε να βρίσκεται αταλάντευτα πάνω στις εντολές Εκείνου, διαβλέποντας την παρουσία Του στο πρόσωπο κάθε συνανθρώπου μας. «Ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου, ἐμοί ἐποιήσαστε».

Προκειμένου βεβαίως να βρίσκεται ο πιστός στην οδό Κυρίου απαιτείται να γνωρίζει το Ευαγγέλιο, να το μελετά έμπρακτα, ώστε να φωτίζεται αδιάκοπα από την παντοδύναμη ενέργεια που περικλείεται σ’ αυτό, κάτι που οδηγεί και στην υπέρβαση της όποιας στενοχώριας και της όποιας θλίψης. Είναι γνωστό από την παράδοση της Εκκλησίας και την εμπειρία των αγίων μας: άνθρωπος που με αληθινή διάθεση θα μελετήσει τον λόγο του Θεού θα νιώσει «την ακτίνα» (όσιος Ισαάκ ο Σύρος) της χάρης του Θεού να τον περιλούει και να τον απαλλάσσει από ό,τι αρνητικό συναίσθημα μπορεί να τον διακατέχει. Και πόση σοφία και γνώση του ανθρώπου επίσης υπάρχει  στην προτροπή της οσίας μοναχής: «Ὅταν ἔχεις στενοχώρια, νά γράφεις ἄπειρες σελίδες μέ τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ ἤ τό “Κύριε Ἐλέησον”»! Διότι όχι μόνον τα χείλη που σιγοψιθυρίζουν την ευχή, αλλά και η όραση του ονόματος του Κυρίου και η αφή με το γράψιμο, δηλαδή όλες οι αισθήσεις του ανθρώπου, συμμετέχουν στην αγιασμένη αυτή ενέργεια - μία ιδιότυπη έμπρακτη εφαρμογή της εντολής του Θεού να Τον αγαπάμε «με όλη την καρδιά, την ψυχή, τη διάνοια, την ισχύ» μας.

Κι είναι πια ευνόητο: άνθρωπος που είναι προσανατολισμένος προς τον Θεό, δηλαδή προς τον αγώνα τηρήσεως των αγίων Του εντολών, θα βλέπει την παρουσία Του στο πρόσωπο του κάθε συνανθρώπου του – το μνημονεύσαμε και παραπάνω! Αλλά και με το αποτέλεσμα που είπε ο Κύριος: η ανιδιοτελής αγάπη του πιστού για κάθε συνάνθρωπό του, όποιος κι αν είναι αυτός, θα φέρνει μαζί και την αδελφή της αγάπης, τη χαρά. Όταν υπερβαίνεις την αποκλειστική αγάπη για τον εαυτό σου και «γίνεσαι ο άλλος» διά της εν Χριστώ αγάπης, τότε εμπειρικά διαπιστώνεις ότι βρήκες το μονοπάτι που σε πάει κατευθείαν στην πηγή! Της αιώνιας χαράς, δηλαδή του Ιησού Χριστού!