Δευτέρα 9 Μαρτίου 2026

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΕΔΕΣΜΑΤΑ

ΔΕΥΤΕΡΑ Γ΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

Από την πλούσια πνευματική τράπεζα που μας παραθέτει η Εκκλησία μας κατά τη Δευτέρα της τρίτης εβδομάδας των Νηστειών, επιλέγουμε ορισμένα εδέσματα.

- «Βρῶσιν λελοιπώς ἀγγελικήν, παρωμοιώθην κτήνεσιν, ἐν τῷ σιτίζεσθαι τήν μοχθηράν κακίαν˙ ἀλλ’ οὖν ἐπιστρέφοντα, δέξαι με, ὥσπερ ἕνα τῶν μισθίων, οὐράνιε Πάτερ» (ωδή α΄).

(Αφού εγκατέλειψα την τροφή των αγγέλων, έγινα όμοιος με τα κτήνη, τρώγοντας την πονηρή κακία. Αλλά Ουράνιε Πατέρα, τώρα που επιστρέφω σε Σένα, δέξου με ως ένα των δούλων Σου).

Τον άσωτο υιό έχει ενώπιόν του ο άγιος υμνογράφος Ιωσήφ. Τον άσωτο που αποτελεί τον τύπο της αληθινής μετανοίας, συνεπώς εκείνον που χαρακτηρίζει όχι μόνο την περίοδο της Σαρακοστής, αλλά όλη τη ζωή του ανθρώπου – να θυμηθούμε τον όσιο Παΐσιο τον αγιορείτη, ο οποίος έλεγε ότι ποθεί όλη η ζωή του να ήταν μία Σαρακοστή. Ο άσωτος λοιπόν αποτελεί το όραμα για κάθε πιστό, αφού χαράζει τον δρόμο της μετανοίας που εκβάλλει στο Σπίτι, δηλαδή την αγκαλιά του Ουράνιου Πατέρα. Το δεδομένο και πάλι για τον άγιο υμνογράφο που κινείται βεβαίως ευαγγελικά είναι η αγάπη του Θεού, που είναι όχι ο αυστηρός και εκδικητής Θεός, αλλά ο Πατέρας που το μόνο που κάνει είναι να ποθεί με ζήλο το κάθε παιδί Του, πότε δηλαδή θα θελήσει να ανταποκριθεί στην αγάπη Του. Αρκεί η θέλησή του αυτή να έχει όντως τα χαρακτηριστικά της αληθινής μετάνοιας: πρώτον, τη συναίσθηση ότι η αμαρτία ως απομάκρυνση από τον Θεό συνιστά μία κτηνώδη κατάσταση για τον άνθρωπο, με την έννοια της υποβίβασης και της υποδούλωσής του από τον αγγελικό επίπεδο στη διαστροφική κακία και πονηρία˙  δεύτερον, την κίνηση επιστροφής στον Θεό με διάθεση ταπείνωσης. Τα χαρακτηριστικά αυτά «συγκινούν» τον φιλάνθρωπο Πατέρα μας και Τον κάνουν να μας «κυνηγάει» με ανοιχτές αγκάλες!

- «Ἐν φαιδροτάτῃ νηστείᾳ, φωταυγείᾳ τῶν προσευχῶν λαμπρυθέντες  χρηματίσωμεν, ὅπως τῆς ἁμαρτίας τό σκότος ἐκφύγωμεν» (ωδή η΄).

(Μέσα στο πλαίσιο της φαιδρότατης νηστείας, ας γίνουμε λαμπροί από το ισχυρό φως των προσευχών, προκειμένου να ξεφύγουμε από το σκοτάδι της αμαρτίας).

Ο υμνογράφος τονίζει αυτό που συνιστά το κατεξοχήν παγιωμένο σχήμα στην πνευματική ζωή: η αμαρτία δεν είναι παιχνίδι ή κατάσταση που πρέπει κανείς να την αντιμετωπίσει με ελαφριά καρδιά. Αυτό που έφερε και φέρνει απαρχής και εφεξής είναι το σκοτάδι του θανάτου. Πνευματικού πρώτιστα ως απομάκρυνσης από την πηγή της ζωής, τον Θεό, συνεπώς της έλλειψης και κάθε νοήματος για τον άνθρωπο, αλλά και σωματικού στη συνέχεια με όλα τα παρεπόμενα της οποιασδήποτε φθοράς, της αρρώστιας και του πόνου. Ενόψει λοιπόν μίας τέτοιας τραγικής και δύστυχης καταστάσεως που σφραγίζει τον κάθε άνθρωπο, υπάρχει το αντίδοτο που έφερε ο Λυτρωτής και Σωτήρας Χριστός και που δεν είναι άλλο από την αποκατάσταση της σχέσης του ανθρώπου με τον Θεό. Η σχέση αυτή καθορίζεται πια από τη διαρκή αναφορά του πιστού προς τον Θεό Πατέρα, την αέναη και καθαρή δηλαδή προσευχή του. Προσευχή που δεν βάζει τον άνθρωπο να στέκει κάπου και να ψάχνει τον Θεό, αλλά να είναι μέσα σ’ Αυτόν, ενσωματωμένος στον Χριστό, οπότε να προσεύχεται έχοντας Εκείνον εν Πνεύματι  να «λέει» τις προσευχές – ο πιστός εν Χριστώ γίνεται ο ίδιος προσευχή. Αποτέλεσμα που το βλέπουμε σε όλους τους αληθινούς πιστούς, τους αγίους μας: να ζουν μέσα στο πλούσιο φως του Θεού, ντυμένοι Εκείνον που είναι το Φως! Κατεξοχήν όργανο βοηθητικό στην πνευματική αυτή πορεία είναι η νηστεία της Εκκλησίας μας, που έτσι αποκτάει χαρακτήρα χαρμόσυνο.

- «Νήστευσον ψυχή μου, κακίας και πονηρίας, κράτησον ὀργῆς, καί θυμοῦ καί πάσης ἁμαρτίας. Ἰησοῦς γάρ τοιαύτην θέλει νηστείαν, ὁ φιλανθρωπότατος Θεός ἡμῶν» (ωδή θ΄).

(Νήστεψε, ψυχή μου, από την κακία και την πονηρία, κυριάρχησε στην οργή και στον θυμό και σε κάθε άλλη αμαρτία. Διότι ο Ιησούς που είναι ο φιλανθρωπότατος Θεός μας, τέτοια νηστεία θέλει).

Ο άγιος Ιωσήφ δεν παύει καθημερινά να υπενθυμίζει ό,τι σημείωνε απαρχής της νηστείας: νηστεία αληθινή δεν είναι κυρίως η αποχή από το φαγητό ή ο περιορισμός απλώς των τροφών. Πρώτιστα είναι η αποχή και η πλήρης απομάκρυνση από κάθε αμαρτία, από κάθε κακία και πονηρία, είτε αυτή λέγεται οργή είτε θυμός είτε οτιδήποτε άλλο – μη ξεχνάμε ότι ο Πονηρός διάβολος ουδέποτε σιτίζεται, αλλά είναι διάβολος! Μία τέτοια νηστεία χαρακτηρίζεται αληθινή και αυτήν αποδέχεται ο Ιησούς Χριστός που είναι ο φιλανθρωπότατος Θεός μας. Γιατί; Διότι αυτή καθαρίζει το «έδαφος» της καρδιάς μας και μας καθιστά ικανούς να δεξιωθούμε μέσα της τον Ίδιο τον Θεό. «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται». Η έγνοια του αγίου υμνογράφου να μη χάσουμε τον στόχο μας την περίοδο αυτή είναι συγκινητική. Κι αυτό γιατί είναι πολύ εύκολο να μείνουμε δυστυχώς στην επιφάνεια της σωματικής νηστείας, της εύκολης νηστείας, και να ξεχάσουμε το βάθος της. Το πρόβλημα πάντοτε είναι η «ποιότητα» της καρδιάς μας.

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΝΤΑ ΜΕΓΑΛΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΟΙ ΕΝ ΛΙΜΝΗ ΤΗΣ ΣΕΒΑΣΤΕΙΑΣ ΜΑΡΤΥΡΗΣΑΝΤΕΣ

«Οι άγιοι αυτοί που προέρχονταν από διάφορες πατρίδες, ήταν στρατιώτες στο ίδιο τάγμα. Συνελήφθησαν για την πίστη τους στον Χριστό και οδηγήθηκαν σε εξέταση, κι επειδή δεν πείσθηκαν να θυσιάσουν στα είδωλα, κτυπήθηκαν καταρχάς με πέτρες στα πρόσωπα και στο στόμα. Οι βολές όμως των πετρών αντί να πλήττουν αυτούς, αντιστρέφονταν και  έπλητταν μάλλον αυτούς που τις έριχναν. Έπειτα, σε καιρό χειμώνα, καταδικάστηκαν να διανυκτερεύσουν στο μέσο της λίμνης που βρισκόταν μπροστά από την πόλη. Εκεί δείλιασε ο ένας από αυτούς, ο οποίος έτρεξε στο κοντινό λουτρό κι ευθύς  με την επαφή της θερμότητας διαλύθηκε. Ο δήμιος τότε που τους παρατηρούσε και τους φύλασσε, έβαλε αμέσως τον εαυτό του στη θέση αυτού που έφυγε, καθώς είδε μέσα στη νύκτα φως γύρω από τους μάρτυρες και στεφάνια να κατεβαίνουν πάνω στον καθένα τους.

Όταν ξημέρωσε, επειδή οι άγιοι δεν είχαν ξεψυχήσει και ανέπνεαν ακόμη, τους έσπασαν τα σκέλη και έτσι πήραν το στεφάνι του μαρτυρίου. Αποδείχθηκε όμως ότι ο θάνατος  ήταν αποδεκτός και ευχάριστος από αυτούς και με το εξής: ο τύραννος άφησε ζωντανό κάποιον από τους μάρτυρες που ακόμη λόγω της ηλικίας του και της σωματικής του δύναμης ανέπνεε, γιατί νόμισε ότι ίσως αυτός αλλάξει γνώμη. Η μητέρα του όμως παρέμενε κοντά στους μάρτυρες, βλέποντας το παιδί της. Διότι ήταν ο νεώτερος από όλους στην ηλικία και φοβόταν μήπως η νεότητά του αυτή και η αγάπη του για τη ζωή τού φέρει δειλία και βρεθεί ανάξιος της τάξης και της τιμής των συστρατιωτών του. Στεκόταν λοιπόν βλέποντάς τον επίμονα και με το σχήμα  της και με το βλέμμα της, όπως φαινόταν, προσπαθώντας να του εμβάλει θάρρος, και με απλωμένα διαρκώς τα χέρια της σ’ αυτόν έλεγε: Γλυκύτατό μου τέκνο, τέκνο ήδη του ουράνιου Πατέρα, κάνε υπομονή λίγο ακόμη, για να γίνεις τέλειος. Μη φοβηθείς τα βάσανα. Γιατί, να, παρευρίσκεται βοηθός σου ο Χριστός ο Θεός. Λοιπόν, τίποτε άσχημο και καμιά ταλαιπωρία  δεν πρόκειται να συναντήσεις. Όλα εκείνα έφυγαν, όλα αυτά τα νίκησες με τη γενναιότητά σου. Από δω και πέρα έρχεται η χαρά, η ηδονή, η άνεση, η ευφροσύνη, που θα τα έχεις συμβασιλεύοντας με τον Χριστό και γινόμενος πρεσβευτής προς Αυτόν και για εμένα που σε γέννησα.

Οι άγιοι λοιπόν με συντριμμένα τα σκέλη παρέδωσαν τις ψυχές τους στον Θεό. Οι δε στρατιώτες αφού έφεραν άμαξες και έβαλαν σ’ αυτές τα ιερά σώματα, τις οδήγησαν κοντά στο χείλος του γειτονικού ποταμού. Τον νέο όμως εκείνον, που το όνομά του ήταν Μελίτων, παρατηρώντας ότι είναι ακόμη ζωντανός, τον άφησαν για να ζήσει. Βλέποντάς τον η μητέρα του να έχει μείνει μόνος αυτός, θεωρώντας ότι τούτο είναι μάλλον θάνατος γι’ αυτήν και το παιδί της, άφησε κατά μέρος τη γυναικεία αδυναμία, ξέχασε τα σπλάγχνα αγάπης της μάνας, πήρε στους ώμους της τον γιο της κι ακολούθησε με μεγαλοψυχία τα αμάξια, πιστεύοντας ότι τότε θα ζήσει, όταν τον δει νεκρό μάλλον και να έχει φύγει από τη ζωή. Επειδή λοιπόν την ώρα που τον μετέφερε έτσι, άφησε το πνεύμα του, τότε η μάνα άφησε τις φροντίδες της, σκίρτησε πάρα πολύ από χαρά για το τέλος του γιου της, και πήγε το νεκρό σώμα του φίλτατου παιδιού της μέχρι τον τόπο που ήταν τα σώματα των αγίων. Τον έβαλε πάνω σ’ αυτά και τον συναρίθμησε μαζί με τους άλλους, ώστε ούτε και το σώμα να μείνει μακριά από τα σώματά τους, του γιου της που έσπευδε και η ψυχή του να συναριθμηθεί με τις ψυχές εκείνων. Αφού άναψαν δε μεγάλη φωτιά οι υπηρέτες του διαβόλου, κατακαίνε τα σώματα των αγίων. Κι έπειτα, κινούμενοι από φθόνο προς τα λείψανα των χριστιανών, τα ρίχνουν στο ποτάμι. Αλλά εκεί, με θεϊκή οπωσδήποτε οικονομία, συγκρατήθηκαν από κάποιο βράχο όλα μαζί. Κάποια χέρια χριστιανών τότε τα σήκωσαν και μας δώρισαν πλούτο παντοτινό. Τελείται δε η σύναξή τους στο αγιότατο Μαρτυρείο τους, που βρίσκεται πλησίον του Χαλκού Τετραπύλου».

Σπάνια να βρεθεί χριστιανός, ο οποίος να μη γνωρίζει τη φράση «δριμύς ο χειμών, αλλά γλυκύς ο παράδεισος», έστω κι αν αγνοεί ότι σχετίζεται με τους αγίους σαράντα μάρτυρες. Πράγματι, η συγκεκριμένη γνωστή φράση αποτελεί σφραγίδα, θα λέγαμε, του μαρτυρίου των αγίων αυτών, δεδομένου ότι οι ίδιοι, λέγοντάς την, λειτουργούσουν ως αλείπτες του εαυτού τους, δηλαδή ως προπονητές, ως καθοδηγητές αυτών των ίδιων, που παρότρυναν και ενίσχυαν ο ένας τον άλλον, για να μείνουν σταθεροί στο μαρτύριο που περνούσαν. Κι είναι αυτό που έλεγαν ό,τι πιο επίκαιρο και καίριο μπορούσαν να σκεφτούν, δεδομένου ότι έδιναν ώθηση στον εαυτό τους να αντέξουν τη δεινότητά τους με μετάθεση του λογισμού τους στο πέρα από αυτό, στο ανώτερο και καλύτερο, στον ίδιο τον Παράδεισο. Αυτό σημαίνει ότι  οι άγιοι λειτουργούσαν ως αληθινοί και γνήσιοι θεραπευτές του εαυτού τους, αγωνιζόμενοι να κρατούν  τους λογισμούς εκείνους που κινούνταν στη χαρισματική διάσταση της αποκάλυψης του Χριστού. Ο Κύριος διά των Αποστόλων Του δεν αποκάλυψε ότι το μαρτύριο και οι θλίψεις αποτελούν την οδό που εκβάλλει στη βασιλεία του Θεού  - «διά πολλών θλίψεων δει υμάς εισελθείν εις την Βασιλείαν του Θεού» - και ότι αυτό που υφίσταται ο πιστός στον κόσμο ως διωγμό συνιστά συμμετοχή στο δικό Του πάθος; «Ει εμέ εδίωξαν και υμάς διώξουσιν».   Το σημειώνει και ο απόστολος: «Πάντες οι θέλοντες ευσεβώς ζην εν Χριστώ Ιησού διωχθήσονται», όσοι θέλουν να ζήσουν με πίστη στον Ιησού Χριστό θα διωχθούν. Έτσι ο προσανατολισμός των αγίων και η στερέωση του λογισμού τους όχι στο φαινόμενο: το μαρτύριο και τα βάσανα, αλλά στο αποτέλεσμα ως βάθος και νόημα του μαρτυρίου: τη βασιλεία του Θεού, ήταν αφενός η επιβεβαίωση της γνησιότητας της πίστης τους˙ έβλεπαν τα πράγματα εν Χριστώ, αφετέρου και η λύτρωσή τους˙ ενεργοποιείτο έτσι η χάρη του Κυρίου στην ύπαρξή τους. Κι από την άποψη αυτή δείχνουν σε όλους τους χριστιανούς με ποιο τρόπο μπορούμε να αντιμετωπίσουμε οποιαδήποτε δυσκολία και θλίψη της ζωής, είτε λέγεται οικονομική και κάθε κρίση είτε «αναποδιά» είτε ανατροπή των «κεκτημένων»: να μη μένουμε δηλαδή στο πρόβλημα, αλλά στη λύση του προβλήματος, την υπέρβασή του. Με τον τρόπο αυτό κινητοποιείται ολόκληρη η ύπαρξή μας, αποκτώντας μία δυναμικότητα που εκβάλλει, με τη χάρη του Θεού, εκεί που λάμπει ο ήλιος της χαράς και της ευφροσύνης.

Ο υμνογράφος των αγίων, Ιωάννης ο μοναχός, επιμένει πολύ στην παραπάνω αλήθεια. Ήδη από τα στιχηρά του εσπερινού επισημαίνει: «Υποφέροντας τα παρόντα με γενναιότητα, με χαρά γι’ αυτά που έλπιζαν, έλεγαν ο ένας στον άλλον οι άγιοι μάρτυρες: Μήπως τάχα ξεντυνόμαστε κανένα ρούχο; Τον παλαιό άνθρωπο της αμαρτίας βγάζουμε. Δριμύς ο χειμώνας, αλλά γλυκός ο παράδεισος. Προκαλεί πόνο η πήξη του νερού, αλλά είναι γλυκιά η απόλαυση. Μη λοιπόν χάσουμε τον δρόμο, συστρατιώτες. Ας υπομείνουμε για λίγο, ώστε να φορέσουμε τα στεφάνια της νίκης από τον Χριστό τον Θεό μας και Σωτήρα των ψυχών μας». Και παρακάτω: «Ρίχνοντας τα ρούχα τους όλα, μπαίνοντας ατρόμητα στη λίμνη, έλεγαν μεταξύ τους οι άγιοι μάρτυρες: Χάριν του Παραδείσου που χάσαμε, ας μην κρατήσουμε σήμερα φθαρτό ιμάτιο. Ντυθήκαμε κάποτε εξαιτίας του φθοροποιού φιδιού διαβόλου, ας ξεντυθούμε τώρα χάριν της ανάστασης όλων». Ώστε για τους αγίους μας τα βάσανά τους ισοδυναμούσαν με την οδυνηρή πράγματι απέκδυση του παλαιού αμαρτωλού φρονήματός τους και την ταυτόχρονη ευφρόσυνη ένδυσή τους από τη χάρη του Θεού που τους έκανε να κερδίζουν τον Παράδεισο. «Σεις που μισήσατε εν Χριστώ τη σάρκα και τον αμαρτωλό κόσμο, ξεντυθήκατε μαζί με τα πρόσκαιρα ρούχα και τον παλαιό άνθρωπο, ντυθήκατε δε τη στολή της αφθαρσίας» (ωδή α΄).

Ο παραπάνω τονισμός της μετάθεσης των λογισμών των αγίων από τα πρόσκαιρα στα αιώνια, από τα βάσανα στην απόλαυση του Παραδείσου, παραπέμπει βεβαίως και σ’ αυτό που επισημαίνει και ο άγιος απόστολος Παύλος: «ηγούμαι πάντα σκύβαλα είναι, ίνα Χριστόν κερδήσω», όπως και το: «τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού; Κίνδυνος ή μάχαιρα ή θλίψις ή στενοχωρία; Ουδέν ημάς δυνήσεται χωρίσαι από της αγάπης του Χριστού», με άλλα λόγια κινητήρια δύναμη των αγίων ήταν η αγάπη τους για τον Χριστό, η προσκόλλησή τους σ’ Εκείνον. Το σημειώνει ο υμνογράφος: «προσκολληθήκατε στον ουράνιο Δεσπότη, αθλοφόροι σαράντα» (κοντάκιο)∙ «τον Χριστόν αντί πάντων εκληρώσαντο», τον Χριστό διάλεξαν αντί οποιουδήποτε άλλου (ωδή γ΄). Αλλά προχωρεί και πιο πολύ στη θεολογία του μαρτυρίου των αγίων. Ερμηνεύοντας το σπάσιμο των σκελών τους, διά του οποίου επέσπευσαν οι δήμιοι τον θάνατό τους, λέει ότι ανάγεται τούτο στο πάθος του ίδιου του Κυρίου: αναπλήρωναν έτσι το υστέρημα του πάθους Του, κάτι που τονίζει ιδιαιτέρως ο απόστολος Παύλος. «Τα παθήματα που περνάμε αναπληρώνουν τα υστερήματα του σώματος του Χριστού» (Πρβλ. Κολασ. 1, 24). «Αναπληρώνουμε οι σαράντα το υστέρημα του πάθους Σου, Σωτήρα Κύριε, καθώς μας συνέτριψαν τα σκέλη» (στίχοι συναξαρίου). Δεν παραξενεύει λοιπόν η θέση των αγίων, όπως το βάζει στο στόμα τους ο υμνογράφος, ο μοναχός Ιωάννης, ότι δηλαδή οι άθεοι με αυτά που έκαναν εναντίον τους αποδείκνυαν απλώς τη φρενοβλάβειά τους, διότι ενώ έκαναν κάτι που τους προξενούσε ζημιά, αυτοί τελικώς το επέλεγαν με τη θέλησή τους. «Φρενοβλαβείτε, έλεγον οι αθληταί, την πρόξενον ζημίας δωρεάν προτείνοντες, αθεώτατοι» (ωδή δ΄).

Ο υμνογράφος έχει πολλά να θίξει από τους αγίους σαράντα. Ο «φακός» του επικεντρώνει, εκτός του μεγαλείου των ίδιων των αγίων, και στη γενναία και θαυμαστή μητέρα του νεωτέρου μάρτυρα που άντεξε και δεν πέθανε αμέσως, στον φρουρό που πήρε τη θέση του λιπόψυχου στρατιώτη, αλλά και στον τραγικό και αξιοθρήνητο λιπόψυχο, που δείλιασε την τελευταία στιγμή.

 Και να ξεκινήσουμε αντίστροφα. Είναι μεγαλειώδεις ως προς τον πένθιμο χαρακτήρα τους οι στίχοι που αφιερώνει στην τραγική φιγούρα του έκπτωτου από τους σαράντα: τον θεωρεί ως λάφυρο του αρχέκακου διαβόλου, τον παραλληλίζει με τον προδότη Ιούδα, με τον πρώτο άνθρωπο, τον Αδάμ, στον κήπο της Εδέμ. Κι η δραματικότητα των στίχων του φτάνει στο απώγειό της, όταν πικρόχολα θα πει: ο παρ’ ολίγον μάρτυς τελικά έχασε και τις δύο ζωές, και την αιώνια και την πρόσκαιρη. Η αγάπη του για τη ζωή, αποκομμένη από την πηγή της Ζωής, τον έκανε να χάσει κάθε ζωή. «Με μεγάλη χαρά ο αρχέκακος άρπαξε τον έκπτωτο από τη σαραντάδα, όπως από τη δωδεκάδα τον δειλό Ιούδα και τον άνθρωπο από την Εδέμ» (ωδή ς΄). «Είναι ματαιόφρονας και εντελώς άξιος για θρήνους όποιος αστόχησε και στις δύο ζωές: με τη θέρμη της φωτιάς διαλύθηκε και εκδήμησε προς την άσβεστη φωτιά» (ωδή ς΄). «Έτρεξε γρήγορα στο ψυχοφθόρο λουτρό αυτός που αγαπούσε αυτήν τη ζωή, και πέθανε» (ωδή η΄).

Ο Ιωάννης ο υμνογράφος επικεντρώνει όμως και στον φύλακα που η χάρη του Θεού τον κάλεσε την τελευταία στιγμή. Δεν μπορεί να μη συγκινηθεί από ό,τι συνέβη και να μη σκεφτεί αντίστοιχες στιγμές χάρης: τον ληστή πάνω στον σταυρό που πρώτος μπήκε στον Παράδεισο με το «μνήσθητί μου, Κύριε, εν τη βασιλεία Σου», τον απόστολο Ματθία, που πήρε τη θέση του προδότη μαθητή Ιούδα. Όπως αυτοί, έτσι και ο φύλακας καλείται να αναπληρώσει τα ελλείποντα, με ταυτόχρονη οδύνη του τυράννου διαβόλου. «Επειδή είναι  αναιδής ο τύραννος διάβολος, δικαίως όπως παλιά φυσούσε και ξεφυσούσε από την οργή του για τον Ληστή και τον Ματθία, έτσι και τώρα σπαράσσεται από την κλήση του Θεού στον φρουρό» (ωδή ς΄). Για τον Ιωάννη ο μάρτυς φύλακας υπήρξε ένας φιλόχριστος άριστος άρπαγας, που η χάρη του Θεού τον έκανε με θεοσημία να ξεπεράσει και την ίδια τη φυσική αγάπη  για τη ζωή του. «Βρέθηκε σε έκσταση ο φρουρός των σαράντα, βλέποντας τα στεφάνια τους. Και κάνοντας πέρα την αγάπη για τη ζωή του, αναπτερώθηκε από τον έρωτα της φανερωθείσας δόξας Σου» (ωδή ζ΄). «Ο φιλόχριστος φρουρός έγινε άριστος άρπαγας των στεφανιών που είδε» (ωδή ζ΄).

Εκεί όμως που αποκορυφώνεται η λυρική διάθεση του υμνογράφου μας είναι όταν εστιάζει την προσοχή του στην όντως επική, ηρωική  και γεμάτη τραγικό μεγαλείο προσωπικότητα της μάνας του νεαρού μάρτυρα. Ποιος άνθρωπος δεν θα κλάψει μαζί της και δεν θα παραδειγματιστεί από το ρωμαλέο κυριολεκτικά  αυτό φρόνημά της; Κι η εξήγηση του υμνογράφου είναι μία: η μάνα αυτή ήταν φιλόθεη. Αγαπούσε τον Θεό παραπάνω από όλα, γι’ αυτό και δεν δίστασε να «θυσιάσει» τον υιό της, γινόμενη ένας δεύτερος Αβραάμ. Δεν ξέρουμε τίνος το μαρτύριο ήταν μεγαλύτερο: των αγίων σαράντα ή τελικά της μάνας που υψώνεται σε αιώνιο πρότυπο γυναίκας και μάνας; «Η φιλόθεη μητέρα, με ρωμαλέο νου, παίρνοντας στους ώμους της αυτόν που γέννησε, τον φέρνει μάρτυρα μαζί με τους μάρτυρες, σαν καρπό της πίστης της, μιμούμενη την ιερουργία του Αβραάμ» (ωδή η΄). «Γιε μου, τράβα τον δρόμο σου ίσια προς την αιώνια ζωή, φώναζε η φιλόχριστη μητέρα στο φιλόχριστο παιδί της. Δεν το αντέχω να εμφανιστείς δεύτερος στον αγωνοθέτη Θεό» (ωδή η΄).  

Ο υμνογράφος τελειώνοντας τον θαυμαστό κανόνα του στους αγίους σαράντα, εν είδει επιλόγου, τους σχετίζει με την περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής. Σαράντα εκείνοι, σαράντα οι ημέρες της νηστείας. Για να πει τι; Ότι η μνήμη τους καθιστά πιο λαμπρή και πιο χαρμόσυνη από πλευράς πνευματικής τη νηστεία. Διότι με το μαρτύριό τους προβάλλουν το σωτήριο πάθος του Κυρίου που μιμήθηκαν, συνεπώς επιτείνουν τον αγιασμό της περιόδου αυτής με την άθλησή τους. «Αθλοφόροι Χριστού, κάνατε την πάνσεπτη νηστεία πιο λαμπρή και χαρμόσυνη με τη μνήμη της ένδοξης άθλησής σας. Διότι σαράντα εσείς, αγιάζετε την σαρανταήμερη νηστεία, καθώς μιμηθήκατε με την άθλησή σας υπέρ του Χριστού το σωτήριο πάθος Του. Γι’ αυτό έχοντας παρρησία, πρεσβεύσατε να φτάσουμε κι εμείς με ειρήνη στην τριήμερη Ανάσταση του Θεού και Σωτήρα των ψυχών μας» (δοξαστικό αίνων όρθρου).

Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ)

«Ἰδών δέ τήν πίστιν αὐτῶν εἶπε τῷ παραλυτικῷ˙ Τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου…» (Μάρκ. 2, 5).

Τη Δεύτερη Κυριακή των Νηστειών η Εκκλησία μας προβάλλει αφενός τη μεγάλη προσωπικότητα του Πατέρα και Διδασκάλου της Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, ως συνέχεια της προηγουμένης Κυριακής της Ορθοδοξίας, διότι στο πρόσωπό του είδε και πάλι τη νίκη της απέναντι στο σύνολο σχεδόν των αιρέσεων, αφετέρου εκείνο το ευαγγελικό ανάγνωσμα, κατά το οποίο ο Κύριος θεραπεύει ψυχικά και σωματικά έναν παραλυτικό, τον οποίο έφεραν ενώπιόν Του τέσσερις φίλοι του μ’ έναν απροσδόκητο τρόπο: αποστεγάζοντας τη στέγη. Κι είδε ο Κύριος την πίστη αυτών, του παράλυτου και των φίλων του, οπότε συγκινημένος τον θεραπεύει πρώτα ψυχικά κι έπειτα και σωματικά.

1. Ας υπενθυμίσουμε καταρχάς το γεγονός. Ο Κύριος ευρίσκεται σε κάποιο σπίτι διδάσκοντας, με αποτέλεσμα να μαζευτεί τόσο πολύς κόσμος, ώστε να μη χωράει κανείς άλλος μέσα. Ένας παράλυτος όμως έπρεπε να τον προσεγγίσει για να θεραπευτεί – είχε ακούσει ότι ο Διδάσκαλος θεραπεύει τους αρρώστους. Και τι γίνεται; Τέσσερις φίλοι του παράλυτου αποστεγάζουν τη στέγη και τον κατεβάζουν ενώπιον του Κυρίου με σχοινιά. Ο Κύριος βλέπει την πίστη τους και προβαίνει σε παράδοξο φαινομενικά λόγο: «Σου συγχωρούνται οι αμαρτίες σου» λέει στον παράλυτο, όχι να θεραπευτεί το παράλυτο σώμα του. Η συγχώρηση των αμαρτιών επισύρει την οργή των παρευρισκομένων Γραμματέων του Ιουδαϊσμού – «μόνο ο Θεός μπορεί να συγχωρήσει αμαρτίες» είναι ο κρυφός λογισμός τους, «Αυτός βλασφημεί!». Κι ο καρδιογνώστης Κύριος το επισημαίνει κι απαντά: «Τι είναι ευκολότερο να πω: σου συγχωρούνται οι αμαρτίες ή πάρε το κρεβάτι σου και σήκω πάνω υγιής; Για να δείτε όμως ότι έχω την εξουσία να συγχωρώ αμαρτίες, θεραπεύω και σωματικά τον άνθρωπο». Η θεραπεία του παράλυτου είναι ευνόητο ότι προκάλεσε κύμα δοξολογίας προς τον Θεό από πλευράς του απλού λαού, ενώ γίνεται και σ’ εμάς αφορμή για να κάνουμε τρεις ουσιαστικές επισημάνσεις.

2. α. Ο Κύριος θεωρεί ότι η προτεραιότητα για τον άνθρωπο, έστω και τον βαριά άρρωστο, είναι η ψυχική του θεραπεία. Και ψυχική θεραπεία είναι η άφεση των αμαρτιών του. Γιατί; Διότι η αμαρτία δεν αποτελεί απλή παράβαση ενός κανόνα ή μία παρέκκλιση στη ζωή του ανθρώπου άνευ σημασίας – κάτι που το διαπιστώνουμε πολύ συχνά στην εποχή μας και όχι μόνο. Η αμαρτία αποτελεί τη χειρότερη δυνατή επιλογή μας, διότι στην ουσία αμαρτάνοντας επιλέγουμε τον ίδιο τον θάνατό μας! «Διά της αμαρτίας ο θάνατος» μας λέει ο απόστολος Παύλος, στηριγμένος στα θεόπνευστα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης. Σύμφωνα με αυτά οι προπάτορές μας αμάρτησαν γιατί παράκουσαν την εντολή του Θεού και οδηγήθηκαν στο τραγικό αποτέλεσμα του θανάτου: πνευματικού πρώτα ως αποκοπής τους από την πηγή της ζωής τον Θεό, σωματικού έπειτα λόγω της ενότητας ψυχής και σώματος σ’ αυτούς. Το να αμαρτάνω δηλαδή σημαίνει ότι «ψωνίζω θάνατο», πάλι κατά Παύλο: «τα οψώνια της αμαρτίας θάνατος». Οπότε κάθε τι που κάνω, λέω ή σκέφτομαι, αν δεν είναι σύμφωνο με το θέλημα του Θεού, αποτελεί τραύμα στην ύπαρξή μου που μου δημιουργεί γι’ αυτό «θλίψη και στενοχώρια» και κάθε άλλη δυστυχία.

β. Η αποκοπή από τον Θεό του ανθρώπου που έφερε και την έξωσή του από τον Παράδεισο της τρυφής και την είσοδό του στην «κοιλάδα πια του πένθους και των δακρύων», σ’ έναν κόσμο που «κείται εν τω πονηρώ» και είναι υποταγμένος στον «κοσμοκράτορα του αιώνος τούτου», τον Διάβολο – ό,τι θυμηθήκαμε την Κυριακή της Τυρινής –  θεραπεύτηκε με τον ερχομό του Θεού ως ανθρώπου στον κόσμο. Ο Θεός μέσα στην απειρία της αγάπης αλλά και της ταπείνωσής Του «κλίνει ουρανούς» και κατέρχεται γενόμενος άνθρωπος στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, προκειμένου τον άνθρωπο να τον ενσωματώσει στον εαυτό Του και έτσι να ξαναβρεί αυτός Θεού πρόσωπο! Ο Χριστός αποτελεί τον μεγαλύτερο ευεργέτη της ανθρωπότητας διαχρονικά και παγκόσμια, γιατί το «μέγα τραύμα, ο άνθρωπος!» θεραπεύτηκε. Ο Χριστός απετέλεσε τη θύρα διά της οποίας ανοίχτηκε ο κλεισμένος Παράδεισος. Όπως το απεκάλυψε ο Ίδιος: «Εγώ είμαι η θύρα. Όποιος περάσει από Εμένα θα σωθεί». Στο πρόσωπό Του βλέπουμε πράγματι τον ίδιο τον Θεό – «ο εωρακώς εμέ εώρακε τον Πατέρα».

Οπότε, ο κυριαρχικός λόγος Του απέναντι στον παράλυτο του Ευαγγελίου ηχεί ως επισφράγισμα της θεϊκής Του εξουσίας να θεραπεύει τον άνθρωπο ολόκληρο: ψυχικά και σωματικά, πρώτα ψυχικά κι έπειτα και σωματικά, όταν κρίνει ότι αυτό θα τον βοηθήσει. Μόνον οι τυφλοί πνευματικά, σαν τους Γραμματείς στο περιστατικό, αδυνατούν να δουν τη θεότητά Του και Τον χαρακτηρίζουν ως «βλάσφημο» - «ούτος λαλεί βλασφημίας!» Κι έχουν σ’ ένα βαθμό «δίκιο»! Διότι για να αποδεχτεί κανείς τον Χριστό ότι είναι πέρα από άνθρωπος κάτι βαθύτερο – τελικώς ο ίδιος ο Θεός εν σαρκί! – απαιτείται η χάρη της πίστεως προς Αυτόν. Ό,τι οι Γραμματείς δεν μπορούσαν να έχουν, λόγω της υπερηφάνειας της ζωής τους, το είχε εκείνη την ώρα ο απλός λαός, ο οποίος με την αφελότητα της καρδιάς του ένιωσε να διανοίγονται τα μάτια της ψυχής του και να βλέπει το διπλό θαύμα. «Εξίσταντο πάντες και εδόξαζον τον Θεόν».

γ. Κι ακριβώς τούτο, η ύπαρξη της πίστεως στον Χριστό, είναι η τρίτη επισήμανση που θέλουμε να κάνουμε. Η πίστη, κατά τον λόγο του Κυρίου, είναι η προϋπόθεση για να ενεργοποιηθεί η παντοδυναμία Του που θα φέρει την  αποκατάσταση και τη θεραπεία μας. «Ιδών την πίστιν αυτών» σημειώνει ο ευαγγελιστής. Πίστη, όπως διαπιστώνουμε, ως εμπιστοσύνη απέναντι σ’ Εκείνον που έχει την εξουσία της θεραπείας. Και η εμπιστοσύνη αυτή κινητοποιεί όλη την ύπαρξή μας, την ψυχή και το σώμα μας, γιατί μας κάνει να εναποθέτουμε ό,τι έχουμε και δεν έχουμε στα χέρια Εκείνου. Όπως το μικρό παιδί βρίσκεται στην αγκαλιά της μάνας και του πατέρα του με απόλυτη ασφάλεια – ένα με τους γονείς του – το ίδιο και απείρως περισσότερο όταν η αγκαλιά αυτή είναι του ίδιου του Θεού μας, της πηγής της ζωής και του κάθε Είναι του ανθρώπου. Για να το πούμε με τα λόγια του οσίου Παϊσίου του αγιορείτου: «Τι σιγουριά νιώθει το παιδί στην αγκαλιά της μάνας! Μεγαλύτερη αισθάνεται ο πιστός στην αγκαλιά του Θεού! Είναι η αγκαλιά του Θεού σαν τον Παράδεισο. Παύει και η ευχή, παύουν και όλα. Ζεις στον παράδεισο».

Απλώς χρειάζεται να προσθέσουμε ότι η πίστη αυτή στον Χριστό, για να καταστεί σωτήρια, δύναμη δηλαδή που θα μας ενώσει με Εκείνον και όλον τον Τριαδικό Θεό μας, χρειάζεται το αποφασιστικό βήμα της εντάξεώς μας στο σώμα του Χριστού, την Εκκλησία. Αν ο άνθρωπος, έστω κι αν έχει κάποιον εισαγωγικό θα λέγαμε βαθμό πίστεως, δεν προχωρήσει στο άγιο βάπτισμα και στα υπόλοιπα μυστήρια της Εκκλησίας, δεν θα δει τον πλούτο και τη δωρεά της αληθινής πίστεως που είναι να γίνει κι αυτός ένας «άλλος» Χριστός μέσα στον κόσμο, κλήμα κυριολεκτικά στο Αμπέλι που είναι ο Ίδιος, ενωμένος μαζί Του και με τους άλλους αδελφούς. Αν η πίστη του παράλυτου δυναμώθηκε και «συγκίνησε» τον Κύριο γιατί ενώθηκε με την πίστη και των φίλων του – «ιδών την πίστιν αυτών» - πολλαπλασίως ισχύει τούτο στην Εκκλησία μας. Η πίστη μας αποκτά δυνάμεις απροσμέτρητες, γιατί είναι του Χριστού και των άλλων μελών του αγίου σώματός Του, της Παναγίας, των αγίων, των αγίων αγγέλων. Γι’ αυτό και ο απόστολος των Εθνών σημειώνει ότι δεν μπορεί να σταθεί μία πίστη έξω από την αγάπη, τη σχέση δηλαδή με τους άλλους. «Πίστις δι’ αγάπης ενεργουμένη» - ζωντανεύει η πίστη μόνο με το άνοιγμά μας προς τον συνάνθρωπο.

Αγαπητοί αδελφοί. Το συγκεκριμένο γεγονός της θεραπείας του παράλυτου όπως βλέπουμε γίνεται αφορμή τονισμού καίριων στοιχείων της πίστεώς μας. Η αμαρτία δεν είναι «παιχνίδι», γιατί μας καθιστά παράλυτους˙ ο Χριστός μας είναι ο εν σαρκί Θεός μας που μέσα στην Εκκλησία μάς θεραπεύει ψυχικά και σωματικά˙ η πίστη ως αναφορά σ’ Εκείνον και άνοιγμα εν αγάπη προς τον κάθε συνάνθρωπό μας είναι ο διαρκής αγώνας μας, γιατί ο Κύριος μας θέλει «συνεργούς» στη σωτηρία μας. Μακάρι, η Σαρακοστή αυτή να μας δώσει ώθηση προς την κατεύθυνση αυτή.

ΜΗΝ ΑΡΠΑΞΕΙΣ ΤΟ ΝΕΡΟ ΤΟΥ ΔΙΨΑΣΜΕΝΟΥ!

«Είναι βαρύ να αρπάξεις το ύδωρ από το στόμα του διψασμένου. Βαρύτερο όμως είναι να διακόψεις μία ψυχή που προσεύχεται με κατάνυξη από την πολυπόθητη αυτή προσευχή της πριν την τελειώσει» (Άγ. Ιωάννης Κλίμακος, λόγ. κη΄ 50).

Ο μέγας σύγχρονος όσιος Πορφύριος, νεαρό παλληκάρι δεκαεπτά ετών, έγινε χωρίς να το θέλει μέτοχος ενός συγκλονιστικού γεγονότος: είδε με αίσθηση ψυχής τη βαθιά προσευχή ενός αγιασμένου ασκητή, Δημά στο όνομα, ο οποίος αξημέρωτα ακόμη και πριν ξεκινήσει η ακολουθία στο Κυριακό της Σκήτης, είχε πάει, μόνος καθώς νόμιζε, ακριβώς για να προσευχηθεί. Η προσευχή του Δημά, κατανυκτική και δακρυρροούσα, συνοδευόμενη και με μεγάλες μετάνοιες, αποτέλεσε για τον νεαρό καλόγερο συγκλονιστική εμπειρία, καθώς του δόθηκε η χάρη να δει τι σημαίνει αληθινή προσευχή, τι σημαίνει ένωση με τον Θεό. Δεν τόλμησε να κουνηθεί από τη σκιασμένη θέση του – θεώρησε ότι κάτι τέτοιο θα ήταν βλασφημία! Κι ήταν το ιερό τούτο γεγονός η ευλογημένη στιγμή ν’ αποκτήσει κι αυτός, από τη μικρή αυτή ηλικία, το χάρισμα της διόρασης και προόρασης του άγνωστου κατά τα άλλα σπουδαίου αυτού ασκητή. Η ευλαβική στάση του μπροστά στην ψυχή που προσευχόταν έγινε η δίοδος για να ρεύσει και σ’ αυτόν η ίδια χάρη προσευχής του Δημά και των χαρισμάτων που την συνόδευαν.

Και το γεγονός τούτο, καθώς και πάμπολλα άλλα καταγεγραμμένα στην Παράδοση της Εκκλησίας μας, δείχνουν ότι η μόνη στάση μπροστά στην αληθινή εν κατανύξει προσευχή είναι της απόλυτης προσοχής ως συναίσθησης ενός πραγματικού μυστηρίου και μιας πανίερης καταστάσεως. Κι ίσως πρόκειται για μια μικρή χαρισματική συνέχεια του ίδιου συγκλονισμού που βίωσαν και οι μαθητές  του Κυρίου, όταν δόθηκε και σ’ αυτούς η χάρη να δουν τον Κύριο προσευχόμενο, με αποτέλεσμα να Του ζητήσουν να τους διδάξει τελικώς να μπορούν να προσεύχονται: «Κύριε, δίδαξον ημάς προσεύχεσθαι». Μπροστά στην αληθινή προσευχή αισθάνεσαι τη μικρότητά σου, αλλά και το μεγαλείο του Θεού και των χαρισμάτων Του!

Μην αποπειραθούμε λοιπόν να διακόψουμε τη δική μας προσευχή πρώτα, όταν μάλιστα αισθανόμαστε κάποια κατάνυξη, έστω κι αν «σκεφτούμε σπουδαία και αναγκαία, ακόμη και πνευματικά, θέματα» (άγιος Ιωάννης, 58). Είναι παγίδα του πονηρού. Κι έπειτα: μη τυχόν και γίνουμε πρόσκομμα σε αδελφούς που προσεύχονται στην Εκκλησία, είτε με τις κουβέντες μας είτε με το «σουλάτσο» μας είτε με οποιαδήποτε άλλη κίνησή μας. Ας σκεφτούμε ότι είναι χειρότερο τούτο κι από το να αρπάξουμε το νερό από το στόμα του διψασμένου!  Μη τυχόν και γίνουμε όργανο του Πονηρού εν αγνοία μας!

Κι η σκέψη μας πηγαίνει ακόμη στον εξίσου μεγάλο σύγχρονο όσιο Εφραίμ Κατουνακιώτη, ο οποίος λειτουργώντας με δάκρυα κάποια φορά στο ασκηταριό του, όπως συνέβαινε άλλωστε τούτο καθημερινά επί εξήντα περίπου χρόνια, ένιωσε να «αρπάζεται» ο νους του σε πνευματικές αναβάσεις, τόσο που δεν προχωρούσε τη θεία Λειτουργία. Κι όταν ο Γέροντάς του μπήκε στο Ιερό να τον σκουντήσει για να συνεχίσει, εκείνος σαν να «ξύπνησε», συνέχισε, αλλά μετά με πολύ πόνο ψυχής παρεκάλεσε τον Γέροντά του: «Σε παρακαλώ, αν με δεις άλλη φορά σε τέτοια κατάσταση προσευχόμενο, μη θελήσεις να με διακόψεις!»

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΠΑΥΛΟΣ Ο ΑΠΛΟΥΣ

«Αυτός ο εν αγίοις Πατήρ ημών Παύλος, που προσαγορεύτηκε και απλός, ήταν γεωργός και άξεστος υπερβολικά, άκακος όμως και απονήρευτος, όσο κανείς άλλος. Είχε και γυναίκα δύστροπη και μοιχαλίδα, χωρίς να το ξέρει ο δίκαιος για μεγάλο διάστημα. Μία ημέρα λοιπόν που ήλθε από τον αγρό ξαφνικά, παρά τη συνηθισμένη ώρα, όπως ήταν φυσικό να συμβαίνει βρήκε την ομόζυγό του να μοιχεύεται στο σπίτι του. Γέλασε σεμνά και τους λέγει: Καλά, καλά, δεν με νοιάζει, μα τον Ιησού. Εγώ από τώρα και εξής δεν πρόκειται να την δω στα μάτια μου. Κράτα την λοιπόν, αυτήν και τα παιδιά της, κι εγώ φεύγω και θα γίνω μοναχός.

Κι αμέσως άφησε τα πάντα, αφού τα οικονόμησε καλά, κι απήλθε προς τον Μακάριο Αντώνιο. Κτύπησε τη θύρα και βγήκε ο μακάριος Αντώνιος και του λέγει: Ποιος είσαι, αδελφέ; Και τι ζητάς εδώ; Αυτός τότε: Ξένος είμαι, είπε, και ήλθα σε σένα να γίνω μοναχός. Ο άγιος τότε του λέει: είσαι εξήντα ετών γέρος, γι’ αυτό δεν μπορείς να γίνεις μοναχός ούτε και να υπομείνεις τις θλίψεις και τη δυσκολία του όρους. Πήγαινε καλύτερα σε Κοινόβιο, για να βρεις άφθονα τα σωματικά και να ζήσεις εκεί άκοπα μαζί με τους αδελφούς. Διότι οι αδελφοί θα σε βοηθήσουν στην αδυναμία σου. Κι αυτό γιατί εγώ κάθομαι μόνος εδώ και τρώω ανά πέντε ημέρες κι αυτό πολύ λίγο. Αυτός δε δεν ανεχόταν να ακούει τον Γέροντα, αλλά τον πίεζε να μείνει μαζί του. Επειδή δεν μπόρεσε ο άγιος να τον απομακρύνει, έκλεισε τη θύρα του κελιού και τον άφησε έξω. Ο Παύλος τότε έμεινε νηστικός και δεν έφυγε. Την τέταρτη ημέρα, λόγω επείγουσας ανάγκης, άνοιξε ο άγιος το κελί, βρήκε τον Παύλο και του λέει: Φύγε, γέρο, από εδώ, μη με αναγκάζεις, δεν μπορείς να είσαι μαζί μου. Ο Παύλος του λέει: Είναι αδύνατο να πάω αλλού.

Τότε είδε ο άγιος ότι αυτός δεν είχε ούτε σακούλι ούτε ψωμί ούτε νερό ούτε κάτι άλλο και του λέει: εάν έχεις υπακοή και ό,τι ακούσεις από εμένα το κάνεις πρόθυμα και αγόγγυστα, μπορείς να σωθείς και εδώ. Αν όμως δεν μπορείς αυτά, γιατί κουράζεσαι άδικα και δεν γυρίζεις εκεί από όπου ήρθες; Αποκρίθηκε ο Παύλος και του λέει: Όσα μου πεις θα τα κάνω όλα πρόθυμα. Και ο άγιος: Στάσου λοιπόν και προσευχήσου, μέχρις ότου βγω πάλι και θα σου δώσω εργασία. Μπήκε λοιπόν στη σπηλιά ο μακάριος και τον πρόσεχε από ένα μικρό άνοιγμα, να στέκεται ακίνητος στην προσευχή επί μία εβδομάδα, και να ψήνεται κάτω από τον καυτό ήλιο.

Μετά από αυτά βγήκε ο άγιος, έλαβε από τους φοίνικες και του λέει: Πάρε και πλέξε σειρά, όπως βλέπεις εμένα να πλέκω. Έπλεξε ο γέρων μέχρι την ενάτη ώρα (τρεις το απόγευμα), δεκαπέντε οργιές με μεγάλο κόπο. Και λέει ο άγιος: Άσχημα την έπλεξες. Λύσε την και πλέξε την από την αρχή. Ήταν δε νηστικός επτά ημέρες. Τα έκανε αυτά ο άγιος, για να δυσφορήσει ο Παύλος και να φύγει από αυτόν. Ο Παύλος όμως με μακροθυμία και ζήλο ξέπλεξε τη σειρά, και πάλι αγόγγυστα και ήρεμα την έπλεξε με πολλή τάξη, τόσο που εξέπληξε τον άγιο. Γι’ αυτό και κατανύχτηκε, κι όταν έδυσε ο ήλιος του λέει: Παππούλη, θέλεις να φάμε λίγο ψωμί; Κι ο Παύλος: όπως νομίζεις, πάτερ. Αυτό πάλι έκαμψε τον Γέροντα, κι αφού παρέθεσε τράπεζα, έβαλε τέσσερα κομμάτια ψωμί, βρέχοντας το ένα για τον εαυτό του και τρία για τον γέροντα Παύλο. Άρχισε τότε ο Αντώνιος να ψέλνει ψαλμό, για να δοκιμάσει και μ’ αυτό τον Παύλο, και μάλιστα είπε δύο φορές τον ίδιο ψαλμό. Ο δε Παύλος προσευχόταν με μεγάλη προθυμία μαζί με τον άγιο. Και λέει ο Γέρων στον Παύλο: Κάθισε στο τραπέζι και μην αγγίξεις από τα παρατιθέμενα. Όταν έκανε αυτό που του πρόσταξε, λέει ο άγιος: Σήκω, προσευχήσου και κοιμήσου. Αυτός δε, χωρίς να έχει γευτεί καθόλου τροφή, έκανε έτσι. Περί δε το μεσονύχτιο, σηκώθηκε ο Αντώνιος για προσευχή και σήκωσε και τον Παύλο, οπότε και παρέτεινε τις προσευχές μέχρι της ενάτης ώρας της ημέρας.

Όταν σουρούπωσε αρκετά, έφαγε ο Αντώνιος τον ένα άρτο, χωρίς να αγγίξει άλλον. Ο δε Παύλος που έτρωγε πιο αργά, είχε ακόμη τον άρτο από τον οποίο έτρωγε. Κι όταν πια τον τελείωσε, λέει ο Αντώνιος: Παππούλη, φάε και άλλον άρτο. Λέει ο Παύλος: Εάν φας κι εσύ θα φάω κι εγώ. Λέει ο Αντώνιος: Για μένα είναι αρκετός, γιατί είμαι μοναχός. Και ο Παύλος: Λοιπόν, επειδή κι εγώ μοναχός θα γίνω, αρκεί και σ’ εμένα. Σηκώθηκαν λοιπόν και έψαλλαν. Κι αφού κοιμήθηκαν για λίγο, πάλι σηκώθηκαν κι άρχισαν να ψάλλουν. Όταν ξημέρωσε, τον έστειλε να γυρίζει στην έρημο και μετά από τρεις ημέρες να επιστρέψει. Έγινε κι αυτό, οπότε ήλθαν αδελφοί προς τον Γέροντα. Και πρόσεχε ο Παύλος τι όφειλε να κάνει. Και ο άγιος του λέει: Να διακονείς τους αδελφούς σιωπηρά, χωρίς να γευτείς τίποτε μέχρι να φύγουν. Και έως την τρίτη ημέρα, ο Παύλος δεν γεύτηκε τίποτε. Οι δε αδελφοί τον ρωτούσαν: Για ποιο λόγο είσαι σιωπηλός; Επειδή αυτός δεν αποκρινόταν, λέει ο άγιος προς αυτόν: Μίλησε στους αδελφούς, οπότε άρχισε να ομιλεί.

Κάποια μέρα έφερε κάποιος στον μακάριο Αντώνιο ένα δοχείο από μέλι και αυτός το έχυνε στη γη. Όταν έγινε αυτό, λέει ο Γέρων στον Παύλο: παιδάκι, μάζεψε το μέλι και πρόσεξε μη τυχόν κάτι από αυτό αχρηστευθεί. Έγινε κι αυτό χωρίς καθόλου να ταραχτεί ή να αλλοιωθεί. Σε άλλο δε καιρό, προστάχτηκε να αντλεί νερό και όλη την ημέρα να το χύνει χωρίς λόγο. Κι άλλοτε έσχισε το ιμάτιό του και τον πρόσταξε να το ράψει με επιμέλεια. Όταν λοιπόν τον είδε ο άγιος να κάνει ό,τι του πρόσταζε αγόγγυστα και ανεμπόδιστα, του λέει: Λοιπόν, αδελφέ. Εάν μπορείς να κάνεις έτσι κάθε ημέρα, να μείνεις μαζί μου. Αν δεν μπορείς όμως, πήγαινε από εκεί που ήλθες. Ο δε Παύλος του λέει: Εάν έχεις να μου δείξεις κάτι περισσότερο, δείξε μου, επειδή όσα είδα μέχρι τώρα, τα κάνω όλα εύκολα.

Τέτοια και τόσο μεγάλη υπακοή και ταπείνωση απέκτησε ο μακάριος, ώστε να λάβει χάρισμα κατά των δαιμόνων και να τους διώχνει. Πληροφορήθηκε λοιπόν από τον Θεό ο Αντώνιος και τον είχε μαζί του για κάποιο διάστημα. Έπειτα, του κατασκεύασε κελί και τον έβαλε να κάθεται εκεί, ώστε να μάθει και τις πανουργίες εκείνων και να τους πολεμά. Κάθισε ένα χρόνο μόνος του ο Παύλος και αναδείχτηκε σε θαυματουργό. Κι αφού υπηρέτησε τον Θεό άξια, απήλθε προς τις ουράνιες μονές».

Δεν έχουν περάσει παρά λίγες ημέρες, που εορτάσαμε τον εν αγίοις πατέρα ημών Νικόλαο Πλανά (2 Μαρτίου). Και να σήμερα που η Εκκλησία μας εορτάζει έναν επίσης άγιο, με το ίδιο χάρισμα αγιότητας, την κατά Θεόν απλότητα. Η απλότητα ανέδειξε τον Παύλο σε μεγάλο όσιο, η απλότητα ανέδειξε επίσης σε μεγάλο άγιο τον παπα Νικόλα Πλανά. Δεν είναι τυχαίο ότι έχουν προτείνει ορισμένοι με την ίδια προσαγόρευση με τον όσιο Παύλο να προσαγορεύεται και ο παπα Νικόλας: ο απλός. Ο νέος όσιος της Εκκλησίας Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης, ο υμνογράφος του οσίου Παύλου, αυτό επισημαίνει ως πρώτο από όλα για τον όσιο Παύλο: «Έκανες ωραίο, όσιε, τον εαυτό σου με τους τρόπους της απλότητας κι αναδείχτηκες απλός και πράος και ήσυχος, Παύλε μακάριε, κι έγινες γνήσιος υπηρέτης του Παντοκράτορα Θεού με τον λαμπρό βίο σου» (στιχηρό εσπερινού).

 Αιτία για την ανάδειξη σε άγιο εκείνου που έχει την κατά Θεόν απλότητα είναι ότι η αρετή αυτή φανερώνει τη μεγίστη όλων των αρετών, την ταπείνωση.  Όπου δηλαδή απλότητα, εκεί και ταπείνωση. Κι όπου ταπείνωση, εκεί κι η χάρη κι η αγάπη του Θεού. Διότι «ταπεινοίς ο Θεός δίδωσι χάριν». «Μόνος εσύ ανάμεσα στους μαθητές του Χριστού κλήθηκες απλός, Παύλε, ως τύπος της ταπεινοφροσύνης και μυρίπνοη μυροθήκη της απλότητας» (στιχηρό εσπερινού). «Αληθινά, Παύλε, φάνηκες μέγας ανάμεσα στους ασκητές, γιατί είχες ως κόσμημά σου την ταπείνωση, και δέχτηκες γι’ αυτό τη λαμπρότητα των μεγάλων χαρίτων του Θεού» (ωδή ε΄). «Γέμισες από το άυλο θεϊκό φως, επειδή ήσουν πράος, ταπεινός και γεμάτος από απλότητα (ωδή ς΄).

Ο άγιος υμνογράφος Γεράσιμος δεν μπορεί παρά να επικεντρώσει σε μεγάλο βαθμό την προσοχή του στη στάση του αγίου και μεγάλου Αντωνίου, του καθηγητή της ερήμου. Μπροστά στο «φαινόμενο» Παύλο, ακόμη κι αυτός ο αυστηρότατος ασκητής υποκλίνεται. Τον θαυμάζει και τον κάνει μέτοχο και της δικής του ζωής, ώστε τελικώς βλέποντας τον όσιο Παύλο τον όσιο Αντώνιο ταυτοχρόνως να βλέπουμε και να ευφημούμε, σαν ένα είδος «εκμαγείου» του. «Αναδείχτηκες θεοειδής μύστης του θείου Αντωνίου, Παύλε θεοφόρε, και μιμητής του και όργανο της απάθειας» (στιχηρό εσπερινού). «Πραγματικά θαύμασε ο μέγας Αντώνιος τον θερμό πόθο της ψυχής σου και τη σταθερότητα του νου σου και το ανυποχώρητο φρόνημά σου για τα ανώτερα. Διότι έγινες, Παύλε, μιμητής του και ίδιος με τους τρόπους της ζωής του κι αξιώθηκες με τους αγώνες της άσκησής σου πλούσια χαρίσματα» (στιχηρό εσπερινού).

Ο μεγάλος υμνογράφος αποπειράται να εξηγήσει το παράδοξο πράγματι γεγονός, του πώς ένας προχωρημένης ηλικίας άνθρωπος και άγευστος ασκητικών αγώνων μπόρεσε να ακολουθήσει την αυστηρή ασκητική διαγωγή του οσίου Αντωνίου σαν να ήταν η διασκέδασή του, η τρυφή και η χαρά του. Κι η εξήγηση που δίνει είναι μία: η βαθειά αγάπη προς τον Θεό, η καύση της καρδιάς του για Εκείνον. «Τους κόπους της ασκητικής ζωής τούς θεώρησες σαν διασκέδαση, όσιε, γιατί ήσουν πυρπολημένος από τη θεία αγάπη» (λιτή). Κι ακριβώς αυτό τον κάνει να θαυμάσει το άλλο παράδοξο: πώς ένας μεγάλος άνθρωπος παρουσίασε ένα φρόνημα κυριολεκτικά νεανικό. Ακριβώς όμως για να επιβεβαιωθεί η αλήθεια ότι όπου υπάρχει η αγάπη προς τον Θεό, εκεί η καρδιά του ανθρώπου παραμένει πάντοτε νέα και γεμάτη δύναμη. «Εκπαιδεύτηκες καλά στα χέρια του μεγάλου Αντωνίου και επέδειξες προς τους αγώνες της άσκησης νεανικό φρόνημα κατά το γήρας» (δοξαστικό εσπερινού). Κι αλλού, σ’ ένα τροπάρι της λιτής: «Σήκωσες στους ώμους σου τον σταυρό και περιφρόνησες  την ηλικία του γήρατος, γι’ αυτό και έγινες δούλος του Σωτήρα, κατά τον θείο Παύλο, ζώντας τον καινούργιο τρόπο της ζωής που έφερε ο Χριστός».

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2026

Β΄ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ

 

«Χαῖρε δι’ ἧς ἐνεδύθημεν δόξαν»

(Χαῖρε, Παναγία, διά τῆς ὁποίας ντυθήκαμε τή δόξα τοῦ Θεοῦ).

 δεύτερη στάση τῶν Χαιρετισμῶν ἀναφέρεται, ὡς γνωστόν, στή Γέννηση τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ. Ἀπό τό γεγονός αὐτό ἀρύεται κυρίως ὁ ποιητής τήν ἔμπνευσή του γιά νά φωτίσει κατά τρόπο δοξολογικό τό πάνσεμνο πρόσωπο τῆς Παναγίας καί δι’ αὐτῆς νά μᾶς καθοδηγήσει στήν ἐμβάθυνση τοῦ σωτηριώδους ἔργου τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ της. Ὁ ὑπόψιν χαιρετισμός προβάλλει μέ ἄμεσο τρόπο τό τί ἔφερε γιά τούς πιστούς ἀνθρώπους ὁ ἐρχομός τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ μας: διά τῆς Παναγίας ντυθήκαμε τή δόξα τοῦ Θεοῦ.

1.  Παναγία ἐκ Πνεύματος ἁγίου καί μέ τή δική της ὑπακοή στό θέλημα τοῦ Θεοῦ («ἰδού ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά τό ρῆμά Σου») σαρκώνει μέσα της καί γεννᾶ στή συνέχεια τόν Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ, τό δεύτερο πρόσωπο τῆς ἁγίας Τριάδος ὡς ἄνθρωπο. Πρόκειται γιά τό μέγα μυστήριο τῆς πίστεώς μας πού ἀποτελεῖ καί τό βάθρο στό ὁποῖο στηρίζεται πιά ἡ Ἐκκλησία, ὅπως τό ἐξαγγέλλει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «ὁμολογουμένως μέγα ἐστί τό τῆς εὐσεβείας μυστήριον, Θεός ἐφανερώθη ἐν σαρκί». Κι αὐτός ὁ ἐρχομός Του στόν κόσμο ἀποκαλύπτει μέ τόν πιό παράδοξο τρόπο τή δόξα τοῦ Θεοῦ. Γιατί ὁ Χριστός εἶναι ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἐπίσης μᾶς τό λέει ὁ ἴδιος ἀπόστολος: «Ὁ Θεός… ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πρός φωτισμόν τῆς γνώσεως τῆς δόξης Αὐτοῦ ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Β΄ Κορ. 6, 6) (Ὁ Θεός ἔλαμψε μέσα στίς καρδιές μας καί μᾶς φώτισε νά γνωρίσουμε τή δόξα Του στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ) – κοιτᾶμε τόν Χριστό καί βλέπουμε δοξαστικά τόν Θεό Πατέρα, ὅπως καί γιά νά δοῦμε τόν Χριστό ὅπως πράγματι εἶναι: Θεός καί ἄνθρωπος, χρειάζεται νά μᾶς φωτίσει ὁ Πατέρας Θεός.  

2. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύπτεται καί κατανοεῖται ὄχι μέ τόν τρόπο τοῦ πεσμένου στήν ἁμαρτία ἀνθρώπου, δηλαδή μέ τόν ἠχηρό τρόπο πού συνήθως αὐτός κινεῖται: κενόδοξα καί ἀλαζονικά λόγω τῆς κενότητας καί τοῦ ἀνούσιου τῆς ζωῆς του, ἀλλά μέ τόν τρόπο πού εἴδαμε νά ἔρχεται καί νά δρᾶ ὁ Χριστός: ἀπείρως ταπεινά καί σεμνά, καλύπτοντας καί τά πιό κραυγαλέα καί θαυμαστά σημεῖα Του μέ τόν μανδύα τῆς σιωπῆς καί τῆς διακριτικῆς φυγῆς Του. Κι ἀκόμη περισσότερο: ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ φανερώνεται ἀδιάκοπα μέσα στούς πολυποίκιλους πειρασμούς τῆς ἐπί γῆς πορείας τοῦ Χριστοῦ, προερχομένους εἴτε ἀπό τόν Πονηρό διάβολο εἴτε ἀπό τά πειθήνια ὄργανά του, μέ ἀποκορύφωση τή Σταυρική Του θυσία - στόν Σταυρό ἐπάνω ὁ Κύριος φτάνει στό ἀπώγειο πράγματι τῆς δόξας Του (ὡς Βασιλεύς τῆς δόξης): ἐκεῖ συντρίβει καί καταργεῖ τήν ἁμαρτία καί τόν διάβολο, γιά νά ἔρθει ἔπειτα ἡ ὥρα τῆς Ἀνάστασης καί τῆς ἐν δόξῃ Ἀνάληψής Του. Ἔτσι στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἀνατρέπονται ὅλα τά δεδομένα καί οἱ σταθερές τῆς πρό Χριστοῦ ἀνθρωπότητας: τό κοσμικό καί ἁμαρτωλό ὑπερήφανο φρόνημα μέ ὅλες τίς ἐμπαθεῖς συνέπειές του, καί  κηρύσσεται ἡ ἀληθινή δόξα τοῦ Θεοῦ πού ἔχει ὡς γνωρίσματα τή θυσιαστική ἀγάπη καί τήν ὑπέρλογη ταπείνωση.

3. Ὅ,τι ὅμως ἔφερε ὁ Κύριος ὡς ζωή καί παρουσία Του αὐτό ἀναφέρεται καί ἀντανακλᾶ καί στούς πιστούς ὅλων τῶν αἰώνων, τά μέλη τοῦ ἁγίου Σώματός Του, τῆς Ἐκκλησίας. Γιατί; Διότι ἡ Παναγία μας γέννησε Αὐτόν πού μέσα στήν ἀνθρώπινη φύση Του περιέκλεισε ὅλους τούς ἀνθρώπους. Ὁ Χριστός δέν εἶχε ξεχωριστή ἀνθρώπινη ὑπόσταση-προσωπικότητα· προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση (σῶμα καί ψυχή), τήν ὁποία ἕνωσε μέ τή θεϊκή Του φύση στή μία θεϊκή (ὑπόσταση)-προσωπικότητά Του («διπλοῦς τήν φύσιν ἀλλ’ οὐ τήν ὑπόστασιν»). Κι αυτό σημαίνει πώς κάθε ἄνθρωπος πού ἔρχεται στόν κόσμο, δυνάμει ὅσο εἶναι ἀβάπτιστος, ἐνεργείᾳ ἄν πιστέψει καί βαπτιστεῖ, ντύνεται τόν Χριστό. Ὁ Χριστός δηλαδή δέν ἀποτελεῖ γιά τόν πιστό Ἐκεῖνον πού ἁπλῶς βρίσκεται δίπλα του ἤ στό πλάϊ του καί κοντά του· βρίσκεται Ὅλος μέσα στήν ψυχοσωματική ὕπαρξή του, ὅπως κι ὁ πιστός βρίσκεται μέσα σ’ Ἐκεῖνον. «Ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε», μᾶς λέει ὁ ἀπόστολος, γιά νά μᾶς τονίσει ὅτι ὁ πιστός τελικῶς εἶναι ἕνας ἄλλος Χριστός μέσα στόν κόσμο, ἕνα «μίμημα Ἐκείνου», ὄχι ὅμως μέ κάποιο ἐξωτερικό τρόπο, ἀλλά μ’ ἕναν τρόπο πού φανερώνει τή μυστική δική Του παρουσία στόν ἄνθρωπο ἐν Πνεύματι ἁγίῳ. «Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός».  Ἡ ἀλήθεια αὐτή δέν συνιστᾶ καί τήν προϋπόθεση προκειμένου νά κοινωνεῖ ὁ πιστός ἐν Ἐκκλησίᾳ «σῶμα καί αἷμα Χριστοῦ», ἀνανεώνοντας καί ἐπιτείνοντας κάθε φορά τή βαθειά καί σωτήρια αὐτή πραγματικότητα, ὥστε νά «μένῃ ἐν Αὐτῷ καί Αὐτός ἐν αὐτῷ»;

4. Δέν ἀρκεῖ ὅμως τό ἅγιο βάπτισμα καί ἡ θεία Κοινωνία γιά νά εἶναι ὁ χριστιανός πράγματι ἕνας ἄλλος Χριστός μέσα στόν κόσμο. Ἐκεῖνο πού ἀποτελεῖ τό ἀποδεικτικό στοιχεῖο τῆς ὑπέρλογης καί μυστηριακῆς αὐτῆς πραγματικότητας εἶναι τό δυναμικό στοιχεῖο τῆς δόξας τοῦ Χριστοῦ. Ὅπως δηλαδή ὁ Χριστός ἦταν καί εἶναι ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ στόν βαθμό πού θυσιάστηκε ἀπό ἀγάπη γιά τόν κόσμο καί ἔζησε τήν ἀπόλυτη ταπείνωση, κατά τόν ἴδιο τρόπο ὁ χριστιανός: εἶναι χριστιανός καί φανερώνει τόν Χριστό, ὅταν εἶναι ντυμένος τή δόξα Ἐκείνου· ὅταν δηλαδή ζεῖ θυσιαστικά τή ζωή του κι ὅταν ἀγωνίζεται νά ζεῖ τήν ἁγία ταπείνωση τοῦ Χριστοῦ. Μέ ἄλλα λόγια, χριστιανός πού εἶναι μέν βαπτισμένος καί κοινωνεῖ τῶν ἀχράντων μυστηρίων, ἀλλά ἡ καθημερινότητά του δέν συνάδει μέ ὅ,τι ἔκανε ὁ Χριστός: συνεπῶς ζεῖ ἐκκοσμικευμένα ὅπως ὁ πολύς κόσμος ὁ ζῶν ἐν ἀμετανοησίᾳ, αὐτός δέν εἶναι χριστιανός καί «δουλεύει» δυστυχῶς στόν ἀντίχριστο. Διότι «ὁ μή ὤν μετ’ ἐμοῦ», λέει ὁ Κύριος, «κατ’ ἐμοῦ ἐστι». Ἡ ζωή μας ἀποκαλύπτει τή χριστιανικότητά μας καί ὄχι ὁ τύπος τῶν μυστηριακῶν τελετῶν (ἐντελῶς ἀπαραίτητος ἀσφαλῶς γιά νά λειτουργεῖ ἡ γνήσια χριστιανοσύνη μας).

 παραπάνω χαιρετισμός τῆς Β΄ στάσης τῶν Χαιρετισμῶν μᾶς ὑπενθυμίζει τή μέγιστη δωρεά πού μᾶς χάρισε ὁ Χριστός καί ἡ Ἐκκλησία μας: ντυθήκαμε τόν Χριστό διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος. Ἐκεῖνος εἶναι πιά τό ἔνδυμά μας καί τό ἔνδυμά μας αὐτό τό κατάστικτο ἀπό τό αἷμα τῆς ἀγάπης καί τῆς ταπείνωσής Του χαρακτηρίζει καί ἐμᾶς. Ὅσο ἀκολουθοῦμε καθημερινά καί ἀδιάκοπα τήν ἀγάπη καί τήν ταπείνωσή Του βρισκόμαστε «ἐπί τά ἴχνη Του», μᾶλλον Τόν ἀφήνουμε νά δρᾶ μέσα ἀπό ἐμᾶς. Αὐτό συνιστᾶ καί τή δική μας δόξα στόν κόσμο τοῦτο, αὐτό θά μᾶς δοξάσει στό ἔπακρο ὅταν φύγουμε ἐν πίστει ἀπό τόν κόσμο τοῦτο. Μέ τό δεδομένο ἀσφαλῶς ὅτι ἡ ὅλη πορεία μας γίνεται «ταῖς πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου». Διότι «δι’ αὐτῆς ἐνεδύθημεν» τή δόξα τοῦ Υἱοῦ της.  

ΤΗΝ ΑΓΝΗ ΜΕ ΑΓΝΟ ΝΟΥ

 

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ Β΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ 

«Τήν Ἁγνήν ἁγνεύοντι τιμήσωμεν νοΐ˙ καλλονήν τήν τοῦ Ἰακώβ τοῖς ἐνθέοις πράξεσι καλλυνόμενοι, εὐσεβῶς ὑμνήσωμεν, ὡς Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν» (Θεοτοκίον ε΄ ωδής Τριωδίου).

(Την Αγνή Παρθένο Μαριάμ ας την τιμήσουμε με αγνό νου. Αυτήν που είναι η καλλονή του Ιακώβ ας την υμνολογήσουμε ευσεβώς με τις ένθεες πράξεις μας ως Μητέρα του Θεού μας).

Ο άγιος υμνογράφος Ιωσήφ μάς καθοδηγεί στο Θεοτοκίο για τη στάση μας έναντι της Παναγίας. Να την τιμήσουμε και να την υμνολογήσουμε, λέει, όχι όμως πρώτιστα με τα λόγια μας – κι αυτά βεβαίως είναι απαραίτητα: άλλωστε με λόγια προτρέπει τους πιστούς – αλλά κυρίως με όλη τη ζωή μας. Την αγνότητα του νου μας δηλαδή και τις ένθεες πράξεις μας. Έτσι μόνο Την αναγνωρίζουμε ορθά ως Μητέρα του Θεού μας, που σημαίνει ότι έτσι αντιστοίχως αναγνωρίζουμε και ως Κύριο Θεό μας τον Ιησού Χριστό – είναι γνωστό ότι η ορθή στάση έναντι της Παναγίας φανερώνει την ορθή στάση και έναντι του Ιησού Χριστού. Και τι σημαίνει αγνός νους και ένθεες πράξεις; Ασφαλώς καθαρή καρδιά και ζωή σύμφωνη με τις άγιες εντολές του Κυρίου. Η καρδιά ή ο νους αλλιώς, κατά την  Παράδοση της Εκκλησίας, συνιστά το κέντρο της ψυχοσωματικής ύπαρξης του ανθρώπου, συνεπώς η ποιότητα του κέντρου αυτού καθορίζει και αν ο Θεός θα βρει τόπο καταπαύσεως μέσα σ’ αυτό ή όχι. «Μακάριοι οἱ καθαροί τῆ καρδίᾳ ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται» είπε ο Κύριος. Η δε καρδιά καθαρίζεται κατ’ αναλογία της τηρήσεως και εφαρμογής των εντολών του Κυρίου. Χριστιανός που χάριτι Θεού βρίσκεται αδιάκοπα στην πορεία της Οδού του Κυρίου, εκεί δηλαδή που παραπέμπουν πάντοτε οι εντολές Του, διαπιστώνει εμπειρικά την καθαρότητα που επέρχεται στην καρδιά του από το φως του Θεού που αρχίζει και λάμπει σ’ αυτήν, γεγονός που σιγά σιγά αντανακλάται και στο ίδιο το σώμα του.

Λοιπόν, κατά τον άγιο υμνογράφο: Την Παναγία Μητέρα, η Οποία ήταν η κατεξοχήν Αγνή και Καθαρή και ζούσε με απόλυτη υπακοή στις εντολές του Θεού, μπορεί να την τιμήσει και να την υμνήσει μόνον εκείνος που βρίσκεται στη συγκεκριμένη αντίστοιχη μ’ Αυτήν πορεία ζωής, ο αγωνιζόμενος  για την κάθαρση της καρδιάς του. Αν δεν υπάρχει ο πνευματικός αυτός αγώνας, τότε τα όποια λόγια και οι όποιοι ύμνοι προς την Παναγία δεν γίνονται αποδεκτά από Αυτήν, συνεπώς και από τον Υιό και Θεό της, και μάλλον αμαυρώνουν τον άνθρωπο που τα εκφράζει, όπως το λέει και ο μεγαλοφωνότατος προφήτης Ησαΐας, μέσα από το στόμα του οποίου ομιλεί ο Παντοκράτωρ Κύριος: «Δεν θέλω τις προσευχές και τις θυσίες σας. Όταν τις προσφέρετε αποστρέφω το πρόσωπό Μου. Γιατί τα χέρια σας στάζουν αίμα από τις αδικίες σας. Μετανοήστε και καθαρίστε τις καρδιές σας από τις πονηρίες σας και τότε ελάτε να συνομιλήσουμε!»

Ο άγιος υμνογράφος μάς προσφέρει το βασικό κριτήριο για να καταλαβαίνουμε και τον εαυτό μας αλλά και πολλούς συνανθρώπους μας, οι οποίοι καπηλεύονται το όνομα του Κυρίου αλλά και της Παναγίας μας. Πολλοί βαυκαλίζονται με την ιδέα ότι τους ομιλεί ο Κύριος και η Θεοτόκος, οπότε απαιτούν την υπακοή στον λόγο τους. Αλλά ο  δ ι κ ό ς  τους λόγος προβάλλεται και όχι του Θεού και της Παναγίας. Το παράδειγμα που μας υπενθυμίζει ο άγιος Σωφρόνιος ο Αθωνίτης από τη ζωή του Γέροντά του μεγάλου οσίου Σιλουανού του εν Άθω είναι πράγματι συγκλονιστικό. Το καταγράφουμε όπως ο ίδιος το είπε:

«Ένας μοναχός που ζούσε περίπου σαράντα χρόνια στη Μονή του Αγίου Παντελεήμονος έρχεται στον Σιλουανό και του διηγείται ότι είχε μία ευλογημένη επίσκεψη από την Παναγία. Ο Γέροντας του είπε:

- Πάτερ μου, αυτό είναι αδύνατον.

- Γιατί;

- Διότι η Παναγία ήταν πολύ υπάκουη στη θέληση του Θεού, ενώ εσείς δεν κάνετε υπακοή. Αφού υπάρχει αυτή η διαφορά, δεν είναι δυνατόν να έχετε δει την Αγία Παρθένο» (Οἰκοδομώντας τόν Ναό τοῦ Θεοῦ, τόμ. Α΄, σελ. 242).