Τρίτη 5 Μαΐου 2026

Ο ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΕΦΡΑΙΜ Ο ΝΕΟΦΑΝΗΣ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ

«Ὁ ὅσιος Ἐφραίμ ἔζησε κατά τόν 15ο αἰ. καί ἀπό νεαρή ἡλικία, ἤδη ἀπό δεκατεσσάρων ἐτῶν, ἀφιερώθηκε στόν Κύριο, σηκώνοντας στούς ὤμους τόν Σταυρό του. Κινούμενος ἀπό θεῖο ζῆλο μόνασε στήν ἱερά Μονή τοῦ ὄρους τῶν Ἀμώμων Ἀττικῆς, ὅπως ὀνομάζεται, κι ἀκολούθησε τούς ἀσκητικούς ἀγῶνες μέ μεγάλη ἐγκράτεια. Καθάρισε τόν ἑαυτό του μέ τίς κατά Χριστόν ἀρετές κι ἔγινε μίμημα Χριστοῦ. Ὁ μισόκαλος ὅμως ἐχθρός διάβολος, πού πάντοτε θέλει ἀπό φθόνο νά χαλάει ὅλα τά καλά, παρακίνησε ἕνα στίφος ἀλλόφυλων Ἀγαρηνῶν βαρβάρων, ὥστε νά ἐπιτεθεῖ μέσω θαλάσσης κατά τῆς Μονῆς, καταστρέφοντας, καίγοντας καί λεηλατώντας τά πάντα σ’ αὐτήν καί γύρω ἀπό αὐτήν. Τότε λοιπόν συνέλαβαν καί τόν μακάριο Ἐφραίμ, καί μέ πολλή μανία τόν ὑπέβαλαν σέ φρικιαστικά βασανιστήρια καί τιμωρίες, κυριολεκτικά κατασπαράσσοντάς τον, μέχρις ὅτου μέ βίαιο θάνατο παρέδωσε τήν ψυχή του τήν 5η Μαῒου τοῦ σωτηρίου ἔτους 1426, ἡμέρα Τρίτη καί περί ὥρα 3η ἀπογευματινή, στά χέρια τοῦ Θεοῦ.

Ὅλα τά παραπάνω παρέμεναν ἄγνωστα καί ἀφανέρωτα γιά πολλά χρόνια, καλυμμένα ἀπό τόν βυθό τῆς σιωπῆς καί τῆς λήθης. Ἀπό θεῖο φωτισμό καί ροπή ὅμως κινούμενη, τό ἔτος 1950, ἡ ἡγουμένη τῆς Μονῆς Μακαρία στό ὄνομα, ἔκανε ἀνασκαφές στήν αὐλή τοῦ Μοναστηριοῦ, ὅπου τήν 3η Ἰανουαρίου ἀνεκάλυψε μέ πολλή ἔκπληξη καί ἱερό θάμβος λείψανα ἑνός ὁσίου ἀνδρός, πού ἐξέπεμπαν οὐράνια εὐωδία καί ὀσμή. Εὑρισκόμενη σέ ἀπορία καί κάνοντας προσευχή νά φανερώσει ὁ Θεός τίνος ἄραγε νά εἶναι αὐτά, τῆς φανερώθηκε ἕνας θαυμαστός καί ἱεροπρεπής μοναχός, ὁ ὁποῖος τῆς ἀπεκάλυψε τά πάντα: τό ὄνομά του, τή βαρβαρική ἐπιδρομή, τό μαρτυρικό τέλος του, ἀκόμη δέ ὅτι τά ὀστᾶ πού βρέθηκαν ἀνήκουν στόν ἴδιο, ὅπως ἐκτενῶς γίνεται ἡ ἀφήγηση κατά τήν 3η Ἰανουαρίου, ἡμέρα πού τελεῖται καί ἑορτάζεται ἡ εὕρεση τῶν τιμίων λειψάνων τοῦ ὁσιομάρτυρα.

Ὁ θεῖος αὐτός ὁσιομάρτυς, ἀφοῦ δοξάστηκε ἀπό τόν Κύριο, ἐνεργεῖ πλεῖστα θαύματα σ’ αὐτούς πού τόν ἐπικαλοῦνται, καί θεραπεύει ὅσους προσέρχονται στά ἱερά του λείψανα πού ἀπόκεινται στήν παρά τή Νέα Μάκρη ἁγία του Μονή, ἐνῶ πολλές φορές ἐμφανίζεται σέ ὄνειρα καί βοηθεῖ καί ἐνισχύει μέ τή δοσμένη σ’ αὐτόν χάρη ἀπό τόν Κύριο ὅλους τούς ἀναγκεμένους.

Ταῖς αὐτοῦ πρεσβείαις Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν».

Ὁ ἅγιος ὑμνογράφος ὅσιος Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης δέν ἔχει πολλά στοιχεῖα ὑπ’ ὄψιν του ἀπό τή ζωή τοῦ ὁσιομάρτυρα Ἐφραίμ γιά νά τά προβάλει καί νά τά ἑρμηνεύσει μέ τρόπο πνευματικό καί θεολογικό. Διότι αὐτό εἶναι τό ἔργο ἑνός ὑμνογράφου τῆς Ἐκκλησίας μας: νά στηρίζεται μέν στήν ἐπί γῆς πορεία ἑνός ἁγίου, ἀλλά νά βλέπει τό βάθος τῆς ζωῆς του, τήν κατά Χριστόν δηλαδή πολιτεία του πού δίνει τόν τόνο καί τό ἄρωμα τῆς χάρης Ἐκείνου, ἰδίως ἐπικεντρώνοντας στό ὁσιακό ἤ μαρτυρικό τέλος του. Ἔτσι γίνεται ἄλλωστε ὁ ἅγιος πρότυπο γιά τούς πιστούς καί πραγματοποιεῖται τό «τιμή μάρτυρος μίμησις μάρτυρος».  Ὁ ὅσιος ὑμνογράφος λοιπόν ἐν προκειμένῳ δέν ἔχει πολλά στοιχεῖα ἀπό τόν ἅγιο Ἐφραίμ. Ἀλλά τά λίγα στά χέρια του, ἀπό τήν ἐκ Θεοῦ ἔμπνευσή του καί τήν ἁγιοπνευματική ἐμπειρία του  πολλαπλασιάζονται, φτάνοντας στό σημεῖο νά μᾶς προσφέρει πλοῦτο πνευματικῶν ἀνθέων ἀπό τόν νεοφανέντα ὁσιομάρτυρα.

Τί τοῦ δίνει ἀφορμή γιά νά ὑμνολογήσει τόν ἅγιο καί δι’ αὐτοῦ βεβαίως τόν ἴδιο τόν Κύριο; Τό γεγονός ὅτι ἐκ παιδός ἀφιερώθηκε στόν Θεό ὡς καλόγερος∙ ὅτι ἔζησε συνεπή ἀσκητική ζωή ὅσο ἔζησε στό μοναστήρι∙ ὅτι ἐπιβεβαίωσε τήν καλή ἄσκησή του μέ τό μαρτύριο τοῦ αἵματός του ὅταν τό μοναστήρι δέχτηκε τήν ἐπίθεση τῶν Ἀγαρηνῶν∙ ὅτι τά λείψανά του μέ εὐδοκία τοῦ Θεοῦ ἀνακαλύπτονται εὐωδιάζοντα – δείγμα τῆς ἁγιότητάς του∙ τέλος ὅτι ἐπιτελεῖ μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ πλεῖστα θαύματα καί μέ τήν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματός του ἀλλά καί μέ τήν προσκύνηση τῶν λειψάνων του.

Πέραν τοῦ σύντομου συναξαριοῦ του ἡ συνοπτική αὐτή παρουσίαση τοῦ ὁσίου γίνεται ἰδιαιτέρως στόν Οἶκο τῆς ἀκολουθίας τοῦ ὄρθρου: «Ἀπό τή νεότητά σου, Πάτερ, ἀκολούθησες τόν Χριστό, γι’ αὐτό καί ἀρνήθηκες ἐντελῶς τή στροφή πρός τόν κόσμο καί τίς ἡδονές τῆς σάρκας. Κι ἀφοῦ μεταρσιώθηκες ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἔλαμψες σάν ἄστρο στό ὄρος τῶν Ἀμώμων ζώντας ὡς ἄγγελος. Ἔγινες ἔτσι κατοικητήριο τῆς θείας ἐνέργειας μέ τούς ἀσκητικούς σου ἱδρῶτες, δείχνοντας πόσο καθαρίστηκε ἡ ψυχή καί τό σῶμα σου ἀπό τά ψυχοφθόρα πάθη. Κι ὅταν ἔπεσες στά φονικά χέρια τῶν ἀλλόφυλων ἐπιδρομέων ἐπέδειξες μαρτυρική σταθερότητα στά ποικίλα βάσανα καί τίς πληγές πού ὑπέστης, δεχόμενος βίαιο θάνατο γιά χάρη τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτό ὁ ζωοδότης Κύριος, σέ ἔστεψε μέ διπλούς στεφάνους, ὁσιομάρτυς Ἐφραίμ, ἐσένα πού παρακαλεῖς τόν Κύριο ἐκτενῶς γιά νά ἐλεηθοῦν αὐτοί πού σέ ὑμνολογοῦν».

Τά βασικά αὐτά στοιχεῖα ἀνακυκλώνονται ἀπό τόν σοφό ὑμνογράφο, ἀλλά ἡ κάθε ἀνακύκλωση μᾶς δίνει καί μία ἰδιαίτερη ματιά πιό βαθειά, πού μᾶς ὁδηγεῖ στήν καρδιά τοῦ ὁσίου καί στήν ψαύση τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ πού ἀναπαύονταν σ’ αὐτήν. Ἐπιλέγουμε τίς πιό χαρακτηριστικές ἐπισημάνσεις του.

- Ἡ στροφή τοῦ ἁγίου παιδιόθεν πρός τόν Θεό ἀποτελεῖ φανέρωση τοῦ ἔρωτα πρός Αὐτόν πού διακατεῖχε τήν ψυχή του - ὅ,τι ἑρμηνεύει τήν ἁγία βιοτή του: «Ὅταν ἀπαρνήθηκες τόν ἑαυτό σου ἐκ νεότητος, γιατί πληγώθηκες ἀπό τόν ἅγιο ἔρωτα, τότε σήκωσες, ὅσιε, τόν Σταυρό τοῦ Σωτήρα» (στιχ. μ. ἑσπ.). Ἡ θερμή αὐτή ἀγάπη πρός τόν Χριστό δέν ἔχει χαρακτήρα ἀόριστο. Γιά τήν Ἐκκλησία καί τούς ἁγίους μας ἐκφράζεται ὡς στροφή πρός τίς ἐντολές Ἐκείνου, μέσα στίς ὁποῖες βεβαίως «περικλείεται» ὁ Ἴδιος κατά τή διαβεβαίωση τῶν λόγων Του. «Ἀπό παιδί κατεύθυνες τόν νοῦ σου στά προστάγματα τοῦ Κυρίου, ὅσιε, γιά τήν ἀνώτερη ζωή» (ὠδή α΄). Κι αὐτό θά πεῖ: ἀγαπᾶ κανείς τόν Χριστό, ὅταν βρίσκεται στήν διαρκή καί ἐναγώνια θά λέγαμε ἀναζήτηση τηρήσεως τοῦ θελήματός Του – βρίσκει κανείς τόν Χριστό τήν ὥρα πού Τόν ἀναζητεῖ. Κι ἐπειδή οἱ ἐντολές Του συγκεφαλαιώνονται στήν ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο, βρίσκει κανείς τόν Χριστό ὅταν «βρίσκει» τόν συνάνθρωπο. «Ἀπό τόν πλησίον ἐξαρτᾶται ἡ ζωή καί ὁ θάνατος» (Γεροντικό).

- Οἱ ἀσκητικοί του ἀγῶνες στό μοναστήρι: οἱ νηστεῖες, τά διακονήματα, ὁ σωματικός κόπος, οἱ ἀγρυπνίες, οἱ ἐξαντλητικές προσευχές κατανοοῦνται ἀκριβῶς μέ βάση τήν παραπάνω ἀλήθεια∙ ὡς ἔκφραση καθημερινή τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό. Βλέπουμε ἕναν καλόγερο καί ἐκ πρώτης ὄψεως δέν μᾶς κινεῖ ἴσως τό ἐνδιαφέρον. Μά ἡ ἐσωτερική του ζωή πάλλει ἀπό τήν ἔνταση τοῦ ἀγώνα τῆς ἀναζήτησης τοῦ Θεοῦ. Πρόκειται γιά τό «μαρτύριο τῆς συνειδήσεως» ὅπως χαρακτηρίζεται, τό ὁποῖο ἀποτελεῖ καί τήν προϋπόθεση γιά νά μπορεῖ νά ὑπάρξει σέ δεδομένη στιγμή καί τό μαρτύριο τοῦ αἵματος. Μέ ἄλλα λόγια κανείς δέν μπορεῖ χωρίς ἑτοιμασία νά γίνει μάρτυρας Κυρίου – μία ἀλήθεια πού ἐπανειλημμένως τονίζεται στά κείμενα καί τά γράμματα τῆς Ἐκκλησίας. Τό ἴδιο βλέπουμε καί στόν ὑμνογράφο μας σέ σχέση μέ τόν ἅγιο Ἐφραίμ. «Ὁ Κύριος τῆς δόξας δέχτηκε τήν ἀσκητική σου ζωή, πάτερ ὅσιε Ἐφραίμ, γι’ αὐτό καί σέ ἀξίωσε τῆς ἀθλητικῆς δόξας» (δοξαστικό ἑσπ.).

Ἐν προκειμένῳ ὁ ὅσιος ὑμνογράφος προχωράει καί λίγο παραπάνω, δίνοντας μία θέαση «πρωτότυπη» τῆς προετοιμασίας κάποιου  γιά τό μαρτύριο. Τί θέλουμε νά ποῦμε; Εἶναι γνωστό ὅτι καί στούς παλαιούς μάρτυρες, ἰδίως δέ στούς νέους, γιά νά παραμείνει κανείς πιστός στό μαρτύριο, ἄν μάλιστα εἶχε ἐξωμόσει, δηλαδή ἄν εἶχε γίνει ἀρνησίχριστος, χρειαζόταν ἀπαραίτητα ἕναν προγυμναστή, ἕναν προπονητή, «ἀλείπτη», γιά νά τόν καθοδηγήσει καί νά τόν ἑτοιμάσει γιά τό μαρτύριο. Κι αὐτό γιατί οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε ἀδύνατοι καί εὔκολα μπροστά στίς δυσκολίες μπορεῖ νά ἐκκλίνουμε καί νά γίνουμε ἀρνητές Κυρίου - ἄς θυμηθοῦμε καί τόν μέγα ἀπόστολο Πέτρο. Λοιπόν, ὁ ὑμνογράφος μιλώντας γιά τόν ὅσιο Ἐφραίμ θεωρεῖ ὅτι στόν τόπο τοῦ ἀλείπτη καί τοῦ καθοδηγητῆ του γιά τό μαρτύριο βρισκόταν ἡ ἁγία ἀσκητική του ζωή. «Ὕψωσες τόν νοῦ σου πρός τόν Θεό μέ τίς θεῖες ἀναβάσεις, κι ἀπονέκρωσες τό σαρκικό ἁμαρτωλό φρόνημα. Γι’ αὐτό φάνηκες κειμήλιο τῆς ἀπάθειας, παμμακάριστε Ἐφραίμ, προγυμνάζοντας τόν ἑαυτό σου γιά τήν ἄθληση τοῦ μαρτυρίου μέ τούς κόπους τῆς ἀσκήσεως» (ὠδή γ΄). Οἱ ἀσκητικοί κόποι πού ἐπέχουν τή θέση τοῦ ἀλείπτη!

- Ὁ π. Γεράσιμος κινεῖται ἐπίσης μέ τρόπο ἐξαιρετικά ἐμπνευσμένο. Γιά νά τονίσει ἀπό μία ἄλλη πλευρά τό ἀσκητικό φρόνημα τοῦ ὁσίου Ἐφραίμ πού τόν ἔκανε δεκτικό τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Πνεύματος, ἀξιοποιεῖ διπλά τήν ὀνομασία τοῦ τόπου πού βρίσκεται τό μοναστήρι. Ὄρος τῶν Ἀμώμων: δηλαδή καταρχάς ὄρος πού παραλληλίζεται μέ τό ὅρος τοῦ Θεοῦ κατά Δαβίδ, γιά πνευματικές ἀναβάσεις. Ἀνέβηκε ὁ Ἐφραίμ στό ὄρος, συνεπῶς κινεῖται παρομοίως καί ἀπό πλευρᾶς πνευματικῆς: μέ τόν πνευματικό του ἀγώνα ἀνεβαίνει στό ὄρος τοῦ Θεοῦ. «Ἀνεβαίνοντας στό ὄρος τῶν Ἀμώμων ἀνύψωσες τόν νοῦ σου, σύμφωνα μέ τόν Δαβίδ, πρός τά αἰώνια ὄρη, (τόν Θεό)» (κάθισμα ὄρθρου)∙ κι ἔπειτα˙ ὄρος πού ἡ ὀνομασία του γίνεται σύμβολο τοῦ ἐσωτερικοῦ προσανατολισμοῦ τοῦ νεαροῦ μοναχοῦ: νά καταστεῖ ἡ καρδιά του ἄμωμη καί καθαρή ἀπό κάθε ἁμάρτημα πού τήν βρωμίζει. «Κάνοντας ἔργο τήν ὀνομασία τοῦ τόπου τῆς Μονῆς, φάνηκες ἄμωμος καί ἄμεπτος ὡς πρός τά δικαιώματα τοῦ Κυρίου, καθαρίζοντας τόν ἑαυτό σου ἀπό κάθε ἐμπάθεια πρός τήν ὕλη» (δοξαστικό ἑσπ.). Καί: «Ἐργάστηκες τήν ἀρετή στό ὄρος τῶν Ἀμώμων, ὅπως στό ὄρος Κυρίου, καί φάνηκες ἀθῶος ἀπό ἀδικίες καί καθαρός στήν καρδιά, γιατί ντύθηκες τή δικαιοσύνη» (λιτή).

- Τό γεγονός ὅτι ὁ ὅσιος ἀσκήτεψε θεοφιλῶς καί μαρτύρησε θεοπρεπῶς ὁδηγεῖ τόν ἅγιο ὑμνογράφο στήν ἐπισήμανση πού γίνεται συνήθως σέ παρόμοιες περιπτώσεις ὁσιομαρτύρων: ὅτι στεφανώθηκε διπλά ἀπό τόν Κύριο∙ καί γιά τήν ἄσκησή του καί γιά τό μαρτύριό του. Κι ἐπίσης: ὅτι ἀκριβῶς εὑρισκόμενος στόν ἴδιο δρόμο τῶν παλαιῶν ὁσιομαρτύρων ἀντιπαραβάλλεται μέ αὐτούς - ἰσοστάσιος τῶν ὁσίων, ἰσοστάσιος τῶν μαρτύρων. Ὁ ὑμνογράφος μᾶς ἀνοίγει κι ἐδῶ τά μάτια: «ὁ ὅσιος ἔζησε ἐνάρετο βίο ἐδῶ στό Μοναστήρι του, ἀλλά καί πορεύτηκε τούς ἀγῶνες τῶν μαρτύρων, γι’ αὐτό καί καταξιώθηκε ἀπό τόν Σωτήρα ἄξια διπλῶν στεφάνων» (στιχ. μ. ἑσπ.). «Ὠς ὅσιος μεταξύ τῶν ἀσκητῶν καί μάρτυρας μεταξύ τῶν ὁσίων, ἔτυχες διπλά στεφάνια ἀπό τόν Κύριο, κι ἔλαβες τή χάρη τῶν θαυμάτων, ὁσιομάρτυς Ἐφραίμ» (δοξαστικό ἀποστ. ἑσπ.).

Καί παίρνοντας ἀφορμή ὁ Γέρων ὑμνογράφος ἀπό τό διπλό στεφάνωμα τοῦ ὁσίου «βλέπει» καί τή διπλή χάρη τοῦ ἴδιου τοῦ Μοναστηριοῦ. Κάθε τόπος βεβαίως ὡς συγκρατούμενος ἀπό τήν ἄκτιστη χάρη τοῦ Κυρίου εἶναι τόπος Κυρίου – «τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καί τό πλήρωμα αὐτῆς». Οἱ χριστιανοί δέν πορευόμαστε στόν κόσμο κατά μανιχαϊστικό τρόπο, ἐπιλέγοντας τόπους «ἁγίους» καί διαγράφοντας τόπους «ἁμαρτωλούς». Τό ἅγιο καί τό ἁμαρτωλό βρίσκεται στίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων καί ὄχι στά ἐξωτερικά πράγματα. Παρ’ ὅλα αὐτά ὅμως, ἕνας τόπος πού λόγω τῆς πανταχοῦ παρουσίας τοῦ Κυρίου εἶναι ἀπό μόνος του ἱερός, πολλαπλασιάζει τήν ἱερότητά του, ὅταν ἔχει καθαγιαστεῖ ἀπό τήν καλή ἀσκητική πολιτεία ἑνός ἁγίου, πολύ περισσότερο δέ ἀπό τό ἁγιασμένο λόγω μαρτυρίου αἷμα του. Ἀκριβῶς τοῦτο θίγει καί ὁ ὑμνογράφος μας: τό Μοναστήρι τοῦ ὁσίου στή Νέα Μάκρη, πέραν ἀπό τόν ὅποιο ἁγιασμό πού ἔχει, κατεξοχήν ἔγινε τόπος χάριτος, γιατί ἐκεῖ, στήν αὐλή του, ἔζησε ἁγιασμένα ἀλλά καί μαρτύρησε δι’ αἵματος ὁ ὅσιος νεοφανής ἅγιος. Μᾶς τό λέει ἐξαιρετικά: «Τό ὄρος τῶν Ἀμώμων πραγματικά ἀρδεύτηκε, ὅσιε, μέ τούς ἀσκητικούς σου ἱδρῶτες, καί ἁγιάστηκε ἀπό τά ρεῖθρα τῶν αἱμάτων σου» (στιχ. μ. ἑσπ.).

- Τέλος, ὁ χαρισματοῦχος ὑμνογράφος, πέραν βεβαίως τοῦ τονισμοῦ γιά τό θαυματουργικό χάρισμα τοῦ ὁσίου, μέ τό ὁποῖο διαρκῶς καί «γρήγορα» δίνει λύσεις καί ἰάσεις σέ κάθε πρόβλημα, δίνει καί τήν ἀπάντηση τοῦ γιατί νά ἀνευρεθοῦν τά λείψανα τή νεώτερη αὐτή ἐποχή τοῦ ὁσίου. Ἐπιλέγει δύο λόγους. Πρῶτον, ὅτι ὁ Κύριος εὐδόκησε νά γίνει ὁ ἅγιος τό μέσον πού θά προσφέρει ἀκριβῶς τόν πλοῦτο Του στούς πιστούς μέ τά θαύματα πού θά ἐπιτρέπει νά ἐπιτελεῖ. «Ἐνῶ ἤσουν ἄγνωστος στά προηγούμενα χρόνια, ἤδη τώρα μᾶς ἔγινες γνωστός, Ἐφραίμ, καί μᾶς ἔδωσες ὡς πλοῦτο τήν εὐαγή σορό τῶν λειψάνων σου» (ἀπόστ. μ. ἑσπ.)

Καί δεύτερον, καί σημαντικότερο: ὁ Κύριος θέλησε ὁ δοξασμός τοῦ ἁγίου πού φανερώθηκε κατά τά ὕστερα αὐτά χρόνια νά ἀποκαλύπτει καί τόν δοξασμό τοῦ κάθε χριστιανοῦ, ὅταν ζεῖ μέ πιστότητα τό ἅγιο θέλημά Του. Ὅπως τό λέει ὁ Ἴδιος, ὅτι οἱ ἅγιοι στή βασιλεία Του θά λάμψουν σάν τόν ἥλιο. Ὁ Κύριος δηλαδή ἀποκάλυψε γιά μία ἀκόμη φορά τήν ἀγάπη Του, προσανατολίζοντας τούς πιστούς στίς μελλοντικές δωρεές πού τούς ἐπιφυλάσσει, προφανῶς γιά νά κατανοήσουν καί τό νόημα τῶν θλίψεων καί τῶν ὀδυνῶν τῆς ἐδῶ ζωῆς – οἱ θλίψεις λειτουργοῦν ὡς «ὄχημα» γιά τόν ἁγιασμό τοῦ ἀνθρώπου, κατά τήν ἀποκάλυψη πού ἔκανε ὁ Ἴδιος στόν ἀπόστολό Του Παῦλο: «ἡ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται». «Πάτερ Ἐφραίμ, κρυβόσουνα στό παρελθόν γιά πολλά χρόνια, ἀλλά μέ θεία εὐδοκία μᾶς φανερώθηκες, ἀποκαλύπτοντας ἔμμεσα τή μέλλουσα δόξα καί τή λαμπρότητα πού λαμπρά θά ἀξιωθοῦν ὅσοι ὑπάκουσαν στό θέλημα τοῦ Κυρίου ἄμεμπτα» (στιχ. ἑσπ.).

Η ΑΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΕΙΡΗΝΗ

«Η Αγία Μεγαλομάρτυς Ειρήνη άθλησε κατά τον 4ο αιώνα.  Ήταν θυγατέρα του Λικινίου, που ήταν βασιλιάς κάποιου μικρού βασιλείου, και της Λικινίας. Καταγόταν από την πόλη Μαγεδών και αρχικά ονομαζόταν Πηνελόπη. Όταν η Αγία έγινε έξι ετών, ο πατέρας της Λικίνιος την έκλεισε σε ένα πύργο και ανέθεσε την διαπαιδαγώγησή της σε κάποιον γέροντα, ονόματι Απελλιανό, ο οποίος και έγραψε τα υπομνήματα του μαρτυρίου αυτής.

Μια νύχτα η Ειρήνη είδε το εξής όραμα: μπήκε στον πύργο ένα περιστέρι κρατώντας με το ράμφος του κλαδί ελιάς, το οποίο και άφησε επάνω στο τραπέζι. Επίσης, μπήκε και ένας αετός μεταφέροντας στεφάνι από άνθη, το οποίο τοποθέτησε και αυτός επάνω στο τραπέζι. Έπειτα μπήκε από άλλο παράθυρο ένας κόρακας, ο οποίος έβαλε επάνω στο τραπέζι ένα φίδι. Το πρωί που ξύπνησε απορούσε και σκεπτόταν τι άραγε να σημαίνουν αυτά που είδε. Τα διηγήθηκε λοιπόν στον γέροντα Απελλιανό και εκείνος τα ερμήνευσε ως προάγγελμα των στεφάνων της δόξας και του μαρτυρικού τέλους αυτής μετά τη βάπτισή της.

Στο Χριστιανισμό ελκύσθηκε από κάποια κρυπτοχριστιανή νέα, η οποία, λόγω της τιμιότητας και των αρετών της, έχαιρε μεγάλης εκτιμήσεως από τους γονείς της Πηνελόπης και είχε τοποθετηθεί από αυτούς ως θεραπαίνιδα της θυγατέρας τους. Ένας ιερεύς, ονόματι Τιμόθεος, βάπτισε κρυφά τη νεαρή ηγεμονίδα και τη μετονόμασε Ειρήνη.

Το γεγονός δεν άργησε να πληροφορηθεί ο πατέρας της Λικίνιος, όταν μάλιστα η Αγία Ειρήνη συνέτριψε τα είδωλα της πατρικής της οικίας ομολογώντας με αυτό τον τρόπο την πίστη της στον Χριστό. Για τον λόγο αυτό διέταξε να τη δέσουν στα πόδια ενός άγριου αλόγου, να τη σκοτώσει με κλοτσιές. Αλλά από θαύμα το άλογο στράφηκε εναντίον του και σκότωσε αυτόν. Τότε επικράτησε μεγάλη σύγχυση μεταξύ των εκεί παρευρισκομένων ανθρώπων. Αλλά η Ειρήνη τους καθησύχασε με τα λόγια του Χριστού: «όλα είναι δυνατά σ’ εκείνον που πιστεύει» (Μαρκ. θ΄ 23). Και πράγματι, με θαυμαστή πίστη προσευχήθηκε και ο πατέρας της σηκώθηκε ζωντανός. Τότε, οικογενειακώς όλοι βαπτίστηκαν χριστιανοί. Στη συνέχεια έπαθε πολλά από τους Πέρσες και τους βασιλείς αυτών Σεδεκία και Σαπώριο Α'.

Έπειτα η Αγία Ειρήνη πήγε στην Καλλίπολη του Ελλησπόντου, όπου βασίλευε ο Νουμεριανός. Εκεί παρουσιάσθηκε σε αυτόν και ομολόγησε με παρρησία την πίστη της στον Χριστό. Οι ειδωλολάτρες την έκλεισαν διαδοχικά σε τρία πυρακτωμένα χάλκινα βόδια. Το τρίτο όμως βόδι, τη στιγμή που βρισκόταν εντός του η Μεγαλομάρτυς, όλως παραδόξως κινήθηκε, ενώ ήταν άψυχο ανθρώπινο κατασκεύασμα. Στη συνέχεια αυτό σχίσθηκε και βγήκε από μέσα του η Αγία εντελώς αβλαβής από την κόλαση της πυράς. Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα να προσέλθουν στην πίστη του Χριστού χιλιάδες ψυχές. Στην πόλη Μεσημβρία της Θράκης η Αγία Ειρήνη θανατώθηκε, αλλά με τη δύναμη του Θεού αναστήθηκε και είλκυσε στην πίστη τον διοικητή και ολόκληρο το λαό. Τέλος, η Αγία κατέφυγε μαζί με το δάσκαλό της Απελλιανό στην Έφεσο της Μικράς Ασίας, όπου διέμεινε επιτελώντας πολλά θαύματα και τιμώμενη ως αληθινή ισαπόστολος. Εκεί ανέπτυξε μεγάλη δράση μέχρι την ημέρα της κοιμήσεως αυτής, το 315.

Στο Συναξάρι της αναφέρεται ότι στην Έφεσο η Αγία βρήκε μία λάρνακα, στην οποία δεν είχε ως τότε ενταφιασθεί κανένας, μπήκε μέσα σε αυτήν και κοιμήθηκε με ειρήνη. Πριν δε από την κοίμησή της η Αγία Ειρήνη είχε δώσει εντολή να μην μετακινήσει κανένας την ταφόπετρα, με την οποία θα σκέπαζε τη λάρνακα ο δάσκαλός της Απελλιανός, προτού περάσουν τέσσερις ημέρες. Μετά όμως από δύο ημέρες επισκέφθηκαν τον τάφο ο Απελλιανός και οι άλλοι, οι οποίοι είδαν ότι η ταφόπετρα ήταν σηκωμένη και η λάρνακα κενή.

Κατά τα δυτικά Μαρτυρολόγια η Αγία Ειρήνη μαρτύρησε στη Θεσσαλονίκη, αφού ρίχθηκε στην πυρά ενώ κατά το Μηνολόγιον του αυτοκράτορα Βασιλείου Β', η Αγία Ειρήνη τελειώθηκε μαρτυρικά δι' αποκεφαλισμού»

(Από το ιστολόγιο: ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ).

Ο εκκλησιαστικός ποιητής θεωρεί προτεραιότητα στην ακολουθία της αγίας να εξηγήσει την αλλαγή του ονόματός της από Πηνελόπη σε Ειρήνη. «Ο ίδιος ο Χριστός σε ονόμασε Ειρήνη. Διότι πρώτον, έμοιασες σε Εκείνον που είναι η ίδια η ειρήνη και δεύτερον, δίνεις την ειρήνη της ψυχής σε όλους εκείνους που επιτελούν τη μνήμη  και προστρέχουν με ύμνους και ωδές πνευματικές στον θείο ναό σου, με το δεδομένο της μεγάλης παρρησίας που έχεις ενώπιον της Τρισηλίου Θεότητος, ώστε να πρεσβεύεις γι᾽ αυτούς» (απολ.). Το ίδιο βλέπουμε και στο κοντάκιο της εορτής: «Από τον Θεό έλαβε η νύμφη Χριστού την ονομασία που έχει ο Ίδιος. Διότι άγγελος Θεού ήλθε και την ονόμασε από Πηνελόπη σε Ειρήνη».

Είναι περιττό να τονίσουμε ότι ο άγιος υμνογράφος επιμένει ότι εκείνο που ερμηνεύει την κατά Χριστόν ζωή και πολιτεία της όπως και τα μαρτύριά της, είναι ο θερμός έρωτάς της προς τον Κύριο και η προσήλωσή της προς εκείνα που ο Ίδιος υποσχέθηκε για εκείνους που Τον αγαπούν. Η Εκκλησία μας δεν παύει να μας το υπενθυμίζει συνεχώς: στη χριστιανική πίστη αν βγάλει κανείς το στοιχείο της θερμής αγάπης προς τον Χριστό, ως το βασικό κίνητρο κάθε αγίου - ό,τι με άλλα λόγια ζήτησε ο Ίδιος από τους πιστούς Του: «εάν τις αγαπά με τον λόγον μου τηρήσει» - σταματά η χριστιανική πίστη να είναι αυτή που ξέρουμε. Εκπίπτει σε κάτι άοσμο και άγευστο, σε κάτι από το οποίο ελλείπει η ίδια η ζωή. «Θέλχθηκες από τον έρωτα του Χριστού και μίσησες τους θεούς των ειδωλολατρών και τα άψυχα ξόανα, Ειρήνη ένδοξη, και παρουσιάστηκες πολύ φανερά σ᾽αυτούς που σε έβλεπαν ως στήλη θεογνωσίας». «Υπέμεινες, πανεύφημη, την ορμή της φωτιάς που κατέφλεγε τα πάντα και όλα τα ξεσχίσματα του σώματος, γιατί ήσουν προσηλωμένη σ᾽εκείνα που υποσχέθηκε και προετοίμασε ο Ιησούς γι᾽ αυτούς και μόνον που Τον αγάπησαν και Τον πόθησαν σαν τον ωραιότατο νυμφίο των ψυχών τους» (στιχηρά εσπερινού). «Πυρπολήθηκες, πανσέβαστη, βρέφος ακόμη από τον έρωτα του νυμφίου Χριστού και έτρεξες σαν ελαφίνα που διψάει, στις αιώνιες πηγές» (οίκος κοντακίου).

Ο υμνογράφος, βλέποντας το πλήθος των ανθρώπων που πίστευαν στον Χριστό λόγω της καρτερίας της αγίας στα βάσανα που περνούσε και λόγω των υπερλίαν θαυμαστών που γίνονταν στη ζωή της, δεν μπορεί παρά να επισημάνει έκθαμβος ότι τελικά η καρτερία της αυτή, αποτέλεσμα της χάρης του Θεού που ενίσχυε το ανδρειωμένο φρόνημά της (ωδή δ´),  ήταν εκείνη που κατεξευτέλισε όλους τους πιστούς της ματαιότητας και της αθεΐας. Με άλλα λόγια, όταν και ο μεγαλύτερος άθεος και υβριστής της πίστης προσκρούσει στον ογκόλιθο της θερμής αγάπης προς τον Χριστό και της χάριν Αυτού θυσίας της ζωής, καταπίπτει και εξευτελίζεται ως προς την δική του μάταια πίστη. Ό,τι συνέβη δηλαδή με τους εχθρούς της πίστης μπροστά στην Εσταυρωμένη Αγάπη, τον Ίδιο τον Κύριο: κατέπεσαν και χάθηκαν,  το ίδιο συμβαίνει σε κάθε εποχή και μπροστά στους αγίους: χάνονται και καταπίπτουν, έστω κι αν προσωρινά φαίνονται να κυριαρχούν. Διότι ο λόγος της Γραφής είναι αψευδής και αιώνιος: «Αύτη η πίστις η νικήσασα τον κόσμον, η πίστις ημών». «Η καρτερία σου στα βάσανα, Ειρήνη στεφανηφόρε, ξεφτέλισε αυτούς που πίστευαν στη ματαιότητα και την αθεΐα» (ωδή η´).

ΑΤΑΦΟΣ ΝΕΚΡΟΣ…

«Ἄταφος νεκρός ὑπάρχων ὁ Παράλυτος, ἰδών σε ἐβόησεν˙ Ἐλέησόν με, Κύριε, ὅτι ἡ κλίνη μου τύμβος μοι ἐγένετο. Τί μοι κέρδος ζωῆς; Οὐ χρήζω τῆς Προβατικῆς κολυμβήθρας˙ οὐ γάρ ἐστι μοι τις ὁ ἐμβάλλων με ταραττομένων τῶν ὑδάτων˙ ἀλλά σοί τῆ πηγῆ προσέρχομαι τῶν ἰαμάτων, ἵνα κἀγώ μετά πάντων κράζω˙ Παντοδύναμε Κύριε, δόξα σοι» (Εβδομάς Παραλύτου).

(Σαν να ήταν άταφος νεκρός ο Παράλυτος, μόλις σε είδε φώναξε: Ελέησέ με, Κύριε, γιατί η κλίνη μου έγινε για μένα τάφος. Τι κερδίζω που ζω; Δεν χρειάζομαι την Προβατική κολυμβήθρα, γιατί κανείς δεν υπάρχει για μένα που να με βάλει σ’ αυτήν, όταν ταράσσονται τα ύδατα. Γι’ αυτό σε Σένα προσέρχομαι, που είσαι η πηγή των ιαμάτων, προκειμένου κι εγώ μαζί με όλους να φωνάζω δυνατά: Παντοδύναμε, Κύριε, δόξα σοι).

Ο άγιος υμνογράφος λίγο «παραποιεί» τα δεδομένα του Ευαγγελίου στον συγκεκριμένο ύμνο του. Δεν είναι ο Κύριος που έχει την πρωτοβουλία προσεγγίσεως του Παραλύτου στην κολυμβήθρα της Βηθεσδά, αλλά ο ίδιος ο ασθενής! (Ίσως, κάτι παρεμφερές από τη θεραπεία των δύο τυφλών από τον Κύριο, που Τον ακολουθούσαν κραυγάζοντας να τους θεραπεύσει - Πρβλ. Ματθ. 9, 27-31). Εκείνος, ο παράλυτος, βλέποντας ασφαλώς τον Κύριο παρόντα ενώπιόν του, κραυγάζει εν πίστει προς Αυτόν: Ελέησέ με, Κύριε, γιατί το θαύμα θεραπείας με την ταραχή από άγγελο Κυρίου των υδάτων δεν πρόκειται να συμβεί σ’ εμένα ελλείψει ανθρώπου βοηθού. Κι ακόμη η «παραποίηση» υφίσταται και στη «θέαση» του Ιησού Χριστού από τον ίδιο τον άνθρωπο: Εσύ μπορείς να με θεραπεύσεις, γιατί είσαι η πηγή των ιαμάτων ως ο Παντοδύναμος Κύριος.

Τα δεδομένα βεβαίως διαφέρουν. Ο Κύριος προσέρχεται και ανοίγει τον διάλογο με τον Παράλυτο: «Θέλεις υγιής γενέσθαι;» ώστε στη συνέχεια ο πανσθενής λόγος Του να σφίξει το σώμα του ασθενούς και να σηκωθεί αυτός  θεραπευμένος και υγιής. Κι επίσης: για τον Παράλυτο ο Κύριος ήταν άγνωστος˙ στον Ναό αργότερα θα του αποκαλυφθεί, για να μάθει ότι ο Ιησούς ήταν ο ευεργέτης του. «Άγνοια» του κειμένου για τον άγιο υμνογράφο; Ασφαλώς όχι! Απλώς φαίνεται να κινείται με μεγαλύτερη ελευθερία ως θεολόγος ποιητής, για να παρουσιάσει, απ’ όσο καταλαβαίνουμε, το περιστατικό της από τον Κύριο θεραπείας του παραλύτου κάτω από την οπτική της ήδη συνάντησής του μ’ Εκείνον και της με πίστη ανταποκρίσεώς του σ’ Αυτόν. Για τον εκκλησιαστικό ποιητή ο πρώην παράλυτος πίστεψε στον Κύριο, αναγνώρισε τη θεότητά Του, εντάχτηκε στους πιστούς της Εκκλησίας – «ίνα καγώ μετά πάντων κράζω».

Θυμίζει, κι όχι μόνον από αυτό, την εικόνα της Πεντηκοστής στην αγιογραφία της Εκκλησίας: ο αγιογράφος βάζει μεταξύ των δεχομένων τη φλόγα της επελεύσεως του αγίου Πνεύματος στις κεφαλές των Αποστόλων και τον απόστολο Παύλο! Μα ο απόστολος Παύλος τότε ήταν αρνητής της πίστεως. Σε λίγο καιρό, μετά την Πεντηκοστή, θα τον δούμε να «συνευδοκεί» για το μαρτυρικό διά λιθοβολισμού τέλος του αγίου Στεφάνου. Κι όμως! Για την Εκκλησία μας ο Παύλος ήταν εκεί! Γιατί ο χρόνος δεν λειτουργεί με τον κοσμικό τρόπο στο σώμα του Χριστού. Στην Εκκλησία όλα φωτίζονται από την αιωνιότητα και την υπέρβαση συνεπώς της λογικής ιστορικότητας. Το ίδιο λοιπόν κι εδώ με τον συγκεκριμένο ύμνο!

Χρειάζεται όμως νομίζουμε και μία ακόμη παρατήρηση. Το περιστατικό με τον Παράλυτο η Εκκλησία μας το είδε σε σχέση με τον άνθρωπο κάθε εποχής. Γιατί κάθε άνθρωπος λόγω της αμαρτίας του είναι κι αυτός παράλυτος. Αν όχι σωματικά, σίγουρα όμως ψυχικά και πνευματικά. Όπως ιδίως μας το λέει το κοντάκιο της ημέρας: «Την ψυχή μου, Κύριε, που είναι φοβερά παραλυμένη από τις διάφορες αμαρτίες και τις άτοπες πράξεις μου, σήκωσέ την με τη θεϊκή σου δύναμη, όπως σήκωσες παλιά και τον παράλυτο από το κρεβάτι του. Με σκοπό σωσμένος κι εγώ να φωνάζω δυνατά: Οικτίρμων Κύριε, δόξα στη δύναμή Σου». Οπότε, τα πράγματα «ομαλοποιούνται»: Στο πρόσωπο του παραλύτου της εποχής του Κυρίου βρίσκεται ο καθένας μας. Μπορεί ιστορικά, εκεί, να ήταν ένας συγκεκριμένος άνθρωπος, όμως τελικώς  «εν παντί καιρώ και τόπω» βρίσκεται εν σμικρώ η ανθρωπότητα όλη. Και τι απαιτείται; Η αναγνώριση της ασθενείας και της πνευματικής παραλυσίας μας, η επίγνωση ότι τίποτε ανθρώπινο δεν μπορεί να μας βοηθήσει για την ίασή μας – «άνθρωπον ουκ έχω», όπως και η όποια «κλίνη» μας, το όποιο δηλαδή ανθρώπινο στήριγμά μας,  είναι σαν ένας τάφος! – και η πίστη στην παντοδυναμία και την ευσπλαχνία του Κυρίου μας, που είναι ο μόνος δυνάμενος σώζειν!

Ένα απλός ύμνος με τεράστιο βάθος και θεολογική σημασία!

Δευτέρα 4 Μαΐου 2026

ΝΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ ΜΑΣ!

«Να ευχαριστούμε τον Θεό μας «εν παντί», λέει ο απόστολος Παύλος. Σε όλα και με όλα. «Κατά πάντα και διά πάντα». Τότε ο άνθρωπος που ευχαριστεί είναι και ευχάριστος και ευχαριστημένος. Φεύγει από πάνω του όλη αυτή η καταχνιά. Όλη αυτή η σκουντουφλιά. Όλο αυτό το πράγμα το αρνητικό. Φεύγει. Κι ο άνθρωπος λάμπει κι είναι ευτυχής με το τίποτα. Δηλαδή, χωρίς έξοδα. Με την αγάπη. Με τη Χάρη. Γίνεται χαριτωμένος. Γίνεται ωραίος. Τέτοιον θέλομε. Τέτοιους μας κάνει η Εκκλησία. Τέτοιους μας κάνει η πίστη. Τέτοιους μας κάνει ο Χριστός. Αλλά θέλει, όμως, να γινόμαστε κολλητοί Του. Να μην Τον αφήνομε. Να Τον επικαλούμεθα. Να Τον φωνάζομε. Να τον αγαπάμε. Να Τον ακούμε… Να ευχαριστούμε, παιδιά. Και ας μην έχομε τίποτε! Κι ας έχομε δυσκολίες και ας έχομε βάσανα. Κι ας μην έχομε να φάμε. Αλλάζει το κλίμα αυτό το πράγμα. Κι όταν ο άνθρωπος αλλάξει διάθεση, κάνει πολλά»

 (Γέροντας Ανανίας, Λόγοι για τον άγιο Νεκτάριο, τόμος Δ΄).

Περίσσεψε η ασχήμια στον κόσμο μας˙ «η καταχνιά, η σκουντουφλιά, το αρνητικό», σύμφωνα με την ορολογία του αγίου Γέροντα Ανανία. Γιατί ο κόσμος έστρεψε τα νώτα προς τον Πατέρα του Θεό. Βλέπει ο άνθρωπος τον συνάνθρωπό του και τις περισσότερες φορές προσπαθεί να τον αποφύγει. Ή κι αν δεν τον αποφύγει, «κουμπώνεται» παίρνοντας μία στάση άμυνας – ξεκινά με το δεδομένο ότι ο άλλος είναι ο εχθρός, ο αντίπαλος. Ακόμη και να τον χαιρετίσει, η «καλημέρα» του συχνά είναι μισή – λες και του τρώει το ψωμί του. Ίσως γι’ αυτό και τα ινστιτούτα ομορφιάς διαρκώς και αυξάνουν, σαν να υπάρχει μία ανεπίγνωστη «ενοχή» που θέλει να καλύψει με τις εξωτερικές αισθητικές επεμβάσεις τα στίγματα και τις κηλίδες της ψυχής. Και δεν αναφερόμαστε μόνο στους εκτός της Εκκλησίας και της χριστιανικής πίστεως ανθρώπους – εκεί υπάρχουν πολλά δικαιολογητικά για την «αμορφία» συχνά του κρυπτού της καρδίας ανθρώπου. Μιλάμε και για εμάς τους θεωρουμένους ανθρώπους της Εκκλησίας, που δυστυχώς σ’ ένα μεγάλο ποσοστό η «ρουφήχτρα» του πεσμένου στην αμαρτία κόσμου μάς τραβάει σαν μαγνήτης στα δικά του δεδομένα και μας κάνει να ζούμε ως άθεοι εν τω κόσμω. Δεν είναι τυχαίο ότι το προφητικό κήρυγμα της Εκκλησίας μας κάνει λόγο για την εκκοσμίκευση των χριστιανών ως το υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημα της σύγχρονης εποχής. Και εξίσου γι’ αυτό κατανοούμε πόσο επίκαιρα ακούγονται τα λόγια του μεγάλου Ντοστογιέφσκι, επαναλαμβανόμενα κατά καιρούς από πολλούς αγωνιώντες πιστούς, ο οποίος τόνιζε ότι «η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο

Ποια η ομοφιά αυτή που έχει τέτοιο σωτηριολογικό χαρακτήρα; Τίποτε άλλο ασφαλώς πέρα από τη στροφή στον κατεξοχή «ωραίο και όμορφο», τον Κύριο Ιησού Χριστό. Αυτός είναι «ο ωραίος κάλλει παρά πάντας βροτούς» κατά τη γραφίδα του αγίου υμνογράφου, Αυτού «το άρρητον κάλλος του προσώπου» δημιουργεί την απέραντη «ηδονή» εκείνων που Τον καθορούν αδιάκοπα (Ακολουθία Θείας Μεταλήψεως). Το να είσαι στραμμένος προς τον Χριστό και να δέχεσαι τις ακτίνες του φωτός Του αποτελεί την ίδια τη μακαριότητα, γιατί σε κάνει να γίνεσαι κι εσύ φως. «Ο ακολουθών εμοί ου μη περιπατήσει εν τη σκοτία αλλ’ έξει το φως της ζωής». Οπότε, «λάμπεις κι είσαι ευτυχής με το τίποτα. Δηλαδή, χωρίς έξοδα», έξοδα εννοείται υλικά του κόσμου τούτου. Διότι το «τίποτα» που λέει ο Γέροντας είναι το παν, η μετοχή στην ενέργεια του Τριαδικού Θεού, ο σκοπός για τον οποίο δημιουργηθήκαμε και σαρκώθηκε ο Θεός μας. Το να κοινωνούμε αδιάκοπα τον Θεό μας και να θεωνόμαστε, γιατί γινήκαμε μέλη Του εν Εκκλησία διά του αγίου βαπτίσματος, είτε μυστηριακά (Θεία Ευχαριστία) είτε πνευματικά (τήρηση των αγίων εντολών του Θεού) δεν είναι το όραμα κάθε συνεπούς χριστιανού, κάθε αγίου; Κι αυτό θα πει ότι τότε ο άνθρωπος «γίνεται χαριτωμένος, γίνεται ωραίος» - σαρκώνει τον Χριστό στην ύπαρξή του, γινόμενος άλλος Χριστός εν ετέρα μορφή. Αυτό είναι ο αγιασμός για τον οποίο μιλάει ο Χριστός και το σώμα Του η Εκκλησία – ο άνθρωπος γίνεται «ευχάριστος και ευχαριστημένος».

Κι ο σοφός Γέροντας Ανανίας τον αγώνα αυτόν θεώσεως του ανθρώπου με τη διαρκή κοινωνία του μ’ Εκείνον, μυστηριακά και πνευματικά καθώς είπαμε, ψυχή τε και σώματι, τον διατυπώνει με τον δικό του μοναδικό τρόπο, που είναι ο τρόπος όμως της Αγίας Γραφής: «να γινόμαστε κολλητοί» του Χριστού, «εκολλήθη η ψυχή μου οπίσω Σου» λέει ο ψαλμωδός. Είναι η απαραίτητη προϋπόθεση, το sine qua non της πνευματικής ζωής. Διότι η «κόλλησις» αυτή επιτυγχάνεται όταν όλες οι δυνάμεις του ανθρώπου, ψυχικές και σωματικές, είναι προσανατολισμένες προς τον Κύριο, όταν δηλαδή προσπαθεί αυτός να βρίσκεται στη πιο μεγάλη και κεντρική εντολή του Θεού, το «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της ψυχής, εξ όλης της καρδίας, εξ όλης της διανοίας, εξ όλης της ισχύος και τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Στη χαρισματική αυτή κατάσταση ο χριστιανός, όσο είναι δυνατόν σ’ αυτόν, ζει μέσα στον Χριστό και ο Χριστός μέσα σ’ Αυτόν, Τον προεκτείνει όπως αναφέραμε και παραπάνω μέσα στον κόσμο, κατά την υπόσχεση του Ίδιου.  

Και λοιπόν έτσι ο πιστός δεν έχει δικό του θέλημα. Το θέλημά του, ταυτισμένο απολύτως με το του Κυρίου του, συνεπώς και με το θέλημα του κόσμου των αγίων και των αγίων αγγέλων, τον καθιστά ενεργούμενο του Πνεύματος του Θεού, κάνοντάς τον να κραυγάζει χωρίς διακοπές «Δόξα τω Θεώ» και «Ευχαριστώ Σοι, Κύριε». Γιατί είναι το θέλημα που αποτελεί τη μεγαλύτερη ευεργεσία της ζωής του. Όταν πιστεύεις στον Θεό και αναφέρεσαι σ’ Αυτόν ως σε Πατέρα σου, οτιδήποτε το θεωρείς ότι είναι για το καλό σου και το αγαπάς χωρίς όρια, γιατί το επιτρέπει Εκείνος. Και το «οτιδήποτε» δεν είναι μόνο τα ευχάριστα, αλλά και τα δυσάρεστα και τα ανάποδα και τα προβλήματα και όλα τα αρνητικά θεωρούμενα της ζωής. Όπως το διατυπώνει ο σοφός Γέροντας: «Να ευχαριστούμε, παιδιά. Και ας μην έχουμε τίποτε! Κι ας έχομε δυσκολίες και ας έχομε βάσανα. Κι ας μην έχομε να φάμε». Με το δεδομένο πάντοτε ότι ως μέλη Χριστού μετέχουμε στο φως της χαράς και της Αναστάσεώς Του στον βαθμό που μετέχουμε και στη Σταύρωσή Του. «Ιδού γαρ ήλθε διά του Σταυρού χαρά εν όλω τω κόσμω». Επιλεκτική αποδοχή του θελήματος του Θεού έτσι δεν υφίσταται για τον χριστιανό. Αν υφίσταται, τότε δεν είναι χριστιανός. Διότι το δικό του εγωιστικό θέλημα υπέρκειται του θελήματος του Θεού Πατέρα. Και για να το πούμε με τον τρόπο της οσίας Γαβριηλίας της Κωνσταντινουπολίτισσας: «Όλα όσα γίνονται είναι στο πρόγραμμα του Θεού και γι’ αυτό θα τ’ αγαπάς

Η ΑΓΙΑ ΜΑΡΤΥΣ ΠΕΛΑΓΙΑ

«Η αγία Πελαγία ήταν από την Ταρσό, κατά τούς χρόνους του βασιλιά Διοκλητιανού. Άκουσε για την πίστη του Χριστού και ζήτησε να μάθει τι είναι αυτή. Τότε είδε σε όνειρο τον Επίσκοπο της περιοχής της να την βαπτίζει. Έφυγε λοιπόν από τη μητέρα της, τάχα ότι πηγαίνει στην παραμάνα της, ενώ πήγε προς τον Επίσκοπο. Αυτός φωτίστηκε από τον Θεό, την δέχτηκε και την βάπτισε. Έμαθε τι συνέβη ο υιός του βασιλιά που την ήθελε γυναίκα του, κι έγινε τόσο έξαλλος από τον έρωτα που τον διακατείχε, ώστε αυτοκτόνησε. Ο Διοκλητιανός τότε έστειλε και του έφεραν την παρθένο κόρη, κι επειδή δεν μπόρεσε να την μεταπείσει από την πίστη του Χριστού, πύρωσε έναν χάλκινο ταύρο και έβαλε μέσα την αγία. Εκεί η αγία δέχτηκε το τέλος της και το στεφάνι της ομολογίας της».

Δεν είναι τυχαία η αγία μάρτυς Πελαγία. Ήταν πλούσια και όμορφη κόρη που θα γινόταν βασίλισσα, καθώς την ήθελε γυναίκα του ο γιος του βασιλιά Διοκλητιανού. Κι όμως! Χωρίς να έχει κάποια ιδιαίτερη σχέση από την οικογένειά της με τη χριστιανική πίστη, όχι μόνο γίνεται χριστιανή, αλλά δίνει και τη ζωή της για τον Χριστό. Πώς; Καλώντας την ο Κύριος μέσω ενός ονείρου, το οποίο τελικά γίνεται ο δρόμος της για την ένταξή της στο Σώμα του Χριστού, την Εκκλησία, διά του αγίου βαπτίσματος. Πρόκειται για τις εξαιρετικές εκείνες περιπτώσεις ονείρων που η προέλευση δεν είναι φυσική ή δαιμονική, αλλά εκ Θεού. Και πώς είμαστε βέβαιοι για τη θεϊκότητα του ονείρου; Ήταν ο Επίσκοπος που με φωτισμό Θεού αναγνώρισε την κλήση με αυτόν τον τρόπο του Κυρίου. Διαφορετικά, γνωρίζουμε από τους αγίους μας ότι τα όνειρα στις περισσότερες περιπτώσεις αποτελούν μέσα παραπλάνησής μας, γι᾽ αυτό και πρέπει να μη δίνουμε σημασία και βάση σ᾽ αυτά. Κατά τη ρήση του αγίου Ιωάννου της Κλίμακος μάλιστα «όποιος πιστεύει στα όνειρα είναι παντελώς άπειρος και άσοφος».

Την αιτία της κλήσης του Κυρίου στην παρθένο κόρη περιγράφει επανειλημμένως ο άγιος υμνογράφος της Εκκλησίας μας: η αγία, έστω και σε άγνοια ευρισκόμενη, εκ βρέφους διψούσε για την αλήθεια. Κι από τότε, κατά πρόγνωση μάλιστα Θεού, είχε αναθέσει τον εαυτό της στον Δημιουργό. «Ανέθεσες, σεμνή, από βρέφος κατά πρόγνωση Θεού τον εαυτό σου στον Κτίστη σου» (ωδή α´). Κι όποιος διψάει για την αλήθεια, όποιος αναζητεί την αλήθεια, ανήκει, κατά τον λόγο του ίδιου του Κυρίου, σε Εκείνον. «Πας ο ων εκ της αληθείας ακούει μου της φωνής» (Ιωάν. 18, 37). Η αγία Πελαγία λοιπόν και πριν από το βάπτισμά της ήταν χριστιανή. Κι ο πόθος της για τον Κύριο φούντωσε, αφότου ένιωσε την κλήση Του και έγινε μέλος Του διά του βαπτίσματος. «Βρήκες, μάρτυς, αυτόν που σε οδήγησε στην πίστη, και με ευφροσύνη και χαρά έτρεξες γρήγορα στον ποθούμενο Κύριο, οπότε αξιώθηκες θαυμαστών θεωριών. Σαν κοπέλα δε έτρεξες πίσω από τον Νυμφίο σου» (στιχηρό εσπερινού). Το πλείστο των τροπαρίων της ακολουθίας της αγίας αναφέρονται στη  θερμή αυτή αγάπη της προς τον Κύριο, που της έδωσε βεβαίως και τη δύναμη να περιφρονήσει όλα τα ωραία του βίου τούτου και να θυσιάσει και την ίδια της τη ζωή. Για παράδειγμα: «Πυρώθηκες από τον πόθο του Χριστού και έτσι εισήλθες με ανδρείο φρόνημα στο σφοδρά καμμένο χαλκούργημα» (κάθισμα όρθρου). «Ο πόθος για τις ουράνιες ομορφιές αμαύρωσε τους επίγειους πόθους, αθληφόρε. Κι απέκτησες φτερά για τον Χριστό, φωνάζοντας και λέγοντας: Δόξα στη δύναμή Σου, Κύριε» (ωδή δ´).

Ο άγιος υμνογράφος σημειώνει και κάτι ιδιαιτέρως σημαντικό: η αγία με το μαρτύριό της, που αποδείκνυε περίτρανα την αγάπη της για τον Χριστό, έγινε και αληθινή θεολόγος. Κατά τους αγίους μας, ως γνωστόν, θεολόγος δεν είναι εκείνος που έχει πάρει ένα πτυχίο μίας θεολογικής Σχολής ούτε καν εκείνος που η γλώσσα του κινείται με ευκολία στις θεολογικές διδασκαλίες. Θεολόγος αληθινός είναι εκείνος που η ζωή του φανερώνει την παρουσία του Θεού, που η ζωή του είναι μία διαρκής προσευχή. «Ει αληθώς προσεύχη, θεολόγος ει, και ει θεολόγος ει, αληθώς προσεύχη». Η αλήθεια της πίστεως κατεξοχήν φανερώνεται την ώρα του μαρτυρίου. Την ώρα αυτήν κανείς δεν μπορεί να «παίξει» ή να κοροϊδέψει - είναι η ώρα της κρίσεως για την ίδια τη ζωή. Η αγία Πελαγία λοιπόν ως μάρτυς Κυρίου θεολογούσε τη δύναμη Εκείνου την ώρα του μαρτυρίου της. Κι αυτή η χαρισματική ώρα της ήταν εκείνη που καλούσε τον κόσμο στο να πιστέψει στον Κύριο. «Σαν αληθινότατη μάρτυς του Χριστού, πανεύφημε, θεολόγησες τη δύναμή Του, διδάσκοντας όλους με φρόνηση Θεού, και έλκυσες τους λαούς προς την αληθινή πίστη» (ωδή η´). 

ΔΙΑ ΣΕ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΓΕΓΟΝΑ...

«Ἐπί τῇ Προβατικῇ κολυμβήθρᾳ, ἄνθρωπος κατέκειτο ἐν ἀσθενείᾳ∙ καί ἰδών σε Κύριε ἐβόα∙ Ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, ἵνα, ὅταν ταραχθῇ τό ὕδωρ, βάλῃ με ἐν αὐτῷ∙ ἐν ᾧ δέ πορεύομαι, ἄλλος προλαμβάνει με, καί λαμβάνει τήν ἴασιν, ἐγώ δέ ἀσθενῶν κατάκειμαι. Καί εὐθύς σπλαγχνισθείς ὁ Σωτήρ, λέγει πρός αὐτόν∙ Διά σέ ἄνθρωπος γέγονα, διά σέ σάρκα περιβέβλημαι, καί λέγεις ἄνθρωπον οὐκ ἔχω; ἆρόν σου τόν κράββατον καί περιπάτει.  Πάντα σοι δυνατά, πάντα ὑπακούει, πάντα ὑποτέτακται∙ πάντων ἡμῶν μνήσθητι, καί ἐλέησον Ἅγιε, ὡς φιλάνθρωπος» (Εβδομάς Παραλύτου).

(Στην Προβατική κολυμβήθρα, βρισκόταν κατάκοιτος ένας άνθρωπος ασθενής. Κι όταν σε είδε, Κύριε, φώναζε δυνατά: Δεν έχω άνθρωπο, ώστε όταν ταραχθεί το ύδωρ να με βάλει μέσα σ’ αυτό. Την ώρα δε που πάω να μπω, άλλος με προλαβαίνει και παίρνει την ίαση, κι εγώ παραμένω ασθενής. Κι αμέσως τον σπλαχνίστηκε ο Σωτήρ και του λέγει: Για χάρη σου έγινα άνθρωπος, για χάρη σου περιβλήθηκα σάρκα, και λέγεις δεν έχω άνθρωπο; Σήκωσε το κρεβάτι σου και περπάτα. Όλα σε σένα είναι δυνατά, όλα σε υπακούνε, όλα σου έχουν υποταχτεί. Θυμήσου μας όλους και ελέησέ μας, Άγιε, ως φιλάνθρωπος).

Ένα από τα πιο ωραία για τα νοήματά του τροπάρια της Κυριακής του Παραλύτου, που επαναλαμβάνεται και τις επόμενες ημέρες Δευτέρα και Τρίτη,  είναι το παραπάνω δοξαστικό της Λιτής του εσπερινού σε ήχο πλάγιο του α΄, ποίημα του υμνογράφου Κουμουλά. Ο υμνογράφος δεν αναλίσκεται στη λεπτομερειακή περιγραφή του θαύματος του Κυρίου, όπως περιγράφεται στο Ευαγγέλιο: δεν αναφέρει ότι πρόκειται για την κολυμβήθρα Βηθεσδά που είχε πέντε στοές, δεν αναφέρει καν την ερώτηση του Κυρίου, όταν πλησίασε τον συγκεκριμένο ασθενή, αν θέλει να γίνει υγιής, δεν λέει ότι πρόκειται για παράλυτο άνθρωπο και μάλιστα επί τριάντα οκτώ ολόκληρα χρόνια. Το ενδιαφέρον του επικεντρώνεται στο παράπονο του παραλύτου ότι δεν έχει κανένα γνωστό να τον βοηθήσει να λάβει την ίαση την ώρα που ταράσσονται τα ύδατα, κυρίως δε στη θεραπευτική θαυματουργική ενέργεια του Κυρίου, εμπλουτισμένη όμως με θεολογικά σχόλια που δεν υπάρχουν αλλά υπονοούνται στο Ευαγγελικό ανάγνωσμα. 

 Είναι προφανές ότι ο υμνογράφος θέλει να προτάξει μέσα από το γεγονός της θεραπείας τη γενικότερη θέαση της σχέσης του Κυρίου Ιησού με κάθε άνθρωπο, ιδίως με τον πάσχοντα άνθρωπο, για να τονίσει αυτό που συνιστά τη σωτηρία πράγματι του ανθρώπου: την ενανθρώπηση του Θεού, την πραγματικότητα της σάρκωσής Του ως ανθρώπου («καί ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο»), διά της οποίας ο Χριστός, ως Θεός και άνθρωπος πια, έχει προσλάβει τον κάθε άνθρωπο μέσα Του και ο Ίδιος έχει γίνει η υπόθεση και η υπόσταση κυριολεκτικά της ζωής του. Τι άλλο μπορεί να εννοεί ο θεολόγος υμνογράφος όταν θέτει στο στόμα του Κυρίου τα «εννοούμενα»: «Διά σέ ἄνθρωπος γέγονα, διά σέ σάρκα περιβέβλημαι», παρά το γεγονός ότι μετά τον ερχομό Του ο άνθρωπος δεν στέκεται πια στο ίδιο επίπεδο με τα προ της παρουσίας του Χριστού: ξένος και αλλοτριωμένος του Θεού, αλλά έχει γίνει ίδιος με τον Κύριο, ταυτισμένος με Αυτόν, τόσο που η θέα του Χριστού πρωτίστως πραγματοποιείται μέσα από τη θέα του κάθε ανθρώπου που έχει αποδεχτεί Εκείνον στη ζωή του; («ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου, ἐμοί ἐποιήσατε»). 

Έχουμε την εντύπωση ότι τα μη ειπωμένα λόγια του Κυρίου παραπέμπουν στην εμπειρία του αποστόλου Παύλου όταν ομολογεί: «Αυτό που τώρα ζω σωματικά, είναι η ζωή της πίστεως στον Χριστό τον Υιό του Θεού, που με αγάπησε και παρέδωσε τον εαυτό Του για χάρη μου» («Ὅ δέ νῦν ζῶ ἐν σαρκί, ἐν πίστει ζῶ τῇ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, τοῦ ἀγαπήσαντός με καί παραδόντος ἑαυτόν ὑπέρ ἐμοῦ»). Κι είναι τα παραπάνω λόγια του Κυρίου, όπως τα υποθέτει ο υμνογράφος, εκείνα που πρέπει ανά πάσα στιγμή να μας συνέχουν ως πιστούς: σε κάθε διάσταση της ζωής μας, καλή ή κακή, μακάρια ή δυστυχή, με προβλήματα ή όχι, να νιώθουμε ότι Αυτός που είναι αδιάκοπα κοντά μας, κυριολεκτικά μέσα μας (κι εμείς μέσα Του), είναι ο Θεάνθρωπος Κύριος. Στον κάθε παράπονό μας ιδιαίτερα να ηχούν στα αυτιά μας τα τόσο παρήγορα και αληθινά λόγια Του: «Για χάρη σου έγινα άνθρωπος, για σένα κατέβηκα από τους Ουρανούς και περιβλήθηκα σάρκα, και λες ότι είσαι μόνος σου;» Ποτέ δεν είμαστε μόνοι μας. Γιατί είμαστε μέλη Του, γιατί Τον έχουμε ντυθεί, γιατί ο καθένας μας αποτελεί τον κατεξοχήν αγαπημένο Του. 

Όπως το διατυπώνει και ο άγιος Χρυσόστομος: «Εγώ είμαι ο Πατέρας σου, εγώ ο αδερφός σου, εγώ ο νυμφίος της ψυχής σου, εγώ το σπίτι σου, εγώ η τροφή σου, εγώ το ένδυμά σου, εγώ η ρίζα σου, εγώ το στήριγμα σου, εγώ είμαι κάθε τι που επιθυμείς, κοντά μου δε θα 'χεις ανάγκη τίποτε. Εγώ και θα σε υπηρετήσω, γιατί ήρθα να υπηρετήσω και όχι να με υπηρετήσουν. Εγώ είμαι και φίλος και μέλος του σώματος σου και κεφαλή και αδελφός και αδελφή και μητέρα, όλα εγώ για σένα, αρκεί να έχεις φιλικά αισθήματα απέναντι μου... Τι περισσότερο θέλεις;»

Κυριακή 3 Μαΐου 2026

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΙ ΑΠ’ ΑΥΤΟΥΣ

«Πήγαν κάποτε στον Γέροντα Πορφύριο έναν ασθενή. Και λέει, «Από πού είσθε σεις;» «Από κει». «Κι ήρθατε, βρε, σε μένα;», τους γλυκομάλωσε ο Γέροντας. Πνευματικό τέκνο του αγίου Νεκταρίου ο Γέροντας. «Σε μένα, πο ’χετε εκει πέρα δυο μεγάλους ποταμούς θαυματουργίας; Δυο μεγάλα αναστήματα; Ποια εκκλησιά έχει στο χωριό σας, βρε;» «Τους Αποστόλους Πέτρο και Παύλο» - «Του Σταυρού τα κέρατα», τη δύναμη. «Κι ήρθατε δω πέρα;» Κι οι άνθρωποι τον άκουσαν κι έκλαιγαν. «Τόσο μεγάλοι είναι οι Απόστολοι, παππούλη;» «Δεν υπάρχουν μεγαλύτεροι απ’ αυτούς. Είναι μετά τον Χριστόν αυτοί» (Γέρων Ανανίας Κουστένης, Λόγοι για τον άγιο Νεκτάριο, τόμ. Δ΄).

Τη σπουδαιότητα και τη μεγαλοσύνη των αγίων αποστόλων Πέτρου και Παύλου προβάλλει ο σοφός Γέροντας Ανανίας μέσα από περιστατικό με τον μεγάλο πνευματικό του όσιο Πορφύριο. Κι ενώ ο όσιος Πορφύριος τονίζει το πνευματικό ύψος των πρωτοθρόνων αποστόλων, ταυτοχρόνως αποκαλύπτει και τη δική του μεγαλοσύνη, συνέχεια του πνευματικού του, κατά τον Γέροντα, αγίου Νεκταρίου του θαυματουργού. Γιατί; Διότι αφενός νιώθει μπροστά στους Αποστόλους ελάχιστος και τιποτένιος, που θα πει ότι υπερυψώνεται κι αυτός μέσα από την ταπείνωσή του – «πας ο ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται» κατά τον Κύριο Ιησού Χριστό – αφετέρου συνεσκιασμένα κάπως φανερώνει το διορατικό του χάρισμα με τη «γνώση» ότι στον τόπο των αγνώστων του χριστιανών υπάρχει εκκλησία των πρωτοθρόνων αποστόλων Πέτρου και Παύλου.

Και αξίζει πράγματι να σχολιάσει κανείς και τα δύο αυτά. Πρώτα βεβαίως την κεντρική διδασκαλία της Εκκλησίας μας που υπενθυμίζει ο άγιος Πορφύριος περί των αγίων Αποστόλων. Οι άγιοι Απόστολοι, και μάλιστα οι Πέτρος και Παύλος, οι πρωτοκορυφαίοι, δεν είναι απλώς κάποιοι άγιοι μεταξύ των πολλών που υπάρχουν στην Εκκλησία μας, έστω και μεγάλοι, αλλά οι πρώτοι κυριολεκτικά όλων – «δεν υπάρχουν μεγαλύτεροι απ’ αυτούς. Είναι μετά τον Χριστόν αυτοί». Διότι υπάρχει διαβάθμιση στην αγιότητα. «Αστήρ αστέρος διαφέρει» όπως σημειώνει ο απόστολος Παύλος, όπως και από το καλό έδαφος, το έδαφος της αγιότητας, «αλλού καρποφορεί τριάντα, αλλού εξήντα, αλλού εκατόν» (ο Κύριος).

Οι άγιοι Απόστολοι, οι μαθητές του Κυρίου, μέσα στους οποίους εντάσσεται κατά αποκάλυψη Εκείνου και ο απόστολος Παύλος, συνιστούν «τα θεμέλια της Εκκλησίας». Ο Κύριος αυτούς «εξελέξατο» - «ουχ υμείς με εξελέξασθε, αλλ’ εγώ εξελεξάμην υμάς», όπως είπε - προκειμένου να γίνουν οι άμεσοι μάρτυρες της ζωής και της Αναστάσεώς Του κι έπειτα ακολουθούν όλοι οι άλλοι των μετέπειτα εποχών. Γι’ αυτό και δεν είναι τυχαίο ότι η αποκάλυψη του Κυρίου ως του ενανθρωπήσαντος Θεού τελειώνει με τον θάνατο και του τελευταίου των Αποστόλων. Οπότε, γνωρίζει κανείς ότι πράγματι είναι χριστιανός όταν βρίσκεται μέσα στο ποτάμι της δικής τους παραδόσεως, όταν η πίστη και η ζωή του είναι ακολουθία των δικών τους βημάτων, κατά το αντίστοιχο και με τα δικά τους βήματα: Ο Κύριος άφησε «υπογραμμόν ίνα επακολουθήσωμεν τοις ίχνεσιν αυτού» (απ. Πέτρος) – ακολουθώντας τους αποστόλους τον Κύριο ακολουθεί κανείς. Από την άποψη αυτή κατανοεί κανείς αυτό που συνιστά δόγμα για την πίστη μας, ότι πιστεύουμε και «εις μίαν, αγίαν, καθολικήν και αποστολικήν Εκκησίαν» (Σύμβολο της πίστεως). Η Εκκλησία μας είναι Αποστολική, διότι ακριβώς θεμελιώνεται στους Αποστόλους, με βασικό και κεντρικό θεμέλιο λίθο ασφαλώς τον Ίδιο τον Κύριο Ιησού Χριστό. «Αυτός εστιν η κεφαλή του σώματος».  

Πλην των πολλών άλλων μαρτυριών, εκείνος που με μοναδικό τρόπο εξαγγέλλει την αλήθεια αυτή περί της αποστολικότητας της Εκκλησίας είναι ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, ιδίως στην αρχή της Α΄ Καθολικής του επιστολής. Σημειώνει: «Ο εωράκαμεν και ακηκόαμεν, (περί του Λόγου της ζωής),  απαγγέλλομεν υμίν, ίνα και υμείς κοινωνίαν έχητε μεθ’ ημών˙ και η κοινωνία δε η ημετέρα μετά του πατρός και μετά του υιού αυτού Ιησού Χριστού». Για τον άγιο Ιωάννη δηλαδή δεν υπάρχει περίπτωση να κοινωνήσει κανείς τον Τριαδικό Θεό, τον Πατέρα, τον Υιό, το Άγιον Πνεύμα, χωρίς προηγουμένως να βρίσκεται σε κοινωνία με τους αποστόλους του Κυρίου. Και το επαναλαμβάνουμε: η κοινωνία αυτή είναι κοινωνία και πίστεως, αλλά και τρόπου ζωής. Πίστη και ζωή συνυπάρχουν αδιάσπαστα στην Εκκλησία μας, αυτό βλέπουμε στους αγίους Αποστόλους, γιατί αυτό είπε ο ίδιος ο αρχηγός της πίστεως, αυτό θεωρείται έτσι δεδομένο και για όλους τους πιστούς όλων των εποχών.

Κι αυτή ακριβώς η αποστολικότητα της Εκκλησίας συνυπάρχει και με το δεύτερο στοιχείο που αναφέραμε, την ταπείνωση του αγίου Πορφυρίου. Δεν μπορεί κανείς να ακολουθήσει γνήσια τους αποστόλους, δηλαδή δεν μπορεί να είναι σωστό μέλος της Εκκλησίας, αν το φρόνημά του δεν είναι το φρόνημα του Χριστού, δηλαδή της ταπείνωσης. Ό,τι με ποιητικό τρόπο αναφέρει και πάλι ο απόστολος Παύλος, ότι πρέπει να έχουμε το ίδιο φρόνημα οι πιστοί με τον Χριστό, που κένωσε τον εαυτό του και έγινε άνθρωπος, φανερώνοντας την άπειρη ταπείνωσή Του που γνώρισμά της έχει την απόλυτη υπακοή στο θέλημα του Θεού Πατέρα μέχρι σταυρικού θανάτου (πρβλ. Φιλ. 2, 5), το ίδιο επισημαίνουμε σε όλους τους αγίους κάθε εποχής, το ίδιο επισημαίνουμε και στον μέγα άγιο Πορφύριο. Κι είναι η ταπείνωση αυτή η σπουδαιότερη εξ όλων των αρετών, γιατί αυτή αποτελεί τη βάση και για την πίστη και για την αγάπη, όπως αυτή είναι που βλασταίνει και το μοσχομύριστο λουλούδι της διακρίσεως.

Κι είναι ευνόητο ότι η υπεροχική αυτή θέση των αγίων Αποστόλων στην Εκκλησία δεν «υποβαθμίζει» την Παναγία Μητέρα του Κυρίου μας. Διότι ασφαλώς η Παναγία μας είναι κατά την ποιητική έκφραση «Θεός μετά Θεόν», αυτή που υπέρκειται και των αγίων αγγέλων και των αρχαγγέλων, «η τιμιωτέρα των Χερουβείμ και η ενδοξοτέρα ασυγκρίτως των Σεραφείμ», όμως εδώ μιλάμε για τη θέση των Αποστόλων ως προς την εξαγγελία της πίστεως και την άμεση  μαρτυρία του Ιησού Χριστού στα πέρατα της Οικουμένης. Πρώτη ασφαλώς και Μοναδική λοιπόν η Υπεραγία Θεοτόκος από πλευράς αγιότητας πάντων των ανθρώπων, αλλά πρώτοι από την άλλη σε σχέση με όλους τους αγίους οι Απόστολοι λόγω όπως είπαμε του διακονήματος που τους ανέθεσε ο Κύριος: της μαρτυρίας Του σε όλα τα έθνη και για όλες τις εποχές. «Έθετο ο Θεός εν τη εκκλησία πρώτον αποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους…» (απ. Παύλος).