Δευτέρα 2 Μαρτίου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΠΑΠΑ-ΝΙΚΟΛΑΣ ΠΛΑΝΑΣ

«Ο άγιος γεννήθηκε στη Νάξο το 1851, από ευσεβείς γονείς που είχαν ένα εμπορικό καΐκι. Στο κτήμα τους είχαν και παρεκκλήσι αφιερωμένο στον Άγιο Νικόλαο. Τον περισσότερο χρόνο του ο άγιος από μικρός τον περνούσε  μέσα σ’  αυτό, ενώ προείπε στους γονείς του τον καταποντισμό του καϊκιού τους έξω από την Πόλη.

Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε από τον εκ μητρός παππού του ιερέα Γεώργιο Μελισσουργό, κοντά στον οποίο έμαθε όλα τα εκκλησιαστικά τελετουργικά. Δεκατεσσάρων ετών ορφάνεψε από πατέρα και η οικογένεια αναγκάστηκε να μετακομίσει στην Αθήνα. Νεαρός νυμφεύτηκε κι απόκτησε έναν γιο, αλλά σύντομα έχασε τη σύζυγό του. Χειροτονήθηκε διάκονος (1879) και πρεσβύτερος (2 Μαρτίου 1885) και τοποθετήθηκε στον άγιο Παντελεήμονα  Ιλισσού. Λειτουργούσε όμως και στον άγιο Ιωάννη Βουλιαγμένης, όπως και στον άγιο Ελισσαίο Πλάκας, όπου γνώρισε ως ιεροψάλτες τους μεγάλους Αλέξανδρους, Παπαδιαμάντη και Μωραϊτίδη.

Διέπρεψε ως εκκλησιαστικός λειτουργός, αφήνοντας σε όλους την εικόνα του αφιλάργυρου, ταπεινότατου, φιλάνθρωπου και απλού ανθρώπου του Θεού. Η ακτινοβολία του κατά τη Θεία Λειτουργία ήταν τέτοια που κυρίως τα παιδιά τον έβλεπαν κάποιες φορές να μην πατάει στο έδαφος.

Η φιλανθρωπία του, η παροιμιώδης απλότητά του, η αφιλαργυρία του ήταν καρπός του Πατερικού του ήθους, το οποίο εδραζόταν στη μεγάλη ταπείνωσή του και την απέραντη αγάπη του στον Χριστό. Δεν είναι τυχαίο ότι λειτουργούσε καθημερινά στον άγιο Ελισσαίο, ενώ η λειτουργία ήταν πολύωρη από το πλήθος  ονομάτων που μνημόνευε.

Χωρίς σπουδές ο άγιος αλλά με σοφία Θεού, χαριτώθηκε από Εκείνον με τα χαρίσματα της προόρασης και της διόρασης, αλλά και της θαυματουργίας. 2 Μαρτίου του 1932, Κυριακή του ασώτου, κοιμήθηκε  οσιακά. Τα τελευταία του λόγια ήταν: «Τον δρόμο τετέλεκα. Δόξα Σοι ο Θεός. Η Θεία Χάρις να σας ευλογεί!» 29 Αυγούστου 1992, χρονιά που διακηρύχθηκε επισήμως η αγιότητά του, τα λείψανά του τοποθετήθηκαν σε ασημένια λάρνακα στον Άγιο Ιωάννη Βουλιαγμένης».

Ο άγιος επιβεβαιώνει τον Παύλειο λόγο  «τα πτωχά του κόσμου και τα εξουθενημένα εξελέξατο ο Θεός, ίνα καταισχύνη τα ισχυρά». Δεν είχε προσόντα που θαυμάζει ο κόσμος. Το απόλυτο προσόν του ήταν  η απλότητα και η ταπείνωσή του, που μαγνητίζουν τη χάρη του Θεού. Διότι «ταπεινοίς ο Θεός δίδωσι χάριν». Μπροστά στον άγιο Νικόλαο δηλαδή τοποθετούμαστε ενώπιον  του Θεού και αναπνέουμε την ατμόσφαιρα Εκείνου. Μια διαφάνεια του ουρανού ήταν όλη η ζωή του.   Η υμνογραφία για τον άγιο  αυτό πρώτα απ’ όλα θίγει: «Αξίωσες, Χριστέ, με τη χάρη Σου,  τα ασθενή του κόσμου να γίνουν ανώτερα από τα ισχυρά και να φθάσουνε  τον ουρανό».

Ο άγιος Νικόλαος δεν ήταν απλός βεβαίως με την έννοια του αφελούς. Την απλότητά του την «έδεσε» με την αγάπη προς τον Θεό, ώστε δι’  αυτής να φανερωθεί η σοφία Εκείνου. Γι’  αυτό και τίποτε επίγειο δεν τον γοήτευε. «Εσένα ο κόσμος δεν σε έλκυσε κι ούτε σε έκανε φίλο του. Την καρδιά σου όμως την έδωσες στον Σωτήρα σου» σημειώνει ο υμνογράφος του μακαριστός Μητροπολίτης Πατρών Νικόδημος Βαλληνδράς. Οπότε όλοι τον ονόμαζαν «άνθρωπο του Θεού», με όλες τις αρετές ενός τέτοιου ανθρώπου. «Ελάτε να δείτε άνθρωπο πράγματι του Θεού. Γνήσιο υπηρέτη Του, αγιασμένο λειτουργό της Χάρης Του, απλό στους τρόπους και αφιλάργυρο, με αγάπη στον Χριστό και διακονία Εκείνου μέσω των ελεημοσυνών και των προσφορών του στους πτωχούς».

Ο εμπνευσμένος υμνογράφος αφορμάται από το όνομά του αφενός για να τονίσει την ιδιαίτερη αγάπη του αγίου προς τον ομώνυμό του  άγιο - «ζήλεψες τον ομώνυμό σου Νικόλαο, τον κανόνα της πίστης και τον πυρσό της εγκράτειας, αλλά και την εικόνα της πραότητας»  – αφετέρου από την προσωνυμία του «Πλανάς», για να χαρακτηρίσει τον  βίο του. «Με ύμνους ας τιμήσουμε τον αγιασμένο Νικόλαο, τον Πλανά μεν στην κλήση του, απλανή όμως στην πίστη  του». Και: «Πορεύτηκες τη ζωή σου απλανώς, πατέρα μας».

Ο άγιος ήταν βραδύγλωσσος σαν τον Πατριάρχη Μωυσή. Ο υμνογράφος δεν διστάζει να τους παραλληλίσει: «Με τον ατελή του λόγο έμοιαζε στον βραδύγλωσσο Μωυσή και δεν υστέρησε στο να φωτίσει πολλούς για να γνωρίσουν τον Κύριο». «Ο Ααρών έγινε συμπαραστάτης του Μωυσή και ο Παράκλητος ήλθε αρωγός στον Νικόλαο» -  πιο μεγάλος και από τον Μωυσή!

Τέλος, ως λειτουργός υπήρξε μοναδικός. Όχι γιατί ήταν καλλίφωνος ή σπουδαίος ιεροκήρυκας, αλλά γιατί «κατέβαζε στη γη τον ουρανό»,  έχοντας σαν τον άγιο Σπυρίδωνα «αγγέλους να συλλειτουργούν μαζί του». Όχι τυχαία λοιπόν σπουδαίοι άνθρωποι της εποχής του, σαν τους Παπαδιαμάντη και Μωραϊτίδη, αυτόν προτιμούσαν για λειτουργό στις λειτουργίες, αυτόν κυρίως ένιωθαν μύστη των αρρήτων μυστηρίων, αυτόν βοηθούσαν στο ψαλτήρι.  Ο υμνογράφος επισημαίνει «συνεσκιασμένα». «Είχες άξιους συνεργάτες, που έψελναν καρδιακά στον Κύριο. Τα ονόματα αυτών είναι πασίγνωστα στους εραστές των γραμμάτων, αλλά και γραμμένα από τον Θεό στο βιβλίο της ζωής».

ΚΥΡΙΕ, ΓΙΑΤΡΕΨΕ ΜΕ!

ΔΕΥΤΕΡΑ Β΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

«Πληγέντα τήν ψυχήν ἁμαρτίας ρομφαίᾳ, καί κατάστικτον πολλοῖς ὑπάρχοντα κακοῖς, Ἰατρέ τῶν ψυχῶν ἡμῶν, ἴασαι ὡς εὐεργέτης, ἐπιθείς μοι τά φάρμακα τῶν σοφῶν ἐντολῶν σου, φιλάνθρωπε» (ωδή α΄ Τριωδίου).

 (Φιλάνθρωπε Κύριε, ιατρέ των ψυχών μας, γιάτρεψέ με ως ευεργέτης που είσαι με τα φάρμακα των σοφών εντολών σου. Κι αυτό γιατί πληγώθηκε η ψυχή μου από το ξίφος της αμαρτίας κι είμαι γεμάτος από τα τραύματα των πολλών μου κακών).

Ο άγιος Ιωσήφ ο υμνογράφος παίρνοντας αφορμή από την παραβολή του καλού Σαμαρείτη, βλέπει τον εαυτό του, και διά του εαυτού του κάθε πιστό, στη θέση του κτυπημένου από τους ληστές και κειμένου ημιθανούς ανθρώπου που κανείς άλλος πλην του Καλού Σαμαρείτου που είναι ο Χριστός, δεν μπορεί να τον βοηθήσει. Κι αυτό γιατί ο άνθρωπος στον κόσμο τούτο καθημερινώς αμαρτάνει, είτε με τα λόγια είτε με τη συμπεριφορά του είτε με τους λογισμούς του – αυτά είναι οι ληστές του -, οπότε και πληγώνεται και χάνει τη ζωή του και οδηγείται στον θάνατο, αφού η αμαρτία δεν αποτελεί μία απλή εκτροπή ή και ένα «παιχνίδι» όπως διατείνονται πολλοί, αλλά το ξίφος που πληγώνει την ψυχή του ανθρώπου και του προκαλεί διαφόρων ειδών τραύματα ώστε να χάνει το «αίμα» της ψυχής του. «Διά της αμαρτίας ο θάνατος» και «τα οψώνια της αμαρτίας θάνατος» βεβαιώνει ο λόγος του Θεού, κάτι που και εποπτικά το κατανοούμε στο πρόσωπο του ασώτου υιού της εξίσου γνωστής παραβολής: «ο υιός μου αυτός ήταν χαμένος και νεκρός»!

Η αυτογνωσία όμως αυτή του αγίου υμνογράφου δεν είναι χωρίς ελπίδα. Το βλέμμα του, έστω και πληγωμένο από την ενέργεια των παθών, είναι στραμμένο προς τον μόνο Σωτήρα και θεραπευτή των ανθρώπων, τον Ιησού Χριστό. Διότι Αυτός ως και Θεός είναι ο Ιατρός των ψυχών και των σωμάτων. Και ταυτοχρόνως έχει την απόλυτη διάθεση ως φιλάνθρωπος και πλήρης αγάπης και ελέους να ευεργετήσει το πλάσμα Του, όπως έκανε και κάνει και θα κάνει πάντοτε. «Αυτός διήλθε ευεργετών και ιώμενος πάντας», ο Χριστός ευεργετούσε διαρκώς και θεράπευε τους πάντες, είναι η εμπειρία των μαθητών Του και η εμπειρία όλων των αγίων που στράφηκαν προς Εκείνον και Τον θέλησαν στη ζωή τους. Και ποια τα φάρμακα του μεγάλου και παντοδύναμου Ιατρού που επισημαίνει ο άγιος υμνογράφος, έχοντας ενώπιόν του την εικόνα του Σαμαρείτη Χριστού που είναι σκυμμένος με άπειρη στοργή και ενδιαφέρον πάνω στον πληγωμένο άνθρωπο; Οι σοφές εντολές Του, μας λέει. Που σημαίνει: κάθε αμαρτία που μας πληγώνει θεραπεύεται στον βαθμό που ο άνθρωπος «γαντζώνεται» πάνω στην αντίστοιχη εντολή που τη σβήνει και την εξαφανίζει.

 Βλασφημούμε τον Θεό και γι’ αυτό πληγώνουμε την ψυχή μας, για παράδειγμα; Το φάρμακο είναι η στροφή μας προς Εκείνον και η απαρχή της δοξολογίας του αγίου Ονόματός Του. Πώς ξεπέρασε εν προκειμένω ο μικρός Αρσένιος, ο μετέπειτα όσιος Παΐσιος, την κακίστη συνήθεια να βρίζει όταν εργαζόμενος σε ξυλουργείο του ξέφευγαν κάποια ξύλα και έπεφταν πάνω στα πόδια του; Με την ύψωση των νοερών οφθαλμών του στον Χριστό και τη διαρκή επανάληψη των λέξεων: «Δόξα Σοι ο Θεός, Δόξα Σοι ο Θεός! Μέγα το όνομα της αγίας Τριάδος!» Σε ελάχιστο διάστημα «θεραπεύτηκε», όπως ομολογούσε, από την κακή αυτή τάση. Κι ακόμη: Συνηθίζουμε να κατακρίνουμε τον συνάνθρωπό μας, συνεπώς μπήγοντας στον εαυτό μας «ξίφος θανάτου»; Η λύση και το φάρμακο είναι η ακολουθία της εντολής του Κυρίου: «μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε». Δηλαδή στην πραγματικότητα «αγαπάτε αλλήλους» και «αγαπάτε τους εχθρούς υμών». Η ίδια η εμπειρία κάθε πιστού που θέλησε να ακολουθήσει τη θεραπευτική αυτή οδό το βεβαιώνει: οι εντολές του Κυρίου είναι τα μόνα φάρμακα που γιατρεύουν τις ψυχές μας, γι’ αυτό και στο μεγαλύτερο ποσοστό και το ίδιο το σώμα μας – μία θεραπευμένη και ισορροπημένη ψυχή που δέχεται τη χάρη του Θεού «τραβάει» σε θεραπεία συχνά και ένα άρρωστο σώμα. Ο άγιος Πορφύριος δεν έλεγε ότι όταν βάζει κανείς τον εαυτό του στην εντολή της αγάπης του Χριστού μπορεί να ελέγξει ακόμη και τον καρκίνο;

Λοιπόν, σε ό,τι κακία και πάθος και αν βρισκόμαστε, η λύση υπάρχει: η ακολουθία των εντολών του Κυρίου. Κι αυτό βεβαίως δείχνει δύο πράγματα: πρώτον, ότι ο άνθρωπος είναι μέλος της Εκκλησίας που τον ενισχύει η χάρη του Θεού˙ δεύτερον, ότι έρχεται ενώπιος ενωπίω τω Χριστώ με την προσπάθεια ακολουθίας των εντολών Του. Γιατί μέσα σ’ αυτές, κατά την υπόσχεσή Του, κρύβεται ο Ίδιος.

ΣΩΣΕ ΜΕ, ΚΥΡΙΕ, ΠΟΥ ΚΑΤΑΠΟΝΤΙΖΟΜΑΙ...

 

ΔΕΥΤΕΡΑ Β΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

Έχοντας εισέλθει στη δεύτερη εβδομάδα των φωτοποιών Νηστειών, αξίζει να μετάσχουμε έστω και λίγο της πνευματικής τράπεζας που μας παραθέτει πλούσια ο γλυκύς και κατανυκτικότατος άγιος υμνογράφος Ιωσήφ. Η παράθεση των παρακάτω ύμνων είναι από την α΄ ωδή του κανόνος του Τριωδίου.

«Ὁ μόνος ἀγαθός, ἡ πηγή τοῦ ἐλέους, ὁ Ἀμνός τοῦ Θεοῦ, ὁ αἴρων ὡς Θεός τά τοῦ κόσμου ἐγκλήματα, σῶσόν με ἁμαρτημάτων τρικυμίᾳ ποντούμενον, μετανοίας πρός ὅρμον ἰθύνων με» (Μόνε αγαθέ Κύριε, που είσαι η πηγή του ελέους και ο Αμνός του Θεού, Συ που σηκώνεις ως Θεός τα εγκλήματα και τις αμαρτίες του κόσμου, σώσε με καθώς καταποντίζομαι από την τρικυμία των αμαρτημάτων μου, κατευθύνοντάς με προς το λιμάνι της μετάνοιας).

«Νηστεία καθαρά, μακρυσμός ἁμαρτίας, ἀλλοτρίωσις παθῶν, ἀγάπη πρός Θεόν, προσευχῆς ἐπιμέλεια, δάκρυα σύν κατανύξει, καί πενήτων προμήθεια, ὡς ὁ Χριστός ἐν Γραφαῖς ἐπηγγείλατο» (Αυτή είναι η καθαρή νηστεία: να απομακρυνθούμε από την αμαρτία, να γίνουμε ξένοι από τα πάθη μας, να αγαπήσουμε τον Θεό, να δείξουμε επιμέλεια στην προσευχή, να δακρύσουμε με κατάνυξη, και να φροντίζουμε τους πτωχούς. Αυτό μας έδωσε εντολή ο Χριστός στις Γραφές).

«Πληγέντα τήν ψυχήν ἁμαρτίας ρομφαίᾳ, καί κατάστικτον πολλοῖς ὑπάρχοντα κακοῖς, Ἰατρέ τῶν ψυχῶν ἡμῶν, ἴασαι ὡς εὐεργέτης, ἐπιθείς μοι τά φάρμακα τῶν σοφῶν ἐντολῶν σου, φιλάνθρωπε» (Φιλάνθρωπε Κύριε, ιατρέ των ψυχών μας, γιάτρεψέ με ως ευεργέτης που είσαι με τα φάρμακα των σοφών εντολών σου. Κι αυτό γιατί πληγώθηκε η ψυχή μου από το ξίφος της αμαρτίας κι είμαι γεμάτος από τα τραύματα των πολλών μου κακών).

Μικρό σχόλιο στον πρώτο ύμνο τον πλήρη χάριτος Πνεύματος Αγίου.

Με τη χάρη του Θεού αναγνωρίζει ο άγιος Ιωσήφ ότι βρίσκεται σ’ έναν κόσμο που κείται στην αμαρτία, συνεπώς ανά πάσα στιγμή υπάρχει ο κίνδυνος καταποντισμού του. Ποιος μπορεί να καυχηθεί ότι είναι αμέτοχος αμαρτιών; Μπορεί ο χριστιανός να έχει βαπτισθεί και να έχει γίνει μέλος Χριστού, όμως δεν παύει στον κόσμο αυτόν να δέχεται τις επιρροές του «παλαιού» ανθρώπου στην ύπαρξή του, καθώς και τις επιρροές του όλου (εξίσου αμαρτωλού) περίγυρού του, κυρίως δε τις επιθέσεις του Πονηρού, ο οποίος χαρά έχει, στον βαθμό που του επιτρέπει βεβαίως ο παντοδύναμος Κύριος, να ταλαιπωρεί τον άνθρωπο και να θέλει να τον σύρει στη δική του κόλαση και τη δική του δυστυχία. Μας μεταφέρει στο σημείο αυτό ο υμνογράφος στον καταποντισμό του αποστόλου Πέτρου στη θάλασσα της Γαλιλαίας, όταν θέλησε να περπατήσει σαν τον Κύριο πάνω στα κύματα. Τα κύματα «έκλεψαν» την προσοχή του και χάνοντας την προσήλωσή του στον Κύριο που τον καλούσε, άρχισε να βυθίζεται και να χάνεται! «Κύριε, σῶσόν με», άρχισε να κραυγάζει. Κι ο Κύριος βεβαίως τον έσωσε, ελέγχοντας όμως την ολιγοπιστία του.

Στην ίδια θέση, λέει ο υμνογράφος ότι είναι και ο ίδιος, συνεπώς όλοι οι πιστοί. Τα κύματα της θάλασσας της ζωής, κύματα της αμαρτίας, πάνε να μας ρουφήξουν και να καταποντιστούμε. Όμως, όπως και ο Πέτρος, έχουμε μπροστά μας τον Κύριο, τον γεμάτο αγάπη, Αυτόν που σήκωσε τις αμαρτίες όλου του κόσμου πάνω Του για τη σωτηρία μας, οπότε σ’ Αυτόν κραυγάζουμε: σώσε μας, Κύριε του ελέους. Για να προσθέσει όμως ο ποιητής πώς αποκτάται η σωτηρία αυτή: μόνο με τη μετάνοια. Η μετάνοια συνιστά το λιμάνι της ζωής, την ασφάλεια του ανθρώπου, γιατί είναι ο μονόδρομος που οδηγεί αμέσως στο σπίτι του Πατέρα.

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2026

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

 

Δεν λέμε κάτι άγνωστο όταν διαπιστώνουμε ότι η ακολουθία των Χαιρετισμών της Υπεραγίας Θεοτόκου αποτελεί μία από τις πιο αγαπημένες ακολουθίες της Εκκλησίας μας για όλους τους χριστιανούς, και τους πιο συνειδητοποιημένους αλλά και τους ευρισκομένους στις παρυφές όπως λέμε αυτής. Ακόμη δηλαδή και όσοι δεν εκκλησιάζονται τακτικά νιώθουν την ανάγκη τις ημέρες των Χαιρετισμών της Παναγίας να βρεθούν στον Ναό, να ανάψουν ένα κερί, να σταθούν, αμήχανα ίσως, μπροστά στην εικόνα της, να αφήσουν κάποιο κρυφό δάκρυ να κυλίσει στην καρδιά τους για κάποιο αίτημα που ούτε οι ίδιοι δεν ξέρουν τι είναι. Δεν είναι τυχαίο ότι ο λαός μας, ο πιστός ορθόδοξος λαός, έστω και με τα σκαμπανεβάσματά του, χαρακτηρίζει την εβδομάδα μετά το τέλος του Ακαθίστου Ύμνου ως «βουβή» ή «κουφή» εβδομάδα. Ούτε βουβή ούτε κουφή βεβαίως είναι, γιατί οι ακολουθίες εξακολουθούν και υφίστανται στους Ναούς, όμως επειδή δεν υπάρχει η συγκεκριμένη αναφορά στην Παναγία, για αρκετούς η Εβδομάδα «δεν έχει φωνή», «δεν ακούγεται».

Και τι είναι αυτό που μαγνητίζει τόσο τους πιστούς ώστε να έλκονται και μη θέλοντας προς την Παναγία; Μα τι άλλο από το γεγονός ότι συνιστά Αυτή, η Μοναδική, τη Μάνα όλων! Μάνα είναι η Παναγία, έστω και συμβολικά για κάποιους, που θα πει μία ανοικτή και τεράστια αγκαλιά, στην οποία μπορεί να βρει καταφύγιο κάθε πονεμένη ψυχή. Και πονεμένες ψυχές είμαστε όλοι μας στον κόσμο τούτο «τον απατεώνα», που το κυριαρχικό στοιχείο του είναι η θλίψη – «κοιλάδα πένθους και δακρύων» χαρακτηρίζει η Αγία Γραφή τη γη αυτή που η Πρόνοια του Θεού θέλησε να βρεθούμε. Ποιος την ώρα της θλίψης του δεν θέλει να καταφύγει στην αγκαλιά της μάνας του; Και πρώτη αγκαλιά, ανά πάσα στιγμή και ώρα, αν το θελήσουμε, είναι της Θεοτόκου.

Και πόσο βεβαιώνεται κανείς για την πραγματικότητα αυτή, όταν έχουμε τον ίδιο τον Κύριο με το αψευδές στόμα Του να το αποκαλύπτει πάνω από τον Σταυρό, καθώς απευθύνεται τόσο στη Μητέρα Του όσο και στον αγαπημένο μαθητή Του τον Ιωάννη: «Ιδού ο υιός σου» - «ιδού η μήτηρ σου». Παιδιά της Παναγίας είμαστε, κατά τον Ιησού Χριστό, Μάνα μας Εκείνη, κατά τον Ίδιο. Και η θεολογική εξήγηση μας ανοίγει τα μάτια: Αφ’ ης στιγμής βαπτιστήκαμε και γινήκαμε μέλη Χριστού, διότι «όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε», από εκείνη τη στιγμή και η Παναγία έγινε ουσιαστικά και χαρισματικά η μεγάλη Μάνα μας κι εμείς τα παιδιά Της.

Οπότε η έλξη προς την Παναγία είναι μεν η κατά χάριν φορά μας προς τη υπερφυή μάνα μας, στο βάθος όμως είναι η φορά μας προς τον Κύριο και Θεό μας, ο Οποίος θέλησε να έλθει στον κόσμο ως άνθρωπος μέσα από Εκείνην που την κατέστησε μητέρα Του. Χριστός και Παναγία συν-θεωρούνται πάντοτε κατά την πίστη μας, σε βαθμό που η στάση μας απέναντί Της συνιστά όρο και δόγμα της πίστεως αυτής. Όταν η Εκκλησία μας χαρακτηρίζει την Παναγία ως «Πλατυτέρα των Ουρανών» είναι ακριβώς διότι έφερε και φέρει έκτοτε στην ύπαρξή της τον Ποιητή Ουρανού και γης, κρατούσε κατά κυριολεξίαν Εκείνον που κρατάει τα σύμπαντα στα χέρια Του – «ου φέρει το μυστήριον έρευναν»!

Σπεύδουμε λοιπόν να «χαιρετίσουμε» και να αγκαλιάσουμε την Παναγία, γιατί σπεύδουμε να βρεθούμε στην αγκαλιά του Δημιουργού μας, να σταθούμε εκεί που αποτελεί το φυσικό κέντρο μας - Εκείνον αναζητούμε χωρίς επίγνωση κάποιες φορές, και μαζί μ’ Εκείνον όλο τον Τριαδικό Θεό μας. Και δεν γίνεται αλλιώς: Η πνοή Εκείνου μας κατέστησε έμψυχες εικόνες Του, κατ’ εικόνα Χριστού δημιουργηθήκαμε, οπότε όντως το πιο φυσιολογικό για τον άνθρωπο είναι να συναντήσει τον Θεό Χριστό του κι εκεί να αναπαυτεί. Όπως αναφέρει ο ιερός Αυγουστίνος «ανήσυχη είναι, Κύριε, η ψυχή μας, μέχρις ότου βρει Εσένα και αναπαυτεί σ’ Εσένα». Μέχρι να συμβεί όμως τούτο οι άνθρωποι θα ταλαιπωρούμαστε, δεν θα νιώθουμε καλά, θα μας δίνουν όλα τα επίγεια και θα αποστρέφουμε το πρόσωπό μας, γιατί θα είναι πολύ λίγα μπροστά στη δίψα μας για το Απόλυτο.

Οι Χαιρετισμοί της Παναγίας μας ως μαγνήτης των ψυχών μας τελικώς αυτό αποκαλύπτουν: το ποιο είναι το φυσικό κέντρο μας, όπως το βλέπουμε και στην Παναγία Μητέρα του Κυρίου και δική μας Μητέρα. Εκείνη στο δυνατό απόλυτο για τον άνθρωπο έζησε και ζει την παρουσία Του στην ύπαρξή της, αλλά με την υπενθύμιση και της προϋποθέσεως που υφίσταται: της προσκλίσεως της θελήσεώς της στο θέλημα Κυρίου και Θεού της. Που σημαίνει: όσο και εμείς θα επιλέγουμε την υπακοή στο άγιο θέλημα του Θεού μας, τόσο θα Τον βλέπουμε να σαρκώνεται και σ’ εμάς, τόσο δηλαδή θα γινόμαστε κι εμείς «μικρές Παναγίες» που θα έλκονται για τον λόγο αυτόν προς τη Μεγάλη Παναγιά.

ΩΡΑΙΟΣ ΚΑΙ ΚΑΛΟΣ ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΜΕ ΘΑΝΑΤΩΣΕ!

ΚΑΘΑΡΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

«Τό τῆς Νηστείας διάγγελμα, περιχαρῶς ὑποδεξώμεθα· εἰ γάρ ταύτην ὁ Προπάτωρ διεφυλάξατο, τήν τῆς Ἐδέμ ἔκπτωσιν οὐκ ἄν ὑπέστημεν· ὡραῖος ἦν εἰς ὅρασιν, καί καλός εἰς βρῶσιν, ὁ ἐμέ θανατώσας καρπός· μή συναρπασθῶμεν τοῖς βλεφάροις, μηδέ γλυκανθήτω ἡμῶν ὁ φάρυγξ, τοῖς τιμωμένοις βρώμασι μετά τήν μετάληψιν ἀτιμαζομένοις. Φύγωμεν τήν ἀκρασίαν, καί τοῖς μετά κόρου πάθεσι, μή ὑποβληθῶμεν· ἐνσημανθῶμεν τῷ Αἵματι, τοῦ ὑπέρ ἡμῶν ἀχθέντος εἰς θάνατον ἑκουσίως, καί οὐ μή θίγῃ ἡμῶν ὁ ὁλοθρευτής· καί φάγοιμεν Πάσχα, Χριστοῦ ἱερώτατον εἰς σωτηρίαν τῶν ψυχῶν ἡμῶν» (Ἀπόστιχα Αἴνων Καθαρᾶς Παρασκευῆς, Ἰδιόμελον, ἦχος πλ. δ΄).

(Ἄς ὑποδεχθοῦμε μέ χαρά τήν ἐξαγγελία τῆς Νηστείας. Γιατί ἄν  εἶχε διαφυλάξει αὐτήν ὁ Προπάτοράς μας Ἀδάμ, δέν θά εἴχαμε ὑποστεῖ τήν ἔξωση ἀπό τήν Ἐδέμ. Ἦταν ὡραῖος στήν ὅραση καί καλός γιά φάγωμα ὁ καρπός πού μέ θανάτωσε. Μήν ἀπατηθοῦμε λοιπόν ἀπό τά μάτια μας κι οὔτε νά εὐχαριστηθεῖ ἡδονικά ὁ φάρυγγάς μας ἀπό τά νόστιμα φαγητά πού μετά τή λήψη τους γίνονται ἀποβλητέα. Ἄς ἀποφύγουμε τήν ἔλλειψη τῆς ἐγκράτειας κι ἔτσι ἄς μή ὑποταχτοῦμε στά πάθη πού ἀκολουθοῦν τόν χορτασμό. Ἄς σφραγιστοῦμε ἀπό τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ πού ὁδηγήθηκε ἑκούσια στόν θάνατο γιά χάρη μας, καί δέν πρόκειται νά μᾶς θίξει ὁ ἐξολοθρευτής διάβολος. Κι ἄς εὐχηθοῦμε νά φᾶμε τό ἱερότατο Πάσχα τοῦ Χριστοῦ, γιά τή σωτηρία τῶν ψυχῶν μας).

Ἔχοντας ὡς τύπο καί προεικόνιση τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου ὁ ἱερός ὑμνογράφος τά γεγονότα τῆς Ἐξόδου τῶν Ἰσραηλιτῶν ἀπό τή δουλεία τῆς Αἰγύπτου, (ὅπου ἀφενός τό αἷμα τοῦ σφαγμένου ἀρνιοῦ, μέ τό ὁποῖο, κατ’ ἐντολή τοῦ Θεοῦ, ἄλειψαν οἱ ὑπόδουλοι Ἑβραῖοι τούς παραστάτες τῶν θυρῶν τους, τούς γλίτωσε ἀπό τόν ἐξολοθρευτή ἄγγελο, κι ἀφετέρου ἡ τροφή τους τήν ἡμέρα τῆς Ἐξόδου τους: ἀρνί, πικρά χόρτα καί ἄζυμο ἄρτο – σύμβολα αὐτά εἰς ἀνάμνηση τῆς δουλείας τους – τούς δυνάμωσε γιά τήν πορεία τῆς ἐλευθερίας τους μέσω καί τῆς διάβασης τῆς Ἐρυθρᾶς θάλασσας), εὔχεται νά φτάσουμε καί οἱ πιστοί στό δικό μας χριστιανικό πιά Πάσχα, τό ὁποῖο προϋποθέτει τή συσταύρωσή μας μέ τόν Κύριο καί τήν κοινωνία τοῦ σώματος καί τοῦ αἵματός Του. Ἡ σφραγίδα μας μάλιστα ἀπό τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι κατά τόν ὑμνογράφο μας ἐκεῖνο πού μᾶς κάνει νά ὑπερβαίνουμε τίς ὅποιες ἐπιρροές τοῦ ἀνθρωποκτόνου Πονηροῦ. 

Προκειμένου ὅμως νά ζήσουμε τό σωτήριο καί ἱερότατο Πάσχα οἱ πιστοί χριστιανοί – τή δική μας διάβαση διά τοῦ Χριστοῦ στή Βασιλεία Του -, ὑπενθυμίζει ὁ ποιητής τήν ἀναγκαιότητα καί πάλι τῆς νηστείας. Καί τό συντριπτικό ἐπιχείρημα πού φέρνει εἶναι ὅ,τι συνέβη μέ τούς Προπάτορές μας, οἱ ὁποῖοι καταστρατηγώντας τήν ἐντολή τῆς Νηστείας, μή ὑπακούοντας δηλαδή στήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ νά μή φᾶνε ἀπό τό συγκεκριμένο δέντρο πού τούς εἶχε ὑποδείξει, ἐξώσθησαν ἀπό τόν Παράδεισο καί ὁδηγήθηκαν σέ ὅλα ἐκεῖνα πού ἀποτέλεσαν πιά πάθη ἀτιμίας – κάτι πού ἔκτοτε διαιωνίζεται σέ κάθε ἄνθρωπο πού ἐπιλέγει στή ζωή του τόν δρόμο τῆς ἀκρασίας.

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΕΦΡΑΙΜ Ο ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΗΣ

«Ο Όσιος Εφραίμ ο Κατουνακιώτης γεννήθηκε το 1912 στο Αμπελοχώρι Θηβών. Ο πατέρας του ονομαζόταν Ιωάννης Παπανικήτας και η μητέρα του Βικτωρία. Το κοσμικό όνομα του Γέροντα ήταν  Ευάγγελος. Τελείωσε το Γυμνάσιο αλλά η Χάρη του Θεού έκλεισε στον Ευάγγελο όλες τις θύρες της κοσμικής αποκατάστασής του.

Στην Θήβα, όπου είχε μετακομίσει η οικογένειά του, ο Ευάγγελος γνώρισε τους γεροντάδες του, τον Εφραίμ και τον Νικηφόρο, ενώ η ζωή του ήταν καλογερική και πριν γίνει καλόγερος – και στον κόσμο αγωνιζόταν πνευματικά ασκούμενος στην ευχή του Ιησού, τις μετάνοιες, τη νηστεία και κυρίως στην υπακοή. Η ευλαβέστατη μητέρα του αξιώθηκε να λάβει πληροφορία από τον Όσιο Εφραίμ τον Σύρο ότι το θέλημα του υιού της να γίνει μοναχός ήταν και θέλημα Θεού και ότι ο Ευάγγελος θα τιμήσει την μοναχική ζωή. Πράγματι, 14 Σεπτεμβρίου του 1933 ο Ευάγγελος άφησε τον κόσμο και ήλθε στην έρημο του Αγίου Όρους στα Κατουνάκια, στο ησυχαστήριο του Οσίου Εφραίμ του Σύρου και έβαλε μετάνοια στη συνοδεία των Γεροντάδων Εφραίμ και Νικηφόρου. Μετά τη δοκιμασία του εκάρη μικρόσχημος μοναχός με το όνομα Λογγίνος. Δύο χρόνια αργότερα έγινε μεγαλόσχημος μοναχός από τον Γέροντά του Νικηφόρο και έλαβε το όνομα Εφραίμ. Τον επόμενο χρόνο χειροτονήθηκε ιερέας.

Ο Όσιος Εφραίμ αξιώθηκε και γνώρισε τον μεγάλο άγιο Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή και συνδέθηκε πνευματικά μαζί του με την ευλογία του Γέροντά του Νικηφόρου. Από τον όσιο Ιωσήφ διδάχτηκε την απλανή πνευματική ζωή και μυήθηκε στα «μυστικά» της νοεράς προσευχής. Έτσι από νωρίς κατάλαβε ότι καμία προκοπή δεν υφίσταται, χωρίς το θεμέλιο όλων, τη υπακοή. Τη γνήσια όμως υπακοή που κίνητρό της έχει την αγάπη και τον ζήλο του Θεού.

Ο όσιος Ιωσήφ ο Ησυχαστής έδωσε ένα πρόγραμμα ησυχαστικής ζωής στον νεαρό τότε Εφραίμ, για να καλλιεργεί την ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, υιέ του Θεού, ελέησόν με», ώστε να φυλάσσει τις αισθήσεις του και να καθαρίσει όσο είναι ανθρωπίνως δυνατόν την καρδιά του με το φως του Θεού. Το 1973 εκοιμήθη ο Γέροντάς του ιερομόναχος Νικηφόρος, χάριν του οποίου έκανε ο γνήσιος υποτακτικός δεκαεννιά σαρανταλείτουργα!

Υπακούοντας στον όσιο Ιωσήφ, συγκρότησε από το 1980 δική του συνοδεία, δίνοντας πια την ευκαιρία και σε άλλους αναζητητές της ησυχαστικής ζωής να βρουν τον δρόμο των αγίων στους οποίους αναπαύεται το Πνεύμα του Θεού.  Κύριο στοιχείο στον δρόμο αυτόν είναι η αδιάκοπη τέλεση της θείας λειτουργίας, η οποία για τον μεγάλο Γέροντα Εφραίμ συνιστούσε συγκλονιστικό και βιωματικό γεγονός. Δεν είναι τυχαίο ότι είχε εκμυστηρευθεί σε Ιερομόναχο πνευματικό φίλο του ότι από την πρώτη θεία Λειτουργία που τέλεσε, έβλεπε αισθητά όχι μόνο συλλειτουργούντες αγίους αγγέλους αλλά και  τη Χάρη του Θεού να μεταβάλλει τον άρτο και τον οίνο  της προσφοράς σε σώμα και αίμα Χριστού, γι’ αυτό και ήταν αδύνατον να συγκρατήσει τα δάκρυά του, σε σημείο που να μουσκεύει το αντιμήνσιο της αγίας Τράπεζας. Τα δάκρυα όμως ήταν για τον κατανυκτικό Γέροντα  χαρακτηριστικό όλης της αγίας βιοτής του, γιατί ζούσε βαθύτατα το πένθος που εκφράζει την αληθινή μετάνοια.

Η οσία ασκητική ζωή του μεγάλου Εφραίμ που θεμελιωνόταν στην υπακοή ως φρόνημα του ίδιου του Κυρίου και της Υπεραγίας Θεοτόκου και όλων των αγίων, διήνοιξε τον νου και την καρδιά του και τον έκανε μέτοχο των θείων ενεργειών της διοράσεως και της προοράσεως, όπως και της τελέσεως ακόμη και θαυματουργικών επεμβάσεων. Είναι γνωστό μάλιστα, λόγω επαναλαμβανομένων παρόμοιων καταστάσεων, ότι ο Κύριος του έδινε τη χάρη να «οσμίζεται» την πνευματική κατάσταση των ανθρώπων που τον επισκέπτονταν, ακόμη δε και να καθιστά αισθητή και σε άλλους τη «βρομιά» που εξέπεμπαν άνθρωποι είτε αιρετικοί είτε και με άλλους τρόπους πλανεμένοι.

Με το πνεύμα Χριστού που ζούσε επιθυμούσε βαθύτατα την ενότητα όλων και προσευχόταν με πόνο υπέρ αυτής. Αλλά με τις προϋποθέσεις που θέτει η Πατερική εκκλησιαστική παράδοση: ως ενότητα και αγάπη εν τη αληθεία. Έλεγε μάλιστα χαρακτηριστικά κάτι που ιδίως για τη σύγχρονη εποχή ηχεί απολύτως προφητικά: «το σχίσμα γίνεται εύκολα, η ένωση όμως είναι δύσκολη». Την ενότητα του Χριστού δεν την έβλεπε ο όσιος Γέρων μόνον στο επίπεδο της πίστεως και των Εκκλησιών, αλλά και στην καθημερινότητα των ανθρώπων, ιδίως των εγγάμων. Βοήθησε πολλούς οικογενειάρχες να διατηρήσουν τον γάμο τους και να κατανοήσουν ότι ο γάμος είναι δρόμος αγιασμού τους, όπως νουθέτησε, εν πνεύματι ελευθερίας, και πολλούς νέους να αφήσουν την «άσωτη» ζωή και να κάνουν ευλογημένη οικογένεια.

Το 1996 ο Όσιος έπαθε εγκεφαλικό και έπεσε σε ακινησία. Όχι μόνο δεν γόγγυσε αλλά το θεώρησε ως ευκαιρία μεγαλύτερης δοξολογίας του Θεού. 27 Φεβρουαρίου 1998 ο μέγας Γέρων του Αγίου Όρους παρέδωσε την οσία ψυχή του στα χέρια του Δημιουργού του που εκ νεότητος υπηρέτησε.

Στις 20 Οκτωβρίου 2019, και ευρισκόμενος στις Καρυές του Αγίου Όρους, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος ανήγγειλε ότι επίκειται η επίσημη αγιοκατάταξη του Γέροντος Εφραίμ Κατουνακιώτου, κάτι που έγινε πράξη στις 9 Μαρτίου 2020, όταν η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, απηχώντας την ορθόδοξη συνείδηση του λαού που τον γνώρισε, τον ενέγραψε στο αγιολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας» (Στοιχεία του συναξαριού από το ιστολόγιο: Ορθόδοξος Συναξαριστής). 

Απαρχής της ακολουθίας του οσίου Εφραίμ, ο συντάκτης της σεμνός και έμπειρος της πνευματικής ζωής ιερομόναχος Ιγνάτιος τονίζει αυτό που είναι γνωστό σε όλους όσοι έστω και λίγο γνώρισαν τον γίγαντα Γέροντα Εφραίμ: ότι ήταν το γνήσιο τέκνο της υπακοής. Ο «χαρισματούχος υποτακτικός» είναι ο πιο γνωστός χαρακτηρισμός που του αποδίδεται. Κι αυτό γιατί ήδη και από την κοσμική του ζωή, πολύ περισσότερο όταν έγινε μοναχός, είχε κατανοήσει το ύψος και το βάθος της χαρισματικής αυτής καταστάσεως: αφήνεις κατά μέρος το δικό σου θέλημα για να κάνεις το θέλημα του έμπειρου στα πνευματικά Γέροντά σου, που θα πει να μάθεις να υπακούς τελικά στον Θεό! Η υπακοή δεν συνιστά άλλωστε, όπως είναι γνωστό, το φρόνημα του ίδιου του αρχηγού της πίστεως Ιησού Χριστού, καθώς το μαρτυρεί ο μέγας απόστολος Παύλος, γι’ αυτό και προτρέπει το ίδιο αυτό φρόνημα να αποκτήσει και κάθε πιστός που θέλει να ακολουθεί την οδό Εκείνου; «Αυτό το φρόνημα να έχετε κι εσείς, όπως το βλέπουμε στον Ιησού Χριστό. Αυτός μολονότι Θεός «κένωσε» τον εαυτό του, έγινε άνθρωπος από την ταπείνωσή Του κι έγινε υπάκουος στον Θεό Πατέρα μέχρι σημείου να θανατωθεί και μάλιστα πάνω σε Σταυρό».

Γι’ αυτό και η υπακοή - η γνήσια και όχι η αναγκαστική και «καταπιεσμένη», δηλαδή αυτή που κινείται από την ορμή αγάπης προς τον Χριστό - θεωρείται ο ανώτερος βαθμός φανέρωσης της ταπείνωσης, η οποία επισύρει πλούσια στον άνθρωπο τη χάρη του Θεού. «Ταπεινοίς ο Θεός δίδωσι χάριν». Και γι’ αυτόν τον λόγο ταυτοχρόνως οδηγεί και στην αγάπη, γιατί «ο Θεός αγάπη εστί». Υπακοή, ταπείνωση, αγάπη συνυπάρχουν στον εργάτη της πίστεως, χαρισματικές καταστάσεις που ψηλαφώνται στο έπακρο στον μεγάλο όσιο Εφραίμ τον Κατουνακιώτη. Και πάνω σ’ αυτά κινείται διαρκώς ο σεμνός υμνογράφος του οσίου. «Αγάπησες την υπακοή, μακάριε», σημειώνει από τα πρώτα ήδη στιχηρά του εσπερινού, «και διακήρυττες ότι αυτή είναι η ανώτερη από όλες τις αρετές». Για να συμπληρώσει ό,τι έλεγε εξίσου ο άγιος: «Από την υπακοή αυτή πηγάζει η αδιάλειπτη προσευχή κατά τρόπο άρρητο».

Κι εδώ πράγματι μας αποκαλύπτεται ο άγιος Εφραίμ σε όλο του το μεγαλείο. Ήταν τέκνο υπακοής, για να μπορεί να ζει την παρουσία του Θεού στην ύπαρξή του, την ψυχή και το σώμα του, και να «χάνεται» μέσα στην αδιάλειπτη προσευχή εν αγάπη προς Αυτόν, που σημαίνει ότι η υπακοή δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά ο μοναδικός δρόμος για να «βλέπει» κανείς τον Χριστό ήδη από τον κόσμο τούτο, να Τον κοινωνεί και να Τον γεύεται πάντοτε, προσδοκώντας το πότε θα ξανάλθει στη Δευτέρα Του παρουσία για να αυξήσει σε υπερθετικό βαθμό τη σχέση του μαζί Του. «Τον ένδοξο Εφραίμ, τον εργάτη της υπακοής και τον εραστή της προσευχής και τον ζηλωτή και μύστη της πιο μεγάλης άσκησης ας τιμήσουμε με τους ύμνους μας» θα πει έκθαμβος και πάλι ο καλός υμνογράφος (στιχ. εσπ.). Κι ακριβώς επειδή γνωρίζει καλά και ο ίδιος ότι τέτοια πνευματικά αναστήματα πατάνε στην πράξη των αρετών κι ανεβαίνουν στα ύψη της θεωρίας ως θέας του Θεού, τον παρομοιάζει δικαίως ως «υψιπέτη αετό που έζησε στο Άγιον Όρος». Ποιος δεν θαυμάζει και δεν στέκεται με δέος και θάμβος μπροστά στον βασιλέα των πτηνών, τον αετό; Είναι πραγματικά ένας άρχοντας, που δεν διανοείται κανείς να τον προσεγγίσει εική και ως έτυχε. Θυμόμαστε τον άγιο μεγάλο Πορφύριο που μιλούσε για την «εξημέρωση» ενός τέτοιου βασιλιά: πόσο τον πλησίαζε με δέος, πόσο διαρκώς έκανε μικρά βήματα προσέγγισης, μέχρις ότου φτάσει μετά από αρκετό καιρό στο σημείο απλώς να τον «χαϊδέψει»! Τέτοιος άρχοντας, τέτοιος πνευματικός βασιλιάς που εντρυφούσε αδιάκοπα στον Κύριο ήταν και ο άγιος Εφραίμ. «Σαν υψιπέτης αετός στο όρος Άθω ανέβηκες στο ύψος της μυστικής θεωρίας, θεοφόρε Εφραίμ, μετέχοντας πολλές φορές πλούσια στη θεία Χάρη» (στιχ. εσπ.).

Εφραίμ λοιπόν σημαίνει άνθρωπος της προσευχής, άνθρωπος δηλαδή που είναι ερωτευμένος με τον Χριστό, γιατί κατάλαβε κι ένιωσε ότι η σχέση μαζί Του γίνεται με την καρδιά και όχι με την ψυχρή και υπολογιστική λογική. «Ημείς αγαπώμεν ότι Αυτός πρώτος ηγάπησεν ημάς» λέει ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, το ίδιο έλεγε και ζούσε ο άγιος Εφραίμ: δίνεις την καρδιά σου σ’ Εκείνον που στα έδωσε όλα! Όπως σημειώνει και ο σεμνός ιερομόναχος υμνογράφος στο κοντάκιο του οσίου: «Σε μαγνήτισε η ωραιότητα του Χριστού, γι’ αυτό και ακολούθησες απολύτως τα ίχνη Του, με την προσευχή, την υπακοή, την άσκηση και την ταπείνωση». Γι’ αυτό και τα βιώματά του και από την άσκηση της μονολόγιστης ευχής, του Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με, και από την τέλεση του κέντρου όλης της εκκλησιαστικής ζωής, της Θείας Λειτουργίας ήταν μοναδικά και συγκλονιστικά.

Μαζεμένοι νοερώς με δέος μπρος στα πόδια του τον ακούμε να λέει: «Λες την ευχούλα. Αργά, γλυκά, σταθερά, παρακαλεστικά, κλαψιάρικα, “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με”. Η ευχή ζωογονεί, τρόπον τινά, την ψυχή. Να βράζει η ψυχή με την προσευχή. Έτσι μαλακώνει, έτσι ησυχάζει, έτσι αναπαύεται… Μαλακώνει και σφραγίζεται από τη Χάρη. Να νιώθεις τις λέξεις. Κρατήσου από την κάθε λέξη. Σωσίβιο είναι το κομποσκοινάκι». Και παρακάτω: «Με την ευχή η ψυχή ντύνεται και στολίζεται. Είναι το ένδυμα που έχασε ο Αδάμ, γιατί δεν είπε στον Θεό “ελέησον”, γιατί δεν είπε στον Δημιουργό “ευλόγησον”. Πριν ντυθεί, όμως, η ψυχούλα λιώνει από τη θερμότητα της πίστεως και του θείου, να πούμε, έρωτος. Νομίζεις πως θα σου φύγει η ψυχή μέσα από τα δάκρυα, παιδί μου».

Κι εξίσου νοερώς τον βλέπουμε να ιερουργεί σχεδόν καθημερινά, «βλέποντας» κι «ακούοντας» αυτός πράγματα που δεν επιτρέπεται σε άνθρωπο να πει. Ο υμνογράφος μάς βοηθάει: «Ιερότατε πατέρα, ιερουργώντας καθημερινά έβλεπες  μέσα στο πλήθος των δακρύων σου καθαρά τη χάρη του Πνεύματος που επισκίαζε τα Τίμια Δώρα όπως και την πραγματική μεταβολή τους σε σώμα και αίμα Χριστού» (δόξα Λιτής). Μικρή ιδέα παίρνουμε και απ’ αυτό που έπαθε, όπως έλεγε, ο ίδιος: «Να σας πω τι έπαθα με τον γέροντα Νικηφόρο που εκοιμήθη το 1973. Είδα ότι δεν είχε, τρόπον τινά, άνεση. “Θα αφήσω έτσι τον γέροντά μου;», είπα. “Όχι, όχι. Θα αγωνιστώ, θα αγρυπνήσω, θα κοπιάσω, θα προσευχηθώ”. Κυνηγούσα τον Θεό: “Στην ευσπλαχνία Σου! Στο έλεός Σου! Στην Αγάπη Σου, Χριστέ μου!”. Έκανα δεκαεννέα σαρανταλείτουργα. Ένιωθα τον Θεό να μου λέει: “Λέγε, λέγε”.  Η Χάρη με ενθάρρυνε, να πούμε, να προχωρήσω. Σαν να μου έλεγε: “πες μου, πες μου”. Σε άλλη όμως περίπτωση, για άλλη ψυχή, ένιωσα να μου λέει: “Δεν σε ακούω. Σταμάτα. Ό,τι και να λες, ό,τι και να κάνεις, δεν ακούω”».  

Το μόνο που μπορούμε πια να κάνουμε απέναντι σ’ αυτόν τον Γίγαντα όπως είπαμε της πνευματικής ζωής, που «και με μόνη τη θεϊκή όψη του εκπλήττονταν οι πάντες» (ωδή ε΄) – είναι γνωστό το περιστατικό του συγκλονισμού που ένιωσε νεαρό παλληκάρι όταν είδε την εικόνα του μετά την κοίμησή του: «δεν έχω ξαναδεί τέτοια μάτια να διεισδύουν στην ψυχή μου» είπε και άλλαξε ζωή – είναι να τον παρακαλούμε να συνεχίζει να δέεται και για εμάς ενώπιον του ουράνιου θυσιαστηρίου με τη μεγάλη παρρησία που έχει στον Κύριο. Με τα λόγια του υμνογράφου Ιγνατίου που δέεται στον όσιο για τον εαυτό του, αλλά ασφαλώς και για εμάς: «Θυμήσου, θεομακάριστε Εφραίμ, κι εμάς που επιτελούμε την πανσεβάσμια μνήμη σου, καθώς παρίστασαι τώρα στο επουράνιο θυσιαστήριο, και δώρησε από τον ουρανό που βρίσκεσαι σ’ αυτόν που ύφανε με ευλάβεια και πόθο ύμνους για χάρη σου ζέση πίστεως» (ωδή θ΄). 

(Ακολουθία του οσίου και λόγια του από: π. Σπυρίδωνα Βασιλάκου, "Έλα φως...", Συνάντηση με τον όσιο Εφραίμ τον Κατουνακιώτη, εκδ. Θεσβίτης, Θήρα 2021). 

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026

ΖΗΛΕΨΕ, ΨΥΧΗ ΜΟΥ, ΤΟΝ ΠΡΟΦΗΤΗ ΗΛΙΑ

                                               ΚΑΘΑΡΑ ΠΕΜΠΤΗ

«Ἀρετῶν Ἠλιού, προσεπιβάς ἅρματι θείῳ, τῇ νηστείᾳ λαμπρυνθείς ἀνεφέρετο, ἐπί τό ὕψος τό οὐράνιον. Τοῦτον ζήλωσον, ταπεινή ψυχή μου καί νήστευσον, πάσης κακίας, καί φθόνου ἔριδος, καί τρυφῆς ἀπορρεούσης καί ἐνηδόνου· ὅπως ὀδύνην χαλεπήν ἐκφύγῃς διαιωνίζουσαν τῆς γεέννης ἐκβοῶσα τῷ Χριστῷ· Κύριε δόξα σοι» (Στιχηρόν ἰδιόμελον ἑσπερινοῦ, ἦχος β΄).

(Ὁ προφήτης Ἠλίας, ἀφοῦ ἀνέβηκε στό θεῖο ἅρμα τῶν ἀρετῶν κι ἔλαμψε ἀπό τή νηστεία, ὁδηγεῖτο στό ὕψος τοῦ οὐρανοῦ. Αὐτόν ζήλεψε, ταπεινή ψυχή μου, καί νήστεψε ἀπό κάθε κακία, κι ἀπό φθόνο καί ἔριδα, κι ἀπ’ τήν ἐνήδονη μαλθακότητα πού σέ κάνει νά χάνεις τόν ἑαυτό σου. Μέ τόν τρόπο αὐτόν, φωνάζοντας στόν Χριστό: Κύριε, δόξα Σοι, θά ἀποφύγεις τήν αἰώνια τραγική ὀδύνη τῆς κόλασης).

Ὁ ἅγιος ὑμνογράφος γιά μία ἀκόμη φορά μέ τρόπο ἤρεμο καί ταπεινό προτρέπει τόν ἑαυτό του – τύπο τοῦ κάθε πιστοῦ χριστιανοῦ - νά στραφεῖ «ζηλωτικά» στή φοβερά μεγάλη προσωπικότητα τοῦ προφήτη Ἠλία, ὁ ὁποῖος ναί μέν ἀνήκει στήν Παλαιά Διαθήκη, ἀλλά ἐπαινεῖται ἐπανειλημμένως καί στήν Καινή ἀπό τόν Κύριο, τοῦ Ὁποίου θά προαναγγείλει τή Δευτέρα Παρουσία μέ μία δική του τότε ξεχωριστή ἀποστολή. Καί γιατί νά ζηλέψει τόν συγκεκριμένο προφήτη; Διότι ἦταν αὐτός πού ἀνέβηκε στά οὐράνια, ἀφοῦ ἀγωνίστηκε ν’ ἀποκτήσει τίς θεῖες ἀρετές καί νά ζήσει μέ τό φῶς τῆς νηστείας. Μέ ἄλλα λόγια ὁ ὑμνογράφος θεωρεῖ ὡς παράδειγμα τόν προφήτη, γιατί δείχνει πολύ ἄμεσα τόν δρόμο πού ὁδηγεῖ στόν οὐρανό· τίς θεϊκές ἀρετές καί τή νηστεία.

Σέ ἀνάλογο ἐπίπεδο κινεῖται βεβαίως γενικῶς ἡ ὑμνογραφία μας ὅταν μᾶς ὑπενθυμίζει ἀδιάκοπα – σχεδόν δέν ὑπάρχει ἀκολουθία χωρίς τήν ἀναφορά αὐτήν – τά παραδείγματα τῶν ἁγίων τριῶν παίδων πού ρίχτηκαν στήν κάμινο τῆς πυρᾶς καί τοῦ μεγάλου προφήτη Δανιήλ. Οἱ ἀρετές τῶν τριῶν παιδιῶν, συνδυασμένες μέ τή νηστεία, ἔφεραν τό θαυμαστό ἀποτέλεσμα: ἡ φωτιά νά μεταβληθεῖ σέ αὔρα δροσιᾶς, ὅπως οἱ ἀρετές καί ἡ μέ προσευχή νηστεία τοῦ προφήτη ἔκαναν τά λιοντάρια στά ὁποῖα εἶχαν ρίξει τόν Δανιήλ  οἱ ἐχθροί του νά τόν προσεγγίζουν ὡς ἥμερα ἀρνάκια. «Χεῖρας ἐκπετάσας Δανιήλ, λεόντων χάσματα, ἐν λάκκω ἔφραξε, πυρὸς δὲ δύναμιν ἔσβεσαν, ἀρετὴν περιζωσάμενοι, οἱ εὐσεβείας ἐρασταί, Παῖδες κραυγάζοντες…» (Ὁ Δανιήλ σήκωσε τά χέρια του σέ προσευχή καί ἔβαλε φραγή στά στόματα τῶν λιονταριῶν, ἐνῶ οἱ ἐραστές τῆς εὐσέβειας τρεῖς Παῖδες πού δοξολογοῦσαν τόν Κύριο, ἐπειδή ἦταν ντυμένοι τήν ἀρετή σβήσανε τή δύναμη τῆς φωτιᾶς).

Χωρίς νά χρονοτριβεῖ ὅμως ὁ ἐκκλησιαστικός ποιητής τονίζει τήν ἀληθινή ἔννοια τῆς νηστείας: εἶναι αὐτή πού περικόπτει τήν κακία, τόν φθόνο, τήν ἔχθρα, τή φιλόσαρκη στάση ζωῆς πού κάνει τόν ἄνθρωπο νά χάνει κυριολεκτικά τόν ἑαυτό του καί τήν πίστη του. Ὁπότε ἡ ἀκολουθία τοῦ προφήτη Ἠλία, (ὅπως καί τῶν ἄλλων ἁγίων), ἀπομακρύνει τόν ἄνθρωπο καί ἀπό τήν ὀδύνη τῆς κόλασης, ἐνῶ τοῦ δημιουργεῖ δοξολογική διάθεση ἀπέναντι στόν Κύριο.