Δευτέρα 23 Μαρτίου 2026

ΞΕΡΟΥΜΕ ΤΟ «ΠΑΤΕΡ ΗΜΩΝ»;

(Κύρια σημεία ομιλίας στις Πυλές Καρπάθου, την 15η Μαρτίου 2026, Κυριακή Γ΄ Νηστειών, της Σταυροπροσκυνήσεως). 

1. Δεν εννοούμε ότι δεν ξέρουμε να το απαγγέλλουμε, (μολονότι και σ’ αυτό κάνουμε πολύ συχνά λάθη - θυμάται κανείς αυτό που αναφέρει εν προκειμένω η γνωστή λογοτέχνις Διδώ Σωτηρίου στο έργο της «Ματωμένα Χώματα», για ένα παιδί, το οποίο ομολογεί με ειλικρίνεια: «Δεν καταλάβαινα γρυ απ' ό,τι έλεγε τούτη η προσευχή (το "πάτερ ημών") και μια μέρα είπα στη μάνα μου: το Πατ', μπρε μάνα, ξέρω τι θα πει, μα εκείνο το ερημών με μπερδεύει"!), αλλά το απαγγέλλουμε χωρίς συχνά να καταλαβαίνουμε τι λέμε ή χωρίς να διεισδύουμε στο βάθος των λέξεων της σπουδαιότερης προσευχής που υπάρχει στην Εκκλησία. Γι’ αυτό και όχι απλώς είναι σημαντικό αλλά κυριολεκτικά είναι ό,τι πιο αναγκαίο να μάθουμε την προσευχή αυτήν, που χαρακτηρίζεται ως Κυριακή προσευχή και που αποτελεί τη βάση για όλες τις άλλες προσευχές της Εκκλησίας.

2. α. Πριν σχολιάσουμε λίγο τα αιτήματα της προσευχής αυτής θα πούμε δυο λόγια εισαγωγικά. Γιατί λέγεται «Κυριακή προσευχή», γιατί έχει τόση σπουδαιότητα, ποιος μπορεί να την απαγγέλλει, πού και πότε μπορούμε να τη λέμε, πώς κυρίως να τη λέμε.

- «Κυριακή» λέγεται όχι βεβαίως γιατί απαγγέλλεται ημέρα Κυριακή, αλλά γιατί τη δίδαξε ο ίδιος ο Κύριος. Εκείνος είπε στους μαθητές Του, όταν Τον παρακάλεσαν κάποια στιγμή να τους μάθει να προσεύχονται – «δίδαξον ημάς προσεύχεσθαι» - πώς πρέπει να απευθύνονται στον Ουράνιο Πατέρα. «Ούτως υμάς προσεύχεσθαι», έτσι να προσεύχεσθε. Γι’ αυτό είπαμε ότι θεωρήθηκε η προσευχή ως η βάση όλων των προσευχών, τόσο που αν δούμε κάθε εκκλησιαστική προσευχή θα διαπιστώσουμε ότι τελικώς η αναφορά της είναι ακριβώς η Κυριακή αυτή προσευχή. Και πρέπει να σημειώσουμε ότι γενικώς η προσευχή αν δεν είναι διδακτή Θεού, δηλαδή αν δεν την έχει διδάξει ο Θεός, δεν μπορεί να θεωρηθεί αληθινή προσευχή. Εκπίπτει στη «βαττολογία» που χαρακτήρισε ο Ίδιος, δηλαδή σε λόγια άνευ ουσίας και σημασίας που κρούουν απλώς τον αέρα. Κι αυτό σημαίνει ότι δεν έχει σημασία απλώς κανείς να προσεύχεται, αλλά να προσεύχεται σωστά. Διότι και ο Φαρισαίος της γνωστής παραβολής προσευχήθηκε, αλλά όχι μόνον δεν δικαιώθηκε, αλλά και κατακρίθηκε. Προσευχήθηκε και έγινε χειρότερος – αύξησε τις αμαρτίες του.

Οπότε καταλαβαίνουμε αυτό που λέει η Αγία Γραφή: «Ο Θεός δίνει προσευχή στον προσευχόμενο», όπως και του Αποστόλου Παύλου: «το γαρ τι προσευξόμεθα καθό δει ουκ οίδαμεν, αλλ’ αυτό το Πνεύμα υπερεντυγχάνει υπέρ ημών στεναγμοίς αλαλήτοις» (Ρωμ. 8) (Εμείς δεν ξέρουμε ούτε τι ούτε πώς να προσευχηθούμε. Το Πνεύμα όμως μεσιτεύει το ίδιο στον Θεό για μας με στεναγμούς που δεν μπορούν να εκφραστούν με λέξεις). Και αλλού: «Αλλ’ ελάβετε Πνεύμα υιοθεσίας, εν ω κράζομεν αββά ο Πατήρ» (Λάβατε Πνεύμα που μας δίνει το θάρρος σαν παιδιά του Θεού να Του λέμε: Αββά, Πατέρα μου!) Κι αυτό σημαίνει ότι ο Ιησούς Χριστός ως ο ενανθρωπήσας Θεός είναι ο Μόνος που μπορεί να διδάξει την προσευχή: Ως άσαρκος πριν τον ερχομό Του στον κόσμο διά του Πνεύματός Του που καθοδηγεί τους προφήτες, ως σαρκωμένος ο Ίδιος που μυεί τους μαθητές Του, ως αποστολέας έπειτα του Αγίου Πνεύματος μετά την Πεντηκοστή, την περίοδο της Εκκλησίας, που φωτίζει κάθε πιστό μέλος Του. Ο (Τριαδιακός) Θεός δηλαδή καθοδηγεί τους πιστούς στο πώς πρέπει να τοποθετούνται απέναντί Του.

- Από την άποψη αυτή το «Πάτερ ημών» δεν μπορεί να το πει ο οιοσδήποτε παρά μόνον ο πιστός στον Χριστό, δηλαδή το βαπτισμένο και χρισμένο μέλος της Εκκλησίας που έγινε διά του Χριστού παιδί του Θεού – μόλις προηγουμένως είπαμε ότι «ελάβομεν πνεύμα υιοθεσίας», ό,τι δηλαδή ο άγιος Ιωάννης ο θεολόγος έχει επισημάνει: «όσοι έλαβον Αυτόν έδωκεν αυτοίς εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι». Διότι ακριβώς απαιτείται η ξεχωριστή ενέργεια του Θεού που θα ανοίξει τα πνευματικά μάτια του ανθρώπου για να σταθεί απέναντι στον αληθινό Θεό ως πράγματι παιδί Του. Κι απόδειξη: ας κοιτάξουμε τι λένε για τον Θεό οι εκτός της χριστιανικής πίστεως άνθρωποι. Δεν μπορούν να αποδεχτούν τον Θεό ως Πατέρα. Εκλαμβάνουν την εικόνα αυτήν ως βλασφημία απέναντι στην παντοδυναμία Του, όπως για παράδειγμα οι Μουσουλμάνοι.

- Πού και πότε μπορούμε να λέμε την προσευχή αυτή, άρα και κάθε προσευχή; Παντού και πάντοτε, (διότι με τον Χριστό ως μέλη Του είμαστε αδιάκοπα ενωμένοι με τον  Θεό), ιδίως όμως εκεί που είναι συναγμένο το σώμα του Χριστού, οπότε και συνειδητοποιούμε στο έπακρο τη χαρισματική αυτήν πραγματικότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι κατεξοχήν καλούμαστε να πούμε την προσευχή αυτήν στη Θεία Λειτουργία και μάλιστα προς το τέλος της, όταν παρευρίσκονται μόνον οι βαπτισμένοι χριστιανοί που ετοιμάζονται μάλιστα να κοινωνήσουν των αχράντων μυστηρίων. «Και καταξίωσον ημάς, Δέσποτα...».

- Και πώς; «…μετά παρρησίας, ακατακρίτως, τολμάν επικαλείσθαι Σε τον επουράνιον Θεόν, Πατέρα και λέγειν: Πάτερ ημών…». Ο Χριστός μάς καθιστά ως μέλη Του αξίους να απευθυνόμαστε στον Θεό ως Πατέρα. Χωρίς Εκείνον είμαστε υπό την οργήν του Θεού ως ζώντες βλάσφημα. Γι’ αυτό και δι’ Αυτού αποκτούμε παρρησία, θάρρος δηλαδή. Ακατάκριτα: Να είμαστε συντονισμένοι μαζί Του μέσω της τηρήσεως των αγίων εντολών Του – να «συγγενεύουμε» λίγο μ’ Εκείνον (όσιος Παΐσιος). «Άνδρα αιμάτων και δόλιον βδελύσσεται Κύριος», «ακάθαρτος παρά Κυρίω πας παράνομος». «Πας ο παραβαίνων και μη μένων εν τη διδαχή του Κυρίου Θεόν ουκ έχει».

2. β. Επτά τα αιτήματα της Κυριακής προσευχής. Όχι τυχαία. Από την Π. Διαθήκη, αλλά και ευρύτερα, ο αριθμός επτά εθεωρείτο ως ο αριθμός της πληρότητας κι αυτό ακολουθεί και ο Κύριος.

«Πάτερ ημών»: Ο Θεός που μας αποκαλύπτει ο Χριστός – «Εκείνος εξηγήσατο» - δεν είναι το φόβητρο και ο τιμωρός, αλλά ο Πατέρας, διότι «εξ Αυτού και δι’ Αυτού και εις Αυτόν τα πάντα έκτισται», «Αυτός διδούς πάσι ζωήν και πνοήν και τα πάντα», «ο Ων». Κυρίως δε διότι «ο Θεός αγάπη εστί». Εκείνος λοιπόν είναι ο Πατέρας και εμείς τα παιδιά Του, όπως επίσης και οι άλλοι είναι τα αδέλφια μας. Δεν υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στους ανθρώπους: «ουκ έστιν δούλος ή ελεύθερος, άρσεν και θήλυ, Έλλην ή βάρβαρος. Πάντες εις εστέ εν Χριστώ Ιησού». Ο Θεός λοιπόν είναι ο κεντρικός άξονας της ζωής μας. Χωρίς Αυτόν ζωή δεν υφίσταται, γι’ αυτό και η σχέση μας είναι συνεχής. Άνθρωπος που θα ξεχαστεί πάνω στην πραγματικότητα αυτήν, αλλοιώνει τη ζωή του και οδηγείται σε ανισορροπία και σε «κόλαση» («νεκρός και χαμένος», κατά την παραβολή του ασώτου). Περαιτέρω αποτέλεσμα: διαγράφοντας τον Θεό διαγράφει και τον συνάνθρωπό του (με την έννοια της εχθρικής απέναντί του στάσεως: homo homini lupus), τη δε φύση ως λοιπή δημιουργία αδυνατεί να την δει μέσα στο φως του Θεού και την καταστρέφει χωρίς κανένα σεβασμό.

Και να ξανατονίσουμε ότι την αλήθεια αυτήν τη ζει μόνον ο χριστιανός, διότι αυτός έχει ανεωγμένους τους νοερούς οφθαλμούς για να δει και να ζει την πραγματικότητα αυτήν. «Όσοι έλαβον Αυτόν έδωκεν αυτοίς την εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι». Μπορεί δηλαδή όλοι οι άνθρωποι να είναι παιδιά του Θεού, αλλά χωρίς Χριστό δεν βλέπεις το βάθος της αλήθειας. Γι’ αυτό και τον Θεό Τον ζούμε ως Αγάπη. Είναι ο Πατέρας μας, ο Οποίος στέκει απέναντί μας με άπειρο σεβασμό, θυσιαζόμενος για εμάς και προσφέροντάς μας τα πάντα. «Ούτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον Υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν, ίνα πας ο πιστεύων εις Αυτόν μη απόληται αλλ’ έχη ζωήν αιώνιον». Και: «Ος γε (ο Θεός Πατέρας) του ιδίου Υιού ουκ εφείσατο και υπέρ ημών παρέδωκεν Αυτόν, πώς ουχί και συν Αυτώ τα πάντα ημίν χαρίσεται;» Ως Πατέρας μας λοιπόν που μας αγαπά δεν «μπορεί» να ζει χωρίς εμάς, αλλ’ ευρίσκεται αδιάκοπα σε προνοητική στάση απέναντί μας σε τέτοιο βαθμό που τίποτε απολύτως δεν έχουμε έξω από Εκείνον. «Και οι τρίχες της κεφαλής μας είναι αριθμημένες από Αυτόν». «Ει δε τον χόρτον του αγρού σήμερον όντα και αύριον εις κλίβανον βαλλόμενον ο Θεός ούτως αμφιέννυσιν, πόσω μάλλον υμάς, ολιγόπιστοι;» Ο απόστολος Παύλος θα εκφράσει την αλήθεια αυτή μ’ έναν μοναδικό τρόπο: «Ο δε νυν ζω εν σαρκί, εν πίστει ζω τη του Υιού του Θεού, του αγαπήσαντός με και παραδόντος εαυτόν υπέρ εμού». Κι αλλού, για να δείξει την ουσιαστική σχέση που έχουμε με τον Χριστό λόγω της δωρεάς της αγάπης Του σημειώνει: «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε» - Ντυμένοι τον Χριστό, άρα περικλείοντας τους πάντες και τα πάντα, σαν την Παναγία που «βαστάζει τον βαστάζοντα πάντα» και γι’ αυτό «Πλατυτέρα». Κι αυτή η σχέση μας με τον Χριστό εξηγεί τη σχέση μας με τον Θεό που είναι σχέση τέκνου προς Πατέρα. Ο Χριστός ο μονογενής φύσει Υιός του Θεού, εμείς χάριτι υιοί Θεού λόγω της ενσωματώσεώς μας σ’ Εκείνον διά του αγίου βαπτίσματος. «Πρωτότοκος εν πολλοίς αδελφοίς».

 - «ο εν τοις ουρανοίς». Όχι με τοπική έννοια, αλλά με πνευματική: ο απόλυτα καθαρός, μακριά από κάθε αμαρτία. Διότι «πάντα απέχει του Θεού, ου τόπω αλλά φύσει» (άγιος Μάξιμος).

- «αγιασθήτω το όνομά Σου». Θα το εξηγήσουμε αντίστροφα: πότε βλασφημούμε τον Θεό; Όταν λέμε λόγια εναντίον Του, κυρίως όμως όταν ζούμε με τρόπο μη αποδεκτό από Αυτόν, δηλαδή αμαρτωλά. «Δι’ υμάς βλασφημείται το όνομά μου εν τοις έθνεσι». Λοιπόν: αγιάζεται το όνομα του Θεού από τους πιστούς, όταν αφενός ονοματίζουν και επικαλούνται Αυτόν με απόλυτο σεβασμό και αγάπη, (διότι «ου λήψει το όνομα Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω»), αφετέρου όταν ζουν με τρόπο που χαίρεται ο Κύριος. Και χαίρεται όταν μας βλέπει να ζούμε με μετάνοια – «χαρά γίνεται εν ουρανώ επί ενί αμαρτωλώ μετανοοούντι» - κύριο γνώρισμα της οποίας είναι η ταπείνωση. (Θυμόμαστε τον νεωστί διακηρυχθέντα άγιο Τύχωνα, πνευματικό του οσίου Παϊσίου, που έλεγε: Ο Θεός κάθε ημέρα ευλογεί τον κόσμο, μα όταν δει άνθρωπο ταπεινό, τον ευλογεί και με τα δυο Του χέρια). Ο αγώνας για μετάνοια ως διαρκής εν ταπεινώσει επιστροφή στον Θεό μάς καθιστά αγίους, δηλαδή «τόπους» φανέρωσής Του στον κόσμο. Αυτό δεν συμβαίνει αέναα και στους Ουρανούς με τους αγίους Αγγέλους; Το όραμα του προφήτη Ησαΐα, με τους αγγέλους ψάλλοντας τον τρισάγιο ύμνο, αποτελεί καίριο υπομνηματισμό του αιτήματος αυτού!

- «ελθέτω η βασιλεία Σου». Η βασιλεία του Θεού είναι ο ίδιος ο Κύριος, ο Οποίος την εισήγαγε στον κόσμο με τον ερχομό Του. «Μετανοείτε, ήγγικεν γαρ η βασιλεία των Ουρανών». Οπότε, Τον παρακαλούμε να μας καταστήσει αξίους να Τον ζούμε στην ύπαρξή μας, ψυχή τε και σώματι, κατά μόνας και εν κοινότητι. Η Εκκλησία ως σώμα Χριστού, άρα ως Εκείνος παρατεινόμενος εις τους αιώνας είναι η επί γης βασιλεία Του. Και πρόκειται εννοείται για πνευματική πραγματικότητα, διότι κατά τον λόγο του Ίδιου «η βασιλεία του Θεού ουκ έρχεται μετά παρατηρήσεως. Ουκ έστιν ώδε ή ώδε. Ιδού η βασιλεία του Θεού εντός υμών εστι». Ο κάθε χριστιανός δηλαδή είναι και μία φανέρωση της βασιλείας του Θεού, ένας άλλος Χριστός «εν ετέρα μορφή». «Χριστιανός εστι μίμημα Χριστού» (όσιος Ιωάννης της Κλίμακος).

Μόνον που απαιτείται στον κόσμο τούτο, έστω και βαπτισμένοι, δηλαδή με τις δυνάμεις του Χριστού, να αγωνιζόμαστε προς επιβεβαίωση της αλήθειας αυτής, διότι ακόμη λειτουργούν τα πάθη και το αμαρτωλό φρόνημά μας, ακόμη μας επηρεάζει ο πεσμένος στην αμαρτία κόσμος, ακόμη «ο διάβολος ως λέων ωρυόμενος περιπατεί ζητών τίνα καταπίη». Γι’ αυτό και ο Κύριος είπε ότι είναι δύσκολος και στενός ο δρόμος της βασιλείας του Θεού, γι’ αυτό επίσης απεκάλυψε ότι «η βασιλεία του Θεού βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν». Ο άγιος είναι ο «βιαστής», με την έννοια ακριβώς ότι ασκεί βία πάνω στον εαυτό του, προκειμένου τις αμαρτωλές ροπές και τάσεις του να τις μεταστρέφει σε ένθεες ροπές και επιθυμίες. Κι αυτός ο αγώνας συνιστά και το περιεχόμενο της πνευματικής ζωής. Γιατί η Εκκλησία μας χαρακτηρίζει την πνευματική ζωή ως ζωή που χαρακτηρίζεται ως «στάδιον αρετών», τον δε χριστιανό ως «αθλητή»; «Οι βουλόμενοι αθλήσαι» ακούσαμε ήδη απαρχής της Σαρακοστής. Κι ο αγώνας αυτός απαιτεί την κάθαρση της καρδιάς από ό,τι βρόμικο και εμπαθές, αφού κατά τον Κύριο «εκ της καρδίας εξέρχονται διαλογισμοί πονηροί, βλασφημίαι, ακαθαρσίαι, φόνοι, μοιχείαι» και ό,τι άλλο ακατανόμαστο. Ο Ίδιος μάλιστα το ανέφερε ξεκάθαρα: «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται». Θες να δεις τον Θεό, δηλαδή να Τον ζήσεις στην ύπαρξή σου, όπως για τον σκοπό αυτόν είσαι κλημένος; Καθάρισε την καρδιά σου. Και πώς καθαρίζεται η καρδιά; Με την τήρηση των αγίων εντολών του Θεού.

- «Γενηθήτω το θέλημά Σου ως εν ουρανώ και επί της γης». Όλος ο αγώνας ο πνευματικός είναι πώς να φύγουμε από το δικό μας αμαρτωλό θέλημα, τον εγωισμό μας, και να βρισκόμαστε στο θέλημα του Θεού, δηλαδή την εν πίστει αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Κι αυτό συνιστά την προτεραιότητα του χριστιανού, κυριολεκτικά το «φαγητό» του! Και μη μας παρεξενεύει τούτο, γιατί ο ίδιος ο Κύριος μας το απεκάλυψε. Στην προτροπή των μαθητών Του κάποια στιγμή να γευτεί φαγητό, απάντησε: «Εμόν βρώμα εστίν ίνα ποιώ το θέλημα του πέμψαντός με Πατρός». Κάνει το θέλημα του Θεού και αυτό Τον τρέφει και σωματικά. Μα το ίδιο απεκάλυψε και για εμάς τους ανθρώπους: «Εργάζεσθε μη την βρώσιν την απολλυμένην αλλά την βρώσιν την μένουσαν εις ζωήν αιώνιον». Και στην ερώτηση των Ιουδαίων «τι ποιώμεν ίνα εργαζώμεθα τα έργα του Θεού;» ξεκαθάρισε: «Τούτο εστί το έργον του Θεού, ίνα πιστεύσητε εις Ον απέστειλεν Εκείνος». Στρέφεσαι δηλαδή στον Χριστό τηρώντας το άγιο θέλημά Του; Εκείνην την ώρα η χάρη Του εγκαθίσταται στην ύπαρξή σου και σε τρέφει και ψυχικά και σωματικά. «Ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος, αλλ’ επί παντί ρήματι εκπορευομένω διά στόματος Θεού».

Η επιλογή του θελήματος του Θεού στη ζωή μας δεν γίνεται «αλά καρτ» που λέμε, περιοδικά και με διαλείμματα. Διότι «ο μη ων μετ’ εμού κατ’ εμού εστι» είπε ο Κύριος. Ο χριστιανός βρίσκεται αδιάκοπα στην πορεία αυτή, όπως το ζήτησε άλλωστε ο ίδιος ο Χριστός: «όστις θέλει οπίσω μου ελθείν απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι». Ακολουθούμε τον Χριστό σημαίνει σταυρώνουμε διαρκώς την αμαρτία και τον εγωισμό μας, με αποτέλεσμα να χριστοποιούμαστε και να θεοποιούμαστε. Εκείνος το υποσχέθηκε: «τηρήστε τις εντολές μου και θα σας φανερωθώ μέσα σας. Θα έλθω εν Πνεύματι με τον Πατέρα και θα σας κάνω μοναστήρι μας». Είναι μία αλήθεια που ξεχνάμε και γι’ αυτό μόνοι μας δυσκολεύουμε την πνευματική και όχι μόνο ζωή μας. Δηλαδή την ώρα που με δυσκολία ίσως αφήνουμε την αμαρτία μας, εκείνη την ώρα ενεργοποιείται η χάρη του αγίου βαπτίσματός μας και γινόμαστε Χριστός επί γης. «Ο τηρών τας εντολάς του Θεού, εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν Αυτώ».

Κι αυτή η πραγματικότητα δίνει την απάντηση και στην όποια ένσταση των ανθρώπων εκτός της Εκκλησίας ή και των αθέων και αγνωστικιστών: «Πού είναι ο Θεός; Γιατί δεν φανερώνεται;» Μα Εκείνος το εξήγησε και έκτοτε αυτό επιβεβαιώνεται από κάθε άγιο της Εκκλησίας: την ώρα που θα κινητοποιήσω τον εαυτό μου προς τήρηση των εντολών του Θεού, τότε μου φανερώνεται. Δηλαδή δεν μπορούμε να παίζουμε με τον Θεό, αντιμετωπίζοντάς Τον ως το «τζίνι»(!) που θα το χρησιμοποιούμε για την περιέργεια ή τις ανάγκες μας. (Ό,τι έκανε και ο βασιλιάς Ηρώδης που έφερε τον Χριστό ενώπιόν του για να του «κάνει» ο Χριστός κάποιες θαυματουργίες! – Πρβλ. Λουκ. 23, 6-12).

Κι από την άλλη, η πραγματικότητα αυτή δίνει τη λύση και σε όποια ψυχολογικά προβλήματα αναπτύσσονται στη ζωή μας. Διότι ο Χριστός βλέπουμε δεν μας αφήνει να «ανακυκλώνουμε» τους λογισμούς μας και τις ανοησίες και τις ακαθαρσίες της ζωής μας, γεγονός που μας ταλαιπωρεί και ψυχολογικά αλλά και σωματικά. Μας παίρνει με τη χάρη Του, όταν δει ότι θέλουμε να συνεργαστούμε μαζί Του, και μας απεμπλέκει από ό,τι αρνητικό παρουσιάζουμε. Πάντοτε κοιτώντας μπροστά με τρόπο αποφασιστικό, κατά την εντολή «γίνου πιστός άχρι θανάτου». «Τοις έμπροσθεν επεκτεινόμενοι, των δε όπισθεν επιλανθανόμενοι» (απόστολος Παύλος).

Και τι μας λέει η προσευχή; Να γίνεται το θέλημα του Θεού όπως στον ουρανό. Δηλαδή ό,τι κάνουν οι άγιοι άγγελοι. Οι άγιοι άγγελοι το μόνο που κάνουν είναι να δοξολογούν τον Θεό και να βρίσκονται σε απόλυτη ετοιμότητα υπακοής στο θέλημα Εκείνου. Έλεγε ένας σύγχρονος άγιος: «Όλες οι χιλιάδες άγγελοι στον Ουρανό ένα μόνο θέλημα έχουν, το θέλημα του Θεού. Και όλοι οι άνθρωποι στη γη έχουν ο καθένας το δικό του θέλημα». Μα το θέλημα του Θεού είναι η ευεργεσία και η χαρά, ενώ το θέλημα του ανθρώπου είναι η καταδίκη του. Το είδαμε και με τον πρώτον άγγελο, τον εωσφόρο. Όσο υπήκουε στον Θεό, χαιρόταν κυριολεκτικά θεϊκά. Ευθύς ως στράφηκε στο δικό του, κάτι που συνιστά μυστήριο, ξέπεσε και έγινε το δυστυχέστερο όλων των όντων. Το ίδιο συμβαίνει και εμάς.

«Τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον»: Πρόκειται πρώτιστα για τον άρτον τον εκ του Ουρανού καταβάντα, τον Ιησού Χριστό, δηλαδή το σώμα και το αίμα Του που μας τρέφει στη Θεία Ευχαριστία. Οι πρώτοι χριστιανοί έτσι το κατανοούσαν και γι’ αυτό κοινωνούσαν καθημερινά – κάτι που αποτελεί όραμα και για εμάς, εφόσον ζούμε αγία ζωή σαν τους πρώτους χριστιανούς. Μα, επίσης, μας δίνει και την επίγεια όραση: να αγωνιζόμαστε για την καθημερινότητά μας χωρίς να προσβλέπουμε «αιώνια» σ’ αυτήν. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Κύριος μας προσγειώνει λέγοντάς μας «μη μεριμνήσητε εις την αύριον, η γαρ αύριον μεριμνήσει τα εαυτής. Αρκετόν τη ημέρα η κακία αυτής». Δηλαδή, βεβαίως απαιτείται ως άνθρωποι να προγραμματίζουμε, όχι όμως να χάνουμε τις προτεραιότητές μας. Κι αυτές είναι η βασιλεία του Θεού, δηλαδή η ζωντανή σχέση μας καθημερινά με Εκείνον. Το «σήμερον» πρέπει πάντα να μας προβληματίζει. «Σήμερον», αυτήν την ημέρα, αυτήν τη στιγμή να βρίσκομαι στο σημείο που πρέπει, δηλαδή στο άγιο θέλημα του Θεού. Και τότε καλύπτονται και όλα τα επίγεια. Το σημειώνει ο Κύριος: «ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοισύνην Αυτού και πάντα ταύτα (τα επίγεια) προστεθήσεται υμίν». Μας θυμίζει ό,τι συνέβη με τους Ισραηλίτες μετά την έξοδό τους από τη δουλεία της Αιγύπτου: δεν είχαν να φάνε και γόγγυζαν. Και προσευχήθηκε ο Μωυσής και ο Κύριος τους έδωσε το «μάννα» και «ορτύκια». Δεν έπρεπε όμως να τα μαζεύουν για τις επόμενες ημέρες, πέραν της συγκεκριμένης που τους τα έστελνε. Όσοι τα μάζευαν έβλεπαν ότι «σαπίζουν».

  Κι αυτό συνέβη για να τους δείχνει αδιάκοπα ο Κύριος ότι βρίσκεται μαζί τους και να εμπιστεύονται την πρόνοιά Του. (Και θυμόμαστε κι ένα περιστατικό έτσι από το Γεροντικό, κατά το οποίο ευρισκόμενοι ο Γέροντας και ο υποτακτικός στη Νεκρά Θάλασσα και μη έχοντας νερό να πιουν, παρεκάλεσε ο Γέροντας και ένα σημείο της Θάλασσας έγινε πόσιμο. Κι όταν ο νεαρός υποτακτικός πήγε να γεμίσει το ασκί του και για τις επόμενες ώρες, άκουσε τον Γέροντα να του το απαγορεύει λέγοντας: «Ο Θεός παιδί μου που μας έδωσε τώρα το νερό, ο Ίδιος θα μας δώσει και αργότερα».

- «Και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών». Εδώ βρισκόμαστε στη συγκεφαλαίωση όλης της πνευματικής ζωής: τη στάση έναντι του συνανθρώπου μας. «Από τον πλησίον εξαρτάται η ζωή και ο θάνατος» (Γεροντικό). Πρόκειται για την επιβεβαίωση ότι ο άνθρωπος όντως ανήκει στον Θεό που είναι Αγάπη. Γιατί η αγάπη εκφράζεται ως συγγνώμη και ως ανεξικακία. Χωρίς ανεξικακία ό,τι και να κάνουμε είναι ανούσιο και άχρηστο. Η συγγνώμη φανερώνει την ποιότητα του περιεχομένου της καρδιάς μας. «Μα, με έβλαψε και με αδίκησε» ακούγεται η ένσταση. «Αγαπάτε τους εχθρούς υμών, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς, ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς, προσεύχεσθε υπέρ των επηρεαζόντων και διωκόντων υμάς» ακούγεται η απάντηση του Κυρίου. Διότι το ζητούμενο δεν είναι να ικανοποιήσουμε τον τραυματισμένο και πληγωμένο εγωισμό μας, αλλά να τον θεραπεύσουμε και να παρηγορήσουμε τη βαθιά ύπαρξή μας. Και αυτό γίνεται μόνο με την τήρηση του θελήματος του Θεού, όπως το αναφέραμε και παραπάνω. «Τηρήστε τις εντολές μου και εγώ θα σας φανερωθώ και θα σας κάνω κατοικία μου». Η εκδικητικότητα και η ανταπόδοση λειτουργεί πάντοτε αρνητικά για εμάς: βαθαίνει το τραύμα μας και αυξάνει την αρρώστια του εγωισμού μας. Γι’ αυτό και ποτέ δεν αισθάνεται κανείς εντάξει όταν κινηθεί με τον αρνητικό τρόπο. Αντιθέτως: την ώρα που θα θελήσει κανείς να ξεπεράσει με τη δύναμη του Θεού την όποια αδικία και προσβολή του, εκείνην την ώρα ο γλυκασμός της χάρης του Θεού γεμίζει την καρδιά και την κάνει να χαίρεται και να «πετάει» κυριολεκτικά. Κι ίσως γι’ αυτόν τον λόγο να επιτρέπει ο Θεός και τους όποιους πειρασμούς στη ζωή μας. Για να μας δώσει την ευκαιρία και την αφορμή για να προχωρήσουμε πνευματικά, να ανέβουμε λίγο επίπεδο.

- «Και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν, αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού». Κι έρχεται ακριβώς το θέμα των πειρασμών. «Έπαρον τους πειρασμούς και ουδείς ο σωζόμενος» λέει το πατερικό λόγιο. Χωρίς τους πειρασμούς, τις δοκιμασίες, τις δυσκολίες, τις αρρώστιες, τους πόνους, ο άνθρωπος δεν προκόβει. Ο άγιος Ιάκωβος σημειώνει επ’ αυτού: «Πάσαν χαράν ηγήσασθε, αδελφοί μου, όταν πειρασμοίς περιπέσητε ποικίλοις, ειδότες ότι το δικίμιον υμών της πίστεως κατεργάζεται υπομονήν, η δε υπομονή έργον τέλειον εχέτω, ίνα ήτε τέλειοι εν μηδενί λειπόμενοι». Το ίδιο λέει και ο απόστολος Παύλος μιλώντας για τις θλίψεις: «η θλίψις υπομονήν κατεργάζεται, η δε υπομονή δοκιμήν, η δε δοκιμή ελπίδα, η δε ελπίς ου καταισχύνει, ότι η αγάπη του Θεού εκκέχυται εν ταις καρδίαις ημών διά Πνεύματος αγίου του δοθέντος ημίν» (Ρωμ. 5, 3-5).

Πώς λοιπόν ο Κύριος μας καλεί να προσευχόμαστε προς απαλλαγή των πειρασμών, αφού τόσο καλό πνευματικά μας προσφέρει; Δεν πρόκειται γι’ αυτούς τους πειρασμούς, τους εξωτερικούς λεγόμενους, αλλά τους εσωτερικούς, που μπορούν να μας οδηγήσουν σε απιστία και απώλεια του Θεού από τη ζωή μας. Σε πειρασμούς ψυχικούς που υποκρύπτουν το υπερήφανο φρόνημά μας και μας οδηγούν σε ψυχικό πνιγμό και σε μία αίσθηση κόλασης ήδη από τη ζωή αυτή. Αυτούς τους πειρασμούς, που προέρχονται από το εωσφορικό αυτό φρόνημα, ναι, πρέπει να παρακαλούμε τον Κύριο να μην τους επιτρέψει στη ζωή μας, που σημαίνει ότι χρειάζεται να αγωνιζόμαστε να είμαστε προσγειωμένοι στη ζωή μας με ταπεινό φρόνημα.

Ας ακούσουμε τον όσιο Ισαάκ τον Σύρο επ’ αυτού σ’ ένα συγκλονιστικό απόσπασμα λόγου του: «Μη φοβάσαι τους πειρασμούς, γιατί μέσ’ απ’ αυτούς βρίσκεις ό,τι αξίζει. Να προσεύχεσαι να μην εισέλθεις στους ψυχικούς πειρασμούς, για τους σωματικούς όμως να προετοιμάζεσαι μ’ όλη τη δύναμή σου, διότι χωρίς αυτούς δεν μπορείς να πλησιάσεις τον Θεό, καθώς μέσα σ’ αυτούς βρίσκεται η θεία ανάπαυση. Όποιος αποφεύγει τους πειρασμούς αποφεύγει την αρετή... Για ποιους πειρασμούς (λοιπόν) μας διατάζεις, Κύριε, να προσευχηθούμε να μην εισέλθουμε;

Προσευχήσου να μην εισέλθεις στους πειρασμούς σχετικά με την πίστη.

Προσευχήσου να μην εισέλθεις στους πειρασμούς της διανοητικής έπαρσης μαζί με τον δαίμονα της βλασφημίας και της υπερηφάνειας.

Προσευχήσου να μην επιτραπεί να εισέλθεις σε φανερό πειρασμό του διαβόλου λόγω των κακών σκέψεων, που έφερες στον νου σου, εξαιτίας των οποίων κι επιτράπηκε να σου συμβεί αυτό.

Προσευχήσου να μη φύγει από κοντά σου ο άγγελος της σωφροσύνης σου, για να μην πολεμηθείς με τον πυρωμένο πόλεμο της αμαρτίας και χωριστείς απ’ αυτόν.

Προσευχήσου να μην εισέλθεις σε πειρασμό ερεθισμού εναντίον κάποιου άλλου.

Προσευχήσου να μην εισέλθεις σε πειρασμό διψυχίας και δισταγμού, από τα οποία αναγκάζεται η ψυχή να μπει σε μεγάλο αγώνα…

Επίσης, να προσεύχεσαι να μην εισέλθεις στον φοβερό πειρασμό του διαβόλου λόγω της αλαζονείας σου, αλλά επειδή αγαπάς τον Θεό, για να σε βοηθήσει η δύναμη του Θεού και να νικήσει μαζί σου τους εχθρούς του.

Προσευχήσου να μην εισέλθεις σ’ αυτούς τους πειρασμούς λόγω της κακίας των λογισμών και των πράξεών σου, αλλά για να δοκιμαστεί η αγάπη σου προς τον Θεό και για να δοξαστεί η δύναμή του με την υπομονή σου» (Λόγος Γ΄, Περί των αισθήσεων).

 Όλους τους σωματικούς λοιπόν λεγόμενους πειρασμούς καλούμαστε να τους δούμε με «θετικό» βλέμμα, έστω κι αν μας ταλαιπωρούν και μας κάνουν να οδυνόμαστε. Άλλωστε στους πειρασμούς αυτούς που επιτρέπει ο Κύριος για μείζονα αγιασμό μας, έχουμε τον ίδιο, την Παναγία, τους αγίους συμπαραστάτες μας – ακούσαμε τον όσιο προηγουμένως. «Εν ω γαρ πέπονθεν αυτός πειρασθείς, δύναται και τοις πειραζομένοις βοηθήσαι» (απ. Παύλος). Ο Κύριος σε αντίστοιχους πειρασμούς μεγάλους που πήγε να αντιμετωπίσει ο απόστολος Πέτρος επενέβη και τους απέτρεψε. «Ο διάβολος θέλησε να σε ξετινάξει» είπε στον μαθητή Του, «αλλά εγώ παρακάλεσα τον Πατέρα να μη λείψει η πίστη σου». Και βεβαίως να μη ξεχνάμε, ακριβώς για τον λόγο αυτόν, ότι ο διάβολος απέναντί μας δεν είναι ανεξέλεγκτος – θα μας είχε «καθαρίσει» όλους διαφορετικά, ως «ανθρωποκτόνος». Η κάθε προσβολή του περνάει από την «έγκριση» του Κυρίου, οπότε κάθε τι που υφιστάμεθα είναι για το καλό μας, διότι συνιστά μία παιδαγωγία του για μείζονα όπως είπαμε αγιασμό μας.   

3. Ο άγιος Σωφρόνιος, όπως αποκαλύπτει στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του «Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστι», λέει πως στην έρημο του Αγίου Όρους ευρισκόμενος μετά την κοίμηση του Γέροντός του αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου, ξεκινούσε το «Πάτερ ημών» το εσπέρας και το τελείωνε τα... ξημερώματα της επόμενης ημέρας. Το ένα «Πάτερ ημών». Πρόκειται για συγκλονιστική φανέρωση της εμπειρίας ενός αγίου, πάνω στην οποία καλούμαστε να μετράμε κι εμείς τον εαυτό μας, όταν προσευχόμαστε. Ας φανταστούμε την εικόνα: Με σηκωμένα τα χέρια να απαγγέλλει την Κυριακή προσευχή, λέξη λέξη, με τέτοια ένταση και προσοχή, με τέτοιο βιωματικό τρόπο, ώστε η κάθε λέξη να «περνάει» από κάθε ίνα και κύτταρο της ψυχής και του σώματός του. Δεν κινείτο η γλώσσα του – γλώσσα του γινόταν όλη η ψυχοσωματική του ύπαρξη, όπως ίσως το εκφράζει ο μέγας προφητάναξ Δαυίδ στον 102 ψαλμό του: «Ευλόγει η ψυχή μου τον Κύριον, και πάντα τα εντός μου το όνομα το άγιον αυτού». 

Και λίγο μας βοηθάει να καταλάβουμε τη χαρισματική και υπερφυή αυτήν πραγματικότητα η ακολουθία της θείας μεταλήψεως, στο τμήμα της ευχαριστίας, όταν έχουμε ήδη κοινωνήσει των αχράντων μυστηρίων. Μία προσευχή, του αγίου Συμεών του Μεταφραστού, με έμμετρο τρόπο γραμμένη ώστε να την αποστηθίσουμε πιο εύκολα, λέει μεταξύ άλλων: «Ο δους τροφήν μοι σάρκα σην εκουσίως, ο πυρ υπάρχων  και φλέγων αναξίους, μη δη καταφλέξης με, μη Πλαστουργέ μου˙ μάλλον δίελθε προς μελών μου συνθέσεις, εις πάντα αρμούς, εις νεφρούς, εις καρδίαν˙ φλέξον δ’ ακάνθας των όλων μου πταισμάτων. Ψυχήν κάθαρον, αγίασον τας φρένας, τας ιγνύας στήριξον οστέοις άμα˙ αισθήσεων φώτισον απλήν πεντάδα…». Και σε πολύ ωραία απόδοση στη νεοελλληνική:

«Εσύ που μου έδωσες με τη θέλησή Σου τη σάρκα Σου για τροφή μου,

Που 'σαι φωτιά και καις τους αναξίους,

μη με κατακάψεις, Πλαστουργέ μου,

αλλά πέρνα μέσα απ' τις ενώσεις των μελών μου,

στις κλειδώσεις, τα νεφρά και την καρδιά μου.

Κάψε τ' αγκάθια όλων μου των παραπτωμάτων.

Καθάρισέ μου την ψυχή, αγίασε τον νου μου,

στήριξε τα πόδια μου κι όλα τα κόκκαλά μου·

φώτισε και τις πέντε αισθήσεις μου,

καθήλωσέ με ολόκληρο στον φόβο Σου.

Πάντα σκέπαζέ με, προστάτευε και φύλασσέ με

από κάθε έργο και λόγο ψυχοφθόρο.

Κράτα με αγνό και καθαρό κι οδήγησέ με·

ομόρφυνε, συνέτιζε και φώτιζέ με.

Ανάδειξέ με κατοικητήριο του Αγίου Σου Πνεύματος μόνο

κι όχι κατοικητήριο της αμαρτίας·

ώστε ως δικό Σου κατοικητήριο, αφού την θεία Κοινωνία θα 'χω λάβει,

σαν τη φωτιά να με αποφεύγει κάθε κακούργος και κάθε πάθος».

ΣΠΟΥΔΑΣΩΜΕΝ ΚΑΘΑΡΘΗΝΑΙ!

ΔΕΥΤΕΡΑ Ε΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

«Ὁ ὡραιότατος καιρός ἐφέστηκεν, ἡ ἀξιέπαινος ἡμέρα ἔλαμψε τῆς ἐγκρατείας, ἀδελφοί, σπουδάσωμεν καθαρθῆναι˙ ὅπως ἐποφθείημεν, καθαροί τῷ Ποιήσαντι, και τῆς ὡραιότητος αὐτοῦ ἐπιτύχωμεν, πρεσβείαις τῆς αὐτόν κυησάσης μόνης ἁγνῆς Θεομήτορος» (κάθισμα όρθρου Τριωδίου).

(Έφτασε ο πιο ωραίος και κατάλληλος πνευματικά καιρός, έλαμψε η αξιέπαινη ημέρα της εγκράτειας, αδελφοί. Ας σπεύσουμε να καθαρισθούμε ψυχικά. Με σκοπό και ευχόμενοι να φανούμε καθαροί στον Δημιουργό μας, και να φθάσουμε να δούμε την ωραιότητά Του, με τις πρεσβείες της μόνης αγνής Θεομήτορος που τον εγέννησε ως άνθρωπο).

Σύντομο σχόλιο στον μακαρισμό του Κυρίου «μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται» ο ύμνος, μάς υπενθυμίζει ότι όλος ο σκοπός της πνευματικής ασκητικής διαγωγής του χριστιανού, και όχι μόνον βεβαίως του μοναχού και ασκητή, είναι πώς να κοινωνήσει τον Θεό του, πώς να γίνει δηλαδή μέτοχος της θεοποιού ενέργειας του Τριαδικού Θεού: να κατοικήσει ο Θεός μέσα του, κάτι που με άλλες λέξεις ονομάζεται όραση Αυτού ή επίτευξη της ωραιότητάς Του. Κι είναι ιδιαιτέρως σημαντική η λέξη «ὡραιότης» που χρησιμοποιεί ο άγιος υμνογράφος μιλώντας για τον Δημιουργό μας Χριστό, διότι σ’ Αυτόν μόνο βρίσκεται η πηγή της ωραιότητας, με την έννοια της απόλυτης αγνότητας και καθαρότητας, συνεπώς με την έννοια του πληρώματος όλων των αγαθών και όλων των χαρίτων. Ωραίος δηλαδή για τη χριστιανική πίστη δεν είναι ο άνθρωπος που έχει απλώς όμορφα χαρακτηριστικά προσώπου και σώματος – αυτά είναι με σύντομη ημερομηνία λήξεως και μπορούν να αλλοιωθούν ανά πάσα στιγμή – αλλά ο άνθρωπος που ποθεί να μοιάσει στον Δημιουργό του και κινείται ψυχή τε και σώματι προς τα εκεί που είναι το Φώς Του. Οι άγιοι είναι οι ωραίοι και ώριμοι της ζωής αυτής.

Ποιος ο δρόμος, κατά τον Κύριο και τον εκκλησιαστικό ποιητή, για να φθάσει κανείς στο υπερμέγιστο αυτό ύψος θεοκοινωνίας; Ο αγώνας για κάθαρση της καρδιάς από ό,τι αμαρτωλό και εμπαθές την βρομίζει. Δεν είναι δυνατόν ο απόλυτα καθαρός Θεός να βρει τόπο κατοικίας σε μία καρδιά που πονηρεύεται, δηλαδή δεν είναι στραμμένη εντελώς προς τον Θεό και λειτουργεί με κριτήριο τον εγωισμό της. Και τι πρέπει συγκεκριμένα να κάνει ο άνθρωπος; Να σπεύδει, («σπουδάσωμεν»), εκεί που είναι η αγάπη Εκείνου με αντίστοιχο τρόπο πόθου και αγάπης προς Αυτόν. Κι αυτό σημαίνει σπουδή τήρησης των αγίων εντολών του Χριστού, διότι, όπως διαρκώς αποκαλύπτει ο λόγος του Θεού, μέσα στις εντολές και το θέλημα του Κυρίου «κρύβεται» ο Ίδιος. Αγωνιζόμενος λοιπόν ο πιστός να τηρεί τις εντολές του Θεού: την ταπεινή αγάπη πρώτιστα, καθαρίζει την καρδιά του, γεγονός που το καταλαβαίνει από την αίσθηση της σάρκωσης του Θεού μέσα του, ή αλλιώς όπως είπαμε από το άνοιγμα των πνευματικών οφθαλμών του για να θεάται την ωραιότητα του Κυρίου του ως μέτοχος και αυτός της ίδιας ωραιότητας.

Ο άγιος υμνογράφος συμπληρώνει: η Σαρακοστή είναι ο πιο κατάλληλος καιρός για τον πνευματικό αυτόν αγώνα, γιατί προβάλλει την αρετή της εγκράτειας, η οποία καθώς περιορίζει τον αισθητό και υλικό ορίζοντα της ζωής μας μάς οδηγεί εύκολα στον ορίζοντα του Θεού. Κι ακόμη: στον αγώνα αυτόν έχουμε βοηθό την Υπέρμαχο Στρατηγό, την ίδια τη Θεομήτορα, η οποία δεν έχει μεγαλύτερη χαρά από το να βλέπει τα πιστά παιδιά της να ακολουθούν τον Υιό και Θεό της. Δύσκολος ο αγώνας, αλλά η υπέροπλος δύναμις ακατανίκητη.   

Κυριακή 22 Μαρτίου 2026

ΠΙΣΤΗ: ΤΟ ΦΤΕΡΟ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ

«Η πίστη είναι το φτερό της προσευχής… Η πίστη είναι η αδίστακτη στάση της ψυχής, που δεν κλονίζεται από καμία εναντιότητα. Πιστός είναι, όχι εκείνος που έχει τη γνώση ότι όλα είναι δυνατά στον Θεό, αλλά εκείνος που πιστεύει ότι θα τα επιτύχει όλα (όσα ζητεί από τον Θεό)» (Άγιος Ιωάννης Κλίμακος, λόγ. κζ΄ 33).

Γνωρίζουμε ως χριστιανοί την αξία της προσευχής, διότι είναι αυτή που μας ενώνει με τον Θεό και μας ανεβάζει στα ουράνια. Η προσευχή είναι η κατεξοχήν πνευματική θεία κοινωνία πέρα από τη μυστηριακή διάστασή της, τη συμμετοχή στο σώμα και στο αίμα του Κυρίου – οι άγιοι Πατέρες στηριγμένοι στον λόγο του Χριστού προβάλλουν πάντοτε και τις δύο μορφές της θείας κοινωνίας, που σημαίνει κοινωνούμε τον Χριστό και στη Θεία Λειτουργία και αδιάκοπα κάθε φορά που τηρούμε τις άγιες εντολές Του.  Χωρίς προσευχή δεν μπορεί να νοηθεί χριστιανός, όπως και γενικά κάθε άνθρωπος. Δεν είναι τυχαίο ότι όπου γης οι άνθρωποι και σε κάθε θρησκεία έχουν την προσευχή ως βασικό συστατικό της πίστης τους, γιατί εκφράζει τη δίψα τους γι’ αυτό που ο άνθρωπος έχασε λόγω της πτώσεως στην αμαρτία. Πολύ περισσότερο ισχύει τούτο για τον χριστιανό, που ως μέλος Χριστού και άρα οργανικά δεμένος μαζί Του βλέπει δι’ Αυτού και πάλι Θεού πρόσωπο! «Ο εωρακώς εμέ εώρακε τον Πατέρα». Οπότε, βγάλε την προσευχή  και ούτε χριστιανισμός υπάρχει αλλ’ ούτε και η ίδια η ζωή. Γιατί, όπως έχει τονίσει κι αλλού ο όσιος της Κλίμακος, (ο όσιος της Σαρακοστής), δεν υπάρχει η πηγή της, η Ζωή που είναι ο Χριστός. Δεν είπε τυχαία ο μέγας Πατέρας και Διδάσκαλος της Εκκλησίας άγιος Γρηγόριος Θεολόγος «μνημονευτέον του Θεού μάλλον ή αναπνευστέον», πρέπει να μνημονεύουμε τον Θεό περισσότερο κι απ’ όσο αναπνέουμε! Γιατί και την αναπνοή Εκείνος μας τη δίνει.

Ο όσιος όμως μας ανοίγει τα μάτια σ’ ένα θεωρούμενο αυτονόητο. «Το φτερό της προσευχής είναι η πίστη» λέει. Κι είναι τόσο σημαντικό τούτο γι’ αυτόν,  ώστε το επισημαίνει και λίγο παρακάτω: «Η πίστη έδωσε φτερά στην προσευχή. Χωρίς αυτήν η προσευχή δεν μπορεί να πετάξει στον ουρανό» (κη΄ 29). Πράγματι! Αν δεν πιστεύει κανείς στον Θεό σε ποιον απευθύνεται με την προσευχή του; Μονάχα ίσως σε μια «καρικατούρα» θεότητας που είναι ο ίδιος ο εαυτός του!  Ας θυμηθούμε εν προκειμένω τον Φαρισαίο της γνωστής παραβολής! Προσευχόταν, αλλά έχοντας ως «θεό» του το είδωλο του εαυτού  του. «Σταθείς εις εαυτόν» αποκαλύπτει ο Κύριος. Γι’ αυτό και η «προσευχή» του  όχι μόνο δεν τον δικαίωσε, αλλά τον καταδίκασε: τον έκανε χειρότερο με την έννοια ότι και τον συνάνθρωπό του εξουδένωσε και τον Θεό τον έβαλε απέναντί του ως «εχθρό»!

Καταλαβαίνουμε όμως ότι μιλάμε για την αληθινή χριστιανική πίστη. Όχι  για μία ιδεολογικού τύπου πίστη, αποδέχομαι δηλαδή τον Θεό αλλά δεν με επηρεάζει στη ζωή μου, αλλ’ ούτε και για εκείνη που την αντιμετωπίζω επιλεκτικά, αποδέχομαι δηλαδή ό,τι μου ταιριάζει και απορρίπτω ό,τι προσκρούει στα πάθη μου! Και η πρώτη και η δεύτερη είναι πολύ εύθραυστες, κατ’ ακρίβεια εντελώς ανυπόστατες, γιατί κριτήριο έχουν όχι την αποκάλυψη του Κυρίου, συνεπώς ό,τι ζει και διδάσκει και η Εκκλησία Του, αλλά το αλλοιωμένο και σαπισμένο από την αμαρτία εγώ μου. Πίστη αληθινή είναι να  ’σαι αταλάντευτα και αδίστακτα και ακλόνητα τοποθετημένος ενώπιον του Τριαδικού Θεού, τότε μάλιστα που λειτουργεί ο κατεξοχήν πειρασμός της απιστίας: στην ώρα της δοκιμασίας και της όποιας εναντιότητας στην πορεία της ζωής σου, εκεί δηλαδή που κατεργάζεται κανείς την υπομονή και οδηγείται ανθρωπίνως και σ’ αυτήν την τελειότητα! (πρβλ. Ιακ. 1, 2-3).

Στη χαρισματική αυτή στιγμή, ο πιστός ενισχυόμενος από τον Κύριο βλέπει δύο πράγματα στη ζωή του: πρώτον, ότι η πίστη του αυτή, «της ευθείας καρδίας» όπως την ονοματίζει ο άγιος Ιωάννης, παίρνει πάντοτε τη μορφή της αληθινής θυσιαστικής αγάπης, κατά τον λόγο του αποστόλου «πίστις δι’ αγάπης ενεργουμένη»· δεύτερον, ότι όσα ζητεί με την αγάπη αυτή  και προς το πνευματικό του συμφέρον από τον Κύριο, τα προσδοκά ότι θα γίνουν όλα πραγματικότητα στη ζωή του – ό,τι συνέβη  και με το απόλυτο όριο της αληθινής πίστης και του αληθινού ανθρώπου: την Υπεραγία Θεοτόκο, η οποία κατεξοχήν αυτή, όπως σημειώνει ο άγιος ευαγγελιστής, «επίστευσε ότι έσται τελείωσις τοις λελαλημένοις αυτή παρά Κυρίου», πίστεψε ότι θα εκπληρωθούν τα λόγια που της είπε ο Κύριος. Όπως και εκπληρώθηκαν!

Σάββατο 21 Μαρτίου 2026

ΠΡΟΗΓΙΑΣΜΕΝΗ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

Μικρή υμνολογική προσέγγιση

Θα υπενθυμίσουμε, εισαγωγικά, ότι κατά την ορθόδοξη χριστιανική πίστη όλος ο πνευματικός αγώνας στην Εκκλησία μας  αποσκοπεί στο πώς να διακρατήσει ο χριστιανός τη ζωντανή σχέση του με τον αρχηγό της πίστεως Κύριο Ιησού Χριστό. Κι αυτό γιατί ο Χριστός ως ο ενανθρωπήσας Θεός ήλθε στον κόσμο ως άνθρωπος προκειμένου ακριβώς να μας ενσωματώσει στον εαυτό Του ώστε να γίνουμε μαζί Του μία δική Του επέκταση, ένας άλλος Χριστός μέσα στον κόσμο, μία φανέρωση της Βασιλείας Του επί της γης. «Ο του Θεού Λόγος ενηνθρώπησεν, ίνα ημείς θεοποιηθώμεν» κατά τον Μεγάλο Αθανάσιο. Αυτό δεν βλέπουμε και διαπιστώνουμε σε κάθε άγιο της Εκκλησίας μας; Βλέπουμε τον άγιο και «ζωγραφίζεται» ενώπιόν μας ο Ίδιος ο Κύριος. Μέσα στην ύπαρξη κάθε αγίου «ρέει» η ζωή του ίδιου του Χριστού!

Γιατί κάνουμε την υπενθύμιση; Διότι χωρίς την αλήθεια αυτή δεν μπορούμε να κατανοήσουμε το θέμα μας που είναι η Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία.

Τι είναι η Θεία Λειτουργία; Η ζωή του Χριστού καθώς μας την προσφέρει εν Πνεύματι η Εκκλησία ως το ζωντανό σώμα Του, ιδίως με την κλήση μας από αυτήν να «Τον φάμε και να Τον πιούμε» υπό τα είδη του άρτου και του οίνου, ώστε η Ζωή Εκείνου να συνεχίζει να είναι ζωή δική μας. Είναι ό,τι ο Ίδιος καθόρισε και έδωσε ως εντολή στους μαθητές Του την ημέρα του Μυστικού Δείπνου: «Λάβετε, φάγετε, τούτο εστί το σώμα μου. Πίετε εξ αυτού πάντες, τούτο εστί το αίμα μου». «Τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν». Για τον λόγο ασφαλώς ότι από τη στιγμή που βαπτιστήκαμε γινήκαμε μέλη Του, κομμάτι οργανικό δικό Του, ώστε έκτοτε η ζωή μας να μην μπορεί να κατανοηθεί χωρίς Εκείνον. «Εγώ το αμπέλι, εσείς τα κλήματα». Οπότε, χωρίς τη συμμετοχή στη Θεία Κοινωνία  ο χριστιανός δεν ζει, διαρκώς και συρρικνώνεται και αδυνατίζει, απεμπολώντας το σπουδαιότερο δώρο που μπορεί να υπάρξει στον κόσμο: ο Θεός μαζί με τον άνθρωπο! «Αν δεν φάτε το σώμα μου και δεν πιείτε το αίμα μου, ζωή μέσα σας δεν έχετε» όπως είπε Εκείνος.

Γι’ αυτό και οι πρώτοι χριστιανοί κοινωνούσαν καθημερινά τον Κύριο – ήταν ό,τι πιο φυσικό και αυτονόητο στη ζωή τους. Μα, ερχόταν η Σαρακοστή που έχει πένθιμο χαρακτήρα και απάδει συνεπώς προς αυτήν η λαμπρότητα και η χαρμοσύνη της Θείας Λειτουργίας και δεν μπορούσαν να κοινωνήσουν. Ή μάλλον μπορούσαν, αλλά μόνον δύο φορές την εβδομάδα: το Σάββατο και την Κυριακή που επιτελείτο Θεία Λειτουργία. Τι θα γινόταν με τις άλλες ημέρες; Κι έδωσε απάντηση η Εκκλησία μας στην πιεστική αυτήν ανάγκη: θα κρατούσε θεία κοινωνία σε ξεχωριστό αμνό εμβαπτισμένο στο αίμα του Κυρίου από την προηγηθείσα Λειτουργία, ώστε οι πιστοί να μπορούν να κοινωνούν από τα προηγιασμένα αυτά δώρα όπως ονομάστηκαν, άλλες δύο φορές: την Τετάρτη και την Παρασκευή – μπορεί και εκτάκτως σε κάποια άλλη εορτή που θα συμπέσει – μετά από την εσπερινή ακολουθία. Κι έκτοτε τούτο καθιερώθηκε και «ανέπνευσαν» οι χριστιανοί.

Οπότε αυτό είναι η Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία: Ένας εσπερινός που στο τέλος του, με την προσθήκη ακόμη κάποιων προσευχών, μπορούν να κοινωνούν  οι ετοιμασμένοι πιστοί.

 Κι αποτελεί τούτο την ποιμαντική απάντηση της Εκκλησίας στη δίψα και τον πόθο και τον έρωτα των πιστών για τον Χριστό: να Τον έχουν όσο μπορούν περισσότερο και «αισθητά» στο σώμα και την ψυχή τους. Γιατί χωρίς Εκείνον ένιωθαν ότι δεν ζούν!

Για την ξεχωριστή και μοναδική λοιπόν αυτή Θεία Λειτουργία, την Προηγιασμένη, η αναφορά μας˙ προς όσφρηση της θεϊκής ατμόσφαιράς της και  κλήση προς μεταρσίωσή μας μέσα από επιλεγμένους ύμνους που σχετίζονται με αυτήν.

1. Η Ενάτη Ώρα στην Εκκλησία μας, κατά το βυζαντινό τυπικό, είναι η ακολουθία που προηγείται του εσπερινού και παραπέμπει στην 3η απογευματινή. «Σφραγίδα» της έχει  τη μνήμη της εκπνοής του αρχηγού της πίστεώς μας πάνω στον Σταυρό – «ο εν τη ενάτη ώρα σαρκί του θανάτου γευσάμενος Κύριε». Κι αυτό με ποιο σκοπό; Δι’ Αυτού να μπορέσουμε κι εμείς να νεκρώσουμε πια τα πάθη και τις αμαρτίες μας, ώστε να ζει στην ύπαρξή μας ο Ίδιος ο Τριαδικός Θεός. «Νέκρωσον της σαρκός ημών τα πάθη, Χριστέ ο Θεός, και σώσον ημάς». Σωτηρία του ανθρώπου, δηλαδή σχέση με τον Θεό, χωρίς απεμπλοκή από τις αμαρτίες μας δεν υπάρχει. «Η σαρξ επιθυμεί κατά του Πνεύματος και το Πνεύμα κατά της σαρκός» σημειώνει ο λόγος του Θεού. Τι χρειάζεται από μέρους μας για να ενεργοποιηθεί η δωρεά του Σταυρού και η εξάλειψη των αμαρτιών μας και η ζωή του Θεού στην ύπαρξή μας; Να θελήσουμε να ζήσουμε κατά το άγιο θέλημα του Κυρίου, ώστε να ανοίξουν τα μάτια μας όπως συνέβη με τον συσταυρωμένο ευγνώμονα ληστή πλάι στον Κύριο. Να φτάσουμε στο χαρισματικό σημείο να κραυγάσουμε κι εμείς: «Μνήσθητί μου Κύριε εν τη βασιλεία Σου».

Κι ένας τρόπος υπάρχει: να πάρουμε στα σοβαρά τον «καθρέπτη» που μας έχει δώσει ο Κύριος, ήδη από την αρχή της διδασκαλίας Του, και να τον θέτουμε αδιάκοπα ενώπιόν μας προς έλεγχό μας. Κι εννοούμε τους μακαρισμούς Του. Ποιους ο Κύριος μακάρισε, δηλαδή απεκάλυψε πως θα μετέχουν στη Βασιλεία Του; Τους ταπεινούς, τους πενθούντες για τις αμαρτίες τους, τους πράους ανθρώπους, αυτούς που πεινούν και διψούν τη δικαιοσύνη Του, τους ελεήμονες, τους καθαρούς στην καρδιά, τους ειρηνοποιούς, τους διωγμένους για το όνομά Του. Κάθε μακαρισμός και μία ακτίνα φωτός στην πνευματική πορεία για τον Ουρανό.

«Ἐν τῇ βασιλείᾳ σου μνήσθητι ἡμῶν, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου.

· Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν,

· Μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοὶ παρακληθήσονται,

· Μακάριοι οἱ πραεῖς, ὅτι αὐτοὶ κληρονομήσουσι τὴν γῆν,

· Μακάριοι οἱ πεινῶντες καὶ διψῶντες τὴν δικαιοσύνην, ὅτι αὐτοὶ χορτασθήσονται,

· Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται,

· Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται.

· Μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί, ὅτι αὐτοὶ υἱοὶ Θεοῦ κληθήσονται,

· Μακάριοι οἱ δεδιωγμένοι ἕνεκεν δικαιοσύνης, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

· Μακάριοί ἐστε, ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς, καὶ διώξωσι, καὶ εἴπωσι πᾶν πονηρὸν ῥῆμα καθ' ὑμῶν, ψευδόμενοι ἕνεκεν ἐμοῦ.

· Χαίρετε καὶ ἀγαλλιᾶσθε, ὅτι ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τοῖς οὐρανοῖς.

· Μνήσθητι ἡμῶν, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου».

2. «Σήμερον ὁ ἀπρόσιτος τῆ οὐσίᾳ, προσιτός μοι γίνεται, καί πάσχει πάθη, ἐλευθερῶν με τῶν παθῶν, ὁ φῶς παρέχων τυφλοῖς, ὑπό ἀνόμων χειλέων ἐμπτύεται˙ καί δίδωσι τόν νῶτον, ὑπέρ αἰχμαλώτων εἰς μάστιγας. Τοῦτον ἡ ἁγνή Παρθένος καί Μήτηρ, ἐπί Σταυροῦ θεωροῦσα ἐφθέγγετο˙ Οἴμοι Τέκνον ἐμόν! Τί τοῦτο πεποίηκας; ὁ ὡραῖος κάλλει παρά πάντας βροτούς, ἄπνους, ἄμορφος φαίνῃ, οὐκ ἔχων εἶδος οὐδέ κάλλος; Οἴμοι τό ἐμόν φῶς! οὐ δύναμαι ὑπνοῦντα καθορᾶν σε˙ τά σπλάγχνα τιτρώσκομαι, καί δεινή μοι ρομφαία τήν καρδίαν διέρχεται. Ἀνυμνῶ σου τά Πάθη, προσκυνῶ σου τό εὔσπλαγχνον˙ μακρόθυμε Κύριε δόξα σοι» (πλ. δ΄).  

Το τροπάριο είναι από τον εσπερινό των προηγιασμένων δώρων της τετάρτης εβδομάδος των Νηστειών, είναι το Δοξαστικό καθώς λέμε των στιχηρών σε ήχο πλάγιο του τετάρτου. Σε ήχο δηλαδή, κατά τους ειδικούς, που αφενός είναι πολύ μελωδικός, αφετέρου δίνει έκταση και ευρύτητα στα μελωδούμενα. Κι ίσως όχι τυχαία, διότι αυτό που διαβάζουμε και ακούμε εκφράζει πρώτα από όλα μ’ έναν μοναδικό και άμεσο τρόπο το χριστολογικό δόγμα της Εκκλησίας μας, ότι δηλαδή ο Ιησούς Χριστός είναι ο Θεός που έγινε άνθρωπος: «τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος χωρίς αμαρτίας» κατά τον όρο της Συνόδου, οπότε, όπως ιδίως τούτο αναπτύχθηκε από τους Πατέρες μας και μάλιστα τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, είναι ο Κύριος παντελώς απρόσιτος ως Θεός, ως ουσία όπως λέγεται, αλλά και εντελώς προσιτός σ’ εμάς ως άνθρωπος, η λεγόμενη ενέργεια του Θεού. Μακριά και κοντά μας δηλαδή ο Θεός, κάτι που το διαπιστώνουμε σε ολόκληρη τη ζωή του Κυρίου, με αποκορύφωση τη Σταυρική Του θυσία. Κι από την άλλη, η αναφορά στην Παναγία Μητέρα του Κυρίου, όπου κι Εκείνη κλαίει και οδυνάται για τον Εσταυρωμένο Υιό της – οι εικόνες είναι όντως συγκλονιστικές κι αγγίζουν την κορυφή της λυρικής διάθεσης του ποιητή – αλλά και Τον προσκυνάει προσμένοντας την Ανάστασή Του μπροστά στην άφατη αγάπη και ευσπλαγχνία Του. Αξίζει να το δούμε και σε νεοελληνική απόδοση:

  «Σήμερα, ο απρόσιτος κατά την ουσία Θεός γίνεται για χάρη μου προσιτός, και πάσχει ως άνθρωπος ελευθερώνοντάς με με τα πάθη Του από τα δικά μου πάθη. Αυτός που παρέχει φως στους τυφλούς δέχεται εμπτυσμούς από άνομα χείλη, ενώ μαστιγώνεται για χάρη των αιχμαλώτων. Αυτόν βλέποντας πάνω στον Σταυρό η αγνή και Παρθένος και Μητέρα έλεγε: Αλίμονο, τέκνο μου! Γιατί το ’κανες αυτό; Συ που είσαι ο ωραιότερος σε κάλλος σε σχέση με όλους τους ανθρώπους, φαίνεσαι νεκρός, άμορφος, χωρίς να έχεις τίποτε πια εντυπωσιακό ούτε και θαυμαστό; Αλίμονο, φως μου! Δεν μπορώ να σε βλέπω νεκρό. Είναι πληγωμένα τα μέσα μου και διαπερνάει την καρδιά μου φοβερή ρομφαία. Ανυμνώ τα Πάθη σου, προσκυνώ την ευσπλαγχνία σου. Μακρόθυμε, Κύριε, δόξα σοι».

3. «Κατευθυνθήτω ἡ προσευχή μου, ὡς θυμίαμα ἐνώπιόν σου˙ ἔπαρσις τῶν χειρῶν μου, θυσία ἑσπερινή» (πλ. β΄, πλ. α΄, βαρύ τετράφωνο-πεστεγκιάρ).

Η προσευχή στη χριστιανική πίστη μας δεν λειτουργεί κατά τα αντίστοιχα των άλλων θρησκειών. Χωρίς να αποκλείει κανείς την αποδοχή της από τον Κύριο, όταν βλέπει ότι προσεύχεται άνθρωπος με καλή διάθεση, σαν τον εκατόνταρχο Κορνήλιο των Πράξεων των Αποστόλων, όμως συνήθως δεν γίνεται εισακουστή, γιατί ο άνθρωπος βρίσκεται σε κατάσταση σκότους ως αποκομμένος ακόμη από Εκείνον. Ας θυμηθούμε την προσευχή του Φαρισαίου της γνωστής παραβολής: προσευχήθηκε και καταδικάστηκε!

Η προσευχή όμως στην Εκκλησία μας απευθύνεται στον προσωπικό Τριαδικό Θεό που είναι ο Πατέρας μας. Αυτό δεν απεκάλυψε Κύριος ο Θεός μας; «Πάτερ ημών» μας δίδαξε να λέμε προσευχόμενοι. Ο Θεός Πατέρας, εμείς τα παιδιά Του. Αλλά με το δεδομένο ότι ανήκουμε στον Χριστό, είμαστε μέλη της Εκκλησίας Του, συνεπώς προσευχόμαστε μαζί Του βλέποντας Θεού πρόσωπο! «Όσοι έλαβον τον Χριστόν – σημειώνει ο άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής – έδωκεν αυτοίς εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι». Οπότε η προσευχή μας λειτουργεί με τρόπο που θυμίζει την αναπνοή μας. Χωρίς αυτήν δεν μπορούμε να ζήσουμε.

Παρ’ όλα αυτά όμως! Υπάρχει κι εδώ η περίπτωση να λειτουργεί αρνητικά για τον προσευχόμενο. Πότε; Όταν η ζωή του δεν συμβαδίζει με τις άγιες εντολές του Θεού. Δεν αρκεί δηλαδή να είναι κανείς βαπτισμένος, αλλά και να αγωνίζεται να ζει σύμφωνα με αυτό που απαιτεί το άγιο βάπτισμα. Ο άγιος Ιωάννης θα πει σε άλλο σημείο: «Όποιος λέει ότι ανήκει στον Χριστό οφείλει καθώς Εκείνος περιεπάτησεν και αυτός ούτω περιπατείν». Είσαι Χριστιανός; Ζεις τη ζωή του Χριστού. Δεν τη ζεις και ακολουθείς το δικό σου εγωιστικό θέλημα; Ενώπιον του Θεού, έστω και προσευχόμενος, είσαι μία βρωμιά, ακάθαρτος. Στη φυσιολογική περίπτωση του εν επιγνώσει χριστιανού όμως η προσευχή ανεβαίνει ενώπιον του Θεού ως ευωδιαστό θυμίαμα. Γιατί; Διότι έχει καταστήσει ή αγωνίζεται να καταστήσει την καρδιά του αναμμένο κάρβουνο, φωτιά που πυρπολείται από την αγάπη Εκείνου, με αποτέλεσμα κάθε λόγος του και κάθε κίνηση της ύπαρξής του να προκαλεί τη χαρά όλου του Ουρανού. Κι αυτό συμβαίνει όταν ο άνθρωπος πορεύεται με μετάνοια, δηλαδή διαρκώς επιστρέφοντας στον Κύριο, έστω και με αποκλίσεις αμαρτωλές κάποιες φορές. Η μετάνοια με το βασικό γνώρισμά της, την ταπείνωση, «μαγνητίζει» τον Θεό και κάνει τον άνθρωπο «τόπο» στον οποίο μπορεί όντως να «αναπαυτεί».

4. «Νῦν αἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν σύν ἡμῖν ἀοράτως λατρεύουσιν˙ ἰδού γάρ εἰσπορεύεται ὁ βασιλεύς τῆς δόξης. Ἰδού θυσία μυστική τετελειωμένη δορυφορεῖται. Πίστει καί πόθῳ προσέλθωμεν, ἵνα μέτοχοι ζωῆς αἰωνίου γενώμεθα. Ἀλληλούϊα».

Λίγο πριν τη μεταφορά του προηγιασμένου άρτου από την πρόθεση στην Αγία Τράπεζα από τον ιερέα, ακούγεται ένας κατανυκτικότατος ύμνος που μας ανοίγει τους νοερούς οφθαλμούς για να κατανοήσουμε λίγο το μυστήριο στο οποίο μετέχουμε. Αυτήν την ώρα, λέει η Εκκλησία, που βρισκόμαστε εν συνάξει για να κοινωνήσουμε τον Χριστό, δεν είμαστε μόνοι μας. Είναι παρούσα όλη η Εκκλησία, στρατευόμενη και θριαμβεύουσα, άγιοι και άγγελοι, οι δυνάμεις των ουρανών που κλίνουν το γόνυ ενώπιον τού υπό τα είδη του άρτου και οίνου ευρισκομένου Κυρίου, του βασιλιά της δόξας. Πρόκειται για θυσία που έχει τελειωθεί, που είναι έτοιμη – ο Κύριος είναι ήδη παρών και αισθητά! Μ’ αυτήν την επίγνωση, συγκλονισμένοι και μέχρις εδάφους προσκλίνοντες, εν μετανοία και επικαλούμενοι Εκείνον να μας ελεήσει και να μας σώσει, ας ελέγξουμε για μία ακόμη φορά τον εαυτό μας. Γιατί μπορεί να προσέλθει να κοινωνήσει μόνον εκείνος που διακατέχεται από πίστη σ’ Αυτόν και από μεγάλο πόθο. Κι είναι αυτό που συχνά τονίζουν ιδίως όλοι οι όσιοι πνευματικοί πατέρες μας: «έχεις πίστη και πόθο Χριστού; Πρόσελθε». Κι είναι ευνόητο: η κοινωνία του σώματος και του αίματος του Χριστού μάς καθιστά μετόχους της ίδιας της αιωνιότητας. Ζούμε στον κόσμο αυτόν αλλά ως πολίτες ήδη του Ουρανού.

5. «Γεύσασθε καί ἴδετε ὅτι χρηστός ὁ Κύριος. Ἀλληλούϊα».

Η πίστη στον Κύριο Ιησού Χριστό, ως γνωστόν, δεν είναι καρπός μίας διανοητικής αναζήτησης ή επιλογή μίας ωραίας θεωρίας και ιδεολογίας. Όσοι εξέλαβαν την πίστη με τον τρόπο αυτόν εξέπεσαν σύντομα. Γιατί τελικώς συνάντησαν όχι Εκείνον, αλλά τον ματαιωμένο από την υπερηφάνεια σκοτισμένο νου τους. Η πίστη στον Χριστό είναι καρπός της αναζήτησης της καρδιάς. Αν η καρδιά μου δεν σκιρτά από δίψα για το αιώνιο, για την αλήθεια, δηλαδή για τον ίδιο τον Δημιουργό, δεν πρόκειται ποτέ να με φέρει στο σημείο συνάντησης μαζί Του. Ας δούμε ποιοι απαρχής με τον ερχομό του Χριστού Τον βρήκαν. Οι απλοί ποιμένες της Βηθλεέμ λόγω της απονήρευτης καρδιάς τους και οι επιστήμονες «μάγοι» της Ανατολής, οι αναζητητές της αλήθειας, οι οποίοι θεώρησαν ότι αξίζει να θυσιάσουν τα πάντα προκειμένου να δουν τι είναι εκείνο στον Ουρανό που φαίνεται να τους καλεί! Και το βρήκαν. Και προσκύνησαν τον Χριστό. Και άγιασαν κι αυτοί και ο τόπος στον οποίο επέστρεψαν και κήρυξαν. «Εάν με αγαπάτε θα σας φανερωθώ» είπε ο Κύριος, όχι «αν με καταλαβαίνετε με τη λογική σας». Η καρδιά είναι το κέντρο και η ουσία του ανθρώπου.

Αυτό ακριβώς τονίζει και διασαλπίζει πάντοτε η Εκκλησία μας, αυτό εξαγγέλλει και ο γνωστός ύμνος την ώρα του Κοινωνικού. «Γευτείτε τον Κύριο» λέει, προσεγγίστε Τον δηλαδή με την ψυχή και το σώμα σας, ιδίως μέσα από τις άγιες εντολές Του, γιατί εκεί είναι «κρυμμένος» κατά τους αγίους μας, και τότε θα ανοιχτούν τα μάτια σας και θα Τον δείτε. Και τι θα διαπιστώσετε; Ότι ο Χριστός στη ζωή του ανθρώπου είναι ό,τι γλυκύτερο, ό,τι χαριέστερο, ό,τι πιο ωφέλιμο και ευεργετικό γι’ αυτόν. Αυτό δεν ένιωσαν και όλοι οι άγιοι και αποδύθηκαν με όλη τη ζωή τους να κρατήσουν τον Χριστό; Έστω και μέσα σε σπηλιά, πάνω στα βουνά και τα όρη, οπουδήποτε αρκεί να Τον κρατούν – ή μάλλον να τους κρατά; - στην αγκαλιά τους.

6. «Εὐλογήσω τόν Κύριον ἐν παντί καιρῶ, διά παντός ἡ αἴνεσις αὐτοῦ ἐν τῶ στόματί μου˙ ἄρτον οὐράνιον καί ποτήριον ζωῆς γεύσασθε καί ἴδετε ὅτι Χριστός ὁ Κύριος˙ Ἀλληλούϊα, ἀλληλούϊα, ἀλληλούϊα» (ήχος β΄).

Κοινωνημένος πια ο πιστός, με τη γεύση του σώματος και του αίματος του Χριστού στο στόμα και την ύπαρξή του όλη - λίγο πριν την απόλυση και την έξοδό του από τον ναό - ενωμένος αισθητά με τον Χριστό και τους άλλους αδελφούς του, αισθάνεται το φως Εκείνου να τον πλημμυρίζει, όπως συμβαίνει με το τέλος και των άλλων Λειτουργιών: «Είδομεν το φως το αληθινόν, ελάβομεν πνεύμα επουράνιον…». Η χάρη αυτή του Χριστού τον ωθεί σε ύμνους δοξολογίας απέναντί Του, σαν τον απλό λαό την εποχή του Χριστού που δεχόμενος τη διδασκαλία και τα θαύματά Του το μόνο που μπορούσε να κάνει είναι να δοξολογεί τον Θεό˙ κι από την άλλη κατανοεί με τον πιο απόλυτο τρόπο ότι αυτό που ζει δεν μπορεί να είναι ευκαιριακό και προσωρινό. Προτιμά να πεθάνει παρά  να χάσει ό,τι του δόθηκε ως το μεγαλύτερο και σπουδαιότερο δώρο. «Θα ευλογώ τον Κύριο για πάντα», υπόσχεται στον εαυτό του, «ποτέ τα χείλη μου δεν θα αφήσουν την αίνεσή μου προς Αυτόν». Μοιάζει με τον έμπορο της παραβολής, ο οποίος βρήκε τον πολυτιμότερο μαργαρίτη και πήγε και πούλησε τα πάντα προκειμένου αυτόν να έχει και να εμπορεύεται. Κι αυτή η απόφαση «έως θανάτου» διακράτησης του Κυρίου εννοείται ότι αυξάνει τη χάρη – του ανοίγονται περισσότεροι οι οφθαλμοί για να ορά τον Κύριο και να τον βιώνει ως την ψυχή της ψυχής του. Δεν θυμίζει λίγο αυτό που σημειώνει και ο άγιος της Σαρακοστής Ιωάννης της Κλίμακος, όταν λέει ότι «αν θέλεις να νιώσεις τα καλά της αφιέρωσης στον Χριστό, τότε ας κολλήσει το όνομά Του πάντοτε στα χείλη σου»; «Αλληλούϊα, αλληλούϊα, αλληλούϊα» είναι πια η επωδός της ζωής του, που μυστικά βεβαίως αντιφωνείται από το «Κύριε, ελέησον».

Ο ΘΕΟΣ ΙΛΑΣΘΗΤΙ ΜΟΙ ΚΑΙ ΣΩΣΟΝ ΜΕ!

 

ΣΑΒΒΑΤΟΝ Δ΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

«Τοῖς πάθεσι δουλώσας τῆς ψυχῆς μου τό ἀξίωμα, κτηνώδης ἐγενόμην, καί οὐκ ἰσχύω ἀτενίσαι πρός σέ Ὕψιστε∙ ἀλλά κάτω νενευκώς Χριστέ ὡς ὁ Τελώνης δέομαι κραυγάζων σοι∙ ὁ Θεός ἱλάσθητί μοι καί σῶσόν με» (Στιχ. εσπ. Παρασκευής Δ΄ Νηστειών).

(Αφού υποδούλωσα το αξίωμα της ψυχής μου στα πάθη, έγινα σαν τα κτήνη και δεν έχω τη δύναμη να ατενίσω προς Εσένα, Ύψιστε. Γι’ αυτό και κάτω στη γη κλίνοντας το κεφάλι, Χριστέ, όπως ο Τελώνης προσεύχομαι με δυνατή φωνή: Θεέ μου, συγχώρεσέ με και σώσε με).

Το ήθος του Τελώνη ως πρότυπο για τον κάθε πιστό, με πρώτον τον εαυτό του, προβάλλει και πάλι ο άγιος υμνογράφος: το ήθος τελικώς της αγιότητας, αφού αυτό  δικαιώθηκε από τον Θεό κατά τον λόγο του ίδιου του Κυρίου. Ποια τα χαρακτηριστικά του ήθους αυτού που επισημαίνει ο ποιητής; Η προσέλευση στον Κύριο τον Θεό με συναίσθηση της αμαρτωλότητας και με πίστη για τη σώζουσα αγάπη και το έλεός Του. Πρόκειται για το ισχυρό φως που ρίχνει ο ευαγγελικός και στη συνέχεια ο πατερικός και υμνολογικός λόγος που φωτίζει τη διπλή πραγματικότητα: ο Θεός είναι πλήρης αγάπης και ελέους∙ ο άνθρωπος λόγω της πτώσεως στην αμαρτία είναι πλήρης αδυναμιών και πονηριών. Η σύζευξη των δύο αυτών ενεργειών: της κίνησης προς τον άνθρωπο του ελέους του Θεού και της ανταπόκρισης του αμαρτωλού ανθρώπου ως αποδοχής αυτού του ελέους συνιστά το γεγονός της σωτηρίας και της δικαίωσης του ανθρώπου – ο άνθρωπος επανέρχεται στο πρώτο αξίωμα, να είναι παιδί του Πατέρα Θεού, «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν» Εκείνου. «Ὅσοι ἔλαβον Αὐτόν (τόν Χριστόν) ἔδωκεν αὐτοῖς τήν ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι» (άγ. Ιωάννης Ευαγγελιστής).

Η συναίσθηση της αμαρτωλότητας προσδιορίζεται από τον άγιο υμνογράφο κατά την εικόνα και πάλι της Γραφής: ο απομακρυσμένος από τον Θεό άνθρωπος χάνει την ανθρωπινότητά του και αυτό που συνιστά τη θεοειδή ταυτότητά του. Γίνεται κτηνώδης, με την έννοια ότι καθορίζεται στη ζωή του από τα ένστικτά του και όχι από τον ηγεμονικό νου του. Κι είναι ευνόητο: ο νους χάνοντας τον φωτισμό του Θεού λόγω του εγκλωβισμού στην αμαρτία σκοτεινιάζει και αλλοιώνεται, οπότε ο άνθρωπος άγεται και φέρεται πια από τις εμπάθειες του εγωισμού του – ο άνθρωπος είναι έτοιμος να κατασπαράξει τον συνάνθρωπό του όταν νιώθει ότι δεν ικανοποιείται το συμφέρον του. «Homo homini lupus», ο άνθρωπος γίνεται λύκος για τον συνάνθρωπό του, κατά το λατινικό λόγιο.

Η εν μετανοία αίσθηση της αμαρτωλότητας, συμπληρώνει ο ποιητής, εκφράζεται και με τη στάση του σώματος. Ο μετανοών έχει σκυμμένο λόγω ντροπής το κεφάλι – δεν τολμά να κοιτάξει προς τα άνω, προς τον Ουρανό: το βλέπουμε στη στάση του μετανοημένου Τελώνη.  Είναι το βίωμα που το έχει βιώσει κάθε φυσιολογικός άνθρωπος, όταν κατανοεί ένα σφάλμα του και ζητάει να το διορθώσει. Κι είναι σημαντική η υπενθύμιση του υμνογράφου: η μετάνοια έχει ψυχοσωματικό χαρακτήρα, γιατί ο άνθρωπος είναι ψυχή και σώμα. Ολόκληρος αμαρτάνει και ολόκληρος μετανοεί. Συνεπώς και το σώμα μετέχει στο γεγονός της μετανοίας, γι’ αυτό και η Εκκλησία μας με σοφό τρόπο έχει καθορίσει σειρά σωματικών ενεργειών αποδεικτικών της διάθεσης του ανθρώπου για σχέση με τον Θεό: μετάνοιες μικρές και μεγάλες, χαμαικοιτίες, ορθοστασίες, αγρυπνίες, νηστείες. Έτσι το «Κύριε ἐλέησόν με», «Κύριε σῶσόν με», το φωνάζει και η ψυχή και το σώμα μας – ο άνθρωπος που μετανοεί βρίσκεται σε μία μεγάλη ένταση που ενεργοποιεί και την κάθε ίνα του σώματός του.