Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2026

ΝΗΣΤΕΙΑ ΤΩΝ ΛΟΓΙΣΜΩΝ

ΚΑΘΑΡΑ ΤΕΤΑΡΤΗ

«Νηστείᾳ τῶν λογισμῶν τά πάθη δεῦτε δουλώσωμεν, πνευματικαῖς ἑαυτούς πτέρυξι περιστείλαντες· ἵνα τήν τοῦ ἐχθροῦ κινουμένην ζάλην, κοῦφοι περάσαντες, ἄξιοι γενώμεθα, τῆς τοῦ Σταυροῦ προσκυνήσεως, τοῦ ὑπέρ τοῦ κόσμου σφαγέντος ἑκουσίως, Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, καί πνευματικῶς ἑορτάσωμεν, τήν ἐκ νεκρῶν τοῦ Σωτῆρος Ἀνάστασιν· ἐπ’ ὄρους ἀρθέντες, Μαθηταῖς συνδοξάσωμεν, τόν ἐξουσίαν λαβόντα πᾶσαν, Υἱόν ἐκ Πατρός, ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ, τόν φιλάνθρωπον» (Ἀπόστιχα Αἴνων, Ἰδιόμελον, ἦχος πλ. δ΄).

(Νηστεύοντας ἀπό τούς λογισμούς, ἐμπρός ἄς ὑποδουλώσουμε τά πάθη, συγκρατώντας τούς ἑαυτούς μας μέ πνευματικά φτερά· μέ σκοπό, ἀφοῦ περάσουμε εὔκολα κι ἀνάλαφρα τή ζάλη πού προκαλεῖ ἐναντίον μας ἐχθρός διάβολος, νά γίνουμε ἄξιοι νά προσκυνήσουμε τόν Σταυρό τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, Ὁποῖος σφαγιάστηκε μέ τή θέλησή Του χάριν τοῦ κόσμου, κι ἔτσι νά ἑορτάσουμε πνευματικά τήν ἐκ νεκρῶν Ἀνάσταση τοῦ Σωτῆρα Χριστοῦ. Ὁπότε, πάνω στό ὄρος τῶν Ἐλαιῶν κι ἐμεῖς, (ἐκεῖ ἀπὅπου ἀναλήφθηκε Κύριος), νά δοξάσουμε μαζί μέ τούς Μαθητές Τόν φιλάνθρωπο Υἱό τοῦ Θεοῦ, πού ἔλαβε κάθε ἐξουσία ἀπό τόν Πατέρα μέ τή δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος).

Ὁ ἅγιος ὑμνογράφος εἶναι σαφέστατος: ὁ σκοπός τῆς περιόδου αὐτῆς εἶναι νά φθάσουμε νά προσκυνήσουμε τόν Σταυρό τοῦ Κυρίου πού ἀποκαλύπτει τήν ἄπειρη ἀγάπη Του γιά τόν κόσμο, συνεπῶς νά ἑορτάσουμε πνευματικά καί τήν Ἀνάστασή Του, ἀφοῦ Σταυρός καί Ἀνάσταση συνθεωροῦνται πάντοτε στήν πίστη μας. Μέ τόν τρόπο αὐτόν, μᾶς λέει, ἀληθινοί προσκυνητές τοῦ Πάθους καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, θά βρεθοῦμε κι ἐμεῖς νά Τόν δοξολογοῦμε μαζί μέ τούς ἀποστόλους καί κατά τήν ἀνάληψή Του, ἐννοώντας προφανῶς καί τή λήψη τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἀπό τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς καί ἐφεξῆς. Καί πάλι ὅμως, ὅπως συμβαίνει καί σέ ὅλους τούς ὕμνους τῆς Ἐκκλησίας, μᾶς ὑπενθυμίζει ὁ ὑμνογράφος ὅτι γιά τήν προοπτική αὐτή ὑπάρχουν προϋποθέσεις: ἡ καλλιέργεια τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ἡ ὁποία δίνει τά φτερά προκειμένου ὁ πιστός νά ἐλέγχει τόν ἑαυτό του καί νά ὑποτάσσει τά πάθη του, συνεπῶς καί νά ὑπερβαίνει κάθε ἐπιρροή τοῦ Πονηροῦ διαβόλου. 

Κύριο στοιχεῖο τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα, ἴσως καί τό καθοριστικότερο, εἶναι ὁ ἔλεγχος τῶν λογισμῶν. Ἡ ποιότητα τῶν λογισμῶν μας φανερώνει τήν παρουσία ἤ ὄχι τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ στήν ὕπαρξή μας, γι’ αὐτό καί ὅλοι οἱ Πατέρες μας συμφωνοῦν πώς ἐκεῖ κατεξοχήν στοχεύει ἡ ὅποια νηστεία καί ἡ ὅποια ἄσκηση ἐπιτελοῦμε. Ἔλεγχος δέ τῶν λογισμῶν σημαίνει ὅτι ἀποκλείουμε κάθε πονηρή σκέψη ἤ εἰκόνα στόν νοῦ μας, διά τῆς ἀποφασιστικῆς καί ὁρμητικῆς ἐν ἀγάπῃ στροφῆς στούς καλούς καί ἀγαθούς λογισμούς, πού σημαίνει ἀγκίστρωμα σέ ὅ,τι ὁ Κύριος μᾶς ἄφησε ὡς ἐντολή.

Η ΣΥΝΗΘΕΙΑ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ

ΚΑΘΑΡΑ ΤΕΤΑΡΤΗ

«Συνήθειαν λαβοῦσα ἡ ἁμαρτία ἕλκει με, εἰς παντελῆ ἀπώλειαν˙ ἀλλά σύ με ἐκ ταύτης λύτρωσαι τῷ Σταυρῷ σου, Οἰκτίρμον πολυέλεε» (ωδή γ΄ Τριωδίου).

(Πήρε ως αφορμή τη συνήθειά μου να αμαρτάνω η αμαρτία και γι’ αυτό με τραβάει σε ολοκληρωτική απώλεια. Αλλά Εσύ, Πολυέλεε Οικτίρμονα Κύριε, λύτρωσέ με από αυτήν με τον Σταυρό σου).

Τη δύναμη του Σταυρού του Κυρίου επικαλείται ο άγιος υμνογράφος, προκειμένου να τον λυτρώσει από την αμαρτία που τον έχει καθηλώσει και αδυνατεί να την ξεπεράσει. Και η αδυναμία του δεν έγκειται στο γεγονός ότι δεν επαρκούν οι δυνάμεις του – ο υμνογράφος γνωρίζει καλά ότι ο Κύριος διά του αγίου βαπτίσματος μάς ενσωμάτωσε στον εαυτό Του και μας μετάγγισε την παντοδυναμία Του, συνεπώς ο πιστός «πάντα ισχύει εν τω ενδυναμούντι αυτόν Χριστώ» – αλλά στο γεγονός ότι η θέλησή του προσκλίνει ενηδόνως περισσότερο στα πάθη του παρά στην αγάπη του Κυρίου του. «Την αμαρτία μου αγαπώ περισσότερο», είναι σαν να κραυγάζει με δραματικό τρόπο ο ποιητής, κι απόδειξη η αδιάκοπη επανάληψή της. Η επανάληψη αυτή ασφαλώς καθιστά την αμαρτία στη ζωή του ανθρώπου άτρωτη και ανίκητη, γιατί τον έλκει με το άρμα της συνήθειας. Ποιος είναι εκείνος που όταν συνηθίσει κάτι μπορεί εύκολα έπειτα να απαλλαγεί από αυτό; Όπως σ’ αυτές τις περιπτώσεις η ίδια η ανθρώπινη σοφία επισημαίνει «η συνήθεια γίνεται δεύτερη φύση στον άνθρωπο» ή για να το πούμε με τον τρόπο του αγίου της Σαρακοστής μεγάλου Εφραίμ του Σύρου: «μη συνηθίζεις να ηττάσαι στον πνευματικό πόλεμο, γιατί η συνήθεια είναι δεύτερη φύση».

Ο ποιητής λοιπόν με επίγνωση, με διάθεση μετανοίας εξομολογείται τη χαλαρότητα στην πνευματική του ζωή, η οποία όμως τον οδηγεί σε φόβο και τρόμο! Γιατί βλέπει μπροστά του το αποτέλεσμά της: την απώλειά του ως αιώνια αποκοπή του από τον Θεό! – ό,τι έχει αποκαλύψει ο Κύριος: «Πλατεία η οδός η απάγουσα εις την απώλειαν και πολλοί εισιν οι ευρίσκοντες αυτήν». Και τι κάνει; Προβαίνει στη μόνη σωτήρια κίνηση: τη στροφή προς τον Εσταυρωμένο Κύριο και την κατάθεση σ’ Αυτόν της αδυναμίας του. «Λύτρωσέ με, Κύριε λόγω της αγάπης Σου!» Είναι η κίνηση που διαφοροποιεί τον πιστό από τον άπιστο άνθρωπο. Και οι δύο αμαρτάνουν. Και οι δύο έλκονται πράγματι από τη δύναμη της συνήθειας. Αλλά ο μεν άπιστος έχοντας διαγράψει τον Χριστό από τη ζωή του μένει μόνος με τον εαυτό του, δηλαδή μόνος με την αδυναμία του και τον Πονηρό που τον δουλεύει χωρίς ο ίδιος να το αντιλαμβάνεται. Ο πιστός όμως, έστω και με λιγοστή πίστη, ξέρει τον δρόμο: κραυγάζει προς «τον μόνον δυνάμενον σώζειν», σαν τον απόστολο Πέτρο όταν βούλιαζε στα κύματα της θάλασσας: «Κύριε, σώσον με»! Και πράγματι. Το κοίταγμα προς τον Εσταυρωμένο Χριστό είναι όραση λυτρωτική. Γιατί πάνω στον Σταυρό ο Κύριος «ήρε την αμαρτίαν του κόσμου», συνεπώς και την όποια αδυναμία και πονηρία μας. Και η στάση Του έτσι προς το αδύναμο πλάσμα Του είναι απείρως θερμότερη και από τη στάση της καρδιάς της μάνας προς το πληγωμένο παιδάκι της: η με σφοδρό πόθο συγκίνησή Του και η στοργική αγκαλιά Του.

Η εμπειρία των αγίων της Εκκλησίας μας συμπληρώνει: όσο κάνουμε κι εμείς την κίνηση αυτή, να στρεφόμαστε πάντοτε προς τον Κύριο, ιδίως τις ώρες της πλήρους αδυναμίας μας, τόσο θα επιβεβαιώνουμε τη σωτήρια αγάπη Του και σε μας, κι ακόμη: τόσο θα συνηθίζουμε την πρόσωπο προς πρόσωπο κοινωνία μας μαζί Του, που σημαίνει ότι θα έχουμε βρει τη μοναδική οδό διαγραφής της καταστρεπτικής συνήθειας της αμαρτίας. Γιατί η έλξη προς τον Χριστό είναι η μεγαλύτερη που υπάρχει στον κόσμο.  

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΤΑΡΑΣΙΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

«Ο άγιος Ταράσιος δογμάτισε την προσκύνηση των σεπτών και αγίων εικόνων και δι’ αυτού η βασιλική αρχή και ρωμαϊκή εξουσία επανήλθε προς τις σεπτές παραδόσεις των αγίων Αποστόλων και των Οικουμενικών Συνόδων και η αγία Εκκλησία ενώθηκε με τα υπόλοιπα Πατριαρχεία. Έζησε ο Ταράσιος ευσεβώς και έγινε αξιοσέβαστος στους βασιλείς, ενώ ίδρυσε και ιερό μοναστήρι πέραν του στενού, όπου συνάθροισε πλήθη μοναστών. Υπήρξε πολύ ελεήμων στους πτωχούς, διακυβέρνησε καλώς την Εκκλησία επί είκοσι δύο έτη και δύο μήνες και τελειώθηκε εν ειρήνη, οπότε και κατατέθηκε το σκήνωμά του στο μοναστήρι που κτίστηκε από τον ίδιο. Ήταν σωματικά κατά πάντα όμοιος με τον Θεολόγο Γρηγόριο, εκτός από την ηλικία και την ουλή κάτω από τον οφθαλμό. Διότι δεν ήταν εντελώς μεγάλος στα χρόνια. Η σύναξή του τελείται στην αγιότατη μεγάλη Εκκλησία».

Τρία είναι τα επίπεδα που προβάλλει η υμνολογία της εορτής του αγίου Ταρασίου: πρώτον∙ η πνευματική ασκητική του διαγωγή, διά της οποίας υπερέβη τα πάθη της σαρκός και έζησε θεωρητικό αγγελικό βίο («όλο το γεώδες των παθών της σαρκός το απέβαλες με τους κόπους της εγκρατείας, Ταράσιε, και έζησες επί γης βίο ισάγγελο» (ωδή η΄), δεύτερον∙ η ορθόδοξη διαποίμανση του ποιμνίου του, με το κήρυγμα των ορθοδόξων δογμάτων, κυρίως της προσκυνήσεως των αγίων εικόνων, και την καταπολέμηση των αιρέσεων («Στερέωσες, Ταράσιε, την ταραγμένη διάνοια των πιστών,  στη άσειστη πέτρα της ορθοδοξίας, και τράνταξες τα θεμέλια της πλάνης και κατέβαλες τις βάσεις των αιρέσεων» (ωδή α΄)∙ «τη βασιλεύουσα διαποίμανες ορθόδοξα, διώχνοντας μακριά τα θηρία των αιρέσεων, θεόπνευστε, και διατρανώνοντας την προσκύνηση των σεπτών εικόνων» (κάθισμα όρθρου),  τρίτον∙ η τεράστια φιλανθρωπική του δράση υπέρ των πτωχών και αναγκεμένων συνανθρώπων του, καρπός της γεμάτης έλεος και αγάπη καρδιάς του («έχοντας την προαίρεσή σου σαν ανεξάντλητο ποτάμι ελέους, ανέβλυσες τους αέναους κρουνούς της ευεργεσίας στους αναγκεμένους» (ωδή ε΄), που συνεχιζόταν και με τα διάφορα θαύματά του («σαν μέγας ήλιος φωταγωγείς πάντοτε το πλήρωμα της οικουμένης με τις λάμψεις των δογμάτων σου και των θαυμάτων σου» (κοντάκιον). 

Ο σεμνός υμνογράφος του αγίου Ταρασίου Γεώργιος μάλιστα, γνωστός υμνογράφος της Εκκλησίας μας, θέλοντας να προβάλει ζωντανά και παραστατικά το μέγεθος της αγιότητάς  του στους πιστούς, τον παρουσιάζει ως ζωντανή εικόνα και στήλη  που στέκει ενώπιόν μας καλώντας μας να τον ακολουθήσουμε σε ό,τι αυτός πάλεψε να έχει στη ζωή του: την πίστη και τις αρετές. «Στέκεσαι μπροστά μας, σαν γεμάτη πνοή εικόνα και ζωντανή στήλη των αρετών και της πίστεως, Ταράσιε, φωνάζοντας αδιάκοπα με τα έργα και τα λόγια σου, σοφέ, και προτρέπεις όλους τους πιστούς να μιμηθούν εσένα» (ωδή θ΄). Ο υμνογράφος με τον τρόπο αυτό διακηρύσσει την παρρησία στον Θεό του αγίου Ταρασίου. Διότι μόνον ένας που έχει γίνει χριστομίμητος, σαν τον απόστολο Παύλο, μπορεί να έχει το θάρρος να καλεί και τους άλλους να τον ακολουθήσουν στον τρόπο της ζωής του. Όπως δηλαδή ο απόστολος έλεγε «μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς καγώ Χριστού», κατά τον ίδιο τρόπο και ο άγιος Ταράσιος: προέτρεπε τους πιστούς να τον μιμηθούν. Σε αποστολικά ύψη λοιπόν η ζωή του, όπως μας τον παρουσιάζει η Εκκλησία μας.

Κι είναι εκπληκτικό από τη ζωή του, όπως το διαπιστώνουμε και στους μεγάλους Ιεράρχες και Πατέρες της Εκκλησίας μας, το γεγονός ότι παρ’ όλες τις απασχολήσεις του ως αρχιεπίσκοπος έβρισκε χρόνο για τις εμβριθείς μελέτες του στην Αγία Γραφή – τι ωραία μας δίνει τη διάσταση αυτή ο ύμνος της ακολουθίας του (ωδή γ΄): «Εισέδυσες στον βυθό της θεόπνευστης Γραφής, Ταράσιε σοφέ, κι από εκεί ανείλκυσες τον πολύτιμο μαργαρίτη» – όπως και το ότι δεν σκλήρυνε την καρδιά του η θεσμική διοικητική του θέση. Η καρδιά του κρατήθηκε ανέπαφη, γεμάτη σπλάχνα οικτιρμών προς όλους τους ανθρώπους, κατεξοχήν μάλιστα προς τους πτωχούς και τους ενδεείς. Το σημειώσαμε και παραπάνω: η καρδιά και η προαίρεσή του ήταν «ανεξάντλητο ποτάμι ελέους και αγάπης». Πόσο πρέπει να τον έχουμε παράδειγμα τον άγιο όλοι οι πιστοί, και μάλιστα εκείνοι που κατέχουν  μεγάλα αξιώματα, είτε στην Εκκλησία είτε στην πολιτεία. Διότι αν τα αξιώματα δεν κάνουν πιο σάρκινη την καρδιά μας και δεν θεωρούνται αναβαθμός για μείζονα αγάπη, ασφαλώς δεν έχουν κανένα νόημα. Κι ίσως θεωρηθούν και η καταδίκη μας.

Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2026

ΓΙΑΤΡΕΨΕ ΜΕ, ΚΥΡΙΕ!

 

ΚΑΘΑΡΑ ΤΡΙΤΗ

«Τραυματισθέντα δεινῶς ἡδονῶν τῇ ρομφαίᾳ, τῇ μοτώσει, Οἰκτίρμον, τῆς εὐσπλάγχνου σου ροπῆς, ἰάτρευσόν με, Λόγε, ὅπως σε εὐχαρίστως δοξάζω εἰς αἰῶνας» (ωδή η΄ τριωδίου).

(Γιάτρεψέ με, Οικτίρμονα Κύριε, Λόγε του Θεού, με το θεραπευτικό κάλυμμα της ευσπλαχνίας Σου, επειδή τραυματίστηκα σκληρά με το ξίφος των ηδονών, προκειμένου να Σε δοξάζω ευχαρίστως αιώνια).

Μέσα στα πολλά πνευματικά κατανυκτικά εδέσματα της ημέρας, ο άγιος υμνογράφος μάς προσφέρει και τον παραπάνω ύμνο, ο οποίος εν συνόψει καθορίζει το όλο πλαίσιο της πορείας του χριστιανού. Η εν ευχαριστία δοξολογία του Θεού, τονίζει, είναι η διαρκής απόβλεψη του χριστιανού: από τον Χριστό δημιουργηθήκαμε, με Εκείνον κρατιόμαστε και προχωρούμε, σ’ Αυτόν κατατείνουμε. «Ἐξ Αὐτοῦ καί δι’ Αὐτοῦ καί εἰς Αὐτόν τά πάντα ἔκτισται» (απ. Παύλος). Δοξολογία του Θεού συνεπώς σημαίνει να προσβλέπω πάντοτε προς τον Κύριο (:«οἱ ὀφθαλμοί μου διά παντός πρός τόν Κύριον») και σ’ Εκείνον να ρίχνω όλη τη δύναμη της ψυχής και της καρδιάς μου – μία αδιάκοπη κίνηση αγάπης, κατά την κεντρική εντολή Του «ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς ἐξ ὅλης τῆς καρδίας ἐξ ὅλης τῆς διανοίας ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος». Έτσι δεν πραγματοποιείται και ο σκοπός για τον οποίο ο Κύριος μάς δημιούργησε; Από το κατ’ εικόνα στο καθ’ ομοίωσιν.

Είναι η πορεία της πνευματικής υγείας του ανθρώπου, σημειώνει όμως ο υμνογράφος. Μόνον όποιος έχει θεραπευτεί ψυχικά, έχει δηλαδή καθαρίσει τους πνευματικούς του οφθαλμούς, μπορεί να δει και τον Κύριο, να νιώσει την αγάπη Του, να Τον ευχαριστήσει και να Τον δοξολογήσει. Θυμόμαστε αίφνης τον ένα και μοναδικό από τους δέκα θεραπευθέντες λεπρούς από τον Κύριο, ο οποίος επέστρεψε για να Τον ευχαριστήσει για τη θεραπεία του. Επέστρεψε, λέει ο ευαγγελιστής Λουκάς, με μεγάλη φωνή δοξολογώντας τον Θεό. Και τι έκανε; Πρόσπεσε στα πόδια του Χριστού ευχαριστώντας Τον. Τότε δοξολογούμε, θεραπευμένοι, σωστά τον Θεό, όταν στρεφόμαστε πάντα με ευχαριστία στον Κύριο Ιησού Χριστό. Κι αυτό υπενθυμίζει ο εκκλησιαστικός ποιητής: Γιάτρεψέ με, Κύριε, για να Σε δοξολογώ με ευχαριστία.

Καταφεύγει όμως ο πιστός στον Κύριο ως τον Ιατρό των ψυχών και των σωμάτων, γιατί βλέπει τα τραύματά του που τον καθιστούν δέσμιο του κόσμου τούτου και δεν τον αφήνουν να ανοιχτεί προς τον Κύριο. Και τα τραύματα αυτά είναι όσα του δημιουργεί το ξίφος των ηδονών. Το σαρκικό αμαρτωλό φρόνημα δηλαδή που επιδιώκει πάντοτε τις ηδονές του βίου τούτου είναι το μόνιμο πρόβλημα του ανθρώπου, και μάλιστα του χριστιανού που έχει επίγνωση της τραγικής αυτής πραγματικότητας. Όπως το σημειώνουν και όλοι οι άγιοι Πατέρες μας: «οι σαρκικές ηδονές και το υπερήφανο φρόνημα ταλαιπωρούν τον άνθρωπο». Κι έχει μεγάλη βαρύτητα η επισήμανση: η αμαρτία και το φρόνημά της μπορεί να φαίνονται ότι φέρνουν ευχαρίστηση, αλλά στο βάθος συνιστούν την πληγή και το τραύμα του ανθρώπου – η ηδονή που γίνεται οδύνη! Αυτό είναι και το δράμα των περισσοτέρων σήμερα ανθρώπων: να αμαρτάνουμε και να μη νιώθουμε ότι πρόκειται για την καταστροφή μας.

Έτσι το «σχήμα» της εν επιγνώσει πορείας του χριστιανού παρουσιάζεται ανάφλυφο ενώπιόν μας: νιώθουμε τις πληγές του αμαρτωλού φρονήματός μας, καταφεύγουμε στον Χριστό που είναι ο Ιατρός και ο θεραπευτής μας, ανοίγουν τα μάτια μας και με αίσθηση ψυχής δοξολογούμε και ευχαριστούμε τον Θεό. Είναι περιττό να πούμε ότι η πορεία αυτή διαγράφει και τα αληθινά σημάδια της μετανοίας: επίγνωση της αμαρτίας, στροφή προς τον Θεό για να βρω το σπίτι μου, δηλαδή τον εαυτό μου.

ΜΕΙΝΕ ΞΥΠΝΙΑ, ΨΥΧΗ ΜΟΥ!

ΚΑΘΑΡΑ ΤΡΙΤΗ

«Νῆψον, γρηγόρησον, στέναξον, δάκρυσον, διά νηστείας, ὅλον τῆς ἁμαρτίας τόν φόρτον, ψυχή, ἀπόρριψον· τῇ θερμῇ μετανοίᾳ ἀπόφυγε τό πῦρ, καί διά πένθους τῶν παθῶν τόν πενθήρη χιτῶνα διάρρηξον, τήν στολήν τήν θείαν λαμβάνουσα» (Ὠδή β΄, ἦχος β΄).

(Μεῖνε ξύπνια, ψυχή μου, νά ’σαι σέ ἐγρήγορση, στέναξε, δάκρυσε, ἀπόρριψε μέσω τῆς νηστείας ὅλο τό φορτίο τῆς ἁμαρτίας. Μέ τή θερμή μετάνοια ἀπόφυγε τή φωτιά (τῆς κόλασης), καί μέ τό πένθος (γιά τίς ἁμαρτίες σου) σκίσε τόν πένθιμο χιτώνα τῶν παθῶν, παίρνοντας τή (φωτεινή) θεϊκή στολή).

Στό ἴδιο μῆκος κύματος μέ τόν μεγάλο κανόνα τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου Κρήτης τό τροπάριο τῆς δεύτερης ὠδῆς τοῦ κανόνα τῆς Τρίτης τῆς καθαρῆς ἑβδομάδος - ὠδῆς πού ἀκούγεται λόγω τοῦ θρηνικοῦ της χαρακτήρα μόνον κατά τήν περίοδο τῆς Σαρακοστῆς – καί στόν β΄ σεμνό καί γλυκύ ἦχο ψαλλόμενο, μᾶς ὠθεῖ μέ ἄμεσο καί βιωματικό τρόπο στήν κατάνυξη τῆς περιόδου. Τί μᾶς λέει ὁ ἅγιος ὑμνογράφος; Μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι μετά τόν ἐρχομό τοῦ Κυρίου ἀποκτήσαμε καί πάλι τή στολή τῆς θεότητας, ἡ ὁποία στήν πραγματικότητα εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, καθώς μᾶς ἐνέταξε στόν Ἑαυτό Του διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος. «Ὅσοι γάρ εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε». Ντυμένοι λοιπόν τόν ἴδιο τόν Κύριο φύγαμε ἀπό τή σκοτεινιά τοῦ ἐνδύματος τῶν παθῶν καί τῆς ἁμαρτίας.

Ὅμως στόν κόσμο τοῦτο εὑρισκόμενοι ἐπηρεαζόμαστε ἀπό τά ὑπάρχοντα ἀκόμη πάθη μας, λόγω τῆς ἀμέλειάς μας ἀλλά καί λόγω τῆς στόν κόσμο τοῦτο κατά παραχώρηση Κυρίου δράσεως τοῦ Πονηροῦ. Ὁπότε μή προσέχοντας καί μή ἔχοντας ὡς προτεραιότητα δυστυχῶς τή δωρεά τῆς χάρης, σκίζουμε τόν χιτώνα τοῦ Κυρίου καί ράβουμε καί πάλι τόν σκοτεινό χιτώνα τῶν παθῶν μας. Λοιπόν, μᾶς λέει ὁ ὑμνογράφος, ἀπευθυνόμενος πρώτιστα στήν ἴδια τήν ψυχή του: Νά ξαναβροῦμε, νά λάβουμε καί πάλι τή φωτεινή θεϊκή στολή μας – νά ἀφήσουμε τόν Κύριο νά φανερωθεῖ μέσα μας –, νά σκίσουμε ἑπομένως τόν σκοτεινό καί πένθιμο χιτώνα τῶν παθῶν μας, πράγμα πού ἔχει ὡς ὅρο τή νήψη καί τήν ἐγρήγορσή μας, ἡ ὁποία σηματοδοτεῖ τή θερμή μετάνοιά μας καί ἐκφράζεται ὡς νηστεία ἀληθινή καί ὡς πένθος γιά τίς ἁμαρτίες μας. Τό ἀποτέλεσμα εἶναι πραγματικά σωτήριο: ἐλευθερωνόμαστε ἀπό τό βάρος τῆς ἁμαρτίας, φεύγουμε ἀπό τήν ὀδύνη τῆς κόλασης, γεμίζουμε ἀπό ἀληθινή χαρά.

Η ΕΥΡΕΣΙΣ ΤΗΣ ΤΙΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΒΑΠΤΙΣΤΟΥ

«Η τίμια και σεβάσμια και στους αγγέλους κεφαλή πρώτα μεν βρέθηκε, κατ’ ευδοκία και φανέρωση του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, από δύο μοναχούς στην οικία του Ηρώδη, όταν ήλθαν στα Ιεροσόλυμα για να προσκυνήσουν τον ζωηφόρο τάφο του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Από τους μοναχούς αυτούς την έλαβε κάποιος κεραμέας και την μετέφερε στην πόλη των Εμεσηνών. Επειδή αισθανόταν χαρά κι ευτυχία  στην καρδιά του μέσω αυτής ο κεραμέας, την τιμούσε εξαιρετικά. Έπειτα επειδή επρόκειτο να πεθάνει, την άφησε στην αδελφή του, αφήνοντας την εντολή να μην την μετακινεί ούτε να την ανοίγει, παρά μόνον να την τιμά. Και μετά τον θάνατο της γυναίκας, πολλοί δέχτηκαν την κεφαλή διαδοχικά ο ένας μετά τον άλλον. Τελευταία από όλους η κεφαλή του Προδρόμου περιήλθε σε κάποιο μοναχό και πρεσβύτερο Ευστάθιο, που ανήκε στην κακοδοξία των Αρειανών. Αυτός εκδιώχτηκε από τους ορθοδόξους από το σπήλαιο στο οποίο κατοικούσε, διότι καπηλευόταν τις ιάσεις που γίνονταν διά της τιμίας κάρας, λέγοντας ότι οφείλονται στην κακόδοξη πίστη του, γι’ αυτό κατά θεία οικονομία φεύγοντας άφησε την κάρα του θείου Προδρόμου στο σπήλαιο. Ήταν λοιπόν κρυμμένη εκεί, μέχρι των χρόνων του Μαρκέλλου, που ήταν αρχιμανδρίτης, επί της βασιλείας του Ουαλεντιανού του νέου και του επισκόπου Εμέσης Ουρανίου. Τότε ακριβώς, επειδή αποκαλύφθηκαν πολλά γι’ αυτήν, βρέθηκε να είναι σε υδρία, οπότε εισήχθη στην Εκκλησία από τον επίσκοπο Ουράνιο, ενεργώντας πολλές ιάσεις και θαύματα. Τελείται δε η σύναξη για την εύρεση της κάρας στο αγιότατο Προφητείο του Προδρόμου, που βρίσκεται στην περιοχή του Φωρακίου».

Αφορμή και πάλι για την Εκκλησία μας η εύρεση της τιμίας κεφαλής του Προδρόμου, προκειμένου να τονίσει τη σπουδαία θέση του μεταξύ όλων των αγίων: να θυμηθούμε οι πιστοί ότι ήταν εκείνος που «κήρυξε τη σωτήρια έλευση του Σωτήρος Χριστού, κατενόησε την πτήση του αγίου Πνεύματος που σκήνωσε σ’ εκείνον, κατά το βάπτισμα του Κυρίου, που μεσίτευσε μεταξύ της Παλαιάς και της Νέας χάριτος» (στιχηρό εσπερινού)∙ ότι ήταν εκείνος που «όταν παρανόμησε ο Ηρώδης τον έλεγξε και γι’ αυτό ως παράφρων ο δειλός του έκοψε την κεφαλή» (κάθισμα όρθρου)∙ ότι ήταν εκείνος που «σφράγισε την Παλαιά Διαθήκη και υπήρξε το τέλος των προφητών, ενώ ετοίμασε τον δρόμο της καινής» (ωδή δ΄)∙ ότι τέλος υπήρξε εκείνος που «φάνηκε με τη δύναμη και το πνεύμα του προφήτη Ηλία σαν ακράδαντος πύργος» (ωδή ε΄), ενώ υμνήθηκε από τον Κύριο «ως ο μεγαλύτερος από όλους τους ανθρώπους» (ωδή ζ΄).

Πέραν όμως αυτών. Η υμνολογία της Εκκλησίας μας σήμερα έρχεται να μας εξηγήσει γιατί ο Κύριος θέλησε να τον φανερώσει από την κρυμμένη στη γη για πολλά χρόνια θέση του. Κι η εξήγηση που προσάγει είναι διπλή: αφενός να κηρύξει εκ νέου μετάνοια  στους ανθρώπους, αφετέρου να γίνει ίαμα γι’ αυτούς με τα διάφορα θαύματά του. Με άλλα λόγια η εύρεση της κεφαλής του τιμίου Προδρόμου κατανοείται μέσα στο πλαίσιο της ευεργεσίας του Χριστού στον πιστό λαό του, αποτελεί δηλαδή δώρο Του στην Εκκλησία, γιατί θέλει και να τον παρηγορήσει στον κόσμο τούτο με τα ιάματα που προσφέρει δια της κάρας του Ιωάννου, και να τον βοηθήσει και πάλι να βρει τον αληθινό δρόμο της ζωής, που δεν είναι άλλος από τον δρόμο της μετανοίας και του αγιασμού. Οι πολλές αναφορές του υμνογράφου επί των παραπάνω συγκεφαλαιώνονται θα λέγαμε στους στίχους του συναξαρίου: «Από τη γη φανερώνει ο Πρόδρομος τη σεβάσμια κάρα του, προτρέποντας πάλι να κάνουμε καρπούς άξιους της μετάνοιας. Πρόδρομε, συ που βάπτισες παλιά τον λαό στις πηγές των υδάτων, συ τώρα που φάνηκες από τη γη, βάπτιζέ τον στις πηγές των θαυμάτων».

Αλλ’ είπαμε, οι αναφορές του υμνογράφου είναι πάμπολλες: δεν μπορεί να κάνει οιαδήποτε αναφορά στον άγιο Ιωάννη, χωρίς να νιώσει την ανάγκη να μιλήσει για το πρώτιστο έργο του Προδρόμου, το κήρυγμα της μετανοίας. Προσαρμόζει όμως το έργο αυτό στα δεδομένα της εποχής του, και κάθε εποχής βεβαίως, όσο κι αν είναι σύγχρονη. «Στάλθηκε ο Πρόδρομος σαν φωνή ανθρώπου που φωνάζει στις έρημες καρδιές, εγκεντρίζοντας σ’ αυτές την ευσεβή πίστη του Υιού του Θεού, του αληθινού Θεού» (ωδή η΄). Κι είναι ευνόητο για τον άγιο υμνογράφο ότι μιλώντας για τη μετάνοια μιλάμε για την οδό αγιασμού των ανθρώπων, που οδηγεί στο να γίνει ο άνθρωπος κατοικητήριο του Τριαδικού Θεού. Εκεί οδηγεί η μετάνοια και ο αγιασμός˙ όχι απλώς να γίνει ο άνθρωπος ένας καλός άνθρωπος – πολλοί «καλοί» άνθρωποι από ό,τι μας λένε οι άγιοί μας θα βρεθούν στην κόλαση, σε αρνητική δηλαδή σχέση με τον Θεό – αλλά να γίνει μία φανέρωση Εκείνου, μία ζωντανή παρουσία της Βασιλείας του Θεού στον κόσμο. «Ετοιμάστε, λέει και τώρα (που φανερώθηκε η κεφαλή του) ο Πρόδρομος, την οδό του Κυρίου, διά της αγιότητος. Διότι αυτός θα έλθει μαζί με τον Πατέρα και το Πνεύμα και θα κατοικήσει αιωνίως στις καρδιές μας» (ωδή η΄).

Είναι περισσότερο από σαφές έτσι ότι η εύρεση της κεφαλής του τιμίου Προδρόμου λειτουργεί κατεξοχήν αφυπνιστικά προς την περίοδο που ήδη εισήλθαμε, τη Σαρακοστή. Δεν υπάρχει καλύτερη προετοιμασία μας γι’ αυτήν, περίοδο νηστείας και εγκρατείας, πνευματικής αφύπνισης και κατάνυξης, από ό,τι μας προβάλλει η τεράστια προσωπικότητα του αγίου Ιωάννου. Κι ακριβώς αυτό επισημαίνει μεταξύ άλλων και η υμνολογία της Εκκλησίας: «Ανέτειλε με λαμπρότητα η τίμια κάρα σου από τους άδυτους κόλπους της γης, Πρόδρομε Ιωάννη…Σε παρακαλούμε να μας δώσεις λύση στα δεινά της ζωής μας, όπως και να διανύσουμε τον καιρό της εγκράτειας καρποφόρα με τις πρεσβείες σου» (εξαποστειλάριον όρθρου). Και στους αίνους διαβάζουμε: «Άνοιξε τα προπύλαια της εγκράτειας η πάνσεμνη κεφαλή σου, πανεύφημε, και παρέθεσε σε όλους γλυκύτατη ευχαρίστηση των θείων χαρισμάτων. Σ’ αυτά τα θεία χαρίσματα αν μετέχουμε με πίστη, γλυκαίνουμε την τραχύτητα της νηστείας».

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026

Η ΧΑΡΜΟΣΥΝΗ ΑΠΑΡΧΗ

(Κύρια σημεία ομιλίας στον Κατανυκτικό Εσπερινό της Συγγνώμης, την 22α Φεβρουαρίου 2026, στην Αγία Παρασκευή Ηλιουπόλεως Αττικής) 

«Τόν τῆς νηστείας καιρόν, φαιδρῶς ἀπαρξώμεθα, πρός ἀγῶνας πνευματικούς ἑαυτούς ὑποβάλλοντες˙ ἁγνίσωμεν τήν ψυχήν, τήν σάρκα καθάρωμεν, νηστεύσωμεν ὥσπερ ἐν τοῖς βρώμασιν ἐκ παντός πάθους, τάς ἀρετάς τρυφῶντες τοῦ Πνεύματος˙ ἐν αἷς διατελοῦντες πόθῳ, ἀξιωθείημεν πάντες, κατιδεῖν τό πάνσεπτον Πάθος Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, καί τό ἅγιον Πάσχα, πνευματικῶς ἐναγαλλιώμενοι» (Στιχηρό κατανυκτικό εσπερινού Συγγνώμης).

(Ας ξεκινήσουμε με χαρά  τον καιρό της νηστείας, ρίχνοντας τους εαυτούς μας σε πνευματικούς αγώνες. Ας αγνίσουμε την ψυχή, ας καθαρίσουμε τη σάρκα, ας νηστεύσουμε, όπως κάνουμε για τα φαγητά, από κάθε πάθος, έχοντας ως τρυφή μας τις πνευματικές αρετές. Σ’ αυτές τις αρετές επιμένοντας αδιάκοπα με πόθο, μακάρι να αξιωθούμε όλοι να δούμε καθαρά το πάνσεπτο Πάθος Χριστού του Θεού μας, όπως σκιρτώντας πνευματικά από αγαλλίαση να δούμε και το άγιο Πάσχα).

Α. Το θέμα μας, παρμένο από την ακολουθία του κατανυκτικού εσπερινού, θα είναι ακριβώς ακολουθία των εννοιών ενός ύμνου. Κι είναι σημαντικό να μένουμε στην υμνολογία προς πνευματική καθοδήγησή μας, γιατί μέσα στους ύμνους μαθαίνουμε όλη την πίστη μας αλλά και όλα τα πνευματικά μυστικά (άγιος Πορφύριος). Ο παραπάνω ύμνος θα είναι ο καθοδηγητής μας – θα μπορούσε να είναι και οποιοσδήποτε άλλος – οπότε δεν θα χαθούμε σε θεολογικές ιδιαίτερες αναλύσεις, γιατί θα «προσγειωνόμαστε» συνεχώς από ό,τι πρόκειται ενώπιόν μας. Περιττό να σημειώσουμε πως ό,τι θα πούμε είναι γνωστό, αφού το ακούμε κάθε χρόνο και όχι μόνο από τη λατρευτική και την κηρυκτική ζωή της Εκκλησίας μας.

Β. 1. Το θέμα μας, «Η χαρμόσυνη απαρχή», αναφέρεται στην περίοδο που ξεκινά ουσιαστικά από απόψε: τη Μεγάλη Σαρακοστή, και φαίνεται να προβάλλει δύο παραδοξότητες.

Η πρώτη παραδοξότητα είναι για τον πρώτο όρο: «χαρμόσυνη». Γιατί; Διότι οι πολλοί, ίσως κι εμείς είμαστε μέσα σ’ αυτούς, «σκυθρωπάζουμε» με το άκουσμα της νηστείας και της λέξης  «Σαρακοστή». Γιατί νιώθουμε ότι στριμωχνόμαστε, ότι περιοριζόμαστε, ότι μπαίνουμε σε περίοδο λίγο «σκοτεινή». Σκοτεινή για το «φως» των παθών μας. Θέλουμε να τρώμε και να ευχαριστιόμαστε, να αναπαυόμαστε, να χαλαρώνουμε, να τεμπελιάζουμε καμιά φορά (ή μήπως πάντα;), οπότε το άκουσμα του ονόματος της Σαρακοστής – περιόδου που μας βγάζει από την «άνεσή» μας – μας φέρνει σ’ ένα «πάγωμα» της καρδιάς μας!

Και καταλαβαίνουμε ότι μία τέτοια αίσθηση αποκαλύπτει την προτεραιότητα του εγωισμού, (=ουσίας της αμαρτίας), στη ζωή μας, που φανερώνεται με τη φιληδονία μας, τη φιλαργυρία μας, τις φιλόδοξες τάσεις μας. Δυστυχώς η σαρκολατρεία και η υπερηφάνεια είναι τα κυρίαρχα στοιχεία συχνά  στην ψυχή μας, γι’ αυτό και υπάρχει η συγκεκριμένη σε πολλούς αντίδραση. Μοιάζει με την αντίδραση του ασθενούς όταν πηγαίνει στον γιατρό, ο οποίος του αποκαλύπτει την αρρώστια του και τον θέτει σε μία συγκεκριμένη αγωγή. Αλλά η αγωγή, έστω κι αν υπάρχει «στρίμωγμα» είναι απαραίτητη, γιατί θέλουμε να ζήσουμε και μάλιστα με υγεία. Το ίδιο λοιπόν συμβαίνει και από πλευράς πνευματικής. Η Σαρακοστή, όπως και κάθε άλλη περίοδος νηστείας της Εκκλησίας,  λειτουργεί θεραπευτικά για την αρρώστια του εγωισμού μας. Οπότε, ναι! Φαίνεται ότι υπάρχει παραδοξότητα με τον προσδιορισμό της περιόδου ως χαρμόσυνης, αλλά δεν είναι αλήθεια. Διότι η πνευματικότητα της Σαρακοστής μας φέρνει στα σύγκαλά μας, μας δείχνει τον δρόμο της θεραπείας μας, την εύρεση της αληθινής ζωής μας ως εύρεση του ίδιου του Θεού μας. Ήδη από τον πρώτο νηστίσιμο περιορισμό με την εβδομάδα της Τυρινής ακούμε τα αντίστοιχα λόγια: «Φαιδρά προεόρτια της εγκρατείας, λαμπρά τα προοίμια νηστείας σήμερον. Διό συνδράμωμεν εν πεποιθήσει, αδελφοί, και προθυμία πολλή» (Όρθρ. Δευτ.Τυρινής).

Η δεύτερη παραδοξότητα είναι για τη λέξη «απαρχή» - «φαιδρώς απαρξώμεθα τον της νηστείας καιρόν». Κι ίσως τούτο είναι περισσότερο παράδοξο. Γιατί; Διότι μπορεί να σκεφτεί κανείς ότι για να κάνει ο πιστός τον πνευματικό του αγώνα πρέπει να έλθει η περίοδος της νηστείας ή τέλος πάντων κάποια συγκεκριμένη περίοδος στην Εκκλησία. Αλλά αυτό είναι αντίθετο προς ό,τι ο ίδιος ο Κύριος, ο αρχηγός της πίστεως, έχει καθορίσει. Για τον Κύριο η κάθε ημέρα, η κάθε ώρα,  η κάθε στιγμή, είναι «καιρός μετανοίας», διότι αφότου σαρκώθηκε και έγινε άνθρωπος εισήλθαμε στα λεγόμενα «έσχατα». Δηλαδή με τον ερχομό του Χριστού στον κόσμο δεν έχουμε να περιμένουμε κάτι άλλο για τη σωτηρία του ανθρώπου, την ένωσή του δηλαδή με τον Θεό, οπότε πρέπει να βρισκόμαστε στην απόλυτη «ένταση» (όσιος Σωφρόνιος), για να ζούμε τον Χριστό στην καθημερινότητά μας, προσβλέποντας την ώρα της Δευτέρας Του Παρουσίας. Ζούμε δηλαδή τις «παρατάσεις», για να μιλήσουμε με αθλητική ορολογία, γι’ αυτό και ο χρόνος θεωρείται ως η δωρεά της αγάπης του Θεού, που μας δίνει λίγο περισσότερο χρόνο. «Έδωκα χρόνον ίνα μετανοήση» ο άνθρωπος, ήδη ακούμε στην Αποκάλυψη του Ιωάννου. Ο Κύριος μιλούσε πάντοτε για την εγρήγορση και τη νήψη στην οποία πρέπει να βρισκόμαστε, διότι κανείς δεν ξέρει την ώρα του και πάλι ερχομού Του. «Γίνεσθε έτοιμοι ότι η ώρα ου δοκείτε ο Υιός του ανθρώπου έρχεται». Ότι έτσι ζούσε τα πράγματα απαρχής η Εκκλησία το λέει απερίφραστα μεταξύ των άλλων και ο απόστολος Πέτρος (Β΄ επ.), όταν σημειώνει ότι «δεν καθυστερεί την έλευσή Του ο Κύριος της δόξας, ο Χριστός, αλλά μακροθυμεί απέναντί μας, μη θέλοντας να χαθούν ορισμένοι, αλλά όλοι ει δυνατόν να προχωρήσουν σε μετάνοια».

Πώς λοιπόν να μη μιλάμε για παραδοξότητα της «απαρχής», όταν απαρχή θεωρείται η κάθε στιγμή της ζωής μας, με τον αγώνα να παραμένουμε πάντοτε αναμάρτητοι; Βεβαίως αμαρτάνουμε, αλλά γι’ αυτό σε κάθε στιγμή πτώσεώς μας «λόγω, έργω, διανοία» ακούγεται ο λόγος ο εκκλησιαστικός: «Οσάκις αν πέσης, έγειραι και σωθήση». Σε κάθε στιγμή καλούμαστε να κάνουμε αρχή. «Καταξίωσον Κύριε εν τη ημέρα, τη εσπέρα, τη νυκτί ταύτη αναμαρτήτους φυλαχθήναι ημάς». Οπότε, η μόνη εξήγηση για την απαρχή της μετανοίας στη Σαρακοστή και σε κάθε ιδιαίτερη περίοδο  είναι ότι η Εκκλησία μας έρχεται να μας υπενθυμίσει μ’ έναν ξεχωριστό τρόπο αυτό που πρέπει να κάνουμε συνεχώς. Σαν την εορτή των Χριστουγέννων για παράδειγμα: ενώ την ενανθρώπηση του Θεού τη ζούμε αδιάκοπα, γιατί είναι η βάση της Εκκλησίας, όμως λαμπρώς και πανηγυρικώς την εορτάζουμε τις ξεχωριστές ημέρες των Χριστουγέννων.

2. Το τροπάριο, στο τέλος του, μας βοηθάει θέτοντάς μας το όραμα που πρόκειται ενώπιόν μας: Είναι το πάνσεπτο Πάθος του Κυρίου Ιησού Χριστού και η προσμονή της Αναστάσεώς Του. Όπως ένας αθλητής είναι έτοιμος να ξεκινήσει τον αγώνα προσβλέποντας στο στεφάνι της νίκης, έτσι κι εμείς: ο αγώνας δεν γίνεται για τον αγώνα, αλλά για να φθάσουμε κάπου. Και το κάπου είναι ό,τι πιο μεγαλειώδες μπορεί να υπάρχει: η όραση του Πάθους και της Αναστάσεως. Όραση ασφαλώς όχι ως απλώς μία εξωτερική θέα που μας κρατάει αμέτοχους, αλλά όραση ως συμμετοχή, ως εμπειρία του Σταυρού και της Αναστάσεως – συσταύρωση με τον Χριστό και ανάσταση μαζί Του. (Ορώ τον Χριστό γιατί βρίσκομαι μέσα στο φως Του – η εμπειρία του θαβωρίου φωτός, όπως κυρίως την ανέπτυξαν ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, ο άγιος Συμεών ο νέος θεολόγος κ.ά.π.). Η προοπτική αυτή φωτίζει και νοηματοδοτεί τον όποιο αγώνα και την όποια προσπάθεια.

Μα είναι δυνατόν να γίνω μέτοχος του Χριστού και Θεού; Δεν σημαίνει τούτο ότι γίνομαι και εγώ Θεός; Είναι το μεγαλείο να είμαστε χριστιανοί ως μέλη Χριστού και του σώματός Του της Εκκλησίας. Αυτό είναι η κλήση μας και γι’  αυτό βαπτιζόμαστε, χριζόμαστε, κοινωνάμε το σώμα και το αίμα Του. «Εγώ το αμπέλι και εσείς τα κλήματα» είπε ο Χριστός. Μας έδωσε τη χάρη να είμαστε οντολογικά ενωμένοι μαζί Του, ώστε να ζούμε μέσα Του κι Εκείνος μέσα μας. Θα πει για παράδειγμα ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης: ο Χριστός μακάρισε όχι εκείνον που έμαθε κάτι για τον Θεό, αλλά που απέκτησε τον Θεό μέσα στην ύπαρξή του - «το εν εαυτώ σχειν τον Θεόν». Οπότε, ο άγιος υμνογράφος μας υπενθυμίζει εδώ το όραμά μας, που συνιστά ταυτοχρόνως τη μυστική διαρκή πραγματικότητα της ζωής μας. Ό,τι δηλαδή είμαστε αυτό και να ζούμε, να γινόμαστε αυτό που είμαστε. Με άλλα λόγια, η Σαρακοστή με την πρόκλησή της να ζούμε με τη μεγαλύτερη δυνατή ένταση τον πνευματικό αγώνα μάς βοηθάει στο να αποκαλυφθεί αισθητά και ενεργά η δωρεά του αγίου βαπτίσματός μας.

Για το όραμα αυτό της Σαρακοστής ως μετοχή στο φως του Πάθους και της Αναστάσεως του Χριστού λέει το εξής ο μεγάλος όσιος Σωφρόνιος ο Αθωνίτης, του Έσσεξ: «Πῶς πρέπει νά περάσουμε τήν περίοδο τῶν Νηστειῶν; Σᾶς μίλησα ἤδη γιά τή μέθοδό μου, τήν ὁποία σᾶς συνιστῶ νά ἀφομοιώσετε. Ἡ μέθοδος αὐτή εἶναι ἡ ἀκόλουθη: νά δοῦμε τόν τελικό μας σκοπό καί νά βαδίσουμε πρός αὐτόν ἀρχίζοντας ἀπό τό ἀλφάβητο. Ὅσον ἀφορᾶ τή Μεγάλη Τεσσαρακοστή, πρέπει νά θέσουμε στόν ἑαυτό μας τήν ἴδια ἀκριβῶς ἀρχή, ἀλλά σέ μικρότερες διαστάσεις. Πρέπει νά ἐννοήσουμε ὅτι μᾶς προτείνονται πενήντα ἡμέρες νηστείας ὡς προετοιμασία γιά τήν ὑποδοχή τῆς ἐκ νεκρῶν ἀναστάσεως. Καί ἐμεῖς θά οἰκοδομήσουμε ἔτσι τή θεωρία μας: Τώρα ἀρχίζει ὁ πνευματικός μας ἀγώνας…Ἄν μπροστά μας ὑψώνεται τέτοιος σκοπός, θά δεχθοῦμε τή Μεγάλη Τεσσαρακοστή ὡς ἁγία περίοδο στή ζωή ὅλου τοῦ χρόνου («Οἰκοδομώντας τόν Ναό τοῦ Θεοῦ..., τόμ. Β΄, σελ. 220-222»).

3.  Η προσμονή της μετοχής στο άκτιστο φως του Πάθους και της Αναστάσεως του Χριστού δεν γίνεται χωρίς προϋποθέσεις. Τι μας λέει ο άγιος υμνογράφος; Να ρίξουμε τον εαυτό μας στους πνευματικούς αγώνες. Διότι πρέπει να «συγγενέψουμε» με τον Χριστό για να μας φανερωθεί και να «αναπαυθεί» στην ψυχή και το σώμα μας. Και οι πνευματικοί αγώνες αναφέρονται γι’ αυτό και στα δύο μέρη του ανθρώπου: την ψυχή και το σώμα του. «Ας αγνίσουμε την ψυχή, ας καθαρίσουμε τη σάρκα, ας νηστεύσουμε, όπως κάνουμε για τα φαγητά, από κάθε πάθος, έχοντας ως τρυφή μας τις πνευματικές αρετές». Στην πραγματικότητα όλος ο πνευματικός αγώνας γίνεται μέσω της τηρήσεως των εντολών του Χριστού. Δεν υπάρχει τίποτε ανώτερο από αυτές. Διότι μέσα στις εντολές Του φανερώνεται ο Ίδιος ο Χριστός, αφού η τήρησή τους αποτελεί τη μεγαλύτερη απόδειξη αγάπης προς Αυτόν. «Εάν αγαπάτε με, τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε» (ο Κύριος).

Οπότε κρατάει αγνή κάποιος την ψυχή του, (κατά την εντολή «αγνίζετε εαυτούς, καθώς Εκείνος αγνός εστι»), όταν αγωνίζεται να βρίσκεται εκεί που τον παραπέμπουν οι εντολές του Χριστού, δηλαδή στην πίστη σ’ Αυτόν και την αγάπη στον συνάνθρωπο. «Αύτη εστίν η εντολή Αυτού, ίνα πιστεύσωμεν τω ονόματι του Υιού Αυτού και αγαπώμεν αλλήλους». Πίστη στον Χριστό, αγάπη στον συνάνθρωπο. Είναι η κεντρική και πρώτη εργασία του ανθρώπου. «Εργάζεσθε μη την βρώσιν την απολλυμένην, αλλά την βρώσιν την μένουσαν εις ζωήν αιώνιον… Τούτο εστί το έργον του Θεού, ίνα πιστεύσητε εις Ον απέστειλεν Εκείνος». Και δεν μπορεί κανείς να ξεχωρίσει τα δύο αυτά, την πίστη και την αγάπη, γιατί το ένα αποκαλύπτει την ύπαρξη του άλλου. «Πίστις δι’ αγάπης ενεργουμένη». Μεμονωμένη προσέγγιση της πίστης χωρίς την αγάπη κάνει τον άνθρωπο όμοιο και με τον… διάβολο! Διότι «και τα δαιμόνια πιστεύουσι και φρίττουσι». Όταν ο άνθρωπος βρίσκεται πάνω στην εργασία αυτή, απεμπλέκεται κατ’ ανάγκην από οτιδήποτε βρόμικο μπορεί να υπάρχει ή πάει να αναπτυχθεί μέσα του. «Λαξεύεται η καρδιά του ανθρώπου» με τον λόγο του Χριστού που παραμένει μέσα του.

Κι αυτή η εργασία απαιτεί και τον αγώνα της νηστείας: «ας καθαρίσουμε τη σάρκα». Όχι το σώμα, αλλά το σώμα που διακατέχεται από το αμαρτωλό φρόνημα, το οποίο είναι ενάντιο προς το φρόνημα του Χριστού και κάνει το σώμα να άγεται και να φέρεται από τα ψεκτά πάθη του. «Η σαρξ επιθυμεί κατά του Πνεύματος και το Πνεύμα κατά της σαρκός». Η νηστεία λοιπόν ως εγκράτεια είναι το πρώτο εργαλείο για να μπορεί ο άνθρωπος να υποτάξει τις άτακτες ορμές του σώματός του (που αναπτύχθηκαν μετά την πτώση στην αμαρτία), ώστε να μπορεί το σώμα να υποτάσσεται στην ψυχή την καθαρισμένη από τις εντολές του Χριστού. Γι’ αυτό και το εξισώνει ο υμνογράφος: «να νηστέψουμε από τα φαγητά (νηστεία σωματική), να νηστέψουμε από κάθε πάθος (νηστεία ψυχική)». Δηλαδή η νηστεία, (την οποία έκανε και ο ίδιος ο Κύριος χωρίς να τη χρειάζεται), γίνεται για να μπορεί ο άνθρωπος να ζει το θέλημα του Θεού με άνεση, να αγαπά σωστά τον Θεό και να αγαπά τον συνάνθρωπό του. («Ταύτην την εντολήν ελάβομεν παρ’ Αυτού, ίνα ο αγαπών τον Θεόν αγαπά και τον αδελφόν αυτού»).

Γι’ αυτό και βλέπουμε την έγνοια πάντοτε των αγίων Πατέρων για το νόημα αυτό της νηστείας. Σαν του αγίου Βασιλείου το κείμενο που έγινε ύμνος και της περιόδου αυτής: «Νηστεύσωμεν νηστείαν δεκτήν, ευάρεστον τω Κυρίω. Αληθής νηστεία, η τών κακών αλλοτρίωσις, εγκράτεια γλώσσης, θυμού αποχή, επιθυμιών χωρισμός, καταλαλιάς, ψεύδους, καί επιορκίας. Η τούτων ένδεια, νηστεία εστίν, αληθής καί ευπρόσδεκτος».

4. Ποια τα σημάδια ότι γίνεται σωστά ο πνευματικός αγώνας; Πρώτον: η τρυφή από τις πνευματικές αρετές. Ο άνθρωπος που στρέφεται εν μετανοία στον Θεό, άρα καρποφορώντας τις αρετές ως φανέρωση του Αγίου Πνεύματος, αρχίζει και χαίρεται στην καρδιά του. Η έλλειψη της χαράς είναι σημάδι ότι κάτι δεν πηγαίνει καλά στον πνευματικό αγώνα. Και χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή, γιατί χαρακτηριζόμαστε συχνά οι χριστιανοί από μία μεγάλη μιζέρια. Όλοι και όλα μας φταίνε. Η γκρίνια καθορίζει την πορεία της ζωής μας. Κι έρχεται ο υμνογράφος, εκφράζοντας τη συνολική πατερική διδασκαλία και εμπειρία, για να μας πει ακριβώς τούτο: όχι απλώς χαρά, αλλά «τρυφή». Μία «ασωτία» θα έλεγε κανείς πάνω στις αρετές που φέρνει στην ύπαρξή μας η χάρη του Θεού. Μπορεί στην αρχή να «στυγνάζουμε», να δυσανασχετούμε, αλλά πολύ σύντομα η (εξωτερική) θλίψη μεταβάλλεται σε χαρά. Γιατί χαρά είναι ο Χριστός. «Χαίρετε» ήταν πάντοτε η προτροπή Του. «Την χαράν την εμήν ουδείς αίρει αφ’ υμών» υποχέθηκε. Και οι απόστολοι αυτό κήρυσσαν: «Πάντοτε χαίρετε».

Δεύτερον, ο πόθος. Να παραμένει κανείς στον πνευματικό αγώνα, δηλαδή στην τήρηση των εντολών του Χριστού, με πόθο, με έρωτα ψυχής. Όχι να σερνόμαστε, δείγμα ότι κυριαρχεί μέσα μας ο εγωισμός, αλλά να τρέχουμε, όπως το λέει ο απόστολος Παύλος: «δι’ υπομονής τρέχομεν τον προκείμενον ημίν αγώνα, αφορώντες εις τον της πίστεως αρχηγόν και τελειωτήν Ιησούν». Διότι πράγματι ο Κύριος κρύβεται, κατά τον λόγο του Ίδιου και την εμπειρία των αγίων Του, μέσα στις εντολές Του. Οπότε, αγωνιζόμενοι στην τήρηση των εντολών, στην πραγματικότητα φανερώνουμε την ποιότητα και την ποσότητα της αγάπης μας προς Εκείνον.  

Γ. Ο πνευματικός αγώνας είπαμε διεξάγεται αδιάκοπα από τον χριστιανό. Ό,τι μας προβάλλει η Εκκλησία την περίοδο της Σαρακοστής, καλούμαστε στην πραγματικότητα να το ζούμε την κάθε στιγμή της ζωής μας. Ο άγιος Παΐσιος έλεγε: «όλη η ζωή μου είναι μία Σαρακοστή», οπότε διαλείμματα στα πνευματικά δεν υπάρχουν. Μόλις πάει κανείς να «ξεκουραστεί» και να χαλαρώσει, ήδη έχει αρχίσει η κατρακύλα του. Το λέει απόλυτα ο Κύριος: «ο μη ων μετ’ εμού κατ’ εμού εστι» - δεν προχωρούμε συνεχώς μαζί Του υπακούοντας στις εντολές Του; Γινόμαστε αντίχριστοι! Ακριβώς γι’ αυτό, επειδή δεν έχει τέλος η πνευματική ζωή, αλλά βιώνεται ως διαρκής επέκταση, η παρουσία του φωτός της Αναστάσεως είναι παρούσα και την κάθε στιγμή της ζωής μας.