Πέμπτη 12 Μαρτίου 2026

ΟΛΟ ΚΑΙ ΓΙΝΟΜΑΙ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟΣ!

 

ΠΕΜΠΤΗ Γ΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

«Ὀλισθαίνων τοῖς χείροσι προσεπεκτείνομαι καί τῷ μώλωπι τραῦμα προσεπιτίθημι˙ ἴασαι, Χριστέ, τήν λιθώδη μου πώρωσιν, ταῖς τῶν Ἀποστόλων, Οἰκτίρμον, ἱκεσίαις» (ωδή η΄).

(Την ώρα που γλιστράω στην αμαρτία, επεκτείνομαι ακόμη περισσότερο στα χειρότερα, όπως και στους μώλωπες που μου προξενούν οι αμαρτίες εγώ προσθέτω κι άλλο τραύμα. Γιάτρεψε, Χριστέ, την πώρωσή μου που ’ναι σκληρή σαν λίθος, με τις ικεσίες των Αποστόλων Σου).

Ο άγιος υμνογράφος Ιωσήφ επισημαίνει στον ύμνο την τραγωδία στην οποία βρίσκεται ο άνθρωπος, δηλαδή ο καθένας μας, όταν αμαρτάνει και δεν μετανοεί όπως πρέπει. Όπως είναι γνωστό, η αμαρτία δεν είναι μία επιλογή του ανθρώπου χωρίς επιπτώσεις στη ζωή του. Δυστυχώς τα αποτελέσματά της είναι ο ίδιος ο θάνατος, πνευματικός και σωματικός – «τά γάρ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος» κατά τον Απόστολο – που σημαίνει ότι η αμαρτία όχι μόνο έχει αντίκτυπο στην υγεία του σώματος, αλλά πρωτίστως της ίδιας της ψυχής: ο αμαρτάνων αλλοιώνεται ψυχολογικά, συναισθηματικά, βουλητικά, με άμεση επίπτωση και στις σκέψεις του.  Το συνολικό αποτέλεσμα, κατά τον υμνογράφο μας, είναι ότι η αμαρτία σκληραίνει την ψυχή μας, την κάνει σαν πέτρα, γεγονός που κάνει τον άνθρωπο να νιώθει τις απαρχές της κόλασης. Κόλαση δεν είναι «καζάνια που βράζουν» ή φωτιές αναμμένες, αλλά η ανυπαρξία «σάρκινης καρδιάς», η έλλειψη δηλαδή οποιασδήποτε αγάπης και ορθής κοινωνίας με τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Ας θυμηθούμε το περιστατικό του Γεροντικού με τον άγιο Μακάριο, που το πνεύμα ενός ιερέα των ειδώλων μίλησε στον άγιο, καθώς τον κίνησε η αγιότητα του Μακαρίου όταν συνάντησε το κρανίο του, για να του πει ότι κόλαση είναι ακριβώς η έλλειψη επικοινωνίας των ανθρώπων – είμαστε πλάτη με πλάτη, είπε – και παρηγοριά προσωρινή υπάρχει όταν κάποιος άγιος προσεύχεται για εμάς και γυρίζουμε και βλέπουμε ο ένας το πρόσωπο του άλλου.

Ο άγιος Ιωσήφ όμως, κινούμενος αγιογραφικά αλλά και εμπειρικά, επισημαίνει όχι μόνο τη λιθώδη πώρωση της καρδιάς που φέρνει η αμαρτία αλλά και τη λειτουργία της αμαρτίας μέσα στην ύπαρξη του ανθρώπου. Ο αμαρτάνων και μη σπεύδων να μετανοήσει αμαρτάνει διαρκώς αυξητικά! Βλέπει το κακό που του κάνει η αμαρτία και η αντίδρασή του είναι να… προσθέτει και άλλη αμαρτία. Αμαρτία στην αμαρτία, το ένα κακό πάνω στο άλλο. Η Αγία Γραφή, ήδη από την Παλαιά Διαθήκη, το επισημαίνει: «ο ρυπαρός ας γίνεται πιο ρυπαρός ακόμη, και ο κακός ακόμη χειρότερος»! Και πάλι θυμίζει η περίπτωση το άλλο περιστατικό του Γεροντικού, όπου ένας όσιος ασκητής κατάλαβε τι συμβαίνει με τους ανθρώπους, όταν είδε κάποιον να μην μπορεί να σηκώσει ένα μεγάλο δεμάτι ξύλα. Και τι έκανε ο άνθρωπος αυτός; Αντί να ελαφρύνει το φορτίο, έκοβε κι άλλα ξύλα και τα πρόσθετε στο ήδη μεγάλο δεμάτι. Η πληροφορία που έλαβε από τον Θεό ο όσιος στην απορία του ήταν ακριβώς αυτή: οι άνθρωποι έτσι δυστυχώς συμπεριφέρονται. Αμαρτάνουν και αντί να μετανοούν προσθέτουν και άλλες αμαρτίες στην ήδη βαριά καρδιά τους.

Η θεραπεία είναι μονόδρομος για τον άγιο και κάθε χριστιανό: να στραφεί ο άνθρωπος εν μετανοία στον μόνο Ιατρό των ψυχών και των σωμάτων, τον Κύριο Ιησού Χριστό, γιατί είναι ο Μόνος ως ο ενανθρωπήσας Θεός που ήλθε ακριβώς για την ίαση του ανθρώπου. «Ἐγώ ἦλθον ἵνα ζωήν καί περισσόν ζωῆς ἔχωσιν οἱ ἄνθρωποι». Και στη μετάνοια αυτή μεγάλη βοήθεια, υπενθυμίζει ο άγιος, προσφέρουν οι άγιοι Απόστολοι. Γιατί είμαστε όλοι μέλη Χριστού, συνεπώς ο καθένας, και μάλιστα τα εξαίρετα μέλη όπως η Παναγία μας και οι Απόστολοι, μπορούν να βοηθήσουν τα υπόλοιπα ασθενικά μέλη σαν κι εμάς. Όπως το ψάλλουμε  διαρκώς και στην περίοδο της Σαρακοστής: «Ἱκετεύσατε ὑπέρ ἡμῶν ἅγιοι Ἀπόστολοι καί ἅγιοι Πάντες, ἵνα ῥυσθῶμεν κινδύνων καί θλίψεων. Ὑμᾶς γάρ θερμούς προστάτας πρός τόν Σωτῆρα κεκτήμεθα».  

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΘΕΟΦΑΝΗΣ ΤΗΣ ΣΙΓΓΡΙΑΝΗΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ

«Ο όσιος Θεοφάνης είχε πατέρα τον ηγεμόνα Ισαάκ και μητέρα τη Θεοδότη. Πέθανε ο πατέρας του, οπότε τον ανάθρεψε μόνη η μητέρα του. Σε ηλικία δώδεκα ετών, τον αρραβώνιασαν με μια κοπέλα, κι έζησε μαζί της οκτώ χρόνια, έχοντας και οι δύο πλούτο πολύ. Ο όσιος έχοντας ως σύμβουλο  έναν υπηρέτη του, είχε μεγάλο πόθο να ακολουθήσει τον μοναχικό βίο. Όταν πέθανε και η μητέρα του, που του άφησε άπειρο πλούτο, ο πεθερός του τον εκβίαζε να εκπληρώσει ό,τι είχε κανονιστεί για τον γάμο. Πράγματι, ήλθε η ημέρα του γάμου, ετοιμάστηκε ο νυφικός κοιτώνας, ψάλθηκε ο γάμος και εκτελέστηκαν όλα τα σχετικά. Όταν όμως ήλθε η ώρα να μείνει μόνο το ζευγάρι, ο Θεοφάνης φανέρωσε τους κρυφούς λογισμούς του περί της αφιερώσεώς του στον Θεό στη νέα, η οποία και συγκατατέθηκε, με τη διαβεβαίωση ότι αυτό που εκείνος προτίθεται να κάνει, το ίδιο θα κάνει και εκείνη με προθυμία. Ο Θεοφάνης όταν άκουσε τον λόγο της γυναίκας του, ευχαρίστησε τον Θεό. Κι από τότε λοιπόν και οι δύο έκαναν τις ημερήσιες και νυκτερινές προσευχές τους.

Έμαθε τα παραπάνω ο Λέων, ο δυσσεβής βασιλιάς, όπως και ο πεθερός του, και προσπάθησε να εμποδίσει τους νέους από το σκοπό τους. Γι’ αυτό και έστειλε τον όσιο ο βασιλιάς για να βοηθήσει στην ανέγερση του Κάστρου της Κυζίκου, το οποίο κτιζόταν τότε. Απήλθε πράγματι ο τίμιος νέος, και με έξοδα δικά του έφερε σε πέρας την υπηρεσία του κυρίαρχου. Στο εικοστό πρώτο έτος της ηλικίας του Θεοφάνη, ο θηριώνυμος βασιλιάς και ο πεθερός του έφυγαν από τη ζωή, οπότε ελευθερώθηκε όχι μόνο ο νέος, αλλά και όλη η οικουμένη, καθώς διαδέχτηκε την εξουσία η Ειρήνη.

Επειδή όλα έγιναν όπως τα είχε στο νου του, μοίρασε την περιουσία του στους φτωχούς και τους ενδεείς και απελευθέρωσε τους υπηρέτες του. Στη δε τίμια σύζυγό του έδωσε πολλά χρήματα και την οδήγησε στη Μονή του Πρίγκιπα να γίνει μοναχή, η οποία ονομάστηκε Ειρήνη αντί Μεγαλώ. Ο ίδιος δε πρόσφερε στον Κύριο τον εαυτό του και ιερουργούσε στη Μονή που βρισκόταν στο όρος των Σιγγρανικίων και που λεγόταν Πολυχρόνια. Όταν έγινε μοναχός, δεν καταδέχτηκε καθόλου να έχει κάποια εξουσία, αλλά καθόταν ησυχάζοντας στο κελλί του, έβγαζε τα της τροφής του με τα χέρια του καλλιγραφώντας, κι έμεινε εκεί στο κελλί για έξι χρόνια. Μετά από αυτά, αναχώρησε από εκεί και πήγε στο Νησί που λεγόταν Καλώνυμος, στο οποίο και έφτιαξε μοναστήρι, αλλά και πάλι επέστρεψε στο όρος της Σιγγριανής. Σε ηλικία πενήντα ετών ασθένησε από λιθίαση της κύστης με συμπτώματα νεφρικής ανεπάρκειας. Από αυτό το δύσκολο νόσημα έμεινε για πάντα κλινήρης και ακίνητος.

Ύστερα από αυτά έγινε βασιλιάς ο Λέων ο Αρμένιος. Αυτά όμως που του συνέβησαν τα γνωρίζουν όλοι. Τότε δηλαδή ο ανόητος και ανόσιος έστειλε ανθρώπους του προς τον άνθρωπο του Θεού, λέγοντας του: έλα, προσευχήσου για εμάς, διότι εκστρατεύω κατά των βαρβάρων. Ο όσιος λοιπόν επειδή δεν μπορούσε να κινηθεί, μετατέθηκε με άμαξα σε πλοίο και οδηγήθηκε προς τη Βασιλεύουσα. Και ναι μεν τη δυσειδή όψη του τύραννου δεν είδε, του έστειλε όμως εκείνος μήνυμα, λέγοντάς του: Αν δεχτείς την παράκλησή μου, θα δώσω και σε εσένα και στο Μοναστήρι σου πολλά αγαθά. Αν όχι, θα σε τιμωρήσω κρεμώντας σε σε ξύλο, έτσι ώστε να φοβηθούν και οι άλλοι. Ο δε ομολογητής είπε: Μην αδειάσεις τους θησαυρούς των δωρεών σου,  και το ξύλο της αγχόνης ή και τη φωτιά, ετοίμασέ τα σήμερα. Διότι εγώ αυτό επιθυμώ για την αγάπη του Χριστού μου.

Τα άκουσε αυτά ο αναιδής και τον παρέδωσε στον τότε πατριάρχη, τον Ιωάννη τον Μάντη, ο οποίος καυχιόταν για τη δύναμη των λόγων του και ήταν γεμάτος από το μίσος των εικονομάχων απέναντι στους ορθοδόξους. Πίστευε δηλαδή ο Λέων ότι με τις σοφιστείες του πατριάρχη θα αλλάξει το φρόνημα του οσίου. Πράγματι ο όσιος αφού οδηγήθηκε στη Μονή των Σεργίου και Βάκχου, που βρισκόταν δίπλα από το παλάτι, ήλθε σε αντιπαράθεση λόγων προς τον Μάντη, τον νίκησε, τον κατέπληξε με την υπάρχουσα σοφία του, του έδειξε το αμετάθετο της γνώμης του και τον έστειλε ντροπιασμένο στον μανιώδη τύραννο, με την εντύπωση για τον δειλό του αγροίκου μάλλον παρά του ρήτορα. Ο Μάντης τότε ανήλθε προς τον βασιλιά και του είπε: Βασιλιά, είναι πιο εύκολο να μαλάξεις το σίδερο με το κερί παρά να μεταπείσεις τον άνδρα αυτόν προς το θέλημά σου.

Μόλις άκουσε αυτά ο τύραννος, τον στέλνει στα ανάκτορα του Ελευθερίου και τον φυλακίζει σε ένα σκοτεινότατο οίκημα, βάζοντας και φρουρούς, ώστε κανείς να μην μπορεί να τον διακονήσει. Έμεινε έτσι δύο χρόνια, πιεζόμενος από θλίψεις και στενοχώριες, αλλά ακόμη κι έτσι ντρόπιασε τον τύραννο. Επειδή όμως αναγκαζόταν  καθημερινά να υποκύψει στο θέλημα του βασιλιά και δεν υποχωρούσε, εξορίζεται στη νήσο της Σαμοθράκης. Αυτή όμως η εξορία του έφερε γρήγορα τον θάνατό του. Διότι μετά από είκοσι τρεις  ημέρες στη Νήσο κοιμήθηκε εκεί κι επήγε όσια και ειρηνικά στον Κύριο. Τι πρέπει πια να πούμε για το πόσες πολλές ευλογίες γέμισε τον τόπο και για το πόσες θεραπείες αξιώθηκε να δεχτεί ο χώρος εκείνος;»

Ο άγιος Θεοφάνης είναι ο υμνογράφος του συνονόματού του οσίου Θεοφάνη. «Θεοφάνης μέλπει σε τον Θεοφάνην» είναι μάλιστα η ακροστιχίδα του κανόνα του προς τον όσιο. Και θεωρεί υποχρέωσή του, μένοντας έκπληκτος και με θαυμασμό μπροστά στην αγιότητα του ομωνύμου του οσίου, να ζητήσει τη χάρη εκείνου, προκειμένου και ο ίδιος να κάνει πράξη ό,τι μόνον επιτελεί στα λόγια. Ο οίκος του κοντακίου είναι κατεξοχήν ενδεικτικός αφενός της αγιότητας του οσίου Θεοφάνη, αφετέρου της ταπείνωσης του υμνογράφου αγίου Θεοφάνη, που αναγνωρίζει τη μικρότητα και την αμαρτωλότητά του μπροστά στο ύψος του εγκωμιαζομένου οσίου. «Χωρίς να προτιμήσεις τίποτε επίγειο, ακολούθησες με χαρά τον Χριστό που σε καλούσε. Κι έλαβες τον ζυγό Του στους ώμους σου πρόθυμα και έτσι βρήκες ανάπαυση στην ψυχή σου. Αυτήν την ανάπαυση στείλε την και σε εμένα τον πτωχό και ράθυμο, ο οποίος έχω λόγια αλλά καθόλου πράξη, μένοντας προσκολλημένος στα πράγματα του βίου. Θαυμάζω όμως σε εσένα πώς απομακρύνθηκες από όλα και στερήθηκες και τη γυναίκα σου και τον πλούτο σου». Και  μπορεί βεβαίως η ταπείνωση του αγίου υμνογράφου να τον κάνει να έχει αυτήν τη αίσθηση της μικρότητάς του, μας διδάσκει όμως ότι τους αγίους μας, αν δεν μπορούμε επακριβώς να τους μιμηθούμε, τουλάχιστον πρέπει να τους θαυμάζουμε, ώστε αυτών τη ζωή να προβάλλουμε ως μέτρο και όχι τη δική μας εμπάθεια. Κάτι παρόμοιο δηλαδή που λέει και ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, ο οποίος γράφοντας για παράδειγμα για την αρετή της ταπείνωσης σημειώνει ότι μπορεί να μην έχουμε φτάσει στο ύψος της, όμως τουλάχιστον πρέπει να την επαινούμε.

Ο υμνογράφος λοιπόν επαινεί τον όσιο Θεοφάνη για την πιστότητά του στην ακολουθία του Χριστού. Αν δηλαδή ο όσιος άγιασε, ήταν γιατί τον Χριστό προσπάθησε να ακολουθήσει, φανερώνοντας έτσι τη μεγάλη αγάπη του προς Εκείνον. Πράγματι, επανειλημμένως αναφέρεται στη σφοδρή σαν φωτιά πίστη στον Χριστό του οσίου, και τον βαθύ έρωτά του προς Εκείνον, που τον έκανε να καταφρονήσει κάθε πόθο για τα πράγματα του κόσμου. «Επακολούθησες τα ίχνη του ενανθρωπήσαντος Θεού, Πάτερ, γιατί φλογίστηκες από την πίστη Του» (ωδή α΄). «Θέλχθηκες από τον ποθεινότατο έρωτα του Δεσπότη σου Χριστού, γι’ αυτό και καταφρόνησες κάθε κοσμικό πόθο» (ωδή α΄). Κι είναι μία αλήθεια που επανειλημμένως μας θυμίζει η Εκκλησία μας: δεν υπάρχει περίπτωση κάποιος άνθρωπος να ξεπεράσει τη γοητεία και τις παγίδες που στήνει ο κείμενος εν τω πονηρώ κόσμος, παρά μόνον αν γοητευθεί από κάτι ισχυρότερο. Και το μόνο ισχυρότερο, που δίνει ώθηση απεμπλοκής και από τα υπάρχοντα μέσα μας πάθη, είναι η αγάπη του Χριστού. «Νίκα εν τω αγαθώ το κακόν» σαλπίζει αξιωματικά ο απόστολος Παύλος. Μόνον με το αγαθό νικιέται το κακό. Διαφορετικά, αν πιστεύει κανείς ότι μόνος του ή με τη βοήθεια κάποιων ωραίων φιλοσοφιών μπορεί να νικήσει τα πάθη του, είναι πολύ γελασμένος. «Χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» είναι ο αποκαλυπτικός λόγος του Κυρίου, ο οποίος επιβεβαιώνεται εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια και πλέον στη ζωή των συνεπών πιστών.

Ο άγιος υμνογράφος δεν είναι δυνατόν να μην αναφερθεί και στον αγώνα της Εκκλησίας της εποχής του οσίου Θεοφάνη: κατά των αιρετικών εικονομάχων και στη δίωξη που υπέστη από αυτούς. Ο όσιος Θεοφάνης λοιπόν υπήρξε ομολογητής και για τη σθεναρή στάση του απέναντι στους κρατούντες τότε αιρετικούς. Υπέστη βάσανα, φυλακίσεις, εξορία. Στην εξορία μάλιστα άφησε και την τελευταία του πνοή. Ο υμνογράφος μας όμως μας θυμίζει μία αλήθεια στο θέμα των εικόνων, που όταν βρίσκεται σε παρόμοια περίπτωση αγίων, αρέσκεται στην προβολή της. Ο εορταζόμενος όσιος προσκυνούσε τις εικόνες, και μάλιστα του Δεσπότη Χριστού, γιατί ο ίδιος είχε αναστηλωμένη την εικόνα Του στην ψυχή του. Μόνον δηλαδή όποιος είναι αληθινός άνθρωπος, έχοντας τον Χριστό στην ψυχή του, αυτός μπορεί ανεμπόδιστα και με επίγνωση να προσκυνά και τις άγιες εικόνες της Εκκλησίας μας. Πολέμιος των εικόνων επομένως γίνεται εκείνος που έχει «στραπατσάρει» την εικόνα του Θεού μέσα του. Τυφλός με άλλα λόγια ως προς τον εαυτό του, χωρίς επίγνωση του μεγαλείου του ίδιου του ανθρώπου ως κατ’ εικόνα Θεού δημιουργημένου, τυφλά προσεγγίζει και τον Χριστό και τους αγίους Του. «Έχοντας την ψυχή σου κατ’ εικόνα του Δημιουργού σου, προσκυνούσες την άχραντη εικόνα του Δεσπότη Χριστού, ασπαζόμενος αυτήν με πόθο» (ωδή ε΄).  

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2026

ΘΑ ΓΥΡΙΣΩ ΠΙΣΩ ΣΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ!

 

ΤΕΤΑΡΤΗ Γ΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

«Ἐν τιμῇ ὤν υἱότητος Πατρός ἀγαθοῦ, ὁ ἄνους ἐγώ οὐ συνῆκα, ἀλλ’ ἐμαυτόν τῆς δόξης ἐστέρησα, τόν πλοῦτον κακῶς δαπανήσας τῆς χάριτος· λειπόμενος δέ θείας τροφῆς, παράσιτος γέγονα μιαρῷ πολίτῃ· ὑπ’ αὐτοῦ δέ πεμφθείς εἰς τόν αὑτοῦ ψυχοφθόρον ἀγρόν, ζῶν ἀσώτως συνεβοσκόμην τοῖς κτήνεσι, καί ταῖς ἡδοναῖς δουλεύων, οὐκ ἐνεπλησκόμην. Ἀλλ’ ὑποστρέψας, βοήσω τῷ εὐσπλάγχνῳ καί οἰκτίρμονι Πατρί· Εἰς τόν Οὐρανόν, καί ἐνώπιόν σου, ἥμαρτον, ἐλέησόν με» (Ἀπόστιχα τῶν Αἴνων, ἰδιόμελον, ἦχος β΄).

(Ἐνῶ εἶχα τήν τιμή νά εἶμαι υἱός ἀγαθοῦ Πατέρα, ὁ ἀνόητος ἐγώ δέν κατάλαβα, ἀλλά στέρησα τόν ἑαυτό μου ἀπό τή δόξα, ἀφοῦ ξόδεψα μέ κακό τρόπο τόν πλοῦτο τῆς χάρης. Κι ἐπειδή μοῦ ‘λειπε ἡ θεϊκή τροφή, ζοῦσα παρασιτικά κοντά σέ μιαρό πολίτη, ὁ ὁποῖος μέ ἔστειλε στόν δικό του ψυχοφθόρο ἀγρό. Ἐκεῖ ζώντας ἄσωτα βοσκοῦσα κι ἐγώ μαζί μέ τά κτήνη· κι ἐνῶ ἤμουν δοῦλος στίς ἡδονές, ἔνιωθα ἄδεια τήν καρδιά μου. Ἀλλά θά γυρίσω πίσω στόν εὔσπλαγχνο καί οἰκτίρμονα Πατέρα μου καί θά τοῦ φωνάξω δυνατά: Ἁμάρτησα στόν Οὐρανό καί ἐνώπιόν Σου, ἐλέησέ με).

Ἡ παραβολή τοῦ ἀσώτου ἔρχεται καί ἐπανέρχεται ἀενάως στήν ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀνεξάρτητα ἀπό τή συγκεκριμένη Κυριακή τῶν ἀρχῶν τοῦ Τριωδίου. Κι αὐτό γιατί ὁ ἄσωτος ἀποτελεῖ τύπο τοῦ κάθε ἀνθρώπου, ἀπαρχῆς μέχρι σήμερα καί ὅσο θά ὑπάρχει κόσμος, ὁ ὁποῖος ἀπομακρύνεται ἀπό τό σπίτι τοῦ Πατέρα Θεοῦ καί περιπίπτει γι’ αὐτό σέ μία κατάσταση κόλασης, στοιχεῖα τῆς ὁποίας εἶναι ἡ προσκόλληση σέ μιαρό πολίτη, δηλαδή τόν Πονηρό διάβολο, ἡ δουλεία στά σαρκικά πάθη, τό κενό ὡς ὀδυνηρό βίωμα τῆς καρδιᾶς. Ἡ συγκεκριμένη παραβολή μέ ἄλλα λόγια προβάλλει ἐν συντόμῳ τήν ὅλη πορεία τῆς ἀνθρωπότητας, ἀλλά γίνεται κατανοητή μόνον ἀπό τόν πιστό πού ἔχει ἀποδεχτεῖ τήν ἀποκάλυψη τοῦ Χριστοῦ. Κι ἡ κατανόηση αὐτή περιλαμβάνει, πέραν βεβαίως τῆς ἔκπτωσης τοῦ ἀνθρώπου, καί τήν ἀποκατάστασή του ὡς ἐν μετανοίᾳ ἐπιστροφή στό σπίτι τοῦ Πατέρα.

 Ἡ παραβολή μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι τό κρισιμότερο σημεῖο βρίσκεται στήν πίστη ὅτι ἀφενός ὁ Θεός εἶναι τό σπίτι μας, ἐκεῖ λοιπόν βρίσκουμε τόν ἑαυτό μας, ἀφετέρου ὅτι Αὐτός ὁ Θεός εἶναι ἀκριβῶς ὁ Πατέρας μας, ὁ γεμᾶτος ἀγάπη καί ἔλεος ἀπέναντί μας. Ἡ παραβολή τοῦ ἀσώτου - ἡ σύνοψη τοῦ Εὐαγγελίου κατά πολλούς - ἔχει ἐντελῶς δυναμικό χαρακτήρα· γιατί φωτίζει μέ ἄμεσο τρόπο ὅ,τι διαδραματίζεται στήν καθημερινότητα ὅλων τῶν πιστῶν: κάθε ἁμαρτία μας εἶναι μία ἀσωτία πού μᾶς ἀπομακρύνει ἀπό τήν ἀγκαλιά τοῦ Πατέρα, ρίχνοντάς μας σέ μία κόλαση· κάθε ἀπόφαση ἐπιστροφῆς μας, κάθε στιγμή μετανοίας μας δηλαδή, συνιστᾶ τήν πρόκληση τῆς χαρᾶς τοῦ Πατέρα μας Θεοῦ καί τήν ἀγαπητική κινητοποίησή Του προκειμένου νά μᾶς ξαναθερμάνει στήν ἀδειανή ἀπό ἐμᾶς ἀγκαλιά Του.    

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ

 

«Αὐτός ὁ μέγιστος φωστήρας τῆς ᾽Εκκλησίας γεννήθηκε στήν τοποθεσία τῆς Φοινίκης πού καλεῖται Λιβανοστέφανος, στήν πόλη τῆς Δαμασκοῦ, ἀπό εὐσεβεῖς καί σώφρονες γονεῖς, πατέρα μέν τόν Πλινθᾶ, μητέρα δέ τή Μυρώ. Συνδυάζοντας τήν φυσική εὐφυΐα μέ τήν ἐπιμέλειά του ἀπέκτησε τήν δύναμη ὅλων τῶν ἐπιστημῶν. ᾽Ενῶ κατοικοῦσε ἀκόμη στήν Δαμασκό, ἐξασκοῦσε κάθε ἀρετή πού ἀκολουθεῖται στίς ἐρήμους ἀπό τούς ἀσκητές. ῎Επειτα πηγαίνει στήν Μονή τοῦ Μεγάλου Θεοδοσίου τοῦ Κοινοβιάρχου, ὅπου ἐκεῖ σχολάζοντας στήν προσευχή καί ἀφιερωμένος στόν Θεό κατοχύρωσε μέ τή μελέτη τῶν θείων Γραφῶν τήν καρδιά καί τόν νοῦ του, ὁπότε αἰχμαλώτισε κάθε νόημα στήν ὑπακοή τοῦ Χριστοῦ. ῎Επειτα ἐπειδή ἐπιθυμοῦσε νά ἀποκτήσει περισσότερη παιδεία καί φιλοσοφία, πηγαίνει στήν ᾽Αλεξάνδρεια, στήν ὁποία βρῆκε ἕναν ἀξιόλογο ἄνδρα γεμάτο ἀπό κάθε σοφία καί σύνεση. ῎Εμεινε μαζί μέ αὐτόν, κάνοντας τήν ἴδια ζωή καί ἔχοντας τήν ἴδια γνώμη, παίρνοντας αὐτά πού εἶχε ἐκεῖνος νά τοῦ δώσει ὡς μαθήματα  καί δίνοντας ὁ ἴδιος σ᾽ αὐτόν τά δικά του. ᾽Εκεῖ εὑρισκόμενος ἔπαθε ἐπίχυση τῶν ὀφθαλμῶν του (καταρράκτη) καί θεραπεύτηκε ἀπό τούς ἁγίους ᾽Αναργύρους Κύρο καί ᾽Ιωάννη, ὁπότε τοῦ ζήτησαν ὡς μισθό γιά τήν θεραπεία  νά καταγράψει τά θαύματα πού καθημερινά τελοῦνταν ἀπό αὐτούς ἐκεῖ, κάτι πού τό ἔκανε.

῎Επειτα λόγω τῆς μεγάλης του ἀρετῆς χειροτονήθηκε ἐπίσκοπος ῾Ιεροσολύμων. Κι ὅταν ἡ ῾Αγία Πόλη ῾Ιερουσαλήμ ἁλώθηκε ἀπό τούς ἀλιτήριους Πέρσες, πῆγε στήν ᾽Αλεξάνδρεια πρός τόν μέγα ᾽Ιωάννη τόν ἐλεήμονα, τόν ποιμένα  τοῦ ἀποστολικοῦ ἐκείνου θρόνου. ῞Οταν ὁ ἅγιος αὐτός ἔφυγε μακαρίως ἀπό τήν ζωή αὐτή, ὁ Σωφρόνιος, ἀφοῦ θρήνησε καί ὁ ἴδιος τήν μακαριότητά του, ἔγραψε ἐγκωμιαστικό λόγο γι᾽ αὐτόν ἐπαινώντας τόν ἄπειρο θησαυρό τῆς ἐλεημοσύνης του καί τήν ἐνάρετη ζωή του.

 Ὅταν ἐπέστρεψε πάλι πρός τήν ῾Αγία Πόλη, δέν μπορεῖ νά πεῖ κανείς μέ πόση φροντίδα καί κόπο ποίμανε τήν ᾽Εκκλησία πού τοῦ ἔλαχε. Διότι δέν ἔδωσε καθόλου ὕπνο στούς ὀφθαλμούς του οὔτε νυσταγμό στά βλέφαρά του. Κι ἡ πάλη του δέν ἦταν μόνο κατά τῶν δαιμόνων, ἀλλά καί κατά τῶν αἱρετικῶν, τούς ὁποίους μέ ἀποδείξεις ἀπό τίς ῞Αγιες Γραφές καί μέ τίς Παραδόσεις ἀπό τούς Πατέρες τούς ἀνέτρεπε καί μέ τίς διδασκαλίες του τούς ἐξαφάνιζε. Καί ἄλλα πολλά ἄξια συγγράμματα λόγου καί μνήμης ἄφησε στήν ᾽Εκκλησία, τά ὁποῖα διδάσκουν τούς πιστούς νά ζοῦν ὀρθά καί νά πολιτεύονται κατά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, μεταξύ τῶν ὁποίων ἕνα εἶναι καί τό ὑπερθαύμαστο διήγημα τῆς ἰσάγγελης ἀνάμεσα στίς γυναῖκες Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, ἡ ὁποία ἀγωνίστηκε στήν ἔρημο ὑπέρ τήν ἀνθρώπινη φύση. ᾽Αφοῦ ἔζησε λοιπόν ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ἔτσι καλῶς καί θεοφιλῶς καί δίδαξε καί ἄλλους καί χρημάτισε στόμα Χριστοῦ καί κατηύθυνε τό ποίμνιο πού τοῦ δόθηκε μέ ὅσιο τρόπο, μέσα σέ τρία χρόνια μεταστάθηκε ἐν εἰρήνῃ πρός τόν Θεό».

῾Ο ἅγιος ὑμνογράφος Θεοφάνης θέλοντας νά δώσει τό στίγμα τοῦ σημερινοῦ μεγάλου ἁγίου Σωφρονίου, ὅτι δηλαδή ἀγωνίστηκε νά τηρήσει ἐπακριβῶς τό θέλημα τοῦ Θεοῦ στήν ζωή του, αὐτό πού λέμε ῾μέχρι κεραίας᾽, ὁπότε κατά φυσικό τρόπο δοξάζεται τώρα στούς  οὐρανούς, σημειώνει στόν στίχο τοῦ συναξαρίου του: «ὁ Σωφρόνιος ἔτρεχε νά τηρήσει καί τό παραμικρό ἀπό τόν νόμο τοῦ Θεοῦ, γι᾽ αὐτό καί τό τρόπαιό του εἶναι στούς οὐρανούς». Πράγματι, ἐπανειλημμένως ὁ ὑμνογράφος του τονίζει ὅτι ἡ στροφή του πρός τόν Θεό δέν ἦταν περιστασιακή οὔτε καί μερική, ἀλλά ὁλοκληρωτική, γιατί ὁ Θεός ἦταν ἡ μοναδική του ἀγάπη, ὁπότε μέσα στό φῶς ᾽Εκείνου ζοῦσε τή θεωρία Του. «Μέ ὁλοκληρωτικό τρόπο πόθησες τόν μόνο ἀγαθό Θεό, ἀφοῦ φλογίστηκες ἀπό τό νοητό φέγγος, καί ἀγάπησες τήν πηγή τῆς ἀφθαρσίας, πάνσοφε, καθώς βρισκόσουν σέ ἀνάταση πρός αὐτήν». Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ἄν θέλουμε νά νιώσουμε τίς ὀμορφιές πού δίνει ὁ Θεός ἤδη ἀπό τήν ζωή αὐτή, θά πρέπει νά ἀποφασίσουμε ὁριστικά ὅτι ὁ Θεός συνιστᾶ τό κέντρο τῆς ζωῆς μας. ῾Ο λόγος τοῦ Θεοῦ ἤδη ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη ἀποκαλύπτει ὅτι ἡ φυσιολογία μας ὡς ἀνθρώπων ἔγκειται στήν ὁλική ἀγάπη μας πρός τόν Θεό, συνεπῶς καί στήν εἰκόνα Αὐτοῦ τόν ἄνθρωπο, γιατί γι᾽ Αὐτόν δημιουργηθήκαμε καί μόνον μέ Αὐτόν συνεπῶς βρίσκουμε τήν ἰσορροπία τῆς ζωῆς μας. Μέ τόν τρόπο αὐτό μάλιστα γινόμαστε ὅ,τι μᾶς δόθηκε διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, νά εἴμαστε δηλαδή μέλη Χριστοῦ καί κατοικητήριά Του, κάτι πού τό μᾶς τό ἐπισημαίνει καί πάλι ὁ ἅγιος Θεοφάνης μέ τήν χαριτωμένη γραφίδα του: «῎Εγινες ζωντανός καί ἔμψυχος ναός τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ νεκρώθηκες ὡς πρός ὅλα τά ἁμαρτωλά τῆς γῆς».

῾Ο ἅγιος Θεοφάνης βεβαίως ὡς ἐμπνευσμένος ὑμνογράφος δέν μπορεῖ νά μήν ἀξιοποιήσει γιά νά προβάλει τήν ἀρετή καί τό ἔργο τοῦ ἁγίου Σωφρονίου τήν εὐκαιρία πού τοῦ δίνει τό ἴδιο τό ὄνομά του. Θεωρεῖ ὅτι ἐκ Θεοῦ ὀνομάστηκε Σωφρόνιος, προκειμένου νά ἐπιβεβαιώσει τή σωφροσύνη μέ τή ζωή του, νά ὁδηγηθεῖ δι᾽ αὐτῆς καί στίς παρεμφερεῖς ἀρετές, δηλαδή τή φρόνηση, τή δικαιοσύνη καί τήν ἀνδρεία (γενικές ἀρετές πού ναί μέν εἶναι δανεισμένες ἀπό τήν Πλατωνική φιλοσοφία, ἀλλά μέ χριστιανικό πιά περιεχόμενο), νά διδάξει δι᾽ αὐτῆς τήν ὀρθή θεολογία τῆς ᾽Εκκλησίας, σέ ἐποχή μάλιστα πού οἱ αἱρετικοί μονοθελῆτες ἀμφισβητοῦσαν τήν ἀληθινή εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ὡς τελείου Θεοῦ καί τελείου ἀνθρώπου, ἀφοῦ δέν δέχονταν τήν διπλή θέλησή Του, φανερώνοντας συνεπῶς τήν ἔκπτωσή τους στόν καταδικασμένο ἀπό τήν ᾽Εκκλησία μας μονοφυσιτισμό.  Μέ ἄλλα λόγια ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ἀποδείχτηκε σώφρων σέ ὅλες τίς διαστάσεις τῆς ζωῆς του καί συνεπῶς ἐνεργούμενος ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, γι᾽ αὐτό καί ὁ λόγος του ἀφενός ἦταν σάν τό ρεῦμα τοῦ ποταμοῦ πού παρασύρει τίς διάφορες ἀκαθαρσίες, ἀφετέρου σάν τό μέλι πού καταγλυκαίνει τίς καρδιές τῶν πιστῶν. «Πλούσια ἐκχύθηκε ἡ χάρη τοῦ παναγίου Πνεύματος, θεόφρον, στά χείλη σου. Γι᾽ αὐτό καί τά λόγια σου εἶναι σάν τά ρεύματα τοῦ ποταμοῦ» (ωδή ς΄). Κι ἀλλοῦ: «Σάν φοίνικας στόν οἶκο τοῦ Κυρίου ἄνθησες μέ τήν εὐκαρπία τῶν λόγων σου, καταγλυκαίνοντας καί μέ τόν καθαρό βίο σου τίς καρδιές αὐτῶν πού σέ τιμοῦν μέ πίστη, ἱεράρχα» (ωδή ς΄).

Δέν θά θέλαμε μέσα στό πλῆθος τῶν ἀφορμῶν πού παρέχει  ἀκολουθία τοῦ ἁγίου νά μή μνημονεύσουμε μία ὡραία ἔμπνευση τοῦ ἁγίου Θεοφάνηπού τοῦ δίνει τό γεγονός ὅτι  ἅγιος ὑπῆξε ἀρχιεπίσκοπος τῆς ἱερῆς πόλης τῶν ῾ΙεροσολύμωνΚατά τόν ὑμνογράφο  ἅγιος Σωφρόνιος ἔχοντας πάντοτε ἐνώπιόν του τόν τάφο τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦσυνεπῶς εὑρισκόμενος ἐνώπιον μίας διαρκοῦς προκλήσεως πόθου καί ἀγάπης του πρός Αὐτόν καί ἱεροῦ στοχασμοῦ τῆς ἀναστάσεώς Του σημειώνει ὅτι ἀπό τή θεωρία του αὐτή ἄντλησε τή θεολογία του καί τή μετέδωσε ὡς ἔλλαμψη καί στούς πιστούςΘυμίζει  διαπίστωσή του αὐτή ἐκεῖνο πού σημειώνει ἐπίσης  ἅγιος ὑμνογράφος γιά τόν ἅγιο ᾽Ιωάννη τόν Θεολόγοὅτι δηλαδή πηγή τῆς θεολογίας του ὑπῆρξε τό στῆθος τοῦ ᾽Ιησοῦὅταν στόν Μυστικό Δεῖπνο ἀνέπεσε σ᾽ αὐτό«Θεωρώντας  μέ διαρκή πόθο τήν σεπτή ἀνάσταση τοῦ Κυρίου καί τόν τάφο Του πού εἶναι ζωή, ἄντλησες τίς μυστικές καί κρυφές θεωρίες τῆς ἔλλαμψης καί τίς μετέδωσες, ἱεράρχη, στούς πιστούς» (ωδή ε΄).

Μαζί μέ τόν ὑμνογράφο κραυγάζουμε καί ἐμεῖς: ἀλήθεια, «ἔλαμψεν ἐν κόσμῳ ἡ ἐν σοί σωφροσύνη, Πάτερ».

Τρίτη 10 Μαρτίου 2026

ΗΜΑΡΤΟΝ, ΤΟ ΟΜΟΛΟΓΩ, ΚΥΡΙΕ!

 

ΤΡΙΤΗ Γ΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

«Ἥμαρτον ὁμολογῶ σοι Κύριε, ὁ ἄσωτος ἐγώ˙ οὐ τολμῶ ἀτενίσαι εις Οὐρανόν τό ὄμμα˙ ἐκεῖθεν γάρ ἐκπεσών, ἐγενόμην ἄθλιος. Ἥμαρτον εἰς τόν Οὐρανόν καί ἐνώπιόν σου, καί οὐκ εἰμί ἄξιος κληθῆναι υἱός σου˙ ἐμαυτόν ἀποκηρύττω, οὐ χρήζω κατηγόρων, οὐδέ πάλιν μαρτύρων˙ ἔχω θριαμβεύουσάν μου τήν ἀσωτίαν˙ ἔχω στηλιτεύουσαν τήν φαύλην πολιτείαν˙ ἔχω καταισχύνουσαν τήν παροῦσάν μου γύμνωσιν, πρός ἐντροπήν δέ τά ράκη, ἅ περιβέβλημαι. Εὔσπλαγχνε Πάτερ, Υἱέ μονογενές, τό Πνεῦμα τό ἅγιον, μετανοοῦντά με δέξαι, καί ἐλέησόν με» (απόστιχα Αίνων, ήχος βαρύς).

(Αμάρτησα, Σου το ομολογώ, Κύριε, εγώ ο άσωτος. Δεν τολμώ να ατενίσω το βλέμμα στον Ουρανό. Γιατί από κει ξέπεσα κι έγινα άθλιος. Αμάρτησα στον Ουρανό και ενώπιόν Σου και δεν είμαι άξιος να ονομαστώ υιό Σου. Αποκηρύσσω τον εαυτό μου, δεν χρειάζομαι κατηγόρους κι ούτε πάλι μάρτυρες. Έχω την αμαρτία μου να το διακηρύσσει. Έχω τον πονηρό τρόπο ζωής μου να με στηλιτεύει. Έχω την τωρινή μου γύμνωση να με ντροπιάζει, κι είναι πράγματι για ντροπή μου τα ράκη που είμαι ντυμένος. Εύσπλαχνε Πατέρα, Υιέ μονογενή Χριστέ, Πνεύμα άγιον, δέξου με μετανοημένο και ελέησέ με).

Συγκλονιστικό το τροπάριο του αγίου υμνογράφου Ιωσήφ, ο οποίος συνέδεσε προκειμένου να περιγράψει τον μετανοημένο άνθρωπο τις παραβολές και του ασώτου υιού και του τελώνου και φαρισαίου. Ο τελώνης δεν ήταν εκείνος που έχοντας συναίσθηση της αμαρτωλότητάς του δεν τολμούσε να σηκώσει το βλέμμα του στον Ουρανό; – έβλεπε ένδακρυς μόνο τη γη, γιατί χώμα είχε κάνει με τις αμαρτίες του τη ζωή του. Και το μόνο που κατόρθωνε να ψελλίζει ήταν «Θεέ μου, ελέησέ με τον αμαρτωλό». Το ίδιο συνέβη και με τον άσωτο της άλλης πιο γνωστής και μεγάλης παραβολής του Κυρίου: κι εκείνος φτάνει η ώρα που νιώθει την κατάντια του. Και παίρνει τον δρόμο της επιστροφής για να συρθεί ενώπιον του Πατέρα του. Κι εδώ αρχίζει το έργο του αγίου υμνογράφου: με μετοχή καρδιάς προβαίνει στην περιγραφή της όλης εσωτερικής διεργασίας που διαδραματίζεται στην καρδιά και των δύο, δηλαδή στην καρδιά του κάθε πιστού που έχει επίγνωση όντως και της δικής του τραγικότητας. Γιατί στο πρόσωπο ασφαλώς και του τελώνη και του ασώτου καλεί η Εκκλησία μας διά του αγίου ποιητή να δει ο καθένας τον εαυτό του. Η περιγραφή είναι ανθρώπου που «ζωγραφίζει». Η κάθε λέξη του Ιωσήφ είναι πινελιά στον πίνακα της ψυχής του και της δικής μας.

 Παρακολουθούμε βήμα-βήμα τα στάδια της αληθινής μετανοίας: την ομολογία ενώπιον του Θεού της αμαρτίας που συνιστά την ασωτία˙ την ταπείνωση που κάνει τον άνθρωπο να βλέπει τον ξεπεσμό και την αθλιότητά του˙ την επίγνωση ότι δεν μπορεί πια να χαρακτηρίζεται υιός Θεού -  τον κατηγορεί η ίδια η συνείδησή του, που δεν υπάρχει τίποτε στον κόσμο πιο «βίαιο» κατά τον άγιο Ανδρέα Κρήτης στο Μεγάλο Κανόνα του˙ την πονηρή διαγωγή  που συνιστά κυριολεκτικά μαστίγωμα της συνείδησης - η κουρελιασμένη ψυχή βοά για την κατάντια! Αλλά υπάρχει η μετάνοια, σημειώνει ο υμνογράφος ακολουθώντας το Ευαγγέλιο. Η μετάνοια που ναι μεν διαπιστώνει την ασωτία και την αμαρτία, αλλά προχωράει με πόδια τρεμάμενα εκεί που υπάρχει η λύτρωση και ο καθαρμός: το έλεος του Θεού, η αγάπη του Θεού Πατέρα και όλης της αγίας Τριάδος. Κι αυτή η αγάπη του Θεού είναι αυτή που υπέρκειται της κάθε αμαρτίας. «Όλη την αμαρτία του κόσμου αν μαζέψουμε από τη μια, όλου του κόσμου κι όλων των εποχών, είναι σαν ένας κόκκος άμμου ή σαν μία σπίθα μπροστά στο πέλαγος του ελέους του Θεού. Τι μπορεί να κάνει ένας κόκκος άμμου ή μία σπίθα; Τίποτε απολύτως. Αυτό κι ακόμη περισσότερο συμβαίνει με την αμαρτία όταν παραβληθεί με την αγάπη του Θεού» (ιερός Χρυσόστομος).

Η ποιητική ζωγραφική δύναμη του αγίου υμνογράφου είναι πολύ μεγάλη. Η προβολή της μετανοίας ως της μόνης σώζουσας δύναμης του ανθρώπου είναι φοβερή. Το τροπάριο θα έπρεπε να το αντιγράψουμε και να το κορνιζώσουμε, για να το βλέπουμε καθημερινά. Θα λειτουργεί καθημερινά ως καθρέπτης της χριστιανικής ή μη πορείας μας.    

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΚΟΔΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝ ΑΥΤῼ

«Οι άγιοι αυτοί ήταν από την Κόρινθο, κατά τους καιρούς των βασιλέων Δεκίου και  Ουαλεριανού, όταν ηγεμόνευε στην Ελλάδα ο Ιάσων. Ο άγιος Κοδράτος εγκαταλείφτηκε εντελώς νήπιο, όταν πέθανε η μητέρα του, και τρεφόταν κατά θαυμαστό τρόπο από νέφος που ερχόταν πάνω σ’ αυτόν και του χορηγούσε την τροφή. Όταν έφτασε σε νεανική ηλικία, συνδέθηκε με τους αγίους  Άνεκτο, Παύλο, Διονύσιο, Κυπριανό και Κρήσκη, οι οποίοι κατάγονταν από διαφορετικά μέρη ο καθένας, μαζί με τους οποίους συνελήφθη για την ομολογία τους στην πίστη του Χριστού, και αφού κτυπήθηκε πολύ σκληρά, έπειτα του έκοψαν το κεφάλι, όπως συνέβη και με τους άλλους».

Έξι καντήλια που τροφοδοτούνται από το μυστικό λάδι της χάρης του Θεού, είναι οι έξι αυτοί μάρτυρες που εορτάζουμε σήμερα, κατά τον άγιο Ιωσήφ τον υμνογράφο. Και με το φως τους μείωσαν τη νύκτα της ειδωλολατρίας κατά την εποχή τους, ενώ φώτισαν τους πιστούς της Εκκλησίας (ωδή δ΄). Η φωτιστική αυτή χάρη του Θεού που  έλαμψε στους αγίους, οφείλεται, κατά τον άγιο υμνογράφο, αφενός στις αρετές τους, αφετέρου στο μαρτύριό τους. Πρώτα ετοιμάστηκαν με τον πνευματικό τους αγώνα κι έπειτα λαμπρύνθηκαν από τους αθλητικούς αγώνες του μαρτυρίου. Διότι είναι γνωστό: μπορεί εκτάκτως να υπάρχει το μαρτύριο του αίματος για ορισμένους, ο κανόνας όμως είναι να έχει ετοιμαστεί ο πιστός γι’ αυτό, ώστε να μπορέσει με τη χάρη του Θεού να αντέξει μέχρι το τέλος. Εδώ βλέπουμε τη θέση των αλειπτών της Εκκλησίας μας, των πνευματικών προπονητών δηλαδή, που ετοίμαζαν τους υποψηφίους μάρτυρες για το μαρτύριο, ιδίως την εποχή της Τουρκοκρατίας. «Γεμάτος ομορφιά από το φως των αρετών σου, έφτασες στο τέλος και στη λαμπρότητα των μαρτύρων, πάνσοφε Κοδράτε» (ωδή η΄). Και: «Νίκησες τις επαναστάσεις των παθών πρώτα με την άσκησή σου, Κοδράτε μάρτυς, κι έπειτα υπέταξες τη δύναμη των ασεβών με τη στέρεα άθλησή σου» (ωδή ε΄).

Με τον άγιο Κοδράτο και τους άλλους πέντε που συνάθλησαν μαζί του, έχουμε το αξιοθαύμαστο γεγονός της πρωτοπορίας της νεότητας για στροφή προς τον Θεό και αγιασμό. Δεν είναι σύνηθες, ιδίως στην εποχή μας, οι νέοι να μας καθοδηγούν προς το αγαθό, δηλαδή προς το θέλημα του Θεού και τη Βασιλεία Του. Χωρίς να αρνείται κανείς ότι υπάρχει και τέτοιο τμήμα στη νεότητα, ένα μεγάλο μέρος της δυστυχώς είναι στραμμένο στις επίγειες ηδονές και τις απολαύσεις του βίου τούτου. Νιώθουν δυνατοί και υγιείς οι νέοι και θεωρούν ότι ο κόσμος είναι στα πόδια τους για να τον κατακτήσουν. Ακόμη και σε περιόδους κρίσεως και παντοειδούς δυσπραγίας, τα πράγματα δεν φαίνονται να κυλούν διαφορετικά. Η πικρόχολη διαπίστωση του οσίου Παϊσίου, ότι οι νέοι μοιάζουν με «καινούργιες μηχανές που έχουν όμως παγωμένα λάδια», φαίνεται ότι ισχύει σε μεγάλο βαθμό.

Από την άποψη αυτή «τα εξάριθμα αυτά αστέρια της Εκκλησίας» (βλ. ωδή ς΄) αποκτούν μεγάλη επικαιρότητα. Διότι ακριβώς συνέστησαν «νεανικό στρατό της παράταξης του Κυρίου». Έδειξαν λόγω και έργω ότι η προτεραιότητα στη ζωή, ακόμη και εκ νεότητος, είναι ο άγιος Θεός και η παραμονή μαζί Του, έστω και με θυσία της ζωής. Άλλωστε η χριστιανική πίστη είναι για τους νέους, για εκείνους δηλαδή που έχουν νεανικό φρόνημα και η καρδιά τους «το λέει».  Γίνονται λοιπόν πρότυπα για τους νέους κάθε εποχής. Ο άγιος Ιωσήφ το σημειώνει: «Καλλίνικε μάρτυς Κοδράτε, μαζεύοντας στρατό που όλοι στον αριθμό είναι νέοι, σαν παράταξη του Θεού, κυριάρχησες με άριστο τρόπο απέναντι στους αντίθεους, σαν άριστος στρατηγός των συμμαρτύρων σου» (στιχηρό εσπερινού).

Και βεβαίως ο άγιος Ιωσήφ δεν χάνει την ευκαιρία να σημειώσει ότι η πόλη της Κορίνθου, λόγω της καταγωγής από εκεί του αγίου Κοδράτου, αλλά και της κατοχής των τιμίων λειψάνων των αγίων, έχει αυτούς ως ασπίδα και τείχη να την προστατεύουν, ενώ ο ναός τους είναι ένα άμισθο ιατρείο, στο οποίο καθένας που προστρέχει με πίστη βρίσκει τη γιατρειά του. Πράγματι, ο υμνογράφος μας τονίζει αυτό που ισχύει από πλευράς πνευματικής: τα λείψανα των αγίων και οι ναοί σε μια περιοχή, συνιστούν την ασφάλεια των πιστών και το νοσοκομείο τους. Μπορεί οι ολιγόπιστοι ή οι άπιστοι να μην το καταλαβαίνουν, το καταλαβαίνουν όμως καλά οι ίδιοι οι πιστοί, κι ακόμη καλύτερα ο αρχέκακος διάβολος. «Έχει η Κόρινθος ως βασικά τείχη τα τίμια λείψανα των αγίων, και ως άμισθο ιατρείο τον ναό. Εκεί καθένας που προστρέχει με πίστη, απαλλάσσεται από τους πόνους και τα πάθη του» (ωδή η΄).

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2026

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΕΔΕΣΜΑΤΑ

ΔΕΥΤΕΡΑ Γ΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

Από την πλούσια πνευματική τράπεζα που μας παραθέτει η Εκκλησία μας κατά τη Δευτέρα της τρίτης εβδομάδας των Νηστειών, επιλέγουμε ορισμένα εδέσματα.

- «Βρῶσιν λελοιπώς ἀγγελικήν, παρωμοιώθην κτήνεσιν, ἐν τῷ σιτίζεσθαι τήν μοχθηράν κακίαν˙ ἀλλ’ οὖν ἐπιστρέφοντα, δέξαι με, ὥσπερ ἕνα τῶν μισθίων, οὐράνιε Πάτερ» (ωδή α΄).

(Αφού εγκατέλειψα την τροφή των αγγέλων, έγινα όμοιος με τα κτήνη, τρώγοντας την πονηρή κακία. Αλλά Ουράνιε Πατέρα, τώρα που επιστρέφω σε Σένα, δέξου με ως ένα των δούλων Σου).

Τον άσωτο υιό έχει ενώπιόν του ο άγιος υμνογράφος Ιωσήφ. Τον άσωτο που αποτελεί τον τύπο της αληθινής μετανοίας, συνεπώς εκείνον που χαρακτηρίζει όχι μόνο την περίοδο της Σαρακοστής, αλλά όλη τη ζωή του ανθρώπου – να θυμηθούμε τον όσιο Παΐσιο τον αγιορείτη, ο οποίος έλεγε ότι ποθεί όλη η ζωή του να ήταν μία Σαρακοστή. Ο άσωτος λοιπόν αποτελεί το όραμα για κάθε πιστό, αφού χαράζει τον δρόμο της μετανοίας που εκβάλλει στο Σπίτι, δηλαδή την αγκαλιά του Ουράνιου Πατέρα. Το δεδομένο και πάλι για τον άγιο υμνογράφο που κινείται βεβαίως ευαγγελικά είναι η αγάπη του Θεού, που είναι όχι ο αυστηρός και εκδικητής Θεός, αλλά ο Πατέρας που το μόνο που κάνει είναι να ποθεί με ζήλο το κάθε παιδί Του, πότε δηλαδή θα θελήσει να ανταποκριθεί στην αγάπη Του. Αρκεί η θέλησή του αυτή να έχει όντως τα χαρακτηριστικά της αληθινής μετάνοιας: πρώτον, τη συναίσθηση ότι η αμαρτία ως απομάκρυνση από τον Θεό συνιστά μία κτηνώδη κατάσταση για τον άνθρωπο, με την έννοια της υποβίβασης και της υποδούλωσής του από τον αγγελικό επίπεδο στη διαστροφική κακία και πονηρία˙  δεύτερον, την κίνηση επιστροφής στον Θεό με διάθεση ταπείνωσης. Τα χαρακτηριστικά αυτά «συγκινούν» τον φιλάνθρωπο Πατέρα μας και Τον κάνουν να μας «κυνηγάει» με ανοιχτές αγκάλες!

- «Ἐν φαιδροτάτῃ νηστείᾳ, φωταυγείᾳ τῶν προσευχῶν λαμπρυθέντες  χρηματίσωμεν, ὅπως τῆς ἁμαρτίας τό σκότος ἐκφύγωμεν» (ωδή η΄).

(Μέσα στο πλαίσιο της φαιδρότατης νηστείας, ας γίνουμε λαμπροί από το ισχυρό φως των προσευχών, προκειμένου να ξεφύγουμε από το σκοτάδι της αμαρτίας).

Ο υμνογράφος τονίζει αυτό που συνιστά το κατεξοχήν παγιωμένο σχήμα στην πνευματική ζωή: η αμαρτία δεν είναι παιχνίδι ή κατάσταση που πρέπει κανείς να την αντιμετωπίσει με ελαφριά καρδιά. Αυτό που έφερε και φέρνει απαρχής και εφεξής είναι το σκοτάδι του θανάτου. Πνευματικού πρώτιστα ως απομάκρυνσης από την πηγή της ζωής, τον Θεό, συνεπώς της έλλειψης και κάθε νοήματος για τον άνθρωπο, αλλά και σωματικού στη συνέχεια με όλα τα παρεπόμενα της οποιασδήποτε φθοράς, της αρρώστιας και του πόνου. Ενόψει λοιπόν μίας τέτοιας τραγικής και δύστυχης καταστάσεως που σφραγίζει τον κάθε άνθρωπο, υπάρχει το αντίδοτο που έφερε ο Λυτρωτής και Σωτήρας Χριστός και που δεν είναι άλλο από την αποκατάσταση της σχέσης του ανθρώπου με τον Θεό. Η σχέση αυτή καθορίζεται πια από τη διαρκή αναφορά του πιστού προς τον Θεό Πατέρα, την αέναη και καθαρή δηλαδή προσευχή του. Προσευχή που δεν βάζει τον άνθρωπο να στέκει κάπου και να ψάχνει τον Θεό, αλλά να είναι μέσα σ’ Αυτόν, ενσωματωμένος στον Χριστό, οπότε να προσεύχεται έχοντας Εκείνον εν Πνεύματι  να «λέει» τις προσευχές – ο πιστός εν Χριστώ γίνεται ο ίδιος προσευχή. Αποτέλεσμα που το βλέπουμε σε όλους τους αληθινούς πιστούς, τους αγίους μας: να ζουν μέσα στο πλούσιο φως του Θεού, ντυμένοι Εκείνον που είναι το Φως! Κατεξοχήν όργανο βοηθητικό στην πνευματική αυτή πορεία είναι η νηστεία της Εκκλησίας μας, που έτσι αποκτάει χαρακτήρα χαρμόσυνο.

- «Νήστευσον ψυχή μου, κακίας και πονηρίας, κράτησον ὀργῆς, καί θυμοῦ καί πάσης ἁμαρτίας. Ἰησοῦς γάρ τοιαύτην θέλει νηστείαν, ὁ φιλανθρωπότατος Θεός ἡμῶν» (ωδή θ΄).

(Νήστεψε, ψυχή μου, από την κακία και την πονηρία, κυριάρχησε στην οργή και στον θυμό και σε κάθε άλλη αμαρτία. Διότι ο Ιησούς που είναι ο φιλανθρωπότατος Θεός μας, τέτοια νηστεία θέλει).

Ο άγιος Ιωσήφ δεν παύει καθημερινά να υπενθυμίζει ό,τι σημείωνε απαρχής της νηστείας: νηστεία αληθινή δεν είναι κυρίως η αποχή από το φαγητό ή ο περιορισμός απλώς των τροφών. Πρώτιστα είναι η αποχή και η πλήρης απομάκρυνση από κάθε αμαρτία, από κάθε κακία και πονηρία, είτε αυτή λέγεται οργή είτε θυμός είτε οτιδήποτε άλλο – μη ξεχνάμε ότι ο Πονηρός διάβολος ουδέποτε σιτίζεται, αλλά είναι διάβολος! Μία τέτοια νηστεία χαρακτηρίζεται αληθινή και αυτήν αποδέχεται ο Ιησούς Χριστός που είναι ο φιλανθρωπότατος Θεός μας. Γιατί; Διότι αυτή καθαρίζει το «έδαφος» της καρδιάς μας και μας καθιστά ικανούς να δεξιωθούμε μέσα της τον Ίδιο τον Θεό. «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται». Η έγνοια του αγίου υμνογράφου να μη χάσουμε τον στόχο μας την περίοδο αυτή είναι συγκινητική. Κι αυτό γιατί είναι πολύ εύκολο να μείνουμε δυστυχώς στην επιφάνεια της σωματικής νηστείας, της εύκολης νηστείας, και να ξεχάσουμε το βάθος της. Το πρόβλημα πάντοτε είναι η «ποιότητα» της καρδιάς μας.