Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΣΠΕΡΙΝΟ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΘΗΛΩΣΗΣ

«Φοβερόν καί παράδοξον μυστήριον σήμερον ἐνεργούμενον καθορᾶται... Πιλάτῳ παρίσταται, ᾧ τρόμῳ παρίστανται οὐρανῶν αἱ δυνάμεις...» (Καί νῦν δοξαστικού στιχηρών εσπερινού αποκαθήλωσης).

(Φοβερό και παράδοξο μυστήριο φαίνεται να ενεργείται σήμερα... Παρίσταται ενώπιον του Πιλάτου Εκείνος μπροστά στον Οποίο παρίστανται με τρόμο οι Ουράνιες Δυνάμεις...).

Τα περισσότερα τροπάρια της ακολουθίας της Μεγάλης Παρασκευής (Ωρών και Εσπερινού) πατώντας στο ιστορικό έδαφος των γεγονότων που περιγράφει η Καινή Διαθήκη προβάλλουν τη διπλή διάσταση του βάθους των γεγονότων:

- αφενός δίνουν την αληθινή εικόνα Εκείνου χάριν του Οποίου τελούνται τα πάντα, του Κυρίου Ιησού Χριστού: βλέπουμε τον άνθρωπο που υφίσταται τα πάνδεινα από τους θεωρούμενους εχθρούς Του με αποκορύφωμα την εσχάτη των ποινών για την εποχή εκείνη, τον σταυρικό θάνατο, αλλά και βλέπουμε εν πίστει τη θεϊκή Του διάσταση – πρόκειται για τον Παντοδύναμο Θεό, ο Οποίος μέσα στο πλαίσιο της άφατης φιλανθρωπίας και αγάπης Του για τα πλάσματά Του «αφήνεται» να συρθεί στα Πάθη και στον θάνατο, γιατί έτσι ήταν ο μόνος τρόπος ο άνθρωπος να ξαναβρεί τον εαυτό του και να αποκτήσει την ολοκληρία του:  ο Χριστός «αἴρει τήν ἁμαρτίαν» του που κατέφερε αποφαστικό πλήγμα κατά της ύπαρξής του και ήταν το φράγμα που τον χώριζε από τον Δημιουργό του∙

- αφετέρου παρακολουθούμε τα γεγονότα «ἐνεοί», με κομμένη την ανάσα, «ακούγοντας» το δίκαιο παράπονό Του για όσα άδικα υφίσταται έναντι των ευεργετημάτων που πρόσφερε στον λαό Του, όπως και αφουγκραζόμαστε τον συγκλονισμό των αγγελικών Δυνάμεων που αδυνατούν να κατανοήσουν και αυτές το τι γίνεται και διαδραματίζεται – το σχέδιο της θείας οικονομίας για τη σωτηρία του κόσμου ήταν κρυμμένο και από τους αγγέλους ακόμη!

Λοιπόν ενεργείται, μας λέει ο άγιος υμνογράφος, ένα φοβερό και παράδοξο μυστήριο με τα γεγονότα του Πάθους και του Σταυρού του Κυρίου. Αλλά  τα γεγονότα αυτά γνωρίζουμε ότι αποτελούν την αποκορύφωση, δεδομένου ότι το Πάθος Του ξεκινά από τη στιγμή της σάρκωσής Του εν τη κοιλία της Παρθένου Μαρίας. Με τα λόγια μάλιστα του αποστόλου Παύλου που αναφέρει με θάμβος καρδίας: «ὁμολογουμένως μέγα ἐστί τό τῆς εὐσεβείας μυστήριον∙ Θεός ἐφανερώθη ἐν σαρκί,  ἐδικαιώθη ἐν Πνεύματι, ὤφθη ἀγγέλοις, ἐκηρύχθη ἐν ἔθνεσιν, ἐπιστεύθη ἐν κόσμῳ, ἀνελήφθη ἐν δόξῃ» (Α΄ Τιμ. γ΄ 16). Και μάλιστα συμπληρώνει ο άγιος ποιητής ότι το μυστήριο αυτό διαδραματίζεται «σήμερον». Όχι μόνο βέβαια με την έννοια της αναγωγής μας στο «σήμερον» της εποχής εκείνης – μεταφερόμαστε στην εποχή του Χριστού – αλλά και με την έννοια του λεγομένου «λειτουργικού χρόνου», δηλαδή της μεταφοράς του παρελθόντος χρόνου στο εκάστοτε παρόν λόγω της δυνάμεως του αγίου Πνεύματος. Λοιπόν, τα γεγονότα του Πάθους τα παρακολουθούμε κι εμείς σήμερα, μετέχοντας σ’ αυτά, γι’ αυτό και πάντα στην Εκκλησία μας ο πιστός συγκλονίζεται και προκαλείται για την καλή «ἀλλοίωσιν» του εαυτού του: να γίνει και ο ίδιος «καινή κτίσις», ό,τι δηλαδή συνιστά σκοπό του ερχομού του Θεού στον κόσμο ως ανθρώπου και σκοπό του άφατου Πάθους Του.

Και ένα σημείο του μυστηρίου του Πάθους του Κυρίου σημειώνει το Καί νῦν τοῦ Δοξαστικοῦ: «...Παρίσταται ενώπιον του Πιλάτου Εκείνος μπροστά στον Οποίο παρίστανται με τρόμο οι Ουράνιες Δυνάμεις...». Η εικόνα είναι πράγματι ασύλληπτη: Ο Χριστός ως το Δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος έχει ενώπιόν Του τις Ουράνιες Δυνάμεις που στέκονται με δέος και τρόμο μπροστά στο μεγαλείο της Θεότητάς Του∙ και την ίδια στιγμή ο Ίδιος ως άνθρωπος στέκει εντελώς «αδύναμος» μπροστά στο δημιούργημά Του, το οποίο μάλιστα το κρατάει στην ύπαρξη με τις άκτιστες ενέργειές Του. Και τι μας αποκαλύπτει η εικόνα αυτή; Ότι το μεγαλείο του Θεού μας εκφράζεται ανθρώπινα ως η μεγαλύτερη ταπείνωση (αυτό που ο Ίδιος ενέπνευσε ήδη από την Παλαιά Διαθήκη: «ὅσον μέγας εἶ, τοσοῦτον ταπείνου σεαυτόν»). Αν ήταν κάποιος άνθρωπος ο Χριστός και είχε δυνάμεις «κρυφές» θα έβρισκε την ευκαιρία να «ταπεινώσει» τους όποιους αντιπάλους του – έτσι δεν γίνεται σε ταινίες επιστημονικής φαντασίας, όπου κάποιος «δυνατός» όταν προσβάλλεται χρησιμοποιεί τη δύναμή του και «ὑποσκελίζει» τους εχθρούς του; Ή και ο ίδιος ο Κύριος δεν δέχτηκε παρόμοιους πειρασμούς είτε από τον πονηρό διάβολο αλλ’ είτε και από τους μαθητές Του; «Κύριε, στείλε φωτιά να κάψεις τους εχθρούς σου», ακούει αίφνης από τους μαθητές Του όταν οι Σαμαρείτες Τον παρακαλούν να φύγει από τη χώρα τους. Ο Ίδιος λέει στους εξεγερμένους μαθητές Του που αγανακτούν λόγων της εναντίωσης των Φαρισαίων ότι θα μπορούσε να στείλει μια δωδεκάδα λεγεώνων από αγγέλους να Τον υπερασπιστούν. Μα... δεν θα ήταν ο Ίδιος – Εκείνος που είναι η αγάπη και η ταπείνωση και που ήλθε «ἵνα σώσῃ τον κόσμον».

Κι όλα αυτά γίνονται για χάρη μας: να καταλάβουμε ότι με τον ερχομό του Χριστού στον κόσμο, με το Πάθος Του, αλλά και μετέπειτα με την Ανάστασή Του, την Ανάληψή Του, την αποστολή του Πνεύματός Του, καλούμαστε να ζούμε σαν κι Εκείνον. Δηλαδή με τον τρόπο της δικής Του αγάπης και κυρίως με τον τρόπο της δικής Του ταπείνωσης. Διότι πολύ συχνά επέρχεται σύγχυση στον νου μας. Και νομίζουμε ότι μπορούμε να λειτουργούμε χριστιανικά με έναν κοσμικό τρόπο επίδειξης της «δύναμής» μας, με την υπεράσπιση ακόμη και του Χριστού(!) ως να είναι ο αδύναμος και ο φοβισμένος που χρειάζεται τη δική μας υπερασπιστική γραμμή – έχουμε μπει για τα καλά στο «λούκι» που λένε της εκκοσμίκευσης. Μα ό,τι δεν κινείται από την αγάπη και την ταπείνωση δεν είναι χριστιανικό – δεν μπορεί να έχει σχέση με τον Παντοκράτορα Κύριο που ίσταται «αδύναμος» ενώπιον των δημιουργημάτων Του. Είναι μάλλον ολοφάνερο έτσι ότι δεν Τον πιστεύουμε όπως ήλθε και όπως είναι, και συνεπώς ψέλνουμε τα τροπάρια της Εκκλησίας μας αλλά προφανώς λίγο επιδερμικά και επιφανειακά, χωρίς να εισερχόμαστε στο νόημά τους και το βάθος τους.

ΠΡΟΣΚΥΝΟΥΜΕΝ ΣΟΥ ΤΑ ΠΑΘΗ, ΧΡΙΣΤΕ!

     ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

  1. «Τά ἅγια καί σωτήρια καί φρικτά Πάθη τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ» πού ἐπιτελοῦμε τήν ῾Αγία καί Μεγάλη Παρασκευή, ἀποτελοῦν τό ἀποκορύφωμα τῶν ὅλων Παθῶν τοῦ Κυρίου. Διότι ὁλόκληρη ἡ ζωή Του ἦταν ἕνα Πάθος, ἀπαρχῆς τοῦ ἐρχομοῦ Του στόν κόσμο καί μετέπειτα. Αὐτά πού συντελοῦνται ὅμως  τίς τελευταῖες ἡμέρες τῆς ἐπί γῆς ζωῆς Του καί κυρίως ἡ σταυρική Του θυσία ἀποκορυφώνουν τά Πάθη Του. Κι ἀκόμη περισσότερο. Ὁ ἀπ. Παῦλος εἶναι ἐκεῖνος πού τονίζει καί μιά ἄλλη μυστική διάσταση τοῦ Πάθους τοῦ Κυρίου καί μετά τήν ᾽Ανάσταση: τή συνέχεια Αὐτοῦ τοῦ Πάθους μέσα ἀπό τά παθήματα τῶν μελῶν τοῦ ζωντανοῦ σώματός Του, τῶν ἐπιμέρους Χριστιανῶν, γεγονός πού σημαίνει ὅτι ὁ Κύριος τελικῶς εἶναι πάντοτε στόν Σταυρό μέχρι τῆς συντελείας τῶν αἰώνων. «Χαίρω ἐν τοῖς παθήμασί μου ὑπέρ ὑμῶν καί ἀνταναπληρῶ τά ὑστερήματα τῶν θλίψεων τοῦ Χριστοῦ ἐν τῇ σαρκί μου ὑπέρ τοῦ σώματος αὐτοῦ, ὅ ἐστιν ἡ ᾽Εκκλησία» (Κολ. 1,24). Δηλαδή: Χαίρομαι τώρα πού ὑποφέρω γιά χάρη σας καί συντελῶ ἔτσι μέ τά σωματικά μου παθήματα, ὥστε νά ὁλοκληρωθοῦν οἱ θλίψεις πού πρέπει νά ὑπομείνει τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή ἡ ᾽Εκκλησία. Γι᾽ αὐτό καί ἔχει διατυπωθεῖ ἡ θεολογική ἄποψη ὅτι τό Πάθος τοῦ Κυρίου ἐπί τῆς γῆς πρέπει νά σχετίζεται καί μέ τά ἰδιώματά Του ὡς τοῦ Δευτέρου Προσώπου τῆς ῾Αγίας Τριάδος, κάτι βεβαίως πού ἑρμηνεύει καί τήν αἰτία σαρκώσεως τοῦ συγκεκριμένου Προσώπου καί ὄχι κάποιου ἄλλου.

       2. Τά πάθη τοῦ Κυρίου καί μάλιστα ἡ σταυρική Του θυσία ἐκφεύγουν τῶν ὁρίων τῆς ἀνθρώπινης λογικῆς. Ὁ Σταυρός Του συνιστᾶ μυστήριο, γιατί ἀκριβῶς Αὐτός πού πάσχει δέν εἶναι ἕνα κοινό ἀνθρώπινο πρόσωπο, ἀλλ᾽ ὁ ἐνσαρκωθείς Θεός. Πάσχει ὁ ἴδιος ὁ Θεός κατά τό ἀνθρώπινο. Αὐτό σημαίνει ὅτι δέν μποροῦμε μέ μέτρο τίς δυνάμεις μας – τή λογική μας, τά συναισθήματά μας, τή διαίσθησή μας ἀκόμη – νά κατανοήσουμε αὐτό πού διαδραματίζεται. Βλέπουμε μέν ἕναν ἄνθρωπο νά πάσχει ἐπί τοῦ Σταυροῦ, ἀλλά μᾶς διαφεύγει τό βάθος Του, ἡ κρυμμένη πραγματικότητα. Τί εἶναι ἐκεῖνο πού μπορεῖ, ἔστω καί ἐκ μέρους, νά βοηθήσει στήν προσέγγιση αὐτή τοῦ μυστηρίου; Μόνον ἡ πίστη πού φωτίζεται βεβαίως ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ. ῎Αν ὁ ἴδιος ὁ Θεός δέν μᾶς φώτιζε καί δέν μεταποιοῦσε τίς ἀνθρώπινες δυνατότητές μας, ὥστε μέ ἐνδυναμωμένα ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μάτια νά βλέπαμε τά γινόμενα, θά παραμέναμε πάντα μέσα στό σκοτάδι τῆς ὁριζόντιας διάστασης τῶν πραγμάτων, σέ νύκτα πνευματική. Κι ἐκεῖνο πού προϋποτίθεται γι᾽ αὐτόν τό φωτισμό εἶναι ἡ ἐν μετανοίᾳ προσέγγιση τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ Πάθους Του, πού καθαρίζει τά μάτια καί ἐνεργοποιεῖ ἐν γένει τίς πνευματικές μας αἰσθήσεις. «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται».
       3. Τί μποροῦμε λοιπόν νά ψηλαφήσουμε μέ τόν πνευματικό αὐτόν τρόπο; Τί μποροῦμε νά ποῦμε γιά τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ, καθοδηγούμενοι ἀπό τούς κατεξοχήν πνευματοφόρους ἀνθρώπους, τούς ἁγίους τῆς ᾽Εκκλησίας μας; ῎Οχι βεβαίως αὐτό πού ἐπιχείρησε ἡ σχολαστική θεολογία τῆς Δύσης, ἐκφρασμένη διά στόματος κυρίως τοῦ ᾽Ανσέλμου Κανταουρίας, ὅτι δηλαδή τό πάθος τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ ἐξιλέωση τῆς Θείας Δικαιοσύνης, πού ζητοῦσε ἱκανοποίηση λόγω τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ ἀνθρώπου - αὐτό συνιστᾶ ὑπόκυψη ἀκριβῶς στήν παγίδα τῆς λογικῆς προσέγγισης τοῦ Σταυροῦ, ὁπότε διαστρεβλώνεται καί ἀλλοιώνεται τό νόημα καί τό περιεχόμενό Του. Τόν Θεό στήν περίπτωση αὐτή τόν κάνει κατ᾽ εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου,καί μάλιστα τοῦ πεσμένου στήν ἁμαρτία.

 Ἡ ὀρθόδοξη θεολογία τῶν Πατέρων μας, σέ στάση ἄπειρου σεβασμοῦ πρός τό μυστήριο, εἶδε κυρίως δύο πράγματα καί αὐτά πρωτίστως ἐτόνισε:

  (α) τήν ἄβυσσο τῆς ἀνθρώπινης ἁμαρτίας, τέτοιας πού ἔπρεπε νά σταυρωθεῖ πρός ὑπέρβασή της ἕνας Θεός, πού σημαίνει τήν ἀδυναμία τῆς ἀνθρώπινης λύτρωσης μέ ὁποιονδήποτε ἀνθρώπινο τρόπο, ἄρα καί τήν καταδίκη ὁποιουδήποτε μεσσιανισμοῦ, στηριγμένου σέ ἀνθρώπινα κηρύγματα καί σέ ἀνθρώπινες μόνο δυνατότητες, καί
      (β) τήν ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, πού «κενώνει» τόν ἑαυτό Του, «κλίνει οὐρανούς καί κατέρχεται», προκειμένου νά ἄρει ἐπάνω Του Αὐτός τή δική μας ἁμαρτία καί νά μᾶς προσφέρει τή γλυκύτητα τῆς θεραπείας μας καί τή δικαιοσύνη Του. Μέ ἄλλα λόγια, ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ λειτούργησε καί λειτουργεῖ μ᾽ ἕναν ἐντελῶς διαφορετικό τρόπο ἀπ᾽ ὅ,τι ὁ ἀνθρώπινος, ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖ τήν τιμωρία τοῦ ἐνόχου καί τήν ἀθώωση τοῦ ἀθώου. Βάσει τῆς δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ, ὁ ἀθῶος, ὁ Χριστός, τιμωρεῖται, ἐνῶ ὁ ἔνοχος, ὁ ἄνθρωπος, δικαιώνεται καί ἀθωώνεται, κι ἀπό τήν ἄποψη αὐτή κατανοεῖ κανείς ὅτι ἡ τιμωρία τοῦ Θεοῦ γιά τήν πεσμένη στήν ἁμαρτία ἀνθρωπότητα ἦταν ἡ θεραπεία της. ῎Ετσι μᾶς τιμωρεῖ ὁ Θεός: θεραπεύοντάς μας!

 4. Τό γεγονός ὅτι Χριστός πάνω στόν Σταυρό «αἴρει τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου» κυριολεκτεῖται. Πάνω στόν Σταυρό σβήστηκαν οἱ ἁμαρτίες ὄχι μόνον τῶν ἀνθρώπων τῆς ἐποχῆς τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί τῶν πρό αὐτῆς καί τῶν μετά ἀπό αὐτήν. Δέν ὑπῆρξε, δέν ὑπάρχει καί δέν θά ὑπάρξει ἄνθρωπος μετά τόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ, πού νά μή βρίσκεται αἰρόμενος ἐπί τοῦ Σταυροῦ, γεγονός πού εἶχε προαναγγελθεῖ ἀπό τούς προφῆτες τῆς Π. Διαθήκης καί μάλιστα τόν Ἡσαΐα, καί πού αὐτήν τήν πίστη στίς προφητεῖς ζητοῦσε ὁ Κύριος ἀπό τούς ᾽Ιουδαίους καί μάλιστα τούς μαθητές Του. «῏Ω, ἀνόητοι καί βραδεῖς τῇ καρδίᾳ, τοῦ πιστεύειν ἐπί πᾶσιν οἷς ἐκήρυξαν οἱ προφῆται»! Ὁ Κύριος «ἔδει παθεῖν» ἀκριβῶς γιά τήν ἄρση τοῦ βάρους τῆς ἁμαρτίας τῶν ἀνθρώπων καί τήν ἐπανεύρεση τοῦ Παραδείσου του, γεγονός πού ἀποτελεῖ ὅ,τι πιό παρήγορο ἔχει ἀκουστεῖ ποτέ στήν ἱστορία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Κι αὐτό γιατί μετά τόν Σταυρό δέν ὑπάρχει ἁμαρτία ἀσυγχώρητη. Ὅ,τι κι ἄν κάνει ἕνας ἄνθρωπος, ὅλων τῶν εἰδῶν τίς ἁμαρτίες κι ἄν ἐπιτελέσει, μπροστά στήν ἐσταυρωμένη ἀγάπη σβήνει καί χάνεται. Κι ἔκτοτε θεωρεῖται βλασφημία ἡ ἀμφισβήτηση τῆς ἀπειρίας τῆς ἀγάπης αὐτῆς. ᾽Εκεῖνος δηλαδή πού θά ἐπικαλεστεῖ τίς πολλές ἤ μεγάλες ἁμαρτίες του γιά νά θέσει ἐρωτηματικό στή δυνατότητα τῆς συγγνώμης του ἀπό τόν Χριστό, στήν οὐσία εὐθέως βλασφημεῖ τόν Σταυρό Του καί ἀποκαλύπτει ἁπλῶς τήν ἀπιστία καί τήν ἀθεΐα του. Διότι ἡ ἀνθρώπινη λογική τίθεται σέ προτεραιότητα ἔναντι τοῦ θελήματος καί τῆς ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ. Γιά νά τό διατυπώσουμε μέ τά λόγια τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου: Ὅλη ἡ ἁμαρτία τῶν ἀνθρώπων ἄν μαζευτεῖ ἀπό τή μιά μεριά καί ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἀπό τήν ἄλλη, εἶναι σάν μιά σπίθα μπροστά σ᾽ ἕνα πέλαγος. Τί μπορεῖ νά κάνει ἡ σπίθα στό πέλαγος; Κι αὐτό τό παράδειγμα δέν εἶναι ἀπολύτως σωστό. Διότι τό πέλαγος ἔχει καί κάποια ὅρια, ἐνῶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπεριόριστη.
       5. Ἡ μόνη στάση τοῦ πιστοῦ μπροστά στόν Σταυρό, ἔτσι, εἶναι ἡ προσκύνηση. «Προσκυνοῦμέν Σου τά πάθη, Χριστέ»! Δηλαδή:

       - ἐν πίστει τά ἀποδεχόμαστε καί τά πιστεύουμε˙

       - γονατίζουμε ἐν κατανύξει μπροστά στήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καί κτυπᾶμε τό στῆθος μας, σάν τόν τελώνη, γιά τό μέγεθος τῆς ἁμαρτίας μας˙

       - Τόν παρακαλοῦμε μέ ταπείνωση νά μᾶς ἐνισχύει γιά νά ἀκολουθοῦμε τά χνάρια τῆς ζωῆς Του, ὥστε νά Τόν νιώθουμε ἐν αἰσθήσει στήν καρδιά μας˙

       - προσερχόμαστε προπάντων ἐν μετανοίᾳ γιά νά κοινωνήσουμε τό σῶμα καί τό αἷμα Του, ὅπως τό λέει καί πάλι ὁ ἅγιος Χρυσόστομος: ὅταν προσέρχεσαι νά κοινωνήσεις, νά προσέρχεσαι μέ τήν πεποίθηση ὅτι κοινωνᾶς ἀπό τή λογχευμένη πλευρά τοῦ ἐσταυρωμένου Χριστοῦ, πού ἔρρευσε αἷμα καί ὕδωρ. Τελικῶς, ἡ προσκύνηση τῶν Παθῶν τοῦ Κυρίου ταυτίζεται ὡς διάθεση τουλάχιστον μέ τό βίωμα τοῦ ἀποστόλου Παύλου: «Χριστῷ συνεσταύρωμαι. Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ ἐν ἐμοί Χριστός».  Στό μέτρο πού ζοῦμε τόν Σταυρό, βλέπουμε καί τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ ζωντανή στή ζωή μας. ᾽Αλλ᾽ αὐτό σημαίνει καί τήν ὅραση τῆς ᾽Αναστάσεώς του. «Δεῖξον ἡμῖν καί τήν ἔνδοξόν Σου ᾽Ανάστασιν».

ΣΤΑ «ΤΑΜΕΙΑ» ΤΩΝ ΚΑΡΔΙΩΝ ΜΑΣ ΑΣ ΦΩΝΑΞΟΥΜΕ «ΠΑΤΕΡΑ ΜΑΣ ΟΥΡΑΝΙΕ»!

ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΡΘΡΟ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ

«Τάς αἰσθήσεις ἡμῶν καθαράς τῷ Χριστῷ παραστήσωμεν, καί ὡς φίλοι αὐτοῦ τάς ψυχάς ἡμῶν θύσωμεν δι’ αὐτόν, καί μή ταῖς μερίμναις τοῦ βίου συμπνιγῶμεν ὡς ὁ Ἰούδας, ἀλλ’ ἐν τοῖς ταμείοις ἡμῶν κράξωμεν∙ Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἀπό τοῦ πονηροῦ ρῦσαι ἡμᾶς».

(Ας παρουσιάσουμε ενώπιον του Χριστού καθαρές τις αισθήσεις μας και ως φίλοι Του ας προσφέρουμε θυσία για χάρη Του τις ζωές μας και ας μη συμπνιγούμε όπως ο Ιούδας από τις αγωνιώδεις μέριμνες του βίου, αλλά αντίθετα μέσα στα ταμεία των καρδιών μας ας φωνάξουμε δυνατά: Πατέρα μας ουράνιε, σώσε μας από τον πονηρό).

Ο Ιούδας εξακολουθεί να αποτελεί τραγική φιγούρα στο όλο πλαίσιο του θείου δράματος που προβάλλεται από την υμνολογία της Μεγάλης Εβδομάδας. Κι όχι μόνο για τη φιλάργυρη διάθεσή του, όχι μόνο για το γεγονός της προδοσίας του Διδασκάλου του, αλλά και για την ελλειμματική μετάνοια που επέδειξε (να δει το σφάλμα του αλλά να μην πιστέψει στην αγάπη του Δημιουργού και Θεού του), πράγματα που έγιναν όργανα στα χέρια του Πονηρού προκειμένου να τον πνίξει τελικά μέσα στους λογισμούς του και μέσα στις ενοχές του με τη συγκλονιστική κατάληξη της αυτοκτονίας του. Πάντοτε στους αιώνες ο Ιούδας θα αποτελεί ορόσημο στην εκκλησιαστική υμνογραφία, ώστε οι άνθρωποι κάθε εποχής, και όχι μόνο οι χριστιανοί, να βλέπουν τι σημαίνει υποκρισία, τι σημαίνει να κινείται κανείς με κριτήριο τα πάθη του και όχι την ειλικρινή διάθεσή του, τι σημαίνει να γίνεται προδότης του φίλου και Διδασκάλου του. Κι έρχεται κι επανέρχεται η υμνολογία των μεγάλων ημερών στο πρόσωπό του όχι μόνο γιατί συνοδεύει κατ’  ανάγκην ως μαθητής του Χριστού τον Διδάσκαλο, ιδίως στις τελευταίες ώρες Του, αλλά και γιατί (κι είναι το στοιχείο που προκαλεί φόβο στον κάθε χριστιανό) τον «Ιούδα» ως τύπο τον κρύβουμε όλοι οι άνθρωποι μέσα μας -  είναι ο κακέκτυπος εαυτός μας, ο αλλοιωμένος λόγω του εγωισμού που δυστυχώς κυριαρχεί σ’  έναν πεσμένο στην αμαρτία κόσμο. 

 Αυτό το τελευταίο έρχεται να μας θυμίσει και πάλι ο υμνογράφος σ’  ένα από τα σύντομα τροπάρια του πρώτου αντιφώνου του πλαγίου δ΄ ήχου (από τον όρθρο της Μεγάλης Παρασκευής), όταν μας τονίζει ότι η επιλογή του «Ιούδα» εαυτού μας στον ψυχικό κόσμο μας δεν είναι ανώδυνη∙ φέρνει το τίμημα της αμαρτίας που αποτυπώνεται στην ψυχή του ανθρώπου ως κυριολεκτικά πνιγμός, ως αγωνία και άγχος, ως αδυναμία ο άνθρωπος να μπορεί ψυχικά να αναπνέει -  ό,τι συνέβη στον προδότη μαθητή Ιούδα και ό,τι σημειώνει και ο απόστολος Παύλος για τα επίχειρα της αμαρτίας:  «θλίψις και στενοχωρία σε κάθε έναν που εργάζεται το κακόν». Και τι προτείνει ο θεολόγος ποιητής που λειτουργεί ως στόμα της Εκκλησίας για να μη φτάνουμε σ’  αυτήν την τραγική πραγματικότητα;

1. Να προσέχουμε τις αισθήσεις μας (τα μάτια μας πρώτα από όλα, την ακοή μας, τη γεύση, την όσφρηση την αφή), ώστε να μην προσκλίνουν στο πονηρό προκειμένου να διατηρούμε καθαρή την καρδιά -  εκεί που βρίσκει χώρο ανάπαυσης το Πνεύμα του Θεού.

 2. Να βρισκόμαστε αδιάκοπα στην πορεία της τήρησης του θελήματος του Θεού, δηλαδή στην έκταση της ψυχής μας να ζούμε την εντολή της αγάπης  προς τον Θεό και τον συνάνθρωπό μας, χαρακτηριστικό της οποίας (αγάπης) είναι η θυσία του εαυτού προς χάριν του άλλου (Θεός και συνάνθρωπος συνταυτίζονται εν προκειμένω).

 3. Με τις προϋποθέσεις της προσοχής των αισθήσεων και της θυσιαστικής αγάπης ως οδού ζωής, να κραυγάσουμε την Κυριακή προσευχή, τό «Πάτερ ἡμῶν».

Κι αξίζει να σημειώσουμε ότι η προσευχή αυτή, δοσμένη από τον ίδιο τον Κύριό μας (εξ ου και Κυριακή προσευχή ονομάζεται), θεωρείται η σπουδαιότερη όλων των προσευχών. Διότι συνιστά ρήμα Κυρίου που περικλείει την παντοδύναμη ενέργειά Του, η οποία όμως για να λειτουργήσει θετικά και ευεργετικά στον άνθρωπο πρέπει αυτός να βρίσκεται συντονισμένος με τον Χριστό, να θέλει δηλαδή να είναι μέλος Εκείνου και να βρίσκεται στην τροχιά των αγίων Του εντολών. Τι θα πει αυτό; Ότι ορθά λέει κανείς το «Πάτερ ἡμῶν» όταν είναι συνδεδεμένος με τους άλλους – όπως φαίνεται τούτο από το ότι αξιωνόμαστε να πούμε την προσευχή αυτή κατεξοχήν λίγο πριν τη Θεία Κοινωνία – αλλά και όταν είναι στραμμένος στον «ταμεῖον» του, δηλαδή προς την ίδια την καρδιά του, ίσως και κάποιες στιγμές της ημέρας μόνος μέσα στο σπίτι του. Στην ησυχία του σπιτιού μας, όταν βεβαίως υπάρχει αυτή, μπορεί κανείς με προσοχή να αφουγκραστεί τον εσώτερο εαυτό του κι εκεί «γουλιά γουλιά» να «πιει» τα λόγια της προσευχής του Χριστού, εναλλάσσοντας το «Πάτερ ἡμῶν» με το «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Όπως διδάσκει η εμπειρία των πατέρων μας, τότε θα αρχίσει να ανατέλλει και η παρουσία του φωτός της Βασιλείας του Χριστού στην ύπαρξή μας και να γινόμαστε κι εμείς κατά την αναλογία της ορθής έκφρασης της προσευχής «φῶς Χριστοῦ».

Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

ΕΜΕ ΜΙΜΕΙΣΘΕ!

 

ΟΡΘΡΟΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΕΜΠΤΗΣ

«Ει ουν υμείς φίλοι μού εστε, εμέ μιμείσθε…» (Απόστιχα αίνων)

Είναι ο λόγος του Κυρίου, που τον απηύθυνε πρώτα στους δώδεκα μαθητές Του, όταν τους έπλυνε τα πόδια, κι έκτοτε ισχύει ως προτροπή για κάθε πιστό κάθε εποχής: «Αν είστε φίλοι μου, να μιμείσθε εμένα».

Μπορούμε καταρχάς να είμαστε φίλοι Του; Πώς να είσαι φίλος μ’ Εκείνον που είναι ο παντοδύναμος και Δημιουργός Θεός; Η ανθρώπινη λογική ιλιγγιά και τρέμει, γιατί νιώθει ενώπιον του άπειρου μεγαλείου του Θεού τη δική της άπειρη μικρότητα. Αλλά η στάση αυτή της λογικής είναι το σύμπτωμα του πεσμένου στην αμαρτία κόσμου μας. Γιατί ο Θεός  ήλθε στον κόσμο στο πρόσωπο του Χριστού μας και έδειξε ότι εμείς οι μικροί και αδύναμοι άνθρωποι είμαστε γι’ Αυτόν ό,τι πιο πολύτιμο υπάρχει. Τόσο πολύτιμο μάλιστα που πρόσφερε και προσφέρει τον εαυτό Του για χάρη μας.

Φίλοι λοιπόν του Θεού μας. Εκείνος μας έδωσε τη δυνατότητα και τη χάρη αυτή. Μας το είπε καθαρά: «Υμείς φίλοι μου εστέ. Ουκέτι υμάς λέγω δούλους». Δεν σας ονομάζω δούλους. Είστε φίλοι μου. Υπάρχει μεγαλύτερη τιμή; Η λαϊκή παροιμία το επιβεβαιώνει: Δείξε μου τον φίλο σου να σου πω ποιος είσαι. Αν είμαστε φίλοι με τον Χριστό, σημαίνει ότι κι εμείς είμαστε ίδιοι με Αυτόν. Στο πρόσωπό μας, στο πρόσωπο του κάθε συνανθρώπου μας, μπορούμε να βλέπουμε πια την παρουσία Εκείνου. Και πλησιάζοντας Εκείνον, μας σπρώχνει αμέσως προς τον πλησίον μας.

Έτσι; Χωρίς προϋποθέσεις; Τέτοιο μεγαλείο χωρίς όρους; Χωρίς όρους, ναι, πλην ενός. Να θέλουμε κι εμείς τη φιλία Του. Και γι’ αυτό να Τον ακολουθούμε στον τρόπο της ζωής Του. Αφού σας έκανα ένα μ’ Εμένα, μας λέει, να μιμείσθε τον τρόπο της ζωής μου. Όχι με μία μίμηση ασφαλώς εξωτερική, αλλά με μία διάθεση να αφήνουμε Εκείνον να δρα μέσα από εμάς. Είμαι λοιπόν φίλος Του σημαίνει ότι Τον μιμούμαι: στη θυσιαστική αγάπη Του, στην αγία ταπείνωσή Του, στην απόλυτη υπακοή στον Θεό Πατέρα Του – είναι η δοσμένη σ’ εμένα δυνατότητα.

 Η Μεγάλη Πέμπτη μας θυμίζει τη συγκλονιστική μυστική αυτή πραγματικότητα που διαιωνίζεται αδιάκοπα στην Εκκλησία: η ζωή μας να φανερώνει τη φιλία μας σ’ Εκείνον. Οι φίλοι του Χριστού είναι οι συνεχιστές της δικής Του ζωής μέσα στον κόσμο. Πόσο άραγε φίλοι Του είμαστε  εμείς;

ΤΟΝ ΑΡΤΟΝ ΥΠΟΔΕΞΩΜΕΘΑ…

Τή Μεγάλη Πέμπτη οἱ Πατέρες μας, μᾶς παρέδωσαν νά ἑορτάζουμε τέσσερα πράγματα: τόν ἱερό Νιπτήρα, τόν Μυστικό Δεῖπνο, τήν ὑπερφυᾶ προσευχή καί ἀκόμη τήν προδοσία τοῦ ᾽Ιούδα. Ὁ ὕμνος πού συγκεφαλαιώνει καί συνδέει τά περισσότερα ἀπό αὐτά, ἐπισημαίνοντας τίς προεκτάσεις τους καί στή δική μας ζωή, εἶναι κυρίως ὁ οἶκος τοῦ κοντακίου τοῦ ὄρθρου τῆς ἡμέρας: 

«Τῇ μυστικῇ ἐν φόβῳ τραπέζῃ προσεγγίσαντες πάντες, καθαραῖς ταῖς ψυχαῖς, τόν ἄρτον ὑποδεξώμεθα, συμπαραμένοντες τῷ Δεσπότῃ, ἵνα ἴδωμεν τούς πόδας πῶς ἀπονίπτει τῶν Μαθητῶν, καί ἐκμάσσει τῷ λεντίῳ, καί ποιήσωμεν ὥσπερ κατίδωμεν, ἀλλήλοις ὑποταγέντες καί ἀλλήλων τούς πόδας ἐκπλύνοντες. Αὐτός γάρ ὁ Χριστός οὕτως ἐκέλευσε τοῖς αὐτοῦ μαθηταῖς ὡς προέφησεν. ᾽Αλλ᾽ οὐκ ἤκουσεν ᾽Ιούδας ὁ δοῦλος καί δόλιος».

(Ἀφοῦ προσεγγίσαμε ὅλοι τή Μυστική Τράπεζα μέ φόβο, ἄς ὑποδεχτοῦμε τόν ἄρτο μέ καθαρές τίς ψυχές, μένοντας κοντά στόν Δεσπότη, προκειμένου νά δοῦμε πῶς πλένει τά πόδια τῶν Μαθητῶν καί τά σκουπίζει μέ τό λέντιο. Κι ἄς κάνουμε ὅπως ἀκριβῶς εἴδαμε, μέ τό νά ὑποτασσόμαστε ὁ ἕνας στόν ἄλλον καί μέ τό νά πλένουμε τά πόδια ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου. Διότι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός ἔτσι ἔδωσε ἐντολή στούς μαθητές Του, ὅπως προεῖπε. Ἀλλά δέν ἄκουσε ὁ Ἰούδας ὁ δοῦλος καί δόλιος).


       1. «Τόν ἄρτον ὑποδεξώμεθα»: Καλούμαστε νά προσεγγίσουμε τή μυστική Τράπεζα, προκειμένου νά κοινωνήσουμε τῶν ἀχράντων μυστηρίων. Βρισκόμαστε ἐνώπιον τοῦ κέντρου τῆς ᾽Εκκλησίας μας, τοῦ μυστηρίου τῆς Θ. Εὐχαριστίας, τό ὁποῖο συνέστησε ὁ Κύριος ἀκριβῶς τήν ἡμέρα αὐτή, κατά τό Μυστικό Δεῖπνο.

Ὁ Κύριος στό Δεῖπνο αὐτό τέλεσε γιά πρώτη φορά ἐπί τῆς γῆς τή Θεία Λειτουργία, καλώντας τούς μαθητές Του νά φᾶνε τό ἅγιο σῶμα Του καί νά πιοῦνε τό τίμιο αἷμα Του. Τό «λάβετε, φάγετε, τοῦτο γάρ ἐστι τό σῶμά μου» καί τό «πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες, τοῦτο γάρ ἐστι τό αἷμά μου» συνιστοῦν τά ἱδρυτικά τοῦ μυστηρίου τῆς Θ. Εὐχαριστίας λόγια, τά ὁποῖα ἔκτοτε ἐπαναλαμβάνονται σέ κάθε ἀντίστοιχη σύναξη πιστῶν, κατά τήν ἐντολή τοῦ Κυρίου «τοῦτο ποιεῖτε εἰς τήν ἐμήν ἀνάμνησιν», διαιωνίζοντας ἀκριβῶς ἐν Πνεύματι τόν Μυστικό Δεῖπνο. Ἡ Θεία Λειτουργία μέ τόν τρόπο αὐτόν κατανοεῖται ἀπό τήν ᾽Εκκλησία μας: ὡς ἡ συνέχεια τοῦ Μ. Δείπνου, γι᾽ αὐτό καί πάντοτε θεωρήθηκε ὡς τό κέντρο τῆς ᾽Εκκλησίας, γύρω ἀπό τό ὁποῖο ῾πλέχτηκαν᾽ καί ὅλα τά ὑπόλοιπα μυστήρια αὐτῆς. Κι εἶναι θά λέγαμε λογικό: ὁ Κύριος πού ἐρχόμενος στόν κόσμο μᾶς ἔσωσε, μέ τήν ἔννοια ὅτι μᾶς ἐνσωμάτωσε στόν ἑαυτό Του καί ἔτσι μᾶς συμφιλίωσε μέ τόν Θεό - κάτι πού ἐνεργοποιεῖται γιά τόν πιστό ἀπό τήν ὥρα πού βαπτίζεται καί χρίεται στό ὄνομα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ - ὁ ῎Ιδιος μᾶς τρέφει μέ τό σῶμα καί τό αἷμα Του, γιά νά διατηρηθεῖ αὐτή ἡ σχέση Του μαζί μας καί νά αὐξηθεῖ «μέχρι καταντήσωμεν οἱ πάντες εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ».

        Ταυτοχρόνως στό μυστήριο τῆς Θ. Εὐχαριστίας ὁ Χριστιανός βιώνει αὐτό πού ἡ ᾽Εκκλησία μας κατανοεῖ ὡς Παράδοσή της. Παράδοση δέν εἶναι αὐτό πού ἔχει ἐπικρατήσει ἤ ἐπικρατεῖ ὡς εὐλογημένη ἴσως συνήθεια σέ κάποιους χριστιανικούς χώρους, μᾶλλον δέν εἶναι ἡ σώζουσα Παράδοση τῆς ᾽Εκκλησίας. Παράδοση καθαυτό εἶναι ἡ ἴδια ἡ Θεία Λειτουργία, τό μυστήριο τῆς προσφορᾶς τῆς ζωῆς τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου, τό ὁποῖο ᾽Εκεῖνος παρέδωσε στούς μαθητές Του καί οἱ μαθητές Του στή συνέχεια παρέδωσαν στίς μετέπειτα γενιές. Τό διατυπώνει ἔξοχα ὁ ἀπ. Παῦλος στήν Α´ πρός Κορ. ἐπιστολή του, ὅταν λέει: «ἐγώ γάρ παρέλαβον ἀπό τοῦ Κυρίου ὅ καί παρέδωκα ὑμῖν, ὅτι ὁ Κύριος ᾽Ιησοῦς ἐν τῇ νυκτί ᾗ παρεδίδετο ἔλαβεν ἄρτον καί εὐχαριστήσας ἔκλασε καί εἶπε: λάβετε φάγετε, τοῦτό μού ἐστι τό σῶμα τό ὑπέρ ὑμῶν κλώμενον. Τοῦτο ποιεῖτε εἰς τήν ἐμήν ἀνάμνησιν. ῾Ωσαύτως καί τό ποτήριον μετά τό δειπνῆσαι λέγων: τοῦτο τό ποτήριον ἡ καινή διαθήκη ἐστίν ἐν τῷ ἐμῷ αἵματι. Τοῦτο ποιεῖτε, ὁσάκις ἄν πίνητε, εἰς τήν ἐμήν ἀνάμνησιν. Ὁσάκις γάρ ἄν ἐσθίητε τόν ἄρτον τοῦτον καί τό ποτήριον τοῦτο πίνητε, τόν θάνατον τοῦ Κυρίου καταγγέλλετε, ἄχρις οὗ ἄν ἔλθῃ» (11, 23-26). Κι αὐτή βεβαίως ἡ Παράδοση τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ ὑπό τά εἴδη τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου γίνεται μέ τή δύναμη τοῦ ἁγίου Πνεύματος, πού σημαίνει ὅτι ἡ Παράδοση ἔχει ἁγιοπνευματικό καί δυναμικό χαρακτήρα, ἄρα εἶναι ζωή καί ἀπαιτεῖ τή ζωή τῶν ἀνθρώπων γιά τή συνάντηση μαζί της. Καταλαβαίνει κανείς ἀπό τήν ἄποψη αὐτή πόσο πλανεμένη καί ἐκτός πραγματικότητας εἶναι ἡ ἀντίληψη ὁρισμένων ὅτι ἡ Παράδοση εἶναι μουσειακή κατάσταση καί συντηρητισμός, καλύτερα˙ πίσω ἀπό τήν ἀντίληψη αὐτή κρύβεται ἡ ἀπιστία καί ἡ ἀθεΐα τοῦ ἀνθρώπου.

 2. Ὁ ὑμνογράφος λοιπόν μᾶς καλεῖ νά κοινωνήσουμε «τόν ἄρτον», ὑπενθυμίζοντας ὅμως καί τίς προϋποθέσεις τῆς κοινωνίας αὐτῆς: τόν φόβο καί τήν καθαρότητα τῆς ψυχῆς. Ἡ συμμετοχή στή Θ. Κοινωνία δηλαδή δέν γίνεται ἀπροϋπόθετα. Μιά συμμετοχή στά ἄχραντα μυστήρια «εἰκῇ καί ὡς ἔτυχεν», χωρίς τήν ἐνδεδειγμένη μετάνοια καί χωρίς ἐπίγνωση, δημιουργεῖ τίς συνθῆκες ἐπανάληψης τοῦ δαιμονισμοῦ τοῦ ᾽Ιούδα. Μή ξεχνᾶμε ὅτι καί ὁ ᾽Ιούδας κοινώνησε, ἀλλά μέ τήν προδοσία ἐν ἐξελίξει, μέ ἀποτέλεσμα νά δαιμονιστεῖ καί νά καταστραφεῖ. Καί τοῦτο γιατί ὁ εὐλογημένος ἄρτος δρᾶ μέσα στόν ἄνθρωπο ἐνεργοποιώντας ὅ,τι συναντᾶ στήν ψυχή του: φιλοθεΐα ἤ μισανθρωπία. Σάν τή βροχή πού πέφτοντας στή γῆ θά φέρει τήν καρποφορία εἴτε τῶν ἀγαθῶν σπερμάτων εἴτε τῶν ζιζανίων.

῎Ετσι μπορεῖ κανείς νά κοινωνήσει καί ἀντί νά καλλιτερεύσει, μέ τήν ἔννοια τῆς πνευματικῆς προόδου του, νά χειροτερεύσει. Οἱ προϋποθέσεις λοιπόν κατά τόν ὑμνογράφο εἶναι ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ καί ἡ καθαρότητα τῆς ψυχῆς. Κι αὐτά τά δύο συνδέονται ἀμεσότατα μεταξύ τους, φανερώνοντας τή λειτουργία τῆς μετανοίας. Θέλουμε νά ποῦμε ὅτι ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ πού γνώρισμα ἔχει τήν τήρηση τῶν ἁγίων Του ἐντολῶν ὁδηγεῖ στήν κάθαρση τῆς ψυχῆς, κι αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται σέ ἑτοιμότητα μετοχῆς στό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Κυρίου. Ἡ μετοχή αὐτή αὐξάνει τήν καθαρότητα κι ἔτσι ὁ ἄνθρωπος θεώνεται ἀπό τίς θεοποιές ἐνέργειες τοῦ μυστηρίου καί πορεύεται «ἀπό δόξης εἰς δόξαν», ἀφοῦ ποτέ δέν ὑπάρχει τέλος στή διαδικασία αὐτή τῆς μετανοίας καί στήν ἐν Θεῷ αὔξησή του. Στήν κατάσταση αὐτή ὁ πιστός γίνεται κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ καί «ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ» μιά ἄλλη φανέρωση τοῦ Χριστοῦ μέσα στόν κόσμο.
       3. «συμπαραμένοντες τῷ Δεσπότῃ»: ὁ ὑμνογράφος τήν μόλις παραπάνω ἀναφερθεῖσα ἀλήθεια καταγράφει μέ τή συγκεκριμένη φράση. Ὅ,τι συνέβη στόν Μυστικό Δεῖπνο λειτουργεῖ ἀρχετυπικά, πού σημαίνει ὅτι πολλοί ἀκολουθοῦν τό παράδειγμα τοῦ ᾽Ιούδα: κοινώνησε ἐν προδοσίᾳ τοῦ Χριστοῦ καί ἔφυγε γιά νά ὁλοκληρώσει αὐτήν τήν προδοσία. Ὁ ὑμνογράφος λοιπόν μᾶς προτρέπει νά συμπαραμένουμε μέ τόν Χριστό κι ἐκεῖ νά Τόν δοῦμε νά πλένει τά πόδια τῶν μαθητῶν καί νά τά σκουπίζει μέ τό λέντιο, προκειμένου μέ τόν ἴδιο τρόπο νά στεκόμαστε κι ἐμεῖς ἀπέναντι σέ κάθε συνάνθρωπό μας: «ἀλλήλοις ὑποταγέντες καί ἀλλήλων τούς πόδας ἐκπλύνοντες». Μέ ἄλλα λόγια ἡ ὀρθή μετοχή στή Θ. Εὐχαριστία ὁδηγεῖ σέ γνήσια ἀκολουθία τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή στήν ταπείνωση καί τήν ἐν ἀγάπῃ διακονία τῶν συνανθρώπων.

Νά τό ποῦμε κι ὅπως τό διατύπωσε καί ὁ μεγάλος ρῶσος μυθιστοριογράφος καί βαθύς ἀνατόμος τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς Φ. Ντοστογιέφκσι στό τελευταῖο ἔργο του «᾽Αδελφοί Καραμαζώφ»: «Μπροστά σέ μερικές σκέψεις ὁ ἄνθρωπος στέκεται μπερδεμένος, ἰδίως μπροστά στή θέα τῆς ἀνθρώπινης ἁμαρτίας, καί ἀναρωτιέται ἄν θά τήν πολεμήσει μέ βία ἤ μέ ταπεινή ἀγάπη. Πάντα ν᾽ ἀποφασίζεις: ῾Θά τήν πολεμήσω μέ ταπεινή ἀγάπη᾽. ῎Αν ἀποφασίσεις πάνω σ᾽ αὐτό μιά γιά πάντα, μπορεῖς νά κατακτήσεις ὁλόκληρο τόν κόσμο. Ἡ γεμάτη ἀγάπη ταπείνωση εἶναι μιά τρομερή δύναμη: εἶναι τό πιό δυνατό ἀπ᾽ ὅλα τά πράγματα καί δέν ὑπάρχει τίποτε ἄλλο σάν κι αὐτή».

Μετοχή στή Θ. Εὐχαριστία καί ἔχθρα πρός τό συνάνθρωπο ἤ ἀδικία του ἐκ μέρους μας καί ῾τσαλάκωμα᾽ τῆς προσωπικότητάς του μέ ὁποιονδήποτε τρόπο δέν μποροῦν νά συνυπάρξουν. Ὁ ὑμνογράφος εἶναι σαφής: Χριστιανός σημαίνει νά βλέπεις καί νά ἀκολουθεῖς τόν Χριστό, μέσα σέ εὐχαριστιακά, δηλαδή ἐκκλησιαστικά πλαίσια, ζώντας πάντοτε τήν ταπεινή ἀγάπη Του. Κάθε τι διαφορετικό σημαίνει ἔκπτωση στή δολιότητα τοῦ ᾽Ιούδα. 

ΑΛΛΟΙΜΟΝΟ ΣΟΥ!

ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΕΣΠΕΡΑΣ

«Τάς χεῖρας ἐξέτεινας, ἐν αἷς τόν ἄρτον ἔλαβες τῆς ἀφθαρσίας, λαβεῖν τά ἀργύρια, τό στόμα πρός φίλημα προσαγαγών δολίως, ἐν ᾧ τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί τό Αἷμα ὑπεδέξω˙ ἀλλ’ οὐαί σοι! ὡς φησίν ὁ Χριστός» (ωδή θ΄ Τριωδίου, Αγίου Ανδρέου Κρήτης).

(Με τα χέρια που άπλωσες για να λάβεις τον άρτο της αφθαρσίας, πήρες  και τα αργύρια, όπως και το στόμα με το οποίο υποδέχτηκες το σώμα και το αίμα του Χριστού το έφερες κοντά Του με δόλιο τρόπο για να Τον φιλήσεις. Αλλά αλλοίμονό σου! Όπως λέει ο Χριστός).

Την κατάσταση του προδότη μαθητή Ιούδα διεκτραγωδεί ο μεγάλος άγιος Πατήρ Ανδρέας Κρήτης, επικεντρώνοντας στα χέρια και το στόμα του! Είναι τα χέρια που κράτησαν τον Κύριο στην πρώτη Θεία Λειτουργία που τέλεσε Εκείνος επί της γης στον Μυστικό Δείπνο, υπό τα είδη του Άρτου. Στο πρώτο «λάβετε, φάγετε, τούτο μού εστι το Σώμα» που είπαν τα χείλη του Δημιουργού – τα ιδρυτικά λόγια του μυστηρίου της Ευχαριστίας που έκτοτε και εις τους αιώνας επαναλαμβάνει μέσω των ιερέων Του – ήταν παρών και εκείνος, Τον άκουσε να τον καλεί με το όνομά του, να του προσφέρει το ίδιο το αγιασμένο σώμα Του, να τον καθιστά μέτοχο του Ίδιου του Εαυτού Του – Ένα με εκείνον και τους άλλους μαθητές! Κι ακόμη: τα εν συνεχεία παράδοξα λόγια Του που μιλούσαν για το Αίμα Του μέσα από τον αγιασμένο Οίνο: «Πίετε εξ Αυτού πάντες. Τούτο γαρ εστι το Αίμα μου, το υπέρ υμών και πολλών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών». Κι ήλθε η σειρά του να φέρει το στόμα του σ’ αυτόν τον Οίνο που ήταν η κρυμμένη παρουσία του Διδασκάλου – το στόμα του Τον γεύτηκε κι η ζεστασιά Του απλώθηκε σε όλο του το σώμα.

Μα, τι περίεργο! Δεν ένιωσε τίποτε καλό. Το αντίθετο: είδε να σκληραίνει η καρδιά του και σαν να τον καταλαμβάνει ένα κύμα οργής και αγριότητας απέναντι σ’ Εκείνον που μέχρι τότε ακολουθούσε. Κάτι σκοτεινό ένιωσε να πλημμυρίζει την ύπαρξή του που τον έκανε να μην αντέχει να παρακάθεται μαζί Του και με τους άλλους – ένας πνιγμός που τον έσπρωχνε να φύγει για να «αναπνεύσει»! «Ό,τι έχεις να κάνεις κάν’ το γρήγορα», άκουσε μακρινά μέσα στο βουητό του κεφαλιού του. Βγήκε έξω και κοίταξε τα χέρια του που έτρεμαν. Τα χέρια που μόλις είχαν πιάσει το «σώμα» του Δασκάλου – έτσι είχε πει. Τα ίδια χέρια, θυμήθηκε, που λίγες ώρες πριν είχαν λάβει τα αργύρια από τους αρχιερείς και τους Γραμματείς για την προδοσία του τάχα Μεσσία! Είναι αλήθεια ότι είχε απογοητευθεί πολύ από τον Διδάσκαλο – αλλιώς Τον περίμενε και αλλιώς του «βγήκε». Δεν έκανε τίποτε ο Ιησούς για τους εχθρούς Ρωμαίους. Εκείνοι συνέχιζαν να είναι οι κατακτητές και ο Χριστός αντί να ηγηθεί επαναστατικού κινήματος προσανατόλιζε τους ακολούθους Του σε άλλα Βασίλεια, έξω από τη γη που πατάμε, στους Ουρανούς! Και οι αρχιερείς; Απογοητευμένοι και εκείνοι όπως και ο ίδιος. Τον ήξεραν, τον πλησίασαν, τους πλησίασε – του έταξαν και χρήματα! Και δεν μπορούσε να αρνηθεί σ’ αυτά που είχαν τέτοια δύναμη στον κόσμο – ήταν η αδυναμία του, γιατί περιέκλειαν δύναμη˙ δύναμη επιβολής. Κάτι θα είχε καταλάβει και ο Δάσκαλος που του ανέθεσε το ταμείο της ομάδας! «Το γλωσσόκομον εκράταγε».

Ένιωσε το στόμα του στεγνωμένο και γυρόφερε τη γλώσσα του – ο Οίνος που μόλις είχε πιει ήλθε και πάλι με τη γεύση του. «Το αίμα Του», σκέφτηκε τα λόγια του Ιησού. Σαν να δαιμονίστηκε: «μας κορόϊδεψε»! Έτρεξε να βρει τους νέους συντρόφους του, έστω κι αν τους απεχθανόταν. Ο Ιησούς έπρεπε να παραδοθεί στους αρχιερείς και στις αρχές – ό,τι είχαν κανονίσει. Το σχέδιο που του είπαν ήταν απλό: θα τους οδηγούσε εκεί που συνήθιζαν να πηγαίνουν ο Χριστός με τους μαθητές Του. Και σημάδι, μέσα στη νύχτα, για το Ποιον έπρεπε να συλλάβουν ήταν ένα φίλημα. Εκείνος, ο Ιούδας, με την απογοητευμένη και συντριμμένη καρδιά από τα γκρεμισμένα όνειρά του, θα πήγαινε στον Αρχηγό και θα του έδινε ένα φίλημα: κανείς δεν θα τον παρεξηγούσε. Μαθητής Του ήταν μέχρι τώρα! Κάτι κρύο πήρε και πάλι να ανεβαίνει στην καρδιά του. Και πάλι συνδύασε το στόμα του που γεύτηκε τον Οίνο του Δείπνου με τον Χριστό, με εκείνο το ίδιο που θα φιλούσε τον Δάσκαλο. Δεν ένιωσε καλά, αλλά ο «σκοπός» και τα χρήματα τού θέριεψαν και πάλι την καρδιά. «Με φίλημα, Ιούδα, προδίδεις τον Διδάσκαλο;» ήταν τα τελευταία λόγια που άκουσε από Εκείνον και το θλιμμένο βλέμμα Του θα τον κυνηγούσε για πάντα! Όλα σωριάστηκαν μέσα του και το μόνο που «ανέτειλε» ήταν μια θηλιά και ένα δέντρο! 

Τα χέρια και το στόμα του προδότη μαθητή. Αυτά που λειτούργησαν σε διπλό επίπεδο: από τη μια με τον Χριστό, από την άλλη εναντίον Του. Δεν κατάλαβε τίποτε από εκείνα που βεβαίωνε ο μέχρι τότε Δάσκαλός του: «ουδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν». Και «ο μη ων μετ’ εμού κατ’ εμού εστι». Και τελικώς ζούσε μέσα στο «ουαί», το «αλλοίμονό σου» που λέει ο Κύριος και επαναλαμβάνει ο άγιος Ανδρέας. Γιατί τελικώς η ζωή του ήταν μέσα στην υποκρισία: άλλα να σκέπτεται και να λογίζεται μέσα του και άλλα να ενεργεί εξωτερικά με τα λόγια και τις πράξεις του. Η υποκρισία: αυτή που φέρνει τον δαιμονισμό του ανθρώπου, από την οποία πρέπει να παρακαλούμε τον Θεό να μας απαλλάξει, ώστε ο λόγος του Θεού να καταλαμβάνει όλη την ύπαρξή μας.

Τετάρτη 8 Απριλίου 2026

ΣΩΣΕ ΜΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΘΛΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ!

 

ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΡΘΡΟ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΤΑΡΤΗΣ

«Ὤ τῆς Ἰούδα ἀθλιότητος! Ἐθεώρει τήν πόρνην φιλοῦσαν τά ἴχνη, καί ἐσκέπτετο δόλῳ τῆς προδοσίας τό φίλημα… Ὤ της Ἰούδα ἀθλιότητος! Ἀφ’ ἧς ρῦσαι ὁ Θεός τάς ψυχάς ἡμῶν».

(Ω, η αθλιότητα του Ιούδα! Έβλεπε την πόρνη να φιλάει τα πόδια του Χριστού και σκεπτόταν δόλια το φίλημα της προδοσίας… Ω, η αθλιότητα του Ιούδα! Απ’ αυτήν σώσε Θεέ μου τις ψυχές μας).

Δεν θέλουμε να στηλιτεύσουμε παρορμητικά τον Ιούδα. Διότι ενώ προβάλλεται ως κατεξοχήν αρνητικό παράδειγμα από την υμνολογία της Εκκλησίας  μας, παραπέμπει το σκεπτικό του σε μας τους ίδιους και στις ψυχές μας. Γιατί τι μας λέει το τροπάριο (παρμένο από τους αίνους του όρθρου της Μεγάλης Τετάρτης, ημέρας που η Εκκλησία προβάλλει την πόρνη γυναίκα που άλειψε με μύρο τον Κύριο Ιησού λίγο προ του σωτηρίου Πάθους Του); Ότι ελλοχεύει σε όλους ο κίνδυνος να περιπέσουμε κι εμείς στη δική του αθλιότητα, δηλαδή στο δικό του σκεπτικό και στη δική του δράση, κάτι που θα είναι καταστροφικό για τη σωτηρία μας. Χρειάζεται λοιπόν προσοχή στην ετοιμότητα καταδίκης του: θα πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι να δεχτούμε τα «πυρά» της κριτικής μας και για μας τους ίδιους.

Τι θέλουμε να πούμε; Τι συνιστά την αθλιότητα, κατά τον υμνογράφο, του Ιούδα; Όχι ασφαλώς η προσωπικότητά του, το «βάθος» του εαυτού του, που δεν παύει σε κάθε περίπτωση να εικονίζει τον Χριστό – γι’ αυτήν την εικόνα Του ήλθε ο Χριστός και θυσιάστηκε και σταυρώθηκε. Η αθλιότητά του έγκειτο στο γεγονός της υποκρισίας του: έβλεπε αντικειμενικά την πόρνη γυναίκα να περιχύνει το πανάκριβο μύρο πάνω στον Χριστό (φανερώνοντας έτσι την αγάπη της προς Αυτόν), εξεγειρόταν με τη μάσκα της «κοινωνικής δικαιοσύνης», μαζί και με τους άλλους μαθητές βέβαια, για την «απώλεια» του μύρου («τσάμπα» και άσκοπο χάσιμο χρημάτων: θα μπορούσαν τα «πεταμένα» χρήματα να προσφερθούν στους φτωχούς), ενώ άλλα τελικώς σχεδίαζε στο βάθος του μυαλού του: την προδοσία του Διδασκάλου του! Με άλλα λόγια, άλλα έβλεπε, άλλα έλεγε, άλλα σκεπτόταν – κυριολεκτικά ο ορισμός της υποκρισίας. Και γιατί χαρακτηρίζεται αθλιότητα η κατάσταση αυτή; Διότι κανείς και πουθενά σε ολόκληρο τον κόσμο δεν αποδέχεται την υποκρισία, η οποία εκφράζει την ψευτιά του ανθρώπου, την ανειλικρίνεια των προθέσεών του, έναν εαυτό κυριαρχημένο από τον ίδιο τον Πονηρό – ο Πονηρός είναι ο Πατέρας του ψεύδους!

Μα μήπως όμως κι εμείς οι θεωρούμενοι χριστιανοί δεν περιπίπτουμε συχνά σε μία παρόμοια αθλιότητα; Δεν συλλαμβάνουμε,  λίγες ή πολλές φορές δεν έχει σημασία, τον εαυτό μας να λειτουργεί υποκριτικά, που θα πει όπως σημειώσαμε παραπάνω άλλα να βλέπουμε, άλλα να λέμε και άλλα να σκεπτόμαστε;

- Η καρδιά μας δηλαδή βρίσκεται πάντοτε πάνω στην απλότητα και την αγνότητα που ζητεί ο αρχηγός της πίστης μας – πάνω στη θυσιαστική σταυρική αγάπη που θέτει Εκείνος ως όριο; «Αὕτη ἐστίν ἡ ἐντολή ἡ ἐμή, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους, καθώς ἠγάπησα ὑμᾶς. Μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδείς ἔχει, ἵνα τις τήν ψυχήν αὐτοῦ θῆ ὑπέρ τῶν φίλων αὐτοῦ». 

- Πάντοτε αντιμετωπίζουμε τους συνανθρώπους μας με τον ίδιο (καρδιακό) τρόπο, είτε τους φιλικά σε μας προσκείμενους είτε και τους εχθρούς και αδικούντας ημάς; Εδώ φτάνει στο σημείο ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος να θεωρεί ότι υπάρχει και «καλή υποκρισία», με την έννοια ότι επειδή δεν είμαστε στο ύψος της αγάπης του Χριστού μπορεί να «υποκρινόμαστε» την αγάπη, κλαίγοντας όμως μέσα μας για το έλλειμμά μας αυτό! Δηλαδή και η καλή ακόμη υποκρισία δεν είναι καλή, αλλά απλώς ένα μέσο για να καταδικάζουμε τον εαυτό μας λόγω της αθλιότητας που παρουσιάζουμε!

Λοιπόν, επανερχόμαστε! Ίσως δεν πρέπει να σπεύδουμε εύκολα και άκριτα να καταδικάζουμε την αθλιότητα του Ιούδα! Γιατί στην άκριτη αυτή περίπτωση τον εαυτό μας τον βγάζουμε απέξω και τον εντάσσουμε αυτόματα στους καλούς χριστιανούς, οι οποίοι τηρούν και εφαρμόζουν τα δυσθεώρητα ύψη των εντολών του Χριστού. Συμβαίνει όμως πράγματι αυτό; Ο άγιος υμνογράφος έχει υπόψη του  τη δυσκολία αυτή και κινείται όντως ρεαλιστικά και ταπεινά.  Γιατί τι μας παροτρύνει; Να παρακαλούμε τον Θεό να μας σώζει από την τραγικότητα της υποκρισίας – πρόκειται για χάρη Θεού σ’ εκείνον που όντως αγωνίζεται νόμιμα την πνευματική ζωή.