Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

ΠΑΝΤΕΣ ΟΙ ΕΝ ΑΣΚΗΣΕΙ ΔΙΑΛΑΜΨΑΝΤΕΣ ΟΣΙΟΙ (ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ)

«Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, μνείαν ἐπιτελοῦμεν πάντων τῶν ἐν ἀσκήσει λαμψάντων ἁγίων ἀνδρῶν τε καί γυναικῶν» (Την ίδια ημέρα, μνημονεύουμε όλους αυτούς που έλαμψαν στην άσκηση, άγιους άνδρες και γυναίκες).

«Ήρεμα και σιγά-σιγά με τις προηγούμενες εορτές, οι θεοφόροι Πατέρες αφού μας παιδαγώγησαν και μας προπαρασκεύασαν να είμαστε έτοιμοι για το πνευματικό στάδιο, κι αφού μας απομάκρυναν από την τρυφή και τον κόρο και μας έβαλαν στον δρόμο του φόβου της μελλούσης κρίσεως, όπως και με την εβδομάδα της Τυροφάγου μάς προ-καθάρισαν καθώς πρέπει, μάς έβαλαν συνετά ανάμεσά τους και τις δύο νηστείες, ώστε λίγο λίγο να μας προτρέψουν σ’ αυτήν. Και να τώρα προσθέτουν στο μέσον κι όλους εκείνους που έζησαν όσια με πολλούς κόπους και καμάτους, άνδρες και γυναίκες, προκειμένου με τη μνήμη τους και τα παλαίσματά τους να μας κάνουν δυνατώτερους για το στάδιο της Σαρακοστής, έχοντας τους βίους εκείνων ως κάποιο υπογραμμό και οδηγό.  Οπότε με τη συμμαχία και την αρωγή των οσίων αυτών να αποδυθούμε προς τους πνευματικούς αγώνες, αναλογιζόμενοι ότι και αυτοί είχαν την ίδια με εμάς ανθρώπινη φύση.

 Όπως ακριβώς δηλαδή  οι στρατηγοί, αφού έχουν παραταχθεί τα στρατεύματα και ήδη στέκονται κατά μέτωπο, προτρέπουν τον στρατό τους με λόγια και παραδείγματα και μνημόνευση ανδρών της ιστορίας που στάθηκαν άριστα στον πόλεμο και παρουσίασαν ανδρείο φρόνημα, το ίδιο και ο δικός τους στρατός να κινηθεί στον αγώνα ολόψυχα,  ενδυναμούμενος με την ελπίδα της νίκης∙ έτσι και τώρα, οι θεοφόροι Πατέρες κινούνται με την ίδια σοφία: εγκαρδιώνουν για τους πνευματικούς αγώνες τους άνδρες και τις γυναίκες, με τα παραδείγματα όσων βίωσαν όσια, και τους καθοδηγούν παρόμοια κι αυτοί να μπουν στο στάδιο της νηστείας. Ώστε κι εμείς, θεωρώντας τους ως αρχέτυπο και βλέποντας τον βίο εκείνων όχι κακό αλλά καλό, να εργαζόμαστε τις αρετές, όσο μπορεί ο καθένας: πρώτη από όλες την αγάπη και τη σώφρονα αποχή των άσεμνων έργων και πράξεων, και την ίδια τη νηστεία, όχι βεβαίως μόνον από τα φαγητά, αλλά και τη νηστεία της γλώσσας και του θυμού και των οφθαλμών, και μ’ έναν λόγο την αργία και την αποξένωση από κάθε κακό.

Γι’ αυτόν τον λόγο λοιπόν οι άγιοι Πατέρες κατέταξαν σήμερα την παρούσα μνήμη όλων των αγίων, προβάλλοντας αυτούς που ευαρέστησαν τον Θεό με τη νηστεία και τα άλλα καλά και χρηστά έργα. Μας παρωθούν δηλαδή με την εικόνα αυτών προς το στάδιο των αρετών, ώστε να οπλιζόμαστε γενναία κατά των παθών και των δαιμόνων, και κατά κάποιο τρόπο μας λένε ότι αν κι εμείς δείξουμε τον ίδιο μ’ αυτούς ζήλο, τίποτε δεν θα μας εμποδίσει να κάνουμε όσα έκαναν κι εκείνοι και να αξιωθούμε τα ίδια βραβεία μ’ εκείνους. Διότι κι αυτοί είχαν την ίδια μ’ εμάς ανθρώπινη φύση.

Και για την εβδομάδα της Τυροφάγου, ισχυρίζονται κάποιοι ότι ο βασιλιάς Ηράκλειος την επέβαλε, ενώ ήταν προηγουμένως εβδομάδα κρεοφαγίας. Όταν δηλαδή είχε εκστρατεύσει κατά του βασιλιά Χοσρόη και των Περσών για έξι έτη, προσευχήθηκε στον Θεό ότι αν τους νικήσει, θα την καθιερώσει και θα την βάλει στο διάστημα μεταξύ της νηστείας και της καταλύσιμης περιόδου, πράγμα που έκανε. Όμως εγώ νομίζω, έστω κι αν συνέβη τούτο, ότι οι άγιοι Πατέρες επινόησαν την καθιέρωση αυτή, ως ένα είδος προκαθάρσιμης περιόδου, ώστε να μην δυσχεραινόμαστε με την απότομη αλλαγή από την κρεοφαγία και την κατάλυση σε όλα στην άκρα ασιτία, κι έτσι να βλαπτόμαστε και σωματικά. Αλλά σταδιακά και σιγά-σιγά αφού απομακρυνθούμε από τα λιπαρά και τα ευχάριστα στη γεύση, να υποδεχτούμε το χαλινάρι της νηστείας με τον περιορισμό του φαγητού, όπως συμβαίνει και στα άγρια άλογα. Με άλλα λόγια ό,τι έκαναν οι Πατέρες και για τα θέματα της ψυχής χρησιμοποιώντας τις παραβολές, το ίδιο σκέφτηκαν να κάνουν και για το σώμα: τα εμπόδια που υπάρχουν στη νηστεία τα έκοψαν λίγο λίγο».

Η Εκκλησία μας με τη σημερινή εορτή που θυμάται όλους τους αγίους ασκητές, άνδρες και γυναίκες, αλλά τελικώς και όλους τους αγίους, θέλει να τονίσει αυτό που συνιστά βαθειά πεποίθησή της, ότι δηλαδή όλοι οι άγιοι στο βάθος και κατ’ ουσίαν είναι μάρτυρες. Αν όχι του αίματος, όπως συμβαίνει με πάμπολλους εξ αυτών, αλλά της συνειδήσεως. Τι έκαναν όλοι οι άγιοι παρά αγωνίστηκαν να ζήσουν ενάντια στην πεσμένη στην αμαρτία ανθρώπινη φύση τους, επιλέγοντας το αγκυροβόλημα της καρδιάς και της ψυχής τους στο θέλημα του Χριστού και Θεού; Κι αυτή η επιλογή αποτελεί διαχρονικά πράγματι ένα μαρτύριο. Διότι άλλα επιθυμεί ο άνθρωπος της αμαρτίας και άλλα ο άνθρωπος του Θεού. «Ἡ σάρξ ἐπιθυμεῖ κατά τοῦ Πνεύματος, καί τό Πνεῦμα κατά τῆς σαρκός». «Οὐδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν». Συνεπώς, άγιος είναι ο πιστός που ενώ φέρεται από τον νόμο της αμαρτίας κατά του Θεού, εκείνος διά της βίας και χάριτι βεβαίως Θεού στρέφεται προς Εκείνον, ζώντας στη συνείδησή του ένα μαρτύριο. «Βία φύσεως διηνεκής», λέει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος ζωγραφίζοντας τον όσιο και τον κάθε άγιο. Πρόκειται για ό,τι ο Κύριος απεκάλυψε, ότι «ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ βιάζεται καί βιασταί ἁρπάζουσιν αὐτήν» - ο πιστός, ο άγιος βρίσκεται αδιάκοπα σ’ έναν αδυσώπητο πνευματικό πόλεμο, σε μία ένταση εσωτερική, για να βρίσκεται εκεί που είναι ο Κύριός Του, δηλαδή οι άγιες εντολές Του.

Η παραπάνω αλήθεια, η «χαρτογράφηση» της εσωτερικής πορείας του οσίου, του κάθε αγίου, άνδρα και γυναίκας, αποτελεί το καίριο σημείο στο οποίο επικεντρώνει την προσοχή μας συχνά ο άγιος υμνογράφος. Μιλάει για τους οσίους, αλλά δεν μένει σε μία επιφανειακή και εξωτερική περιγραφή των αγώνων τους. Τον ενδιαφέρει το «βάθος» τους, γιατί αυτό θέλει να προβάλει, ώστε να λειτουργήσει και ως αρχέτυπο και πρότυπο για όλους τους πιστούς. Το δοξαστικό μάλιστα του εσπερινού με σαφήνεια δείχνει την κατά Χριστόν πολιτεία των οσίων και αγίων. «Αφού τηρήσατε υγιές και αλώβητο από την αμαρτία το κατ’ εικόνα κι αφού καταστήσατε τον νου σας ηγεμόνα απέναντι στα ολέθρια πάθη με τους ασκητικούς σας αγώνες, όσο είναι δυνατόν στον άνθρωπο ανεβήκατε στο καθ’ ομοίωσιν. Διότι με ανδρεία ψυχής ασκήσατε βία στην (αμαρτωλή) φύση (που ρέπει επί τα πονηρά) και σπεύσατε να υποτάξετε το χειρότερο στο καλύτερο και να υποδουλώσετε το σαρκικό φρόνημα στο Πνεύμα».

Η πορεία αυτή δεν συνιστά την «ὁδόν Κυρίου», όπως την απεκάλυψε ο Κύριος; Με τα αποτελέσματα που επίσης ο Ίδιος υποσχέθηκε: την εν-χρίστωση του ανθρώπου, την ταύτισή του με Εκείνον, την ένταξή του στον Νυμφώνα Του που θα πει την ένταξη του πιστού στη Βασιλεία του Θεού, ήδη από τη ζωή αυτή. Ένα απόστιχο του εσπερινού επίσης με ενάργεια φοβερή μάς προσφέρει την υπέρ φύσιν χριστιανική ζωή. «Ας καθαρίσουμε τους εαυτούς μας, αδελφοί, από κάθε μολυσμό της σάρκας και του πνεύματος. Ας κάνουμε να λάμψουν οι λαμπάδες των ψυχών μας, με τη φιλοπτωχεία μας, χωρίς να καταβροχθίζουμε ο ένας τον άλλον με τη συκοφαντία. Κι αυτό γιατί έφτασε ο καιρός, όταν ο Νυμφίος θα έλθει, για να αποδώσει σε όλους σύμφωνα με τα έργα τους. Ας μπούμε λοιπόν μαζί με τον Χριστό και με τις φρόνιμες παρθένες στον Νυμφώνα Του, φωνάζοντας δυνατά εκείνη τη φωνή του Ληστή προς Αυτόν: Θυμήσου μας, Κύριε, όταν έλθεις στη Βασιλεία Σου».

Είναι ευνόητο έτσι ότι οι όσιοι, αυτοί που με πόθο ακολουθούν τον Χριστό συσταυρωμένοι μαζί Του, είναι αυτοί που αφενός ζουν πια όλα όσα ο Κύριος είπε ότι θα αποτελούν κληρονομιά των πιστών Του – αυτά που περιέγραψε ο απόστολος Παύλος με τα λόγια «ἅ ὀφθαλμός οὐκ εἶδε καί οὖς οὐκ ἤκουσε καί ἐπί καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἅ ἡτοίμασεν ὁ Θεός τοῖς ἀγαπῶσιν Αὐτόν» - αφετέρου όμως έχουν και την παρρησία να πρεσβεύουν υπέρ ημών για όλους τους κινδύνους που αντιμετωπίζουμε αλλά και για την ενίσχυσή μας στον καθημερινό πνευματικό αγώνα μας και εν όψει της Νηστείας της Σαρακοστής. Όπως το καταγράφει μάλιστα ο υμνογράφος μεταξύ άλλων: οι άγιοι Ιεράρχες και Ασκητές και Ιερομάρτυρες και όσιες Γυναίκες «καταφρόνησαν τα φθαρτά και τα πρόσκαιρα πράγματι, και ως αράχνη και ως σκουπίδια τα θεώρησαν, προκειμένου να κερδίσουν τον Χριστό και τα Βασίλεια αυτού, όπως και τα θεία εκείνα που οφθαλμός ανθρώπου δεν είδε κι αυτί δεν άκουσε ποτέ» (αίνοι). Και:  «Άγιοι και ένδοξοι Πατέρες που σας μνημονεύσαμε, αλλά και οι άγνωστοι σε μας, σώστε μας από τους κινδύνους, εμάς που επιτελούμε το μνημόσυνό σας με πόθο» (ωδή στ΄).

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΤΙΜΟΘΕΟΣ Ο ΕΝ ΣΥΜΒΟΛΟΙΣ

«Αυτός ο μακάριος ακολούθησε τον μοναχικό βίο από νεαρή ηλικία και εξαφάνισε τα σκιρτήματα των παθών με την πολλή εγκράτεια και τη δυνατή προσευχή. Έφτασε σε επίπεδα απαθείας και φάνηκε δοχείο του Αγίου Πνεύματος, μένοντας παρθένος μέχρι το τέλος της ζωής του και στην ψυχή και στο σώμα. Ουδέποτε θέλησε να δει γυναίκα. Ζώντας στα όρη και τριγυρίζοντας στις ερήμους, άρδευε την ψυχή του με τη δροσιά των δακρύων. Γι’ αυτό και έλαβε χαρίσματα ιαμάτων. Έδιωχνε δηλαδή τους δαίμονες από τους ανθρώπους και θεράπευε κάθε άλλη νόσο. Αφού έζησε με τέτοιο τρόπο, έφτασε σε βαθιά γεράματα και εκδήμησε προς τον Κύριο».

Εντελώς παράδοξη η ζωή του αγίου Τιμοθέου με την ανθρώπινη λογική: ζούσε στα όρη, τριγύριζε στις ερήμους, δεν ήθελε να δει πρόσωπο γυναίκας, και όμως αναδείχτηκε, όπως σημειώνει ο υμνογράφος του άγιος Θεοφάνης, «πατέρας των ορφανών, προστάτης των χηρών, αμφίεση των γυμνών, τροφή των πεινασμένων». Να κυνηγάς διά παντός τον Θεό με απομάκρυνση από τους ανθρώπους και να γίνεσαι ο μεγαλύτερος κοινωνικός εργάτης, είναι πράγματι, το λιγότερο, παράδοξη κατάσταση. Αλλά ο άγιος Τιμόθεος βίωσε αυτό που έζησαν και οι περισσότεροι ασκητές άγιοι: όσο στρέφεσαι προς τον Θεό, τόσο ο Θεός σε στρέφει προς τους ανθρώπους. Γιατί; Διότι «ο Θεός αγάπη εστί». Και Τον βρίσκουμε εκεί που κατεξοχήν φανερώνεται: στα πρόσωπα των κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Εκείνου δημιουργημάτων Του. Όπως το είπε στην παραβολή της κρίσεως ο ίδιος ο Κύριος: «Εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε». Γι’ αυτό και ο βαθμός αγάπης μας προς τον Θεό φανερώνεται από τον βαθμό αγάπης μας προς τον συνάνθρωπό μας. Και με τον άγιο Αντώνιο το ίδιο δεν έγινε; Απομακρυνόταν για χάρη του Θεού από τον κόσμο, κι ο Θεός τελικώς τον οδηγούσε στον κόσμο. Κι ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ: την απομόνωση και τον εγκλεισμό του ζητούσε. Κι η Παναγία του παρουσιάστηκε για να του πει να βγει να βοηθήσει τον κόσμο. Ήταν και το παράπονο του οσίου Παϊσίου του αγιορείτου: ήλθα στο Όρος να βρω ησυχία, και μπήκα στο πρόγραμμα των ανθρώπων. Αλλά είπαμε: κριτήριο της πίστεώς μας και των αγίων είναι η αγάπη. Όπου αγάπη εκεί και ο Θεός. Φεύγει κανείς από την αγάπη, έστω και για λόγους «πίστεως»; Χάνει τον Θεό. «Ο Θεός αγάπη εστί και ο μένων εν τη αγάπη, εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ».

Ο όσιος Τιμόθεος λοιπόν δεν ήταν δυνατόν να ξεφύγει από τον κανόνα αυτόν. «Γνώρισες, όσιε πατέρα, σημειώνει ο Θεοφάνης, ότι η αγάπη νικάει την κρίση, γι’ αυτό και δεν περιφρόνησες κανένα ξένο, αλλά διάνοιξες τα σπλάχνα της καρδιάς σου σε όλους με αγαθοσύνη, κι έγινες πατέρας των ορφανών, προστάτης των χηρών, αμφίεση των γυμνών και τροφή των πεινασμένων» (ωδή θ΄). Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που επανειλημμένως ο άγιος Θεοφάνης συγκρίνει τον όσιο με τον πατριάρχη Αβραάμ, κύριο γνώρισμα του οποίου, πέραν από την πίστη του, ήταν η αγάπη του προς τους ανθρώπους και μάλιστα η φιλοξενία του. «Με την αγάπη και τη συμπάθειά σου προς όλους έγινες άλλος Αβραάμ, ω Τιμόθεε, υποδεχόμενος όσους προσέρχονταν σε εσένα από όλα τα μέρη, και μέσω αυτών λατρεύοντας τον Θεό όλων» (ωδή γ΄).

Η δίψα του και η αγάπη του προς τον Θεό, που έπαιρνε τη μορφή της έμπρακτης αγάπης προς τον συνάνθρωπο, ήταν αποτέλεσμα, κατά τους ύμνους της Εκκλησίας μας, της αδιάκοπης άσκησής του να ξεπεράσει την όποια αμέλεια δημιουργούν τα πάθη του ανθρώπου και να αποκτήσει την ευλογημένη ταπείνωση, τη βάση όλων των αρετών. Το άνθος της αγάπης δεν φύεται, ως γνωστόν, στους κοινούς δρόμους και στα απλά μονοπάτια. Αποτελεί βλάστημα των ψηλών κορυφών, δηλαδή απαιτεί αιματηρή κατάθεση της βούλησης του ανθρώπου στο άγιο θέλημα του Θεού. Διότι πώς θα ενεργήσει η χάρη της αγάπης του Θεού σε καρδιά γεμάτη από τα αγκάθια του εγωισμού; «Δος αίμα και λάβε πνεύμα» έλεγαν πάντοτε οι άγιοί μας, κάτι που το βλέπουμε βεβαίως και στη ζωή του οσίου Τιμοθέου. «Έχοντας εκτενώς στραμμένο το βλέμμα της διάνοιάς σου προς τον Θεό, απετίναξες, Πάτερ Τιμόθεε, τον ύπνο της αμέλειας από την ψυχή σου και έγινες ναός του θείου Πνεύματος και τόπος αγιάσματος» (ωδή α΄). «Θωρακισμένος με την ταπείνωση, Πάτερ, πέρασες χωρίς να βλαφτείς τις παγίδες του Πονηρού, και υψώθηκες προς τον Θεό και εντρυφάς στη δόξα Του για πάντα, μακάριε Τιμόθεε (ωδή α΄). Είναι αλήθεια. Κανείς δεν μπορεί να ξεπεράσει τις παγίδες του διαβόλου, τις απλωμένες παντού στη γη, χωρίς να βρει το μονοπάτι που λέγεται ταπείνωση. Πρόκειται για ό,τι ο λόγος του Θεού αποκαλύπτει και η εμπειρία των αγίων βεβαιώνει: «Είδα τις παγίδες του διαβόλου απλωμένες στη γη και τρόμαξα και είπα: Ποιος άραγε μπορεί να τις περάσει αβλαβώς; Κι άκουσα φωνή που έλεγε: Μόνον ο ταπεινόφρων» (όσιος Αντώνιος).

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2026

ΜΑΡΤΥΡΑΣ Ο ΠΑΡΩΝ ΚΑΙΡΟΣ (ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΤΥΡΙΝΗΣ)

«Πρό τοῦ σωτηρίου Σταυροῦ, τῆς ἁμαρτίας βασιλευούσης, τῆς ἀσεβείας ἐπικρατούσης, τῶν ἀνθρώπων ἐμακαρίζετο τρυφή σωματική, καί σαρκικῶν ὀρέξεων ὀλίγοι κατεφρόνουν· ἀφοὗ δέ, τό τοῦ Σταυροῦ μυστήριον πέπρακται, καί δαιμόνων ἐσβέσθη τυραννίς τῇ θεογνωσίᾳ, τῶν οὐρανῶν ἐπί γῆς ἀρετή πολιτεύεται· διό νηστεία τιμᾶται, ἐγκράτεια λάμπει, προσευχή κατορθοῦται, καί μάρτυς καιρός, παρών δεδομένος ἡμῖν, ὑπό τοῦ σταυρωθέντος Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, εἰς σωτηρίαν τῶν ψυχῶν ἡμῶν» (Ἀπόστιχα τῶν Αἴνων, Ἰδιόμελον, ἦχος πλ. β΄).

(Πρίν ἀπό τή σωτηρία πού ἔφερε σταυρική θυσία τοῦ Χριστοῦ, ἐπειδή βασίλευε ἁμαρτία καί ἐπικρατοῦσε ἀσέβεια, μακαριζόταν σωματική τρυφή τῶν ἀνθρώπων καί γιαὐτό λίγοι καταφρονοῦσαν τίς σαρκικές ὀρέξεις. Ἀφότου ὅμως πραγματοποιήθηκε τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ καί σβήστηκε τυραννία τῶν δαιμόνων μέ τή γνώση τοῦ Θεοῦ πού ἔφερε Κύριος, γίνεται τρόπος ζωῆς στή γῆ ἀγγελική ἀρετή. Γιαὐτό πιά νηστεία τιμᾶται, ἐγκράτεια λάμπει, προσευχή γίνεται κατορθωτή, καί παρών καιρός πού μᾶς δόθηκε ἀπό τόν σταυρωθέντα Χριστό τόν Θεό μας γιά τή σωτηρία τῶν ψυχῶν μας εἶναι μάρτυρας κι ἀπόδειξη τῆς ἀλήθειας αὐτῆς).

Ὁ ἅγιος ὑμνογράφος τῆς Ἐκκλησίας τονίζει μέ ἔμφαση τήν ὀξεῖα διάκριση μεταξύ τῆς πρό Χριστοῦ καί μετά Χριστόν ἐποχῆς. Ἀπόλυτο κομβικό σημεῖο πού ἔφερε τήν ἀνατροπή τῶν πάντων ἦταν ἡ Σταυρική θυσία τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, λόγω βεβαίως τοῦ ὅτι ὁ Κύριος ἐπί τοῦ Σταυροῦ κατήργησε «τόν τό κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοὐτέστιν τόν διάβολον», καί μᾶς ἕνωσε «αἴρων τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου» μέ τόν Τριαδικό Θεό. Πάνω στόν Σταυρό βλέπουμε τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μας, μετρᾶμε τό μέγεθος τῆς ἁμαρτίας μας, χαιρόμαστε τή σωτηρία μας. 

Γνώρισμα τῆς πρό Χριστοῦ ἐποχῆς, κατά τόν ὑμνογράφο μας, ἦταν ἡ κυριαρχία τῆς ἁμαρτίας, ἡ ὁποία ὁδηγοῦσε στήν ἀσέβεια ὡς τρόπο ζωῆς, κύριο στοιχεῖο τῆς ὁποίας ἦταν (καί εἶναι ἀσφαλῶς ὅπου ἐπικρατεῖ) ἡ ἔκδοση στίς σαρκικές ὀρέξεις καί τή σωματική τρυφή. Τό μυστήριο ὅμως τοῦ Σταυροῦ τοῦ Κυρίου ἔφερε τά πάνω κάτω: ἐξαφανίστηκε ἡ τυραννία τῶν δαιμόνων – οἱ δαίμονες βρίσκουν δίοδο ἐπέμβασής τους μόνον ἐκεῖ πού ὑπάρχει συνέχεια τῆς ἀσέβειας λόγω ἀπιστίας στόν Κύριο – καί οἱ ἄνθρωποι μποροῦν πιά νά ζοῦν ὡς ἄγγελοι ἐπί τῆς γῆς, ἐφόσον ἀποδέχονται τήν πίστη καί τή γνώση τοῦ Θεοῦ πού ἔφερε ὁ Κύριος.

 Ὁπότε ἡ ἀξιολογία αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων ἄλλαξε: ὅ,τι πρίν ἦταν ἀποκρουστικό: ἡ νηστεία, ἡ ἐγκράτεια, ἡ προσευχή, ἔγινε καίρια καί κύρια ἀρετή, χαρακτηριστικό τῶν πιστῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας. Καί νά ἡ ἀπόδειξη: ὁ καιρός τῆς νηστείας, ἡ Σαρακοστή – συνεπῶς κατ’ ἐπέκταση καί ὅλη ἡ ζωή τοῦ χριστιανοῦ· ἄς θυμηθοῦμε τόν λόγο τοῦ ἁγίου Παϊσίου τοῦ ἁγιορείτου «ὅλη ἡ ζωή μου εἶναι μία Σαρακοστή» - ἐπιβεβαιώνει τή θελτική δύναμη τῶν ἀρετῶν αὐτῶν. Εἶναι ὁ τρόπος ζωῆς πού ἀποτελεῖ τή δωρεά τοῦ Χριστοῦ σέ καθένα πού Τόν ἀκολουθεῖ συσταυρωμένος μαζί Του.

ΝΗΣΤΕΥΕΙΣ; ΑΛΛΑ ΚΑΙ Ο… ΔΙΑΒΟΛΟΣ!

«Βρωμάτων νηστεύουσα ψυχή μου, καί παθῶν μή καθαρεύουσα, μάτην ἐπαγάλλῃ τῇ ἀτροφίαˑ εἰ μή γάρ ἀφορμή σοι γένηται πρός διόρθωσιν, ὡς ψευδής μισεῖται παρά Θεοῦ, καί τοῖς κακίστοις δαίμοσιν ὁμοιοῦσαι, τοῖς μηδέποτε σιτουμένοιςˑ μή οὖν ἁμαρτάνουσα, τήν νηστείαν ἀχρειώσῃς, ἀλλ’ ἀκίνητος, πρός ὁρμάς ἀτόπους μένε, δοκοῦσα παρεστάναι ἐσταυρωμένῳ τῷ Σωτῆρι, μᾶλλον δέ συσταυροῦσθαι, τῷ διά σέ σταυρωθέντι, ἐκβοῶσα πρός αὐτόνˑ Μνήσθητί μοι Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ Βασιλείᾳ σου» (Απόστιχα Αίνων Τετάρτης Τυρινής).

(Ψυχή μου, αν νηστεύεις από φαγητά αλλά δεν καθαρίζεσαι από τα πάθη σου, μάταια χαίρεσαι για την αφαγία σου αυτή. Διότι αν η νηστεία δεν σου γίνεται αφορμή για να διορθώνεσαι, μισείται από τον Θεό ως ψεύτικη κι εσύ μοιάζεις με τους κάκιστους δαίμονες που δεν τρώνε ποτέ τίποτε. Μην εξαχρειώσεις και αχρηστεύσεις λοιπόν τη νηστεία σου αμαρτάνοντας, αλλά μένε ακίνητος προς τις άτοπες αμαρτωλές ορμές, με τη σκέψη ότι παρίστασαι μπροστά στον Εσταυρωμένο Σωτήρα Χριστό, ή μάλλον ότι είσαι συσταυρωμένος μ’ Αυτόν που σταυρώθηκε για χάρη σου, και φώναζέ Του δυνατά: Θυμήσου με, Κύριε, όταν έλθεις στη Βασιλεία σου).

Από τους πιο δυνατούς εισαγωγικούς ύμνους του Τριωδίου το απόστιχο αυτό των Αίνων, το οποίο τονίζει με μοναδικό και εποπτικό τρόπο την έννοια της νηστείας – το πιο καθοριστικό στοιχείο της περιόδου της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Διότι Σαρακοστή κατεξοχήν σημαίνει νηστεία, συνεπώς ο προσδιορισμός του περιεχομένου της αποτελεί μόνιμη έγνοια της Εκκλησίας απαρχής μέχρι σήμερα και μέχρι της συντελείας των αιώνων.

 Εξαρχής λοιπόν ο υμνογράφος ως στόμα της Εκκλησίας κάνει τη διάκριση μεταξύ της νηστείας ως αποχής μόνο υλικής τροφής, (νηστεία: νη εσθίω, δεν τρώω), και της νηστείας με το αληθές βάθος της, της αποχής από τα ψεκτά πάθη του ανθρώπου. «Μη χαίρεσαι που δεν τρως» μας λέει, γιατί αν μένεις μόνο στην εξωτερική αυτή νηστεία δεν απέχεις και πολύ από τους δαίμονες που δεν τρώνε ποτέ τίποτε! Κι ακόμη: ο Θεός αποστρέφει το πρόσωπό Του από σένα, γιατί σε θεωρεί ψεύτη και υποκριτή – ό,τι συνέβη και με τον Φαρισαίο της γνωστής παραβολής του Κυρίου, ο οποίος όχι μόνο νήστευε αλλά και προσευχόταν και έκανε ελεημοσύνες και όχι μόνο δεν δικαιώθηκε αλλά  και καταδικάστηκε!

Ποια η αιτία της καταδίκης αυτής; Η απουσία στην πραγματικότητα αληθινής πίστεως στον Θεό. Αυτός που νηστεύει μ’ έναν εξωτερικό τρόπο, μένοντας μόνο στα υλικά πράγματα, δεν έχει αίσθηση της ζωντανής παρουσίας του Θεού, ο Οποίος επικεντρώνει την προσοχή Του στο βάθος και την καρδιά του κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Εκείνου δημιουργήματός Του. «Υιέ μου, δος μοι σην καρδίαν» ακούγεται ο αιώνιος λόγος του Θεού απαρχής μέχρι της συντελείας των αιώνων. Η καρδιά του ανθρώπου, ο εσωτερικός κόσμος του, «ο κρυπτός της καρδίας άνθρωπος» κατά τον απόστολο αποτελεί το ζητούμενο από τον Κύριο, γιατί εκεί κερδίζεται ή χάνεται η Βασιλεία του Θεού. Τι να την κάνει τη νηστεία μας ο Θεός, όταν η καρδιά μας είναι γεμάτη από ακαθαρσίες λόγω των παθών μας, από κακίες και βλασφημίες και πονηρίες και όλων των ειδών τους εγωισμούς; «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία» αποκαλύπτει ο Ιησούς Χριστός, «γιατί αυτοί θα δουν τον Θεό». Δεν είναι το φαγητό ή το πιοτό, αν φάμε  και πιούμε ή όχι, που μας φέρνει παραστάτες του Θεού. «Βρώμα υμάς ου παρίστησι τω Θεώ» (απόστολος Παύλος). Κι επίσης: «Η Βασιλεία του Θεού ουκ έστιν βρώσις και πόσις». Ήδη από τα βάθη της Παλαιάς Διαθήκης ο Κύριος βοά διά του προφήτου Του: «έλεος θέλω και ου θυσίαν, γνώσιν Θεού και ουχ ολοκαυτώματα» (αγάπη θέλω και να με γνωρίσετε και όχι θυσίες και προσφορά υλικών αγαθών). Η ζωή του ανθρώπου σύμφωνα με τη ζωή του Θεού που είναι αγάπη αποτελεί την προοπτική της ιουδαιοχριστιανικής παραδόσεως και όχι μία ζωή με υλικές θυσίες που προσιδίαζαν και προσιδιάζουν στις ειδωλολατρικές θρησκείες.

Κι έρχεται ο υμνογράφος και μας προσανατολίζει στην αληθινή έννοια της νηστείας. Νηστεία αληθινή είναι όταν ο άνθρωπος απέχει από ό,τι συνιστά κακία και βρόμικο πάθος – «να καθαρεύει από τα πάθη του».  Όπως το τραγουδάει η Εκκλησία μας σε άλλο σημείο της, βασισμένη στον Μέγα Βασίλειο: «αληθινή νηστεία είναι να διαγράφεις από τη ζωή σου κάθε κακία, να εγκρατεύεσαι στα λόγια σου, να μην οργίζεσαι και να μη θυμώνεις, να μην είσαι έκδοτος σε κάθε αμαρτωλή επιθυμία σου και στην πλεονεξία σου. Αυτή είναι η αληθινή νηστεία που είναι ευάρεστη στον Θεό».

Οπότε, δεν χρειαζόμαστε τη σωματική και τροφική νηστεία; Ασφαλώς τη χρειαζόμαστε, όταν μάλιστα λάβουμε υπ’ όψιν μας ότι η εντολή της νηστείας ήταν η πρώτη που έδωσε Κύριος ο Θεός απαρχής της δημιουργίας, (:«από όλα του Παραδείσου να φάτε εκτός του δένδρου της γνώσεως του καλού και του κακού»), και ότι ο ίδιος ο ενανθρωπήσας Θεός νήστεψε στον κόσμο τούτο ημέρας τεσσαράκοντα, τονίζοντας την αξία της στην πνευματική ζωή. Κι αυτό γιατί αποτελεί ένα σπουδαίο και ισχυρότατο όπλο που μας βοηθάει στην πνευματική διάσταση της νηστείας ως έχοντες σώμα και ψυχή. Λοιπόν, η τροφική σωματική νηστεία είναι απαραίτητη για να γίνεται «αφορμή προς διόρθωσή μας» κατά τον υμνογράφο μας, προς περαιτέρω άνοδό μας δηλαδή στη σχέση μας με τον Χριστό. Διότι χωρίς αυτήν το σώμα μας άγεται και φέρεται από τα πάθη του – άνθρωπος που δεν μπορεί να νηστέψει, (κι όχι για λόγους αδυναμίας και ασθενείας), αδυνατεί να περιορίσει τις αμαρτίες του. Αν δεν μπορώ να εγκρατευτώ στο κρέας για παράδειγμα, πώς είναι δυνατόν να εγκρατευτώ στα ισχυρότερα σαρκικά πάθη, της πορνείας και της μοιχείας και της λαγνείας; Η κοιλιοδουλεία είναι η απόδειξη ότι δουλεύω και στα άλλα παρόμοια πάθη. Εδώ ο μέγας απόστολος Παύλος σημείωνε ότι «υποπιάζω το σώμα μου και δουλαγωγώ», του θέτω περιορισμούς δηλαδή για να είναι υπηρέτης μου στη διακονία του Ευαγγελίου του Θεού, κι εμείς θα είμαστε υπεράνω και του αποστόλου; Εργαλείο λοιπόν η σωματική νηστεία, (και ποσοτικά και ποιοτικά ασφαλώς), για την πνευματική μας προκοπή, γι’ αυτό και την αχρηστεύουμε και την εξαχρειώνουμε όταν μένουμε μόνο στη σωματικότητά της συνεχίζοντας να αμαρτάνουμε.

Και μας δίνει στη συνέχεια ο σπουδαίος υμνογράφος τη βάση πάνω στην οποία «πατάει» ο χριστιανός και για την τήρηση της αληθινής νηστείας και για την όλη πορεία του στον κόσμο τούτο. Ποια είναι αυτή η βάση; Ό,τι αποκαλύπτει για την προσωπική του ζωή ο απόστολος Παύλος, το κατεξοχήν πρότυπο για κάθε χριστιανό. «Χριστώ συνεσταύρωμαι» έλεγε ο απόστολος, «ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός». Αυτό δεν είναι ένας αληθινός χριστιανός; Μία συνέχεια του Χριστού, ένα «μίμημα Χριστού» κατά Ιωάννη της Κλίμακος. Λοιπόν ως μέλος Εκείνου και προέκτασή Του, με επίγνωση ότι ο Χριστός ζει μέσα στην ύπαρξή του «αχωρίστως και αδιαιρέτως, ζει ταυτοχρόνως και την προϋπόθεση της χαρισματικής αυτής καταστάσεως: τη συσταύρωση μ’ Εκείνον. Γι’ αυτό και ο υμνογράφος τονίζει: να νιώθεις ότι παρίστασαι ενώπιον του Σταυρού του Κυρίου, καλύτερα: να νιώθεις συσταυρωμένος μαζί Του – η ενεργοποίηση του μυστηρίου του βαπτίσματος εν Εκκλησία.

Από την άποψη αυτήν λοιπόν, η νηστεία δεν είναι θέμα επιλογής για τον πιστό. Αποτελεί «δομικό» στοιχείο της αυτοσυνειδησίας του ως χριστιανού, δεν μπορεί να μη νηστεύει, σωματικά και πνευματικά, κατά τον ίδιο τρόπο που δεν τίθεται θέμα επιλογής για παράδειγμα αν ο πιστός θα συγχωρεί τους συνανθρώπους του ή όχι - συνιστά οφειλή του για κάθε άνθρωπο. Κι αν νιώθει αδύναμος για τα πνευματικά αυτά που συνυπάρχουν με τα σωματικά – και ποιος δεν νιώθει αδύναμος; -  τότε ας κραυγάζει με τον άγιο ευγνώμονα ληστή: «Μνήσθητί μοι, Κύριε, εν τη βασιλεία Σου». Γιατί «χωρίς του Κυρίου ου δυνάμεθα ποιείν ουδέν».

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΛΕΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΑΤΑΝΗΣ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ

«Ο άγιος Λέων καταγόταν από τη Ραβέννα και ήταν υιός ευγενών γονέων. Λόγω της καθαρότητας του βίου του και της επιμέλειας των λογισμών του πέρασε όλους τους βαθμούς της ιερωσύνης, κατά τους νόμους της Εκκλησίας, και με θεία ψήφο αναδείχτηκε Πρόεδρος της Μητροπόλεως της Κατάνης, η οποία βρίσκεται στην περιώνυμη Σικελία, όπου ακόμη και τώρα βγαίνει φωτιά και ρέει λάβα από το βουνό της Αίτνας. Αυτός λοιπόν, όπως λέει και το όνομά του, σαν λιοντάρι στην πίστη και σαν ήλιος στη λάμψη, καταφώτισε όλους, επιμελούμενος των ψυχών, γινόμενος προστάτης των χηρών και φροντίζοντας τους πτωχούς. Γι’ αυτόν τον λόγο με μόνη την προσευχή του έριξε κάτω στη γη αγαλματένιο είδωλο και φρόντισε να κτιστεί μεγάλος και ωραίος ναός στην καλλίνικο μάρτυρα Λουκία, ενώ αποτέφρωσε τον μάγο Ηλιόδωρο με τις μαγγανείες του. Διότι όταν αυτός φάνηκε σε όλους ανάμεσα στον όχλο, κάνοντας μαγείες και δημιουργώντας εντυπώσεις, ο μακάριος Λέων αφού τον έπιασε γρήγορα με τα χέρια του και τον έδεσε με το ιερό πετραχήλι του, έδωσε εντολή να ανάψουν μεγάλη φωτιά στο μέσο της πόλης. Κι αφού δημοσίευσε όλες τις μαγγανείες του, έχοντάς τον δεμένο από τον τράχηλο, μπήκε μαζί του στο μέσο της καμίνου, και δεν βγήκε από εκεί, μέχρις ότου αποτεφρώθηκε εντελώς ο δειλός. Αυτό κατέπληξε τους πάντες. Διότι όχι μόνον ο μέγας Λέων έμεινε άφλεκτος, αλλά η φλόγα δεν άγγιξε καθόλου ούτε κι ένα από τα ιερά ενδύματά του. Όταν το θαύμα αυτό έγινε γνωστό παντού και το άκουσαν με τα αυτιά τους και  οι αυτοκράτορες Λέων και Κωνσταντίνος, κάλεσαν τον άγιο να έλθει κοντά τους, και άγγιζαν τα πόδια του και τον παρακαλούσαν να προσεύχεται υπέρ αυτών. Αυτός όχι μόνον εν ζωή υπήρξε μέγας θαυματουργός, αλλά και μετά την ταφή του συνέχισε να επιτελεί θαύματα».  

Ο Ιωσήφ, ο υμνογράφος του αγίου Λέοντα, επιμένει ιδιαιτέρως στο θαυματουργικό χάρισμα του αγίου. Θαυματουργός άλλωστε επονομάζεται. Και πέραν των επεμβάσεών του σε όλα τα νοσήματα, και μάλιστα τα ανίατα, τονίζει το χάρισμά του για την εκδίωξη των πονηρών δαιμόνων. «Υπήρξες, ιεράρχα, αυτός που καθαρίζει τα νοσήματα, που φυγαδεύει τα πονηρά πνεύματα και αποτελεί το καταφύγιο των πιστών ανθρώπων» (ωδή δ΄). Ο άγιος Λέων θεωρείται «ειδικός» στην εκδίωξη των ακαθάρτων πνευμάτων, διότι ακριβώς έγινε το όργανο του Θεού για την αποκάλυψη και την εξαφάνιση του πονηρού μάγου Ηλιοδώρου. Η προσευχή του γι’ αυτό συνιστά μάστιγα που τα απομακρύνει από τους ανθρώπους. «Έτυχες των θείων χαρισμάτων, ώστε να θεραπεύεις πάθη ανίατα και να εκδιώκεις ακάθαρτα πνεύματα με τη μάστιγα των προσευχών σου» (στιχηρό εσπερινού). Από την άποψη αυτή, ιδιαιτέρως στην εποχή μας που μαστίζεται από ανίατα πολλές φορές νοσήματα: καρκίνους, άγνωστες ιώσεις κλπ., αλλά και από πολλούς δαιμονισμούς και επιρροές ακαθάρτων πνευμάτων, ο άγιος Λέων θα έπρεπε να είναι άγιος της «πρώτης γραμμής». Κι όταν μάλιστα υπάρχει η διαχρονική βεβαίωση ότι θαυματουργούσε όχι μόνο εν ζωή, αλλά και μετά θάνατον, σαν, κατά κάποιο τρόπο, πέλαγος απείρων θαυμάτων («των απείρων θαυμάτων το πέλαγος», όπως λέει ο οίκος του κοντακίου του). Διότι «οι άγιοι εις τον αιώνα ζώσι».

Ο άγιος υμνογράφος πολλές φορές βεβαίως προβαίνει και στην ερμηνεία της λήψεως από τον Θεό του θαυματουργικού του χαρίσματος. Όλη του τη ζωή τη διάβηκε στη γη, σημειώνει, με φλογερή αγάπη προς τον Θεό, γι’ αυτό και πήρε τη χάρη αυτή της θαυματουργίας (οίκος κοντακίου). Και την αγάπη αυτή την απέκτησε όχι άκοπα, αλλά με έντονη ασκητική προσπάθεια, καθώς αγωνιζόταν να έχει προσηλωμένο πάντοτε τον νου του στον πρώτο Νου, τον ίδιο τον Θεό. «Καθρεπτίζοντας τον αίτιο όλων Νου, τον Θεό, στον δικό σου καθαρότατο νου, δέχτηκες από Αυτόν την αίγλη των χαρισμάτων, θεόπνευστε» (ωδή ε΄). Εκεί που δίνει μία εξαιρετική όμως χριστοκεντρική  εξήγηση, με πολλή ποιητικότητα, του θαυματουργικού του χαρίσματος είναι στην ωδή θ΄: Βλάστησε ο άγιος τα σταφύλια των αρετών σαν κλήμα στο αμπέλι του Χριστού, κι αυτά έσταξαν το γλεύκος των θαυμάτων. Από αυτό το γλεύκος  πίνουν οι πιστοί και λαμβάνουν  και υγεία και ευχαρίστηση.

Αξίζει όμως να δούμε και την ερμηνεία του αγίου υμνογράφου στο παράδοξο θαύμα της αποτέφρωσης του μάγου Ηλιοδώρου. Παραξενεύει η ενέργειά του: αποτέφρωσε έναν άνθρωπο! Αλλά ο άγιος δεν προέβη στη βίαιη αυτή κίνηση από μίσος και φανατισμό. Το μίσος και ο φανατισμός στοχοποιούν συνήθως κάποιον και παλεύουν να τον εξοντώσουν, ερήμην πολλές φορές και του ίδιου - ο «αντίπαλος» στέκει ακριβώς απέναντι και πετροβολείται. Εδώ έχουμε τη συγκλονιστική συμπαράταξη του αγίου στην ίδια τιμωρία: εισέρχεται κι αυτός στη φωτιά, συμπαρασύροντας το όργανο του διαβόλου. Η κίνησή του βρίσκεται μέσα στην ενέργεια της χάρης του Θεού -  το αποτέλεσμα το αποδεικνύει.  Διότι λειτουργεί ως ποιμένας που πρέπει να σώσει τις ψυχές των πιστών του. Ο Ηλιόδωρος παρέσυρε πολλούς. Μπροστά στο φαινόμενο αυτό ο άγιος πρέπει να αντιδράσει. Προς χάρη ακριβώς του ποιμνίου του. «Αυτόν που μώραινε με τις απάτες των δαιμόνων όλους τους πιστούς στον Χριστό, τον παρέδωσες με δίκαιη ψήφο στη φωτιά, μακάριε, και έσωσες τις ψυχές από την ολέθρια αυτή βλάβη, σαν Ποιμένας αληθινός και σωτήριος» (ωδή ε΄). Ο άγιος Λέων εν προκειμένω αποτελεί παράδειγμα και πρότυπο για όλους τους χριστιανούς, και μάλιστα τους κληρικούς, στο πώς αντιμετωπίζονται οι εχθροί της Εκκλησίας: μόνον όταν έχει κανείς τη διάθεση να θυσιαστεί και ο ίδιος. Όταν κίνητρό μας είναι η αγάπη μας στον λαό του Θεού, με απόφαση να πεθάνουμε κι εμείς γι’ αυτήν την αγάπη, τότε η με φωτισμένη διάκριση στροφή μας κατά της πλάνης αποκτά αποτελεσματικότητα και γίνεται σωτήρια.

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026

ΤΕΤΑΡΤΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ

«Προσευχαῖς καί νηστείαις τόν Λυτρωτήν ἱλεωσώμεθα∙ συγχαίρει γάρ ὁ Κτίστης τῇ μετανοίᾳ τῶν κτισμάτων αὐτοῦ» (ωδή γ΄ 1ου καν. Τριωδίου).

(Ας καταστήσουμε τον εαυτό μας άξιο του ελέους του Λυτρωτή Χριστού με τις προσευχές και τις νηστείες μας. Διότι ο Δημιουργός συγχαίρει με τη μετάνοια των δημιουργημάτων Του).

Ο μεγάλος Πατήρ και μεγαλοφυής υμνογράφος άγιος Ανδρέας ο Κρήτης είναι ο ποιητής του πρώτου κανόνα του Τριωδίου της ημέρας, συνεπώς και του συγκεκριμένου ύμνου. Με ελάχιστα λόγια τονίζει τρεις καίριες και βαθιές αλήθειες της πίστεώς μας, ενόψει της εισόδου μας στην αγία μεγάλη Τεσσαρακοστή.

Πρώτον, ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Λυτρωτής μας και ο Δημιουργός μας. Δεν είναι ένας σπουδαίος και σημαντικός άνθρωπος, αλλά ο Ίδιος ο Θεός, ο «δι’ οὗ τά πάντα ἐγένετο», η ίδια η πηγή της ζωής. Όσο κι αν φαίνεται να προκαλεί την ανθρώπινη σκέψη η αλήθεια αυτή, πρόκειται για την αποκάλυψη του Θεού μας, από την οποία εξαρτάται η σωτηρία και η λύτρωσή μας. Αυτός που αποκαλύφθηκε στην Παλαιά Διαθήκη στον Αβραάμ και τους λοιπούς Πατριάρχες και που φανέρωσε το όνομά Του στον μέγα Μωϋσή μέσα από τη φλεγόμενη αλλά μη κατακαιόμενη βάτο: «Ἐγώ εἰμι ὁ Ὤν», ο Γιαχβέ εβραϊστί, ο Ίδιος είναι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, στον οποίο, κατά τον λόγο του αποστόλου Παύλου «κατοικεῖ πᾶν τό πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς». Τα λόγια του ταπεινού Θεού μας Ιησού Χριστού ηχούν συγκλονιστικά, όπως ο ήχος του λιονταριού που προκαλεί φόβο στους πάντες, για να θυμηθούμε τον προφήτη Αμώς. «Ἐάν μή πιστεύσητε ὅτι Ἐγώ εἰμι, ἀποθανεῖσθε ἐν ταῖς ἁμαρτίαις ὑμῶν» (αν δεν πιστέψετε ότι Εγώ είμαι η πηγή της Ζωής, ο Ίδιος ο Θεός δηλαδή, θα πεθάνετε μέσα στις αμαρτίες σας). Η αποδοχή του Κυρίου Ιησού ως τελείου Θεού και τελείου ανθρώπου στη ζωή μας – κι εννοείται όχι κατά θεωρητικό νοησιαρχικό τρόπο – μας κάνει μετόχους της πραγματικής ζωής και μας οδηγεί στην υπέρβαση και του ίδιου του θανάτου. Ο πιστός στον Χριστό ζει την αιώνια ζωή ήδη από τη ζωή αυτή.

Δεύτερον, ότι ο Χριστός ως Δημιουργός και Λυτρωτής μας είναι πλήρης ελέους και αγάπης απέναντι στα πλάσματά Του, και μάλιστα τα πλανεμένα και απομακρυσμένα από Αυτόν πλάσματά Του. Κατά τον λόγο Του, είναι Αυτός που αφήνει τα ενενήντα εννέα πρόβατα και ψάχνει για το ένα το χαμένο. Και χαίρεται, όταν το βρει, σαν να βρήκε τον κόσμο όλο (Λουκ. 15, 4 εξ). Ο κάθε άνθρωπος, όποιος κι αν είναι αυτός, ακόμη και ο θεωρούμενος ανθρωπίνως ο πιο έσχατος – ο «έσχατος»: η μεγάλη αγάπη του Χριστού! – είναι το κέντρο της αγάπης Του και της αδιάκοπης φροντίδας Του. Μπορεί δηλαδή οι πάντες στον κόσμο τούτο να μας ξεχάσουν και να μας περιφρονήσουν, ακόμη και η μάνα μας να μας διαγράψει, Εκείνος ποτέ δεν μας ξεχνά, δεν μας περιφρονεί, δεν μας διαγράφει. Διότι είμαστε «εικόνα» Του – μία άλλη «επανάληψη» (όσιος Σωφρόνιος) του Ίδιου. «Ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν καί καθ’ ὁμοίωσιν»! Ποιος μπορεί να ακούσει με ανοιχτή καρδιά την αποκάλυψη αυτή του Θεού μας και να μη συγκινηθεί και να μη κατανυχθεί; Μόνον ο κατακτημένος από τον Πονηρό που έχει πετρωμένη την καρδιά του και δεν αφήνει καμία ρωγμή για να ρουφήξει αχόρταγα το οξυγόνο της αγάπης του Πατέρα του! Οπότε, ο Δημιουργός μας, η Αυτοαγάπη και η Αυτοαγαθότης, χαίρεται με την πιο μεγάλη χαρά, όταν δει το πλάσμα Του να προσκλίνει προς Αυτόν εν μετανοία, δηλαδή να δείχνει έμπρακτα ότι Τον θέλει στη ζωή του. «Χαρά γίνεται ἐν Οὐρανῷ ἐπί ἑνί ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι». Το παράδειγμα της επιστροφής του ασώτου υιού, που τον υποδέχεται με χαρά και αγαλλίαση ο Πατέρας του δείχνει με απόλυτη καθαρότητα την πραγματικότητα.

Και τρίτον, ότι ναι μεν Χριστός ο Θεός μας είναι γεμάτος Αγάπη και Έλεος απέναντί μας, αλλά όπως είπαμε θέλει και τη δική μας ανταπόκριση. Ποτέ δεν έρχεται η Αγάπη εκβιαστικά στη ζωή μας, γιατί έτσι σταματάει να είναι Αγάπη. Αγάπη σημαίνει ακριβώς σεβασμός στην ελευθερία μας, που θα πει ότι όπου υπάρχει αμετανοησία και επιλογή της πονηρίας ως τρόπου ζωής, εκεί ο άνθρωπος έχει δημιουργήσει συνθήκες ώστε και την Αγάπη και το Έλεος του Θεού να τά «εισπράττει» ως οργή του Θεού. Συνεπώς, προκειμένου να καθιστούμε τον εαυτό μας άξιο του Ελέους του Θεού, δηλαδή η Αγάπη Του να βρίσκει χώρο μέσα στην ύπαρξή μας και να έχουμε κοινωνία μαζί Του, απαιτείται κι εμείς να στρέφουμε τη θέλησή μας προς Εκείνον. Κι αυτό που φανερώνει το «ναι» μας προς τον Θεό είναι το άνοιγμά μας προς το Πρόσωπό Του, η προσευχή μας δηλαδή, η οποία γίνεται καθαρή όταν κάνουμε πέρα αυτό που την εμποδίζει. Και τι εμποδίζει την προσευχή και την εν αγάπη αναφορά μας προς τον Κύριο παρά η γοητεία που ασκεί επάνω μας η ηδονή των υλικών αγαθών; Εκεί εντοπίζεται και η αξία της νηστείας: αποκαλύπτει με μοναδικό τρόπο τη θέληση του ανθρώπου να απεγκλωβιστεί από τα χαμερπή και να κοιτάξει λίγο πιο ψηλά, εκεί που είναι ο Χριστός. «Ἄνω σχῶμεν τάς καρδίας». Ο ίδιος ο Κύριος το είχε πει στους μαθητές Του με σαφήνεια: Τα πάθη του ανθρώπου και τα δαιμόνια που ενεργούν σ’ αυτά δεν φεύγουν παρά μόνο με την προσευχή και τη νηστεία. «Τοῦτο τό γένος οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μή ἐν προσευχῇ καί νηστείᾳ».  Από την άποψη αυτή, η Σαρακοστή που μας κινητοποιεί στο ανώτερο δυνατό και στην προσευχή και στη νηστεία συνιστά το μεγαλύτερο δώρο του Θεού για την πνευματική μας προκοπή και την πορεία μας προς συνάντησή Του. Για να το εκφράσουμε με τα λόγια του αγίου Ιωσήφ του υμνογράφου αυτήν τη φορά (ωδή γ΄, 2ος καν.): «Αφού δεχτήκαμε τη δωρεά της νηστείας, ας δοξάσουμε Αυτόν που μας την έδωσε για τη σωτηρία μας». Και με το δεδομένο της διαρκούς δυστυχώς αδυναμίας μας: «Ας φωνάξουμε δυνατά με δάκρυα στον Δεσπότη Χριστό: Δώσε μας, Κύριε πολυέλεε, χάρη που να μας βοηθεί για να τηρούμε τα θελήματά Σου»!