Πέμπτη 9 Ιουλίου 2026

ΦΟΒΟΣ: ΑΙΤΙΑ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΙΑ

Η χριστιανική πίστη δεν αμφισβητεί την ύπαρξη του φόβου στη ζωή του ανθρώπου. Τον αποδέχεται ως πραγματικότητα αλλά και τον ερμηνεύει. Ο φόβος είναι αποτέλεσμα της πτώσης του ανθρώπου στην αμαρτία – αυτή τού άνοιξε τη δίοδο για κάθε είδους φόβο στη ζωή του και άρα για την τραγικότητα της επί γης πορείας του.

Με τον ερχομό του Χριστού όμως ο άνθρωπος ξαναβρήκε την κανονική πορεία του και ένιωσε και πάλι ότι η αγάπη και η φιλία τον περιβάλλουν από παντού. Ο Χριστός έχυσε άπλετο φως στη ζωή του για να δει ότι ο Θεός είναι ακριβώς ο φίλος και ο Πατέρας του, ο συνάνθρωπος ο αδελφός του, η φύση η αδελφή του. Στην πραγματικότητα μετά τον ερχομό του Χριστού τίποτε δεν μπορεί να απειλήσει τη ζωή του ανθρώπου. Διότι μ’ Εκείνον γίναμε και πάλι παιδιά του Θεού. Ο Χριστός μάς προσέλαβε στον εαυτό Του και έγινε το ένδυμά μας. «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε» (Γαλ. 3, 27). Είμαστε καλυμμένοι και ασφαλισμένοι μέσα στον ίδιο τον παντοδύναμο και πανάγαθο Θεό. Αυτός αποτελεί το σπίτι μας, και της ψυχής και του σώματός μας. Κι ακόμη: γίνεται ο Ίδιος ο μυστικός ένοικος της ψυχής μας. Εκείνος υποσχέθηκε ότι θα κατοικήσουμε μέσα Του κι Αυτός μέσα μας. «Ενοικήσω εν αυτοίς και εμπεριπατήσω» (πρβλ. Β´Κορ. 6, 16).

Αν είχαμε πνευματικά μάτια ανοικτά θα βλέπαμε ότι πλημμυριζόμαστε διαρκώς από το φως, την αλήθεια, τη ζωή και την αγάπη. Θα βλέπαμε στον εαυτό μας, στον κάθε συνάνθρωπο, σε όλη τη δημιουργία την πανάγαθη παρουσία του Θεού, όπως και του αγαθού φύλακα αγγέλου μας. «Ει ο Θεός υπέρ ημών, τις καθ᾽ ημών;» θα φωνάξει μεταξύ άλλων ο απόστολος Παύλος (Ρωμ. 8, 31). Είναι συγκλονιστικός ο λόγος επ’ αυτού του μεγάλου ασκητικού διδασκάλου οσίου Ισαάκ του Σύρου: «Μην σε ταράξει καθόλου – γράφει στον τρίτο λόγο του – ο λογισμός του φόβου... αλλά μάλλον πίστευε ότι έχεις φύλακα τον ίδιο τον Θεό που είναι μαζί σου, και την ακρίβεια γι᾽ αυτό ας σε πληροφορήσει η φρόνησή σου, ότι συ με όλη τη δημιουργία είστε δούλοι ενός και του ιδίου δεσπότη, ο Οποίος με ένα μόνο νεύμα Του κινεί και σαλεύει, και ημερώνει και οικονομεί τα πάντα, και κανείς δούλος δεν μπορεί να βλάψει κανέναν από τους σύνδουλούς του χωρίς να το παραχωρήσει Εκείνος που προνοεί και κυβερνά τα πάντα...Καθότι ούτε οι δαίμονες ούτε τα βλαπτικά θηρία ούτε οι κακοί άνθρωποι μπορούν να εκπληρώσουν το κακό τους θέλημα για αφανισμό και απώλεια του άλλου, όταν δεν θέλει ο κυβερνών τα πάντα Θεός. Αλλά και όταν θέλει, δίνει και όρια σ᾽ αυτό, κατά πόσο πρέπει να βλάψουν».

Προϋπόθεση βεβαίως για τη χαρισματική αυτή πραγματικότητα η πίστη στον Χριστό.  Χωρίς αυτήν ο φόβος εξακολουθεί να σφραγίζει τη ζωή μας.Το απεκάλυψε ο ίδιος ο Χριστός: το αντίδοτο του φόβου είναι η πίστη. «Μη φοβού, μόνον πίστευε» (Μάρκ. 5, 36) λέει στον καθένα μας μέχρι σήμερα. «Μη ταρασσέσθω ημών η καρδία μηδέ δειλιάτω. Πιστεύετε εις τον Θεόν και εις εμέ πιστεύετε» ( Ιωάν. 14, 1.27). Και εννοείται η αληθινή πίστη που συνυπάρχει πάντοτε με την αγάπη. «Πίστις δι᾽ αγάπης ενεργουμένη» που λέει ο Απόστολος (Γαλ. 5,6). Γι’ αυτό και «φόβος ουκ έστιν εν τη αγάπη, αλλ᾽ η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον» (Α´ Ιωάν. 4, 18).

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΠΑΓΚΡΑΤΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΤΑΥΡΟΜΕΝΙΑΣ

«῾Ο ἅγιος Παγκράτιος καταγόταν ἀπό τήν ᾽Αντιόχεια, ἐνῶ χειραγωγήθηκε στήν πίστη τοῦ Χριστοῦ ἀπό τόν ἀπόστολο Πέτρο, ἀπό τόν ὁποῖο καί χειροτονήθηκε ἐπίσκοπος Ταυρομενίου. Συναντήθηκε κάποια στιγμή μέ τούς ναυτικούς Ρωμύλο καί Λυκαονίδη, ὁπότε καί πῆγε στή Σικελία, τούς κατοίκους τῆς ὁποίας ὁδήγησε στήν εἰς Χριστόν  πίστη ἀπαρχῆς.  ῞Οταν μάλιστα ἔφθασαν στό νησί ὁ Φάλκων καί ὁ Λύσσων, ἐξαφάνισε τά δαιμονικά εἴδωλα καί ἔκανε τόν ἡγεμόνα τοῦ τόπου Βονιφάτιο νά πιστέψει στόν Χριστό καί νά σέβεται τήν ᾽Εκκλησία. ῾Ο ἅγιος θεράπευε κάθε ἀσθένεια καί πρόσθετε καθημερινά πολλά πλήθη στήν ἀληθινή πίστη τοῦ Θεοῦ, ἐντάσσοντάς τα στήν ᾽Εκκλησία διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, μέχρις ὅτου λόγω ἀπουσίας τοῦ ἡγεμόνα Βονιφατίου φονεύτηκε ἀπό τούς αἱρετικούς Μοντανούς».

Μπορεῖ νά μήν εἶναι ἰδιαιτέρως γνωστός στήν ἐποχή μας ὁ ἅγιος Παγκράτιος, ὅμως τυγχάνει ἀποστολικός Πατέρας, ἰσοστάσιος σχεδόν τοῦ ἀποστόλου Πέτρου κατά τόν ἱερό ὑμνογράφο του Θεοφάνη, ἀφοῦ ὁ μέγας ἀπόστολος τόν χειραγώγησε στήν πίστη τοῦ Χριστοῦ καί τόν κατέστησε ἐπίσκοπο, ἐξαποστέλλοντάς τον μάλιστα στή Δύση προκειμένου νά φέρει τό φῶς τῆς ἀλήθειας σ᾽ αὐτήν. Πρόκειται, κατά τήν ὡραία εἰκόνα τοῦ ποιητῆ, γιά δεύτερο ποτάμι, συνέχεια τοῦ πρώτου καί μεγάλου, τοῦ ἀποστόλου Πέτρου, τό ὁποῖο ἄρδευσε τίς χερσωμένες καρδιές καί ἀποξήρανε τά ποτάμια τῆς ἀσέβειας. ῎Η κατά ἄλλη εἰκόνα ὑπῆρξε ὁ ἅγιος πολύφωτος ἀστέρας πού πῆρε τό φῶς ἀπό τίς φωτοβόλες ἀκτίνες τοῦ Πέτρου, προκειμένου ἀκριβῶς νά φωταγωγήσει τούς πεσμένους στά βάραθρα τῆς ἀγνωσίας ἀνθρώπους τῆς Δύσης.

 «᾽Αφοῦ ἀρδεύτηκε καί γέμισε ὁ Πέτρος ἀπό τήν ἀκρότομη πέτρα τόν Χριστό, σέ στέλνει σάν ἄλλο ποταμό νά ἀρδεύεις χερσωμένες ψυχές καί νά ἀποξηραίνεις τά ποτάμια τῆς ἀσέβειας μέ τά ρεύματα τοῦ θείου κηρύγματος» (ὠδή δ´). «Μέ τά φωτοβόλα πυρσεύματα τοῦ Πέτρου καταυγάσθηκες στήν ψυχή καί τή διάνοια, καί σάν πολύφωτος ἀστέρας ἔφθασες στή Δύση, φωταγωγώντας μέ τίς διδαχές τούς ξεπεσμένους στά βάραθρα τῆς ἀγνωσίας, Παγκράτιε» (ὠδή θ´).

῾Ως καλός θεολόγος ὅμως ὁ ὑμνογράφος ἅγιος Θεοφάνης γνωρίζει ὅτι ἡ παράδοση τοῦ Πέτρου πρός τόν Παγκράτιο γιά τή διακονία τοῦ εὐαγγελισμοῦ τῶν ἀνθρώπων ἀποτελεῖ στήν πραγματικότητα παράδοση τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ Πνεύματός Του πρός αὐτόν. Διότι ἀσφαλῶς ὅ,τι ἔχουν ὡς χάρη οἱ ἀπόστολοι εἶναι χάρη τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου, τήν ὁποία διοχετεύει ὁ ῎Ιδιος μέσω αὐτῶν καί στούς ὑπολοίπους μαθητές Του. ῾Ο ἴδιος ὁ Κύριος μέ ἄλλα λόγια ἔχει τόν πρῶτο καί τελευταῖο λόγο γιά τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, οἱ δέ ἀπόστολοι καί ὅλοι οἱ μετά ἀπό αὐτούς ἀπόστολοι συνιστοῦν ὄργανα ᾽Εκείνου πού διακονοῦν τό ἔργο Του. Κι αὐτό εἶναι τό μεγαλεῖο τῆς χριστιανικῆς μας πίστεως: ἡ σχέση μας μέ τόν Θεό εἶναι ἄμεση καί προσωπική μέ τόν ῎Ιδιο, ἐνῶ βεβαίως οἱ ἀπόστολοί Του, ὅπως καί οἱ διάδοχοί τους ἐπίσκοποι ἀποτελοῦν τά ἐχέγγυα τῆς γνήσιας αὐτῆς σχέσης μας πρός Αὐτόν, πού σημαίνει ὅτι ἔχουμε κοινωνία μέ τόν Χριστό καί τόν Τριαδικό Θεό μας, ὅταν διατηροῦμε κοινωνία μέ τούς ἀποστόλους καί τούς διαδόχους τους. Γι᾽ αὐτό λοιπόν ὁ ἅγιος Θεοφάνης δέν παραλείπει νά σημειώσει: «Μέ τό πῦρ τοῦ Παρακλήτου ἀναδείχτηκες  πυρίπνοος, Παγκράτιε σοφέ, κι ἔφλεξες ἔτσι τήν ἀπάτη» (ὠδή δ´). «Σοῦ χαρίτωσε καί σοῦ λάμπρυνε τόν νοῦ πλούσια ὁ ᾽Ιησοῦς πού εἶναι ὁ φωτισμός καί ὁ Θεός ὅλων, καί ἔτσι ἔσωσε ἀπό τήν ἀλογία τούς λαούς μέ τόν λόγο σου» (ὠδή ς᾽).

Εἶναι περιττό βεβαίως νά σημειώσουμε ὅτι ὁ ἅγιος ποιητής ὑπενθυμίζει ὅτι ἡ δύναμη τῶν λόγων τοῦ ἁγίου Παγκρατίου, μέ τήν ὁποία μετέστρεφε στήν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ τούς ἀνθρώπους, ἦταν δύναμη πού ἐνισχυόταν ἀφενός μέ τά θαύματα πού ἔκανε – μή λησμονοῦμε ὅτι κατά τήν πίστη μας τό θαῦμα ἔρχεται ὡς ὑπομνηματισμός τοῦ λόγου καί συνέχεια αὐτοῦ - καί ἀφετέρου μέ τόν ἁγιασμένο βίο του, τόν ὁποῖο σφράγισε καί μέ τό ἅγιο μαρτύριό του. ῎Αλλωστε μόνον ὁ λόγος χωρίς τή στήριξη τῆς ἴδιας τῆς ζωῆς πολύ λίγα μπορεῖ νά προσφέρει στόν ἄνθρωπο. Γιά τόν ἅγιο Παγκράτιο ἴσχυε ὅ,τι καί γιά τούς ἀποστόλους καί ὅλους βεβαίως τούς ἁγίους: «οἷος ὁ λόγος, τοῖος ὁ βίος». ῎Ετσι ὁ ἅγιος Παγκράτιος δίδασκε καί μέ τόν λόγο του, ἀλλά καί μέ τή σιωπή του, γι᾽ αὐτό καί ὑπῆρξε μία ἀκόμη φανέρωση τοῦ Χριστοῦ μέσα στόν κόσμο. Μέ τά ἴδια τά λόγια τοῦ ἁγίου Θεοφάνη: «῾Ο βίος σου ἀστράπτοντας ἀπό τίς θεῖες καλλονές, μαύρισε τίς ὁρμές ὅλων τῶν δαιμόνων» (ὠδή δ´). «Προσέλκυσες τούς λαούς μέ τά θαύματά σου» (ὠδή ε´). «῾Ιερούργησες, σοφέ, τό εὐαγγέλιο τοῦ Θεοῦ καί σφράγισες τίς ἔνθεες διδαχές σου λαμπρά μέ τό αἷμα σου, ἱερομύστα μάρτυς Παγκράτιε» (ὠδή ς΄). 

Τετάρτη 8 Ιουλίου 2026

Ο ΠΡΟΚΟΜΜΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΑΝΤΟΥ ΠΡΟΚΟΒΕΙ!

Ἡ ἐπιλογή τοῦ δρόμου τῆς ζωῆς εἶναι ἀσφαλῶς σημαντικό πράγμα καί πρέπει μέ σοβαρότητα νά τήν ἀντιμετωπίσει κανείς. Δέν εἶναι ὅμως τό πᾶν. Γιατί  εἴτε ἐπιλέξει κανείς νά κάνει οἰκογένεια εἴτε ἐπιλέξει τήν ἀφιερωμένη ζωή τοῦ καλόγερου κάνει ἐπιλογή ἑνός δρόμου. Τό ζητούμενο δέν εἶναι ὁ δρόμος, ἀλλά ὁ Χριστός. ᾽Εκεῖνος εἶναι καί ὁ δρόμος καί τό τέρμα τοῦ δρόμου. “Τά πάντα καί ἐν πᾶσι Χριστός” πού λέει καί ὁ μεγάλος ἀπόστολος. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ἄν ἔχουμε ᾽Εκεῖνον ἐνώπιόν μας πάντοτε, δηλαδή ἄν ἡ καθημερινή προτεραιότητά μας εἶναι πῶς νά σταθοῦμε στίς ἅγιες ἐντολές Του ὥστε μέ ἀγάπη πρός Αὐτόν νά Τόν κοινωνοῦμε στά ἅγια μυστήρια τῆς ᾽Εκκλησίας μας, δέν ἔχει καί τόση σημασία τό εἶδος τοῦ δρόμου πού ἀκολουθοῦμε. Μπορεῖ λοιπόν κάποιος νά γίνει καλόγερος, μπορεῖ νά κάνει οἰκογένεια, μπορεῖ κι ἁπλῶς νά μένει, πού λέει ὁ λόγος, στό σπίτι του: ἄν κρατάει τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ θά σωθεῖ.

Ὁπότε δέν πρέπει κανείς νά ἀπολυτοποιήσει τήν ἐπιλογή τοῦ δρόμου. ᾽Ακόμη καί λάθος ἐπιλογή νά κάνει, ἐνῶ δηλαδή εἶναι φτιαγμένος γιά οἰκογένεια νά γίνει καλόγερος, ἤ ἐνῶ τοῦ ταιριάζει πιό πολύ ἡ μοναχική ἀφιέρωση ἐκεῖνος νά  κάνει οἰκογένεια, δέν σημαίνει ὅτι θά χάσει, ἄν πράγματι τό ἐπιθυμεῖ, τόν στόχο του. Πού θά πεῖ: ῾Ο προκομμένος ἄνθρωπος, αὐτός πού μέ φιλότιμο ἀγωνίζεται, ὅπου καί νά βρεθεῖ θά προκόψει. Ὅπως τό ἔλεγε ἀκριβῶς ὁ ὅσιος  τῆς ἐποχῆς μας Παΐσιος ὁ ἁγιορείτης: «Ὁ προκομμένος ἄνθρωπος, σέ ὅποια ζωή καί ἄν βρεθεῖ, εἴτε μοναχός εἴτε λαϊκός, θά κάνει προκοπή πνευματική, γιατί θά ἐργαστεῖ φιλότιμα. Ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος πού δέν καλλιεργεῖ τό φιλότιμο πού τοῦ χάρισε ὁ Θεός, ἀνεπρόκοπος θά εἶναι καί στή μία ζωή καί στήν ἄλλη».

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΠΡΟΚΟΠΙΟΣ

«Ὁ ἅγιος μεγαλομάρτυς Προκόπιος ἔζησε τήν ἐποχή τοῦ αὐτοκράτορα, πού δίωξε τούς Χριστιανούς σκληρότερα ἀπό ὅλους τούς προκατόχους του, τοῦ Διοκλητιανοῦ. Ὑπῆρξε γόνος χριστιανοῦ πατέρα, ἀλλά εἰδωλολάτρισσας μητέρας, καί ἀνέβηκε μετά τόν θάνατο τοῦ πατέρα του σέ μεγάλο ἀξίωμα, γενόμενος δούκας τῆς πόλεως τῶν ᾽Αλεξανδρέων. Παίρνοντας κάποτε ἐντολή ἀπό τόν αὐτοκράτορα νά διώξει τούς χριστιανούς, στόν δρόμο ἄκουσε βροντερή φωνή, καλώντας τον μέ τ᾽ ὄνομά του – Νεανίας λεγόταν – πού τόν προέτρεπε νά σταματήσει τό διωγμό, ἄν δέν θέλει νά καταστραφεῖ. Ζητώντας ὁ Νεανίας τότε νά δεῖ σαφέστερα ᾽Εκεῖνον πού τοῦ μιλοῦσε, εἶδε ἕναν κρυστάλλινο Σταυρό καί ἄκουσε φωνή μέσα ἀπό Αὐτόν, πού τοῦ ἔλεγε ῾ἐγώ εἶμαι ὁ ἐσταυρωμένος Υἱός τοῦ Θεοῦ᾽. Θυμίζει βεβαίως ἡ ἐπέμβαση  αὐτή τοῦ Χριστοῦ στόν ἅγιο τήν ἐπέμβαση τοῦ ῎Ιδιου στόν ἀπόστολο Παῦλο (Σαῦλο τότε), ὁ ὁποῖος καί αὐτός κλήθηκε στό ἀποστολικό ἀξίωμα, τήν ὥρα πού δίωκε τούς χριστιανούς, γι᾽ αὐτό καί οἱ ὕμνοι τῆς ᾽Εκκλησίας μας διαρκῶς συγκρίνουν τόν Προκόπιο μέ τόν μεγάλο ἀπόστολο τῶν ᾽Εθνῶν. Μεταστράφηκε ἀμέσως στήν πίστη τοῦ Χριστοῦ καί διέταξε ὅταν γύρισε στή Σκυθόπολη, νά φτιάξουν ἕναν Σταυρό, κατά τόν τρόπο πού Τόν εἶδε, συγκείμενο ἀπό χρυσάφι καί ἀσήμι. Μετά μία νίκη του κατά τῶν Σαρακηνῶν, ἐπειδή ἀρνήθηκε νά θυσιάσει εὐχαριστήρια στά εἴδωλα, ἡ ἴδια ἡ μητέρα του τόν κατήγγειλε στόν Διοκλητιανό, γεγονός πού ἀπετέλεσε τήν ἔναρξη τῶν μαρτυρίων καί τῶν βασάνων του. Σέ ὅλα τά μαρτύρια, σκληρά καί ὑπέρ ἄνθρωπον, ἔμεινε στέρεος στήν πίστη, γι᾽ αὐτό καί ὁ Κύριος, ἀφοῦ τοῦ ἔδωσε τό ὄνομα Προκόπιος, τόν θεράπευσε ἀπό ὅ,τι ὑφίστατο καί μάλιστα σέ κάποια ἀπό αὐτά, θαυμαστά πράγματι, ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ἐνήργησε, ὥστε νά μεταστραφεῖ στόν Χριστό καί ἡ μητέρα του, ὅπως καί δώδεκα συγκλητικές γυναῖκες, οἱ ὁποῖες ὅλες, ὁμολογώντας Χριστόν, μαρτύρησαν στό ὄνομά Του. Τελικῶς ὁ ἅγιος, παρέδωσε τήν ἁγία του ψυχή στά χέρια τοῦ Δημιουργοῦ του, ὅταν διατάχθηκε ἕνας στρατιώτης μέ ξίφος νά τοῦ κόψει τόν αὐχένα».

Τό ὄνομα τοῦ ἁγίου Προκόπιος, δοσμένο ἀπό τόν ἴδιο τόν Χριστό, δηλώνει καί τήν μετέπειτα πιά πορεία του ὡς χριστιανοῦ: διαρκῶς  πρόκοπτε κατά Χριστόν. Κι εἶναι αὐτό πού ἀπαρχῆς τονίζουν γι᾽ αὐτόν καί πολλά τροπάρια τῆς ἑορτῆς: «προκόπτων ἐν Θεῷ, πάντας πρέσβευε, ἀθλοφόρε, προκόπτειν ἐν αὐτῷ, μαρτύρων κλέος, μέγιστε Προκόπιε». Δηλαδή, προκόπτοντας κατά Θεόν, πρέσβευε, ἀθλοφόρε, πού εἶσαι ἡ δόξα τῶν μαρτύρων, μέγιστε Προκόπιε, νά προκόπτουμε ὅλοι ἐμεῖς, στή σχέση μας μέ Αὐτόν (αἶνοι).

Ἡ ἔννοια τῆς προκοπῆς εἶναι πολυποίκιλη, ἀλλά στίς ἡμέρες μας κατανοεῖται μονομερῶς. Προκοπή, γιά τούς πολλούς σήμερα, σημαίνει ἀπόκτηση πτυχίων, κατοχή θέσεων, ἀπόκτηση χρημάτων, μεγάλο καί θαυμαστό ὄνομα. Ἡ προκοπή, δηλαδή, συναρτᾶται πάντοτε μέ γήϊνους στόχους καί ὁριζόντιες μόνον ἐπιδιώξεις. Κι αὐτό βεβαίως εἶναι σύμπτωμα πνευματικῆς παρακμῆς, ἀφοῦ φαίνεται ὅτι ὁ Θεός ἔχει διαγραφεῖ ἀπό τή ζωή τῶν πολλῶν, ἤ, στήν καλύτερη περίπτωση, μπορεῖ νά ὑπάρχει, ἀλλά στό περιθώριο τῆς ζωῆς.

Ὁ ἅγιος Προκόπιος λοιπόν ἔρχεται μέ δύναμη, λόγω κυρίως τῆς ζωῆς του ἀλλά καί τοῦ ὀνόματός του, νά μᾶς ὑπενθυμίσει ὅτι γιά τούς Χριστιανούς τουλάχιστον, ἡ προκοπή, χωρίς νά ἀρνεῖται κανείς σ᾽ ἕναν βαθμό καί τήν ὁριζόντια διάστασή της, ἔχει πρωτίστως σημασία πνευματική, δηλαδή ἀναγωγῆς στόν Θεό. Ὅπως τό σημειώνει καί ὁ ὑμνογράφος: «προκόπτειν πάντας (ἡμᾶς), ἐν θεαρέστοις ὁδοῖς καί θείαις πράξεσιν εὐαρεστοῦντας αὐτῷ (τῷ Θεῷ)», δηλαδή: νά προκόπτουμε  ὅλοι ἐμεῖς, μέ τό νά εὐαρεστοῦμε τόν Θεό, τηρώντας τό θέλημά Του καί κάνοντας θεϊκές πράξεις. Προκομμένος, μέ ἄλλα λόγια, θεωρεῖται γιά τήν πίστη μας ἐκεῖνος πού αὐξάνει πάντοτε ἐν Θεῷ, ἔστω κι ἄν κατά κόσμον δέν ἔχει πετύχει καί πολλά πράγματα. Καί μᾶλλον τά πράγματα πορεύονται ἀντιστρόφως ἀνάλογα: στόν βαθμό πού φαίνεται κανείς κατά κόσμον ἴσως ἀποτυχημένος, χωρίς νά ἔχει σπουδαῖες θέσεις, μεγάλες ἀπολαβές, τρανταχτό ὄνομα, τόσο περισσότερο εἶναι ἴσως προχωρημένος κατά Θεόν, ἀρκεῖ βεβαίως ἡ κατά κόσμον αὐτή ῾ἀποτυχία᾽ νά εἶναι ἐνσυνείδητη, καρπός δηλαδή ἐπιλογῆς, κατά τό «λάθε βιώσας» (ζήσε κρυφά), καί ὄχι ἀποτέλεσμα ἀδιαφορίας καί τεμπελιᾶς.

 Ὅτι ἡ ἐπιλογή αὐτή -  ἡ προτεραιότητα νά εἶναι ἡ ἐν Θεῷ προκοπή καί ὄχι ἡ κατά κόσμον – θεωρεῖται  καί ἡ κατεξοχήν ἔξυπνη καί ἐπιτυχημένη, εἶναι περιττό καί νά ποῦμε, ἀφοῦ ἡ ζωή μας στόν κόσμο αὐτό εἶναι φθαρτή καί περιορισμένη καί ἀκολουθεῖ ἡ αἰώνια ζωή, μέσα στούς κόλπους τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ μας.

Τρίτη 7 Ιουλίου 2026

Η ΑΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΚΥΡΙΑΚΗ

«Ἡ ῾Αγία Κυριακή ἔζησε τίς τελευταῖες δεκαετίες τοῦ 3ου καί ἀρχές τοῦ 4ου αἰ. ἐπί αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ. Οἱ γονεῖς της ἦταν εὐσεβεῖς ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι μετά πολλά χρόνια ἀτεκνίας ἔφεραν στόν κόσμο τήν κόρη τους, πού τήν ὀνόμασαν Κυριακή, ὡς γεννημένη τήν ὁμώνυμη ἡμέρα καί ὡς ἀφιερωμένη στόν Κύριο. Συνελήφθησαν γονεῖς καί κόρη γιά τήν πίστη τους στόν Χριστό καί ὁδηγήθηκαν σέ διαφορετικά μέρη, προκειμένου νά βασανιστοῦν γιά νά ἀλλαξοπιστήσουν. Ἡ νεαρή παιδούλα Κυριακή, ἀφοῦ ὑπέστη σκληρά μαρτύρια, χωρίς νά ἀλλάξει ἐπ᾽ οὐδενί τήν πίστη της, τήν ὁποία διαρκῶς καί ὁμολογοῦσε - ῾Χριστιανή εἶμαι᾽, ἔλεγε διαρκῶς - ὁδηγήθηκε σέ εἰδωλολατρικό ναό, γιά νά θυσιάσει στά εἴδωλα, τά ὁποῖα ὅμως μέ μόνη τήν παρουσία της, πού συνοδεύτηκε ἀπό σεισμό, ἔγιναν κομμάτια. Τήν ἔβαλαν σέ φωτιά, ἡ ὁποία, ὅπως καί στούς τρεῖς παῖδες καί στόν ἅγιο Πολύκαρπο, δέν ῾τόλμησε᾽ νά τήν πειράξει στό παραμικρό. Τήν πῆγαν στά θηρία, πού καί αὐτά, ὅπως παλαιά μέ τόν προφήτη Δανιήλ, δέν τῆς ἔκαναν κανένα κακό. Τότε, μανιασμένος ὁ εἰδωλολάτρης ἄρχοντας διέταξε νά τήν ἀποκεφαλίσουν, ἀλλά στόν τόπο τοῦ μαρτυρίου ἡ ἁγία, ἀφοῦ προσευχήθηκε, ξάπλωσε καί παρέδωσε τήν ἁγία της ψυχή στά χέρια τοῦ Δημιουργοῦ της, χωρίς νά προλάβουν οἱ δήμιοι νά ἐπιτελέσουν τό φρικτό ἔργο τους».

       Τό κοντάκιο τῆς ἑορτῆς χρησιμοποιεῖ τό ὄνομα τῆς ἁγίας,  Κυριακή, για να μᾶς καθοδηγήσει στήν οὐσία τῆς ἁγιότητάς της: φάνηκε ἡ ἁγία «ὡς ἀνδρεία τῷ φρονήματι, κυρία νοός τε καί παθῶν ἀπρεπῶν». Μέ ἀνδρικό τό φρόνημα, μέ πίστη σταθερή καί ἀκατάβλητη, ὑπῆρξε κυρία τοῦ νοῦ καί τῶν ἀπρεπῶν παθῶν τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ κυριαρχία αὐτή πάνω στά πάθη καί τίς κακίες, ὥστε ὁ νοῦς νά λειτουργεῖ μέ φυσικό τρόπο, δηλαδή προσβλέποντας στόν Κύριο ᾽Ιησοῦ Χριστό, φανερώνει τό παρθενικό ἦθος τῆς ἁγίας. Ἡ παρθενικότητά της ἐγκωμιάζεται μέ ἔντονο λυρισμό ἀπό τήν ὑμνολογία τῆς ᾽Εκκλησίας: «᾽Ακούσωμεν τῆς Παρθένου ἐγκώμιον: ῏Ω Παρθενία, ναός Θεοῦ! ὦ Παρθενία, Μαρτύρων δόξα! ὦ Παρθενία, ᾽Αγγέλων συνόμιλε».

       Πρέπει νά διευκρινίσουμε βεβαίως ὅτι γιά τήν ὀρθόδοξη πίστη μας ἡ ἔννοια τῆς παρθενίας δέν ἐξαντλεῖται σέ ὅ,τι σήμερα οἱ πολλοί κατανοοῦν: ὡς μία σωματικῆς φύσεως μόνο διαφύλαξη τοῦ ἀνθρώπου. Μία τέτοια μονομερής κατανόηση τῆς παρθενίας δέν θεωρεῖται χαρισματική κατάσταση, ἀφοῦ μπορεῖ νά τήν ἔχουν πολλοί, ἀλλά νά μή σχετίζονται καθόλου μέ τόν Θεό οὔτε καί νά ἀνήκουν κἄν στό χῶρο τῆς ᾽Εκκλησίας. Μή ξεχνᾶμε ἄλλωστε ὅτι ὑπάρχουν θρησκεῖες, οἱ ὁποῖες σ᾽ αὐτό τό σημεῖο ὡς κάτι τό ἀπόλυτο ἐπικεντρώνουν τήν ὅλη ἠθική τους. Κι ἀπό τήν ἄλλη, ἡ γνωστή παραβολή τοῦ Κυρίου μας περί τῶν δέκα παρθένων, ἀπό τίς ὁποῖες οἱ πέντε παρ᾽ ὅλη τήν παρθενία τους ἔμειναν «ἐκτός νυμφῶνος», ἐπιβεβαιώνει ἀκόμη περισσότερο τή μή χαρισματική ἀπό μόνη της αὐτή κατάσταση.

Γιά τήν ᾽Εκκλησία μας, ἡ παρθενία ἐκτείνεται σέ ὅλο τό φάσμα τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης: ἀγκαλιάζει τήν ψυχή καί τό σῶμα, τόν νοῦ καί ὅλες τίς δυνάμεις του, τή λογική, τά συναισθήματα καί κυρίως τίς ἐπιθυμίες. Μέ ἄλλα λόγια, ἡ παρθενία ὡς ἀρετή εἶναι πρωτίστως ἐσωτερική, τῆς ψυχῆς, κατάσταση, καί κατ᾽ ἐπέκταση σωματική. ῎Αν ὁ νοῦς δέν εἶναι παρθένος, δηλαδή δέν στέκει ὡς φρουρός ξάγρυπνος, ὥστε νά ἐλέγχει τούς ὅποιους λογισμούς πᾶνε νά ἀναπτυχθοῦν, εἴτε ἀπό τήν ἴδια τήν ἀνθρώπινη φύση εἴτε ἀπό τόν διάβολο, τότε μικρή ἤ καί μηδαμινή σημασία ἔχει ἡ σωματική παρθενία, κάτι πού σημαίνει ὅτι τήν παρθενία μπορεῖ νά τήν ἔχουν καί οἱ ἔγγαμοι καί οἱ ἄγαμοι. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἔχει τονιστεῖ ἐπαρκῶς ὅτι ἡ συζυγική πιστότητα, ψυχική καί σωματική, σ᾽ ἕνα χριστιανικό ζευγάρι, ἀντιστοιχεῖ στήν ἀρετή τῆς παρθενίας πού ὑπόσχεται ὁ μοναχός.

       Μία τέτοια συνολική ἔννοια τῆς παρθενίας θεωρεῖται ὅτι κατορθώνεται μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄνθρωπος ἀπό μόνος του δέν ἔχει μία τέτοια δυνατότητα, πού σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι δυνατόν νά εἶναι παρθένος χωρίς νά εἶναι μέλος Χριστοῦ. Ὁ βαπτισμένος καί χρισμένος Χριστιανός, αὐτός νιώθει τή δύναμη τοῦ πνεύματος τοῦ Θεοῦ, πού τόν ἐνισχύει νά ἀντιπαλαίει πρός ὅ,τι πονηρό πάει νά ἀλλοιώσει τήν ὕπαρξή του. «Χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν» εἶπε ὁ Κύριος, ἐνῶ γιά τήν ἁγία μας σήμερα, μεταξύ τῶν ἄλλων, ὁ ὑμνογράφος σημειώνει ἐπ᾽ αὐτοῦ: «φωτίστηκε ἡ ἔνδοξη Κυριακή, φιλάνθρωπε Χριστέ, ἀπό τό δικό Σου φῶς καί ξέφυγε ἀπό τό σκοτάδι τῆς πολύθεης ἀπάτης». ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή, ἡ παρθένος ψυχή σώζεται, δηλαδή σχετίζεται μέ τόν Θεό, ὅταν γίνεται ταυτοχρόνως νύμφη ψυχή. ῎Αν ὁ ἄνθρωπος δέν δεχθεῖ τόν Χριστό ὡς νυμφίο τῆς ψυχῆς του, τότε σωτηρία δέν ὑφίσταται. Τό ζητούμενο λοιπόν γιά κάθε πιστό - κάτι πού κατορθώθηκε ἤδη ἀπό τούς ἁγίους καί ἀπό τήν σήμερον ἑορταζομένη Κυριακή - εἶναι ἡ ἀγάπη πρός τόν Χριστό. «Εἰς ὀσμήν μύρου σου ἔδραμον, Χριστέ ὁ Θεός, ὅτι τέτρωμαι τῆς σῆς ἀγάπης ἐγώ. Μή χωρίσῃς με Νυμφίε ἐπουράνιε», πού λέει καί τό δοξαστικό τῶν στιχηρῶν τοῦ ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς τῆς ἁγίας. Ὅτι, μέ τούς παραπάνω ὅρους, τό πρότυπο γιά τόν κάθε πιστό εἶναι ἡ Παναγία, ὡς Παρθένος καί νύμφη ἀνύμφευτος, εἶναι περιττό καί νά σημειώσουμε. 

Ταῖς πρεσβείας τῆς μεγαλομάρτυρος Κυριακῆς, Χριστέ ὁ Θεός, σῶσον τάς ψυχάς ἡμῶν.

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2026

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΣΙΣΩΗΣ Ο ΜΕΓΑΣ

Α. «Αὐτός ὁ μακάριος ἀγάπησε ἀπό βρέφος τόν Χριστό, γι᾽ αὐτό καί σηκώνοντας τόν σταυρό τοῦ Χριστοῦ στούς ὤμους του, Τόν ἀκολούθησε. Κατατρόπωσε τίς παρατάξεις τῶν ἀοράτων ἐχθρῶν καί μέ χαρά προχώρησε πρός τά ἐπίπονα σκάμματα τῆς ἄσκησης. ῎Εφτασε σέ μεγάλα ὕψη ταπεινοφροσύνης καί γι᾽ αὐτό ὁ τῶν ὅλων Κύριος τοῦ ἔδωσε τό χάρισμα νά ἀνασταίνει καί νεκρούς. ᾽Επειδή λοιπόν ἔζησε ἀγγελική ζωή ὁ ἐν σώματι ἄσαρκος, μεταστάθηκε πρός τήν ἄϋλη ζωή, ὅπου εἶναι οἱ σκηνές τῶν ῾Αγίων καί ἡ αἰώνια λαμπρότητα, ἐκζητώντας τό ἔλεος τοῦ Χριστοῦ ὑπέρ ἡμῶν».

Β. Ὁ ἅγιος Σισώης προβάλλεται ἀπό τήν ᾽Εκκλησία μας ὡς τύπος τοῦ ἀληθινοῦ ἀνθρώπου, δηλαδή ἐκείνου πού μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ ἔζησε στόν κόσμο τοῦτο, μέ ὀρθή ἱεράρχηση τῶν ψυχικῶν καί σωματικῶν του δυνάμεων. Θέλουμε νά ποῦμε ὅτι ὁ ὅσιος Σισώης, ἀκολουθώντας τήν πνευματική ὁδό τοῦ Χριστοῦ, ὑπέταξε τό μέν σῶμα στή λογική ψυχή, τήν δέ ψυχή στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Κατά τά λόγια τοῦ ὑμνωδοῦ "καθυπέταξες το αμαρτωλό φρόνημα της σάρκας με δύναμη στον λογισμό, όσιε, έδειξες δε την ψυχή σου αταπείνωτη στη δουλεία των παθών" (῾σάρκα καθυπέταξας τῷ λογισμῷ στερρῶς, ὅσιε, τήν δέ ψυχήν ἔδειξας δουλείᾳ τῶν παθῶν ἀταπείνωτον᾽), επειδή ακολουθούσες τα ίχνη του Χριστού (῾ἰχνηλατῶν Χριστόν᾽). ῎Αν δέν ὑπάρχει αὐτή ἡ ἱεράρχηση, τότε ἐκεῖνο πού κυριαρχεῖ στόν ἄνθρωπο εἶναι ἡ ἐπανάσταση τῶν σωματικῶν παθῶν, τά ὁποῖα ἄγουν καί φέρουν τήν ψυχή, μέ μόνιμο χαρακτηριστικό τήν ταραχή καί τήν ἀκαταστασία. Εἶναι εὐνόητο ὅτι στήν περίπτωση αὐτή ὁ ἄνθρωπος δέν λειτουργεῖ ὡς ἄνθρωπος, ἀλλά γενόμενος ἕρμαιο τοῦ πονηροῦ καταντᾶ ὑπάνθρωπος καί ἀπάνθρωπος. Ὅ,τι θηριωδία ἄλλωστε ἔχει νά ἐπιδείξει ἡ ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας, παλαιά καί σύγχρονη, ὀφείλεται ἀκριβῶς στό γεγονός ὅτι ὁ ἄνθρωπος διέγραψε τή μόνη δύναμη ἐξανθρωπίσεώς του, τόν Τριαδικό Θεό μας.

Ἡ ὑποταγή τοῦ σώματος στή λογική ψυχή, ἡ ὁποία μέ τή σειρά της ὑποτάσσεται στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, φανερώνει τόν ἀγώνα τῆς ἐγκρατείας. Ἡ ἐγκράτεια, ψυχῆς καί σώματος βεβαίως, εἶναι ἐκείνη ἡ γενική ἀρετή, ἡ ὁποία ἐξισορροπεῖ τόν ἄνθρωπο καί τόν κάνει νά βλαστήσει τό σύνολο τῶν ἀρετῶν. Κι αὐτό βλέπουμε στόν μεγάλο ὅσιο Σισώη. "Νέκρωσες τις ηδονές της σάρκας με τη δύναμη της εγκράτειας, σοφέ, και με την επιμέλεια των αρετών" (῾Σαρκός τάς ἡδονάς, ἐγκρατείας τῷ τόνῳ, ἐνέκρωσας, σοφέ, ἀρετῶν ἐμμελείᾳ᾽). Εἶναι ὁ μόνος δρόμος γιά νά φτάσει ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖ πού τόν ἔταξε ὁ Δημιουργός του: νά εἶναι Θεός κατά χάριν καί νά ἔχει τή δύναμη πρεσβείας ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ σάν τούς ἀγγέλους. "Γι'  αυτό αυξανόμενος άριστα με τις αναβάσεις, πάτερ" (῾Διό ταῖς ἀναβάσεσι, αὐξανόμενος ἄριστα, Πάτερ᾽), θά πεῖ καί πάλι ὁ ὑμνωδός, "έφθασες προς την ουράνια οδό και παρίστασαι πάντοτε  ενώπιον του Χριστού μαζί με τους αγγέλους, Σισώη, πατέρα μας" ( ῾ἔφθασας πρός τήν οὐράνιον τρίβον, καί παρίστασαι ἀεί Χριστῷ σύν ἀγγέλοις, Σισώη πατήρ ἡμῶν᾽). Ἡ ἔλλειψη ἐγκρατείας πού παρατηρεῖται δυστυχῶς σ᾽ ἕνα μεγάλο βαθμό σήμερα, κι ὄχι μόνο στούς νέους, ἀποκαλύπτει τήν τραγικότητά μας, ὅτι ἀφήσαμε τόν δρόμο πού μᾶς φέρνει στόν οὐρανό, τόν δρόμο τοῦ πλούτου τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, καί ἀκολουθήσαμε καί ἀκολουθοῦμε τόν δρόμο τῆς φτώχειας καί τῆς ἀπώλειας. Ὁ σημερινός ἄνθρωπος καυχᾶται γιά τήν κατάντια του: κυλιέται σάν τούς χοίρους στά λασπόνερα, νομίζοντας ὅτι κολυμπάει στά μύρα καί στά ἄνθη!

Ὁ ὅσιος Σισώης μᾶς βοηθάει πολύ στόν δρόμο τῆς ἐγκράτειας: ἡ μνήμη τοῦ θανάτου πού ἀδιάκοπα καλλιεργοῦσε, εἶναι μία ἰσχυρή δύναμη στόν ἄνθρωπο γιά νά ἀνακόπτει τά πάθη του, νά ἐγκρατεύεται. Ὁ ἅγιος "έχοντας αδιάκοπα ως μελέτη του τη μνήμη του θανάτου" (῾μνήμην θανάτου διηνεκῶς ἐμμελετῶν᾽) - ἄς θυμηθοῦμε ὅτι προσευχόταν πάντοτε μπροστά σ᾽ ἕνα φέρετρο, ἐνθυμούμενος ὅτι καί ὁ πιό ἔνδοξος στρατηλάτης σάν τόν μεγάλο ᾽Αλέξανδρο ἐκεῖ κλείστηκε – μάρανε τά πάθη τοῦ σώματος, στρεφόμενος πάντοτε στο πιο υψηλό σημείο των επιθυμητών, ῾πρός ἐφετῶν τό ἀκρότατον᾽, τόν ᾽Ιησοῦ Χριστό. Κι αὐτό μᾶς διδάσκει μέ τή ζωή του: νά μνημονεύουμε τό τέλος μας, γιά νά βλέπουμε τά οὐσιώδη τῆς ζωῆς, δηλαδή ὅτι προτεραιότητα ἔχει γιά τόν Χριστιανό πάντοτε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Γι᾽ αὐτό καί ὁ Χριστός δόξασε τόν δοῦλο Του καί τό τέλος του ὑπῆρξε συγκλονιστικό. Τήν ὥρα τοῦ θανάτου του "όλοι οι άγιοι Πατέρες ήρθαν μαζεμένοι"  (῾ὁ θίασος τῶν ἁγίων Πατέρων ἐπέστη ἀθρόον᾽), ἐνῶ "σαν τον ήλιο άστραψε το πρόσωπό του, φανερώνοντας τη λαμπερή σαν αστραπή καθαρότητα της ψυχής του" (῾ὥσπερ ἥλιος τό πρόσωπον αὐτοῦ ἐξανατέταλκε, δηλοῦν τήν ἀστραπόμορφον τῆς ψυχῆς αὐτοῦ καθαρότητα᾽).

Γ. Γιά τόν μεγάλο αὐτόν ὅσιο, πού ἀποπνέει τήν ἀτμόσφαιρα τοῦ μεγάλου ὁσίου Ἀντωνίου, ἔχουν διασωθεῖ ἀρκετά λόγια καί περιστατικά στά Ἀποφθέγματα τῶν Γερόντων, ἕνα τῶν ὁποίων καταγράφουμε στή συνέχεια μέ σύντομο σχολιασμό του.

«Ἀδελφός πού ἀδικήθηκε ἀπό ἄλλον ἀδελφό ἦλθε πρός τόν ἀββά Σισώη καί τοῦ λέγει:

- Ἀδικήθηκα ἀπό ἕναν ἀδελφό καί θέλω νά τόν ἐκδικηθῶ.

Ὁ δέ Γέρων τόν παρακαλοῦσε:

- Μή τέκνον. Ἀντιθέτως μάλιστα ἄφησε στόν Θεό τό ἔργο τῆς ἐκδικήσεως.

Αὐτός ὅμως ἔλεγε:

- Δέν θά παύσω, ἕως ὅτου ἐκδικηθῶ γιά τόν ἑαυτό μου.

Εἶπε δέ ὁ Γέρων:

- Ἄς προσευχηθοῦμε, ἀδελφέ. Καί ὁ Γέροντας, ἀφοῦ σηκώθηκε, εἶπε:

- Θεέ, δέν σέ ἔχουμε πλέον ἀνάγκη νά φροντίζεις γιά μᾶς. Διότι ἐμεῖς ἐκδικούμαστε μόνοι γιά λογαριασμό μας.

Μόλις λοιπόν ἄκουσε αὐτά τά λόγια ὁ ἀδελφός, ἔπεσε στά πόδια του Γέροντος λέγοντας:

- Δέν θά εἶμαι πλέον σέ ἀντιδικία μέ τόν ἀδελφό, συγχώρεσέ με, ἀββά».

Ἐκ πρώτης ὄψεως θά ἔλεγε κανείς ὅτι ὁ ἀδελφός μοναχός πού ἀδικήθηκε καί ἤθελε νά ἐκδικηθεῖ ἦταν ἕνας κακός μοναχός – ποιός χριστιανός, πολύ περισσότερο ἕνας μοναχός, δέν γνωρίζει ὅτι ἡ ἐκδίκηση εἶναι κάτι πού δέν μπορεῖ νά ἔχει σχέση μέ τή χριστιανική πίστη; Θέλει νά ἐκδικηθεῖ συνήθως ὁ ἄνθρωπος πού εἶναι ἕρμαιο τῶν παθῶν του καί τοῦ ἐγωϊσμοῦ του, ἐκεῖνος δηλαδή πού ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πού ἐκφράζεται ὡς ἀγάπη πρός τόν πλησίον, ἀκόμη καί τόν ἐχθρό του, δέν ἀγγίζει καθόλου τόν ἐσωτερικό του κόσμο. Ἄν ὁ Κύριος ἦλθε στόν κόσμο γιά νά μᾶς σώσει, ἦταν ἀκριβῶς γι’ αὐτό: νά μᾶς ἐπαναφέρει στό σημεῖο τῆς ἀρχικῆς θεοείδειάς μας, νά ζοῦμε ὡς κατ’ εἰκόνα Του μέ τό κατεξοχήν γνώρισμά Του, τήν ἀνιδιοτελή καί ἄνευ ὁρίων ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπό μας. «Χριστιανός ἐστι μίμημα Χριστοῦ κατά τό δυνατόν ἀνθρώπῳ», όπως σημειώνει ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος. Ὁ συγκεκριμένος λοιπόν ἀδελφός μέ τό πάθος τῆς ἐκδίκησης νά καίει στά στήθια του δείχνει τήν ἔλλειψη τῆς χριστιανικότητάς του.

Ὅμως ἐνῶ ἡ πραγματικότητα μέ τά λόγια του εἶναι ἀκριβῶς αὐτή, τά ἔργα του φανερώνουν κάτι διαφορετικό. Τί ἐννοοῦμε; Πρίν προβεῖ σέ ὁποιαδήποτε ἐνέργεια ἐκδίκησης σπεύδει νά ἐρωτήσει τόν ὅσιο Γέροντα - ἔχει μάθει προφανῶς νά μήν κάνει τίποτε χωρίς εὐλογία. Κι αὐτό εἶναι σημάδι ἀνθρώπου πού ἀγωνίζεται ἐσωτερικά τόν ἀγώνα τῆς ὑπακοῆς. Καί ὄντως ἡ ἀλήθεια αὐτή ἐπιβεβαιώνεται. Διότι μόλις ὁ ὅσιος Σισώης μέ ἄμεσο καί εὐφυή τρόπο τοῦ δείχνει τό ἀντιχριστιανικό τῆς σκέψεως καί τῆς διαθέσεώς του, ἀμέσως πείθεται ἐκζητώντας τή συγγνώμη του. Τό συμπέρασμα εἶναι προφανές: ὁ συγκεκριμένος ἀδελφός ἦταν μᾶλλον ἕνας ἁπλοϊκός στήν πίστη μοναχός, ὁ ὁποῖος δέν εἶχε μάθει νά κανονίζει ἀκόμη τούς λογισμούς του, ἕνας ἀρχάριος πού τά πάθη του, ὅπως εἴπαμε, συχνά τόν κυρίευαν. Διότι δέν πρέπει νά λησμονοῦμε ὅτι ἡ προκοπή ἑνός χριστιανοῦ φανερώνεται ἀπό τή «μύησή» του στόν ἔλεγχο τῶν λογισμῶν πού ἐξάπτουν τόν ἐγωϊσμό του. «Οἱ λογισμοί καθορίζουν τή ζωή μας», ὅπως τό ἔλεγε ἕνας ὅσιος σύγχρονος ἀσκητής, γι’ αὐτό καί χωρίς τήν ἐκμάθηση τοῦ ἐλέγχου τῶν λογισμῶν δέν μπορεῖ στήν οὐσία νά ὑπάρχει χριστιανική ζωή.

Ἀπό τήν ἄλλη, θαυμάζουμε τήν ἀμεσότητα ἀντίδρασης τοῦ ὁσίου Σισώη. Ὄχι μόνον προσανατολίζει τόν ἁπλοϊκό καί ἀρχάριο μοναχό σ’ αὐτό πού εἶναι τό θέλημα Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ - τήν ἀγάπη καί πρός τόν ἐχθρό, κατά τήν ἐντολή τοῦ Ἴδιου πού εἶπε «ἀγαπᾶτε τούς ἐχθρούς ὑμῶν, καλῶς ποιεῖτε τούς μισοῦντας ὑμᾶς, εὐλογεῖτε τούς καταρωμένους ὑμᾶς» - ὁπότε τόν καθοδηγεῖ στό σημεῖο πού θά κρατήσει μέσα του ζωντανή τή σχέση του μ’ Ἐκεῖνον, ἀλλά τό κάνει μέ τρόπο πολύ παραστατικό καί ἀπολύτως καίριο γιά τά δεδομένα ἑνός μοναχοῦ: μέσα ἀπό τήν προσευχή, στήν ὁποία ὅμως δίνει τέτοιο περιεχόμενο πού δέν ἀφήνει περιθώριο ἀμφισβήτησης στόν μοναχό ὅτι ἡ διάθεσή του γιά ἐκδίκηση ἐκφράζει ἀπιστία πρός τόν Θεό. Ὁ λόγος τοῦ ἐν προκειμένῳ εἶναι ἀπολύτως σαφής: «Μή ἐκδικεῖτε ἑαυτούς, ἀδελφοί. Ἐμοί γάρ ἐκδίκησις, ἐγώ ἀνταποδώσω, λέγει Κύριος Παντοκράτωρ».  

Κι ἀξίζει στήν ἀντίδρση τοῦ ὁσίου νά παρατηρήσει κανείς δύο πράγματα: Πρῶτον, ὅτι ἡ ἐκδίκηση, ὅπως καί κάθε ἀπόκλιση ἀπό τόν νόμο τοῦ Θεοῦ, τελικῶς συνιστᾶ ὄντως ἀπιστία πρός τήν παρουσία καί τήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Ἄν πιστεύουμε ὅτι ὁ Θεός εἶναι «ὁ Ὤν», ἡ πηγή τοῦ Εἶναι καί τοῦ κάθε εἶναι, χωρίς Αὐτόν δηλαδή δέν ὑφίσταται ζωή, ἀφοῦ «Αὐτός ἐστίν ὁ διδούς πᾶσι ζωήν καί πνοήν καί τά πάντα» κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο, κάθε ἔκφραση τῆς ζωῆς μας ἔξω ἀπό τήν «Ὁδόν» Ἐκείνου εἶναι πράγματι ἀπιστία - ἡ ἴδια ἡ ζωή μας καί οἱ πράξεις μας ἀποδεικνύουν ἄν σχετιζόμαστε μέ τόν Θεό ἤ ὄχι. Καί δεύτερον, ἡ προσευχή μας, ὅπως ἔδειξε ὁ ὅσιος Σισώης, στίς κρίσιμες ὧρες τοῦ ὅποιου πειρασμοῦ μας καλό θά εἶναι νά ἐκφράζει αὐτό πού ἀντιστοιχεῖ ἀκριβῶς στόν πειρασμό μας. Δέν εἶναι τυχαῖο πού ὁ ἅγιος Ἀρσένιος ὁ Καππαδόκης, ὁ πνευματικός καί ἀνάδοχος τοῦ ὁσίου Παϊσίου τοῦ ἁγιορείτου, εἶχε καταρτίσει τό ψαλτήριο τῆς Ἐκκλησίας μας μέ τέτοιο τρόπο πού νά ἀνταποκρίνεται στίς συγκεκριμένες ἑκάστοτε ἀνάγκες τῶν πιστῶν ἐνοριτῶν του. Νά προσευχόμαστε μέ ἄλλα λόγια στόν Κύριο γι’ αὐτό πού εἶναι τό πρόβλημά μας, αὐτό πού «καίει» τήν καρδιά μας, καί νά Τόν παρακαλοῦμε νά μᾶς φωτίζει καί νά μᾶς καθοδηγεῖ ὥστε οἱ ἀντιδράσεις μας νά μή μᾶς ἀπομακρύνουν ἀπό τό ἅγιο θέλημά Του – νά βλέπουμε τό ἀποτέλεσμα τῆς ὅποιας ἐνέργειάς μας. Ἀρκεῖ βεβαίως νά ἔχουμε κι ἐμεῖς τήν καλή διάθεση τοῦ ἁπλοϊκοῦ ἀδελφοῦ πού πῆγε στόν ὅσιο Σισώη. Διαφορετικά, ἄν ἡ προσευχή μας εἶναι ἡ παράκλησή μας νά γίνει ὁπωσδήποτε τό δικό μας θέλημα, συχνά ἁμαρτωλό, τότε ὄχι μόνο δέν θά ἔχουμε τόν Θεό βοηθό μας, ἀλλά θά Τόν ἔχουμε ἐνάντιό μας.  

Κυριακή 5 Ιουλίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

«Ἐλθόντι τῷ Ἰησοῦ…ὑπήντησαν αὐτῷ δύο δαιμονιζόμενοι…» (Ματθ. 8, 28).

Δεν είναι η πρώτη φορά που η Εκκλησία μας θέτει ως ανάγνωσμα το περιστατικό της θεραπείας των δύο  δαιμονισμένων (ή του  ενός δαιμονισμένου κατά τον ευαγγελιστή Λουκά) της περιοχής των Γερσεσηνών ή Γαδαρηνών. Και τούτο διότι θέλει να μας τονίσει ότι ο Κύριος ήλθε στον κόσμο ως  ελευθερωτής των ανθρώπων όχι μόνον από την ασθένεια και τον πόνο, όχι μόνον από την αμαρτία και το αποτέλεσμα αυτού τον θάνατο, αλλά και από τον ίδιο τον αρχέκακο διάβολο, τον απαρχής «ανθρωποκτόνον». Ο Κύριος ήλθε, κατά τον λόγο της Γραφής, «ίνα λύση τα έργα του διαβόλου». Το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα λοιπόν με τρόπο ανάγλυφο μας δείχνει την εξουσία του Κυρίου, ο Οποίος συναντώμενος με τα δαιμόνια στα πρόσωπα ταλαίπωρων ανθρώπων, εκδιώκει αυτά, προσφέροντας στην κοινωνία τους θεραπευμένους ανθρώπους ως πραγματικούς ανθρώπους.

1. Ως εκ περισσού καταρχάς, ας υπενθυμίσουμε ότι τα δαιμόνια δεν αποτελούν αποκύημα της φαντασίας κάποιων ανθρώπων, ευρισκομένων σε νηπιακό επίπεδο ζωής, όπως αρέσκονται άθεοι άνθρωποι να λένε, ή μυθοποιημένο προσωποποιημένο περίβλημα απλώς της ύπαρξης του κακού, κατά την αποχριστιανοποιημένη τοποθέτηση ετεροδόξων «χριστιανών». Τα δαιμόνια υφίστανται και κατά την πίστη μας συνιστούν δημιουργήματα του Θεού, τα οποία ενώ δημιουργήθηκαν ως πνεύματα αγαθά, προκειμένου να υπηρετούν τον Θεό και το άγιο θέλημά Του, όμως λόγω της κακής χρήσης της προαιρέσεώς τους διεφθάρησαν και ξέπεσαν, γενόμενα πνεύματα πονηρά, τα οποία αντίκεινται έκτοτε  στον Θεό - η πτώση τους ήταν και ένα είδος θανάτου τους - προσπαθώντας όχι μόνον να βρίσκονται σε ανυπακοή προς Εκείνον, αλλά και να καταστρέφουν την όποια δημιουργία του Θεού, κυρίως τον άνθρωπο. Βεβαίως, ο Θεός δεν καταστρέφει τα δημιουργήματά Του αυτά – ο Θεός ποτέ δεν καταστρέφει την δημιουργία Του – τα κρατάει στην ύπαρξη δε, ώστε, έστω και με τον αρνητικό τρόπο δράσεώς τους, να εξυπηρετούν το σχέδιο της σωτηρίας του κόσμου.

2. Ο Κύριος λοιπόν έρχεται στη χώρα των Γεργεσηνών, για να συναντήσει συγκεκριμένους ανθρώπους, ευρισκομένους υπό κατοχήν  δαιμονίων,  και να τους απελευθερώσει από την κόλαση της παρουσίας τους. Διότι τα δαιμόνια, εισερχόμενα στον άνθρωπο, δημιουργούν πράγματι μία κατάσταση κολάσεως, τόσο για τον ίδιο, όσο και για τους γύρω του ανθρώπους, αλλά και για το φυσικό περιβάλλον. Το  σημερινό ευαγγέλιο – συνδυαζόμενο και με το αντίστοιχο, πιο «εμπλουτισμένο», του αγίου Λουκά - με ανάγλυφο τρόπο μας περιγράφει την τραγωδία του δαιμονισμένου ανθρώπου: (α) καταρχάς ζει με μία παντελή έλλειψη αυτοσεβασμού και αυτοσυνειδησίας. Μη αντέχοντας ρούχο επάνω του, γυμνός, χωρίς ταυτότητα και όνομα («λεγεών» δίνει το όνομα ο δαίμων αντί του ανθρώπου στο «συμπληρωματικό» αντίστοιχο ανάγνωσμα του Λουκά) δεν είναι ο εαυτός του – ο δαιμονισμένος χάνει ό,τι τον συνδέει με την ίδια την ανθρώπινη ψυχοσωματική του οντότητα και βιώνει την κατάσταση της πνευματικής νέκρωσης.

(β) Έπειτα, η σχέση του με τους συνανθρώπους του δεν υφίσταται. Ο δαιμονισμένος αδυνατεί να συνυπάρξει με τους άλλους. Ζει στα μνήματα και σε έρημους τόπους. Οι κατοικημένες περιοχές τον οδηγούν σε «ασφυξία». Κι όχι μόνον αυτό. Είναι και το φόβητρο των ανθρώπων. Τον έβλεπαν και τον έτρεμαν. Εμφορούμενος από δυνάμεις πέραν του κανονικού, λόγω των δαιμονίων, τον αλυσόδεναν, κι αυτός έσπαγε τις αλυσίδες και έφευγε. Αλλά αυτό είναι ο ορισμός της κόλασης. Η Εκκλησία μας έτσι ορίζει την κόλαση του ανθρώπου: ως αδυναμία σχέσης με τους άλλους, ως παντελή έλλειψη κοινωνίας με τον συνάνθρωπο.

(γ) Αλλά και με το φυσικό περιβάλλον υπήρχε πρόβλημα. Ο δαιμονισμένος προκαλούσε καταστροφές. Η παρουσία του συνδεόταν με τέτοιες ενέργειες, που αναγκάζονταν να τον αλυσοδένουν, για να ηρεμούν. Χωρίς βεβαίως αποτέλεσμα. Ο διάβολος μισεί όλη τη δημιουργία. Πρωτίστως τους ανθρώπους, αλλά και όλα τα πλάσματα του Θεού.

3. Τα πράγματα λοιπόν αλλάζουν από τη στιγμή που ο Κύριος δίνει εντολή τα δαιμόνια να φύγουν από τον δαιμονισμένο (ή τους δαιμονισμένους). Μπορεί εκείνα να είχαν υποχείριο τον αδύναμο αυτόν άνθρωπο, μπροστά στην εξουσία όμως Εκείνου, τρέμουν, αποκαλύπτοντας την άκρα αδυναμία τους: «Δέομαί σου, μη με βασανίσης!» Τρέμουν τον Κύριο, τον παρακαλούν, αναγνωρίζοντας ότι δεν υπάρχει καμία σχέση μεταξύ Εκείνου και αυτών:  «Τι εμοί και εσοί, Ιησού, υιέ του Θεού του Υψίστου;». Κι ακόμη: Του ζητούν  να επιτρέψει να εισέλθουν στους χοίρους – ούτε στους χοίρους δεν έχει εξουσία κανονικά ο διάβολος - κάτι που ο Κύριος επιτρέπει. Ίσως, όπως σημειώνουν οι ερμηνευτές Πατέρες,  για να δείξει ότι ο άνθρωπος έχει τη μεγαλύτερη αξία, ίσως ότι όπου εισέλθει ο διάβολος προκαλούνται καταστροφές. Σημασία έχει ότι ο διάβολος είναι αδύναμος. Και πώς όχι; Η δύναμή Του καταργήθηκε από τη στιγμή που ο Κύριος ήλθε στον κόσμο, κατεξοχήν δε με την άνοδό Του πάνω στον Σταυρό και την κάθοδό Του στον Άδη. Εκεί, και ο πονηρός «ετρώθη την καρδίαν», κατά την υμνολογία της Εκκλησίας μας, αλλά και το όπλο του, η αμαρτία, έπαυσε να υπάρχει κατά τρόπο αναγκαστικό. Και μαζί με αυτά βεβαίως και το αποτέλεσμα της αμαρτίας, ο θάνατος.

Η παντοδυναμία λοιπόν του Κυρίου απελευθερώνει τον δαιμονισμένο και αυτός πια γίνεται πραγματικός άνθρωπος, με καταπλήσσουσα πια ψυχοσωματική ισορροπία. Δηλαδή, αποκτά συνείδηση του εαυτού του και αυτοσεβασμό: «ιματισμένος και σωφρονών» (Λουκάς). Σταματά να είναι επιθετικός προς τους άλλους, έχοντας υγιή κοινωνικότητα: κάθεται «παρά τους πόδας του Ιησού». Κι όχι μόνον αυτό: αισθάνεται ευγνωμοσύνη προς τον Κύριο, την οποία εκφράζει με τη διάθεση να παραμείνει κοντά Του και να Τον ακολουθεί. Και μπορεί ο Κύριος να μην αποδέχτηκε το αίτημά του – άλλους είχε καλέσει για να είναι οι μαθητές Του – του αναθέτει όμως άλλη αποστολή: «υπόστρεφε εις τον οίκον σου και διηγού όσα εποίησέ σοι ο Θεός. Και απήλθε καθ’  όλην την πόλιν, κηρύσσων όσα εποίησεν αυτώ ο Ιησούς». Αυτοσεβασμός, κοινωνικότητα, ιεραποστολική διάθεση, θετική παρουσία στον κόσμο: το αποτέλεσμα της αληθινής σχέσεως του ανθρώπου με τον Χριστό.

4. Σήμερα τι γίνεται; Μετά τον ερχομό του Κυρίου και την κατάργηση ουσιαστικά του διαβόλου, δρα ο διάβολος; Έχει δύναμη; Η απάντηση είναι γνωστή και διαρκώς την κηρύσσει η Εκκλησία μας. Ο διάβολος βεβαίως είναι ανίσχυρος και οριστικά ηττημένος, όμως παίρνει δύναμη εκεί που δεν υφίσταται ο Χριστός. Δηλαδή, πρώτα στους αβάπτιστους ανθρώπους, εκείνους που δεν έχουν γνωρίσει τον Κύριο ή δεν θέλουν να Τον αποδεχθούν στη ζωή τους – «το πανηγύρι μας είναι οι ειδωλολάτρες» είχε πει κάποτε σ’  έναν σύγχρονο ιεραπόστολο ένας δαιμονισμένος. Κι έπειτα, ακόμη και στους βαπτισμένους και χρισμένους χριστιανούς, οι οποίοι δεν έχουν πάρει στα σοβαρά την πίστη τους και ζουν, κατά τον λόγο του αποστόλου, ως «άθεοι εν τω κόσμω». Διότι δεν αρκεί μόνον το βάπτισμα και το χρίσμα και τα λοιπά μυστήρια της Εκκλησίας, αλλά και η θέληση του ανθρώπου. Αν και ο άνθρωπος δεν συνεργήσει, με την τήρηση των εντολών του Χριστού, κυρίως της αγάπης προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο, τότε η χάρη των μυστηρίων μένει ανενέργητη, συνεπώς βρίσκει δίοδο ο διάβολος για να «πειράζει» τον άνθρωπο, κάνοντάς τον να βρίσκεται υπό την επήρειά του. Το αποτέλεσμα βεβαίως σ’  αυτήν την περίπτωση είναι γνωστό. Ό,τι είδαμε στον δαιμονισμένο του ευαγγελίου, σε κάποιο βαθμό το βλέπουμε κι εδώ: ο άνθρωπος ή έχει διαγράψει τον Θεό ή Τον τρέμει και προσπαθεί να αποφεύγει οτιδήποτε σχετίζεται με Αυτόν, είναι συνήθως  αντικοινωνικός και επιθετικός με τους συνανθρώπους του, δεν σέβεται το φυσικό του περιβάλλον, το δε χειρότερο: μέσα του ζει με ανασφάλειες και άγχη, με θλίψη και μελαγχολία, με ανησυχία και ταραχή, πράγματα που συνιστούν πράγματι ένα είδος κι εδώ κολάσεως. Ο ίδιος ο Κύριος έχει επιβεβαιώσει ότι ο άνθρωπος που ελευθερώθηκε από τον διάβολο και δεν προσέχει στη συνέχεια, δέχεται επίθεση δαιμονική, πολύ χειρότερη εκείνης που βίωνε στο παρελθόν. «Το πονηρόν πνεύμα παραλαμβάνει έτερα πνεύματα πονηρότερα εαυτού και εισέρχεται εις τον άνθρωπον».

Να ανήκουμε στον Χριστό, να είμαστε του Θεού, μέλη Εκείνου και καλυμμένοι από Εκείνον, στην ψυχή και στο σώμα, και να μας «δουλεύει» ο διάβολος, τούτο συνιστά τη μεγαλύτερη τραγωδία. Τι δικαιολογία άραγε μπορεί να έχουμε; Τον διάβολο όμως τον «τρέφουμε» εμείς με την κακή ζωή μας. Η μόνη λύση και θεραπεία είναι η με δύναμη και αγάπη στροφή προς τον Χριστό. Δηλαδή η εκκλησιοποίηση της ζωής μας.