«Πολλές φορές μας τρώει
η μιζέρια κι η κλαψοφαγούρα. Δεν μας αρέσει το ένα, δεν βλέπομε το άλλο. Ας ανοίξουμε
τα μάτια της ψυχής μας κι ας δούμε την αγάπη του Θεού, την αγάπη της Παναγίας,
την αγάπη των αγίων, την ανοχή τους, τη στοργή τους, την προσφορά τους. Κι
ακόμα, τα δώρα του Θεού! Τη φύση, που μας χάρισε, τα υπόλοιπα, τον εαυτό μας,
την ψυχή μας την αθάνατη, το σώμα μας, που είναι τόσο υπέροχο, ώστε ο
προφητάναξ Δαβίδ εθαύμαζε με την κατασκευή και τις λειτουργίες του, και δεν
ήξερε τι να κάνει από τη χαρά του και τον θαυμασμό του» (Γέρων Ανανίας
Κουστένης, Από τις διδαχές του).
Ο πασίγνωστος σε όλους μακαριστός Γέρων π. Ανανίας
Κουστένης, ο γλυκός και χαριτωμένος αυτός άνθρωπος, του οποίου οι ομιλίες –
ραδιοφωνικές κυρίως αλλά και παντού όπου τον καλούσαν –, τα βιβλία και η όλη
παρουσία ιδίως στην περιοχή των Εξαρχείων, ώστε «Γέροντας των Εξαρχείων» να
χαρακτηρίζεται, θίγει με την παραπάνω διδαχή του καίριο θέμα της καθημερινότητας
πολλών συνανθρώπων μας, ακόμη και των χριστιανών: τη μιζέρια ή την… «κλαψοφαγούρα»
κατά τον μοναδικό τρόπο εκφοράς του λόγου του! Τι εννοεί; Ότι πολλές φορές την
ημέρα – αν ήταν κάποιες στιγμές απλώς της ζωής μας δεν θα υπήρχε, νομίζουμε,
τόσο πρόβλημα – όλα γύρω μας μάς φταίνε. Παντού διαπιστώνουμε το σκοτάδι, το
αρνητικό, «βλέπουμε» τοίχους και «βουνά» που δεν μας αφήνουν να αναπνεύσουμε.
Κι αυτό γιατί; Διότι, όπως αφήνει να καταλάβουμε ο σοφός Γέροντας, το πρόβλημα δεν
είναι εξωτερικό, αλλά του εσωτερικού κόσμου μας. Με τον εαυτό μας δηλαδή δεν τα
έχουμε βρει, εκεί υφίσταται η δυσαρμονία και η ακαταστασία λόγω της κυριαρχίας
των παθών και του εγωισμού μας, οπότε κατά φυσικό τρόπο ό,τι ζούμε αυτό και…
προβάλλουμε. Όταν ο απόστολος Παύλος, για παράδειγμα, σημειώνει ότι «πάντα
καθαρά τοις καθαροίς», γι’ αυτούς δηλαδή που έχουν καθαρή καρδιά και συνείδηση
όλα γύρω τους είναι καθαρά, αυτό ακριβώς δεν μαρτυρεί; Βρες τα με τον εαυτό σου
και τότε θα διαπιστώσεις ότι όλα θα σου χαμογελούν! Με άλλα λόγια, η «μαυρίλα» της
καρδιάς μας «κατασκευάζει» το μαύρο νέφος του όλου περίγυρού μας, είτε
συνάνθρωποι είναι αυτοί είτε εργασία είτε κοινωνία μας είτε όλος ο κόσμος μας.
Κι όχι βεβαίως ότι δεν υφίσταται «μαυρίλα» έξω από εμάς –
κάθε άλλο! «Ο κόσμος εν τω πονηρώ κείται» κατά τη Γραφή, και «κοσμοκράτωρ του
αιώνος τούτου» είναι ο Πονηρός διάβολος. Όμως μπορώ και βλέπω τη μαυρίλα αυτήν,
διότι εγώ την έχω μέσα μου, οπότε τη «φουσκώνω», την απολυτοποιώ, τη θεωρώ ότι
μόνη αυτή τελικώς υφίσταται. Κι από την άποψη αυτή βεβαίως διαπιστώνω με τη
μεγαλύτερη καθαρότητα την ολιγοπιστία ή και την απιστία ακόμη της ζωής μου.
Διότι ο κόσμος αυτός, κάθε τι που υφίσταται, μπορεί να έχει αλλοιωθεί και να
αλλοιώνεται από τις παγίδες του Πονηρού και των οργάνων του, όμως εν τέλει
ανήκει στον Θεό, γιατί είναι του Θεού! «Του Κυρίου η γη και το πλήρωμα αυτής»
διαλαλεί η Γραφή. Και: «πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης αυτού!» Λοιπόν, τι
απαιτείται αν θέλω να είμαι πιστός; Να έχω τη διάκριση να ξεχωρίζω τα πράγματα.
Βεβαίως υφίσταται το κακό, αλλά υφίσταται και το καλό. Και το καλό, κατά τον
λόγο του Κυρίου, είναι το ισχυρότερο κι αυτό που στο τέλος θα υπερισχύσει. «Νίκα
εν τω αγαθώ το κακόν» είναι το αξίωμα το οποίο εξαγγέλλεται αδιάκοπα από το
Πνεύμα του Θεού.
Κι εδώ έχουμε ακριβώς και τη συμβολή του Γέροντος Ανανία,
συμβολή που στην πραγματικότητα αποτελεί προέκταση και τονισμό της αλήθειας που
βιώνεται στην Εκκλησία απαρχής και μέχρις εσχάτων! Με γνώση της παρουσίας και
του κακού και των αρνητικών της ζωής, που είναι το αποτέλεσμα της αμαρτίας του
ανθρώπου, να επιμένει κανείς στο αγαθό, το ωραίο, εκείνο που συνιστά το βάθος
και την απόλυτη δύναμη, δηλαδή την παρουσία της χάρης του Θεού στον κόσμο και
σε οτιδήποτε. «Ας ανοίξουμε τα μάτια της ψυχής μας» λέει κι ας δούμε την αγάπη
του Θεού και των αγίων Του, όπως και τα δώρα Του που πλημμυρίζουν και τη δική μας
ύπαρξη και όλον τον κόσμο μας! Τι προϋποτίθεται όμως στο «άνοιγμα» αυτό και
στην επιμονή αυτή; Η διαρκής μετάνοιά μας ως αέναη επιστροφή μας προς τον Θεό.
Όταν η πρώτη έγνοια μου είναι να κρατώ ζωντανή τη σχέση μου με τον Χριστό και
το σώμα Του την Εκκλησία, κατά την εντολή Του «ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του
Θεού και την δικαιοσύνην Αυτού», τότε καθαρίζεται η καρδιά και όλος ο
εσωτερικός μου κόσμος, με αποτέλεσμα να βρίσκει «έδαφος» να αναπαυτεί η χάρη
και η δύναμή Του. «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται».
Κι αυτή η όραση του Θεού «συνεπαίρνει» τόσο τον άνθρωπο, γιατί τον καθιστά ένα
μ’ Εκείνον, ώστε δεν μπορεί να πάρει μακριά τα μάτια του από την ομορφιά του
προσώπου Του – η «ηδονή αυτών που βλέπουν το άρρητο κάλλος του προσώπου του
Θεού» (ακολουθία θεία μεταλήψεως), το κακό υφίσταται αλλά «υποσκελίζεται»,
υπερβαίνεται!
Αυτό δεν τόνιζαν και οι μεγάλοι σύγχρονοι όσιοι της εποχής μας, ιδίως οι Γέροντες Πορφύριος και Παΐσιος; Να επιμένουμε στο αγαθό, στο καλό, έστω κι αν παράπλευρα υπάρχει και το κακό. «Να γινόμαστε μέλισσες κι όχι μύγες!» (όσιος Παΐσιος) – έτσι ζει κανείς τη Βασιλεία του Θεού «ως εν ουρανώ και επί της γης». Κι ας ακούσουμε τον μακαριστό άγιο Γέροντα να τονίζει και πάλι, σε άλλη διδαχή του: «Πάντοτε, να το ξέρουμε αυτό, και ο χειρότερος άνθρωπος έχει κάτι καλό. Μπορείς να το βρεις αυτό; Βρες το και πάρτο. Ας’ τα τ’ άλλα. Τα άλλα τα ξέρει και μόνος του, τα βρίσκει και μόνος του, τα λένε όλοι, ε, και τον σκάνε από εκεί και πέρα. Άμα έχει κάτι καλό, βρες το και παρ’ το ή επικέντρωσε εκεί. Και τόνισέ του αυτό και πάλι αυτό. Να μεγαλώσει το καλό. Έτσι κάναν οι αρχαίοι Έλληνες. Επικέντρωναν στο καλό. Και τι κάνανε; Το μεγάλωναν. Δεν αναφερόντουσαν στο κακό. Κι αν υπήρχε ανάγκη να αναφερθούν, αναφερόντουσαν με θετικό τρόπο, με το λεγόμενο κατ’ ευφημισμόν σχήμα».






