(Κύρια σημεία ομιλίας στις Πυλές Καρπάθου, την 15η Μαρτίου 2026, Κυριακή Γ΄ Νηστειών, της Σταυροπροσκυνήσεως).
1. Δεν εννοούμε ότι δεν ξέρουμε να το απαγγέλλουμε,
(μολονότι και σ’ αυτό κάνουμε πολύ συχνά λάθη - θυμάται κανείς αυτό που
αναφέρει εν προκειμένω η γνωστή λογοτέχνις Διδώ Σωτηρίου στο έργο της «Ματωμένα
Χώματα», για ένα παιδί, το οποίο ομολογεί με ειλικρίνεια: «Δεν καταλάβαινα γρυ απ' ό,τι
έλεγε τούτη η προσευχή (το
"πάτερ ημών") και μια μέρα είπα
στη μάνα μου: το Πατ', μπρε μάνα, ξέρω τι θα πει, μα εκείνο το ερημών με
μπερδεύει"!), αλλά το απαγγέλλουμε χωρίς συχνά να καταλαβαίνουμε τι
λέμε ή χωρίς να διεισδύουμε στο βάθος των λέξεων της σπουδαιότερης προσευχής
που υπάρχει στην Εκκλησία. Γι’ αυτό και όχι απλώς είναι σημαντικό αλλά
κυριολεκτικά είναι ό,τι πιο αναγκαίο να μάθουμε την προσευχή αυτήν, που
χαρακτηρίζεται ως Κυριακή προσευχή και που αποτελεί τη βάση για όλες τις άλλες
προσευχές της Εκκλησίας.
2. α. Πριν σχολιάσουμε λίγο τα
αιτήματα της προσευχής αυτής θα πούμε δυο λόγια εισαγωγικά. Γιατί λέγεται
«Κυριακή προσευχή», γιατί έχει τόση σπουδαιότητα, ποιος μπορεί να την
απαγγέλλει, πού και πότε μπορούμε να τη λέμε, πώς κυρίως να τη λέμε.
- «Κυριακή» λέγεται όχι βεβαίως
γιατί απαγγέλλεται ημέρα Κυριακή, αλλά γιατί τη δίδαξε ο ίδιος ο Κύριος.
Εκείνος είπε στους μαθητές Του, όταν Τον παρακάλεσαν κάποια στιγμή να τους
μάθει να προσεύχονται – «δίδαξον ημάς
προσεύχεσθαι» - πώς πρέπει να απευθύνονται στον Ουράνιο Πατέρα. «Ούτως υμάς προσεύχεσθαι», έτσι να
προσεύχεσθε. Γι’ αυτό είπαμε ότι θεωρήθηκε η προσευχή ως η βάση όλων των
προσευχών, τόσο που αν δούμε κάθε εκκλησιαστική προσευχή θα διαπιστώσουμε ότι
τελικώς η αναφορά της είναι ακριβώς η Κυριακή αυτή προσευχή. Και πρέπει να
σημειώσουμε ότι γενικώς η προσευχή αν δεν είναι διδακτή Θεού, δηλαδή αν δεν την
έχει διδάξει ο Θεός, δεν μπορεί να θεωρηθεί αληθινή προσευχή. Εκπίπτει στη
«βαττολογία» που χαρακτήρισε ο Ίδιος, δηλαδή σε λόγια άνευ ουσίας και σημασίας
που κρούουν απλώς τον αέρα. Κι αυτό σημαίνει ότι δεν έχει σημασία απλώς κανείς
να προσεύχεται, αλλά να προσεύχεται σωστά. Διότι και ο Φαρισαίος της γνωστής
παραβολής προσευχήθηκε, αλλά όχι μόνον δεν δικαιώθηκε, αλλά και κατακρίθηκε.
Προσευχήθηκε και έγινε χειρότερος – αύξησε τις αμαρτίες του.
Οπότε καταλαβαίνουμε αυτό που
λέει η Αγία Γραφή: «Ο Θεός δίνει προσευχή
στον προσευχόμενο», όπως και του Αποστόλου Παύλου: «το γαρ τι προσευξόμεθα καθό δει ουκ οίδαμεν, αλλ’ αυτό το Πνεύμα
υπερεντυγχάνει υπέρ ημών στεναγμοίς αλαλήτοις» (Ρωμ. 8) (Εμείς δεν ξέρουμε
ούτε τι ούτε πώς να προσευχηθούμε. Το Πνεύμα όμως μεσιτεύει το ίδιο στον Θεό
για μας με στεναγμούς που δεν μπορούν να εκφραστούν με λέξεις). Και αλλού: «Αλλ’ ελάβετε Πνεύμα υιοθεσίας, εν ω κράζομεν
αββά ο Πατήρ» (Λάβατε Πνεύμα που μας δίνει το θάρρος σαν παιδιά του Θεού να
Του λέμε: Αββά, Πατέρα μου!) Κι αυτό σημαίνει ότι ο Ιησούς Χριστός ως ο
ενανθρωπήσας Θεός είναι ο Μόνος που μπορεί να διδάξει την προσευχή: Ως άσαρκος
πριν τον ερχομό Του στον κόσμο διά του Πνεύματός Του που καθοδηγεί τους
προφήτες, ως σαρκωμένος ο Ίδιος που μυεί τους μαθητές Του, ως αποστολέας έπειτα
του Αγίου Πνεύματος μετά την Πεντηκοστή, την περίοδο της Εκκλησίας, που φωτίζει
κάθε πιστό μέλος Του. Ο (Τριαδιακός) Θεός δηλαδή καθοδηγεί τους πιστούς στο πώς
πρέπει να τοποθετούνται απέναντί Του.
- Από την άποψη αυτή το «Πάτερ ημών» δεν μπορεί να το πει ο
οιοσδήποτε παρά μόνον ο πιστός στον Χριστό, δηλαδή το βαπτισμένο και χρισμένο
μέλος της Εκκλησίας που έγινε διά του Χριστού παιδί του Θεού – μόλις
προηγουμένως είπαμε ότι «ελάβομεν πνεύμα
υιοθεσίας», ό,τι δηλαδή ο άγιος Ιωάννης ο θεολόγος έχει επισημάνει: «όσοι έλαβον Αυτόν έδωκεν αυτοίς εξουσίαν
τέκνα Θεού γενέσθαι». Διότι ακριβώς απαιτείται η ξεχωριστή ενέργεια του
Θεού που θα ανοίξει τα πνευματικά μάτια του ανθρώπου για να σταθεί απέναντι
στον αληθινό Θεό ως πράγματι παιδί Του. Κι απόδειξη: ας κοιτάξουμε τι λένε για
τον Θεό οι εκτός της χριστιανικής πίστεως άνθρωποι. Δεν μπορούν να αποδεχτούν
τον Θεό ως Πατέρα. Εκλαμβάνουν την εικόνα αυτήν ως βλασφημία απέναντι στην
παντοδυναμία Του, όπως για παράδειγμα οι Μουσουλμάνοι.
- Πού και πότε μπορούμε να λέμε
την προσευχή αυτή, άρα και κάθε προσευχή; Παντού και πάντοτε, (διότι με τον
Χριστό ως μέλη Του είμαστε αδιάκοπα ενωμένοι με τον Θεό), ιδίως όμως εκεί που είναι συναγμένο το
σώμα του Χριστού, οπότε και συνειδητοποιούμε στο έπακρο τη χαρισματική αυτήν
πραγματικότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι κατεξοχήν καλούμαστε να πούμε την προσευχή
αυτήν στη Θεία Λειτουργία και μάλιστα προς το τέλος της, όταν παρευρίσκονται
μόνον οι βαπτισμένοι χριστιανοί που ετοιμάζονται μάλιστα να κοινωνήσουν των
αχράντων μυστηρίων. «Και καταξίωσον ημάς,
Δέσποτα...».
- Και πώς; «…μετά παρρησίας, ακατακρίτως, τολμάν
επικαλείσθαι Σε τον επουράνιον Θεόν, Πατέρα και λέγειν: Πάτερ ημών…». Ο
Χριστός μάς καθιστά ως μέλη Του αξίους να απευθυνόμαστε στον Θεό ως Πατέρα.
Χωρίς Εκείνον είμαστε υπό την οργήν του Θεού ως ζώντες βλάσφημα. Γι’ αυτό και
δι’ Αυτού αποκτούμε παρρησία, θάρρος δηλαδή. Ακατάκριτα: Να είμαστε
συντονισμένοι μαζί Του μέσω της τηρήσεως των αγίων εντολών Του – να
«συγγενεύουμε» λίγο μ’ Εκείνον (όσιος Παΐσιος). «Άνδρα αιμάτων και δόλιον βδελύσσεται Κύριος», «ακάθαρτος παρά Κυρίω πας
παράνομος». «Πας ο παραβαίνων και μη μένων εν τη διδαχή του Κυρίου Θεόν ουκ
έχει».
2. β. Επτά τα αιτήματα της
Κυριακής προσευχής. Όχι τυχαία. Από την Π. Διαθήκη, αλλά και ευρύτερα, ο
αριθμός επτά εθεωρείτο ως ο αριθμός της πληρότητας κι αυτό ακολουθεί και ο
Κύριος.
«Πάτερ ημών»: Ο Θεός που
μας αποκαλύπτει ο Χριστός – «Εκείνος
εξηγήσατο» - δεν είναι το φόβητρο και ο τιμωρός, αλλά ο Πατέρας, διότι «εξ Αυτού και δι’ Αυτού και εις Αυτόν τα
πάντα έκτισται», «Αυτός διδούς πάσι ζωήν και πνοήν και τα πάντα», «ο Ων». Κυρίως δε διότι «ο Θεός αγάπη εστί». Εκείνος λοιπόν είναι
ο Πατέρας και εμείς τα παιδιά Του, όπως επίσης και οι άλλοι είναι τα αδέλφια
μας. Δεν υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στους ανθρώπους: «ουκ έστιν δούλος ή ελεύθερος, άρσεν και θήλυ, Έλλην ή βάρβαρος. Πάντες
εις εστέ εν Χριστώ Ιησού». Ο Θεός λοιπόν είναι ο κεντρικός άξονας της ζωής
μας. Χωρίς Αυτόν ζωή δεν υφίσταται, γι’ αυτό και η σχέση μας είναι συνεχής.
Άνθρωπος που θα ξεχαστεί πάνω στην πραγματικότητα αυτήν, αλλοιώνει τη ζωή του
και οδηγείται σε ανισορροπία και σε «κόλαση» («νεκρός και χαμένος», κατά την
παραβολή του ασώτου). Περαιτέρω αποτέλεσμα: διαγράφοντας τον Θεό διαγράφει και
τον συνάνθρωπό του (με την έννοια της εχθρικής απέναντί του στάσεως: homo homini lupus), τη δε φύση ως λοιπή
δημιουργία αδυνατεί να την δει μέσα στο φως του Θεού και την καταστρέφει χωρίς
κανένα σεβασμό.
Και να ξανατονίσουμε ότι την
αλήθεια αυτήν τη ζει μόνον ο χριστιανός, διότι αυτός έχει ανεωγμένους τους
νοερούς οφθαλμούς για να δει και να ζει την πραγματικότητα αυτήν. «Όσοι έλαβον Αυτόν έδωκεν αυτοίς την εξουσίαν
τέκνα Θεού γενέσθαι». Μπορεί δηλαδή όλοι οι άνθρωποι να είναι παιδιά του
Θεού, αλλά χωρίς Χριστό δεν βλέπεις το βάθος της αλήθειας. Γι’ αυτό και τον Θεό
Τον ζούμε ως Αγάπη. Είναι ο Πατέρας μας, ο Οποίος στέκει απέναντί μας με άπειρο
σεβασμό, θυσιαζόμενος για εμάς και προσφέροντάς μας τα πάντα. «Ούτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε
τον Υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν, ίνα πας ο πιστεύων εις Αυτόν μη απόληται
αλλ’ έχη ζωήν αιώνιον». Και: «Ος γε
(ο Θεός Πατέρας) του ιδίου Υιού ουκ
εφείσατο και υπέρ ημών παρέδωκεν Αυτόν, πώς ουχί και συν Αυτώ τα πάντα ημίν
χαρίσεται;» Ως Πατέρας μας λοιπόν που μας αγαπά δεν «μπορεί» να ζει χωρίς
εμάς, αλλ’ ευρίσκεται αδιάκοπα σε προνοητική στάση απέναντί μας σε τέτοιο βαθμό
που τίποτε απολύτως δεν έχουμε έξω από Εκείνον. «Και οι τρίχες της κεφαλής μας είναι αριθμημένες από Αυτόν». «Ει δε τον χόρτον του αγρού σήμερον όντα και
αύριον εις κλίβανον βαλλόμενον ο Θεός ούτως αμφιέννυσιν, πόσω μάλλον υμάς,
ολιγόπιστοι;» Ο απόστολος Παύλος θα εκφράσει την αλήθεια αυτή μ’ έναν
μοναδικό τρόπο: «Ο δε νυν ζω εν σαρκί, εν
πίστει ζω τη του Υιού του Θεού, του αγαπήσαντός με και παραδόντος εαυτόν υπέρ
εμού». Κι αλλού, για να δείξει την ουσιαστική σχέση που έχουμε με τον
Χριστό λόγω της δωρεάς της αγάπης Του σημειώνει: «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε» - Ντυμένοι τον
Χριστό, άρα περικλείοντας τους πάντες και τα πάντα, σαν την Παναγία που «βαστάζει τον βαστάζοντα πάντα» και γι’
αυτό «Πλατυτέρα». Κι αυτή η σχέση μας
με τον Χριστό εξηγεί τη σχέση μας με τον Θεό που είναι σχέση τέκνου προς
Πατέρα. Ο Χριστός ο μονογενής φύσει Υιός του Θεού, εμείς χάριτι υιοί Θεού λόγω
της ενσωματώσεώς μας σ’ Εκείνον διά του αγίου βαπτίσματος. «Πρωτότοκος εν πολλοίς αδελφοίς».
- «ο εν τοις ουρανοίς». Όχι με τοπική
έννοια, αλλά με πνευματική: ο απόλυτα καθαρός, μακριά από κάθε αμαρτία. Διότι «πάντα απέχει του Θεού, ου τόπω αλλά φύσει»
(άγιος Μάξιμος).
- «αγιασθήτω το όνομά Σου».
Θα το εξηγήσουμε αντίστροφα: πότε βλασφημούμε τον Θεό; Όταν λέμε λόγια εναντίον
Του, κυρίως όμως όταν ζούμε με τρόπο μη αποδεκτό από Αυτόν, δηλαδή αμαρτωλά. «Δι’ υμάς βλασφημείται το όνομά μου εν τοις
έθνεσι». Λοιπόν: αγιάζεται το όνομα του Θεού από τους πιστούς, όταν αφενός
ονοματίζουν και επικαλούνται Αυτόν με απόλυτο σεβασμό και αγάπη, (διότι «ου λήψει το όνομα Κυρίου του Θεού σου επί
ματαίω»), αφετέρου όταν ζουν με τρόπο που χαίρεται ο Κύριος. Και χαίρεται
όταν μας βλέπει να ζούμε με μετάνοια – «χαρά
γίνεται εν ουρανώ επί ενί αμαρτωλώ μετανοοούντι» - κύριο γνώρισμα της
οποίας είναι η ταπείνωση. (Θυμόμαστε τον νεωστί διακηρυχθέντα άγιο Τύχωνα,
πνευματικό του οσίου Παϊσίου, που έλεγε: Ο Θεός κάθε ημέρα ευλογεί τον κόσμο,
μα όταν δει άνθρωπο ταπεινό, τον ευλογεί και με τα δυο Του χέρια). Ο αγώνας για
μετάνοια ως διαρκής εν ταπεινώσει επιστροφή στον Θεό μάς καθιστά αγίους, δηλαδή
«τόπους» φανέρωσής Του στον κόσμο. Αυτό δεν συμβαίνει αέναα και στους Ουρανούς
με τους αγίους Αγγέλους; Το όραμα του προφήτη Ησαΐα, με τους αγγέλους ψάλλοντας
τον τρισάγιο ύμνο, αποτελεί καίριο υπομνηματισμό του αιτήματος αυτού!
- «ελθέτω η βασιλεία Σου».
Η βασιλεία του Θεού είναι ο ίδιος ο Κύριος, ο Οποίος την εισήγαγε στον κόσμο με
τον ερχομό Του. «Μετανοείτε, ήγγικεν γαρ
η βασιλεία των Ουρανών». Οπότε, Τον παρακαλούμε να μας καταστήσει αξίους να
Τον ζούμε στην ύπαρξή μας, ψυχή τε και σώματι, κατά μόνας και εν κοινότητι. Η
Εκκλησία ως σώμα Χριστού, άρα ως Εκείνος παρατεινόμενος εις τους αιώνας είναι η
επί γης βασιλεία Του. Και πρόκειται εννοείται για πνευματική πραγματικότητα,
διότι κατά τον λόγο του Ίδιου «η βασιλεία
του Θεού ουκ έρχεται μετά παρατηρήσεως. Ουκ έστιν ώδε ή ώδε. Ιδού η βασιλεία
του Θεού εντός υμών εστι». Ο κάθε χριστιανός δηλαδή είναι και μία φανέρωση
της βασιλείας του Θεού, ένας άλλος Χριστός «εν
ετέρα μορφή». «Χριστιανός εστι μίμημα
Χριστού» (όσιος Ιωάννης της Κλίμακος).
Μόνον που απαιτείται στον κόσμο
τούτο, έστω και βαπτισμένοι, δηλαδή με τις δυνάμεις του Χριστού, να
αγωνιζόμαστε προς επιβεβαίωση της αλήθειας αυτής, διότι ακόμη λειτουργούν τα
πάθη και το αμαρτωλό φρόνημά μας, ακόμη μας επηρεάζει ο πεσμένος στην αμαρτία
κόσμος, ακόμη «ο διάβολος ως λέων
ωρυόμενος περιπατεί ζητών τίνα καταπίη». Γι’ αυτό και ο Κύριος είπε ότι
είναι δύσκολος και στενός ο δρόμος της βασιλείας του Θεού, γι’ αυτό επίσης
απεκάλυψε ότι «η βασιλεία του Θεού βιάζεται
και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν». Ο άγιος είναι ο «βιαστής», με την έννοια
ακριβώς ότι ασκεί βία πάνω στον εαυτό του, προκειμένου τις αμαρτωλές ροπές και
τάσεις του να τις μεταστρέφει σε ένθεες ροπές και επιθυμίες. Κι αυτός ο αγώνας
συνιστά και το περιεχόμενο της πνευματικής ζωής. Γιατί η Εκκλησία μας
χαρακτηρίζει την πνευματική ζωή ως ζωή που χαρακτηρίζεται ως «στάδιον αρετών», τον δε χριστιανό ως
«αθλητή»; «Οι βουλόμενοι αθλήσαι»
ακούσαμε ήδη απαρχής της Σαρακοστής. Κι ο αγώνας αυτός απαιτεί την κάθαρση της
καρδιάς από ό,τι βρόμικο και εμπαθές, αφού κατά τον Κύριο «εκ της καρδίας εξέρχονται διαλογισμοί πονηροί, βλασφημίαι, ακαθαρσίαι,
φόνοι, μοιχείαι» και ό,τι άλλο ακατανόμαστο. Ο Ίδιος μάλιστα το ανέφερε
ξεκάθαρα: «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία
ότι αυτοί τον Θεόν όψονται». Θες να δεις τον Θεό, δηλαδή να Τον ζήσεις στην
ύπαρξή σου, όπως για τον σκοπό αυτόν είσαι κλημένος; Καθάρισε την καρδιά σου.
Και πώς καθαρίζεται η καρδιά; Με την τήρηση των αγίων εντολών του Θεού.
- «Γενηθήτω το θέλημά Σου ως
εν ουρανώ και επί της γης». Όλος ο αγώνας ο πνευματικός είναι πώς να
φύγουμε από το δικό μας αμαρτωλό θέλημα, τον εγωισμό μας, και να βρισκόμαστε
στο θέλημα του Θεού, δηλαδή την εν πίστει αγάπη προς τον Θεό και τον
συνάνθρωπο. Κι αυτό συνιστά την προτεραιότητα του χριστιανού, κυριολεκτικά το
«φαγητό» του! Και μη μας παρεξενεύει τούτο, γιατί ο ίδιος ο Κύριος μας το
απεκάλυψε. Στην προτροπή των μαθητών Του κάποια στιγμή να γευτεί φαγητό,
απάντησε: «Εμόν βρώμα εστίν ίνα ποιώ το
θέλημα του πέμψαντός με Πατρός». Κάνει το θέλημα του Θεού και αυτό Τον
τρέφει και σωματικά. Μα το ίδιο απεκάλυψε και για εμάς τους ανθρώπους: «Εργάζεσθε μη την βρώσιν την απολλυμένην αλλά
την βρώσιν την μένουσαν εις ζωήν αιώνιον». Και στην ερώτηση των Ιουδαίων «τι ποιώμεν ίνα εργαζώμεθα τα έργα του Θεού;»
ξεκαθάρισε: «Τούτο εστί το έργον του
Θεού, ίνα πιστεύσητε εις Ον απέστειλεν Εκείνος». Στρέφεσαι δηλαδή στον
Χριστό τηρώντας το άγιο θέλημά Του; Εκείνην την ώρα η χάρη Του εγκαθίσταται
στην ύπαρξή σου και σε τρέφει και ψυχικά και σωματικά. «Ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος, αλλ’ επί παντί ρήματι εκπορευομένω
διά στόματος Θεού».
Η επιλογή του θελήματος του
Θεού στη ζωή μας δεν γίνεται «αλά καρτ» που λέμε, περιοδικά και με διαλείμματα.
Διότι «ο μη ων μετ’ εμού κατ’ εμού εστι»
είπε ο Κύριος. Ο χριστιανός βρίσκεται αδιάκοπα στην πορεία αυτή, όπως το ζήτησε
άλλωστε ο ίδιος ο Χριστός: «όστις θέλει
οπίσω μου ελθείν απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω
μοι». Ακολουθούμε τον Χριστό σημαίνει σταυρώνουμε διαρκώς την αμαρτία και
τον εγωισμό μας, με αποτέλεσμα να χριστοποιούμαστε και να θεοποιούμαστε.
Εκείνος το υποσχέθηκε: «τηρήστε τις εντολές μου και θα σας φανερωθώ μέσα σας.
Θα έλθω εν Πνεύματι με τον Πατέρα και θα σας κάνω μοναστήρι μας». Είναι μία
αλήθεια που ξεχνάμε και γι’ αυτό μόνοι μας δυσκολεύουμε την πνευματική και όχι
μόνο ζωή μας. Δηλαδή την ώρα που με δυσκολία ίσως αφήνουμε την αμαρτία μας,
εκείνη την ώρα ενεργοποιείται η χάρη του αγίου βαπτίσματός μας και γινόμαστε
Χριστός επί γης. «Ο τηρών τας εντολάς του
Θεού, εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν Αυτώ».
Κι αυτή η πραγματικότητα δίνει
την απάντηση και στην όποια ένσταση των ανθρώπων εκτός της Εκκλησίας ή και των
αθέων και αγνωστικιστών: «Πού είναι ο Θεός; Γιατί δεν φανερώνεται;» Μα Εκείνος
το εξήγησε και έκτοτε αυτό επιβεβαιώνεται από κάθε άγιο της Εκκλησίας: την ώρα
που θα κινητοποιήσω τον εαυτό μου προς τήρηση των εντολών του Θεού, τότε μου
φανερώνεται. Δηλαδή δεν μπορούμε να παίζουμε με τον Θεό, αντιμετωπίζοντάς Τον
ως το «τζίνι»(!) που θα το χρησιμοποιούμε για την περιέργεια ή τις ανάγκες μας.
(Ό,τι έκανε και ο βασιλιάς Ηρώδης που έφερε τον Χριστό ενώπιόν του για να του
«κάνει» ο Χριστός κάποιες θαυματουργίες! – Πρβλ. Λουκ. 23, 6-12).
Κι από την άλλη, η πραγματικότητα
αυτή δίνει τη λύση και σε όποια ψυχολογικά προβλήματα αναπτύσσονται στη ζωή
μας. Διότι ο Χριστός βλέπουμε δεν μας αφήνει να «ανακυκλώνουμε» τους λογισμούς
μας και τις ανοησίες και τις ακαθαρσίες της ζωής μας, γεγονός που μας
ταλαιπωρεί και ψυχολογικά αλλά και σωματικά. Μας παίρνει με τη χάρη Του, όταν
δει ότι θέλουμε να συνεργαστούμε μαζί Του, και μας απεμπλέκει από ό,τι αρνητικό
παρουσιάζουμε. Πάντοτε κοιτώντας μπροστά με τρόπο αποφασιστικό, κατά την εντολή
«γίνου πιστός άχρι θανάτου». «Τοις έμπροσθεν επεκτεινόμενοι, των δε
όπισθεν επιλανθανόμενοι» (απόστολος Παύλος).
Και τι μας λέει η προσευχή; Να
γίνεται το θέλημα του Θεού όπως στον ουρανό. Δηλαδή ό,τι κάνουν οι άγιοι
άγγελοι. Οι άγιοι άγγελοι το μόνο που κάνουν είναι να δοξολογούν τον Θεό και να
βρίσκονται σε απόλυτη ετοιμότητα υπακοής στο θέλημα Εκείνου. Έλεγε ένας
σύγχρονος άγιος: «Όλες οι χιλιάδες
άγγελοι στον Ουρανό ένα μόνο θέλημα έχουν, το θέλημα του Θεού. Και όλοι οι
άνθρωποι στη γη έχουν ο καθένας το δικό του θέλημα». Μα το θέλημα του Θεού
είναι η ευεργεσία και η χαρά, ενώ το θέλημα του ανθρώπου είναι η καταδίκη του.
Το είδαμε και με τον πρώτον άγγελο, τον εωσφόρο. Όσο υπήκουε στον Θεό, χαιρόταν
κυριολεκτικά θεϊκά. Ευθύς ως στράφηκε στο δικό του, κάτι που συνιστά μυστήριο,
ξέπεσε και έγινε το δυστυχέστερο όλων των όντων. Το ίδιο συμβαίνει και εμάς.
«Τον άρτον ημών τον
επιούσιον δος ημίν σήμερον»: Πρόκειται πρώτιστα για τον άρτον τον εκ του
Ουρανού καταβάντα, τον Ιησού Χριστό, δηλαδή το σώμα και το αίμα Του που μας
τρέφει στη Θεία Ευχαριστία. Οι πρώτοι χριστιανοί έτσι το κατανοούσαν και γι’
αυτό κοινωνούσαν καθημερινά – κάτι που αποτελεί όραμα και για εμάς, εφόσον
ζούμε αγία ζωή σαν τους πρώτους χριστιανούς. Μα, επίσης, μας δίνει και την
επίγεια όραση: να αγωνιζόμαστε για την καθημερινότητά μας χωρίς να προσβλέπουμε
«αιώνια» σ’ αυτήν. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Κύριος μας προσγειώνει λέγοντάς μας «μη μεριμνήσητε εις την αύριον, η γαρ αύριον
μεριμνήσει τα εαυτής. Αρκετόν τη ημέρα η κακία αυτής». Δηλαδή, βεβαίως
απαιτείται ως άνθρωποι να προγραμματίζουμε, όχι όμως να χάνουμε τις
προτεραιότητές μας. Κι αυτές είναι η βασιλεία του Θεού, δηλαδή η ζωντανή σχέση
μας καθημερινά με Εκείνον. Το «σήμερον» πρέπει πάντα να μας προβληματίζει.
«Σήμερον», αυτήν την ημέρα, αυτήν τη στιγμή να βρίσκομαι στο σημείο που πρέπει,
δηλαδή στο άγιο θέλημα του Θεού. Και τότε καλύπτονται και όλα τα επίγεια. Το
σημειώνει ο Κύριος: «ζητείτε πρώτον την
βασιλείαν του Θεού και την δικαιοισύνην Αυτού και πάντα ταύτα (τα επίγεια) προστεθήσεται υμίν». Μας θυμίζει ό,τι
συνέβη με τους Ισραηλίτες μετά την έξοδό τους από τη δουλεία της Αιγύπτου: δεν
είχαν να φάνε και γόγγυζαν. Και προσευχήθηκε ο Μωυσής και ο Κύριος τους έδωσε
το «μάννα» και «ορτύκια». Δεν έπρεπε όμως να τα μαζεύουν για τις επόμενες
ημέρες, πέραν της συγκεκριμένης που τους τα έστελνε. Όσοι τα μάζευαν έβλεπαν
ότι «σαπίζουν».
Κι αυτό συνέβη για να τους δείχνει αδιάκοπα ο
Κύριος ότι βρίσκεται μαζί τους και να εμπιστεύονται την πρόνοιά Του. (Και
θυμόμαστε κι ένα περιστατικό έτσι από το Γεροντικό, κατά το οποίο ευρισκόμενοι
ο Γέροντας και ο υποτακτικός στη Νεκρά Θάλασσα και μη έχοντας νερό να πιουν,
παρεκάλεσε ο Γέροντας και ένα σημείο της Θάλασσας έγινε πόσιμο. Κι όταν ο
νεαρός υποτακτικός πήγε να γεμίσει το ασκί του και για τις επόμενες ώρες,
άκουσε τον Γέροντα να του το απαγορεύει λέγοντας: «Ο Θεός παιδί μου που μας
έδωσε τώρα το νερό, ο Ίδιος θα μας δώσει και αργότερα».
- «Και άφες ημίν τα
οφειλήματα ημών ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών». Εδώ βρισκόμαστε
στη συγκεφαλαίωση όλης της πνευματικής ζωής: τη στάση έναντι του συνανθρώπου
μας. «Από τον πλησίον εξαρτάται η ζωή και ο θάνατος» (Γεροντικό). Πρόκειται για
την επιβεβαίωση ότι ο άνθρωπος όντως ανήκει στον Θεό που είναι Αγάπη. Γιατί η
αγάπη εκφράζεται ως συγγνώμη και ως ανεξικακία. Χωρίς ανεξικακία ό,τι και να κάνουμε
είναι ανούσιο και άχρηστο. Η συγγνώμη φανερώνει την ποιότητα του περιεχομένου
της καρδιάς μας. «Μα, με έβλαψε και με αδίκησε» ακούγεται η ένσταση. «Αγαπάτε τους εχθρούς υμών, καλώς ποιείτε
τοις μισούσιν υμάς, ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς, προσεύχεσθε υπέρ των
επηρεαζόντων και διωκόντων υμάς» ακούγεται η απάντηση του Κυρίου. Διότι το
ζητούμενο δεν είναι να ικανοποιήσουμε τον τραυματισμένο και πληγωμένο εγωισμό
μας, αλλά να τον θεραπεύσουμε και να παρηγορήσουμε τη βαθιά ύπαρξή μας. Και
αυτό γίνεται μόνο με την τήρηση του θελήματος του Θεού, όπως το αναφέραμε και
παραπάνω. «Τηρήστε τις εντολές μου και εγώ θα σας φανερωθώ και θα σας κάνω
κατοικία μου». Η εκδικητικότητα και η ανταπόδοση λειτουργεί πάντοτε αρνητικά
για εμάς: βαθαίνει το τραύμα μας και αυξάνει την αρρώστια του εγωισμού μας. Γι’
αυτό και ποτέ δεν αισθάνεται κανείς εντάξει όταν κινηθεί με τον αρνητικό τρόπο.
Αντιθέτως: την ώρα που θα θελήσει κανείς να ξεπεράσει με τη δύναμη του Θεού την
όποια αδικία και προσβολή του, εκείνην την ώρα ο γλυκασμός της χάρης του Θεού
γεμίζει την καρδιά και την κάνει να χαίρεται και να «πετάει» κυριολεκτικά. Κι
ίσως γι’ αυτόν τον λόγο να επιτρέπει ο Θεός και τους όποιους πειρασμούς στη ζωή
μας. Για να μας δώσει την ευκαιρία και την αφορμή για να προχωρήσουμε πνευματικά,
να ανέβουμε λίγο επίπεδο.
- «Και μη εισενέγκης ημάς
εις πειρασμόν, αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού». Κι έρχεται ακριβώς το θέμα
των πειρασμών. «Έπαρον τους πειρασμούς
και ουδείς ο σωζόμενος» λέει το πατερικό λόγιο. Χωρίς τους πειρασμούς, τις
δοκιμασίες, τις δυσκολίες, τις αρρώστιες, τους πόνους, ο άνθρωπος δεν προκόβει.
Ο άγιος Ιάκωβος σημειώνει επ’ αυτού: «Πάσαν
χαράν ηγήσασθε, αδελφοί μου, όταν πειρασμοίς περιπέσητε ποικίλοις, ειδότες ότι
το δικίμιον υμών της πίστεως κατεργάζεται υπομονήν, η δε υπομονή έργον τέλειον
εχέτω, ίνα ήτε τέλειοι εν μηδενί λειπόμενοι». Το ίδιο λέει και ο απόστολος
Παύλος μιλώντας για τις θλίψεις: «η
θλίψις υπομονήν κατεργάζεται, η δε υπομονή δοκιμήν, η δε δοκιμή ελπίδα, η δε
ελπίς ου καταισχύνει, ότι η αγάπη του Θεού εκκέχυται εν ταις καρδίαις ημών διά
Πνεύματος αγίου του δοθέντος ημίν» (Ρωμ. 5, 3-5).
Πώς λοιπόν ο Κύριος μας καλεί
να προσευχόμαστε προς απαλλαγή των πειρασμών, αφού τόσο καλό πνευματικά μας
προσφέρει; Δεν πρόκειται γι’ αυτούς τους πειρασμούς, τους εξωτερικούς
λεγόμενους, αλλά τους εσωτερικούς, που μπορούν να μας οδηγήσουν σε απιστία και
απώλεια του Θεού από τη ζωή μας. Σε πειρασμούς ψυχικούς που υποκρύπτουν το
υπερήφανο φρόνημά μας και μας οδηγούν σε ψυχικό πνιγμό και σε μία αίσθηση
κόλασης ήδη από τη ζωή αυτή. Αυτούς τους πειρασμούς, που προέρχονται από το
εωσφορικό αυτό φρόνημα, ναι, πρέπει να παρακαλούμε τον Κύριο να μην τους
επιτρέψει στη ζωή μας, που σημαίνει ότι χρειάζεται να αγωνιζόμαστε να είμαστε
προσγειωμένοι στη ζωή μας με ταπεινό φρόνημα.
Ας ακούσουμε τον όσιο Ισαάκ τον
Σύρο επ’ αυτού σ’ ένα συγκλονιστικό απόσπασμα λόγου του: «Μη φοβάσαι τους πειρασμούς, γιατί μέσ’ απ’ αυτούς βρίσκεις ό,τι αξίζει.
Να προσεύχεσαι να μην εισέλθεις στους ψυχικούς πειρασμούς, για τους σωματικούς
όμως να προετοιμάζεσαι μ’ όλη τη δύναμή σου, διότι χωρίς αυτούς δεν μπορείς να
πλησιάσεις τον Θεό, καθώς μέσα σ’ αυτούς βρίσκεται η θεία ανάπαυση. Όποιος
αποφεύγει τους πειρασμούς αποφεύγει την αρετή... Για ποιους πειρασμούς (λοιπόν)
μας διατάζεις, Κύριε, να προσευχηθούμε να μην εισέλθουμε;
Προσευχήσου
να μην εισέλθεις στους πειρασμούς σχετικά με την πίστη.
Προσευχήσου
να μην εισέλθεις στους πειρασμούς της διανοητικής έπαρσης μαζί με τον δαίμονα
της βλασφημίας και της υπερηφάνειας.
Προσευχήσου
να μην επιτραπεί να εισέλθεις σε φανερό πειρασμό του διαβόλου λόγω των κακών
σκέψεων, που έφερες στον νου σου, εξαιτίας των οποίων κι επιτράπηκε να σου
συμβεί αυτό.
Προσευχήσου
να μη φύγει από κοντά σου ο άγγελος της σωφροσύνης σου, για να μην πολεμηθείς με
τον πυρωμένο πόλεμο της αμαρτίας και χωριστείς απ’ αυτόν.
Προσευχήσου
να μην εισέλθεις σε πειρασμό ερεθισμού εναντίον κάποιου άλλου.
Προσευχήσου
να μην εισέλθεις σε πειρασμό διψυχίας και δισταγμού, από τα οποία αναγκάζεται η
ψυχή να μπει σε μεγάλο αγώνα…
Επίσης, να
προσεύχεσαι να μην εισέλθεις στον φοβερό πειρασμό του διαβόλου λόγω της
αλαζονείας σου, αλλά επειδή αγαπάς τον Θεό, για να σε βοηθήσει η δύναμη του
Θεού και να νικήσει μαζί σου τους εχθρούς του.
Προσευχήσου
να μην εισέλθεις σ’ αυτούς τους πειρασμούς λόγω της κακίας των λογισμών και των
πράξεών σου, αλλά για να δοκιμαστεί η αγάπη σου προς τον Θεό και για να
δοξαστεί η δύναμή του με την υπομονή σου» (Λόγος Γ΄, Περί των
αισθήσεων).
Όλους τους σωματικούς λοιπόν λεγόμενους
πειρασμούς καλούμαστε να τους δούμε με «θετικό» βλέμμα, έστω κι αν μας
ταλαιπωρούν και μας κάνουν να οδυνόμαστε. Άλλωστε στους πειρασμούς αυτούς που
επιτρέπει ο Κύριος για μείζονα αγιασμό μας, έχουμε τον ίδιο, την Παναγία, τους
αγίους συμπαραστάτες μας – ακούσαμε τον όσιο προηγουμένως. «Εν ω γαρ πέπονθεν αυτός πειρασθείς, δύναται
και τοις πειραζομένοις βοηθήσαι» (απ. Παύλος). Ο Κύριος σε αντίστοιχους
πειρασμούς μεγάλους που πήγε να αντιμετωπίσει ο απόστολος Πέτρος επενέβη και
τους απέτρεψε. «Ο διάβολος θέλησε να σε
ξετινάξει» είπε στον μαθητή Του, «αλλά
εγώ παρακάλεσα τον Πατέρα να μη λείψει η πίστη σου». Και βεβαίως να μη
ξεχνάμε, ακριβώς για τον λόγο αυτόν, ότι ο διάβολος απέναντί μας δεν είναι
ανεξέλεγκτος – θα μας είχε «καθαρίσει» όλους διαφορετικά, ως «ανθρωποκτόνος». Η
κάθε προσβολή του περνάει από την «έγκριση» του Κυρίου, οπότε κάθε τι που
υφιστάμεθα είναι για το καλό μας, διότι συνιστά μία παιδαγωγία του για μείζονα
όπως είπαμε αγιασμό μας.
3. Ο άγιος Σωφρόνιος, όπως
αποκαλύπτει στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του «Οψόμεθα
τον Θεόν καθώς εστι», λέει πως στην έρημο του Αγίου Όρους ευρισκόμενος μετά
την κοίμηση του Γέροντός του αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου, ξεκινούσε το «Πάτερ
ημών» το εσπέρας και το τελείωνε τα... ξημερώματα της επόμενης ημέρας. Το ένα
«Πάτερ ημών». Πρόκειται για συγκλονιστική φανέρωση της εμπειρίας ενός αγίου,
πάνω στην οποία καλούμαστε να μετράμε κι εμείς τον εαυτό μας, όταν
προσευχόμαστε. Ας φανταστούμε την εικόνα: Με σηκωμένα τα χέρια να απαγγέλλει
την Κυριακή προσευχή, λέξη λέξη, με τέτοια ένταση και προσοχή, με τέτοιο
βιωματικό τρόπο, ώστε η κάθε λέξη να «περνάει» από κάθε ίνα και κύτταρο της
ψυχής και του σώματός του. Δεν κινείτο η γλώσσα του – γλώσσα του γινόταν όλη η
ψυχοσωματική του ύπαρξη, όπως ίσως το εκφράζει ο μέγας προφητάναξ Δαυίδ στον
102 ψαλμό του: «Ευλόγει η ψυχή μου τον
Κύριον, και πάντα τα εντός μου το όνομα το άγιον αυτού».
Και λίγο μας βοηθάει να
καταλάβουμε τη χαρισματική και υπερφυή αυτήν πραγματικότητα η ακολουθία της
θείας μεταλήψεως, στο τμήμα της ευχαριστίας, όταν έχουμε ήδη κοινωνήσει των
αχράντων μυστηρίων. Μία προσευχή, του αγίου Συμεών του Μεταφραστού, με έμμετρο
τρόπο γραμμένη ώστε να την αποστηθίσουμε πιο εύκολα, λέει μεταξύ άλλων: «Ο δους τροφήν μοι σάρκα σην εκουσίως, ο πυρ
υπάρχων και φλέγων αναξίους, μη δη
καταφλέξης με, μη Πλαστουργέ μου˙ μάλλον δίελθε προς μελών μου συνθέσεις, εις
πάντα αρμούς, εις νεφρούς, εις καρδίαν˙ φλέξον δ’ ακάνθας των όλων μου
πταισμάτων. Ψυχήν κάθαρον, αγίασον τας φρένας, τας ιγνύας στήριξον οστέοις άμα˙
αισθήσεων φώτισον απλήν πεντάδα…». Και σε πολύ ωραία απόδοση στη
νεοελλληνική:
«Εσύ που μου έδωσες με τη
θέλησή Σου τη σάρκα Σου για τροφή μου,
Που 'σαι φωτιά και καις τους
αναξίους,
μη με κατακάψεις, Πλαστουργέ
μου,
αλλά πέρνα μέσα απ' τις ενώσεις
των μελών μου,
στις κλειδώσεις, τα νεφρά και
την καρδιά μου.
Κάψε τ' αγκάθια όλων μου των
παραπτωμάτων.
Καθάρισέ μου την ψυχή, αγίασε
τον νου μου,
στήριξε τα πόδια μου κι όλα τα
κόκκαλά μου·
φώτισε και τις πέντε αισθήσεις
μου,
καθήλωσέ με ολόκληρο στον φόβο
Σου.
Πάντα σκέπαζέ με, προστάτευε
και φύλασσέ με
από κάθε έργο και λόγο
ψυχοφθόρο.
Κράτα με αγνό και καθαρό κι
οδήγησέ με·
ομόρφυνε, συνέτιζε και φώτιζέ
με.
Ανάδειξέ με κατοικητήριο του
Αγίου Σου Πνεύματος μόνο
κι όχι κατοικητήριο της
αμαρτίας·
ώστε ως δικό Σου κατοικητήριο, αφού
την θεία Κοινωνία θα 'χω λάβει,
σαν τη φωτιά να με αποφεύγει κάθε κακούργος και κάθε πάθος».




