Πέμπτη 18 Ιουνίου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΛΕΟΝΤΙΟΣ

 «Ο άγιος Λεόντιος γεννήθηκε στην Ελλάδα. Από μικρός ήταν δυνατός και γενναίος και η γενναιότητά του συναυξανόταν με το μεγάλωμα της ηλικίας του, γι' αυτό και κατατάχτηκε στο στράτευμα. Κατά τους πολέμους και τις συμπλοκές με τους εχθρούς φάνηκε ανδρείος κι έστησε πολλές φορές τρόπαια νίκης, παραμένοντας όμως συνετός και σώφρων, γι' αυτό και παρασημοφορήθηκε και έγινε στρατηγός. Ζώντας δε στην Τρίπολη της Αφρικής, δεχόταν και έτρεφε τους πτωχούς από τα βασιλικά σισίτια και τις προσφορές και λάτρευε έτσι τον Θεό γνήσια και ειλικρινά.

   Έμαθε γι' αυτόν ο ηγεμόνας της Φοινίκης Αδριανός, που ήταν κατά τους καιρούς του αυτοκράτορα Βεσπασιανού, και απέστειλε προς αυτόν τον Τριβούνο Υπάτιο μαζί με δύο άλλους στρατιώτες, από τους οποίους ο ένας ονομαζόταν Θεόδουλος. Στον δρόμο που πήγαιναν κι ενώ ο Υπάτιος καταλήφθηκε από πολύ μεγάλο πυρετό, ήλθε σ' αυτόν ουράνια φωνή κι άγγελος του φανερώθηκε κι άκουσε: "Αν θέλεις να απαλλαγείς από την αρρώστια, να επικαλεστείς τρεις φορές για βοήθεια τον Θεό του Λεοντίου". Τη φωνή αυτή την άκουσε αισθητά και ο Θεόδουλος.

   Ιατρεύτηκε πράγματι έτσι ο Τριβούνος κι όταν έφτασε στον άγιο μαζί με τη συνοδία του, χωρίς να ξέρει τον Λεόντιο ποιος είναι, φιλοξενήθηκε καταρχάς από αυτόν. Καθώς αναζητούσε τον Λεόντιο και έλεγε ψέμματα ότι εκείνος είναι φίλος του ίδιου και των θεών, ο άγιος είπε ότι αφενός ο ίδιος είναι ο Λεόντιος που αναζητά, αφετέρου ότι είναι δούλος του Χριστού κι ότι βδελύσσεται επομένως τους λεγόμενους θεούς. Όταν άκουσαν αυτά ο Τριβούνος και ο Θεόδουλος πρόσπεσαν στον άγιο και ζήτησαν από αυτόν τη χάρη να γίνουν κι αυτοί δούλοι του Χριστού. Προσευχήθηκε τότε ο άγιος υπέρ αυτών και λέγεται ότι ήλθε από τον ουρανό νεφέλη ύδατος και τους φώτισε και τους έντυσε με λευκές στολές. Από το γεγονός αυτό ταράχθηκαν οι άπιστοι και μήνυσαν ό,τι έγινε στον ηγεμόνα Αδριανό.

   Αυτός διέταξε να οδηγηθούν και να παρασταθούν μπροστά του κι επειδή δεν τους έπεισε με τις νουθεσίες του να απομακρυνθούν από την πίστη του Χριστού, διέταξε ο μεν άγιος Υπάτιος να αναρτηθεί και να χαρακωθεί με σιδερένια νύχια, ο δε άγιος Θεόδουλος να κτυπηθεί με σπαθί, στο τέλος δε να κόψουν τα κεφάλια τους. Ο δε μεγαλομάρτυρας Λεόντιος πρώτα μεν μαστιγώθηκε. Έπειτα επειδή δεν υποχώρησε στις παρακλήσεις και στις κολακείες του τυράννου, αλλά αντίθετα τον διακωμώδησε, κτυπήθηκε πάλι σκληρά. Μετά από αυτό τον κρέμασαν και τον χαράκωσαν με σιδερένια νύχια. Του έβαλαν έπειτα στον τράχηλο μία βαριά πέτρα και διαρκώς δεχόμενος κτυπήματα στην κατάσταση αυτή, στο τέλος παρέθεσε το πνεύμα του στον Θεό».

Ο υμνογράφος του αγίου Λεοντίου Ιωάννης ο μοναχός δίνει απαρχής ιδιαίτερη βαρύτητα σε ό,τι συνέβη στον άγιο Υπάτιο, όταν άρρωστος άκουσε την ουράνια φωνή που τον παρέπεμπε να επικαλεστεί τον Θεό του Λεοντίου. Θεωρεί ότι η θεϊκή αυτή επέμβαση ήταν το κατεξοχήν εγκώμιο για την αγιότητα του Λεοντίου, γεγονός βεβαίως που οδήγησε και στη μεταστροφή στην εις Χριστόν πίστη του Υπατίου μαζί με τον άγιο Θεόδουλο. "Η αρετή σου, δούλε του Χριστού Λεόντιε - σημειώνει συγκεκριμένα - δεν εντάσσεται στους νόμους των εγκωμιαστικών λόγων. Διότι ο ίδιος ο Χριστός είναι για σένα το εγκώμιο και η αναφαίρετη ευτυχία" (ωδή α΄). Έτσι η αγιότητα του Λεοντίου, φανερούμενη και βεβαιούμενη από τον ίδιο τον Κύριο, γίνεται και το μέσον για την κλήση σε σωτηρία των αγίων Υπατίου και Θεοδούλου. Που σημαίνει μεταξύ άλλων: ο Θεός προνοεί ιδιαιτέρως για τους αγίους Του, ενώ ο αγιασμός ενός ανθρώπου γίνεται (συχνά και εν αγνοία του) η καλύτερη οδός για την εύρεση του Θεού και από άλλους. Όσο κανείς ζει ορθά ως χριστιανός, όσο δηλαδή αγιάζει τον εαυτό του, τόσο ο Θεός τον χρησιμοποιεί ως μαγνήτη για να ελκύσει και άλλους κοντά Του.

Ο άγιος υμνογράφος κινείται σε τρία επίπεδα εγκωμιάζοντας τον μεγαλομάρτυρα Λεόντιο. Πρώτον, στο επίπεδο της εσωτερικής ζωής του αγίου, τι ήταν εκείνο δηλαδή που τον έκανε να μένει εν Χριστώ και του έδινε τη δύναμη να ξεπεράσει όλα τα εμπόδια του μαρτυρίου. Δεύτερον, στο επίπεδο του ιεραποστολικού έργου του, της μαρτυρίας δηλαδή που έδινε για την εις Χριστόν πίστη του σε όλους τους συστρατιώτες του, ευρισκόμενος και αυτός ως στρατιώτης ανάμεσά τους. Τρίτον, στη ρωμαλέα στάση του απέναντι στον υποκινητή των κακών διάβολο και τα όργανά του.

Και ως προς το πρώτο: ο άγιος είχε σταθερή ανοδική πορεία, γιατί είχε ψυχή ακηλίδωτη από αμαρτίες και σώμα παρθενικό. Κι είναι γνωστό από τους ασκητικούς Διδασκάλους μας ότι δεν υπάρχει τίποτε ισχυρότερο στον κόσμο από τον διπλό αυτόν συνδυασμό: την αγνή ψυχή και το αγνό σώμα. Διότι εκεί έχουμε την ιδανικότερη προϋπόθεση για εγκατοίκηση του ίδιου του Θεού. "Επειδή επιθυμούσες, μακάριε, τα υπέρ φύσιν κι αφού κόσμησες την ακηλίδωτη ψυχή σου με το παρθένο σώμα σου, έκανες ίσια και σταθερή την άνοδό σου στον Ουρανό" (ωδή α΄). Ο άγιος επιθυμούσε βεβαίως τα υπέρ φύσιν γιατί είχε προκρίνει πάνω από όλα τη σοφία που δίνει ο Χριστός και την αγάπη προς Εκείνον. Αυτό είναι πάντοτε το "μυστικό" κάθε ασκητικής διαγωγής μέχρι σημείου θυσίας και του εαυτού: η αγάπη προς τον Χριστό. "Διάλεξες τον θάνατο που δίνει αληθινή ζωή, από την πρόσκαιρη ζωή, αφού κυριάρχησες με τη βία απέναντι στη φύση σου, λόγω της σοφίας σου και του πόθου σου προς τον Χριστό" (ωδή ζ΄).

Ως προς το δεύτερο: Ο άγιος βεβαίως όπου μπορούσε μιλούσε για τον Χριστό κι ήταν τα λόγια του, λόγια ευσέβειας πάντοτε, σαν μέλι για τους καλοπροαίρετους ανθρώπους. "Η μελιστάλακτη και φιλόθεη γλώσσα σου έρεε τα λόγια της ευσέβειας" (ωδή γ΄). "Βάλτε τις ψυχές σας στον ζωντανό Θεό, αναφωνούσες στους συστρατιώτες σου, Λεόντιε, και να είστε στρατιώτες του αιώνιου Βασιλιά" ("ωδή γ΄). Αλλά αν τα λόγια του λειτουργούσαν ως μέλι για τους καλοπροαίρετους, τα ίδια προκαλούσαν βλασφημία στους ασεβείς και κακοπροαίρετους. Σαν τον ίδιο τον Κύριο που έκειτο και κείται "εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών". "Η γλώσσα σου προκαλούσε βλασφημία στις καρδιές των δούλων της ασέβειας" (ωδή γ΄). "Φαινόσουν καλωσυνάτος σ' αυτούς που πρόστρεχαν με πίστη, Λεόντιε, και είχες λόγο αρτυμένο από το θείο αλάτι. Στους εχθρούς του Χριστού όμως φαινόσουν πολύ επιθετικός" (ωδή ς΄). Έτσι συμβαίνει πάντοτε. Ο λόγος και η παρουσία του Χριστιανού, όπως συνέβη στον ίδιο τον Χριστό όπως είπαμε, λειτουργεί θετικά ή αρνητικά, ανάλογα με τις εσωτερικές προϋποθέσεις των ανθρώπων. Η μία στάση του Χριστιανού δηλαδή προκαλεί τους ανθρώπους, ώστε να αποκαλυφθούν οι διαλογισμοί του καθενός.

Ως προς το τρίτο: ο άγιος υμνογράφος επανειλημμένως τονίζει το ρωμαλέο φρόνημα του αγίου Λεοντίου - το χαρακτηριστικό κάθε συνεπούς χριστιανού: η υπέρβαση του φόβου και της δειλίας, κατά το "ουκ έδωκεν ημίν ο Θεός πνεύμα δειλίας, αλλά δυνάμεως και αγάπης και σωφρονισμού" (απ. Παύλος). Το ρωμαλέο του φρόνημα μάλιστα το παραλληλίζει ο υμνογράφος με το φρόνημα των αγίων τριών παίδων εν τη καμίνω. Όπως εκείνοι ευρισκόμενοι στην κάμινο ανέπεμπαν θαρραλέα ύμνους στον Δημιουργό με την ενίσχυση αγγέλου, έτσι κι αυτός: "Με ρωμαλέο φρόνημα, όπως ακριβώς οι αιχμάλωτοι παίδες, πατούσε ο Λεόντιος μαζί με τη φλόγα των πειρασμών και την πλάνη, αναμέλποντας σε Εσένα Κύριε: Είσαι ευλογημένος Θεέ των Πατέρων" (ωδή ζ΄). Κι η γενναιότητα της καρδιάς του βεβαίως ήταν κι απέναντι στους τυράννους κι απέναντι στον υποκινητή αυτών, τον Πονηρό διάβολο. "Ανέλαβες τον Σταυρό σαν θώρακα και προχώρησες να παλέψεις τους αόρατους εχθρούς και αθλήθηκες γενναία" (κάθισμα όρθρου).

Τετάρτη 17 Ιουνίου 2026

ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΝΕΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ "ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ" - ΣΕ ΛΙΓΕΣ ΗΜΕΡΕΣ...

 


«…Ίσως το μεγαλύτερο μάθημα που άφησε για όλους εμάς να είναι ότι η αυθεντική πνευματικότητα δεν ταυτίζεται με την αυστηρότητα ούτε με την ιδεολογική άκαμπτη στάση. Είναι η ικανότητα να αγαπάς τον άλλον χωρίς να τον πιέζεις, να τον διορθώνεις χωρίς να τον ταπεινώνεις, να τον στηρίζεις χωρίς να τον εξαρτάς. Είναι η εφαρμογή του αποστολικού λόγου: «Πάντα ὑμῶν ἐν ἀγάπῃ γινέσθω» (Α΄ Κορ. 16,14).

Έτσι, η μνήμη του παραμένει ενεργή όχι ως θρύλος, αλλά ως ζωντανή υπενθύμιση ότι ακόμη και μέσα σε τόπους δύσκολους μπορεί να ανθίσει η πιο καθαρή μορφή χριστιανικής μαρτυρίας. Ότι το Ευαγγέλιο δεν είναι ιδεολογία, αλλά τρόπος ύπαρξης. Και ότι μια καρδιά που αγαπά πραγματικά μπορεί να μεταμορφώσει μια ολόκληρη γειτονιά σε χώρο φιλοξενίας και παρηγοριάς».

(Μητροπολίτης Σιγκαπούρης Κωνσταντίνος)

(Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΕΝΔΟΞΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΙΣΑΥΡΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝ ΑΥΤῼ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ, ΙΝΝΟΚΕΝΤΙΟΣ, ΦΗΛΙΞ, ΕΡΜΕΙΑΣ ΚΑΙ ΠΕΡΕΓΡΙΝΟΣ

 

«῾Ο ἅγιος ῎Ισαυρος καί οἱ σύν αὐτῷ Βασίλειος καί ᾽Ιννοκέντιος  (3ος αἰ.) κατάγονταν ἀπό τήν ᾽Αθήνα. ῎Εφυγαν ὅμως ἀπό τήν πατρίδα τους καί φτάνοντας σέ ἕνα σπήλαιο τῆς ᾽Απολλωνίας βρῆκαν ἐκεῖ τόν Φήλικα καί τόν Περεγρίνο καί τόν ῾Ερμεία. ῾Ο ἅγιος ῎Ισαυρος  τότε βρῆκε τήν εὐκαιρία καί τούς δίδαξε νά μήν εἶναι ὡς χριστιανοί  προσκολλημένοι πρός τά παρόντα γήϊνα πράγματα, λόγια πού ἐκεῖνοι τά ἔκαναν ἀμέσως πράξη. Διότι ἀποστράφηκαν τήν συναναστροφή μέ τούς συγγενεῖς τους πού ἦταν ἄπιστοι καί γι᾽ αὐτό κατηγορήθηκαν στόν ἔπαρχο Τριπόντιο. ῾Ο ἔπαρχος τούς συνέλαβε κι ἐπειδή δέν μπόρεσε νά τούς κάνει νά ἀποστατήσουν ἀπό τόν Χριστό, πρόσταξε νά τούς κόψουν μέ ξίφος τά κεφάλια. ῾Ο ῎Ισαυρος, ἀπό τήν ἄλλη, ὁ ὑπηρέτης τοῦ Χριστοῦ, καί αὐτοί πού ἦταν μαζί του, ὁδηγήθηκαν στόν ᾽Απολλώνιο, τόν γιό τοῦ ἐπάρχου. ῾Ο ᾽Απολλώνιος τούς ἔριξε στά βασανιστήρια τῆς φωτιᾶς καί τοῦ νεροῦ, αὐτοί ὅμως κατά παράδοξο τρόπο σώθηκαν ἀπό αὐτά, μέ ἀποτέλεσμα  νά πιστέψουν στόν Χριστό πολλοί ἄνθρωποι, μεταξύ τῶν ὁποίων ἦταν καί οἱ πρῶτοι τῆς πόλεως, οἱ κατά σάρκα ἀδελφοί Ροῦφος καί Ρουφίνος. Τέλος ἀποφασίστηκε ἡ θανάτωσή τους καί τούς ἔκοψαν τά κεφάλια».

῾Ο ὑμνογράφος τῶν σημερινῶν ἁγίων Γρηγόριος προκειμένου νά προβάλει διαμιᾶς τήν σημασία τους στόν κόσμο χρησιμοποιεῖ μία φράση πού εἶναι ἰδιαιτέρως προσφιλής στούς ὕμνους ὅλων τῶν ἁγίων: οἱ ἅγιοι εἶναι αὐτοί πού «οὐράνωσαν τήν γῆν», ἔκαναν τήν γῆ δηλαδή οὐρανό. Διότι ζώντας στήν ὕπαρξή τους τήν χάρη καί τό φῶς τοῦ Θεοῦ ἔγιναν μία δική Του προέκταση μέσα στόν κόσμο, μέ ἄλλα λόγια στά πρόσωπά τους  βλέπουμε τήν ἴδια τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τόν Θεό κυριολεκτικά παρόντα ἀνάμεσά μας. «῾Ο ῎Ισαυρος ὁ ἔνδοξος καί ὁ δυνατός ᾽Ιννοκέντιος καί ὁ θεῖος Βασίλειος, ὁ θαυμάσιος Φήλικας, ὁ δοξασμένος ῾Ερμείας καί ὁ Περεγρίνος, αὐτοί πού κάνανε τήν γῆ οὐρανό ἀπό τίς θεῖες λάμψεις τῶν θαυμάτων τους, ἄς μακαριστοῦν μέ πίστη» (στιχηρό ἑσπερινοῦ). Κι εἶναι εὐνόητο βεβαίως ὅτι ἐκεῖνο κατά τόν ὑμνογράφο πού τούς κατέστησε ἱκανούς νά ἀκτινοβολοῦν τό φῶς τοῦ Θεοῦ καί νά «περιπολοῦν στόν κόσμο ὡς θεοί» δέν ἦταν κάποια ξεχωριστή δική τους φυσική ἱκανότητα, ἀλλά ἡ διάθεσή τους νά ὑπακοῦνε στό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί νά ὑπηρετοῦν ᾽Εκεῖνον. «῎Ας μακαριστοῦν μέ πίστη ὡς ὑπηρέτες τοῦ Κυρίου». ᾽Εδῶ βρίσκεται ὡς γνωστόν τό μυστικό τῆς τεράστιας δύναμης ὅλων τῶν ἁγίων μας: ζοῦν  ἐν ταπεινώσει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, γι᾽ αὐτό καί γεμίζουν ἀπό τήν παντοδυναμία ᾽Εκείνου, ὁ ῾Οποῖος «θαυμαστώνει τούς ἁγίους τούς ἐν τῇ γῇ Αὐτοῦ».

Μέ τήν παραπάνω ὑπενθύμισή του ὁ ἐκκλησιαστικός ποιητής δίνει καί μία ἀξιοσημείωτη διευρυμένη θεώρηση τῆς ἔννοιας τῆς τιμιότητας τοῦ ἀνθρώπου. Συνήθως τίμιο χαρακτηρίζουμε ἕναν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀκέραιος στίς σχέσεις του μέ τούς συνανθρώπους του, μέ τήν ἔννοια ὅτι δέν τούς κλέβει, δέν τούς ἀδικεῖ, δέν ἀποτελεῖ ἀπειλή γιά τήν ὑπόστασή τους καί τήν περιουσία τους. Κι ἀπό τήν ἄποψη αὐτή τίμιοι ἄθρωποι ὑπάρχουν σέ πολλούς χώρους καί μή χριστιανικούς. Δέν εἶναι προνόμιο μόνο τῶν χριστιανῶν ἡ ἠθική ἀκεραιότητα. ῾Ο ὑμνογράφος ὅμως προχωρεῖ ἀκόμη περισσότερο. Δέν τοῦ ἀρκεῖ ἡ γενική ἔννοια τῆς τιμιότητας. Γι᾽ αὐτόν καί γιά σύνολη τήν πίστη μας ἀσφαλῶς, ὁ πλήρως τίμιος ἄνθρωπος, ὁ καθ᾽ ὁλοκληρίαν θά λέγαμε ἄρτιος καί ὁλοκληρωμένος ἄνθρωπος, εἶναι ὁ χριστιανός, ὁ ὁποῖος δέν φέρει συμβατικά τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά τό τιμᾶ μέ τόν πρέποντα τρόπο, δηλαδή κάνει πράξη αὐτό πού δηλώνει τό ὄνομά του. «῎Εγινες τίμιος», σημειώνει συγκεκριμένα γιά τόν ἅγιο ῎Ισαυρο, «γιατί τίμησες τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ». («Τίμιος γεγένησαι, τό τοῦ Χριστοῦ τιμῶν ὄνομα») (ωδἠ γ´). Κι ἔχει δίκιο: ἄν ὁ πραγματικά ἀληθινός ἄνθρωπος εἶναι ὁ Κύριος, διότι ὡς Θεός δέν εἶχε καθόλου ἁμαρτίες, «τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος χωρίς ἁμαρτίας», - ἡ ἁμαρτία κολοβώνει καί τραυματίζει τήν ἀνθρώπινη ὑπόσταση -  κατά συνέπεια ἀληθινός ἄνθρωπος γίνεται ἐκεῖνος πού εἶναι ἑνωμένος μέ τόν Κύριο, παίρνοντας τήν δύναμή Του γιά νά μήν ἁμαρτάνει. Κι ἐπιβεβαιώνει ὁ ὑμνογράφος μας τήν ἄλλη θέαση αὐτή τῆς τιμιότητας μέ ὅ,τι λέει ῾παίζοντας᾽ μέ τό ὄνομα τοῦ ἁγίου στούς στίχους τοῦ συναξαρίου του. «Κόπηκε ὁ ῎Ισαυρος μαζί μέ τήν πεντάδα τῶν συνάθλων του ὡς πρός τήν κεφαλή, κόβει (ταυτοχρόνως) στήν μέση καί τήν καρδιά τῆς νοητῆς σαύρας, (τοῦ διαβόλου)». (῾Τμηθείς ῎Ισαυρος σύν συνάθλων πεντάδι, σαύρας νοητῆς καρδίαν τέμνει μέσον᾽). 

Οἱ δοξολογικές καί ἑρμηνευτικές τῆς ἁγιότητας τοῦ ᾽Ισαύρου ἀναφορές τοῦ ὑμνογράφου δέν γίνονται αὐθαίρετα. Πέραν τῆς ἀλήθειας πού προβάλλουν γιά τήν θέση του στό νοητό στερέωμα τῆς ᾽Εκκλησίας, συνιστοῦν τήν βάση γιά τό ποθούμενό του: τήν ἐκζήτηση τῶν πρεσβειῶν του καί γιά τήν δική του σωτηρία. Κι εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι σχεδόν σέ ὅλα τά τροπάρια ὁ ποιητής ἐκεῖ καταλήγει: νά παρακαλεῖ τήν μεσιτεία τοῦ ἁγίου νά γίνει ὁ Κύριος ἵλεως καί σέ αὐτόν, ἤ ἄμεσα ὁ ἅγιος νά προσφέρει τή χάρη τῆς θεραπείας του σέ αὐτόν. Μέ τήν σωστή ὅμως ἱεράρχηση: ὄχι μονομερῶς νά τόν θεραπεύσει ἀπό σωματικές θλίψεις καί ἀρρώστιες, ἀλλά αὐτές νά θεραπευτοῦν, ἀφοῦ πρῶτα θεραπεύσει τά βασικά τραύματα τοῦ νοῦ καί τῆς καρδιᾶς. ῾Ο ὑμνογράφος κινεῖται μέ καθαρό θεολογικό τρόπο: ἡ θεραπεία τῆς ψυχῆς εἶναι τό ζητούμενο, καί ἄν θελήσει ὁ Κύριος καί ἡ θεραπεία τοῦ σώματος. «᾽Αφοῦ θεραπεύσεις τίς ἐκτροπές τοῦ νοῦ μου καί τά πάθη τῆς καρδιᾶς μου, θεόφρον, σῶσε με καί ἀπό τούς σωματικούς πόνους»  (ὠδή ς´).

Τρίτη 16 Ιουνίου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΤΥΧΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΜΑΘΟΥΝΤΟΣ ΚΥΠΡΟΥ

«Ο άγιος Τύχων είχε ευσεβείς και φιλόχριστους γονείς. Αφιερώθηκε από αυτούς στον Θεό και αφού έμαθε τα ιερά γράμματα και μελέτησε καλά τις Γραφές, τάχθηκε πρώτα ως αναγνώστης στον λαό να διαβάζει τα λόγια και τα διδάγματα κι έπειτα λόγω της κατά πάντα αξιωσύνης του και της καθαρότητας και του ανεπίληπτου του βίου του χειροτονήθηκε διάκονος από τον Μνημόνιο, τον αγιότατο επίσκοπο Αμαθούντος. Όταν εκείνος έφυγε από τη ζωή, ο Τύχων ανήλθε στον επισκοπικό θρόνο από τον μεγάλο Επιφάνιο. Μετέστρεψε πολλούς από την πλάνη και τη ματαιότητα των ειδώλων προς την πίστη του Χριστού και Θεού μας, γκρέμισε και ανέτρεψε πολλούς ναούς των ειδώλων και ανήγειρε αντ᾽ αυτών θείους ναούς, τους οποίους  κατακόσμησε με θείες προσφορές και τους καθαγίασε, οπότε μετατέθηκε προς τον Κύριο, αφού επιτέλεσε πολλές θαυματουργίες ενόσω ζούσε στη ζωή αυτή, και συνεχίζει να επιτελεί και μετά τον θάνατό του. Από αυτές τις θαυματουργίες μία ή δύο, σαν δείγμα της αρετής του άνδρα, αξίζει να εκθέσει κανείς.

Όταν ακόμη ήταν στην αρχή της ζωής του, πήρε άρτους από τον πατέρα του για να τους πωλήσει στην αγορά (διότι αυτό ήταν το επάγγελμά του). Τους άρτους όμως αυτούς τους πρόσφερε στους φτωχούς. Το έμαθε ο πατέρας του κι επειδή το πήρε βαριά, τον έλεγξε με σκληρά λόγια. Ο Τύχων όμως  του είπε ότι δανείζει τους άρτους στον Θεό και ότι κατέχει γραμμάτιο από Αυτόν για να τους πάρει πίσω. Κι αμέσως ήλθε η απόδειξη των λόγων του φανερά, διότι οι αποθήκες του σίτου  βρέθηκαν πλήρεις, περισσότερο μάλιστα από τότε που ο πατέρας του έκανε τη συγκομιδή και πριν από την οποιαδήποτε εξαγωγή του. Κι αυτό μεν είναι μεγάλο θαύμα, για το οποίο υπάρχει όμως και κάποιος λόγος, γιατί και άλλοι έπραξαν παρόμοια: ο Θεός δηλαδή αυξάνει και προσφέρει τον σίτο, ώστε η ευεργεσία και η ελεημοσύνη και η δική μας να γίνεται πλούσια.

 Το άλλο δε μεγαλύτερο θαύμα, που είναι για τη δόξα του Θεού και δεν επιδέχεται σύγκριση με τίποτε άλλο, είναι αυτό: ο άγιος φύτευσε ένα ξερό κλήμα στη γη, το οποίο αμέσως ρίζωσε και βλάστησε πριν από τον καιρό του. Διότι πού έχει ακουστεί να βγει ώριμο σταφύλι στις 16 Ιουνίου, τότε που τελείται η μνήμη του αγίου; Αυτό το κλήμα λοιπόν, που έχει άγουρους ακόμη τους καρπούς πριν από τον καιρό του, τους δείχνει να μαυρίζουν και να ωριμάζουν, όταν αρχίζει η θεία υμνωδία και η λειτουργία για τον άγιο. Όταν όμως τελειώνει η ιερή θυσία και λειτουργία, τα σταφύλια τότε έχουν γίνει γλυκά και ώριμα και ευχάριστα για να τα φάει κανείς, προς δόξα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος».

Ο άγιος Τύχων ανήκει εκ καταγωγής στην αποστολική Εκκλησία της Κύπρου. Εκεί γεννήθηκε, εκεί μεγάλωσε, εκεί αγίασε, εκεί ετάφη. Η Κύπρος λοιπόν κατέχει το τίμιο και άγιο σώμα του, το οποίο αποτελεί για τους πιστούς πράγματι κρήνη ιαμάτων. «Η Κύπρος το σώμα σου, σοφέ, το άγιον ιαμάτων κρήνην κέκτηται» σημειώνει στην θ΄ ωδή του κανόνα του ο άγιος υμνογράφος Ιωσήφ. Ένας τόσο μεγάλος θαυματουργός άγιος θεραπεύει με τη χάρη του Θεού όλους τους προσερχομένους σ᾽ αυτόν εν πίστει. Κι είναι γνωστό ότι ο άγιος ενεργεί πολύ περισσότερο μετά την κοίμησή του παρά κατά τη διάρκεια της εδώ ζωής του. Διότι ελεύθερος από το φυσικό του σκήνωμα ῾πετά᾽ ως άγγελος οπουδήποτε υπάρχει η κλήση του και η ανάγκη των ανθρώπων, κατεξοχήν όμως εκεί που υπάρχουν τα άγια λείψανά του. «Η σορός των αγίων λειψάνων σου, την οποία κυκλοτερά υμνολογούμε, ιερότατε Τύχων, έχει αναδειχτεί ιατρείο των παθών» (ωδή η´). «Θεραπεύεις κάθε φορά τις νόσους αυτών που προσέρχονται με πίστει στα λείψανά σου, εσένα που είσαι ζωντανός, Τύχων αειμακάριστε» (κάθισμα όρθρου).

Δεν είναι όμως η Κύπρος μόνο που τον τιμά και τον γεραίρει. Κάθε πόλη και χώρα αναφέρεται στην αγιότητά του, όπως συμβαίνει και σε όλους τους αγίους. Οι άγιοι μπορεί να ανήκουν σαρκικά σε έναν τόπο, αποτελούν όμως ῾κτήματα᾽ κάθε τόπου και κάθε ανθρώπου που πιστεύει στον Χριστό και στους αγίους Του. Οι άγιοι δηλαδή έχουν οικουμενική και διαχρονική διάσταση. Κι αυτό σημαίνει ότι την εγγύτητά τους και την αγιαστική δύναμή τους την δέχεται ο κάθε πιστός, ανάλογα με τις προϋποθέσεις της καρδιάς του. Ο άγιος υμνογράφος σημειώνει επ᾽ αυτού: «κάθε πόλη και χώρα κηρύττει, Τύχων παμμακάριε αξιοθαύμαστε, τον βίο σου, τα θαύματα και τη φιλική σου σχέση προς τον Δεσπότη Χριστό» (ωδή θ´).

Ο άγιος Ιωσήφ δίνει ιδιαίτερη σημασία στο θαυματουργικό χάρισμα του αγίου Τύχωνα. Κι είναι εύλογο. Από παιδί χαριτώθηκε με τη θαυματουργία. Σημειώνει και αυτός το θαυμαστό γεγονός με τους άρτους και τον πολλαπλασιασμό του σίτου στις αποθήκες του πατέρα του αγίου. «Δεν ελλατώθηκε ο σίτος, όσο προσφερόταν στους φτωχούς με το χέρι σου, μακάριε, μάλλον δε ευλογείτο πολλαπλασίως, καθώς γέμιζαν με τη χάρη του Θεού τα άδεια δοχεία, παναοίδιμε» (ωδή δ´). Κι ακόμη περισσότερο: μνημονεύει το δεύτερο μεγάλο θαύμα με το αμπέλι και τα σταφύλια, θεωρώντας ότι όσο περνά ο καιρός τόσο και πιο θαυμαστό και λαμπρό αποδεικνύεται αυτό. «Φάνηκε το μεγάλο θαύμα σου, πάτερ Τύχων θαυμαστέ, το οποίο λαμπρύνεται με τα χρόνια. Διότι το αμπέλι κατά τη μνήμη σου, κάνει ώριμα σταφύλια, που δημιουργούν γλυκασμό ευφροσύνης στους πιστούς» (ωδή ζ´).

Ο άγιος Ιωσήφ όμως δίνει και την ερμηνεία της χάρης του θαυματουργείν του αγίου. Ο Θεός έδωσε τη χάρη αυτή, γιατί από παιδί ο άγιος είχε πολύ μεγάλη αγάπη προς τους συνανθρώπους του. Κι όπου υπάρχει πράγματι μεγάλη αγάπη, εκεί ο Θεός βρίσκει την κατάλληλη για τον κόσμο  ῾δίοδό᾽ Του. «Ανοίγοντας την καρδιά σου με συμπάθεια, Τύχων ένδοξε, έγινες πλούτος για τους πτωχούς και ένδυμα για τους γυμνούς και προστάτης των ορφανών» (ωδή δ´). Τι ήταν εκείνο όμως που έκανε τον άγιο από νωρίς να έχει τόσο ευαίσθητη καρδιά γεμάτη από την αγάπη του Χριστού; Ο Ιωσήφ ο υμνογράφος, μέγας ασκητικός διδάσκαλος και αυτός, με μεγάλη πείρα στην πνευματική ζωή, εύκολα διαπιστώνει: Ήταν η αγιασμένη εκ παιδός ζωή του αγίου, με την έννοια ότι αγωνίστηκε να ξεφύγει από τα αμαρτωλά πάθη της σάρκας και να παραμείνει στο θέλημα του Θεού, γενόμενος κατοικητήριο Εκείνου. «Καθόλου δεν νύσταξες πάνω στις ηδονές. Μάλλον ξεπέρασες ξύπνιος τη νύχτα του βίου, όσιε. Κι αφού κοίμισες τα πάθη της σάρκας, έφτασες ένθεα στο φως της απάθειας» (ωδή η´). «Ξέκλινες από το νηπιακό φρόνημα ήδη από την παιδική σου ηλικία, και υπέταξες τον παλαιό εφευρέτη της κακίας με τα τέλεια νοήματα, Τύχων» (ωδή η´).

Κι ένα βασικό στοιχείο που έκανε τον άγιο εκ παιδός να αγαπήσει τον Χριστό, πέρα της χριστιανικότητας των γονέων του, ήταν η αγάπη του για τους βίους των αγίων. Ο άγιος διάβαζε και μελετούσε τους βίους των προηγουμένων αγίων, τόσο που και στην Εκκλησία έγινε αναγνώστης για να διαβάζει το ευαγγέλιο και αυτούς. Και τι πιο φυσικό σε μία ψυχή καθαρή και αγνή ενός παιδιού να χαραχτούν τα ίχνη της χάρης του Θεού που προβάλλονται από τη ζωή των αγίων μας, και να τον παρακινούν σε μίμηση; «Μιμήθηκες τους βίους των αγίων – σημειώνει και πάλι ο υμνογράφος μας – σαν άγιος κι εσύ, θεόφρονα Τύχων θεόπνευστε, κι απέκτησες απάθεια ψυχής, γινόμενος οίκος του Θείου Πνεύματος» (ωδή γ´). Το ίδιο δεν έλεγε και στα χρόνια μας ο μέγας Πορφύριος ο καυσοκαλυβίτης; Ο πιο εύκολος τρόπος για να αγιάσει κανείς είναι να μελετά τους βίους των αγίων και να τους αναστρέφεται μέσα από τα υμνολογήματα της Εκκλησίας γι’ αυτούς!

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026

Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΑΜΩΣ

«Ὁ Προφήτης Ἀμὼς καταγόταν ἀπὸ τὴν πόλη Θεκουὲ τῆς Ἰουδαίας, ἡ ὁποία ἔκειτο νοτιοανατολικὰ τῆς Βηθλεέμ, καὶ ἤκμασε στὴν ἱερὴ πόλη Βαιθήλ, κοντὰ στὴ Σαμάρεια, κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως τοῦ Ἰσραὴλ Ἱεροβοὰμ Β’ (784 – 746 π.Χ.). Ἦταν βοσκὸς καὶ καλλιεργητὴς συκομορέων καὶ ἀπὸ τὴν ἐργασία αὐτὴ ἐκλήθηκε ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τοῦ Θεοῦ στὸ προφητικὸ ἀξίωμα, ὡς ὁ ἴδιος ἀναφέρει στὸ ὁμώνυμο βιβλίο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης: «Οὐκ ἤμην προφήτης ἐγὼ οὐδὲ υἱὸς προφήτου, ἀλλ’ ἢ αἰπόλος  ἤμην καὶ κνίζων συκάμινα· καὶ ἀνέλαβέ με Κύριος ἐκ τῶν προβάτων καὶ εἶπε Κύριος πρός με· βάδιζε προφήτευσον ἐπὶ τὸν λαόν μου Ἰσραήλ». Ἀναδείχθηκε ἔτσι ἕνας ἀπὸ τοὺς σπουδαιότερους ἐλάσσονες Προφῆτες.

Στηλίτευσε τὴν ἠθικὴ καὶ θρησκευτικὴ κατάπτωση τοῦ Ἰσραήλ, καλοῦσε τὸ λαὸ αὐτοῦ σὲ μετάνοια καὶ προφήτευσε τὴν ἐπικειμένη κρίση καὶ αἰχμαλωσία αὐτοῦ. Ἂν καὶ στερεῖτο μορφώσεως, διακρινόταν γιὰ τὴν πρωτοτυπία, τὴ φυσικότητα, τὴ δύναμη καὶ εὐρυθμία τοῦ λόγου, τὸ πλῆθος τῶν εἰκόνων καὶ τὸ ποιοτικὸ κάλλος τοῦ ἔργου του. Ἕνεκα τοῦ σφοδροῦ ἐλέγχου καὶ τῶν ζοφερῶν λόγων του περὶ τῆς τύχης τοῦ Ἰσραήλ, ἐξήγειρε ἐναντίον του τὴν ἱερατικὴ τάξη, ὥστε ὁ ἀρχιερεὺς τῆς Βαιθὴλ Ἀμασίας ζήτησε ἀπὸ τὸ βασιλέα Ἱεροβοὰμ τὴν ἀποπομπὴ τοῦ Ἀμὼς στὸ βασίλειο τοῦ Ἰούδα, διαβάλλοντάς τον ὡς δημεγέρτη καὶ ταραχοποιό. Σὲ ἀπάντηση τῆς πράξεως αὐτῆς τοῦ Ἀμασίου, ὁ Ἀμὼς προανήγγειλε τὸν ὄλεθρο τῆς οἰκογένειας αὐτοῦ. Τότε, λέγεται ἐκ μεταγενεστέρας παραδόσεως, ὅτι ὁ ἐξαγριωθεὶς υἱὸς τοῦ Ἀμασίου Ὀζίας κτύπησε διὰ ροπάλου τὸν Προφήτη Ἀμὼς καὶ τὸν ἄφησε ἡμιθανή. Μεταφερθεὶς δὲ αὐτὸς στὴ γενέτειρά του Θεκουέ, μετὰ δύο ἡμέρες ἀπέθανε».

(Από το ιστολόγιο ῾ΜΕΓΑΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ’)

Ο προφήτης Αμώς ανήκει στους λεγόμενους μικρούς ή ελάσσονες προφήτες. Ο χαρακτηρισμός αυτός δεν σχετίζεται με την ποιότητα των προφητειών των μικρών προφητών – ποιος θα τολμούσε να πει ότι μία προφητεία που εμπνέεται από το Πνεύμα του Θεού είναι μικρότερη από άλλη των λεγομένων μεγάλων προφητών που εξίσου έχει την ίδια πηγή έμπνευσης; - αλλά με την έκταση των σελίδων του έργου που μας άφησαν. Μικροί προφήτες δηλαδή λέγονται εκείνοι των οποίων το έργο που συγκεντρώθηκε αριθμεί λιγότερες σελίδες σε σχέση με των μεγάλων, των οποίων οι προφητείες αριθμούν πολύ περισσότερες σελίδες. Ο χαρακτηρισμός έτσι είναι εντελώς εξωτερικός και όχι ουσιαστικός. Την τοποθέτηση αυτή έχει ήδη απαρχής του κανόνα της ακολουθίας του προφήτη Αμώς και ο ίδιος ο υμνογράφος που τον συνέθεσε. Ως ακροστιχίδα θέτει τη φράση: «Αμώς, υμνολογώ εσένα που είσαι ο προφήτης ο μέγας».

Μέγας λοιπόν, κατά τον υμνογράφο, ο Αμώς, ο οποίος βεβαίως εμπνέεται ως προφήτης όχι από το δικό του μυαλό, αλλά από το Άγιο Πνεύμα που τον κάλεσε στο προφητικό αξίωμα για να γίνει στόμα Θεού. Τα λόγια του Θεού κλήθηκε να μεταφέρει ο προφήτης, γι᾽ αυτό και εκείνος, όπως όλοι οι προφήτες, ξεκινούσε τις όποιες αναφορές του με το «Τάδε λέγει Κύριος», γεγονός που σημαίνει βεβαίως ότι ο λόγος του περιέκλειε τη θεϊκή αυθεντία και καλούσε τους ανθρώπους αποκλειστικά σε υπακοή.  «Θείο όργανο του Παρακλήτου χρημάτισες, μακάριε, υπακούοντας στις αδιάκοπες εμπνεύσεις αυτού» (κάθισμα όρθρου). «Έγινες στόμα του Θεού, παμμακάριστε» (στιχηρό εσπερινού). Κι αξίζει να τονιστεί ότι ο Θεός κάλεσε για προφήτη του έναν απλό βοσκό, όπως αργότερα ασφαλώς κάλεσε ως αποστόλους Του ο ενανθρωπήσας Θεός Ιησούς Χριστός απλούς ψαράδες.

 Γιατί; Διότι ο Θεός εκείνο που μετρά είναι η καθαρότητα και η δύναμη της καρδιάς και όχι τα εξωτερικά προσόντα, είτε μόρφωση είτε πλούτος είτε θέσεις επίγειες. «Τα πτωχά του κόσμου και εξουθενημένα εξελέξατο ο Θεός – όπως σημειώνει ο απόστολος Παύλος – ίνα καταισχύνη τα ισχυρά». Μπορεί λοιπόν ο προφήτης Αμώς να μη διέθετε ξεχωριστή μόρφωση, παρουσίαζε όμως έναν εξαιρετικό τρόπο ζωής, ο οποίος έλκυσε τον Θεό για να τον κάνει προφήτη του. «Ο Θεός ανέλαβε εσένα που ήσουν προηγουμένως βοσκός και σε ανέδειξε προφήτη, ιεροφάντορα Αμώς» (ωδή δ´). «Είδε ο Θεός τον άμεμπτο τρόπο ζωής σου, ένδοξε, και σε πρόβαλε κήρυκα της δόξας Του και της θείας σαρκώσεως» (ωδή δ´). Για τον προφήτη μάλιστα δεν υπήρχε θέμα επιλογής στην κλήση αυτή. «Όπως όταν βρυχάται το λιοντάρι – σημειώνει ο ίδιος – κάθε άνθρωπος φοβάται, έτσι κι όταν καλεί ο Θεός κάθε άνθρωπος είναι υποχρεωμένος να υπακούσει».

 Ο προφήτης Αμώς χαρακτηρίζεται ως ο προφήτης της κρίσεως και της δικαιοσύνης του Θεού. Από τη στιγμή που κλήθηκε από τον Θεό στο προφητικό αξίωμα δεν έπαυσε να κηρύσσει, με θυσία στο τέλος της ζωής του, τη δικαιοσύνη του Θεού, ο Οποίος δεν ανέχεται να υπάρχουν αδικίες για τον λαό Του και γενικότερα για τον κόσμο. Που σημαίνει: όπου υπάρχει αδικία, συνήθως από τον ισχυρότερο προς τον ασθενέστερο, εκεί υπάρχει θεομαχία. Ο αδικών γίνεται ενάντιος στον Θεό και πρόκειται τον Θεό να έχει ῾αντίπαλο᾽ στη ζωή του, όπως βεβαίως ο αδικούμενος βρίσκει τον Θεό υπερασπιστή της ζωής του. Αλλά εξίσου αδικία θεωρεί ο προφήτης και την έκπτωση στα είδωλα, την ασέβεια και τον αμαρτωλό σαρκικό τρόπο ζωής, πράγματα που επισημαίνει όχι μόνο στους πλουσίους και ισχυρούς άρχοντες, αλλά και στους ιερείς και στον απλό πολλές φορές λαό. «Έλεγξες με δύναμη τους εργάτες της ασέβειας, παμμακάριε, τονίζοντας την έτοιμη γι᾽ αυτούς αναπόδραστη και αναπόφευκτη τιμωρία, γιατί ακολουθούσες τα δόγματα και τα θεία κρίματα της δικαιοσύνης» (στιχηρό εσπερινού). «Ελέγχοντας τους παράνομους, Αμώς, έδειχνες τη δικαιοσύνη του Κυρίου» (ωδή γ´). «Έλεγξες τον λαό του Ισραήλ, γιατί λάτρευε τα ψεύτικα είδωλα» (ωδή δ´). «Έλεγξες, μακάριε, αυτούς που ήταν νεκροί από τα κτυπήματα της τρυφής, γιατί νόμιζαν ότι είναι αιώνια τα ρευστά» (ωδή ε´).

Ο Αμώς ως γνήσιος προφήτης του Θεού, πέρα από τη στηλίτευση των αδικιών και το κήρυγμα για τον αληθινό Θεό, στρέφει τον λαό και προς το μέλλον. Ο υμνογράφος πολλές φορές αναφέρεται και στον ερχομό του Μεσσία που κήρυσσε ο   προφήτης, τη θεία Του σάρκωση, το κήρυγμα της αγίας Τριάδος, τη σωτηρία που θα φέρει ο ενσαρκωμένος Θεός. «Τριάδα εκήρυξας, Αμώς θεηγόρε» (στιχηρό εσπερινού), «Τη θεία σωτηρία που προφήτεψες, φανερώθηκε, θαυμάσιε Αμώς προφήτη» (ωδή ζ´), «Φανέρωσες τη σάρκωση του Λόγου, Αμώς»  (ωδή η´). Κι αυτό σημαίνει βεβαίως πόσο στενή είναι η σχέση της Παλαιάς προς την Καινή Διαθήκη. Ο υμνογράφος δράττεται της ευκαιρίας για να μιλήσει και γι᾽ αυτό: ο προφήτης, ανήκοντας στον χώρο της Παλαιάς, υπήρξε στύλος της Καινής Διαθήκης και συνεπώς στήριγμα για τη σκεπή, την οποία αυτή συνιστά. «Τέθηκες σαν στύλος, προφήτη, της Καινής Διαθήκης, υποστηρίζοντας τη στέγη αυτής» (ωδή γ´). Είναι γνωστό: όποιος θελήσει να αποδεχτεί τη μία εκ των δύο Διαθηκών, παραμερίζοντας και υποβαθμίζοντας την άλλη, εκπίπτει από την αλήθεια. Η Παλαιά Διαθήκη παραπέμπει στην Καινή και η Καινή στην Παλαιά. Όπως σημειώνει ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος: πρόκειται για δύο αδελφές που υπηρετούν τον ίδιο Δεσπότη. Ο ίδιος άλλωστε ο Κύριος έχει πει: «Ό,τι έγραψε ο Μωυσής και οι προφήτες για εμένα το έγραψαν». «Τα νέα λοιπόν δεν είναι νέα. Προαναγγέλθηκαν από την Παλαιά Διαθήκη. Τα παλαιά δεν είναι παλαιά. Φανερώθηκαν και επιβεβαιώθηκαν από την Καινή Διαθήκη» (ι. Χρυσόστομος).  

Σάββατο 13 Ιουνίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

«Οἱ δέ εὐθέως ἀφέντες τά δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ» (Ματθ. 4, 20)

Στήν περίοδο τῆς κλήσης τῶν πρώτων μαθητῶν τοῦ Κυρίου μᾶς μεταφέρει τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς Β´ Ματθαίου. Ὁ Κύριος περιδιαβαίνοντας τά παράλια τῆς λίμνης τῆς Γαλιλαίας καλεῖ τόν ᾽Ανδρέα καί τόν ἀδελφό του Σίμωνα Πέτρο, καί λίγο ἀργότερα τόν ᾽Ιάκωβο καί τόν ἀδελφό του ᾽Ιωάννη, πού ἦταν ὅλοι ψαράδες, νά Τόν ἀκολουθήσουν, ὥστε νά γίνουν ἁλιεῖς τῶν ἀνθρώπων. «Δεῦτε ὀπίσω μου, καί ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων». Κι ἐκεῖνοι «εὐθέως ἀφέντες τά δίκτυα ἠκολούθησαν Αὐτῷ».

1.   ᾽Ανδρέας καί Σίμων Πέτρος, ᾽Ιάκωβος καί ᾽Ιωάννης,  ἀκολούθησαν τόν Χριστό ὄχι διότι ἐκεῖνοι Τόν διάλεξαν, μέσα στά πλαίσια ἴσως μίας μεταφυσικῆς ἀναζήτησής τους, ὥστε νά ἔχουν τήν καύχηση τῆς δικῆς τους πρωτοβουλίας, ἀλλά διότι ἴδιος Κύριος τούς διάλεξε καί τούς κάλεσε, ὅπως σέ ἄλλη περίπτωση τούς τό σημείωσε: «οὐχ ὑμεῖς με ἐξελέξασθε, ἀλλ᾽ ἐγώ ἐξελεξάμην ὑμᾶς». Κι αὐτό σημαίνει πολύ περισσότερο ὅτι κανείς ἀπό μόνος του δέν ἀκολουθεῖ τόν Χριστό, κανείς ἀπό μόνος του δηλαδή δέν γίνεται χριστιανός, ἄν δέν δεχθεῖ τήν κλήση ἀπό τόν Θεό, συνεπῶς ἄν δέν μπεῖ στόν ζυγό τῆς ὑπακοῆς σ᾽ ᾽Εκεῖνον. «Οὐδείς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐάν μή ὁ πατήρ μου ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν». Κι ἐννοοῦμε κλήση, ἡ ὁποία θά μιλήσει στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου καί ὄχι θά κρούσει ἁπλῶς τά τύμπανα τῶν αὐτιῶν του. «Πολλοί γάρ οἱ κλητοί, ὀλίγοι δέ ἐκλεκτοί». Μέ ἄλλα λόγια μιλᾶμε γιά μία κλήση, ἡ ὁποία συναντᾶ τόν ἄνθρωπο σέ κατάσταση ἑτοιμότητας πρός ἀνταπόκριση, σέ κατάσταση δηλαδή ὡριμότητας γιά σχέση μέ τόν Θεό.

2. Πολύ συχνά, ἰδίως στό εὐαγγέλιο τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννη, ἡ κατάσταση αὐτή χαρακτηρίζεται ὡς «ὥρα», πού προσδιορίζεται ἐπακριβῶς: εἶναι ἡ ὥρα τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ. Γι᾽ αὐτό καί ὁ Κύριος κατέληγε σχεδόν πάντα τόν ὅποιο λόγο Του πρός τούς ἀνθρώπους μέ τήν ἐπισήμανση: «ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω». ῏Ωτα βεβαίως πνευματικά καί ὄχι σωματικά. Εἶναι εὐνόητο λοιπόν ὅτι οἱ μαθητές τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ὁ ᾽Ανδρέας καί ὁ Σίμων Πέτρος, ἦταν ἕτοιμοι νά κληθοῦν, διότι εἶχαν ἑτοιμαστεῖ γι᾽ αὐτό καί ἀπό τή δική τους τή διάθεση ἀναζήτησης καί ἀπό τόν μέχρι τότε δάσκαλό τους μέγα ᾽Ιωάννη Πρόδρομο, ὁ ὁποῖος εἶχε ὡς ἔργο τήν κλήση πρός μετάνοια τῶν ἀνθρώπων καί τήν ἀναγγελία τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ Μεσσία.

3. Ποιό τό χαρακηριστικό τῆς ἀκολουθίας τοῦ Χριστοῦ; Πῶς διακρίνει κανείς τή γνησιότητα τῆς κλήσης Του; Ὁ Κύριος ἀπαντᾶ: «ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων». Ἡ ἀκολουθία τοῦ Χριστοῦ δηλαδή ὁδηγεῖ ἀμέσως στό ἄνοιγμα πρός τόν συνάνθρωπο καί σέ ἱεραποστολική δράση. Δέν μπορεῖ εἰδικά ἕνας ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ νά εἶναι καί νά παραμένει ἀπόστολος, μέ τήν ἔννοια ὅτι ἀπέκτησε ἕνα ἀξίωμα πρός προσωπική ἀπόλαυσή του. Κάτι τέτοιο προϋποθέτει μία κοσμικοῦ τύπου κατανόηση τοῦ ἀξιώματος, πού ὁ Κύριος τό ἔλεγξε μέ ἰδιαίτερη βδελυγμία. «Οἱ δοκοῦντες ἄρχειν τῶν ἐθνῶν κατακυριεύουσιν αὐτῶν. Οὐχ οὕτως ἔσται ἐν ὑμῖν». Ὁ Κύριος καλεῖ τόν ἄνθρωπο νά Τόν ἀκολουθήσει, γιά νά ἀγκαλιάσει καί νά διακονήσει τόν συνάνθρωπό του μέ σκοπό τή σωτηρία του, πού σημαίνει ὅτι ὁ ἀπόστολος γίνεται συνεργός τοῦ Θεοῦ. Κι αὐτό συμβαίνει ὄχι μόνο στούς ἀποστόλους τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά σέ ὅλους τούς πιστούς Του, ἀνεξάρτητα ἀπό τό διακόνημα πού μπορεῖ νά ἔχουν ἀναλάβει: εἶναι μαθητές, ἀκολουθοῦν τόν Χριστό, στό βαθμό πού ἀγαποῦν μέ ὅλη τή δύναμη τῆς ψυχῆς τους τόν ὅποιο συνάνθρωπό τους, ἀκόμη καί τόν ἐχθρό τους. Διότι «ὁ ἀγαπῶν τόν Θεόν και μισῶν τόν ἀδελφόν αὐτοῦ ψεύστης ἐστί».

4. Κατανοεῖ κανείς ὅτι μία τέτοια κατάσταση ἔχει τόν χαρακτήρα τῆς θυσίας. Διότι συνήθως οἱ ἄνθρωποι, μπροστά στήν ἀγάπη τοῦ χριστιανοῦ - συνέχεια τῆς ἀγάπης του πρός τόν Θεό - πού ἐκφράζεται πρωτίστως μέ τή συμπεριφορά του καί δευτερευόντως μέ τά λόγια του, ἀντιδροῦν καί ἐναντιώνονται, συχνά δέ τούς ὁδηγοῦν καί στό μαρτύριο. Ὁ Κύριος δέν ὑποσχέθηκε στούς ἀκολούθους Του δάφνες καί ροδοπέταλα. Τούς εἶπε ὅτι θά ὑποστοῦν βάσανα καί διωγμούς, ἀλλά μέ τόν τρόπο αὐτό θά παραμένουν ἑνωμένοι μέ ᾽Εκεῖνον καί θά βοηθοῦν οὐσιαστικά τούς ἀνθρώπους - ὅ,τι συνέβη δηλαδή καί στόν ῎Ιδιο: «ἰδού γάρ ἦλθε γιά τοῦ σταυροῦ χαρά ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ». «᾽Ιδού ἀποστέλλω ὑμᾶς ὡς πρόβατα ἐν μέσῳ λύκων». «᾽Εν τῷ κόσμῳ θλίψιν ἕξετε». Καί κυρίως: «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι». Γι᾽ αὐτό καί ἡ χριστιανική πίστη δέν εἶναι πρός λαϊκή κατανάλωση καί δέν μπορεῖ ποτέ νά γίνει τοῦ «συρμοῦ». ᾽Απαιτεῖ γενναιότητα καί πραγματική ἀγάπη πρός τόν Χριστό, κάτι πού ἐξηγεῖ καί τή συρρίκνωσή της σέ στατιστικά στοιχεῖα παγκοσμίως.

5. Ποιές οἱ προϋποθέσεις αὐτῆς τῆς ἀκολουθίας τοῦ Χριστοῦ; Στήν κλήση τῶν πρώτων μαθητῶν παίρνουμε ἐπίσης τήν ἀπάντηση:

(α) «ἀφέντες τά δίκτυα». Μπορεῖ καί ἀκολουθεῖ κανείς τόν Χριστό, ὅταν προβεῖ σέ ἀποταγή ὁποιουδήποτε στοιχείου τόν δένει μέ τόν κόσμο, ἔστω κι ἄν αὐτό θεωρεῖται, κοσμικά, καλό. Τό ζητούμενο δηλαδή πάντοτε γιά τόν Χριστιανό δέν εἶναι ἄλλο ἀπό αὐτό πού συνιστᾶ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. ῎Αν τό θέλημα ᾽Εκείνου περνᾶ μέσα ἀπό τό «ἄφημα» ἀκόμα καί τῆς δουλειᾶς του, τῶν πάντων καλύτερα – «ἰδού ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καί ἠκολουθήσαμέν σοι» θά ποῦν ἀλλοῦ οἱ ἀπόστολοι στόν Χριστό – τότε αὐτή εἶναι ἡ προτεραιότητα τοῦ πιστοῦ. Μέ ἄλλα λόγια, ἄν κάτι μέ δένει παθολογικά μέ τόν κόσμο, ὅσο κι ἄν θεωρεῖται κοντινό καί ἀπαραίτητο σέ μένα, πρέπει νά εἶμαι ἕτοιμος νά τό ἀφήσω. Κι αὐτή ἡ ἀποταγή πού γίνεται πρός χάρη τοῦ Θεοῦ συνιστᾶ καί τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. ᾽Αρκεῖ βεβαίως νά ἔχω τή διάκριση νά καταλαβαίνω κάθε φορά ποιό εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ - ἐδῶ ἀναδεικνύεται ἡ παρουσία τοῦ πνευματικοῦ.

(β) «εὐθέως», δηλαδή χωρίς ἀναβολή, ἀμέσως. Ὅταν μέ καλεῖ ὁ Θεός, ὅταν γνωρίζω τό ἅγιο θέλημά Του, ἀλλά ἀναβάλλω τήν ἀνταπόκρισή μου καί τήν ἐφαρμογή αὐτοῦ τοῦ θελήματος στή ζωή μου, ἀπό κεῖ καί πέρα ἀρχίζει ἡ εὐθύνη τῆς ἐναντίωσής μου στόν Θεό. Γίνομαι, κατά κάποιο τρόπο, θεομάχος, συνεπῶς θέτω ἐμπόδιο στήν αἴσθηση τῆς χάρης Του στήν ὕπαρξή μου. Καί συνήθως συμβαίνει τό ἑξῆς: διαρκῶς καί μεταθέτω τήν ἀπόφαση ἀκολουθίας τοῦ Χριστοῦ γιά...ἀργότερα, ἄρα δέν Τόν ἀκολουθῶ ποτέ. ῞Ενα παλιό γνωμικό ἐπισημαίνει: «Ἡ ἀναβολή ὁδηγεῖ στή χώρα τοῦ ποτέ». Ἡ κατάσταση αὐτή συνιστᾶ ἕνα ἐκ δεξιῶν λεγόμενο ὅπλο τοῦ διαβόλου. Δέν πολεμᾶ ὁ πονηρός κατευθεῖαν τόν πιστό, μέ ἄρνηση τοῦ Θεοῦ, ἀλλά μέ ἀποδοχή τοῦ θελήματός Του, ἀλλά γιά ἀργότερα.

 ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή, ἡ χριστιανική ζωή ἔχει τό στοιχεῖο τῆς ἀποφασιστικότητας. ῎Ανθρωπος πού ἔχει πειστεῖ γιά τήν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ καί γιά τή σωτηρία πού προσφέρει ὡς ζωντανή σχέση μέ τόν Θεό, δέν μπορεῖ νά ἀναβάλλει. ᾽Εκτός ἀπό τούς ἀποστόλους πού ἀνταποκρίθηκαν ἄμεσα, βλέπουμε τήν ἀμεσότητα ἀνταπόκρισης σέ ὅλους τούς ἁγίους, οἱ ὁποῖοι καί γι᾽ αὐτό ἅγιασαν. ᾽Εν προκειμένῳ ἄς θυμηθοῦμε καί τόν ἀπόστολο Παῦλο, ὁ ὁποῖος, μετά τή θαυμαστή συνάντησή του μέ τόν ἀναστημένο Χριστό, τήν ὥρα πού δίωκε τούς χριστιανούς στόν δρόμο τῆς Δαμασκοῦ, ἀμέσως ἀλλάζει ζωή, καί τήν ὁσία Μαρία τήν Αἰγυπτία, ἡ ὁποία μόλις καί αὐτή συνειδητοποιεῖ τήν κατάντια τῆς ζωῆς της καί ποῦ βρίσκεται ἡ ἀλήθεια, ἀμέσως φεύγει γιά τήν ἔρημο, χωρίς ποτέ νά ἐπιστρέψει στόν κόσμο.

Η ΑΓΙΑ ΜΑΡΤΥΣ ΑΚΥΛΙΝΑ

«Η αγία Ακυλίνα έζησε κατά τους χρόνους του βασιλιά Διοκλητιανού και καταγόταν από τη Βύβλο, πόλη της Παλαιστίνης. Ήταν κόρη ένδοξου άνδρα που ονομαζόταν Ευτόλμιος, ενώ βαπτίστηκε χριστιανή από τον επίσκοπο Ευθάλιο. Από δεκαπέντε ετών καθοδηγούσε τις φίλες και συνομήλικές της κοπέλες προς την πίστη του Χριστού και τις δίδασκε να απέχουν από τα είδωλα. Γι᾽ αυτό  και κατηγορήθηκε στον ανθύπατο Ουλοσιανό από κάποιο Νικόδημο. Οδηγήθηκε σε εξέταση και εκεί ομολόγησε το όνομα του Χριστού. Τότε δόθηκε εντολή να την κτυπήσουν, ενώ τρύπησαν τις ακοές της με σιδερένιες πυρωμένες σούβλες τόσο πολύ, ώστε και να τρέχουν αίματα από τα ρουθούνια της και να πυρωθεί εσωτερικά όλο το κεφάλι της. Έπειτα αποφάσισαν να την κτυπήσουν με ξίφος, οπότε της έκοψαν το κεφάλι και έτσι εκδήμησε προς τον Κύριο. Τελείται δε η σύναξή της στο αγιότατο Μαρτυρείο της, που βρίσκεται στην περιοχή του Φιλοξένου».

Κάθε φορά που η Εκκλησία μας εορτάζει τη μνήμη μιας μικρής κοπέλας μάρτυρος, θαυμάζει κανείς και απορεί πώς είναι δυνατό ένα μικρό κορίτσι να αντέξει τόσα βασανιστήρια χωρίς να δειλιάσει και να υποταχτεί στον αντίπαλο. Αυτήν την απορία είναι γνωστό ότι την είχε και ο όσιος Παΐσιος ο αγιορείτης, όταν το 1987 του εμφανίστηκε η αγία μεγαλομάρτυς Ευφημία, για να πάρει ως απάντηση στην απορία και τον θαυμασμό του ότι αφενός τούτο είναι κατορθωτό με τη χάρη του Θεού, αφετέρου με την αγάπη που καίει στην καρδιά του πιστού για τον ίδιο τον Χριστό. Είναι χαρακτηριστικά μάλιστα τα λόγια της αγίας: «Αν ήξερα τι ο Θεός μου επεφύλασσε, θα έλεγα ποτέ να μην τελείωναν τα βασανιστήριά μου». Η απάντηση της αγίας βεβαίως δεν ήταν τίποτε άλλο παρά παραλλαγή των λόγων του αποστόλου Παύλου «ουκ άξια τα παθήματα του νυν καιρού προς την μέλλουσαν εις ημάς αποκαλυφθήναι δόξαν». Ό,τι περνάμε εδώ σαν βάσανα και δοκιμασίες, και μάλιστα για το όνομα και την αγάπη του Χριστού, και κάνουμε υπομονή χωρίς να βλασφημούμε και να γογγύζουμε, αυτά τα βάσανα μάς ετοιμάζουν «αιώνιον βάρος δόξης».

Ο άγιος Ιωσήφ ο υμνογράφος επανειλημμένως τονίζει αυτήν την πραγματικότητα. Βλέπει δηλαδή ότι θεμέλιο και αιτία της υπομονής της αγίας στα μαρτύρια που υπέστη και με τα οποία νικήθηκε ο εχθρός διάβολος και τα όργανά του, ήταν ο βαθύς έρωτάς της για τον Κύριο. «Πληγώθηκες από τον θεϊκό έρωτα αληθινά, πάνσεμνε. Γι᾽ αυτό και υπέμεινες με δύναμη τις πληγές και τους μεγάλους πόνους» (ωδή γ´). Προχωρεί μάλιστα τη σκέψη του, λέγοντας ότι η μικρή Ακυλίνα θεωρούσε τα παθήματά της εξεικονισμό των παθημάτων του Χριστού και προίκα που πρόσφερε στον νυμφίο της. Με άλλα λόγια τα θεωρούμενα αρνητικά: τα μαρτύρια του σώματος, τα μεταποιούσε με την πίστη και τον χαριτωμένο λογισμό της σε θετικά: μετοχή στο Πάθος του Χριστού και προσφορά στον αγαπημένο της. «Κυριαρχημένη, πανεύφημε, από τον έρωτα του Δημιουργού σου, εξεικόνισες στο σώμα σου τα παθήματα Εκείνου» (στιχηρό εσπερινού). «Πρόσφερες ως προίκα στον Νυμφίο σου, πάνσεμνε, τα κτυπήματα των μελών του σώματός σου» (στιχηρό εσπερινού).

Το μαρτύριο της αγίας, για τον άγιο υμνογράφο, ήταν βεβαίως συνέχεια και προαγωγή της θεοφιλούς ζωής της. Η αγία αγωνίστηκε στο μικρό διάστημα που έζησε πάνω στη γη να κρατήσει την καθαρότητα της ψυχής της, δηλαδή την ομορφιά από τη χάρη του αγίου Πνεύματος που  έλαβε κατά το άγιο βάπτισμά της – τότε είναι ωραίος ο άνθρωπος, όταν έχει στην ύπαρξή του τη χάρη του Θεού – την οποία ομορφιά και αύξησε πολλαπλασίως με τη θυσία της ίδιας της ζωής της. «Απέκτησες τη χάρη του αγίου Πνεύματος, καθώς κράτησες την ψυχή σου καθαρή, ένδοξε, και έγινες ωραιότατη με τα στίγματα του σώματός σου» (ωδή α´). Κι αλλού ο άγιος Ιωσήφ θα επισημάνει ότι το μαρτύριο της αγίας ήταν το διάδημα στην όλη λάμψη των αρετών που την διακατείχε, με αποτέλεσμα να γίνει νύμφη του Κυρίου αμίαντη και άφθορη. «Φλέχτηκες από το θείο φως των αρετών και κοσμήθηκες, σεμνή, ένδοξα από το διάδημα των αθλητών, οπότε ωραία κατά το κάλλος που δίνει η πίστη, έγινες νύμφη αμίαντη και άφθορη πράγματι του παντοκράτορα Κυρίου» (κάθισμα όρθρου).

Ο άγιος Ιωσήφ βεβαίως δεν παύει να τονίζει παράλληλα με την προαγωγή της αγίας ως νύμφης Χριστού και τη νίκη που κατήγαγε απέναντι στον διάβολο και τα όργανά του. Μπορεί η ίδια να ήταν ένα κορίτσι με ασθενικό σώμα, αλλά το γενναίο φρόνημά της λόγω της θερμής αγάπης της προς τον Χριστό και της ενίσχυσης της χάρης Εκείνου, την έκανε να είναι σαν μέγας και κυρίαρχος στρατηλάτης. Έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε στρατηλάτες πνευματικούς τους νέους άνδρες, σαν τον άγιο Δημήτριο, τον άγιο Γεώργιο, τους αγίους Θεοδώρους. Τους εξεικονίζουμε μάλιστα πάνω σε άλογα να τρυπάνε τον νικημένο δράκοντα, τον διάβολο. Μα εξίσου η υμνολογία της Εκκλησίας μας προβάλλει και τις νέες κοπέλες μάρτυρες, σαν την αγία Ακυλίνα. Θα μπορούσαμε και αυτήν να την εξεικονίσουμε πάνω σε άλογο, τη γενναία ψυχή της δηλαδή και τη χάρη του Θεού, να καταβάλει  τον υπερήφανο δράκοντα. «Τον υπερήφανο δράκοντα εσύ, παρόλη την ασθενική σου σάρκα, τον κατέβαλες, καθώς αρίστευσες λαμπρότατα και αφάνισες το θράσος των τυράννων» (ωδή δ´). Είναι αλήθεια. Η πίστη και η βαθειά αγάπη προς τον Χριστό μεταποιεί και τον πιο αδύναμο άνθρωπο κυριολεκτικά σε λιοντάρι. Αρκεί να κρατάει το σώμα του καθαρό από σαρκικές αμαρτίες και την καρδιά του ενωμένη με τον Χριστό. Σαν την αγία Ακυλίνα: «Έχοντας το σώμα σου καθαρό από αμαρτίες και την καρδιά σου ενωμένη με τον Κύριο, παραστάθηκες ενώπιον δικαστικών βημάτων, ελέγχοντας, θεόφρον αγνή, τον ανόητο τύραννο» (ωδή ζ´).