Κυριακή, 9 Αυγούστου 2020

ΕΛΑ ΓΡΗΓΟΡΑ, ΧΑΝΟΜΑΣΤΕ...



«... σπεύσον απολλύμεθα υπό πλήθους πταισμάτων...»
(Έλα γρήγορα, χανόμαστε από το πλήθος των πταισμάτων)

Σε χαρισματική κατάσταση ευρισκόμενος ο υμνογράφος που εκπροσωπεί όλους τους πιστούς, αναγνωρίζει το πλήθος των πταισμάτων και των ανομιών του – έχει επίγνωση της καταστάσεώς του στον κόσμο αυτόν τον πεσμένο στην αμαρτία. Κι όσο μάλιστα αυξάνει μέσα του η χάρη του Θεού, τόσο και βαθαίνει η αίσθηση του εσωτερικού του Άδη μέσα στον οποίο περιδινίζεται – ο Θεός τού δίνει μάτια για να βλέπει ό,τι η τύφλωση της αμαρτίας δεν αφήνει να δει. Όπως παρομοίως σημειώνει εν Πνεύματι ο μέγας απόστολος Παύλος∙ «Χριστός ήλθε αμαρτωλούς σώσαι, ων πρώτος ειμι εγώ» - το ύψιστο δείγμα της μεγάλης χάρης που είχε: όχι μόνο να νιώθει ότι είναι αμαρτωλός, αλλά ότι είναι πρώτος στην κλίμακα των αμαρτωλών. Ο Θεός τού έδωσε τη δυνατότητα να «αγγίξει» την αρετή των αρετών, τήν ίδια την ταπείνωση. Είναι τυχαίο ότι ο Ίδιος ο Κύριος είπε στον άγιο Σιλουανό του Άθω, καθώς ιστορεί ο μέγας Γέρων όσιος Σωφρόνιος του Έσσεξ, πως αν θέλει να υπερβαίνει όλου του είδους τους πειρασμούς να κρατάει τον νου του στον Άδη χωρίς απελπισμό; «Κράτα τον νου σου στον Άδη και μην απελπίζεσαι».
Κι είναι η παραπάνω χάρη ο έλεγχος της κοσμικής πραγματικότητας, της πραγματικότητας δηλαδή του μακριά από τον Θεό κόσμου, κατά την οποία ο άνθρωπος, λόγω ακριβώς της διαγραφής του Θεού από τη ζωή του ή του περιορισμού Του στο περιθώριο της ζωής του, έχει την πεποίθηση ότι τα πάει καλά, ότι είναι καλός, ότι η αμαρτία είναι εφεύρημα των παπάδων και των καλογέρων, όταν μάλιστα κάνει και κάποιες αγαθοεργίες, ότι τελικά ίσως ο ίδιος να είναι και ο... Θεός! Γι’ αυτό και δεν απορεί κανείς όταν διαπιστώνει διαρκώς σ’ έναν τέτοιον κόσμο τα συμπτώματα που τον ακολουθούν: η θλίψη, η στενοχώρια, το άγχος, η έλλειψη νοήματος, ο ψυχικός πνιγμός! Αυτό δυστυχώς είναι το τίμημα του χωρίς Θεό ανθρώπου, χωρίς μάλιστα να προβληματίζεται αυτός για κάτι βαθύτερο στη ζωή του: να ζει μία κόλαση ήδη από τη ζωή αυτή, έχοντας την αίσθηση από την άλλη του... μεγαλείου και της σπουδαιότητάς του.
Ο ποιητής μας λοιπόν, για να επανέλθουμε, έχει ως αφετηρία της πνευματικής του ζωής την επίγνωση της αμαρτωλότητάς του και της απώλειας στην οποία αυτή τον οδηγεί. Αλλά βεβαίως δεν μένει εκεί∙ προχωρεί και στο δεύτερο σκέλος της σωτηριώδους μετανοίας: την με πόθο και ορμή ψυχής στροφή προς τον Χριστό και προς την Παναγία Μητέρα Του. « Σπεύσον... Μη αποστρέψης το πρόσωπόν Σου αφ’ ημών...». Κι αυτό γιατί στροφή προς την Παναγία σημαίνει, όπως όλοι γνωρίζουμε από την ορθόδοξη παράδοσή μας, στροφή προς τον Ίδιο τον Κύριο. Στο πρόσωπο Εκείνης τον Ίδιο τον Κύριο αναγνωρίζουμε και τη χάρη Εκείνου ψηλαφάμε. Σαν τον άσωτο της γνωστής παραβολής που μετά την επίγνωση της κατάντιας του παίρνει την απόφαση της επιστροφής. «Αναστάς πορεύσομαι προς τον Πατέρα μου». Σ’ αυτήν την αποφασιστική στροφή προς τον Χριστό επισημαίνει κανείς την αληθινή μετάνοια, συνεπώς και τη σωτηρία που φέρνει στον άνθρωπο ως ζωντανή σχέση μ’ Εκείνον.
Οι Παρακλήσεις προς την Παναγία μας σ’ αυτό πάντοτε μας προσκαλούν: να βλέπουμε την κατάντια και τις ασωτείες μας, αλλά να μη μένουμε σ’ αυτές. Η ψυχή και όλη η ψυχοσωματική μας ύπαρξη να κλίνει με θετική φορά «προς τον μόνον δυνάμενον σώζειν» και προς Εκείνη που μας αγαπά κατά τον τρόπο Εκείνου και θέλει τη σωτηρία μας παρομοίως με Εκείνον. «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς».


Πέμπτη, 6 Αυγούστου 2020

ΚΑΤΑΦΥΓΗ ΚΑΙ ΟΠΛΟ



Σέ τήν ἁγνήν, σέ τήν Παρθένον καί ἄσπιλον, μόνην φέρω τεῖχος ἀπροσμάχητον, καταφυγήν, σκέπην κραταιάν, ὅπλον σωτηρίας᾽.
(᾽Εσένα, Παναγία, πού εἶσαι ἡ ἁγνή, ἡ Παρθένος καί ἄσπιλη, ᾽Εσένα μόνη ἔχω σάν ἀπροσμάχητο τεῖχος, καταφυγή, δυνατή σκέπη, ὅπλο σωτηρίας).

Ἡ Παναγία κατά τόν ὑμνογράφο, ἐκφραστή τοῦ ἤθους τοῦ πιστοῦ ἀνθρώπου τῆς ᾽Εκκλησίας, ἀποτελεῖ τήν ἐνσάρκωση τῶν ἀρετῶν, πού σημαίνει ὅτι εἶναι  ἁγνή,  Παρθένος,  ἄσπιλος,  Μόνη μεταξύ τῶν ἀνθρώπων. Κι αὐτό γιατί Κύριος ὁ Θεός λόγω τῆς φυσικῆς ἀγαθότητάς της ἀλλά καί τῆς θελήσεώς της νά ὑπακούει στό ἅγιο θέλημά Του τήν κατέστησε δικό Του κατοικητήριο, πού θά πεῖ ὅτι οἱ ἀρετές της ἀποτελοῦσαν ἔκχυση τοῦ δικοῦ Του Πνεύματος καί τοῦ δικοῦ Του φωτός μέσα στόν κόσμο. Στό πρόσωπο μέ ἄλλα λόγια τῆς Παναγίας μας ψαύει κανείς ὁρατά καί ἀνάγλυφα τήν ἴδια τήν χάρη καί τήν δόξα τοῦ Οὐρανοῦ.

῾Η Παναγία λοιπόν γίνεται γιά τόν παραπάνω λόγο, μᾶς λέει ὁ ὑμνογράφος, ἡ καταφυγή μας, τό τεῖχος τό ἀπόρθητο, ἡ δυνατή σκέπη μας, κυρίως στίς ὧρες ἐκεῖνες πού ὄχι ἁπλῶς μᾶς συναντοῦν κάποιες θλίψεις καί συμφορές στήν ζωή μας, ἀλλά μᾶς ἔρχονται μέ τόν τρόπο πού ἐπιτίθεται μιά ξαφνική καταιγίδα στόν ἄνθρωπο, ἀπό τήν ὁποία δέν μπορεῖ νά προφυλαχτεῖ, ἤ ὅταν σέ μιά μεγάλη τρικυμία ὁ ἄνθρωπος ἀρχίζει νά καταποντίζεται. Τότε λοιπόν πού φτάνουμε σέ ὁριακά ἐπίπεδα καί ἡ ἀγωνία καταλαμβάνει τήν ψυχή καί τό σῶμα μας ἐνόψει ἑνός ἐπικείμενου θανάτου χωρίς νά ὑπάρχει δυνατότητα διαφυγῆς, ἐκείνη μόνη πού μπορεῖ νά μᾶς σώσει εἶναι ἡ Παναγία Μητέρα τοῦ Κυρίου μας. Σάν τό μικρό παιδί πού μπροστά σέ κάτι πού τό φοβίζει βρίσκει καταφύγιο στήν ἀγκαλιά τῆς μάνας του.

῾Ο ὑμνογράφος ὅμως μᾶς δίνει καί μία ἄλλη διάσταση γιά τήν Παναγία. ῎Οχι μόνο εἶναι ἡ καταφυγή καί ἡ σκέπη μας, ἀλλά γίνεται καί τό ὅπλο τῆς σωτηρίας μας. Μᾶς τό ξαναλέει μάλιστα καί στήν ὠδή ε´: ῾χαῖρε, ὅπλον καί τεῖχον ἀπόρθητον᾽. Μέ ἄλλα λόγια ἡ Παναγία γίνεται καί ἡ ἄμυνά μας καί ἡ ἐπίθεσή μας. Μᾶς δέχεται φοβισμένους καί ἀπορημένους ἀπό ὅλα καί μᾶς ἀλλάζει τήν φορά, ὥστε νά σταθοῦμε μέ γενναιότητα καί ῾ἐπιθετικά᾽ ἀπέναντι στόν κόσμο. Γιατί; Διότι μᾶς παραπέμπει στόν Κύριο καί Θεό της, ὁπότε ἐν Αὐτῷ καί δι᾽ Αὐτοῦ νά ἀντιμετωπίζουμε τόν κόσμο μέ τήν δύναμη ᾽Εκείνου πού εἶναι ὁ παντοδύναμος. Κι ὅταν λέμε κόσμο ἐννοοῦμε καί τά πάθη μας καί τά ἁμαρτωλά στοιχεῖα τοῦ κόσμου καί τόν Πονηρό διάβολο. ῎Ετσι τά κλαυθμηρίσματα τῶν παρακλήσεών μας στήν Παναγία γίνονται μετά τήν καταφυγή μας σ᾽ αὐτήν βρυχηθμοί λιονταριοῦ. Ἡ ἀδυναμία μας μεταποιεῖται σέ παντοδυναμία.


Τετάρτη, 5 Αυγούστου 2020

Η ΕΠΙΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ



«Η επίκληση του Ονόματος του Θεού με σώζει από την αιχμαλωσία των λογισμών που επιτίθενται... Η πάλη αυτού του είδους δεν σταματά ακόμη και ώς την τελευταία μας αναπνοή, κατά τη μαρτυρία των μεγάλων αγίων Πατέρων μας» (όσιος Σωφρόνιος του Έσσεξ).

Ο όσιος Γέρων Σωφρόνιος, πάντοτε αλλ’ ειδικά στο τέλος της ζωής του, επανελάμβανε και τόνιζε το πιο σημαντικό θέμα της πνευματικής χριστιανικής ζωής, το θέμα των λογισμών. Κι αυτό γιατί ως γνωστόν από την ποιότητα των λογισμών που δέχεται και καλλιεργεί η καρδιά μας εξαρτάται και η ποιότητα της πνευματικής μας ζωής: η εν Θεώ αύξησή μας ή ο καταποντισμός μας. Δεν είναι τυχαίο ότι κανείς Πατέρας της Εκκλησίας, παλαιότερος ή και νεώτερος, δεν ασχολήθηκε με την πνευματική ζωή χωρίς αναφορά του στο εντελώς αυτό κρίσιμο θέμα, προκειμένου να ενισχύσει τον χριστιανό της εποχής του στην πορεία της συνάντησής του με τον Θεό.
«Η πάλη με τους λογισμούς που επιτίθενται», μάς λέει ο όσιος καταρχάς, «δεν σταματά ακόμη και ώς την τελευταία μας αναπνοή», που θα πει ότι αφενός πρέπει κανείς να μάθει πολύ καλά αυτόν τον πόλεμο, αφετέρου δεν μπορεί να υπάρξει ποτέ εφησυχασμός. Ο εφησυχασμός άλλωστε στην πνευματική ζωή είναι κάτι άγνωστο, δεδομένου ότι ο άνθρωπος διαρκώς παλεύει με τα πάθη του αλλά και με τον πονηρό διάβολο που τα υποκινεί ακατάπαυστα και με τρόπο άτακτο. Γι’ αυτό και ο ίδιος ο Κύριος μάς αποκαλύπτει ότι ή βρισκόμαστε στην άνοδο της σχέσης μας μ’ Εκείνον ή Τον έχουμε εγκαταλείψει και έχουμε πάρει την... κατακρύλα! «Ο μη ων μετ’ εμού κατ’ εμού εστι και ο μη συνάγων μετ’ εμού σκορπίζει». Διακοπές και διαλείμματα στην πνευματική ζωή δεν υπάρχουν. Είναι πολύ ωφέλιμο να θυμόμαστε το περιστατικό του Γεροντικού με τον όσιο ασκητή που έφτασε στο τέλος της ζωής του. Και πριν εκπνεύσει τού ψιθύρισε ο πονηρός ότι τώρα σώθηκε. «Όχι ακόμη» απάντησε ο ταπεινός και έμπειρος άγιος ασκητής, μέχρι να παραδώσει το πνεύμα του στα χέρια του Δημιουργού του.
Πού οφείλεται η κρισιμότητα αυτή των λογισμών που, κατά τον όσιο Γέροντα, «επιτίθενται και αιχμαλωτίζουν»; Γιατί δεν μπορεί ο άνθρωπος, ακόμη και ο προχωρημένος θεωρούμενος χριστιανός, να μην μπορεί να απεμπλακεί ολοσχερώς από αυτούς; Διότι πρώτον, όπως είπαμε, προέρχονται όχι μόνο από τη φύση μας αλλά και από τον πονηρό διάβολο, ο οποίος «ως λέων ωρυόμενος περιπατεί τίνα καταπίη». Όσο του αφήνει περιθώρια δράσεως ο Παντοκράτωρ Κύριος μέσα στις ανεξερεύνητες βουλές Του για τη σωτηρία μας μάς τοξεύει με τα βέλη των λογισμών (που εξάπτουν τα πάθη), των άμεσα κακών αλλά και κάποιων που θεωρούνται καλοί – τα εκ δεξιών βέλη του. Και δεύτερον, η ανθρώπινη φύση μας λειτουργεί μ’ έναν μυστήριο τρόπο, ειδικά μετά την πτώση στην αμαρτία – ποιος μπορεί να την «εμπιστευθεί», όταν και τότε που δεν υπήρχε ακόμη αμαρτία, πριν από την πτώση, διαστράφηκε από τις εισηγήσεις του πονηρού και απέστρεψε το πρόσωπό της από τον ίδιο τον Δημιουργό της; «Φίλος και εχθρός», λέει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος για παράδειγμα, αναφερόμενος στο εμπαθές πια σώμα του ανθρώπου. Εκεί που πας να το εμπιστευθείς, εκεί προδίδεσαι. Λοιπόν όχι μόνον οι πονηροί λογισμοί, αλλά και οι φυσικοί λεγόμενοι είναι υπό διαρκή κρίση – τα ανθρώπινα πάθη μας λειτουργούν πολύ ύπουλα και έχουν μάθει να κρύβονται, προκαλώντας συνεχείς... αναταράξεις στο λογιστικό του ανθρώπου: ο νους βρίσκεται αιχμάλωτος της διεστραμμένης θέλησης και των «χαλασμένων» συναισθημάτων. Η επιστήμη της ψυχολογίας του βάθους έχει βοηθήσει πολύ στα νεώτερα χρόνια στην τραγική αυτή διαπίστωση.
Αδιάκοπη πάλη, επιθέσεις, αιχμαλωσία – το «τίμημα» των λογισμών στη ζωή του ανθρώπου. Αλλά, ευτυχώς, οι χριστιανοί έχουμε το όπλο για να πολεμήσουμε και να σωθούμε∙ κι αυτό μας υποδεικνύει ο όσιος Σωφρόνιος: «Η επίκληση του Ονόματος του Θεού». Το Όνομα του Χριστού – «Αυτός εστιν ο Θεός ημών» - είναι το υπέρ παν Όνομα, μπροστά στο Οποίο κάμπτουν γόνυ τα επουράνια, τα επίγεια, τα καταχθόνια. Η χρήση του αγίου Ονόματός Του είναι αυτή που μας δίνει τη δύναμη να προσανατολιστούμε σωστά, να οδηγηθούμε πάνω στις άγιες εντολές Του, να νιώσουμε τη θεϊκή παρουσία Του στην ύπαρξή μας, να κατανοήσουμε εμπειρικά τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος «ως εν σαρκί περιπολών Θεός». Πιάνεις με άλλα λόγια στα χέρια σου το κομποσχοίνι και ρίχνεις τον λογισμό σου στο όνομα του Χριστού, μέσα στο οποίο περικλείεται η παντοδύναμη ενέργειά Του. «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλόν».
Αρκεί όμως απλώς να σκεφτόμαστε τον Χριστό και να μνημονεύουμε το άγιο όνομά Του; Όχι, μας λέει ο άγιος Σωφρόνιος και όλοι οι άγιοι Πατέρες. Η σκέψη και η μνημόνευση πρέπει να είναι ο καρπός της ορμής της ψυχής μας προς Αυτόν, η έκφραση της αγάπης μας και της ζέουσας βούλησής μας – διαφορετικά, σημειώνει, μνημονεύουμε κάνοντας... διαλογισμό! Κι αυτή η αγάπη και η θερμή βούληση να πατά στο μόνο έδαφος που αρέσκεται ο Χριστός: την αγία ταπείνωση. Έτσι με ταπεινό και παρακλητικό τρόπο στρέφομαι εν αγάπη προς τον Χριστό και Τον επικαλούμαι αδιάκοπα, με αίσθηση της πανταχού παρουσίας Του, μέσα στην Οποία περικλείονται τα σύμπαντα. Οπότε το «Κύριε ελέησον» γίνεται η μυστική κραυγή που αγκαλιάζει όχι μόνον τον Δημιουργό, αλλά και όλη τη δημιουργία, φτάνει στο σημείο που σε υποψιάζει για το τι σημαίνει «ίνα ώσιν εν» που απηύθυνε ο Χριστός στον Θεό Πατέρα Του λίγο πριν από το Πάθος Του.
«Με το όνομα του Ιησού να μαστιγώνεις τους εχθρούς δαίμονες» λέει κάπου ο μέγας Ιωάννης της Κλίμακος. Και∙ «να κολληθεί το όνομα του Ιησού στην αναπνοή σου και τότε θα γνωρίσεις τη δύναμη της αφιέρωσής σου σ’ Αυτόν». Το όνομα του Χριστού: το μεγαλύτερο όπλο του Χριστιανού, όταν γίνεται με τις σωστές προϋποθέσεις, της ταπείνωσης και της αγάπης που είπαμε. Αλλά και με δύο ακόμη συνιστώσες: πρώτον, ότι η επίκληση αυτή συνιστά εντολή του Ίδιου – δεν ανήκει στην καλή μας μόνο διάθεση: «μέχρι τώρα δεν ζητήσατε τίποτε στο όνομά Μου... Αιτείτε και λήψεσθε...» – συνεπώς ως πραγματοποίηση εντολής αποτελεί έκφραση της αγάπης μας αλλά και αναζήτηση της δικής Του αγάπης. Δεύτερον, ότι επίκληση του Ονόματός Του σημαίνει και «αναγνώριση» της παρουσίας Του σε ό,τι αποτελεί δημιούργημά Του – Εκείνον φωνάζω και σ’ Εκείνον στρέφομαι αγαπητικά, όταν Τον «βλέπω» στο πρόσωπο του συνανθρώπου μου, στα ζώα, στα φυτά, στον αέρα, στη θάλασσα, στα πάντα.
Να Τον παρακαλούμε μόνο να μας ανοίγει λίγο τα μάτια...

Τρίτη, 4 Αυγούστου 2020

ΟΛΟΨΥΧΑ ΣΤΗ ΔΙΚΗ ΣΟΥ ΣΚΕΠΗ



«Νῦν πεποιθώς ἐπί τήν σήν κατέφυγον ἀντίληψιν κραταιάν, καί πρός τήν σήν σκέπην ὁλοψύχως ἔδραμον, καί γόνυ κλίνω, Δέσποινα, καί θρηνῶ καί στενάζω, μή με παρίδῃς τόν ἄθλιον, τῶν Χριστιανῶν καταφύγιον».
(Τώρα μέ πίστη κατέφυγα στήν δική σου ἰσχυρή βοήθεια καί ἔτρεξα ὁλόψυχα στήν δική σου σκέπη. Καί κλίνω τό γόνυ, Δέσποινα, καί θρηνῶ καί στενάζω: μή μέ περιφρονήσεις τόν ἄθλιο, σύ πού εἶσαι ἡ καταφυγή τῶν χριστιανῶν).

Μέ αἴσθηση ψυχῆς ὁ ποιητής τοῦ μεγάλου παρακλητικοῦ κανόνα βασιλιάς Θεόδωρος Δούκας ὁ Λάσκαρις καθορίζει τή στάση τοῦ πιστοῦ ἀνθρώπου ἀπέναντι στήν Παναγία Μητέρα - σ᾽ Αὐτήν πού εἶναι ἡ Δέσποινα τοῦ κόσμου, ἡ ἰσχυρή βοήθεια, ἡ σκέπη ὅλων, ἡ καταφυγή τῶν χριστιανῶν – μέ τό δεδομένο ὅτι τά δεινά τοῦ βίου λόγω τῆς φθορᾶς τοῦ κόσμου ἀπό τήν ἁμαρτία τόν ταλαιπωροῦν καί τόν κάνουν νά ζεῖ μέ ὀδύνη καί θλίψη.
Πῶς στέκεται λοιπόν ὁ πραγματικά πιστός μπροστά στήν Παναγία, κατά τόν ποιητή, κάτι πού συνιστᾶ μέτρο καί γιά τήν δική μας πίστη;
- ῾Νῦν᾽, τώρα. ᾽Απευθυνόμαστε στήν Παναγία συγκεντρωμένοι σ᾽ αὐτό πού κάνουμε τώρα. Συγκεντρωμένοι δηλαδή μέ τόν νοῦ καί τήν ψυχή μας στήν ἀναφορά μας πρός Αὐτήν, πού σημαίνει στήν ἀναφορά μας στόν ἴδιο τόν Κύριο. Δέν μπορεῖ κανείς νά λέει ὅτι προσεύχεται καί τό μυαλό του νά περισπᾶται ἀπό ἐδῶ καί ἀπό ἐκεῖ. Εἶναι εὐνόητο ὅτι ἄν ὁ ἴδιος ὁ πιστός δέν προσέχει αὐτά πού λέει καί δέν νιώθει ὅτι στέκεται μπροστά στόν Κύριο καί τήν Παναγία Μητέρα Του, οὔτε ὁ Κύριος οὔτε ἡ Παναγία θά τόν προσέξουν.
- ῾πεποιθώς᾽, μέ πίστη. Προστρέχουμε στήν Παναγία μέ αἴσθηση βεβαίως τῆς ταλαιπωρίας μας, ἀλλά μέ πίστη ὅτι Αὐτή, λόγω τῆς δύναμης τῆς μεσιτείας της στόν Θεό, μπορεῖ νά μᾶς βοηθήσει δραστικά στήν ὑπέρβαση τῶν προβλημάτων μας. Χωρίς ἐμπιστοσύνη στήν δύναμή της ἡ προσευχή μας εἶναι δεδομένο ὅτι πάσχει ριζικά.
- ῾ὁλοψύχως᾽. ῾Ο ὑμνογράφος ἐπιτείνει αὐτά πού εἶπε καί προηγουμένως. Στόν Θεό καί τήν Παναγία δέν πηγαίνουμε μέ διψυχία, μέ κλονισμένη δηλαδή τήν πίστη μας, γιατί τοῦτο φανερώνει  ἀκαταστασία ψυχῆς. ῾Ο νοῦς, ἡ καρδιά μας, ἡ ἐπιθυμία μας, ὅλος δηλαδή ὁ ψυχικός κόσμος μας μέ πίστη ἀναφέρεται στήν Θεοτόκο.
- ῾ἔδραμον᾽, ἔτρεξα. Ζητᾶμε τήν λύση τῶν προβλημάτων μας ἤ ἐκφράζουμε τίς εὐχαριστίες καί τίς δοξολογίες μας ὄχι μέ τρόπο χαλαρό καί ἀμελῆ. Ἡ σχέση μας μέ τόν Θεό καί τούς ἁγίους δέν μπορεῖ νά γίνεται ῾σέρνοντας᾽ καί νά ἔχουμε τήν ἀπαίτηση νά εἶναι θετική ἡ ἀνταπόκρισή τους ἀπέναντί μας. ᾽Απαιτεῖται σπουδή καί θερμή διάθεση, λέει ὁ βασιλιάς ποιητής.
- ῾καί γόνυ κλίνω...ὁ ἄθλιος᾽. Τό σημαντικότερο ἐξ ὅλων ἀφήνει στό τέλος ὁ ὑμνογράφος. Τότε εἶναι ἀληθινή ἡ προσευχή μας, τότε προκαλεῖται ἡ χάρη τῆς Παναγίας μας – χάρη στήν πραγματικότητα τοῦ Θεοῦ μας - ὅταν Τήν προσεγγίζουμε μέ ταπείνωση. ῾Η αἴσθηση τῆς ἁμαρτωλότητας καί τῆς ἀθλιότητάς μας στήν ζωή αὐτή, πού μᾶς κάνει νά θρηνοῦμε καί νά στενάζουμε, ἀποτελεῖ τήν δραστικότερη προϋπόθεση πού συγκινεῖ τόν Θεό μας καί ᾽Εκείνην. ῾Ταπεινοῖς ὁ Θεός δίδωσι χάριν᾽. Κι αὐτή ἡ ταπείνωση ἐκφράζεται καί ψυχικά ἀλλά καί σωματικά διά τῆς κλίσεως τῶν γονάτων. Δέν ὑπάρχει πιό δυνατή προσευχή, σημειώνουν πολλοί ἅγιοί μας, ἀπό τήν προσευχή τῶν λυγισμένων γονάτων. Γιατί φανερώνει τό ἦθος τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ μας.


Δευτέρα, 3 Αυγούστου 2020

"ΜΗΝ ΑΡΝΗΘΕΙΣ, ΠΑΡΘΕΝΕ, ΤΗ ΡΟΗ ΤΩΝ ΔΑΚΡΥΩΝ ΜΟΥ..."



῾Ῥοήν μου τῶν δακρύων, μὴ ἀποποιήσῃς, ἡ τὸν παντὸς ἐκ προσώπου πᾶν δάκρυον, ἀφῃρηκότα Παρθένε, Χριστὸν κυήσασα’.
(Μήν ἀρνηθεῖς, Παρθένε, τήν ροή τῶν δακρύων μου, Σύ πού γέννησες τόν Χριστό, ὁ ῾Οποῖος ἀφαίρεσε κάθε δάκρυ ἀπό κάθε πρόσωπο).

Ὁ ὑμνογράφος φαίνεται νά κινεῖται λίγο ἀντιφατικά στόν συγκεκριμένο ὕμνο. ᾽Αναγνωρίζει ἀπό τήν μία ὅτι ὁ Χριστός μέ τόν ἐρχομό Του στόν κόσμο μέσω τῆς Παναγίας Μητέρας Του ἀφαίρεσε κάθε δάκρυ ἀπό κάθε ἄνθρωπο, διότι ὡς γνωστόν κατήργησε τό αἴτιο τῆς θλίψης καί τοῦ πόνου καί τοῦ ἴδιου τοῦ θανάτου, τήν ἁμαρτία. ῾Διά τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος᾽. ῞Ο,τι ὁ ἴδιος ὡς Δημιουργός ἀπαρχῆς ἔδωσε στόν ἄνθρωπο: νά χαίρεται τήν κοινωνία του μέ Αὐτόν μέ δυναμική αὐξητικῆς τάσης τῆς χαρᾶς αὐτῆς μέχρι ἀπειρίας καί ὁ ἄνθρωπος τό ἔχασε λόγω τῆς πτώσης του στήν ἁμαρτία, τοῦ τό ἔδωσε καί πάλι ὡς δυνατότητα ἀφότου ἦλθε στόν κόσμο, ἀρκεῖ βεβαίως ὁ ἄνθρωπος νά ἀποδεχτεῖ τόν ἐρχομό Του ὡς ἀνθρώπου καί νά πιστέψει στήν προσφορά τῆς ἀγάπης Του. ῾Χαίρετε ἐν Κυρίῳ πάντοτε᾽ εἶναι ἡ προτροπή τῶν ἁγίων ἀποστόλων σέ ὅλους τούς πιστούς. ᾽Από τήν ἄλλη ὅμως ὁ ἴδιος ὑμνογράφος κινεῖται πρός τήν Παναγία καί δι᾽ αὐτῆς πρός τόν Κύριο ὄχι ἁπλῶς μέ δάκρυα, ἀλλά μέ ροή δακρύων, πού σημαίνει ὅτι τό πλῆθος αὐτῶν πλημμυρίζουν τήν ὕπαρξή του. ῾Η ἀντίφαση λοιπόν φαίνεται ὅτι εἶναι προφανής: δέξου τά δάκρυά μου, λέει ὁ ὑμνογράφος,  πού  ὅμως Κύριος ὁ Υἱός σου τά κατήργησε.

Ἡ ἀπάντηση βεβαίως εἶναι εὔκολη καί γνωστή: μπορεῖ ὁ Κύριος πράγματι νά ἐξάλειψε τά δάκρυα, γιατί κτύπησε στήν ρίζα τήν αἰτία τους, ὅμως ἡ καθημερινή διαπίστωση εἶναι ὅτι συνεχίζουμε οἱ ἄνθρωποι, ἔστω καί πιστοί, νά ἁμαρτάνουμε, λόγω τῆς λησμονιᾶς τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ καί τῆς πνευματικῆς μας χαλάρωσης, ὅπως καί ὅτι ἐξακολουθοῦμε καί ζοῦμε μέχρι τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Κυρίου σ᾽ ἕναν κόσμο πού ῾κεῖται ἐν τῷ πονηρῷ᾽, συνεπῶς ἡ θλίψη καί ὁ πόνος ἐξακολουθοῦν νά τόν σφραγίζουν. Τά δάκρυα λοιπόν καί ἐξαλείφθηκαν ἀλλά καί ἐξακολουθοῦν νά ὑπάρχουν, κατεξοχήν μάλιστα ἐκεῖνα πού ἐκφράζουν τόν ἄνθρωπο τῆς πίστης, ὁ ὁποῖος συνειδητοποιεῖ τήν ἁμαρτωλότητά του καί προστρέχει στήν ἀγάπη τοῦ Κυρίου, δηλαδή ὅταν μετανοεῖ. Γι᾽ αὐτό καί τό κύριο γνώρισμα πιά τοῦ χριστιανοῦ εἶναι ἡ μετάνοια, ἐνῶ τά δάκρυα ἀποτελοῦν ἰσχυρό ἀποδεικτικό τῆς ὑπάρξεώς της.

Χρειάζεται ὅμως καί σ᾽ αὐτό τό σημεῖο προσοχή. ῾Υπάρχουν ἄνθρωποι πού ἐκ φύσεως καί χαρακτῆρος ἔχουν τά δάκρυα ῾πρόχειρη᾽ ἔκφρασή τους. Αὐτά τά δάκρυα δέν ἀξιολογοῦνται θετικά ὡς φανέρωση τῆς γνήσιας μετανοίας τους. ᾽Εκεῖνα τά δάκρυα στά ὁποῖα ἐπιβλέπει ὁ Κύριος εἶναι ἐκεῖνα πού πηγάζουν ἀπό τήν καρδιά καί δηλώνουν τό πένθος καί τήν συντριβή τοῦ ἀνθρώπου λόγω τῶν ἁμαρτιῶν του. Αὐτά εἶναι τά ἀληθινά δάκρυα μετανοίας, τά ὁποῖα συνυπάρχουν πάντοτε καί μέ τήν γενναία ἀπόφαση τοῦ ἀνθρώπου γιά ἀλλαγή τρόπου ζωῆς, ζωῆς δηλαδή προσαρμοσμένης στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Σέ μία τέτοια περίπτωση τά δάκρυα τοῦ πένθους σιγά σιγά πράγματι ἐξαλείφονται καί μεταποιοῦνται σέ δάκρυα εὐγνωμοσύνης καί χαρᾶς ἀπό τήν ἐνέργεια τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία κάνει τόν ἄνθρωπο στό βάθος τῆς καρδιᾶς του νά ἀκούει ῾τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου᾽.   


"Εγώ την Εκκλησία την θέλω..."




 Πολλές φορές ακούμε τη φράση αυτή, ειπωμένη συνήθως από ανθρώπους που έχουν μηδαμινή ή εντελώς περιθωριακή σχέση με την Εκκλησία, ενώ αποκαλύπτει μία μετάθεση του κέντρου βάρους της χριστιανικής συνείδησης αυτού που την εκφράζει. Αντί δηλαδή ο συγκεκριμένος χριστιανός να ζει και να κινείται ως μέλος του σώματος του Χριστού που είναι η Εκκλησία, άρα να υπόκειται ο ίδιος στο σώμα και να υποτάσσεται στην πνευματική ζωή της Εκκλησίας, αυτός αντιθέτως, ως να είναι υπερκείμενός της και συνεπώς κριτής της, ζητά να την «κανονίσει». Και κυρίως με τη φράση αυτή τι ζητά; «Να μην έχει πολύ κόσμο όταν πάει στο ναό» - το ναό συνήθως εννοεί ως Εκκλησία. «Να μη φορούν πολυτελή άμφια οι παπάδες και οι δεσποτάδες» - οι κληρικοί γι’  αυτόν συνιστούν την Εκκλησία. «Να καλύψει η Εκκλησία το οικονομικό έλλειμμα της πατρίδας» - το κοινωνικό έργο και η φιλανθρωπία είναι η μόνη κατ’  αυτόν αποστολή της Εκκλησίας∙ διότι ζει αυτός με τον μύθο της άπειρης περιουσίας της, την οποία  νέμονται οι παπάδες και δεν την προσφέρουν στον κόσμο.
Χωρίς καμμία διάθεση ωραιοποίησης ιδίως του ανθρωπίνου της Εκκλησίας πρέπει να σημειώνουμε κάθε φορά τα αυτονόητα:
(1) Ότι Εκκλησία δεν είναι οι κληρικοί. Οι κληρικοί αποτελούν και αυτοί μέλη της Εκκλησίας, όπως και οι λαϊκοί, που σημαίνει ότι μπορεί να στέκουν στην πίστη ή να εκπίπτουν από αυτήν. Η Εκκλησία αποτελεί το ζωντανό σώμα του Χριστού, με κεφαλή τον ΄Ιδιο, η αγιότητά της άρα οφείλεται σ’  Εκείνον και όχι σε κάποια από τα μέλη της, και κατά συνέπεια στον Χριστό πιστεύουμε και όχι σε ανθρώπους, έστω και παπάδες. Η μετατόπιση της προσοχής στους κληρικούς, σαν να εξαρτάται η πίστη από αυτούς, αν δεν φανερώνει παχυλή άγνοια, αποκαλύπτει την «πονηρία» ορισμένων, που θέλουν στην πραγματικότητα να δικαιολογήσουν το δικό τους έλλειμμα στην πίστη και στο χριστιανικό βίωμα. Συνιστά δηλαδή ένα άλλοθι, για να εφησυχάζουν την ένοχη συνείδησή τους και τη χαλαρότητα του τρόπου της ζωής τους.
(2) Ότι ο ναός δεν είναι η Εκκλησία. Ονομάζουμε κατ’  επέκταση Εκκλησία και το ναό, το κτίσμα, γιατί εκεί συναθροίζεται ο λαός του Θεού – ο λαός ως σώμα Χριστού αποτελεί τον αληθινό ναό - επειδή διευκολύνεται στην προσευχή και την τέλεση των μυστηρίων και των ακολουθιών. Ως τόπος συνάθροισης λοιπόν του λαού του Θεού δεν μπορούμε να έχουμε την απαίτηση να μην υπάρχει κανείς άλλος μέσα σ’  αυτόν, πλην…ημών! Η απαίτηση ή έστω και η απλή επιθυμία για κάτι τέτοιο φανερώνει ότι δεν νιώθουμε συνδεδεμένοι με τους άλλους πιστούς – απουσιάζει παντελώς η αγάπη, άρα και ο Θεός, από τη ζωή μας - συνεπώς επιλέγουμε μία ατομική θρησκευτικότητα (εγώ με τον «Θεό» μου) καταστρατηγώντας στην πράξη αυτό που είναι η Εκκλησία και ίδρυσε ο Χριστός.
(3) Ότι η Εκκλησία δεν έχει αμύθητα πλούτη. Ό,τι περιουσία έχει απομείνει στην Εκκλησία είναι στην πραγματικότητα δεσμευμένο και μη αξιοποιήσιμο, «σαν οικόπεδα μέσα στη θάλασσα!», ενώ το ελάχιστο εναπομείναν είναι προς κάλυψη των φιλανθρωπικών και λοιπών ιδρυμάτων της. Όσοι επιμένουν, μετά από τόσα που έχουν δημοσιευθεί για το θέμα αυτό, απλώς πετούν  «πυροτεχνήματα» προς εντυπωσιασμό, συνεπώς κινούνται εκ του πονηρού. Κι από την άλλη, θα πρέπει κάποτε να κατανοηθεί η αλήθεια ότι το κύριο έργο της Εκκλησίας δεν είναι το φιλανθρωπικό και κοινωνικό, αλλά η σύνδεση του ανθρώπου με τον Θεό – ό,τι ήλθε να φέρει ο Χριστός στον κόσμο, που «ενηνθρώπησε ίνα ημείς θεοποιηθώμεν»! Οπότε η  Εκκλησία  βεβαίως επιτελεί κοινωνικό και φιλανθρωπικό έργο αλλά ως συνέχεια και επέκταση της καθαυτό αποστολής της: της ένωσης του ανθρώπου με τον Τριαδικό Θεό.


Σάββατο, 1 Αυγούστου 2020

Η «ΧΩΡΙΣ ΔΙΑΚΡΙΣΗ» ΠΙΣΤΗ



«Παρακαλώ να τα έχετε όλα αυτά υπ’ όψιν, για να μην καταποντισθείτε από τη «χωρίς διάκριση» πίστη» (όσιος Σωφρόνιος του Έσσεξ).

Ο μέγας Γέρων και πάλι μας καθοδηγεί: χωρίς πίστη δεν μπορεί κανείς να είναι χριστιανός, μάλλον δεν μπορεί να είναι άνθρωπος – η πίστη είναι το καθοριστικό στοιχείο του ανθρώπου σε όλα τα επίπεδα της ζωής του. Χωρίς πίστη δεν «υφίσταται» ζωή, ακόμη και για να περπατήσεις! Ο όσιος βεβαίως, το καταλαβαίνουμε, αναφέρεται στην πίστη στον Θεό, και μάλιστα όχι στον «θεό» ή στους «θεούς» που δημιουργεί ο ίδιος ο άνθρωπος, τα λεγόμενα είδωλα, αλλά στον αληθινό Τριαδικό Θεό που απεκάλυψε ο Κύριος Ιησούς Χριστός, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος που σαρκώθηκε και μας «εξήγησε» τα του Θεού – «Εκείνος εξηγήσατο». Κι η πίστη σ’ Αυτόν μάς δόθηκε (πέρα από δυνατότητα διά του αγίου βαπτίσματος) και ως εντολή, ώστε ο διασπασμένος από την αμαρτία νους μας να προσανατολιστεί σωστά, με την έννοια να στηριχθεί χάριτι Θεού σαν σε άγκυρα σ’ Αυτόν για να νιώσει τη δυναμική της πίστεως. «Πιστεύετε εις τον Θεόν και εις εμέ πιστεύετε». Η πίστη αυτή μας απεγκλωβίζει από τα δεσμά των παθών του εαυτού μας, μας απεμπλέκει από τη γοητεία του κόσμου τούτου που κείται «εν τω πονηρώ», συνιστά την υπέρ φύσιν δύναμη για να κάνει ο άνθρωπος το άλμα προκειμένου να βρεθεί στον χώρο της χάρης του Θεού. Οπότε μιλάμε για την πίστη που αγκαλιάζει όλη την ύπαρξη του ανθρώπου και την θέτει στην πορεία συνάντησης με Εκείνου τα ίχνη και τα πατήματα. Χωρίς πίστη στον Θεό και Χριστό δεν υπάρχει χριστιανισμός - Εκείνος είναι «η Οδός».
Η πίστη στον Χριστό είναι αληθινή, μας διδάσκει ο λόγος του Θεού, όταν ασφαλώς κινητοποιεί την ύπαρξη του ανθρώπου, αλλά μέσα στο μοναδικό πλαίσιο που μπορεί να λειτουργήσει και να αναπτυχθεί: την αγάπη. Όπως το λέει ο απόστολος Παύλος: «πίστις δι’ αγάπης ενεργουμένη». Μπορεί δηλαδή να είσαι πιστός, μα να μην είσαι χριστιανός. Χριστιανός είσαι όταν η πίστη σου εκφράζεται ως αγάπη, προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο, που θα πει ότι η αγάπη είναι το παρόν της πίστεως – μετράς την πίστη με το «θερμόμετρο» της αγάπης. Γι’ αυτό και ο λόγος του Χριστού ήταν απόλυτος και καταλυτικός: «Ου πας ο λέγων μοι Κύριε, Κύριε, εισελεύσεται εις την Βασιλείαν του Θεού, αλλ’ ο ποιών το θέλημα του Πατρός μου του εν Ουρανοίς». Στη Βασιλεία του Θεού θα βρεις όχι τους πιστούς στον Θεό, αλλά τους αγαπώντες πιστούς, αυτούς δηλαδή που η χάρη του Θεού τούς άνοιξε τα πνευματικά μάτια αλλά και τους έδωσε την ώθηση ώστε να βρουν τον Θεό «έξω» από τον εαυτό τους, τον εγωιστικό και αμαρτωλό εαυτό τους εννοείται – μία «έξοδος» που φέρνει τον χριστιανό αληθινά στον βαθύ εαυτό του, την καρδιά του την κατά Θεό κτισμένη και αναγεννημένη. Οι άγιοι της Εκκλησίας μας αποτελούν τα υπομνήματα της αλήθειας αυτής.
Ο άγιος Σωφρόνιος λοιπόν στην πίστη αυτή μας καθοδηγεί, η οποία επιπρόσθετα θεμελιώνεται στην ταπείνωση. Γιατί; Διότι ναι μεν η χάρη του Θεού μας ελκύει προς τον Χριστό ώστε να Τον πιστέψουμε, ναι μεν μας συνειδητοποιεί ότι έξω από την αγάπη δεν μπορούμε να Τον βρούμε, αλλά από την άλλη μας φέρνει στην πραγματικότητα του εαυτού μας, ο οποίος  «τρώει» πολύ... χώμα! Θέλουμε να πούμε ότι πάνω στην προσπάθεια να ζήσει κανείς την εντολή του Χριστού, να ζήσει δηλαδή εν Θεώ – μέσα στις εντολές Του κρύβεται ο Χριστός – διαπιστώνει την ολοκληρωτική τις περισσότερες φορές αδυναμία του. Πόσο εύκολα μπορεί κανείς να νομίσει ότι φτάνει στην αγάπη προς τον εχθρό του; Πόσο εύκολο είναι να δεις αυτόν που σε αδικεί και σου δυσκολεύει τη ζωή ως τον ίδιο τον Χριστό; «Αγαπάτε τους εχθρούς υμών!» «Τρώμε λοιπόν τα μούτρα μας», κατά το κοινώς λεγόμενο, συνεπώς πιστεύουμε στον Χριστό, θέλουμε να αγαπάμε, δεν τα... πολυκαταφέρνουμε όμως, άρα η ταπείνωσή μας (με τα συνωδά στοιχεία του πένθους και της διαρκούς έμπονης μετανοίας μας) ως προς τις μηδαμινές έως ανύπαρκτες δυνάμεις μας είναι δεδομένη. Κι είναι μία πραγματικότητα στην πνευματική ζωή που δεν μπορούμε να λησμονούμε – σ’ αυτό δεν μας παροτρύνουν διαρκώς οι Πατέρες της Εκκλησίας μας;  Γιατί διαφορετικά περιπίπτουμε σε μία «φαντασιακή» πίστη ή σε μία πίστη που λειτουργεί «χωρίς διάκριση» κατά τον λόγο του οσίου Σωφρονίου.
«Χωρίς διάκριση» πίστη που οδηγεί στον καταποντισμό – αντί διά   της πίστεως να συναντάς τον Θεό και να σώζεσαι, βρίσκεσαι καθ’ ολοκληρίαν στα δίχτυα του πονηρού! Φέρνει παραδείγματα ο άγιος Γέρων για να το καταστήσει σαφές. «Γνωρίζω», σημειώνει, «πολλές περιπτώσεις, όπου οι άνθρωποι έχασαν το μέτρο. Έτσι, μου έτυχε κάποτε να διαβάσω το εξής: Στην Αμερική, κάποια ομάδα ιθαγενών βαφτίστηκε και δέχτηκε τον χριστιανισμό. Έπειτα όμως, επιστρέφοντας στα σπίτια τους, νόμισαν πως θα περάσουν τον ποταμό περπατώντας επάνω στα νερά. Και με την ορμή της πίστεώς τους μπήκαν όλοι στα νερά και πνίγηκαν. Εγώ ο ίδιος, δυστυχώς, γνώρισα ανθρώπους που πίστεψαν ότι είναι «θεοί», υπερέβησαν το όριο, έχασαν τα λογικά τους και έχασαν την αληθινή συνείδηση».
Τι συγκεκριμένα προτείνει ο άγιος; Ποια είναι «τα όλα αυτά που παρακαλεί να τα έχουμε υπ’ όψιν» για να έχουμε την αληθινή σώζουσα πίστη; Ό,τι τονίσαμε από την αρχή: την πίστη που φανερώνεται ως αγάπη και στηρίζεται στην ταπείνωση. Την ταπείνωση που «εμφανίζεται ως βαθύς θρήνος μετανοίας και αίσθημα ότι αδυνατούμε να θεραπευθούμε μόνο με τις δυνάμεις μας». Και συνυπάρχει με την προσευχή «να έρθει ο Ίδιος ο Θεός με τη θεραπεία Του και με τη δύναμή Του να νικήσει μέσα μας όλα τα προσκόμματα και όλα τα θανατηφόρα πάθη».
Δυστυχώς όμως, η αλαζονεία και ο εγωισμός μας είναι τέτοιοι που μας κάνουν να πορευόμαστε συχνά ως τυφλοί: να έχουμε τη «χωρίς διάκριση» πίστη, να νομίζουμε ότι φτάσαμε ήδη στη θέωση και συνεπώς «μπορούμε να περπατάμε πάνω στα νερά, όπως ο Κύριος περπάτησε». Πόσο μας λείπει η επίγνωση της αμαρτωλότητάς μας και η συναίσθηση ότι ο Κύριος με ό,τι επιτρέπει στη ζωή μας – αρρώστιες, πειρασμούς, ατυχήματα – στην πραγματικότητα μάς καλεί να δούμε τον «χάλια» εαυτό μας. Και κυρίως: πόση έπαρση έχουμε ώστε διαρκώς «να Τον εκπειράζουμε», απαιτώντας Του πράγματα πάνω από τα μέτρα μας!