Παρασκευή 23 Φεβρουαρίου 2024

«ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΙΣΜΟΣ» ή (αλλιώς) ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ

«Να πάνε τουλάχιστον οι άνθρωποι σε έναν Πνευματικό να εξομολογηθούν, να φύγει η δαιμονική επίδραση, για να μπορούν να σκέφτονται λιγάκι. Τώρα δεν μπορούν ούτε να σκεφθούν από την δαιμονική επίδραση.

Η μετάνοια, η εξομολόγηση κόβει το δικαίωμα του διαβόλου. Πριν λίγο καιρό, (:Ιούνιος του 1985, όπου ο άγιος έμενε στο Καλύβι της Παναγούδας), ήρθε στο Άγιον Όρος ένας μάγος και έφραξε με πασαλάκια και δίχτυα όλο τον δρόμο, εκεί σε μία περιοχή κοντά στο Καλύβι. Αν περνούσε από ’κει μέσα ένας ανεξομολόγητος, θα πάθαινε κακό. Δεν θα ήξερε από πού του ήρθε.

Μόλις τα είδα, κάνω τον σταυρό μου και περνώ από μέσα, το διέλυσα. Μετά ο μάγος ήρθε στο Καλύβι, μου είπε όλα τα σχέδιά του και έκαψε τα βιβλία του. Σε έναν που είναι πιστός, εκκλησιάζεται, εξομολογείται, κοινωνάει, ο διάβολος δεν έχει καμμιά δύναμη, καμμιά εξουσία».

 (Όσιος Παΐσιος, Με αγάπη και πόνο για τον σύγχρονο άνθρωπο).

Μιλάει ο όσιος Παΐσιος για τα δικαιώματα του διαβόλου, του ξεπεσμένου αυτού πονηρού πνεύματος, πάνω στον άνθρωπο. Για δικαιώματα που δεν έχει, αφότου μάλιστα ήρθε στον κόσμο ο ενανθρωπήσας Θεός, ο Ιησούς Χριστός – ο Κύριος ήλθε «ίνα λύση τα έργα του διαβόλου» με αποκορύφωση της ενέργειάς Του αυτής τη σταυρική Του θυσία - αλλά που τα αποκτά ακόμη και σε έναν βαπτισμένο και χρισμένο χριστιανό, ο οποίος όμως έχει αποπτύσει το βάπτισμά του, έχει διαγράψει τον Θεό δηλαδή από τη ζωή του και ζει ως «άθεος εν τω κόσμω». Ο χριστιανός με άλλα λόγια ενώ πράγματι ενσωματώνεται στον Χριστό, καθώς γίνεται μέλος Του διά του αγίου βαπτίσματος και Τον ενδύεται ψυχοσωματικά: «όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε» (απ. Παύλος), όμως αν δεν ενεργοποιεί την άπειρη αυτή δωρεά, την απεμπολεί, τη χάνει, κι ακόμη περισσότερο: γίνεται χειρότερος από ό,τι πριν το βάπτισμά του, σύμφωνα με του Ίδιου του Κυρίου τη διαβεβαίωση: «το πνεύμα το πονηρό όταν βγαίνει από τον άνθρωπο, ξανάρχεται και βλέποντάς τον χαλαρωμένο και απρόσεκτο πηγαίνει και παραλαμβάνει και άλλα δαιμόνια μαζί του, ώστε να γίνονται χειρότερα τα πράγματα από πρώτα». Οπότε η ακύρωση και η κατάργηση του πονηρού πνεύματος λόγω της χάρης του Θεού, εξαρτώνται από τη θέληση του ανθρώπου. Ο Θεός μάς τα δίνει όλα, τον ίδιο τον Εαυτό Του, αλλά ζητάει και την ανταπόκριση του ανθρώπου. Διότι «συνεργοί Θεού εσμεν» (απ. Παύλος) - χωρίς το ναι του ανθρώπου και ο ίδιος ο Θεός «περιορίζεται».

Τρομάζει κανείς με την ευθύνη του ανθρώπου, όταν μάλιστα αμαρτάνει. Συνήθως αμαρτάνουμε, δηλαδή ενεργούμε λόγω, έργω, διανοία, χωρίς να σκεπτόμαστε τις συνέπειες – για πολλούς η αμαρτία θεωρείται ίσως και παιχνίδι! Μα «ψωνίζεις θάνατο όταν αμαρτάνεις» λέει ο λόγος του Θεού. Και το χειρότερο: εκχωρείς δικαιώματα στον διάβολο για σένα που δεν τα έχει. Που σημαίνει ότι νομίζεις πως κινείσαι μόνος σου, αυτόνομα, «ελεύθερα», χωρίς καμία εξουσία πάνω σου, κι έχεις γίνει ενεργούμενο του πονηρού, δούλος του χειρότερου δυνάστη που μπορεί να υπάρξει στον κόσμο. Γιατί ποιος είναι ο χειρότερος δυνάστης; Εκείνος που σε μισεί και θέλει να σε καταστρέψει, ενώ είσαι στη δούλεψή του! Κι αυτός είναι ο πονηρός! «Σε όποιον έχεις ηττηθεί – κι όταν αμαρτάνουμε είμαστε ηττημένοι από τον διάβολο – σ’ αυτόν και έχεις υποδουλωθεί» (απ. Πέτρος).

Και τα δικαιώματα του πονηρού που δεν τα έχει αλλά τα αποκτά, γιατί εμείς του τα δίνουμε, διαβαθμίζονται: έστω και λίγο να αμαρτάνουμε, δίνουμε «δικαίωμα» επίδρασης και επιρροής του πάνω μας. Συνεχίζουμε να αμαρτάνουμε χωρίς αμέσως να μετανοούμε; Ακόμα περισσότερο υποδουλωνόμαστε με συμπτώματα φανερά: το άγχος, τη στενοχώρια, την ευερεθιστότητα του χαρακτήρα, την ετοιμότητα σύγκρουσης με τον συνάνθρωπο, να μη χωράμε και στα ίδια μας τα ρούχα! Διαγράφουμε τον Θεό οριστικά από τη ζωή μας; Εκεί έχουμε το πανηγύρι του διαβόλου! Λειτουργούμε ως εκτελεστικά του όργανα, γινόμενοι ακόμη και «χειρότεροι» από αυτόν! «Σε έναν που δεν είναι πιστός και δίνει δικαιώματα στον πονηρό, έχει ο πονηρός μεγάλη εξουσία. Μπορεί να τον λιντσάρει, έχει δόντια και τον ξεσκίζει. Ανάλογα με τα δικαιώματα που δίνει μία ψυχή, είναι και η εξουσία του επάνω της» (όσιος Παΐσιος).

Και ποιο το χαρακτηριστικό της έντονης δαιμονικής παρουσίας πάνω μας; Η απαίτηση να γίνεται πάντοτε το δικό μας θέλημα – το θέλημα του διαβόλου στην πραγματικότητα -, η απαίτησή μας το δικό μας δικαίωμα, γράφε: «δικαιωματισμός», να γίνεται άνευ όρων αποδεκτό από όλους! Σαν τυφλοί αδυνατούμε να δούμε ότι υπάρχει όριο στις απαιτήσεις μας, ότι ισχύει αυτό που εξαγγέλλεται και στο φυσικό δίκαιο: το δικαίωμά μου σταματά εκεί που αρχίζει το δικαίωμα του άλλου, του συνανθρώπου. Πού βέβαια να ακουστεί και να κατανοηθεί η υπέρ φύσιν πραγματικότητα, εκεί που λειτουργεί η χάρη του Θεού: «καλύτερα και να αδικείσθε»; Για τον χριστιανό δηλαδή το επίπεδο που περιπατεί είναι το του Κυρίου: σταυρώνεται και αυτός για να σηκώσει το βάρος της αδικίας των άλλων – ό,τι αποκαλύπτει την πραγματική χριστιανική αγάπη! Ναι!, ο χριστιανός παραιτείται και από τα νόμιμα δικαιώματά του, για να «ζήσει ο άλλος»! Γιατί τα δικά του δικαιώματα τα έχει δώσει στον Θεό, ο Οποίος αναλαμβάνει την υπεράσπισή του με τον τρόπο που μόνον Αυτός γνωρίζει.

Οπότε αναδύεται με εξώφθαλμο τρόπο ο «δικαιωματισμός» κάποιου: προεκτείνει τον πατέρα του διάβολο και κανονίζεται από αυτόν! Τι άραγε μπορεί να υφίσταται πίσω από την απαίτηση να υποτάσσονται οι άλλοι στα δικά μου θέλω παρά μόνο η δαιμονική υπερηφάνεια; «Εκείνος που θέλει να επιβάλει τη γνώμη του, έστω κι αν είναι ορθή, να ξέρει ότι πάσχει από τη νόσο του διαβόλου, (την υπερηφάνεια)» σημειώνει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος. Και κατ’ επέκταση είναι ευνόητο ότι όλο το «woke» (αφύπνιση) κίνημα και η «woke culture» καθώς λέγεται, εφόσον κινείται πάνω στις ράγες του «δικαιωματισμού» αυτού,  φανερώνει την προέλευση και την ποιότητά του: τον πονηρό και τα ύπουλα όργανά του!

«Ο κόσμος όλος βρίσκεται μέσα στην έξουσία του πονηρού» μας λέει η Αγία Γραφή - κατά παραχώρηση Θεού βέβαια, προκειμένου να αποδειχθούν οι πραγματικές διαθέσεις των ανθρώπων: ποιοι ανήκουν πράγματι στον Θεό και ποιοι όχι. Και η λύση και η διέξοδος είναι μία για τον αληθινό χριστιανό κι αυτό τονίζει με τον δικό του μοναδικό τρόπο ο άγιος Παΐσιος: η γνήσια μετάνοια ως αλλαγή πορείας του ανθρώπου που καταλήγει στην εξομολόγηση ενώπιον του ιερέα πνευματικού. Έτσι φεύγει η δαιμονική επίδραση και καθαρίζει ο νους μας. Χωρίς μετάνοια ο «δικαιωματισμός» θα αυξάνει, θα συμπαρασύρει τους πάντες και τα πάντα για να φτάσει να γίνει η χοάνη που θα καταπιεί όλους μας. «Homo homini lupus», ο καθένας γίνεται λύκος για τον άλλον. Ο Κύριος πάντως το επεσήμανε: «Άραγε όταν ξανάρθω, θα βρω πίστη στον Θεό επί της γης;»

Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου 2024

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΤΙΜΟΘΕΟΣ Ο ΕΝ ΣΥΜΒΟΛΟΙΣ

«Αυτός ο μακάριος ακολούθησε τον μοναχικό βίο από νεαρή ηλικία και εξαφάνισε τα σκιρτήματα των παθών με την πολλή εγκράτεια και τη δυνατή προσευχή. Έφτασε σε επίπεδα απαθείας και φάνηκε δοχείο του Αγίου Πνεύματος, μένοντας παρθένος μέχρι το τέλος της ζωής του και στην ψυχή και στο σώμα. Ουδέποτε θέλησε να δει γυναίκα. Ζώντας στα όρη και τριγυρίζοντας στις ερήμους, άρδευε την ψυχή του με τη δροσιά των δακρύων. Γι’ αυτό και έλαβε χαρίσματα ιαμάτων. Έδιωχνε δηλαδή τους δαίμονες από τους ανθρώπους και θεράπευε κάθε άλλη νόσο. Αφού έζησε με τέτοιο τρόπο, έφτασε σε βαθιά γεράματα και εκδήμησε προς τον Κύριο».

Εντελώς παράδοξη η ζωή του αγίου Τιμοθέου με την ανθρώπινη λογική: ζούσε στα όρη, τριγύριζε στις ερήμους, δεν ήθελε να δει πρόσωπο γυναίκας, και όμως αναδείχτηκε, όπως σημειώνει ο υμνογράφος του άγιος Θεοφάνης, «πατέρας των ορφανών, προστάτης των χηρών, αμφίεση των γυμνών, τροφή των πεινασμένων». Να κυνηγάς διά παντός τον Θεό με απομάκρυνση από τους ανθρώπους και να γίνεσαι ο μεγαλύτερος κοινωνικός εργάτης, είναι πράγματι, το λιγότερο, παράδοξη κατάσταση. Αλλά ο άγιος Τιμόθεος βίωσε αυτό που έζησαν και οι περισσότεροι ασκητές άγιοι: όσο στρέφεσαι προς τον Θεό, τόσο ο Θεός σε στρέφει προς τους ανθρώπους. Γιατί; Διότι «ο Θεός αγάπη εστί». Και Τον βρίσκουμε εκεί που κατεξοχήν φανερώνεται: στα πρόσωπα των κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Εκείνου δημιουργημάτων Του. Όπως το είπε στην παραβολή της κρίσεως ο ίδιος ο Κύριος: «Εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε». Γι’ αυτό και ο βαθμός αγάπης μας προς τον Θεό φανερώνεται από τον βαθμό αγάπης μας προς τον συνάνθρωπό μας. Και με τον άγιο Αντώνιο το ίδιο δεν έγινε; Απομακρυνόταν για χάρη του Θεού από τον κόσμο, κι ο Θεός τελικώς τον οδηγούσε στον κόσμο. Κι ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ: την απομόνωση και τον εγκλεισμό του ζητούσε. Κι η Παναγία του παρουσιάστηκε για να του πει να βγει να βοηθήσει τον κόσμο. Ήταν και το παράπονο του οσίου Παϊσίου του αγιορείτου: ήλθα στο Όρος να βρω ησυχία, και μπήκα στο πρόγραμμα των ανθρώπων. Αλλά είπαμε: κριτήριο της πίστεώς μας και των αγίων είναι η αγάπη. Όπου αγάπη εκεί και ο Θεός. Φεύγει κανείς από την αγάπη, έστω και για λόγους «πίστεως»; Χάνει τον Θεό. «Ο Θεός αγάπη εστί και ο μένων εν τη αγάπη, εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ».

Ο όσιος Τιμόθεος λοιπόν δεν ήταν δυνατόν να ξεφύγει από τον κανόνα αυτό. «Γνώρισες, όσιε πατέρα, σημειώνει ο Θεοφάνης, ότι η αγάπη νικάει την κρίση, γι’ αυτό και δεν περιφρόνησες κανένα ξένο, αλλά διάνοιξες τα σπλάχνα της καρδιάς σου σε όλους με αγαθοσύνη, κι έγινες πατέρας των ορφανών, προστάτης των χηρών, αμφίεση των γυμνών και τροφή των πεινασμένων» (ωδή θ΄). Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που επανειλημμένως ο άγιος Θεοφάνης συγκρίνει τον όσιο με τον πατριάρχη Αβραάμ, κύριο γνώρισμα του οποίου, πέραν από την πίστη του, ήταν η αγάπη του προς τους ανθρώπους και μάλιστα η φιλοξενία του. «Με την αγάπη και τη συμπάθειά σου προς όλους έγινες άλλος Αβραάμ, ω Τιμόθεε, υποδεχόμενος όσους προσέρχονταν σε εσένα από όλα τα μέρη, και μέσω αυτών λατρεύοντας τον Θεό όλων» (ωδή γ΄).

Η δίψα του και η αγάπη του προς τον Θεό, που έπαιρνε τη μορφή της έμπρακτης αγάπης προς τον συνάνθρωπο, ήταν αποτέλεσμα, κατά τους ύμνους της Εκκλησίας μας, της αδιάκοπης άσκησής του να ξεπεράσει την όποια αμέλεια δημιουργούν τα πάθη του ανθρώπου και να αποκτήσει την ευλογημένη ταπείνωση, τη βάση όλων των αρετών. Το άνθος της αγάπης δεν φύεται, ως γνωστόν, στους κοινούς δρόμους και στα απλά μονοπάτια. Αποτελεί βλάστημα των ψηλών κορυφών, δηλαδή απαιτεί αιματηρή κατάθεση της βούλησης του ανθρώπου στο άγιο θέλημα του Θεού. Διότι πώς θα ενεργήσει η χάρη της αγάπης του Θεού σε καρδιά γεμάτη από τα αγκάθια του εγωισμού; «Δος αίμα και λάβε πνεύμα» έλεγαν πάντοτε οι άγιοί μας, κάτι που το βλέπουμε βεβαίως και στη ζωή του οσίου Τιμοθέου. «Έχοντας εκτενώς στραμμένο το βλέμμα της διάνοιάς σου προς τον Θεό, απετίναξες, Πάτερ Τιμόθεε, τον ύπνο της αμέλειας από την ψυχή σου και έγινες ναός του θείου Πνεύματος και τόπος αγιάσματος» (ωδή α΄). «Θωρακισμένος με την ταπείνωση, Πάτερ, πέρασες χωρίς να βλαφτείς τις παγίδες του Πονηρού, και υψώθηκες προς τον Θεό και εντρυφάς στη δόξα Του για πάντα, μακάριε Τιμόθεε (ωδή α΄). Είναι αλήθεια. Κανείς δεν μπορεί να ξεπεράσει τις παγίδες του διαβόλου, τις απλωμένες παντού στη γη, χωρίς να βρει το μονοπάτι που λέγεται ταπείνωση. Πρόκειται για ό,τι ο λόγος του Θεού αποκαλύπτει και η εμπειρία των αγίων βεβαιώνει: «Είδα τις παγίδες του διαβόλου απλωμένες στη γη και τρόμαξα και είπα: Ποιος άραγε μπορεί να τις περάσει αβλαβώς; Κι άκουσα φωνή που έλεγε: Μόνον ο ταπεινόφρων» (όσιος Αντώνιος).

Τρίτη 20 Φεβρουαρίου 2024

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

 

Η συγκεκριμένη ημέρα, που καθιερώθηκε από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ το 2007, αποτελεί μία ευλογημένη πρόκληση για να υπάρξει παγκοσμίως ευαισθητοποίηση  σε θέματα αδικίας όπου κι αν παρουσιάζονται, όπως «η φτώχεια, η ανεργία και ο κοινωνικός αποκλεισμός, μέσα σε μία ανοιχτή και παγκοσμιοποιημένη κοινωνία», που σημαίνει ότι ο ΟΗΕ ξεκινά με το δεδομένο ότι όχι μόνο στο παρελθόν αλλά και στις ημέρες μας, και κοινωνική αρμονία δεν υφίσταται, αλλά και ισότητα μεταξύ των πολιτών ενός κράτους πολύ συχνά δεν υπάρχει.

Βεβαίως, το θετικό για τον Παγκόσμιο αυτόν Οργανισμό είναι ότι έχει κατανοήσει  πως τα θέματα της κοινωνικής δικαιοσύνης δεν επιλύονται, αν επιλύονται, με ευχολόγια και φιλοσοφικές τοποθετήσεις, αλλά με «διεθνείς δράσεις», (όπως σημειώνεται στο επεξηγηματικό για την καθιέρωση της ημέρας σχόλιο), οι οποίες όμως καθίστανται συχνότατα αναποτελεσματικές λόγω της αντιδράσεως σ’ αυτές είτε αντιλαϊκών ηγεσιών είτε οργανωμένων συμφερόντων μίας χώρας.

Παρ’ όλα αυτά, η επιμονή στην προβολή του αιτήματος για κοινωνική δικαιοσύνη δεν είναι χωρίς νόημα. Πάντοτε πρέπει να προσβλέπουμε στην καλή διάθεση του ανθρώπου, στην ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης, στην πίστη τελικά στη δύναμη των λαών, που όταν «ξυπνούν» μπορούν να επιβάλουν αυτό που θεωρούν δίκαιο για τους πολλούς – οι διάφορες στην ιστορία «κοινωνικές κατακτήσεις» όντως επιβεβαιώνουν την αλήθεια αυτή. Κι αυτό γιατί, όσο κι αν έχει η κακία διαστρεβλώσει τον άνθρωπο, δεν τον έχει κάνει να χάσει μέσα του την έστω ως νοσταλγία και πόθο έννοια της αξιοκρατίας και του ανθρωπισμού. Η αξιοκρατία και ο ανθρωπισμός δεν είναι τα βασικά στηρίγματα του αγαθού που ονομάζεται κοινωνική δικαιοσύνη; Κι αυτά τα νοσταλγεί ή τα ποθεί, όπως είπαμε, κάθε άνθρωπος και κάθε λαός όπου κι αν ζει.

Έτσι η κοινωνική δικαιοσύνη μπορεί να μην υφίσταται ή να υφίσταται λειψά και περιορισμένα σε έναν λαό και σ’ ένα κράτος, δεν παύει όμως πράγματι να υπάρχει και να λειτουργεί στις καρδιές των ανθρώπων, οι οποίες προσδοκούν πότε θα υπάρξουν οι συγκυρίες ώστε να πάρει σάρκα και οστά. Κι εκεί παίζεται το παιχνίδι των διαφόρων κοινωνικο-οικονομικών συστημάτων και των πολιτικών θεωριών: πόσο δηλαδή διαμορφώνουν τις συνθήκες για να λειτουργήσει η κοινωνική δικαιοσύνη, κάτι που σημαίνει ότι ο βαθμός λειτουργίας της δικαιοσύνης αυτής φανερώνει και την αξία ή όχι των πολιτικών και κοινωνικών συστημάτων και θεωριών.

Θα θέλαμε όμως να δούμε την κοινωνική δικαιοσύνη και από μία άλλη πλευρά, πιο βαθειά και αποτελεσματική πιστεύουμε, αυτήν της χριστιανικής πίστεως όταν είναι συνεπής. Διότι τι άλλο βλέπουμε στους  γνήσιους χριστιανούς, τους αγίους δηλαδή, παρά να ζουν τη δικαιοσύνη του Θεού, η οποία υπερβαίνει κάθε έννοια της ανθρώπινης διάστασής της; Ποιο το χαρακτηριστικό της θείας δικαιοσύνης; Η υπέρμετρη και χωρίς όρια αγάπη προς τον άνθρωπο, κατά το πρότυπο του Ιησού Χριστού, ο Οποίος επάνω στον Σταυρό «σηκώνει την αμαρτία όλου του κόσμου», αγκαλιάζει όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους, είτε πιστούς είτε απίστους, είτε της εποχής Του είτε και κάθε άλλης εποχής πριν ή και μετά από Αυτόν, προσφέροντάς τους τη δικαίωση ως δι’ Αυτού σχέση με τον ζωντανό Θεό. Και πώς εξέλαβαν ακριβώς οι πιστοί την υπερφυή αυτή αγάπη του Χριστού; Ως δεδομένο και της δικιάς τους ζωής, προκειμένου να παραμένουν ενωμένοι μαζί Του, συνεπώς να αγκαλιάζουν εν αγάπη κάθε άνθρωπο, να βλέπουν την ατίμητη αξία του ως εικόνας Θεού, να τον συγχωρούν ό,τι κι αν έχει κάνει, να του προσφέρουν οτιδήποτε χρειάζεται ώστε αυτός να ζει, έστω και με δική τους θυσία.

 Ποια έννοια κοινωνικής δικαιοσύνης μπορεί να παραβληθεί μ’ αυτήν; Και να, το άμεσο χειροπιαστό αποτέλεσμα:  η πρώτη χριστιανική κοινότητα των Ιεροσολύμων, όπου τα πάντα στους πιστούς ήταν κοινά. Δεν υπήρχε δικό μου και δικό σου – ο καθένας έδινε ανάλογα με τις δυνατότητές του και έπαιρνε ανάλογα με τις ανάγκες του. Κι επίσης το παρόμοιο αποτέλεσμα που βλέπουμε στη ζωή όλων των αγίων: και των απλών, οι οποίοι αναλαμβάνουν τον αγώνα της κοινωνικής δικαιοσύνης με τρόπο εσωτερικό – μέσω της προσευχής τους για τους άλλους και της αναλήψεως της ευθύνης τους ενώπιον του Θεού -  και των εχόντων τη δύναμη για μεγαλύτερη προσφορά. Σαν τον άγιο Βασίλειο για παράδειγμα: οργανώνει πράγματα για όλους τους ανθρώπους προκειμένου να ξεπεραστεί η όποια αδικία και ανισότητα ζούσαν, που θα απαιτούσε έναν ολόκληρο μηχανισμό ενός κοινωνικού κράτους! Κι ακόμη σαν την αγία Φιλοθέη: μία καλόγρια που στην πιο δύσκολη εποχή, την εποχή της Τουρκοκρατίας που το κεφάλι του καθενός χανόταν ανά πάσα στιγμή, είχε τέτοια κοινωνική προσφορά, ώστε το όνομά της ταυτίστηκε με την έννοια του θείου ελέους!

Κοινωνική δικαιοσύνη: το αδιάκοπα ζητούμενο ανθρωπίνως, οικονομικά, πολιτικά, κοινωνικά, για κάθε λαό. Χριστιανικά: το διαρκώς πραγματοποιούμενο, όπου όμως υπάρχουν άγιοι.

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΛΕΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΑΤΑΝΗΣ

«Ο άγιος Λέων καταγόταν από τη Ραβέννα και ήταν υιός ευγενών γονέων. Λόγω της καθαρότητας του βίου του και της επιμέλειας των λογισμών του πέρασε όλους τους βαθμούς της ιερωσύνης, κατά τους νόμους της Εκκλησίας, και με θεία ψήφο αναδείχτηκε Πρόεδρος της Μητροπόλεως της Κατάνης, η οποία βρίσκεται στην περιώνυμη Σικελία, όπου ακόμη και τώρα βγαίνει φωτιά και ρέει λάβα από το βουνό της Αίτνας. Αυτός λοιπόν, όπως λέει και το όνομά του, σαν λιοντάρι στην πίστη και σαν ήλιος στη λάμψη, καταφώτισε όλους, επιμελούμενος των ψυχών, γινόμενος προστάτης των χηρών και φροντίζοντας τους πτωχούς. Γι’ αυτόν τον λόγο με μόνη την προσευχή του έριξε κάτω στη γη αγαλματένιο είδωλο και φρόντισε να κτιστεί μεγάλος και ωραίος ναός στην καλλίνικο μάρτυρα Λουκία, ενώ αποτέφρωσε τον μάγο Ηλιόδωρο με τις μαγγανείες του. Διότι όταν αυτός φάνηκε σε όλους ανάμεσα στον όχλο, κάνοντας μαγείες και δημιουργώντας εντυπώσεις, ο μακάριος Λέων αφού τον έπιασε γρήγορα με τα χέρια του και τον έδεσε με το ιερό πετραχήλι του, έδωσε εντολή να ανάψουν μεγάλη φωτιά στο μέσο της πόλης. Κι αφού δημοσίευσε όλες τις μαγγανείες του, έχοντάς τον δεμένο από τον τράχηλο, μπήκε μαζί του στο μέσο της καμίνου, και δεν βγήκε από εκεί, μέχρις ότου αποτεφρώθηκε εντελώς ο δειλός. Αυτό κατέπληξε τους πάντες. Διότι όχι μόνον ο μέγας Λέων έμεινε άφλεκτος, αλλά η φλόγα δεν άγγιξε καθόλου ούτε κι ένα από τα ιερά ενδύματά του. Όταν το θαύμα αυτό έγινε γνωστό παντού και το άκουσαν με τα αυτιά τους και  οι αυτοκράτορες Λέων και Κωνσταντίνος, κάλεσαν τον άγιο να έλθει κοντά τους, και άγγιζαν τα πόδια του και τον παρακαλούσαν να προσεύχεται υπέρ αυτών. Αυτός όχι μόνον εν ζωή υπήρξε μέγας θαυματουργός, αλλά και μετά την ταφή του συνέχισε να επιτελεί θαύματα».  

Ο Ιωσήφ, ο υμνογράφος του αγίου Λέοντα, επιμένει ιδιαιτέρως στο θαυματουργικό χάρισμα του αγίου. Θαυματουργός άλλωστε επονομάζεται. Και πέραν των επεμβάσεών του σε όλα τα νοσήματα, και μάλιστα τα ανίατα, τονίζει το χάρισμά του για την εκδίωξη των πονηρών δαιμόνων. «Υπήρξες, ιεράρχα, αυτός που καθαρίζει τα νοσήματα, που φυγαδεύει τα πονηρά πνεύματα και αποτελεί το καταφύγιο των πιστών ανθρώπων» (ωδή δ΄). Ο άγιος Λέων θεωρείται «ειδικός» στην εκδίωξη των ακαθάρτων πνευμάτων, διότι ακριβώς έγινε το όργανο του Θεού για την αποκάλυψη και την εξαφάνιση του πονηρού μάγου Ηλιοδώρου. Η προσευχή του γι’ αυτό συνιστά μάστιγα που τα απομακρύνει από τους ανθρώπους. «Έτυχες των θείων χαρισμάτων, ώστε να θεραπεύεις πάθη ανίατα και να εκδιώκεις ακάθαρτα πνεύματα με τη μάστιγα των προσευχών σου» (στιχηρό εσπερινού). Από την άποψη αυτή, ιδιαιτέρως στην εποχή μας που μαστίζεται από ανίατα πολλές φορές νοσήματα: καρκίνους, άγνωστες ιώσεις κλπ., αλλά και από πολλούς δαιμονισμούς και επιρροές ακαθάρτων πνευμάτων, ο άγιος Λέων θα έπρεπε να είναι άγιος της «πρώτης γραμμής». Κι όταν μάλιστα υπάρχει η διαχρονική βεβαίωση ότι θαυματουργούσε όχι μόνο εν ζωή, αλλά και μετά θάνατον, σαν, κατά κάποιο τρόπο, πέλαγος απείρων θαυμάτων («των απείρων θαυμάτων το πέλαγος», όπως λέει ο οίκος του κοντακίου του). Διότι «οι άγιοι εις τον αιώνα ζώσι».

Ο άγιος υμνογράφος πολλές φορές βεβαίως προβαίνει και στην ερμηνεία της λήψεως από τον Θεό του θαυματουργικού του χαρίσματος. Όλη του τη ζωή τη διάβηκε στη γη, σημειώνει, με φλογερή αγάπη προς τον Θεό, γι’ αυτό και πήρε τη χάρη αυτή της θαυματουργίας (οίκος κοντακίου). Και την αγάπη αυτή την απέκτησε όχι άκοπα, αλλά με έντονη ασκητική προσπάθεια, καθώς αγωνιζόταν να έχει προσηλωμένο πάντοτε τον νου του στον πρώτο Νου, τον ίδιο τον Θεό. «Καθρεπτίζοντας τον αίτιο όλων Νου, τον Θεό, στον δικό σου καθαρότατο νου, δέχτηκες από Αυτόν την αίγλη των χαρισμάτων, θεόπνευστε» (ωδή ε΄). Εκεί που δίνει μία εξαιρετική όμως χριστοκεντρική  εξήγηση, με πολλή ποιητικότητα, του θαυματουργικού του χαρίσματος είναι στην ωδή θ΄: Βλάστησε ο άγιος τα σταφύλια των αρετών σαν κλήμα στο αμπέλι του Χριστού, κι αυτά έσταξαν το γλεύκος των θαυμάτων. Από αυτό το γλεύκος  πίνουν οι πιστοί και λαμβάνουν  και υγεία και ευχαρίστηση.

Αξίζει όμως να δούμε και την ερμηνεία του αγίου υμνογράφου στο παράδοξο θαύμα της αποτέφρωσης του μάγου Ηλιοδώρου. Παραξενεύει η ενέργειά του: αποτέφρωσε έναν άνθρωπο! Αλλά ο άγιος δεν προέβη στη βίαιη αυτή κίνηση από μίσος και φανατισμό. Το μίσος και ο φανατισμός στοχοποιούν συνήθως κάποιον και παλεύουν να τον εξοντώσουν, ερήμην πολλές φορές και του ίδιου - ο «αντίπαλος» στέκει ακριβώς απέναντι και πετροβολείται. Εδώ έχουμε τη συγκλονιστική συμπαράταξη του αγίου στην ίδια τιμωρία: εισέρχεται κι αυτός στη φωτιά, συμπαρασύροντας το όργανο του διαβόλου. Η κίνησή του βρίσκεται μέσα στην ενέργεια της χάρης του Θεού -  το αποτέλεσμα το αποδεικνύει.  Διότι λειτουργεί ως ποιμένας που πρέπει να σώσει τις ψυχές των πιστών του. Ο Ηλιόδωρος παρέσυρε πολλούς. Μπροστά στο φαινόμενο αυτό ο άγιος πρέπει να αντιδράσει. Προς χάρη ακριβώς του ποιμνίου του. «Αυτόν που μώραινε με τις απάτες των δαιμόνων όλους τους πιστούς στον Χριστό, τον παρέδωσες με δίκαιη ψήφο στη φωτιά, μακάριε, και έσωσες τις ψυχές από την ολέθρια αυτή βλάβη, σαν Ποιμένας αληθινός και σωτήριος» (ωδή ε΄). Ο άγιος Λέων εν προκειμένω αποτελεί παράδειγμα και πρότυπο για όλους τους χριστιανούς, και μάλιστα τους κληρικούς, στο πώς αντιμετωπίζονται οι εχθροί της Εκκλησίας: μόνον όταν έχει κανείς τη διάθεση να θυσιαστεί και ο ίδιος. Όταν κίνητρό μας είναι η αγάπη μας στον λαό του Θεού, με απόφαση να πεθάνουμε κι εμείς γι’ αυτήν την αγάπη, τότε η με φωτισμένη διάκριση στροφή μας κατά της πλάνης αποκτά αποτελεσματικότητα και γίνεται σωτήρια.

Δευτέρα 19 Φεβρουαρίου 2024

ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ "ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ" ΣΕ ΛΙΓΟ ΚΑΙΡΟ



ΣΧΕΣΗ ΚΑΙ ΣΧΕΣΕΙΣ

Β΄ ΕΚΔΟΣΗ (ΒΕΛΤΙΩΜΕΝΗ ΚΑΙ ΕΠΑΥΞΗΜΕΝΗ)

Στό ἀνηλεές σφυροκόπημα πού δέχεται ὁ θεσμός τῆς οἰκογένειας στούς καιρούς μας, ἡ πιό ἀποτελεσματική ἀντίδραση εἶναι ἡ προβολή τῶν ὑγιῶν στοιχείων της, ἐκείνων μάλιστα πού ἀπό πλευρᾶς χριστιανικῆς παραπέμπουν σ’ αὐτό πού χαρακτηρίζεται ἀπό τήν Ἁγία Γραφή «κατ’ οἶκον Ἐκκλησία»... 

Στήν προβολή τοῦ ἁγίου θεσμοῦ τοῦ γάμου, τῆς συζυγίας, τῆς οἰκογένειας στοχεύουν καί τά κείμενα τοῦ μετά χεῖρας βιβλίου, πού βελτιώνουν καί ἐπαυξάνουν τήν πολλαπλῶς ἀνατυπωθεῖσα πρώτη ἔκδοσή του (2008, σελ. 131). (Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου). 

Σχήμα: 21Χ14, σελ. 266.

Σε λίγο καιρό από τις εκδόσεις "ἀκολουθεῖν".    

Η ΑΓΙΑ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΦΙΛΟΘΕΗ Η ΑΘΗΝΑΙΑ

«Ἡ Ὁσία Φιλοθέη γεννήθηκε (1522) στὴν τουρκοκρατούμενη τότε Ἀθήνα. Οἱ εὐσεβεῖς γονεῖς της ὀνομάζονταν Ἄγγελος καὶ Συρίγα Μπενιζέλου. Ἡ μητέρα της ἦταν στείρα καὶ ἀπέκτησε τὴν Ἁγία μετὰ ἀπὸ θερμὴ καὶ συνεχὴ προσευχή. Μαζὶ μὲ τὴν χριστιανικὴ ἀνατροφή, ἔδωσαν στὴ μοναχοκόρη τους καὶ κάθε δυνατή, γιὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, μόρφωση. Ἔτσι ἡ Ρηγούλα, αὐτὸ ἦταν τὸ ὄνομά της προτοῦ γίνει μοναχή, ὅσο αὔξανε κατὰ τὴν σωματικὴ ἡλικία, τόσο προέκοπτε καὶ κατὰ τὴν ψυχή, ὅπως λέει τὸ συναξάρι της.

Σὲ ἡλικία 14 χρονῶν, οἱ γονεῖς της τὴν πάντρεψαν μὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς ἄρχοντες τῆς Ἀθήνας. Ἀργότερα, ἀφοῦ πέθαναν οἱ γονεῖς καὶ ὁ σύζυγός της, ήρθε ἡ ὥρα νὰ πραγματοποιήσει ἕνα μεγάλο πόθο της. Ἀφιερώνεται ἐξ ὁλοκλήρου στὸν Χριστό, γίνεται μοναχὴ καὶ παίρνει τὸ ὄνομα Φιλοθέη. Οἰκοδόμησε ἕνα γυναικεῖο μοναστήρι μὲ ἀρκετὰ κελιά, στὸ ὁποῖο καὶ ἔδωσε τὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα πού τόν εἶδε σέ ὅραμα, γιὰ νὰ τὸν τιμήσει. Τὸ μοναστήρι αὐτὸ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα σῳζόταν στὴν Ἀθήνα, μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἐπὶ πολλὰ ἔτη μετὰ τὴν κοίμηση τῆς Ἁγίας καὶ ἦταν πλουτισμένο, ὄχι μόνο μὲ ὑποστατικὰ καὶ διάφορα μετόχια, ἀλλὰ καὶ μὲ πολυειδὴ χρυσοΰφαντα ἱερατικὰ ἄμφια καὶ σκεύη, ἀπαραίτητα γιὰ τὶς ἐτήσιες ἱερὲς τελετὲς καὶ ἀγρυπνίες. Προπαντὸς ὅμως τὸ μοναστήρι σεμνυνόταν καὶ ἐγκαλλωπιζόταν μὲ τὸ θησαυρὸ τοῦ τιμίου καὶ ἁγίου λειψάνου τῆς Ἁγίας, τὸ ὁποῖο ἦταν ἀποθησαυρισμένο καὶ ἀποτεθειμένο στὸ δεξιὸ μέρος τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, ὅπου καὶ τὸ ἀσπάζονταν μὲ εὐλάβεια ὅλοι οἱ Χριστιανοί.

Τὸ παράδειγμά της νὰ ἀφιερωθεῖ στὸν Χριστό, τὸ ἀκολουθοῦν καὶ ἄλλες νέες. Σὲ λίγο διάστημα, ἡ μονὴ ἔφθασε νὰ ἔχει διακόσιες ἀδελφές. Ἡ μονὴ τῆς Ὁσίας Φιλοθέης γίνεται πραγματικὸ λιμάνι γιά ὅλους τούς κατατρεγμένους. Ἡ Ὁσία, παρὰ τὶς ἀντιδράσεις τῶν Τούρκων, οἰκοδομεῖ διάφορα φιλανθρωπικὰ ἱδρύματα, νοσηλευτήρια, ὀρφανοτροφεῖα, «σχολεῖα διὰ τοὺς παῖδας τῶν Ἀθηναίων, διὰ ν’ ἀνοίξῃ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν πρὸς τὴν παράδοσιν καὶ τὴν δόξαν τῶν προγόνων των». Διδάσκει μὲ τὰ λόγια καὶ μὲ τὴ ζωή της. Ἰδιαίτερες εἶναι οἱ φροντίδες της γιὰ νὰ σώσει ἀπὸ τὸν ἐξισλαμισμὸ ἢ τὴν ἁρπαγὴ τῶν Τούρκων τὶς νέες Ἑλληνίδες.

Ἡ ὅλη ὅμως δράση τῆς Ἁγίας Φιλοθέης ἐξαγρίωσε κάποτε τοὺς Τούρκους. Κάποια στιγμὴ τὴν συλλαμβάνουν καὶ ἐκείνη μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία ὁμολογεῖ: «Ἐγὼ διψῶ νὰ ὑπομείνω διάφορα εἴδη βασανιστηρίων γιὰ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ». Ὅλοι πίστευαν ὅτι ἡ Φιλοθέη ἐντὸς ὀλίγου θὰ ἐτελειοῦτο διὰ τοῦ μαρτυρικοῦ θανάτου. Ὅμως, κατὰ θεία βούληση, τὴν τελευταία σχεδὸν στιγμὴ πρόφθασαν κάποιοι Χριστιανοὶ καὶ καταπράϋναν τὸν ἡγεμόνα μὲ διάφορους τρόπους. Ἔτσι πέτυχαν νὰ ἐλευθερώσουν τὴν Ἁγία, ἡ ὁποία συνέχισε τό πνευματικό καί φιλανθρωπικό καί ἱεραποστολικό ἔργο της. Μάλιστα πέρασε στὴ νῆσο Τζιὰ (Κέα), ὅπου πρὸ πολλοῦ εἶχε οἰκοδομήσει μετόχι, γιὰ νά ἀποστέλλει ἐκεῖ τὶς μοναχὲς ἐκεῖνες ποὺ φοβοῦνταν γιὰ διαφόρους λόγους νὰ διαμένουν στὴν Ἀθήνα. Στὴν Τζιὰ ἔμεινε ἀρκετὸ χρόνο καὶ κατήχησε θεαρέστως τὶς ἀσκούμενες ἀδελφὲς στὴν ἀκριβὴ τήρηση τῶν κανόνων τῆς μοναστικῆς ζωῆς. Μόλις τελείωσε τὸ ἔργο της ἐκεῖ, ἐπέστρεψε καὶ πάλι στὴν Ἀθήνα, ἔχοντας γίνει «δοχεῖον τοῦ ἁγίου Πνεύματος» καί ἐπιτελώντας πολλά θαύματα.

Μάταια οἱ Τοῦρκοι προσπαθοῦν νὰ ἀνακόψουν τὴν δράση της. Ὥσπου μία νύχτα, στὶς 2 Ὀκτωβρίου τοῦ ἔτους 1588, πῆγαν στὸ μονύδριο ποὺ εἶχαν οἰκοδομήσει στὰ Πατήσια (ἔτυχε τότε νὰ ἑορτάζεται ἡ μνήμη τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου καὶ ἡ Ἁγία μαζὶ μέ τὶς ἄλλες ἀδελφὲς βρίσκονταν στὸν ἱερὸ ναὸ ἐπιτελώντας ὁλονύκτια ἀγρυπνία) καὶ πέντε ἀπὸ αὐτοὺς ἀνέβηκαν στὸν ἐξωτερικὸ τοῖχο καὶ πήδησαν μέσα στὴν αὐλή. Στὴν συνέχεια εἰσέβαλαν στὸ ναό, ὅπου ἅρπαξαν τὴν Ἁγία καὶ τὴν μαστίγωσαν μὲ μανία καὶ βαναυσότητα. Τὸ ἀσκητικό της σῶμα δὲν ἄντεξε πολύ. Ἡ Δορκὰς τῶν Ἀθηνῶν ὑπέκυψε. Εἴκοσι ἡμέρες μετὰ ἀπὸ τὴν κοίμηση τῆς Ἁγίας, ὁ τάφος της εὐωδίαζε. Ἀκόμη, ὅταν μετὰ ἀπὸ ἕνα ἔτος ἔγινε ἡ ἀνακομιδή, τὸ τίμιο λείψανό της βρέθηκε σῶο καὶ ἀκέραιο. Ἐπιπλέον ἦταν γεμάτο μὲ εὐωδιαστὸ μύρο, τρανὴ καὶ λαμπρὴ ἀπόδειξη τῆς θεάρεστης καὶ ἐνάρετης πολιτείας της, πρὸς δόξα καὶ αἶνο τοῦ Θεοῦ καὶ καύχημα τῆς πίστεώς μας. Τὸ ἱερὸ λείψανό της βρίσκεται σήμερα στὸν Μητροπολιτικὸ Ναὸ τῶν Αθηνών».

Ημέρα ξεχωριστής χαράς η σημερινή, και μάλιστα για την Αθήνα, η οποία τιμά ιδιαιτέρως την οσιομάρτυρα Φιλοθέη. Και δικαίως: στην Αθήνα έζησε και αγίασε και μαρτύρησε η αγία. Κι ακόμη περισσότερο: εκεί βρίσκονται και τα τίμια λείψανά της, μέσω των οποίων ο Κύριος καθημερινώς επιτελεί πάμπολλα θαύματα. Η ακολουθία της ημέρας έρχεται να εξαγγείλει αυτήν τη χαρά. «Σήμερα η ένδοξη Αθήνα χαίρεται, γιατί τίθενται σε προσκύνηση τα θεία λείψανα της Φιλοθέης, κι όλος ο λαός κατασπάζεται αυτά με πόθο». Η χαρά όμως, κατά τον υμνογράφο, δεν είναι μόνον για την ύπαρξη των λειψάνων της αγίας. Η πόλη χαίρεται – και μαζί της κάθε πόλη και χώρα -  και για το γεγονός ότι η αγία υπήρξε μία ζωντανή και αληθινή φανέρωση, όσο ζούσε, του ίδιου του Θεού. Διότι φανέρωνε την αγάπη Εκείνου που είναι η ίδια η Αγάπη, σε βαθμό που υπήρξε μία δεύτερη ακένωτη πηγή της κεφαλαιώδους αυτής αρετής. Η οσιομάρτυς δηλαδή όχι μόνον είχε συμπάθεια προς τον συνάνθρωπο, αλλά είχε την αγάπη του Χριστού, η οποία φθάνει σε σημείο θυσίας για χάρη του συνανθρώπου, ακόμη και του θεωρούμενου εχθρού. Κι αυτή η αγάπη του Χριστού, επειδή ακριβώς λειτουργεί στην καρδιά του αληθινού πιστού, δεν τελειώνει ποτέ. «Φάνηκες ατέλειωτη πηγή αγάπης» σημειώνει για την αγία ο υμνογράφος της.

Κι είναι ευνόητο βεβαίως ότι μία τέτοια αγάπη δεν μπορεί να έχει χαρακτήρα θεωρητικό. Εκφράζεται πάντοτε έμπρακτα, ως προσφορά στον συνάνθρωπο. «Πείνασα και μου δώσατε να φάω, δίψασα και με ποτίσατε, ξένος ήμουν και με περιμαζέψατε», λέει ο ίδιος ο Κύριος. Άλλωστε μία αγάπη που δεν παίρνει συγκεκριμένη μορφή, σταματά να είναι αγάπη. Γίνεται ένα ιδεολόγημα, που εξυπηρετεί μάλλον άλλες σκοπιμότητες. Η αγία Φιλοθέη λοιπόν υπήρξε ένα υπόμνημα αυτής της έμπρακτης αγάπης. Κατά το συναξάρι και κατά τον υμνογράφο συνεπώς, «πρέπει να χαίρεται, γιατί σκόρπισε όλον τον επίγειο πλούτο της για να περιθάλψει τον κάθε αναγκεμένο, κατεξοχήν δε των νέων γυναικών». «Συ, οσία, μοίρασες τον ρευστό πλούτο σου στους αναγκεμένους».

Η προσφορά της αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις, διότι υπήρξε σε πολύ δύσκολη εποχή. Δεν έκανε ελεημοσύνες σε εποχή ελευθερίας, που έχει κανείς ίσως την άνεση για κάτι τέτοιο. Η ζωή της όλη, ζωή ελεημοσυνών, βρισκόταν υπό συνεχή παρακολούθηση από τους Τούρκους και απειλείτο διαρκώς. Και στο τέλος δεν απέφυγε πράγματι τον μαρτυρικό θάνατο. Θα έλεγε κανείς ότι υπήρξε στο σκοτάδι το έντονο φως και στον χειμώνα ένα μοσχομύριστο λουλούδι και στη στυγνή δουλεία της Τουρκοκρατίας ένας ζεστός ήλιος. Και όντως έτσι την παρουσιάζει μεταξύ άλλων ο υμνογράφος: «Σαν ολόλαμπρος αστέρας έλαμψες στο σκοτάδι, και σαν ευωδιαστό και μυρόπνοο άνθος άνθησες τον χειμώνα. Σαν φως και σαν ήλιος ανέτειλες χαμογελαστά στην Αθήνα, θερμαίνοντας και φωτίζοντας τους σκοτεινιασμένους από τη στυγνή δουλεία».

Οι ύμνοι της Εκκλησίας μας καταλήγουν στο αυτονόητο: να πρεσβεύει η αγία για όλους μας, κυρίως όμως για την αγαπημένη της πόλη. «Πρέσβευε για την πόλη, στην οποία έζησες τη ζωή σου με οσιότητα». Και θα ’λεγε κανείς ότι είναι το πιο επίκαιρο και κρίσιμο αίτημα αυτό για την Αθήνα, όταν βλέπει το πώς την έχουν καταντήσει και οι κάτοικοί της, οι οποίοι σε ένα πολύ μεγάλο ποσοστό σηκώθηκαν και έφυγαν για «καλύτερες» περιοχές, και οι διάφοροι εχθροί της, οι οποίοι κάθε λίγο και λιγάκι, χωρίς κανένα ίχνος σεβασμού στις ομορφιές και τις παραδόσεις της, στα μνημεία και τα προσκυνήματά της, την καταστρέφουν και την διασύρουν παγκοσμίως. Πρέπει να θλίβεται πάρα πολύ η αγιασμένη ψυχή της, βλέποντας αυτά που κάθε φορά διαδραματίζονται «εις τας κλεινάς Αθήνας». Ίσως την προφυλάσσει και ο Κύριος, καλύπτοντας τους οφθαλμούς της, για να μη βλέπει τι ασχήμια υπάρχει, εκεί που υμνήθηκε ο αττικός ουρανός και αναπέμφθηκαν ολόθερμες δεήσεις προς τον Κύριο της δόξης. Η Εκκλησία μας όμως, θέλοντας να βλέπει με αισιοδοξία τα πράγματα και γνωρίζοντας ότι τελικώς το καλό κυριαρχεί επί του κακού,  επιμένει και θα επιμένει: ««Περίσωζε την πόλη σου με τις προσευχές σου προς τον Δεσπότη Χριστό».

Παρασκευή 16 Φεβρουαρίου 2024

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΠΑΜΦΙΛΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝ ΑΥΤΩ

«Αυτοί οι ένδοξοι μάρτυρες, κατά το έκτο έτος του διωγμού του Διοκλητιανού, οδηγήθηκαν στο μαρτύριο από διάφορες πόλεις και διάφορα επαγγέλματα και αξιώματα, και συνενώθηκαν στη μία πίστη του Χριστού. Ο τρόπος της συλλήψεώς τους έγινε ως εξής: Την ώρα που επρόκειτο αυτοί να διαβούν τις πύλες της πόλης της Καισαρείας, οι φύλακες ζήτησαν να μάθουν ποιοι ήταν και από πού έρχονταν. Αυτοί αποκάλεσαν τους εαυτούς τους χριστιανούς και πατρίδα έχουν την άνω Ιερουσαλήμ. Γι’ αυτόν τον λόγο συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στον ηγεμόνα Φιρμιλιανό, με αποτέλεσμα του μεν Ηλία και αυτών που ήταν μαζί του, μετά από πολλά βασανιστήρια, να κόψουν τα κεφάλια, όπως παρομοίως έκοψαν τα κεφάλια και του Παμφίλου και των υπολοίπων. Ο δε Πορφύριος, επειδή επιζητούσε το σώμα του κυρίου του Παμφίλου, συνελήφθη κι αυτός και παραδόθηκε στη φωτιά. Το ίδιο και ο Ιουλιανός, επειδή ασπαζόταν τα σώματα των αγίων, ρίχτηκε στις φλόγες. Αλλά κι ο Θεόδουλος, σταυρώθηκε σε ξύλο,  και μαρτύρησε έτσι. Τελείται δε η σύναξή τους στην αγιότατη μεγάλη Εκκλησία».

Σαν άλλοι δώδεκα απόστολοι προβάλλονται από την Εκκλησία μας σήμερα οι άγιοι δώδεκα μάρτυρες: ο ιερέας Πάμφιλος, ο Ουάλης, ο Σέλευκος, ο Δανιήλ, ο Θεόδουλος, ο Ησαΐας, ο Ιερεμίας, ο Ηλίας, ο Πορφύριος, ο Παύλος, ο Ιουλιανός και ο Σαμουήλ, κι αυτό  λόγω του λογισμού τους που κινούνταν με τον ίδιο ζήλο των αποστόλων, ως προς τη σταθερότητα της πίστης τους και την αφοβία τους απέναντι στα μαρτύρια.  «Καθώς γίνατε ισάριθμοι με τους αποστόλους, αθλοφόροι, αναλάβατε λογισμό ίδιου ζήλου με αυτούς, χωρίς να φοβηθείτε την άθεη ωμότητα των τυράννων. Αλλά αφού κηρύξατε με ανδρεία και σταθερότητα τον Σωτήρα, υπομείνατε τις στρεβλώσεις των μελών» (στιχηρό εσπερινού). Ο άγιος Θεοφάνης ο υμνογράφος προβαίνει και στην ερμηνεία αυτής της ταυτότητας λογισμού τους και της χαρισματικής εμμονής τους στο μαρτύριο, μολονότι προέρχονταν οι περισσότεροι από διαφορετικές περιοχές και δεν σχετίζονταν προ του μαρτυρίου μεταξύ τους: «Η δωδεκάριθμη φάλαγγα συγκροτήθηκε από τη δύναμη του Παναγίου Πνεύματος» (ωδή α΄). Το Άγιο Πνεύμα δηλαδή ήταν Εκείνο που τους ένωσε, όπως γενικά ενώνει κατά τρόπο ουσιαστικό τους ανθρώπους, έστω και αν μεταξύ τους μπορεί να είναι άγνωστοι. Πρόκειται για μία αλήθεια που είχε επισημανθεί ήδη απαρχής του χριστιανισμού, όχι μόνον από τους ίδιους τους χριστιανούς, αλλά και από τους ειδωλολάτρες: οι χριστιανοί γνωρίζονται, έλεγαν, και πριν ακόμη γνωριστούν. Είναι η μία πίστη, ο ένας Κύριος, το ένα βάπτισμα που ακριβώς ενεργοποιεί σ’ αυτούς την παρουσία του Αγίου Πνεύματος και κάνει ένα τις καρδιές τους.

Το γεγονός της ενότητας των δώδεκα μαρτύρων, έστω και χωρίς γνωριμία πριν από το μαρτύριό τους, κάνει τον άγιο υμνογράφο να τους δει και ως σμικρογραφία της ίδιας της Εκκλησίας. Η Εκκλησία αποτελεί το σώμα του Χριστού που περιλαμβάνει όλους τους πιστούς ανθρώπους ανά τον κόσμο, ανεξάρτητα από φυλή, γλώσσα, φύλο, μόρφωση, κοινωνική τάξη. Το ενοποιό στοιχείο είναι, όπως είπαμε, η μία πίστη, το ένα βάπτισμα, ο ένας Κύριος. Το κοινό τους μαρτύριο λοιπόν, παρ’ όλη τη διαφορετικότητά τους, είναι μία εξαγγελία αυτού που είναι η Εκκλησία: η αγκαλιά του Κυρίου για όλους τους ανθρώπους. Στην τετάρτη ωδή μάς το τονίζει: «Ήλθατε από ποικίλα πολιτεύματα και αξιωθήκατε να διασώζετε εν σμικρώ ολόκληρο τον τύπο της Εκκλησίας, γι’ αυτό και με συμφωνία κραυγάζετε: Δόξα στη δύναμή Σου, Κύριε».

Χρειάζεται όμως να επεκτείνουμε αυτό που προηγουμένως ανέφερε ο άγιος Θεοφάνης, ότι δηλαδή η ενότητα των δώδεκα μαρτύρων ήταν απόρροια της παρουσίας του αγίου Πνεύματος. Κι είναι μία διευκρίνιση που κάνει όχι μία φορά ο άγιος υμνογράφος. Το Άγιο Πνεύμα συγκρότησε σε μία φάλαγγα και τους δώδεκα, διότι βρήκε έτοιμη την καρδιά τους για κάτι τέτοιο. Τους βρήκε δηλαδή, κατά το ίδιο το όνομα του αγίου Παμφίλου, σε ετοιμότητα αγάπης, φιλίας, προς τον Χριστό. Μόνον όποιος έχει μεταθέσει εν αγάπη την ύπαρξή του σε Εκείνον, μπορεί να δει ενεργούσα μέσα του και την ενοποιό παρουσία του Πνεύματος του Θεού. «Αγάπησες τα θεία θελήματα του Χριστού κι έτσι αναδείχτηκες φιλόχριστος σωτήρας των πιστών, γενναιόφρον Πάμφιλε», μας λέει το κοντάκιο της εορτής. Κι αλλού, στους στίχους του συναξαρίου: «Αγαπώντας ο Πάμφιλος Εσένα, Λόγε, παραπάνω από όλα, και την αποτομή της κεφαλής του την θεωρούσε αγαπητή».