Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 17 Μαΐου 2026

ΘΑ ΕΙΜΑΙ ΣΤΗ ΘΥΡΑ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΚΑΙ ΘΑ Σ’ ΑΚΟΥΩ!

«Μου είπε ο Γέρων ιερομόναχος π. Ι. Σ., ότι είχε επισκεφτεί τον όσιο Σωφρόνιο τον Αθωνίτη στο μοναστήρι του, του Τιμίου Προδρόμου, στο Έσσεξ της Αγγλίας, και τον ρώτησε για διάφορα θέματα της πνευματικής ζωής. Μεταξύ άλλων τον ρώτησε και για τον τρόπο εκφοράς των ευχών στη Θεία Λειτουργία, αν πρέπει να γίνονται εις επήκοον ή μυστικώς. Και ο όσιος του απάντησε: “π. Ι., εσύ θα βρίσκεσαι μπροστά στην Αγία Τράπεζα κι εγώ ευρισκόμενος στη θύρα του Ναού θα πρέπει να σε ακούω”».

Είναι από τα θέματα που επανήλθαν τον τελευταίο καιρό στην επικαιρότητα, μολονότι ουδέποτε έπαψε να απασχολεί τους κληρικούς αλλά και τους πιο ενημερωμένους από τους πιστούς της Εκκλησίας, ιδίως από την εποχή που ετέθη με μεγαλύτερη ένταση από τον μακαριστό αρχιεπίσκοπο κυρό Χριστόδουλο μέσα στο πλαίσιο της λεγόμενης «λειτουργικής αναγεννήσεως», για την οποία είχε δείξει ξεχωριστό ενδιαφέρον: «Οι ευχές στη Θεία Λειτουργία να λέγονται εις επήκοον ή μυστικώς;» Είναι αυτονόητο ότι επανερχόμενο το θέμα σημαίνει πως δεν λύθηκε, δεν δόθηκε δηλαδή μία οριστική απάντηση κοινά αποδεκτή από όλους, και μάλλον ουδέποτε θα δούμε κάτι τέτοιο στο προσεχές ή και στο απώτατο μέλλον.

Επεχείρησε η Ι. Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, εδώ και αρκετά χρόνια (2004), να δώσει μία απάντηση, να θέσει τις βάσεις μάλλον για μία κοινή κατεύθυνση, αλλά μάλλον ματαίως, διότι οι ίδιοι οι Επίσκοποι, ή κάποιοι απ’ αυτούς - οπότε και οι κληρικοί της περιφέρειάς τους σ’ ένα μεγάλο βαθμό – ακολούθησαν και ακολουθούν  διαφορετική τακτική, τόσο που θα μπορούσε να επαναληφθεί, μ’ έναν τόνο υπερβολής βεβαίως, το λεχθέν ότι «όσοι Έλληνες, τόσες και οι διαφορετικές γνώμες». Και δεν πρέπει να μας παραξενέψει το γεγονός. Διότι αφενός στην Παράδοση της Εκκλησίας δεν υπάρχει κάτι ομοιόμορφο στο συγκεκριμένο θέμα, αφετέρου τούτο δεν συνιστά θέμα για τη σωτηρία του ανθρώπου.

Προ καιρού έθεσα τον προβληματισμό σε διαπρεπή καθηγητή  της Θεολογικής Σχολής, ειδικό λειτουργιολόγο, ο οποίος μου διευκρίνισε ότι η Παράδοση έχει καταγράψει πάνω στον τρόπο αυτόν εκφοράς των ευχών «δεκατέσσερις διαφορετικές περιπτώσεις». Που σημαίνει: είτε με τον έναν είτε με τον άλλον τρόπο, η Θεία Λειτουργία ως ο Χριστός προσφερόμενος και θυσιαζόμενος, ως η συνέχεια του Μυστικού Δείπνου, πραγματοποιείται χωρίς καμία διακοπή και χωρίς κανέναν ενδοιασμό ότι «κάτι δεν πάει καλά!» Η πίστη για τον Χριστό ως τον ενανθρωπήσαντα Θεό, η πίστη για την αγία Τριάδα, η πίστη για την Εκκλησία ως το ζωντανό σώμα του Χριστού, η πίστη για το Πανάγιον Πνεύμα ως το ενεργούν τη μεταβολή των Τιμίων Δώρων, δεν αμφισβητείται, δεν αλλοιώνεται, δεν καταργείται, θέλουμε να πούμε ότι ο προβληματισμός αυτός για τις ευχές, σοβαρότατος και ιερότατος κατά τα άλλα, δεν αποτελεί θέμα δογματικό, γι’ αυτό και οι όποιες ενστάσεις ή πολύ περισσότερο εντάσεις και ειρωνείες(!) μπορεί να εγερθούν από ορισμένους εκφεύγουν των ορίων της Εκκλησίας και της ορθής κατά Χριστόν πνευματικής ζωής.

Είναι κρίμα δηλαδή για ένα τέτοιο θέμα, μη δογματικό επαναλαμβάνουμε, που ο προβληματισμός του θα σήμαινε κλήση προς αγαπητική ένωση των πιστών και αλληλοκατανόησή τους λόγω «παροξυσμού αγάπης», να έχουμε το ακριβώς αντίθετο: κατηγορίες και ερωτηματικά για ελλειμματική θεολογία ή για ελλειμματική πνευματική ζωή. Σε πολλά τέτοια επιμέρους θέματα θα έπρεπε να ισχύει το «συμφωνούμε ότι διαφωνούμε». Γιατί δεν θίγεται ακριβώς η ουσία. Τι βλέπουμε στην πρώτη Εκκλησία για παράδειγμα στο θέμα του εορτασμού του Πάσχα; Διαφωνεί η Δύση με την Ανατολή και με τον τρόπο της αγάπης συμφωνούν ο καθένας να συνεχίσει τη δική του παράδοση. Το ζητούμενο ήταν και είναι ένα: «εις Κύριος, μία πίστις, εν βάπτισμα».

Και λοιπόν; Δεν πρέπει να ερευνούμε για το πιο σωστό ίσως, με την έννοια του πιο κοντινού προς το αρχικό καθεστώς της πρώτης Εκκλησίας και τι εξυπηρετεί τη σύγχρονη ποιμαντική πραγματικότητα; Ασφαλώς και πρέπει. Κι είναι ανάγκη να είμαστε όλοι ανοικτοί προς αυτό που η επιστημονική έρευνα των κειμένων των Πατέρων μας υποδεικνύει. «Πάντα ευσχημόνως και κατά τάξιν γινέσθω». Που θα πει: έστω κι αν ένας άγιος λειτουργούσε με τον άλφα ή βήτα τρόπο, δεν αποκλείει την αποδοχή αυτού που η έρευνα δείχνει ως το καλύτερο – δεν έχουμε εδώ «μετάθεσιν όρων αιωνίων». Ο άγιος είναι άγιος, μα υπεράνω αυτού είναι η ίδια η Εκκλησία, η οποία καταθέτει τη μαρτυρία της μέσα από τη φωνή της, την Ιερά Σύνοδο: απολύτως όταν τίθεται θέμα δογματικό, ως πρόταση προς αποδοχή όταν είναι θέμα λειτουργικής ευταξίας. Ποιος μάλιστα πιστεύει ότι αν μία τοπική Εκκλησία στην οποία ζει ένας μεγάλος άγιος πρότεινε μία «ρύθμιση» ενός πρακτικού θέματος, δεν θα έσπευδε να την υιοθετήσει ο μεγάλος άγιος; Γιατί ακριβώς θα ήταν μεγάλος και άγιος λόγω της ταπεινώσεώς του και της υπακοής του προς την ποιμαίνουσα Εκκλησία του.

Αξίζει να θυμίσουμε εδώ κάτι που μνημονεύει ο άγιος Ιωάννης Μόσχος στο γνωστό «Λειμωνάριόν» του. Κάποιος άγιος ιερέας όταν λειτουργούσε στο μοναστηράκι του, πάντοτε έβλεπε να συλλειτουργούν μαζί του δύο άγγελοι. Κι ήρθε η στιγμή που κάποιος διάκονος, ερχόμενος στον άγιο Γέροντα λόγω της φήμης του ως αγίου, είδε ότι την Πρόθεση για τη Θεία Λειτουργία την τελεί ο Γέροντας με λανθασμένο τρόπο, με τρόπο δηλαδή κάποιας αιρετικής απόκλισης εν αγνοία βεβαίως του ίδιου. Υπέδειξε την πλάνη ο διάκονος, αντέδρασε προς στιγμήν ο άγιος Γέρων, μα στράφηκε προς τους αγγέλους  που μόνον αυτός τους έβλεπε, να τους ρωτήσει για την παρατήρηση του διακόνου. Κι οι άγγελοι αμέσως του είπαν ότι έχει δίκιο ο κληρικός. «Να συμμορφωθείς, Γέροντα». Και στην απορία του, γιατί τόσο καιρό που λειτουργεί δεν του υπέδειξαν την πλάνη εκείνοι, απάντησαν: «Διότι ο Κύριος θέλει ο άνθρωπος να διδάσκεται μόνον από τον συνάνθρωπό του» - μία εφαρμογή θαυμάσια εν προκειμένω του χριστολογικού δόγματος! 

Συμπέρασμα; Αν υπάρχει! Ο άγιος Σωφρόνιος, ως ο βαθύνους και σοφός λειτουργικός άγιος, ως εκείνος που τόνιζε ότι η Θεία Λειτουργία, και μάλιστα του Μεγάλου Βασιλείου, είναι ό,τι σημαντικότερο έχουμε για την προσευχή που περιεχόμενό της έχει τη θεολογία – «μόνον το Ευαγγέλιο του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου υπέρκειται της Θείας αυτής Λειτουργίας» έλεγε – μας προσανατολίζει προς την κατεύθυνση της εις επήκοον εκφοράς των ευχών της Θείας Λειτουργίας. Γιατί όλοι οι πιστοί είμαστε μέλη Χριστού με πνευματική ιερωσύνη ο καθένας λόγω του αγίου βαπτίσματός μας, οπότε όλοι, ο καθένας με τον τρόπο του και από τη θέση του, πρωτίστως ο κληρικός, «τελούμε» τη Θεία Λειτουργία, ή καλύτερα ο καθένας μετέχει στον μόνο Τελετάρχη, τον Ίδιο τον Κύριο Ιησού Χριστό που τελεί τα Μυστήρια εν Πνεύματι Αγίω, συνεπώς όλοι πρέπει να ακούμε το τι προσφέρεται στον Κύριο εν προσευχή. Κι ασφαλώς υπάρχει πάντοτε η απορία: γιατί επιτρέπεται να έχει και ο λαϊκός πιστός «βιβλιαράκι» ή πια και το «κινητό» για να βλέπει τα της Θείας Λειτουργίας και να προσεύχεται έτσι, αλλά τούτο δεν επιτρέπεται να γίνεται με τη φωνή του ιερέα;    

Τρίτη 21 Απριλίου 2026

«ΜΗΝ ΤΟΥΣ ΖΟΡΙΖΕΤΕ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ…»

«Ο Πέτρος ήτο έγγαμος… Ο Ανδρέας δεν έκαμε γάμο. Αφοσιώθηκε στον Θεό. Επιλογή του. Πρέπει και να παντρεύονται και να αφοσιώνονται στον Θεό. Και να διαλέγουν ό,τι μπορούν. Θυμάμαι τον Γέροντα Πορφύριο, που έλεγε σε μια παρέα που ’χαμε πάει, ήμαστε παπάδες, «Βρε, να μη ζορίζετε τους ανθρώπους ούτε να παντρευτούν ούτε να μονάσουν. Δεν κάνουν όλοι γι’ αυτό». Τι κουβέντα! Υπάρχουν κάποιοι που λένε, ή θα μονάσεις ή θα παντρευτείς. Μα όταν δεν μπορεί να κάνει το ένα ή το άλλο, ο άλλος τι να κάνει; Τι να τον κάνουμε αυτόν δηλαδή; Να τον βάλουμε με το ζόρι εκεί και να αποτύχει; Όχι! Ο Παπαδιαμάντης δεν έκανε ούτε για καλόγερος, δεν μπορούσε να αντέξει. Πήγε στο Άγιο Όρος χάριν προσκυνήσεως κι ήθελε να πέσει από ένα μπαλκόνι. Του ’ρθε μελαγχολία. Τι να κάνουμε; Να παντρευτεί, πάλι, δεν είχε τα μέσα. Δεν του έβγαινε, ας πούμε, να βγει στη ζωή και στην κοινωνία… Έτσι λοιπόν είναι τα πράγματα. Μην τους ζορίζετε, λέει, τους ανθρώπους. Να τους αγαπάτε τους ανθρώπους, να τους ακούτε, να προσεύχεστε γι’ αυτούς, να τους φέρεστε καλά, να τους συμβουλεύετε απαλά» (Μακαριστού Γέροντος Ανανία Κουστένη, Διδαχές).

Ο μακαριστός Γέροντας Ανανίας (1945-2021) - που οι διδαχές και οι ομιλίες του μέχρι σήμερα (και για πολύ καιρό ασφαλώς ακόμη) αποτελούν όχι μόνο καθοδηγητικό στοιχείο για την αληθινή κατά Χριστόν ζωή για τους περισσοτέρους χριστιανούς, αλλά και αναψυχή και πηγή ιστορικών και παντοίων λοιπών γνώσεων – αναφέρεται σ’ ένα από τα κρισιμότερα θέματα για τη ζωή του ανθρώπου: την επιλογή της έγγαμης ή της μοναχικής ζωής. Και τι σημειώνει, βασιζόμενος και στην Αγία Γραφή, ιδίως την Καινή Διαθήκη, αλλά και στην Πατερική Παράδοση, την παλαιότερη και τη νεώτερη; Ότι βεβαίως υπάρχουν αυτά τα δύο είδη στην πορεία αγιασμού του ανθρώπου: ο έγγαμος και ο άγαμος κατά Χριστόν βίος, όπως το βλέπουμε ακόμη και στους μαθητές του Κυρίου˙  τονίζουν τη διπλή αυτή «κανονική» πορεία και οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας, σαν τον άγιο μεγάλο Αθανάσιο για παράδειγμα, ο οποίος σημειώνει ότι «δύο δρόμοι υπάρχουν στη ζωή, ένας πιο μέτριος και βιοτικός, ο γάμος, και ο άλλος αγγελικός και ανυπέρβλητος, η παρθενία»˙ όμως τελικώς, ακόμη κι έτσι, κανείς δεν μπορεί να «εγκλωβίσει» τον άνθρωπο σε «μονοδρόμους», γιατί πάντοτε υπάρχει το στοιχείο της ιδιαιτερότητας, ανάλογα με τον χαρακτήρα του καθενός και τον τρόπο με τον οποίο μεγάλωσε και αναπτύχθηκε. «Δεν κάνουν όλοι γι’ αυτό» παραπέμπει ο Γέροντας στον πνευματοφόρο πνευματικό του άγιο Πορφύριο. Που σημαίνει: υπάρχουν άγιοι άνθρωποι που δεν υπήρξαν έγγαμοι αλλ’ ούτε και αφιερώθηκαν στον μοναχικό βίο, κι όμως άγιασαν και μεγαλούργησαν, ακολουθώντας ένα δικό τους μοναχικό μονοπάτι, σαν τον μεγάλο Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Ποιος μπορεί να αμφισβητήσει τη χριστιανοσύνη του Παπαδιαμάντη; Κανείς! Κι όμως χάραξε τη δική του πορεία ζωής στην Εκκλησία!

Τι υπόκειται στη σκέψη των Πατέρων της Εκκλησίας μας, ιδίως δε του αγίου Πορφυρίου και του τέκνου του Γέροντος Ανανία; 1. Ότι το ζητούμενο στον άνθρωπο είναι ακριβώς ο αγιασμός του και όχι η επιλογή της άλφα ή της βήτα ζωής – «τούτο εστί το θέλημα του Θεού, ο αγιασμός υμών» (απ. Παύλος)˙ 2. Ότι ο άνθρωπος αποτελεί ένα μυστήριο στον κόσμο τούτο, εικονίζοντας τον Θεό από της δημιουργίας του, ώστε να μην υπάρχει κάτι απόλυτο, πέραν των εντολών του Κυρίου, για να τον περιορίσει – υπάρχουν «άπειροι» δρόμοι εντός της Εκκλησίας, που φτάνει κανείς στην ένωσή του με τον Χριστό˙ 3. Ότι εντέλει εκείνο που διασώζει αδιάκοπα ο λόγος του Θεού είναι η ελευθερία του ανθρώπου. «Βρε, να μη ζορίζετε τους ανθρώπους ούτε να παντρευτούν ούτε να μονάσουν. Δεν κάνουν όλοι γι’ αυτό!» Το θέμα της ελευθερίας μάλιστα το τόνιζε καθ’ υπερβολήν ίσως ο μεγάλος σύγχρονος όσιος, γιατί αυτό έβλεπε ότι κυριαρχούσε μέσα στο Ευαγγέλιο: «ο Θεός δεν έδωσε απλώς ελευθερία στον άνθρωπο. Τη χάραξε μέσα στην ψυχή του»! Πώς αλλιώς θα μπορούσε να δει κανείς τα πράγματα άλλωστε, όταν ο ίδιος ο Χριστός μας στην παραβολή ιδίως του ασώτου προβάλλει την πραγματικότητα του Θεού Πατέρα, ο Οποίος μέσα στην άπειρη αγάπη Του προς εμάς τα παιδιά Του μας αφήνει ελεύθερους ακόμη και να «καταστραφούμε»; «Ο Υιός μου αυτός ήταν νεκρός και χαμένος».

Γι’ αυτό και τίποτε δεν υπέρκειται της αγάπης του Θεού, η οποία αποτελεί τη μεγαλύτερη και μόνη δύναμη που μπορεί να συνεφέρει τον άνθρωπο. «Το χρηστόν του Θεού εις μετάνοιαν σε άγει» (απ. Παύλός). Κανείς λοιπόν χριστιανός, και μάλιστα ποιμένας, δεν μπορεί εν ονόματι του Κυρίου να «ξεπεράσει» τον Ίδιο, συμπεριφερόμενος με καταναγκασμό και με βία, «για να συνετίσει και να συμμορφώσει και να σώσει τον άλλον!» «Μην τους ζορίζετε τους ανθρώπους» - «άκουε, ουρανέ, και ενωτίζου γη!» Κι είναι καλό να θυμόμαστε διαρκώς τον λόγο του μεγάλου οσίου Ιωάννου της Κλίμακος, που αποκαλύπτει ότι «εκείνος που θέλει να επιβάλει τη γνώμη του, έστω και σωστή, στον άλλον, να ξέρει ότι πάσχει από τη νόσο του διαβόλου, την υπερηφάνεια».

Τι πρέπει λοιπόν να κάνουμε, κατά άγιο Πορφύριο, τον οποίο ερμηνεύει ο μακαριστός Γέροντας Ανανίας;        

 Σεβόμενοι απεριόριστα την ελευθερία των άλλων «να τους αγαπάμε, να τους ακούμε, να προσευχόμαστε γι’ αυτούς, να τους φερόμαστε καλά», κι ακόμη «να τους συμβουλεύουμε απαλά». Διότι δεν είμαστε εμείς οι σωτήρες, αλλά ο Χριστός! Η δική μας ευθύνη είναι να προεκτείνουμε Εκείνου τη στάση και συμπεριφορά, στάση σταυρικής αγάπης, ώστε Εκείνος δι’ ημών να βρίσκει τις όποιες «ρωγμές» στην ύπαρξη του ανθρώπου για να οδηγηθεί αυτός σε μετάνοια ή σε βάθεμα αυτής. Και στην περίπτωση που ίσως χρειαστεί να μαλώσουμε κάποιον, γιατί έχουμε την ευθύνη του, αυτό να γίνεται με αγάπη. «Και τρυφερά και στοργικά, ε, και καμιά φορά, άμα τους μαλώνετε με αγάπη, το καταλαβαίνουν. Γιατί δεν τον νοιάζει τον άλλον τι θα του πεις. Πώς θα του το πεις. Κι άμα τον μαλώσεις χωρίς αγάπη, τον πονάει. Άμα τον μαλώσεις με αγάπη, πάλι τον πονάει, αλλά το δέχεται. Είναι σημαντικό αυτό. Το δέχεται και προσπαθεί».  

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

ΑΡΧΗ ΤΡΙΩΔΙΟΥ

«Βάλλει μετανοίας τρεις…»

«Από σήμερα, στον εσπερινό της Κυριακής του Τελώνου και του Φαρισαίου, αρχίζουν να συμψάλλονται οι ύμνοι που περιέχονται στο λειτουργικό βιβλίο του Τριωδίου. Σε μερικούς ναούς πριν την έναρξη του εσπερινού τίθεται κάτω από την εικόνα του Χριστού στο τέμπλο σε ευτρεπισμένο σκαμνί το λειτουργικό βιβλίο του Τριωδίου, όπου προσέρχεται ο πρωτοψάλτης (ο οποίος εκπροσωπεί όλους όσοι υπηρετούν στο αναλόγιο), βάζει μπροστά στην εικόνα τρεις μετάνοιες, ασπάζεται την εικόνα, παίρνει στα χέρια του το Τριώδιο και το ασπάζεται, κάνει πάλι τρεις μικρές μετάνοιες και απέρχεται μαζί με το Τριώδιο στην οικεία του θέση» (Σημείωση Τυπικού ημέρας).

Μία βαθιά συμβολική κίνηση σημειώνεται στο Τυπικό της Εκκλησίας με το ξεκίνημα της περιόδου του Τριωδίου, για να προβληθούν δύο κυρίως πράγματα: πρώτον, η μεγάλη σημασία του λειτουργικού βιβλίου που φέρει την ονομασία «Τριώδιον» - παραλαβή του από τον πρωτοψάλτη μπροστά στην εικόνα του Κυρίου σαν να προσφέρει Εκείνος στον εκπρόσωπο του λαού στις λειτουργικές συνάξεις τα λόγια που απηχούν το Πνεύμα Του και ευαρεστείται ο Ίδιος να ακούει∙ και δεύτερον, η προσκύνηση του εκπροσώπου του λαού (ο ψάλτης είναι εκείνος που για λόγους ευταξίας λέει όσα ο λαός πάντοτε έλεγε),  που φανερώνει ότι ενώπιον του Κυρίου η μόνη ορθή στάση και κίνηση είναι η υπακοή, αυτό που συνιστά φρόνημα και του ίδιου του αρχηγού της πίστεως, καθώς το εξαγγέλλει με ποιητική ένταση ο απόστολος Παύλος: «Να υπάρχει μεταξύ σας το ίδιο φρόνημα που είχε κι ο Ιησούς Χριστός, ο οποίος, αν και ήταν Θεός, δεν θεώρησε την ισότητά του με τον Θεό αποτέλεσμα αρπαγής, αλλά τα απαρνήθηκε όλα και πήρε μορφή δούλου˙ έγινε άνθρωπος˙ και όντας πραγματικός άνθρωπος ταπεινώθηκε θεληματικά υπακούοντας μέχρι θανάτου, και μάλιστα θανάτου σταυρικού» (Φιλ. 2, 5-8). Κι η υπακοή αυτή μαρτυρείται με τον πιο δυνατό τρόπο όταν ο άνθρωπος πορεύεται κατά τα κελεύσματα των ύμνων του Τριωδίου, δηλαδή προσπαθεί να ζει με μετάνοια ως επίγνωση της αμαρτωλότητάς του και διαρκή επιστροφή προς τον Θεό ελπίζοντας στο άπειρο έλεός Του. Διότι το Τριώδιο ως βιβλίο της Εκκλησίας αλλά και ως περίοδος που χρωματίζεται από το περιεχόμενο του βιβλίου αυτού τη μετάνοια πρώτιστα προβάλλει και διακηρύσσει.

Από τον εσπερινό της ημέρας λοιπόν ουσιαστικά εισερχόμαστε στην πιο ιερή και κατανυκτική περίοδο όλου του χρόνου, η οποία διαρθρώνεται σε τρία μέρη: το εισαγωγικό μέρος (Κυριακές Τελώνου και Φαρισαίου, Ασώτου, Απόκρεω και Τυρινής, ήτοι τρεις εβδομάδες), το καθαυτό μέρος, τη Μεγάλη Σαρακοστή (αρχής γενομένης από την Καθαρά Δευτέρα έως το Σάββατο του Λαζάρου) και το τρίτο και τελευταίο που συνιστά και το όλο σκοπό και την αποκορύφωση, τη Μεγάλη Εβδομάδα. Είναι αυτονόητο βεβαίως ότι από την άποψη αυτή η θεώρηση πολλών, δυστυχώς και χριστιανών, περί του Τριωδίου ως της περιόδου του ξεφαντώματος και του «ξεσαλώματος» κοινώς των ανθρώπων δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα της εκκλησιαστικής περιόδου και ζωής.

Στην κοσμική θεώρηση ο άνθρωπος χάνει τον εαυτό του και νεκρώνεται πνευματικά. Διότι στρέφεται ολοσχερώς προς τον θάνατο που φέρνει το αμαρτωλό φρόνημα – «ψωνίζεις θάνατο με την αμαρτία» λέει ο απόστολος Παύλος. Στην εκκλησιαστική θεώρηση ο άνθρωπος βρίσκει τον εαυτό του και το μεγαλείο της δημιουργίας του. Διότι εγκύπτει μέσα στην καρδιά του, «τον κρυπτόν της καρδίας άνθρωπον», προκειμένου να την καθαρίσει με τη χάρη του Θεού από κάθε τι εμπαθές που αλλοιώνει την αληθινή φύση του. Κι η κάθαρση αυτή έτσι αποτελεί συνέργεια και του Θεού, διότι «μόνο το Πνεύμα του Θεού μπορεί να καθαρίσει τον νου του ανθρώπου» κατά τους αγίους μας, αλλά και του ανθρώπου, διότι χρειάζεται να θελήσει κι αυτός τον Θεό στη ζωή του.

Οπότε, το Τριώδιο αποτελεί την πιο ευλογημένη πρόκληση για τον χριστιανό ώστε να αναδυθεί ο αληθινός εαυτός του, ο κατ’ εικόνα Χριστού δημιουργημένος, μετά μάλιστα το βάπτισμά του στην αγία κολυμβήθρα της Εκκλησίας, και περαιτέρω αυξανόμενος εν Αυτώ «μέχρις ότου φτάσει στο μέτρο της ηλικίας του πληρώματος Εκείνου». Ότι από την άποψη αυτή η περίοδος του Τριωδίου συντελεί με μοναδικό τρόπο στη φανέρωση του χριστιανού ως του ανθρώπου που πολιτεύεται με ταπείνωση και γνήσια αγάπη είναι περιττό και να πούμε. Το Τριώδιο με άλλα λόγια ως ο πυρήνας όλης της εκκλησιαστικής χρονιάς υπάρχει για να «φτιάχνει» αγίους˙ γι’ αυτό και θεωρείται ως το μέτρο που καθημερινά πρέπει να μετράμε τον εαυτό μας. Δεν ευχόταν τυχαία ο όσιος Παΐσιος ο αγιορείτης «να ήταν όλη η ζωή του μία Σαρακοστή!» 

Τρίτη 25 Φεβρουαρίου 2025

Ο... "ΑΝΑΜΑΡΤΗΤΟΣ"!

 

Ο κύριος που μπήκε στο εξομολογητάρι περίμενε στην αναμονή αρκετή ώρα. Τον είχε δει ο ιερέας μαζί με τους άλλους, όταν ξεκίνησε την εξομολόγηση. Ήταν αρκετά ευπαρουσίαστος και πολύ ευγενικός. Σταυροκοπήθηκε, φίλησε το χέρι του ιερέα, κάθισε στη θέση του εξομολογουμένου.

«Πρώτη φορά εξομολογείσθε;» ρώτησε ο ιερέας. «Δεν σας έχω ξαναδεί».

«Όχι, πάτερ. Εξομολογούμαι κατά καιρούς, αλλά δεν έχω σταθερό εξομολόγο. Όταν πλησιάζουν οι μεγάλες γιορτές, μπαίνω σε κάποιο ναό και όταν βρω πνευματικό εξομολογούμαι. Δεν θέλω να κοινωνώ χωρίς εξομολόγηση».

«Κάνετε πολύ σωστά. Κι αυτό δείχνει ότι μάλλον έχετε συναίσθηση των μυστηρίων της Εκκλησίας μας. Η ιερά εξομολόγηση – το γνωρίζετε - είναι από τα υποχρεωτικά λεγόμενα μυστήρια, μαζί με το βάπτισμα, το χρίσμα και τη θεία κοινωνία, γιατί δυστυχώς μετά το βάπτισμά μας αμαρτάνουμε. Οπότε ο Κύριος μάς το πρόσφερε ως τη μεγαλύτερη δωρεά: να μπορούμε και πάλι να καθαρίζουμε την ψυχή μας και να ξαναζούμε τη χάρη της αναγέννησής μας, όπως τότε που βγήκαμε από την αγία κολυμβήθρα. Αρκεί βεβαίως και η εξομολόγηση να γίνεται με τον σωστό τρόπο».

«Ποιος είναι ο σωστός τρόπος, πάτερ;» είπε ο μεσήλικας.

«Αυτό που δηλώνει και το όνομα του μυστηρίου. Λέμε μυστήριο μετανοίας. Συνεπώς πρέπει κανείς να είναι σε αυτήν την ατμόσφαιρα της επίγνωσης των αμαρτιών του και της πίστης στην αγάπη του Θεού, ώστε να προσέλθει σωστά. Χωρίς τη μετάνοια και την απόφαση για αλλαγή της ζωής του, ώστε να βαδίζει πια όσο γίνεται πάνω στις εντολές του Χριστού μας, η εξομολόγηση καταντά μάλλον ένας τύπος που δεν ξέρω κατά πόσο προσφέρει στον άνθρωπο τη χάρη του Θεού».

«Ναι, πάτερ», έδειχνε να συμφωνεί ο κύριος.

«Θέλω όμως και κάτι ακόμη να σας πω», είπε ο ιερέας, «πριν ξεκινήσετε να εξομολογείσθε. Είπατε ότι δεν έχετε σταθερό πνευματικό. Αυτό πρέπει να σας προβληματίσει λίγο. Χωρίς να είναι θέμα δογματικό, όπως λέμε, για την πίστη μας, δηλαδή ότι χωρίς αυτό δεν είμαστε πιστοί και δεν ζούμε τη σωτηρία μας – εκτός κι αν κανείς δεν έχει σταθερό τόπο που ζει - όμως έχει διαπιστωθεί ότι η αναφορά σε ένα μόνο πνευματικό βοηθάει στην πνευματική μας πορεία, για τον λόγο ότι επέρχεται  γνωριμία πραγματική, ψυχική, μεταξύ του εξομολόγου και του εξομολογουμένου, κι επομένως μπορεί ο πνευματικός και να μας καταλάβει καλύτερα και να μας δώσει τις πιο καλές ίσως συμβουλές για τη σχέση μας με τον Θεό. Και το ερώτημα βεβαίως πάντα είναι «γιατί θέλω να αλλάζω πνευματικό;» Αν, σας είπα, είναι λόγω των μετακινήσεων του ανθρώπου, έχει καλώς. Αν όμως η διαρκής αλλαγή οφείλεται στο γεγονός ότι δεν θέλω να δεθώ με κάποιον συγκεκριμένα, τότε τα πράγματα είναι πιο σύνθετα και μοιάζουν με το φυτό που διαρκώς μεταφυτεύεται. Δηλαδή δεν μπορεί τελικώς να καρποφορήσει. Σκεφθείτε μήπως συμβεί τούτο και σε σας. Η πρότασή μου θα ήταν λοιπόν να αποφασίσετε να πηγαίνετε σε κάποιον πιο σταθερά, πιο συγκεκριμένα. Συγγνώμη που σας τα λέω αυτά, αλλά είμαι υποχρεωμένος να σας τα πω. Κι εγώ έχω σταθερό πνευματικό, που επειδή ακριβώς με ξέρει, δεν χρειάζεται να εξηγώ πολλά πράγματα από τη ζωή μου. Ομολογώ εν μετανοία τις αμαρτίες μου, κάνει κάποια παρατήρηση ίσως ο αδελφός κληρικός, και μου διαβάζει την ευχή».

Ο κύριος δεν μιλούσε. Φαινόταν προβληματισμένος και ο ιερέας αναρωτήθηκε μήπως του τα είπε… μαζεμένα και τον φόβισε. Στράφηκε νοερά στον Κύριο να φωτίσει τον άνθρωπο και να του δώσει πραγματική μετάνοια.

«Τι έχετε να πείτε, λοιπόν; Αντί να μιλήσετε εσείς, σας έπιασα… μονότερμα που λέμε».

«Όχι, πάτερ, καλά κάνατε. Εσείς πρέπει να λέτε αυτά που πρέπει. Λοιπόν – ξερόβηξε – δεν έχω να σας πω πολλά πράγματα. Είμαι άνθρωπος της Εκκλησίας, εκκλησιάζομαι δηλαδή, προσεύχομαι, νηστεύω όσο μπορώ, δίνω ελεημοσύνη εκεί που πρέπει. Δεν βλέπω κάτι να βαραίνει την ψυχή μου».

Κάτι του θύμισε του ιερέα η απαρίθμηση αυτή… «Έχετε κάτι εναντίον κάποιου συνανθρώπου σας;» ρώτησε ο ιερέας χαμηλόφωνα.

«Όχι, πάτερ. Τους αγαπώ όλους. Με όλους τα έχω καλά».

«Μελετάτε κανένα πνευματικό βιβλίο;»

 «Ναι, πάτερ, μολονότι δεν μου μένει και πολύς χρόνος λόγω της εργασίας μου».

«Τους λογισμούς σας τους προσέχετε; Γιατί γνωρίζετε ασφαλώς ότι αμαρτία δεν είναι μόνον οι πονηρές πράξεις, αλλά και οι αμαρτωλοί λογισμοί. Ο ίδιος ο Κύριος για παράδειγμα μας είπε ότι «και μία πονηρή επιθυμία για τον άλλο συνάνθρωπό μας – μίλησε για τη γυναίκα απευθυνόμενος σε άνδρες – αποτελεί μοιχεία». Με τους λογισμούς σας λοιπόν πώς τα πάτε;»

«Μια χαρά, πάτερ. Τους προσέχω όλους. Όλα στην πνευματική μου ζωή είναι τακτοποιημένα».

«Πιο πάνω και από τον όσιο Παΐσιο!», του ’ρθε αυθόρμητα η σκέψη του παπά.  Κατάλαβε ότι υπάρχει κάτι… «προβληματικό» στον κύριο. Να μην έχει καμία αμαρτία, να μην ενοχλείται από κανένα λογισμό και να τα αντιμετωπίζει όλα τόσο θεάρεστα!  «Αγγελικό σύνδρομο» δεν το λένε αυτό;

«Έχετε κάποια  αμαρτία σας να εξομολογηθείτε;»

«Όχι, πάτερ. Αυτά που σας είπα. Κι ευχαριστώ που με ακούσατε και με συμβουλεύσατε».

«Θα σας παρακαλέσω», ένιωσε την ανάγκη να πει ο ιερέας, «να κάνετε προσευχή παρακαλώντας τον Κύριο να σας δίνει αληθινή μετάνοια. Συνηθίστε να λέτε εκτός από το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», και την προσευχή που έλεγε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, «Κύριε, φώτισόν μου το σκότος». Γιατί μετάνοια υπάρχει εκεί που διαπιστώνεται η αμαρτία».

Σηκώθηκε ο παπάς από τη θέση του.

«Αν δεν έχετε κάτι άλλο, να σας διαβάσω τη συγχωρητική ευχή, μολονότι μάλλον είναι… περιττή, αφού δεν έχετε κάτι για να… συγχωρηθείτε».

Τρίτη 27 Αυγούστου 2024

ΠΩΣ ΒΟΗΘΑΕΙ Ο ΕΝΑΣ ΣΥΖΥΓΟΣ ΤΟΝ ΑΛΛΟΝ ΓΙΑ ΤΗ ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΟΥ (26 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ)

Το άγιο ζεύγος Αδριανός και Ναταλία (26 Αυγούστου) προβάλλεται από την Εκκλησία μας ως τύπος της αληθινής συζυγίας – στο πρόσωπό τους βλέπουμε την ιδανική θα λέγαμε σχέση! Γιατί; Διότι όχι μόνον υπήρχε μεταξύ τους ο ανθρώπινος έρωτας, αλλά τροφοδοτείτο αυτός και αυξανόταν, βρίσκοντας τον ορθό στόχο του, από τον θεϊκό έρωτα που κατέλαβε το ζευγάρι. Διότι η εμπειρία των ανθρωπίνων σχέσεων και μάλιστα όσον αφορά στη συζυγική σχέση επιβεβαιώνει ότι χωρίς την αναφορά προς τον Θεό, χωρίς την αγάπη Εκείνου, αν όχι καθόλου αλλά πολύ σπάνια μπορεί να κρατηθεί και να παραμείνει πολυετής και ισόβια. Και αυτό οφείλεται βεβαίως στο γεγονός ότι η ανθρώπινη αγάπη, στοιχείο της οποίας είναι και ο έρωτας, είναι σαν την μπαταρία: έχει όριο λήξεως – φθείρεται και αυτή όπως όλα τα ανθρώπινα. Λοιπόν, απαιτείται η ανατροφοδοσία της αγάπης και του έρωτα από εκείνην την πηγή που είναι αιώνια: την αγάπη και τον έρωτα του Θεού. Όπου υπάρχει η σύνδεση με τον Θεό εκεί ο άνθρωπος αδιάκοπα «καινουργείται», όπως άλλωστε το υποσχέθηκε ο ίδιος ο Κύριος: «ιδού, καινά ποιώ πάντα!», όλα τα κάνω καινούργια.  

Κι ένας ύμνος από την ακολουθία των αγίων έρχεται και προσθέτει ένα σημαντικό στοιχείο στην ανατροφοδοσία αυτή και στη διακράτηση της ενότητας των συζύγων. «Πυρί αγάπης θεϊκής την ψυχήν φλεγομένη, του συζύγου εξήψας τον έρωτα εις Χριστόν, τον πόθον τον της σαρκός, Ναταλία, τέλεον μισήσασα» (ωδή γ΄). Τι λέει ο άγιος Θεοφάνης ο ποιητής εν προκειμένω; «Καθώς φλεγόσουν στην ψυχή από το πυρ της θεϊκής αγάπης, Ναταλία, άναψες τον έρωτα για τον Χριστό στον σύζυγό σου, αφού μίσησες εντελώς τον πόθο για τον κόσμο της αμαρτίας». Δεν ήταν στραμμένος προς τον Θεό όπως η γυναίκα του Ναταλία ο Αδριανός. Όμως όταν έρχεται σ’ επαφή πρώτον με αγίους μάρτυρες που φλέγονταν από τον θεϊκό έρωτα, κι έπειτα με την προτροπή της συζύγου του που εξίσου πυρπολείτο κι αυτή από τη θεία αγάπη, βλέπει να καταλαμβάνεται κι η δική του καρδιά από το ίδιο ένθεο πάθος, γεγονός που τον οδηγεί έπειτα και στο μαρτύριο!

Η αγία Ναταλία μετέδωσε στον σύζυγό της αυτό που είχε: την αγάπη προς τον Χριστό – άλλωστε «δεν θα πάρεις από αυτόν που δεν έχει», κατά την παροιμία. Που θα πει: έστω και το ένα μέλος της συζυγίας αν είναι του Θεού, τότε, εφόσον ασφαλώς υπάρχει καλή διάθεση, μπορεί να δώσει ο Θεός να «καεί» και το άλλο μέλος από την ίδια αγάπη. Αυτό δεν προτρέπει και ο απόστολος Παύλος στις περιπτώσεις που ο ένας σύζυγος είναι χριστιανός και ο άλλος ειδωλολάτρης; Δεν λέει να χωρίσουν, γιατί η φλόγα της πίστεως μπορεί να μεταγγιστεί και στον άλλον. Κι ακόμη: ο αγιασμός του ενός μπορεί να γίνει αγιασμός λόγω της συζυγίας και για τον άλλον. Μόνον στην περίπτωση που υπάρχει παγιωμένη πονηρή κατάσταση αρνήσεως ισχύει το «χωριζέσθω». Λοιπόν, η επισήμανση του αγίου υμνογράφου με βάση τη ζωή των αγίων Αδριανού και Ναταλίας είναι πολύ παρήγορη. Ο κάθε σύζυγος αξίζει να αγωνίζεται για το άλλο μέλος της συζυγίας, γιατί η αγάπη προς τον Θεό μεταγγίζεται. Αρκεί όπως είπαμε να υπάρχει η αγάπη αυτή του ενός και να είναι δεκτικός με καλή διάθεση και ο άλλος.  

Τετάρτη 17 Ιουλίου 2024

ΠΡΩΤΑ ΑΓΑΠΗ ΜΕΤΑΞΥ ΣΑΣ…

«Αγαπητέ μου αδελφέ Γ και Γ.σ., χαίρετε εν Κυρίω.

... Ασφαλώς θα έχετε πολλές δυσκολίες και αλλαγές με κόπους, μετακινήσεις κ.λπ. (λόγω μεταθέσεως). Φυσικά, όταν υπάρχει η αγάπη και η ομόνοια μεταξύ σας, η κούραση δεν καταλαβαίνεται. Δι’ αυτό, όσο μπορείτε να την διατηρείτε την αγάπη με το να θυσιάζεται ο ένας για τον άλλον. Πάντα να προτιμάτε να έχετε πρώτα αγάπη μεταξύ σας και ό,τι περισσεύει να δίνετε σ’ εμάς τους άλλους είτε γονείς σας είναι είτε φίλοι, γι’ αυτό είπε ο Χριστός ότι οικονόμησε ο Καλός Θεός με τέτοιου είδους αγάπη το αντρόγυνο να εγκαταλείπουν και τους γονείς τους ακόμη, γιατί αλλιώς δεν θα μπορούσαν να κάνουν δική τους οικογένεια» (Όσιος Παḯσιος αγιορείτης, Επιστολή από Τίμιο Σταυρό, 4-4-76, στο Διδαχές και Αλληλογραφία, εκδ. Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος, Μήλεσι, 2007).

Ο μεγάλος σύγχρονος όσιος γράφει σε γνωστή του οικογένεια, όταν βρισκόταν σε πολύ ώριμη ηλικία βεβαίως (52 ετών) και λίγα χρόνια πριν μετακομίσει οριστικά στον τόπο που κατεξοχήν τον έκανε γνωστό, την Παναγούδα (1979). Οι επισημάνσεις του και οι συμβουλές του στα θέματα που προφανώς του είχε θέσει το γνωστό και αγαπημένο του χριστιανικό ζευγάρι, διαπνέονται από ρεαλισμό, από ευγένεια μεγάλη, από αρχοντική αγάπη που ο ίδιος πάντοτε την πρότεινε ως το κατεξοχήν στοιχείο ενός αληθινού χριστιανού. Κι είναι σημαντικό το γεγονός ότι κάθε υπόδειξή του δεν την θέτει ως εντολή ή ως θέσφατο ώστε να μην αφήνει κανένα περιθώριο αμφισβήτησης, αλλά ακριβώς ως μία πρόταση που οι αποδέκτες της είναι εκείνοι που θα αποφασίσουν αν θα την ακολουθήσουν ή όχι.

Τι επισημαίνει πρώτα από όλα απολύτως προσγειωμένα ο μεγάλος Γέροντας; Ότι οι συγκεκριμένοι αδελφοί ζουν με κόπο και δυσκολίες τη ζωή τους. Γιατί; Διότι δεν έχουν ακόμη κατασταλάξει στον τόπο κατοικίας τους, ότι έχουν μεν τη χαρά της οικογένειας όμως και την ταλαιπωρία του μεγαλώματος μικρών παιδιών, και δη ενός νηπίου, και πέραν τούτων τη φροντίδα μίας πολύ ηλικιωμένης γυναίκας, της πεθεράς, η οποία μη έχοντας τη δυνατότητα να φροντίζει μόνη της τον εαυτό της, λειτουργεί και αυτή «σαν μικρό παιδάκι» - «λόγω του γήρατος και αυτή ασφαλώς θα κάνει σαν μικρό παιδάκι» (από την επιστολή).

Για τον άγιο βεβαίως ο κόπος και οι δυσκολίες δεν έχουν μόνο αρνητικό χαρακτήρα. Μπορεί να πιέζουν τον άνθρωπο, όμως τον βοηθούν στο να καλλιεργήσει τον εσωτερικό του κόσμο, να τον κάνουν να ξεπεράσει δηλαδή τις τάσεις φιληδονίες του και να ζήσει με εγκράτεια που συνιστά το έδαφος να φανερωθεί η χάρη του αγίου Πνεύματος. «Πηγαίνω όπου υπάρχει κόπος και εκεί βρίσκει ανάπαυση» είναι η γραμμή πορείας που καθορίζει το ευαγγελικό πνεύμα των αββάδων του Γεροντικού, χωρίς το οποίο ο άνθρωπος, ο κάθε άνθρωπος πελαγοδρομεί μέσα στη δίνη των ψεκτών παθών του. Όταν ο μέγας απόστολος Παύλος σημειώνει με έμφαση ότι «υποπιάζω το σώμα μου και δουλαγωγώ μήπως άλλοις κηρύξας αυτός αδόκιμος γένωμαι», κανείς δεν μπορεί να έχει μία διαφορετική επ’ αυτού τοποθέτηση.

Το ίδιο και ο άγιος Παḯσιος: μέτοχος ο ίδιος με τη μεγαλύτερη δυνατή ένταση του ασκητικού αυτού πνεύματος της κατά Χριστόν ζωής, δεν απορρίπτει ως  αρνητικό γεγονός τις δυσκολίες και τους κόπους που περνούν οι φίλοι του. Απλώς τους υπενθυμίζει ευγενώς και συμπαθώς τη μόνη προϋπόθεση που οι όποιοι σωματικοί και ψυχικοί  κόποι των ανθρώπων επί της γης μεταποιούνται και αποκτούν θετικό πρόσημο. Και η προϋπόθεση είναι η αγάπη και η ομόνοια που πρέπει να διέπουν τις ανθρώπινες σχέσεις. «Η κούραση τότε δεν καταλαβαίνεται» γράφει. Δεν είναι τούτο μία μεγάλη αλήθεια; Πόσες φορές δεν ακούμε από ανθρώπους που πράγματι κατακοπιάζουν με όσα ζουν ότι ο κόπος τους δεν τους κάμπτει γιατί αγαπούν αυτό που κάνουν; Όπως και το αντίστροφο: άνθρωποι που δεν κινούν ούτε το μικρό τους δαχτυλάκι φαίνονται κατάκοποι, γιατί και το ελάχιστο που κάνουν το κάνουν ως αγγαρεία! Ποιος γονιός που αγαπάει το παιδί του θα «μετρήσει» τον κόπο του για το όποιο ξενύχτι και την όποια θυσία του; Που σημαίνει: και στην καλύτερη θεωρούμενη εργασία να είσαι, αν οι σχέσεις σου με τους ανθρώπους και το αντικείμενό σου δεν είναι καλές, τότε μονίμως θα ταλαιπωρείσαι! Και φυσικά όπως είπαμε ισχύει και το αντίστροφο.   

Η αγάπη και η ομόνοια λοιπόν στις καρδιές των ανθρώπων, κατά τον όσιο, συνιστούν το φάρμακο που θεραπεύει τον όποιο κόπο και την όποια δυσκολία τους ή αλλιώς η θερμή αγάπη που συντονίζει τις καρδιές στον ίδιο κτύπο της οδηγεί στην υπέρβαση της όποιας σωματικής καταπόνησης – η καρδιά και όχι το σώμα καθορίζει την πορεία του ανθρώπου. Κι είναι ευνόητο ότι ο άγιος μιλάει για την αληθινή αγάπη, τη χριστιανική, που κύριο χαρακτηριστικό της έχει τη θυσία. «Ίνα την ψυχήν αυτού θη υπέρ των φίλων αυτού» κατά τον Κύριο. Με τα λόγια του οσίου και πάλι: «όσο μπορείτε να την διατηρείτε την αγάπη με το να θυσιάζεται ο ένας για τον άλλον». Αν ως αγάπη θεωρηθεί κάτι διαφορετικό και όχι αυτό που απεκάλυψε ο Κύριος, τότε και πάλι θα μιλάμε για κόπωση, για βάρος, για κατάσταση που διαρκώς επισύρει τη μεμψιμοιρία και την γκρίνια.

Ο άγιος Παḯσιος διευκρινίζει ακόμη περισσότερο: η γενική αυτή θυσιαστική χριστιανική αγάπη έχει πρώτο αποδέκτη της τον ή τη σύζυγο. «Να έχετε πρώτα αγάπη μεταξύ σας και ό,τι περισσεύει να δίνετε σ’ εμάς τους άλλους». Είναι η σημαντικότερη επισήμανση για τη σχέση των συζύγων. Η προτεραιότητα του συζύγου είναι η σύζυγός του, η προτεραιότητα της συζύγου είναι ο σύζυγός της. Για τον απλούστατο λόγο ότι οι δύο δεν είναι δύο, αλλά ένα, όπως διευκρίνισε ο Κύριος: «ουκέτι εισί δύο αλλά μία σαρξ». Αν με άλλα λόγια δεν αγαπάς πρώτιστα το έτερο μέλος της συζυγίας σου, τότε στην ουσία δεν αγαπάς ορθά και τον εαυτό σου, έχεις ξεκλίνεις από την ορθή πορεία, η όποια άλλη αγάπη σου θα είναι στρεβλωμένη. Και φυσικά δεν θα έχεις ορθή σχέση και με Κύριο τον Θεό σου, στον Οποίο οφείλεις την απόλυτη αναφορά. Με άλλη διατύπωση: Όταν ο έγγαμος αγαπά ορθά τον Θεό, «εξ όλης της ψυχής, της καρδίας, της διανοίας, της ισχύος», τότε μέσω της απόλυτης αυτής αγάπης θα εκφράσει την καθαρή αγάπη του και στο «έτερον ήμισύ» του, κατ’ επέκταση δε και στα υπόλοιπα μέλη της οικογενείας του, είτε τέκνα είναι αυτά είτε γονείς είτε οτιδήποτε άλλο.

Καταλαβαίνουμε έτσι ότι η θέση του αγίου Παϊσίου είναι στην πραγματικότητα ό,τι κηρύσσει η Εκκλησία μας με τη θεολογία της για τον γάμο, θεολογία στηριγμένη στον Ευαγγελικό και τον Αποστολικό και τον Πατερικό λόγο. Ας θυμηθούμε τι λέει ο απόστολος Παύλος για παράδειγμα για τη συζυγική σχέση στην προς Εφεσίους επιστολή του. Η σχέση του άνδρα προς τη γυναίκα του είναι η σχέση του Χριστού προς την Εκκλησία. Και η σχέση της γυναίκας προς τον άνδρα της είναι η σχέση της Εκκλησίας προς τον Χριστό. «Το μυστήριον τούτο μέγα εστί, εγώ δε λέγω εις Χριστόν και εις την Εκκλησίαν». Πρόκειται για οικονομία του Θεού, λέει ο άγιος. «Οικονόμησε ο καλός Θεός με τέτοιου είδους αγάπη το αντρόγυνο να εγκαταλείπουν και τους γονείς τους ακόμη, γιατί αλλιώς δεν θα μπορούσαν να κάνουν δική τους οικογένεια».

Τονίζουμε όμως και πάλι ότι ο άγιος ιεραρχώντας έτσι τα πράγματα καταλήγει και στην αληθινή αγάπη των γονέων φυσικά προς τα τέκνα τους αλλά και προς τους γονείς τους. «Να έχετε πρώτα αγάπη μεγάλη μεταξύ σας, και μετά να αγαπάτε τους γονείς σας και να τους βοηθάτε όσο μπορείτε, και να τους τρέφετε ευγνωμοσύνη και σεβασμό». Η συζυγική αγάπη δηλαδή δεν παραθεωρεί τη γονεϊκή αγάπη, απλώς τη θέτει στην κανονική της σειρά. Και πάνω στο θέμα αυτό της αγάπης προς τους γονείς, είτε από την πλευρά του συζύγου είτε από την πλευρά της συζύγου, ο άγιος αποκαλύπτει για μία ακόμη φορά τον ρεαλισμό της σκέψεώς του, τη διάκρισή του, τον σεβασμό και την αγάπη του. Κατανοεί την ταλαιπωρία ιδίως της συζύγου Γ.σ.: κόπος και δυσκολίες για την οικία, για το μικρό παιδί, για τη μεγάλη μάνα, που «λόγω γήρατος κάνει σαν μικρό παιδί». Και τι προτείνει; Λίγη ξεκούραση γι’ αυτήν. Διότι οι αντοχές του ανθρώπου έχουν ένα όριο. Και διαβλέπει ο όσιος ότι η νεαρή σύζυγος ίσως φτάνει στο δικό της. Χαρακτηρίζει μάλιστα τη λύση αυτή, της ξεκούρασης για ένα διάστημα, ως «μία φυσιολογική λύση». Και ποια είναι αυτή; «Εάν βρίσκονταν μία φυσιολογική λύση για την κυρία… (όνομα πεθεράς), να πήγαινε έστω για ένα διάστημα στην αδελφή… και να τη βοηθούσατε. Θα ήτο καλά, νομίζω».

«Καλό» λοιπόν για τον άγιο δεν είναι ο ένας να τα επωμιστεί όλα – θα γίνουν χειρότερα τα πράγματα, σωματικά αλλά και ψυχολογικά. Απαιτείται η ξεκούραση ως άμεση απαλλαγή των ευθυνών, αλλά με έγνοια και αδιάκοπο ενδιαφέρον. Κι έχουμε την εντύπωση πως ο άγιος εν προκειμένω δίνει μία διάσταση που αναπαύει πάρα πολύ κόσμο. Γιατί είναι η διάσταση της διάκρισης, την οποία έδειξε και ο ίδιος ο Κύριος απέναντι στους μαθητές Του. Μετά τη διακονία που τους είχε αναθέσει κάποια φορά, τους είπε ότι πρέπει να αναπαυτούν κι αυτοί. «Αναπαύεσθε ολίγον». Αλλά και σ’ αυτήν την περίπτωση δεν επιμένει ο μέγας Γέρων στη γνώμη του. «Όπως φυσικά εσείς βλέπετε ότι είναι καλύτερα», συμπληρώνει.

Ο καθένας δηλαδή με βάση την αγάπη του «μετράει» τις δυνάμεις του και προχωράει. Η προτεραιότητα όμως πάντοτε είναι η μεταξύ των συζύγων αγάπη.  

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2024

ΚΑΤΑ ΦΑΝΤΑΣΙΑΝ… ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ!

Φαντασιωνόμαστε πολλές φορές μεγαλεπήβολα σχέδια για τον εαυτό μας, θέτουμε στόχους που μοιάζουν ηρωικά κατορθώματα, θα θέλαμε να προσφέρουμε γενικά στην κοινωνία μας με μιαν αγάπη περιεκτική του ανθρώπου. Κι έρχεται η πραγματικότητα και το καθημερινό χωματένιο μαγγανοπήγαδο: στο σπίτι μας, στο επάγγελμά μας, στις κοινωνικές σχέσεις μας, που δείχνει ότι παλεύουμε με ό,τι μικρό και ποταπό, με καταστάσεις που μας βγάζουν έξω από τα ρούχα μας, με πράγματα που αποκαλύπτουν ότι κι εμείς τελικά, παρόλο που νομίζουμε ότι είμαστε… αετοί, δεν ξεπερνάμε τα σπουργίτια, για να μην πούμε τα… σκουλήκια – αγόμαστε και φερόμαστε από τα πάθη μας που θεωρούμε ότι τα έχουμε…ξεπεράσει! Είμαστε οι «κατά φαντασίαν χριστιανοί», όπως έγραψε μακαριστός σοφός καθηγητής Θεολογίας, παραφράζοντας τον «κατά φαντασίαν ασθενή» του Μολιέρου.

  Γι’ αυτό και το ζητούμενο και το προσγειωμένο είναι να προσπαθούμε για το λίγο που μπορούμε, αρκεί να το κάνουμε όπως πρέπει. Να γινόμαστε δηλαδή ένα κεράκι μέσα στη γενικότερη καταχνιά και το έρεβος. Όπως το λέει κι ένας στίχος: «γίνε κεράκι με φως λιγοστό, κάποιοι να ελπίσουν είν’ αρκετό». Και κεράκι βεβαίως γίνεται κανείς, όταν αφήνει το Φως του Χριστού να διαπερνά έστω κι αμυδρά την ύπαρξή του.

Σάββατο 2 Μαρτίου 2024

ΧΩΡΙΣ ΑΥΤΗΝ Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ "ΜΑΥΡΗ"!

 

«Χρειάζεται η οικογένεια. Χωρίς αυτήν η ζωή είναι μαύρη, δεν μπορεί να προχωρήσει ευχάριστα και ανοδικά. Να γιατί και η Παγκόσμια Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου υπογράμμισε ότι η οικογένεια “είναι το φυσικόν και θεμελιώδες συστατικόν στοιχείον της Κοινωνίας”. Να γιατί ο Δημιουργός Θεός δεν άφησε τον άνθρωπο μόνον στη ζωή, αλλ’ “ἐποίησε βοηθόν κατ’ αὐτόν”. Να γιατί και όταν Αυτός ο Δημιουργός Θεός έγινε άνθρωπος, μέσα στην οικογένεια έζησε και την οικογένεια αγίασε κι ευλόγησε» (Μακαριστός Γέρων π. Γεώργιος Κρητικός).

Ο μακαριστός Γέρων π. Γεώργιος Κρητικός, διαπρύσιος κήρυκας του ευαγγελίου του Κυρίου, λόγω και έργω: ό,τι κήρυσσε το έβλεπες ενσαρκωμένο στην αγία βιοτή του, τονίζει στο παραπάνω απόσπασμα άρθρου του για την οικογένεια αυτό που συνιστούσε βαθειά πεποίθησή του και εμπειρική διαπίστωσή του από την πολύχρονη ιερατική του διακονία. Τι δηλαδή; Η ζωή χωρίς την οικογένεια είναι ζωή μαύρη, χωρίς χαρά, μία ζωή μίζερη κολλημένη στην ύλη των παθών και των αισθήσεων. Κι ασφαλώς ο αγιασμένος Γέρων δεν αναφέρεται σ’ αυτούς που από αγάπη προς τον Κύριο στράφηκαν στη μοναχική ζωή την πλήρως αφιερωμένη στον Θεό – αυτοί αποτελούν την εμπροσθοφυλακή της Εκκλησίας, καθώς έλεγε στοιχώντας στους αγίους Πατέρες και πάνω από όλα στον ίδιο τον Κύριο: «δεν μπορούν όλοι να προχωρήσουν όλοι σ’ αυτόν τον δρόμο της αφιέρωσης, αλλά σ’ όσους έχει δοθεί το χάρισμα τούτο». Αλλ’ ούτε και σ’ εκείνους που για λόγους ανώτερους: αφιέρωσης στην επιστήμη τους για χάρη της κοινής ωφέλειας, αφιέρωσης στην οικογένειά τους λόγω υπάρξεως ασθενειών σε μέλη αυτής ή αφιέρωσης και στην ιεραποστολή, δεν μπόρεσαν παρ’ όλη ίσως την επιθυμία τους να δημιουργήσουν δική τους οικογένεια. Έχει υπ’ όψιν του εκείνους τους αδελφούς που χωρίς να υφίσταται κάποιο πρόβλημα αυτοί επιλέγουν τη «μοναξιά» τους για να κάνουν, όπως λέμε, τη ζωή τους, χωρίς καμία δέσμευση – «φάγωμεν, πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν»! Γι’ αυτούς σημειώνει ότι η ζωή τους είναι μαύρη και χωρίς χάρη και χαρά, όπως άλλωστε το επισημαίνει σε άλλο σημείο του κειμένου του, μνημονεύοντας συγκεκριμένη περίπτωση καταξιωμένου και σπουδαίου θεωρούμενου ανθρώπου μέσα στην κοινωνία, που του εξομολογήθηκε: «όλα τα έχω στη ζωή, αλλά ζω χωρίς καμία χαρά, γιατί έκανα το μεγαλύτερο σφάλμα: δεν δημιούργησα δική μου οικογένεια».

Ο μακαριστός π. Γεώργιος λοιπόν προβάλλει την αξία της οικογένειας. Κι η σκέψη του κινείται με σφαιρικό τρόπο: επικαλείται και την ίδια την πραγματικότητα της ζωής, αυτό δηλαδή που η ίδια η κοινωνία έχει διαπιστώσει εμπειρικά ως ανάγκη της μέσω της Παγκόσμιας Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του ανθρώπου, κυρίως όμως τον λόγο του Θεού: ο Δημιουργός μάς έπλασε έτσι ώστε το κοινωνικό στοιχείο να συνυπάρχει με τη φύση μας – «δεν είναι καλό να είναι ο άνθρωπος μόνος» - αλλά και ο ίδιος ο ενανθρωπήσας Θεός μας επέλεξε μέσα σε οικογένεια να ανατραφεί και να μεγαλώσει, ευλογώντας και αγιάζοντας τον συγκεκριμένο θεσμό. Κι είναι περιττό βεβαίως να τονίσουμε ότι ο μακαριστός Γέρων θεωρεί ότι καταξιώνεται και αγιάζεται η οικογένεια, όταν τα μέλη της, πρώτιστα οι σύζυγοι, ο πατέρας και η μάνα, λειτουργούν και κινούνται όπως ο άγιος Ιωακείμ και η Παναγία Μητέρα του Κυρίου: με απόλυτη υπακοή στο θέλημα του Θεού, που θα πει με απόλυτη προτεραιότητα της θυσιαστικής αγάπης του ενός προς τον άλλον. Τότε μόνον δημιουργούνται οι συνθήκες να σκηνώσει η χάρη του Θεού στην οικογένεια και να φανερώνεται αυτή ως «κατ’ οίκον Εκκλησία». Διαφορετικά η οικογένεια μπορεί να υφίσταται αλλά να λειτουργεί εγωιστικά, φτιάχνοντας ανθρώπους ατομιστές με μοναδική απόβλεψη το συμφέρον τους. Στην περίπτωση αυτή βεβαίως και ο γάμος και η οικογένεια περιπίπτει στην περίπτωση εκείνων από την παραβολή του μεγάλου Δείπνου που αρνήθηκαν την πρόσκληση του Κυρίου με το «έχε με παρητημένον» και έμειναν έξω από το τραπέζι της Βασιλείας, μακριά δηλαδή από τον Θεό.

Σάββατο 24 Φεβρουαρίου 2024

ΑΡΧΗ ΤΡΙΩΔΙΟΥ

«Βάλλει μετανοίας τρεις…»

«Από σήμερα, στον εσπερινό της Κυριακής του Τελώνου και του Φαρισαίου, αρχίζουν να συμψάλλονται οι ύμνοι που περιέχονται στο λειτουργικό βιβλίο του Τριωδίου. Σε μερικούς ναούς πριν την έναρξη του εσπερινού τίθεται κάτω από την εικόνα του Χριστού στο τέμπλο σε ευτρεπισμένο σκαμνί το λειτουργικό βιβλίο του Τριωδίου, όπου προσέρχεται ο πρωτοψάλτης (ο οποίος εκπροσωπεί όλους όσοι υπηρετούν στο αναλόγιο), βάζει μπροστά στην εικόνα τρεις μετάνοιες, ασπάζεται την εικόνα, παίρνει στα χέρια του το Τριώδιο και το ασπάζεται, κάνει πάλι τρεις μικρές μετάνοιες και απέρχεται μαζί με το Τριώδιο στην οικεία του θέση» (Σημείωση Τυπικού ημέρας).

Μία βαθιά συμβολική κίνηση σημειώνεται στο Τυπικό της Εκκλησίας με το ξεκίνημα της περιόδου του Τριωδίου, για να προβληθούν δύο κυρίως πράγματα: πρώτον, η μεγάλη σημασία του λειτουργικού βιβλίου που φέρει την ονομασία «Τριώδιον» - παραλαβή του από τον πρωτοψάλτη μπροστά στην εικόνα του Κυρίου σαν να προσφέρει Εκείνος στον εκπρόσωπο του λαού στις λειτουργικές συνάξεις τα λόγια που απηχούν το Πνεύμα Του και ευαρεστείται ο Ίδιος να ακούει∙ και δεύτερον, η προσκύνηση του εκπροσώπου του λαού (ο ψάλτης είναι εκείνος που για λόγους ευταξίας λέει όσα ο λαός πάντοτε έλεγε),  που φανερώνει ότι ενώπιον του Κυρίου η μόνη ορθή στάση και κίνηση είναι η υπακοή, αυτό που συνιστά φρόνημα και του ίδιου του αρχηγού της πίστεως, καθώς το εξαγγέλλει με ποιητική ένταση ο απόστολος Παύλος: «Να υπάρχει μεταξύ σας το ίδιο φρόνημα που είχε κι ο Ιησούς Χριστός, ο οποίος, αν και ήταν Θεός, δεν θεώρησε την ισότητά του με τον Θεό αποτέλεσμα αρπαγής, αλλά τα απαρνήθηκε όλα και πήρε μορφή δούλου˙ έγινε άνθρωπος˙ και όντας πραγματικός άνθρωπος ταπεινώθηκε θεληματικά υπακούοντας μέχρι θανάτου, και μάλιστα θανάτου σταυρικού» (Φιλ. 2, 5-8). Κι η υπακοή αυτή μαρτυρείται με τον πιο δυνατό τρόπο όταν ο άνθρωπος πορεύεται κατά τα κελεύσματα των ύμνων του Τριωδίου, δηλαδή προσπαθεί να ζει με μετάνοια ως επίγνωση της αμαρτωλότητάς του και διαρκή επιστροφή προς τον Θεό ελπίζοντας στο άπειρο έλεός Του. Διότι το Τριώδιο ως βιβλίο της Εκκλησίας αλλά και ως περίοδος που χρωματίζεται από το περιεχόμενο του βιβλίου αυτού τη μετάνοια πρώτιστα προβάλλει και διακηρύσσει.

Από τον εσπερινό της ημέρας λοιπόν ουσιαστικά εισερχόμαστε στην πιο ιερή και κατανυκτική περίοδο όλου του χρόνου, η οποία διαρθρώνεται σε τρία μέρη: το εισαγωγικό μέρος (Κυριακές Τελώνου και Φαρισαίου, Ασώτου, Απόκρεω και Τυρινής, ήτοι τρεις εβδομάδες), το καθαυτό μέρος, τη Μεγάλη Σαρακοστή (αρχής γενομένης από την Καθαρά Δευτέρα έως το Σάββατο του Λαζάρου) και το τρίτο και τελευταίο που συνιστά και το όλο σκοπό και την αποκορύφωση, τη Μεγάλη Εβδομάδα. Είναι αυτονόητο βεβαίως ότι από την άποψη αυτή η θεώρηση πολλών, δυστυχώς και χριστιανών, περί του Τριωδίου ως της περιόδου του ξεφαντώματος και του «ξεσαλώματος» κοινώς των ανθρώπων δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα της εκκλησιαστικής περιόδου και ζωής.

Στην κοσμική θεώρηση ο άνθρωπος χάνει τον εαυτό του και νεκρώνεται πνευματικά. Διότι στρέφεται ολοσχερώς προς τον θάνατο που φέρνει το αμαρτωλό φρόνημα – «ψωνίζεις θάνατο με την αμαρτία» λέει ο απόστολος Παύλος. Στην εκκλησιαστική θεώρηση ο άνθρωπος βρίσκει τον εαυτό του και το μεγαλείο της δημιουργίας του. Διότι εγκύπτει μέσα στην καρδιά του, «τον κρυπτόν της καρδίας άνθρωπον», προκειμένου να την καθαρίσει με τη χάρη του Θεού από κάθε τι εμπαθές που αλλοιώνει την αληθινή φύση του. Κι η κάθαρση αυτή έτσι αποτελεί συνέργεια και του Θεού, διότι «μόνο το Πνεύμα του Θεού μπορεί να καθαρίσει τον νου του ανθρώπου» κατά τους αγίους μας, αλλά και του ανθρώπου, διότι χρειάζεται να θελήσει κι αυτός τον Θεό στη ζωή του.

Οπότε, το Τριώδιο αποτελεί την πιο ευλογημένη πρόκληση για τον χριστιανό ώστε να αναδυθεί ο αληθινός εαυτός του, ο κατ’ εικόνα Χριστού δημιουργημένος, μετά μάλιστα το βάπτισμά του στην αγία κολυμβήθρα της Εκκλησίας, και περαιτέρω αυξανόμενος εν Αυτώ «μέχρις ότου φτάσει στο μέτρο της ηλικίας του πληρώματος Εκείνου». Ότι από την άποψη αυτή η περίοδος του Τριωδίου συντελεί με μοναδικό τρόπο στη φανέρωση του χριστιανού ως του ανθρώπου που πολιτεύεται με ταπείνωση και γνήσια αγάπη είναι περιττό και να πούμε. Το Τριώδιο με άλλα λόγια ως ο πυρήνας όλης της εκκλησιαστικής χρονιάς υπάρχει για να «φτιάχνει» αγίους˙ γι’ αυτό και θεωρείται ως το μέτρο που καθημερινά πρέπει να μετράμε τον εαυτό μας. Δεν ευχόταν τυχαία ο όσιος Παΐσιος ο αγιορείτης «να ήταν όλη η ζωή του μία Σαρακοστή!» 

Δευτέρα 22 Ιανουαρίου 2024

Η ΑΓΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΩΣ ΠΡΟΤΥΠΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ


(Κύρια σημεία ομιλίας στην κοπή πρωτοχρονιάτικης πίτας των Σχολών Γονέων της Ι. Μητροπόλεως Πειραιώς (21 Ιανουαρίου), στο Π. Κέντρο του Ι. Ναού Αγίου Βασιλείου Πειραιώς)

Πασίγνωστος ο Μέγας Βασίλειος όχι μόνο στα πέρατα του χριστιανισμού, Ανατολικού και Δυτικού, αλλά και σε όλον τον υπόλοιπο κόσμο. Στον μεν χριστιανικό κόσμο, γιατί συνιστά έναν από τους μεγαλυτέρους Πατέρες και Διδασκάλους της Εκκλησίας, κυριολεκτικά ορόσημο αυτής, στον δε εξωχριστιανικό γιατί συνδέθηκε στρεβλά το όνομά του με την καρικατούρα της Coca Cola, τον Άη Βασίλη ονομαζόμενο ή άγιο Νικόλαο κατ’ άλλους, τον εξίσου γνωστό Santa Claus. Έτσι κι αλλιώς όμως θεωρείται ο γνωστότερος παγκοσμίως άγιος.

 Γνωστός βεβαίως, αλλά πολύ λιγότερο, ο αδελφός του άγιος Γρηγόριος Νύσσης, «ο Πατήρ Πατέρων» κατά την Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο, αυτός που θεωρείται ο πιο εμφιλόσοφος νους από όλους τους Πατέρες. Όπως γνωστή και η μεγάλη αδελφή του Μ. Βασιλείου, η οσία Μακρίνα, που έγινε σημείο αναφοράς στην εποχή της για την πίστη και την προσφορά της, τον 4ο αι. αλλά και διαχρονικά. Πολύ λιγότερη γνωστή, αλλά πάντως γνωστή, είναι και η μητέρα των παραπάνω, κι αυτό γιατί προβλήθηκε τα τελευταία χρόνια, η σοφή αγία Εμμέλεια, κι ακόμη λιγότερο γνωστοί οι άλλοι άγιοι αδελφοί της ίδιας οικογένειας, ο Πέτρος επίσκοπος Σεβαστείας, ο Ναυκράτιος, εξίσου και η Θεοσεβία, όπως και ο πατέρας του Βασιλείου Βασίλειος κι αυτός, μαζί με τη γιαγιά των τέκνων, τη μεγάλη Μακρίνα, από την οποία πήρε και το όνομά της η οσία Μακρίνα που μνημονεύσαμε. Οκτώ  (ή επτά κατ’ άλλους) επισήμως διακηρυγμένοι άγιοι σε μία οικογένεια από τα δεκατρία συνολικά μέλη της! Και τονίζουμε το «διακηρυγμένοι», γιατί και τα υπόλοιπα αδέλφια, τέσσερις αδελφές, δεν είναι λιγότερο άγιοι. Αλλά αγίασαν στον αφανή στίβο της αγιότητος, που είναι ο έγγαμος βίος, οπότε και το ύψος της αγιότητός τους το ξέρει μόνο ο Θεός.

Κι αν επιμέρους λοιπόν λίγο ή πολύ είναι γνωστοί οι άγιοι αυτοί, διαφεύγει της προσοχής και της γνώσεως των περισσοτέρων ότι ήδη από το 1998 καθιερώθηκε συνοδικά να εορτάζεται ολόκληρη η οικογένεια του Μεγάλου Βασιλείου, τη δεύτερη Κυριακή του Ιανουαρίου, ως πρότυπο της αληθινής και της γνήσιας χριστιανικής οικογένειας. Σαφώς και έχουμε και άλλες οικογένειες με πλήθος αγίων μελών τους, όμως σε τέτοιο ποσοστό μόνο στη συγκεκριμένη οικογένεια βρίσκουμε. Κι έτσι δικαιολογημένα ακούμε στο συναξάρι της συγκεκριμένης ημέρας:

Τη δευτέρα Κυριακή του μηνός Ιανουαρίου, μνήμην επιτελούμεν της αγίας οικογενείας του Μεγάλου Βασιλείου.

Κι ήταν πράγματι εμπνευσμένη η στιγμή που ο υπεύθυνος των Σχολών Γονέων της Μητροπόλεώς μας, καλός και σεμνός κληρικός, πρωτοπρεσβύτερος π. Βασίλειος Σιγάλας, σκέφτηκε το συγκεκριμένο θέμα να αναπτύξουμε τη σημερινή ημέρα. Γιατί είμαστε μέσα στην ατμόσφαιρα της, έστω παραθεωρημένης, εορτής, που έχει όμως τεράστια σημασία και για τη δική μας εποχή. Ευκαιρία λοιπόν να γνωρίσουμε λίγο τη μοναδική αυτή οικογένεια και να μετρήσουμε αν μπορούμε κι εμείς να σταθούμε πλάι της ισάξια, ή αλλιώς πώς και σε τι μπορεί να γίνει αυτή πρότυπό μας.

Α. 1. Κι αμέσως τίθεται το αμείλικτο ερώτημα: είναι δυνατόν και λογικό μία οικογένεια που έζησε τον 4ο αι., δηλαδή 1700 περίπου χρόνια πριν από εμάς, να θεωρηθεί πρότυπο και παράδειγμα για τη σημερινή εποχή; Οι συνθήκες που ζούμε σήμερα είναι ριζικά διαφορετικές από τότε. Και δεν αναφερόμαστε σε ό,τι χαρακτηρίζουμε μετανεωτερική λεγόμενη εποχή, όπου τα πάντα ανατρέπονται και αμφισβητούνται – εδώ οι αλλαγές προκαλούν ίλιγγο και σεισμούς μεγατόνων! Απλώς λέμε ότι φυσιολογικά λόγω της χρονικής απόστασης και της εξέλιξης που έχει υπάρξει από τότε, οι κοινωνίες και οι αξίες είναι σε μεγάλο βαθμό άλλες. Όπως και η προσέγγιση της ίδιας της πραγματικότητας γίνεται με εντελώς διαφορετικούς όρους. Πώς το τόσο μακρινό παρελθόν λοιπόν να το μεταφέρουμε στο παρόν για να γίνει καθοδηγητικό στοιχείο δικό μας;

Η απάντηση υπάρχει και δεν συνιστά ουτοπία: μπορεί όντως οι συνθήκες και το πλαίσιο ζωής του τότε και του τώρα να είναι διαφορετικά, όμως στην ουσία τους οι άνθρωποι παραμένουμε στο βάθος οι ίδιοι. Γιατί; Διότι από τα ίδια πάθη όλοι μας ταλαιπωρούμαστε: τον μιαρό εγωισμό μας με όλα τα παρακλάδια του, τα ίδια προβλήματα της φθαρτότητάς μας ζούμε με οδύνη, ψυχικά και σωματικά, στον ίδιο φόβο και στην ίδια αγωνία βρισκόμαστε ενώπιον του κοινού και αναπόφευκτου τέλους που μπορεί να έρθει απρόβλεπτα, εννοούμε τον θάνατο. Όσες αλλαγές και να έγιναν ή πρόκειται να γίνουν στην ανθρωπότητα, καλές ή κακές, τα καίρια αυτά στοιχεία δεν άλλαξαν κι ούτε βεβαίως θα αλλάξουν. Κι αυτό θα πει ότι τελικώς ο άνθρωπος διαχρονικά παραμένει ο ίδιος: ένα έρμαιο δυνάμεων που δεν μπορεί να ελέγξει, κι ένα φύλλο στον άνεμο που πνέει όπου θέλει χωρίς να μπορεί αυτός να κάνει και πολλά πράγματα!

Οπότε, ναι!, απέχουμε πολύ χρονολογικά από τη συγκεκριμένη αγία οικογένεια, αλλά οι απαντήσεις που μπορούμε να πάρουμε από τη ζωή των μελών της, μεταξύ τους αλλά και εκτός αυτής, είναι τέτοιες που ίσως - το ίσως ως σχήμα λόγου -  αποβούν σωτήριες. Γιατί; Διότι η οικογένεια αυτή θέλησε να ακολουθήσει έναν τρόπο ζωής που έχει τον χαρακτήρα του αιώνιου. Κι έχει τον χαρακτήρα του αιώνιου, γιατί θέλησε και αγωνίστηκε να θέσει ως βάση, είτε ήταν οι γονείς είτε τα τέκνα, το μόνο αιώνιο στοιχείο, το μόνο αενάως καινό-καινούργιο, τον λόγο του Θεού εν προσώπω Ιησού Χριστού. Πρόκειται για αλήθεια που επιβεβαιώνεται εμπειρικά σε κάθε εποχή από κάθε άνθρωπο που θα λάβει σοβαρώς υπ’ όψιν του τη χριστιανική πίστη: Θέλεις να ζεις κατά Χριστόν; Θέλεις ο Χριστός να είναι όχι το περιθώριο αλλά το κέντρο της ζωής σου; Τότε θα ανοιχτούν τα μάτια και όλα τα κύτταρα της ψυχοσωματικής σου υπάρξεως για να δεις ότι έχει εισρεύσει μέσα σου η ίδια η πηγή της ζωής, η ίδια η αιωνιότητα, όπως το υποσχέθηκε ο αποκαλυφθείς Θεός Ιησούς Χριστός: «Εάν με αγαπάτε, τηρήστε τις εντολές μου και θα δείτε ότι θα σας φανερωθώ και θα γίνετε κατοικητήριο όλης της αγίας Τριάδος». Και «όποιος θα πιει από το ύδωρ που εγώ θα του δώσω, θα δει να γίνεται το ύδωρ αυτό πηγή ύδατος που αναβλύζει την αιώνια ζωή». Αιώνιος με άλλα λόγια ο Θεός, αιώνιος κατά χάριν και ο άνθρωπος που θα σχετιστεί με επίγνωση μαζί Του. «Ιησούς Χριστός χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας».

2. Από την άποψη αυτή, επανερχόμενοι στην αγία οικογένεια του Μεγάλου Βασιλείου, δεν μας ενδιαφέρει πρώτιστα απλώς ο τύπος και η μορφή της (παραδοσιακής οπωσδήποτε) οικογένειας μέσα στην οποία άγιασαν τα μέλη της – και δεν μιλάμε καθόλου για τα μοντέρνα ή μεταμοντέρνα μορφώματα «οικογένειας» που παρουσιάστηκαν μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο έως σήμερα, γιατί εκεί η χριστιανική ζωή εξαρχής δεν υφίσταται - αλλά (μας ενδιαφέρει) το εσώτερο βάθος της που δεν είναι άλλο από αυτό που η Εκκλησία μας χαρακτηρίζει «κατ’ οίκον Εκκλησία». Θα ήταν λάθος δηλαδή να επικεντρώσουμε την προσοχή μας στο αν η οικογένεια αυτή ήταν πατριαρχική ή πυρηνική, όπως λέγεται, υπερπολύτεκνη ή απλώς και πολύτεκνη ή με λιγότερα τέκνα. Κάτι τέτοιο θα λειτουργούσε αποπροσανατολιστικά, για τον απλούστατο λόγο ότι και στο παρελθόν και τώρα, κι ασφαλώς και στο μέλλον, έχουμε και θα έχουμε  παραδοσιακές πολύτεκνες και υπερπολύτεκνες οικογένειες που τα μέλη τους όχι μόνο δεν αγίασαν και δεν αγιάζουν, αλλά κάποτε γίνονται και όργανα του Πονηρού, που σημαίνει ότι δεν καταξιώνεται καθεαυτήν μία οικογένεια γιατί έκανε παιδιά ή πολλά παιδιά, αλλά γιατί τα μέλη της όπως είπαμε βρίσκονται «επί τα ίχνη του Ιησού», καλλιεργείται το φρόνημα και το ήθος του Κυρίου, το φρόνημα δηλαδή της ταπείνωσης και της αγάπης, όπως το σημειώνει με μοναδικό τρόπο ο απόστολος Παύλος στην προς Φιλιππησίους Επιστολή (2, 5-8): «Να υπάρχει μεταξύ σας το ίδιο φρόνημα που είχε κι ο Ιησούς Χριστός, ο οποίος, αν και ήταν Θεός, δεν θεώρησε την ισότητά του με τον Θεό αποτέλεσμα αρπαγής, αλλά τα απαρνήθηκε όλα και πήρε μορφή δούλου˙ έγινε άνθρωπος˙ και όντας πραγματικός άνθρωπος ταπεινώθηκε θεληματικά υπακούοντας μέχρι θανάτου, και μάλιστα θανάτου σταυρικού». Την «κατ’ οίκον Εκκλησία» λοιπόν αναζητούμε στην οικογένεια του Μεγάλου Βασιλείου κι αυτήν θέλουμε να «ζωγραφίσουμε» ενώπιον των οφθαλμών μας. Γιατί ενώ φαίνεται ότι είναι «θαμμένη» στο παρελθόν, αυτή αδιάκοπα ξεπετιέται  λαμπερή στο αιώνιο Παρόν του Θεού, καλώντας μας ως καθοδηγητικό αστέρι στην προς τα πρόσω πορεία. «Ποίησον Ἐκκλησίαν τόν οἶκον σου» προτρέπει και ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος.

3. Ποια τα χαρακτηριστικά λοιπόν συγκεκριμένα αυτού του είδους της οικογένειας;

(1α) Πρώτα από όλα αυτό που μόλις επισημάναμε: Η πίστη στον Κύριο Ιησού Χριστό και σύνολη την αγία Τριάδα, που παραλαμβάνεται από το άγιο σώμα Του, την Εκκλησία, και βιώνεται μέσα σ’ αυτήν. Είτε είναι οι γονείς είτε τα τέκνα είτε οι παππούδες τον Χριστό έχουν ως βάση και απόλυτο κριτήριο της ζωής τους και των όποιων σχέσεών τους, γεγονός που τους καθιστά «ομοτρόπους». Ο άγιος υμνογράφος της ακολουθίας τους, όσιος Γεράσιμος ο Μικραγιαννανίτης, απαρχής το επισημαίνει: «Το ομότροπο ζεύγος, ο Βασίλειος και η σοφή Εμμέλεια που ενώθηκαν όπως ο ήλιος με τη σελήνη, γέννησαν δεκάριθμο χορό αστεριών που έλαμψαν στο στερέωμα της Εκκλησίας του Χριστού» (μ. εσπ.). Κι όταν λέμε ότι έθεσαν τον Χριστό ως βάση της ζωής τους εννοούμε τις άγιες εντολές Του και τον λόγο του Ευαγγελίου Του. «Οι γονείς και τα τέκνα ακολούθησαν το ευαγγελικό παράγγελμα του Σωτήρος Χριστού» (λιτή). Διότι είναι γνωστό ότι μία πίστη στον Χριστό χωρίς ενεργοποίησή της με βάση τις εντολές Του είναι νεκρή και φτάνει στο σημείο να γίνεται και δαιμονική.

(1β) Οι γονείς λοιπόν πρώτα: ο πατέρας Βασίλειος και η σοφή Εμμέλεια. Φανέρωναν την αληθινή πίστης τους ζώντας μεταξύ τους κατά τον τρόπο που καθορίζει για το χριστιανικό ζευγάρι ο απόστολος Παύλος: «υποτασσόμενοι αλλήλοις εν φόβω Χριστού». Η αίσθηση δηλαδή ότι βρίσκονταν μπροστά στον πανταχού παρόντα και τα πάντα πληρούντα Κύριο τους οδηγούσε χωρίς δυσκολία στη μόνη στάση που δικαιώνεται από τον Θεό για τους συζύγους: την αλληλοϋποταγή - πώς ο ένας να σπεύδει να υποτάσσεται και να υπακούει στον άλλον! Γιατί; Διότι ο καθένας έβλεπε στο πρόσωπο του άλλου τον ίδιο τον Κύριο. Όταν Εκείνος, ο αρχηγός της πίστεως, αποκάλυψε ότι η δική Του παρουσία είναι κρυμμένη πίσω από τον κάθε άνθρωπο, ιδίως τον χριστιανό: «εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου εμοί εποιήσατε», πώς ένας πιστός του εν επιγνώσει δεν θα το λάβει απολύτως υπ’ όψιν του; Και μάλιστα στον πρώτο και πιο άμεσο αδελφό, το άλλο του μισό, τον ή τη σύζυγο; Πρόκειται για την πραγματικότητα που επεσήμαινε και ο σύγχρονός μας μεγάλος όσιος Παΐσιος ο αγιορείτης, όταν μιλούσε για τους συζύγους. «Ποιος να πλένει τα πιάτα, Γέροντα;» ρωτήθηκε κάποια φορά από έναν σύζυγο. Και η απρόσμενη, αλλά απολύτως καίρια χριστιανικά, απάντηση του οσίου: «Όποιος προλάβει πρώτος!» Για τον σύγχρονο όσιο η σχέση των συζύγων δεν καθορίζεται από άλλα κριτήρια πέραν αυτού που προτείνει ο λόγος του Θεού. Και ο λόγος αυτός σου λέει ότι ο άλλος, ο συνάνθρωπος, δεν είναι ένας άλλος αλλά ο ίδιος ο Χριστός – τα μάτια που διαστέλλονται από την πίστη αυτήν την όραση σου δίνουν. Πολύ περισσότερο βεβαίως όταν ο σύζυγος και η σύζυγος συνιστούν τον ένα άνθρωπο κατά τον Κύριο! «Ουκέτι εισί δύο, αλλά μία σαρξ» όπως απεκάλυψε. Το ζευγάρι που ευλογείται από τον Θεό δεν είναι δύο πια άνθρωποι, αλλά ένας άνθρωπος – η πιο μεγάλη αλήθεια που ανάγεται στην ίδια τη δημιουργία του ανθρώπου. «Απαρχής ο Θεός εποίησεν άνθρωπον, άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς»!

(1γ) Κι αυτή είναι η μόνη φυσιολογική και ευλογημένη σχέση, ας επιτραπεί να σχολιάσουμε το αυτονόητο. Δεν δημιούργησε ο Θεός άρσεν και άρσεν ούτε θήλυ και θήλυ για να συσταθεί ο ένας άνθρωπος. «Εποίησεν άρσεν και θήλυ» και αυτό καθόρισε ως τη μοναδική οδό πορείας της ανθρωπότητας. Και πώς τότε έχουμε κατά καιρούς, παλαιότερα αλλά και σήμερα, την προβολή άλλης θεώρησης του ανθρωπίνου; Το Πνεύμα του Θεού διά στόματος του αποστόλου Παύλου δίνει την απάντηση: Πρόκειται για «ατιμία και ασχημοσύνη» που οφείλεται στην παραθεώρηση του Θεού από τη ζωή του ανθρώπου. Όταν ο άνθρωπος κάνει πέρα τον Θεό και Τον διαγράφει από τη ζωή του, τότε ο Θεός σεβόμενος την ελευθερία που ως ακριβό δώρο τού έδωσε εγκαταλείπει τον άνθρωπο, αφήνοντάς τον στις σκοτεινές και αφύσικες επιλογές του, οι οποίες ασφαλώς δημιουργούν το πλαίσιο για να ζει αυτός ήδη την κόλαση από αυτήν τη ζωή. «Κι επειδή θεώρησαν περιττό οι άνθρωποι να γνωρίσουν τον Θεό ενσυνείδητα, τους παρέδωσε ο Θεός στη μωρία τους, κι έτσι κάνουν ανάρμοστα πράγματα. Είναι γεμάτοι από κάθε λογής αδικία, πορνεία, πονηρία, πλεονεξία, κακία. Είναι γεμάτοι φθόνο, φόνο, φιλονικία, απάτη και κακοήθεια… Χωρίς σύνεση, δεν κρατούν τον λόγο τους, δεν έχουν στοργή, διαλλακτικότητα και έλεος… Είναι καταδικασμένοι σε αιώνιο θάνατο!» (Ρωμ. 1, 28-32).

(2α) Η αίσθηση της παρουσίας του Χριστού στον πατέρα Βασίλειο και τη σοφή Εμμέλεια που έπαιρνε τη μορφή της μεταξύ τους αλληλοϋπακοής, τους έκανε εν αγάπη  κ α ι  να θέλουν παιδιά στη ζωή τους, ως «επαναλήψεις» όχι του εαυτού τους αλλά του ίδιου του Χριστού – «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού» οι άνθρωποι –, αλλά  κ α ι  γι’ αυτόν τον λόγο να τα επιβλέπουν ώστε να διαπαιδαγωγούνται με τη μόνη ορθή χριστιανική προοπτική, της εντάξεώς τους στη Βασιλεία του Θεού. Άνθρωπος δηλαδή που αγαπά τον Χριστό αγαπά με ιδιαίτερη θέρμη τις πιο γνήσιες εικόνες Του, τα παιδιά, ποθώντας κατ’ επέκταση να τα δει να ακολουθούν και εκείνα οικεία βουλήσει τα δικά Του ίχνη. Από την άποψη αυτή στο ιερό αυτό ζεύγος διαπιστώνουμε και τον πρώτο άμεσο σκοπό του γάμου, την αλληλοσυμπλήρωση των συζύγων, αλλά και την τεκνογονία και την ανατροφή των τέκνων. Και θα πρέπει να πούμε εδώ ότι και τα τρία αυτά συνυπάρχουν αναπτυσσόμενα παραλλήλως χωρίς να υφίσταται καμία έκπτωση σε κανένα τους. Δεν μπορεί δηλαδή σε ένα χριστιανικό ζευγάρι να μην υπάρχει η επιθυμία της καρποφορίας της σχέσης τους, να υπάρξουν παιδιά, όπως πολύ περισσότερο δεν υπάρχει περίπτωση να μην ενδιαφέρονται για τα παιδιά, εφόσον ο Θεός δίνει τη δυνατότητα της τεκνογονίας -  ο Θεός γαρ «διανοίγει την μήτραν της γυναικός». Και η συνύπαρξη και το παράλληλο των τριών αυτών σκοπών, (που βεβαίως βρίσκονται στη γενικότερη σκοποθεσία όπως είπαμε της ζωντανής σχέσεως με τον Κύριο Ιησού Χριστό), πρέπει να τονίζεται πάντοτε, διότι εύκολα είναι αλήθεια, μπορεί να υπάρξει ανισορροπία. Να έχουμε δηλαδή προσκόλληση για παράδειγμα, ιδίως από πλευράς της μητέρας, προς τα παιδιά με παραμέληση του συζύγου, ή, τεκνοποιΐα, ιδίως εκεί που υπάρχει πολυτεκνία  συνεπώς και μεγάλη κούραση με έλλειψη χρόνου, χωρίς την ανάλογη φροντίδα για την ανατροφή των παιδιών. Εκείνος που έδωσε την ευλογία του καρπού της συζυγίας, των παιδιών, ο Ίδιος έδωσε και την εντολή: «Εκτρέφετε τα τέκνα υμών εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου».

(2β) Κι είναι η αλυσίδα αυτή: αλληλοσυμπλήρωση συζύγων, τεκνοποιΐα, ανατροφή, το στοιχείο που αποτελεί κι ένα κριτήριο για το πλήθος των παιδιών στο οποίο πρέπει να προχωρήσει ένα ζευγάρι. Αναφέραμε και παραπάνω ότι δεν σώζει μία οικογένεια ο αριθμός των παιδιών, αλλά η συναίσθηση  ότι τα μέλη της, πρώτιστα οι σύζυγοι, πορεύονται κατενώπιον Θεού με βάση τις εντολές Εκείνου. Ο συντονισμός με τον ζωντανό προσωπικό Θεό είναι το αενάως ζητούμενο κι αυτό θα ζητηθεί από τον ανά πάσα στιγμή ερχόμενο να εμφανιστεί Κύριο. Οπότε χρειάζεται να αναμετρώνται πάντοτε οι γονείς αν η τεκνογονία συμβαδίζει με την ορθή ανατροφή, που θα πει με τη γεμάτη αγάπη και σεβασμό στάση τους έναντι των παιδιών τους, με την αφιέρωση του απαιτουμένου χρόνου για την καλή ανάπτυξή τους, με την προσφορά στα παιδιά τους του κατεξοχήν στοιχείου αγάπης τους: τον δικό τους αγιασμό. Τι νόημα άραγε έχει υπό το πρίσμα αυτό ο ερχομός παιδιών, που ο γονιός στη φάση που βρίσκεται ίσως βλέπει ότι αδυνατεί να τους δώσει αυτό που τους οφείλει; Μία μάνα για παράδειγμα και μάλιστα εργαζομένη ή ένας πατέρας πολυάσχολος και πολυδιασπασμένος ευρισκόμενοι σε διαρκή αναταραχή και πανικό γιατί δεν προλαβαίνουν, πώς μπορεί να θεωρηθούν ότι στέκονται πάνω στο θέλημα του Θεού; Αυτό που έχουν αυτό και θα προσφέρουν σε όλους: την ταραχή και τον πανικό τους. Δεν είναι τυχαίο ότι κάποια γυναίκα με τρία παιδιά, όταν επισκέφτηκε τον όσιο Πορφύριο για να του πει ότι δεν αντέχει και ένα τέταρτο που επιθυμεί ο άντρας της, άκουσε από το άγιο στόμα του την αρνητική προτροπή. «Μην την πιέζεις» είπε ο όσιος στον σύζυγο, «γιατί ψυχολογικά δεν αντέχει. Όταν θα αντέξει, μόνη της θα το ζητήσει». Και διάβασα κάπου εσχάτως ότι μία γυναίκα εξίσου με τρία παιδιά μετέσχε πριν κάποια χρόνια σε εκδρομή ενορίας εδώ στην Αττική για το μοναστήρι του Αγίου Αντωνίου στην Αριζόνα. Και είδε και εξομολογήθηκε στον άγιο Γέροντα Εφραίμ ότι δεν θέλει άλλο παιδί που εξίσου με το προηγούμενο επιθυμούσε ο σύζυγος. Και η απάντηση του αγίου αυτού ανθρώπου ήταν όντως αποκαλυπτική: «Κάνε προσευχή από την καρδιά σου, παρακάλεσε την Παναγία, και ό,τι δεις μέσα στην καρδιά σου να φουντώνει αυτό θα είναι και η απάντηση!»

(2γ) Στην αγία οικογένεια του Μ. Βασιλείου είχαμε εν προκειμένω την ανθρωπίνως ορθή ισορροπία. Και η αγάπη των γονιών υφίστατο και η τεκνοποιία ήταν πλούσια γιατί μπορούσαν, και η ανατροφή συνιστούσε προτεραιότητα. Πάνω στο τελευταίο μάλιστα είναι πολύ σημαντική η αναφορά στην εκκλησιαστική ακολουθία της μεγάλης αδελφής, της οσίας Μακρίνας, του πώς η μάνα Εμμέλεια διαπαιδαγωγούσε την κόρη της. Πραγματικά ο άγιος υμνογράφος, στηριγμένος σε ιστορικά στοιχεία, με έξοχο τρόπο μας ανοίγει τα μάτια να δούμε τη σοφία της χριστιανής μητέρας. Τι μας λέει; Ότι αφενός ήδη από την κοιλιά της την ύψωνε προς τον Θεό προσευχομένη διαρκώς για το αγέννητο ακόμη παιδί της - «επ’ αυτώ (τω Χριστώ) από γαστρός, επερρίφης άμωμε» - αλλά αφ’ ετέρου την παρακολουθούσε διακριτικά και με αγάπη σε όλο το μεγάλωμά της. «Οφθαλμοίς μητρικοίς τετηρημένη» σημειώνει. Την πρόσεχε με τα μάτια που έχει μία μάνα που αγαπά το βλαστάρι της όσο τίποτε άλλο. Δεν μας θυμίζουν αυτές οι επισημάνσεις ό,τι πιο σύγχρονο υφίσταται από πλευράς της επιστήμης της παιδαγωγικής, αλλά ακόμη περισσότερο αυτά που έλεγε ο όσιος Πορφύριος και πάλι, ο οποίος τόνιζε ότι οι γονείς και ιδίως η μάνα, (τεράστια η ευθύνη βεβαίως σ’ αυτό και του πατέρα), ήδη απαρχής της εγκυμοσύνης της θα πρέπει να φροντίζει για το παιδάκι της: να βρίσκεται σε καλή ψυχολογική κατάσταση, να προσέχει τον εαυτό της, να δημιουργεί ευχάριστες και ήρεμες συνθήκες διαβίωσής της, γιατί ό,τι συμβαίνει στην ίδια αντανακλά και στο παιδί; Αλλά και μετέπειτα να παρακολουθεί με στοργή την ανάπτυξή του χωρίς όμως εξάρσεις ιδιαίτερες και περιττές. «Μη γίνεστε υπερβολικοί στις εκδηλώσεις σας προς τα παιδιά» συνήθιζε να λέει, «γιατί οι υπερβολές αποπροσανατολίζουν το παιδί. Με ήρεμο τρόπο να τα σκεπάζετε με την αγάπη σας κι αυτό θα συντελεί στην καλύτερη δυνατή ανάπτυξή του». «Μητρικοίς οφθαλμοίς τετηρημένη» - να σκεπάζονται τα παιδιά από τα μάτια της μάνας που ξέρει να αγαπά και να προσεύχεται. Κάτι διαφορετικό, δηλαδή και η υπερβολή που είπαμε αλλά και η αδιαφορία, είναι ευνόητο ότι θα εκπίπτει σ’ αυτό που επίσης ο απόστολος Παύλος επισημαίνει: «Οι γονείς μη παροργίζετε τα τέκνα υμών». Παροργισμό των τέκνων έχουμε και με τις υπερβολές και με την αδιαφορία και με τις επιθετικές ασφαλώς ενέργειες απέναντί τους!

(3) Ποιος μετά τα παραπάνω θα αμφέβαλλε ότι και οι σχέσεις μεταξύ των αδελφών δεν θα κυμαίνονταν σε ανάλογο επίπεδο σεβασμού και αγάπης; Και δεν εννοούμε ότι δεν υπήρξε ποτέ ένταση και διαφωνία και μαλώματα ανάμεσα στα αδέλφια της ιερής αυτής οικογένειας – τούτο είναι αδύνατο, αφού η ανθρώπινη φύση «επί τα πονηρά έγκειται επιμελώς εκ νεότητος» - , αλλ’ εννοούμε ότι η όποια ένταση ή διαφωνία γρήγορα έβρισκε τον δρόμο της καταλλαγής και της συγχώρησης. Και γνωρίζουμε την πραγματικότητα αυτή, γιατί φρόντισαν οι άγιοι Πατέρες, ιδίως ο αδελφός άγιος Γρηγόριος, να μας μιλήσουν για τη Μακρίνα και τις σχέσεις ανάμεσα στην οικογένεια. Και τι είπε, και όχι μόνο μία φορά; Ότι η Μακρίνα, η μεγάλη αδελφή, ήταν «ο διδάσκαλος, ο παιδαγωγός, ο σύμβουλος» των αδελφών, εκτός από τους γονείς. Όταν δηλαδή ανέκυπτε διαφωνία, όταν υπήρχε ένταση, επενέβαινε η σοφή μεγάλη αδελφή, μεγάλη όχι μόνο ως προς την ηλικία, και έβαζε τα πράγματα στη θέση τους. Κι όχι μόνο όταν ακόμη τα αδέλφια ήταν μικρά, που είναι φυσικό να μαλώνουν και να δημιουργούν προβλήματα, αλλά και αργότερα, σε πιο μεγάλη ηλικία. Σαν την περίπτωση που ο μεγάλος κι αυτός αδελφός, το αστέρι της οικογένειας, ο Μέγας Βασίλειος, γύρισε από τις σπουδές του στην Καισάρεια κι έπειτα στην Αθήνα. Μεγαλοφυής ο Βασίλειος, με σπουδές που τον έκαναν πανεπιστήμονα της εποχής, με επαίνους και διακρίσεις, επέστρεψε στην οικογένεια, προφανώς με τον αέρα του ανώτερου. Κι εκεί επενέβη η Μακρίνα: βλέπει αμέσως «την επηρμένην οφρύν» του αδελφού της και σπεύδει να τον προσγειώσει! Όχι μειώνοντας βεβαίως το επίπεδο στο οποίο βρέθηκε κοσμικά ο Βασίλειος – η Μακρίνα ανεγνώριζε το μεγαλείο του το μορφωτικό – αλλά υπενθυμίζοντάς του τη βάση και τα κριτήριο της οικογένειας: τον Χριστό και την οδό την αληθινή. Η μεγάλη αδελφή ως πράγματι «διδάσκαλος», αλλά με ταπείνωση και με σεβασμό. Η Μακρίνα ως «αλείπτης» πνευματικός, ως γυμναστής που διορθώνει τα κακώς κείμενα. Και η επέμβασή της, η γεμάτη ταπεινή αγάπη, βρίσκει τον στόχο της: ο Βασίλειος συνέρχεται. Αναγνωρίζει την παρέκκλιση, καταλαβαίνει ότι όλη τη μόρφωσή του πρέπει να τη θέσει στη διακονία του Κυρίου και της Εκκλησίας – ό,τι του πρότεινε η Μακρίνα. Και δεν ξέρει κανείς ποιον να πρωτοθαυμάσει; Την μεγάλη Μακρίνα ή τον μεγάλο Βασίλειο; Ταπεινή αγάπη η μία, ταπεινό φρόνημα ο άλλος, με το οποίο κτίζεται η καθ’ υπερβολήν οδός της αγάπης.

(4) Και με βάση αυτά κατανοεί κανείς και κάτι εξίσου σημαντικό και υπέροχο και υποδειγματικό που μας προσφέρει η αγία οικογένεια. Οι γονείς είναι έτοιμοι να βοηθήσουν τα παιδιά τους σε ό,τι εκείνα θέλουν να ακολουθήσουν στη ζωή τους. Αλλά να ξέρουν όμως: ό,τι και να κάνουν να τίθεται αυτό στην υπηρεσία του θελήματος του Θεού. Σεβασμός και ελευθερία δηλαδή από τη μία˙ προτεραιότητα στο θέλημα του Θεού από την άλλη, που εκφράζεται κυρίως ως αγάπη και διακονία του συνανθρώπου. Και να, που σε όλα σχεδόν τα αδέλφια επισημαίνουμε το δίπολο αυτό! Παράδειγμα: η Μακρίνα πρώτη! Από μικρή θέλει να αφιερωθεί στον Κύριο, μα ακολουθεί τη στοργική προτροπή των γονέων να παντρευτεί. Στην περίοδο των αρραβώνων όμως φεύγει από τη ζωή ο  μνηστήρας της. Αφιερώνεται έπειτα στον Θεό και τον συνάνθρωπο. Τα δύο μοναστήρια που ιδρύει παρά τον Ίρι μοναχό, όπου εκεί βρίσκουμε και τη μητέρα Εμμέλεια υποτακτική(!) της, είναι για προσευχή και δοξολογία του Κυρίου, μα και για περίθαλψη όλων των αναγκεμένων και πονεμένων. Ο Μ. Βασίλειος έπειτα: σπουδές καταπληκτικές όπως είπαμε, στη νομική (ρητορική), την ιατρική, τη φιλοσοφία, τη γεωμετρία, την αστρονομία. Όλα στο τέλος όμως στον βωμό της ιερωσύνης ως αναφοράς στον Θεό και της αγάπης στον συνάνθρωπο. Το κοινωνικό και φιλανθρωπικό έργο του Βασιλείου: υπακοή στο θέλημα του Θεού τη συγκεκριμένη εποχή, υπεροχικό και ανυπέρβλητο σε όλους τους αιώνες. Ο Γρηγόριος στη συνέχεια: κι αυτός με σπουδές μοναδικές, στην οικογένεια και στις μεγάλες Σχολές. Έγγαμος στην αρχή με τέκνο, μα μόνος στη συνέχεια, γιατί φεύγουν από τη ζωή και η σύζυγος και η κόρη. «Πατήρ Πατέρων» στην εξέλιξή του ως επίσκοπος στη Νύσσα με τεράστιο συγγραφικό και αντιαιρετικό έργο. Ο Ναυκράτιος, ο άλλος αδελφός; Ο πιο γλυκός από όλους, λένε τα αδέλφια του. Σπουδές στη νομική, αλλά μοναχός και κοινωνικός έργάτης χάριν των αναγκεμένων στη συνέχεια. «Χάθηκε» σε ατύχημα την ώρα της διακονίας των πτωχών του, γι’ αυτό και «οσιομάρτυς» χαρακτηρίζεται.

Β. Σταματούμε εδώ την αναφορά στην ιερή οικογένεια. Μοναδική και ίσως ανεπανάληπτη στους αιώνες. Μα ταυτοχρόνως και υπόδειγμα. Γιατί βίωνε το αιώνιο, δηλαδή το αδιάκοπα επίκαιρο και συγχρονισμένο. Δεν χρειάζεται να πούμε πολλά. Ό,τι προβάλαμε συνιστά οδό και φωτεινό μονοπάτι. Σ’ έναν κόσμο μάλιστα, το αναφέραμε, εντελώς χαμένο και νεκρωμένο πνευματικά, που ανακυκλώνει εσαεί την καταχνιά και το έρεβος των παθών του, η οικογένεια του Μ. Βασιλείου, «η επτάριθμος, (ή αλλού οκτάριθμος), πατρομητραδελφότης», εν συνόλω και μεμονωμένα, αποτελεί ελπίδα και παρηγοριά. Και για τους συζύγους και για τα παιδιά, αλλά και για άλλα μέλη που μπορεί να ζουν μέσα σ’ αυτήν – δεν μιλήσαμε καθόλου μάλιστα και για τη γιαγιά Μακρίνα, την αγία ομολογήτρια και μαθήτρια του αγίου Γρηγορίου του Νεοκαισαρείας του θαυματουργού. Ο άγιος υμνογράφος θέλοντας να εξάρει την προσφορά τους στο σήμερα, το εκάστοτε σήμερα, θα πει τα εξής συγκινητικά: «Όλα τα μέλη της οικογένειας αυτής είναι λαμπτήρες της οικουμένης, είναι κοινοί ευεργέτες του ανθρωπίνου γένους, είναι αυτοί που έκαναν γιορτινή την υφήλιο όλη με τα κατορθώματά τους» (Δόξα εσπ.).

Μας υπενθυμίζουν ότι

- μία είναι η οικογένεια που μπορεί να σταθεί και να μεγαλουργήσει και να βοηθήσει πραγματικά τον κόσμο: η οικογένεια που λειτουργεί ως «κατ’ οίκον Εκκλησία», δηλαδή αυτή που βάση της έχει τον Ιησού Χριστό και που Τον προεκτείνει γινόμενη μία αγκαλιά για όλον τον κόσμο, ο οποίος εν αγνοία του ίσως την αναζητεί και την περιμένει˙

- η συζυγία τότε καταξιώνεται και εφελκύει πλούσια τη χάρη του Θεού, όταν οι σύζυγοι δεν ανταγωνίζονται μεταξύ τους, ποιος θα έχει το πάνω χέρι υποβιβάζοντας ο ένας τον άλλον, αλλά συναγωνίζονται ποιος θα έχει την προτεραιότητα στην προσφορά και τη διακονία. Κι εκεί φανερώνεται η πρωτιά: όποιος καταθέτει τον εαυτό του περισσότερο στη θυσιαστική υπηρεσία. «Ει τις θέλει πρώτος είναι, έστω πάντων έσχατος και πάντων διάκονος»˙

- η χαρισματική συζυγία που βιώνεται στην Εκκλησία πάει μαζί με την τεκνοποιΐα, όταν δίνει ο Θεός τη δυνατότητα, αλλά και με την ανατροφή των παιδιών «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου». Χωρίς την οδύνη της ανατροφής, γιατί δεν είναι εύκολο να ανατρέφει κανείς παιδιά και μάλιστα στη σημερινή εποχή, η τεκνογονία από μόνη της δεν προσφέρει πολλά πράγματα. Μπορεί και το αντίθετο: να γίνει μέρος μίας προβληματικής κοινωνίας. Εν προκειμένω τα λόγια του Κυρίου για τον προδότη μαθητή Του Ιούδα, από τα σκληρότερα που έχει πει, ηχούν με τρόπο άκρως πένθιμο και ίσως «απειλητικό» για πολλούς: «Καλύτερα να μην είχε γεννηθεί ο άνθρωπος αυτός!»˙

- η αγία βιοτή των γονιών αντανακλά εν πολλοίς και στα παιδιά. Άγιοι γονείς κατά κανόνα - υπάρχουν και οι εξαιρέσεις - βγάζουν και παιδιά που στέκουν καλά στην πίστη, που θα πει με αγάπη προς τον Χριστό και τον συνάνθρωπο. Ίσως δεν πρέπει να ξεχνάμε καθόλου τα λόγια του αγίου Πορφυρίου, ο οποίος τόνιζε ότι αν θέλουν οι γονείς να μην προβληματίζονται ιδιαίτερα για την εξέλιξη των παιδιών τους, αν θέλουν να τους δουν και να τους καμαρώνουν ως υγιή στοιχεία της κοινωνίας και της Εκκλησίας, δεν έχουν παρά να αποδύονται στον χαρούμενο αγώνα του αγιασμού τους. Έτσι κι αλλιώς ο αγώνας αυτός θεωρείται δεδομένος για έναν χριστιανό, αφού συνιστά εντολή του ίδιου του Θεού: «άγιοι γίνεσθε, ότι εγώ άγιός ειμι»˙

- τέλος, η μεγαλύτερη προσφορά για σύνολη την ανθρωπότητα είναι ακριβώς να ενεργοποιεί ο πιστός την πίστη του στον Χριστό. Οι άγιοι της Εκκλησίας μας ως άλλοι Χριστοί μέσα στον κόσμο είναι η ελπίδα και η παρηγοριά των ανθρώπων. Πιθανόν να μην το καταλαβαίνουμε, αλλά ο αγιασμός μας ως πορεία αγάπης ιδίως προς τον συνάνθρωπο αποτελεί οφειλή μας σ’ αυτόν – ο κόσμος της αμαρτίας ενώ πολεμάει την πίστη παράλληλα στο βάθος της καρδιάς του διψάει τον Θεό. Κι αναζητεί τον Θεό στο πρόσωπο των πιστών Του. Η αγία οικογένεια του Μεγάλου Βασιλείου αποτελεί την πρωτοπορία από την άποψη αυτή – άπειροι ήταν εκείνοι που προσκολλημένοι στα μέλη της βρήκαν τον Θεό και τον εαυτό τους. Κι αν πολλά μέλη της ιερής οικογένειας δεν έκαναν δική τους οικογένεια ήταν γιατί το ζητούμενο, όπως κατά κόρον τονίσαμε, είναι να βρίσκεται κανείς στο θέλημα του Θεού που επικαιροποιείται στο εκάστοτε εδώ και τώρα. Ξέρουμε ότι και οικογένεια δική τους να έκαναν, ο Μ. Βασίλειος, η αγία Μακρίνα, ο άγιος Πέτρος, ο άγιος Ναυκράτιος, προκοπή θα έκαναν μεγάλη σ’ αυτές, μα σε περιορισμένη ακτίνα δράσεως. Ο Θεός τους κάλεσε στον δρόμο της μοναχικής αφιέρωσης, δίνοντάς τους το χάρισμα να γίνουν οικογενειάρχες σύμπασας της οικουμένης, να γίνουν δηλαδή όργανα του Κυρίου για να εντάξουν πολλούς στην απόλυτη και οικουμενική, τοπικά και χρονικά, οικογένεια, την οικογένεια του Θεού, την Εκκλησία.