Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 11 Μαρτίου 2025

ΕΠΙ ΤἩ ΜΝΗΜῌ (12 ΜΑΡΤΙΟΥ) ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΠΑ ΡΩΜΗΣ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ

ΑΛΗΘΙΝΗ ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ

῾᾽Αββᾶ, τί εἶναι ταπείνωση;᾽ ρώτησε μέ γνήσια ἀπορία ὁ ἕνας ἀπό τούς δυό καλόγερους πού εἶχαν ἔλθει νά ἐπισκεφτοῦν τόν μεγάλο ἀββᾶ ᾽Ιωάννη τόν Πέρση.

῾Η συζήτηση εἶχε ξεκινήσει ἀρκετή ὥρα πρίν, μετά τόν ἑσπερινό πού εἶχαν κάνει στό φτωχικό ἐκκλησάκι τοῦ ἀββᾶ ᾽Ιωάννη. Οἱ δυό καλόγεροι πού τόν βοήθησαν στά ψαλτικά κι ἔνιωσαν ξεχωριστή κατάνυξη ἀπό τήν ἱεροπρέπεια καί τήν δύναμη προσευχῆς τοῦ Γέροντα ἦταν γνωστοί του ἀπό παλιά. ῎Ερχονταν κατά καιρούς νά τόν ἐπισκεφτοῦν, νά τοῦ φέρουν κάποιο φίλεμα, νά συζητήσουν μαζί του πάνω σέ πνευματικά θέματα. ῎Ηξεραν ὅτι ὁ Γέροντας δέν ἦταν τυχαῖος. Χρόνια ἀσκητικῆς ζωῆς εἶχαν σμιλέψει τήν ψυχή του, τοῦ ᾽χαν δώσει μεγάλη ἐμπειρία στίς παγίδες τοῦ Πονηροῦ, τόν εἶχαν γλυκάνει ἀπό τίς ἐπισκέψεις τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ.

v  

Εἶχε ἔρθει ὁ ᾽Ιωάννης νεαρός ἀπό τήν Περσία στά εὐλογημένα καί ἁγιασμένα μέρη τῆς Συρίας. Κέντρο ἀσκητικό ἡ Συρία μέ σπουδαίους καί φημισμένους ἀσκητές ἔθελγε κάθε καλοπροαίρετη ψυχή πού ἡ ἀφιέρωση στόν Κύριο ἔβλεπε ὅτι ἦταν ἡ κλήση γιά τήν πορεία της. ῎Εψαξε ὁ ᾽Ιωάννης  καί ὑποτάχτηκε σέ ἅγιο καί ταπεινό Γέροντα στήν περιοχή τῶν Μονιδίων, περιοχή πού ὅπως σημαίνει τό ὄνομά της ἀποτελεῖτο ἀπό μικρά ἀσκηταριά, μικρές μονές, πού ὅλες μαζί συνιστοῦσαν μία ἀσκητική λαύρα. ᾽Εκεῖ ἔμεινε ἀρκετά χρόνια κάνοντας ἀδιάκριτη ὑπακοή, γι᾽ αὐτό καί προχώρησε ἀρκετά στά πνευματικά. Κι ὅταν ὁ Γέροντάς του ἔφυγε ἀπό τόν κόσμο τοῦτο, προβλέποντας μάλιστα τόν θάνατό του, ὁ ᾽Ιωάννης ἦταν ἐκεῖνος πού μέ δάκρυα στά μάτια τόν ἀποχαιρέτισε, πῆρε τήν εὐχή του, τόν παρεκάλεσε νά μήν τόν ξεχνᾶ ἐκεῖ πού θά πάει στόν Κύριο.

v  

῾Ο ἀββᾶς ᾽Ιωάννης δέν ἔσπευσε νά ἀπαντήσει. Σηκώθηκε ἀπό τήν θέση του στό μικρό δωματιάκι πού εἶχε περάσει τούς καλόγερους καί πού λειτουργοῦσε καί ὡς ἀρχονταρίκι τοῦ ἀσκηταριοῦ του, καί ἀνασκάλεψε τά κούτσουρα πού ἔκαιγαν σέ μιά πυροστιά. Πρόσθεσε κανά-δυό ἀκόμη ξύλα.

῾Τί εἶναι ταπείνωση;᾽ ἐπανέλαβε κι ἐκεῖνος μονολογώντας. ῾Ποιός μπορεῖ νά σοῦ ἀπαντήσει, παιδί μου, παρά ἐκεῖνος πού τήν ἔχει στήν καρδιά του;᾽ Σταμάτησε.  ῾᾽Εγώ πάντως δέν ξέρω᾽ εἶπε χωρίς ταπεινολογία.  ῾Γιατί μιλώντας γι᾽ αὐτήν εἶναι σάν νά μιλᾶς γιά τόν ἴδιο τόν Θεό. Καί ποιός μπορεῖ νά μιλήσει γιά τόν Θεό, παρά ὅποιος ἔγινε κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ; Μυστήριο ἡ ταπείνωση, παιδιά μου. Γι᾽ αὐτό καί πολλοί ἐπιχείρησαν νά τήν ὁρίσουν καί ἔπεσαν ἔξω. ῾Απλῶς περιέγραψαν κάποιες ἐπί μέρους πλευρές της᾽.

Κάποιο κούτσουρο στήν φωτιά σπίθισε ἀπό ἕνα ξαφνικό γύρισμα τοῦ ἀέρα κι ἔκανε τούς προσκυνητές καλόγερους νά στραφοῦν πρός τό μέρος της. Λίγο σάν νά ρίγησαν ἀπό τό κρύο πού εἶχε πέσει, καθώς τό βράδυ εἶχε προχωρήσει. ᾽Ανακάθισαν καλύτερα στίς θέσεις τους καί τά μάτια τους καί ὁ νοῦς τους στηλώθηκαν καί πάλι στόν ἀνολοκλήρωτο λόγο τοῦ Γέροντα.

῾Θά μπορούσαμε νά δώσουμε τό ἑξῆς παράδειγμα γιά τήν ταπείνωση καί τό μυστήριο πού περικλείει᾽ συνέχισε ἀργά ὁ ἀββᾶς ᾽Ιωάννης. ῾Μοιάζει μ᾽ ἕνα πιθάρι πού κλείνει μέσα θησαυρό πού κανείς δέν ἔχει δεῖ. Κι εἶναι τό πιθάρι αὐτό διπλοσφραγισμένο. Μόνο αὐτός πού τό κατέχει μπορεῖ νά τό ἀνοίξει καί ν᾽ ἀπολαύσει τό περιεχόμενό του. Τό μόνο πού γνωρίζουν ὅλοι οἱ ἄλλοι εἶναι τό ὄνομα τοῦ πιθαριοῦ. Γιατί τό γράφει ἀπέξω: ῾῾Η ἁγία ταπείνωση᾽. ῾Επομένως...᾽ κατέληξε ὁ ᾽Ιωάννης, ῾ἑπομένως... μή μοῦ ζητᾶτε νά σᾶς πῶ πράγματα πού δέν κατέχω᾽. Τό ᾽πε μέ μιά τέτοια φυσικότητα καί πειθώ, πού δέν ἄφηνε περιθώρια ἀμφισβήτησης.

῾Δηλαδή, Γέροντα, δέν ὑπάρχει τρόπος τελικά νά μάθουμε γιά τήν ταπείνωση; ῞Ολη ἡ ῾Αγία Γραφή, ὅλοι οἱ ἅγιοί μας, μᾶς λένε ὅτι χωρίς τήν ταπείνωση δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει πρόοδος πνευματική. Αὐτή εἶναι ἡ βάση κάθε ἀρετῆς καί μάλιστα τῆς σπουδαιότερης ἀπό ὅλες,  τῆς ἀγάπης. Μένουμε λοιπόν ξεκρέμαστοι;᾽ ρώτησε μέ ἀγωνία ὁ μικρότερος ἀπό τούς δύο καλόγερους.

῾Ο Γέροντας δέν ἔσπευσε καί πάλι νά ἀπαντήσει. Χαιρόταν πολύ γιά τήν συζήτηση πού ἔκαναν, γιατί τό περιεχόμενό της ἦταν γιά τό πιό οὐσιαστικό πράγμα στόν κόσμο: τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς. Καί χαιρόταν ξέχωρα πού δυό ἀδελφοί εἶχαν τέτοια γνήσια πνευματικά ἐνδιαφέροντα.

Σφίχτηκε λίγο ἡ καρδιά του. ῾Η σκέψη του πῆγε σέ ἄλλους προσκυνητές πού κατέφθαναν στό μέρος αὐτό, ἀλλά σάν τουρίστες.  ᾽Αντιμετώπιζαν αὐτόν καί τούς ἄλλους ἀσκητές πολλές φορές σάν ἁπλό θέαμα, μέ σκοπό νά ποῦν ὅταν θά γύριζαν πίσω ὅτι συναντήσαμε καί τόν τάδε ἀσκητή, διαστρεβλώνοντας τίς περισσότερες φορές τά λόγια του ἤ καί παρεξηγώντας συχνά τήν συμπεριφορά του. Τέτοιους ῾προσκυνητές᾽ δέν τούς ἤθελε ἡ καρδιά του καί δέν ἦταν λίγες οἱ φορές πού τούς ἀπέφευγε.

῾Παιδί μου, δέν μᾶς ἀφήνει ὁ Θεός. Μπορεῖ νά μήν ξέρουμε ἐπακριβῶς τί εἶναι ἡ ταπείνωση, ἀφοῦ αὐτήν ντύθηκε ὁ ἴδιος ὁ Θεός μας πού ἔγινε ἄνθρωπος, ἀλλά ὅταν βλέπει ἀνθρώπους νά Τόν ἀναζητοῦνε γνήσια, ἔρχεται ὁ ῎Ιδιος καί τούς καθοδηγεῖ ἤ στέλνει ἀνθρώπους Του νά γίνουν οἱ καθοδηγητές τῶν ἁπλουστέρων ἀνθρώπων. ᾽Εμεῖς λοιπόν χρειάζεται νά ἐπαινοῦμε τήν ταπείνωση, νά τήν θεωροῦμε ὡς πράγματι τήν βάση τῶν ἀρετῶν κι ᾽Εκεῖνος θά κάνει αὐτό πού ξέρει στήν ψυχή μας᾽.

Ξανασηκώθηκε κι ἔφτιαξε καί πάλι τά ξύλα στήν φωτιά. Φούντωσαν αὐτά κι ἅπλωσαν τήν θέρμη τους γιά νά ἀγκαλιάσουν τούς συζητητές. Παράλληλα ἄναψε κι  ἕνα λυχνάρι πού βρισκόταν παράμερα. Φωτίστηκε ὁ χῶρος καθώς φωτίζονταν καί οἱ ψυχές.

῾᾽Αλλά, ἄν δέν ξέρω νά σᾶς πῶ ἐγώ τί εἶναι ταπείνωση᾽, σάν ν᾽ ἀναγάλλιασε ὁ Γέροντας μ᾽ αὐτό πού ἑτοιμάστηκε νά πεῖ, ῾μπορῶ νά σᾶς πῶ γιά κάποιον πού πράγματι εἶχε τήν εὐλογημένη αὐτήν ἀρετή στόν ἀπόλυτο κατ᾽ ἄνθρωπον βαθμό. Ναί, ὁ Θεός μέ εὐλόγησε νά δῶ ταπεινό ἄνθρωπο καί νά καταλάβω πολύ καθαρά τήν δική μου μικρότητα᾽.

Τά μάτια τῶν καλογέρων ἄνοιξαν διάπλατα. Κράτησαν καί τήν ἀναπνοή τους ἀκόμη μή χάσουν καί τόν παραμικρό λόγο τοῦ ἀββᾶ ᾽Ιωάννη, τοῦ ἐκ Περσίας καταγομένου καί ταπεινοῦ κι αὐτοῦ ἀδελφοῦ, ἔστω κι ἄν τό ἀρνεῖτο αὐτός συνεχῶς.

v  

῾Στό τέλος τοῦ 1353 ἀπό κτίσεως Ρώμης, (600 μ.Χ.), θέλησα νά ἐπισκεφτῶ τήν πρωτόθρονη Ρώμη, τό λίκνο αὐτό τῆς πίστεως, γιά νά προσκυνήσω τούς ἁγιασμένους τάφους τῶν μεγάλων ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου. Ἡ Ρώμη πάντοτε μέ ἔθελγε καί βρισκόταν σάν ὅραμα μπροστά μου, γιατί ἦταν ἡ ᾽Εκκλησία πού ὁ ἀπόστολος Παῦλος τήν ἀγαποῦσε ἰδιαίτερα, γιατί ἦταν ἡ πρώτη στήν ἱεραποστολή καί στήν ἐλεημοσύνη, γιατί κυρίως...᾽ δάκρυσε ὁ Γέροντας, ῾...εἶναι ὁ τόπος πού εἶναι ἅγιος ἀπό τό χυμένο αἷμα τόσων χιλιάδων καί χιλιάδων μαρτύρων τῆς πίστεως. Κι ἐκεῖ βεβαίως μαρτύρησαν καί οἱ μεγάλοι ἀπόστολοι.  ῾Ο Θεός λοιπόν μοῦ ἔβαλε αὐτήν τήν ἐπιθυμία καί βρέθηκα τήν χρονιά ἐκείνη στά ἁγιασμένα ἐκεῖνα μέρη᾽.

῾῾Υπῆρχε ὅμως κι ἕνας ἀκόμη λόγος᾽, συνέχισε ὁ Γέροντας, ῾κι αὐτό εἶναι πού θέλω νά σᾶς πῶ μιλώντας γιά τήν ταπείνωση. ᾽Επίσκοπος στήν Ρώμη ἦταν τότε, κι εἶναι ἀκόμη ἀπ᾽ ὅ,τι ξέρω, ὁ ἅγιος καί μεγάλος Γρηγόριος, αὐτός πού τόν λένε Διάλογο. ῾Η φήμη του ἔχει ξεπεράσει τά ὅρια τῆς πόλης πού εἶναι ἐπίσκοπος κι ὅλοι οἱ χριστιανοί προσβλέπουν σ᾽ αὐτόν σάν σέ πρότυπο. Κεφαλή μεγάλη στήν πίστη μας. ῎Εχουν γίνει γνωστά παντοῦ  καί ἡ μεγάλη του ποιμαντική μέριμνα γιά τούς πιστούς καί ἡ διοργάνωση ἱεραποστολῶν γιά νά φέρει στήν ἀληθινή πίστη κι ἄλλους ἀνθρώπους καί τά ἁγιοπνευματικά ὅμως κείμενά του. Θεωρεῖται μεγάλος συγγραφέας πού αὐτά πού γράφει τρέφουν τούς χριστιανούς. Καί γι᾽ αὐτόν λοιπόν θέλησα νά πάω. Εὐχήθηκα μάλιστα πολύ στόν Θεό νά μοῦ δώσει σημάδι ὅτι ἔχει εὐλογήσει τό προσκύνημά μου, φέρνοντας στόν δρόμο μου τόν ἅγιο αὐτόν᾽.

῾Τόν συνάντησες, Γέροντα;᾽ εἶπαν μέ ἀγωνία καί οἱ δύο.

῾Ναί, παιδιά μου. ῾Ο Θεός εὐδόκησε νά τόν συναντήσω, ἀλλά γιά νά μέ διδάξει καί νά δῶ ἔμπρακτα τί σημαίνει, ὅπως σᾶς εἶπα, ταπείνωση καί χριστιανική ἀγάπη᾽.

῾Λοιπόν, παιδιά μου, ἀφοῦ εἶχα κάνει τό προσκύνημα στούς τάφους τῶν ἀποστόλων τοῦ Κυρίου καί μέ δάκρυα στά μάτια εὐλογοῦσα τήν ὥρα πού τά χείλη μου ἀσπάζονταν τό χῶμα πού εἶχαν θαφτεῖ, προχώρησα καί πῆγα στό κέντρο τῆς πόλεως. ᾽Ατένιζα ὥρα τήν μεγάλη Πόλη, μέ τούς φαρδεῖς δρόμους, τίς πλατεῖες, τά ἀγάλματα, ἀλλά ἡ σκέψη μου ἦταν, ὅπως σᾶς εἶπα, στά χρόνια πού οἱ ἀπόστολοι βρίσκονταν ἐκεῖ. Τότε ἦταν πού ἄκουσα κάποιον ξεχωριστό θόρυβο καί εἶδα συνωστισμένους ἀνθρώπους λίγο πιό πέρα ἀπό ἐκεῖ πού καθόμουν, πού μέ τό δέος ζωγραφισμένο στά μάτια τους ἅπλωναν τά χέρια τους νά χαιρετίσουν κάποιον.  

῾Η καρδιά μου κτύπησε μέ ἀγωνία. Αὐτό πού εἶχα εὐχηθεῖ στόν Θεό τό ἐπέτρεψε νά τό ζήσω. Λίγα μέτρα μακριά μου περνοῦσε ὁ ἅγιος πάπας, ὁ μέγας Γρηγόριος. Δάκρυσα ἀπό τήν κατάνυξη πού ἔνιωσα καί κινήθηκα αὐθόρμητα νά πάω νά τόν προσκυνήσω. Νά τοῦ βάλω μετάνοια καί νά πάρω τήν εὐχή του.

᾽Αλλά κι ἐκεῖνος σάν νά μέ εἶδε. Εἶδε τήν καλογερική μου ἀμφίεση, κατάλαβε ὅτι εἶμαι προσκυνητής καί στράφηκε ὁλόκληρος πρός τό δικό μου μέρος, ἐρχόμενος σέ μένα.

᾽Αλλά τότε συνέβη κάτι πού δέν μπόρεσα ἐκείνη τήν στιγμή νά ἐξηγήσω. Δυό κληρικοί ἀπό τήν ἀκολουθία του, βλέποντας τήν κίνησή μου νά τόν προσκυνήσω, ἔσπευσαν γρήγορα καί μέ ἀγωνία στά μάτια τους ἄρχισαν νά μοῦ λένε: ῾῎Οχι, πάτερ, μήν βάζεις μετάνοια. Μήν προσκυνᾶς τόν πάπα᾽.

Παραξενεύτηκα πάρα πολύ καί, δέν σᾶς τό κρύβω, θεώρησα βλάσφημα τά λόγια τους. ᾽Εκεῖνοι ὅμως ἐπέμεναν. ᾽Αλλά κι ἐγώ ἐπέμεινα. Θεωροῦσα ὅτι ἦταν ἄπρεπο ἀπό πλευρᾶς μου νά μήν τοῦ βάλω μετάνοια, νά μήν χαιρετίσω τόν ἅγιο.

Τόν πλησίασα πάρα πολύ ἀλλά τότε συνέβη τό ἑξῆς: πρίν προλάβω νά τόν προσκυνήσω, ἐκεῖνος ἔσπευσε μέ μία ἀσυνήθιστα γρήγορη κίνηση καί πρόσπεσε μπρός στά πόδια μου. ῾Ο πάπας, ὁ ἐπίσκοπος τῆς Ρώμης, μπρούμυτα στήν γῆ μπροστά σ᾽ ἕναν ἁπλό παπα-καλόγερο.

Πρόσπεσα κι ἐγώ. Δέν ξέρω πόση ὥρα στάθηκα ἔτσι, ἀλλά ὅταν πῆγα νά ἀνασηκωθῶ, εἶδα ὅτι ἐξακολουθοῦσε ὁ ἅγιος νά κείτεται χάμω. Κατάλαβα τότε τήν ἀγωνία τῶν κληρικῶν τῆς συνοδείας του. ῾Ο ἅγιος προλάβαινε ὁποιονδήποτε πήγαινε νά τόν προσκυνήσει. ᾽Εκεῖνος πρῶτος ἔσπευδε καί δέν σηκωνόταν ἄν δέν σηκωνόταν πρῶτος ὁ ἄλλος.

Κατανύχθηκα. Βρέθηκα πρόσωπο πρός πρόσωπο μ᾽ ἕναν ἅγιο τοῦ Θεοῦ. Αἰσθάνθηκα πολύ ἔντονα τί θά πεῖ ταπείνωση καί τί σημαίνουν τά λόγια τοῦ Κυρίου πού ᾽Εκεῖνος πρῶτος τά ἔβαλε σέ ἐφαρμογή: ῾ὅποιος θέλει νά εἶναι πρῶτος ἀνάμεσά σας, ἄς εἶναι τελευταῖος ὅλων καί δοῦλος᾽.

᾽Αλλά ἡ ἔκπληξή μου δέν ἦταν μόνον αὐτή. ᾽Αμέσως ὁ πάπας Γρηγόριος, ὁ ἅγιος τοῦ Θεοῦ, μόλις σηκώθηκε μέ ἀγκάλιασε μέ θερμότητα καί μέ ἀσπάστηκε μέ τήν ἴδια τῆς προσκύνησης  ταπεινοφροσύνη, ἐνῶ μέ τό χέρι του μοῦ ἔδωσε τρία χρυσά νομίσματα. Στράφηκε μάλιστα στήν συνοδεία του κι ἔδωσε ἐντολή νά μοῦ δώσουν ἕνα καινούργιο ράσο καί ὅ,τι ἄλλο ἀναγκαῖο χρειαζόμουν. Στήν συνέχεια μοῦ εὐχήθηκε καί σάν νά ᾽χε κάνει τό φυσικότερο πράγμα τοῦ κόσμου προχώρησε τόν δρόμο του.

Εἶχα μένει ἀκίνητος. Τά δάκρυα κυλοῦσαν ἀνεμπόδιστα στό πρόσωπό μου καί δόξαζα τόν Θεό πού χάρισε στόν δοῦλο Του Γρηγόριο τέτοια ταπείνωση πρός ὅλους κι ἐλεημοσύνη καί ἀγάπη᾽.

v  

Σταμάτησε ὁριστικά ὁ ἀββᾶς. Τά δάκρυα αὐλάκωναν καί τώρα τό ἅγιο πρόσωπό του, ἀλλά καί τῶν δυό καλογέρων. 

Τά κούτσουρα στήν φωτιά εἶχαν σβήσει ἀπό ὥρα, ἀλλά κανείς δέν τό εἶχε προσέξει. Γιατί μιά ἄλλη φωτιά μεγάλη καί δυνατότερη ἀπό τήν ὑλική ἔκαιγε τώρα μέσα στίς καρδιές τους.  

(Πηγή: «Λειμωνάριον» Ιωάννου Μόσχου)

Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2025

ΟΙ ΑΣΥΓΧΩΡΗΤΕΣ ΑΜΑΡΤΙΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΛΕΟΝΤΟΣ ΠΑΠΑ ΡΩΜΗΣ

῾Ο ἅγιος πάπας Λέων ἔγειρε κι ἀγκάλιασε κάθιδρος τόν τάφο τοῦ ἀποστόλου Πέτρου. Καί σήμερα, ὅπως ἐπί σαράντα μέρες τώρα ἔκανε, εἶχε ξεκινήσει ἀξημέρωτα τήν προσευχή του μέ τό μοναδικό αἴτημα πού διακατεῖχε τήν καρδιά του: τήν πληφορία ἀπό τόν μεγάλο ἀπόστολο τῆς ἄφεσης τῶν ἁμαρτιῶν του.

 ῎Ενιωθε ὅτι βρισκόταν στό δεῖλι τῆς ζωῆς του. Τά χρόνια εἶχαν προχωρήσει καί τά σημάδια τους πάνω του εἶχαν ἀρχίσει νά γίνονται ἐμφανῆ. ᾽Αλλά δέν ἦταν μόνον τό πέρασμα τοῦ χρόνου καί τό γῆρας πού τόν εἶχε ἐπισκεφτεῖ. Περισσότερο ἀπό ὅλα ἔνιωθε ὅτι καταβαλλόταν ἀπό τίς μέριμνες τῆς ἐπισκοπικῆς του θέσης. ῎Ω, ἡ Ρώμη ἦταν μεγάλη πόλη καί πολύ δύσκολο νά διαποιμανθεῖ.

Κι ἦταν καί τά προβλήματα μέ τούς ῾λύκους᾽ τῆς ᾽Εκκλησίας, τούς αἱρετικούς.  ῾Η ᾽Εκκλησία μόλις εἶχε ξεπεράσει τόν κίνδυνο τοῦ αἱρεσιάρχη Νεστόριου, δυστυχῶς ἀρχιεπισκόπου τῆς Κωνσταντινούπολης, γιατί διεῖδε ὅτι τά λεγόμενά του ἦταν βλασφημίες πού ἀλλοίωναν τήν πίστη καί γιά τόν Χριστό καί γιά τήν Παναγία Μητέρα Του. ῾Η Σύνοδος πού συγκλήθηκε, ἡ Γ´ Οἰκουμενική, καταδίκασε καί καθαίρεσε τόν βλάσφημο Νεστόριο καί διατύπωσε τήν ἀλήθεια: ὁ Κύριος εἶναι τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος χωρίς ἁμαρτία, ἐνῶ ἡ Παναγία εἶναι ὄχι ῾Χριστοτόκος᾽ ἀλλά ῾Θεοτόκος᾽.

Νά, ὅμως, πού τά προβλήματα δέν τελείωσαν. Στόν ἀντίποδα τοῦ  Νεστόριου, ἀλλά μέ τίς ἴδιες τελικῶς προϋποθέσεις βρέθηκε ὁ Εὐτυχής. Καλός κληρικός τῆς ᾽Εκκλησίας τῆς ᾽Αλεξάνδρειας, εἶδε κι αὐτός τό ἀδιέξοδο τῶν θέσεων τοῦ Νεστορίου, ἀλλά ἔφτασε στό ἄλλο ἄκρο: νά παρουσιάσει τόν Κύριο μόνον ὡς Θεό. Ἡ ἴδια βλασφημία κι ἐδῶ μέ ἐκείνην τοῦ Νεστορίου: ἡ διαγραφή τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου. Γιατί πῶς νά πεῖ κανείς ὅτι σώζεται ὁ ἄνθρωπος, ὅταν κατά τόν Εὐτυχή ὁ ἄνθρωπος ἀπορροφᾶται ἀπό τόν Θεό, ὅπως ἀπορροφήθηκε κι ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ ἀπό τήν θεότητά Του;

῾Ο Λέων βρέθηκε στό ἐπίκεντρο τῶν συζητήσεων καί τῶν ταραχῶν πού προκαλοῦσαν οἱ τελευταῖες αἱρετικές θέσεις τοῦ Εὐτυχῆ. Πολλοί ἀπευθύνθηκαν σ᾽ αὐτόν νά καταδείξει τήν αἵρεση, νά φανερώσει τήν ἀλήθεια. Κι ὁ ἅγιος ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ἀνταποκρίθηκε. Καταλάβαινε ὅτι ἔχει εὐθύνη ἔναντι ὅλης τῆς ᾽Εκκλησίας, ὅπως καί οἱ ἄλλοι ἐπίσκοποι. Κι ὁ νέος κίνδυνος ἦταν ἐξίσου μεγάλος μέ τόν προηγούμενο. Ζήτησε τήν βοήθεια καί τόν φωτισμό τοῦ Θεοῦ κι ἔγραψε γράμμα στόν ἀρχιεπίσκοπο τῆς Κωνσταντινούπολης, τόν Φλαβιανό, ἄνθρωπο πράγματι τοῦ Θεοῦ, μέ μεγάλη εὐαισθησία στά θέματα τῆς πίστης καί ὀξυμμένα κριτήρια ὀρθοδοξίας. ῎Εδειξε μέ ἐπάρκεια καί τό ἀδιέξοδο τῶν ἤδη καταδικασμένων θέσεων τοῦ Νεστορίου, ἀλλά πολύ περισσότερο καί τοῦ Εὐτυχῆ.

῾Η σύνταξη τοῦ γράμματος κυριολεκτικά τόν συνέτριψε. ῎Εβλεπε ὅτι ὄντως ἀπαντοῦσε μέ βάση τήν ὀρθόδοξη πίστη στίς αὐθαιρεσίες καί τά φληναφήματα τοῦ Εὐτυχῆ. ᾽Αλλά ἡ εὐθύνη γι᾽ αὐτά πού ἔγραφε τόν ἔκανε ἐπιφυλακτικό. ῎Ηθελε νά εἶναι ἀπόλυτα βέβαιος ὄχι μόνο ἀπό πλευρᾶς περιεχομένου ἀλλά καί μορφῆς. Οἱ ἐχθροί καιροφυλακτοῦσαν νά πιαστοῦν κατά τήν προσφιλή συνήθειά τους ἀπό τίς λέξεις. ῎Ετσι δέν ἔκαναν ἄλλωστε ὅλοι οἱ ἀνά τούς αἰῶνες αἱρετικοί; ῎Εμεναν στό γράμμα κι ἀδυνατοῦσαν νά διεισδύσουν λίγο στό ῾ἀπόθετον κάλλος᾽ πού ἔλεγε ὁ μέγας Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, στήν κρυμμένη ὀμορφιά πέρα ἀπό τίς λέξεις. ᾽Αλλ᾽ αὐτό προϋπέθετε βίωμα σωστό πού δυστυχῶς δέν τό ἔβλεπες στούς αἱρετικούς. Δίσταζε λοιπόν ὁ πάπας, ὁ Λέων, ὁ πρόεδρος τῆς ᾽Εκκλησίας τῶν Ρωμαίων.

Δέν δίστασε ὅμως γιά τήν ἀπόφαση πού πῆρε. ᾽Αναγάλλιασε ὅταν τό σκέφτηκε καί τό ἔθεσε ἀμέσως σέ ἐφαρμογή. Θά ἀπευθυνόταν στόν προκάτοχό του, τόν ἀπόστολο Πέτρο. Οἱ ἅγιοί μας δέν εἶναι ζωντανοί; Δέν μᾶς ἀκοῦνε καί δέν συμμετέχουν στόν πόνο καί στίς ἀγωνίες μας; Λοιπόν, νά ἡ εὐκαιρία! Πῆρε τό γράμμα ὁ πάπας, πῆρε μαζί του καί τόν διάκονό του, ἔδωσε ἐξηγήσεις γιά τό ποῦ θά βρίσκεται, κι ἐγκαταστάθηκε στόν τάφο τοῦ ἀποστόλου Πέτρου. Ναί, ὁ ἅγιος αὐτός ἄνθρωπος δέν θά ἔφευγε ἀπό ἐκεῖ, ἄν ὁ ἀπόστολος δέν ἔδειχνε μέ τρόπο ἄμεσο καί φανερό ὅτι δέν ἔχει πέσει ἔξω κάπου στά γραφόμενα τῆς ἐπιστολῆς του. Γιά τήν πίστη τοῦ Χριστοῦ πάλευσε καί ἀγωνιοῦσε. Δέν μπορεῖ. ῾Ο ἅγιος ἀπόστολος θά ἔστελνε κάποιο μήνυμα.

Τήν ἐπιστολή τήν τοποθέτησε πάνω στόν τάφο τοῦ πρώτου τῶν ἀποστόλων, ἐνῶ ὁ ἴδιος ἀποδύθηκε στόν ἀγώνα τῆς προσευχῆς καί τῆς νηστείας. ῞Ολη μέρα καί ὅλη νύκτα δέν ἔπαψε νά δέεται καί νά παρακαλεῖ:

 ῾῞Αγιε ἀπόστολε, σύ ἴδιος στόν ὁποῖο Κύριος καί Θεός καί Σωτήρας μας ᾽Ιησοῦς Χριστός ἔχει ἐμπιστευτεῖ τήν ᾽Εκκλησία καί τόν θρόνο, διόρθωσε ἀπό τήν ἐπιστολή ,τι παράλειψα σάν ἄνθρωπος᾽.

 Γονάτιζε ἅγιος τοῦ Θεοῦ Λέων, ἔχυνε πύρινα δάκρυα, παρακαλοῦσε. Κι ὅταν ἀποκαμωμένος δέν μποροῦσε νά σταθεῖ καθόλου στά πόδια του, ἔπεφτε κεῖ μπροστά στόν τάφο καί λίγο ξεκουραζόταν γιά νά συνεχίσει τά ἴδια λόγια τῆς προσευχῆς ἀργότερα.

Μαζί του ἀγωνιζόταν καί ὁ διάκος του. Δέν μποροῦσε βεβαίως ὁ νέος αὐτός ἄνθρωπος νά διεισδύσει στά μύχια τῆς καρδιᾶς τοῦ ἐπισκόπου του καί νά νιώσει τήν ἀγωνία του γιά τήν φανέρωση τῆς ἀλήθειας τοῦ Χριστοῦ. Δάκρυζε ὅμως γιατί ἔβλεπε τόν γέροντα αὐτόν νά δέεται στόν Κύριο καί τόν ἀπόστολό Του μέ τέτοιον συγκλονιστικό τρόπο. Καί κατέγραφε τήν στάση τοῦ ἁγίου μέσα του καί ἔβλεπε ὁρατά μπροστά του τό τί σημαίνει ἁγιότητα. Τόν εἶχε ζήσει βεβαίως τόν ἅγιο πάπα ὁ διάκος, τόν ἔβλεπε πῶς λειτουργεῖ, μέ τί ταπείνωση καί ἀγάπη  συμπεριφέρεται στούς κληρικούς καί τούς πιστούς καί παρακαλοῦσε τόν Θεό λίγο νά τοῦ μοιάσει. ᾽Αλλά αὐτό πού συνέβαινε τώρα στόν τάφο τοῦ ἀποστόλου ἦταν κάτι ἄλλο. Τήν ἤδη μεγάλη κορμοστασιά τοῦ πάπα Λέοντα τήν ἔβλεπε θεόρατη, σχεδόν νά ἀγγίζει τόν οὐρανό. Γι᾽ αὐτό καί τά δικά του δάκρυα δέν σταματοῦσαν, γιατί δέν σταματοῦσαν καί τά δάκρυα τοῦ ἁγίου ἐπισκόπου.

Σαράντα μέρες πέρασαν μέ τόν ἴδιο τρόπο. Εἶχε λιώσει ὁ Λέων ἀπό τήν ἄσκηση καί τήν προσευχή. Κι ὅταν γιά πολλοστή φορά τά χείλη του συνέχιζαν νά λένε ῾ὅ,τι παράλειψα στήν ἐπιστολή σάν ἄνθρωπος διόρθωσε σύ ὁ ἴδιος᾽, κι ἔνιωσε ὅτι δέν ἀντέχει ἄλλο, τότε φῶς ἔλαμψε ἀπό τόν τάφο, ἄρρητη εὐωδία ξεχύθηκε καί πλημμύρισε τόν τόπο καί εἶδε τόν ἀπόστολο τοῦ Χριστοῦ! ῾Ο ἀπόστολος Πέτρος βρισκόταν ἐκεῖ μπροστά του μέσα σέ θεϊκό φῶς, νά τόν βλέπει γεμάτος ἀγάπη καί μέ μιά ἀπόκοσμη φωνή νά τοῦ λέει:

῾Διάβασα καί διόρθωσα᾽.

Τό ἀποκαμωμένο του κορμί γέμισε δύναμη. ῾Η ψυχή του ἔνιωσε νά πλημμυρίζει ἀπέραντη εὐτυχία κι ὁ νοῦς του σάν νά ἄνοιξε ἐντελῶς κι εἶδε πλήρως τήν ἀλήθεια. ῎Επεσε νά προσκυνήσει μά ὁ ἀπόστολος δέν τόν ἄφησε. Τοῦ εἶπε κι ἄλλα γιά τόν Κύριο, τοῦ ἀποκάλυψε κινδύνους καί διωγμούς πού ἡ ᾽Εκκλησία ἔπρεπε ἀκόμη νά περάσει, τοῦ εἶπε ἀκόμη καί γιά τόν ἴδιο. Κι ἐκεῖ πού ἡ καρδιά του κόντευε νά σπάσει ἀπό τό μέγεθος τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖ τό ὅραμα χάθηκε. ῾Απαλά τό φῶς σβήστηκε κι ἀπόμεινε μόνος αὐτός μπροστά καί πάλι στόν τάφο, ὅπως σαράντα μέρες τώρα.

Σηκώθηκε καί φώναξε τόν διάκονο πού βρισκόταν ἐκείνη τήν ὥρα ἔξω. ᾽Εκεῖνος σάν κάτι νά κατάλαβε βλέποντας τήν λάμψη τοῦ προσώπου τοῦ ἁγίου πάπα. Δέν τόλμησε νά ρωτήσει. ῾Ο Λέων μέ ἁπλότητα τοῦ εἶπε τί συνέβη. Ἡ ἀποστολή τους ἐκεῖ ἔλαβε τέλος. ῾Ο πάπας προσκύνησε καί μέ τρεμάμενα χέρια ἔσκυψε καί πῆρε τήν ἐπιστολή. Τήν ἄνοιξε καί - ὤ τοῦ θαύματος! – τήν βρῆκε διορθωμένη ἀπό τό χέρι τοῦ ἀποστόλου. Ὁ ἀπόστολος κράτησε τόν λόγο του. ῾Ο Κύριος μίλησε. Ἡ ἐπιστολή θά ἀποτελοῦσε τήν βάση γιά τήν ἀπάντηση τῆς ᾽Εκκλησίας πιά ἀπέναντι στόν αἱρεσιάρχη Εὐτυχή. Ὁ ἅγιος Λέων καί ὁ διάκος πῆραν τόν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς.

Αὐτά σκεφτόταν ἅγιος Λέων, ὅταν ἔγειρε καί κάθιδρος ἀγκάλιασε τόν τάφο τοῦ ἀποστόλου Πέτρου. Γιά δεύτερη φορά μετά ἀπό μερικά χρόνια ἀφότου εἶχε πάρει τήν πληροφορία ἀπό τόν ἅγιο Πέτρο σχετικά μέ τό θέμα τῆς αἵρεσης τοῦ μονοφυσιτισμοῦ εἶχε θελήσει νά ἐπαναλάβει τό ἐγχείρημα. Αὐτήν τήν φορά ὅμως ὄχι γιά κάποιο ἐπεῖγον θέμα τῆς ᾽Εκκλησίας, ἀλλά γιά τόν ἴδιο  καί τά χρωστούμενά του στόν Κύριο. Τά χρόνια ἔγερναν στήν πλάτη του κι ἤθελε νά ᾽ναι βέβαιος ὅτι ἡ ψυχή του θά ᾽ναι ἀπόλυτα καθαρή στήν κρίση πού τόν περίμενε. ῎Εβλεπε ὅτι ἡ συνείδησή του δέν τόν βάραινε γιά κάτι ἰδιαίτερο, ἀλλά ἄλλο ἡ συνείδησή του κι ἄλλο ὁ ἴδιος ὁ Κριτής. Καί νά λοιπόν πού βρέθηκε στόν τάφο τοῦ ἀγαπημένου του ἀποστόλου. ῞Οπως τήν πρώτη φορά, ἔτσι καί τώρα ἀποδύθηκε στόν ἀγώνα τῆς προσευχῆς καί τῆς νηστείας. Τό αἴτημά του βγαλμένο ἀπό τό βάθος τῆς καρδιᾶς του ἦταν γιά τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν του.

 ῾Κύριε᾽, ἔλεγε καί ξανάλεγε μέ δάκρυα στά μάτια, ῾στεῖλε τόν μαθητή σου νά μέ πληροφορήσει ἄν συγχωρήθηκαν οἱ ἁμαρτίες μου. Νιώθω ὅτι δέν ἔχω βάλει ἀκόμη ἀρχή μετανοίας. ῞Οσο περνάει ὁ καιρός τόσο νιώθω καί μεγαλύτερο τό βάρος τῶν ἀνομημάτων μου. Σύ βέβαια, Κύριε, λόγω τῆς ἄπειρης ἀγάπης Σου ἀπέναντι στά πλάσματά Σου, ἤδη μᾶς ἔχεις συγχωρήσει. Τό αἷμα Σου πάνω στόν Σταυρό σήκωσε τίς ἁμαρτίες μας. ᾽Αλλά τό πρόβλημα, Κύριε, εἶμαι ἐγώ. Δέν ξέρω ἄν σωστά σέ προσεγγίζω. Δέν ξέρω ἄν πράγματι ζῶ μετανοημένα. Συγκρίνω τόν ἑαυτό μου μέ τούς ἁγίους μαθητές Σου καί τούς ἄλλους φίλους Σου καί βλέπω τά τεράστια ἐλλείμματα τοῦ ἑαυτοῦ μου. Κύριε, δέν θέλω νά Σέ χάσω. Δέν ἀντέχω νά βρίσκομαι μακριά Σου. Κύριε ᾽Ιησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν. Κύριε, συγχώρησε τίς ἁμαρτίες μου᾽.

Σαράντα μέρες καί πάλι πέρασαν μέσα στήν ὀδύνη καί τήν ἄσκηση τῆς νηστείας καί τῆς προσευχῆς. Κι ὅλες αὐτές τίς ἡμέρες ὁ οὐρανός φαινόταν κλειστός. Καμμία ἀπάντηση. Καμμία πληροφορία. Δέν ἔχανε ὅμως τίς ἐλπίδες του ὁ ἅγιος πάπας. Τοῦ ᾽δινε μεγάλο θάρρος καί τό γεγονός ὅτι καί τήν πρώτη φορά τήν τεσσαρακοστή ἡμέρα δόθηκε ἡ ἀπάντηση τοῦ οὐρανοῦ μέ τόν ἅγιο ἀπόστολο. ᾽Εκεῖ εἶχε προσανατολιστεῖ καί πάλι ὁ Λέων. Καί δέν ἔπεσε ἔξω. ῞Οταν ἡ ἀγωνία του καί ἡ ἔντασή του ἔφτασαν σέ σημεῖο πού δέν ἄντεχε ἄλλο, τήν τεσσαρακοστή ἡμέρα, τοῦ φανερώθηκε καί πάλι ὁ ἀπόστολος Πέτρος. Τά σημάδια τῆς παρουσίας του τά ἴδια: ἔντονο φῶς καί εὐωδία ἐξαίσια. Γεμᾶτος στοργή καί εἰρήνη ὁ ἀπόστολος γιά τόν ἀγαπημένο του φίλο καί διάδοχο τοῦ θρόνου του τοῦ μίλησε ἔτσι, ὥστε τά λόγια του ἔπεσαν σάν βάλσαμο στήν πληγωμένη του καρδιά.

῾Προσευχήθηκα γιά σένα κι ὁ Κύριος μοῦ ἀποκάλυψε ὅτι σοῦ συγχωρήθηκαν ὅλες οἱ ἁμαρτίες, ἐκτός ἀπό τίς… χειροτονίες πού ἔκανες.  Οἱ χειροτονίες σου θά ᾽ναι ἐκεῖνες γιά τίς ὁποῖες θά σοῦ ζητηθεῖ λόγος, ἄν εἴτε καλά εἴτε κάπως ἀλλιῶς χειροτόνησες ὅσους χειροτόνησες᾽.

῾Ο ἅγιος τοῦ Θεοῦ ἐπέστρεψε στήν ἕδρα του. Τώρα ἤξερε ὅτι μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς του τά δάκρυα τῆς μετανοίας του δέν θά εἶχαν τελειωμό. ᾽Αφέθηκε ὁλοκληρωτικά στό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. 

(᾽Από  τό  ῾Λειμωνάριον᾽  τοῦ ᾽Ι. Μόσχου)

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2020

ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΟΡΓΙΣΤΗΚΕ Ο ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ

῾Ο Θαλέλαιος ἄκουσε ἀνέκφραστα τήν καταδικαστική ἀπόφαση τοῦ Συνοδικοῦ Δικαστηρίου: καθαιρεῖτο καί περιέπιπτε στήν τάξη τῶν ἁπλῶν μοναχῶν. ῾Η θέση πού κατεῖχε μέχρι τότε ὡς ἀρχιεπίσκοπος τῆς μεγάλης πόλεως τῆς Θεσσαλονίκης ἀποτελοῦσε πιά ἕνα παρελθόν γι᾽ αὐτόν. ῞Ολοι αὐτοί τούς ὁποίους ἔβλεπε ἀπό τό ὕψος τοῦ ἀρχιεπισκοπικοῦ θρόνου, μικροί καί ἀσήμαντοι οἱ περισσότεροι, ῾σκουλήκια᾽ πού σέρνονταν μπροστά του γιά νά τόν κολακέψουν καί νά τόν κανακέψουν, προσδοκώντας ἕνα βλέμμα εὐμένειας δικό του ἤ τήν μεσολάβησή του γιά νά πετύχουν κάτι μέσα στήν κοινωνία πού ζοῦσαν καί πού ἤξεραν τήν δύναμη καί τήν ἐπιρροή του, ὅλοι αὐτοί λοιπόν ξαφνικά μεγάλωναν καί γίνονταν ἕνα μ᾽ ἐκεῖνον. Στήν σκέψη τοῦ χαιρέκακου βλέμματός τους ἀπό τήν ἱκανοποίηση τῆς ἐκδικητικότητάς τους καθώς θά ἔβλεπαν τήν πτώση καί τήν ταπείνωσή του, ἔνιωσε δάγκωμα στήν καρδιά. ῾Ο ἐγωϊσμός του τόν πόνεσε. Δέν ἔδειξε ὅμως τίποτε τό πρόσωπό του. Παρακολουθοῦσε τά τεκταινόμενα μέ μία φαινομενική ἀταραξία.

Κοίταξε ἕνα ἕνα τά πρόσωπα τῶν συνοδικῶν ἐπισκόπων. Σκληρά καί ἀνάλγητα, ἔδειχναν ἄτεγκτοι στήν δικαιοσύνη πού ἀπένεμαν. Τό κατηγορητήριο ἦταν συντριπτικό γι᾽ αὐτόν. Οἱ μάρτυρες κατηγορίες πάμπολλοι. Τά στοιχεῖα ἀδιάσειστα: εἶχε περιπέσει σέ πλῆθος παραπτωμάτων καί ἐγκλημάτων πού τό μόνο πού προέβλεπε τό ἐκκλησιαστικό δίκαιο γι᾽ αὐτά ἦταν ἡ καθαίρεση. Κι εἶναι ἀλήθεια. Μόνο τόν πρῶτο καιρό ἦταν προσεκτικός στήν ἄσκηση τῶν καθηκόντων του. Οἱ ἐπίσκοποι τῶν ὁποίων τίς τσέπες καί τά θησαυροφυλάκια εἶχε γεμίσει ἀπό τά δῶρα του, ὅπως καί οἱ πολιτικοί τούς ὁποίους εἶχε προσεταιριστεῖ καί εἶχαν ἀσκήσει πιέσεις γιά νά ψηφιστεῖ στόν θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης τοῦ τό εἶχαν τονίσει: πρόσεχε γιά νά μήν ἐκτεθοῦμε. Τόν πρῶτο καιρό λοιπόν ἦταν πράγματι προσεκτικός. Σιγά σιγά ὅμως, ὅσο περνοῦσε ὁ καιρός, συνειδητοποιοῦσε τήν δύναμη τῆς ἐξουσίας πού εἶχε ἀποκτήσει. Κι ἄρχισε νά μεθάει ἀπό αὐτήν. Κανείς δέν μποροῦσε πιά νά τόν ἐλέγξει. Κανείς δέν μποροῦσε νά τόν ἀμφισβητήσει. ῏Ηταν ἰσόβιος ἄρχοντας.

῎Αρχισε νά ζεῖ λοιπόν ὡς ἄρχοντας. ῎Οχι βεβαίως μέ τόν τρόπο πού λέει ὁ Κύριος: ὡς πρῶτος καί ἔσχατος ὅλων, ἀλλά μέ τόν τρόπο τόν κοσμικό: ἔκδοτος σέ κάθε πάθος. Καί μάλιστα χωρίς νά προσέχει. Δέν ἦταν λίγες οἱ φορές πού τά τραπέζια πού ἔκανε στήν ἐπισκοπή συναγωνίζονταν τά ῾λουκούλεια᾽ γεύματα τῶν βασιλιάδων. Δέν ἦταν λίγες οἱ φορές πού προκειμένου νά ἱκανοποιήσει τούς πολιτικούς πού τόν βοήθησαν ἀσκοῦσε παράνομες πιέσεις σέ κληρικούς καί λαϊκούς. Κι ἀκόμη: ὄχι μία ἤ δύο φορές πολλοί εἶχαν διαπιστώσει κάποιες περίεργες καί ὕποπτες συναντήσεις μέ κυρίες  ἐλευθερίων ἠθῶν, πρόθυμες νά ἱκανοποιήσουν κάθε γοῦστο, ἀκόμη κι ἐκκλησιαστικοῦ λειτουργοῦ, κρατώντας τό στόμα τους σφαλιστό μέ τό πουγκί πού τούς δινόταν πλούσιο κάθε φορά.

 Ναί, ὁ ἀρχιεπίσκοπος Θαλέλαιος ἀπομυζοῦσε μέ τόν πιό κοσμικό τρόπο τήν ἐξουσία τοῦ θρόνου του. ῾Ο διάδοχος τῶν ἀποστόλων καί τῆς ταπεινῆς καί μαρτυρικῆς ζωῆς τους ἀκύρωνε καθημερινά τήν ἐκκλησιαστική θέση του καί γινόταν διάδοχος τῶν αὐτοκρατόρων καί τῶν βασιλέων. Κι ὅπως συνήθιζε νά λέει: ῾᾽Εγώ μόνο στόν Θεό δίνω λόγο᾽. Δηλαδή στήν πραγματικότητα σέ κανέναν. Μόνον στόν ἑαυτό του.

Ξανακοίταξε τούς ἐπισκόπους δικαστές. ᾽Ανασκάλεψε τή μνήμη του γιά ὁρισμένους ἀπό αὐτούς. Τούς εἶδε τίς ὧρες πού τόν προσήγγιζαν μέ τρόπο γλοιώδη καί ἀναξιοπρεπή. Τότε πού εἶχαν χρειαστεῖ τήν ὑποστήριξή του γιά δικές τους ὑποθέσεις, ὄχι πάντοτε καθαρές, καί τούς τήν εἶχε δώσει ἁπλόχερα. Τούς εἶδε τίς ὧρες πού τούς εἶχε πλησιάσει μέ τά δῶρα του γιά νά πάρει τήν ψῆφο τους γιά τόν ἐπισκοπικό θρόνο. Τά πλατιά τους χαμόγελα ὅταν εἶχαν δεῖ τό περιεχόμενο τῶν δώρων του καί τή σπουδή τους νά τόν βεβαιώσουν ὅτι ἦταν ὁ πιό κατάλληλος γιά τή θέση...

Στό πρόσωπό του ἄρχισε νά διαγράφεται ἕνα ἀδιόρατο χαμόγελο. ᾽Εξακολουθοῦσε καί κρατοῦσε στά χέρια του τό ῾κλειδί᾽ τῆς ἐπανόδου του. Μπορεῖ λόγω τῆς ἀπροσεξίας του τά πράγματα νά εἶχαν ὁδηγηθεῖ σέ αὐτήν τήν ἀπρόσμενη γι᾽ αὐτόν κατάληξη - ἐκεῖ ἔριχνε ὅλο τό βάρος τῆς ῾ἀτυχίας᾽ του: στήν ἀπροσεξία του πού ἔφερε τήν ἀντίδραση τοῦ λαοῦ - ὅμως ἦταν σίγουρος καί γιά τήν λύση τοῦ προβλήματός του. Τό χρυσάφι του. Αὐτό θά ἦταν καί πάλι ἡ διέξοδός του. ῎Ω, ὁ Θαλέλαιος μπορεῖ νά μή διακρινόταν γιά τή χριστιανική πίστη του καί τή συνέπειά του σέ ἠθικές ἀρχές, μπορεῖ νά εἶχε παρασυρθεῖ ἀπό τή γοητεία τῆς δύναμης, ὅμως εἶχε μελετήσει καλά τούς ἀνθρώπους κι ἤξερε ὅτι μπροστά στόν χρυσό ὅλες οἱ συνειδήσεις κάμπτονται, ὅλα τά ἐμπόδια ὑπερβαίνονται. Τυχαῖα ὁ σοφός Σολομώντας ἤδη ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη γράφει ὅτι τό χρῆμα εἶναι αὐτό πού ἀνοίγει κάθε θύρα στά ἀνθρώπινα; ῾Ο Θαλέλαιος τό ᾽ξερε καλά ὅτι ἦταν καί πάλι θέμα λίγου χρόνου γιά νά ἀποκατασταθεῖ στή θέση του.

Οἱ σκέψεις του καί οἱ προβλέψεις του ἐπαληθεύτηκαν στό ἀκέραιο. ᾽Ακόμη κι ὁ ἴδιος παραξενεύτηκε σέ πόσο σύντομο χρόνο κατόρθωσε στέλνοντας ἀσφαλῶς τά ῾πεσκέσια᾽ καί τά πλούσια δῶρα του σέ ἐκκλησιαστικούς καί πολιτικούς νά ληφθεῖ ἡ ἀπόφαση ἐπανόδου του στόν ἀρχιεπισκοπικό θρόνο. Ἡ ἔφεσή του βρῆκε πρόθυμους ὑποστηρικτές. ῾Ο ῾χρυσός᾽  δικηγόρος ἀνέτρεψε ὅλα τά δεδομένα καί τίς ἀτράνταχτες μαρτυρίες. ῾῾Υπῆρξαν νέα δεδομένα, κατατέθηκαν ψεύτικες κατηγορίες, πρέπει καί πάλι νά ἐπανεξετάσουμε τήν ὑπόθεση᾽ ἦταν αὐτά πού ἀντέτειναν οἱ ἀποδέκτες τῶν δώρων του σέ ὅσους ἐπαναστατοῦσαν μέ τήν ἰδέα τῆς ἐπανάκαμψής του στήν ἀρχιεπισκοπή τῆς Θεσσαλονίκης. Καμμία ἀντίδραση βεβαίως δέν ἦταν ἰσχυρότερη τῶν ῾νέων καί ἀτράνταχτων ἐπιχειρημάτων᾽ τῆς ἔφεσης τοῦ Θαλέλαιου.

Κέρδισε τήν ὑπόθεση. Οἱ κατηγορίες μπῆκαν στό ἀρχεῖο. ῾Ο ῾ποιμένας᾽ θά ἐπέστρεφε στό ποίμνιό του. Τή φορά αὐτήν ὅμως εἶχε βάλει μυαλό. Θά ἦταν ἰδιαίτερα προσεκτικός. Θά συνέχιζε τή ζωή του, τή χειροπιαστή ζωή πού ἔκανε καί ὄχι αὐτή πού ὑπόσχεται ἡ χριστιανική πίστη μετά θάνατον, χωρίς νά δίνει λαβές γιά ὑποψίες. Τό μάθημά του τό εἶχε πάρει.

῾Ετοιμάστηκε πολύ προσεκτικά. Ντύθηκε σεμνά καί ἐκκλησιαστικά, ὅπως ἅρμοζε στό ἀξίωμά του. ᾽Εναπέμεναν μόνο τά χαρτιά καί ἀπό τήν κοσμική ἐξουσία, ἀπό τήν πολιτεία, πού θά βεβαίωναν ὅτι ὁ Θαλέλαιος ἦταν πάλι ἐκεῖ, ὁ ἀρχιεπίσκοπος, ὁ ῾ποιμένας᾽, κι αὐτό θά γινόταν τήν ἡμέρα ἐκείνη. ῎Ενιωσε ἕνα σκίρτημα στήν καρδιά. ῏Ηταν γεννημένος νά ἐξουσιάζει. Νά εἶναι πρῶτος. Ποιός ξέρει, μπορεῖ ἀργότερα νά προωθεῖτο καί σέ μεγαλύτερες θέσεις... Τό ὅραμα αὐτό τόν ἔκανε νά ἀναγαλλιάσει! ῾Πρός τό παρόν ὅμως εἶναι τά χαρτιά πού πρέπει νά πάρω᾽ μονολόγησε.

῎Ενιωσε ἄγχος ἀπό τήν ἀδημονία καί τά ἔντερά του λίγο ἔστριψαν. ῾Πάω γιά λίγο στόν ἀφεδρώνα (τουαλέτα), δέν θά ἀργήσω᾽ εἶπε στούς δύο ὑπηρέτες του πού τόν περίμεναν ἔξω ἀπό τό δωμάτιό του.

Ἡ ὥρα πέρασε καί ὁ Θαλέλαιος, ὁ ἀρχιεπίσκοπος, δέν ἔβγαινε ἀπό τόν ἀφεδρώνα. Οἱ ὑπηρέτες ἄρχισαν νά ἀνησυχοῦν καί νά ἀδημονοῦν. Ποτέ δέν εἶχε καθυστερήσει τόσο. Περίμεναν λίγο ἀκόμη καί πῆγαν ἔξω ἀπό τόν συγκεκριμένο τόπο. Τόν φώναξαν, κτύπησαν τή θύρα, καμμία ἀπάντηση. Κοιτάχτηκαν μέ ἀγωνία. ῾Τί θά κάνουμε;᾽ ἀναρωτήθηκαν μέ ἀπόγνωση. Ξαναχτύπησαν καί ξαναφώναξαν. Καμμία ἀπάντηση, κανένας θόρυβος. ᾽Αποφάσισαν νά κάνουν αὐτό πού δέν θά τό τολμοῦσαν ποτέ: νά ἀνοίξουν τήν θύρα.

Τό θέαμα πού ἀντίκρυσαν τούς ἔκοψε τή μιλιά καί τούς πάγωσε τό αἷμα. Αὐτό πού εἶδαν ἦταν ἔξω ἀπό κάθε φαντασία τους. Εἶχαν ἀκούσει ἀπό διηγήσεις παλαιοτέρων ὅτι εἶχε συμβεῖ κάτι παρόμοιο στόν αἱρεσιάρχη ῎Αρειο, ἐκεῖνον πού εἶχε ἀμφισβητήσει τή θεότητα τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ καί εἶχε ἐπιμείνει σ᾽ αὐτό, προκαλώντας μεγάλη ἀναταραχή στήν ᾽Εκκλησία. ῾Ο Θαλέλαιος βρισκόταν μέ τό κεφάλι ἀνάποδα, μέσα στόν σωλήνα τῶν ἀκαθαρσιῶν, ἀκίνητος καί νεκρός. ῞Ο,τι οἱ ἄνθρωποι τῆς ᾽Εκκλησίας δέν μπόρεσαν νά κάνουν, ὅ,τι ἀκεραιότητα συνείδησης δέν ἐπέδειξαν, τό ἔκανε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος καί ὁ πολιοῦχος τῆς Θεσσαλονίκης ἅγιος Δημήτριος.

 ῎Αν μποροῦσε κανείς νά δεῖ μέ τά μάτια τῆς πίστης, τά ἐνισχυμένα ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, θά ἔβλεπε τόν τροπαιοφόρο μυροβλήτη ὀργισμένο νά στέκει παράπλευρα, μή δεχόμενο καί πάλι νά μαγαριστεῖ ὁ ἐπισκοπικός θρόνος τῆς πόλης πού προστάτευε ἀπό τόν θεομπαίκτη ἀρχιεπίσκοπο. ῾Ο ἅγιος Δημήτριος γιά μία ἀκόμη φορά ἐπιβεβαίωνε τόν χαρακτηρισμό του ὡς πολιούχου τῆς Θεσσαλονίκης.

Τό γεγονός τάραξε τά λιμνάζοντα ἐκκλησιαστικά νερά. ῾Ζῇ Κύριος ὁ Θεός᾽ ψιθύριζαν μικροί καί μεγάλοι. Καί: ῾Φοβερόν τό ἐμπεσεῖν εἰς χεῖρας Θεοῦ ζῶντος᾽.

 

(Πηγή: ῾Λειμωνάριον᾽ ᾽Ιωάννου Μόσχου)

 

 

Δευτέρα 11 Μαρτίου 2019

ΕΠΙ ΤἩ ΜΝΗΜῌ ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΠΑ ΡΩΜΗΣ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ




ΑΛΗΘΙΝΗ ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ
 
῾᾽Αββᾶ, τί εἶναι ταπείνωση;᾽ ρώτησε μέ γνήσια ἀπορία ὁ ἕνας ἀπό τούς δυό καλόγερους πού εἶχαν ἔλθει νά ἐπισκεφτοῦν τόν μεγάλο ἀββᾶ ᾽Ιωάννη τόν Πέρση.


῾Η συζήτηση εἶχε ξεκινήσει ἀρκετή ὥρα πρίν, μετά τόν ἑσπερινό πού εἶχαν κάνει στό φτωχικό ἐκκλησάκι τοῦ ἀββᾶ ᾽Ιωάννη. Οἱ δυό καλόγεροι πού τόν βοήθησαν στά ψαλτικά κι ἔνιωσαν ξεχωριστή κατάνυξη ἀπό τήν ἱεροπρέπεια καί τήν δύναμη προσευχῆς τοῦ Γέροντα ἦταν γνωστοί του ἀπό παλιά. ῎Ερχονταν κατά καιρούς νά τόν ἐπισκεφτοῦν, νά τοῦ φέρουν κάποιο φίλεμα, νά συζητήσουν μαζί του πάνω σέ πνευματικά θέματα. ῎Ηξεραν ὅτι ὁ Γέροντας δέν ἦταν τυχαῖος. Χρόνια ἀσκητικῆς ζωῆς εἶχαν σμιλέψει τήν ψυχή του, τοῦ ᾽χαν δώσει μεγάλη ἐμπειρία στίς παγίδες τοῦ Πονηροῦ, τόν εἶχαν γλυκάνει ἀπό τίς ἐπισκέψεις τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ.

Εἶχε ἔρθει ὁ ᾽Ιωάννης νεαρός ἀπό τήν Περσία στά εὐλογημένα καί ἁγιασμένα μέρη τῆς Συρίας. Κέντρο ἀσκητικό ἡ Συρία μέ σπουδαίους καί φημισμένους ἀσκητές ἔθελγε κάθε καλοπροαίρετη ψυχή πού ἡ ἀφιέρωση στόν Κύριο ἔβλεπε ὅτι ἦταν ἡ κλήση γιά τήν πορεία της. ῎Εψαξε ὁ ᾽Ιωάννης  καί ὑποτάχτηκε σέ ἅγιο καί ταπεινό Γέροντα στήν περιοχή τῶν Μονιδίων, περιοχή πού ὅπως σημαίνει τό ὄνομά της ἀποτελεῖτο ἀπό μικρά ἀσκηταριά, μικρές μονές, πού ὅλες μαζί συνιστοῦσαν μία ἀσκητική λαύρα. ᾽Εκεῖ ἔμεινε ἀρκετά χρόνια κάνοντας ἀδιάκριτη ὑπακοή, γι᾽ αὐτό καί προχώρησε ἀρκετά στά πνευματικά. Κι ὅταν ὁ Γέροντάς του ἔφυγε ἀπό τόν κόσμο τοῦτο, προβλέποντας μάλιστα τόν θάνατό του, ὁ ᾽Ιωάννης ἦταν ἐκεῖνος πού μέ δάκρυα στά μάτια τόν ἀποχαιρέτισε, πῆρε τήν εὐχή του, τόν παρεκάλεσε νά μήν τόν ξεχνᾶ ἐκεῖ πού θά πάει στόν Κύριο.

῾Ο ἀββᾶς ᾽Ιωάννης δέν ἔσπευσε νά ἀπαντήσει. Σηκώθηκε ἀπό τήν θέση του στό μικρό δωματιάκι πού εἶχε περάσει τούς καλόγερους καί πού λειτουργοῦσε καί ὡς ἀρχονταρίκι τοῦ ἀσκηταριοῦ του, καί ἀνασκάλεψε τά κούτσουρα πού ἔκαιγαν σέ μιά πυροστιά. Πρόσθεσε κανά-δυό ἀκόμη ξύλα.

῾Τί εἶναι ταπείνωση;᾽ ἐπανέλαβε κι ἐκεῖνος μονολογώντας. ῾Ποιός μπορεῖ νά σοῦ ἀπαντήσει, παιδί μου, παρά ἐκεῖνος πού τήν ἔχει στήν καρδιά του;᾽ Σταμάτησε.  ῾᾽Εγώ πάντως δέν ξέρω᾽ εἶπε χωρίς ταπεινολογία.  ῾Γιατί μιλώντας γι᾽ αὐτήν εἶναι σάν νά μιλᾶς γιά τόν ἴδιο τόν Θεό. Καί ποιός μπορεῖ νά μιλήσει γιά τόν Θεό, παρά ὅποιος ἔγινε κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ; Μυστήριο ἡ ταπείνωση, παιδιά μου. Γι᾽ αὐτό καί πολλοί ἐπιχείρησαν νά τήν ὁρίσουν καί ἔπεσαν ἔξω. ῾Απλῶς περιέγραψαν κάποιες ἐπί μέρους πλευρές της᾽.

Κάποιο κούτσουρο στήν φωτιά σπίθισε ἀπό ἕνα ξαφνικό γύρισμα τοῦ ἀέρα κι ἔκανε τούς προσκυνητές καλόγερους νά στραφοῦν πρός τό μέρος της. Λίγο σάν νά ρίγησαν ἀπό τό κρύο πού εἶχε πέσει, καθώς τό βράδυ εἶχε προχωρήσει. ᾽Ανακάθισαν καλύτερα στίς θέσεις τους καί τά μάτια τους καί ὁ νοῦς τους στηλώθηκαν καί πάλι στόν ἀνολοκλήρωτο λόγο τοῦ Γέροντα.

῾Θά μπορούσαμε νά δώσουμε τό ἑξῆς παράδειγμα γιά τήν ταπείνωση καί τό μυστήριο πού περικλείει᾽ συνέχισε ἀργά ὁ ἀββᾶς ᾽Ιωάννης. ῾Μοιάζει μ᾽ ἕνα πιθάρι πού κλείνει μέσα θησαυρό πού κανείς δέν ἔχει δεῖ. Κι εἶναι τό πιθάρι αὐτό διπλοσφραγισμένο. Μόνο αὐτός πού τό κατέχει μπορεῖ νά τό ἀνοίξει καί ν᾽ ἀπολαύσει τό περιεχόμενό του. Τό μόνο πού γνωρίζουν ὅλοι οἱ ἄλλοι εἶναι τό ὄνομα τοῦ πιθαριοῦ. Γιατί τό γράφει ἀπέξω: ῾῾Η ἁγία ταπείνωση᾽. ῾Επομένως...᾽ κατέληξε ὁ ᾽Ιωάννης, ῾ἑπομένως... μή μοῦ ζητᾶτε νά σᾶς πῶ πράγματα πού δέν κατέχω᾽. Τό ᾽πε μέ μιά τέτοια φυσικότητα καί πειθώ, πού δέν ἄφηνε περιθώρια ἀμφισβήτησης.

῾Δηλαδή, Γέροντα, δέν ὑπάρχει τρόπος τελικά νά μάθουμε γιά τήν ταπείνωση; ῞Ολη ἡ ῾Αγία Γραφή, ὅλοι οἱ ἅγιοί μας, μᾶς λένε ὅτι χωρίς τήν ταπείνωση δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει πρόοδος πνευματική. Αὐτή εἶναι ἡ βάση κάθε ἀρετῆς καί μάλιστα τῆς σπουδαιότερης ἀπό ὅλες,  τῆς ἀγάπης. Μένουμε λοιπόν ξεκρέμαστοι;᾽ ρώτησε μέ ἀγωνία ὁ μικρότερος ἀπό τούς δύο καλόγερους.

῾Ο Γέροντας δέν ἔσπευσε καί πάλι νά ἀπαντήσει. Χαιρόταν πολύ γιά τήν συζήτηση πού ἔκαναν, γιατί τό περιεχόμενό της ἦταν γιά τό πιό οὐσιαστικό πράγμα στόν κόσμο: τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς. Καί χαιρόταν ξέχωρα πού δυό ἀδελφοί εἶχαν τέτοια γνήσια πνευματικά ἐνδιαφέροντα.

Σφίχτηκε λίγο ἡ καρδιά του. ῾Η σκέψη του πῆγε σέ ἄλλους προσκυνητές πού κατέφθαναν στό μέρος αὐτό, ἀλλά σάν τουρίστες.  ᾽Αντιμετώπιζαν αὐτόν καί τούς ἄλλους ἀσκητές πολλές φορές σάν ἁπλό θέαμα, μέ σκοπό νά ποῦν ὅταν θά γύριζαν πίσω ὅτι συναντήσαμε καί τόν τάδε ἀσκητή, διαστρεβλώνοντας τίς περισσότερες φορές τά λόγια του ἤ καί παρεξηγώντας συχνά τήν συμπεριφορά του. Τέτοιους ῾προσκυνητές᾽ δέν τούς ἤθελε ἡ καρδιά του καί δέν ἦταν λίγες οἱ φορές πού τούς ἀπέφευγε.

῾Παιδί μου, δέν μᾶς ἀφήνει ὁ Θεός. Μπορεῖ νά μήν ξέρουμε ἐπακριβῶς τί εἶναι ἡ ταπείνωση, ἀφοῦ αὐτήν ντύθηκε ὁ ἴδιος ὁ Θεός μας πού ἔγινε ἄνθρωπος, ἀλλά ὅταν βλέπει ἀνθρώπους νά Τόν ἀναζητοῦνε γνήσια, ἔρχεται ὁ ῎Ιδιος καί τούς καθοδηγεῖ ἤ στέλνει ἀνθρώπους Του νά γίνουν οἱ καθοδηγητές τῶν ἁπλουστέρων ἀνθρώπων. ᾽Εμεῖς λοιπόν χρειάζεται νά ἐπαινοῦμε τήν ταπείνωση, νά τήν θεωροῦμε ὡς πράγματι τήν βάση τῶν ἀρετῶν κι ᾽Εκεῖνος θά κάνει αὐτό πού ξέρει στήν ψυχή μας᾽.

Ξανασηκώθηκε κι ἔφτιαξε καί πάλι τά ξύλα στήν φωτιά. Φούντωσαν αὐτά κι ἅπλωσαν τήν θέρμη τους γιά νά ἀγκαλιάσουν τούς συζητητές. Παράλληλα ἄναψε κι  ἕνα λυχνάρι πού βρισκόταν παράμερα. Φωτίστηκε ὁ χῶρος καθώς φωτίζονταν καί οἱ ψυχές.

῾᾽Αλλά, ἄν δέν ξέρω νά σᾶς πῶ ἐγώ τί εἶναι ταπείνωση᾽, σάν ν᾽ ἀναγάλλιασε ὁ Γέροντας μ᾽ αὐτό πού ἑτοιμάστηκε νά πεῖ, ῾μπορῶ νά σᾶς πῶ γιά κάποιον πού πράγματι εἶχε τήν εὐλογημένη αὐτήν ἀρετή στόν ἀπόλυτο κατ᾽ ἄνθρωπον βαθμό. Ναί, ὁ Θεός μέ εὐλόγησε νά δῶ ταπεινό ἄνθρωπο καί νά καταλάβω πολύ καθαρά τήν δική μου μικρότητα᾽.

Τά μάτια τῶν καλογέρων ἄνοιξαν διάπλατα. Κράτησαν καί τήν ἀναπνοή τους ἀκόμη μή χάσουν καί τόν παραμικρό λόγο τοῦ ἀββᾶ ᾽Ιωάννη, τοῦ ἐκ Περσίας καταγομένου καί ταπεινοῦ κι αὐτοῦ ἀδελφοῦ, ἔστω κι ἄν τό ἀρνεῖτο αὐτός συνεχῶς.


῾Στό τέλος τοῦ 1353 ἀπό κτίσεως Ρώμης, (600 μ.Χ.), θέλησα νά ἐπισκεφτῶ τήν πρωτόθρονη Ρώμη, τό λίκνο αὐτό τῆς πίστεως, γιά νά προσκυνήσω τούς ἁγιασμένους τάφους τῶν μεγάλων ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου. Ἡ Ρώμη πάντοτε μέ ἔθελγε καί βρισκόταν σάν ὅραμα μπροστά μου, γιατί ἦταν ἡ ᾽Εκκλησία πού ὁ ἀπόστολος Παῦλος τήν ἀγαποῦσε ἰδιαίτερα, γιατί ἦταν ἡ πρώτη στήν ἱεραποστολή καί στήν ἐλεημοσύνη, γιατί κυρίως...᾽ δάκρυσε ὁ Γέροντας, ῾...εἶναι ὁ τόπος πού εἶναι ἅγιος ἀπό τό χυμένο αἷμα τόσων χιλιάδων καί χιλιάδων μαρτύρων τῆς πίστεως. Κι ἐκεῖ βεβαίως μαρτύρησαν καί οἱ μεγάλοι ἀπόστολοι.  ῾Ο Θεός λοιπόν μοῦ ἔβαλε αὐτήν τήν ἐπιθυμία καί βρέθηκα τήν χρονιά ἐκείνη στά ἁγιασμένα ἐκεῖνα μέρη᾽.

῾῾Υπῆρχε ὅμως κι ἕνας ἀκόμη λόγος᾽, συνέχισε ὁ Γέροντας, ῾κι αὐτό εἶναι πού θέλω νά σᾶς πῶ μιλώντας γιά τήν ταπείνωση. ᾽Επίσκοπος στήν Ρώμη ἦταν τότε, κι εἶναι ἀκόμη ἀπ᾽ ὅ,τι ξέρω, ὁ ἅγιος καί μεγάλος Γρηγόριος, αὐτός πού τόν λένε Διάλογο. ῾Η φήμη του ἔχει ξεπεράσει τά ὅρια τῆς πόλης πού εἶναι ἐπίσκοπος κι ὅλοι οἱ χριστιανοί προσβλέπουν σ᾽ αὐτόν σάν σέ πρότυπο. Κεφαλή μεγάλη στήν πίστη μας. ῎Εχουν γίνει γνωστά παντοῦ  καί ἡ μεγάλη του ποιμαντική μέριμνα γιά τούς πιστούς καί ἡ διοργάνωση ἱεραποστολῶν γιά νά φέρει στήν ἀληθινή πίστη κι ἄλλους ἀνθρώπους καί τά ἁγιοπνευματικά ὅμως κείμενά του. Θεωρεῖται μεγάλος συγγραφέας πού αὐτά πού γράφει τρέφουν τούς χριστιανούς. Καί γι᾽ αὐτόν λοιπόν θέλησα νά πάω. Εὐχήθηκα μάλιστα πολύ στόν Θεό νά μοῦ δώσει σημάδι ὅτι ἔχει εὐλογήσει τό προσκύνημά μου, φέρνοντας στόν δρόμο μου τόν ἅγιο αὐτόν᾽.
῾Τόν συνάντησες, Γέροντα;᾽ εἶπαν μέ ἀγωνία καί οἱ δύο.
῾Ναί, παιδιά μου. ῾Ο Θεός εὐδόκησε νά τόν συναντήσω, ἀλλά γιά νά μέ διδάξει καί νά δῶ ἔμπρακτα τί σημαίνει, ὅπως σᾶς εἶπα, ταπείνωση καί χριστιανική ἀγάπη᾽.

῾Λοιπόν, παιδιά μου, ἀφοῦ εἶχα κάνει τό προσκύνημα στούς τάφους τῶν ἀποστόλων τοῦ Κυρίου καί μέ δάκρυα στά μάτια εὐλογοῦσα τήν ὥρα πού τά χείλη μου ἀσπάζονταν τό χῶμα πού εἶχαν θαφτεῖ, προχώρησα καί πῆγα στό κέντρο τῆς πόλεως. ᾽Ατένιζα ὥρα τήν μεγάλη Πόλη, μέ τούς φαρδεῖς δρόμους, τίς πλατεῖες, τά ἀγάλματα, ἀλλά ἡ σκέψη μου ἦταν, ὅπως σᾶς εἶπα, στά χρόνια πού οἱ ἀπόστολοι βρίσκονταν ἐκεῖ. Τότε ἦταν πού ἄκουσα κάποιον ξεχωριστό θόρυβο καί εἶδα συνωστισμένους ἀνθρώπους λίγο πιό πέρα ἀπό ἐκεῖ πού καθόμουν, πού μέ τό δέος ζωγραφισμένο στά μάτια τους ἅπλωναν τά χέρια τους νά χαιρετίσουν κάποιον.  

῾Η καρδιά μου κτύπησε μέ ἀγωνία. Αὐτό πού εἶχα εὐχηθεῖ στόν Θεό τό ἐπέτρεψε νά τό ζήσω. Λίγα μέτρα μακριά μου περνοῦσε ὁ ἅγιος πάπας, ὁ μέγας Γρηγόριος. Δάκρυσα ἀπό τήν κατάνυξη πού ἔνιωσα καί κινήθηκα αὐθόρμητα νά πάω νά τόν προσκυνήσω. Νά τοῦ βάλω μετάνοια καί νά πάρω τήν εὐχή του.

᾽Αλλά κι ἐκεῖνος σάν νά μέ εἶδε. Εἶδε τήν καλογερική μου ἀμφίεση, κατάλαβε ὅτι εἶμαι προσκυνητής καί στράφηκε ὁλόκληρος πρός τό δικό μου μέρος, ἐρχόμενος σέ μένα.

᾽Αλλά τότε συνέβη κάτι πού δέν μπόρεσα ἐκείνη τήν στιγμή νά ἐξηγήσω. Δυό κληρικοί ἀπό τήν ἀκολουθία του, βλέποντας τήν κίνησή μου νά τόν προσκυνήσω, ἔσπευσαν γρήγορα καί μέ ἀγωνία στά μάτια τους ἄρχισαν νά μοῦ λένε: ῾῎Οχι, πάτερ, μήν βάζεις μετάνοια. Μήν προσκυνᾶς τόν πάπα᾽.
Παραξενεύτηκα πάρα πολύ καί, δέν σᾶς τό κρύβω, θεώρησα βλάσφημα τά λόγια τους. ᾽Εκεῖνοι ὅμως ἐπέμεναν. ᾽Αλλά κι ἐγώ ἐπέμεινα. Θεωροῦσα ὅτι ἦταν ἄπρεπο ἀπό πλευρᾶς μου νά μήν τοῦ βάλω μετάνοια, νά μήν χαιρετίσω τόν ἅγιο.

Τόν πλησίασα πάρα πολύ ἀλλά τότε συνέβη τό ἑξῆς: πρίν προλάβω νά τόν προσκυνήσω, ἐκεῖνος ἔσπευσε μέ μία ἀσυνήθιστα γρήγορη κίνηση καί πρόσπεσε μπρός στά πόδια μου. ῾Ο πάπας, ὁ ἐπίσκοπος τῆς Ρώμης, μπρούμυτα στήν γῆ μπροστά σ᾽ ἕναν ἁπλό παπα-καλόγερο.
Πρόσπεσα κι ἐγώ. Δέν ξέρω πόση ὥρα στάθηκα ἔτσι, ἀλλά ὅταν πῆγα νά ἀνασηκωθῶ, εἶδα ὅτι ἐξακολουθοῦσε ὁ ἅγιος νά κείτεται χάμω. Κατάλαβα τότε τήν ἀγωνία τῶν κληρικῶν τῆς συνοδείας του. ῾Ο ἅγιος προλάβαινε ὁποιονδήποτε πήγαινε νά τόν προσκυνήσει. ᾽Εκεῖνος πρῶτος ἔσπευδε καί δέν σηκωνόταν ἄν δέν σηκωνόταν πρῶτος ὁ ἄλλος.

Κατανύχθηκα. Βρέθηκα πρόσωπο πρός πρόσωπο μ᾽ ἕναν ἅγιο τοῦ Θεοῦ. Αἰσθάνθηκα πολύ ἔντονα τί θά πεῖ ταπείνωση καί τί σημαίνουν τά λόγια τοῦ Κυρίου πού ᾽Εκεῖνος πρῶτος τά ἔβαλε σέ ἐφαρμογή: ῾ὅποιος θέλει νά εἶναι πρῶτος ἀνάμεσά σας, ἄς εἶναι τελευταῖος ὅλων καί δοῦλος᾽.

᾽Αλλά ἡ ἔκπληξή μου δέν ἦταν μόνον αὐτή. ᾽Αμέσως ὁ πάπας Γρηγόριος, ὁ ἅγιος τοῦ Θεοῦ, μόλις σηκώθηκε μέ ἀγκάλιασε μέ θερμότητα καί μέ ἀσπάστηκε μέ τήν ἴδια τῆς προσκύνησης  ταπεινοφροσύνη, ἐνῶ μέ τό χέρι του μοῦ ἔδωσε τρία χρυσά νομίσματα. Στράφηκε μάλιστα στήν συνοδεία του κι ἔδωσε ἐντολή νά μοῦ δώσουν ἕνα καινούργιο ράσο καί ὅ,τι ἄλλο ἀναγκαῖο χρειαζόμουν. Στήν συνέχεια μοῦ εὐχήθηκε καί σάν νά ᾽χε κάνει τό φυσικότερο πράγμα τοῦ κόσμου προχώρησε τόν δρόμο του.



Εἶχα μένει ἀκίνητος. Τά δάκρυα κυλοῦσαν ἀνεμπόδιστα στό πρόσωπό μου καί δόξαζα τόν Θεό πού χάρισε στόν δοῦλο Του Γρηγόριο τέτοια ταπείνωση πρός ὅλους κι ἐλεημοσύνη καί ἀγάπη᾽.

Σταμάτησε ὁριστικά ὁ ἀββᾶς. Τά δάκρυα αὐλάκωναν καί τώρα τό ἅγιο πρόσωπό του, ἀλλά καί τῶν δυό καλογέρων. 

Τά κούτσουρα στήν φωτιά εἶχαν σβήσει ἀπό ὥρα, ἀλλά κανείς δέν τό εἶχε προσέξει. Γιατί μιά ἄλλη φωτιά μεγάλη καί δυνατότερη ἀπό τήν ὑλική ἔκαιγε τώρα μέσα στίς καρδιές τους.  


(Πηγή: ῾Λειμωνάριον᾽ ᾽Ιωάννου Μόσχου)