Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΥ ΚΗΡΥΓΜΑΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΥ ΚΗΡΥΓΜΑΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 18 Μαΐου 2019

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)


«Αἰνέα, ἰᾶταί σε, Ἰησοῦς ὁ Χριστός» (Πρ. Ἀπ. 9,34)
Κατ’ ἀντιστοιχία μέ τή θεραπεία τοῦ παραλύτου ἀπό τόν Κύριο στό Εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα, ἡ Ἐκκλησία μας θέτει καί τή θεραπεία τοῦ παραλύτου Αἰνέα ἀπό τόν ἀπόστολο Πέτρο στή Λύδδα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ὁ λόγος πού ἀπευθύνει ὁ ἀπόστολος εἶναι ἰδιαίτερα σημαντικός.
1. (α) Πρόκειται στήν οὐσία γιά μιά μικρή ὁμολογία πίστεως, ἀφοῦ ὁ ἀπόστολος ὁμολογεῖ τή θεανθρωπότητα τοῦ Κυρίου: ὁ Κύριος εἶναι ὁ ἄνθρωπος Ἰησοῦς, ἀλλά εἶναι καί ὁ Χριστός, ὁ Μεσσίας, ὁ ἀναγγελθείς ὑπό τῶν προφητῶν Σωτήρας τοῦ κόσμου, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ πού «σάρξ ἐγένετο καί ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν»· ὁμολογία πού προϋποθέτει τήν πνευματοφορία τοῦ ἁγίου Πέτρου – μόνον ἐν Πνεύματι μπορεῖ κανείς νά ὁμολογήσει τόν Χριστό ὡς Θεό καί ἄνθρωπο. «Οὐδείς δύναται εἰπεῖν Κύριον Ἰησοῦν εἰ μή ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ».
(β)  Ἡ πίστη αὐτή τοῦ ἀποστόλου φανερώνεται ἔτι πλέον ἀπό τόν ἐνεστωτικό λόγο του: «ἰᾶται σε, Ἰησοῦς ὁ Χριστός». Ὁ Χριστός δηλαδή δέν εἶναι γιά τόν ἀπόστολο κάποιος πού ἁπλῶς ἔζησε πρίν μερικά χρόνια, ἕνα ἱστορικό πρόσωπο, ἔστω καί πολύ σπουδαῖο, ἀλλά εἶναι ὁ ἄχρονος Θεός, ὁ Ὁποῖος εἶναι «χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας»· εἶναι «ὁ ὤν καί ὁ ἦν καί ὁ ἐρχόμενος»· «ὁ πανταχοῦ παρών καί τά πάντα πληρῶν». Ἐνώπιον τοῦ παρόντος Θεανθρώπου Χριστοῦ λοιπόν θέτει τόν Αἰνέα ὁ ἀπόστολος, γιατί αὐτή ἦταν καί ἡ δικιά του τοποθέτηση.
2. Ὁ ἀπόστολος μέ τόν λόγο του φανερώνει τή μεγάλη ταπείνωσή του, πού ἀποτελεῖ τή βάση καί τῆς ἀληθοῦς πίστεως στόν Χριστό. Ἐνῶ ἔχει ἐπίγνωση τῶν δυνάμεων πού ὁ Κύριος τοῦ εἶχε δώσει, καί σ’ αὐτόν βεβαίως καί στούς ἄλλους μαθητές, ὅμως δέν καυχᾶται γι’ αὐτές, δέν μιλάει σάν νά ἐκπορεύεται ἀπό ἐκεῖνον ἡ ὅποια θεραπευτική δύναμη. Ὁ Χριστός θεραπεύει, ἁπλῶς μέσω τοῦ ἀποστόλου Του ἐν προκειμένῳ, συνεπῶς καί ἡ ὅποια δόξα μπορεῖ νά προσποριστεί ὁ ἀπόστολος ἀνάγεται σ’ Ἐκεῖνον. «Τί ἔχω ὅ οὐκ ἔλαβον», εἶναι σάν νά λέει ὁ ἅγιος Πέτρος παρεμφερῶς μέ τόν ἀπόστολο Παῦλο, «εἰ δέ καί ἔλαβον πῶς καυχηθήσομαι ὡς μή λαβών»;
3. Ἡ θεραπεία τοῦ Αἰνέα φαίνεται νά εἶναι σωματικῆς φύσεως – θεραπεύεται ἡ σωματική του παραλυσία – μά γνωρίζουμε ὅτι εἶναι και ψυχικῆς πνευματικῆς φύσεως. Διότι ὁ Κύριος εἶναι «ὁ ἰατρός τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων»· καί πάντοτε ἡ προσφορά τῆς σωματικῆς ἴασης ἀποτελοῦσε ἐπισφράγισμα τῆς ψυχικῆς πρωτίστως ἴασης πού πρόσφερε. Μία σωματική ἴαση χωρίς τήν ψυχική ὡς πρόκληση μετανοίας γιά εὕρεση τοῦ Θεοῦ τί νόημα ἄλλωστε θά εἶχε; Κι εἶναι κάτι πού χωλαίνουμε πολύ συχνά οἱ χριστιανοί: ζητᾶμε νά θεραπευθοῦμε σωματικά, ἀλλά γιά νά… συνεχίσουμε δυστυχῶς τόν ἐγωϊστικό καί ἁμαρτωλό τρόπο ζωῆς μας.
4. Ἀπαιτεῖται ὅμως καί ἡ συνέργεια τοῦ ἀνθρώπου στήν προσφορά αὐτή θεραπείας. Ὁ ἀπόστολος ὡς ὄργανο τοῦ Κυρίου θεραπεύει τόν Αἰνέα, ἕναν ἁπλό καί ἄσημο ἄνθρωπο στήν περιοχή τῆς Λύδδας, ὁ ὁποῖος ὅμως ἦταν μέλος τῆς Ἐκκλησίας – βρισκόταν ἀνάμεσα στούς πιστούς. Κι ἡ ἔνταξή του αὐτή στήν Ἐκκλησία ἔδειχνε ἀκριβῶς ὅτι πρόσβλεπε κι αὐτός στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ· ὅτι ὁ Χριστός ἦταν ἡ ἐλπίδα καί ἡ ἄγκυρα τῆς ψυχῆς του.

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2015

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΥ ΚΗΡΥΓΜΑΤΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ


«Ουκ  οίδατε ότι το σώμα υμών ναός του εν υμίν αγίου Πνεύματός εστιν, ου έχετε από Θεού, και ουκ εστέ εαυτών;» (Α΄ Κορ. 6, 19).
α. Τη σημαντικότερη ανθρωπολογική αλήθεια θίγει το αποστολικό ανάγνωσμα της Α΄ προς Κορινθίους επιστολής του αποστόλου Παύλου της Κυριακής του Ασώτου: μετά τον ερχομό του Κυρίου η ύπαρξή μας όλη, η ψυχή και το σώμα μας, δεν ανήκουν πια σ’ εμάς, αλλά σ’ Εκείνον, που σημαίνει ότι μόνο εν Χριστώ πια βρίσκουμε τον εαυτό μας και το νόημα της ζωής μας. Συντονίζεται δε το ανάγνωσμα αυτό με την ομώνυμη παραβολή της Κυριακής, δεδομένου ότι το πρωταγωνιστούν πρόσωπο σ’ αυτήν, ο άσωτος, δεν χρησιμοποίησε σωστά την ψυχή και το σώμα του, αφού τα μόλυνε με την επιλογή του να φύγει μακριά από τον Θεό Πατέρα. Αυτό λοιπόν θίγει και ο απόστολος: ο εαυτός μας ανήκει στον Θεό. Η φράση του μάλιστα έρχεται με οξύτητα να τονίσει την αλήθεια: «δεν ξέρετε ότι το σώμα σας είναι ναός του Αγίου Πνεύματος που σας το χάρισε ο Θεός και βρίσκεται μέσα σας; Δεν ανήκετε στον εαυτό σας».
β. 1. Ποια αντίληψη υπάρχει συνήθως σε πολλούς συνανθρώπους μας ως προς το σώμα τους και γενικά για τον εαυτό τους;
(1) ότι το σώμα τους είναι αποκλειστική ιδιοκτησία τους, συνεπώς μπορούν να του συμπεριφέρονται όπως θέλουν. Είναι ευνόητο ότι κατά την πίστη μας τούτο συνιστά αντίληψη απιστίας και αθεΐας, με συνήθη κατάληξη τη φθορά του σώματος από το κυνηγητό της ηδονής. Διότι «φάγωμεν και πίωμεν, αύριον γάρ αποθνήσκομεν».  Στην ομάδα αυτή εντάσσονται ασφαλώς και εκείνες οι γυναίκες, οι οποίες θεωρούν ότι ακόμη και το κυοφορούμενο από αυτές έμβρυο αποτελεί δικό τους κομμάτι και εξάρτημα, οπότε μπορούν να το διαχειριστούν κατά το δοκούν. Οι τραγικές αμβλώσεις δεν είναι άσχετες με αυτήν την αντίληψη.
(2) Υπάρχει όμως και μία άλλη μη χριστιανική αντίληψη: ότι το σώμα είναι κάτι ξένο και κακό προς τον άνθρωπο. Πρόκειται για αντίληψη ανατολικών θρησκειών λόγω της πίστεως σε ύπαρξη δύο θεοτήτων, του καλού και του κακού θεού, ο οποίος κακός θεός είναι και ο δημιουργός της ύλης και του σώματος. Δυστυχώς τέτοιες αντιλήψεις πέρασαν ως γνωστόν και μέσα στις διάφορες εκδοχές του αιρετικού χριστιανισμού, με αποτέλεσμα να ακούγεται ακόμη και μέχρι τις ημέρες μας η παραφωνία ότι για να σώσουμε την ψυχή πρέπει να καταστρέψουμε το σώμα.
2. Και οι δύο αντιλήψεις αποτελούν αλλοιώσεις της αλήθειας κι ίσως και δαιμονικές φωνές. Η αλήθεια για μας βρίσκεται στην αποκάλυψη του Χριστού κι αυτό σημαίνει ότι το σώμα μας όπως και η ψυχή μας είναι δημιουργήματα του ενός φύσει καλού και αγαθού Θεού, συνεπώς και τα δύο, σώμα και ψυχή, είναι από τη φύση τους καλά, προορισμένα για την ένωσή τους με τον Θεό. «Ουχί ο ποιήσας το έξωθεν και το έσωθεν εποίησε;» Απολαμβάνουν δε και τα δύο της ίδιας τιμής, γι’ αυτό και σωζόμαστε ως ολόκληροι άνθρωποι ψυχοσωματικά.
3. Ιδιαιτέρως ο απόστολος Παύλος μάς τονίζει σήμερα την αξία του σώματος. Το σώμα είναι ναός του αγίου Πνεύματος και ανήκει κι αυτό στον Θεό. Αφότου μάλιστα διά του αγίου βαπτίσματος γίναμε μέλη Χριστού, ολόκληρη η ύπαρξή μας αποτελεί μία συνέχεια Εκείνου. Συνεπώς αφενός δεν έχει κανείς το δικαίωμα να καταστρέφει το σώμα του (με την υποδούλωση στα διάφορα ψεκτά πάθη, π.χ. με το τσιγάρο, τα ποτά, τα ναρκωτικά, την υπερβολή στο φαγητό, αλλά και με την υπερβολή στην άσκηση, όπως την υπέρμετρη νηστεία), αφετέρου απαιτείται να σεβόμαστε και να αγαπούμε το σώμα μας, βλέποντας την παρουσία και την ενέργεια του Θεού σ’ αυτό.  Κι είναι μία αλήθεια τούτο που δεν πρέπει να λησμονούμε, ότι δηλαδή τότε αγαπούμε σωστά και σεβόμαστε τον εαυτό μας και το σώμα μας, όταν τα θέτουμε στην υπακοή του θελήματος του Θεού ως μέλη Χριστού. Αυτό ήταν και είναι και το σκεπτικό πάντοτε της Εκκλησίας, όπως μας το λέει για παράδειγμα ο απόστολος: «άρας ουν τα μέλη Χριστού, ποιήσω πόρνης μέλη;» Όποιος έχει επίγνωση της σχέσεώς του με τον Χριστό αδυνατεί να εκτραπεί σε οτιδήποτε διασπά τη σχέση του αυτήν. Γι’ αυτό και η δοξολογία του Θεού περιλαμβάνει και την ψυχή αλλά το σώμα του ανθρώπου. «Δοξάσατε τον Θεόν εν τω σώματι υμών και εν τω πνεύματι υμών, άτινά εστι του Θεού».
4. Και η νηστεία λοιπόν; Μήπως «καταστρέφουμε» το σώμα μας δι’ αυτής; Ασφαλώς και όχι. Μόλις παραπάνω καταδικάσαμε μόνο την υπέρμετρη εκδοχή της. Η νηστεία όμως, η ορθή και εκκλησιαστική και διακριτική, με δεδομένο την πτώση στην αμαρτία και την ανάπτυξη άτακτων ορμών και διαθέσεων και στο σώμα και στην ψυχή, αποτελεί τη διάσωση του ανθρώπου και την εξισορρόπησή του. «Υποπιάζω και δουλαγωγώ το σώμα μου, σημειώνει ο απόστολος αλλού, μήπως άλλοις κηρύξας αυτός αδόκιμος γένωμαι». Η αχαλίνωτη πορεία του ανθρώπου με βάση τις άτακτες ορμές των σωματικών αισθήσεών του τον οδηγεί σε υποδούλωση στα πάθη και τον διάβολο. Απαιτείται η εγκράτεια, κύριο στοιχείο της οποίας είναι η νηστεία, προκειμένου το σώμα να υποτάσσεται στον κυρίαρχο νου, κι αυτός με τη σειρά του να υποτάσσεται στο θέλημα του Θεού. Αυτή η πορεία οδηγεί στη σωφροσύνη, η οποία θέτει τον άνθρωπο με τη χάρη του Θεού στο ομαλό σημείο συντονισμού του με τον Θεό. Αν ο ίδιος ο Κύριος ενήστευσε, χωρίς να έχει ανάγκη τη νηστεία, αν όλοι οι άγιοί μας διήλθαν τη ζωή τους ακολουθώντας την οδό της, κανείς δεν μπορεί να την αμφισβητήσει και τη διαγράψει. Μη ξεχνάμε άλλωστε ότι πρόκειται για την πρώτη εντολή που ο Θεός απαρχής της Δημιουργίας έθεσε στους πρωτοπλάστους, όταν περιόρισε την έκταση των επιθυμιών τους. «Από κάθε καρπό μπορείτε να φάτε, εκτός από τον καρπό του δένδρου της γνώσεως του καλού και του καλού». Γι’ αυτό και ποτέ η νηστεία στην Εκκλησία μας δεν απολυτοποιήθηκε και δεν θεωρήθηκε από μόνη της αξία. Πάντοτε συνδυαζόταν με την πνευματική νηστεία, εξυπηρετώντας ακριβώς τη σκοποθεσία αυτής: την εύκολη υπακοή του ανθρώπου στο θέλημα του Θεού. «Νηστεύσωμεν νηστείαν δεκτήν ευάρεστον τω Κυρίω. Αληθής νηστεία η των κακών αλλοτρίωσις, εγκράτεια γλώσσης, θυμού αποχή, επιθυμιών χωρισμός, καταλαλιάς, ψεύδους  και επιορκίας». 
γ. Χρειάζεται να αγαπήσουμε σωστά τον εαυτό μας. Να βλέπουμε την ψυχή και το σώμα μας εν σχέσει πάντοτε με τον Χριστό, κι αυτό σημαίνει να αφηνόμαστε με εμπιστοσύνη στον ρυθμό της εκκλησιαστικής ζωής. Η σοφία και η διάκριση των Πατέρων μας μιλά για τη νηστεία και την εγκράτεια, στον βαθμό που ο καθένας μπορεί, αλλά με τον σκοπό της ανάδειξης του αληθινού εαυτού μας, του δημιουργημένου να αγαπά.

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2015

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΥ ΚΗΡΥΓΜΑΤΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ


Πονηροί δε άνθρωποι και γόητες προκόψουσιν επί το χείρον, πλανώντες και πλανώμενοι᾽ (Β´ Τιμ. 3, 13)

α. Πολύ επικίνδυνα θα λέγαμε ότι είναι τα λόγια του σημερινού αποστολικού αναγνώσματος, όπως άλλωστε είναι όλα τα λόγια στην πραγματικότητα του Ευαγγελίου. Επικίνδυνα για όσους από τους χριστιανούς προσπαθούμε να συμβιβάσουμε τα ασυμβίβαστα: και τη χριστιανική πίστη και την άνεση του κόσμου και τη σχέση μας με τον Θεό και την αδιάκοπη απόλαυση των αγαθών του κόσμου τούτου. Διότι έρχεται ο απόστολος σήμερα για να μας πει ότι όσοι θέλουν να είναι με τον Χριστό θα διωχτούν στον κόσμο τούτο, ενώ οι πονηροί και οι απατεώνες θα προκόψουν κι ίσως και να μεγαλουργήσουν. ῾Πονηροί άνθρωποι και γόητες προκόψουσιν...(ενώ) πάντες οι θέλοντες ευσεβώς ζην εν Χριστώ Ιησού διωχθήσονται᾽. Μία παράδοξη πράγματι πνευματική πραγματικότητα.

β. 1. Οι πονηροί και οι απατεώνες θα προκόψουν στον κόσμο αυτό, μας λέει ο απόστολος. Συμπληρώνει όμως: ῾επί το χείρον᾽, στο χειρότερο. Θα πορεύονται από το κακό στο μεγαλύτερο κακό. Θα προοδεύουν, αλλά με μία πρόοδο που καταλήγει στον γκρεμό και την καταστροφή. Και καταστροφή με βάση τα λόγια του αποστόλου είναι κάθε τι που μας απομακρύνει από τον Χριστό, από τη σωτηρία την εν Χριστώ Ιησού.

2. Κι είναι η επισήμανση αυτή του αποστόλου Παύλου βασική αλήθεια της Αγίας Γραφής. Επανειλημμένως ο λόγος του Θεού τονίζει, ήδη από την Παλαιά Διαθήκη, ότι ο άνθρωπος που έχει πάρει στραβό δρόμο στη ζωή του και δεν μετανοεί γι᾽ αυτό, θα πληρώνει συνεχώς το τίμημα: τη αδιάκοπη και αυξητική σκλήρυνση της καρδιάς του, την πώρωση της ψυχής του. Ο Θεός σεβόμενος από αγάπη την ελευθερία του ανθρώπου τον αφήνει στις δικές του επιλογές. Κι οι κακές επιλογές του τον οδηγούν ακριβώς σε κατάσταση κόλασης ήδη από τη ζωή αυτή: να παγιώνεται στην κακία και συνεπώς να εξασθενίζει μέσα του κάθε δύναμη μετανοίας, που θα πει σωτηρίας.

3. ´Ετσι για τον απόστολο και για την πίστη μας γενικότερα, η προκοπή και η πρόοδος δεν είναι αυτονόητα καλά και αποδεκτά. Χρειάζεται κανείς να στέκει επιφυλακτικά απέναντί τους, διότι υπάρχει καλή και κακή πρόοδος, καλή και κακή προκοπή. Με άλλα λόγια ποτέ η πρόοδος δεν μπορεί να γίνει ιδεολογία, όπως δυστυχώς συμβαίνει πολύ συχνά και στα δικά μας τοπικά δεδομένα: οτιδήποτε δηλαδή ονομάζεται προοδευτικό θεωρείται αυτόματα και καλό, ενώ οτιδήποτε ῾βαφτίζεται᾽ συντηρητικό και παλαιό θεωρείται κακό. Τέτοιες τοποθετήσεις αποτελούν ιδεολογήματα, σχήματα του μυαλού του ανθρώπου, προκειμένου να εκμεταλλευτεί τα γεγονότα και να παρασύρει τους συνανθρώπους του σε δικά του συμφέροντα.

4. Κύριο γνώρισμα της κακής προόδου, κατά τον απόστολο, είναι η πλάνη. Κι όχι μόνο η πλάνη που αναφέρεται στους άλλους εκ μέρους των πονηρών και των απατεώνων (:οι πονηροί πλανούν κάποιους ανθρώπους), αλλά και η πλάνη που ῾πιάνει᾽ τους ίδιους τους πονηρούς. Πρώτος πιάνεται στα δίχτυα της πλάνης ο απατεώνας, κι έπειτα βέβαια κι εκείνοι που δεν προσέχουν και τον ακολουθούν. ῾Πλανώντες και πλανώμενοι᾽ σημειώνει ο απόστολος. ´Ετσι το ψεύδος κι ασφαλώς και ο δημιουργός του, ο διάβολος, γίνονται η ατμόσφαιρα των ανθρώπων που κινούνται και πορεύονται μακριά από τον Θεό. Μπορεί να φαίνονται ότι κυριαρχούν στη ζωή, ότι μεγαλουργούν ίσως, μα πρόκειται για μία κενότητα ζωής, για κάτι άδειο σαν μία μεγάλη φούσκα. Γι᾽ αυτό και ποτέ κανείς δεν περιμένει κάτι σοβαρό από ανθρώπους μακριά από την Εκκλησία και την πίστη του Χριστού.

γ. Στον αντίποδα των πονηρών και των απατεώνων προβάλλει ο απόστολος την ευσέβεια των χριστιανών: την πιστότητα δηλαδή στην παράδοση του Χριστού και των Αποστόλων, στην παράδοση της Εκκλησίας. ῾Μένε εν οις έμαθες και επιστώθης᾽ προτρέπει τον Τιμόθεο, δηλαδή στα ιερά γράμματα που οδηγούν στη σωτηρία ως ζωντανή σχέση με τον Χριστό. Το συμπέρασμα είναι σαφές: μακριά από κάθε τι  που απομακρύνει από τον Χριστό, έστω κι αν φαίνεται φανταχτερό και λαμπερό στον κόσμο τούτο. Μακριά δηλαδή από αιρέσεις, από διάφορες περίεργες φιλοσοφίες και θεοσοφίες, από πρότυπα που προβάλλει συχνά η τηλεόραση κι ο κόσμος αυτός. Κι από την άλλη: κοντά διαρκώς στον Χριστό και στην αγία Εκκλησία Του. Και μάλιστα την περίοδο αυτή που από σήμερα εισαγωγικά ξεκινά για να καταλήξει στο Πάσχα. Το πρώτο οδηγεί στην αιώνια απώλεια. Το δεύτερο στη ζωή μαζί με τον Χριστό και την ένταξη στη Βασιλεία Του. 

 

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2015

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΥ ΚΗΡΥΓΜΑΤΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΙΒ΄ ΛΟΥΚΑ (ΑΓΙΩΝ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΚΑΙ ΚΥΡΙΛΛΟΥ)



«Μνημονεύετε τῶν ἡγουμένων ὑμῶν» (Εβρ. 13, 7)

α. Το σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα αναφέρεται στους μεγάλους αγίους Πατέρες και Οικουμενικές Διδασκάλους της Εκκλησίας μας, τους Αθανάσιο και Κύριλλο, Πατριάρχες Αλεξανδρείας. Να μνημονεύουμε τους εκκλησιαστικούς μας ηγέτες, λέει ο απόστολος, και τέτοιοι ηγέτες πρώτου βεληνεκούς ήταν και είναι οι δύο αυτοί άγιοι.

β. 1. Ο απόστολος Παύλος βεβαίως έχει υπόψη του πρωτίστως τους αποστόλους, όταν μιλάει για τους εκκλησιαστικούς ηγέτες, διότι εκείνοι κυρίως κήρυξαν τον λόγο του Χριστού. Και όχι μόνο κήρυξαν, αλλά και πέθαναν πάνω στο έργο αυτό. Να θυμάστε λοιπόν, λέει, πρώτα τους αποστόλους. Και πράγματι η Εκκλησία μας αυτούς κυρίως θυμάται, γι’ αυτό και αποστολική μεταξύ άλλων χαρακτηρίζεται.
Μα πέρα από αυτούς καλούμαστε να θυμόμαστε κι εκείνους που δίδαξαν και έζησαν σαν τους Αποστόλους. Και τέτοιοι ήσαν οι μεγάλοι Πατέρες και Διδάσκαλοι της Εκκλησίας. Οι Πατέρες αποτελούν τη συνέχεια των Αποστόλων, γιατί παρέλαβαν την πίστη τους, την βίωσαν και την ερμήνευσαν στην εποχή τους κατά τρόπο θεόπνευστο. Και την ερμηνεία τους αυτή αποδέχτηκε η Εκκλησία, οπότε εκτός από αποστολική η Εκκλησία μας είναι και πατερική, μάλλον είναι πατερική, γιατί είναι γνησίως αποστολική. Οι άγιοι Αθανάσιος και Κύριλλος για παράδειγμα που εορτάζουμε: την πίστη των αποστόλων περί του Ιησού Χριστού ως Θεού και ανθρώπου διατράνωσαν σε εποχή που αμφισβητήθηκε η πίστη αυτή από αιρετικούς. Ο πρώτος ως γνωστόν αντιμετώπισε τον αιρεσιάρχη Άρειο, ο δεύτερος τον αιρεσιάρχη Νεστόριο.
Κι ακόμη: μέσα στους εκκλησιαστικούς ηγέτες πρέπει να εννοήσουμε και όλους εκείνους τους διδασκάλους της πίστεως κάθε εποχής, ιδίως τους Επισκόπους, οι οποίοι με επίγνωση και συναίσθηση συνέχισαν και συνεχίζουν την εξαγγελία της ορθής πίστεως, βασισμένοι στους Αποστόλους και τους Πατέρες της Εκκλησίας, δηλαδή στην Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση.

2. Τι σημαίνει όμως να τους μνημονεύουμε; Απλώς να τους φέρνουμε στη μνήμη μας; Ασφαλώς όχι μόνον αυτό. Χρειάζεται να τους μνημονεύουμε και ως προς τα λόγια τους, αλλά και ως προς τη ζωή τους προκειμένου να τους μιμούμαστε. «Ων αναθεωρούντες την έκβασιν της αναστροφής – σημειώνει ο απόστολος – μιμείσθε την πίστιν» (Να βλέπετε πώς τέλειωσαν τη ζωή τους και να ακολουθείτε το παράδειγμα της πίστης τους). Δεν μιλάμε λοιπόν για ένα είδος φιλολογικού μνημοσύνου, αλλά περί κινητοποιήσεως της ζωής μας. Κι αυτό είναι το νόημα της μνήμης γενικώς των λόγων του Θεού: να αλλάξουμε τρόπο ζωής, να γίνουμε άγιοι, να γίνουμε σαν τον Χριστό.

3.  Η μίμηση αυτή των παραπάνω αγίων λοιπόν στην ουσία αποτελεί μίμηση του ίδιου του Κυρίου, αφού εκείνοι τον Χριστό μιμήθηκαν στον ανώτερο δυνατό βαθμό για τα ανθρώπινα δεδομένα. Και η μίμηση αυτή της πίστεώς τους περιλαμβάνει δύο στοιχεία που τα επισημαίνει λίγο παρακάτω στην επιστολή του ο απόστολος Παύλος: (1) την πειθώ και (2) την υπακοή και υποταγή. «Πείθεσθε τοις ηγουμένοις υμών και υπείκετε». «Πείθεσθε», γιατί ο λόγος των αποστόλων και των πατέρων είναι πειστικός: και λόγω του βάρους που έχει από τη χάρη του Θεού, αλλά και λόγω του ότι έχει αυστηρή λογική συνέχεια και συνέπεια, η οποία όμως στηρίζεται στην αποκάλυψη του Χριστού. Με άλλα λόγια ο θεολογικός λόγος, ο λόγος των αποστόλων και των πατέρων, δεν περιέχει αυθαιρεσίες και παράλογα πράγματα. Πατώντας στο έδαφος της αποκαλύψεως του Χριστού έχει αυστηρώς λογική δομή και πείθει κάθε άνθρωπο, αρκεί να είναι καλοπροαίρετος. Διότι ο κακοπροαίρετος άνθρωπος και τον ίδιο τον Θεό να ιδεί μπροστά του, δεν πρόκειται να πεισθεί. Θα επικαλεσθεί του κόσμου τα «επιχειρήματα» για να αρνηθεί το προφανές. Αλλά λέει και «υπείκετε». Δηλαδή όχι μόνο να πείθεσθε στην αλήθεια και να την αποδέχεστε, αλλά και να υπακούετε σ’ αυτήν, ενεργοποιώντας την στη ζωή σας. Διότι υπάρχουν και τέτοιοι πιστοί: όσοι αναγνωρίζουν την αλήθεια, αλλά λόγω της αμέλειάς τους δεν την εφαρμόζουν παρά ελάχιστα ή καθόλου στη ζωή τους.

γ. Η Εκκλησία μας προβάλλει σήμερα τους μεγάλους αγίους Αθανάσιο και Κύριλλο. Δίδαξαν την αλήθεια για τον Χριστό και έζησαν τον Χριστό. Καλούμαστε να τους μιμηθούμε. Να αφιερώσουμε χρόνο δηλαδή για να μάθουμε την πίστη μας και να αποφασίσουμε να δώσουμε κι εμείς την καρδιά μας σ’ Εκείνον.  

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΥ ΚΗΡΥΓΜΑΤΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΙΒ΄ ΛΟΥΚΑ (ΑΓΙΩΝ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΚΑΙ ΚΥΡΙΛΛΟΥ) (2)



«Δι’ αὐτοῦ (του Χριστού) οὖν «ἀναφέρωμεν θυσίαν αἰνέσεως» διά παντός τῶ Θεῶ…τοιαύταις γάρ θυσίαις εὐαρεστεῖται ὁ Θεός»
(Εβρ. 13, 15)

α. Το αποστολικό ανάγνωσμα της σημερινής Κυριακής εξ αφορμής των αγίων Αθανασίου και Κυρίλλου είναι ένα από τα πιο εκλεκτά κείμενα της Καινής Διαθήκης. Παρμένο από την προς Εβραίους επιστολή του αποστόλου Παύλου περιέχει «διαμάντια», αλήθειες δηλαδή από τις πιο γνωστές και τις πιο αποκαλυπτικές για την πορεία και τη σωτηρία του ανθρώπου. Φράσεις όπως «Ιησούς Χριστός χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας», «ουκ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν» περιέχονται σ’ αυτό. Η προσοχή μας όμως θα στραφεί κυρίως στους τελευταίους στίχους που είναι επίσης σπουδαιότατοι:  «Διά του Χριστού ας προσφέρουμε συνεχώς στον Θεό σαν θυσία τον ύμνο μας, δηλαδή τον καρπό των χειλιών μας, που ομολογούν το μεγαλείο Του. Μη ξεχνάτε ακόμη να κάνετε το καλό και να μοιράζεστε με τους άλλους ό,τι έχετε. Με τέτοιες θυσίες ευχαριστείται ο Θεός».

β. 1. Καταρχάς η προτροπή αυτή κατανοείται ως συμπέρασμα της γενικής αλήθειας που διατυπώνει ο απόστολος: στον κόσμο αυτόν δεν έχουμε μόνιμη πολιτεία αλλά λαχταρούμε τη μελλοντική. Στον κόσμο αυτόν είμαστε δηλαδή περαστικοί. Η φθαρτότητα και η προσωρινότητα είναι τα χαρακτηριστικά του κόσμου. Η αληθινή πατρίδα είναι αυτή που έρχεται: αυτή που θα συναντήσουμε είτε μετά τον θάνατό μας είτε κυρίως μετά τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου. Κάτω από την προοπτική αυτή λοιπόν ο απόστολος τονίζει τι είναι εκείνο που ευαρεστεί τον Θεό. Διότι τελικά Αυτός είναι η μόνιμη κατοικία μας και έτσι η επιλογή του ευάρεστου σ’ Αυτόν είναι και η πιο ευφυής κίνηση που μπορούμε να κάνουμε.

2. Τι είναι ευάρεστο λοιπόν στον Θεό κατά τον απόστολο Παύλο; Ο απόστολος μιλάει για θυσίες στις οποίες ευαρεστείται ο Θεός. Και κατά πρώτον διαγράφει τις θυσίες που γίνονταν  ως λατρεία του Θεού από τις ειδωλολατρικές θρησκείες αλλά και από αυτόν ακόμη τον ιουδαϊσμό. Κι αυτό γιατί οι θυσίες αυτές, αιματηρές ή αναίμακτες, είτε απαρέσκουν στον Θεό ως εκφράσεις του ανθρώπου που λόγω άγνοιας του αληθινού Θεού βρίσκεται κάτω από την απόλυτη εξουσία της αμαρτίας και κατ’ επέκταση του Πονηρού (ειδωλολατρία) είτε απλώς τις ανέχεται ως προεικονίσεις και προτυπώσεις της αληθινής θυσίας και λατρείας ενόψει του δικού Του ερχομού στο πρόσωπο του Υιού Του (ιουδαϊσμός).
Οι μόνες αποδεκτές από τον Θεό θυσίες είναι πρώτον οι προσευχές: οι ύμνοι ως καρπός των χειλέων μας που ομολογούν το μεγαλείο Εκείνου. Και πράγματι η προσευχή και η υμνολογία αν πηγάζουν από αληθινή και βαθειά πίστη θεωρούνται θυσία αληθινή, όπως διαρκώς και καθημερινά το εξαγγέλλουμε και το ψάλλουμε για παράδειγμα στον εσπερινό: «κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιόν Σου».  Σαν να ‘ναι η καρδιά μας πυρακτωμένο κάρβουνο από την αγάπη του Θεού και γι’ αυτό η προσευχή μας αναφέρεται σ’ Εκείνον ως ευώδες θυμίαμα.
Δεν είναι όμως μόνη η προσευχή. Ο απόστολος τονίζει δεύτερον και τις καλές πράξεις και την έμπρακτη αγάπη. Το άνοιγμα στον συνάνθρωπο, η ελεημοσύνη μας προς αυτόν εξίσου αποτελούν θυσία ευάρεστη στον Θεό. Ας θυμηθούμε το παράδειγμα του εκατοντάρχου Κορνηλίου από τις Πράξεις των Αποστόλων. Μολονότι ειδωλολάτρης, μάλλον προσήλυτος στον ιουδαϊσμό, προσφέρει το θυμίαμα, κατά την ομολογία του ίδιου του Θεού στον απόστολο Πέτρο, των προσευχών και των ελεημοσυνών του. Κι ένα παράδειγμα μεταξύ των πολλών άλλων από το Γεροντικό έρχεται προς επίρρωση της παραπάνω αλήθειας: η «διαμάχη» δύο καλογέρων για το ποιος θα εξυπηρετήσει πρώτος τον άλλον έφερε ως απάντηση τη φανέρωση αγγέλου, ο οποίος τους απεκάλυψε ότι η διαμάχη αυτή γίνεται αποδεκτή ως θυμίαμα και πάλι από τον ίδιο τον Κύριο.

3. Όμως οι θυσίες της προσευχής στον Θεό και της αγάπης στον συνάνθρωπο καθίστανται ευάρεστες στον Θεό κάτω από μία βασική προϋπόθεση που αξιολογείται ως σημαντικότερη όλων: γίνονται μέσα από τη Σταυρική θυσία του Χριστού. «Δι’ Αυτού (του Χριστού) – λέει – που σταυρώθηκε έξω από την πύλη ας προσφέρουμε τον ύμνο μας». Με άλλα λόγια ευάρεστο πια στον Θεό είναι ό,τι περνάει μέσα από τον Χριστό και τη Σταυρική Του θυσία. Κι αυτό θα πει μέσα από τα μυστήρια και μάλιστα το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Στη Θεία Ευχαριστία έχουμε τη συνέχεια του Σταυρού Του και των δωρεών που απέρρευσαν από Αυτόν.  Έτσι ο πιστός χριστιανός, το μέλος του Χριστού και της αγίας Του Εκκλησίας, ο οποίος μετέχει στα μυστήρια, που προσεύχεται και αγαπά, αυτός ευαρεστεί τον Θεό και αυτός θεωρείται πολίτης της αληθινής πατρίδας του Ουρανού.

γ. Προσευχή, αγάπη στον συνάνθρωπο, θεία κοινωνία: το τρίπτυχο που μας αγιάζει. Χριστιανός έξω από αυτά εννοείται ότι δεν είναι χριστιανός έστω κι αν παρουσιάζεται έτσι. 

Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2014

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΥ ΚΗΡΥΓΜΑΤΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ


«Ὅτε δέ εὐδόκησεν ὁ Θεός, ὁ ἀφορίσας με ἐκ κοιλίας μητρός μου»
(Γαλ. 1, 15)

α. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος στό σημερινό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα κάνει μία ἀναδρομή στή ζωή του, προκειμένου νά ἀποδείξει τή γνησιότητα τοῦ ἀποστολικοῦ ἀξιώματός του. Εἶναι γνωστή ἡ συγκλονιστική πορεία του, πῶς δηλαδή ἀπό διώκτης τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας ἔγινε μέγας καί οἰκουμενικός ἀπόστολος. Ἡ ἐκτίμησή του μάλιστα εἶναι ὅτι ὁ Θεός τον εἶχε ξεχωρίσει γιά τό ἀποστολικό ἔργο του καί πρίν ἀκόμη γεννηθεῖ. «Ὅτε δέ εὐδόκησεν ὁ Θεός, ὁ ἀφορίσας με ἐκ κοιλίας μητρός μου»!

β. 1. Εἶναι πράγματι συγκλονιστική ἡ διαπίστωση αὐτή τοῦ ἀποστόλου. Διότι δείχνει ὅτι δεν εἴμαστε τυχαῖα ὄντα μέσα στόν κόσμο, ἀλλά μᾶς παρακολουθεῖ πάντοτε ἡ πρόνοια καί ἡ φροντίδα τοῦ Θεοῦ. Πρόκειται γιά μία ἀπό τίς βασικότερες ἀλήθειες τῆς πίστεώς μας, ὅπως ἰδιαιτέρως τήν τόνισε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος: Κοιτάξτε τά κρίνα τοῦ ἀγροῦ ἤ τά πτηνά τοῦ οὐρανοῦ κι αὐτό ἀκόμη τό ἀγριόχορτο. Ὁ Θεός τά φροντίζει καί τά περιποιεῖται. «Εἰ δέ τόν χόρτον τοῦ ἀγροῦ σήμερον ὄντα καί αὔριον εἰς κλίβανον βαλλόμενον ὁ Θεός οὕτως ἀμφιέννυσιν, πόσῳ μᾶλλον ὑμᾶς, ὀλιγόπιστοι;» Κι ἀλλοῦ: «Καί αἱ τρίχες ὑμῶν τῆς κεφαλῆς πᾶσαι ἠριθμημέναι εἰσί». Ὁ Θεός λοιπόν φροντίζει τά πάντα τῆς δημιουργίας, κατεξοχήν ὅμως τόν  «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν Αὐτοῦ» ἄνθρωπο.

2. Ὑπάρχει βεβαίως ἡ ἔνσταση τῆς λογικῆς: εἶναι δυνατόν ὁ Θεός νά φροντίζει τά πάντα καί νά ἐνδιαφέρεται γιά τό κάθε τι; Ἀσχολεῖται με τέτοια μικροπράγματα ὁ Θεός; Δέν συνιστᾶ τοῦτο ὑποβάθμιση τῆς «μεγαλειότητάς» Του; Ἡ ἔνσταση ἀσφαλῶς προϋποθέτει πλανεμένη ἀντίληψη γιά τόν ἀποκεκαλυμμένο Θεό τῆς πίστεώς μας. Ἔχει ὑπόψη της ἄλλον Θεό ἀπό τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό. Διότι ἀντιμετωπίζει τόν «Θεό» αὐτόν κατ’ εἰκόνα τοῦ ἴδιου τοῦ ἀνθρώπου, συνεπῶς Τόν βλέπει μέ τά δεδομένα τῆς δικῆς του ἀνθρώπινης ἀδυναμίας. Ὅπως ἐμεῖς μπορεῖ νά ἀναδιαφοροῦμε γιά τά θεωρούμενα μικρά καί εὐτελῆ, ἔτσι κι Ἐκεῖνος. Ἀλλά ἡ ἀλήθεια τήν ὁποία ἔφερε ὁ Κύριος εἶναι διαφορετική: ὁ Θεός ἀγαπᾶ καί γι’ αὐτό ἐνδιαφέρεται γιά ὅλη τή Δημιουργία Του, κατεξοχήν μάλιστα  γιά τόν ἄνθρωπο, τόν «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν» Ἐκείνου δημιουργημένο. Πίσω λοιπόν ἀπό τήν παραπάνω ἔνσταση ὑπάρχει ἡ ἀπιστία τοῦ ἀνθρώπου γιά τόν ἀληθινό Θεό καί τήν ἀγάπη Του.

3. Μία δεύτερη ἔνσταση εἶναι ἡ ἑξῆς: ἄν ὑπάρχει ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ, πῶς ἀφήνει νά ὑφίσταται στόν κόσμο ἡ ἀδικία, ἡ πεῖνα, τό κακό, ὁ πόλεμος; Πρόκειται γιά σοβαρό ἐρώτημα, μά ἐξίσου εἶναι σοβαρή ἡ ἀπάντηση τῆς χριστιανικῆς πίστεως: ἀφενός ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ δέν καταργεῖ τήν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὁποία αὐτή βεβαίως εἶναι τό ποιητικό αἴτιο τῆς ὅποιας κακοδαιμονίας καί κακίας στόν κόσμο - ὁ Θεός δέν δημιούργησε τίποτε κακό, ἀλλά τά πάντα «καλά λίαν» -, ἀφετέρου παρ’ ὅλη τήν ὑπό τοῦ ἀνθρώπου ἀλλοίωση τῆς λίαν καλῆς δημιουργίας ἐπεμβαίνει πολλές φορές στό ἀποτέλεσμα τῶν ἐλευθέρων ἀποφάσεων τοῦ ἀνθρώπου, ἀξιοποιώντας το μέ τρόπο ὥστε νά δίνει νέες εὐκαιρίες καί πάλι σ’ αὐτόν. Ὁ Θεός δηλαδή μία ἀρνητική ἐπιλογή τοῦ ἀνθρώπου τήν μεταστρέφει τελικῶς λόγω τῆς ἀγάπης Του σέ κάτι θετικό γι’ αὐτόν ἤ γιά τούς ἄλλους. Πόσες φορές γιά παράδειγμα μία ἀρρώστια δέν ἔφερε σέ μετάνοια τόν ἄνθρωπο καί σέ ἁγιότητά του; Πόσες φορές ἕνα ἀτύχημα δέν ἔγινε ἡ ἀφορμή νά βρεῖ ὁ παθών μία ἄλλη διέξοδο, ἀπείρως καλύτερη ἀπό ὅ,τι ἦταν πρίν; Καί νά, πού καί οἱ ἡμέρες πού διερχόμαστε δίνουν ἕνα τέτοιο παράδειγμα. Στίς 29 Δεκεμβρίου ἑορτάζει ἡ Ἐκκλησία μας τά νήπια πού σφαγιάστηκαν ἀπό τόν Ἡρώδη. Ἡ ἀδικία εἶναι πρωτοφανής καί ἀσύλληπτη στή λογική. Κι ὅμως ἡ ἀδικία μεταποιεῖται σέ εὐλογία: τά νήπια γίνονται οἱ πρῶτοι μάρτυρες γιά τόν Κύριο. Τά πρῶτα εὐώδη ἄνθη τοῦ Παραδείσου.

4. Ἡ πίστη στήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ ἀπαλλάσσει τόν ἄνθρωπο ἀπό πολλές δεισιδαιμονίες, ὅπως καί ἀπό τήν ἀφελή πεποίθηση γιά τήν ὕπαρξη τῆς τύχης. Κυρίως ὅμως μᾶς ἀπαλλάσσει ἀπό ὅλους τούς φόβους καί τίς φοβίες. Γιατί βρισκόμαστε ὄχι ἕρμαια τυφλῶν καί ἀπροσώπων δυνάμεων, ἀλλά στά χέρια τοῦ Πατέρα μας Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος μᾶς φροντίζει μέ ἀγάπη, μάλιστα ἐμᾶς πού εἴμαστε λόγω τοῦ ἁγίου βαπτίσματός μας μέλη τοῦ σώματός Του. Κι ἀπό τήν ἄλλη μᾶς γεμίζει μέ θάρρος, μέ δύναμη, μέ παρηγοριά, γεγονός πού μᾶς κάνει νά βλέπουμε νόημα στή ζωή μας καί νά σεβόμαστε τήν ἴδια τή ζωή.

γ. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος φωτισμένος ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ ἔβλεπε τή ζωή του μέσα στήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Τίποτε δέν ἦταν τυχαῖο τελικῶς στήν ὕπαρξή του. Τό ἴδιο ὅμως ἰσχύει γιά ὅλους μας. Ὅσο στρεφόμαστε μέ πίστη στόν Χριστό καί ζοῦμε στήν Ἐκκλησία Του, τόσο καί τά δικά μας μάτια θά διανοίγονται γιά νά βλέπουμε τό σχέδιό Του καί γιά ἐμᾶς. Τά Χριστούγεννα μάλιστα ἀποτελοῦν μοναδική πρόκληση γιά νά βλέπουμε τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο δρᾶ ὁ Θεός, ὥστε νά «διαβάζουμε» τά σημάδια του στίς διαστάσεις καί τῆς προσωπικῆς μας ζωῆς.

Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2014

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΥ ΚΗΡΥΓΜΑΤΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΠΡΟ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ



Πίστει παρώκησεν (ὁ ᾽Αβραάμ) εἰς τήν γῆν τῆς ἐπαγγελίας ὡς ἀλλοτρίαν...ἐξεδέχετο γάρ τήν τούς θεμελίους ἔχουσαν πόλιν, ἧς τεχνίτης καί δημιουργός ὁ Θεός᾽ (῾Εβρ. 11, 9.10)
(Μέ πίστη (ὁ ᾽Αβραάμ) ἐγκαταστάθηκε στή γῆ πού τοῦ ὑποσχέθηκε ὁ Θεός, ξένος σέ ἄγνωστη χώρα...κι αὐτό γιατί περίμενε τήν πόλη πού θά εἶχε στέρεα θεμέλια καί πού ἀρχιτέκτονας καί δημιουργός της θά ἦταν ὁ Θεός).

α. Γιά δεύτερη φορά ἡ ᾽Εκκλησία μᾶς θυμίζει τούς ἁγίους Προπάτορες: καί ἡ προηγούμενη καί ἡ σημερινή Κυριακή εἶναι ἀφιερωμένη σ᾽ αὐτούς. ᾽Ιδιαιτέρως σήμερα ἑορτάζουμε ὄλους ἐκείνους ἀπό ᾽Αδάμ μέχρι τοῦ μνήστορος ᾽Ιωσήφ, τούς προφῆτες καί τίς προφήτιδες, ἐξαιρέτως τόν προφήτη Δανιήλ καί τούς ἁγίους τρεῖς παῖδες, οἱ ὁποῖοι ἐγκωμιάστηκαν γιά τήν πίστη τους στόν Θεό καί τίς ὑποσχέσεις Του. Κι εἶναι σάν νά μᾶς τονίζει ἡ ᾽Εκκλησία ὅτι γιά νά κατανοήσουμε σωστά τό γεγονός τῶν Χριστουγέννων δέν πρέπει καί δέν μποροῦμε νά τό δοῦμε ὡς κάτι ἀπομονωμένο καί ξεκομμένο ἀπό ὅ,τι προηγήθηκε στήν ἱστορία, ἀλλ᾽ ὡς τό τέλος μίας πορείας γεγονότων καί ὡς τήν ἐκπλήρωση πολλῶν προφητειῶν.

β. 1. Ἡ προηγουμένη Κυριακή τῶν Προπατόρων τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ τόνισε ὅτι ὁ ἐρχομός ἀκριβῶς Αὐτοῦ φανέρωσε τούς Προπάτορες ὡς ὄργανά Του γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου: μέ ᾽Εκεῖνον ἀπεκαλύφθη ὅτι ἡ ζωή τους προετοίμαζε τόν δρόμο τοῦ Μεσσία. Στή σημερινή Κυριακή τονίζεται μέ ἰδιαίτερα ἔντονο τρόπο τό βασικό γνώρισμα πού εἶχαν γιά νά μποροῦν νά λειτουργοῦν ὡς ὄργανά Του: τήν πίστη στόν Θεό μέ τήν ἔννοια τῆς ἐμπιστοσύνης τους σ᾽ ᾽Εκεῖνον καί τούς λόγους Του.

2. Κι ἄν ὁ ἀπόστολος Παῦλος μνημονεύει ὅλους τούς Προπάτορες λέγοντας ὅτι ῾ἐμαρτυρήθησαν διά τῆς πίστεως᾽, ἐγκωμιάστηκαν δηλαδή γιά τήν πίστη τους, πιό πολύ μνημονεύει τόν Γενάρχη τῶν ῾Εβραίων καί Γενάρχη ὅλων τῶν πιστῶν, τόν ᾽Αβραάμ. Διότι στό πρόσωπο αὐτοῦ φαίνεται ἡ ἔκταση τῆς ἀληθινῆς πίστεως, τό ὕψος καί τό βάθος της. Γιά παράδειγμα: ὅταν κλήθηκε ἀπό τόν Θεό νά ἐγκαταλείψει τήν πατρίδα του γιά μία ξένη χώρα, ὅταν πίστεψε ὅτι ἡ γυναίκα του παρ᾽ ὅλη τήν ἡλικία καί τή στειρότητά της θά γεννήσει υἱό, ὅταν κλήθηκε – πάνω ἀπό ὅλα – νά θυσιάσει τό μονάκριβο παιδί του. ῾Η πίστη του στόν Θεό δηλαδή ἦταν τέτοια πού τόν ἔκανε νά ξεπερνᾶ τίς ὅποιες ἀνασφάλειές του, τήν ἴδια τή λογική του, τά πιό ἰσχυρά συναισθήματά του.

3. Κι ἀκριβῶς οἱ στίχοι μέ τούς ὁποίους ξεκινήσαμε μᾶς ἐξηγοῦν τόν παράδοξο αὐτόν καί ὑπερφυσικό τρόπο ζωῆς, ὁ ὁποῖος βασιζόταν στήν πίστη στόν Θεό: τήν ὕπαρξή του δέν τήν ἐξαρτοῦσε ἀπό τόν κόσμο, ἀλλά ἀπό τόν ἴδιο τον Θεό. Κι αὐτό γιατί εἶχε ἀποδεχθεῖ ὅτι ἡ ὅποια χώρα καί ἡ ὅποια γῆ, στό βάθος εἶναι ξένη, ἀφοῦ εἶναι προσωρινή. ῾Η μόνη ἀληθινή καί μόνιμη, ἡ μόνη πού ἔχει θεμέλια εἶναι αὐτή πού ἔχει ἑτοιμάσει ὁ Θεός, ἀφοῦ ποτέ σ᾽ αὐτήν δέν θά ὑπάρξει τέλος.

4. ῎Ετσι μέ τόν ᾽Αβραάμ παρατηρεῖται μία ἀντίστροφη κατάσταση ἀπό αὐτή πού συνήθως βλέπουμε στόν κόσμο: ὁ πιστός ριζώνει στόν Οὐρανό - ἐκεῖ ἔχει τά θεμέλιά του -, ὁπότε ὅ,τι κοσμικό καί ἐπίγειο  θεωρεῖται δευτερεῦον ὡς παρερχόμενο, ἐνῶ ὁ ἄπιστος ἤ ὀλιγόπιστος ριζώνει στόν κόσμο τοῦτο καί παραθεωρεῖ τόν Οὐρανό. Μέ ἀποτέλεσμα βεβαίως ὁ ἄπιστος νά παλεύει καί νά ἀγωνίζεται καί νά ἄγχεται γιά ὅ,τι φιλήδονο ἤ φιλόδοξο ἤ φιλάργυρο, κάτι πού προκαλεῖ πάντοτε στενοχώριες καί πολέμους μέ τό συνωδό σ᾽ αὐτά στοιχεῖο τοῦ τρόμου τοῦ θανάτου, ἐνῶ ὁ πιστός νά ἔχει ὡς κύριο μέλημά του τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, κάτι πού φέρνει πάντοτε εἰρήνη στήν ψυχή καί γαλήνη στή συνείδηση.

γ. ῾Η πίστη αὐτή τοῦ ᾽Αβραάμ καί τῶν Προπατόρων δέν ἦταν ἀσφαλῶς μία παραξενιά ἤ μία  ἰδιορρυθμία τους. ῾Η πίστη τους θεωρεῖται πρότυπο καί ὅριο γιά ἐμᾶς. ῎Ηδη ὁ ἀπόστολος Παῦλος θά μᾶς προτρέψει μέ βάση αὐτήν ὅτι ῾οὐκ ἔχομεν μένουσαν πόλιν, ἀλλά τήν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν᾽. Διότι ῾παράγει τό σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου᾽. ῎Αλλωστε μόνο μέ αὐτήν μποροῦμε νά κατανοήσουμε τά Χριστούγεννα, διότι αὐτήν τήν πίστη ἔφερε ὁ Χριστός. Οἱ ἅγιοι Προπάτορες μᾶς τήν ὑποδεικνύουν καί μᾶς προσανατολίζουν πρός αὐτήν, ἀποκαλύπτοντας ταυτοχρόνως τόν σωτηριώδη χαρακτήρα της.