Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΧΟΛΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΧΟΛΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2025

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ... ΜΑΚΡΟΖΩΪΑΣ

 

Δεν είναι η μακροζωία βεβαίως η προοπτική και ο στόχος ενός πιστού χριστιανού – αυτό συνιστούσε και συνιστά προοπτική ανθρώπου που έχει εξολοκλήρου δέσει την ύπαρξή του με τον κόσμο αυτόν τον παρερχόμενο. Όμως και ο πιστός επιζητεί τη μακροζωία, αφενός γιατί αναγνωρίζει ότι η ζωή αποτελεί δώρο του ίδιου του Δημιουργού, καθώς ψαύει τις ενέργειές Του στα πάντα, όπως και στον ίδιο τον εαυτό του, την ψυχή και το σώμα του, και αφετέρου γιατί αγωνίζεται αδιάκοπα στον αγώνα της μετανοίας, την οποία βλέπει ότι δεν μπορεί να την κατορθώσει στην πληρότητά της όσο χρόνο και καιρό κι αν έχει. Θυμάται κανείς τον όσιο αββά του Γεροντικού που έκλαιγε έστω και στο τέλος της ζωής του, ζητώντας περισσότερο χρόνο από τον Κύριο για να ολοκληρώσει τη μετάνοιά του. Η μετάνοια άλλωστε δεν είναι ο σκοπός για τον οποίο ο Κύριος παρατείνει την παραμονή μας στον κόσμο τούτο;  «Έδωσα χρόνο στον άνθρωπο για να μετανοήσει» λέει το Πνεύμα του Θεού στην Αποκάλυψη του Ιωάννου. Λοιπόν, θέλουμε τον χρόνο και την παράταση της ζωής, για να μπορούμε να βαθαίνουμε αδιάκοπα τη σχέση μας με τον Κύριο. Κι αυτό σημαίνει ότι ήδη ανοίγουμε τις προοπτικές της βιώσεως της αιώνιας ζωής και μέσα στον παρερχόμενο και φθειρόμενο τούτον κόσμο.

Και να, μερικές πράγματι σοφές συμβουλές:

- Να τρώμε το μισό από όσο ίσως θα θέλαμε να φάμε – μία άσκηση εγκρατείας που προβάλλει η Εκκλησία μας ιδίως με τη νηστεία που καθορίζει, ανεξάρτητα από τη νηστεία της ποιότητας των τροφών τις εποχές των Νηστειών. Γιατί και η ιατρική το τονίζει κατά κόρον: ο κόρος και η πλήρωση του στομάχου με τα φαγητά είναι ό,τι χειρότερο για την υγεία του ανθρώπου.

- Να περπατάμε διπλά από όσο ίσως περπατάμε καθημερινά, με την έννοια ότι η σωματική άσκηση είναι αυτή που ασκεί μεν το σώμα, αλλά και την ψυχή, γιατί ο άνθρωπος κινητοποιούμενος έτσι αντιμετωπίζει τη φθοροποιό κατάσταση της ακινησίας ως αργίας και τεμπελιάς. Δεν είναι τυχαίο ότι ο απόστολος Παύλος σημειώνει πως «υποπιάζει» το σώμα του προκειμένου να το έχει σε ετοιμότητα διακονίας του συνανθρώπου του, αλλά και υπακοής στο θέλημα του Θεού. Χωρίς την άσκηση αυτή θα φανώ, λέει, αδόκιμος στην πίστη μου. Το βλέπουμε και στους ασκητές και μοναχούς και όχι μόνο: καθημερινώς ασκούν το σώμα τους όχι μόνο με τη νηστεία, αλλά και με τη σωματική κινητοποίηση μέσα από τις μετάνοιες, μικρές και ιδίως μεγάλες. Και η ιατρική βεβαίως κατεξοχήν μας προειδοποιεί: άνθρωπος, ανεξάρτητα από τα πιστεύω του, που δεν κινείται και δεν ασκείται, που δεν περπατάει το λιγότερο, με μαθηματική ακρίβεια θα αναπτύξει πολλές ασθένειες, όχι μόνο σωματικής φύσεως αλλά και ψυχικής.

- Να γελάμε τριπλά. Να αγωνιζόμαστε δηλαδή να βρισκόμαστε σε κατάσταση ψυχικής ευφορίας, σε κατάσταση που γελά ιδίως η ψυχή μας, γεγονός που σημαίνει ότι πρέπει να φροντίζουμε την εσωτερική κατάσταση της καρδιάς μας. Γιατί το γέλιο ως ευφρόσυνη διάθεση αναφέρεται στην καρδιά του ανθρώπου και όχι βεβαίως σε μία εξωτερική σύσπαση μόνο των μυώνων του προσώπου του. Οπότε, χρειάζεται να διαφυλάσσει κανείς την καρδιά του από ό,τι της προκαλεί θλίψη και στενοχώρια, που θα πει να τη διαφυλάσσει από την πηγή της θλίψης που είναι η αμαρτία. «Διά της αμαρτίας ο θάνατος» αποκαλύπτει ο λόγος του Θεού, γι’ αυτό και κάθε πιστός εν επιγνώσει εκεί ρίχνει το βάρος της πνευματικής του ζωής: να κρατάει την κάθε ημέρα του όσο μπορεί αναμάρτητη, για να μπορεί να διακρατεί τη χάρη του Θεού που είναι ταυτοχρόνως και χαρά. Στην περίπτωση αυτή όχι μόνο ο άνθρωπος γελά τριπλά, αλλά πολλαπλά και έτι πλέον, έστω κι αν οι εξωτερικές συνθήκες της ζωής του είναι συχνά οδυνηρές.

- Κι ασφαλώς το τελευταίο είναι το κριτήριο: να αγαπάμε ατελείωτα, χωρίς διακοπές, όπως το σημειώνει και πάλι ο απόστολος: «Η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει». Πρόκειται για την αγάπη όπως την δίδαξε και την έδειξε ο ίδιος ο Κύριος, ως ανιδιοτελές άνοιγμα της ψυχής μας σε κάθε συνάνθρωπό μας, στο πρόσωπο του οποίου «διαβάζουμε» τη δική Του παρουσία. «Εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου, εμοί εποιήσατε». Και λέμε ότι η αγάπη συνιστά το κριτήριο, γιατί χωρίς την αγάπη του Χριστού ούτε την καρδιά μας μπορούμε να κρατήσουμε καθαρή, συνεπώς χαρούμενη, ούτε και η όποια άσκησή μας, είτε ως σωματική γυμνασία είτε ως νηστεία, θα έχει το οποιοδήποτε νόημα.

Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2025

ΧΩΡΙΣ ΒΙΑ ΖΩΗ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ!

Καθημερινά πια γινόμαστε μάρτυρες περιστατικών βίας είτε στον χώρο των ενηλίκων είτε δυστυχώς και στον χώρο των ανηλίκων. Δυσανασχετούμε, επαναστατούμε, αγανακτούμε, ψάχνουμε να βρούμε τις αιτίες, επιρρίπτουμε συνήθως τις ευθύνες στην πολιτεία και το κράτος, μας φταίνε συνήθως όλοι και όλα, εκτός «αυτονοήτως» από τον ίδιο τον εαυτό μας! Αλλά εκεί που η είδηση για βία έρχεται με πιο οδυνηρό τρόπο να διαπεράσει ως ξίφος την καρδιά μας είναι στον χώρο των ανηλίκων, όχι μόνο της πρώτης εφηβικής ηλικίας, όπου τα πράγματα εκ των πραγμάτων γίνονται πιο οξυμμένα λόγω των αναταραχών που προξενεί η ίδια αυτή περίοδος της εφηβείας και σωματικά και ψυχολογικά, αλλά και ακόμη πιο κάτω: στα μικρά παιδιά του Δημοτικού Σχολείου, σ’ αυτά που τα βλέπεις και σου ανοίγει η ψυχή, γιατί διακρίνεις τη χάρη που έχει κατά φυσικό τρόπο η άδολη αυτή ηλικία.

Κι όμως! Ακόμη και σ’ αυτά πια ή σε κάποια από αυτά βλέπεις συχνά μία ένταση, ένα πάθος και μία οργή που σε ξαφνιάζει, που σε σοκάρει, γιατί δεν το περιμένεις – κινείσαι ακόμη με τα δεδομένα ίσως παλαιότερων, πιο «ειδυλλιακών» θεωρούμενων εποχών! Οι λέξεις: συμμορία, bulling, περιθωριοποίηση, γρονθοκοπήματα, ακόμη και «μαχαίρια» είναι σε ημερήσια διάταξη. Σχεδόν δεν υπάρχει δελτίο ειδήσεων στην τηλεόραση ή στο ραδιόφωνο που να μην περιλαμβάνει τέτοιου περιεχομένου ρεπορτάζ, τα οποία συνήθως συνοδεύονται και από ανάλογα βίντεο που έχουν τραβηχτεί από άλλα παιδιά που παρακολουθούσαν(;) τις «μάχες»!

Δεν θα έπρεπε όμως τελικά να απορούμε και να χαρακτηρίζουμε παράδοξα τα γεγονότα αυτά. Διότι τα παιδιά και οι νέοι μας πορεύονται συνήθως κατά αντιστοιχία με τον χώρο των μεγάλων. Τι εικόνα ζωής δίνουμε σ’ αυτά οι μεγαλύτεροι στην ηλικία; Την εικόνα ενός συνεχούς πολέμου που τον χαρακτηρίζει η σφοδρή επιθυμία της κυριαρχίας του ενός πάνω στον άλλον και που τον διαπιστώνουμε και μέσα στην οικογένεια και μέσα στους επαγγελματικούς χώρους, αλλά και σε διεθνές επίπεδο στις σχέσεις μεταξύ των χωρών. Πόλεμοι, πόλεμοι, πόλεμοι, απ’ άκρου σε άκρο σχεδόν του πλανήτη μας, με αμείωτη ένταση και με κλιμακούμενη προς τα πάνω σκληρότητα. Και μόλις πάει κάπου να σταματήσει η οδύνη του ενός πολέμου, ευθύς ήδη έχει ξεκινήσει ένας άλλος κάπου αλλού! Και όπως είπαμε: και μέσα στην οικογένεια! Σύζυγοι και σύντροφοι που διαπληκτίζονται, τις περισσότερες φορές μπροστά στα παιδιά τους, εξαγριωμένα πρόσωπα που είναι έτοιμα να κατασπαραχτούν μεταξύ τους, ο πόθος να επιβληθεί ο καθένας στον άλλον – η πιο ισχυρή «παιδαγωγική» για ανάλογη δράση και του παιδιού. Και πράγματι, ό,τι συμβαίνει και διαδραματίζεται στην οικογένεια, ό,τι ακούγεται και λέγεται αυτό και επαναλαμβάνεται από τα παιδιά, τα παιδιά με τις καταπληγωμένες βεβαίως ψυχές που μαθαίνουν από πρώτο χέρι ότι η επιβολή επί του άλλου, του «αντιπάλου», είναι ο μόνος δρόμος για να πορευτεί κανείς στη ζωή του.

Κι ασφαλώς δεν είναι έτσι σε όλες τις οικογένειες. Σε πολλές ή αρκετές όμως είναι, κι αυτό προβαλλόμενο και επαναλαμβανόμενο από τα Μ.Μ.Ε. καθίσταται σχεδόν «κανονικότητα», γίνεται αποδεκτό ως κατάσταση που εντάσσεται στη ζωή μας, λοιπόν δεν θέλει και πολύ για να «σπρώχνει» κυρίως τα παιδιά προς τη συγκεκριμένη αυτή πλευρά αντιμετώπισης των προβλημάτων της ζωής. «Η βία γεννάει τη βία» λέει ένα γνωμικό και όχι άστοχα. Κι ακόμη: ό,τι συνηθίζει κανείς – κι έχει γίνει συνήθειο πια η βία! – καθίσταται δεύτερη φύση του, γίνεται το έτερο εγώ, ο άλλος εαυτός, η βία όπως είπαμε ως «κανονικός» τρόπος ζωής!

Η αιτία της όλης αυτής τραγικότητας είναι προφανής. Είναι η κυριαρχία της αμαρτίας, η κυριαρχία δηλαδή του εγωισμού που κάνει τον άνθρωπο, τον «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού» δημιουργημένο, αντί να λειτουργεί με τον φυσικό τρόπο που ζει ο Πατέρας του Θεός, με την αγάπη δηλαδή αφού «ο Θεός είναι αγάπη», να κινείται διεστραμμένα με τη νοσηρή αγάπη που έχει κέντρο μόνο τον εαυτό του και τα του εαυτού του. Οπότε, πράγματι ό,τι δεν εξυπηρετεί τον άρρωστο εαυτό του θέλει να το κάνει πέρα, να το υποτάξει, να το καταστρέψει. Κι από την άποψη αυτή η θεραπεία είναι μονόδρομος: να μάθει ο άνθρωπος, έμπρακτα όμως με το βίωμά του, να εγκαταλείπει τη νοσηρότητά του για να βρίσκεται εκεί που είναι η υγεία του, ο αληθινός εαυτός του, γεγονός που τον παραπέμπει στο άγιο θέλημα του Θεού. Διότι σ’ αυτό οδηγεί το θέλημα του Θεού: στην υγεία και την αποκατάσταση του ανθρώπου, στην ανάδειξή του στην ομορφιά της απαρχής κτιστότητάς του.

Η εγκατάλειψη όμως της νοσηρότητας που έχει γίνει δεύτερη φύση και «κανονικότητα» δεν είναι κάτι εύκολο. Απαιτεί «αιματηρό» αγώνα, τον αγώνα της απάρνησης του εαυτού και της άρσης ενός σταυρού – ό,τι ο Κύριος προέτρεψε: «Όποιος θέλει να με ακολουθήσει ας απαρνηθεί τον (αμαρτωλό) εαυτό του, ας σηκώνει τον σταυρό του (της υπομονής και της αγάπης) και ας με ακολουθεί». Μόνο με την ταύτιση αυτή προς τον Κύριο ως ακολουθία Του, που αποτελεί και τη μεγαλύτερη δύναμη που υπάρχει γιατί ενισχύεται από την ίδια τη χάρη Εκείνου εν Εκκλησία, ο άνθρωπος καθίσταται ικανός να απεμπλακεί και να αποκολληθεί από την προσκόλληση προς το κακό και το πονηρό.

 Από την άποψη αυτή η ορθή κανονικότητα, η υγεία η πραγματική του ανθρώπου, το να βρίσκεται στη θέση του υιού προς τον Πατέρα του Θεό, προϋποθέτει μία διαρκή και αδιάκοπη βία. Βία ακριβώς προς τον διεστραμμένο εαυτό. Για να αποκτήσει την απλότητα και την ευθύτητά του, να «ισιώσει» για να πορεύεται τις «ευθείες οδούς» του Κυρίου συντονισμένος με Αυτόν. Δεν είναι τυχαίο ότι όλοι οι άγιοί μας θεωρούν ότι το αγωνιστικό αυτό στοιχείο αποτελεί τη βάση του κατά Χριστόν πνευματικού αγώνα, δεν υπάρχει δηλαδή περίπτωση να είναι κανείς χριστιανός χωρίς άσκηση βίας απέναντι στον… εαυτό του! «Η βασιλεία του Θεού βιάζεται» είπε άλλωστε ο Κύριος «και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν». Κάτοικοι του Παραδείσου είναι και θα είναι μόνο… «βιασταί» του είδους αυτού. Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, ο μέγας αυτός ασκητικός διδάσκαλος, εξέφρασε την αλήθεια αυτή με μία φράση: Τι είναι ο μοναχός, αλλά και κάθε χριστιανός; «Βία φύσεως διηνεκής»!

Λοιπόν, όντως: «ζωή χωρίς βία δεν υπάρχει»!

Πέμπτη 4 Ιουλίου 2024

«ΦΟΒΑΜΑΙ ΤΗ ΜΕΡΑ…»

«Φοβάμαι τη μέρα που η τεχνολογία θα ξεπεράσει την ανθρώπινη επαφή… Ο κόσμος θα αποκτήσει μια ολόκληρη γενιά ηλιθίων… (Αλβέρτος Αϊνστάιν).

Δεν γνωρίζω αν το λόγιο αποδίδει επακριβώς τη σκέψη του μεγάλου σοφού της νεώτερης εποχής, μολονότι οι καταγεγραμμένοι στοχασμοί του συγκλίνουν προς μία τέτοια κατεύθυνση. Σημασία έχει πάντως ότι μία τόσο μικρή φράση περικλείει μεγάλες και σπουδαίες αλήθειες.

1. Η τεχνολογία διαρκώς και εξελίσσεται, κάνοντας τον άνθρωπο να επιλύει όντως πολλά από τα προβλήματά του τα σχετιζόμενα με την επί γης επιβίωσή του και δίνοντας λύση εκεί που παλαιότερα βρισκόταν σε αδιέξοδο. Ιδιαιτέρως στην εποχή μας με την ανάπτυξη της τεχνητής λεγόμενης νοημοσύνης η εξέλιξη προχωράει με ρυθμούς καταιγιστικούς. Άκουσα φίλο σπουδαίο φυσικό επιστήμονα που έχει ασχοληθεί με τον τομέα αυτόν ότι μία ομιλία που είχε κάνει ακριβώς στο αντικείμενο της τεχνητής νοημοσύνης προ ελαχίστων μόλις μηνών θεωρήθηκε από τον ίδιο εντελώς παρωχημένη όταν του ζήτησαν να την επαναλάβει κάπου αλλού - τα περισσότερα στοιχεία της είχαν ήδη ξεπεραστεί. «Η εξέλιξη των υπολογιστών», είπε συγκεκριμένα, «ανά πενταετία αυξάνει κατά χίλιες περίπου φορές, ενώ διαρκώς και επιταχύνεται η εξέλιξη αυτή κατά γεωμετρική πρόοδο».

2. Μπροστά στην εξέλιξη αυτή των μηχανών που είναι καρπός βεβαίως της ανθρώπινης σκέψης, ο άνθρωπος αρχίζει και προβληματίζεται. Ο φόβος αρχίζει να τον καταλαμβάνει – ήδη οι παραιτήσεις πρωτεργατών της τεχνητής νοημοσύνης συνηγορούν επ’ αυτού -, διότι, για να συνεχίσουμε όσα ο παραπάνω επιστήμονας σημείωσε, έχουν ενταχθεί τέτοια προγράμματα στους υπολογιστές, ώστε να μπορούν και μόνοι τους να συνεργάζονται και να επεκτείνονται στις γνώσεις τους, σε βαθμό που οι ίδιοι οι «κατασκευαστές» και δημιουργοί να μη ξέρουν τι ακριβώς γνωρίζουν οι υπολογιστές. Φόβος μπροστά στο «δημιούργημά» τους, το οποίο καθίσταται πια «μυστηριώδες» και ίσως απρόβλεπτο.

Ο φόβος όμως για τον μεγάλο Αϊνστάιν πάει πέραν του φυσιολογικού φόβου της εξέλιξης καθ’ αυτήν της τεχνολογίας. Βλέπει τις ανθρωπολογικές προεκτάσεις που προκαλούν τον μεγαλύτερο φόβο: να χαθεί η ανθρώπινη επαφή. Διότι κατ’ αυτόν η τεχνολογία, και γενικότερα η επιστήμη, υπάρχει και υφίσταται προς εξυπηρέτηση του ίδιου του ανθρώπου. Ο άνθρωπος συνιστά το «ζητούμενο» για τον σπουδαίο επιστήμονα και η κοινωνία και η ενότητα των ανθρώπων προφανώς καταξιώνει την όποια τεχνολογική πρόοδο. Δυστυχώς έζησε για να δει το ακριβώς αντίθετο, και μέσα από τις δικές του έρευνες και επιστημονικές ενοράσεις: να χρησιμοποιηθούν τα αποτελέσματα των επιστημονικών του πορισμάτων προς κατασκευή της ατομικής βόμβας, δηλαδή προς καταστροφή των ανθρώπων. Λέγεται ότι μετάνιωσε για ό,τι υπήρξε καρπός των ερευνών του και του διεισδυτικού κοσμικού στοχασμού του.

3. Είναι όντως λοιπόν πρόοδος η τεχνολογική εξέλιξη; Αξίζει δηλαδή να προχωράει ο άνθρωπος στην κατάκτηση του κόσμου δημιουργώντας συνθήκες ανασφάλειας και φόβου στον εσωτερικό του κόσμο; Η επιστημονική και όχι μόνο κοινότητα σήμερα στέκεται αναποφάσιστη: ο προβληματισμός είναι έντονος. Για άλλους η εξέλιξη ιδίως της τεχνητής νοημοσύνης ανοίγει τη θύρα για έναν «παράδεισο». Για άλλους η εξέλιξη αυτή έχει οδηγήσει στο «χείλος του γκρεμού». Κι είναι αυτονόητο ότι η απάντηση βρίσκεται στις αξίες πάνω στις οποίες «πατάει» ο άνθρωπος, ο «δημιουργός» όλης αυτής της καταστάσεως. Κι οι αξίες δεν μπορεί να είναι διαφορετικές από αυτές που έχει αποκαλύψει ο κατεξοχήν Δημιουργός, ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Πώς αποκαλύπτεται στη δημιουργία Του ο Κύριος; Γεμάτος αγάπη και σεβασμό απέναντί της. Το κάθε τι που έφτιαξε αποτυπώνει την αγάπη και το βάθος της ταπείνωσής Του, που σημαίνει ότι γίνεται το κάθε δημιούργημα κραυγή δοξολογίας προς Αυτόν. «Οι ουρανοί διηγούνται δόξαν Θεού, ποίησιν δε χρειών Αυτού αναγγέλλει το στερέωμα».

Παρομοίως θα έπρεπε να κινείται και ο άνθρωπος «δημιουργός». Τα δημιουργήματά του θα έπρεπε να συντείνουν αποκλειστικά και μόνον στην εξυπηρέτηση εκείνου ως βάθεμα των σχέσεών του με τον συνάνθρωπο, ώστε από κοινού να δοξολογείται τελικώς ο πρώτος Δημιουργός. Αυτό δεν υπονοεί και ο Αϊνστάιν; Η ανθρώπινη επαφή ήταν και γι’ αυτόν το τελικό ζητούμενο, όπως είπαμε, αλλά που φοβάται ότι αυτό αποτελεί μία ουτοπία. Και ποια η αιτία που υποκρύπτεται; Ο εγωισμός του ανθρώπου, η κρυμμένη ή η φανερή αμαρτία του που κάθε τι όμορφο και ωραίο το διαστρεβλώνει ώστε να εξυπηρετούνται μόνο τα στρεβλά πάθη των λίγων εις βάρος των πολλών και αδυνάτων. Είναι «ηλιθιότητα», αποφαίνεται ο μεγάλος σοφός. Γιατί ο άνθρωπος σαφώς αυτοκαταργείται και μαζί με αυτόν και ό,τι πάει να δημιουργήσει.

Το ιστορικό παράδειγμα έρχεται από τα βάθη των αιώνων: ο πύργος της Βαβέλ. Τεχνολογική πρόοδο είχαμε κι εκεί. Με υπόβαθρο τον ανθρώπινο εγωισμό, την επιθυμία της ισοθεḯας. Και το αποτέλεσμα; Η καταστροφή! Η «βαβυλωνία» ως κατάργηση της ανθρώπινης κοινωνίας και επικοινωνίας, ο χωρισμός και η αντιπαλότητα.

Μακάρι ο Κύριος να μας φυλάξει από το κατάντημα αυτό, που δυστυχώς όμως έρχεται με τεράστια βήματα και με κραυγές αλαλαγμού!    

Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου 2021

ΑΝΟΡΘΩΣΗ...

«Γύναι, απολέλυσαι της ασθενείας σου» (Γυναίκα, απαλλάσσεσαι από την αρρώστια σου) (ο Κύριος).

Είχε απευθυνθεί παντού – δεν υπήρχε γιατρός της εποχής, που να μην πήγε και να μην τον χρυσοπλήρωσε∙ δεν υπήρχε πόρτα που να μην είχε κτυπήσει, πιστεύοντας ότι κάποιο φάρμακο θα της δώσουν: βότανα, ματζούνια, ξόρκια ίσως∙ δεν υπήρχε προσευχή που να μην είχε κάνει – αλλ’ όλα εις μάτην. Το χώμα, τα σανδάλια των άλλων, το κράσπεδο των ιματίων τους ήταν ο μόνιμος ορίζοντάς της! Δεκαοχτώ ολόκληρα χρόνια σκυμμένη κάτω, γιατί δεν μπορούσε καθόλου να σηκωθεί - εντελώς, «εις το παντελές». Κι έρχεται για μία ακόμη φορά στον τόπο της προσευχής – εκεί που κάθε απελπισμένος λαχταράει να βρει τη λύση και τη διέξοδο, εκεί που η καρδιά, η κουρασμένη και απαυδισμένη, διψάει να βρει τ’ αποκούμπι της! Εκεί που μπορεί ίσως να προκαλέσει την επέμβαση του απόλυτου Άλλου, αλλά και μόνου απολύτως γνωστού: του Θεού Πατέρα!

Σήμερα μάλιστα είχε θεριεμένη την ελπίδα της. Είχε ακούσει πως ο Δάσκαλος, ο Ιησούς, ο θεραπευτής θα είναι και πάλι εκεί. Στη Συναγωγή. Στον τόπο που συνήθιζε να πηγαίνει – έψαχνε ανθρώπους απελπισμένους που κραυγάζουν τη βοήθεια του Θεού, έτσι της είπανε. Και Τον είδε. Και τον άκουσε. Και η καρδιά της παρηγορήθηκε. Γιατί ένιωσε πως Αυτός έχει εξουσία στην καρδιά της – γι’ αυτήν μίλησε: για τους ασθενείς και τους ταλαιπωρημένους ανθρώπους, για τους απελπισμένους που δεν έχουν κανένα πραγματικό αποκούμπι στη ζωή. «Ελάτε κοντά μου όλοι οι κουρασμένοι και οι φορτωμένοι της ζωής και εγώ θα σας αναπαύσω»!

«Θεέ μου, Κύριέ μου, την ανάπαυση κι εγώ ζητάω. Να μπορώ να περπατάω σαν άνθρωπος και όχι σαν ζώο. Να βλέπω τους ανθρώπους στο πρόσωπο, εκεί που στα μάτια τους βλέπεις την ίδια την ψυχή τους. Να βλέπω τον ουρανό και τις εναλλαγές του, να χαίρομαι τη δημιουργία Σου – ό,τι πιο «απλό» και «δεδομένο». Πόσο τα απλά και δεδομένα της ζωής γίνονται κάποια στιγμή τα πιο δύσκολα! Νιώθει να μουσκεύει το έδαφος που πατάει – ευτυχώς, έτσι σκυμμένη δεν την βλέπουν οι άλλοι, δεν θέλει να τη λυπούνται.

Μα, τι συμβαίνει; Γιατί αισθάνεται χωρίς να το βλέπει ότι όλοι έστρεψαν το βλέμμα τους πάνω της; Γιατί ακούγεται το σούρσιμο των ποδιών σαν να μαζεύονται για να περάσει κάποιος; Είναι Εκείνος μπροστά της! Βλέπει τα πόδια Του και... τρέμοντας νιώθει τα χέρια Του ν’ ακουμπούν την πλάτη και το κεφάλι της – αδυνατεί να το πιστέψει. Κι αμέσως σαν να τη διαπερνά δύναμη και μία περίεργη αλλά τόσο ευχάριστη δροσιά στην ψυχή και στο σώμα της.  Ακούει πια τη φωνή Του, σ’ αυτήν απευθύνεται: «Γυναίκα, πάει η αρρώστια σου, έφυγε. Θεραπεύτηκες». Κάνει την αυτονόητη για όλους κίνηση, την απαγορευμένη όμως τόσα χρόνια σ’ εκείνην: να ανασηκωθεί, να σταθεί όρθια. Όχι, δεν διστάζει: το είπε Εκείνος! Το κορμί της ισιώνει. Μπορεί να σταθεί όρθια – σαν να σβήστηκαν όλα τα χρόνια τα σκυφτά.

Κι αντικρύζει το βλέμμα Του, το βλέμμα που δεν θα ξεχάσει ποτέ πια μέχρι τα στερνά της: γεμάτο αγάπη, γεμάτο πραότητα και γαλήνη, γεμάτο πατρική και μητρική στοργή. Σαν αστραπή ο νους της πέταξε στην παιδική της ηλικία, τότε που οι γονείς της την έπαιρναν στην αγκαλιά τους, την φιλούσαν, την κανάκευαν – πώς τα μάτια του Ιησού της θύμισαν τα μάτια του πατέρα της που της είχε τέτοια αδυναμία που τον παρατηρούσε κι η ίδια η μάνα της. Μα τούτο το βλέμμα Αυτού του Δασκάλου είχε κάτι ακόμη πιο βαθύ και πιο γνώριμο κι απ’ του πατέρα της, κάτι που χάιδευε την καρδιά της χωρίς να μπορεί να το προσδιορίσει.

Μα, τι κάνει; Δεν πρέπει τώρα που σηκώθηκε και πάλι να ξαναπέσει. Το κάνει όμως! Τα γόνατά της δεν αντέχουν από τη χαρά και τη συγκίνηση – γονατίζει από το θάμβος μέσα στο οποίο βρίσκεται, από το θαύμα που ζει! Ξεσπάει σε λυγμούς, ευχαριστεί Εκείνον που της δώρισε και πάλι ανθρώπινη ζωή, δοξολογεί τον Θεό. Και μαζί της βλέπει πια να ξεσπούν σε δάκρυα και όλοι οι συγκεντρωμένοι – το βλέμμα όλων πηγαίνει μια σ’ εκείνην και μια στον Ιησού, τον Πατέρα, την ελπίδα τους. Γιατί όλοι ξέρουν ότι το ίδιο θα έκανε και για τον καθένα ξεχωριστά. Γιατί καταλαβαίνουν ότι ο καθένας τους είναι ξεχωριστός για Εκείνον. «Για σένα ήλθα!» ακούνε όλοι στην καρδιά τους τον γλυκό ψίθυρο της φωνής Του!  

Κυριακή 7 Νοεμβρίου 2021

ΘΕΛΗΜΑΤΑΡΗΔΕΣ...

Είναι πολύ τραγική και θλιβερή η διαπίστωση από δημοσκόπηση που διενεργήθηκε προ ημερών σχετικά με το θέμα των εμβολιασμών: ένα ποσοστό συμπατριωτών μας, κι αρκετά μεγάλο μάλιστα, ομολογεί ότι δεν πρόκειται ποτέ να προβεί σε εμβολιασμό, διότι δεν υπάρχει περίπτωση κάποιος να τους πείσει για την αναγκαιότητά του και να τους αλλάξει γνώμη! Όπως αφήνουν να εννοηθεί, και ο Θεός ο ίδιος να τους το πρότεινε, εκείνοι και πάλι θα επέλεγαν την άρνηση!

Δεν μας ενδιαφέρει εν προκειμένω το θέμα του εμβολίου – δεν είναι αυτό το ζητούμενο τώρα για μας, μολονότι η άρνηση εκφράζει μία περίεργη και παράδοξη στάση κοινωνικής ευθύνης, μάλλον δεν υφίσταται καθόλου αυτή. Αυτό που ενδιαφέρει και μας ανησυχεί περισσότερο είναι ακριβώς η εξ ορισμού άρνηση, η δήλωση ότι δεν πρόκειται ποτέ να πειστούν από κανέναν, έστω κι αν αυτοί που τους πληροφορούν είναι ειδικοί επιστήμονες, καταξιωμένοι στον χώρο τους, άνθρωποι κοινής αποδοχής και παγκοσμίου εμβέλειας. Κι αυτό σημαίνει ότι οι συγκεκριμένοι συμπατριώτες μας, μη αφήνοντας καμία ρωγμή για να δεχτούν κάτι άλλο πέρα από τη σκέψη και τη δική τους αντίληψη, για θέμα μάλιστα για το οποίο οι ίδιοι δεν είναι ειδικοί, παρουσιάζονται ως άνθρωποι «μπετόν-αρμέ», παγιωμένοι και θεμελιωμένοι αποκλειστικά και μόνο στο δικό τους θέλημα - οι λεγόμενοι «θεληματάρηδες» που στην πνευματική ασκητική ζωή της Εκκλησίας θεωρούνται ότι αδυνατούν να γευτούν έστω και επ’ ελάχιστον τη χάρη του Θεού, γιατί αυτή προϋποθέτει φρόνημα ταπείνωσης και υπακοής, δηλαδή φρόνημα να αφήσεις κατά μέρος το δικό σου και την άποψή σου και να υποταχτείς στο θέλημα του Θεού ή και στο θέλημα εν αγάπη του συνανθρώπου σου.

Οπότε, πίσω από την «τσιμεντένια» άρνηση των συγκεκριμένων ανθρώπων υποκρύπτεται απ’ ό,τι φαίνεται μία αντιδραστικότητα όχι μόνο κατά των εμβολίων, αλλά γενικότερα και κατά οποιασδήποτε άλλης γνώμης πέραν της δικής τους. Όταν κάποιος είναι προσανατολισμένος μόνο στο «έτσι μ’ αρέσει και δεν πάει να χαλάσει ο κόσμος», τότε εκεί σηκώνεις τα χέρια, γιατί ουσιαστικά έχει καταργηθεί κάθε λογική. Στην περίπτωση αυτή λειτουργούν άλλες δυνάμεις, σκοτεινές και άλογες, πάντως όχι λογικές, κι ίσως έχει δίκιο ιταλός ψυχίατρος που προ καιρού μπροστά στο φαινόμενο αυτό – που δεν είναι μόνο ελληνικό - πρότεινε όχι την πειθώ αλλά την κατανόηση του ψυχολογικού προφίλ της ομάδας αυτής των συνανθρώπων μας. Δεν είναι τυχαίο ότι ένας από τους σπουδαιότερους και σοφότερους ανθρώπους της εποχής μας, ο άγιος Αλβανίας Αναστάσιος, έλεγε επ’ αυτού μήνες πριν: «υπάρχουν κάποιοι συνάνθρωποί μας που πάσχουν από μία βαριά ψυχική νόσο που εκφράζεται με το αρχαιοελληνικό ρητό “ου με πείσεις καν με πείσης”».

Θυμίζει μάλιστα η περίπτωση των «θεληματάρηδων» αυτών – μέσα στους οποίους ίσως πρέπει κατά καιρούς να εντάσσουμε και τους εαυτούς μας, όταν μας καταλαμβάνει το πείσμα για επιβολή των δικών μας μόνο θέλω – και τον ασκητή εκείνο της ιεράς Μονής αγίου Παντελεήμονος του Όρους που μνημόνευε ο άγιος Σιλουανός του Άθω, ο οποίος μετά σαράντα χρόνια ασκητικής και «πνευματικής χριστιανικής» θεωρούμενης ζωής δεν μπορούσε να απεμπλακεί  από το δικό του θέλημα. Κι ήταν το αποδεικτικό στοιχείο που έκανε τον διακριτικό άγιο Σιλουανό να αμφισβητεί «όραμα» της Παναγίας που είχε δεχτεί τάχα ο συγκεκριμένος μοναχός. «Πάτερ μου, σε σένα αποκλείεται να έχει εμφανιστεί η Παναγία. Διότι Εκείνη έχει φρόνημα υπακοής, ενώ εσύ δουλεύεις στο δικό σου θέλημα». Κι όταν έψαξε λίγο περισσότερο τα πράγματα ο άγιος, δέχτηκε την εξομολόγηση του γέροντα ασκητή ότι έτσι έμαθε από μικρός από τη μητέρα του. «Εκείνη μου έλεγε πάντοτε να κάνω αυτό που αρέσει σε μένα και να μην ακούω κανέναν»! Συγκλονιστική πράγματι περίπτωση: ό,τι έμαθε από μικρός δεν μπόρεσε να σβήσει μετά από σαράντα χρόνια ασκητικής, εν υπακοή εννοείται, ζωής!  

Λοιπόν, οι θεληματάρηδες αποκαλύπτουν το λιγότερο μία προβληματική ψυχική κατάσταση, φανερώνουν μία ανύπαρκτη πνευματική ζωή, εκφράζουν έναν εγωισμό και μία αντικοινωνικότητα που χρήζει συμπάθειας, ενώ ασφαλώς για τους χριστιανούς η κατάστασή τους απαιτεί τη δική τους έμπονη εν αγάπη προσευχή – μη τυχόν και τους ελεήσει ο Κύριος, διότι κατά τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος ούτε άνθρωπος αλλ’ ούτε άγγελος δεν μπορεί να τους συνεφέρει! Αυτονόητη βεβαίως και η νήψη και η προσοχή και η εγρήγορση όλων μας, για να αποφεύγουμε «τον βόθυνο» αυτόν, γιατί μάλλον τελικώς εκεί κρύβεται ο ίδιος ο πονηρός!

Τετάρτη 8 Σεπτεμβρίου 2021

"ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΣ, ΞΥΛΟ ΑΠΕΛΕΚΗΤΟ"!

8 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΑΛΕΙΨΗ ΤΟΥ ΑΝΑΛΦΑΒΗΤΙΣΜΟΥ

Πρόκειται για ημέρα που καθιερώθηκε με πρωτοβουλία της UNESCO ήδη από το 1965 με σκοπό βεβαίως να τονιστεί η ανάγκη της μόρφωσης για τον άνθρωπο, ώστε να μπορεί να γίνεται μέτοχος των πολιτιστικών αγαθών της ανθρωπότητας. Κι αυτό σημαίνει ότι πέραν των μέσων του εικοστού αιώνα, δηλαδή ενός αιώνα που η ανθρώπινη γνώση είχε προχωρήσει αλματωδώς σε πολλούς τομείς της επιστήμης – ας θυμηθούμε ότι μόλις λίγα χρόνια μετέπειτα ο άνθρωπος πηγαίνει και στο φεγγάρι! – εκατομμύρια συνανθρώπων μας παγκοσμίως δεν μπορούσαν να διαβάσουν και να γράψουν! Και δυστυχώς αυτό υφίσταται, σε μικρότερο ποσοστό ασφαλώς, ακόμη και σήμερα, ακόμη και για κάποιους στην πατρίδα μας!

Από πλευράς θεολογικής βεβαίως, ο αναλφαβητισμός δεν θεωρείται αναγκαστικό πρόβλημα στη σωτηρία του ανθρώπου! Η σωτηρία ως ζωντανή σχέση με τον Θεό που έφερε ο ενανθρωπήσας Θεός μας, ο Ιησούς Χριστός, δεν απαιτεί γνώση της αλφαβήτα. Υπήρχαν και υπάρχουν άνθρωποι χωρίς γνώση των γραμμάτων και είναι άγιοι, ζουν το θέλημα του Θεού, είναι έτοιμοι να προσφέρουν και τον εαυτό τους για χάρη του συνανθρώπου τους. Όπως υπήρχαν και υπάρχουν άνθρωποι που κυριολεκτικά είναι ανθρωπίνως σοφοί, που αποτελούν «κινητές εγκυκλοπαίδειες» και που το κεφάλι τους χωράει πολλά. Κι όμως τα γράμματα δεν τους βοήθησαν στο να βρουν τον Θεό και δεν έχουν καμία μεταφυσική λεγόμενη ανησυχία! Και δικαίως: η πίστη και η αγάπη δεν περνούν πρωτίστως μέσα από τη λογική και τα γράμματα, αλλά μέσα από την καρδιά. «Αν έχεις καρδιά, μπορείς να σωθείς» λένε οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, οι οποίοι στην πραγματικότητα ακολουθούν τον ίδιο τον Κύριο που τόνισε πως όχι αν μάθουμε γράμματα αλλά «αν Τον αγαπάμε και τηρούμε τις εντολές Του θα Τον δούμε να μας φανερώνεται μέσα μας»!

Παρ’ όλα αυτά! Μπορεί να μην είναι όρος απαραίτητος η μόρφωση  για τη σωτηρία μας, όμως καθίσταται τέτοιος μόλις σκεφτούμε ότι ακόμη και οι αναλφάβητοι πιστοί από τους γραμματισμένους κήρυκες του λόγου του Θεού έμαθαν τα της πίστεως, δηλαδή έμμεσα ομολογείται η αναγκαιότητα των γραμμάτων. Μη ξεχνάμε ότι οι ίδιοι οι απόστολοι του Κυρίου ήταν γνώστες της Παλαιάς Διαθήκης, έστω και απλοί ψαράδες, φωτίστηκαν από το Πνεύμα του Θεού ώστε να κηρύσσουν τον λόγο του Θεού, ήξεραν να γράφουν και μάλιστα να απολογούνται και να εκθέτουν τα της πίστεως με λογικά επιχειρήματα, πολλοί από αυτούς μας άφησαν τα λόγια του Κυρίου ή έγραψαν επιστολές καθοδηγητικές για τους χριστιανούς όλων των αιώνων, ο δε μέγιστος απόστολος Παύλος ήταν τόσο μορφωμένος, όχι μόνο θεολογικά, ώστε να φτάσει στο σημείο ο ηγεμόνας Φήστος, καθώς τον άκουσε απολογούμενο, να πει ότι «τα πολλά γράμματα που ξέρει τον έχουν τρελάνει!»

Από κει και πέρα όλοι γνωρίζουμε το πώς η θεολογία της Εκκλησίας μας αναπτύχθηκε και εμβαθύνθηκε με τους εγγράμματους πιστούς, τους Πατέρες της Εκκλησίας, οι οποίοι, όπως ο Μέγας Αθανάσιος, ο Μέγας  Βασίλειος, ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο ιερός Χρυσόστομος κ.ά.π., όχι μόνο ξέρανε γράμματα, αλλά ξεπερνούσαν σε γνώση επιστημονική και τους περισσοτέρους της εποχής τους. Κι αυτό θα πει ότι τα γράμματα στην Εκκλησία βοηθούν στο «ευ είναι» αυτής, διαφορετικά είναι πολύ εύκολο να «βουλιάξει» αυτή, κατά το ανθρώπινό της εννοείται, λόγω της αγραμματοσύνης σε αιρέσεις και σε δεισιδαιμονίες. Η σκέψη μας εν προκειμένω πέραν άλλων περιπτώσεων πηγαίνει στον μέγα νεομάρτυρα και ισαπόστολο άγιο πατρο-Κοσμά τον Αιτωλό, ο οποίος βγήκε κενωτικά από το μοναστήρι του για να βοηθήσει το σκλαβωμένο έθνος ώστε να λυτρωθεί από την αμάθεια και τη δεισιδαιμονία του! Προτιμούσε αντί Ναών να κτίζονται Σχολεία – τέτοια ήταν η πεποίθησή του για την αξία των γραμμάτων – γιατί καθώς έλεγε «με τα Σχολεία μαθαίνει κανείς τι είναι η Αγία Τριάδα, τι είναι ο Χριστός, τι είναι ο άνθρωπος, τι είναι η ψυχή, τι είναι οι άγγελοι, τι είναι οι δαίμονες». Κι ασφαλώς όλων η εμπειρία επιβεβαιώνει την παραπάνω αλήθεια, αφού δεν υπάρχει χριστιανός που να θέλει ενσυνείδητα να μετέχει στα της Εκκλησίας χωρίς να μελετά την Αγία Γραφή, τους Πατέρες, τα υμνολογικά κείμενά της.

Δεν είναι όμως αναγκαία η μόρφωση για την ανάγκη των πιστών στη σχέση τους μόνο με τον Θεό. Είναι αναγκαία γιατί είμαστε άνθρωποι του κόσμου τούτου που απαιτείται να βλέπουμε τον κόσμο όχι μέσα από την τύφλωση της αγραμματοσύνης μας, αλλά με τα μάτια που διαστέλλονται από την ευλογία της επιστήμης. «Ο Θεός έδωσε επιστήμη στον άνθρωπο» βεβαιώνει η Γραφή, οπότε και από την άποψη αυτή τα γράμματα και η κάθε γνώση, ο ανθρώπινος πολιτισμός γενικά, είναι η αποδοχή του δώρου του Θεού στον άνθρωπο, είναι η συνέργειά του σ’  Εκείνου το χάρισμα για να ζει όσο είναι δυνατόν ανθρώπινα ο άνθρωπος. Άνθρωπος που αρνείται τον πολιτισμό και την επιστήμη, που επιλέγει τον αναλφαβητισμό, είτε για τον ίδιο είτε για τους άλλους, κινείται δυστυχώς από το σκότος των παθών του και φανερώνει ότι γίνεται έρμαιο Δυνάμεων  που έχουν συμφέρον οι άνθρωποι να μη βρίσκονται στο φως. «Άνθρωπος αγράμματος ξύλο απελέκητο» δεν λέει και ο λαός μας;  

Παρασκευή 4 Ιουνίου 2021

4 ΙΟΥΝΙΟΥ: ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΕΠΙΘΕΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ

Πρέπει να δηλώσουμε απαρχής την επιφύλαξή μας: οι ημέρες που διεθνώς από τον Ο.Η.Ε. αφιερώνονται σε άξια μνήμης γεγονότα ή σε κάποιες κοινωνικές αξίες ναι μεν μπορεί να είναι αξιέπαινη ενέργεια, γιατί δείχνει ευαισθησία συνήθως για κακώς κείμενα στον πλανήτη μας, αλλά πέραν τούτο ουδέν – πάντοτε η «ημέρα» θα μένει στο επίπεδο της ευχής και όχι της ώθησης για ουσιαστικές αλλαγές. Κι όταν μάλιστα η αφιέρωση είναι για ό,τι θεωρείται παγκοσμίως ως το ιερότερο και ευγενέστερο υπάρχει: τα παιδιά, την ελπίδα του κόσμου, τη συνέχεια της ζωής, θα πρέπει άραγε να καθιστούμε αυτό ημέρα μνήμης; Δεν είναι αυτονόητο να προστατεύουμε τα παιδιά, να τα καθοδηγούμε ορθά, να τα σεβόμαστε, όπως προσέχουμε ένα μικρό κλαράκι για να γίνει δένδρο;

Βρισκόμαστε όμως σ’ έναν κόσμο πεσμένο στην αμαρτία, που δυστυχώς τα αυτονόητα δεν είναι καθόλου αυτονόητα. Η αμαρτία ως διαγραφή ή περιθωριοποίηση Χριστού του Θεού από τη ζωή του ανθρώπου αλλοιώνει την ψυχή και την καρδιά του, διαστρεβλώνει τη σκέψη του, τον κρατά στο σκοτάδι της άγνοιας, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να έχει σαφή προσανατολισμό – ο άνθρωπος της αμαρτίας, έστω και θεωρούμενος χριστιανός, είναι άνθρωπος χαμένος, «δίχως ταυτότητα πια». Οπότε με τι φως μέσα του, όταν ο νους του είναι τυφλός, μπορεί να δει την αξία που έχει ο άνθρωπος, τη χάρη που περικλείει ένα παιδί, την αποτύπωση του Δημιουργού μέσα σε όλη τη δημιουργία, ακόμη και στο παραμικρότερο χορταράκι; Με ισοπεδωμένες για όλους και όλα αντιλήψεις, με μόνο κίνητρο τα πάθη του, ο άνθρωπος της πονηρίας και αμαρτίας το μόνο που  επιζητεί είναι να κυριαρχεί, να απομυζά τα πάντα προς το συμφέρον του, να αποφεύγει κάθε τι που τον θέτει ίσως σε κίνδυνο. Φοβισμένος και ανασφαλής λειτουργεί ως το θηρίο που πρέπει να επιζήσει κατασπαράσσοντας κάθε πραγματικό ή υποτιθέμενο εχθρό. Ο ψαλμωδός το έχει επισημάνει προ πολλού: «Ο άνθρωπος της αμαρτίας έγινε όμοιος με τα ανόητα κτήνη ακολουθώντας τη δική τους ζωή».

Πού το μεγαλείο ζωής ενός αληθινά πιστού χριστιανού, αλλά ακόμη σ’ έναν βαθμό και καλοπροαίρετου αναζητητή της αλήθειας οποιασδήποτε θρησκείας με ευαίσθητη καρδιά, που το φως του Θεού έχει πλημμυρίσει την ύπαρξή του, ώστε να μπορεί να το διακρίνει σε όλες τις διαστάσεις όπως είπαμε της δημιουργίας; «Εν τω φωτί Σου οψόμεθα φως» μάς λέει διαρκώς ο λόγος του Θεού – φωτισμένοι από τον Θεό μπορούμε και βλέπουμε παντού το φως Του. Οπότε ο πιστός βλέπει τον εαυτό του και τον συνάνθρωπό του όχι επίπεδα, όχι ως αντικείμενα των παθών του, αλλά στο βάθος της αλήθειας τους: ως εικόνες του Θεού που αντανακλούν το μεγαλείο Εκείνου, συνεπώς μ’ έναν σεβασμό που έχει χαρακτήρα θεϊκό. Το ίδιο στέκεται σεβαστικά κι απέναντι στη φύση, γιατί διαβλέπει και πάλι τις ενέργειες του Τριαδικού Θεού – «του Κυρίου η γη και το πλήρωμα αυτής» αναγγέλλει εξίσου ο προφήτης του Θεού. Και το αποκορύφωμα: στέκεται με δέος, με ευλάβεια, σαν να πατά σε έδαφος ιερό, απέναντι στο παιδί, στη νέα ύπαρξη που συνιστά το «ναι» του Θεού για τη συνέχεια της Δημιουργίας Του. Ο ίδιος ο Κύριος μάς έμαθε τη στάση αυτή: «αφήστε τα παιδιά να έρθουν κοντά μου. Γιατί σ’ αυτά ανήκει η Βασιλεία του Θεού». Κι αλλού: «Εάν δεν στραφείτε και δεν γίνετε σαν τα παιδιά, δεν πρόκειται ποτέ να μπείτε στη Βασιλεία του Θεού». Ποιος μεγαλύτερος και σπουδαιότερος ύμνος εξαγγέλθηκε ποτέ για τα παιδιά από ό,τι είπε ο ίδιος ο Δημιουργός του κόσμου και του ανθρώπου; Και βεβαίως ο Κύριος δεν επαίνεσε τα παιδιά απλώς ως παιδιά, αλλά γι’ αυτό που εκφράζουν και ζουν στην ψυχή τους: την αθωότητα και την έλλειψη της πονηρίας, δηλαδή την καθαρή καρδιά τους που μπορεί να αναπαύει τον ίδιο τον Θεό.

Από τη μια λοιπόν ο άνθρωπος της αμαρτίας που τυφλωμένος όχι μόνο δεν βλέπει το μεγαλείο του παιδιού, αλλά το καταδυναστεύει, το εκβιάζει, το χρησιμοποιεί κατά το συμφέρον του – ό,τι φανερώνει την ουσία  της διαστροφής που έχει ως γνώρισμα την εκμετάλλευση του αδύναμου και απροστάτευτου. Κι από την άλλη ο άνθρωπος της πίστεως που αγωνίζεται να αγαπήσει και να σεβαστεί τη χάρη του Θεού, κατεξοχήν ενεργοποιημένη στην καθαρή καρδιά ενός παιδιού και κάθε ανθρώπου που θέλει να μείνει στην ψυχή παιδί, του αγίου.

Και επιλέγουμε έτσι: δεν μπορεί κανείς να διαφοροποιήσει και να ξεχωρίσει την ορθή στάση σεβασμού απέναντι στα παιδιά από τη στάση σεβασμού απέναντι σε κάθε συνάνθρωπό του. Δηλαδή, δεν μπορεί άνθρωπος που δεν σέβεται γενικά τον συνάνθρωπό του, και μάλιστα τον αδύναμο θεωρούμενο όποιος κι αν είναι αυτός, να σεβαστεί μεμονωμένα και «εξειδικευμένα» ένα παιδί. Ο εκμεταλλευτής του όποιου αδύνατου παραμένει εκμεταλλευτής κατεξοχήν του πιο αδύνατου, που είναι το παιδί. Ο Χριστός μπορούσε να αγαπά με απόλυτο τρόπο τα παιδιά, γιατί αγαπούσε με απόλυτο τρόπο και κάθε άνθρωπο.  

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2021

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (20 Φεβρουαρίου)

Η συγκεκριμένη ημέρα, που καθιερώθηκε από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ το 2007, αποτελεί μία ευλογημένη πρόκληση για να υπάρξει παγκοσμίως ευαισθητοποίηση  σε θέματα αδικίας όπου κι αν παρουσιάζονται, όπως «η φτώχεια, η ανεργία και ο κοινωνικός αποκλεισμός, μέσα σε μία ανοιχτή και παγκοσμιοποιημένη κοινωνία», που σημαίνει ότι ο ΟΗΕ ξεκινά με το δεδομένο ότι όχι μόνο στο παρελθόν αλλά και στις ημέρες μας, και κοινωνική αρμονία δεν υφίσταται, αλλά και ισότητα μεταξύ των πολιτών ενός κράτους πολύ συχνά δεν υπάρχει.

Βεβαίως, το θετικό για τον Παγκόσμιο αυτόν Οργανισμό είναι ότι έχει κατανοήσει  πως τα θέματα της κοινωνικής δικαιοσύνης δεν επιλύονται, αν επιλύονται, με ευχολόγια και φιλοσοφικές τοποθετήσεις, αλλά με «διεθνείς δράσεις», (όπως σημειώνεται στο επεξηγηματικό για την καθιέρωση της ημέρας σχόλιο), οι οποίες όμως καθίστανται συχνότατα αναποτελεσματικές λόγω της αντιδράσεως σ’ αυτές είτε αντιλαϊκών ηγεσιών είτε οργανωμένων συμφερόντων μίας χώρας.

Παρ’ όλα αυτά, η επιμονή στην προβολή του αιτήματος για κοινωνική δικαιοσύνη δεν είναι χωρίς νόημα. Πάντοτε πρέπει να προσβλέπουμε στην καλή διάθεση του ανθρώπου, στην ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης, στην πίστη τελικά στη δύναμη των λαών, που όταν «ξυπνούν» μπορούν να επιβάλουν αυτό που θεωρούν δίκαιο για τους πολλούς – οι διάφορες στην ιστορία «κοινωνικές κατακτήσεις» όντως επιβεβαιώνουν την αλήθεια αυτή. Κι αυτό γιατί, όσο κι αν έχει η κακία διαστρεβλώσει τον άνθρωπο, δεν τον έχει κάνει να χάσει μέσα του την έστω ως νοσταλγία και πόθο έννοια της αξιοκρατίας και του ανθρωπισμού. Η αξιοκρατία και ο ανθρωπισμός δεν είναι τα βασικά στηρίγματα του αγαθού που ονομάζεται κοινωνική δικαιοσύνη; Κι αυτά τα νοσταλγεί ή τα ποθεί, όπως είπαμε, κάθε άνθρωπος και κάθε λαός όπου κι αν ζει.

Έτσι η κοινωνική δικαιοσύνη μπορεί να μην υφίσταται ή να υφίσταται λειψά και περιορισμένα σε έναν λαό και σ’ ένα κράτος, δεν παύει όμως πράγματι να υπάρχει και να λειτουργεί στις καρδιές των ανθρώπων, οι οποίες προσδοκούν πότε θα υπάρξουν οι συγκυρίες ώστε να πάρει σάρκα και οστά. Κι εκεί παίζεται το παιχνίδι των διαφόρων κοινωνικο-οικονομικών συστημάτων και των πολιτικών θεωριών: πόσο δηλαδή διαμορφώνουν τις συνθήκες για να λειτουργήσει η κοινωνική δικαιοσύνη, κάτι που σημαίνει ότι ο βαθμός λειτουργίας της δικαιοσύνης αυτής φανερώνει και την αξία ή όχι των πολιτικών και κοινωνικών συστημάτων και θεωριών.

Θα θέλαμε όμως να δούμε την κοινωνική δικαιοσύνη και από μία άλλη πλευρά, πιο βαθειά και αποτελεσματική πιστεύουμε, αυτήν της χριστιανικής πίστεως όταν είναι συνεπής. Διότι τι άλλο βλέπουμε στους  γνήσιους χριστιανούς, τους αγίους δηλαδή, παρά να ζουν τη δικαιοσύνη του Θεού, η οποία υπερβαίνει κάθε έννοια της ανθρώπινης διάστασής της; Ποιο το χαρακτηριστικό της θείας δικαιοσύνης; Η υπέρμετρη και χωρίς όρια αγάπη προς τον άνθρωπο, κατά το πρότυπο του Ιησού Χριστού, ο Οποίος επάνω στον Σταυρό «σηκώνει την αμαρτία όλου του κόσμου», αγκαλιάζει όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους, είτε πιστούς είτε απίστους, είτε της εποχής Του είτε και κάθε άλλης εποχής πριν ή και μετά από Αυτόν, προσφέροντάς τους τη δικαίωση ως δι’ Αυτού σχέση με τον ζωντανό Θεό. Και πώς εξέλαβαν ακριβώς οι πιστοί την υπερφυή αυτή αγάπη του Χριστού; Ως δεδομένο και της δικιάς τους ζωής, προκειμένου να παραμένουν ενωμένοι μαζί Του, συνεπώς να αγκαλιάζουν εν αγάπη κάθε άνθρωπο, να βλέπουν την ατίμητη αξία του ως εικόνας Θεού, να τον συγχωρούν ό,τι κι αν έχει κάνει, να του προσφέρουν οτιδήποτε χρειάζεται ώστε αυτός να ζει, έστω και με δική τους θυσία.

 Ποια έννοια κοινωνικής δικαιοσύνης μπορεί να παραβληθεί μ’ αυτήν; Και να, το άμεσο χειροπιαστό αποτέλεσμα:  η πρώτη χριστιανική κοινότητα των Ιεροσολύμων, όπου τα πάντα στους πιστούς ήταν κοινά. Δεν υπήρχε δικό μου και δικό σου – ο καθένας έδινε ανάλογα με τις δυνατότητές του και έπαιρνε ανάλογα με τις ανάγκες του. Κι επίσης το παρόμοιο αποτέλεσμα που βλέπουμε στη ζωή όλων των αγίων: και των απλών, οι οποίοι αναλαμβάνουν τον αγώνα της κοινωνικής δικαιοσύνης με τρόπο εσωτερικό – μέσω της προσευχής τους για τους άλλους και της αναλήψεως της ευθύνης τους ενώπιον του Θεού -  και των εχόντων τη δύναμη για μεγαλύτερη προσφορά. Σαν τον άγιο Βασίλειο για παράδειγμα: οργανώνει πράγματα για όλους τους ανθρώπους προκειμένου να ξεπεραστεί η όποια αδικία και ανισότητα ζούσαν, που θα απαιτούσε έναν ολόκληρο μηχανισμό ενός κοινωνικού κράτους! Κι ακόμη σαν την αγία Φιλοθέη: μία καλόγρια που στην πιο δύσκολη εποχή, την εποχή της Τουρκοκρατίας που το κεφάλι του καθενός χανόταν ανά πάσα στιγμή, είχε τέτοια κοινωνική προσφορά, ώστε το όνομά της ταυτίστηκε με την έννοια του θείου ελέους!

Κοινωνική δικαιοσύνη: το αδιάκοπα ζητούμενο ανθρωπίνως, οικονομικά, πολιτικά, κοινωνικά, για κάθε λαό. Χριστιανικά: το διαρκώς πραγματοποιούμενο, όπου όμως υπάρχουν άγιοι.

Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2020

Να εμβολιαστώ ή όχι;

«Άμα έρθουν τα εμβόλια κι έρθει η σειρά μου, θα πάω ήσυχα να το κάνω. Προτιμώ, αν υπάρχει πρόβλημα, να αποθάνω αθώος και ανυποψίαστος με πολλά άλλα δισεκατομμύρια ανθρώπων που εμπιστεύονται τον ανθρώπινο πολιτισμό, παρά να ζήσω μέσα στη φρικτή καχυποψία που δηλητηριάζει όλες τις σχέσεις κι όλη τη ζωή.

Έτσι κι αλλιώς υπόθεση μερικών χρόνων είναι... τι είναι ο κάβουρας, τι είναι το ζουμί του...

Καλημέρα σε όσους ποθούν ή έστω νοσταλγούν την απλότητα. Οι άλλοι έτσι κι αλλιώς δεν θα δουν ποτέ καλή μέρα. Μόνο μιζέρια βλέπουν, σκοτάδι και πονηριά...»

 (Γεώργιος Κόρδης, θεολόγος, ζωγράφος, αγιογράφος)

Ο διάσημος ανά τον κόσμο ζωγράφος και αγιογράφος Γεώργιος Κόρδης, (του οποίου οι αγιογραφίες κοσμούν πάμπολλα μοναστήρια και ναούς στο Άγιον Όρος αλλά και παντού σχεδόν στον κόσμο, και του οποίου τα ζωγραφικά έργα έχουν φιλοξενηθεί από πάμπολλες εκθέσεις έργων τέχνης στην Ελλάδα και το εξωτερικό), ανήρτησε προ ημερών τη συγκεκριμένη παραπάνω δήλωσή του, παίρνοντας θέση στο θέμα που ταλανίζει ευρέως πολλούς συμπατριώτες μας αλλά και πολλούς άλλους  σε όλον τον πλανήτη: το θέμα των εμβολίων. Και τι λέει ο γνωστός ζωγράφος και αγιογράφος αλλά και βαθιά καταρτισμένος στη θεολογία της Εκκλησίας μας, αφού μέχρι πρότινος ήταν καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, απ’ όπου και παραιτήθηκε για να αφιερωθεί πλήρως στην τέχνη του;  Το αυτονόητο για κάποιον που δεν είναι ειδικός ιατρός λοιμωξιολόγος και πνευμονολόγος και μικροβιολόγος: θα ακολουθήσει τη γνώμη των ειδικών σε κάτι που σχετίζεται με την ίδια τη ζωή∙ θα εμβολιαστεί, όταν έρθει η σειρά του, μαζί με δισεκατομμύρια άλλους συνανθρώπους του.

Πού έγκειται η συμβολή του κ. Κόρδη; Αποφεύγοντας ευφυώς να πέσει στην «παγίδα» του χωρισμού των ανθρώπων σε οπαδούς του εμβολίου και σε αρνητές του, κάτι που υποκινεί τους διαφόρους φανατισμούς, πηγαίνει «πίσω» από την επιφάνεια∙ στο τι υποκρύπτεται στις διακρίσεις αυτές. Και το επισημαίνει με τρομακτική απλότητα: η επιλογή «θα κάνω ή όχι το εμβόλιο» δείχνει αν εμπιστεύομαι τον ανθρώπινο πολιτισμό – τα εμβόλια συνιστούν μέγα κατόρθωμα της επιστήμης της ιατρικής: εκατομμύρια ανθρώπινες ζωές έχουν σωθεί μέχρι τώρα από τους διαφόρους εμβολιασμούς – ή αν τον απορρίπτω, γιατί έχω επιλέξει να ζω «μέσα στη φρικτή καχυποψία, που δηλητηριάζει όλες τις ανθρώπινες σχέσεις κι όλη τη ζωή». Να λοιπόν η συμβολή του: με διατύπωση «παπαδιαμαντική» και  θυμόσοφη, ανθρώπου που γνωρίζει τα όριά του και δεν προβάλλεται ως «παντογνώστης» (ο λαός μας το λέει λίγο πιο λαϊκά), περιγράφει τη θλιβερή κατάσταση μέσα στην οποία αδιάκοπα ζουν οι... καχύποπτοι. «Δηλητήριο» η ατμόσφαιρα που αναπνέουν, «φρίκη» η ζωή τους και οι σχέσεις τους.

Και δεν αναφέρεται βεβαίως ο κ. Κόρδης στην αυτονόητη επιφύλαξη που υπάρχει γενικότερα σε κάθε νέο προϊόν, ειδικά σ’ ένα νέο εμβόλιο – επιφύλαξη που έχουν και οι ειδικοί επί του θέματος μέχρις ότου από τους ελέγχους διαπιστωθεί η ασφάλεια του προϊόντος – αλλά στην πάγια και «αυτόματη» εναντίωση κάποιων που είναι θα λέγαμε «εκ συστήματος» καχύποπτοι, βλέποντας πίσω από όλα συνωμοσίες που σκοπό έχουν την υποδούλωση των ανθρώπων σε δυνάμεις σκοτεινές που φαίνονται να «υποκαθιστούν» και αυτήν την Πρόνοια του Θεού.

Και τι επισημαίνει ακόμη πιο βαθιά και ουσιαστικά; Ότι αυτός που έχει εμπιστοσύνη στον ανθρώπινο πολιτισμό, εν προκειμένω στην ιατρική -  διότι δεν γνωρίζει τα πάντα αλλά γνωρίζει τα ευεργετικά αποτελέσματα της ιατρικής από τα μέχρι τώρα αγαθά επιτεύγματά της - πορεύεται με απλότητα στη ζωή αυτή, ζώντας την αθωότητα της «πίστεως» αλλά και λαμβάνοντας υπόψη εξίσου και πάλι το αυτονόητο: ότι κάπου μπορεί να υπάρξει ένα πρόβλημα, «άνθρωποι είμαστε!» Επιλέγει λοιπόν την κοινή οδό της εμπιστοσύνης στην επιστήμη, έστω και με το ρίσκο ενός λάθους που μπορεί κάποια στιγμή να συμβεί και να στοιχίσει τη ζωή. (Πανεπιστημιακός καθηγητής γνωστός λοιμωξιολόγος και επιδημιολόγος είπε προ ημερών ότι το ρίσκο είναι παρόμοιο μ' αυτό που αναλαμβάνει κάποιος να ταξιδέψει με αεροπλάνο: μπορεί η πτήση του να μη φτάσει ποτέ στο τέρμα!) Αλλά το προτιμά. Γιατί; Διότι είναι προτιμότερος ένας (πιθανός) θάνατος στην πορεία μιας κοινής και φυσιολογικής και ταπεινής εκ των πραγμάτων (ίσως έτσι μπορούμε να αποδώσουμε τον όρο «αθώος») ζωής, παρά ένας «διαρκής θάνατος» τον οποίο βιώνει εν «ζωή»(!) ένας φρικτά καχύποπτος άνθρωπος που αναπνέει, όπως είπαμε, το δηλητήριο ως οξυγόνο της «ζωής» του.

Και το «σαρκαστικό» αλλά και τόσο ρεαλιστικό «αποτελείωμα» του γνωστού ζωγράφου και αγιογράφου: έτσι κι αλλιώς θα πεθάνουμε – «τι ’ναι ο κάβουρος και τι ’ναι το ζουμί του;». Δηλαδή με άλλη (ακραία) διατύπωση: «καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή»!

Πιο προσγειωμένη τοποθέτηση στο θέμα των εμβολίων δεν έχουμε δει – εννοείται από άνθρωπο μη ειδικό επ’ αυτού! Ευχαριστούμε τον κ. Κόρδη, ποθώντας και νοσταλγώντας κι εμείς την απλότητα κι επιμένοντας στο να βλέπουμε το φως της ημέρας. Έτσι κι αλλιώς «τη μιζέρια, το σκοτάδι και την πονηριά» τα αποστρέφεται και ο ίδιος ο Θεός!  «Ο Γέροντας Αμβρόσιος που τιμάται ως άγιος από την εκκλησία της Ρωσίας, έλεγε: "Όπου κανείς είναι απλός, έχει μαζί του τους αγγέλους κατά δεκάδες. Όπου είναι "σοφός", δεν έχει κανέναν. Μένει μόνος"» (όσιος Σωφρόνιος του Έσσεξ). 

Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2020

Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΓΙΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ

Η 20ή Νοεμβρίου έχει καθιερωθεί από τη Διεθνή Κοινότητα ως Παγκόσμια Ημέρα για τα Δικαιώματα του Παιδιού. Αφορμή στάθηκε η επέτειος υιοθέτησης από τη Γενική Συνέλευση του Ο.Η.Ε., το 1989, της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού,  μίας Σύμβασης που, όπως έχει γραφεί, «αποτελεί το πλέον αποδεκτό κείμενο για τα ανθρώπινα δικαιώματα παγκοσμίως. Την έχουν επικυρώσει όλα τα κράτη του κόσμου, εκτός των ΗΠΑ και της Σομαλίας (η Ελλάδα την επικύρωσε στις 2 Δεκεμβρίου 1992 με τον νόμο 2101), και τα 54 άρθρα της καλύπτουν όλα τα δικαιώματα των παιδιών που χωρίζονται σε 4 τομείς: Δικαιώματα Επιβίωσης, Ανάπτυξης, Προστασίας και Δικαιώματα Συμμετοχής».

Δεν είναι αυτονόητο όμως κάτι τέτοιο; Χρειάζεται συγκεκριμένη ημέρα για να τονιστεί ότι χωρίς τη διασφάλιση των αναγκαίων συνθηκών επιβίωσης και ανάπτυξης και προστασίας των παιδιών ο κόσμος δεν μπορεί να υπάρχει; Ένας κόσμος χωρίς παιδιά είναι ένας κόσμος χωρίς ελπίδα – γερνάει και πεθαίνει. Τα παιδιά αποτελούν το ναι της συνέχειας της ζωής, οπότε οι πάντες θα έπρεπε να αγωνίζονται γι’ αυτά.

Αλλά βεβαίως τούτο θα ήταν αυτονόητο σ’ έναν κόσμο σώφρονα και ισορροπημένο, που βλέπει καθαρά τη ζωή και τις ανάγκες της. Συμβαίνει κάτι τέτοιο; Ασφαλώς και όχι. Κατά γενική ομολογία, ζούμε σ’ έναν κόσμο που η ανισορροπία και η παραφροσύνη συνιστούν σχεδόν την «κανονικότητα», με προτεραιότητά του την ηδονική απόλαυση της ζωής, το κυνηγητό του χρήματος ως θεότητας, την επιδίωξη της δόξας, την κυριαρχία επί των άλλων – πράγματα που δεν «αντέχουν» την παρουσία των παιδιών και της αθωότητας που κατά τεκμήριο εκφράζουν.

Και ποια η αιτία για την «κόλαση» αυτή; Η σχεδόν απόλυτη κυριαρχία της αμαρτίας ως εγωισμού των ανθρώπων. Πώς είναι δυνατόν σ’ έναν εγωιστή άνθρωπο που έχει «κολλήσει» στη σαρκολατρεία και την υπερηφάνεια του να δει κάτι πέρα από τον εαυτό του; «Φάγωμεν και πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν» είναι το «μότο» που τον καθορίζει, και ό,τι μπαίνει εμπόδιο στην «αρχή» του αυτές πρέπει να εξολοθρευτεί – πολύ περισσότερο το παιδί που είναι αδύναμο και ανίσχυρο.

Το τραγικότερο εν προκειμένω δεν είναι αυτό. Το τραγικότερο είναι ότι μία τέτοια κατάσταση μεταγγίζεται και στα παιδιά – τα παιδιά αντιγράφουν τον κόσμο των μεγάλων – οπότε η εξολόθρευση των παιδιών, αν δεν γίνεται με φυσικό, γίνεται με ψυχολογικό, κοινωνικό και «παιδαγωγικό» τρόπο! Και το βλέπουμε σχεδόν πια καθημερινά: παιδιά που από τα «γεννοφάσκια» τους θα λέγαμε, θεωρούν δεδομένο να προβαίνουν σε εγκληματικές ενέργειες κατά των πιο αδύναμων, είτε συνομηλίκων τους είτε μεγαλυτέρων. Η συγκρότηση συμμοριών από παιδιά και εφήβους, η άσκηση bulling από αυτά, η καταστροφική δράση ως «νοηματοδότηση» ζωής αποτελούν πια καθημερινή ειδησεογραφία. Γιατί τα παιδιά αυτά έμαθαν και μαθαίνουν από τον κόσμο των μεγάλων. Των μεγάλων που το περπάτημά τους στον κόσμο συνθλίβει διαρκώς τα λουλούδια και τα άνθη, τα παιδιά! 

Η καθιέρωση της ημέρας αυτής από τον Ο.Η.Ε. πρέπει να ήταν αντίδραση πανικού και τρόμου. Μπροστά σ’ ένα μέλλον που φάνταζε (και φαντάζει) ζοφερό χωρίς κανένα χρώμα αγάπης και τρυφερότητας. Η Ημέρα κραυγάζει «να σώσουμε ό,τι σώζεται για χάρη των παιδιών μας». Ποιος όμως τελικά θα ακούσει; Αλλά και αυτή η κραυγή ήταν και είναι ελλιπής. Γιατί ναι μεν μπορεί κάποιους να κινητοποίησε για τη διασφάλιση των αναγκαίων της ζωής των παιδιών, αλλά άφησε απέξω και εντελώς ανυπεράσπιστα τα πιο αθώα θύματα του ανισόρροπου κόσμου μας: τα παιδιά που χάνονται από τις μαζικές εκτρώσεις. Πού η ευαισθησία γι’ αυτά; Δεν είναι εν δυνάμει άνθρωποι τα έμβρυα; Ποιος μπορεί να έχει δει τις αντιδράσεις ενός εμβρύου μπροστά στις μηχανές εξολόθρευσης και να μη συγκλονίστηκε; Γιατί το να κόβεται ένα βλαστάρι σηματοδοτεί πια έγκλημα, ενώ για το μικρότερο βλαστάρι δεν υπάρχει καμία ή μηδαμινή  διασφάλιση;

Κι εννοείται πως η μεγαλύτερη και αποτελεσματικότερη διασφάλιση των παιδιών υπάρχει σ’ Εκείνον που φώναξε: «Αφήστε τα παιδιά να έλθουν σ’ Εμένα. Γιατί γι’ αυτά είναι η Βασιλεία του Θεού». Σ’ Εκείνον που απεκάλυψε πως τα παιδιά αποτελούν λόγω της καθαρότητας της καρδιάς τους, αν τα αφήσουμε ορθά να αναπτυχθούν, το όριο για όλους τους μεγάλους: «Αν δεν στραφείτε και δεν γίνετε σαν παιδιά, δεν πρόκειται ποτέ να μπείτε στη Βασιλεία του Θεού». Η μεγαλύτερη προσφορά στο μέλλον της ανθρωπότητας είναι να βοηθήσουμε τα παιδιά να αγκαλιάσουν τον Χριστό. Να τα βοηθήσουμε να Τον βρουν όμως όχι τόσο με τα λόγια μας, όσο με το παράδειγμά μας. Αυτό θα συνιστούσε ίσως  και τη μεγαλύτερη ευεργεσία και για εμάς τους ίδιους.

 

Τρίτη 25 Αυγούστου 2020

ΜΑΣΚΑ ΚΑΙ... ΜΑΣΚΕΣ!



 «Ας φοράμε προσεκτικά τη μάσκα για προστασία της υγείας, αποφεύγοντας επίμονα τις μάσκες κάθε μορφής υποκρισίας, η οποία μολύνει επικίνδυνα τις ανθρώπινες σχέσεις» (αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος).

Με λιτό  και άμεσο τρόπο ο αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος έθεσε το κριτήριο για το θέμα που φαίνεται να διχάζει πολλούς από τους συνανθρώπους μας: το θέμα της μάσκας. Και ποιο είναι το κριτήριο; Οι ανθρώπινες σχέσεις – αυτές από τις οποίες εξαρτάται η ποιότητα της χριστιανικής μας ζωής στον κόσμο τούτο, συνεπώς και η αιώνια προοπτική μας. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το μόνο που θα ζητήσει ο Κύριος στην κρίση της Δευτέρας Του Παρουσίας ως προς την πορεία της εδώ ζωή μας  είναι ακριβώς το πώς σταθήκαμε απέναντι στον κάθε συνάνθρωπό μας, γνωστό ή άγνωστο, «δικό» μας ή όχι, πλούσιο ή φτωχό, συγγενή και πατριώτη μας ή όχι. «Ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων ἐμοί ἐποιήσατε» απεκάλυψε το αψευδές στόμα Του, που σημαίνει ότι η σχέση με τον συνάνθρωπο ως σχέση αγάπης αποτελεί την άκρα προτεραιότητα για τον πιστό χριστιανό. Και τι λέει λοιπόν ο σοφός ιεράρχης; Δεν έχει σημασία σωτηριολογική (μιλάμε για χριστιανούς είπαμε) η μάσκα που καλούμαστε να φοράμε για την υγεία μας όσο διαρκεί η πανδημία του κορονοϊού, όσο η άλλη, η επικίνδυνη μάσκα, που συνήθως «φοράμε» οι άνθρωποι, ακόμη και οι χριστιανοί, στην καθημερινότητά μας και που δεν είναι άλλη από τη μάσκα της υποκρισίας∙ γιατί αυτή «μολύνει επικίνδυνα τις ανθρώπινες σχέσεις».

Να λοιπόν πού βρίσκεται το κέντρο βάρους! Τι μολύνει τη σχέση μου με τον συνάνθρωπο, τι μολύνει συνεπώς την καρδιά και το είναι μου.  Κι αυτό δεν είναι η υλική μάσκα, η οποία μάλιστα λειτουργεί υπέρ της υγείας και της δικής μας αλλά και των άλλων, συνεπώς λειτουργεί υπέρ της αγάπης που ευλογεί ο Κύριος, αλλά η κρυφή μάσκα, αυτή που καλύπτει τον εγωισμό και την αλαζονεία μας, κάνοντάς μας να συμπεριφερόμαστε τις περισσότερες φορές με προσωπείο, το προσωπείο του τάχα καλού χριστιανού, ενώ απέχουμε όσο η γη από τον ουρανό από την αλήθεια της αγάπης. Η υποκρισία: ό,τι ο ίδιος ο Κύριος θεώρησε ως τη χειρότερη πνευματική κατάσταση, ό,τι έλεγξε με τον πιο δριμύ και αυστηρό τρόπο ιδίως έναντι των Φαρισαίων της εποχής Του, οι οποίοι παρουσίαζαν ένα πρόσωπο καλού και δικαίου ανθρώπου, ενώ μέσα τους ζούσαν τον βόρβορο των πιο δαιμονικών παθών. «Οὐαί ὑμῖν, Γραμματεῖς καί Φαρισαῖοι ὑποκριταί, γιατί μοιάζετε με τους ασβεστωμένους τάφους, που εξωτερικά μεν φαίνονται ωραίοι, αλλά μέσα είναι γεμάτοι από κάθε είδους ακαθαρσία. Τυφλοί και ανόητοι!» Η μάσκα της υποκρισίας είναι λοιπόν αυτό που καταδικάζει ο Θεός – το έλλειμμα της αγάπης - κι αυτή η μάσκα είναι δυστυχώς η συνοδευτική του μεγαλυτέρου μέρους της ζωής μας.

Απόδειξη: περιπίπτει κάποιος σ’ ένα αμάρτημα ή σ’ ένα θεωρούμενο αμάρτημα και αμέσως σπεύδουμε εμείς οι «αναμάρτητοι» να τον κατακεραυνώσουμε, να υποδείξουμε την αμαρτία, να δείξουμε δηλαδή ότι εμείς βρισκόμαστε σε ανώτερο επίπεδο. Και τι δείχνουμε βεβαίως πράγματι; Το ύψος της υπερηφάνειας και της αλαζονείας μας, γιατί θεωρούμε ότι είμαστε καλύτεροι και ανώτεροί του! Πού είναι το φρόνημα της ταπείνωσης του Χριστού μας, πού είναι αυτό που μας καλεί ο απόστολος Παύλος όταν λέει «με την ταπεινοφροσύνη να θεωρείτε τους άλλους ότι υπερέχουν από εσάς»! Κι ακόμη: καλούμαστε από τον Κύριο να αγαπάμε και τον εχθρό μας, ενώ είμαστε έτοιμοι να κατασπαράξουμε κυριολεκτικά και τον αδελφό μας αν πιστέψουμε ότι λίγο μας αδίκησε και μας παραγκώνισε! Ω, της υποκρισίας και της αφιλαδελφίας!

Και τι είναι αυτή η μάσκα, η προσωρινή όπως είπαμε λόγω της πανδημίας; Θα το πούμε μ’ ένα παράδειγμα. Γιατί δυσανασχετούμε όταν κάποιος έλθει δίπλα μας ή και μακρύτερα από εμάς και βήξει ή φταρνιστεί χωρίς να βάλει μπροστά στο πρόσωπό του το χέρι του ή τον αγκώνα του; Γιατί τον θεωρούμε «ανάγωγο» και είμαστε έτοιμοι να του κάνουμε παρατήρηση, ή το λιγότερο θα τον κοιτάξουμε αγριωπά; Διότι κάνει κάτι που θέτει σε κίνδυνο την υγεία μας∙ διότι κάνει κάτι που είναι αντιαισθητικό και δεν είναι πολιτισμένο. Λοιπόν, η μάσκα που μας συστήνουν οι υγειονομικές αρχές του τόπου μας αλλά και οι παγκόσμιες  δεν μπορεί να ιδωθεί ως  μία πιο μόνιμη και σταθερή έκφραση της ύψωσης της παλάμης μας που τείνει να καλύψει τα σταγονίδια που εκτοξεύονται από το βήξιμο και το φτάρνισμά μας ή και την πιο βαριά αναπνοή μας; Νομίζουμε πως αν το δούμε από την άποψη αυτή δεν θα υπάρχει κανείς που θα αντιδράσει και να μη δει τη θετική διάσταση που υπάρχει. Στους περισσοτέρους μας όντως δεν αρέσει το κάλυμμα αυτό, μα είναι αναγκαίο με τον τρόπο που είπαμε. Από κει και πέρα η όποια αντίδραση για λόγους ψυχολογικούς, για λόγους συμβολικούς, για λόγους συνωμοσιολογικούς, για λόγους ακόμη και πολιτικούς  δεν μας βρίσκει έτοιμους να μπούμε σε όποιο διάλογο – μας ξεπερνά. Ασφαλώς όμως δεν υπάρχει κανένα θέμα πίστεως. Ο αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος το εξέφρασε με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια και διάκριση. 

Σάββατο 25 Ιουλίου 2020

Η «ΣΤΑΥΡΩΣΗ» ΤΗΣ ΑΓΙΑ-ΣΟΦΙΑΣ



Δεν θέλουμε να προσθέσουμε κάτι διαφορετικό από ό,τι εξέφρασαν εκκλησιαστικοί και πολιτικοί άρχοντες, εντός και εκτός της πατρίδας μας, για το ανοσιούργημα, όπως χαρακτηρίστηκε, της μετατροπής της Αγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως από μουσείο σε τζαμί. Πράγματι, η λειτουργία του μοναδικού αυτού μνημείου της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς ως μουσείου ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να συμβεί, με το δεδομένο ότι βρίσκεται στην κατοχή πια ανθρώπων άλλης εθνικής και  θρησκευτικής παράδοσης. Γι’ αυτό και η αλλαγή της χρήσης και της λειτουργίας της Αγίας Σοφίας παραπέμπει συμβολικά στη σταυρική θυσία του Κυρίου Ιησού Χριστού – είναι ένα σταύρωμα για τους χριστιανούς η μετατροπή της σε τζαμί.
Επιμένουμε βεβαίως στη συμβολική θεώρηση, διότι δεν πρέπει να απολυτοποιούμε τα πράγματα από πλευράς θεολογικής και πνευματικής. Διότι πολιτιστικά η μετατροπή αυτή μπορεί να είναι, και είναι, όντως ένα ξάφνιασμα και μία «πρόσκρουση σε τοίχο» – κυριολεκτικά πρόκειται για δυστύχημα και ατύχημα – από πλευράς όμως πνευματικής και θεολογικής αποτελεί μόνο μία πρόκληση των συμβόλων της πίστης και του έθνους μας (από ανθρώπους που δεν «καταλαβαίνουν» ασφαλώς τη χαρισματική χριστιανική πίστη μας) και όχι μία πληγή που επιφέρει «θάνατο». Μη ξεχνάμε ότι μιλάμε για ένα θαυμαστό στους αιώνες μνημείο, το οποίο όμως είναι προορισμένο να υποστεί και αυτό κάποτε τους νόμους της φθοράς, σύμφωνα και με τα λόγια του Κυρίου μας, ο Οποίος στους έκθαμβους μαθητές Του μπροστά στον Ναό του Σολομώντος που κτιζόταν μεγαλόπρεπα από τον Ηρώδη είπε: «μη θαυμάζετε τούτο, γιατί δεν πρόκειται να μείνει πέτρα πάνω στην πέτρα». Ο Ίδιος δε, όπως και οι άγιοι απόστολοι μετέπειτα και όλοι οι άγιοι στους αιώνες, παρέπεμπαν στον κατεξοχήν Ναό που αποδέχεται ο Θεός και λειτουργεί υπέρ της σωτηρίας του ανθρώπου, το ίδιο το σώμα του ανθρώπου. «Ουκ οίδατε ότι το σώμα υμών ναός του εν υμίν αγίου Πνεύματός εστιν και ουκ εστέ εαυτών; Δοξάσατε ουν τον Θεόν εν τω σώματι υμών και εν τω πνεύματι υμών, άτινά εστι του Θεού».
Όμως, το δυστύχημα και το ατύχημα δεν παύουν να προκαλούν οδύνη, κι ίσως και σ’ αυτό να στοχεύει ο ηγέτης της γείτονος χώρας, ο οποίος από ό,τι μπορούμε να καταλάβουμε με τις λιγοστές έως μηδαμινές πολιτικές μας γνώσεις και διαισθήσεις «βρήκε επιτέλους» τον εαυτό του. Θέλουμε να πούμε ότι η απόφαση αυτή του Προέδρου της Τουρκίας, κυοφορούμενη εξ όσων ο ίδιος ομολόγησε παιδιόθεν, ήταν η οριστική κατάληξή του σ’ αυτό που συνιστά τον αληθινό εαυτό του: να είναι ενταγμένος στην παράδοση της Ανατολίας και να λειτουργεί μέσα σ’ αυτήν ως ο κατευθυντήριος νους της. Δεν είναι τυχαίο ότι πάμπολλοι γνώστες της πραγματικότητας αυτής είπαν ότι «αν ο Κεμάλ Ατατούρκ υπήρξε ο πατέρας της (νέας) Τουρκίας, ο Ερντογάν (θέλει να) είναι ο πατέρας του μουσουλμανικού κόσμου». Από την άποψη αυτή έχουμε την εντύπωση ότι όσες πιέσεις κι αν ασκηθούν στον άνθρωπο αυτόν δεν πρόκειται να υπαναχωρήσει – γνωρίζει και την κρίσιμη σημασία που έχει η θέση της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο αλλά και το τι τεράστια αγορά είναι η Τουρκία για τις μεγάλες χώρες που τη χρειάζονται – όπως και δεν πρόκειται να «θελχθεί» ποτέ  από το «όραμα» να  γίνει ένας μεταξύ των άλλων Ευρωπαίος ηγέτης. Γιατί εκτός του ότι απέκτησε την «αυτοσυνειδησία» του ως αποκλειστικά ανατολίτης, έχει και τον εγωισμό να θέλει να είναι ο μόνος και ο πρώτος - όσο είναι αυτός δεν χωρούν και άλλοι!
Κι ας επιτραπεί ένα σχόλιο από πνευματικής πλευράς: δυσανασχετούμε οι ορθόδοξοι χριστιανοί, και δικαίως όπως είπαμε, γιατί προκλήθηκε και προκαλείται η πίστη μας με τη μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί που σημαίνει σε κίνηση λειτουργίας για ακούσματα μέσα σ’ αυτήν μουσουλμανικών κειμένων και προσευχών. Πρόκειται για ιεροσυλία! Το ίδιο όμως δεν πρέπει να δυσανασχετούμε, όταν ο εαυτός μας ως ψυχοσωματική ύπαρξη που είναι ναός του Θεού κατά τον λόγο της Αγίας Γραφής, δέχεται κακούς και πονηρούς λογισμούς αντίθετους προς το θέλημα του Θεού και τις εντολές του Χριστού μας και δεν κάνει καμία προσπάθεια απεμπόλησής τους για να διατηρηθεί καθαρός; Κι είναι κάτι που μας δίνει το δικαίωμα να το λέμε ο όσιος της εποχής μας Παῒσιος ο αγιορείτης, ο οποίος με μεγάλο πόνο ψυχής παρατηρούσε ότι οι χριστιανοί είμαστε τόσο χαλαροί πνευματικά, ώστε δεν κάνουμε καμία προσπάθεια να μεταστρέψουμε «ούτε έναν “μουσουλμάνο” λογισμό μας για να τον κάνουμε χριστιανικό»!
Αποτολμούμε μία εκτίμηση κι ίσως πρόβλεψη: Αν αποδυόμασταν οι εν επιγνώσει τουλάχιστον χριστιανοί στον αγώνα αυτόν – να ελέγχουμε τους λογισμούς μας κατά τον λόγο του οσίου Παϊσίου, συνεπώς να κρατάμε την καρδιά μας καθαρή για να κατοικεί το Πνεύμα του Θεού -  τότε οι προσευχές μας και οι δεήσεις μας στον Κύριο για ό,τι συνέβη στην Αγια Σοφιά μπορεί να εισακούονταν γρήγορα και αποτελεσματικά. Γιατί; Διότι ο Ίδιος υποσχέθηκε ότι «αν μείνουμε ενωμένοι μαζί Του και τα λόγια Του κρατηθούν ενεργά μέσα μας, τότε ό,τι και να Του ζητήσουμε θα γίνει αμέσως». Το κάνουμε όμως;

Σάββατο 20 Ιουνίου 2020

Η ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ (21 ΙΟΥΝΙΟΥ)



Η εορτή μπορεί να καθιερώθηκε (απ’ τις αρχές του 20ού αι.)  εξαφορμής συγκεκριμένου γεγονότος στις Η.Π.Α., επεκτάθηκε όμως σύντομα και σε πολλά άλλα έθνη, γιατί ακριβώς δίνει την ευκαιρία να προβληθεί το πρόσωπο που μαζί με τη μητέρα αποτελεί τον στυλοβάτη της οικογένειας, ο πατέρας. Δεν έχει εκκλησιαστικό χαρακτήρα η εορτή, αλλά θα μπορούσε να αποκτήσει, αν νοηματοδοτείτο από τη «φιγούρα» του Θεού Πατέρα.
Εννοούμε ότι μπορεί η καθιέρωση της εορτής να έχει τον ευγενικό σκοπό του τονισμού του ρόλου του πατέρα μέσα στην οικογένεια (βιολογικά, ψυχολογικά, πνευματικά, κοινωνικά) – πόσα παιδιά «τραυματίζονται» ψυχικά, και μερικές φορές ανεπανόρθωτα, γιατί τους λείπει η παρουσία του πατέρα -  όμως αν δεν υπάρξει η οπτική του Χριστού  («Πάτερ ημών» μας είπε να λέμε για τον Θεό), η πατρότητα θα εμφανίζεται συρρικνωμένη κι ίσως αλλοιωμένη από τη φυσική μόνο διάστασή της.
Ο Θεός είναι Πατέρας, εξαγγέλλει η Αγία Γραφή. Και τα ιδιώματά Του αντανακλούν και στον άνθρωπο, τον «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» Εκείνου δημιουργημένο. Κι είναι Πατέρας όχι μόνο ως Δημιουργός αλλά πρωτίστως ως πλήρης αγάπης και στοργής προς τα δημιουργήματά Του. «Ο Θεός αγάπη εστί». Η αγάπη Του δεν κατανοείται κατά τα ανθρώπινα πρότυπα, με διακυμάνσεις και  διακοπές, αλλά κατά  τον τρόπο της αποκαλύψεώς Του: την αιωνιότητα της ανιδιοτελούς θυσίας. Ο Θεός μας δηλαδή όπως εξήγησε ο Χριστός δεν μπορεί να μην αγαπά, η αγάπη Του αποτελεί οφειλή στα πλάσματά Του, με αποκορύφωμα τον απόλυτο σεβασμό της ελευθερίας τους. Αγαπώ έτσι σημαίνει σέβομαι τον άλλο, δεν τον εκβιάζω, δεν τον καταπιέζω, έστω κι αν έχω μία τέτοια δυνατότητα. «Δεν σας ονομάζω δούλους, αλλά φίλους» είπε ο Κύριος.
Η παραπάνω αλήθεια οδηγεί σε δύο ακόμη σημεία. Πρώτον, στην εικόνα του (Θεού) Πατέρα της παραβολής του ασώτου. Τι κάνει ο Πατέρας; Γνωρίζοντας την εξέλιξη των πραγμάτων – την απώλεια και τη νέκρωση του υιού του μακριά από τον Ίδιο - εντούτοις τον αφήνει ελεύθερο χωρίς κανένα ίχνος καταπίεσης. Κι η αγάπη αυτή τελικώς κάνει θαύματα: προκαλεί τον άσωτο σε μετάνοια. Γιατί μαθαίνει πως μπορεί να γυρίσει στον Πατέρα που τον αγαπά έστω και με τις κακές επιλογές του, που δεν σταματά να τον περιμένει, που δεν τον ελέγχει καθόλου όταν παίρνει τον δρόμο της επιστροφής – βλέπει τα βάσανα του παιδιού του και όχι τον επαναστατημένο χαρακτήρα του! Και δεύτερον, στην αποστολή, από τον Πατέρα, του Υιού Του ως ανθρώπου στον κόσμο, προκειμένου να άρει την αμαρτία του κόσμου και να ενώσει τον κόσμο με Εκείνον. Η αγάπη δηλαδή του Πατέρα έχει θυσιαστικό χαρακτήρα: θυσιάζει ό,τι πολυτιμότερο έχει, τον ίδιο τον Υιό Του δηλαδή τον Εαυτό Του, για να σωθεί ο άνθρωπος και ο κόσμος. Που θα πει ότι η αληθινή αγάπη σηκώνει το βάρος του άλλου για να νιώσει καλά αυτός, κομματιάζεται για να τραφεί ο άλλος – ό,τι έκανε και κάνει ο Πατέρας Χριστός.
Η πατρική εικόνα του Θεού αντανακλά είπαμε και στον άνθρωπο. Ο αληθινός πατέρας αγαπά χωρίς να περιμένει ανταπόδοση, θυσιάζεται προσδοκώντας μόνο το καλό και την προκοπή του αγαπημένου του παιδιού, σέβεται την ελευθερία του, ξέροντας ότι συχνά θα εισπράξει  την (οριστική ίσως) αντίδραση και την απόρριψή του. Ο άνθρωπος πατέρας αγωνίζεται να φανερώνει στην καθημερινότητά του την εικόνα του Θεού Πατέρα. Οπότε στην οικογένειά του δημιουργεί συνθήκες πνευματικής και ψυχολογικής ισορροπίας∙ κι ακόμη περισσότερο: ένας τέτοιος πατέρας προσφέρεται ως ευλογία και για το (ευρύτερο κοινωνικό) περιβάλλον του,  συνεπώς γίνεται πατέρας και μια αγκαλιά για όλους! Γιατί όλος ο κόσμος μία οικογένεια είμαστε. Με μόνη προϋπόθεση ότι για να υπάρξει ο πατέρας αυτός απαιτείται ο νόμιμος πνευματικός αγώνας για γνήσιο χριστιανισμό.
Πόσο παρήγορο θα ήταν να είχε τέτοιο περιεχόμενο η εορτή του πατέρα!   

Σάββατο 16 Μαΐου 2020

«ΤΑ ΔΥΣΚΟΛΑ... ΕΡΧΟΝΤΑΙ!»



Το ακούμε διαρκώς τον τελευταίο καιρό. Τώρα που η καραντίνα χαλάρωσε, τώρα που σιγά σιγά επανερχόμαστε σε κάποιους... κανονικούς ρυθμούς, αρχίζουν να ακούγονται τα συγκεκριμένα λόγια: «Τώρα θα μπούμε στα δύσκολα!» Γιατί;  Διότι πρώτον, όσο «μέναμε σπίτι» κατ’  ανάγκην φυλαγόμασταν – αποφεύγαμε τον ιό, οπότε εκείνος έχανε την όποια δυναμική του: θέλει συνωστισμό ο κορωνοϊός ακούγαμε και ακούμε από τους ειδικούς ιατρούς. Τώρα όμως που βγαίνουμε, απαιτείται η ενεργοποίηση της προσωπικής ευθύνης. Κι αυτό είναι όντως το δυσκολότερο (επαναλαμβάνεται κατά κόρον κι είναι αλήθεια). Γιατί πρέπει να είναι κανείς σε ετοιμότητα για να διαφυλάξει και τον εαυτό του βεβαίως, κυρίως όμως τον συνάνθρωπό του -  ποιος γνωρίζει τι πρόβλημα ή τι «ευαισθησία» έχει ο όποιος συνάνθρωπος; - οπότε ο καθένας γίνεται δυνάμει στην κρίσιμη αυτή εποχή και μία «απειλή» δυστυχώς για τον άλλον. Κι αυτό σημαίνει ότι στην περίπτωση αυτή μετριέται και η υπάρχουσα ή όχι ανθρωπιά μας! Και τονίζουμε το τελευταίο, γιατί υπάρχουν  και κάποιοι συνάνθρωποί μας οι οποίοι είτε γιατί αμφισβητούν είτε γιατί αγνοούν τον κίνδυνο κινούνται με μεγάλη ελευθεριότητα -  σαν να μην τρέχει τίποτα! Αλλά αυτό δεν συνιστά τον ορισμό της ανευθυνότητας; Και «άποψη» δική σου αν έχεις (ως «ειδικός» λοιμωξιολόγος ή ως μέτοχος «μυστικής γνώσης» άραγε;), δεν μπορεί, κάποιο ερωτηματικό πρέπει να βάλεις∙ ή τέλος πάντων να σεβαστείς εκείνον που βλέπει την πραγματικότητα! Οπότε, δρουν κάποιοι εντελώς ανεύθυνα και απάνθρωπα∙ γιατί δεν νοιάζονται για τον συνάνθρωπο!

Υπάρχει όμως και ένα δεύτερο που αιτιολογεί τον ερχομό των δύσκολων: ο κίνδυνος να εκφραστεί ένας υφέρπων μέχρι τώρα διχασμός. Ανάμεσα ακριβώς σ’  αυτούς που ακολουθούν τα υγειονομικά μέτρα και σ’ αυτούς που όπως είπαμε τα αμφισβητούν ή τα καταστρατηγούν για τους λόγους τους! Κι αυτό γίνεται ορατό και στους ανθρώπους ακόμη της Εκκλησίας που σ’  αυτούς θέλουμε περισσότερο να σταθούμε. Τι εννοούμε; Το αυτονόητο: η ύπαρξη του κορωνοϊού και ο εγκλεισμός που απαίτησε με συνέπεια και το κλείσιμο των ναών έγινε η αφορμή να υπακούσουν οι πολλοί στην εντολή της Πολιτείας και την προτροπή της Εκκλησίας, αλλά και να «επαναστατήσουν» κάποιοι άλλοι με πρόσχημα τη χριστιανική συνείδησή τους και με σημαία το «πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἤ ἀνθρώποις» - ως οι Ιεράρχες της (μικρής έστω) Συνόδου της Εκκλησίας (και το πλείστον των κληρικών και των λαϊκών μαζί με αυτούς)  να είναι οι «εκπεσμένοι» και οι «αλλοτριωμένοι» της πίστεως, στους οποίους πρέπει να αντιτάξουμε τα στήθη μας ομολογώντας Χριστό!

Ενόψει ενός τέτοιου κινδύνου, που μπορεί να μην υπάρξει ίσως και ποτέ πέρα από μεμονωμένες περιπτώσεις κληρικών και λαϊκών, είναι ανάγκη να προβληματιστούμε πάνω στο τεράστιο θέμα που λέγεται  «υπακοή» στην Εκκλησία, αναφέροντας όχι βεβαίως δικές μας απόψεις και θέσεις – τι σημασία και αξία άλλωστε έχουν αυτές μέσα στο μυστήριο της Εκκλησίας; -  αλλά τις θέσεις βεβαιωμένα αγίων ανθρώπων της πίστεως, όπως για παράδειγμα του οσίου Γέροντα Σωφρονίου του Έσσεξ. Κι αξίζει κανείς να ακούσει αυτόν τον άγιο άνθρωπο (μέσα από αυτόν ακούει βεβαίως κανείς και χιλιάδες άλλους αγίους Πατέρες της Εκκλησίας), γιατί ως υποτακτικός καταρχάς στο Άγιον Όρος, ως ασκητής ερημίτης καί πνευματικός εκατοντάδων μοναχών έπειτα, ως ηγούμενος ξεχωριστής και ιδιαίτερης Μονής στη συνέχεια και ως πνευματικός καθοδηγητής χιλιάδων ανθρώπων ανά τον κόσμο, και τότε που ζούσε και μετέπειτα μέσα από τα εμπνευσμένα βιβλία του,  μεταφέρει μία εμπειρία αιώνων που μπορεί να μας προσανατολίσει καθαρά μέσα στην ταραγμένη και ζαλισμένη από τα πάθη και τις αμαρτίες εποχή μας.

Τι λέει ο άγιος αυτός άνθρωπος; Αναφέρεται πρωτίστως στους μοναχούς της Μονής του, αλλά και «ανοίγεται» ευρύτερα, πατώντας στο στέρεο καθώς είπαμε έδαφος της παράδοσης των αγίων της Εκκλησίας. «Σε ένα πρόβλημα που μπορεί να αναφανεί σ’ ένα μοναστήρι», λέει (κι αποδίδουμε τη σκέψη του πιο ελεύθερα χωρίς νομίζουμε να τη διαστρεβλώνουμε), «το οποίο κατανοείται σαν μία οικογένεια, μπορεί να υπάρξουν διάφορες γνώμες και απόψεις. Εκείνο όμως που τελικά πρέπει να υπερισχύσει είναι η γνώμη του ηγουμένου, γιατί αυτός είναι ο υπεύθυνος. Η γνώμη του αυτή, που μπορεί να μην είναι και η πιο σωστή – μπορεί κάποια μέλη της μοναστικής κοινότητας να είναι πιο έξυπνα και πιο καταρτισμένα από ό,τι ο ηγούμενος – θα διαφυλάξει την ενότητα του μοναστηριού, συνεπώς και την παρουσία της χάρης του Θεού σ’ αυτό». Κατά τον όσιο Γέροντα, το θέμα της υπακοής στον Γέροντα και τον ηγούμενο είναι θέμα που περικλείει το μυστήριο της παρουσίας του Θεού. Γιατί εκεί κατεξοχήν φανερώνεται η ταπείνωση του υποτακτικού και αποκαλύπτεται ο βαθμός που μετέχει στο φρόνημα του ίδιου του Χριστού∙ αυτό για το οποίο μιλάει κατεξοχήν ο απόστολος Παύλος στην προς Φιλιππησίους επιστολή (2, 5-8) και για το οποίο παλεύει ο χριστιανός, είτε μοναχός είτε όχι. Κι αυτό το φρόνημα είναι η υπακοή μέχρι θανάτου στον Θεό Πατέρα. «Να υπάρχει μεταξύ σας το ίδιο φρόνημα που είχε κι ο Ιησούς Χριστός, ο οποίος, αν και ήταν Θεός, δεν θεώρησε την ισότητά του με τον Θεό αποτέλεσμα αρπαγής, αλλά τα απαρνήθηκε όλα, πήρε μορφή δούλου κι έγινε άνθρωπος∙ κι όντας πραγματικός άνθρωπος ταπεινώθηκε θεληματικά υπακούοντας μέχρι θανάτου, και μάλιστα θανάτου σταυρικού» («Τοῦτο φρονείσθω ἐν ἡμῖν, ὅ καί ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, ὅς ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων οὐχ ἁρπαγόν ἡγήσατο τό εἶναι ἴσα Θεῷ, ἀλλ’ ἑαυτόν ἐκένωσε μορφήν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος,  καί σχήματι εὑρεθείς ὡς ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτόν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ σταυροῦ»).

Μα η γνώμη ενός άλλου είναι καλύτερη και εξυπνότερη! Δεν έχει σημασία. Ο Θεός έρχεται και ευλογεί, λέει ο Γέροντας, τη γνώμη του υπευθύνου, του ηγουμένου, οπότε στην αποδοχή της γνώμης αυτού, συνεπώς τον παραμερισμό της προσωπικής γνώμης οποιουδήποτε άλλου,  έχουμε όπως είπαμε την ευλογία του Θεού. Για τον παραπάνω λόγο: στην υπακοή αυτή διαφυλάσσεται η ενότητα της Εκκλησίας, η ενότητα του σώματος του Χριστού, η ενότητα ενός μοναστηριού. Εκτός βεβαίως κι αν δεν μας ενδιαφέρει η ενότητα αυτή, η προτεραιότητά μας είναι η επιβολή της δικής μας οπωσδήποτε άποψης, διότι είναι «η πιο σωστή και η πιο... χριστιανική», συνεπώς «γαῖα πυρί μιχθήτω»! Εδώ ίσως χρειάζεται να θυμηθούμε τον άγιο Ιωάννης της Κλίμακος, τον οποίο χαρακτήριζε και «μεγαλοφυή» μεταξύ των άλλων ο Γέρων Σωφρόνιος και στον οποίο παρέπεμπε συχνότατα για να πάρει κανείς τις απαντήσεις που πρέπει. Λέει λοιπόν σε κάποιο σημείο της «Κλίμακός» του (λόγος δ΄, 41) ότι «εκείνος που στίς συζητήσεις επιθυμεί να επιβάλλει τη γνώμη του, η οποία μπορεί να είναι και ορθή, ας γνωρίζει ότι νοσεί από τη νόσο του διαβόλου, (δηλαδή από την υπερηφάνεια)». Ο άγιος αποκαλύπτει την καρδιά του ανυπάκοου!

Θα πει κανείς: άλλο το μοναστήρι και άλλο ο χριστανισμός στον κόσμο. Σ’ έναν βαθμό πράγματι τούτο ισχύει. Όχι όμως στις βασικές αρχές και στον κεντρικό στόχο. Διότι ένας είναι ο Χριστός, μία είναι η Εκκλησία, μία είναι η πνευματική ζωή, η οποία διακλαδίζεται απλώς σε πολλά μονοπάτια. Ο ίδιος ο Κύριος έλεγε: «ἅ λέγω ὑμῖν, πᾶσι λέγω». Συνεπώς, αυτό που ισχύει σ’ ένα μοναστήρι για την ενότητά του, αυτό που ισχύει και σε μία οικογένεια – μπορεί να διαφυλαχθεί η ενότητά της όταν δεν μπορεί να υπάρξει μία κατεύθυνση από τον υπεύθυνο γονέα ιδίως στην παρουσία ενός προβλήματος; - αυτό ισχύει και στην Εκκλησία μέσα στον κόσμο. Μπορεῖ να υπάρχουν και να ακούγονται πολλές φωνές, αλλά εκείνο που πρέπει να υπερισχύσει και να γίνει αποδεκτό, με τον τρόπο της ταπεινής αγάπης, είναι η φωνή των υπευθύνων της Εκκλησίας, η φωνή του «ηγουμένου». Κι αυτοί είναι οι Ιεράρχες, πολύ περισσότερο η Σύνοδος των Ιεραρχών, γιατί αυτοί καλούνται να είναι η φωνή σύνολης της Εκκλησίας, κλήρου και λαού. Η ευθύνη που έχουν τους ανεβάζει κατ’ ανάγκην σε παραπάνω επίπεδο: κατά τον όσιο Σωφρόνιο ο έχων την ευθύνη φωτίζεται ιδιαιτέρως από τον Θεό, η δε ευθύνη των υπολοίπων, κληρικών και λαϊκών, είναι με ταπείνωση και αγάπη να αποδεχτούν την προτροπή και τις προτάσεις τους. Εκεί όντως πιστεύουμε ότι λειτουργεί το μυστήριο της υπακοής, εκεί έχουμε τη χάρη του Θεού, εκεί υπερβαίνεται το όποιο πρόβλημα. Γιατί; Διότι όπως το είπαμε και παραπάνω εκεί υπάρχει η ταπείνωση. Κι όπου ταπείνωση κατά το πρότυπο του Χριστού εκεί και η χάρη και ο Θεός.

Κριτήριό μας ως χριστιανών είναι η ταπείνωση και η αγάπη. Όπου ελλείπουν αυτά τα στοιχεία χριστιανισμός και Θεός δεν υπάρχουν. Τι να την κάνει κανείς μία ομολογία Χριστού που συνοδεύεται από φωνές και ύβρεις, από ισχυρογνωμοσύνες και εχθρότητες, αφού έχει φυγαδευτεί ο Χριστός, ο Οποίος μας λέει σε όλους τους τόνους ότι «πρᾶός εἰμι καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ»; Ίσως θα πρέπει πιο συχνά να θυμόμαστε αυτό που συνιστά ο απόστολος Παύλος στους Κορινθίους με αφορμή τη βρώση ή όχι των ειδωλοθύτων: «ὁ ἐσθίων τόν μή ἐσθίοντα μή ἐξουθενείτω, ὁ δέ μή ἐσθίων τόν ἐσθίοντα μή κρινέτω». Διότι «κατανοῶμεν ἀλλήλους εἰς παροξυσμόν ἀγάπης» (απ. Πέτρος). Μήπως τελικά ευρισκόμενοι μέσα στην Εκκλησία  υπάρχουν φορές που χάνουμε την όραση του μοναδικού σωτήριου γεγονότος στη ζωή μας: να προσβλέπουμε στον Χριστό, που θα πει να είμαστε γαντζωμένοι πάνω στις άγιες εντολές Του;


 (Με τα ίδια τα λόγια του αγίου Σωφρονίου: «Πώς μπορούμε να ενεργούμε, ώστε όλα να γίνονται σύμφωνα με το θέλημα του Θεού; Μέσα στο μοναστήρι το βάρος πέφτει στον ηγούμενο... Ο ηγούμενος μας λέει για παράδειγμα ένα πράγμα με το οποίο «λογικά» δεν συμφωνούμε. Σε αυτή την περίπτωση όμως το να κόψουμε το δικό μας θέλημα είναι πολύ χρήσιμο. Γιατί;  Διότι η Θεία Πρόνοια είναι τέτοια, που η διαταγή του ηγουμένου δεν εξαρτάται από την ανθρώπινη λογική, γι’  αυτό ο Θεός μπορεί να την «οδηγήσει» στο καλό... Αντίθετα, όταν ενεργούμε με τη δική μας λογική, ο Θεός αποσύρεται και τα πράγματα δεν καταλήγουν στο ποθούμενο αποτέλεσμα. Λοιπόν, να υποχωρείτε ενώπιον του ηγουμένου. Στην περίπτωση αυτή προστατεύεσθε, και η θέλησή σας δεν εκπληρώνεται∙ αντίθετα, ο Θεός θα φέρει τα πράγματα μ’  έναν τρόπο πιο ευνοϊκό απ’  ό,τι αν ενεργούσατε με τη δική σας λογική. Πρέπει λοιπόν να διατηρείτε αυτή την εμπιστοσύνη προς τον ηγούμενο» («Οἰκοδομώντας τόν Ναό τοῦ Θεοῦ μέσα μας καί στούς ἀδελφούς μας», τόμ. Α΄, σελ. 108)).