Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤΑΥΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤΑΥΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 14 Σεπτεμβρίου 2023

Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΥΨΩΣΙΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΚΑΙ ΖΩΟΠΟΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

Η μεγάλη Δεσποτική εορτή της υψώσεως του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού δεν αποτελεί εορτή μίας μόνο ημέρας ή έστω μερικών μόνο ημερών με κέντρο αυτήν αλλά χαρακτηρίζει ολόκληρη τη ζωή της Εκκλησίας. Κι αυτό γιατί ο Σταυρός αποτελεί το κατεξοχήν σύμβολο της χριστιανικής πίστεως, την «καθέδραν της ορθοδόξου θεολογίας» κατά πιο πατερική έκφραση, που σημαίνει πως οτιδήποτε στην Εκκλησία κατανοείται σε σχέση με τη Σταυρική θυσία Εκείνου που απεστάλη από τον Θεό Πατέρα ακριβώς για να υψωθεί στον Σταυρό και να ελκύσει με τον τρόπο αυτόν κοντά Του όλα τα έθνη. «Καγώ εάν υψωθώ από της γης πάντας ελκύσω προς εμαυτόν». Θείος μαγνήτης ο Σταυρός, δηλαδή ο επ’ αυτού ανυψωθείς ως άνθρωπος Υιός και Λόγος του Θεού, από την ελκτική δύναμη του Οποίου δεν μπορεί να αντιδράσει κάθε καλοπροαίρετος άνθρωπος όπου γης.

Τρεις είναι οι κύριες διαστάσεις της μεγάλης αυτής εορτής: η ιστορική, η θεολογική, η πνευματική.

Η ιστορική διάσταση πρώτον, διότι την αφορμή ώστε να καθιερωθεί η συγκεκριμένη εορτή την έδωσε και το όραμα του Μ. Κωνσταντίνου με το «εν τούτω νίκα» πριν από τη μάχη με τον συνάρχοντά του Μαξέντιο, οπότε πιστεύοντας στο όραμα του Σταυρού οπλίστηκε κι αυτός και το στράτευμά του με πολλή δύναμη και νίκησε τον αντίπαλό του∙ και η θαυμαστή εύρεση του τιμίου Σταυρού με τις ανασκαφές της αγίας Ελένης στα Ιεροσόλυμα, γεγονός που οδήγησε στην πρώτη ύψωσή Του (4ος αι.)∙ και η επαναφορά του Σταυρού από τον αυτοκράτορα Ηράκλειο (αρχές 7ου αι.), όταν εξεστράτευσε νικηφόρα κατά των Περσών που Τον είχαν διαρπάσει, γεγονός που οδήγησε στη δεύτερη ύψωσή Του και στα Ιεροσόλυμα και στην Κωνσταντινούπολη.

Η θεολογική διάσταση έπειτα, η οποία κατεξοχήν αυτή μάς εξηγεί γιατί ο Σταυρός συνιστά «την θύραν του Παραδείσου» και «την καθέδραν της ορθοδόξου θεολογίας» όπως είπαμε και παραπάνω. Και τι κηρύσσει η Εκκλησία μας για το θεολογικό βάθος του Σταυρού, χωρίς τον Οποίο  η σωτηρία για τον άνθρωπο ως αποκατάσταση της σχέσεώς του με τον Θεό θα ήταν ανύπαρκτη;

 α. Ότι ο Σταυρός ως η αποκορύφωση των Παθών του Κυρίου δεν μπορεί να κατανοηθεί με τις ανθρώπινες δυνάμεις, είτε τις λογικές είτε τις ψυχολογικές είτε τις συναισθηματικές και τις λοιπές. Προς κατανόησή Του απαιτείται η χαρισματική δύναμη της πίστεως, η δύναμη δηλαδή ενός μέλους της Εκκλησίας που έχει ενσωματωθεί διά του αγίου βαπτίσματος στο μυστικό σώμα του Χριστού, ώστε να μπορεί με πνευματικούς οφθαλμούς να «δει» ό,τι δεν φαίνεται αισθητά και το μυστήριο που περικλείει: την άπειρη αγάπη του Δημιουργού που δεν διστάζει προκειμένου να σώσει το αγαπημένο πλάσμα Του να γίνει άνθρωπος και μάλιστα να υποστεί την πιο εξευτελιστική τιμωρία και τον πιο αποτρόπαιο θάνατο, τον σταυρικό. Με τα λόγια του αγίου Ιωάννου του Ευαγγελιστού «τόσο πολύ αγάπησε ο Θεός τον κόσμο ώστε τον Υιό Του τον μονογενή έδωσε, με σκοπό κάθε ένας που πιστεύει σ’ Αυτόν να μη χαθεί αλλά να έχει ζωή αιώνιο» - αγάπη έτσι σημαίνει παράδοση και θυσία για χάρη του άλλου χωρίς κανένα αντάλλαγμα. Κι ακόμη να «δει» μαζί με την απειρία της αγάπης του Θεού μας και την άβυσσο της ανθρώπινης αμαρτίας, τέτοιας που οδήγησε σε θάνατο την ίδια τη Ζωή! Ο άνθρωπος που επαναστάτησε κατά του Δημιουργού του, (το προπατορικό λεγόμενο αμάρτημα), δεν παρεξέκλινε απλώς από κάποιο μονοπάτι ούτε κι έχασε κάτι δευτερεύον για τη ζωή του∙ έχασε τον Δρόμο της Ζωής κι οδηγήθηκε στο σκότος του θανάτου – η ζωή του μετά την αμαρτία του ήταν μία ζωή εν θανάτω.

β. Με τον Σταυρό του Κυρίου που αποκορυφώνει το Πάθος Του η αμαρτία του ανθρώπου αίρεται, εξαφανίζεται, γιατί τη σηκώνει επάνω Του ο ενανθρωπήσας Θεός. Ο Κύριος είναι «ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου», που θα πει ότι εν Αυτώ το χάσμα που χώριζε Θεό και άνθρωπο δεν υφίσταται πια. Με τον Χριστό που μας προσέλαβε στην ανθρώπινη φύση Του ο άνθρωπος είδε και πάλι Θεού πρόσωπο. Αν μπορούμε να ατενίσουμε τον Θεό μας είναι γιατί ήρθε Εκείνος που έδωσε τα μάτια Του ώστε να γίνουν και δικά μας μάτια – η όραση Εκείνου συνιστά και την όραση του Θεού Πατέρα: «ο εωρακώς εμέ εώρακε τον Πατέρα». Μετά τον Σταυρό επομένως και την Ανάσταση που ακολουθεί δεν υπάρχει αμαρτία ασυγχώρητη. Όποιος επικαλεστεί το πλήθος και το βάρος των αμαρτιών του για να μην προχωρήσει σε σχέση με τον Θεό βλασφημεί κυριολεκτικά τον Κύριο και το Πάθος Του – δεν δέχεται τη διαγραφή του χρέους από Εκείνον στον οποίο αναφέρεται κάθε χρωστούμενη αμαρτία, αρνείται να πιστέψει συνεπώς και στο άπειρο μέγεθος της αγάπης Του. Κι αυτό αποτελεί τη βλασφημία του αγίου Πνεύματος, η οποία δεν βρίσκει συγχώρηση ποτέ, κατά τον λόγο του Κυρίου.

Κι είναι τέλος η πνευματική διάσταση του Σταυρού, χωρίς την οποία πράγματι η όποια θεολογική διακήρυξη παραμένει χωρίς αντίκρυσμα και καταντά ιδεολογική πρόταση. Τι εννοούμε; Αν ο Σταυρός δεν γίνει γεγονός της ζωής του ανθρώπου, αν ο πιστός δεν ζει σταυρικά κατά το πρότυπο του Κυρίου και των αγίων Του αποστόλων και μαθητών, τότε η πίστη δεν είναι χριστιανική. Όταν ο ίδιος ο Κύριος χαρακτηρίζει ως μαθητή Του εκείνον που Τον ακολουθεί απαρνούμενος τον εγωιστικό εαυτό του και αίροντας τον σταυρό της αγάπης, τότε ποιος χωρίς τα χαρακτηριστικά αυτά μπορεί να ονομαστεί μαθητής Του; «Όποιος θέλει να με ακολουθήσει», είπε, «ας απαρνηθεί τον εαυτό του και ας σηκώσει τον σταυρό του και ας με ακολουθεί». Χριστιανός σημαίνει σταυρωμένος άνθρωπος δηλαδή, όπως εξέφρασε το βίωμά του αυτό και ο μέγιστος των αποστόλων Παύλος: «Έχω σταυρωθεί μαζί με τον Χριστό, γι’ αυτό και δεν ζω πια εγώ, ζει μέσα μου ο Χριστός». Κι ας μην ξεχνάμε βεβαίως το αυτονόητο: η κεντρική εντολή του Χριστού από την οποία εξαρτάται η χριστιανική μας ποιότητα και αυτοσυνειδησία μας είναι το «αγαπάτε αλλήλους». Κι αυτήν την αγάπη ο Χριστός μάς την μέτρησε με την αγάπη του Ίδιου: «καθώς εγώ σας αγάπησα». Ο Σταυρός είναι το μέτρο της αγάπης του χριστιανού, γι’ αυτό και μόνον σταυρικά πορεύεται, κάτι που πήρε ως δύναμη εφαρμογής από την ώρα που βαπτίστηκε - το βάπτισμα τι άλλο είναι παρά η μετοχή του ανθρώπου στον θάνατο και την ανάσταση του Χριστού, δηλαδή ο άνθρωπος «δομήθηκε» πάνω στον «άξονα» του Σταυρού!

Ο χριστιανός λοιπόν εορτάζει τον Σταυρό όταν πορεύεται με πνευματικό σταυρικό τρόπο: με πίστη και αληθινή αγάπη. Χωρίς την πορεία αυτή η όποια ιστορική γνώση του ή η όποια θεολογική κατάρτισή του μένει μετέωρη, για να μην πούμε ότι γίνεται και δαιμονική. Διότι «και τα δαιμόνια πιστεύουν και φρίσσουν» μπροστά στον Θεό. 

Κυριακή 22 Μαρτίου 2020

"Χαῖρε Ἁγίων ἅγιον βλέμμα"


(Χαῖρε Σταυρέ, πού εἶσαι τό ἅγιο βλέμμα τῶν Ἁγίων)
Ἕνας ἀπό τούς πιό βαθεῖς καί ὡραίους λόγω τῆς ἐποπτικότητάς του  στίχους ἀπό τήν ἀκολουθία τῶν Χαιρετισμῶν γιά τόν Τίμιο Σταυρό τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, παρμένος ἀπό τήν τέταρτη στάση τῶν συγκεκριμένων Χαιρετισμῶν (πού ἀκούγονται καί τήν ἡμέρα τῆς παγκόσμιας Ὕψωσης τοῦ Σταυροῦ ἀλλά καί τήν ἡμέρα τῆς Σταυροπροσκυνήσεως ὡς μέσον τῆς ψυχωφελοῦς Σαρακοστῆς) εἶναι ὁ παραπάνω, ὁ ὁποῖος μᾶς δίνει τήν ὀπτική τοῦ Σταυροῦ μ’ ἕναν διαφορετικό τρόπο ἀπό πολλούς ἄλλους. Τί ἐννοοῦμε; Ἐνῶ δηλαδή οἱ περισσότεροι χαιρετισμοί μᾶς ἀποκαλύπτουν τό θεολογικό βάθος τῆς Σταυρικῆς θυσίας τοῦ Κυρίου: δι’ Αὐτοῦ νικήθηκε καί καταπατήθηκε ἡ ἁμαρτία, ὁ θάνατος καί ὁ πονηρός διάβολος, (ὁπότε ὁ Σταυρός ἔγινε ἡ «θύρα τοῦ Παραδείσου» καί τό ὀξυγόνο ζωῆς πού μᾶς πρόσφερε ὁ Κύριος γιά νά μποροῦσε νά ἀναπνέουμε καί νά ζοῦμε σ’ ἕναν κόσμο πού προκαλοῦσε ἀσφυξία στόν ἄνθρωπο), ὁ συγκεκριμένος μᾶς φέρνει στή θέση ἑνός ἁγίου τῆς Ἐκκλησίας καί μᾶς δίνει τή δυνατότητα νά δοῦμε πῶς θεᾶται καί βλέπει τά πράγματα ὁ πραγματικός καί συνεπής πιστός – αὐτός δέν εἶναι ὁ ὁρισμός τοῦ ἁγίου; Πῶς βλέπουμε μέ τά σύγχρονα τεχνικά μέσα νά «ζουμάρει» ὁ φακός στό πρόσωπο ἑνός ἀνθρώπου, ἑνός ἠθοποιοῦ γιά παράδειγμα στόν χῶρο τοῦ κινηματογράφου, κι ἀκόμη περισσότερο νά μᾶς φέρνει στή θέση του, ὥστε νά βλέπουμε μέσα ἀπό τά μάτια του, ἔτσι καί ὁ προκείμενος στίχος: μᾶς φέρνει στό σημεῖο νά δοῦμε κι ἐμεῖς τόν κόσμο ὅπως τόν βλέπει ἕνας ἅγιος.
Καί τί μᾶς ἀποκαλύπτει ὁ ἅγιος ποιητής, φανερώνοντας καί ἐκείνου τό πνευματικό ὕψος καί τόν ἀσκητικό ἀγώνα; Ὅτι τό βλέμμα ἑνός ἁγίου, γι’ αὐτό καί εἶναι «ἅγιον βλέμμα», βλέπει ἀδιάκοπα τόν Σταυρό - ὁ Σταυρός ἀποτελεῖ τή διόπτρα μέσω τῆς ὁποίας θεᾶται τόν κόσμο ὁ ἅγιος σταυρικά. Κι ἐννοεῖται βεβαίως ὅτι δέν μιλᾶμε γιά μία «διόπτρα» ἐξωτερική, σάν τά γυαλιά πού φορᾶμε, ἀλλά γιά μία «διόπτρα» ἐσωτερική, πού θά πεῖ καρδιακή καί ψυχική. Μέ ἄλλα λόγια, ὁ ἅγιος βλέπει τόν κόσμο μέσα ἀπό τίς προϋποθέσεις τῆς καρδιᾶς του, κι ἐπειδή τόν Σταυρό ζεῖ καί πάνω σ’ αὐτόν «ἀναπαύεται», ἀντιστοίχως καί ἀναλόγως ἔχει καί τή θέαση τῶν πάντων μέσα στόν κόσμο τοῦτο. (Αὐτό πρέπει νά ποῦμε παρενθετικά συμβαίνει μέ ὅλους τούς ἀνθρώπους: βλέπουμε τόν κόσμο ἀνάλογα μέ τό περιεχόμενο τῆς καρδιᾶς μας, ὁπότε ὅ,τι κυριαρχεῖ μέσα μας αὐτό καί προβάλλουμε καί βλέπουμε καί πρός τά ἔξω μας, γι’ αὐτό καί τόσες θεάσεις τοῦ κόσμου, ὅσες καί οἱ ἄνθρωποι μέ τά δεδομένα τῶν παθῶν τους, ψεκτῶν ἤ ἐνθέων).
Τό τί σημαίνει τώρα νά ζεῖ κανείς τόν Σταυρό καί ἀντιστοίχως νά βλέπει σταυρικά τόν κόσμο μᾶς πηγαίνει καί στά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί στόν πνευματικό ἀγώνα πού καθορίζει ἡ ἴδια. Γιατί ἡ ἔνταξη τοῦ ἀνθρώπου στήν Ἐκκλησία – νά γίνει κανείς μέλος Χριστοῦ - σηματοδοτεῖται ἀπό τή συμμετοχή του καταρχάς στόν θάνατο καί στήν ἀνάσταση τοῦ Κυρίου διά τοῦ μυστηρίου τοῦ βαπτίσματος, ἡ πορεία τοῦ χριστιανοῦ πιά σηματοδοτεῖται στή συνέχεια ἀπό τήν ἐν μετανοίᾳ συμμετοχή του στό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας πού ἔχει σταυρικό (καί ἀναστάσιμο ἀσφαλῶς) κι αὐτό χαρακτήρα, ἀλλά καί ἡ ἴδια ἡ προϋπόθεση τῆς μετανοίας συνιστᾶ τόν σταυρικό πνευματικό ἀγώνα κατά τῶν ἐγωιστικῶν παθῶν πού θέτουν φράγμα στόν ἄνθρωπο νά δεχτεῖ καί νά νιώσει τή χάρη τοῦ Θεοῦ.
Τά παραπάνω μέ ἄμεσο τρόπο κατανοοῦνται εὐθύς ὡς σκεφτεῖ κανείς ὅτι ὁ χριστιανός ἀποτελεῖ «μίμημα Χριστοῦ», συνεπῶς ὅ,τι παρουσίαζε ὁ Χριστός ὡς ζωή Του (κι ὁ Σταυρός σφραγίζει τήν ὅλη πορεία Του ἀπαρχῆς μέχρι τέλους) τό ἴδιο καλεῖται νά παρουσιάζει καί κάθε χριστιανός στή δική του ζωή: νά εἶναι δηλαδή ἕνας Χριστός μέσα στόν κόσμο. Γι’ αὐτό καί ὁ Σταυρός δέν ἀποτελεῖ μία ἰδιαιτερότητα γιά τόν χριστιανό ἤ ἕνα ἔκτακτο γεγονός στόν δρόμο του, ἀλλά αὐτό πού χαρακτηρίζει καί συνοδεύει τή ζωή του, πού θά πεῖ ὅτι χριστιανός πού δέν εἶναι σταυρωμένος μαζί μέ τόν Χριστό δέν εἶναι χριστιανός. Τυχαῖα ἡ Ἐκκλησία μας, ἰδίως τήν περίοδο τῆς Σαρακοστῆς (πού ἀποτελεῖ τύπο ὅλης τῆς ζωῆς μας), μᾶς καλεῖ νά συσταυρωθοῦμε μέ τόν Κύριο, ὥστε νά ζοῦμε ἀληθινά μέ χάρη Θεοῦ, δηλαδή ἀναστημένα καί μεῖς σάν κι Αὐτόν;
  Ἐκεῖνος πού ἐξίσου μέ ἄμεσο καί δεδομένο τρόπο μᾶς ἀποκαλύπτει τήν πραγματικότητα αὐτή εἶναι καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ἰδίως μέ τή γνωστή φράση του «Χριστῷ συνεσταύρωμαι, ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός». Ζεῖ μέσα του ὁ Χριστός, λέει ὁ ἀπόστολος, ὁ Χριστός ἀποτελεῖ τήν ταυτότητά του, γιατί ὁ ἴδιος ὡς πιστός ζεῖ σταυρωμένα. Καί αὐτονόητα τό σταυρωμένα σημαίνει μέ θυσιαστική ἀγάπη, γιατί αὐτήν τήν ἀγάπη, τήν ἀπόλυτη καί χωρίς ὅρια γιά ὅλους, ἔζησε ὁ Κύριος. «Καθώς ἠγάπησα ὑμᾶς», εἶναι ἐκεῖνο στό ὁποῖο μᾶς προσανατολίζει, γι’ αὐτό καί Σταυρός σημαίνει ἀγάπη, τόν Σταυρό ζοῦν ὅλοι οἱ ἅγιοι ὡς ἀγάπη, τόν Σταυρό βλέπουν μέσα ἀπό τά μάτια τους, δηλαδή τό βλέμμα τους εἶναι βλέμμα ἀνιδιοτέλειας καί ἀγάπης. Ἄραγε, πόσο «ἅγιο» εἶναι καί τό δικό μας βλέμμα;   

Σάββατο 14 Μαρτίου 2015

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ´ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΩΣ)

  

Την τρίτη Κυριακή των Νηστειών η Εκκλησία μας προβάλλει στους πιστούς της τον Σταυρό του Κυρίου. Κατά το συναξάρι της ημέρας: «Επειδή με τη σαρανταήμερη νηστεία, κατά κάποιο τρόπο σταυρωνόμαστε και εμείς με τη νέκρωση από τα πάθη, κι έχουμε μια αίσθηση πικρίας με το να μας δημιουργείται ακηδία και κατάπτωση, μπαίνει μπροστά μας ο τίμιος και ζωοποιός Σταυρός, σαν αναψυχή και στήριγμά μας, και σαν υπόμνηση του Πάθους του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και παρηγοριά: αν ο Θεός μας σταυρώθηκε για μας, πόσα πρέπει να κάνουμε εμείς για χάρη Του; Ανακουφιζόμαστε λοιπόν από τους κόπους μας, με την παράθεση των δεσποτικών θλίψεων και με την υπόμνηση και ελπίδα της δόξας που ήρθε μέσα από τον Σταυρό». Κι είναι πράγματι μία επιπλέον ευκαιρία που δίνει η Εκκλησία για να προβληματιστούμε πάνω στο μέγιστο μυστήριο της Σταυρικής Θυσίας του Κυρίου μας.

1. Ο Σταυρός του Χριστού: ιστορικό γεγονός.

Στο Σύμβολο της Πίστεως, εκεί που αναφέρεται στον Σταυρό του Κυρίου, λέει: «Σταυρωθέντα τε υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου». Ο Χριστός σταυρώθηκε στην Ιουδαία επί της ηγεμονίας του Ποντίου Πιλάτου. Η σταύρωση δηλαδή έχει ιστορικές συντεταγμένες. Δεν αποτελεί ένα μύθευμα – συνέβη «μια φορά κι έναν καιρό», δηλαδή ποτέ. Ούτε πάλι κατανοείται ως πιθανή ψευδαίσθηση ορισμένων πιστών. Πρόκειται για γεγονός της ιστορίας, που προκαλεί τον οιονδήποτε, πιστό ή αμφισβητία, να ερευνήσει το γεγονός, να το ψηλαφήσει με ανθρώπινα μέσα, να το εντάξει μέσα σε ευρύτερα πλαίσια. Με άλλα λόγια, η αποδοχή της ιστορικότητας του Ιησού Χριστού και των παθών Του είναι αναμφισβήτητη. Μόνον κακοπροαίρετοι και ελλειμματικοί κατά τον νου προκαλούν ερωτηματικά πάνω στα αυτονόητα. Η ίδια η ιστορία όμως τους διαψεύδει. Ο Χριστός έπαθε «επί Ποντίου Πιλάτου».
Για τους πιστούς όμως υπάρχει και η οραματική επιβεβαίωση του γεγονότος της Σταύρωσης και από πολλούς αγίους. Δεν είναι λίγοι οι άγιοι που «είδαν» με τη χάρη του Θεού τα γεγονότα του Πάθους.  Θυμόμαστε για παράδειγμα το περιστατικό του Γεροντικού με τον όσιο Ποιμένα. Σε έκσταση ευρισκόμενος αλλοιώθηκε το πρόσωπό του, ενώ δάκρυα το αυλάκωναν πυκνά. Και πιεζόμενος από τους μαθητές του ομολόγησε: «Ήμουν κάτω από τον Σταυρό του Κυρίου με την Παναγία Μητέρα Του και τον άγιο Ιωάννη. Πόσο θα ήθελα διαρκώς να κλαίω έτσι μαζί τους!» Παρόμοιο όραμα – και όχι μία μόνο φορά – έζησε και ο μεγάλος άγιος Γέροντας της εποχής μας π. Πορφύριος. Κι εκείνος Μεγάλη Πέμπτη βράδυ, αλλά και άλλη φορά, «είδε» τον Εσταυρωμένο και συγκλονισμένος, τόσο που δεν μπορούσε να συνεχίσει την ακολουθία, έζησε στιγμές από το άγιο Πάθος Του.

2. Ο Σταυρός: μυστήριον μέγα.

Αν όμως η ιστορικότητα της Σταύρωσης του Κυρίου είναι αναμφισβήτητη, εκείνο που δημιουργεί πρόβλημα αποδοχής είναι το είδος του σταυρικού μαρτυρίου του Χριστού. Το μαρτύριο του Χριστού δεν είναι κάτι το εξωτερικό: βάσανα που φαίνονται. Τέτοια βάσανα σωματικής μορφής πέρασαν άνθρωποι, προ Χριστού και μετά Χριστόν. Το μαρτύριο του Χριστού είναι ποιοτικό, έχει δηλαδή βάθος που δεν μπορεί να προσεγγιστεί παρά μόνον με την πίστη. Διότι επάνω στον Σταυρό δεν πάσχει ένας άνθρωπος, αλλ’ ο ίδιος ο Υιός του Θεού ως άνθρωπος.
Η εν πίστει προσέγγιση – δείγμα της χάρης του Θεού – διανοίγει τους οφθαλμούς της καρδιάς για να δει ο άνθρωπος την πραγματικότητα: την άρση της αμαρτίας του κόσμου από τον Χριστό. Ο Χριστός πάνω στον Σταυρό «αίρει την αμαρτίαν του κόσμου», γεγονός που σημαίνει ότι καταργείται για τον άνθρωπο «το σώμα της αμαρτίας» - δεν αμαρτάνει αναγκαστικά πια ο άνθρωπος – και συμφιλιώνεται με τον Θεό. Με τον Σταυρό του Χριστού έτσι διανοίχτηκε η κλειστή θύρα της Βασιλείας των Ουρανών. Ο Ουρανός έγινε φιλικός και πάλι προς αυτόν. Ό,τι έχασε ο άνθρωπος από την ανυπακοή των πρωτοπλάστων, το κέρδισε πολύ περισσότερο τώρα, με τη μέχρι θανάτου υπακοή του Χριστού, του νέου Αδάμ. «Παρ’ ότι ήμασταν εχθροί με τον Θεό, μας συμφιλίωσε μαζί Του ο σταυρικός θάνατος του Υιού Του…Κι όπως η παρακοή του ενός ανθρώπου έκανε όλη την ανθρωπότητα αμαρτωλή, έτσι και με την υπακοή του ενός θα αναγνωριστούν όλοι δίκαιοι από τον Θεό» (Ρωμ. 5, 10. 19). «Άρα ουκέτι εστέ ξένοι και πάροικοι, αλλά συμπολίται των αγίων και οικείοι του Θεού» (Εφ. 2, 19).
Η άρση της αμαρτίας του κόσμου δεν σχετίζεται με ορισμένες μόνον εποχές. Ο Χριστός «αίρει την αμαρτίαν» σύμπαντος του κόσμου: του προ Αυτού, του κατά την εποχή Του και του μετά από Αυτόν. Έτσι δεν υπάρχει κανείς που να μην είναι ενταγμένος στην κίνηση αγάπης Του, ενώ, ακριβώς γι’ αυτό, δεν υπάρχει αμαρτία ασυγχώρητη. Εκείνος που θα επικαλεστεί μετά τη σταύρωση του Κυρίου τις πολλές και μεγάλες αμαρτίες του για να δικαιολογήσει την απομάκρυνσή του από τον Θεό, ουσιαστικά βλασφημεί τον Σταυρό Εκείνου. Είναι ευνόητο μετά τα παραπάνω ότι οποιαδήποτε λογική προσπάθεια κατανοήσεως του μαρτυρίου του Χριστού διαστρέφει το μαρτύριο και το πάθος Του. Διότι το υποβαθμίζει σε κάτι το φυσικό και ανθρώπινο μόνο. Ο Σταυρός του Χριστού, που αποκορυφώνει το όλος πάθος της ζωής Του, είναι μυστήριο μεγάλο. Αποτελεί θέα των πιστών που κατ’ αναλογία της πίστεώς τους βιώνουν τη χάρη του Θεού μέσα στην καρδιά τους.

3. Ο Σταυρός: φανέρωση της αγάπης του Θεού.

Η αποδοχή του Σταυρού του Κυρίου ως μυστηριακού γεγονότος οδηγεί στην υπέρβαση της παγίδας των «αναλύσεων». Οι αναλύσεις σχετικοποιούν το μυστήριο του Σταυρού και το υποβιβάζουν, όπως είπαμε, στο επίπεδο της ανθρώπινης λογικής. Στην παγίδα αυτή δυστυχώς έπεσαν στο παρελθόν η Δυτική θεολογία και όσοι από τους ορθοδόξους θεολόγησαν με Δυτικά κριτήρια. Δεν ξεχνάμε για παράδειγμα την προσπάθεια του Ανσέλμου Κανταουρίας, που προβληματιζόταν πάνω στο ερώτημα «γιατί έγινε άνθρωπος ο Θεός και γιατί έπαθε». Και η απάντηση που έδινε αποκάλυπτε τη δικανική- νομική κατανόηση της σωτηρίας του ανθρώπου από τον Θεό: να εξιλεωθεί ο Θεός με το πάθος του Υιού Του.
Η ορθόδοξη Εκκλησία απέφυγε τον πειρασμό. Προβληματίστηκε μόνο πάνω στο «έδει παθείν τον Χριστόν», έπρεπε να πάθει ο Χριστός, που σήμαινε γι’ αυτήν κυρίως δύο πράγματα: 1. Το μέγεθος της αμαρτίας του ανθρώπου, τέτοιας που η διδασκαλία μόνη του Χριστού ή και τα θαύματά Του δεν ήταν ικανά προς σωτηρία. Έπρεπε να θυσιαστεί για να αρθεί το χάσμα που η αμαρτία είχε θέσει μεταξύ ανθρώπου και Θεού. 2. Την άπειρη αγάπη του Θεού, που δεν διστάζει να θυσιάσει και τον μονογενή Του Υιό για να σωθεί ο κόσμος. «Ούτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον Υιόν Αυτού τον μονογενή έδωκεν, ίνα πας ο πιστεύων εις Αυτόν μη απόληται, αλλ’ έχη ζωήν αιώνιον» (Ιωάν. 3, 16).
Ο προβληματισμός πάνω στην αγάπη του Θεού έθετε για την Ορθόδοξη Εκκλησία και το θέμα της δικαιοσύνης Του. Η δικαιοσύνη του Θεού φανερώθηκε στον Σταυρό ως αγάπη, που σήμαινε κατ’ άνθρωπον αδικία. Και τούτο γιατί ανθρώπινα δεν μπορεί να νοηθεί η καταδίκη του αθώου – του Χριστού που πάσχει υπέρ του αμαρτωλού κόσμου -  και η δικαίωση των ενόχων – των ανθρώπων που απαλλάσσονται από την καταδίκη. Η ανθρώπινη δικαιοσύνη απαιτεί το αντίθετο: την καταδίκη του ενόχου και την απαλλαγή του αθώου. Έτσι με τον Σταυρό ιδίως του Χριστού διαπιστώθηκε ότι η θεία δικαιοσύνη δεν λειτουργεί με τα μέτρα τα ανθρώπινα. Αν λειτουργούσε έτσι, το ανθρώπινο γένος θα έπρεπε λόγω της αμαρτίας του να αφανιστεί. Ευτυχώς για εμάς μέτρο της δικαιοσύνης του Θεού είναι η άπειρη αγάπη Του.
Η πατερική παράδοση επεσήμανε την αλήθεια αυτή, όπως για παράδειγμα την εκφράζει ο μεγάλος Ισαάκ ο Σύρος: «Μην ονομάζεις τον Θεό δίκαιο. Διότι η δικαιοσύνη του Θεού δεν γνωρίζεται στα έργα σου… Πώς θα ονομάσεις τον Θεό δίκαιο, όταν διαβάζεις στο ευαγγέλιο για τον μισθό των εργατών; Φίλε, λέγει, δεν σε αδικώ, θέλω να δώσω και σ’ αυτόν τον τελευταίο όσα έδωσα και σ’ εσένα. Εάν ο οφθαλμός σου είναι πονηρός, όμως εγώ είμαι αγαθός. Πώς θα ονομάσει κανείς δίκαιο τον Θεό, όταν διαβάζει στο ευαγγέλιο τα περί του ασώτου υιού, που εσκόρπισε τον πατρικό πλούτο σε ασωτείες, και όταν έδειξε μόνο κατάνυξη, πώς έτρεξε ο πατέρας και έπεσε στον τράχηλό του, και του έδωσε εξουσία πάνω σ’ όλον τον πλούτο…Πού είναι η δικαιοσύνη του Θεού; Διότι ήμασταν αμαρτωλοί, και ο Χριστός απέθανε για χάρη μας;»

4. Ο Σταυρός: κλήση προς μετοχή.

Η απορροή τόσων μεγάλων δωρεών για τον άνθρωπο από τον Σταυρό του Χριστού -  κατάργηση της αμαρτίας, συμφιλίωση με τον Θεό, επανένταξη στη Βασιλεία του Θεού – είναι γνωστό ότι προϋποθέτει και την αποδοχή του ανθρώπου. Αν ο άνθρωπος δεν πιστέψει στον Χριστό, αν δεν γίνει μέλος του μυστικού σώματός Του, της Εκκλησίας, οι δωρεές αυτές παραμένουν ανενέργητες γι’ αυτόν και κενές περιεχομένου. Διότι προς σωτηρία του ανθρώπου απαιτείται όχι μόνο η χάρη του Θεού, αλλά και η δική του η θέληση. Πώς λοιπόν πιο συγκεκριμένα μετέχει κανείς στο Χριστό, δηλαδή γίνεται μέτοχος των δωρεών της σταυρικής Του θυσίας;

1. Με το βάπτισμα. Το βάπτισμα αποτελεί συμμετοχή στον θάνατο και την Ανάσταση του Κυρίου. Όταν τριττώς καταδύεται και τριττώς αναδύεται ο άνθρωπος από την κολυμβήθρα, την «κοιλιά» της Εκκλησίας, συμμετέχει στον θάνατο και την Ανάσταση Εκείνου. Με τη συμμετοχή του αυτή καθαρίζεται, «πεθαίνει», από κάθε αναγκαστική ροπή αμαρτίας και βγαίνει νέος, αναστημένος άνθρωπος. Ο Χριστός γεννιέται μέσα του και γίνεται μέλος του σώματός Του. «Πραγματικά, το βάπτισμά μας σημαίνει πώς συμμετέχουμε στον θάνατο και στην ταφή του Χριστού. Κι όπως ο Πατέρας Θεός με τη δύναμή Του ανέστησε τον Χριστό από τους νεκρούς, το ίδιο κι εμείς μπορούμε να ζήσουμε μία νέα ζωή. Όπως δηλαδή ενταχτήκαμε οργανικά στο σώμα του Χριστού με μία πράξη που συμβολίζει συμμετοχή στον θάνατό του, έτσι θα συμμετάσχουμε πραγματικά και στην ανάστασή Του» (Ρωμ. 6, 4-5).

2. Με τη θεία Κοινωνία. Η μετοχή του ανθρώπου στον Σταυρό δεν σταματά με το βάπτισμα και το συνακόλουθο βεβαίως χρίσμα. Συνεχίζεται διαρκώς με την εν μετανοία μετοχή του πιστού στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Διότι η Θεία Ευχαριστία προσφέρει τη διακράτηση και την αύξηση της χάρης του Θεού, που εισήλθε στο βάθος της ψυχής διά του βαπτίσματος. Έτσι χωρίς το σώμα και το αίμα του Χριστού ο πιστός αδυνατίζει και μαραίνεται πνευματικά, που σημαίνει ότι οι δωρεές του Σταυρού με την Θεία Ευχαριστία ανανεώνονται και πολλαπλασιάζονται.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μιλώντας για τη Θεία Ευχαριστία τονίζει τον σταυροαναστάσιμο χαρακτήρα αυτής: «Όταν προσίης τω φρικτώ ποτηρίω, ως απ’ αυτής πίνων της πλευράς, ούτω προσίης», όταν προσέρχεσαι δηλαδή στο φρικτό ποτήριο, να προσέρχεσαι σαν να πίνεις από την ίδια την πλευρά του Σωτήρος.

3. Με τον αγώνα για πνευματική ζωή. Ο Χριστιανός δεν γίνεται πνευματικός, μέτοχος δηλαδή των δωρεών του Πνεύματος του Θεού, μόνο με τη συμμετοχή του στα μυστήρια. Μία τέτοια θεώρηση θα έδειχνε ότι η σωτηρία είναι αποτέλεσμα μόνο της χάρης του Θεού χωρίς την ανθρώπινη συνέργεια. Γίνεται και με τον αγώνα του για τήρηση των εντολών του Χριστού. Η τήρηση των εντολών, κυρίως της πίστεως στον Χριστό και της αγάπης στον συνάνθρωπο, τον καθιστά «ανοιχτό» στη χάρη του Θεού και του δημιουργεί τις συνθήκες ορθής μετοχής του στα μυστήρια. Η τήρηση όμως αυτή δεν είναι εύκολη. Απαιτεί σκληρό αγώνα κατά των παθών και των αμαρτιών, ακόμη δε και κατά του αρχεκάκου διαβόλου, που μας πειράζει μέσω των παθών. Έτσι η πνευματική ζωή αποτελεί κυριολεκτικά «μάτωμα» της ψυχής, δόση αίματος, κατά το «δος αίμα και λάβε Πνεύμα», μ’ ένα λόγο κατανοείται ως συσταύρωση με τον Χριστό. «Ει τις θέλει οπίσω μου έρχεσθαι, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού καθ’ ημέραν και ακολουθείτω μοι» (Λουκ. 9, 23).

Ο Σταυρός του Χριστού αποτελεί τη σωτηρία μας. Αυτός είναι η ωραιότητα της Εκκλησίας και η καθέδρα της ορθοδόξου θεολογίας. Κατά τον υμνογράφο «Σταυρός ο φύλαξ πάσης της οικουμένης, Σταυρός η ωραιότης της Εκκλησίας, Σταυρός βασιλέων το κραταίωμα, Σταυρός πιστών το στήριγμα, Σταυρός αγγέλων η δόξα και των δαιμόνων το τραύμα». Δεν έχουμε παρά να Τον ζούμε καθημερινά με τον τρόπο που είπαμε. Η καθημερινή διαπίστωσή μας θα είναι η συνεχής μεταμόρφωσή μας, όχι από πλευράς ασφαλώς φύσεως, αλλά από πλευράς τρόπου ζωής. Με τον τρόπο αυτό θα ανήκουμε και εμείς σε εκείνους που χαρμονικά θα προσμένουν το «σημείον» του Υιού του ανθρώπου, τον Σταυρό, όταν ως σύμβολό Του θα εμφανιστεί κατά τη Δευτέρα Του Παρουσία.

Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2014

Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΥΨΩΣΙΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΚΑΙ ΖΩΟΠΟΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ (14 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ)



«Ο Μέγας Κωνσταντίνος, ο πρώτος μεταξύ των χριστιανών βασιλέων, είχε κάποτε πόλεμο, όπως λένε κάποιοι ιστορικοί, στη Ρώμη κατά του Μαξεντίου, πριν να γίνει αυτοκράτορας. Άλλοι ιστορικοί όμως λένε ότι είχε πόλεμο κατά των Σκυθών, στον Δούναβη ποταμό. Βλέποντας δε το πλήθος των εχθρών να είναι πολλαπλάσιο του δικού του στρατεύματος, διακατεχόταν από απορία και φόβο. Ευρισκόμενος λοιπόν σε μία τέτοια κατάσταση, φάνηκε  στον ουρανό, ενώ ήταν ακόμη ημέρα, ο τύπος του σταυρού με αστέρια, και γραφή γύρω από τον σταυρό, με ρωμαϊκά στοιχεία, κι αυτά τυπωμένα με αστέρια, που έλεγε: «Εν τούτω νίκα». Αμέσως λοιπόν έδωσε εντολή να σχεδιάσουν από χρυσό τον Σταυρό, κατά τον τύπο που του φανερώθηκε, και Αυτόν να βάλουν να προπορεύεται στο στράτευμά του. Επιτίθεται λοιπόν έτσι κατά των εχθρών και νικά, ώστε οι περισσότεροι από αυτούς να φονευτούν, οι δε άλλοι να τραπούν σε φυγή. Από το γεγονός αυτό κατάλαβε τη δύναμη του Εσταυρωμένου Χριστού, τον Οποίον πίστεψε ως αληθινό Θεό, γι’  αυτό και βαπτίστηκε στον όνομά Του. Έπειτα έστειλε τη μητέρα του αγία Ελένη στα Ιεροσόλυμα, για να βρει τον Σταυρό του Χριστού. Αυτή πράγματι Τον βρήκε κρυμμένο, μαζί με τους δύο άλλους σταυρούς, στους οποίους είχαν σταυρωθεί οι ληστές, όπως βρήκε και τα καρφιά του Σταυρού του Χριστού. Στην αρχή όμως, όταν βρήκε τους σταυρούς, απορούσε η βασίλισσα ποιος να ήταν ο Σταυρός του Κυρίου, κάτι που της απεκαλύφθη μ’ ένα θαύμα: τοποθέτησαν μία χήρα γυναίκα που έτυχε να πεθάνει εκεί πάνω στους σταυρούς, και ενώ οι δύο σταυροί των ληστών δεν έκαναν τίποτε, ο Σταυρός του Κυρίου, με το άγγιγμά Του την ανέστησε. Τον τίμιο Σταυρό λοιπόν του Κυρίου προσκύνησε η βασίλισσα, και μαζί της και όλη η Σύγκλητος. Ο λαός όμως ζητούσε και αυτός να προσκυνήσει, αλλά λόγω του πλήθους τούτο ήταν αδύνατο, οπότε ζήτησε τουλάχιστον να Τον δει. Τότε ανέβηκε ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Μακάριος πάνω στον άμβωνα και ύψωσε εκεί τον τίμιο Σταυρό, ο δε πιστός λαός κατανυγμένος άρχισε να κραυγάζει το «Κύριε, ελέησον». Έκτοτε επικράτησε να γίνεται η εορτή της υψώσεως του Σταυρού. Μετά τριακόσια χρόνια, ο αυτοκράτορας Ηράκλειος, αφού πήρε πίσω τον Σταυρό του Κυρίου, που Τον είχαν διαρπάσει οι Πέρσες, όταν κυρίευσαν τα Ιεροσόλυμα, μπήκε με Αυτόν νικηφόρος και θριαμβευτής στην Κωνσταντινούπολη, και ανύψωσε το ζωηφόρο ξύλο για δεύτερη φορά στην αγία Σοφία, ενώπιον του ζητωκραυγάζοντος λαού της Κωνσταντινουπόλεως».

Η παγκόσμια ύψωση του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού προβάλλει κάθε χρόνο ενώπιόν μας το γεγονός εκείνο με το οποίο ο άνθρωπος εισήλθε στη βασιλεία του Θεού: τη σταυρική θυσία του Κυρίου. Διότι  κατά τον υμνογράφο «εν τω Σταυρώ ο Κύριος κτείνας τον ημάς κτείναντα, νεκρωθέντας ανεζώωσε και κατεκάλλυνε, και εις ουρανούς πολιτεύεσθαι ηξίωσεν ως εύσπλαγχνος, δι’ υπερβολήν αγαθότητος» (Πάνω στον Σταυρό ο Κύριος αφού εξολόθρευσε αυτόν που μας είχε εξολοθρεύσει, μας ξαναζωντάνεψε και μας καταομόρφυνε, όπως  και μας αξίωσε ως εύσπλαγχνος, λόγω της υπερβολικής αγαθότητάς Του, να ζούμε και πάλι στους ουρανούς). Μερικές από τις όψεις αυτού του μυστηρίου του σταυρού διά του οποίου και σωθήκαμε θα επισημάνουμε και στη συνέχεια.

1. Ο Σταυρός του Κυρίου: ιστορία και μυστήριο.

Η προσέγγιση λοιπόν της Σταυρικής Θυσίας του Κυρίου δεν είναι εύκολο εγχείρημα. Μολονότι έχει ιστορικές συντεταγμένες – συνέβη εν χρόνω και τόπω: στην Ιουδαία επί Ποντίου Πιλάτου, όπως το ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως, «σταυρωθέντα τε υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου» - κάτι που κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί, έστω κι αν είναι ο μεγαλύτερος άθεος, όμως υπερβαίνει κατά πολύ αυτό που οι ανθρώπινες αισθήσεις και δυνάμεις μπορούν να επισημάνουν: έναν άνθρωπο που πάσχει με σκληρά βασανιστήρια. Ο Σταυρός αποτελεί μέγιστο μυστήριο, διότι πάνω Του πάσχει ο Θεός που έγινε άνθρωπος, ο ίδιος ο Θεός κατά το ανθρώπινο.
Η πραγματικότητα αυτή δεν είναι εφικτή στα ανθρώπινα. Συνιστά το βάθος που για να το συναντήσει ο άνθρωπος πρέπει να επιστρατεύσει την πίστη του. Μόνον ο πιστός στον Χριστό άνθρωπος μπορεί να «δει», εν μέρει και χαρισματικά πάντα, το τι διαδραματίζεται πίσω από τα φαινόμενα. Κι αυτό που διαδραματίζεται  αποτελεί και το μυστήριο της λύτρωσης του ανθρώπου. Διότι πάνω  στον Σταυρό ο Χριστός, ως Θεός και άνθρωπος που είναι, «αίρει την αμαρτίαν του κόσμου», καταργεί το σώμα της αμαρτίας εν τη σαρκί Αυτού, μας συμφιλιώνει με τον Θεό, μας ανοίγει τη Βασιλεία του Θεού. Ο άνθρωπος πια δεν είναι ξένος και παρεπίδημος στον κόσμο, αλλά οικείος του Θεού και φίλος των αγίων (Πρβλ. Εφεσ.2,19). Τα πάντα ανατρέπονται, δηλ. επανέρχονται στην απαρχής κανονική και φυσική τους κατάσταση: τον Θεό Τον ζούμε ως Πατέρα, τους συνανθρώπους ως αδελφούς, τη φύση ως συνάδελφη, τον εαυτό μας ως ένα με εμάς. Με τον Σταυρό του Κυρίου η ανθρωπότητα θεραπεύτηκε. Το δηλητήριο της αμαρτίας βγήκε. Η Ανάσταση είναι γεγονός για τους ανθρώπους.
Η άρση της αμαρτίας του κόσμου δεν σχετίζεται με την εποχή μόνο του Χριστού. Όταν στον Σταυρό ο Χριστός αίρει την αμαρτία του κόσμου, σημαίνει ότι τούτο κυριολεκτείται: αίρει την αμαρτία του κάθε κόσμου, του προ Αυτού, της εποχής Του, της μετά από Αυτόν. Οι αμαρτίες όλων των ανθρώπων όλων των εποχών σηκώθηκαν πάνω στον Σταυρό και ξεπλύθηκαν. Δεν υπάρχει πια αμαρτία ασυγχώρητη. Όσες αμαρτίες ο καθένας μας έχει κάνει, κάνει ή θα κάνει, ήδη γι’  αυτές έχει πάθει ο Χριστός. Ο καθένας δηλαδή υπήρξε κι ένα αγκάθι στον Χριστό – κι είναι τούτο μέσα στη μυστηριακή διάσταση του Πάθους Του – που σημαίνει ότι και για μας ο Χριστός πληγώθηκε και πόνεσε. Εκείνος που θα επικαλεστεί τις πολλές και μεγάλες του ίσως αμαρτίες για να μένει μακριά από τον Θεό, απλώς βλασφημεί τον Σταυρό του Κυρίου.

2. Ο Σταυρός: φανέρωση της αγάπης του Θεού.

Η αποδοχή του Σταυρού του Κυρίου ως μυστηριακού γεγονότος οδηγεί στην υπέρβαση της παγίδας των «αναλύσεων». Οι «αναλύσεις» σχετικοποιούν το μυστήριο του Σταυρού και το υποβιβάζουν στο επίπεδο της ανθρώπινης λογικής. Στην παγίδα αυτή δυστυχώς έπεσαν στο παρελθόν η Δυτική θεολογία και όσοι από τους ορθοδόξους θεολόγησαν με δυτικά κριτήρια. Δεν ξεχνάμε για παράδειγμα την προσπάθεια του Ανσέλμου Κανταουρίας, που προβληματιζόταν πάνω στο ερώτημα «γιατί έγινε άνθρωπος ο Θεός και γιατί έπαθε». Και η απάντηση που έδινε, αποκάλυπτε τη δικανική – νομική κατανόηση της σωτηρίας του ανθρώπου από τον Θεό: να εξιλεωθεί ο Θεός με το πάθος του Υιού Του.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία απέφυγε τον πειρασμό. Προβληματίστηκε μόνον πάνω στο «έδει παθείν τον Χριστόν» - έπρεπε να πάθει ο Χριστός – που σήμαινε γι’  αυτήν κυρίως δύο πράγματα: 1. Το μέγεθος της αμαρτίας του ανθρώπου∙ τέτοιας που η διδασκαλία μόνη του Χριστού ή και τα θαύματά Του δεν ήταν ικανά προς σωτηρία. Έπρεπε να θυσιαστεί για να αρθεί το χάσμα που η αμαρτία είχε θέσει μεταξύ ανθρώπου και Θεού. 2. Την άπειρη αγάπη του Θεού, που δεν διστάζει να θυσιάσει και τον μονογενή Του Υιό για να σωθεί ο κόσμος. «Ούτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον Υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν, ίνα πας ο πιστεύων εις Αυτόν μη απόληται, αλλ’  έχη ζωήν αιώνιον» (Ιωάν. 3, 16).
Ο προβληματισμός πάνω στην αγάπη του Θεού έθετε για την Ορθόδοξη Εκκλησία και το θέμα της δικαιοσύνης Του. Η δικαιοσύνη του Θεού φανερώθηκε στον Σταυρό ως αγάπη, που σήμαινε κατ’  άνθρωπον αδικία. Και τούτο γιατί ανθρώπινα δεν μπορεί να νοηθεί η καταδίκη του αθώου, του Χριστού δηλαδή που πάσχει υπέρ του αμαρτωλού κόσμου, και η δικαίωση των ενόχων, των ανθρώπων δηλαδή που απαλλάσσονται από την καταδίκη. Η ανθρώπινη δικαιοσύνη απαιτεί το αντίθετο. Την καταδίκη του ενόχου και την απαλλαγή του αθώου. Έτσι με τον Σταυρό ιδίως του Χριστού διαπιστώθηκε ότι η θεία δικαιοσύνη δεν λειτουργεί με τα ανθρώπινα μέτρα. Αν λειτουργούσε έτσι, το ανθρώπινο γένος θα έπρεπε λόγω της αμαρτίας του να αφανιστεί. Ευτυχώς για εμάς μέτρο της δικαιοσύνης του Θεού είναι η άπειρη αγάπη Του.

3. Ο Σταυρός: κλήση προς μετοχή.

Η απορροή τόσων μεγάλων δωρεών για τον άνθρωπο από τον Σταυρό του Χριστού: κατάργηση της αμαρτίας, συμφιλίωση με τον Θεό, επανένταξη στη Βασιλεία του Θεού, είναι γνωστό ότι προϋποθέτει και την αποδοχή του ανθρώπου. Αν ο άνθρωπος δεν πιστέψει στον Χριστό, αν δεν γίνει μέλος του μυστικού σώματός Του, της Εκκλησίας, οι δωρεές αυτές παραμένουν ανενέργητες γι’  αυτόν και κενές περιεχομένου. Διότι προς σωτηρία του ανθρώπου απαιτείται, όπως όλοι γνωρίζουμε, όχι μόνον η χάρη του Θεού, αλλά και η δική του η θέληση. Πώς λοιπόν πιο συγκεκριμένα μετέχει κανείς στον Χριστό, δηλαδή γίνεται μέτοχος των δωρεών της σταυρικής Του θυσίας;

(1) Με το βάπτισμα. Το βάπτισμα αποτελεί συμμετοχή στον θάνατο και την Ανάσταση του Κυρίου. Όταν τριττώς καταδύεται και τριττώς αναδύεται ο άνθρωπος από την κολυμβήθρα, την «κοιλιά» της Εκκλησίας, συμμετέχει στον θάνατο και την Ανάσταση του Χριστού. Με τη συμμετοχή του αυτή καθαρίζεται, «πεθαίνει», από κάθε αναγκαστική ροπή αμαρτίας και βγαίνει νέος και αναστημένος άνθρωπος. Ο Χριστός γεννιέται μέσα του και γίνεται μέλος του σώματός Του. «Πραγματικά, το βάπτισμά μας σημαίνει πως συμμετέχουμε στον θάνατο και στην ταφή του Χριστού. Κι όπως ο Πατέρας Θεός με τη δύναμή Του ανέστησε τον Χριστό από τους νεκρούς, το ίδιο κι εμείς μπορούμε να ζήσουμε μια νέα ζωή. Όπως δηλαδή ενταχτήκαμε οργανικά στο σώμα του Χριστού με μία πράξη που συμβολίζει συμμετοχή στον θάνατό του, έτσι θα συμμετάσχουμε πραγματικά και στην ανάστασή Του» (Ρωμ. 6, 4-5).

(2) Με τη Θεία Κοινωνία. Η μετοχή του ανθρώπου στον Σταυρό δεν σταματά με το βάπτισμα και το συνακόλουθο βεβαίως χρίσμα. Συνεχίζεται διαρκώς με την εν μετανοία μετοχή του πιστού στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Διότι η Θεία Ευχαριστία προσφέρει τη διακράτηση και την αύξηση της χάρης του Θεού, που εισήλθε στο βάθος της ψυχής δια του βαπτίσματος. Έτσι χωρίς το σώμα και το αίμα του Χριστού ο πιστός αδυνατίζει και μαραίνεται πνευματικά, που σημαίνει ότι οι δωρεές του Σταυρού με τη Θεία Ευχαριστία ανανεώνονται και πολλαπλασιάζονται. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μιλώντας για τη Θεία Ευχαριστία τονίζει τον σταυρικό, και αναστάσιμο ταυτοχρόνως, χαρακτήρα αυτής: «Όταν προσίης τω φρικτώ ποτηρίω, ως απ’ αυτής πίνων της πλευράς, ούτω προσίης», δηλαδή όταν προσέρχεσαι στο φρικτό ποτήριο, να προσέρχεσαι σαν να πίνεις από την ίδια την πλευρά του Σωτήρος.

(3) Με τον αγώνα για πνευματική ζωή. Ο Χριστιανός δεν γίνεται πνευματικός, μέτοχος δηλαδή των δωρεών του Πνεύματος του Θεού, μόνον με τη συμμετοχή του στα μυστήρια. Μία τέτοια θεώρηση θα έδειχνε ότι η σωτηρία είναι αποτέλεσμα αποκλειστικά της χάρης του Θεού, χωρίς την ανθρώπινη συνέργεια. Γίνεται και με τον αγώνα του για τήρηση των εντολών του Χριστού. Η τήρηση των εντολών, κυρίως της πίστεως στον Χριστό και της αγάπης στον συνάνθρωπο, τον καθιστά «ανοιχτό» στη χάρη του Θεού και του δημιουργεί τις συνθήκες ορθής μετοχής του στα μυστήρια. Η τήρηση όμως αυτή δεν είναι εύκολη. Απαιτεί σκληρό αγώνα κατά των παθών και των αμαρτιών, ακόμη δε και κατά του αρχεκάκου διαβόλου, που μας πειράζει μέσω των παθών. Έτσι η πνευματική ζωή αποτελεί κυριολεκτικά «μάτωμα» της ψυχής, δόση αίματος, κατά το «δος αίμα και λάβε Πνεύμα», μ’  ένα λόγο κατανοείται ως συσταύρωση με τον Χριστό. «Ει τις θέλει οπίσω μου έρχεσθαι, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού καθ’  ημέραν και ακολουθείτω μοι» (Λουκ. 9, 23).

Έχει ειπωθεί ανθρωποπαθώς ότι το σχήμα της θύρας της Βασιλείας του Θεού είναι σταυρικό. Κανείς δηλαδή δεν μπορεί να εισέλθει σ’ αυτήν, παρακάμπτοντας τον Σταυρό. Ο Σταυρός, ως συσταύρωση ουσιαστικά, όπως είδαμε, με τον Χριστό, είναι ο κλήρος του χριστιανού. Αυτός είναι η δόξα του, όπως ακριβώς μαρτυρείται από το Ευαγγέλιο για τον ίδιο τον Χριστό. Δι’  Αυτού σωθήκαμε, δι’  Αυτού θεωθήκαμε, με Αυτόν προχωράμε. Τα λόγια που ακούγονται «με τον σταυρό στο χέρι τίποτε δεν πετυχαίνεις», που τα λένε δυστυχώς και χείλη «χριστιανών», είναι λόγια που μόνον ο διάβολος θα μπορούσε να εκστομίσει. Διότι για εκείνον ο Σταυρός συνιστά «το τραύμα» του. Για εμάς όμως πάντοτε ο Σταυρός είναι «ο φύλαξ πάσης της οικουμένης, η ωραιότης της Εκκλησίας, βασιλέων το κραταίωμα και των πιστών το στήριγμα», όπως βεβαίως είναι και «των αγγέλων η δόξα».

Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2013

Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΥΨΩΣΙΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΚΑΙ ΖΩΟΠΟΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ (14 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ)



«Ο Μέγας Κωνσταντίνος, ο πρώτος μεταξύ των χριστιανών βασιλέων, είχε κάποτε πόλεμο, όπως λένε κάποιοι ιστορικοί, στη Ρώμη κατά του Μαξεντίου, πριν να γίνει αυτοκράτορας. Άλλοι ιστορικοί όμως λένε ότι είχε πόλεμο κατά των Σκυθών, στον Δούναβη ποταμό. Βλέποντας δε το πλήθος των εχθρών να είναι πολλαπλάσιο του δικού του στρατεύματος, διακατεχόταν από απορία και φόβο. Ευρισκόμενος λοιπόν σε μία τέτοια κατάσταση, φάνηκε  στον ουρανό, ενώ ήταν ακόμη ημέρα, ο τύπος του σταυρού με αστέρια, και γραφή γύρω από τον σταυρό, με ρωμαϊκά στοιχεία, κι αυτά τυπωμένα με αστέρια, που έλεγε: «Εν τούτω νίκα». Αμέσως λοιπόν έδωσε εντολή να σχεδιάσουν από χρυσό τον Σταυρό, κατά τον τύπο που του φανερώθηκε, και Αυτόν να βάλουν να προπορεύεται στο στράτευμά του. Επιτίθεται λοιπόν έτσι κατά των εχθρών και νικά, ώστε οι περισσότεροι από αυτούς να φονευτούν, οι δε άλλοι να τραπούν σε φυγή. Από το γεγονός αυτό κατάλαβε τη δύναμη του Εσταυρωμένου Χριστού, τον Οποίον πίστεψε ως αληθινό Θεό, γι’  αυτό και βαπτίστηκε στον όνομά Του. Έπειτα έστειλε τη μητέρα του αγία Ελένη στα Ιεροσόλυμα, για να βρει τον Σταυρό του Χριστού. Αυτή πράγματι Τον βρήκε κρυμμένο, μαζί με τους δύο άλλους σταυρούς, στους οποίους είχαν σταυρωθεί οι ληστές, όπως βρήκε και τα καρφιά του Σταυρού του Χριστού. Στην αρχή όμως, όταν βρήκε τους σταυρούς, απορούσε η βασίλισσα ποιος να ήταν ο Σταυρός του Κυρίου, κάτι που της απεκαλύφθη μ’ ένα θαύμα: τοποθέτησαν μία χήρα γυναίκα που έτυχε να πεθάνει εκεί πάνω στους σταυρούς, και ενώ οι δύο σταυροί των ληστών δεν έκαναν τίποτε, ο Σταυρός του Κυρίου, με το άγγιγμά Του την ανέστησε. Τον τίμιο Σταυρό λοιπόν του Κυρίου προσκύνησε η βασίλισσα, και μαζί της και όλη η Σύγκλητος. Ο λαός όμως ζητούσε και αυτός να προσκυνήσει, αλλά λόγω του πλήθους τούτο ήταν αδύνατο, οπότε ζήτησε τουλάχιστον να Τον δει. Τότε ανέβηκε ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Μακάριος πάνω στον άμβωνα και ύψωσε εκεί τον τίμιο Σταυρό, ο δε πιστός λαός κατανυγμένος άρχισε να κραυγάζει το «Κύριε, ελέησον». Έκτοτε επικράτησε να γίνεται η εορτή της υψώσεως του Σταυρού. Μετά τριακόσια χρόνια, ο αυτοκράτορας Ηράκλειος, αφού πήρε πίσω τον Σταυρό του Κυρίου, που Τον είχαν διαρπάσει οι Πέρσες, όταν κυρίευσαν τα Ιεροσόλυμα, μπήκε με Αυτόν νικηφόρος και θριαμβευτής στην Κωνσταντινούπολη, και ανύψωσε το ζωηφόρο ξύλο για δεύτερη φορά στην αγία Σοφία, ενώπιον του ζητωκραυγάζοντος λαού της Κωνσταντινουπόλεως».

Η παγκόσμια ύψωση του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού προβάλλει κάθε χρόνο ενώπιόν μας το γεγονός εκείνο με το οποίο ο άνθρωπος εισήλθε στη βασιλεία του Θεού: τη σταυρική θυσία του Κυρίου. Διότι  κατά τον υμνογράφο «εν τω Σταυρώ ο Κύριος κτείνας τον ημάς κτείναντα, νεκρωθέντας ανεζώωσε και κατεκάλλυνε, και εις ουρανούς πολιτεύεσθαι ηξίωσεν ως εύσπλαγχνος, δι’ υπερβολήν αγαθότητος» (Πάνω στον Σταυρό ο Κύριος αφού εξολόθρευσε αυτόν που μας είχε εξολοθρεύσει, μας ξαναζωντάνεψε και μας καταομόρφυνε, όπως  και μας αξίωσε ως εύσπλαγχνος, λόγω της υπερβολικής αγαθότητάς Του, να ζούμε και πάλι στους ουρανούς). Μερικές από τις όψεις αυτού του μυστηρίου του σταυρού διά του οποίου και σωθήκαμε θα επισημάνουμε και στη συνέχεια.

1. Ο Σταυρός του Κυρίου: ιστορία και μυστήριο.

Η προσέγγιση λοιπόν της Σταυρικής Θυσίας του Κυρίου δεν είναι εύκολο εγχείρημα. Μολονότι έχει ιστορικές συντεταγμένες – συνέβη εν χρόνω και τόπω: στην Ιουδαία επί Ποντίου Πιλάτου, όπως το ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως, «σταυρωθέντα τε υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου» - κάτι που κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί, έστω κι αν είναι ο μεγαλύτερος άθεος, όμως υπερβαίνει κατά πολύ αυτό που οι ανθρώπινες αισθήσεις και δυνάμεις μπορούν να επισημάνουν: έναν άνθρωπο που πάσχει με σκληρά βασανιστήρια. Ο Σταυρός αποτελεί μέγιστο μυστήριο, διότι πάνω Του πάσχει ο Θεός που έγινε άνθρωπος, ο ίδιος ο Θεός κατά το ανθρώπινο.
Η πραγματικότητα αυτή δεν είναι εφικτή στα ανθρώπινα. Συνιστά το βάθος που για να το συναντήσει ο άνθρωπος πρέπει να επιστρατεύσει την πίστη του. Μόνον ο πιστός στον Χριστό άνθρωπος μπορεί να «δει», εν μέρει και χαρισματικά πάντα, το τι διαδραματίζεται πίσω από τα φαινόμενα. Κι αυτό που διαδραματίζεται  αποτελεί και το μυστήριο της λύτρωσης του ανθρώπου. Διότι πάνω  στον Σταυρό ο Χριστός, ως Θεός και άνθρωπος που είναι, «αίρει την αμαρτίαν του κόσμου», καταργεί το σώμα της αμαρτίας εν τη σαρκί Αυτού, μας συμφιλιώνει με τον Θεό, μας ανοίγει τη Βασιλεία του Θεού. Ο άνθρωπος πια δεν είναι ξένος και παρεπίδημος στον κόσμο, αλλά οικείος του Θεού και φίλος των αγίων (Πρβλ. Εφεσ.2,19). Τα πάντα ανατρέπονται, δηλ. επανέρχονται στην απαρχής κανονική και φυσική τους κατάσταση: τον Θεό Τον ζούμε ως Πατέρα, τους συνανθρώπους ως αδελφούς, τη φύση ως συνάδελφη, τον εαυτό μας ως ένα με εμάς. Με τον Σταυρό του Κυρίου η ανθρωπότητα θεραπεύτηκε. Το δηλητήριο της αμαρτίας βγήκε. Η Ανάσταση είναι γεγονός για τους ανθρώπους.
Η άρση της αμαρτίας του κόσμου δεν σχετίζεται με την εποχή μόνο του Χριστού. Όταν στον Σταυρό ο Χριστός αίρει την αμαρτία του κόσμου, σημαίνει ότι τούτο κυριολεκτείται: αίρει την αμαρτία του κάθε κόσμου, του προ Αυτού, της εποχής Του, της μετά από Αυτόν. Οι αμαρτίες όλων των ανθρώπων όλων των εποχών σηκώθηκαν πάνω στον Σταυρό και ξεπλύθηκαν. Δεν υπάρχει πια αμαρτία ασυγχώρητη. Όσες αμαρτίες ο καθένας μας έχει κάνει, κάνει ή θα κάνει, ήδη γι’  αυτές έχει πάθει ο Χριστός. Ο καθένας δηλαδή υπήρξε κι ένα αγκάθι στον Χριστό – κι είναι τούτο μέσα στη μυστηριακή διάσταση του Πάθους Του – που σημαίνει ότι και για μας ο Χριστός πληγώθηκε και πόνεσε. Εκείνος που θα επικαλεστεί τις πολλές και μεγάλες του ίσως αμαρτίες για να μένει μακριά από τον Θεό, απλώς βλασφημεί τον Σταυρό του Κυρίου.

2. Ο Σταυρός: φανέρωση της αγάπης του Θεού.

Η αποδοχή του Σταυρού του Κυρίου ως μυστηριακού γεγονότος οδηγεί στην υπέρβαση της παγίδας των «αναλύσεων». Οι «αναλύσεις» σχετικοποιούν το μυστήριο του Σταυρού και το υποβιβάζουν στο επίπεδο της ανθρώπινης λογικής. Στην παγίδα αυτή δυστυχώς έπεσαν στο παρελθόν η Δυτική θεολογία και όσοι από τους ορθοδόξους θεολόγησαν με δυτικά κριτήρια. Δεν ξεχνάμε για παράδειγμα την προσπάθεια του Ανσέλμου Κανταουρίας, που προβληματιζόταν πάνω στο ερώτημα «γιατί έγινε άνθρωπος ο Θεός και γιατί έπαθε». Και η απάντηση που έδινε, αποκάλυπτε τη δικανική – νομική κατανόηση της σωτηρίας του ανθρώπου από τον Θεό: να εξιλεωθεί ο Θεός με το πάθος του Υιού Του.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία απέφυγε τον πειρασμό. Προβληματίστηκε μόνον πάνω στο «έδει παθείν τον Χριστόν» - έπρεπε να πάθει ο Χριστός – που σήμαινε γι’  αυτήν κυρίως δύο πράγματα: 1. Το μέγεθος της αμαρτίας του ανθρώπου∙ τέτοιας που η διδασκαλία μόνη του Χριστού ή και τα θαύματά Του δεν ήταν ικανά προς σωτηρία. Έπρεπε να θυσιαστεί για να αρθεί το χάσμα που η αμαρτία είχε θέσει μεταξύ ανθρώπου και Θεού. 2. Την άπειρη αγάπη του Θεού, που δεν διστάζει να θυσιάσει και τον μονογενή Του Υιό για να σωθεί ο κόσμος. «Ούτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον Υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν, ίνα πας ο πιστεύων εις Αυτόν μη απόληται, αλλ’  έχη ζωήν αιώνιον» (Ιωάν. 3, 16).
Ο προβληματισμός πάνω στην αγάπη του Θεού έθετε για την Ορθόδοξη Εκκλησία και το θέμα της δικαιοσύνης Του. Η δικαιοσύνη του Θεού φανερώθηκε στον Σταυρό ως αγάπη, που σήμαινε κατ’  άνθρωπον αδικία. Και τούτο γιατί ανθρώπινα δεν μπορεί να νοηθεί η καταδίκη του αθώου, του Χριστού δηλαδή που πάσχει υπέρ του αμαρτωλού κόσμου, και η δικαίωση των ενόχων, των ανθρώπων δηλαδή που απαλλάσσονται από την καταδίκη. Η ανθρώπινη δικαιοσύνη απαιτεί το αντίθετο. Την καταδίκη του ενόχου και την απαλλαγή του αθώου. Έτσι με τον Σταυρό ιδίως του Χριστού διαπιστώθηκε ότι η θεία δικαιοσύνη δεν λειτουργεί με τα ανθρώπινα μέτρα. Αν λειτουργούσε έτσι, το ανθρώπινο γένος θα έπρεπε λόγω της αμαρτίας του να αφανιστεί. Ευτυχώς για εμάς μέτρο της δικαιοσύνης του Θεού είναι η άπειρη αγάπη Του.

3. Ο Σταυρός: κλήση προς μετοχή.

Η απορροή τόσων μεγάλων δωρεών για τον άνθρωπο από τον Σταυρό του Χριστού: κατάργηση της αμαρτίας, συμφιλίωση με τον Θεό, επανένταξη στη Βασιλεία του Θεού, είναι γνωστό ότι προϋποθέτει και την αποδοχή του ανθρώπου. Αν ο άνθρωπος δεν πιστέψει στον Χριστό, αν δεν γίνει μέλος του μυστικού σώματός Του, της Εκκλησίας, οι δωρεές αυτές παραμένουν ανενέργητες γι’  αυτόν και κενές περιεχομένου. Διότι προς σωτηρία του ανθρώπου απαιτείται, όπως όλοι γνωρίζουμε, όχι μόνον η χάρη του Θεού, αλλά και η δική του η θέληση. Πώς λοιπόν πιο συγκεκριμένα μετέχει κανείς στον Χριστό, δηλαδή γίνεται μέτοχος των δωρεών της σταυρικής Του θυσίας;

(1) Με το βάπτισμα. Το βάπτισμα αποτελεί συμμετοχή στον θάνατο και την Ανάσταση του Κυρίου. Όταν τριττώς καταδύεται και τριττώς αναδύεται ο άνθρωπος από την κολυμβήθρα, την «κοιλιά» της Εκκλησίας, συμμετέχει στον θάνατο και την Ανάσταση του Χριστού. Με τη συμμετοχή του αυτή καθαρίζεται, «πεθαίνει», από κάθε αναγκαστική ροπή αμαρτίας και βγαίνει νέος και αναστημένος άνθρωπος. Ο Χριστός γεννιέται μέσα του και γίνεται μέλος του σώματός Του. «Πραγματικά, το βάπτισμά μας σημαίνει πως συμμετέχουμε στον θάνατο και στην ταφή του Χριστού. Κι όπως ο Πατέρας Θεός με τη δύναμή Του ανέστησε τον Χριστό από τους νεκρούς, το ίδιο κι εμείς μπορούμε να ζήσουμε μια νέα ζωή. Όπως δηλαδή ενταχτήκαμε οργανικά στο σώμα του Χριστού με μία πράξη που συμβολίζει συμμετοχή στον θάνατό του, έτσι θα συμμετάσχουμε πραγματικά και στην ανάστασή Του» (Ρωμ. 6, 4-5).

(2) Με τη Θεία Κοινωνία. Η μετοχή του ανθρώπου στον Σταυρό δεν σταματά με το βάπτισμα και το συνακόλουθο βεβαίως χρίσμα. Συνεχίζεται διαρκώς με την εν μετανοία μετοχή του πιστού στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Διότι η Θεία Ευχαριστία προσφέρει τη διακράτηση και την αύξηση της χάρης του Θεού, που εισήλθε στο βάθος της ψυχής δια του βαπτίσματος. Έτσι χωρίς το σώμα και το αίμα του Χριστού ο πιστός αδυνατίζει και μαραίνεται πνευματικά, που σημαίνει ότι οι δωρεές του Σταυρού με τη Θεία Ευχαριστία ανανεώνονται και πολλαπλασιάζονται. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μιλώντας για τη Θεία Ευχαριστία τονίζει τον σταυρικό, και αναστάσιμο ταυτοχρόνως, χαρακτήρα αυτής: «Όταν προσίης τω φρικτώ ποτηρίω, ως απ’ αυτής πίνων της πλευράς, ούτω προσίης», δηλαδή όταν προσέρχεσαι στο φρικτό ποτήριο, να προσέρχεσαι σαν να πίνεις από την ίδια την πλευρά του Σωτήρος.

(3) Με τον αγώνα για πνευματική ζωή. Ο Χριστιανός δεν γίνεται πνευματικός, μέτοχος δηλαδή των δωρεών του Πνεύματος του Θεού, μόνον με τη συμμετοχή του στα μυστήρια. Μία τέτοια θεώρηση θα έδειχνε ότι η σωτηρία είναι αποτέλεσμα αποκλειστικά της χάρης του Θεού, χωρίς την ανθρώπινη συνέργεια. Γίνεται και με τον αγώνα του για τήρηση των εντολών του Χριστού. Η τήρηση των εντολών, κυρίως της πίστεως στον Χριστό και της αγάπης στον συνάνθρωπο, τον καθιστά «ανοιχτό» στη χάρη του Θεού και του δημιουργεί τις συνθήκες ορθής μετοχής του στα μυστήρια. Η τήρηση όμως αυτή δεν είναι εύκολη. Απαιτεί σκληρό αγώνα κατά των παθών και των αμαρτιών, ακόμη δε και κατά του αρχεκάκου διαβόλου, που μας πειράζει μέσω των παθών. Έτσι η πνευματική ζωή αποτελεί κυριολεκτικά «μάτωμα» της ψυχής, δόση αίματος, κατά το «δος αίμα και λάβε Πνεύμα», μ’  ένα λόγο κατανοείται ως συσταύρωση με τον Χριστό. «Ει τις θέλει οπίσω μου έρχεσθαι, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού καθ’  ημέραν και ακολουθείτω μοι» (Λουκ. 9, 23).

Έχει ειπωθεί ανθρωποπαθώς ότι το σχήμα της θύρας της Βασιλείας του Θεού είναι σταυρικό. Κανείς δηλαδή δεν μπορεί να εισέλθει σ’ αυτήν, παρακάμπτοντας τον Σταυρό. Ο Σταυρός, ως συσταύρωση ουσιαστικά, όπως είδαμε, με τον Χριστό, είναι ο κλήρος του χριστιανού. Αυτός είναι η δόξα του, όπως ακριβώς μαρτυρείται από το Ευαγγέλιο για τον ίδιο τον Χριστό. Δι’  Αυτού σωθήκαμε, δι’  Αυτού θεωθήκαμε, με Αυτόν προχωράμε. Τα λόγια που ακούγονται «με τον σταυρό στο χέρι τίποτε δεν πετυχαίνεις», που τα λένε δυστυχώς και χείλη «χριστιανών», είναι λόγια που μόνον ο διάβολος θα μπορούσε να εκστομίσει. Διότι για εκείνον ο Σταυρός συνιστά «το τραύμα» του. Για εμάς όμως πάντοτε ο Σταυρός είναι «ο φύλαξ πάσης της οικουμένης, η ωραιότης της Εκκλησίας, βασιλέων το κραταίωμα και των πιστών το στήριγμα», όπως βεβαίως είναι και «των αγγέλων η δόξα».