Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ

 


Βλέπων δε (ο Πέτρος) τον άνεμον ισχυρόν εφοβήθη, και αρξάμενος καταποντίζεσθαι έκραξε λέγων: Κύριε, σώσον με᾽  
(Ματθ. 14, 30)

Ένα εξαιρετικά θαυμαστό γεγονός μάς περιγράφει το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα, το οποίο κάνει τους μαθητές του Κυρίου να μείνουν έκθαμβοι για μία ακόμη φορά μπροστά στη θεϊκή ενέργεια του Διδασκάλου τους. Ο Κύριος έχει διαλύσει τα πλήθη που Τον ακολουθούσαν, έχει στείλει τους μαθητές Του με πλοιάριο, παρ᾽ όλη τη θαλασσοταραχή, στην απέναντι όχθη από εκεί που βρίσκονταν, έχει αποσυρθεί σε πολύωρη προσευχή στο όρος, και ξαφνικά εμφανίζεται  ξημερώματα στους ταλαιπωρημένους από την ταραγμένη θάλασσα μαθητές Του, περπατώντας πάνω στα κύματα. Η αντίδραση των μαθητών ήταν εντελώς φυσική: τρόμαξαν και αμφισβήτησαν την πραγματική παρουσία Του. Κι ο Πέτρος, προκειμένου να πειστεί ότι όντως είναι ο Κύριος, ζητά από Αυτόν να έρθει κοντά Του, με τον ίδιο θαυμαστό τρόπο που και Εκείνος βρισκόταν εκεί: να περπατήσει δηλαδή πάνω στα κύματα, κάτι που γίνεται. Μα στην πορεία ο Πέτρος κλονίζεται και αρχίζει να καταποντίζεται. Στον πανικό του κραυγάζει προς τον Κύριο να τον σώσει, κι ο Κύριος βεβαίως ανταποκρίνεται αμέσως, ελέγχοντας όμως τον μαθητή του για την ολιγοπιστία του.

1. Ο Πέτρος βιώνει διπλή αντιθετική εμπειρία. Τη μία στιγμή μετέχει στο θάμβος του θαύματος: να περπατά πάνω στα κύματα· αμέσως μετά βιώνει την αγωνία του θανάτου: καταποντίζεται μέσα σ᾽ αυτά. Ζει κάτι που θα το ζήσει και αργότερα, όταν τη μία στιγμή θα ομολογεί με φωτισμό του Θεού ότι ο Χριστός είναι ο Υιός του Θεού του ζώντος (῾σύ εἶ ὁ Χριστός, ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος᾽), και την άλλη στιγμή θα δέχεται τον αυστηρότατο έλεγχο του Ίδιου ότι αποτελεί σκάνδαλο για Εκείνον, διότι ῾φρονεῖ τά τῶν ἀνθρώπων καί οὐ τά τοῦ Θεοῦ᾽. Αιτία για την εναλλαγή αυτή είναι η αστάθεια της πίστεώς του  πρός τον Χριστό, που τον κάνει να κυμαίνεται μεταξύ πίστεως και ολιγοπιστίας: στην πρώτη περίπτωση – να περπατά πάνω στα κύματα – διαπιστώνουμε την πίστη του στα λόγια και την παρουσία του Κυρίου, στην άλλη – τον καταποντισμό - διαπιστώνουμε την ολιγοπιστία του ή και την απιστία του ακόμη σ᾽ Εκείνον. Αλλά το έχουμε εξηγήσει και άλλοτε: δεν έχει έλθει ακόμη η Πεντηκοστή, ώστε με τη δύναμη του αγίου Πνεύματος να παγιωθεί αυτός και οι άλλοι μαθητές στη χαρισματική κατάσταση της αληθινής χριστιανικής πίστεως.

2. Φυσιολογικά, θα έπρεπε ο απόστολος Πέτρος να συνεχίσει την επί των υδάτων πορεία του όχι μόνο διότι τον κάλεσε ο Χριστός, σαν μία υπακοή επομένως  στον λόγο Του, αλλά και διότι πρίν από κάποιο διάστημα ο ίδιος και οι άλλοι μαθητές σε πλοιάριο πάλι ευρισκόμενοι, μαζί με τον Κύριο όμως, όταν κινδύνευσαν από τη θαλασσοταραχή και απευθύνθηκαν έντρομοι σ᾽ Εκείνον που φαινόταν να κοιμάται, είδαν, μέσα σε θάμβος πάλι, τον Διδάσκαλό τους να διατάσσει τον άνεμο και τα κύματα να γαληνέψουν. Κι έγινε αμέσως γαλήνη μεγάλη, ώστε διερωτώντο ποιος ήταν τελικώς Αυτός τον Οποίο ακολουθούσαν.

3. Τι ήταν εκείνο που προκάλεσε αυτήν τη μετάπτωση από την πίστη στην ολιγοπιστία; Η ευαγγελική διήγηση με πολλή ενάργεια μας δίνει την απάντηση: ο Πέτρος, όσο ήταν στραμμένος προς τον Χριστό, όσο  ατένιζε Εκείνον που τον καλούσε, μπορούσε και περπατούσε σαν σε ξηρά: σταθερά και με αυτοπεποίθηση. Μόλις όμως η προσοχή του μετατοπίζεται από τον Χριστό στη φουρτουνιασμένη από τον ισχυρό άνεμο θάλασσα, συνειδητοποιεί τη μη λογική κατάσταση και η όποια πίστη του κλονίζεται και χάνεται. Ο καταποντισμός του λοιπόν είναι γεγονός. Έτσι διαπιστώνει κανείς πολύ καθαρά ότι η προσήλωση στον Χριστό, η ενατένιση του προσώπου Του, όταν είναι ανταπόκριση στην κλήση Του, συνιστά το γεγονός της πίστεως, το οποίο οδηγεί στην υπέρβαση των όποιων προβλημάτων του ανθρώπου, κι ακόμη: στην υπέρβαση των λογικών στηριγμάτων της εμπειρίας του, η οποία (εμπειρία) αρνείται, όπως στο υπόψη γεγονός, την αποδοχή του ύδατος ως ξηράς. Με άλλα λόγια, όταν ο άνθρωπος καταλαμβάνεται από το πρόσωπο του Χριστού, όταν Τον κάνει κέντρο της ύπαρξής του, εκεί βιώνει καταστάσεις πάνω από το θεωρούμενο φυσιολογικό. ῾Πιστεύεις ὅτι δύναμαι τοῦτο ποιῆσαι;᾽, είναι η ερώτηση την οποία θέτει ο Κύριος, κάθε φορά που πρόκειται να επιτελέσει ένα θαυμαστό γεγονός.
Από την άλλη, όταν ο άνθρωπος χάσει την επαφή αυτή με τον Χριστό, όταν καταληφθεί από άλλα στοιχεία, απειλητικά για την ύπαρξή του, σαν τον Πέτρο με τα τεράστια κύματα, μοιάζει να ῾παγώνει᾽ από τον φόβο του και να βιώνει, όπως είπαμε, την αγωνία του θανάτου. ‘Ισως μπορεί κανείς να θυμηθεί εν προκειμένω το περιστατικό από την Παλαιά Διαθήκη με τη γυναίκα του Λωτ που ῾πέτρωσε᾽ κι έγινε ῾στήλη άλατος᾽: κι η γυναίκα αυτή χάνει την επαφή της με τον Θεό, διότι δείχνει ανυπακοή στο θέλημά Του, και η προσοχή της, στην περίπτωση εκείνη από περιέργεια, στρέφεται προς τη μαινόμενη φύση: τη βροχή από θειάφι. Και ῾πετρώνει᾽. Καταποντίζεται.

4. Η περίπτωση του Πέτρου λειτουργεί τυπολογικά: ξέρουμε πια οι πιστοί ότι κάθε φορά που αντιμετωπίζουμε πρόβλημα στη ζωή μας – και ποιος είναι εκείνος που θα ισχυριστεί ότι δεν έχει προβλήματα, προερχόμενα είτε από το περιβάλλον του είτε από τον εαυτό του με τα πάθη του είτε από τον ίδιο τον διάβολο; - η λύση είναι όχι η εμμονή μας στο πρόβλημα, αλλά η εν πίστει στροφή μας προς τον Χριστό. Το ῾Κύριε, σῶσόν με᾽ ή αλλιώς ῾Κύριε, ᾽Ιησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με᾽ πρέπει να αποτελεί την αδιάκοπη κραυγή μας, τη συνεχή προσευχή μας. Το θέμα δηλαδή είναι να μη χάνουμε την επαφή μας με Εκείνον. Όταν ο λόγος του Θεού και οι άγιοί μας στη συνέχεια μιλούν για την ῾κόλλησιν᾽ που πρέπει να έχει ο άνθρωπος στον Θεό, και μάλιστα στο πρόσωπο του Χριστού - ῾ἐκολλήθη ἡ ψυχή μου ὀπίσω σου, ἐμοῦ δέ ἀντελάβετο ἡ  δεξιά Σου᾽ σημειώνει ο ψαλμωδός για παράδειγμα -  δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να μιλούν για τη σωτηρία που ο άνθρωπος ζει με τον τρόπο αυτό. Η ῾κόλλησις᾽ αυτή είναι ακριβώς η αδιάκοπη, όπως είπαμε, ενατένιση του προσώπου του Χριστού.  ῾Τι κάνεις εδώ;᾽ ρώτησε μια  φορά ένας ιερέας κάποιον γέροντα, που καθημερινά ερχόταν στον ναό και καθόταν ώρες απέναντι στην εικόνα του Χριστού στο τέμπλο. ῾Τον βλέπω και με βλέπει, κι αυτό μου φτάνει᾽ απάντησε δακρυσμένος ο γέροντας.

Να βλέπω τον Χριστό που με βλέπει πάντοτε με το πλήρες αγάπης βλέμμα Του, αυτό συνιστά τη σωτηρία μας. Να θυμόμαστε όμως εξίσου ότι κατεξοχήν τον Κύριον Τον ῾βλέπουμε᾽, όταν είμαστε προσηλωμένοι και προσκολλημένοι στίς άγιες έντολές Του. Ο Ίδιος βεβαίωσε ότι εκεί βρίσκεται κρυμμένος και δι᾽ αυτών φανερώνεται μέσα στις καρδιές των ανθρώπων. Είναι μία πραγματικότητα, η οποία μας προκαλεί να ῾πειραματιστούμε᾽ πάνω της προκειμένου να την επιβεβαιώσουμε.

ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΕ, ΣΩΣΟΝ ΗΜΑΣ!



Ο μήνας Αύγουστος είναι ο μήνας της Υπεραγίας Θεοτόκου, της Παναγίας μας. Αν καθ’ όλο το έτος έχουμε συχνές και πυκνές αναφορές για τη Μητέρα του Κυρίου, εκεί που αποκορυφώνεται η δοξολογική, τιμητική και ικετευτική αναφορά μας σ’ Εκείνη, είναι κατά τον μήνα αυτό, λόγω της εορτής της Κοιμήσεώς της και της με αυτήν κατά την παράδοση της Εκκλησίας μας συνδεδεμένης μεταστάσεώς της. Αιτία γι’ αυτό είναι ότι η Κοίμηση και η μετάσταση της Θεοτόκου επιστεγάζουν την όλη αγιασμένη επί γης πορεία της, που σημαίνει ότι το κάθε γεγονός της ζωής της Παναγίας θεωρείται ως αναβαθμός, που οδηγεί στην αγκαλιά του Τριαδικού Θεού. Με άλλα λόγια, με την Κοίμηση της Θεοτόκου κατανοούμε οι πιστοί ότι τίποτε δεν υπήρξε τυχαίο στη ζωή της – άλλωστε, υπάρχει τίποτε τυχαίο; - αλλά όλα συμπλέκονταν από τη Θεία Χάρη, η οποία συνεργαζόταν με την ελεύθερη βούλησή της, ώστε να φθάσει να γίνει η Παναγία αυτό που δηλώνει η προσωνυμία της: Παν-αγία. Υπεράνω δηλαδή οποιουδήποτε αγίου, είτε ανθρώπου είτε αγγέλου. «Θεός μετά Θεόν» κατά μία μάλιστα πατερική έκφραση. Γι’ αυτό και ψάλλει αδιάκοπα η Εκκλησία μας: «Την τιμιωτέραν των Χερουβείμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ». Από αυτό καταλαβαίνουμε και γιατί η νηστεία για την Παναγία, γιατί οι καθημερινές ικεσίες μας με τους παρακλητικούς κανόνες, γιατί οι γονυκλισίες.
Ιδιαιτέρως θα σταθούμε στους παρακλητικούς κανόνες, μεγάλο και μικρό, που αποτελούν μακάριο εντρύφημα κάθε πιστού, παρηγοριά κι ελπίδα του σ’ όλες τις περιστάσεις της ζωής του, μάλιστα τότε που αντιμετωπίζει διαφόρων ειδών πειρασμούς. Και τούτο γιατί οι βασικές προϋποθέσεις στις οποίες στηρίζονται και οι δύο κανόνες, είναι αφενός το γεγονός ότι ως άνθρωποι χειμαζόμαστε ευρισκόμενοι μέσα σ’ αυτόν τον ταλαίπωρο κόσμο με τους πολυποίκιλους πειρασμούς και τις παγίδες του, αφετέρου υπάρχει η ελπίδα και η παρηγοριά, η καταφυγή και η δύναμη, που είναι η παρουσία της Παναγίας στη ζωή μας.
Και ως προς την πρώτη προϋπόθεση: Δεν υπάρχει, πιστεύουμε, άνθρωπος επί γης, που να μη δοκιμάζει πειρασμούς, εξωτερικούς και εσωτερικούς. Είναι τέτοια η ανθρώπινη φύση και τέτοια η κοινωνία και ο κόσμος μας, που τούτο θεωρείται αδύνατο. «Πειραστήριον» χαρακτηρίζει ο λόγος του Θεού τη ζωή του ανθρώπου, «κοιλάδα πένθους και δακρύων». Αλλά και σύνολη η εμπειρία του ανθρώπου, όπου γης, ανεξάρτητα από θρησκεία και ιδεολογία, επιβεβαιώνει το γεγονός. Γιατί άραγε; Πλαστήκαμε για να πάσχουμε; Βεβαίως όχι. Ο Θεός, κατά την πίστη μας, μας δημιούργησε έτσι, ώστε να είμαστε μέτοχοι της ζωής Του, δηλαδή να ζούμε ευτυχισμένοι, με την προοπτική μάλιστα της απόλυτης, μέσα στα κτιστά όρια, ευτυχίας, εφόσον τέλος μάς έταξε την ομοίωσή μας με Αυτόν. Η κακή χρήση όμως της ελευθερίας μας μάς οδήγησε στην απομάκρυνση από Εκείνον, την πηγή της χαράς και της μακαριότητας, κι έτσι κλήρος μας έγινε αυτό που επιλέξαμε: η φθορά και ο θάνατος, με τα συνοδεύοντα αυτά στοιχεία, της θλίψης και των δακρύων των πειρασμών. Λέει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος κάπου: «Όπου δεν υπάρχει πληγή, δεν χρειάζεται νυστέρι. Στον Αδάμ πριν από την παράβαση δεν υπήρχαν δάκρυα, όπως ακριβώς και στους δικαίους, μετά την ανάσταση των νεκρών, εφόσον θα έχει καταργηθεί η αμαρτία και θα έχει εξαφανιστεί η οδύνη, η λύπη και ο στεναγμός». Όλοι λοιπόν πάσχουμε εξωτερικά και εσωτερικά. Εξωτερικά: με τις διάφορες αρρώστιες, τους πόνους, τις δοκιμασίες της ζωής, εσωτερικά: με τα διάφορα πάθη και τις αδυναμίες μας.
Ποιοι πειρασμοί θεωρούνται βαρύτεροι; Συνήθως ο πολύς κόσμος θεωρεί ότι οι εξωτερικοί πειρασμοί είναι οι χειρότεροι, αυτοί που μόνον μπορούν να δημιουργήσουν ουσιαστικά προβλήματα. Πολλές φορές μάλιστα δεν δίνει σημασία καν στους εσωτερικούς. «Την υγεία μας να ‘χουμε και τίποτε άλλο» ακούμε καθημερινά γύρω μας και σε όλους τους τόνους. Ενώ η καθημερινή ζωή αποκαλύπτει ότι οι γονείς ρίχνουν όλο το βάρος τους για τη διασφάλιση των εξωτερικών συνθηκών των παιδιών τους και της σωματικής υγείας τους, μηδαμινά δε, αν μη τι και καθόλου, δεν φροντίζουν για την εσωτερική ακεραιότητά τους.
Κι όμως! Οι εσωτερικοί πειρασμοί, που πηγάζουν πρωτίστως από τα πάθη και τις αδυναμίες μας, έχουν την άμεση προτεραιότητα, γιατί αυτοί διακυβεύουν την πίστη και την αγάπη μας στον Θεό και τον συνάνθρωπο, που σημαίνει ότι από την καλή ή κακή αντιμετώπισή τους εξαρτάται το αιώνιο μέλλον μας. Ενώ οι άλλοι, οι εξωτερικοί πειρασμοί, θα έπρεπε να έρχονται σε δεύτερη μοίρα ενδιαφέροντος, δεδομένου ότι αυτοί πολλές φορές θεωρούνται ευλογία Θεού. Πώς; Θεωρούμενοι ως αφορμή και πρόκληση προς απόκτηση μεγαλύτερης υπομονής και πίστεως, άρα προς μείζονα αγιασμό μας. «Πάσαν χαράν ηγήσασθε, αδελφοί μου» γράφει ο αδελφόθεος Ιάκωβος, «όταν πειρασμοίς περιπέσητε ποικίλοις, ειδότες ότι το δοκίμιον υμών της πίστεως κατεργάζεται υπομονήν. Η δε υπομονή έργον τέλειον εχέτω, ίνα ήτε τέλειοι και ολόκληροι, εν μηδενί λειπόμενοι» (1, 2-4).
Παρ’ όλα αυτά όμως! Η Εκκλησία μας συγκαταβαίνει στις αδυναμίες μας και στους διαφόρους πειρασμούς μας και μας προτρέπει να προστρέχουμε στην Υπεραγία Θεοτόκο, ιδίως μέσα από τις παρακλήσεις, ώστε να λαβαίνουμε την ίαση για όλα τα παθήματά μας, εξωτερικά και εσωτερικά. Κι ακριβώς αυτή η προτροπή της Εκκλησίας στηρίζεται στη δεύτερη προϋπόθεση των παρακλητικών κανόνων που είδαμε: την πίστη ότι η Παναγία βρίσκεται κοντά μας, δίπλα μας, έτοιμη να εισακούσει κάθε αίτημα που είναι για το συμφέρον μας, διότι έχει τη δύναμη να μας παράσχει τη χάρη που της ζητάμε. «Πολύ ισχύει δέησις Μητρός προς ευμένειαν Δεσπότου». Αυτό συμβαίνει διότι η Παναγία είναι η μητέρα του Κυρίου μας, αυτή δηλαδή από την οποία προσέλαβε, με τη θέλησή της, την ανθρώπινη φύση ο Θεός μας, συνεπώς έκτοτε δεν μπορεί να γίνει αναφορά στον Χριστό χωρίς να γίνει αναφορά και στην Παναγία Μητέρα Του. Με άλλα λόγια, όπου Χριστός, εκεί και Παναγία, κι όπου Παναγία, εκεί και Χριστός. Προσφυγή άρα στην Παναγία σημαίνει ισχυρή προσφυγή και προς τον Χριστό, γι’ αυτό και άπειρα τα θαύματα από τις παρακλήσεις στη Θεοτόκο, τόσο τα μεγάλα και τρανταχτά, όσο και τα μικρά και καθημερινά, που τα γνωρίζει μόνον η πιστή ψυχή του απλού ανθρώπου.
Κατανοούμε έτσι γιατί οι διάφοροι αιρετικοί, και στο παρελθόν και στο παρόν, υποτιμούν την Παναγία. Μη έχοντας ορθή γνώση του Χριστού, λόγω ελλείψεως της χάρης του Θεού μέσα τους, κατ’ ανάγκην διαστρεβλώνουν και τη θέση της Μητέρας Του. Δηλαδή, κριτήριο ορθοδοξίας θεωρείται μεταξύ των άλλων και η στάση μας έναντι της Παναγίας. Ας ρωτήσουμε οποιοδήποτε αιρετικό, ιδίως τους Προτεστάντες και τους παναιρετικούς Γιεχωβάδες, τι φρονούν για την Παναγία. Η απάντησή τους θα μας γεμίσει μαύρη απελπισία. «Αισχρόν εστι και λέγειν». Κι όπως χρειάζεται Πνεύμα Θεού για να δει κανείς ορθά τον Χριστό – «ουδείς δύναται ειπείν Κύριον Ιησούν ει μη εν Πνεύματι Αγίω» (Α΄Κορ. 12, 3) – κατά τον ίδιο τρόπο απαιτείται Πνεύμα Θεού για να δει κανείς ορθά και την Παναγία. Είναι τόσο φανερή η αλήθεια αυτή, όταν διαβάζουμε στο Ευαγγέλιο τα σχετικά με την επίσκεψη της Μαριάμ, μητέρας του Κυρίου, στην εξαδέλφη της Ελισάβετ μετά τον Ευαγγελισμό. «Επλήσθη», γράφει ο ευαγγελιστής, «Πνεύματος Αγίου η Ελισάβετ και ανεφώνησε φωνή μεγάλη και είπε: Ευλογημένη συ εν γυναιξί…» (Λουκ. 1, 41-42).
Η Παναγία μας λοιπόν έχει τη δύναμη να μας βοηθήσει σε όλα μας τα προβλήματα, λόγω της σχέσεώς της με τον Κύριο και Υιό της. Δεν έχουμε παρά να προστρέχουμε συνεχώς σ’ Αυτήν – και όχι μόνον με τις παρακλήσεις – με την πεποίθηση ότι η βοήθειά της αποτελεί και χαρά, αλλά και ανάγκη της. Χαρά, γιατί είναι γεμάτη αγάπη για τα παιδιά της – κι είμαστε ως μέλη Χριστού βαπτισμένα, παιδιά κι εμείς της Παναγίας – ανάγκη της δε, γιατί ως εξαίρετο μέλος και Αυτή του ίδιου μυστικού σώματος του Χριστού, νιώθει προσωπικά ως δικά της όλα τα προβλήματα και τις αγωνίες των άλλων μελών του σώματος.