Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΥ ΚΗΡΥΓΜΑΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΥ ΚΗΡΥΓΜΑΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2025

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ

 

ΕΛΑΤΕ! ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΕΤΟΙΜΑ!

«Το τραπέζι είναι στρωμένο. Όλα σερβιρισμένα. Τα πάντα έτοιμα. Οι θέσεις σας σάς περιμένουν». Η φωνή του υπηρέτη του Κυρίου δεν μπορούσε να είναι πιο σαφής. Η παραβολή του Κυρίου δηλαδή για το μεγάλο Δείπνο δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφισβήτησης: είναι τέτοια η επιθυμία Κυρίου του Θεού μας για να έχει τον άνθρωπο κοντά Του, είναι τόσο σφοδρός ο πόθος Του να είναι μαζί μας που ήδη μας έχει θέσει στο τραπέζι της Βασιλείας Του. Κι αν κατανοήσουμε την αλήθεια ότι τελικώς Βασιλεία του Θεού είναι ο ίδιος ο Κύριος – ο ερχομός Του στον κόσμο αποτελεί την είσοδο της Βασιλείας Του -, τότε κατανοούμε ότι η θέση στο τραπέζι Του είναι η θέση μας μέσα στην καρδιά Του, στο κέντρο της ύπαρξής Του – ο καθένας μας είναι ό,τι ανώτερο και ιερότερο για τον Θεό μας. Κι αυτό γιατί; Διότι μας δημιούργησε έτσι ώστε να Τον «επαναλαμβάνουμε» (όσιος Σωφρόνιος). «Κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσίν» Του κάθε άνθρωπος, που θα πει στο πρόσωπο του κάθε ανθρώπου ο Δημιουργός μας «έβλεπε και βλέπει» τον εαυτό Του! Και μπορεί βεβαίως να ανταρτέψαμε και να χάσαμε την υπερβολή της προσφοράς του Πατέρα, γιατί μάλλον δεν καταλάβαμε το μεγαλείο μας, όμως Εκείνος «έκλινεν ουρανούς και κατέβη», έγινε ένας από εμάς, ίδιος μ’ εμάς, για να μας δώσει εκ νέου την ευκαιρία να αποκτήσουμε και πάλι το πεταμένο δώρο: να γίνουμε θεοί με τη χάρη Του. «Ο Θεός έγινε άνθρωπος για να γίνουμε εμείς θεοί».

Η θέση μας έτοιμη και μας περιμένει. Αλλά εμείς δεν έχουμε... χρόνο. Κι έχουμε απόλυτο «δίκιο»! Αυξήσαμε το βιος μας, τη γη και τα ζωντανά μας, κάναμε δηλαδή επενδύσεις – πώς θα ζήσουμε και θα κυριαρχήσουμε στον κόσμο αυτόν που μας έβαλε ο Δημιουργός μας; Εκείνος δεν είπε: «και κατακυριεύσατε της γης;». Και πιο πολύ: πώς να βρούμε χρόνο αφού παντρευτήκαμε; Ο ίδιος ο Θεός πάλι δεν είπε ότι «δεν είναι καλό να είναι ο άνθρωπος μόνος;» Να λοιπόν, παντρευτήκαμε. Κάναμε υπακοή στο θέλημά Του. Οπότε δεν γίνεται να αφήσουμε μόνο/η τον/τη σύζυγο για κάτι άλλο. Δεν είμαστε απολύτως δικαιολογημένοι; «Σε παρακαλώ, δικαιολόγησέ με!»

Ο Κύριος όμως εξοργίστηκε από τη στάση μας. Μα γιατί; Διότι είμαστε τόσο τυφλοί που δεν καταλαβαίνουμε ότι περιπέσαμε και περιπίπτουμε σε βλασφημία. Τι είναι η βλασφημία; Δεν είναι η αδυναμία ιεράρχησης των προτεραιοτήτων μας; Δεν είναι να βάζουμε πρώτο αυτό που έπρεπε να ακολουθεί και δεύτερο αυτό που από τη φύση του είναι πρώτο; Ποιο είναι το πρώτο; Αυτό που γνωρίζουμε και έχουμε ακούσει χιλιάδες φορές: «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της ψυχής, εξ όλης της καρδίας, εξ όλη της διανοίας, εξ όλης της ισχύος»! Να επιδιώκουμε δηλαδή πρώτα τη Βασιλεία του Θεού, τον ίδιο τον Θεό δηλαδή, κι όλα τα υπόλοιπα θα τα βλέπουμε να έρχονται σωρηδόν και με ευλογίες στη ζωή μας! Και στην πράξη τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει να θέτουμε σε προτεραιότητα της ζωής μας το άγιο θέλημα του Θεού, τις άγιες εντολές του Κυρίου, δηλαδή τελικώς την αγάπη προς τον συνάνθρωπό μας. Αυτή είναι η κανονική εργασία μας που μας κινητοποιεί και μας κάνει να βρούμε τη θέση μας στο τραπέζι της Βασιλείας του Θεού, να βρούμε δηλαδή το κέντρο της ύπαρξής μας μέσα στο κέντρο της καρδιάς του Θεού μας.

Η κατανόηση της αλήθειας αυτής εννοείται πως φωτίζει την κανονική αυτή εργασία μας – «εργάζεσθε μη την βρώσιν την απολλυμένην αλλά την μένουσαν εις ζωήν αιώνιον» - αλλά με προοπτική καθημερινότητας. Τι θέλουμε να πούμε; Η αποδοχή ή η άρνηση της πρόσκλησης του Θεού μας να μένουμε μέσα σ’ Εκείνον και Εκείνος μέσα σ’ εμάς – το βάθος ερμηνείας της παραβολής του μεγάλου Δείπνου – δεν είναι θέμα μίας φοράς. Η κάθε ώρα και η κάθε στιγμή της ζωής μας είναι η ώρα πρόσκλησης του Θεού μας για να είμαστε μαζί Του – έχουμε ανοικτή πρόσκληση. Που θα πει: αδιάκοπα βρισκόμαστε στο κρίσιμο σημείο επιλογής να είμαστε πιστοί ή άπιστοι. Όσο έχουμε χρόνο, δηλαδή όσο διαρκεί η εδώ ζωή μας.

 Η συγκεκριμένη παραβολή του Κυρίου πράγματι δεν μας αφήνει σε ησυχία. Και η απάντηση που Του δίνουμε κάθε φορά κρίνει την όποια θεωρούμενη χριστιανικότητά μας. Χριστιανός πάντως του: πότε ναι και πότε όχι, δεν υπάρχει! Γιατί «ο μη ων μετ’ εμού κατ’ εμού εστι».

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2015

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΥ ΚΗΡΥΓΜΑΤΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Γ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ



Εἰ δέ τόν χόρτον τοῦ ἀγροῦ σήμερον ὄντα καί αὔριον εἰς κλίβανον βαλλόμενον ὁ Θεός οὕτως ἀμφιέννυσιν, πόσῳ μᾶλλον ὑμᾶς, ὀλιγόπιστοι;᾽  (Ματθ. 6, 30)

α. ῞Εναν ὕμνο στή πρόνοια τοῦ Θεοῦ συνιστᾶ τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς ἡμέρας. Διακηρύσσει διά στόματος ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ τό πόσο κοντά μας εἶναι ὁ Θεός, τό πόσο νοιάζεται γιά ἐμᾶς. Παράλληλα ὅμως ἀποτελεῖ καί ἕναν αὐστηρό ἔλεγχο τῆς ἀδυναμίας μας:  τῆς τύφλωσης πού μᾶς διακατέχει στό νά διαπιστώνουμε τά ἄλλως αὐτονόητα. Εἰδικά ἡ φράση τοῦ Κυρίου ὅτι καί τό ἀγριόχορτο πού δέν τοῦ δίνει κανείς σημασία εἶναι ἀντικείμενο τῆς φροντίδας τοῦ Θεοῦ, συμπυκνώνει τή διπλή αὐτή διάσταση τῶν λόγων Του.

β. 1. Ὁ Κύριος λοιπόν εἶναι τραγικά σαφής ὅσον ἀφορᾶ στήν κατάσταση ἡμῶν τῶν ἀνθρώπων:  εἴμαστε ὀλιγόπιστοι. Δέν ἔχουμε τή δυνατότητα δηλαδή νά ἀναγνωρίσουμε τήν παρουσία Του καί στή Δημιουργία πού εἶναι δική Του καί Τοῦ ἀνήκει, πολύ περισσότερο σ᾽ ἐμᾶς τούς ἴδιους. Διότι ὁ Κύριος διαβαθμίζει τήν παρουσία καί τήν Πρόνοιά Του:  οἱ ἄνθρωποι δεχόμαστε ἀπείρως περισσότερο ἀπό ὅσο ἡ λοιπή δημιουργία τίς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ. Κι αὐτό βεβαίως γιατί μόνον οἱ ἄνθρωποι πλαστήκαμε ῾κατ᾽ εἰκόνα καί καθ᾽ ὁμοίωσιν Θεοῦ᾽. Αὐτό δέν δείχνει μεταξύ ἄλλων καί τό γεγονός τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ;  ῎Ανθρωπος ἔγινε ὁ Θεός γιά νά σώσει τόν ἄνθρωπο καί μέσω αὐτοῦ καί ὅλη τή φύση. Οἱ ἅγιοι Πατέρες μας, σάν τόν ὅσιο Μάξιμο τόν ὁμολογητή γιά παράδειγμα, ἐπισημαίνουν τήν ἀλήθεια αὐτή: ὑπάρχει ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ πού προνοεῖ γιά τά πάντα, καί τά ἄψυχα, ὑπάρχει περισσότερη ἐνέργειά Του γιά τά ἔμψυχα, ἰδιαίτερη ἀκόμη γιά τούς ἀνθρώπους, κατεξοχήν δέ, ἡ θεοποιός ἐνέργειά Του, γιά τούς πιστούς καί συνεπεῖς χριστιανούς.

2. Αἰτία κατά τόν Κύριο τῆς ὀλιγοπιστίας αὐτῆς εἶναι ἡ ψυχική τύφλωση τοῦ ἀνθρώπου. Τό ῾ἐν ἡμῖν φῶς᾽, ὁ νοῦς δηλαδή, εἶναι σβηστό, βρισκόμαστε στό σκοτάδι, ὁπότε ἀδυνατοῦμε νά ἐπισημάνουμε τό φῶς τοῦ Θεοῦ. Ὁ Κύριος προκειμένου νά τό καταστήσει σαφές χρησιμοποιεῖ τό παράδειγμα τῆς σωματικῆς τύφλωσης: ὅπως ὁ σωματικά τυφλός δέν βλέπει τό φῶς τοῦ ἥλιου, κατά τόν ἴδιο τρόπο καί ὁ ὀλιγόπιστος:  ὡς ψυχικά τυφλός δέν βλέπει τό πνευματικό φῶς, τήν παρουσία τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ. Τό ἴδιο δέν ἐπεσήμαινε καί γιά τούς Φαρισαίους τῆς ἐποχῆς του; ᾽Επειδή Τόν ἀπέρριπταν, ἐπειδή δέν ἔβλεπαν τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ στόν ἐρχομό Του, γι᾽ αὐτό τούς χαρακτήριζε τυφλούς πού ὁδηγοῦν ἄλλους τυφλούς, μέ ἀποτέλεσμα νά πέσουν ὅλοι μαζί σέ λάκκο!

3. ῎Ετσι ἡ ὀρθή σχέση μας μέ τή φύση, ἀλλά καί μέ τόν ἑαυτό μας καί τόν συνάνθρωπό μας, εἶναι ἀδύνατη χωρίς τή σχέση μας μέ τόν Χριστό. Ὁ Χριστός εἶναι ᾽Εκεῖνος πού μᾶς ἀνοίγει τά μάτια γιά νά βλέπουμε τά πάντα στίς ὀρθές καί ἀληθινές τους διαστάσεις, γεγονός πού σημαίνει ὅτι ὁ μή χριστιανός, ὁ μή ἔχων σχέση μέ τόν Χριστό, ἔχει κολοβωμένη καί ἐλλιπή ὅραση τῆς πραγματικότητας, κατά συνέπεια οἱ ἐπισημάνσεις του γιά τόν κόσμο καί τόν ἄνθρωπο, ὅσο πιθανόν σωστές κι ἄν εἶναι, μοιάζουν μέ τήν πραγματικότητα πού ἐπισημαίνει ἕνας τυφλός ἄνθρωπος καθώς ψαχουλεύει μέσα στό σκοτάδι:  διαπιστώνει ἀληθινά πράγματα, ἀλλά διαρκῶς τοῦ διαφεύγει τό ὅλον. ᾽Αλλά καί ἡ ἴδια ἡ ἐπιστήμη, ὡς πείραμα, προσέγγιση καί λογική ἐπεξεργασία τῶν δεδομένων τῆς αἰσθητῆς πραγματικότητας, χωρίς τόν φωτισμό τῆς πίστεως μᾶς ἀποκαλύπτει μέν τήν πραγματικότητα, δέν ὑπάρχει ὅμως τό βάθος τοῦ νοήματος τῆς πραγματικότητας αὐτῆς.

4. Τό ζητούμενο λοιπόν γιά νά ἀρχίσουμε νά βλέπουμε σωστά καί ὑγιῶς τά πράγματα καί τόν ἑαυτό μας, νά τά βλέπουμε δηλαδή μέσα στήν προοπτική τῆς ἀπαρχῆς δημιουργίας τους καί μέσα στό νόημά τους, εἶναι νά ἀποτινάξουμε τήν ψυχική μας τύφλωση. Νά βροῦμε τό φῶς τοῦ Θεοῦ πού θά μᾶς διανοίξει τούς ὀφθαλμούς. Νά πιστέψουμε δηλαδή στόν Χριστό. Ἡ πίστη σ᾽ ᾽Εκεῖνον μόνον, ὅσον καί ἄν ἀκούγεται ἀπόλυτο, συνιστά τό φῶς τοῦ νοῦ καί τῆς συνείδησής μας, πού μᾶς δίνει τή δυνατότητα νά δοῦμε καί τόν Θεό παντοῦ καί ὁπουδήποτε. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ ἱκανότητα νά δοῦμε τόν Θεό ἔξω ἀπό ἐμᾶς: στή φύση καί στόν συνάνθρωπο, περνάει μέσα ἀπό τήν ἀπόκτηση τῆς ἱκανότητας νά Τόν βλέπουμε μέσα μας. ῎Αν δέν ἔχουμε Θεό ἐμεῖς, δέν μποροῦμε καί νά Τόν δοῦμε ἀλλοῦ. ῾᾽Εν τῷ φωτί Σου ὀψόμεθα φῶς᾽.

5. Καί ἡ πίστη αὐτή, τό φῶς τοῦ Χριστοῦ μέσα μας, εἶναι μέν δωρεά ᾽Εκείνου, ἀλλά στόν ἄνθρωπο πού τό θέλει καί τό ἀναζητεῖ, γεγονός πού παραπέμπει στήν ἔνταξη τοῦ ἀνθρώπου στήν ᾽Εκκλησία: στήν ᾽Εκκλησία, τό ζωντανό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὁδηγεῖται πάντοτε ὁ γνήσιος ἀναζητητής τοῦ Θεοῦ. Τό ῾ζητεῖτε πρῶτον τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ᾽ πού εἶπε ὁ Χριστός, εἶναι ἀκριβῶς ἡ προϋπόθεση τοῦ ἀνοίγματος καί τῶν ψυχικῶν ὀφθαλμῶν μας. ῞Οσο δηλαδή ἐπιλέγουμε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ στή ζωή μας, ὅσο ὁ Κύριος γίνεται ἡ προτεραιότητά μας καί ἡ τροφοδοσία μας ἀπό ᾽Εκεῖνον μέ τό σῶμα καί τό αἷμα Του ὁ θερμός πόθος τῆς καρδιᾶς μας, τόσο καί ὑγιεῖς γινόμαστε, τόσο βρίσκουμε ἐκεῖνο τό σημεῖο ὕπαρξης πού ἀποτελεῖ τήν ἀληθινή σφαίρα τοῦ εἶναι μας, μέ τόν ζωντανό Θεό παρόντα στή ζωή μας. ῾Τηρεῖστε τίς ἐντολές μου καί θά σᾶς φανερωθῶ᾽ διαβεβαίωσε ὁ Κύριος.

γ. Σ᾽ ἕναν κόσμο τραγικά ἀνασφαλή καί φοβισμένο, λόγω πρωτίστως τῆς ἀπιστίας του στήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ, τά λόγια τοῦ Κυρίου ἔρχονται σάν βάλσαμο στίς ψυχές:  ὁ Θεός μᾶς ἀγαπᾶ καί μᾶς φροντίζει. Μπορεῖ οἱ αἰσθήσεις μας νά βλέπουν τήν τραγωδία, μπορεῖ οἱ εἰδήσεις νά μᾶς βομβαρδίζουν μέ καταστροφικά σενάρια, μπορεῖ ὅλος ὁ περίγυρος νά μᾶς δημιουργεῖ τήν αἴσθηση ὅτι πέφτουμε στό κενό, ὅμως πίσω ἀπό ὅλα στέκει ἡ καρδιά τοῦ Πατέρα. ῾Καί οἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς μας εἶναι ἀριθμημένες᾽ λέει ὁ Κύριος. Τό κενό βρίσκεται μᾶλλον μέσα μας. Ἡ τραγωδία εἶναι τό σύμπτωμα τῆς πεσμένης στήν ἁμαρτία ἀνθρωπότητας. Ὁ Θεός ὅμως ὑφίσταται καί μᾶς κρατάει, δημιουργώντας ἀδιάκοπα τίς συνθῆκες προκειμένου νά Τόν βλέπουμε καί νά Τόν ζοῦμε. Καί οἱ συνθῆκες αὐτές εἶναι τελικῶς μία: ἡ μετάνοια καί ἡ ἐπιστροφή μας στόν Κύριο. 

Παρασκευή 5 Ιουνίου 2015

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΥ ΚΗΡΥΓΜΑΤΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Α΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ)


«Πας όστις ομολογήσει εν εμοί έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω καγώ εν αυτώ έμπροσθεν του Πατρός μου του εν ουρανοίς» (Ματθ. 10, 32)

α. Υπάρχει, κατά τους αγίους μας, μία αιτιώδης σχέση μεταξύ της προηγουμένης Κυριακής, της Πεντηκοστής, και της σημερινής, των Αγίων Πάντων: η πρώτη φανερώνει την παρουσία του αγίου Πνεύματος στον κόσμο, η δεύτερη τους καρπούς της παρουσίας αυτής. Διότι οι άγιοι αυτό τελικώς είναι: οι καρποί της επενέργειας του αγίου Πνεύματος. Ό,τι πέτυχαν, ό,τι έγιναν, δεν το απέκτησαν μόνοι τους με τις δυνάμεις τους. Η χάρη του Πνεύματος του Θεού βρήκε πρόσφορο έδαφος μέσα τους: την καλή τους διάθεση, και ενήργησε έτσι στην καλοπροαίρετη καρδιά τους. Στο πρόσωπό τους λοιπόν ψαύουμε κυριολεκτικά τα πολυποίκιλα χαρίσματα του αγίου Πνεύματος: την προφητεία στους προφήτες, την ιεραποστολική διάθεση στους αποστόλους, το αγωνιστικό φρόνημα στους μάρτυρες, το θυσιαστικό πνεύμα στους ασκητές. Στους αγίους μάλιστα βλέπουμε την εκπλήρωση των λόγων του Κυρίου: «Πας όστις ομολογήσει εν εμοί έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω καγώ εν αυτώ έμπροσθεν του Πατρός μου του εν ουρανοίς. Όστις δε αρνήσηταί μοι… αρνήσομαι καγώ…».

β. 1. Ο λόγος του Χριστού, ο οποίος φανερώνει και τι συμβαίνει με τους αγίους, αποτελεί πρόκληση για τη λογοκρατούμενη και ταραγμένη εποχή μας. Μας ανοίγει τα μάτια για να νοήσουμε ότι ο λόγος μας και η ζωή μας δεν εξαντλούνται σε ό,τι επισημαίνουν μόνον οι αισθήσεις μας. Διότι μας λέει ότι αυτό που ζούμε – με το λόγο, με τη σκέψη, με όλη μας τη συμπεριφορά – έχει βάθος που απλώνεται και στον πνευματικό κόσμο του Θεού και στην αιωνιότητα. «Όποιος ομολογήσει μπροστά στους ανθρώπους ότι ανήκει σ’εμένα, θα τον αναγνωρίσω κι εγώ για δικόν μου μπροστά στον ουράνιο Πατέρα μου. Όποιος όμως με απαρνηθεί μπροστά στους ανθρώπους, θα τον απαρνηθώ κι εγώ μπροστά στον ουράνιο Πατέρα μου». Έτσι η ζωή μας ως σχέση με τον Χριστό, είτε θετική είτε αρνητική, κινεί ταυτοχρόνως και τη σχέση του Χριστού έναντι ημών. Η δράση μας προκαλεί θα λέγαμε και την αντίδραση Εκείνου. Ό,τι με άλλα λόγια προσφέρουμε στον Χριστό αυτό φαίνεται ότι και εισπράττουμε.

2. Τι σημαίνει όμως να μας αναγνωρίζει ο Χριστός ως δικούς Του; Σημαίνει ότι μας θεωρεί, όπως απεκάλυψε στους μαθητές Του, όχι δούλους αλλά φίλους Του, κι ακόμη περισσότερο: ότι είμαστε ένα μ’ Εκείνον, σε κατάσταση αληθινής ταύτισης μαζί Του, κατά τη χάρη που ήδη μας έχει δώσει: «εγώ ειμι η άμπελος, υμείς τα κλήματα». Κατά συνέπεια ο Χριστός μάς αναγνωρίζει ως δικούς Του στον βαθμό που Εκείνος ζει μέσα σε εμάς και εμείς μέσα σ’ Εκείνον, λοιπόν ταυτοχρόνως υφίσταται και η αναγνώρισή μας από τον Θεό Πατέρα: ό,τι είναι του Χριστού είναι και του Πατέρα, κι αυτό με την ενέργεια του αγίου Πνεύματος. Κι επειδή η ζωή του Τριαδικού Θεού, όπως και η ζωή του Χριστού στον κόσμο αυτόν, ήταν και είναι η αγάπη, γι’ αυτό και ο Θεός αναγνωρίζει ως δικούς Του μόνον τους ζώντας εν αγάπη. «Εν τούτω γνώσονται πάντες ότι εμοί μαθηταί εστέ, εάν αγάπην έχητε εν αλλήλοις». Ότι η χαρισματική αυτή κατάσταση είναι η κατάσταση του Παραδείσου ήδη από τη ζωή αυτή είναι βεβαίως περιττό και να πούμε.  
Υπό το παραπάνω πνεύμα είναι ευνόητο τι σημαίνει από την άλλη άρνηση αναγνώρισής μας από τον Κύριο: ο Κύριος δεν ζει μέσα μας, η αποστροφή του προσώπου Του απέναντί μας είναι δεδομένη, όχι διότι Εκείνος δεν μας θέλει, αλλά διότι εμείς έχουμε διαμορφώσει έτσι τη ζωή μας, ώστε να μην υπάρχει χώρος για Εκείνον μέσα μας. Όταν η στροφή του νου και της καρδιάς μας είναι προς τον κόσμο τούτο, όταν η ικανοποίηση των παθών μας συνιστά την προτεραιότητά μας, από κει και πέρα η «απαίτηση» να έχουμε και τον Θεό μαζί μας θεωρείται αδιανόητη διότι είναι αδύνατη. «Ος αν θέλη φίλος είναι του κόσμου εχθρός του Θεού καθίσταται». «Ουδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν». Κουρελιασμένη λοιπόν η ψυχή μας από τα πάθη μας και τον ενεργούντα δι’ αυτών διάβολο ζει από τώρα την κόλασή της. Ο Θεός για την ψυχή αυτή παραμένει ο μεγάλος ξένος και άγνωστος. 

3. Τι αποκαλύπτει εν προκειμένω λοιπόν ο Κύριος; Ότι η αναγνώρισή μας από Εκείνον ότι Του ανήκουμε, εξαρτάται από εμάς: από το τι εμείς κάνουμε γι’ Αυτόν, δηλαδή από το αν Τον ομολογούμε ενώπιον των ανθρώπων ή όχι. Και ομολογία του Χριστού σημαίνει βεβαίως πρώτον ομολογία με το λόγο μας: να έχουμε το θάρρος και τη διάθεση να βεβαιώνουμε την πίστη μας σ’ Αυτόν· να φανερώνουμε την πίστη αυτή κάθε φορά που μας ζητείται. Κυρίως όμως δεύτερον να Τον ομολογούμε με την ίδια τη ζωή μας έστω και σιωπώντας, που θα πει ότι η καρδιά μας πρωτίστως έχει αγκυροβολήσει σε Αυτόν. Όπως το διατυπώνει έξοχα ο απόστολος Παύλος στην προς Ρωμαίους επιστολή του: «Εάν ομολογήσης εν τω στόματί σου Κύριον Ιησούν, και πιστεύσης εν τη καρδία σου ότι ο Θεός αυτόν ήγειρεν εκ νεκρών, σωθήση». Η ομολογία οδηγεί στη σωτηρία: τη σχέση με τον Θεό, όταν το στόμα εκφράζει το περιεχόμενο της καρδιάς. Ο χριστιανός λοιπόν είναι πράγματι του Χριστού όταν η ζωή του, και όταν χρειαστεί και ο λόγος του, αποτελεί μία διαρκή παραπομπή σ’ Εκείνον. Να βλέπει κανείς τον χριστιανό και να έχει την αίσθηση ότι βλέπει τον ίδιο τον Χριστό: αυτό είναι η αληθινή ομολογία Χριστού. «Επιστολή Χριστού» που διαβάζεται και αναγνωρίζεται από όλους είναι η ζωή του αυθεντικού χριστιανού, κατά τη βεβαίωση και πάλι του μεγάλου αποστόλου Παύλου. Ο ίδιος ο Κύριος ήταν Εκείνος που έδειξε ότι η ομολογία της ζωής έχει την προτεραιότητα έναντι της ομολογίας των λόγων. «Ο ποιήσας και διδάξας μέγας κληθήσεται» βεβαίωσε. Πρώτον λοιπόν η ζωή ως εφαρμογή του θελήματος του Θεού κι έπειτα αν χρειαστεί ο λόγος. Διότι όπου υπάρχει ο λόγος χωρίς να υποστηρίζεται από τη ζωή, τότε εκεί βρισκόμαστε μπροστά στον φαρισαϊσμό, ο οποίος δέχτηκε από τον Κύριο τους σκληρότερους χαρακτηρισμούς. Στην περίπτωση αυτή η ομολογία της πίστεως αποκαλύπτει έναν βαθύτατο εγωισμό και γίνεται αφορμή βλασφημίας του ίδιου του Θεού μας. «Δι’ υμάς βλασφημείται το όνομά μου εν τοις έθνεσιν».

γ. Η ζωή μας στον κόσμο τούτο δεν είναι παιχνίδι. Το κάθε τι στη ζωή έχει αιώνιο βάθος: μας τοποθετεί εν Θεώ ή όχι. Όλοι οι άγιοι, τους οποίους εορτάζουμε σήμερα, κατενόησαν ότι η ζωή που ο Θεός τους δώρισε έχει αξία και είναι όντως ζωή, όταν βρίσκεται πάνω στο θέλημα του Θεού, όταν δηλαδή αυτοί Τον ομολογούν και Τον δοξάζουν με κάθε ανάσα και κάθε κίνησή τους. Κι είπαμε και παραπάνω: αυτό σημαίνει αδιάκοπη αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Αυτή είναι η κλήση και η πρόκληση και για εμάς.

Παρασκευή 22 Μαΐου 2015

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΥ ΚΗΡΥΓΜΑΤΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Α΄ ΕΝ ΝΙΚΑΙΑ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

 
 

«Ἐγώ σέ ἐδόξασα ἐπί τῆς γῆς, τό ἔργον ἐτελείωσα ὅ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω· καί νῦν δόξασόν με σύ, πάτερ, παρά σεαυτῷ»
(Ἰωάν. 17, 4-5)

 

α. Σέ ἄμεση ἀναφορά πρός τούς Πατέρες τῆς Α΄ ἐν Νικαίᾳ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τούς ὁποίους ἑορτάζει σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας τό Εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα. Παρμένο ἀπό τήν ἀρχιερατική προσευχή τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ τονίζει αὐτό γιά τό ὁποῖο ἀγωνίστηκαν οἱ Πατέρες ἐν Συνόδῳ: τήν ἑνότητα καί ὁμοουσιότητα Αὐτοῦ μέ τόν Θεό Πατέρα καί  τό σωτηριῶδες ἔργο Του πάνω στή γῆ, γεγονός πού παραπέμπει στή σχέση τοῦ Ἴδιου πρός τούς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι σέ ἑνότητα πιά μέ τόν Χριστό μποροῦν νά φανερώνουν καί αὐτοί στή ζωή τους τή θεϊκή Τριαδική ἑνότητα. Ὁ Κύριος εἶναι ἀπολύτως βέβαιος γιά ὅ,τι προσέφερε στόν κόσμο. Ἡ εὐθύνη ἀπό δῶ καί πέρα θά ἀνήκει πρωτίστως στους ἀνθρώπους. «Ἐγώ φανέρωσα τή δόξα Σου πάνω στή γῆ, ἀφοῦ ὁλοκλήρωσα τό ἔργο πού μοῦ ἀνέθεσες νά κάνω. Τώρα λοιπόν ἐσύ, Πατέρα, δόξασέ με κοντά σ’ ἐσένα».

β. 1. Ἡ ὁλοκλήρωση τοῦ ἔργου τοῦ Κυρίου: τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων, συνιστᾶ τή δόξα τοῦ Θεοῦ Πατέρα. Ὁ Κύριος εἶναι ἀπολύτως σαφής: ὅλη ἡ ζωή Του ἐπί τῆς γῆς, ἡ διδασκαλία Του, τά θαύματά Του, κατεξοχήν δέ ἡ Σταύρωση καί ἡ Ἀνάστασή Του, ἀποτελοῦν τήν ἐξαγγελία τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ Πατέρα, ἤ ἀλλιῶς: τό κάθε γεγονός τῆς ζωῆς τοῦ Κυρίου εἶναι καί μία ἀποκάλυψη τῆς ζεστῆς ἀγκαλιᾶς τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος μέχρι τόν ἐρχομό τοῦ Υἱοῦ Του ὡς ἀνθρώπου κατενοεῖτο πρωτίστως ὡς φόβητρο καί ἀπειλή γιά τόν ἄνθρωπο. Κατά συνέπεια ἡ ἐπί γῆς ζωή τοῦ Κυρίου ἔχει ἀναγωγικό χαρακτήρα, ἀφοῦ τελική ἀναφορά της ἔχει πάντοτε τόν Θεό καί τή δόξα Του. Μόνον Ἕνας – κι Αὐτός εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός – στόν ὁποῖο ὁ Θεός ἦταν τό διαρκές ὅραμά Του καί ἡ βούλησή Του ἦταν ἀταλάντευτα προσανατολισμένη πρός τό ἅγιο θέλημα Ἐκείνου μποροῦσε νά λέει στούς Ἰουδαίους καί σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους κάθε ἐποχῆς: «Τίς ἐξ ὑμῶν ἐλέγχει με  περί ἁμαρτίας;», ὅπως καί ὅτι «οὐδέποτε αὐτός ἐκζήτησε τή δόξα τή δική του». Γι’ αὐτό καί ὁ Κύριος εἶναι ἀγάπη στόν βαθμό πού εἶναι καί ταπείνωση.

2. Κι ἀκριβῶς αὐτή εἶναι καί ἡ ἐξήγηση τήν ὁποία δίνει καί ὁ ἴδιος ὁ Κύριος: Δόξασε τόν Θεό Πατέρα, γιατί ἔκανε ἀπόλυτη ὑπακοή σέ ὅ,τι Ἐκεῖνος Τοῦ ἀνέθεσε, μέχρις ὅτου ὁλοκλήρωσε τό ἔργο τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων. «Τό ἔργον ἐτελείωσα ὅ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω». Τό ἔργο τῆς σωτηρίας δηλαδή ἦταν καρπός ἀνάθεσης ἀποστολῆς ἀπό τόν Θεό Πατέρα, πού σημαίνει ὅτι τότε δοξάζεται κατεξοχήν ὁ Θεός, ὅταν ὁ ἄνθρωπος κατά τό πρότυπο τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου ὑπακούει στό ἅγιο θέλημα Αὐτοῦ. Γιατί αὐτό; Διότι ἡ ὑπακοή στόν Θεό δημιουργεῖ τίς συνθῆκες φανέρωσης  τῆς ἀληθινῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο, σάν νά γίνεται ὁ ὑπήκοος σ’ Αὐτόν διάφανη δίοδός Του. Τό ἴδιο τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἤδη ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη τό εἶχε ἐπισημάνει: «Πρός τίνα ἐπιβλέψω ἀλλ’ ἤ ἐπί τόν ταπεινόν καί ἡσύχιον καί ἀκούοντά μου τούς λόγους καί τρέμοντα αὐτούς;» Ἔτσι ἡ ὑπακοή δέν  κατανοεῖται κατά τόν τρόπο τῶν κοσμικῶν ἀνθρώπων, ὡς δηλαδή ἐξωτερικός καταναγκασμός πού ἐξεγείρει τήν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλ’ ὡς ἐκείνη ἡ ἀναγκαία συνθήκη πού συντονίζει τόν ἄνθρωπο μέ τή ζωή τοῦ Θεοῦ. Ἕνα συγκλονιστικό πράγματι περιστατικό ἀπό τή ζωή τοῦ ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἄθω ἐν προκειμένῳ διασώζει ὁ ἁγιασμένος Γέρων Σωφρόνιος. Σέ ἐπίσκεψη μοναχοῦ στόν ἅγιο στή Μονή τοῦ ἁγίου Παντελεήμονος πού ζοῦσε καί στήν ἀποκάλυψή του ὅτι τοῦ φανερώθηκε ἡ Παναγία, ὁ ἅγιος Σιλουανός ἀμφισβήτησε ἐντελῶς τό «ὅραμά» του γιά τήν Παναγία μέ τό ἑξῆς ἁπλό ἀλλά καί βαθύτατα θεολογικό ἐπιχείρημα: «Η Παναγία ἦταν πρότυπο ὑπακοῆς σέ ὅλη τή ζωή της ἀπέναντι στόν Θεό. Ἐσύ, πάτερ μου, ζεῖς κατά τό δικό σου τό θέλημα, συνεπῶς εἶναι ἀδύνατον νά σοῦ ἐμφανίστηκε ἡ ὑπήκοος στόν Θεό  Θεοτόκος».
 Ὁ δοξασμός τοῦ Θεοῦ μέσω τοῦ ὑπηκόου στό ἅγιο θέλημά Του ἐπιβεβαιώνεται θά ἔλεγε κανείς καί ἐκ τοῦ ἀντιθέτου: Πότε, κατά τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, βλασφημεῖται ὄντως ὁ Θεός; Ὅταν κηρύσσεται τό ὄνομά Του ἀπό ἐκείνους πού κατά τήν πράξη τῆς ζωῆς τους εἶναι ἀνυπάκουοι πρός Αὐτόν. Ὁ κήρυκας δηλαδή στήν περίπτωση αὐτή φανερώνει ἕναν Θεό πού ὑπάρχει μόνον στά χείλη του καί δέν ὑποστηρίζεται ἀπό τήν ἴδια τή ζωή του. Συνεπῶς, γιά τόν ἐκτός τῆς πίστεως αὐτός ὁ Θεός δέν ὑφίσταται, εἶναι ψεύτικος. Ἰσχύει ὅ,τι εἶχε γράψει καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος: «Μισῶ διδάγματα οἷς ἐναντίος ὁ βίος». Μόνον ὁ ὑπάκουος λοιπόν στό θέλημα τοῦ Θεοῦ γίνεται ἡ γέφυρα πού ἑνώνει τή γῆ μέ τόν Οὐρανό, κι αὐτό λόγω τῆς πίστεως καί τῆς ἀγάπης πού αὐτός τρέφει πρός τόν Θεό, μέσα σέ πλαίσια μάλιστα ἀπόλυτης ἐλευθερίας. Κι ἄν αὐτό συμβαίνει γιά τούς χριστιανούς, ἄς φανταστεῖ κανείς πόσο τοῦτο ἰσχύει γιά τόν ἴδιο τόν ἐνανθρωπήσαντα Θεό, τόν Ἰησοῦ Χριστό, ὁ Ὁποῖος «ἐγένετο ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ Σταυροῦ»!

3. Εἶναι εὐνόητο λοιπόν ὅτι ὁ Θεός δοξάζεται ὄχι ἐκεῖ πού ἁπλῶς ἐκφέρεται τό ὄνομά Του, ὄχι ἐκεῖ πού ἐκβιαστικά προβάλλεται τό θέλημά Του, ὄχι ἐκεῖ πού δέν ἀφήνεται χῶρος νά ἀναπνεύσει ὁ ἄνθρωπος, ἔστω καί στό ὄνομα Ἐκείνου – κάθε κατάργηση τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου συνιστᾶ διαστροφή τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, συνεπῶς κατανοεῖται ὡς βλασφημία Του - ἀλλά ἐκεῖ πού φανερώνεται ἡ ἀγάπη ὡς σεβασμός τοῦ ἄλλου καί θυσία πρός χάρη αὐτοῦ, δηλαδή στήν ἀληθινή ὑπακοή στόν Θεό. Μέ ἄλλα λόγια ἀρεστό στόν Θεό, δοξολογία Ἐκείνου κατά τό ἐκπεφρασμένο ἀπό τόν Ἴδιο θέλημά Του εἶναι ὅπου ὑπάρχει παραίτηση ἀκόμη καί ἀπό τά νόμιμα θεωρούμενα δικαιώματα προκειμένου νά ζήσει ὁ ἄλλος. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ἡ μεγαλύτερη δοξολογία πού ὑπῆρξε ποτέ γιά τόν Θεό, ἡ ἀπόλυτη δόξα Του, ἦταν ὅταν σταυρώθηκε ὁ Κύριος. Πάνω στόν Σταυρό ἡ ἴδια ἡ ἀγάπη μέ τά ἀληθινά ὅριά της, τά ὅρια τῆς θυσίας, δοξολογεῖ μέ τή δυνατότερη φωνή τόν Δημιουργό, ὁ ἴδιος ὁ Σταυρός γίνεται ὄντως ἡ «δόξα» Κυρίου κατά τή θεόπνευστη ἐκτίμηση ἰδίως τοῦ εὐαγγελιστῆ Ἰωάννη.

4. Καί τί γίνεται σ’ αὐτήν τήν περίπτωση, κατά τόν λόγο τοῦ Κυρίου; Ὁ ἀληθινά ὑπάκουος δέχεται καί ὁ ἴδιος τόν δοξασμό του ἀπό τόν Θεό. «Καί νῦν δόξασόν σε σύ, Πάτερ, παρά σεαυτῷ». Ἄν ὁ Κύριος θεωρεῖ δεδομένη τήν ἀνταπόδοση τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ Πατέρα, λόγω τοῦ ταπεινοῦ καί ὑπάκουου φρονήματός Του, τό ἴδιο θά ἰσχύει καί γιά κάθε ἀκόλουθο καί μαθητή Του. Αὐτό δέν διδάσκει καί ὅλη ἡ ἐκκλησιαστική ἱστορία μέσα ἀπό τούς βίους τῶν ἁγίων; «Τούς ἐμέ  δοξάζοντας δοξάσω». «Τοῖς ἁγίοις τοῖς ἐν τῇ γῇ αὐτοῦ ἐθαυμάστωσεν ὁ Κύριος». Ὅ,τι ὁ Κύριος ἀπεκάλυψε καί σέ ἀνάλογη παραβολή Του: ὅτι τόν πιστό ὑπηρέτη του ὁ βασιλιάς θά τόν ἀνταμείψει καί θά τόν διακονήσει ὁ ἴδιος, ἀκριβῶς τοῦτο βλέπουμε ὄχι μόνο στόν ἴδιο ὡς ἄνθρωπο, ἀλλά καί σέ κάθε συνεπές μέλος Του. Ἡ ἐν δόξῃ μάλιστα ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, κατά τήν ὁποία ὁ Κύριος κάθεται στά δεξιά τοῦ Θεοῦ Πατέρα καί μέ τήν ἀνθρώπινη φύση Του διαπαντός, συνιστᾶ τή μεγαλύτερη ἐπιβεβαίωση τοῦ παραπάνω λόγου Του, μέ τόν ὁποῖο παρακαλεῖ τόν Θεό Πατέρα «νά Τόν δοξάσει μέ τή δόξα πού εἶχε κοντά Του προτοῦ νά γίνει ὁ κόσμος».

γ. Ἡ ἀνυπακοή τοῦ πρώτου Ἀδάμ ἐπέφερε τήν ἀμαύρωση τῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ  στήν ὕπαρξή του καί τήν ἀλλοίωσή της στή ζωή τοῦ ἀνθρώπου μέ τά γνωστά σέ ὅλους καταστροφικά ἀποτελέσματα. Ἡ ὑπακοή τοῦ νέου Ἀδάμ, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐπέφερε τόν καθαρισμό τῆς εἰκόνας Αὐτοῦ καί τῆς σωτηρίας γι’ αὐτό τοῦ ἀνθρώπου. Ὡς χριστιανοί ἡ μόνη ὁδός πού μᾶς σώζει εἶναι νά ἀκολουθοῦμε χάριτι Θεοῦ τά ἴχνη τοῦ Κυρίου. Εἶναι ἡ μόνη ὁδός πού φέρνει τόν Θεό στή ζωή μας καί μᾶς καθιστᾶ ζωντανά παραδείγματα δοξολογίας τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἡ μόνιμη ἄλλωστε προτροπή καί ἐντολή Του: «Οὕτω λαμψάτω τό φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν τά καλά ὑμῶν ἔργα καί δοξάσωσιν τόν Πατέρα ὑμῶν τόν ἐν τοῖς Οὐρανοῖς».

Παρασκευή 15 Μαΐου 2015

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΥ ΚΗΡΥΓΜΑΤΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ


«Και σχίσμα ην εν αυτοίς…» (Ιωάν. 9, 16)

α. Μία οξεία αντιπαράθεση μεταξύ ιδεολογίας και εμπειρίας παρακολουθούμε στο σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα. Από τη μία οι θρησκευτικοί άρχοντες των Ιουδαίων, οι οποίοι αρνούνται να πιστέψουν στα μάτια τους και στη μαρτυρία των υπολοίπων συμπατριωτών τους. Από την άλλη ο εκ γενετής τυφλός, ο οποίος δεν κάνει τίποτε άλλο από το να μαρτυρεί ό,τι του συνέβη: την εμπειρία του από τη συνάντησή του με τον Χριστό. Κι αξίζει να σταθούμε στην αντιπαράθεση αυτή, γιατί μπορεί να θεωρηθεί τύπος για ό,τι συμβαίνει σε κάθε εποχή. Πάντα θα υπάρχουν εκείνοι που αρνούνται τον Χριστό για λόγους θεωρητικούς, και πάντα θα υπάρχουν εκείνοι που Τον ομολογούν γιατί Τον ένιωσαν με όλη τους την ύπαρξη.

β. 1. Ξενίζει σε πρώτη ανάγνωση η αντίδραση των θρησκευτικών αρχόντων να δεχτούν το θαύμα του Κυρίου Ιησού Χριστού. Κι αυτό γιατί βλέπουν την ορατή απόδειξη μπροστά τους: τον θεραπευμένο πια τυφλό, ο οποίος όχι μόνο απέκτησε την όρασή του αλλά και τους  οφθαλμούς που δεν είχε – ο Κύριος λειτουργεί όπως απαρχής  ως ο Δημιουργός Θεός –, τη στιγμή μάλιστα που το γεγονός  βεβαιώνει πλήθος  ανθρώπων, αλλά και οι ίδιοι οι γονείς του τυφλού χωρίς να είναι ακόλουθοι του Χριστού. Η πνευματική τύφλωση που επιδεικνύουν  - να αρνούνται το προφανές – είναι κυριολεκτικά ασύλληπτη, η οποία  επιτείνεται ακόμη περισσότερο όταν γνωρίζει κανείς την αδιάκοπη απαίτησή τους να «δουν» ένα θαύμα προκειμένου να πιστέψουν.
Ό,τι φαίνεται παράδοξο όμως, στην πραγματικότητα είναι απόλυτα φυσικό και κατανοητό για τους θρησκευτικούς άρχοντες. Διότι η άρνησή τους υποκρύπτει τελικώς την έλλειψη διάθεσης να πιστέψουν στον Χριστό. Όταν είσαι βολεμένος στον κόσμο τούτο κι όταν ικανοποιούνται τα πάθη σου, γιατί να θέλεις αλλαγή; Αν οι άρχοντες δέχονταν το θαύμα θα σήμαινε ότι δέχονται τον Χριστό ως εκ Θεού προερχόμενο, ως τον Μεσσία που είχαν προαναγγείλει οι προφήτες, συνεπώς θα έπρεπε να μετανοήσουν και να αλλάξουν τρόπο ζωής. Κι αυτοί δεν είχαν καμία τέτοια διάθεση.

2. Η στάση αυτή των Ιουδαίων υπάρχει διαχρονικά. Η όποια αμφισβήτηση δηλαδή του Χριστού σε κάθε εποχή δεν στηρίζεται σε άλλους λόγους πέρα από την αμαρτία του ανθρώπου. Ο άνθρωπος που έχει επιλέξει να ζει με εγωισμό και με χάιδεμα των παθών του, αδυνατεί να είναι με τον Χριστό. Χριστός και αμαρτία δεν συμβιβάζονται. Η ακολουθία του Χριστού σημαίνει συντονισμό με τη ζωή του ίδιου του Χριστού, κατά τον σαφή λόγο Του: «Όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον Σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι». Γι’ αυτό και η πίστη σ’ Αυτόν δεν είναι εύκολη υπόθεση. Την ασπάζονται μόνον εκείνοι που η γενναιότητα και η ανδρεία χαρακτηρίζουν τη ζωή τους· που η θυσία γίνεται πια η επιλογή τους. Κι αυτό γιατί ο Χριστός ανατρέπει τα πάντα: όλες τις επίγειες αγάπες και δεσμεύσεις του ανθρώπου, προκειμένου να βάλει στην πρώτη θέση την αγάπη στον Θεό, την αγάπη σ’ Εκείνον. «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της ψυχής σου, εξ όλης της καρδίας σου, εξ όλης της διανοίας σου, εξ όλης της ισχύος σου». Και «ο φιλών πατέρα ή μητέρα ή τέκνα ή αγρούς, έτι δε και την εαυτού ψυχήν υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος». Και ποιο το αποτέλεσμα για τον πιστό; Να γεύεται πάντοτε τον Θεό μέσα του και να γίνεται και ο ίδιος ένας μικρός Θεός – ό,τι συνιστά τον σκοπό και την υγεία του ανθρώπου.
 
3. Από την άλλη υπάρχουν εκτός από τους αμφισβητίες οι πιστοί. Όχι βεβαίως οι ψεύτικοι και κάλπικοι – όσοι έχουν κάνει ιδεολογία και θεωρητική γνώση κι ίσως και μόδα τη χριστιανική πίστη – αλλά οι αληθινοί και γνήσιοι, που έχουν προσωπική εμπειρία της σχέσης τους με τον Χριστό. Στην άρνηση των αμφισβητιών προβάλλουν τη μαρτυρία της εν Χριστώ ζωής τους, σαν τον θεραπευμένο πρώην τυφλό που λέει στους απίστους Ιουδαίους: «δεν ξέρω τι λέτε εσείς, εγώ ένα ξέρω: ήμουν τυφλός και τώρα βλέπω», γεγονός που σημαίνει πως όσα επιχειρήματα μπορεί να φέρει η ανθρώπινη συλλογιστική κατά του Χριστού ως Υιού του Θεού καταπίπτουν μπροστά στην ίδια την πραγματικότητα της ζωντανής παρουσίας Του στη ζωή ενός ανθρώπου. Η εμπειρία έτσι που απέκτησε ο πρώην τυφλός τον έφερε στη σωτηρία: την ορθή πίστη στον Χριστό και την αληθινή γνώση Του.

4. Η περίπτωσή του θυμίζει από μία άποψη τους αποστόλους μετά την Ανάσταση και την Πεντηκοστή. Στους αρνητές και πάλι Ιουδαίους, οι οποίοι μάλιστα τους απειλούν, τους κλείνουν στη φυλακή, τους βασανίζουν με κίνδυνο να χάσουν την ίδια τη ζωή τους, εκείνοι προβάλλουν την προσωπική τους εμπειρία: «ου δυνάμεθα α είδαμεν και ηκούσαμεν μη λαλείν», ό,τι σημειώνει δηλαδή και στην Α΄ Καθολική επιστολή του ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος: «Ο ακηκόαμεν, ο εωράκαμεν τοις οφθαλμοίς ημών, ο εθεασάμεθα και αι χείρες ημών εψηλάφησαν,…απαγγέλλομεν υμίν». Γι’ αυτό και είναι έτοιμοι όχι μόνο να συνεχίσουν να εξαγγέλλουν την πίστη τους, αλλά και μύριες φορές να πάθουν προς χάρη της. Και την ίδια στάση διαπιστώνουμε έπειτα και σε όλη την εκκλησιαστική ιστορία. Ουδέποτε παρουσιάστηκε περίπτωση χριστιανός εν επιγνώσει και με εμπειρία της χάρης του Θεού στη ζωή του να αρνηθεί τον Κύριο. Όσοι τυχόν Τον αρνήθηκαν ήταν γιατί δεν Τον είχαν πραγματικά πιστέψει, που θα πει δεν είχαν νιώσει τη χάρη Του ενεργούσα μέσα στην καρδιά τους. Αιώνια θα ισχύει ο συγκλονιστικός λόγος του Κυρίου, που ο ίδιος είχε πει στους Ιουδαίους, γιατί δηλαδή δεν κατανοούν τον λόγο Του. Διότι δεν είχαν τη δύναμη εκείνη μέσα τους, τη χάρη του Θεού, που θα τους άνοιγε τα πνευματικά ώτα για να τον ακούνε. «Διατί την λαλιάν την εμήν ου γινώσκετε; Ότι ου δύνασθε ακούειν τον λόγον τον εμόν». Για να ερμηνεύσει ακόμη συγκλονιστικότερα: Δεν έχουν τη δύναμη αυτή, γιατί είναι προσκολλημένοι στον πατέρα τους διάβολο και επιτελούν τις επιθυμίες εκείνου. «Υμείς εκ του πατρός του διαβόλου εστέ, και τας επιθυμίας του πατρός υμών θέλετε ποιείν».

γ. Το σχίσμα του λαού για τον Χριστό υφίσταται πάντοτε. Ήδη άλλωστε το είχε προφητέψει ο γέρων Συμεών κατά την υπαπαντή του με τον Κύριο. «Σημείον αντιλεγόμενον» χαρακτήρισε τον Κύριο, όπως και ότι «Ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ». Το ίδιο ισχύει και στην εποχή μας. Δεν υπάρχει περίπτωση να μην υφίστανται οι αρνητές του Χριστού και του ζωντανού σώματός Του της Εκκλησίας. Αλλ’ εκείνοι ήδη έχουν κριθεί λόγω της άρνησής τους. Το θέμα τι κάνουμε εμείς; Ο Χριστός έχει αγγίξει τους πνευματικούς μας οφθαλμούς, ώστε ορώντες να βεβαιώνουμε με την εμπειρία μας την αλήθεια Του;

Παρασκευή 8 Μαΐου 2015

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΥ ΚΗΡΥΓΜΑΤΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ


ώρα δε ην ωσεί έκτη᾽ (Ιωάν. 4,6)

 

 α. Το εκτενές ευαγγελικό ανάγνωσμα έχει ως περιεχόμενο τη συνάντηση του Κυρίου Ιησού Χριστού με μία γυναίκα Σαμαρείτισσα, αμφιβόλου ηθικής ποιότητας όπως αποδεικνύεται, (είχε στο ενεργητικό της ήδη πέντε άνδρες και συζούσε με έναν έκτο),  την οποία όμως όχι μόνον δεν αποστρέφεται, όπως θα περίμενε κανείς από έναν ῾έντιμο᾽ Ιουδαίο, αλλά την προκαλεί σε συζήτηση, της αποκαλύπτει την προσωπική της ζωή, φτάνει μάλιστα στο σημείο να της αποκαλύψει και βαθύτατες θεολογικές αλήθειες για τον Θεό και το πώς λατρεύεται Αυτός, όπως ότι και ο Ίδιος είναι ο προανηγγελμένος από τους Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης Μεσσίας και Σωτήρας του κόσμου. Το αποτέλεσμα είναι συγκλονιστικό:  η γυναίκα δέχεται τη χάρη που της προσφέρει ο Κύριος, αλλάζει τρόπο ζωής, γίνεται ευαγγελίστρια των συμπατριωτών της, γίνεται ισαπόστολος, γίνεται η αγία μεγαλομάρτυς Φωτεινή. Η ώρα της συνάντησής της με τον Κύριο έγινε η ώρα της ζωής της, η ώρα της σωτηρίας της. Ο Ιωάννης το σημειώνει: ῾ώρα δε ην ωσεί έκτη᾽.

 

 β. 1. Δεν πρόκειται μόνον για τον χρονικό προσδιορισμό της ημέρας:  έκτη ώρα, δηλαδή δώδεκα το μεσημέρι. (Η αντιστοίχηση με τη δική μας ώρα γίνεται ως γνωστόν όταν προσθέσουμε στην ώρα του ευαγγελίου και ευρύτερα του εκκλησιαστικού ωραρίου τον αριθμό έξι: πρώτη ώρα είναι η εβδόμη πρωϊνή, τρίτη ώρα η ενάτη κ.ο.κ.). Η ώρα, ιδίως στο κατά Ιωάννην ευαγγέλιο, αποκτά ένα ιδιαίτερο θεολογικό βάθος, διότι δηλώνεται κατ᾽ αυτήν η πρόταση εκ μέρους του Θεού για το γεγονός της σωτηρίας του ανθρώπου. Όταν δηλαδή ο Ιωάννης σημειώνει για ένα περιστατικό την ώρα, είναι γιατί θέλει να δηλώσει εμφατικά το χαρισματικό όριο της συνάντησης του Θεού με τον άνθρωπο, καλύτερα:  την ώρα που η ανθρώπινη θέληση υποκινείται από τη χάρη του Θεού προκειμένου να αποδεχθεί την πρόσκλησή Της, συνεπώς να αρχίσει να ενεργοποιείται η διαδικασία της μετανοίας και της μεταστροφής του ανθρώπου. Η υποκίνηση όμως της θέλησης του ανθρώπου δεν σημαίνει αυτομάτως και αποδοχή της χάρης. Ο άνθρωπος μπαίνει σε κρίση, η κρίση όμως αυτή μπορεί να καταλήξει είτε πράγματι σε αποδοχή και υπακοή του ανθρώπου, αν ο άνθρωπος βρίσκεται σε κατάσταση ετοιμότητας, που θα πει σε αναζήτηση του Θεού, είτε σε απόρριψη, αν ο άνθρωπος έχει επιλέξει την πονηρία ως τρόπο ζωής του. Στην πρώτη περίπτωση καταλαβαίνουμε ότι η ῾ώρα᾽ γίνεται οδός σωτηρίας, ενώ στη δεύτερη γίνεται ώρα κρίσεως με την έννοια της καταδίκης και του κατακρίματος του ανθρώπου. Προφανώς η Σαμαρείτισσα ήταν σε κατάσταση ετοιμότητας, παρόλη την επιφάνεια της άσωτης ζωής της, γι᾽ αυτό και σώθηκε.

 

2. Πολλά άλλα στοιχεία του Ευαγγελίου επιβεβαιώνουν την παραπάνω αλήθεια. Για παράδειγμα: 

- Ο απόστολος Παύλος κρίνοντας σε γενικό επίπεδο τον ερχομό του Θεού ως ανθρώπου στον κόσμο μιλάει για την ῾ώρα᾽ αυτή ως ῾το πλήρωμα του χρόνου᾽. ῾Ότε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, εξαπέστειλεν ο Θεός τον Υιόν Αυτού...᾽. Η ανταπόκριση των ανθρώπων στην κίνηση αυτή του Θεού υπήρξε διπλή: άλλοι Τον δέχτηκαν, άλλοι Τον απέρριψαν.

- Στην αρχή της δράσεώς Του ο Κύριος δέχεται την ειρωνική προτροπή των αδελφών Του να ανέβη μαζί τους στα Ιεροσόλυμα για να γίνει γνωστός. ῾Ούπω ήκει η ώρα μου᾽, δεν έχει έλθει ακόμη η ώρα μου, είναι η απάντησή Του.

- Ο ερχομός του Ναθαναήλ προς τον Κύριο, μετά την κλήση του από τον αδελφικό του φίλο Φίλιππο, ορίζεται και πάλι από την επισήμανση της συγκεκριμένης ῾ώρας᾽.

- Η παράκληση της Μητρός του Κυρίου προς τον Ίδιο να δώσει μία λύση στην έλλειψη κρασιοῦ στον γάμο της Κανά φαίνεται σε πρώτη φάση να απορρίπτεται με το και πάλι ῾ούπω ήκει η ώρα μου᾽. Γίνεται όμως ῾ώρα᾽ Του, δηλαδή θαυμαστή ενέργειά Του στους ανθρώπους που προκαλεί την πίστη, γιατί ακριβώς το ζήτησε Εκείνη, η Μία και Μοναδική.

- Στον Μυστικό Δείπνο, η φυγή του προδότη μαθητή Ιούδα προς επιτέλεση της ανομίας καταγράφεται ως ῾ώρα νύχτας᾽. ῾Ην δε νυξ᾽. Η ενέργεια του Χριστού για τη σωτηρία των ανθρώπων συνάντησε την άρνηση του Ιούδα, γι᾽ αυτό και λειτούργησε σ᾽ αυτόν ως νύχτα.

 

3. Η εξήγηση της παραδοξότητας: να προκαλεί την ανθρώπινη θέληση η παντοδύναμη ενέργεια του Θεού, αλλά άλλοτε να γίνεται αυτή αποδεκτή και άλλοτε όχι, είναι απλή. Ο παντοδύναμος Θεός δεν θέλει να εκβιάσει τον ῾κατ᾽ εικόνα και καθ᾽ ομοίωσιν᾽ Αυτού δημιουργημένο άνθρωπο. Στην κατάσταση της πτώσεως στην αμαρτία μάλιστα, στην κατάσταση δηλαδή του πόνου και της απελπισίας, το μόνο που μπορεί ίσως να κερδίσει τον άνθρωπο είναι η αγάπη. Μια αγάπη που το απόλυτο όριό της το βλέπουμε πάνω στον Σταυρό, όπου ο Εσταυρωμένος Δημιουργός μας σηκώνει τις αμαρτίες μας, χωρίς να ζητεί τίποτε άλλο από εμάς πέρα από την καρδιακή ανταπόκρισή μας. Μας προσφέρθηκε και μας προσφέρεται ολοκληρωτικά – η Θεία Λειτουργία μάλιστα είναι η αδιάκοπη θυσία του ῾εσφαγμένου αρνίου᾽ για να τον φάμε και να τον πιούμε – προκειμένου ακριβώς να κερδίσει την καρδιά μας. ῾Υιέ μου, δος μοι σην καρδίαν᾽. Γι᾽ αυτό και τελικώς η ῾ώρα᾽ για την οποία μιλάμε αφότου Εκείνος ήλθε και Σταυρώθηκε είναι η κάθε ώρα και η κάθε στιγμή, η οποία ενεργοποιείται κατεξοχήν στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Θέλουμε να πούμε ότι όσο ζούμε στον κόσμο τούτο η αγάπη του Θεού δημιουργεί στον κάθε άνθρωπο ευκαιρίες μετανοίας, με την έννοια ότι τον προκαλεί προκειμένου να Τον λάβει αυτός σοβαρά υπόψη στη ζωή του. Κι εκεί που όντως φανερώνουμε ότι Τον λαβαίνουμε υπόψη, οπότε η ῾ώρα῾ γίνεται και δική μας ῾ώρα᾽ είναι όταν Τον κοινωνούμε, είτε μέσω του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας είτε μέσω της τηρήσεως των αγίων Του εντολών.

 

4. Αν όμως η παρηγοριά που έχουμε - ότι ῾ώρα᾽ για εμάς, ώρα δηλαδή για συνάντηση με τον Θεό μας, είναι η κάθε ώρα και η κάθε στιγμή μέχρι τον θάνατό μας - μας δίνει δύναμη και κουράγιο, ταυτοχρόνως μας γεμίζει και με φόβο, γιατί ακριβώς είναι άδηλη η ώρα αυτή του θανάτου μας. Ναι μεν μπορούμε να γευτούμε τον Θεό και να ζήσουμε τη σωτηρία μας κάθε στιγμή του χρόνου, όμως ο ίδιος αυτός χρόνος μπορεί να σημάνει και το τέλος μας. Κάθε φορά λοιπόν που ο Θεός μας δίνει ευκαιρία μετανοίας, κάθε φορά που βλέπουμε ότι μας προκαλεί με ένα γεγονός, ευχάριστο ή κυρίως δυσάρεστο: τα φάρμακα είναι συνήθως πικρά και δυσάρεστα, αλλά είναι αυτά που μας γιατρεύουν, πρέπει να είμαστε σε ετοιμότητα αποδοχής Του. Η διαγραφή της προσκλήσεώς Του ή η όποια υποβάθμιση της ῾ώρας᾽ Του μας θέτουν σε κατάσταση κινδύνου. Δεν έχουμε την πολυτέλεια επιλογής του χρόνου, κι αυτό σημαίνει ότι το ῾λάλει, Κύριε, ότι ο δούλος Σου ακούει᾽, πρέπει να είναι η μόνιμη έγνοια και φροντίδα μας. Ακόμη και στις πιο δύσκολες εργασίες που απορροφούν ίσως όλη την ενεργητικότητά μας, ακόμη και τότε, πιο πολύ μάλλον τότε, πρέπει να είμαστε σε εσωτερική βαθιά προσοχή για κλήση του Θεού. Δεν είναι τυχαίο ότι ο λόγος του Ευαγγελίου όπως και ο λόγος των Πατέρων μας προτρέπει διαρκώς στο ῾σήμερον᾽ της αποδοχής του Θεού. Το αύριο μπορεί να υπάρχει, αλλά όχι ίσως για εμάς. Γι᾽ αυτό και η αναβολή στην πνευματική ζωή, η απόρριψη της κλήσεως του Θεού ή η θέση Του σε κάτασταση αναμονής, είναι η χειρότερη δυνατή επιλογή μας.

 

γ. Μακάρι η ώρα της Σαμαρείτισσας που έγινε ο καιρός της σωτηρίας της να λειτουργήσει αντιστοίχως και για εμάς. Η κάθε ώρα της ημέρας δηλαδή να μας βρίσκει εν μετανοία και με άνοιγμα ιεραποστολικό και διακονικό στους συνανθρώπους μας. Η μετάνοιά μας και η αγάπη μας στον συνάνθρωπο θα είναι η μεγαλύτερη απόδειξη ότι όντως η κλήση του Θεού βρήκε θετική ανταπόκριση και σε εμάς. Η αγία Φωτεινή γίνεται εν προκειμένω φάρος καθοδηγητικός.

 

 

 

Παρασκευή 1 Μαΐου 2015

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΥ ΚΗΡΥΓΜΑΤΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ



μηκέτι αμάρτανε, ίνα μη χείρόν σοί τι γένηται
(Ιωάν. 5, 14)

α. Ο παράλυτος του σημερινού αναγνώσματος τριάντα οκτώ έτη ανέμενε την ίασή του με τον θαυματουργικό τρόπο δι᾽ αγγέλου που πρόσφερε η προβατική κολυμβήθρα. Και τελικώς γι᾽ αυτόν η ίαση έρχεται από εκεί που δεν το περιμένει:  από τον Ιησού Χριστό. Το παράπονο που τον κατέτρωγε:  ἄνθρωπον ουκ έχω᾽, υπερβαίνεται, καθώς δέχεται την επίσκεψη του ενανθρωπήσαντος Θεού, του τελείου Θεού και τελείου ανθρώπου, ο Οποίος θα τον θεραπεύσει όχι μόνον από τη σωματική του παραλυσία, αλλά και από το αίτιο αυτής, την αμαρτία, που συνιστά την πνευματική παραλυσία του ανθρώπου. Η προτροπή του Κυρίου στον Ναό προς τον θεραπευμένο παραλυτικό αυτό ακριβώς υπονοεί:  μηκέτι αμάρτανε, ίνα μη χείρόν σοί τι γένηται᾽. Μην αμαρτάνεις πια, για να μη σου συμβεί κάτι χειρότερο.

β. 1. Η προτροπή αυτή του Κυρίου έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί η αντίληψη περί αμαρτίας στους πολλούς, δυστυχώς και χριστιανούς, κυμαίνεται σε επίπεδα πλάνης:  είτε θεωρείται ως μία απλή παράβαση ενός κανόνα ή ενός καθήκοντος, συνεπώς ως κάτι που δεν έχει ιδιαίτερο αρνητικό αποτέλεσμα για τους ίδιους, είτε εκλαμβάνεται ως μία πρόκληση για εμπειρία που εμπλουτίζει τον άνθρωπο, συνεπώς ως κάτι θετικό γι᾽ αυτόν, είτε φτάνει κυριολεκτικά και σε δαιμονικό επίπεδο, δηλαδή να θεωρείται ως αυτό και μόνο που φέρνει την ευτυχία στον άνθρωπο. Στην τελευταία περίπτωση εντάσσονται όλοι εκείνοι που εν συγχύσει καρδιακή και διανοητική διατείνονται ότι το ενδιαφέρον ακόμη και για τη μετά θάνατον ζωή – εφόσον κατ᾽ αυτούς υπάρχει – βρίσκεται στην κόλαση και όχι στην ῾πλήξη᾽ του Παραδείσου.

2. Ο Κύριος, και στη συγκεκριμένη περίπτωση του ιαθέντος παραλύτου, τονίζει την τραγικότητα της αμαρτίας. Η αμαρτία, για την οποία έπαθε και σταυρώθηκε – ο Κύριος είναι ῾ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου᾽ -  αλλοιώνει την ψυχή αλλά και το σώμα του ανθρώπου. Αν ο παράλυτος υπήρξε παράλυτος, δεν ήταν γιατί γεννήθηκε έτσι – υπάρχουν και τέτοιες περιπτώσεις βεβαίως -, δεν ήταν γιατί κάποιο ατύχημα τον έφερε στην τραγική αυτή θέση, δεν ήταν γιατί κάποια αρρώστια τον προσέβαλε με αποτέλεσμα να μείνει παράλυτος. Έγινε παράλυτος, γιατί κάποια ή κάποιες αμαρτίες τον οδήγησαν στη δεινή αυτή κατάσταση. Τα λόγια του Κυρίου αυτό ακριβώς υπονοούν:  μην αμαρτάνεις από δω και πέρα, για να μη σου συμβεί κάτι χειρότερο. Η πνευματική και ηθική παραλυσία της αμαρτίας δηλαδή οδηγεί πολλές φορές και στη σωματική παραλυσία. Ο άνθρωπος εισπράττει πολύ άμεσα και ορατά το τίμημα της αμαρτίας του. Και ποιο το χειρότερο για το οποίο κάνει λόγο ο Κύριος; Ίσως και ο ίδιος ο θάνατος. Ίσως – ακόμη χειρότερα - μία κατάσταση από την οποία να ελλείπει παντελώς και το στοιχείο της ελπίδας: μία ῾βουτιά᾽ στην άβυσσο της απόγνωσης, η οποία συνιστά μία πρόγευση της κόλασης, αν όχι την ίδια την κόλαση.

3. Τι οδηγεί στην τραγικότητα της αμαρτίας;  Τι είναι εκείνο που κάνει τον άνθρωπο να εκπίπτει από ό,τι φαίνεται να διψά στο βάθος της καρδιάς του: τον ίδιο τον Δημιουργό του; Όχι άλλο από την παρακοή και ανυπακοή προς το θέλημα του Θεού.  Όπως φαίνεται και από την Αγία Γραφή στην περιγραφή της ζωής των πρωτοπλάστων, η άρνησή τους κάποια στιγμή να υπακούσουν στην εντολή του Θεού, η επιθυμία τους να κινηθούν με βάση το ίδιο θέλημα, τη προτροπή ασφαλώς και του Πονηρού διαβόλου, ήταν εκείνο που έφερε όλα τα δεινά στη ζωή αυτών και της λοιπής δημιουργίας, ήταν το αίτιο του ίδιου του θανάτου, πνευματικού και σωματικού. ῾Διά της αμαρτίας ο θάνατος᾽.  Κι αυτό σημαίνει έκτοτε ότι όσο ο άνθρωπος δεν βρίσκεται στον δρόμο του Θεού, όσο τον κατευθύνει το ῾έτσι μ᾽ αρέσει᾽ και όχι το ῾γενηθήτω το θέλημά Σου, Κύριε᾽, τόσο απομακρύνεται από την ίδια τη ζωή, τόσο φεύγει από το φως, τόσο χάνεται μέσα στο σκοτάδι της άγνοιας χωρίς νόημα και σκοπό. Η αποτίμηση του ίδιου του Θεού Πατέρα στην παραβολή του ασώτου είναι απόλυτη: ῾ο υιός μου ούτος νεκρός ην...και απολωλός᾽.

4. Η υπακοή στο θέλημα του Θεού είναι η θεραπεία του ανθρώπου. Ευθύς ως ο άνθρωπος στραφεί προς τον Θεό και αρχίζει να συντονίζεται με το άγιο θέλημά Του, αρχίζει και η διαδικασία υπέρβασης της πνευματικής παραλυσίας, ίσως δε αν επιτρέψει ο Θεός, και της σωματικής παραλυσίας. Και το μόνιμο και αδιάκοπο θέλημα του Θεού είναι ό,τι Εκείνος ζει ως ζωή και είχε δώσει απαρχής της αποκάλυψής Του ως εντολή στον άνθρωπο: η αγάπη. Η αγάπη που αναφέρεται στον ίδιο τον Θεό και στον κατ᾽ εικόνα Αυτού άνθρωπο. ῾Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της ψυχής σου, εξ όλης της καρδίας σου, εξ όλης της διανοίας σου και εξ όλης της ισχύος σου, και τον πλησίον σου ως σεαυτόν᾽. Όσο ο άνθρωπος θα πορεύεται με τον τρόπο της αγάπης, τόσο και θα υγιαίνει πνευματικά νιώθοντας τη ροή της ενέργειας και της χάρης του Θεού στην ψυχοσωματική του υπόσταση. Γι᾽ αυτό και η Εκκλησία μας πάντοτε εξαγγέλλει ότι αμαρτία υφίσταται εκεί απ’  όπου ελλείπει η αγάπη. Κι επειδή αγάπη και πίστη συμβαδίζουν, γι᾽ αυτό και ῾παν ο ουκ εκ πίστεως αμαρτία εστί᾽. Είναι ευνόητο λοιπόν γιατί η αμαρτία, όπως είπαμε, δεν κατανοείται ως παράβαση ενός νόμου ή ενός κανόνα. Γιατί εκφεύγει από τα εξωτερικά τυπικά σχήματα και γίνεται το αδιάκοπο αγώνισμα της καρδιάς. Στην καρδιά ριζώνει η αγάπη, εκεί αναπέμπει τις δοξολογικές κραυγές της, γι᾽ αυτό και εκεί, δηλαδή όπου δεν φτάνει ανθρώπου μάτι, όταν δεν υφίσταται, ήδη λειτουργεί το μυστήριο της ανομίας και της αμαρτίας. Από την άποψη αυτή αφενός έχουμε διαβάθμιση στην αμαρτία, ανάλογα με το ποσοστό της αγάπης που υπάρχει, αφετέρου κανείς δεν μπορεί εύκολα να κρίνει τον συνάνθρωπό του, αφού κάποιος μπορεί να φαίνεται άψογος εξωτερικά, ενώ μέσα του να μαίνεται ο πόλεμος των κακών λογισμών του και του μίσους του προς τον συνάνθρωπο. ῾Ο μένων εν τη αγάπη – λοιπόν – εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ᾽. Η αγάπη αποτελεί το μόνιμο και μοναδικό απόλυτο κριτήριο για να γνωρίζει κάποιος την αμαρτωλότητα ή την αναμαρτησία του.

5. Κι ασφαλώς δεν υπάρχει αναμαρτησία ανθρωπίνως. Μόνον ο Κύριος ως Θεός και άνθρωπος έζησε απολύτως αναμάρτητα. Όλοι οι άνθρωποι λίγο ή πολύ αμαρτάνουμε, γιατί έστω στο βάθος της ψυχής μας κάποια στιγμή μπορεί να ξεφύγουμε από την αγάπη. Γι᾽ αυτό και η αγιότητα για τον άνθρωπο βρίσκεται στον αγώνα πια της μετανοίας του. Όταν ο πιστός νιώσει ότι εξέπεσε από την αγάπη, αρχίζει τον εσωτερικό αγώνα των δακρύων προκειμένου να επανέλθει στην εντολή του Θεού. Κι έτσι η μετάνοια είναι ο δρόμος της πνευματικής ζωής. Πνευματικός και άγιος για την πίστη μας είναι ο μετανοών άνθρωπος, αυτός που οι στεναγμοί της καρδίας του δεν τον εγκαταλείπουν ποτέ, καθώς μάλιστα ενισχύεται διαρκώς και από την κοινή εν Εκκλησία προσευχή και τα μυστήρια της πίστεως, ιδίως της θείας Ευχαριστίας. Κι έτσι μάλλον πρέπει να ερμηνεύσουμε και την προτροπή του Κυρίου ῾μηκέτι αμάρτανε᾽ στον πρώην παραλυτικό. Όχι με την έννοια να μην υποπέσει ποτέ στην αμαρτία – αυτό θα ήταν η ευχή για όλους μας – αλλά με την έννοια να πορεύεται πάντοτε εν μετανοία, κάτι που φαίνεται να συνηγορεί υπέρ αυτού η ενεστωτική προστακτική ῾μηκέτι αμάρτανε᾽, δηλαδή μη παραμένεις στην αμαρτία, όταν αυτή κάνει την εμφάνισή της.

γ. Το ῾μηκέτι αμάρτανε᾽ του Κυρίου η Εκκλησία μάς το υπενθυμίζει διαρκώς το πρωί, το εσπέρας, το βράδυ. ῾Καταξίωσον, Κύριε, εν τη ημέρα, εν τη εσπέρα, εν τη νυκτί ταύτη, αναμαρτήτους φυλαχθήναι ημάς᾽. Η σχετική αναμαρτησία στην οποία καλούμαστε είναι ο δρόμος της μετανοίας, είναι ο δρόμος της αγιότητας, είναι ο δρόμος της πνευματικής υγείας, γιατί είναι ακριβώς ο δρόμος της αγάπης. Η αγάπη είναι το μοναδικό αποτελεσματικό φάρμακο εναντίον της όποιας παραλυσίας απειλεί την ύπαρξή μας.