Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2025

«ΠΗΡΑΜΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ΣΤΑ ΣΟΒΑΡΑ!»

 «Έτυχε λίγο πριν από τον θάνατο του μακαριστού αρχιεπισκόπου Αλβανίας Αναστασίου, να βρεθώ παρέα με τον Αναστάσιο και μου λέει:

 “Πάρε τηλέφωνο τον Χρήστο (Γιανναρά)”.

Τον παίρνω και του λέω: “κ. Χρήστο, είναι στο τηλέφωνο ο μακαριώτατος και θέλει να σας μιλήσει”.

Βουτάει το τηλέφωνο και λέει: “Χρήστο, δεν είμαι ο μακαριώτατος, είμαι ο Τάσος”.

 Και είπανε δυο λόγια. Και στο τέλος λέει:

“Τουλάχιστον, Χρήστο μου, πήραμε τον Χριστό στα σοβαρά”.

 Και νομίζω η καθημερινότητα του μακαριστού Αναστασίου κάπως έτσι ήτανε». 

(π. Σπυρίδων Τσιμούρης, πρωτοπρεσβύτερος, θεολόγος – σε εκπομπή «Ενορία εν δράσει», αφιέρωμα στον μακαριστό αρχιεπίσκοπο Τυράννων και πάσης Αλβανίας Αναστάσιο, 21-12-2025).

 Για τον μακαριστό αρχιεπίσκοπο Αλβανίας κυρό Αναστάσιο (Γιαννουλάτο) έχουν πει, λέγονται και θα λέγονται πάρα πολλά, τόσο για το μεγάλο επιστημονικό έργο του, όσο βεβαίως και για την ιεραποστολική και ποιμαντική διακονία του όπου βρέθηκε και εργάστηκε είτε στην Ελλάδα είτε στην Αφρική είτε τέλος στην Αλβανία. Άνθρωπος διεθνούς εμβέλειας, καταξιωμένος από κάθε είδους επίσημο φορέα: επιστημονικό, εκκλησιαστικό, διαθρησκειακό, μία προσωπικότητα πράγματι χαρισματική, κι όχι μόνο με την έννοια την πνευματικά ορθόδοξη, που «ανάγκασε» και ανθρώπους που τον γνώρισαν αλλά δεν ήταν της ίδιας «συχνότητας» με αυτόν να υποκλιθούν μπροστά στο μεγαλείο του και να ομολογήσουν την ανυπέρβλητη ανθρωπίνως μεγαλοσύνη του. Και δεν θα ήθελα να προσθέσω κι εγώ κάτι άλλο, μολονότι ευλογήθηκα, όπως και πάμπολλοι μαζί με εμένα, να τον έχω καθηγητή στο Πανεπιστήμιο επί διετία, να βρεθώ κοντά του στο σπίτι του παρέα με μικρή ομάδα συμφοιτητών μου, να συμφάγουμε, να συζητήσουμε, να μας μοιράσει έπειτα στις στάσεις των λεωφορείων για την επιστροφή στο σπίτι μας με το δικό του παλιό αυτοκίνητο – μία μικρή μετοχή στην ακτινοβολία της χάρης που εξέπεμπε το φωτεινό του πρόσωπο και ο εμπνευσμένος κατά πάντα λόγος του.

Δεν θα ήθελα λοιπόν να προσθέσω κάτι άλλο, άλλωστε καθένας που τον γνώρισε και τον έζησε, θα είχε πολλά να πει και να διηγηθεί. Ακόμα και για τις περιπτώσεις που δεχόταν την αρνητική κριτική, την εμπαθή δυστυχώς τις περισσότερες φορές, (γιατί κατανοεί κανείς ότι δεν είναι εύκολο να μην αναπτυχθεί η ζήλεια, το τόσο περιεκτικό αυτό πάθος, όταν γίνεται σύγκριση με τέτοιου είδους προσωπικότητα – νιώθεις τόσο νάνος μπροστά σ’ έναν γίγαντα), θα άκουγες την απάντηση: «Δεν πειράζει, είναι αναμενόμενο. Ο Θεός να τους ελεήσει. Εμείς θα κάνουμε αυτό που νομίζουμε σωστό». Θυμίζει – ας επιτραπεί η παρέκβαση – το περιστατικό όπου μία ομάδα προσκυνητών, προ αρκετών ετών, είχαμε βρεθεί στο Πατριαρχείο και ο Πατριάρχης μάς κράτησε για φαγητό στη δική του τράπεζα. Και σε κάποια στιγμή κάποιος από τους συνδαιτυμόνες του έθεσε το ερώτημα: «Παναγιώτατε, κάποιοι σας αμφισβητούν και λένε διάφορα εναντίον σας. Τι λέτε γι’ αυτό;». Και θαυμάσαμε όλοι τη στάση και την απάντηση του Πατριάρχη μας. Χωρίς καμία έκπληξη, χωρίς να χάσει την ηρεμία του, με γαλήνιο τρόπο απάντησε: «Δουλειά τους αυτοί, δουλειά μας εμείς». Η απάντηση δηλαδή του ανθρώπου που έχει πλήρη αυτοσυνειδησία για το τι είναι και τι κάνει και η πορεία του καθορίζεται από το όραμα που τρέφεται από τον Ουρανό!

Στο προκείμενο τώρα, τη συνομιλία του μακαριστού Αναστασίου με τον εξίσου μακαριστό Χρήστο Γιανναρά. Έχουμε την εντύπωση πως αυτό που απεκάλυψε ο γνωστός, συμπαθής και λίαν αξιόλογος και αξιοσέβαστος πρωτοπρεσβύτερος π. Σπυρίδων για το περιεχόμενο της συνομιλίας των δύο σπουδαίων αυτών ανδρών, αποτελεί το «στίγμα» της ζωής και της όλης βιοτής του μακαριστού αρχιεπισκόπου. Αν δηλαδή ήθελε κανείς με έναν λόγο να χαρακτηρίσει τον άνθρωπο, τον μεγάλο κατά πάντα Αναστάσιο, και να ερμηνεύσει την όλη πορεία του, είναι ακριβώς η φράση του – μία ομολογία πίστεως και αυτοσυνειδησίας: «Τουλάχιστον, πήραμε τον Χριστό στα σοβαρά!»

Τον Χριστό δηλαδή πίστευε ο μακαριστός, Αυτόν εμπιστευότανε σε κάθε επιμέρους διάσταση της ζωής του, Αυτός ήταν το κέντρο της ύπαρξής του, κάτω από το βλέμμα Του λειτουργούσε και δραστηριοποιείτο πάντοτε, Εκείνος νοηματοδοτούσε το οτιδήποτε, μικρό ή μεγάλο, έκανε. Ο Χριστός δεν ήταν το «περιθώριο» της ζωής του, δεν ήταν το διακοσμητικό στοιχείο του, έτσι να λέει ότι είναι χριστιανός – η πιο βροντερή φανέρωση της εκκοσμίκευσης ενός θεωρούμενου χριστιανού, δηλαδή της πρακτικής αθεΐας του! Η ομολογία του αυτή: «πήραμε τον Χριστό στα σοβαρά!»  συνιστά υπομνηματισμό της προτροπής του αποστόλου Παύλου «είτε εσθίετε είτε πίνετε είτε τι ποιείτε, πάντα εις δόξαν Θεού ποιείτε». Κι έτσι καταλαβαίνουμε ότι η προτεραιότητά του δεν ήταν απλώς να κάνει έργα, δεν ήταν να κηρύσσει κατά περίπτωση το Ευαγγέλιο, δεν ήταν να κτίζει Εκκλησιές, δεν ήταν να οικοδομεί φιλανθρωπικά ιδρύματα, δεν ήταν να πηγαίνει από δω κι από κει κάνοντας τον ιεραπόστολο˙ αλλά να βρίσκεται στο πιο οριακό σημείο που υπάρχει στον κόσμο: εκεί που είναι το θέλημα του Χριστού προκειμένου Αυτόν να διακρατεί στη ζωή του. «Εμοί το ζην Χριστός» δηλαδή θα έλεγε κανείς και για τον μακαριστό αρχιεπίσκοπο. Τον Χριστό «αεί ανέπνεε» κατά το πατερικό λόγιο, Εκείνον ήθελε στη ζωή του, γι’ αυτό και με το «κυνηγητό» αυτό «μετανάστευε» όπου έβλεπε ότι Τον καλεί Εκείνος – είτε στην Ελλάδα είτε στην Αφρική είτε στην Αλβανία. Οπότε χωρίς την επισήμανση αυτή, την πιο καίρια και σημαντική όλα τα υπόλοιπα στη ζωή του θα έμεναν μετέωρα. Γιατί έργο μπορεί να αφήσει κανείς, το ζητούμενο όμως πάντα είναι το κίνητρο, το ποιητικό αίτιο της κάθε ενέργειάς του – αυτό που θα ζητηθεί από τον Κύριο την ημέρα της κρίσεως.

Ο μακαριστός Αναστάσιος – το πιστεύουμε βαθύτατα – επειδή τον Χριστό είχε κέντρο της ζωής του, όπως είπαμε, είναι από εκείνους που αγάλλονται τώρα στη Βασιλεία του Θεού. Ο Κύριος που ήταν ο έρωτας της ζωής του όσο βρισκόταν στον κόσμο τούτο, ο Ίδιος πολλαπλασίως πιστεύουμε ότι είναι και τώρα και πάντα. Γιατί ένας τέτοιος άνθρωπος, βεβαιωμένα από τα στοιχεία της ζωής του, ζούσε έχοντας ξεπεράσει και τον ίδιο τον θάνατο. Θα ήταν παντελώς ακατανόητη η ζωή και η δράση του χωρίς την παράμετρο αυτή, η οποία συνιστά το πιο δομικό στοιχείο της ύπαρξης ενός χριστιανού. Διότι «όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε». Και «εις τον θάνατον Αυτού εβαπτίσθημεν». Ο Αναστάσιος ήταν και είναι ένας από τους «συγγενείς» του Κυρίου μας.      

Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2025

ΔΙΑΠΡΕΠΗΣ ΚΥΡΙΩΣ ΣΤΗΝ ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ

«Ο μακαριστός αδελφός μας, Μητροπολίτης Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως κυρός Ιερεμίας (Φούντας), διέπρεψε στην ζωή του για πολλά, αλλά κυρίως για την γνήσια ταπείνωση και την απλότητά του» (Ιερώνυμος Β΄, Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος).

Με δύο λόγια ο σοφός αρχιεπίσκοπος κ. Ιερώνυμος - καθώς προλογίζει το σπουδαίο πόνημα του αρχιμ. Ιακώβου Κανάκη, (πνευματικού αναστήματος του μακαριστού αρχιερέα Ιερεμίου), για τον πνευματικό του πατέρα: «Πατήρ και Διδάσκαλος. Προσέγγιση στην ζωή και το έργο του Μακαριστού Μητροπολίτου Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως κυρού Ιερεμίου, Αθήνα 2025» - διαγράφει τη μεγαλοσύνη του προ ολίγων μόλις ετών (2021) εκλιπόντος διαπρεπούς Μητροπολίτη (γεν. 1941). Και τι σημειώνει; Ότι ο μακαριστός δεν ήταν κάποιος απλός άνθρωπος. Μολονότι βασικό γνώρισμα της όλης βιοτής του ήταν η απλότητα, η οποία συνιστά γνώρισμα του ίδιου του Θεού μας, που σημαίνει συγκεφαλαιώνει όλες τις αρετές, δεν ήταν απλός με την έννοια του απλοϊκού και κοινού ανθρώπου. Γιατί; Διότι σε όποιον χώρο κι αν εργάστηκε διέπρεψε. «Διέπρεψε στην ζωή του για πολλά». Είτε στον χώρο τον επιστημονικό είτε στον χώρο τον εκκλησιαστικό ως ιερέας και αρχιερέας το βεληνεκές του υπερακόντιζε κατά πολύ τα κοινά μέτρα.

Υπήρξε σπουδαίος και σοφός επιστήμονας, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο, με ερευνητικές και ερμηνευτικές εργασίες, κυρίως στον τομέα της Βιβλικής Ιστορίας και Θεολογίας, κατεξοχήν δε στην Παλαιά Διαθήκη, ου τις τυχούσες. Και σ’ αυτό συνέτεινε η πολυγλωσσία του - γνώριζε πολύ καλά Γερμανικά, Γαλλικά, Αγγλικά, Ιταλικά, Ρωσικά, Εβραϊκά - η οποία τον έκανε να κινείται στη διεθνή βιβλιογραφία με τεράστια άνεση. Αλλά ο σοφός καθηγητής ήταν ταυτοχρόνως ιερέας κι έπειτα αρχιερέας και εκινείτο από Πνεύμα Θεού που είναι Πνεύμα αγάπης, οπότε όλη αυτήν τη γνώση του ήθελε να τη διοχετεύει στον απλό λαό με εκλαϊκευμένες εργασίες. Όχι μόνο το πάθος του που ήταν η Αγία Γραφή, Παλαιά και Καινή Διαθήκη, αλλά και ο έρωτας που έτρεφε προς την Πατερική Παράδοση, τον έκαναν να θέλει να μεταποιήσει τον αγιογραφικό και πατερικό θησαυρό σε απλή τροφή για τον λαό του Θεού, το σώμα του Χριστού, τους ανθρώπους που τους έβλεπε με το βλέμμα του Κυρίου Ιησού: ως ατίμητες ψυχές λόγω της κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού δημιουργίας τους. Οι ομιλίες του και τα γραπτά του απέπνεαν το άρωμα της ορθόδοξης θεολογίας και ζωής, ήξερες ακούγοντάς τον ή διαβάζοντάς τον ότι μπορείς να επαναπαυτείς για μία ζωή με νόημα και ευθύνη.  

Κι ένιωθε την ευθύνη ως ποιμένας που ήταν και αναλωνόταν νυχθημερόν στη διακονία της ιερουργίας του Ευαγγελίου, με κέντρο όμως πάντοτε τη Θεία Λειτουργία, καίριο γνώρισμα της οποίας είναι και η εξαγγελία του λόγου του Θεού. Ο μακαριστός αρχιερέας και καθηγητής δηλαδή πρώτιστα ήταν «παπάς» κι έπειτα όλα τα άλλα, γι’ αυτό με βεβαιότητα μπορούμε να πούμε ότι η λειτουργική ζωή έδινε νόημα και «νεύρο» και στην όλη λοιπή δραστηριότητά του. Μπορώ να το βεβαιώσω κι εγώ ο ίδιος, ο οποίος ευλογήθηκα στα χρόνια που βρισκόταν ως ιεροκήρυκας στη Μητρόπολη Πειραιά (1983-1987) αλλά και μετέπειτα, να τον «ξελειτουργήσω» αρκετές φορές, να συλλειτουργήσω μαζί του, να διαπιστώσω το μοναδικό σεμνό ιερατικό του ήθος, να νιώσω μπροστά του τη δική μου μικρότητα, αρχικά ως λαϊκός κι έπειτα ως κληρικός.

Και να προσθέσω: ουκ ολίγες φορές αυτό που αποτελεί εμπειρία και μαρτυρία όλων όσοι τον γνώρισαν, δηλαδή η τεράστια αγάπη του, η ελεήμων και φιλόξενη διάθεσή του, η αδιάκοπη επιθυμία του να προσφέρει οτιδήποτε έχει, ακόμη και τα ράσα του και τα προσωπικά του αντικείμενα, κατά το αγιογραφικό: «μακάριόν εστι διδόναι μάλλον ή λαμβάνειν», το είχα ζήσει κι εγώ και πολλοί γνωστοί μου. Θυμάμαι περίπτωση ενός ευσεβούς ανθρώπου, ο οποίος ήθελε να τον βοηθάει στις διάφορες εξωτερικές εργασίες του και αναγκάστηκε, γιατί δεν είχε κάτι άλλο ο μακαριστός να του δώσει, να πάρει με το ζόρι έναν τενεκέ λάδι, παρ’ όλες τις διαμαρτυρίες του ότι έχει άνεση υλικών αγαθών. Σε άλλη περίπτωση, παρόντος κι εμού, θέλησε να προσφέρει κάτι σε μία νέα κοπέλα που βρέθηκε στην οικία του για κάποια καθοδήγηση, οπότε μη έχοντας πρόχειρο κάτι άλλο της έδωσε το μαγνητόφωνό του – δεν μιλάμε για τα «χαρτονομίσματα» που πήγαιναν κι έρχονταν όποτε είχε από την τσέπη του στις τσέπες των άλλων! Κι όλα αυτά υπό το βλέμμα και το χαμόγελο και την ενθάρρυνση της κυριολεκτικά αγίας μητέρας του, της μακαριστής Ιωάννας.

Για πολλά λοιπόν ήταν διαπρεπής ο μακαριστός ιεράρχης. Και ως διαπρεπής επιστήμονας και ως διαπρεπής κληρικός. Και σε όλες τις αρετές, γιατί ζούσε με πνεύμα Θεού, ήταν πρώτος. Μα η βάση όλων, εκείνο που όντως χωρίς αυτό δεν γίνεται τίποτε, ήταν η ταπείνωσή του. Δεν είναι τυχαία η επισήμανση του αρχιεπισκόπου. Τον ήξερε πολύ καλά τον μακαριστό, υποκλινόταν στα πάμπολλα χαρίσματά του, τον σεβόταν απεριόριστα, μα το έβλεπε: αυτός ο τόσο ταλαντούχος άνθρωπος είχε το μεγαλύτερο εξ όλων χάρισμα, τη γνήσια ταπείνωση. Δεν λέμε ότι δεν είχε και αδυναμίες – άνθρωπος γαρ – αλλά όλες σβήνονταν μπροστά στο αδάμαστο θάρρος της μετανοίας του. Μόλις έβλεπε κάποια αστοχία ή αμαρτία του ο μακαριστός Ιερεμίας έσπευδε αμέσως χωρίς «ναι μεν, αλλά» να το παραδεχτεί και να το διορθώσει. Κι ήταν μία πραγματικότητα αυτή που «έσπαζε κόκκαλα». Γιατί μετάνοια βλέπεις σε πολλούς ανθρώπους. Μα τέτοια συναίσθηση μετανοίας ως ζωντανό βίωμα σπάνια συναντάς. Και μπορώ να το βεβαιώσω κι εγώ πάλι ο ίδιος, πέραν βεβαίως της μαρτυρίας άλλων «απείρων» ανθρώπων. Τι εννοώ;

Δεν είχαν περάσει δύο μήνες από τη χειροτονία μου σε πρεσβύτερο και ο μακαριστός πρώην Πειραιώς κυρός Καλλίνικος ήλθε στην ενορία μου βράδυ Κυριακής των ΒαΪων, στην πρώτη ακολουθία του Νυμφίου. Και περί το τέλος της ακολουθίας, έρχεται ο μετέχων κι εκείνος κυρός π. Ιερεμίας με έναν ακόμη κληρικό, για να με πάρουν και να με οδηγήσουν ενώπιον του Μητροπολίτη, ο οποίος θέλησε εκείνην την ώρα να με καταστήσει «πνευματικό». Γιατί το αναφέρω; Όχι απλώς γιατί αυτός με οδήγησε, αλλά γιατί μετά από κάποιο σύντομο διάστημα, μετά το Πάσχα, δέχτηκα τηλεφώνημά του για να συναντηθούμε στον Ναό μου – έμενε πολύ κοντά και ο μακαριστός. Συναντηθήκαμε, μα ήταν λίγο περασμένη η ώρα και ο Ναός ήταν κλειστός με συναγερμό. Παραμείναμε έξω από τον Ναό στο πλατύσκαλο της κλίμακας. Κι εκεί μου απεκάλυψε πως θέλει να εξομολογηθεί. Είχε φέρει μάλιστα και ευχολόγιο και πετραχήλι, τα οποία έπειτα μου τα δώρισε. Πριν προλάβω να αντιδράσω, μου φόρεσε το πετραχήλι, γονάτισε μπροστά μου, έξω από τον Ναό, την ώρα που διέρχονταν και κόσμος και αμάξια, και άρχισε την εξομολόγησή του. Με βαθιά συναίσθηση, με στεναγμούς και δάκρυα, χωρίς δικαιολογίες και περιστροφές. Λίγα λόγια, μα φορτισμένα με τέτοια μετάνοια που σπάνια, όπως ανέφερα, συναντά κανείς. Και τι αμαρτίες είχε; Τέτοιες που άλλος δεν θα τις θεωρούσε ούτε κατά διάνοιαν ως αμαρτίες κι ίσως γελούσε. Αυτός όμως ήταν ο Ιερεμίας: ο άνθρωπος του Θεού, ο γνήσιος λειτουργός του Υψίστου, ο βαθύς μελετητής της Γραφής και των Πατέρων, ο ασκητής που δεν «έπαιζε» με τα θεία. Δύο λεπτά κράτησε η εξομολόγησή του αλλά ήταν αρκετή να με συγκλονίσει. Και μέχρι τώρα σκέπτομαι, μετά σαράντα χρόνια, πως θέλησε μάλλον έτσι να με ενισχύσει, να δείξει την εμπιστοσύνη του απέναντί μου, να μάθω τι σημαίνει αληθινή εξομολόγηση.

Κι έκτοτε, όποτε συναντιόμασταν, και μετά την αρχιερωσύνη του, μου έδειχνε τέτοιο σεβασμό – νομίζω τέτοιον τελικά που έδειχνε προς όλους! – που με έκανε πάντα να νομίζω πως «είμαι κάτι σημαντικό». Η μεγαλωσύνη της ταπείνωσης που εξυψώνει τους άλλους και σμικρύνει τον εαυτό της. «Τη ταπεινοφροσύνη αλλήλους ηγούμενοι υπερέχοντας εαυτών» (απ. Παύλος). Και με σύστηνε πάντοτε στους άλλους χαμογελώντας με την καρδιά του: «Ο πνευματικός μου, ο πνευματικός μου!» χωρίς οι άλλοι να καταλαβαίνουν τι γίνεται. Μέσα στο πλαίσιο αυτό να πω κι ένα περιστατικό από επίσκεψη της ενορίας μου σε μοναστήρι της Μητροπόλεώς του. Έμαθε το προσκύνημά μας και ανέτρεψε όλα τα προγράμματά του προκειμένου να βρεθεί κι εκείνος εκεί, να μας περιποιηθεί, να μας κάνει το τραπέζι. Κι ήταν η στιγμή, όταν βρεθήκαμε στο «αρχονταρίκι» που η γερόντισσα της Μονής παρά… τρίχα «γλίτωσε» το εγκεφαλικό! Γιατί ο ίδιος με το ζόρι με έπαιρνε και με κάθιζε στην πολυθρόνα που είχαν φέρει οι μοναχές για τον Δεσπότη. Με κρατούσε με το ζόρι εκεί, καθήμενος ο ίδιος δίπλα μου ως απλός διάκος. Κι όταν κάποιες φορές μιλώντας μας εκείνος και καλωσορίζοντάς μας λίγο «ξέφευγε» από τη θέση του, η γερόντισσα «κατακόκκινη» μου έκανε νόημα να σηκωθώ. Σηκωνόμουν, εκείνος αμέσως έσπευδε να με ξανακαθίσει στη… θέση μου! Τούτο επαναλήφθηκε τρεις φορές. Ευτυχώς δεν έπαθε τίποτε η καημένη η γερόντισσα.

Γιατί θυμηθήκαμε τον μακαριστό μεγάλο Ιεράρχη; Γιατί το σπουδαίο πνευματικό του τέκνο αρχιμ. Ιάκωβος Κανάκης έγραψε βιβλίο γι’ αυτόν ως έκφραση ευγνωμοσύνης απέναντί του, το οποίο κυκλοφορήθηκε προ ολίγου μόλις καιρού. Βιβλίο που το διαβάζει κανείς στις τριακόσιες και σελίδες του και δεν καταλαβαίνει πώς το τελειώνει. Γιατί σε απορροφά. Γιατί σε κάνει να μετέχεις της χαρισματικής ζωής και της πνευματοφόρας προσωπικότητάς του. Γιατί διαβάζεις ένα σαρκωμένο Ευαγγέλιο. Κι οι φωτογραφίες και οι λοιπές εικόνες που το πλαισιώνουν το καθιστούν πραγματικό εκδοτικό γεγονός. Ευχαριστούμε τον π. Ιάκωβο κι ευχόμαστε ο Κύριος να τον δυναμώνει και να τον χαριτώνει πάντοτε, με τις πρεσβείες του αγίου του πνευματικού μακαριστού Μητροπολίτη Ιερεμίου. Είθε όλοι να έχουμε τις ευχές του τώρα που βρίσκεται στην αγκαλιά του αγαπημένου του Κυρίου.     

Τρίτη 3 Μαρτίου 2020

ΑΙΩΝΙΑ Η ΜΝΗΜΗ!



ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟ ΙΕΡΑΡΧΗ πρ. ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΚΑΛΛΙΝΙΚΟ             (Ι. ΝΑΟΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, ΤΡΙΤΗ, 3 ΜΑΡΤΙΟΥ 2020)
Μακαριώτατε, Ἅγιοι Ἀρχιερεῖς, Σεβαστοί Πατέρες, ἐντιμότατοι ἄρχοντες, φιλόχριστε καί πενθηφόρε λαέ τοῦ Θεοῦ,
ἐνώπιον τῆς σεπτῆς σοροῦ τοῦ κεκοιμημένου ἁγίου πρώην Πειραιῶς κυροῦ Καλλινίκου ὁ λόγος εἶναι περιττός. Ἡ σιωπή θά ἦταν ἡ πρέπουσα στάση, ὄχι βεβαίως μέ τήν κοσμική ἁπλῶς ἔννοια τῆς ἀπουσίας τοῦ ἐκφερομένου λόγου, ἀλλά μέ τή βαθιά ἐκκλησιαστική τῆς πλήρωσής της ἀπό θεῖα νοήματα καί ἐνεργούσα προσευχή. Γιατί κατά τόν ἅγιο, «σταματᾶ κανείς νά μιλάει, προκειμένου νά προσεύχεται καί νά φωτίζεται ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ», πού θά πεῖ ὅτι ἡ ἐδῶ παρουσία μας ἀποκτᾶ ἔτσι νόημα καί ἱερή ἐνέργεια, πού ἀφενός παρηγορεῖ τήν ψυχή τοῦ μεταστάντος ἁγίου Γέροντά μας ὠθώντας την ἔτι πλέον στήν ἀγκαλιά τοῦ «Ἠγαπημένου», ἀφετέρου προκαλεῖ κι ἐμᾶς τούς «περιλειπομένους» σέ μετάνοια διανοίγοντας τά μάτια μας στό βάθος τῆς πραγματικότητας πού δέν εἶναι ἄλλη ἀπό τήν παντοδύναμη παρουσία καί χάρη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ μας. Τά λόγια ἄλλωστε τῶν ἱερῶν ὕμνων τῆς ἐξοδίου ἀκολουθίας σ’ αὐτό ἀκριβῶς ἀποσκοποῦν.
Μά πῶς ἀπό τήν ἄλλη νά ἀφήσει κανείς κατά μέρος τήν εὐκαιρία νά ἀποκαλύψει, ὅσο μπορεῖ καί εἶναι δυνατόν, τό ὕψος καί τό πλάτος τῆς σπουδαίας καί μεγάλης προσωπικότητας τοῦ κεκοιμημένου ἱεράρχου; Θά ἦταν ἀστοχία, καί μάλιστα μεγάλη, νά μή χρησιμοποιηθεῖ ὁ λόγος γιά τόν σκοπό πού δόθηκε: νά ἀποκαλύπτει τά ἀληθῆ, τά σεμνά, τά δίκαια, τά ἁγνά, ὅπως τώρα πού στό πρόσωπο τοῦ «παπποῦ Καλλίνικου» - ἔτσι  συνηθίζαμε νά τόν λέμε τά τελευταῖα χρόνια - τά βλέπουμε ὅλα αὐτά ἀνάγλυφα. Καί βεβαίως ἀκούστηκαν, ἀκούγονται καί συνεχῶς θά ἀκούγονται καί θά γράφονται πράγματα πού ἀποκαλύπτουν τίς πολυποίκιλες πλευρές τῆς χαρισματικῆς προσωπικότητάς του καί ἀναλύουν τό τεράστιο ἔργο του, τό πνευματικό, τό ποιμαντικό, τό εὐρύτερα κοινωνικό κι ἀκόμη καί τό ἐθνικό, κάτι πού ἐμεῖς τώρα θά ἀποφύγουμε, γιατί θέλουμε νά σταθοῦμε σέ δύο μόνο σημεῖα πού τά ζοῦσε καί τά ἔβλεπε κάθε πιστός πού τόν προσήγγιζε, ἰδίως ὅμως οἱ ἄμεσοι συνεργάτες καί ἀδελφοί του, οἱ κληρικοί τῆς Μητρόπολής του.
Ὡς ὁ ἐλάχιστος λοιπόν ἀπό τούς κληρικούς πού ἐκεῖνος χειροτόνησε θά μοῦ ἐπιτραπεῖ νά τονίσω πρῶτον· τήν καταπλήσσουσα πνευματική ἰσορροπία καί διάκρισή του, δεύτερον· τήν ἀπόλυτη αἴσθηση πατρότητας πού τόν διακατεῖχε. Ἡ πνευματική ἰσορροπία καί διάκρισή του σπεύδω νά διευκρινίσω δέν ἦταν καρπός μιᾶς φυσικῆς μετριοπάθειας, μέ τήν ἔννοια τοῦ συμβιβασμοῦ τῶν ἀκροτήτων – τέτοιος συμβιβασμός δέν ταίριαζε μέ τήν ἐκρηκτική χριστιανική φυσιογνωμία του: δέν «νέρωνε» ποτέ τό κρασί του πού λέμε. Ἡ ἰσορροπία καί ἡ διάκριση αὐτή γιά τίς ὁποῖες μιλᾶμε ἦταν ὁ καρπός τῆς ὀρθῆς καί γνήσιας πνευματικῆς του ζωῆς, πού σημαίνει ὅτι ἀκροβατοῦσε ἀδιάκοπα πάνω στό ὀρθοδόξως πιστεύειν καί ζῆν. Ὀρθοδοξία δέν εἶναι κατά τούς Πατέρες μας «τό ἀεί σχοινοβατεῖν»; Γιατί ἔχει νά ἀντιπαλέψει ὁ πιστός ὄχι μόνο μέ τά πάθη τοῦ ἐγωισμοῦ του, μά καί «μέ τόν κοσμοκράτορα τοῦ παρόντος αἰῶνος καί πρός τά πνευματικά τῆς πονηρίας». Ὁ Σεβασμιώτατος Καλλίνικος λοιπόν ἔδειχνε μέ τήν ὅλη βιοτή του τόν ἐσωτερικό ἀγώνα πού ἔκανε. Κι ἄν ὡς ἄνθρωπος κάπου πήγαινε νά σκοντάψει, ἐκεῖ ἀμέσως ἀνεγνώριζε τό λάθος, ζητοῦσε συγγνώμη, διόρθωνε τό ἐσφαλμένο. Ἡ ἄμεση ἀποκατάσταση τῆς ὅποιας διασαλευθείσας ἰσορροπίας ἦταν ἡ τρανότερη ἀπόδειξη ὅτι λειτουργοῦσε πλούσια μέσα του ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἔβλεπε τό μέτρο πού ζητοῦσε ὁ Χριστός, τό ἐπεδίωκε, γι’ αὐτό καί αἰσθανόσουν τήν ἀσφάλεια καί τήν αἴσθηση τοῦ δικαίου πάντοτε κοντά του.
Κι αὐτή ἡ χαρισματική κατάσταση προϋπέθετε ἀλλά καί ὁδηγοῦσε συνάμα  στήν αἴσθηση τῆς πατρότητας πού τόν διακατεῖχε. Ἦταν, θέλουμε νά ποῦμε, ἰσορροπημένος καί διακριτικός ἄνθρωπος, γιατί ἦταν ὁ Πατέρας· κι ἦταν Πατέρας γιατί ζοῦσε τή χάρη τῆς διάκρισης. Κι ἐδῶ πρέπει νά σημειώσουμε ὅτι αὐτή ἡ πατρική του διάθεση, ἡ λελογισμένα καί ἐν ἀγάπῃ αὐστηρή μερικές φορές, εἶχε βαθιά θεολογική βάση: ἀντανακλοῦσε τήν πατρότητα τοῦ Χριστοῦ, πού θά πεῖ ὅτι ἦταν ἔκφραση ἀγάπης. Ὅπως ὁ Χριστός μᾶς ἀγαπᾶ καί θυσιάζεται γιά τόν καθένα μας, ἀνεξάρτητα ἀπό τίς δικές μας καταβολές καί ἀντιδράσεις, κατά τόν ἴδιο τρόπο καί ὁ ἐκλιπών Μητροπολίτης πρώην Πειραιῶς: ὅλους τούς εἶχε στήν καρδιά του, ἡ ἀγάπη του θεωρεῖτο δεδομένη ἀπό ὅλους πού τόν γνώριζαν, ἰδίως δέ ἀπό ἐκείνους πού γιά διαφόρους λόγους τόν εἶχαν πικράνει. Ἀρκοῦσε μία μετάνοια, μία συναίσθηση κι ἀμέσως ἐκεῖνος «ἔλιωνε». Θά ἔλεγε κανείς ὅτι ἡ μεγαλύτερη προσβολή πού θά μποροῦσε κάποιος νά τοῦ κάνει, ἦταν νά ἀμφισβητήσει τό πατρικό του ἐνδιαφέρον. Ἦταν σάν νά τοῦ ἔμπηγε ἕνα ξίφος μέσα στήν καρδιά.  
Γι’ αὐτό καί ἄν θέλουμε νά προχωρήσουμε πιό πίσω καί πιό βαθιά στόν ψυχικό του κόσμο προκειμένου νά ἑρμηνεύσουμε τά παράδοξα αὐτά (τήν πνευματική ἰσορροπία καί τήν πατρική του διάθεση) γιά τή σημερινή πραγματικότητα, ἔστω καί τή χριστιανική, θά μέναμε σ’ αὐτό πού ἤδη ἀκροθιγῶς τονίσαμε καί παραπάνω: τή θερμουργό ἀγάπη Του στόν Κύριο ἤδη ἐκ νεότητός του, τή μεγάλη ἀγάπη του στούς ἁγίους, πάνω ἀπ’ ὅλα ὅμως τήν ἀγάπη του στή μεγάλη μάνα του, τήν Παναγία μας. Δέν θά ἦταν ὑπερβολή ἄν λέγαμε ὅτι ὁ μακαριστός μας Γέροντας «λάτρευε» κυριολεκτικά τήν ὑπεραγία Θεοτόκο. Ἡ μορφή της τόν ἔθελγε καί τόν γοήτευε, γεγονός πού φάνηκε καί στό μοναστήρι πού ἵδρυσε, τήν Παναγία τή Χρυσοπηγή, καί στά σπουδαῖα μελετήματα πού ἔγραψε γι’ αὐτήν. Κι ἀσφαλῶς εἶναι αὐτονόητο ὅτι ἡ ἀγάπη αὐτή γιά τή μεγάλη Μάνα εἶναι μέ ἄλλον τρόπο ἡ πύρινη ἀγάπη του γιά τόν ἴδιο τόν Κύριο, τόν Υἱό καί Θεό τῆς ὑπέραγνης Παρθένου.
Μακαριώτατε,
Μακρηγορῶ, κουράζω κι ἐσᾶς καί τούς σεβασμιωτάτους ἀδελφούς σας, ὅλους τούς ἀδελφούς πού παρευρίσκονται. Μά θά μοῦ ἐπιτρέψετε νά τελειώσω μέ μία ἀπόπειρα ποιητικοῦ σχεδιασμοῦ, σάν ἕνα ξέσπασμα τῆς καρδιᾶς, μπροστά στή μεγάλη καί φωτεινή παρουσία τοῦ ἐκλιπόντος Μητροπολίτου, πού σφράγισε τή γενιά του καί ὄχι μόνο, γιά ἕνα περίπου αἰώνα, εἴτε εὑρισκόμενος στό προσκήνιο εἴτε στό παρασκήνιο.  
Τό δάχτυλο ἔσυρε ὁ Πλάστης
καί μές στό βάθος τῆς καρδιᾶς
χάραξε τ’ ὄνομά Του
- ἀπό ἀγάπη τρώθηκε τό ἄβγαλτο παιδί.
«Δόξα Σοι» γίνηκ’ ἡ πληγή
καί πόθος γιά «ἐλέησον»
καί σταθερά τά πόδια στήριξε
στά χνάρια τοῦ Χριστοῦ του.
Λύχνο κρατώντας οὐρανοῦ ἔτρεχε
μές στά χρόνια κι ἔφτασε ὕψη καί
κορφές πού λίγοι τίς πατοῦνε.
«Καλλίνικος» ἀκούστηκε στά πέρατα
τοῦ κόσμου κι ὁ μόχθος του
λύτρωσε ψυχές ἀπ’ τήν ὀσμή θανάτου.
Τόν δρόμο τόν τερμάτισε καί τῆς
ἀρρώστιας τήν ὑπομονή ἀγόγγυστα διῆλθε.
Μέ τοῦ Χριστοῦ τό ὄνομα ἄφησε τήν πνοή του
ὅταν Ἐκεῖνος ἔγειρε τόν φίλο Του νά πάρει.

Τοῦ μακαριστοῦ Ἱεράρχου Καλλινίκου αἰωνία ἡ μνήμη!

Τετάρτη 25 Οκτωβρίου 2017

Πατήρ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΡΗΤΙΚΟΣ


 
Θα μου επιτραπεί να σημειώσω κι εγώ, μαζί με όλους τους αδελφούς που γνώριζαν τον π. Γεώργιο, ότι επρόκειτο για κληρικό που η όλη βιωτή του δεν μπορεί να κατανοηθεί παρά κάτω από μία προϋπόθεση και έναν όρο: την πυρπολημένη από αγάπη Χριστού καρδιά του. Αν δεν ληφθεί υπόψη η φλόγα αυτή, που αποτελούσε την κινητήρια δύναμη όλων των ενεργειών και των λόγων του Γέροντα, δυστυχώς θα μιλάμε για αποσπασματική γνώση και κατανόησή του, διαστρέβλωση ίσως της σπουδαίας προσωπικότητάς του.

 Ό,τι συναντάμε στα ευλογημένα συναξάρια και στους ύμνους της Εκκλησίας μας για τους αγίους μας - είτε μάρτυρες είτε οσίους είτε ιεράρχες είτε κοινωνικούς εργάτες και ιεραποστόλους - που όλα τους ανεξαιρέτως επισημαίνουν ακριβώς ότι ποιητικό αίτιο της αγίας βιωτής τους μέχρι σημείου προσφοράς και της ίδιας της ζωής τους ήταν η απέραντη αγάπη και ο σφοδρός έρωτάς τους προς τον Κύριο Ιησού Χριστό και τον Τριαδικό Θεό μας, το ίδιο μπορούμε να πούμε, τηρουμένων ίσως των αναλογιών, ότι συναντάμε και  στον σεβαστό μας Γέροντα π. Γεώργιο. Και το λέμε αυτό όχι ως σχήμα υπερβολής, αλλά ως μία πραγματικότητα την οποία βλέπαμε και ζούσαμε κοντά του: ο π. Γεώργιος ζούσε και ανέπνεε τον Χριστό, γιατί ζούσε και ανέπνεε με τους βίους των αγίων μας και με τους ύμνους που η Εκκλησία μας τραγουδάει γι’ αυτούς. Τα συναξάρια και τα Μηναία, η Παρακλητική και τα λοιπά εκκλησιαστικά βιβλία δεν λείπανε ποτέ από τα χέρια του. Σχεδόν πάντοτε, την ώρα της ακολουθίας, τον έβλεπες να θέλει να παρακολουθεί προσηλωμένος και σιωπηλός τα λεγόμενα μέσα από το όποιο βιβλίο της Εκκλησίας απαιτούσε η ώρα. Γι’ αυτό βεβαίως και δεν τολμούσες να του μιλήσεις τότε ή να τον απασχολήσεις με κάτι αλλότριο. Άλλωστε σπάνια, πλην εξαιρετικών περιπτώσεων, σου έδινε τη δυνατότητα να διαλεχθείς μαζί του εν ώρα ακολουθίας. Κι όχι μόνο εν ώρα ακολουθίας θα συμπληρώναμε. Τον προσέγγιζες κι ένιωθες ότι δεν μπορείς να φλυαρήσεις ή να αργολογήσεις μαζί του, πολύ περισσότερο να κατακρίνεις. Δημιουργούσε ένα τέτοιο κλίμα ευλάβειας, που μόνος σου καταλάβαινες ότι τα λόγια σου πρέπει να είναι πολύ μετρημένα. Γιατί στεκόσουν σε τόπο που υπάρχει η παρουσία του Θεού. Ναι, ο σεβαστός πατέρας σε έκανε να σκέπτεσαι πάντοτε τον Χριστό, σε κινητοποιούσε σε μετάνοια και αλλαγή ζωής, όχι μόνο με τα λόγια του, αλλά κυρίως με την ίδια την ύπαρξή του.

Στο θέμα της αγάπης προς τα λόγια και τους ύμνους της Εκκλησίας πρέπει να ήταν η παρόμοια χάρη που είχε παραλάβει από τον αγαπημένο πνευματικό του, άγιο Πορφύριο, (τον οποίο συνάντησε για πρώτη φορά το 1946 και έκτοτε παρέμεινε κοντά του όλα τα χρόνια της ζωής του οσίου Γέροντα), που και εκείνος, με ένταση μοναδική θα έλεγε κανείς διαλαλούσε την ανάγκη εντρύφησης του πιστού στα εκκλησιαστικά μας βιβλία, τα οποία πάντοτε μας καθοδηγούν στην αγάπη και στον έρωτα του Χριστού, συνεπώς στη βίωση της σωτηρίας μας ως προσωπικής σχέσης μας με Αυτόν, άρα στην αγιότητα. «Η αναστροφή με τον Χριστό, η συζήτηση, η μελέτη, η ψαλτική, το καντηλάκι, το θυμίαμα γίνονται το κατάλληλο κλίμα – έλεγε ο όσιος – ώστε όλα να γίνουν απλά, «εν απλότητι καρδίας». Διαβάζοντας τις ψαλμωδίες, τις ακολουθίες με έρωτα, χωρίς να το καταλάβουμε γινόμαστε άγιοι» (Βίος και Λόγοι, σελ. 247).   Κι ακόμη σημείωνε: «(Ο καλύτερος τρόπος για πνευματικό αγώνα είναι) να ρίχνομαι στην αγάπη, μελετώντας τους κανόνες, τα τροπάρια, τους ψαλμούς. Αυτή η μελέτη κι εντρύφηση, χωρίς να το καταλάβω, πηγαίνει τον νου μου προς τον Χριστό και γλυκαίνει την καρδιά μου» (Βίος και Λόγοι, σελ. 291-292). 

Θα καταθέσω μάλιστα την προσωπική μου  αίσθηση, όταν τον έβλεπα και τον άκουγα σε καθημερινή βάση, τότε που νεαρός φοιτητής της θεολογίας κυρίως είχα την άνεση να βρίσκομαι πολύ συχνά στον Ναό των Αγίων Αναργύρων Καραβά, (εκεί που ο Γέροντας από το 1955 μέχρι την ώρα της κοιμήσεώς του το 2015 υπηρετούσε), ακόμη και σε «έκρυθμες» θα λέγαμε και δύσκολες καταστάσεις του. Ποτέ δεν μου πέρασε από το μυαλό ότι ο Γέροντας Γεώργιος κινείται από κάποιου είδους εμπάθεια. Και τότε δηλαδή που φαινόταν οργισμένος από κάποια κακώς κείμενα που αντιμετώπιζε, η αίσθησή μου ήταν ότι κινείται με την εκκλησιαστική εκδοχή του όρου απάθεια και με την κατά Χριστόν αγάπη. «Το δένδρον εκ του καρπού γινώσκεται», σημειώνει ο Κύριος, και η δική μου καρδιά ποτέ δεν βίωσε την παραμικρή ταραχή κοντά στον π. Γεώργιο. Γι’ αυτό και είχε τη δυνατότητα εκείνος μετά από κάθε ενέργειά του, να λάμπει το πρόσωπό του, να σε αγκαλιάζει και να σε περικλείει στην αγάπη του, γεγονός που σου το μετέδιδε με τη μεγαλύτερη δυνατή ένταση.

Θυμάμαι, νεαρός φοιτητής ακόμη, του είχα πει κάτι που τον είχε στενοχωρήσει ιδιαίτερα. Ένιωσα τη στενοχώρια του και την επομένη το πρωί πήγα βαρύθυμος στην Εκκλησία. Κι εκείνος, προφανώς κατανοώντας τη δική μου κατάσταση – ποιος ξέρει πόσο είχε προσευχηθεί για μένα εκείνο το βράδυ! – αμέσως μόλις με είδε, έσπευσε να με αγκαλιάσει, δίνοντάς  μου κι ένα δώρο που μου είχε ήδη ετοιμάσει. Αμέσως η καρδιά μου άνθισε κάτω από τον ευεργετικό ήλιο της δικής του ψυχής.

Η σφοδρή αγάπη του για τον Κύριο Ιησού Χριστό αποτυπωνόταν όχι μόνο στις καθημερινές ακολουθίες και λειτουργίες του – σπάνια και μόνο για λόγους υγείας αν θα έλειπε από τον Ναό· όχι μόνο στα καθημερινά σχεδόν κηρύγματά του που ‘χες την αίσθηση ότι ακούς τον άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο· όχι μόνο στις πολύωρες εξομολογήσεις που δεχόταν – και πώς αλλιώς αφού η αγάπη προς τον Κύριο εκφράζεται και αποδεικνύεται πάντα από την αγάπη και το ενδιαφέρον προς τον συνάνθρωπο (: δεν θα ξεχάσω που κάποιο απόγευμα ενώ ήταν άρρωστος πήρε τηλέφωνο να ρωτήσει αν τον περίμενε κανείς για εξομολόγηση. Κι όταν έμαθε ότι υπήρχε ένας μόνον, πήρε το λεωφορείο και ήλθε)· αλλά και από τις μικρές λεπτομέρειες της καθημερινότητάς του, όπως για παράδειγμα και σε κάποιες τηλεφωνικές του συνδιαλέξεις. Ήμουν παρών σε ένα τέτοιο τηλεφώνημα. Πήρε ο ίδιος τηλέφωνο κάποια ψυχή που ένιωσε ότι τον είχε ανάγκη. «Κόρη μου», της είπε, «τι κάνεις; Σε πετυχαίνω σε κατάσταση προσευχής; Διαβάζεις το ευαγγέλιο; Κάνεις την Παράκληση της Παναγίας μας; Επικαλείσαι το όνομα του Κυρίου;»  Ό,τι ο ίδιος ζούσε την κάθε του στιγμή, το ίδιο ζητούσε και από τους πιστούς που είχε την ευθύνη τους. Τον Κύριο, την Παναγία, τους αγίους όπως είπαμε ανέπνεε, γι’ αυτό και εμπειρικά ήξερε ότι και ο κάθε άνθρωπος έξω από την ατμόσφαιρα αυτή δεν νιώθει καλά.

Κι αυτήν την ατμόσφαιρα αγάπης προς τον Κύριο μάς μετέδιδε και την ώρα της κατήχησης. Ο ίδιος για πολλά χρόνια είχε την ευθύνη της νεότητας, αλλά και έκανε το ανώτερο λεγόμενο τότε κατηχητικό. Κι είχε έναν ενθουσιασμό για το έργο αυτό, που δεν τον συναντά κανείς εύκολα ούτε και στους νέους στην ηλικία. Εκείνος, προχωρημένος στα χρόνια, μας μάζευε, μας φώναζε, μας περίμενε υπομονετικά όταν αργούσαμε ενίοτε, απορροφημένοι από το παιχνίδι μετά τη Θεία Λειτουργία της Κυριακής στον κήπο πίσω από το Ιερό του Ναού, κι ήταν φορές που τον βλέπαμε να μας σκεπάζει μ’ ένα τόσο λαμπερό και χαρούμενο πρόσωπο, που θα περνούσαν αρκετά χρόνια για να καταλάβουμε ότι επρόκειτο για τη λάμψη της χάρης του Θεού.

Και το μυαλό μου σκέπτεται τώρα ότι αυτή η σφοδρή αγάπη του για τον Κύριο θεμελιωνόταν σ’ αυτό που χωρίς την ύπαρξή του όλα είναι με ερωτηματικό, μάλλον είναι ανούσια και αρνητικά: εννοώ την ταπείνωση. Ο π. Γεώργιος, ο πυρακτωμένος εργάτης του Ευαγγελίου, ο δυναμικός και διαπρύσιος κήρυκας του λόγου του Θεού - που ορισμένοι τον φοβόντουσαν ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο – ήταν υπέρμετρα ταπεινός. Και δικαιολογημένα: εκείνο που κρίνει τη γνησιότητα της όποιας θεωρούμενης αρετής, του όποιου νομιζόμενου χαρίσματος, είναι η υπερφυής αυτή χάρη της ταπείνωσης. Όπως το λένε οι άγιοί μας: μπορεί να έχεις του κόσμου τις αρετές, όλες τις αρετές, αν σου λείπει η μία, η ταπείνωση, τίποτε δεν έχεις. Γιατί όλες τις μολύνεις με την υπερηφάνεια, όπως συνέβη με τον αρχάγγελο εκείνον, που άρκεσε η υπερηφάνεια του, παρ’ όλο το πλήθος των αρετών του, να τον ρίξει από το ύψος του και να τον καταστήσει δαίμονα.

Ο π. Γεώργιος λοιπόν διακρινόταν και για την ταπείνωσή του, η οποία διασφάλιζε όλον τον κρυμμένο θησαυρό της καρδιάς του. Κι επειδή η ταπείνωση αποδεικνύεται κατεξοχήν όχι ασφαλώς από λόγια ή σχήματα ταπείνωσης, από μια ταπεινολογία ή μια ταπεινοσχημία δηλαδή – ίσα ίσα, αυτό συνιστά τη μεγαλύτερη έκφραση του εγωισμού και της υπερηφάνειας – αλλά από το πώς αντιδρά κανείς κυρίως στις προσβολές και τις εναντιώσεις που του παρουσιάζονται, γι’ αυτό και είμαστε βέβαιοι για την ύπαρξή της στον άγιο Γέροντα, αφού πολλές φορές υπήρξαμε μάρτυρες της ταπεινής στάσης του απέναντι σε τέτοιες καταστάσεις. Όπως στις περιπτώσεις ακόμη που μόλις καταλάβαινε  ότι είχε κάνει κάποιο λάθος, έσπευδε να ζητήσει αμέσως «συγγνώμη». Κι όχι μόνο ενώπιος ενωπίω με τον συνάνθρωπο που πιθανόν άθελά του αδίκησε, αλλ’ ακόμη και από άμβωνος. Θυμάμαι για παράδειγμα την περίπτωση κάποιου που ζητιάνευε, που επειδή τον ήξερε ο π. Γεώργιος, ήταν πολύ επιφυλακτικός στο να του προσφέρει τα χρήματα που ζητούσε. Κι όταν κάποιοι αδελφοί τού βεβαίωσαν ότι όντως τα είχε ανάγκη, όχι μόνο έκανε πέρα τη δική του γνώση και αίσθηση για τον άνθρωπο, αλλά και από άμβωνος ζήτησε συγγνώμη κι έδωσε εντολή να του δώσουνε πολλαπλάσια των όσων φαινόταν ότι ζητάει.

Η αγάπη και η ταπείνωση του π. Γεωργίου Κρητικού· η σιωπή του και η προσευχητική του διάθεση: τώρα μπορούμε να λέμε και να διαλαλούμε τις αρετές του, γιατί δεν υπάρχει κίνδυνος οι έπαινοι να τον επηρεάσουν πιθανόν αρνητικά. Απλώς είμαστε υποχρεωμένοι να το κάνουμε, για να παίρνουμε παράδειγμα και να προσανατολιζόμαστε στην ορθή κατεύθυνση κι εμείς οι περιλειπόμενοι. Τέτοια αναστήματα μάς λείπουν δραματικά στις ημέρες μας, κι είμαστε ευγνώμονες στην ενορία του Αγίου Δημητρίου Ταμπουρίων που είχε την έμπνευση από Θεού να κάνει αυτό το αφιέρωμα. Προβάλλουν οι ευλαβείς και καλοί κληρικοί της Ενορίας μία τεραστίου βεληνεκούς πνευματική προσωπικότητα που λόγω των χαρίτων της αποτελεί φάρο για την παραπαίουσα από όλες τις πλευρές εποχή μας. Κι αποτελεί φάρο, γιατί περίτρανα πια αποδεικνύεται ότι και ο σεβαστός Γέροντας π. Γεώργιος συνιστούσε έναν «εν ετέρα μορφή» Χριστό επί γης. Και μη μας παραξενεύει ο χαρακτηρισμός, μιας που ο ίδιος ο Κύριος το βεβαίωσε: «όποιος έχει και τηρεί τις εντολές Μου», είπε, - κι ο π. Γεώργιος τις εντολές του Κυρίου αγωνιζόταν πάντα να τηρεί – «θα δείχνει ότι Με αγαπά, γι’ αυτό και Εγώ θα τον αγαπήσω, ο Πατέρας μου εξίσου θα τον αγαπήσει, και θα του φανερωθώ μέσα του».

 Πατήρ Γεώργιος Κρητικός: ο άνθρωπος του Θεού, ο Κύριος μαζί μας μέσω αυτού. Πιστεύουμε ότι η παρρησία του ενώπιον του Τριαδικού Θεού μας είναι μεγάλη. Εναπόκειται σ’ εμάς να τον αξιοποιούμε και στις δικές μας προσευχές, ιδίως τότε μάλιστα που χειμαζόμαστε από αρρώστιες σωματικές και ψυχικές. Ας έχουμε την ευχή του, τώρα που αναπαύεται στους κόλπους του Κυρίου Του, μαζί με τον αγαπημένο και θεόρατο δικό του πνευματικό, τον όσιο Πορφύριο τον Καυσοκαλυβίτη!

(Πρώτο μέρος εισήγησης για τον μακαριστό Γέροντα π. Γεώργιο Κρητικό στο αφιέρωμα του Ι. Ναού Αγίου Δημητρίου Ταμπουρίων γι' αυτόν στα "Δημήτρια 2017", το Σάββατο 21 Οκτωβρίου).

 

Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2012

Ο ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΣ ΟΣΙΟΣ: Ο ΓΕΡΩΝ ΙΑΚΩΒΟΣ ΤΣΑΛΙΚΗΣ




 ῾Ολοκληρώνεται σήμερα, μέσα στά πλαίσια τῶν ἐκδηλώσεων τοῦ ῾Ι. Ναοῦ Εὐαγγελιστρίας Πειραιῶς ῾᾽Ενορία ἐν δράσει...᾽, ἡ σειρά - ἀφιέρωμα στούς μεγάλους καί γνωστούς Γέροντες τῆς ἐποχῆς μας, τούς π. Παΐσιο, π. Πορφύριο, π. ᾽Ιάκωβο. ῎Ηδη μιλήσαμε γιά τόν Γέροντα Παΐσιο, γιά τόν Γέροντα Πορφύριο, κι ἀπομένει ἡ μικρή ἀναφορά καί στόν Γέροντα ᾽Ιάκωβο. Βέβαια, ἐξηγήσαμε καί τίς προάλλες ὅτι δέν εἶναι οἱ μόνοι Γέροντες τῆς ἐποχῆς μας. Εὐλογηθήκαμε ἀπό τόν Θεό μέ τήν παρουσία καί ἄλλων, παλαιοτέρων καί νεωτέρων, σάν τοῦ Γέροντος ᾽Εφραίμ Κατουνακιώτη, τοῦ Γέροντος Σωφρονίου τοῦ ῎Εσσεξ, τοῦ Γέροντος Φιλοθέου Ζερβάκου, τοῦ Γέροντος ᾽Αμφιλοχίου τῆς Πάτμου. ᾽Αλλά οἱ συγκεκριμένοι τρεῖς τοῦ ἀφιερώματός μας ἔλαμψαν πιό πολύ, μέ τήν ἔννοια ὄχι τοῦ βαθμοῦ ἁγιότητός τους – αὐτό τό ξέρει μόνο ὁ Θεός - ἀλλά μέ τό ὅτι σχετίστηκαν μέ τόν πολύ κόσμο καί βρέθηκαν περισσότερο κοντά μας ἀπό ὅ,τι οἱ ἄλλοι. Στήν ἐπαφή τους μάλιστα μέ αὐτούς διεπίστωσαν οἱ ἁπλοί  καί καλοπροαίρετοι ἄνθρωποι τά πλούσια χαρίσματά τους, τήν ἐν Χριστῷ σοφία τους, τή διόραση καί τήν προόρασή τους. Τό σημαντικότερο ὅμως ὅλων, πράγματι ὁ κοινός παρανομαστής τῶν σπουδαίων ἀρετῶν καί τῶν χαρισμάτων τους, ἦταν ἡ ἐν ταπεινώσει ἀγάπη τους, ἡ ὁποία συνιστᾶ κατά τόν ἀπόστολο ῾τήν καθ᾽ ὑπερβολήν ὁδόν᾽ καί  καταξιώνει καί ὅλα τά χαρίσματά τους.

Μεγάλη ἡ εὐλογία λοιπόν τοῦ Θεοῦ πού διοχετευόταν στόν λαό Του μέσω αὐτῶν ὅσο ζοῦσαν, μεγάλη ἡ εὐλογία πού ἐξίσου δέχεται αὐτός ὁ λαός μέ τίς θεοπειθεῖς προσευχές τους, ἀλλά καί μέ τή συνεχιζόμενη μέ ἄλλον τρόπο παρουσία τους μέσω τῶν βιβλίων πού ἔχουν κυκλοφορηθεῖ καί κυκλοφοροῦνται ἀκόμη γι᾽ αὐτούς. ῞Ο,τι δύναμη ἔχουν οἱ βίοι τῶν ἁγίων μας καί τά διάφορα Γεροντικά, τέτοια καί περισσότερη ἴσως ἔχουν καί ὅσα γράφονται σάν μαρτυρίες γιά τούς συγχρόνους αὐτούς ἁγίους.

 1. ῾Η σημερινή μας ἀναφορά εἶναι, ὅπως εἴπαμε, ὁ Γέρων ᾽Ιάκωβος, ὁ γέροντας τῆς Εὔβοιας, ὁ λειτουργικός ὅσιος, ὅπως ἔχει χαρακτηριστεῖ. Σ᾽ αὐτήν τή λειτουργική του αἴσθηση θά ἐπικεντρώσουμε περισσότερο τήν προσοχή μας, θά δοῦμε δηλαδή κάποιες ὄψεις τοῦ πῶς βίωνε ὁ γέροντας αὐτό πού συνιστᾶ τό κέντρο καί τόν πυρήνα τῆς ᾽Εκκλησίας μας, τή Θεία Λειτουργία. Κι ἐκεῖ θά θαυμάσουμε τό ἐκκλησιαστικό φρόνημα τοῦ ἀνδρός, τό πόσο ῾λιβανισμένος᾽ ἦταν, τό πόσο ὁλόκληρη ἡ ζωή του ἦταν μία μαρτυρία τοῦ Δείπνου τοῦ Μυστικοῦ τοῦ Κυρίου καί τῶν μαθητῶν Του. Προγηγουμένως ὅμως θά δοῦμε ὁρισμένα βιογραφικά του στοιχεῖα, ὅπως κάναμε ἄλλωστε καί στούς  προηγηθέντες ἀπό αὐτόν ὁσίους Γέροντες.

῾Ο γέρων ᾽Ιάκωβος Τσαλίκης λοιπόν, ἡγούμενος στήν ῾Ι. Μονή ὁσίου Δαβίδ Γέροντος στίς Ροβιές Εὐβοίας, καταγόταν ἀπό τή Μ. ᾽Ασία, τόν τόπο πού γέννησε χιλιάδες ἁγίους τῆς ᾽Εκκλησίας μας. Συγκεκριμένα, τό χωριό πού γεννήθηκε, στίς 5 Νοεμβρίου 1920, καί ἔζησε τά δύο πρῶτα χρόνια τῆς ζωῆς του, ἦταν τό Λιβίσι τῆς Μάκρης, ἕνα ἀπό τά παραθαλάσσια χωριά τῆς ἰωνικῆς γῆς, στό ὕψος περίπου τοῦ Καστελλόριζου.
᾽Εξαιτίας τῶν θλιβερῶν γεγονότων τῆς Μικρασιατικῆς καταστροφῆς καί τοῦ ξεριζωμοῦ τοῦ ἑλληνισμοῦ τό 1922, ἀναγκάστηκε νά ἐγκαταλείψει τά ἁγιασμένα χώματα τῆς Μ. ᾽Ασίας καί μεταφυτεύτηκε  ὡς πολύτιμο καί ἁγιασμένο κλῆμα στό χωριό ῞Αγιος Γεώργιος ῎Αμφισσας καί μετά ἀπό δύο χρόνια στό χωριό Φαράκλα τῆς Βόρειας Εὔβοιας. ᾽Εκεῖ ἔζησε μέχρι πού ἔγινε τριάντα ἐτῶν, ὁπότε τόν μεταφύτευσε ὁ Θεός ὁριστικά στό ἁγιασμένο μοναστήρι τοῦ ὁσίου Δαβίδ.

᾽Αγωνίστηκε ἀπό τή στιγμή πού μπῆκε στό μοναστήρι νά ζήσει σάν τόν ὅσιο Δαβίδ, γι᾽ αὐτό καί τίς νύχτες, μετά τήν ταλαιπωρία τῆς ἡμέρας, τραβοῦσε γιά τό ἀσκητήριο τοῦ ὁσίου, μέσα στό ὁποῖο καί ὁ ἴδιος, σάν τόν ὅσιό του, ἔζησε πανίερες θεοπτικές ἐμπειρίες.
Πέρασε πολλές δυσκολίες ὁ ἅγιος γέρων ὅσο ἔζησε στή Μονή. Δοκιμασίες προερχόμενες ἀπό ἀνθρώπους ἀλλά καί δαίμονες. Μά ἡ ἀρετή του στό τέλος νίκησε. Τό μοναστήρι ἔγινε πόλος ἕλξεως καί ἄλλων μοναχῶν, κυρίως ὅμως πολλῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων, προσκυνητῶν. ᾽Ιδίως ἀπό τό 1975 καί ἐφεξῆς, ὁπότε ἀναδείχτηκε σέ ἡγούμενο τῆς Μονῆς, πλήθη κόσμου ἔρχονταν προκειμένου νά δοῦν καί νά ἀκούσουν τόν γέροντα, μάλιστα δέ νά λάβουν λύση σέ κάποιο ἀπό τά προβλήματά τους, εἴτε τά προσωπικά εἴτε τά οἰκογενειακά καί τά ἐπαγγελματικά τους.

῾Ο π. ᾽Ιάκωβος, τό εἴπαμε προηγουμένως,  ἔχει χαρακτηριστεῖ ὡς ὁ λειτουργικός ὅσιος. Καθημερινά τελοῦσε τή Θεία Λειτουργία ἤ συμμετεῖχε σ᾽ αὐτήν σέ στάση γονατιστή. ῎Ενιωθε – κάτι πού τό μαρτυροῦσε ἀδιάκοπα - ὅτι δέν ὑπάρχει ἔργο ἀνώτερο πού μπορεῖ νά τελεστεῖ ἐπί τῆς γῆς, ἀφοῦ κατά τή Θεία Λειτουργία συμβαίνουν συγκλονιστικά πράγματα μέ τήν παρουσία τῶν ἀγγέλων, τῶν ἁγίων, κυρίως δέ τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ μας. Θά τό δοῦμε στή συνέχεια.

῾Η φοβερή ἄσκηση ὅμως τοῦ ἁγίου Γέροντα, ἀκόμη καί σέ προχωρημένη ἡλικία, οἱ τρομακτικές δυσκολίες πού ἔζησε ἀπό μικρός, ἡ ἀσθενική του κράση, ἔκαμψαν τήν ὑγεία του καί τόν ἀνάγκασαν νά εἰσέρχεται συχνά στά νοσοκομεῖα. ῾Η πορεία του πιά ἦταν προδιαγεγραμμένη. Τό τέλος ἔφτανε. Τό πρωΐ τῆς  21ης Νοεμβρίου τοῦ 1991, ἔψαλε, ὅπως πάντα στό παρεκκλήσιο τῆς Μονῆς, τό ἀφιερωμένο στά Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου. Στίς 4 μ.μ., ἀφοῦ εἶχε δεχτεῖ τήν ἐξομολόγηση πνευματικοῦ τέκνου του, κατάκοπος, δέν ἄντεξε καί ἡ ψυχή του πέταξε σάν πουλάκι στά χέρια τοῦ Δημιουργοῦ του. Κατ᾽ ἀπαίτηση τοῦ πλήθους πού συνέρρευσε στήν κηδεία του, οἱ ἀρχιερεῖς συμφώνησαν καί ἡ ἐξόδιος ἀκολουθία ἐψάλη ἔξω ἀπό τόν Ναό στό προαύλιο τῆς Μονῆς.

῾Η μνήμη πού ἄφησε ἦταν ὁσίου ἀνδρός. Τά θαύματα πού γίνονταν καί ὅσο ζοῦσε καί μετά θάνατον εἶναι πάμπολλα. Ὁ πιστός λαός ζεῖ τόν Γέροντα ὡς ἅγιο, γι᾽ αὐτό καί πιστεύουμε ὅτι δέν θά ἀργήσει ἡ ὥρα τῆς διακηρύξεως ἐπισήμως ἀπό τήν ᾽Εκκλησία μας τῆς ἁγιότητάς του.

2. ᾽Επανερχόμαστε. Προκειμένου νά δοῦμε τί ἦταν ἡ Θεία Λειτουργία γιά τόν π. ᾽Ιάκωβο καί πῶς τή βίωνε αὐτός, θά μοῦ ἐπιτρέψετε νά διαβάσω ἕνα ἀπόσπασμα ἀπό τό γνωστότερο κυκλοφορούμενο γι᾽ αὐτόν βιβλίο τοῦ μακαριστοῦ ἐπίσης καθηγητῆ τοῦ Πανεπιστημίου ᾽Αθηνῶν Στυλιανοῦ (Γερασίμου μοναχοῦ) Παπαδοπούλου πού ἐπιγράφεται ῾῾Ο μακαριστός ᾽Ιάκωβος Τσαλίκης᾽. Σ᾽ αὐτό ὁ μακαριστός καθηγητής, ὁ ὁποῖος σημειωτέον ἀγαποῦσε καί σεβόταν ὑπερβαλλόντως τόν ἅγιο Γέροντα, κάτι πού τό εἰσέπραττε ἀντιστοίχως καί ἀπό ἐκεῖνον, καταγράφει αὐτά τά ἐξαίσια καί συγκλονιστικά πού βίωνε ὁ Γέροντας, τά ὁποῖα εἴτε τοῦ εἶχε ἀποκαλύψει ὁ ἴδιος εἴτε τά ἄκουσε ἀπό τό στόμα σοβαρῶν καί ὑπευθύνων πνευματικῶν τέκνων του. Σημειώνει λοιπόν ὁ καθηγητής:

Συγκλονιστικές καί οἱ ἐμπειρίες τοῦ γέροντα στό ναό, στή διάρκεια τῆς θείας Λειτουργίας. ῎Αρρητα καί ἐξαίσια ὅσα ἔβλεπε καί ζοῦσε. ῎Εκανε Προσκομιδή καί συχνά ἔβλεπε τήν πνευματική κατάσταση τῶν κεκοιμημένων πού μνημόνευε. ᾽Από τή μισάνοιχτη μικρή θύρα τοῦ ῾Ιεροῦ, τόν εἴδανε μπροστά στήν Προσκομιδή νά στέκει ψηλά, νά μήν πατάει στό δάπεδο. Λησμόνησε κάποια φορά νά μνημονεύσει τή μητέρα του καί τοῦ ἐμφανίστηκε μέ παράπονο: - ᾽Ιακωβάκι μου, σ᾽ ὅλους ἔδωσες τά δῶρα τους, ἐμένα σήμερα δέ μοῦ ἔδωσες!
Διηγότανε ὅτι τό ἴδιο συνέβη μέ τόν Κύπρου Μακάριο. Τελειώνοντας τήν Προσκομιδή καί στρεφόμενος νά πάει στήν ῾Αγία Τράπεζα, τόν βλέπε νά στέκει δεξιά του, μέ τίς χοῦφτες τή μία μέσα στήν ἄλλη, ὅπως ὅταν κοινωνεῖ ὁ ἱερέας τό σῶμα τοῦ Κυρίου. Στή μνημόνευση καί στήν προσευχή γιά τούς ῾τεθνεῶτες᾽ ἤτανε σχολαστικός. Μνημόνευε πάρα πολλούς. Καί ἕναν μοναχό πού τόσο τόν ταλαιπώρησε. Κάποτε μάλιστα, παρακάλεσε τόν Θεό νά τοῦ δείξει ποῦ πῆγε μετά τόν θάνατό του ὁ μοναχός αὐτός. Τόν εἶδε μιά νύχτα σέ ἄθλιο σκοτεινό ὑπόγειο καί πολύ θλιμμένον. Τόν χαιρέτισε καί ὁ μοναχός τοῦ εἶπε: - ᾽Εδῶ εἶμαι...ὅταν μέ μνημονεύεις περνάει μιά ἡλιαχτίδα καί κάτι βλέπω.
῞Ολα γίνονταν μέ τρόπο ἁπλό καί ἐναργή. Τήν ὥρα τοῦ Χερουβικοῦ, πολλές φορές δέν βρισκόταν στό ῾Ιερό μόνος του ὁ μακαριστός λειτουργός. ῎Αγγελοι, παρόντες, δοξολογούσανε τόν Θεό, χαροποιοῦσαν τήν ἀτμόσφαιρα, συνεργοῦσαν μέ τόν λειτουργό, τά φτερά τους ἀγγίζανε τόν λειτουργό, ἔβλεπε τή νεανική μορφή τους... Βγαίνει, κάει τή Μεγάλη Εἴσοδο. Μία παριστάμενη μοναχή τόν βλέπει νά κινεῖται στόν ἀέρα, νά εἰσέρχεται στό ῾Ιερό χωρίς νά πατάει στό δάπεδο. Θαύμασε κι ἔκανε τόν Σταυρό της, τά εἶχε χαμένα, πρώτη φορά ἔβλεπε θαῦμα. ῞Οταν τελείωσε ἡ Λειτουργία καί πῆγε ἡ μοναχή νά πάρει τήν εὐχή του νά φύγει, τῆς λέει ἀφελῶς: - Σήμερα ἡ Λειτουργία ἦταν ἀλλιῶς.
᾽Εκείνη πῆρε θάρρος καί ἄνοιξε τό στόμα της νά περιγράψει πῶς τόν εἶδε στή Μεγάλη Εἴσοδο. Πρόλαβε ὅμως ὁ γέροντας καί τῆς εἶπε νά σιωπήσει, νά μήν εἰπεῖ πουθενά τίποτα.
᾽Εξηγοῦσε ἀργότερα τά διακονικά καθήκοντα. Γιά νά κάνει προσεκτικό τόν διάκονο, τοῦ μίλησε γιά τίς ἐμπειρίες καί τίς ὀπτασίες του μέ βαθιά κατάνυξη: - ῎Αχ, πάτερ μου, νά βλέπατε τί γίνεται τήν ὥρα τοῦ Χερουβικοῦ, πού ὁ ἱερέας διαβάζει τήν Εὐχή, θά φεύγατε ὅλοι... ᾽Αοράτως ἀνεβοκατεβαίνουν ἄγγελοι καί πολλές φορές αἰσθάνομαι τίς φτεροῦγες τους νά χτυποῦν στούς ὤμους μου!᾽

3. (α) ῾Η ἀντίληψη τοῦ Γέροντα ᾽Ιακώβου γιά τή Θεία Λειτουργία ἦταν ἡ ἀντίληψη ὅλων τῶν ἁγίων μας καί αὐτό πού διδάσκει πράγματι ἡ ᾽Εκκλησία: ὅτι συνιστᾶ τό πιό ἀνώτερο καί ἱερότερο πράγμα πού ὑπάρχει ἐπί τῆς γῆς. Κι αὐτό γιατί φανερώνει ὅλη τήν ἐπί γῆς πορεία τοῦ Κυρίου, ὅπως καί τή δόξα του στούς Οὐρανούς. ῾Ο Χριστός σέ ὅλες τίς φάσεις τῆς ζωῆς Του καί ἡ κλήση Του νά μετάσχουμε σέ αὐτήν δέν εἶναι ἡ Θεία Λειτουργία;  Δέν χαρακτηρίζεται τυχαῖα λοιπόν ἀπό τούς Πατέρες μας ὡς τό κέντρο τῆς ᾽Εκκλησίας, γεγονός πού σημαίνει: κάθε τι πού ὑπάρχει στήν ᾽Εκκλησία, κάθε προσευχή καί πράξη αὐτῆς προϋποθέτει τό μυστήριο αὐτό καί καταλήγει σέ αὐτό.

Καταλαβαίνει λοιπόν κανείς ἔτσι τό γιατί ὁ γέροντας εἶχε σέ μεγάλη ὑπόληψη τούς ἱερεῖς, ἀπό τόν μικρότερο ὥς τόν μεγαλύτερο. Κάθε ἱερέα πού θά συναντοῦσε θά ἔσπευδε νά τόν προσκυνήσει καί νά τοῦ φιλήσει πρῶτος τό χέρι. ᾽Ενθυμοῦμαι καί ἐγώ, ὅταν βρέθηκα γιά πρώτη φορά τό 1989 στό Μοναστήρι του κι ἦρθα ἀντιμέτωπος μέ τόν ἅγιο γέροντα. Πρίν προλάβω νά κάνω τίποτε, ἐκεῖνος μέ βαθιά μετάνοια πῆρε τό χέρι μου καί τό φίλησε, λέγοντάς μου ταυτόχρονα: ῾Ιερεύς δέν εἶστε; Σημειώνει ἐπ᾽ αὐτοῦ ὁ καθηγητής στό παραπάνω ἀναφερθέν βιβλίο του γιά τόν Γέροντα: ῾῾Ο ᾽Ιάκωβος, νεαρός ἀκόμη, μόλις ἔβλεπε τόν παπα-Θοδόση νά ᾽ ρχεται μέ τό ἄλογο ἀπό τήν Τσούκα (Ζωοδόχος Πηγή σήμερα) ἔτρεχε νά τόν βοηθήσει νά κατέβει, φίλαγε τό ράσο του, ἔπαιρνε τό πετραχήλι, τό ἀκουμποῦσε μ᾽ εὐλάβεια στό μετωπό του καί ἡ καρδιά του ἔλεγε μέ λαχτάρα: - ῎Αχ, πάτερ μου, θά μ᾽ ἀξιώσει καί μένα ποτέ ὁ Θεός... Δέν ἀποτολμοῦσε οὔτε μέσα του νά τελειώσει τή φράση, γιατί ἐπρόκειτο γιά τό λειτούργημα τοῦ ῾Ιερέα. Εἶχε γιά τούς ἱερεῖς βαθύτατο σεβασμό. Καί τόν εἶχε μέχρι τήν κοίμησή του. Σέ τέτοιο βαθμό, πού μηχανευότανε χίλιους τρόπους, γιά νά μπορέσει νά φιλήσει τό χέρι ἱερέως καί διακόνων πού ἐξομολογοῦνταν στόν ἴδιο. Τό θεωροῦσε ἰδιαίτερη εὐλογία! ῎Εφτανε στό σημεῖο, ὅταν ἐξομολογιόταν ὁ ἴδιος ὁ μακαριστός γέροντας, νά φιλάει τά παπούτσια καί τά πόδια τοῦ ἱερέα ἐξομολόγου του. Γιατί στήν ἐξομολόγηση στεκότανε γονατιστός, καί τήν ὥρα πού θά τοῦ διαβαζόταν ἡ συγχωρητική εὐχή ἔπεφτε πάντα πρηνηδόν, μπρούμυτα᾽. Κι ἀλλοῦ ὁ ἴδιος καθηγητής: ῾Κόντευε πιά νά πεθάνει ὁ γέροντας καί σεβότανε τούς ἱερεῖς περισσότερο κι ἀπ᾽ ὅσο τούς σεβότανε παιδάκι, τότε πού νόμιζε ὅτι δέν ἔχουν σάρκες καί ὑλικές ἀνάγκες᾽.

῾Ο σεβασμός του αὐτός δέν εἶχε ἀνθρωποπαθῆ στοιχεῖα. Δέν ἐπρόκειτο δηλαδή γιά κάποια συναισθηματικοῦ τύπου προσέγγιση ἤ κάποια ἰδεοληψία. Τέτοιες προσεγγίσεις κινοῦνται σέ ἐπίπεδο ἐμπαθές πού πόρρω ἀπεῖχαν ἀπό τόν ἀπαθῆ γέροντα. ῾Ο σεβασμός του στούς ἱερεῖς ἦταν καρπός, ὅπως εἴπαμε, τῆς ἀπόλυτης συναίσθησης τοῦ ὕψους τοῦ διακονήματός τους, ἐνώπιον ποίου αὐτοί εὑρίσκονται τήν ὥρα τῆς ἱερουργίας τοῦ μυστηρίου καί τί σημαίνει Θεία Λειτουργία. ᾽Εκινεῖτο στό ἴδιο μῆκος κύματος μέ τούς μεγάλους Πατέρες τῆς ᾽Εκκλησίας στό θέμα αὐτό, πού ἔγραψαν λόγους περί ἱερωσύνης, σάν τόν ἱερό Χρυσόστομο, σάν τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο κι ἀκόμη τόν πατρο-Κοσμᾶ τόν Αἰτωλό. ῾Ο ἅγιος Κοσμᾶς δέν ἦταν ἐκεῖνος γιά παράδειγμα πού τόνιζε ὅπως καί ἄλλοι στίς ὁμιλίες του τό ὕψος τῆς ἱερατικῆς διακονίας μέ τά γνωστά λόγια: ῾ἄν δεῖς βασιλιά καί ἱερέα, τόν ἱερέα νά τιμήσεις πρῶτα. Γιατί αὐτός μέ τήν τέλεση τῆς Λειτουργίας μᾶς ἑνώνει μέ τόν Θεό᾽;

       Καί δέν πετοῦσε στά σύννεφα ὁ ἄγιος γέροντας. ῎Ηξερε ὅτι ὑπάρχουν ἱερεῖς πού δέν στέκονται στό ὕψος τῆς ἱερωσύνης τους, ὅτι ἀθετοῦν αὐτά πού ὑποσχέθηκαν τήν ὥρα τῆς χειροτονίας τους. Σάν τήν περίπτωση ἑνός ἱερέα πού θέλησε νά ρωτήσει τόν π. ᾽Ιάκωβο πῶς τόν βλέπει. Κι ὁ γέροντας, ὁ ὁποῖος ῾κοίταζε προσεχτικά στά μάτια καί καταλάβαινε ποιοί ἔχουνε καλή διάθεση καί ποιοί ἤρθανε ἀπό περιέργεια᾽ καί ἔλεγε ῾βλέπω μέσα στά πρόσωπα᾽ δέν τοῦ ἀπάντησε. Μόνο γέλασε, γιατί καθώς εἶπε ἀργότερα ῾ἤτανε παιδιά μου μαῦρος, δέν μπορῶ νά σᾶς πῶ᾽. ῞Οπως ἐπίσης ἤξερε ὅτι κάποιοι ἱερεῖς ζητᾶνε ῾πολλά χρήματα γιά Λειτουργίες ἤ Σαρανταλείτουργα καί στενοχωριότανε ἀφόρητα᾽. Τό μόνο τότε πού ἔλεγε ἦταν: - Νά προσέχετε ποῦ δίνετε τά χρήματά σας!᾽ ῾Ο Γέροντας λοιπόν εἶχε πλήρη ἐπίγνωση τῆς πραγματικότητας. ᾽Αλλά παρ᾽ ὅλα αὐτά ἐπικέντρωνε στό χάρισμα τῆς ἱερωσύνης καί ὄχι στήν ὅποια πτώση τοῦ ἱερέα ἤ τοῦ ἀρχιερέα.

    Τά παραπάνω ἐξηγοῦν μέ μεγάλη σαφήνεια ἀφενός τόν πόθο πού εἶχε ὁ π. ᾽Ιάκωβος γιά νά λειτουργεῖ πάντοτε, ἀφετέρου τήν ὀδύνη πού ἔνιωθε ὅταν κυρίως γιά λόγους ἰατρικούς οἱ ἰατροί τοῦ ἀπαγόρευαν νά λειτουργεῖ. ῾Η ἀπαγόρευση ἦταν γι᾽ αὐτόν ἡ μεγαλύτερη τιμωρία. Καί τί ἔκανε συνήθως; Παρ᾽ ὅλες τίς ἰατρικές ἀπαγορεύσεις καί τήν προσπάθεια τῶν καλογέρων του νά τόν ὑποχρεώσουν νά ἀναπαυθεῖ, ἐκεῖνος ῾σηκωνότανε μέ πυρετό, μέ ἀρρυθμία καρδιᾶς, μέ σφίξιμο πολύ στό στῆθος, μέ φοβερή φλεβίτιδα...καί λειτουργοῦσε᾽.

      (β) Τή λειτουργική αὐτή συνείδησή του δέν τήν ἀπέκτησε ὡς ἱερέας. Τοῦ τήν μετέδωσε ἡ ἁγιασμένη γιαγιά του καί ἡ μητέρα του. ᾽Εκεῖνες μέ τή μεγάλη πίστη τους στόν Χριστό καί τήν ᾽Εκκλησία ζοῦσαν ἔντονα τή Θεία Λειτουργία κι αὐτήν τήν ἱερή αἴσθησή τους μετάγγισαν καί στόν ᾽Ιάκωβο ἤδη ἐκ βρέφους. Γι᾽ αὐτό καί ὁ ἅγιος Γέροντας ζοῦσε ὡς ἱερέας πρίν νά γίνει ἱερέας. ῾Πάτερ ᾽Ιάκωβε᾽ τόν προσφωνοῦσαν οἱ περισσότεροι ἀπό παιδί κι ὕστερα λίγο εἰρωνικά καί στόν στρατό. Κι εἶναι γνωστό ὅτι τίς περισσότερες φορές ὅταν οἱ συμπατριῶτες του εἶχαν πρόβλημα, σ᾽ αὐτόν κατέφευγαν, χωρίς νά εἶναι ἱερέας βεβαίως, προκειμένου νά τούς διαβάσει κάποια προσευχή, ἀφοῦ ὁ δικός τους παπάς ἦταν προχωρημένης ἡλικίας καί δέν τόν εἶχαν πάντα μαζί τους, γιατί κάλυπτε ἄλλα χωριά.

       ῎Ας ἀκούσουμε κάποια ἀποσπάσματα ἀπό τόν βίο του πάνω σ᾽ αὐτήν τήν πρό τῆς ἱερωσύνης ἱερωσύνη τοῦ Γέροντα. Εἶναι κατεξοχήν ἀποκαλυπτικά γιά τό τί ἔπειτα θά ἀκολουθήσει:
      ῾Τό ᾽Ιακωβάκι ἔγινε πιά πέντε χρονῶν. Καί τό καλό του παιχνίδι ἦταν τό θυμιατούρι, ἔτσι τό λέγανε στό Λιβίσι. Εἶχε βρεῖ ἕνα μικρό κεραμίδι μέ κοίλωμα. ῎Εβαζε μέσα καρβουνάκι ἀπό τήν πυροστιά πού μαγειρεύανε καί τό ᾽φερνε γύρω στό σπίτι καί λιβάνιζε μέ πολλή σοβαρότητα, ψελλίζοντας ῾ἀλούγια, ἀλούγια᾽(ἀλληλούια). Λιβάνιζε καί τούς γειτόνους᾽.
       Καί παρακάτω: ῾᾽Από τά ἕξι του τό ᾽Ιακωβάκι, χωρίς νά ξέρει γράμματα, εἶχε μάθει ἀπ᾽ ἔξω τά τῆς θείας Λειτουργίας. ῞Οσα λέει ὁ παπάς κι ὅσα ὁ ψάλτης τήν Κυριακή. Τά σιγόψελνε μόνο του, κάνοντας ἐλάχιστα λάθη. Μά τά ᾽λεγε μέ τόση σοβαρότητα καί αὐστηρότητα, πού οἱ γύρω του σαστίζανε᾽.
    Παρομοίως: ῾Τά παιδάκια στό σχολεῖο, λίγο ἀσυναίσθητα, λίγο εἰρωνικά, τόν φώναζαν καμιά φορά παππού. ῾Ο ἀδερφός του ὁ Γιῶργος καί κάποιοι πού τόν ξέρανε περισσότερο συχνά τόν λέγανε ῾καλόγερο᾽. ᾽Αργότερα, σχεδόν ἀπό τά δέκα του χρόνια, πολλοί θά τόν φωνάζουνε ῾πάτερ ᾽Ιάκωβε᾽ καί κάποτε- κάποτε θά τοῦ φιλᾶνε τό χέρι, ἐνῶ αὐτός θά τό τραβάει᾽.
     ῾῎Αρχισε νά πηγαίνει ἀπό νωρίς καί στό ἀναλόγιο, ἐνῶ βοηθοῦσε τόν παπά στό ῾Ιερό. Στό ναό ἔφτανε πολύ πρίν ἀπό τόν παπά, ἀξημέρωτα. Καί πρῶτα τακτοποιοῦσε τά τοῦ ῾Ιεροῦ. Μέ φόβο Θεοῦ κι ἐπιμέλεια, γιά τά ὁποῖα πῆρε σύντομα τό μισθό. Διότι ἐκεῖ, στήν ἁγία Τράπεζα, πολλές φορές ἀντιλήφθηκε καί εἶδε ἀγγέλους καί ἄκουσε οὐράνιες ψαλμωδίες᾽.
       ῾᾽Αρκετό καιρό πρίν ἀρρωστήσει ἡ μητέρα του, τοῦ προεῖπε κάτι σπουδαῖο: - ᾽Εσύ, ᾽Ιακωβάκι μου, θά γίνεις ἱερέας καί ἡ πρώτη πού θά πάρει ἀντίδωρο ἀπό τό χέρι σου θά εἶναι ἡ ἀδερφή σου᾽.

       (γ) ῾Ιερέας λοιπόν πρίν νά γίνει ἱερέας ὁ π. ᾽Ιάκωβος. Κυριολεκτικά ὡς παιδί ἦταν αὐτό πού εἶπε ὁ ὅσιος Εὐθύμιος ὁ μέγας γιά τόν νεαρό μαθητή του Σάββα τόν ἡγιασμένο: ῾παιδαριογέρων᾽. Γέροντας ἤδη ἀπό παιδί, ἔχοντας φρόνηση δηλαδή πολιοῦ καί σεβαστοῦ πνευματικοῦ ἀνθρώπου. Γιατί βεβαίως ῾πολιά ἐστί φρόνησις ἀνθρώποις καί ἡλικία γήρως, βίος ἀκηλίδωτος᾽ κατά τή Σοφία Σολομῶντος. ᾽Εκεῖ ὅμως πού ἡ λειτουργική του συνείδηση ἀπογειώθηκε, καθώς λέμε, ἦταν ὅταν ἔγινε κληρικός. Κυριολεκτικά τότε ζοῦσε ὅπως λένε τά τροπάρια γιά τούς ὁσίους μας: ὡς ἄσαρκος ἐπί τῆς γῆς, ῾ἐπίγειος ἄγγελος᾽. ᾽Ιδίως ὅταν ἐπρόκειτο νά λειτουργήσει, σχεδόν ξαγρυπνοῦσε προσευχόμενος. Γι᾽ αὐτό καί ὅπως εἴπαμε ἀπό τήν ἀρχή τά βιώματά του ἀπό τή Θεία Λειτουργία ἦταν συγκλονιστικά. Τό σημειώνουμε καί πάλι:  ῾῎Αχ, πάτερ μου, - ἔλεγε σέ κάποιον ἱερέα – νά βλέπατε τί γίνεται τήν ὥρα τοῦ Χερουβικοῦ πού ὁ ἱερέας διαβάζει τήν Εὐχή, θά φεύγατε ὅλοι...᾽.

       Γιά τόν ἅγιο Γέροντα πράγματι ἡ Θεία Λειτουργία ἦταν ὅ,τι δηλώνει καταρχάς ἡ ἴδια ἡ λέξη: ἔργο τοῦ λαοῦ (λεῖτος ἀπό τό λεώς, λαός καί ἔργον). Λειτουργία δηλαδή τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ. Καί σ᾽ αὐτό τό σῶμα περιλαμβάνονται ὄχι μόνον ἐννοεῖται ὁ Χριστός ὡς ἡ κεφαλή τοῦ σώματος, ἀλλά καί ἡ θριαμβεύουσα καί ἡ στρατευόμενη ᾽Εκκλησία. ῞Ολοι συνεπῶς οἱ ἐν Χριστῷ βαπτισμένοι καί ζῶντες, μαζί μέ τούς ἁγίους καί τούς ἁγίους ἀγγέλους, ὅλοι μαζί πραγματοποιοῦν τήν ἑνότητά τους ἐν Χριστῷ τήν ὥρα τῆς Λειτουργίας. Αὐτό πού μᾶς ἀποκαλύπτουν οἱ εὐχές τοῦ Μυστηρίου τῆς Εὐχαριστίας, κατά τίς ὁποῖες εὐχαριστοῦμε τόν Κύριο γιατί μᾶς ἀξίωσε ἀπό τά χέρια μας νά δεχτεῖ τή λειτουργία ῾καίτοι παρίστανται Αὐτῷ χιλιάδες ἀρχαγγέλων, καί μυριάδες ἀγγέλων, τά Χερουβείμ, καί τά Σεραφείμ, ἑξαπτέρυγα, πολυόμματα, μετάρσια, πτερωτά᾽, αὐτό τό ζοῦσε καί τό ῾ἔβλεπε᾽ ὁ ἅγιος Γέροντας.

        Νέος, τό 1961, - σημειώνει ὁ βιογράφος του - εἶχε πανηγυρίσει τή διακήρυξη τῆς ἁγιότητας τοῦ ἁγίου Νεκταρίου. Καί ὁ ῞Αγιος πάντα παρηγοροῦσε τόν ἀσκητή π. ᾽Ιάκωβο, μέ πολλούς τρόπους. Τό ἔκαμε καί στή μνήμη του, στίς 9 Νοεμβρίου τοῦ 1989, πού λειτούργησε ὁ γέροντας στό παρεκκλήσι τῆς Μονῆς ῞Αγιος Νεκτάριος. ᾽Εκεῖνο τό πρωί, μέχρι νά πεῖ ῾Εὐλογημένη ἡ βασιλεία τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος᾽, στεκότανε γονατιστός στήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ. ῎Αρχισε, προχώρησε, τελείωσε ἡ Λειτουργία. Μά ἤτανε γιά τόν ἴδιο καί τούς λίγους ἐκκλησιαζόμενους ἀλλιώτικη Λειτουργία. ῞Ολοι ζούσανε μία λαμπρή μέθεξη, παρακολουθώντας τόν Γέροντα νά λειτουργεῖ. Κι ἔδωσε ὁ ἴδιος τήν ἐξήγηση: - Πρός τό τέλος, παιδιά μου, τῆς Δοξολογίας (ἐνῶ ἤτανε γονατιστός ἀκόμα στήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ) εἶδα, μέ συγχωρεῖτε, τόν ἅγιο Νεκτάριο! ῏Ηταν χαρούμενος κι ἔψελνε καί κεῖνος μαζί μας ῾ἅγιος ὁ Θεός...᾽, ἔπειτα ἐγώ καταλαβαίνετε πῶς συνέχισα τή Λειτουργία...! Μέ παραπλήσιο τρόπο ἔβλεπε στό ναό καί τόν ὅσιο Δαβίδ. Μιά Κυριακή, ἐνῶ ἔψελνε τό Μεγαλυνάριό του, τόν βλέπει ὡς καλόγερο, δίπλα στόν ᾽Εσταυρωμένο, νά εὐλογεῖ. ῾Ο γέροντας ἔβλεπε ῾Αγίους πολύ συχνά καί σοῦ ᾽δινε τήν ἐντύπωσε ὅτι τό γεγονός ἀποτελοῦσε τήν τροφή του᾽.

       (δ) Τό γεγονός ὅτι ἡ Θεία Λειτουργία τελεῖται οὐσιαστικά ἀπό τόν Χριστό διά τῶν χειρῶν τῶν ἱερέων ἦταν ἐπίσης κάτι πολύ ἄμεσο γιά τόν Γέροντα. Διότι ζοῦσε τή Θεία Εὐχαριστία ὅπως τήν ζεῖ ἡ ᾽Εκκλησία μας ἀπαρχῆς τῆς ἱδρύσεώς Της ἀπό τόν Κύριο: ὡς τή συνέχεια τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου. Αὐτό δέν εἶναι ἄλλωστε ἡ Θεία Λειτουργία; ῾Η προέκταση μέσα στόν χρόνο ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου; ῞Ο,τι οἱ μαθητές τοῦ Κυρίου ἔζησαν τότε – τήν προσφορά τοῦ σώματος καί τοῦ αἵματος τοῦ Κυρίου ἀπό τόν ῎Ιδιο: ῾Λάβετε, φάγετε, τοῦτό ἐστι τό σῶμα μου᾽ καί ῾πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες, τοῦτό ἐστι τό αἷμα μου᾽ – αὐτό ζοῦμε καί διαχρονικά. ῾Απλῶς ὁ Γέροντας χαριτώθηκε ἀπό τόν Θεό νά δεῖ αὐτό τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Κυρίου ὄχι μόνο μέ τήν ὅραση τῆς πίστεως, ἀλλά καί μέ τήν ἴδια τή σωματική θά λέγαμε ὅρασή του, τή μετασκευασμένη ὅμως ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Δέν ξέρουμε πόσες φορές συνέβη τοῦτο, σημασία πάντως ἔχει ὅτι κάποια φορά δέν ἄντεξε μπροστά στό μέγιστο αὐτό θαῦμα πού τοῦ χάρισε ὁ Θεός, ὥστε τό κατέγραψε σέ τετράδιό του. 

       Γράφει ἐπ᾽ αὐτοῦ ὁ μακαριστός καθηγητής Παπαδόπουλος: ῾Τό μεγαλύτερο καί θαυμασιότερο θαῦμα πού τοῦ πρόσφερε ὁ Θεός, ἔγινε τό πρωί τῆς 22ας Νοεμβρίου τοῦ 1975. Συγκλονίστηκε τόσο πολύ ἀπό τό θαῦμα τοῦτο, πού ἀμέσως μετά τό κατέγραψε σ᾽ ἕνα σημείωμα, τό ὁποῖο βρήκαμε σέ τετράδιό του. Τό σημείωμα ἀρχίζει  μέ τήν παραπάνω ἡμερομηνία καί περιλαμβάνει ἀκριβῶς τά ἑξῆς: ῾- Τήν 22αν Νοεμβρίου, ἡμέραν Σάββατον τό πρωί εἰς τήν ἁγίαν Προσκομιδή μετά τήν μνημόνευσιν καί ἐν ὥρᾳ πού θά καλύψω τά ἅγια Δῶρα, εἶδα ζωντανή καί ἐν ἁγιότητι ὁμολογῶ 1 κομμάτι αἷμα στεγνό, τό ἄγγιξα, καί στό δάκτυλό μου ἀπάνω ἔμεινε τό αἷμα. Φωνάζοντας τόν ἀδελφόν τῆς ῾Ι. Μονῆς Μοναχόν π. Σεραφείμ, εἶπα τήν ὑπόθεσιν καί μοῦ εἶπε, ἐμεῖς, πάτερ, δέν βλέπωμεν, ἀλλά εἶδες τί εἶναι; Καί ἐγώ τοῦ ἀπάντησα ὅτι πιστεύω καί προσκυνῶ ὅτι εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός παρών. Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον, εἶπα. ᾽Αρχιμ. ᾽Ιάκωβος᾽.

       (ε) Εἴπαμε παραπάνω ὅτι ἡ θεία Λειτουργία συνιστᾶ μυστήριο πού ξεπερνᾶ κάθε ἀντιληπτική ἱκανότητα τοῦ ἀνθρώπου, ἀφοῦ προβάλλει μέσα στούς αἰῶνες, σέ συγκεκριμένο τόπο καί χρόνο κάθε φορά, τήν ἴδια τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ ἀπαρχῆς μέχρι σήμερα. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι βιώνουμε σ᾽ αὐτήν ὅλες τίς φάσεις τῆς ζωῆς Του καί ὄχι ἀποσπασματικά κάποια μέρη Της. ῾Η ᾽Εκκλησία μας εἶναι σαφής: μπορεῖ νά πραγματοποιεῖ τήν ἐντολή τοῦ ῾λάβετε φάγετε᾽ καί τοῦ ῾πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες᾽, τήν ἐντολή δηλαδή πού ἔδωσε ὁ Κύριος στό Μυστικό Δεῖπνο γιά νά τελοῦμε τό μυστήριο τῆς Εὐχαριστίας, ὅμως ταυτοχρόνως μᾶς καλεῖ νά δοῦμε τόν Κύριο στήν ὁλοκληρία Του. Στήν πιό ἱερή στιγμή τοῦ μυστηρίου, τήν ὥρα τοῦ καθαγιασμοῦ τῶν Δώρων, καθώς λέμε, ὅπου ὁ ἱερέας ἐξ ὀνόματος ὅλων τῶν πιστῶν ἑτοιμάζεται νά παρακαλέσει τόν Θεό ὥστε διά τοῦ Πνεύματός Του νά μεταβάλει τό ψωμί σέ σῶμα Χριστοῦ καί τό κρασί σέ αἷμα Του, προσεύχεται καί λέει: ῾Μεμνημένοι τοίνυν τῆς σωτηρίου ταύτης ἐντολῆς καί πάντων τῶν ὑπέρ ἡμῶν γεγενημένων, τοῦ σταυροῦ, τοῦ τάφου, τῆς τριημέρου ἀναστάσεως, τῆς εἰς οὐρανούς ἀναβάσεως, τῆς ἐκ δεξιῶν καθέδρας, τῆς δευτέρας καί ἐνδόξου πάλιν παρουσίας, Τά σά ἐκ τῶν σῶν σοί προσφέρομεν κατά πάντα καί διά πάντα᾽. Σοῦ προσφέρουμε, Κύριε καί Θεέ μας, τά δικά Σου ἀπό τά δικά Σου ὡς πρός ὅλα καί γιά ὅλα, ἀφοῦ θυμηθήκαμε τή σωτήρια ἐντολή Σου, νά τελοῦμε δηλαδή τήν Εὐχαριστία, κι ἐπίσης ὅλα ὅσα ἔχεις κάνει γιά χάρη μας, δηλαδή τόν Σταυρό, τόν τάφο, τήν τριήμερη ἀνάστασή Σου, τήν ἀνάβασή Σου στούς οὐρανούς, τήν καθέδρα Σου στά δεξιά τοῦ Πατέρα, τή Δευτέρα καί ἔνδοξη πάλι παρουσία Σου.

       Προϋπόθεση μέ ἄλλα λόγια τῆς προσφορᾶς τῆς ζωῆς μας, πού δηλώνεται μέ τό ψωμί καί τό κρασί,  στόν Κύριο, ὁ Ὁποῖος τά παίρνει γιά νά τά μεταβάλει σέ σῶμα καί αἷμα Του ὥστε νά μᾶς τά προσφέρει πάλι πίσω ῾εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί εἰς ζωήν αἰώνιον᾽ εἶναι ἀκριβῶς ἡ δική Του ἐδῶ στόν κόσμο παρουσία, ἀλλά καί ὁ θρίαμβός Του καί ἡ δόξα Του μέ τήν ἀνάστασή Του ὡς νίκη ἀπέναντι στήν ἁμαρτία, τόν διάβολο καί τόν θάνατο, μέ τήν ᾽Ανάληψή Του, μέ τήν ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός καθέδρα Του καί μέ τόν ἐρχομό Του καί πάλι στή Δευτέρα Του παρουσία.

Αὐτήν τήν ὁλοκληρία τῆς ζωῆς τοῦ Κυρίου σέ ὅλες τίς φάσεις της ζοῦσε καί ὁ ἅγιος Γέροντας κάθε φορά στή Θεία Λειτουργία. Μπορεῖ νά μήν εἶχε τίς θεωρητικές ἱστορικές γνώσεις γιά τό πῶς ἐξελίχτηκε στούς αἰῶνες τό Μυστήριο αὐτό: ἀπό τήν ἀρχική ἁπλότητά του στή μετέπειτα μεγαλοπρέπειά του, ὅμως τό ζοῦσε μέ τρόπο ἑνιαῖο. ῎Εβλεπε δηλαδή ὅτι τό κάθε μέρος τῆς Λειτουργίας δέν ἀποτελεῖ κάτι τό αὐτονομημένο, ἀλλά τό συμπλήρωμα ἑνός ὅλου, πού δέν εἶναι ἄλλο ἀπό τή ζωή τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ. ῞Οπως τό ἐπισημαίνουν καί οἱ εἰδικοί λειτουργιολόγοι: ῾῾Η ὄλη μυσταγωγία εἶναι σάν ἕνα ἑνιαῖο σῶμα διηγήσεως, ὥστε τό καθένα ἀπό τά τελούμενα ἤ λεγόμενα νά φέρει κάποιο συμπλήρωμα στό σύνολο. ῾Η μέν θυσία τονίζει, διακηρύσσει τόν θάνατο καί τήν ἀνάσταση καί τήν ἀνάληψη τοῦ Κυρίου...τά δέ πρίν ἀπό τή θυσία διακηρύσσουν τά πρίν ἀπό τόν θάνατο, τήν ἔλευσή Του, τή δμόσια ἐμφάνιση, τήν τέλεια φανέρωση᾽ (Ἰ. Κογκούλης). Γι᾽ αὐτό καί εἶναι ἐξόχως σημαντικό τό γεγονός ὅτι ὁ π. ᾽Ιάκωβος εἶδε καί ἔπιασε τό αἷμα τοῦ Κυρίου στό τέλος τῆς προσκομιδῆς, ἐκεῖ πού ἑτοιμάζουμε τήν προσφορά γιά νά τελεστεῖ τό μυστήριο,  καί ὄχι τήν ὥρα τῆς μεταβολῆς τῶν τιμίων Δώρων. Μέ ἄλλα λόγια αὐτό τό θαυμαστό πού συνέβη στόν Γέροντα τόν Νοέμβριο τοῦ 1975, ὅπως εἴπαμε, δείχνει ὅτι πρέπει κανείς νά βλέπει τό μυστήριο κατά ἑνιαῖο τρόπο, χωρίς νά προβληματίζεται μέ σχολαστικό τρόπο γιά τήν ἀκριβή ὥρα τῆς μεταβολῆς. Γνωρίζουμε βέβαια ὅτι ἡ ἐπίκληση τοῦ ἁγίου Πνεύματος εἶναι ἡ ὥρα τοῦ καθαγιασμοῦ τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου, ἀλλά πρέπει ἀπό κεῖ καί πέρα νά ῾ἀφήνουμε᾽ τόν Θεό νά δρᾶ μέ τόν τρόπο πού ᾽Εκεῖνος κρίνει καί στόν χρόνο πού θέλει. ῾Τό Πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ᾽ κατά τόν λόγο τῆς Γραφῆς.

Θυμίζει αὐτό πού λέμε ἕνα περιστατικό ἀπό τό ῾Λειμωνάριον᾽ τοῦ ᾽Ιωάννη Μόσχου, ἑνός ἁγιασμένου μοναχοῦ τοῦ 6ου μ. Χ. αἰώνα, κατά τό ὁποῖο ῾σ᾽ ἕνα κοινόβιο τοῦ Χοζεβᾶ κάποιος ἀδελφός εἶχε μάθει τήν εὐχή τῆς ἁγίας ἀναφορᾶς. Μιά φορά λοιπόν τόν ἔστειλαν νά φέρει πρόσφορα καί καθώς ἐρχόταν στό μοναστήρι εἶπε τήν εὐχή τῆς ἁγίας ἀναφορᾶς, σά νά ἀπήγγειλε στίχους ἀπό τό ψαλτήρι. Τίς προσφορές πού ἔφερε λοιπόν τίς ἔβαλαν στό δίσκο στό ἅγιο θυσιαστήριο οἱ διάκονοι. Καί καθώς λειτουργοῦσε ὁ ἀββάς ᾽Ιωάννης ὁ Χοζεβίτης, ὁ ὁποῖος ἦταν τότε προσβύτερος, γιατί ἀργότερα ἔγινε ἐπίσκοπος Καισαρείας τῆς Παλαιστίνης, δέν εἶδε, ὡς συνήθως, τήν ἐπιφοίτηση τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. Κι ἐπειδή λυπήθηκε, μήπως ἄραγε ἁμάρτησε ὁ ἴδιος καί γι᾽αὐτό ἔφυγε τό Πνεῦμα τό ῞Αγιο, μπῆκε στό διακονικό κλαίγοντας καί πέφτοντας καταπρόσωπο. Τότε τοῦ ἐμφανίζεται ὁ ἄγγελος Κυρίου καί τοῦ λέει: ῾᾽Από τότε πού ὁ ἀδελφός ὁ ὁποῖος κουβαλᾶ τίς προσφορές εἶπε στόν δρόμο τήν εὐχή τῆς ἁγίας ἀναφορᾶς, ἁγιάστηκαν καί εἶναι τέλειες᾽. Κι ἀπό τότε ὁ γέροντας ἀπαγόρεψε νά μάθει κανείς τήν εὐχή τῆς ἀναφορᾶς, ἄν δέν ἔχει χειροτονία, καί νά τήν λέει κανείς στήν τύχη, σέ ὁποιαδήποτε ὥρα, μακριά ἀπό καθαγιασμένο τόπο᾽.

(στ) ῾Η κατανόηση τῆς Θείας Λειτουργίας ὡς τῆς ἐν ἀγάπῃ προσφερομένης στούς πιστούς ζωῆς τοῦ Κυρίου, προκειμένου νά γίνει καί δική μας ζωή, μᾶς ὁδηγεῖ βεβαίως στήν αἴσθηση τοῦ μυστηρίου, ἔτσι ὅπως μᾶς καθοδηγεῖ μάλιστα καί ὁ λειτουργικός ὅσιος π. ᾽Ιάκωβος, μᾶς ἀνοίγει δηλαδή τά μάτια γιά νά βλέπουμε κι ἐμεῖς ὅσα συγκλονιστικά διαδραματίζονται, εἶναι αὐτονόητο ὅμως  ὅτι ἀκριβῶς ἐξαιτίας του μᾶς προβληματίζει ὑπερβαλλόντως καί στό πῶς πρέπει νά προσερχόμαστε σ᾽ αὐτό. ῎Αν στή Θεία Λειτουργία βρισκόμαστε μπροστά στόν Θεό μας, μπροστά στούς ἁγίους ἀγγέλους καί ἀρχαγγέλους, μπροστά στούς ἁγίους μας, τότε καί ἡ προετοιμασία μας γιά τή συμμετοχή μας στό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Κυρίου πρέπει νά εἶναι ἡ κατάλληλη. ῾᾽Εν ταῖς λαμπρότησιν τῶν ἁγίων σου πῶς εἰσελεύσομαι ὁ ἀνάξιος;᾽ ψιθυρίζει ἔνδακρυς ὁ μυημένος πιστός. Καί πρέπει νά τονίζουμε κι αὐτή τή διάσταση ἀπό τό παράδειγμα τοῦ ὁσίου γέροντα, γιατί δυστυχῶς ὑπάρχουν ἀρκετοί οἱ ὁποῖοι σπεύδουν ἀπροϋπόθετα μερικές φορές νά μετάσχουν τῶν ἀχράντων μυστηρίων, χωρίς νά ἔχουν ῾ἔνδυμα γάμου᾽. ῾Ο ἄγιος γέρων βεβαίως ὅπου ἔβλεπε γνήσια μετάνοια, ἔστω κι ἄν ὑπῆρχε πλῆθος ἁμαρτιῶν, ἦταν ἄκρως συγκαταβατικός καί προέτρεπε γιά θεία Κοινωνία. ῞Οπου ὅμως ἔβλεπε ἀμετανοησία ἐκεῖ ἔθετε προσκόμματα, γιά τό καλό βεβαίως τοῦ ἀνθρώπου. Κι ἔβλεπε τήν ἀμετανοησία μέ τά διανοιγμένα ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μάτια του. Εἴπαμε καί κάπου παραπάνω ὅτι παρατηροῦσε τούς ἀνθρώπους καί διέβλεπε τήν κατάστασή τους. ῎Αλλους, τούς μετανοημένους, τούς ἔβλεπε λευκούς καί φωτεινούς, ἄλλους, τούς ἀμετανοήτους, τούς ἔβλεπε μέσα σέ σύννεφο μαῦρο. Κι εἶναι ὁ ἁγιασμένος γέρων πού μᾶς δείχνει κι ἐδῶ τό πῶς ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ μένει ἀνενέργητη στόν ἀκατάλληλα προσερχόμενο στή Θεία Εὐχαριστία, μᾶλλον δέν παίρνει αὐτός τή Θεία Εὐχαριστία, ἔστω κι ἄν τήν ἔχει στό στόμα του.

῾῞Ενας δημοσιογράφος – σημειώνει καί πάλι ὁ βιογράφος του καθηγητής τοῦ Πανεπιστημίου – πῆγε νά κοινωνήσει χωρίς νά πρέπει: - Τήν ὥρα πού πῆγα νά τόν κοινωνήσω δίστασα...ἅγιέ μου Δαβίδ...καί περνᾶ ἀπό τήν ἁγία λαβίδα μιά χρυσή λάμψη πάνω ἀπό τό κεφάλι μου καί πάει στήν ῾Αγία Τράπεζα...῾Η λάμψη αὐτή, τήν ὁποία εἶδε, ἔλεγε, μοναχός, ἀρετῆς ἄνθρωπος, σήμαινε ὅτι τό ἅγιο Πνεῦμα δέν ἄφησε τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Κυρίου νά πάει σέ ἀκάθαρτον ἄνθρωπο. Τό πρόσωπο τοῦ ὁποίου μάλιστα ἔδειχνε μέ μιά μαυρίλα, ὅτι κάποια σχέση εἶχε μέ μάγια, καθώς ἐξηγοῦσε ὁ π. ᾽Ιάκωβος᾽.

Στό μυαλό μας ἔρχεται αὐτό πού λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: ῾δοκιμαζέτω ἄνθρωπος ἑαυτόν καί οὕτως ἐκ τοῦ ἄρτου ἐσθιέτω καί ἐκ τοῦ ποτηρίου πινέτω᾽. Διαφορετικά, χωρίς δηλαδή ἐξέταση τοῦ ἑαυτοῦ ἐν μετανοίᾳ ἡ προσέλευση στή Θεία Κοινωνία μπορεῖ νά ἀποβεῖ καταστροφική γιά τόν ἄνθρωπο ἀπό πλευρᾶς πνευματικῆς, ἴσως δέ καί σωματικῆς. Καί δέν φταίει ὁ Θεός βεβαίως γι᾽ αὐτό. ῾Ο ἴδιος ὁ ἄνθρωπος δεχόμενος τή χάρη τοῦ Θεοῦ χωρίς νά ἔχει καταστήσει κατάλληλο γι᾽ αὐτήν τόν ἑαυτό του ἀρχίζει νά τή ζεῖ ὡς ὀργή καί τιμωρία. Τά δικά του πάθη τήν μεταβάλλουν μέ τόν τρόπο αὐτό. Δέν εἶναι τυχαῖο πού ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐξηγεῖ ἀποκαλυπτικά ὅτι ὁρισμένοι πού ἀρρώστησαν καί ἔφυγαν ἀπό τή ζωή αὐτή τό ἔπαθαν, γιατί κοινωνοῦσαν ἀναξίως, δηλαδή καί πάλι λέμε, ἀμετανόητα καί χωρίς ἐπίγνωση.

(ζ) ῎Αν ὁ π. ᾽Ιάκωβος μιλοῦσε γιά τήν ἀνάγκη τῆς μετανοίας ὡς προϋπόθεσης τῆς συμμετοχῆς στή Θεία Λειτουργία ἦταν γιατί ὁ ἴδιος ἦταν ἄνθρωπος τῆς μετανοίας. Διαρκῶς ζοῦσε μέ τήν ἐπίγνωση τῆς ἁμαρτωλότητός του, ἔχοντας πλήρη συναίσθηση ὅτι ῾βρωμίζει καί τόν ἀέρα πού ἀναπνέει᾽. ῎Ελεγε ὁ ἴδιος: ῾Ξέρετε τί λέω, ὅταν βλέπω κι ἔρχονται καί γονατίζουνε μπροστά μου γιά ἐξομολόγηση: Ποιός εἶσαι σύ, βρέ ἀγράμματε καί ἄσημε ᾽Ιάκωβε κι ἔρχονται καί γονατίζουνε μπροστά σου τόσα ἐπίσημα πρόσωπα, καθηγηταί Πανεπιστημίου, ἀρεοπαγῖται, πρόεδροι ᾽Εφετῶν;᾽ ῾Σέ κληρικούς, πνευματικά του τέκνα, ἡ αὐτοκατάκριση προχωροῦσε περισσότερο κι ἔλεγε γιά τόν ἑαυτό του: - ῎Αχ, βρωμοϊάκωβε, μουρλόπραμα εἶσαι κι ὁ κόσμος νομίζει ὅτι κάτι εἶσαι...

       ᾽Εκεῖ ὅμως πού ἀποκορυφωνόταν ἡ μετάνοιά του ἦταν ὅταν ὁ ἴδιος ἐξομολογεῖτο τίς ἁμαρτίες του. Διότι βεβαίως ἐκεῖ καταλήγει ἡ μετάνοια: στήν ἐξομολόγηση ἐνώπιον πνευματικοῦ, ὁ ὁποῖος θά βεβαιώσει τή γνησιότητα ἤ ὄχι τῆς μετανοίας τοῦ ἐξομολογουμένου. ῾Πάντα ἡ ἐξομολόγηση τοῦ π. ᾽Ιακώβου – λέει ὁ καθηγητής βιογράφος του – γινόταν ἐμπειρία συγκλονιστική γιά τόν πνευματικό πού τή δεχόταν. Ζήτησε κάποια φορά, τό 1983 αὐτό, νά ἐξομολογηθεῖ. ῾Ο ἱερέας, πνευματικό του τέκνο, ἀρνήθηκε. Καταλήφθηκε ἀπό φόβο, νά ἐξομολογήσει τόν γέροντά του, ἕνα ὅσιο ἀσκητή πού αὐτός ἐξομολογεῖ χιλιάδες ἀνθρώπους καί συμβουλεύει ἀσκητές μεγάλης ἀρετῆς!᾽ Τελικῶς μέ τήν πίεση τοῦ γέροντα κάμφθηκε. ῾Γονατίσανε καί οἱ δύο μπροστά στήν εἰκόνα τοῦ ὁσίου Δαβίδ, στό τέμπλο. Καί ἄρχισε τό ξεχείλισμα τῆς ταπεινοφροσύνης πού κλόνιζε κάστρα καί τόν κόσμο ὁλόκληρο. Πλημμύρισε ὁ ναός ἀπό τήν ἀνοιχτή καρδιά καί τόν ἀνοιχτό νοῦ τοῦ ὁσίου ἀσκητῆ, πού ὅμως ἤτανε ὁ ἡγούμενος μ᾽ εὐθύνες, ἤτανε καί πνευματικός ὁδηγός χιλιάδων πιστῶν, λαϊκῶν, μοναχῶν, ἱερέων, ἐπισκόπων καί πατριαρχῶν. ῞Ολα τ᾽ ἀπέθεσε ὁ ἀσκητής, χωρίς ἀναστολές, χωρίς κρατούμενα. Καί τ᾽ ἀπέθετε συνειδητά στόν Κύριο πρῶτα, στόν ὅσιο Δαβίδ ἔπειτα καί στόν ἱερέα τελευταῖα. ᾽Εξομολογιόταν καί ἤτανε σά νά ἔκανε διάλογο μέ τόν ὅσιο Δαβίδ, ἔχοντας μάρτυρα τόν ἱερέα...- Βλέπεις, ἅγιε Γέροντα Δαβίδ, τά λέω μπροστά στόν καλό μας ἱερέα, κατέληξε. ῾Ο ῾καλός μας ἱερέας᾽ δέν εἶχε καί δέν τόλμησε νά πεῖ κάτι στόν ἐξομολογηθέντα ὅσιο. Τότε ἐκεῖνος ἔπεσε πρηνής, ὁλόσωμα, ἔβαλε τό μέτωπο κυριολεκτικά στά ὑποδήματα τοῦ ἱερέα καί περίμενε τή συγχωρητική Εὐχή᾽.

Στό πρόσωπο τοῦ ἁγίου Γέροντα ᾽Ιακώβου βλέπουμε τόν ἄνθρωπο πού ἔχει ἐπίγνωση τοῦ νά εἶναι κανείς μέλος Χριστοῦ, νά εἶναι χρισμένος μέ τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, νά κοινωνεῖ τῶν ἀχράντων μυστηρίων, νά ζεῖ σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.  Στό πρόσωπό του μέ ἄλλα λόγια βλέπουμε τόν ἅγιο τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπο. Καί δέν εἴμαστε βεβαίως ἐμεῖς μέ τίς ἀσθενικές πνευματικές μας δυνάμεις πού κάνουμε αὐτήν τήν ἐκτίμηση, μολονότι ὁ Θεός δέν ἀφήνει ἀμάρτυρο τούς ἁγίους Του στό πλήρωμα τῆς ᾽Εκκλησίας, ἔστω καί τούς πιό ἁπλοϊκούς πιστούς. Τό ἀντίθετο ἴσως. Πάντως ἡ ἐκτίμηση γιά τό ὕψος τῆς ἁγιότητός του ἔρχεται ἀπό ἕναν ἄλλον, ἐξίσου μεγάλο ἅγιο, τόν γέροντα Πορφύριο. ῾῾Ημέρες μετά τήν κοίμηση τοῦ π. ᾽Ιακώβου ὁ μακαριστός π. Πορφύριος εἶπε: - Αὐτός (=ὁ π. ᾽Ιάκωβος) εἶχε μέγα προορατικό χάρισμα, τό ὁποῖο ἔκρυβε ἐπιμελῶς γά νά μή δοξάζεται. Εἶναι ἕνας ἀπό τούς μεγαλύτερους ἁγίους τοῦ αἰώνα μας᾽.
῾Η παρακαταθήκη του σ᾽ ἐμᾶς εἶναι ἡ παρακαταθήκη ὅλων τῶν ἁγίων: τό ἀκολουθεῖν τῷ Κυρίῳ. Δηλαδή νά ἀγαπήσουμε τόν Χριστό καί νά φανερώνουμε τήν ἀγάπη μας αὐτή μέ τήν τήρηση τῶν ἁγίων Του ἐντολῶν. Γιά νά γίνει ὅμως αὐτό χρειαζόμαστε τήν ἀδιάκοπη ἐνίσχυσή Του, ἐφόσον βεβαίως εἴμαστε μέλη τοῦ ἁγίου σώματός Του, τῆς ᾽Εκκλησίας. Καί ἡ ἐνίσχυση αὐτή περνᾶ πρωτίστως μέσα ἀπό τή συμμετοχή μας στή Θεία Λειτουργία. ῾Ο λειτουργικός ἅγιος ᾽Ιάκωβος Τσαλίκης ἔζησε αὐτή τή θεία Λειτουργία μέ ὅλη τήν ἔνταση καί τή δύναμη τῆς ὕπαρξής του. Γιατί κατάλαβε ὅτι θεία Λειτουργία εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Εἶναι στό δικό μας χέρι νά μυρίσουμε καί ἐμεῖς λίγο περισσότερο λιβάνι. ῾Ο μόνος ἄλλωστε πού φοβᾶται τό λιβάνι εἶναι ὁ διάβολος καί οἱ ἀκόλουθοί του.