Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 12 Ιουνίου 2022

«ΒΑΣΙΛΕΥ ΟΥΡΑΝΙΕ, ΠΑΡΑΚΛΗΤΕ...»

«Βασιλεῦ Οὐράνιε, Παράκλητε, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁ πανταχοῦ παρών καί τά πάντα πληρῶν, ὁ θησαυρός τῶν ἀγαθῶν καί ζωῆς χορηγός· ἐλθέ καί σκήνωσον ἐν ἡμῖν, καί καθάρισον ἡμᾶς ἀπό πάσης κηλῖδος, καί σῶσον, ἀγαθέ, τάς ψυχάς ἡμῶν».

(Οὐράνιε Παρηγορητή μας Βασιλιά, Σύ πού εἶσαι τό Πνεῦμα τῆς ἀλήθειας, πού εἶσαι παντοῦ παρών καί γεμίζεις τά πάντα μέ τήν παρουσία Σου, ἔλα καί κατοίκησε μέσα μας κι ἀνάμεσά μας, καί καθάρισέ μας ἀπό κάθε ψυχική βρωμιά, καί σῶσε, ἀγαθέ, τίς ψυχές μας).

Τό στιχηρό τῶν ἀποστίχων τοῦ ἑσπερινοῦ καί δοξαστικό τῶν Αἴνων τῆς Πεντηκοστῆς, ἀλλά καί τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, σέ ἦχο πλάγιο τοῦ δευτέρου, ἀποτελεῖ μετά τό «Πάτερ ἡμῶν» τήν πιό γνωστή προσευχή τοῦ ὀρθόδοξου χριστιανοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας. Μέ τήν προσευχή αὐτή μάλιστα ἀρχίζει κάθε ἀκολουθία, ὅπως καί μέ αὐτήν ξεκινᾶ τήν κάθε προσευχή του καί ὁ ὀρθόδοξος χριστιανός. Ἀπευθύνεται στό τρίτο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, τό Ἅγιον Πνεῦμα, τό Ὁποῖο ἐκπορεύεται ἀπό τήν πηγή τῆς Θεότητος, τόν Πατέρα, ὅπως καί ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, γεννᾶται ἀπό Ἐκεῖνον, πού σημαίνει δέν ἔχουμε ἀσφαλῶς τρεῖς Θεούς, κάτι πού συνιστᾶ καταδικασμένη αἵρεση ἀπό τήν Ἐκκλησία μας, ἀλλά ἄλλον τρόπο ὑπάρξεως τοῦ Ἑνός κατά τή φύση καί τήν Οὐσία Του Θεοῦ.

 Ὁ Τριαδικός Θεός μας δηλαδή, κατά τήν ἀποκάλυψη τοῦ Κυρίου μας, (ἡ ὁποία σκιωδῶς ἐμφαίνεται καί στήν Παλαιά Διαθήκη: ἄς θυμηθοῦμε γιά παράδειγμα τή φιλοξενία τοῦ Ἀβραάμ), εἶναι Ἕνας, ἀλλά καί τρεῖς· Ἕνας κατά τή φύση Του, Τρεῖς κατά τίς ὑποστάσεις Του - ὁ Θεός μας ἔχει τή δυνατότητα νά ζεῖ καί ὡς Πατέρας καί ὡς Υἱός καί ὡς Ἅγιον Πνεῦμα, ἤ κατά τά λεγόμενα ἰδιώματα πού ἀναφέραμε, ὡς ἀγέννητος, ὡς γεννητός καί ὡς ἐκπορευτός. Κι αὐτό ὄχι κατά συγκυρία, δηλαδή ἄλλοτε ὡς Πατέρας ἤ ἄλλοτε ὡς Υἱός καί ἄλλοτε ὡς Ἅγιον Πνεῦμα, σάν νά ἔχει τρεῖς «μάσκες», τίς ὁποῖες χρησιμοποιεῖ κατά τό δοκοῦν, ἀλλά ἔτσι Τριαδικός ζεῖ ἀενάως, ὁ ἕνας μέσα στόν ἄλλον, χωρίς νά χάνεται ποτέ τό ἴδιον τοῦ καθενός. Ὅπως τό ἀπεκάλυψε ὁ μόνος πού μποροῦσε νά τό ἀποκαλύψει, ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός ὡς Θεός: «ἐγώ ἐν τῷ Πατρί καί ὁ Πατήρ ἐν ἐμοί». Γι’ αὐτό καί τό Ἅγιον Πνεῦμα, ὡς Θεός καί Κύριος, εἶναι ὁ Οὐράνιος Βασιλέας· εἶναι ὁ Παρηγορητής καί ἐνισχυτής τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἄλλωστε καί ὁ ἴδιος ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός· εἶναι ὁ πανταχοῦ παρών καί τά πάντα πληρῶν· εἶναι ὁ θησαυρός τῶν πιστῶν ἀνθρώπων καί πού δινει ζωή στούς πάντες καί στά πάντα, ἀντιστοίχως ὅπως καί τά ἄλλα πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος.

Καί καλό νά εἶναι νά ὑπενθυμίσουμε ὅτι κατά τήν πίστη μας, τή θεμελιωμένη στήν Ἁγία Γραφή καί στήν Ἱερά  Παράδοση, ὁ Θεός μας εἶναι μέν Τριαδικός, ἀλλά μέ κοινή ἐνέργεια καί τῶν Τριῶν Θείων Προσώπων - ὅπου δρᾶ ὁ Θεός δρᾶ πάντοτε τριαδικά: «ὁ Πατήρ δι’ Υἱοῦ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ποιεῖ τά πάντα». Τό ξεχωριστό τῆς δράσεως τοῦ κάθε Θείου Προσώπου ἔγκειται, ὅπως ἐξηγεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, στό γεγονός ὅτι σέ κάθε «ἐποχή», (ὅπου ὡς ἐποχή νοεῖται ἡ κάθε ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ γιά τό σχέδιο τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου: Παλαιά Διαθήκη, Καινή Διαθήκη, ἐποχή Ἐκκλησίας), ἔχουμε τό κάθε Πρόσωπο τῆς Τριαδικῆς Θεότητος νά διακονεῖ τήν κοινή ἐνέργεια ὅλης τῆς Θεότητος, πού σημαίνει ὅτι στήν Παλαιά Διαθήκη ὁ Θεός Πατέρας ἦταν Ἐκεῖνος πού διακονοῦσε τήν κοινή ἐνέργεια ὅλων τῶν Προσώπων· στήν Καινή Διαθήκη ὁ Θεός Υἱός ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ· στήν ἐποχή τῆς Ἐκκλησίας ὁ Θεός Ἅγιον Πνεῦμα.

Μέ τήν Πεντηκοστή ἑπομένως ἔχουμε τήν ἀπαρχή τῆς δράσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τό Ὁποῖο, σταλέν ἀπό τόν Ἰησοῦ Χριστό,  ἔχει ὡς ἔργο νά καθιστᾶ οἰκεῖο καί ἐσωτερικό στόν ἄνθρωπο τό ἔργο σωτηρίας πού ἐπιτέλεσε Ἐκεῖνος, ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή, χωρίς τή δράση αὐτή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, θά εἴχαμε μέν σωθεῖ ἀπό τόν Χριστό, ἀλλά ἡ σωτηρία αὐτή θά παρέμενε ξένη καί «ἄγνωστη» γιά ἐμᾶς, πού θά πεῖ ὅτι ὁ Θεός μας σήμερα, ὄντως ὁ Παρηγορητής καί ἐνισχυτής μας, εἶναι τό Παράκλητον Πνεῦμα. Κι ὅπως σημειώνει σύγχρονος Θεολόγος ἐπ’ αὐτοῦ, «ὅταν ἐμεῖς σήμερα κραυγάζουμε «Θεέ μας», στήν πραγματικότητα ἀναφερόμαστε στό Πνεῦμα Αὐτό, τό τρίτο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος». Ἤδη ὁ ἀπόστολος Παῦλος, καί ὄχι μόνον, τό σημείωνε μέ ἔνταση: «Οὐδείς δύναται εἰπεῖν Κύριον Ἰησοῦν εἰ μή ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ» - κανείς δέν μπορεῖ νά ὁμολογήσει τόν Ἰησοῦ Χριστό ὡς Κύριο καί Θεό, παρά μόνον μέ τόν φωτισμό καί τή δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ Κύριος τό εἶχε ὑπονοήσει τοῦτο, ὅταν ἔλεγε ὅτι δέν πρόκειται νά μᾶς ἀφήσει ὀρφανούς. Θά ξανάρθω σέ σᾶς, ἔλεγε στούς λυπημένους μαθητές Του, ἐννοώντας ἀκριβῶς τήν ἔλευσή Του ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, καί ὄχι τή Δευτέρα Του Παρουσία.

 Ὁπότε μέ τό Πνεῦμα Αὐτό δέν εἴμαστε ὀρφανοί. Γιατί τοῦτο ἔρχεται καί κατοικεῖ στήν καρδιά μας, ἰδίως ἀπό τήν ὥρα τοῦ ἁγίου βαπτίσματός μας, κατά τό ὁποῖο καθιστάμεθα μέλη Χριστοῦ,  καί μᾶς καθαρίζει ἀπό κάθε ψυχική βρωμιά πού ἀποτελεῖ φράγμα καί τροχοπέδη γιά τήν «ἀνάπαυσιν» τοῦ Θεοῦ στήν ὕπαρξή μας. Κι αὐτή ἡ ἐγκατοίκηση τοῦ Παρακλήτου Πνεύματος πού ἐνεργοποιεῖ τόν Χριστό καί τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ Πατέρα μέσα μας, δέν χάνεται εὔκολα. Μπορεῖ νά ἁμαρτάνουμε δυστυχῶς καί μετά τό βάπτισμά μας, ἀλλά τό Πνεῦμα αὐτό τοῦ Θεοῦ μᾶς παρακινεῖ διαρκῶς σέ μετάνοια, ἡ ὁποία γίνεται πράξη καί γεγονός, ὅταν ἀνταποκριθεῖ καί ἡ δική μας βούληση, μέ ἀποτέλεσμα καί πάλι νά «ἐπανεμφανίζεται» τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μέ τρόπο ἐνεργή καί αἰσθητό. Κι εἶναι σημαντικό νά τονίσουμε ὅτι τελικῶς μόνον τό Ἅγιον Πνεῦμα μπορεῖ νά καθαρίσει τίς ψυχές μας ἀπό κάθε τι ἁμαρτωλό – «Νοῦν καθαρίσαι μόνου τοῦ ἁγίου Πνεύματός ἐστι» (ἅγιος Διάδοχος Φωτικῆς) – γι’ αὐτό κι ἐκεῖνες οἱ φωνές πού μιλᾶνε κατά καιρούς γιά «κάθαρση» τῆς Ἐκκλησίας, ἐννοώντας την μέ ἕναν ἐξωτερικό τρόπο κατά τά ἀνθρώπινα πρότυπα, μόνον κάθαρση δέν μπορεῖ νά εἶναι. Ἐκκαθάριση ναί, ὄχι ὅμως κάθαρση ἐσωτερική καί πνευματική, πού μόνη αὐτή φωτίζει καί ἁγιάζει τόν ἄνθρωπο, γιατί ἐκφράζει τό ταπεινό καί ἁγνό ἦθος τοῦ Θεοῦ μας. Μία τέτοια διαδικασία πού παραπέμπει μονίμως στή μετάνοια εἶναι καί αὐτό πού ἡ Ἐκκλησία μας χαρακτηρίζει ὡς σωτηρία, κι αὐτό θά πρέπει νά ἀποτελεῖ τή μόνιμη ἐπιλογή τῆς ζωῆς μας.

Πέμπτη 15 Απριλίου 2021

ΑΓΙΟΣ ΛΕΩΝΙΔΗΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΗΝΩΝ

 

Α. «Περί του αγίου Λεωνίδη δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία. Οι περισσότεροι ιστορικοί ταυτίζουν τον άγιο με τον μάρτυρα Λεωνίδα που εορτάζει την 16η Απριλίου. Και για όσους διαφοροποιούν τους δύο αγίους, ο μεν άγιος Λεωνίδης επίσκοπος Αθηνών υπήρξε ο 6ος επίσκοπος Αθηνών που τελείωσε τον βίο του ειρηνικά, ο δε ταυτιζόμενος με τον μάρτυρα Λεωνίδη καταγόταν από την Πελοπόννησο.

Είτε ως επίσκοπος είτε ως λαϊκός πάντως βρέθηκε στην Επίδαυρο και συνελήφθη για την πίστη του στον Χριστό μαζί με επτά γυναίκες και υπέστησαν όλοι πολλά βάσανα. Αρχικά κρέμασαν τον άγιο και ξέσκισαν τις σάρκες του. Μετά τον έριξαν στη θάλασσα μαζί με τις άγιες επτά γυναίκες, αφού έδεσαν στα πόδια τους πέτρες.

Έτσι βρήκαν μαρτυρικό θάνατο και έλαβαν το στέφος της αθλήσεως. Τα άγια λείψανά τους βρέθηκαν κατά θαυμαστό τρόπο το 1916. Πάντως είτε πρόκειται περί ενός αγίου Λεωνίδη ή για δύο διαφορετικούς, έζησαν και οι δύο περί τα μέσα του 3ου αιώνα επί Δεκίου.

Στην Αθήνα υπάρχει πρωτοχριστιανικός ναός (κρύπτη) στο όνομα του αγίου Λεωνίδη πίσω από του στύλους του Ολυμπίου Διός».

Β. Αν οι ιστορικοί προβληματίζονται περί της υπάρξεως ενός ή δύο αγίων με το όνομα Λεωνίδης, ο εκκλησιαστικός ποιητής το θεωρεί λυμένο: πρόκειται περί ενός Λεωνίδη, ο οποίος υπήρξε άγιος επίσκοπος των Αθηνών και πρόσφερε μαρτυρικά τον εαυτό του θυσία στον Κύριο. Σχεδόν σε κάθε τροπάριο της ακολουθίας του αναφέρεται στη διπλή διάσταση της αγιωσύνης του: και αυτή του Ποιμένα και αυτή του μάρτυρα. Εντελώς δειγματοληπτικά: «Με ποια πνευματικά άσματα να δοξολογήσουμε τον Ιεράρχη; Τον πιο ένδοξο από τους ιερείς και αήττητο από τους μάρτυρες, αυτόν που έλαμψε στον κόσμο διπλά. Διότι για χάρη του Χριστού ιερούργησε σαν άγγελος και αγωνίστηκε στέρεα με μαρτυρικούς αγώνες» («Ποίοις, πνευματικοῖς ᾄσμασιν, εὐφημήσωμεν τὸν Ἱεράρχην; Τὸν ἐν ἱερεῦσι περίδοξον, καὶ ἐν Ἀθλοφόροις ἀήττητον, τὸν κατ’ ἄμφω λάμψαντα τῷ κόσμῳ, Χριστῷ γάρ, οἷάπερ ἄγγελος ἱέρευσε, καὶ ἄθλοις, μαρτυρικοῖς στεῤῥῶς ἠγώνισται») (στιχ. εσπ.).  «Ολοκλήρωσες τον δρόμο σου της πίστεως, άγιε, γι’  αυτό και δέχτηκες διπλό στεφάνι από τον παντοκράτορα Κύριο, ως Ιεράρχης και ένδοξος Μάρτυς» («Στέφανον διπλοῦν, τελέσας τὸν δρόμον σου ἐδέξω Ἅγιε, παρὰ τοῦ παντάνακτος, ὡς Ἱεράρχης καὶ Μάρτυς ἔνδοξος») (ωδή θ΄).

Έτσι το μαρτύριο του αγίου Λεωνίδη υπήρξε φυσική συνέπεια του αγισμένου αποστολικού βίου του. Διότι ο άγιος έζησε σαν τους αγίους μαθητές του Κυρίου, λάμποντας με τις αρετές εκείνων ως πιστός ακόλουθος του Χριστού. Και το μαρτύριό του υπήρξε εντελώς χαρισματικό για τον πρόσθετο λόγο ότι σταυρώθηκε σαν τον Κύριο. Ο άγιος υμνογράφος μάς καθοδηγεί και για τη ζωή του και για το μαρτύριό του: «Γέμισε από αποστολικές δωρεές με τον ευαγγελικό τρόπο ζωής του και κήρυξε δυνατά σε όλους το μυστήριο της πίστεως, με τον λόγο του, με τη συμπεριφορά του, και τη φανέρωση των ουρανίων πραγμάτων. Και ως ποιμένας αληθινός, μιμούμενος τον Χριστό, θυσίασε τη ζωή του για χάρη του δικού του ποιμνίου» («Εὐαγγελικῇ γὰρ πολιτείᾳ, ἀποστολικῶν ἐπλήσθη δωρεῶν, καὶ τῆς εὐσεβείας τὸ μυστήριον, ἐν λόγῳ, ἐν ἀναστροφῇ, καὶ τῇ ἐκφάνσει τῶν κρειττόνων, τοῖς πᾶσιν ἐτράνωσε. Καὶ ὡς ποιμὴν ἀληθινός, ὑπὲρ τῶν οἰκείων προβάτων, τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τέθεικε, τὸν Χριστὸν μιμούμενος») (λιτή). «Ιερούργησες το Ευαγγέλιο του Χριστού, έχοντας τον ένθεο ζήλο των αποστόλων» («τὸ Εὐαγγέλιον, τοῦ Χριστοῦ ἱερούργησας, τῶν Ἀποστόλων φέρων, τὸν ζῆλον τὸν ἔνθεον») (κάθισμα όρθρου).

Ο άγιος είχε την ευλογία να μαρτυρήσει, αλλά σταυρικά όπως είπαμε, σαν τον Κύριο. Θυμάται κανείς εδώ τον απόστολο Ανδρέα, ο οποίος και αυτός σταυρώθηκε, αλλά ανάποδα. Ο άγιος Λεωνίδης δεν είχε τέτοια επιλογή. Ο τύραννος ηγεμόνας θέλησε να έχει ο μάρτυρας τον θάνατο του Αρχηγού του, χωρίς να καταλαβαίνει βεβαίως ότι αυτό συνιστά τη μεγαλύτερη ευλογία για έναν αληθινά πιστό. Οι περιγραφές του ποιητή είναι συγκλονιστικές.

«Υψώθηκες στον σταυρό όπως ο Δεσπότης Κύριος, και δείχθηκες κοινωνός των ζωοποιών Του παθών» («Σταυρῷ ὑψωθεὶς ὡς ὁ Δεσπότης, παθῶν κοινωνὸς ζωοποιῶν, ἐδείχθης ἱερώτατε») (ωδή γ΄).

Βλέποντας δε ο τύραννος  την καρτερία και το θάρρος του αγίου εξοργιζόταν και πρόσθετε οργή πάνω στην οργή του, πιστεύοντας ότι με την αύξηση των βασανιστηρίων θα έκαμπτε το ανδρείο φρόνημά του. Αλλά δεν μπορούσε βεβαίως ο δείλαιος να δει αυτό που βλέπει και νιώθει ένας μάρτυρας, τη χάρη του Θεού που τον ενισχύει με τρόπο υπερφυή.  Ας παρακολουθήσουμε τον άγιο υμνογράφο:

«Καθώς σε είδαν, όσιε, οι δήμιοι που κομμάτιαζαν τις σάρκες σου να υποφέρεις με ανδρεία τις οδύνες και να επιθυμείς να πάθεις περισσότερα για χάρη της αγάπης του Χριστού, καταξέσχισαν όλο το πολύαθλο σώμα σου» («Ὡς εἶδόν σε Ὅσιε, οἱ ξέοντες τὰς σάρκας σου, φέροντα ἀνδρείως τὰς ὀδύνας, καὶ ἐφιέμενον παθεῖν πλείονα, ὑπὲρ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ, ἅπαν διεσπάραξαν, τὸ πολύαθλον σῶμά σου») (ωδή ε΄). «Καθώς υψώθηκες στο ξύλο, Λεωνίδα σοφέ, και κομματιαζόσουνα με τους κατασπαραγμούς του σώματός σου, έγινες σύμμορφος με τα Πάθη του Δεσπότη Χριστού. Γι’  αυτό αναδείχτηκες μέτοχος της λαμπρότητάς Του και της δόξας Του» (ωδή ζ΄) («Παθῶν σύμμορφος τῶν τοῦ Δεσπότου γέγονας ξύλῳ αἰρόμενος, ὦ Λεωνίδα σοφέ, καὶ διορυττόμενος, ξεσμοῖς τὸ σῶμά σου· ὅθεν μέτοχος, καὶ τῆς Αὐτοῦ λαμπρότητος, ἀνεδείχθης καὶ τῆς δόξης»). «Σπάστε και ξεσχίστε τις σάρκες του, κραύγαζε ο τύραννος στους δήμιους που σε κατασπάραζαν, μέχρι να τον θανατώσετε και να τον εξαφανίσετε. Συ όμως, άγιε Πατέρα, ενώ δεχόσουνα τα κτυπήματα, χαιρόσουνα, γιατί έβλεπες με τα ψυχικά σου μάτια τον Σωτήρα να σου παρέχει δύναμη» («Ῥήξατε καὶ ξέετε τὰς σάρκας, ἐβόα τοῖς σὲ σπαράττουσιν ὁ τύραννος, ἕως οὗ εἰς θάνατον, τοῦτον ἀφανίσητε, σὺ δὲ καταικιζόμενος ἔχαιρες Ἅγιε, ὁρῶν τοῖς ψυχικοῖς ὀφθαλμοῖς σου, τὸν Σωτῆρα Πάτερ, παρέχοντα ἰσχύν σοι») (ωδή η΄). Κι αλλού: «Πάτερ Λεωνίδα πάνσοφε, με ατάραχη ψυχή και γενναίο φρόνημα, διάβηκες τον κάλλιστο αγώνα του μαρτυρίου, και υπέφερες τα ανυπόφορα ξεσχίσματα του σώματος, σαν να έπασχε κάποιος άλλος» («Πάτερ, Λεωνίδα πάνσοφε, ἀκαταπλήκτῳ ψυχῇ, καὶ γενναίῳ φρονήματι, μαρτυρίου ἤνυσας, τὸν ἀγῶνα τὸν κάλλιστον, καὶ ὥσπερ ἄλλου πάσχοντος ἤνεγκας, τοὺς ἀνυποίστους, ξεσμοὺς τοῦ σώματος») (αίνοι).

Η ανάσα μας κόβεται με το «ζωγράφισμα» που κάνει ο άγιος υμνογράφος. Αλλά και ευφραινόμαστε γιατί μετέχουμε στην ένθεη θεώρησή του – το τι διαδραματίζεται στο βάθος, πίσω από τα αισθητά γεγονότα. Αλλά το πάγωμά μας μαζί με την παράδοξη ζεστασιά μας αυξάνουν, γιατί το μαρτύριο του αγίου είναι και μαρτύριο επτά αγίων  γυναικών, μαθητριών και πιστών του Κυρίου, αλείπτης, δηλαδή καθοδηγητής και εμψυχωτής των οποίων υπήρξε ο άγιος. «Αγωνίστηκε με δύναμη στους μαρτυρικούς αγώνες (ο Λεωνίδης), μαζί με θεοφόρες γυναίκες, ως σοφός αλείπτης και εκπαιδευτής τους στην πίστη και την ευσέβεια» («ἄθλοις, μαρτυρικοῖς στεῤῥῶς ἠγώνισται, σὺν Γυναιξὶ θεοφόροις, ὡς σοφὸς ἀλείπτης, εὐσεβείας καὶ παιδευτής») (στιχ. εσπ.).  «Απέκτησαν ισχύ μαζί σου οι πάνσεμνες γυναίκες, καθώς ενδυναμώμονταν από τη δύναμη του Παντοκράτορος Κυρίου ώστε να αφανίσουν τον πολυμήχανο εχθρό. Διότι ως Ποιμένας πανάριστος, Πάτερ, οδήγησες στον καλό Ποιμένα τα πρόβατά σου και βρήκες επάξια ανταμοιβή» («Ἴσχυσαν σὺν σοί, γυναῖκες αἱ πάνσεμναι ἐνδυναμούμεναι, σθένει τοῦ παντάνακτος, ἐχθρὸν ὀλέσαι τὸν πολυμήχανον, ὡς γὰρ ποιμὴν πανάριστος, Πάτερ τοὺς ἄρνας σου, τῷ Ποιμένι, τῷ καλῷ ὡδήγησας, καὶ ἐπάξιον εὗρες ἀντάμειψιν») (ωδή θ΄).

Ο άγιος ποιητής βεβαίως δεν παύει να τονίζει πέραν της δύναμης που κινούσε τους μάρτυρες: της θερμής αγάπης προς τον Χριστό («Έχοντας ως φωτιά τον πόθο για την αγάπη του Χριστού οι σεμνές γυναίκες, αθλήθηκαν μαζί σου, αξιοθαύμαστε Πατέρα»: ωδή δ΄, η΄κ.α.), και τη χάρη που απολάμβανε και απολαμβάνει η ένδοξη Αθήνα από το γεγονός ότι ο άγιος Λεωνίδης υπήρξε επίσκοπός της, όπως οι άγιοι Διονύσιος και Ιερόθεος («μετὰ Διονυσίου γάρ, τοῦ θεοῤῥήμονος, Λεωνίδα, καὶ Ἱεροθέου τε, ποιμενάρχην σε θεῖον ἐκτήσατο»: ωδή θ΄), αλλά και ότι εκεί, στην πόλη αυτή, υπάρχουν τα άγια ευωδιάζοντα λείψανα και αυτού και των συναθληθεισών μαζί του. Κι είναι σημαντική η επισήμανσή του ότι την πόλη την σκέπαζε ο άγιος, έστω κι αν δεν είχαν γνώση οι κάτοικοι των Αθηνών για τον πολύτιμο θησαυρό που ήταν κρυμμένος στα σπλάχνα της, αφού στους έσχατους χρόνους βρέθηκαν τα άγια λείψανα και του ίδιου και των αγίων γυναικών. «Σαν πλούτο ακριβώς ουράνιο είχε τη σορό των λειψάνων σου από παλιά, άγιε Λεωνίδα, η Μητρόπολη των Αθηνών η ξακουστή. Τώρα όμως (που βρέθηκαν) σε μακαρίζει ως ποιμένα ένδοξο και θερμό βοηθό και πρεσβευτή και μεσίτη προς τον Κύριο» («Ὥσπερ πλοῦτον οὐράνιον, τὴν σορὸν τῶν λειψάνων σου, πάλαι εἶχεν Ἅγιε ἡ Μητρόπολις, τῶν Ἀθηνῶν ἡ ἐξάκουστος· νῦν δὲ μακαρίζει σε, ὡς ποιμένα εὐκλεῆ, καὶ θερμὸν ἀντιλήπτορα, καὶ πρὸς Κύριον, πρεσβευτὴν καὶ μεσίτην Λεωνίδα») (στιχ. εσπ.).

Τι απομένει λοιπόν να κάνουν οι πιστοί Αθηναίοι, αλλά και όλοι οι Έλληνες και απανταχού της γης οι Ορθόδοξοι μπροστά στον μεγάλο θησαυρό της πίστεως, τον αποστολικό άνδρα μέγα Λεωνίδα; Ο άγιος ποιητής με συντομία προτείνει: «Εμπρός λοιπόν ας γεμίσουμε από την οσμή της ζωής και ας εορτάσουμε πνευματικά και αληθινά» («Δεῦτε οὖν, ὀσμῆς ζωῆς ἐμφορηθῶμεν, καὶ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ ἑορτάσωμεν») (Δόξα εσπ.). Δεν υπάρχει άλλος τρόπος τιμής ενός αγίου και ενός μάρτυρα, από το να διανοίξουμε τις πνευματικές μας αισθήσεις, ακολουθώντας τον δρόμο του Κυρίου και δικό του δρόμο, δηλαδή να καθαρίσουμε την καρδιά μας από τις αμαρτίες, και έτσι να γιορτάσουμε με ό,τι ο Κύριος είπε στη Σαμαρείτισσα γυναίκα, την αγία μεγαλομάρτυρα και ισαπόστολο Φωτεινή: ο Θεός τιμάται και εορτάζεται μόνον «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ».



Σάββατο 10 Απριλίου 2021

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ε΄ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

«Ο άγιος καταγόταν από την Πελοπόννησο. Οι γονείς του ήταν ευσεβείς άνθρωποι, γι’  αυτό και τον ανέθρεψαν με φόβο Κυρίου. Σπούδασε στη Σμύρνη κι έζησε βίο αγγελικό, οπότε εξελέγη Μητροπολίτης της σπουδαίας αυτής πόλεως. Όταν χήρευσε ο Πατριαρχικός θρόνος Κωνσταντινούπολης, τον Γρηγόριο κάλεσαν και ψήφισαν για νέο Πατριάρχη. Δύο φορές εκδιώχθηκε χωρίς λόγο, καταφεύγοντας στο Άγιον Όρος, και δύο φορές ανακλήθηκε στη θέση του. Κατά την τρίτη Πατριαρχία του ξεκίνησε η Ελληνική Επανάσταση, οπότε ο Γέρων Πατριάρχης προβλέποντας καθαρά τον θάνατό του που θα γινόταν για χάρη του Γένους, ατρόμητα ανέλαβε να σηκώσει τη θυσία του με καρτεροψυχία. Ανήμερα το Πάσχα του 1821, βλέποντας ο σουλτάνος τους ορθοδόξους λαούς να θέλουν να απελευθερωθούν, αποφασίζει να κρεμάσει τον Πατριάρχη σε αγχόνη. Τον άφησε κρεμασμένο στο ξύλο τρεις ημέρες, κι έπειτα τον εξέδωσε στους Εβραίους. Αυτοί τον κακοποίησαν και τον έσυραν σε όλες τις οδούς της Πόλεως, ρίχνοντάς τον τέλος στη θάλασσα. Η Πρόνοια όμως του Κυρίου κράτησε αβλαβές το λείψανό του, στέλνοντάς το σε χέρια ευσεβών. Έτσι ο μάρτυς Πατριάρχης «κατέφυγε» αισίως στο άσυλο των Ρώσων, όπου εκεί τον δέχτηκαν όπως πρέπει και τον κήδευσαν στην Οδησσό. Μετά 50 έτη έγινε η μετακομιδή των λειψάνων του, τα οποία τοποθετήθηκαν με λαμπρές εκδηλώσεις στη Μητρόπολη των Αθηνών, όπου και παραμένουν μέχρι σήμερα».

Δεν θα μας απασχολήσει η φιλολογία ιστορικών και μη περί τη βιοτή και τη θυσία του αγίου Γρηγορίου Ε΄- εκφεύγει των ορίων του άρθρου μας. Εκείνο που θέλουμε να πούμε είναι ό,τι κεντρικό τονίζει η ακολουθία του αγίου, που αναφέρεται στον διπλό χαρακτήρα, εθνικό και θρησκευτικό, του δι’  απαγχονισμού μαρτυρίου του.

Πρώτον. Ο Πατριάρχης οδηγείται στο μαρτύριο με απόλυτη αυτοσυνειδησία ότι ο θάνατός του θα λειτουργήσει ως αποκατάσταση των Ελλήνων στην προγονική τους δόξα. «Ποθώντας ο Πατριάρχης να αναλάβει και πάλι το γένος της Ελλάδας τη δόξα των προγόνων τους, υπέμεινε να αναρτηθεί στην αγχόνη από το δυσσεβές γένος, ο αθώος ως ένοχος». Κι ας προσέξουμε: όχι μόνο θέλοντας ή έχοντας μία διάθεση, αλλά «ποθώντας», που σημαίνει ότι έκαιγε στην καρδιά του η ακατανίκητη δύναμη για λύτρωση των Ελλήνων μέσω της θυσίας του – ό,τι πόθο είχε και ο άγιος Ιγνάτιος για τον «Εσταυρωμένο έρωτά του Χριστό». «Δεν μπορώ να ησυχάσω και να αναπαυτώ, μέχρις ότου δω το ελληνικό έθνος ελεύθερο από τη δουλεία».  

Για τον επίσκοπο υμνογράφο Νικόλαο Κοκκίνη (και τον επιμελητή επίσης επίσκοπο Αβέρκιο Λαμπίρη) είναι σαφές ότι η απόφαση θυσίας του Πατριάρχη ήταν απόφαση του ίδιου του Παντοκράτορος Κυρίου που επιθυμούσε την ελευθερία των υποδούλων διά του δούλου Του Γρηγορίου. «Ας δοξολογήσουμε οι πιστοί τον τρισυπόστατο Παμβασιλέα Θεό, που μας λύτρωσε διά του απαγχονισμού του θείου Πατριάρχου» σημειώνει. Για να εξαγγείλει παρεμφερώς αλλού ό,τι είπε και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. «Ο Θεός έβαλε την υπογραφή Του για την ελευθερία της Πατρίδος μας και δεν την παίρνει πίσω» είπε ο Γέρος του Μοριά. «Ο Παντοκράτωρ έγραψε στους ουρανούς με τον κάλαμο της απόφασής Του, να λυτρωθεί το δικό Του Γένος από τον ζυγό» υμνολόγησε ο άλλος.

Και δεύτερον: η θυσία του Πατριάρχη σφραγίζεται από το χριστιανικό στοιχείο. Ο Πατριάρχης θυσιάζεται για το έθνος του, φανερώνοντας όμως την πιστότητά του στο ευαγγέλιο του Χριστού – «υπέρ πίστεως και του έθνους». Το μαρτύριό του ήταν ο μισθός της αγιότητάς του, «τό τελειωθῆναι δι’ αἵματος», γεγονός που έδειχνε τη χαρισματική πορεία όλης της ζωής του. Γιατί; Διότι ως διπλή κεφαλή: του Έθνους και της Εκκλησίας, κινητήρια δύναμη είχε την αγάπη προς τον Θεό και τον άνθρωπο – ό,τι χαρακτηρίζει κάθε μαθητή του Χριστού. «Πόσο γενναία και αδαμάντινη η ψυχή σου, αξιομακάριστε Γρηγόριε. Γιατί είχες ανένδοτη την αγάπη προς τον Θεό και τον πλησίον».

Το μαρτύριό του έτσι πλαισιώνουν άγγελοι, αποκαλύπτει ο υμνογράφος: παρίστανται σ’ αυτό, του ετοιμάζουν στεφάνια την ώρα που απαγχονίζεται, του φορούν τα στεφάνια την ώρα που διασύρεται το τίμιο λείψανό του, του ετοιμάζουν τόπο μαζί με τους παλαιούς μάρτυρες για τη θριαμβευτική είσοδό του στη Βασιλεία του Θεού.

Κι ίσως εκείνο που μπορεί να περιγράψει τη στάση των πιστών Ελλήνων απέναντι στον άγιο ιερομάρτυρα να είναι αυτό που συνιστούν οι ίδιοι οι άγγελοι, όπως βάζει τα λόγια στο στόμα τους ο υμνογράφος στο συγκλονιστικό δοξαστικό του εσπερινού, συντεθειμένο αναλογικά προ το δοξαστικό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου σε οκτώ ήχους. «Οι υπέρτατες των ουρανών δυνάμεις που προπορεύονται μαζί με τον Δεσπότη Χριστό, κραυγάζουν στον όχλο που ακολουθεί (τη σορό του Πατριάρχη): Γιατί σίγησε η γλώσσα όλων σας και δεν φωνάζετε με δυνατή φωνή και θάρρος;  Να, έφθασε ο υπέρμαχος της Ελλάδος. Υψώστε τα χέρια και αποδώστε όλοι ευχαριστίες προς τον αρχιερέα πατέρα σας. Διότι μέσω αυτού πραγματοποιήθηκε η ποθητή σωτηρία μας των Ελλήνων. Δεν έχουμε δύναμη να τον υμνολογήσουμε, και πράγματι δεν είναι εύκολο να προσφέρουμε ύμνο αντάξιό του. Διότι ο τρόπος της ζωής του υπερβαίνει κάθε εγκώμιο».  



Τετάρτη 17 Μαρτίου 2021

Ο ΟΣΙΟΣ ΚΑΙ ΘΕΟΦΟΡΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΑΛΕΞΙΟΣ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

«Ο άγιος Αλέξιος καταγόταν από τη Ρώμη κι οι γονείς του, ο πατέρας του  πατρίκιος Ευφημιανός και η μητέρα του Αγλαΐδα, ήταν πλούσιοι και πολύ ευγενείς, έχοντας τον Αλέξιο το μοναδικό τους παιδί. Ο πατέρας του όταν ήλθε σε κατάλληλη ηλικία ετοίμασε τα του γάμου του υιού του, οπότε τότε που έπρεπε να αποσυρθεί με τη νύφη στη νυφική παστάδα, εκείνος αφού έδωσε σ᾽ αυτήν το δαχτυλίδι του γάμου και προσευχήθηκε, έφυγε κρυφά από τον οίκο του κι ἔφτασε στην ´Εδεσσα. ´Εμεινε στην πόλη αυτή και στην εκεί Εκκλησία δεκαοκτώ έτη, φορώντας πάμπτωχα ρούχα σαν ράκη και τρεφόμενος από τις προσφορές ελέους και φιλανθρωπίας των αθρώπων.

´Εφυγε όμως κι από κει (διότι δεν ήταν δυνατόν να διαφεύγει την προσοχή των ανθρώπων και να κρύβεται η αρετή του πάντοτε, καθώς ήδη τον προσήγγιζαν και τον ενοχλούσαν πολλοί), και καθώς έμελλε να μεταβεί στην Ταρσό της Κιλικίας, στον ναό του αγίου αποστόλου Παύλου, δέν μπόρεσε να πραγματοποιήσει την επιθυμία του, διότι το πλοίο από τους ενάντιους ανέμους οδηγήθηκε αλλού. Έφτασε και πάλι στη Ρώμη, οπότε πήγε στον οίκο του πατέρα του. Κι αφού δεν τον αναγνώρισε κανείς, πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του στους πυλώνες της εισόδου του οίκου του, υφιστάμενος τις κοροϊδίες και τους εμπαιγμούς από τους υπηρέτες του πατέρα του και πάσχοντας πολλά δεινά, όσα συνήθως πάσχει από τους ανθρώπους της τρυφής και της αταξίας άνθρωπος ξένος που δεν μπορεί καθόλου να σηκώσει το κεφάλι.

 ´Οταν πλησίασε το μακάριο τέλος του, ζήτησε χαρτί, κι αφού έγραψε το ποιός ήταν και ποιοι ήταν οι γονείς του, το κράτησε πάνω του, μέχρις ότου ο βασιλιάς Ονώριος μετά από τη θεϊκή αποκάλυψη έφτασε εκεί. Ο βασιλιάς τον παρακάλεσε, ενώ ήδη είχε πεθάνει, και πήρε το χαρτί. Κι όταν το διάβασε εις επήκοον όλων τότε μαθεύτηκαν τα σχετικά μ᾽ αυτόν. Καθώς η έκπληξη όλων ήταν τεράστια, πήραν το άγιο λείψανό του και το ενταφίασαν με τιμή και μεγαλοπρέπεια στον ναό του αγίου αποστόλου Πέτρου. Έκτοτε το λείψανό του προχέει αδιάκοπα μύρα ευώδη και ιάματα σ᾽ όλους τους πιστούς που προσέρχονται εκεί»[1].

Δεν είναι τυχαίο ότι ενώ όλοι οι άγιοι είναι άγιοι γιατί ακριβώς υπήρξαν άνθρωποι του Θεού, ο μόνος που έμεινε στην ιστορία με τη συγκεκριμένη προσωνυμία είναι ο άγιος Αλέξιος, ο άνθρωπος του Θεού. Η επισήμανση του αγίου υμνογράφου Ιωσήφ είναι σαφής: «Κλήθηκες συ μόνος πάνω στη γη άνθρωπος του Θεού»[2] (στίχος συναξαρίου). Η εξήγηση που φέρνει είναι πειστική: Πρώτον, γιατί «σε γνωρίσαμε άνθρωπο του Θεού όχι μόνο από την κλήση σου αλλά και από τα πράγματα»[3] (στιχηρό εσπερινού). Η ζωή του αγίου Αλεξίου, κατά τον υμνογράφο, ήταν μία διαρκής επιβεβαίωση της υπακοής του στο θέλημα του Θεού, μία εγκόλπωση τής χωρίς μέτρο πτωχείας, της στενής και θλιμμένης οδού στην οποία ο Κύριος κάλεσε κάθε πιστό. Γι᾽ αυτό και γέμισε από αρετές, ενώ του δόθηκε από τον Θεό το χάρισμα της θαυματουργίας[4]. «Διάβηκες οδό στενότατη, γιατί ακολούθησες από τη νεότητά σου άμεμπτο και όσιο βίο»[5] (ωδή α´).

Εκείνο στο οποίο επιμένει ο υμνογράφος Ιωσήφ - γιατί πέραν της εξαιρετικής δυσκολίας του υπήρξε και το κύριο στοιχείο που οδήγησε σε αγιότητα τον Αλέξιο - ήταν το γεγονός ότι πριγκιπόπουλο αυτός με όλη τη δόξα και τα πλούτη της οικογένειάς του όχι μόνο τα καταφρόνησε, αλλά υπέμεινε καρτερικά και την ατίμωση της ξενιτείας μπροστά στο ίδιο του το σπίτι. Γνωρίζουμε ότι η ξενιτεία[6] ως αρετή που ασκείται από πολλούς αγίους μας είναι πράγματι πολύ δύσκολη, αφού αναγκάζεται κανείς να παλέψει με ό,τι πιο φυσικό αναβλύζει από την ύπαρξη του ανθρώπου: την ανάγκη για αποδοχή και αναγνώριση, την ανάγκη της αγάπης από τους άλλους ή έστω της μη καταφρόνιας του, στον άγιο όμως  Αλέξιο (και σε ορισμένους άλλους αγίους είναι αλήθεια) η αρετή αυτή ῾απογειώθηκε᾽ κατά το κοινώς λεγόμενο, αφού την εξάσκησε στο ίδιο του το σπίτι. Να είσαι στο σπίτι σου, να ξέρεις ότι όλα είναι δικά σου, να έχεις τη δύναμη επιβολής επί των άλλων, και να μένεις κρυμμένος και άγνωστος, δεχόμενος τη διακωμώδηση και από τους υπηρέτες ακόμη, τούτο υπέρκειται της φυσικής ζωής και κινείται στο χαρισματικό επίπεδο του υπέρ φύσιν. Φανερώνει τον πλούτο της ταπείνωσης και τη βία πάνω στα ανθρώπινα πάθη, για τα οποία μίλησε ο Κύριος, συνεπώς την από τη ζωή αυτή είσοδο στη βασιλεία του Θεού. «Η Βασιλεία του Θεού βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν»[7]. «Ταπεινοίς ο Θεός δίδωσι χάριν»[8]. «Απονέκρωσες το φρόνημα της σάρκας σου, βλέποντας τους γονείς σου. Και καθώς δεν σε αναγνώριζαν, υπέμενες τη βία της φύσεως και την καταφρόνια και εξουθένηση των άπειρων υπηρετών σου που σε έθλιβαν»[9] (ωδή ζ´). “Μεγάλο θαύμα! Πώς παρέμεινες πτωχός, Αλέξιε, μέσα σε πλούτο άπειρης ταπείνωσης»[10] (ωδή ζ´). Και δεν ήταν μόνο η βία που ασκούσε στον εαυτό του από την άγνοια των γονέων του, αλλά και η βία και το ατσάλινο φρόνημα που επιδείκνυε καθώς έβλεπε και άκουγε τους πικρούς θρήνους και αυτών και της ίδιας της συζύγου του! «Πόσο μεγάλο θαύμα! Πώς σα διαμάντι κρατήθηκες στους πυλώνες των γονιών σου όλα τα χρόνια, χωρίς να καμφθείς, ασκώντας βία στη φύση σου, από τους πικρούς θρήνους των γονιών σου και της συζύγου σου, Αλέξιε»[11] (εξαποστειλάριο όρθρου).

Στην ουσία – και αυτό είναι το δεύτερο σημείο της εξήγησης του υμνογράφου – ο άγιος Αλέξιος έζησε ακριβώς τη ζωή του Χριστού. Η ταπείνωση του Χριστού, του Υιού του Θεού που «εκένωσεν εαυτόν»[12], άδειασε από τον πλούτο της θεότητός Του για να γίνει ένας απλός άνθρωπος, υφιστάμενος τα πάνδεινα από τα δημιουργήματά Του, είναι εκείνο που διαβάζει ο υμνογράφος καθώς βλέπει την υπερφυή ζωή και του Αλεξίου. «´Αφησες τους κοσμικούς θορύβους και το βάρος του πλούτου κι έγινες μετανάστης από την πατρίδα σου, πάτερ Αλέξιε, μιμούμενος την πτωχεία του Χριστού»[13] (ωδή γ´). Μίμημα Χριστού ο άγιος Αλέξιος, γι᾽ αυτό και ορισμός του γνησίου χριστιανού. «Χριστιανός εστι μίμημα Χριστού κατά το δυνατόν ανθρώπω»[14] (άγιος Ιωάννης της Κλίμακος). Κι ακόμη περισσότερο: ο άγιος Ιωσήφ βλέποντας όλη την πορεία του αγίου μαζί με το τέλος του νιώθει ότι ῾καθρεπτίζει᾽ και από την άποψη αυτή την όλη πορεία του Χριστού. Εκείνος Θεός ων κατέρχεται, ζει, πάσχει, ανέρχεται εν δόξη. Ο άγιος Αλέξιος πλούσιος ων τα εγκαταλείπει όλα, περνάει ζωή ταπείνωσης και στένωσης, πάσχει, στο τέλος φανερώνεται εν δόξη από τον ίδιο τον Κύριο. «Ήσουν κόσμημα με την ιερά πολιτεία σου, ένδοξε, γι᾽ αυτό πάλι ο Χριστός παρά τη θέλησή σου σε δίνει την πατρίδα σου, ενώ απέφευγες την πρόσκαιρη δόξα»[15] (ωδή ς´). «Ο Κύριος με μεγάλη φωνή σε φανερώνει σ᾽ όλη τη Ρώμη, εσένα που ήσουν ο κρυμμένος θησαυρός που βρισκόσουν σε σχήμα πτωχού»[16] (ωδή η´).

Στην όλη αγισμένη πορεία του Αλεξίου ο υμνογράφος Ιωσήφ επισημαίνει το βασικό κίνητρό της. Τι ήταν εκείνο που έκανε τον Αλέξιο να προβεί στις ῾παράδοξες᾽ αυτές θεωρούμενες κινήσεις του, σαν τον απόστολο Παύλο που διεκήρυσσε «ηγούμαι πάντα σκύβαλα είναι ίνα Χριστόν κερδήσω»[17]; Δύο πράγματα κυρίως, λέει ο Ιωσήφ: πρώτον ο θείος έρωτας που ερέθιζε διαρκώς την καρδιά του, κάνοντάς τον να ποθεί μόνο τον ουράνιο πλούτο[18] (ωδή δ´), δεύτερον η βαθειά αγάπη του προς την Μητέρα του Κυρίου, την Υπεραγία Θεοτόκο. Η Παναγία ήταν το εντρύφημα του αγίου, καθώς στον ναό της ήθελε πάντοτε να κάθεται, γεγονός που επέσυρε την αγάπη Εκείνης απέναντί του με αποκορύφωμα τη φανέρωσή του από Αυτήν και τη δόξα του μέσα στην κρύπτη του. «Ζητώντας να κάνεις την καρδιά σου ναό του Θεού, αγάπησες να κάθεσαι, ένδοξε, πάντοτε στον οίκο της Θεομήτορος και να θεωρείς τα ουράνια κάλλη»[19] (ωδή δ´). «Εσένα που έγινες ζωντανός ναός του Θεού, σε φανερώνει ενώ κρυβόσουν το σκήνωμα του Θεού η Απειρόγαμος Δέσποινα, και σε δοξάζει ενώ προσπαθούσες να μένεις άγνωστος»[20] (ωδή ς´).

Γι᾽ αυτό τελικώς ο άγιος υμνογράφος θεωρεί πέραν των όσων είπαμε ότι ο άγιος Αλέξιος ῾κατέκτησε᾽ τα ουράνια: διότι έζησε την άσαρκη ζωή των αγγέλων του Θεού και διότι με τα παθήματά του αποδείχθηκε δεύτερος Λάζαρος της γνωστής παραβολής του Κυρίου. «Φάνηκες να μιμείσαι στη γη την άσαρκη πολιτεία»[21] (ωδή ε´). «Υπέμεινες την πτωχεία καθώς έγινες ζητιάνος, σαν τον πτωχό Λάζαρο»[22] (ωδή δ´).

 



[1] Συναξάρι από το Μηναίο.

[2] ῾άνθρωπος εν γη του Θεού κληθείς μόνος᾽.

[3] άνθρωπόν σε έγνωμεν Θεού, κλήσει τε και πράγματι᾽.

[4] Ταις αρεταίς γαρ διέλαμψας, πτωχείαν άμετρον, και στενοχωρίαν επί γης κτησάμενος. Και θαύμασι πιστούς πιστωσάμενος᾽ (στιχηρό εσπερινού).

[5] Στενοτάτην ώδευσας οδόν, άμεμπτον και όσιον βίον, σοφέ, μετελθών εκ νεότητος᾽.

[6] Βλ. Αγίου Ιωάννου της Κλίμακος, λόγ. γ΄, 1: «Η ξενιτεία είναι απαρρησίαστη συμπεριφορά, κρυμμένη σοφία, σύνεση που δεν φανερώνεται, ζωή μυστική, σκοπός που δεν βλέπεται, λογισμός αφανής, όρεξη της ευτέλειας, επιθυμία της στενοχώριας, αιτία του θείου πόθου, πλήθος του θείου έρωτα, άρνηση της κενοδοξίας, βυθός της σιωπής» (έκδ. Ι.Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός, 1978).

[7] Ματθ. 11, 12.

[8] Ιακ. 4, 5.

[9] Σαρκός σου το φρόνημα απονεκρώσας, ορών τους γεννήτορας, και τούτοις αγνοούμενος, της φύσεως έστεγες τηνβίαν, όσιε, και την εξουθένησιν των σων απείρων παίδων επιθλιβόντων σε᾽.

[10] ) «Ω θαύμα! πώς έμεινας αεί πτωχεύων, εν πλούτω, Αλέξιε, απείρου ταπεινώσεως».

[11] «Ω θαύμα! πώς εν πυλώσι των γεννητόρων χρονίως, ώς τις αδάμας, υπέστης φύσεως βία μη καμφθείς  γονέων τε και συζύγου, Αλέξιε, πικροίς θρήνοις».

[12] Φιλ. 2, 7.

[13] «πλούτου έλιπες, και μετανάστης γέγονας της Πατρίδος, πάτερ Αλέξιε, του Χριστού την πτωχείαν εκμιμούμενος».

[14] Λόγ. 1, 7.

[15] «Ιερά πολιτεία κοσμούμενον, πάλιν ο Χριστός μη βουλόμενον, ένδοξε, σε τη πατρίδι δίδωσιν, αποφεύγοντα δόξαν την πρόσκαιρον».

[16] «Κύριος φωνή μεγάλη φανεροί σε πάση τη Ρώμη, τον κρυπτόμενον θησαυρόν, πανόλβιε, εν πτωχού σχήματι κείμενον».

[17] Φιλ. 3, 8.

[18] «έρως γάρ θείος ηρέθιζε, μάκαρ, την καρδίαν σου, επιποθούσαν τον πλούτον τον ουράνιον».

[19] «Ναόν Θεού την καρδίαν ζητών απεργάσασθαι, εν οίκω ηγάπησας της Θεομήτορος, ένδοξε, πάντοτε καθέζεσθαι, και τα ουράνια κάλλη ενοπτρίζεσθαι».

[20] «Ναόν ζώντα Θεού σε γενόμενον, του Χριστού το σκήνωμα η Απειρόγαμος, προσφανεροί κρυπτόμενον, και δοξάζει λανθάνειν σπουδάζοντα».

[21] «Ωράθης εν γη πολιτείαν άσαρκον μιμούμενος».

[22] «Υπέμεινας την πτωχείαν προσαίτης γενόμενος, πτωχός ώσπερ Λάζαρος».