Τετάρτη 31 Ιανουαρίου 2024

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΙ ΑΝΑΡΓΥΡΟΙ ΚΥΡΟΣ ΚΑΙ ΙΩΑΝΝΗΣ

«Οι άγιοι μάρτυρες Κύρος και Ιωάννης ζούσαν επί Διοκλητιανού του βασιλιά. Ο μεν Κύρος καταγόταν από την Αλεξάνδρεια, ο δε Ιωάννης από την Έδεσσα. Λόγω του επικρατούντος τότε λοιπόν διωγμού, ο οποίος κατέστρεφε τους χριστιανούς, ο Κύρος προχώρησε προς την Αραβία, σε έναν παραθαλάσσιο τόπο, έγινε μοναχός και κατοίκησε εκεί. Ο δε Ιωάννης που έφθασε στα Ιεροσόλυμα, άκουσε για τις θαυματουργίες του αγίου Κύρου (διότι θεράπευε κάθε νόσο και αρρώστια), πήγε στην Αλεξάνδρεια, και από εκεί, από ό,τι φημολογείτο για τον άγιο ως προς τον τόπο διαμονής του, έφθασε εκεί που έμενε και έζησε μαζί του. Όταν συνελήφθη κάποια γυναίκα, που λεγόταν Αθανασία, μαζί με τις τρεις θυγατέρες της, την Θεοδότη, την Θεοκτίστη και την Ευδοξία, για την πίστη τους στον Χριστό, και επρόκειτο να παρασταθούν στο δικαστικό βήμα, φοβήθηκαν οι άγιοι Κύρος και Ιωάννης μήπως πάθουν κάτι που είναι φυσικό να συμβαίνει και μάλιστα στις γυναίκες, δηλαδή να  τρομάξουν από το μέγεθος των μαρτυρικών βασάνων, γι’ αυτό και πήγαν εκεί που τις κρατούσαν, τις έδιναν θάρρος και τις προετοίμαζαν για τα μαρτύρια. Επειδή συνελήφθησαν και αυτοί όμως και ομολόγησαν τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό ότι είναι αληθινός Θεός, υποβλήθηκαν σε πολλές τιμωρίες, οπότε στο τέλος τούς έκοψαν τα κεφάλια, μαζί με τις γυναίκες που αναφέραμε. Τελείται δε η σύναξή τους στο Μαρτύριό τους, που βρίσκεται στην περιοχή του Φωρακίου».

Οι άγιοι Κύρος και Ιωάννης ανήκουν στη μεγάλη χορεία των αναργύρων αγίων, όπως οι Κοσμάς και Δαμιανός, Παντελεήμων και Ερμόλαος, Σαμψών και Διομήδης, Θαλέλαιος και Τρύφων. Η υμνολογία τους μάλιστα τους χαρακτηρίζει και ως «εξάρχους των Αναργύρων», πλην των άλλων εγκωμιασμών τους. Είναι ευνόητο δε να επικεντρώνει σ’ ένα μεγάλο βαθμό στη θαυματουργία των αγίων και στη χάρη που πηγάζει από τα τίμια λείψανά τους, χάρη που ιάται «άπαντα ημών τα πάθη» και όλους «τους εν ποικίλαις νόσοις υπάρχοντας», είτε σωματικά είτε και ψυχικά, διότι ακριβώς «θείοι ιατροί υπάρχουσιν». Ιατροί λοιπόν των ψυχών και των σωμάτων και αυτοί οι ανάργυροι άγιοι. Ενώ όμως οι ύμνοι αναφέρονται στην θεραπευτική εκ Θεού χάρη των αγίων για τον όλο άνθρωπο, την ψυχή και το σώμα του, τονίζουν ιδιαιτέρως την ιατρεία που παρέχουν ως προς τα ψυχικά πάθη των ανθρώπων, καλύτερα: ο υμνογράφος στρέφει εκεί περισσότερο την προσοχή μας. «Συντρίψατε τις αμαρτωλές εκτροπές του νου μου που με τυραννούν, και γιατρέψτε τα πάθη της ψυχής μου»∙ «Ανέτειλε για εμάς σήμερα η δυάδα των μαρτύρων, που θεραπεύει τα ψυχικά τραύματά μας, ο Κύρος και ο Ιωάννης, οι θαυματουργοί».

Δεν πρόκειται ασφαλώς περί υποβάθμισης της σημασίας των σωματικών πόνων και ασθενειών: το σώμα μας είναι και αυτό δημιούργημα του Θεού, αξιότιμο και ισοστάσιο με την ψυχή μας, γι’ αυτό και ο Κύριος θεράπευε και τις σωματικές αρρώστιες των ανθρώπων. Ο άγιος υμνογράφος όμως θέλει να τονίσει την προτεραιότητα της ψυχής, διότι όταν πάσχει η ψυχή, το αντίκτυπο είναι αιώνιο, κάτι που δεν συμβαίνει με τις σωματικές αρρώστιες, οι οποίες μάλιστα πολλές φορές γίνονται μέσον αγιασμού των ανθρώπων με την υπομονή που μπορεί αυτοί να επιδείξουν. «Καυχήσομαι εν ταις ασθενείαις μου» (θα καυχηθώ για τις ασθένειές μου) όπως λέει και ο απόστολος, διότι «όταν ασθενώ, τότε δυνατός ειμι», αφού ο ίδιος ο Κύριος βεβαιώνει: «η δύναμίς μου εν ασθενείαις τελειούται» (η δύναμή μου φθάνει στην τελείωσή της μέσα από τις αρρώστιες). Και βλέπουμε μάλιστα ότι ο υμνογράφος θεωρεί ως αρρώστια, ως «τυραννία» κυριολεκτικά της ψυχής, «τις εκτροπές του νοός». Γιατί άραγε; Διότι ο νους του ανθρώπου, ο ηγεμόνας της ψυχής, θα έπρεπε πάντοτε να είναι στραμμένος προς τον Θεό, με όλη την αγάπη και την έντασή του. Η εντολή του Θεού είναι σαφής: «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της ψυχής, εξ όλης της καρδίας, εξ όλης της διανοίας, εξ όλης της ισχύος». Με το σκεπτικό βεβαίως ότι ο άνθρωπος είναι δημιουργημένος «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού». Ό,τι πιο φυσιολογικό λοιπόν είναι να λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο ο ηγεμόνας νους, ώστε και όλες οι άλλες δυνάμεις της ψυχής: τα συναισθήματα και οι επιθυμίες, να τον ακολουθούν, κάνοντας βεβαίως και το σώμα να βρίσκεται σε υπακοή προς την αγάπη του Θεού.  Λόγω της πτώσεως όμως στην αμαρτία και της επιρροής του αρχεκάκου εχθρού διαβόλου, ο νους γοητεύεται από τον κόσμο και τις προκλήσεις του μέσω των αισθήσεων του σώματος, οπότε από τη φυσιολογική πορεία του προς τον Θεό οδηγείται στην ανώμαλη πορεία του προς τον κόσμο, με αποτέλεσμα να τυραννείται από τις εκτροπές των παθών και ο άνθρωπος ψυχοσωματικά να διαστρέφεται.

 Η κατεξοχήν ιατρεία λοιπόν που παρέχουν οι άγιοι, εν προκειμένω οι άγιοι Κύρος και Ιωάννης, είναι σε αυτό το επίπεδο˙ να βοηθήσουν με τη χάρη του Θεού ο νους μας να σταθεροποιηθεί στην κανονική του πορεία: την αγάπη προς τον Θεό, η οποία βεβαίως εκφράζεται ως αγάπη προς τον συνάνθρωπο.  Τη φυσιολογία αυτή την έζησαν πρώτα από όλα στον εαυτό τους οι άγιοι, γι’ αυτό και χαριτώθηκαν από τον Θεό να την δωρίζουν και σε εμάς, όπως άλλωστε έκαναν και με τις συναθλήσασες με αυτούς άγιες Αθανασία με τις κόρες της. «Εσένα, Σωτήρα Κύριε, η δυάδα των μαρτύρων πόθησε». «Καταγοητεύθηκαν από τον έρωτα της αγίας Τριάδος ο Κύρος και ο Ιωάννης, και αφού πήραν τεράστια δύναμη  από αυτήν οι μάρτυρες, με την πιο ανώτερη και καλύτερη ένωση που υπάρχει, αναδείχτηκαν όργανα του Θεού». Και από την άλλη: «Καθοδήγησαν τις παρθένους με τη μητέρα τους βεβαίως, ο Ιωάννης και ο Κύρος, με άφοβο φρόνημα, και τις έκαναν να είναι ανδρείες».

 Είναι γνωστό για την Εκκλησία μας: όσο ο άνθρωπος είναι στραμμένος προς τον Θεό και Αυτόν έχει ως προτεραιότητα της ζωής του, όσο δηλαδή βρίσκεται στη φυσιολογική του κατάσταση, τόσο και υπερβαίνει όλα τα προβλήματα της ζωής αυτής, ιδίως μάλιστα τα ψυχολογικά λεγόμενα, τα οποία ταλαιπωρούν πλήθος συνανθρώπων μας και τους κάνουν τη ζωή «κόλαση» που λέμε. Οι άγιοι ανάργυροι δίνουν σήμερα με τη μνήμη τους και την πρόκληση αυτή: να θυμηθούμε ότι η ιατρεία του ανθρώπου είναι πρώτιστα ιατρεία ψυχής, και μάλιστα ρύθμισης του νου.

Τρίτη 30 Ιανουαρίου 2024

ΠΟΙΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ ΣΤΟΥΣ ΕΥΕΡΓΕΤΕΣ ΜΑΣ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ;

«Τίς ἀμοιβή; Τίς ἀνταπόδοσις πρέπουσα τοῖς ἡμετέροις, ἄνθρωποι, προσενεχθήσεται παρ’ ἡμῶν εὐεργέταις; Δι’ ὧν πρός τό εὖ εἶναι χειραγωγούμεθα» (ωδή α΄ τριών ιεραρχών).

(Άνθρωποι, ποια αμοιβή ή ποια ανταπόδοση που τους πρέπει θα προσφερθεῖ από εμάς στους ευεργέτες μας (τρεις ιεράρχες); Διότι αυτοί κρατώντας μας το χέρι μάς οδηγούν στη μακάρια και ευλογημένη ζωή).

Ο άγιος μεγάλος υμνογράφος της Εκκλησίας Ιωάννης επίσκοπος Ευχαΐτων, μπροστά στα γιγαντιαία αναστήματα των τριών Ιεραρχών, Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου, (των οποίων το πνευματικό ύψος και την κοινή χάρη και δόξα που απολαμβάνουν ευλογήθηκε χαρισματικά να γνωρίσει – είναι αυτός που του φανερώθηκε, όταν είχαν διχαστεί οι χριστιανοί του 11ου αι. για το ποιος από τους τρεις είναι μεγαλύτερος και σπουδαιότερος, ότι και οι τρεις είναι το ίδιο και χαρά του καθενός είναι να τιμώνται οι άλλοι),  νιώθει την ανάγκη να απευθυνθεῖ σε κάθε άνθρωπο όπου γης και χρόνου, προκειμένου να μας παρακινήσει στην αρμόζουσα ευχαριστία απέναντί τους. Κι αυτό διότι οι τρεις αυτοί μεγάλοι Πατέρες και Οικουμενικοί Διδάσκαλοι είναι ευεργέτες μας, καθώς σημειώνει, αφού μας διδάσκουν και μας καθοδηγούν σε μία ζωή που ο μόνος χαρακτηρισμός είναι ευλογημένη και μακαρία ζωή. Μας πιάνουν από το χέρι εμάς τους αρχάριους και σκοτισμένους για να μας πάνε προς το ευ είναι.

Το ευ είναι προϋποθέτει το είναι, αλλά και το αντίθετό του, το φευ είναι – μία ορολογία που χρησιμοποίησαν προγενέστεροι από τον άγιο υμνογράφο Πατέρες της Εκκλησίας, σαν τον άγιο Μάξιμο τον ομολογητή για παράδειγμα και όχι μόνο. Και τι σημαίνουν οι όροι; Όπως ο καθένας μπορεί να κατανοήσει: το είναι αποτελεί τη ζωή που μας έδωσε ως δωρεά ο Δημιουργός Θεός μας, ο Οποίος είναι η πηγή της, η πηγή του είναι και κάθε είναι. «Ἐγώ εἰμι ὁ Ὤν» ακούγεται ήδη από την Παλαιά Διαθήκη ο αποκαλυπτικός λόγος του Κυρίου, κάτι που συνεχίζεται και αποκορυφώνεται με τον ερχομό του σαρκωθέντος Θεού μας εν προσώπω Ιησού Χριστού. «Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδός, ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή». «Ἐγώ ἦλθον ἵνα ζωήν ἔχωσιν (οἱ ἄνθρωποι) καί περισσόν ἔχωσιν» - μας φέρνει ο Κύριος την περίσσια της ζωής. Τίποτε δεν υφίσταται, ορατό και αόρατο, μεγάλο ή μικρό και εντελώς μηδαμινό, έξω από την πανσθενή ενέργεια Εκείνου. «Πάντα δι’ Αὐτοῦ ἐγένετο καί χωρίς Αὐτοῦ ἐγένετο οὐδέ ἕν ὅ γέγονε». Ο Τριαδικός Θεός μας είναι η υπόθεση του κόσμου και κάθε κόσμου – το πρόσωπο του Θεού Πατέρα βλέπει ο πιστός που έχει έστω και λίγο ανοικτούς τους πνευματικούς οφθαλμούς του σε όλη τη δημιουργία. Δεν είναι τυχαίο ότι ο απόστολος Παύλος το πρώτο που θέλησε να πει στους Αθηναίους ακροατές του, όταν βρέθηκε στη γη τους, με τις έντονες φιλοσοφικές αναζητήσεις τους ήταν ακριβώς αυτό: «Αὐτός (ὁ Θεός ἐστιν) ὁ διδούς πᾶσι ζωήν καί πνοήν καί τά πάντα». «Ἐν Αὐτῷ ζῶμεν καί κινούμεθα καί ἐσμέν».

Το είναι λοιπόν συνιστά τη δωρεά του Θεού για κάθε ον που υπάρχει στον κόσμο, κατεξοχήν όμως για τον άνθρωπο τον κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Εκείνου δημιουργημένο. Και για τον άνθρωπο αυτόν υπάρχει η διπλή δυνατότητα: ή να ακολουθήσει την προτροπή του Δημιουργού του να ζει μαζί με Εκείνον που είναι ο Πατέρας του και τον αγαπά, τηρώντας τις άγιες εντολές Του, ώστε να φθάσει στο απώγειο της ύπαρξής του: να γίνει ένα με τον Δημιουργό, ή να Τον διαγράψει μέσα στο πλαίσιο της ελευθερίας που του χάρισε, γευόμενος όμως ό,τι του είχε επισημάνει: την έκπτωσή του στη φθορά και τον θάνατο, την εξορία του στην κατάσταση της θλίψης, των οδυρμών και της κόλασης. Η πρώτη επιλογή είναι η φυσιολογική πορεία του και χαρακτηρίζεται ως ευ είναι∙ η δεύτερη είναι η παρά φύσιν πορεία που χαρακτηρίζεται ως φευ είναι.

 Κι έκτοτε αυτή πράγματι είναι η πορεία του κάθε ανθρώπου: ανάλογα με το πού θα κλίνει η θέλησή του, ανάλογα δηλαδή με τον «έρωτα» που θα κυριαρχήσει στη ζωή του, είτε προς το θέλημα του Θεού είτε προς το αμαρτωλό θέλημα το δικό του, η ζωή του θα είναι είτε ευλογημένη είτε δυστυχισμένη. Είτε ευ είναι είτε φευ είναι. Κι έρχεται ο άγιος Ιωάννης ο υμνογράφος για να μας θυμίσει σήμερα: οι τρεις μεγάλοι Πατέρες και Διδάσκαλοι της Οικουμένης είναι οι ευεργέτες μας, διότι με τη ζωή τους πρώτα και με τον λόγο τους έπειτα μάς καθοδηγούν και μας φωτίζουν τη ζωή, ώστε να μην πλανηθούμε και βρεθούμε στη δυστυχία και την κόλαση του φευ! Μας χειραγωγούν δηλαδή δραστικά ώστε μπροστά μας να βλέπουμε έντονα ζωγραφισμένο το πρόσωπο του Χριστού, χωρίς αλλοιώσεις και σκιάσεις – μας φέρνουν πάνω στα χνάρια του Ίδιου για να νιώθουμε την ευεργετική δική Του παρουσία και χάρη. Διότι αυτό ήταν το έργο τους και το κήρυγμα και η βαθιά επιθυμία τους: πώς να προβάλουν «Ἰησοῦν Χριστόν καί τοῦτον ἐσταυρωμένον καί ἀναστάντα». Οπότε είναι ευεργέτες μας, γιατί μας συνδέουν με τον Πρώτο και Μοναδικό και Απόλυτο Ευεργέτη του ανθρωπίνου γένους, τον Δημιουργό Θεό μας Ιησού Χριστό. Δέχτηκαν με άλλα λόγια την ευεργεσία Εκείνου οι τρεις αυτοί μεγάλοι Πατέρες μας, γι’ αυτό και ευεργετημένοι θέλουν να μοιράζονται την αγία εμπειρία τους και με κάθε άλλον συνάνθρωπό τους – κανείς δεν μπορεί να κρατήσει μόνο για τον εαυτό του τη δωρεά του Θεού ή αλλιώς, όπως έχει ειπωθεί, το δώρο του Θεού μόνον ως αντίδωρο μπορεί να διακρατηθεί και να κατανοηθεί. Η ευγνωμοσύνη μας απέναντί τους έτσι είναι δεδομένη και αιώνια.   

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΑΙ: ΕΝΩΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΣΩΣΜΕΝΟΙ!

«Σήμερον τῷ οἴκῳ τούτῳ περιφανής σωτηρία˙ δύο γάρ καί τρεῖς συνηγμένους, Χριστός εἰς τό ὄνομα αὐτοῦ τιμῶν, μέσος πάρεσι τούτων» (ωδή ς΄ α΄ κανόνα τριών Ιεραρχών).

(Σήμερα στον οίκο αυτό, στην κοινή δηλαδή εορτή των τριών ιεραρχών, κηρύσσεται ένδοξα η σωτηρία. Διότι ο Χριστός τιμώντας δύο και τρεις που είναι μαζεμένοι στο όνομά Του, βρίσκεται ανάμεσά τους).

Ο άγιος Ιωάννης των Ευχαΐτων, ο άγιος που ευλογήθηκε από τον Κύριο να δεχτεί την επέμβαση (11ος αι.), από κοινού και μεμονωμένα, των τριών ιεραρχών, Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου, προκειμένου να διαλυθεί η δαιμονική ενέργεια της διαιρέσεως και της διασπάσεως των πιστών της εποχής του – διότι ο Πονηρός στο όνομα τάχα των τριών αυτών αγίων κατάφερε να τους χωρίσει σε τρεις ομάδες, τους Βασιλίτες, τους Γρηγορίτες και τους Ιωαννίτες: η κάθε ομάδα απολυτοποιούσε ως τάχα μεγαλύτερο τον «δικό» της άγιο – ο άγιος Ιωάννης ο υμνογράφος λοιπόν δεν παύει να τονίζει στους ύμνους του και για τους τρεις Πατέρες αφενός το σπουδαίο θεολογικό έργο τους με το οποίο οχυρώθηκε η Εκκλησία απέναντι στους διαφόρους αιρετικούς, αφετέρου τη μεγάλη αγιότητά τους, η οποία κατεξοχήν φάνηκε και στην εποχή που ζούσαν αλλά και στην εποχή του ίδιου του αγίου υμνογράφου.

Και τι βεβαίωσε την αγιότητά τους αυτή κυρίως κατά τον ενδέκατο αιώνα, τον αιώνα που ζούσε όπως είπαμε ο άγιος Ευχαΐτων; Η ενότητά τους, όπως φανέρωσαν οι άγιοι με το όραμα στον άγιο Ιωάννη. Διότι τι του είπαν μέσα στο περιβάλλον το διχαστικό που ζούσε; Ότι και οι τρεις τους είναι ένα και η τιμή του καθενός αντανακλά στον άλλον – «Δεν υπάρχει δεύτερη θέση μεταξύ των τριών. Διότι ο καθένας  φέρει τα πρεσβεία» (ωδή θ΄). Κι αυτό γιατί αποτελούν μέλη του ίδιου Σώματος, του Σώματος του Χριστού. Μέσα στον Χριστό ευρισκόμενοι, και όσο ζούσαν, πολύ περισσότερο μετά την έξοδό τους από τη ζωή αυτή, πώς ήταν δυνατόν να θεωρούνται ξεχωριστά; Ο ίδιος ο Κύριος δεν είπε, και μάλιστα εκφράζοντας τον βαθύ πόθο Του και το σπουδαιότερο όραμά Του για την τραυματισμένη και διχασμένη ανθρωπότητα, ότι θέλει όλοι να είναι ένα; Κατά το πρότυπο μάλιστα της αγίας Τριάδος που η κάθε υπόστασή Της φέρει όλο το κοινό της μίας θεϊκής φύσεως και ουσίας, «μονάς εν Τριάδι και Τριάς εν μονάδι». «Ίνα πάντες εν ώσιν, καθώ συ Πάτερ εν εμοί καγώ εν Σοι».

Κι είναι πολύ θλιβερή η αυτονόητη αναγωγή: απαρχής του χριστιανισμού παρουσιάζονταν τέτοια διχαστικά και διασπαστικά φαινόμενα, κι απ’ ό,τι φαίνεται θα συνεχίζουν να υφίστανται άχρι του τέλους των αιώνων μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου – το σχίσμα του Δυτικού χριστιανισμού και οι σημερινές σχισματικές τάσεις και μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία επιβεβαιώνουν την πρόβλεψη αυτή. Το μυαλό όλων μας πηγαίνει στον μερισμό που έζησε η Κόρινθος την εποχή των αγίων αποστόλων. Μας το λέει ο απόστολος Παύλος στην Α΄ προς Κορινθίους επιστολή του: Χωρισμένοι οι Κορίνθιοι σε ομάδες, που η καθεμία απολυτοποιούσε είτε τον Παύλο είτε τον Πέτρο είτε τον Απολλώ. Κι ο απόστολος λειτούργησε ως «καταπέλτης»: Ο Χριστός κομματιάστηκε; Μήπως ο Παύλος ή ο Πέτρος σταυρώθηκαν για σας; Μήπως στο όνομα του Παύλου ή κάποιου άλλου βαπτιστήκατε; Για τον άγιο Παύλο δηλαδή ο μερισμός και διχασμός αυτός ήταν σχέδιο του Πονηρού που καλυμμένος κάτω από τον μανδύα του ονόματος κάποιου αποστόλου ήθελε να απομακρύνει τους πιστούς από τη ζωντανή σχέση τους με τον αρχηγό της πίστεως τον Ιησού Χριστό.

 Κι είναι μία πνευματική πραγματικότητα που πρέπει να γνωρίζουμε οι χριστιανοί: ο διάβολος δεν μας πολεμά τόσο με την ίδια την απροκάλυπτη κακία, όσο με την καμουφλαρισμένη μορφή της – τα λεγόμενα εκ δεξιών όπλα του Πονηρού. Οπότε ο αρχάριος χριστιανός, ο μη δοκιμασμένος και άπειρος εύκολα πέφτει στην παγίδα: νομίζει ότι αγωνίζεται για θέματα πίστεως λατρεύοντας τον Πονηρό! Η αξιωματική πνευματική αρχή είναι δεδομένη και αδιαπραγμάτευτη: όπου υπάρχει διχασμός και διαίρεση εκεί υπάρχει το βασίλειο του Πονηρού˙ όπου υπάρχει η εν ταπεινώσει και αγάπη ενότητα εκεί υπάρχει το βασίλειο του Πνεύματος του Θεού. Η μόνη πολεμική και ο μόνος διχασμός που επιτρέπεται για τον χριστιανό είναι προς την αμαρτία. Διότι «η σαρξ επιθυμεί κατά του Πνεύματος και το Πνεύμα κατά της σαρκός». Εκεί όντως ο διχασμός είναι απαραίτητος που υπηρετεί την αληθινή ενότητα.

Οπότε, ο άγιος Ιωάννης ο Ευχαΐτων, και με τον παραπάνω ύμνο του μεταξύ πολλών άλλων, αυτό ακριβώς διατρανώνει: στους αγίους τρεις Ιεράρχες ο μόνος που κυριαρχούσε ήταν ο ίδιος ο Κύριος. Κάθε σκέψη και λογισμός του καθενός, κάθε επιθυμία του, κάθε αίσθημά του ήταν προσανατολισμένα στον Κύριο. Γι’ αυτό και χρησιμοποιεί για να εκφράσει την αλήθεια αυτή δύο Καινοδιαθηκικά στοιχεία: πρώτον, τον λόγο του ίδιου του Κυρίου που αποκαλύπτει ότι «όπου είναι δύο ή τρεις μαζεμένοι στο όνομά μου εκεί είμαι ανάμεσά τους»˙ δεύτερον, τον λόγο πάλι του Ίδιου που αξιολογεί την πίστη του Ζακχαίου απέναντί Του όταν βρέθηκε στο σπίτι του και δέχτηκε τη μετάνοιά του: «σήμερα σωτηρία έγινε στο σπίτι αυτό».

Λοιπόν, η κοινή εορτή των τριών Ιεραρχών με τη θέληση του Κυρίου και των αγίων «παιανίζει» με τον πιο δυνατό τρόπο, πέραν άλλων, τα δύο αυτά: την εν πίστει και αγάπη ενότητα των πιστών και το τι σημαίνει τελικώς σωτηρία του ανθρώπου. Όπου δηλαδή δεν υπάρχει ενότητα εκεί δεν υφίσταται σχέση με τον Σωτήρα Χριστό, έστω κι αν υπάρχει η εν αμαρτίαις πρόφαση της επίκλησης σ’ Εκείνον ή στους αγίους Του!  

ΟΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΚΑΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΑΙ: ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ, ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ, ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ

«Η αιτία της σημερινής εορτής είναι αυτή: Επί της βασιλείας του Αλεξίου Κομνηνού, ο οποίος πήρε τα σκήπτρα της βασιλείας μετά τον Βοτανειάτη, υπήρξε διαφωνία στην Κωνσταντινούπολη μεταξύ των λογίων και εναρέτων ανδρών:  Άλλοι εκθείαζαν τον μέγα Βασίλειο, λέγοντας ότι είναι μεγαλοπρεπής στον λόγο, αφού ερεύνησε με αυτόν  τη φύση των όντων και συναγωνιζόταν ως προς τις αρετές σχεδόν και τους αγγέλους, κι επίσης ότι δεν συγχωρούσε τις αμαρτίες των ανθρώπων με πρόχειρο τρόπο, κι ήταν σπουδαίος στο ήθος του, χωρίς να έχει κάτι το γήινο, από την άλλη δε υποβίβαζαν τον θείο Χρυσόστομο, διότι τάχα ήταν αντίθετος προς τον Βασίλειο λόγω της προχειρότητάς του να συγχωρεί εύκολα και να γίνεται ευχάριστος στους ανθρώπους. Άλλοι πάλι υπερύψωναν τον θεϊκό Χρυσόστομο και έλεγαν ότι προηγείται του Μεγάλου Βασιλείου και του Γρηγορίου του Θεολόγου, διότι στεκόταν πιο κοντά στον άνθρωπο με τις διδασκαλίες του, καθοδηγώντας και προσκαλώντας όλους με την πιο απλή γλώσσα του στη μετάνοια, όπως και με το πλήθος των γλυκών σαν μέλι λόγων του και την ερμηνευτική του δεινότητα. Άλλοι τέλος έπαιρναν το μέρος του Θεολόγου Γρηγορίου, λόγω της κομψότητας και της φροντισμένης φράσης του, της διεισδυτικότητας των λόγων του και της ζωντάνιας των λέξεων, ο οποίος υπερέβαινε όλους τους φημισμένους για την ελληνική παιδεία τους, αλλά και τους δικούς μας της Εκκλησίας, και έδιναν σ’ αυτόν την ψήφο της νίκης και βεβαίως τον έθεταν υπεράνω των άλλων. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν να διαιρεθούν τα πλήθη και άλλοι να ονομάζονται Ιωαννίτες, άλλοι Βασιλείτες και οι υπόλοιποι Γρηγορίτες.

Επειδή λοιπόν διαφωνούσαν έντονα και ήταν χωρισμένοι οι λόγιοι, λίγα χρόνια αργότερα φανερώνονται σε όραμα οι μέγιστοι αυτοί Πατέρες, ο καθένας χωριστά κι έπειτα όλοι μαζί, όχι σε όνειρο αλλά όταν ήταν ξύπνιος,  στον Επίσκοπο Ιωάννη τον μεγάλο, τον δάσκαλο των ιερών γραμμάτων της πόλεως των Ευχαΐτων, άνδρα λόγιο μεν κατά τα άλλα, με παιδεία ελληνική όχι ευκαταφρόνητη (όπως δείχνουν τα κείμενά του), ενάρετο δε σε μέγιστο βαθμό. Και με μια γλώσσα λένε προς αυτόν: Εμείς είμαστε ένα, όπως βλέπεις, ενώπιον του Θεού, και δεν υπάρχει τίποτε ενάντιο και εχθρικό μεταξύ μας, αλλά ο καθένας μας στον δικό του καιρό, με φωτισμό του θείου Πνεύματος, συγγράψαμε τις διδασκαλίες που οδηγούν στη σωτηρία των ανθρώπων, και τους δώσαμε όσα είχαμε μυηθεί από τον Θεό. Πρώτος μεταξύ μας δεν υπάρχει, γι’ αυτό βεβαίως και ούτε δεύτερος. Αλλά αν θα πεις για τον ένα, είναι σαν να λες και για τους άλλους. Γι’ αυτό σήκω και διάταξε αυτούς που μαλώνουν να μη χωρίζονται εξ αιτίας μας. Διότι η έγνοια και η φροντίδα μας, και όσο ζούσαμε και τώρα στη μετάστασή μας στους ουρανούς, ήταν και είναι  να ειρηνεύουν οι πάντες και να είναι μονοιασμένοι μεταξύ τους. Κι ακόμη: σε μία ημέρα βάλε τη μνήμη μας και, όπως εσύ ξέρεις, φτιάξε τα σχετικά με την εορτή μας και κάνε το τούτο παράδοση για τους μεταγενεστέρους, διότι εμείς είμαστε ένα στον Θεό. Οπωσδήποτε δε και εμείς θα βοηθήσουμε στη σωτηρία αυτών  που θα εκτελούν τη μνήμη μας, αφού νομίζουμε ότι έχουμε κάποια δύναμη μπροστά στον Θεό. Αυτά είπαν και φάνηκαν πάλι να ανεβαίνουν προς τον ουρανό, μέσα σε άπειρο φως λάμψης, προσφωνώντας ο ένας τον άλλον με τα ονόματά τους.

Ο δε θεϊκός εκείνος άνδρας σηκώθηκε, ο Ιωάννης Ευχαΐτων δηλαδή, και έκανε όπως τον προέτρεψαν οι άγιοι: και το πλήθος και τους διαφωνούντες ησύχασε (διότι ο άνδρας θεωρείτο φημισμένος για την αρετή του), και την εορτή αυτή παρέδωσε στην Εκκλησία, ώστε να την εορτάζουν σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Και πρόσεξε το φρόνημα του άνδρα: Επειδή βρήκε τον μήνα Ιανουάριο να έχει και τους τρεις αυτούς, δηλαδή κατά την πρώτη του μηνός, τον μέγα Βασίλειο, κατά την εικοστή Πέμπτη, τον θείο Γρηγόριο, και κατά την εικοστή έβδομη, τον θείο Χρυσόστομο, τους μάζεψε πάλι κατά την τριακοστή, στέφοντάς τους με κανόνες και τροπάρια και εγκώμια, όπως τους αρμόζει. Κι όλα αυτά -  που έγιναν, όπως νομίζω, και με τη σύμφωνη γνώμη τους - δεν υπολείπονται διόλου από τίποτε που  είναι άξιο επαίνου, ώστε να ξεπερνούν και όλα όσα από εκείνον και έγιναν και θα γίνουν».

Ο άγιος Ιωάννης ο Ευχαῒτων είναι όχι μόνον αυτός που δέχτηκε την κατά χάρη Θεού εμφάνιση των αγίων τριών Ιεραρχών, ώστε να επιλυθεί η διαφωνία των λογίων της Κωνσταντινουπόλεως περί του ποιος είναι ο μεγαλύτερος από τους τρεις, αλλά και αυτός που εμπνεύστηκε να γράψει «κανόνες και τροπάρια και εγκώμια» κατά το συναξάρι. Και πράγματι, η σημερινή υμνολογία αποτελεί εν πρώτοις έναν εγκωμιασμό από τον άγιο Ευχαΐτων του πνευματικού ύψους και των τριών Ιεραρχών, οι οποίοι υπήρξαν μεταξύ άλλων «άλλοι άγγελοι μετά σαρκός», «κατά μέθεξιν θεοί, διότι είχαν μέσα τους ζωντανό και λαλούντα τον από τη φύση Του μόνο αληθινό Θεό», «οι διορθωτές των ηθών και οι φροντιστές των ψυχών, οι κοινοί σωτήρες όλων, αυτοί που έδειξαν σε εμάς τα παραδείγματα των πράξεων και των λόγων, οι εκπαιδευτές του βίου μας, όπως και «οι μεγάλοι φωστήρες, οι αρραγείς πύργοι της Εκκλησίας», «οι λαβόντες σοφίαν παρά Θεού, ως άλλοι τρεις απόστολοι του Χριστού». Δεν υπάρχει εγκώμιο που δεν χρησιμοποιεί ο άγιος υμνογράφος, για να αποδώσει πρώτον, αυτό που οραματικά και θεοπτικά έζησε: την παρουσία των αγίων στη ζωή του, δεύτερον, την τεράστια θεολογική συμβολή τους στη ζωή της Εκκλησίας.

Κι ως προς το πρώτο. Η υπέρ φύσιν εμπειρία του να δει οραματικά τους αγίους προβάλλεται δεόντως από τον άγιο. Προκειμένου μάλιστα να προβάλει την ισότητά τους, όπως ήταν και ο κύριος σκοπός του οράματος, χρησιμοποιεί φράσεις που αναφέρονται στη συζυγία του άνδρα με τη γυναίκα. «Ους ο Θεός συνέζευξε, άνθρωπος μη χωριζέτω», λέει ο λόγος του Θεού, «αυτούς που ο Θεός συνένωσε σε ομότιμη ένωση, άνθρωπος εγκωμιαστής ας μη τους χωρίζει», λέει ο υμνογράφος. Για να συνεχίσει: «θεωρώντας τους ίσους στα χαρίσματά τους,  ας τους καθιστά με τους ύμνους του άξιους και ίσων ύμνων».   Μπορεί να φαίνεται υπερβολική η σύγκριση, αλλά ο υμνογράφος στηρίζεται στην προσωπική του εμπειρία και κάνει υπακοή: εξαγγέλλει ό,τι οι άγιοι, συνεπώς και ο Κύριος, του είπαν. Και προχωρεί και σε άλλη εικόνα για να αποδώσει και πάλι την ίδια αλήθεια: «Από τον Ουρανό δύο μεγάλα λυχνάρια φωτίζουν όλον τον κόσμο με διαδοχή του ενός προς το άλλο: ο ήλιος και η σελήνη. Από τη γη με πολύ φανερό τρόπο φωτίζουν όλη την οικουμένη τρεις ίδιοι υπερμεγέθεις ήλιοι, που λάμπουν μαζί: ο Βασίλειος, ο Γρηγόριος, ο Ιωάννης Χρυσόστομος».

Και ως προς το δεύτερο: η τεράστια θεολογική συμβολή τους στην Εκκλησία. Ο υμνογράφος βρίσκει την ευκαιρία να μιλήσει για τον αγώνα των αγίων υπέρ της αληθούς πίστεως: τη διακράτηση της αλήθειας για την αγία Τριάδα. Και οι τρεις αγωνίστηκαν να φανερώσουν ανόθευτη την αποκάλυψη του Χριστού και το κήρυγμα των Αποστόλων περί του Θεού. Για παράδειγμα: «Διδαχθήκαμε να θεολογούμε την Μοναδική Τριάδα και παραλάβαμε να υμνούμε την Τριαδική Μονάδα. Μάθαμε να προσκυνούμε από τους Πατέρες μία τρισυπόστατη Φύση». «Ο Υιός και Λόγος του Θεού ήταν από την αρχή συνάναρχος με τον Πατέρα. Συνυπήρχε το άγιον Πνεύμα με τον Λόγο του Θεού, αλλά προερχόμενο από τον Γεννήτορα Πατέρα. Απλή, ομοούσια, συμφυής Θεότητα, όπως κηρύσσουν οι θείοι Κήρυκες, οι τρεις Ιεράρχες».

Ο άγιος υμνογράφος όμως εν προκειμένω προβαίνει σε μία σημαντική επισήμανση: Βεβαίως οι άγιοι Πατέρες αυτοί εξήγγελλαν  ό,τι ο Κύριος απεκάλυψε και οι Απόστολοι κήρυσσαν, αλλά με τη σοφία που τους δόθηκε από τον Θεό και τη βοήθεια βεβαίως των ανθρωπίνων γνώσεών τους, αυτό που οι απόστολοι κήρυσσαν με απλό τρόπο, εκείνοι το στερέωσαν και το περιχαράκωσαν, ώστε να είναι απρόσβλητο από τις φιλοσοφικές ενστάσεις της εποχή τους. Με άλλα λόγια την αλήθεια που αποκαλύφθηκε εν Χριστώ, οι άγιοι Πατέρες προσπάθησαν να  την διατυπώσουν με τέτοιον ισχυρό ανθρώπινο λόγο, ώστε να μην μπορούν οι διάφοροι αιρετικοί να την αλλοιώσουν με τα φληναφήματά τους – κάτι που έγινε δεκτό από την Εκκλησία μας, διά του στόματός της, της Οικουμενικής Συνόδου, και της συνειδήσεως της Εκκλησίας, του φρονήματος των πιστών.  Κι είναι αυτοί συνεπώς που προέβησαν στη σύνθεση αυτού που λέμε «ελληνορθοδοξία». Ελληνορθοδοξία δηλαδή είναι η αποκαλυμμένη από τον Χριστό πίστη, δοσμένη όμως με κατηγορίες ελληνικές και με όρους φιλοσοφικούς. Περιεχόμενο ο χριστιανισμός, ένδυμα ο ελληνισμός. Κι αυτό το έκαναν, διότι αυτή τότε ήταν η πρόκληση της εποχής: να δοθεί η πίστη μέσω του ελληνισμού. Δεν ήταν σκοπός τους η διάσωση του ελληνισμού. Αυτό που τους ενδιέφερε ήταν η προβολή της αληθινής πίστεως, της ίδιας της αλήθειας, δηλαδή ο Χριστός. Στην εποχή τους όμως το ένδυμα για να διατυπωθεί αυτή η αλήθεια ήταν ο ελληνισμός. Κι από την άποψη αυτή ο ελληνισμός αναβαπτίστηκε και εσαεί παραμένει λαμπρυσμένος, λόγω ακριβώς της σύνδεσής του με τη χριστιανική πίστη. Σ’ ένα από τα καθίσματα του όρθρου λοιπόν λέει ο υμνογράφος: «Λάβατε τη σοφία από τον Θεό, σαν άλλοι τρεις Απόστολοι του Χριστού, και με τον λόγο της γνώσεως στερεώνετε τα δόγματα με τη δύναμη του αγίου Πνεύματος, τα οποία προηγουμένως με απλά λόγια αλλά και με γνώση έδωσαν οι αλιείς απόστολοι του Χριστού. Διότι έπρεπε και με αυτόν τον τρόπο ο απλός σεβασμός μας να γίνει στέρεος και να αποκτήσει σύσταση, μέσα από σας, πανσεβάσμιοι Πατέρες».

Παρασκευή 26 Ιανουαρίου 2024

Η ΕΓΝΟΙΑ ΚΑΙ Η ΞΑΓΡΥΠΝΙΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΞΕΝΟΦΩΝΤΑ

 

«Ἐντολαῖς τοῦ Δεσπότου ἐπαγρυπνῶν, ἐφ’ ὁμοίοις τε τρόποις παῖδας τούς σούς ρυθμίζων, μακάριε Ξενοφῶν, καί τήν σύζυγον, σύν αὐτοῖς τά ἄνω κληροῦσαι βασίλεια, πειρασμῶν παντοίων λιπών τό κλυδώνιον˙ ὅθεν εὐφημοῦμεν εὐσεβῶς ὑμᾶς πάντας καί πόθῳ γεραίρομεν καί πιστῶς ἀνακράζομεν˙ Θεοφόροι πανόλβιοι, πρεσβεύσατε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ τήν ἁγίαν μνήμην ὑμῶν» (κάθισμα όρθρου).

(Ξαγρυπνώντας στις εντολές του Δεσπότου Χριστού και ρυθμίζοντας τα παιδιά σου και τη σύζυγό σου στον ίδιο τρόπο ζωής, μακάριε Ξενοφών, μαζί μ’ αυτούς απέκτησες κλήρο στη Βασιλεία του Θεού, αφού άφησες πίσω σου τα κύματα των διαφόρων πειρασμών. Γι’ αυτό και σας υμνολογούμε ευσεβώς όλους σας και σας δοξολογούμε με πόθο και με πίστη φωνάζουμε δυνατά: Θεοφόροι μακάριοι, πρεσβεύσατε στον Χριστό τον Θεό μας, να δωρίσει σ’ εμάς που εορτάζουμε με πόθο την αγία μνήμη σας την άφεση των αμαρτιών μας).

Πλούσιος με μεγάλη περιουσία ο όσιος Ξενοφών ζούσε με πίστη στον Θεό μαζί με την οικογένειά του στην Κωνσταντινούπολη. Κι είναι από τους ανθρώπους που έδειξαν ότι ναι μεν είναι πολύ δύσκολη η είσοδος στη Βασιλεία του Θεού όταν κανείς έχει μεγάλη περιουσία, κατά τον λόγο του Κυρίου: «πόσο δύσκολα οι πλούσιοι θα εισέλθουν στη Βασιλεία του Θεού. Πιο εύκολο είναι ένα καραβόσχοινο να περάσει από την τρύπα μιας βελόνας, παρά ένας πλούσιος να μπει στη Βασιλεία του Θεού», δεν είναι όμως τούτο τελικώς ακατόρθωτο. Διότι το θέμα δεν είναι το έχειν και το βιος του ανθρώπου, αλλά ο τρόπος που διαχειρίζεται αυτό. Κι ο όσιός μας διαχειρίστηκε την περιουσία του κατά τρόπο όντως θεάρεστο: κάλυπτε βεβαίως τις ανάγκες της οικογενείας του, αλλά παράλληλα με πόθο καρδιάς κάλυπτε και τις ανάγκες των φτωχών συνανθρώπων του, όπως και εκείνων που έβλεπε πλούσια τη χάρη του Θεού σ’ αυτούς: των πτωχών καλογέρων που έφθαναν στην Κωνσταντινούπολη. Ο κάθε καλόγερος έβρισκε κατάλυμα στη φιλόξενη κατοικία του, όπως και ο οποιοσδήποτε αναγκεμένος, δείχνοντας έτσι ο Ξενοφών ότι βρίσκεται στον κόσμο ως ένας δεύτερος Αβραάμ.

Κι ο άγιος υμνογράφος Θεοφάνης μάς επισημαίνει με τον πιο καθαρό τρόπο τι συνιστούσε αγία βιοτή του Ξενοφώντα και κατ’ επέκταση και όλης της οικογενείας του: ο αγώνας του να βρίσκεται πάνω στις εντολές του Κυρίου Ιησού Χριστού. Κι είναι σημαντική η παρατήρηση του υμνογράφου: όχι απλώς είχε την έγνοια να πορεύεται κατά τις εντολές, αλλά ξαγρυπνούσε πάνω σ’ αυτές, που σημαίνει ότι αυτή ήταν η προτεραιότητά του νυχθημερόν. Ξεκινώντας η ημέρα του αλλά και κλείνοντας το βράδυ του ο νους του ήταν προσκολλημένος στον λόγο του Κυρίου, ώστε να τον κάνει πράξη. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλές φορές ο άγιος Θεοφάνης ο υμνογράφος το εξαγγέλλει: «η πράξη είναι το σκαλοπάτι για τη θεωρία», δηλαδή στην κίνηση του ανθρώπου να εφαρμόζει τον λόγο του Θεού ανοίγονται τα μάτια του για να θεάται, να βλέπει την παρουσία Εκείνου στη ζωή του.

Κι ο υμνογράφος προσθέτει: στον τρόπο της ζωής αυτής προσπαθούσε να συντονίσει, να ρυθμίσει και τη σύζυγό του και τα παιδιά του. Όχι ασφαλώς με τρόπο «στανικό», με το ζόρι. Γιατί κάτι τέτοιο θα σήμαινε αυτόματα ότι ξεφεύγει και ο ίδιος από τις εντολές του Κυρίου που επιτάσσουν την ταπείνωση και την αγάπη – η ταπείνωση και η αγάπη τοποθετούν τον άνθρωπο με απόλυτο σεβασμό έναντι του όποιου συνανθρώπου του, ιδίως δε των οικείων και συγγενών του. Αλλά με το παράδειγμά του, χωρίς πολλά ή περιττά λόγια. Φανταζόμαστε τον δίκαιο Ξενοφώντα να ομιλεί με τη σύζυγό του γεμάτος ευγένεια, να παίζει με τα παιδιά του και να τα διαπαιδαγωγεί γεμάτος υπομονή και χιούμορ, να υπηρετεί μαζί τους τους φτωχούς και τους δυσκολεμένους αδελφούς. Γι’ αυτό και γνωρίζουμε ότι λειτουργούσε για την οικογένεια ως μαγνήτης – ήταν το «κεφάλι» που όλοι ήταν στραμμένοι προς αυτό. Γιατί; Διότι έβλεπαν ό,τι πιο καλό και ευχάριστο, όπως όταν βλέπει κανείς τον ίδιο Χριστό παρόντα στη ζωή του. Έτσι δεν γίνεται «αρχηγός» ο πατέρας στην οικογένεια; Αυτή δεν είναι και η ερμηνεία της «κεφαλής» για τη γυναίκα του άνδρα, κατά τον λόγο του αποστόλου Παύλου; Όπως κεφαλή για το σώμα Του την Εκκλησία είναι ο ίδιος ο Κύριος: με τη θυσιαστική αγάπη Του απέναντι σ’ αυτήν!

Ο όσιος Ξενοφών είναι το άμεσο παράδειγμα για το πώς λειτουργεί η χριστιανική οικογένεια και τι σημαίνει «κατ’ οίκον Εκκλησία». Μας δείχνει με τον πιο ανάγλυφο τρόπο τι ήθελε να πει και στις ημέρες μας ο άγιος μέγας Πορφύριος, όταν διαρκώς επεσήμαινε ότι τα προβλήματα των παιδιών στην οικογένεια και στην κοινωνία μας είναι κυρίως προβλήματα των γονέων. Γονιός, έλεγε, που έχει ως προτεραιότητα τον αγιασμό του είναι αυτός που θα έχει και μία ευλογημένη οικογένεια, που τα παιδιά του – ακόμη κι αν αποκλίνουν κάποια στιγμή – θα μεγαλώσουν χωρίς ψυχολογικά προβλήματα και πάντα θα έχουν μπροστά στα μάτια τους ως πολικό αστέρι τον Κύριο!

Πέμπτη 25 Ιανουαρίου 2024

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ

«Ο μέγας Γρηγόριος ο Θεολόγος έζησε επί της βασιλείας του Ουάλεντα. Πατρίδα του επίγεια μεν ήταν η δεύτερη των Καππαδοκών, η Ναζιανζός, (γεννήθηκε περί το 329/30), ουράνια δε, η άνω Ιερουσαλήμ. Γονείς του, ευγενείς και δίκαιοι, ήταν ο Γρηγόριος και η Νόννα. Ο πατέρας του ανήκε για πολύ στην ιουδαιο-ειδωλολατρική αίρεση των Υψισταρίων, την οποία εγκατέλειψε με την επιμονή και τις προσευχές της ευσεβεστάτης γυναίκας του, έγινε μάλιστα και επίσκοπος της πόλεως της Ναζιανζού. Όταν ο υιός Γρηγόριος μεγάλωσε και έλαβε μόρφωση και παιδεία, όπως κανείς άλλος (ως γνωστόν σπούδασε στην Ναζιανζό, στην Καισάρεια της Καππαδοκίας, όπου γνωρίστηκε με τον άγιο Βασίλειο, στην Καισάρεια της Παλαιστίνης, στην Αλεξάνδρεια και τέλος στην Αθήνα, όπου και δίδαξε  ρητορική) έγινε εξηγητής και διδάσκαλος της ζωής των περί αυτόν. Μεταξύ τούτων τιμά τον Μέγα Βασίλειο, τον πατέρα του Γρηγόριο, τον αδελφό του Καισάριο και την αδελφή του Γοργονία, με επιτάφιους λόγους. Γι’ αυτό και όσοι έγραψαν για τον ίδιο όχι από αλλού, αλλά από τους λόγους του πήραν τις αφορμές για όσα είπαν. Αυτό λοιπόν είναι ανάγκη μόνο να πούμε, ότι εάν έπρεπε να κατασκευαστεί μία εικόνα και στήλη στους ανθρώπους, η οποία να αποτελείται κατά μέρος από όλες τις αρετές, αυτό ήταν ο μέγας Γρηγόριος. Διότι αφού ξεπέρασε όλους τους εναρέτους ανθρώπους με τη λαμπρότητα της ζωής του, τόσο πολύ προχώρησε στη θεωρία, ώστε όλοι να ηττώνται από τη σοφία του, την αποτυπωμένη και στους λόγους και στα δόγματα. Γι’ αυτό και απέκτησε την επωνυμία «Θεολόγος». Έγινε μάλιστα και προεστώς της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως για δώδεκα έτη, μέχρι τη Δευτέρα Οικουμενική Σύνοδο (381). Ήταν δε κατά τον τύπο του σώματος, μέτριος στο ύψος, λίγο ωχρός και ευχάριστος στην όψη, με πλατιά μύτη και σε ευθεία γραμμή τα φρύδια. Ο ένας από τους δύο οφθαλμούς, ο δεξιός, ήταν πιο αυστηρός, από μία ουλή στα βλέφαρα. Τα γένια του δεν ήταν πολύ μακριά, αλλά αρκετά πυκνά, ήταν φαλακρός, λευκότριχος, με τα άκρα της γενειάδας όμως γκριζωπά. Τελείται δε η σύναξή του στην αγιότατη μεγάλη Εκκλησία και στο Μαρτύριο της Αγίας Αναστασίας στα έμβολα του Δομνίκου, και στην Εκκλησία των Μεγάλων Αποστόλων, όπου ο φιλόχριστος και πανευσεβής βασιλιάς μας Κωνσταντίνος ο πορφυρογέννητος, αφού έφερε το τίμιο λείψανό του από τη Ναζιανζό της Καππαδοκίας, το κατέθεσε εκεί».

Και οι δύο υμνογράφοι του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, ο άγιος Θεοφάνης και ο άγιος Κοσμάς ο Μαϊουμά, κυριολεκτικά δεν φείδονται επαίνων και εγκωμίων, προκειμένου να τονίσουν την υψηλότατη κορυφή της θεολογίας, τον άγιο Γρηγόριο. Δεν είναι μόνο ότι τον χαρακτηρίζουν, εκφράζοντας τη συνολική θέση της Εκκλησίας μας, ως «Πατέρα Πατέρων και Ποιμένα Ποιμένων και δόξαν Πιστών και φωστήρα Ιερέων και οικουμένης το κλέος», αλλά ακόμη, επιμένοντας στη θεολογική συμβολή του, τον  ονομάζουν «Θεολόγον τον δεύτερον και μύστην της θείας ελλάμψεως», «τον δεύτερον Επιστήθιον, τον του Λόγου αυτόπτην, τοις δόγμασι γενόμενον» (αυτόν που έγινε με τα δόγματά του δεύτερος επιστήθιος φίλος του Χριστού, σαν τον Ιωάννη τον αυτόπτη του Λόγου),  «Τριαδικόν Θεολόγον», «Θεολογίας Θεολόγον» (ωδή γ΄) – είναι ο δεύτερος μετά τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο συνεπώς που τιμήθηκε από την Εκκλησία με τον τίτλο του Θεολόγου.  Ο άγιος Γρηγόριος υπήρξε πράγματι, μοναδικός αυτός, ο Θεολόγος της ίδιας της Θεολογίας. Κατά τον μακαριστό καθηγητή της Πατρολογίας Σ. Παπαδόπουλο «ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο Ναζιανζηνός, είναι ο επιφανέστερος, ο «άριστος» θεολόγος της Εκκλησίας μετά τον Ευαγγελιστή Ιωάννη. Το θεολογικό του βάθος και η έντονη ποιητικότητα στο έργο του τον ύψωσαν σε πρότυπο μοναδικού κάλλους και λάμψεως». Γι’ αυτό για την Εκκλησία μας ο άγιος Γρηγόριος τελικώς είναι το δώρο του Θεού σ’ αυτήν την ίδια: «Ο άναρχος Θεός Λόγος, μακάριε, σε χαρίζει σαν δώρο στην Εκκλησία, σαν σε Μητέρα, αφού χαρίτωσε τον νου σου με λόγο και σοφία».

Παραξενεύει το γεγονός ότι και οι δύο υμνογράφοι στους κανόνες τους για τον άγιο Γρηγόριο δεν κάνουν καθόλου μνεία της σχέσεώς του για παράδειγμα με τον άλλο μεγάλο φωστήρα της Εκκλησίας, τον άγιο Βασίλειο - σε άλλη περίπτωση αυτό θα προβαλλόταν ως καίριο στοιχείο της μεγαλωσύνης ενός αγίου. Η μόνη εξήγηση που μπορεί να δοθεί είναι ότι έχουν μείνει έκθαμβοι μπρος στη θεολογική δεινότητα του αγίου Γρηγορίου, τον ιδιαίτερο φωτισμό που δέχτηκε από τον Θεό, ώστε ως θεόπτης να μπορεί να εκφράσει και την εμπειρία της θέας και της αλήθειας του Θεού. Είναι ίσως μία έμμεση αναφορά τους ότι εκείνος που είναι τόσο φίλος με τον ίδιο τον Κύριο, που διείσδυσε τόσο πολύ στα της Τριαδικής Θεότητος, δεν έχει ανάγκη άλλων «εξωτερικών» βοηθημάτων, για να κατανοηθεί η μεγαλωσύνη του. «Μπόρεσες και χώρεσες μέσα σου τους θείους φωτισμούς, γι’ αυτό και μας φώτισες έντονα, Γρηγόριε, ώστε να σεβόμαστε τον ένα Θεό σε τρία πρόσωπα». Η είσδυση του αγίου μέσα στο φως της τρισηλίου θεότητος, ώστε με τη λάμψη αυτής να φωτίζει και τους πιστούς, γίνεται αγαπημένο κεντρικό θέμα των ύμνων των κανόνων. Κι αυτό όχι τυχαία: ο ίδιος ο άγιος Γρηγόριος στον 28ο ιδιαιτέρως λόγο του μιλάει προσωπικά και εμπειρικά για ό,τι έπαθε: «Τι είναι αυτό που έπαθα, φίλοι και μύστες και συνεραστές της αλήθειας; Έτρεχα για να κατανοήσω τον Θεό και έτσι ανέβηκα στο όρος (την θεολογία) και πέρασα μέσα από τη νεφέλη και βρέθηκα μέσα…Όταν δε κοίταξα, μόλις και είδα τα οπίσθια του Θεού…και εκεί έσκυψα». Οι υμνογράφοι λοιπόν ακολουθώντας πιστά τα λόγια του ίδιου του αγίου επισημαίνουν την ίδια πραγματικότητα: «Ανέβηκες στο όρος της θεολογίας, οδηγούμενος στη μύηση των θείων, θεοφάντορ Γρηγόριε. Κι αφού μπήκες μέσα στο μυστήριο του φωτός του Θεού, δέχτηκες την θεοτύπωτη νομοθεσία, γραμμένη ως ομοούσια Τριάδα».

Ο άγιος Γρηγόριος είχε συνεπώς την αίσθηση ότι κινείται σαν τον Μωυσή στην Παλαιά Διαθήκη. Όπως εκείνος πήρε τον γραπτό Νόμο του Θεού, τις δέκα εντολές στο όρος Σινά, έτσι κι ο ίδιος, κατά νοερό τρόπο, εν Πνεύματι, γίνεται ένας νέος Μωυσής, που φωτίζεται σαν σε νέο Σινά, για να γνωρίσει την αλήθεια της ομοουσίου Τριάδος, και αυτήν την αλήθεια έπειτα και να εξαγγείλει. Ο ύμνος του αγίου Θεοφάνους στην ε΄ ωδή είναι σαφέστατος και επ’ αυτού: «Κατά τρόπο γνωστό πόθησες και συ, όπως παλιά ο Μωυσής, να δεις τον αιώνιο Θεό. Και αξιώθηκες να δεις τα «οπίσθια» αυτού, δηλαδή όχι την ουσία αλλά την ενέργειά Του, αφού είχες το κάλυμμα του Χριστού, που είναι η πέτρα, και μυήθηκες έτσι στο πέλαγος της θείας ουσίας, το οποίο φανερώνεται κατά τρόπο ακατάληπτο». Ο άγιος Γρηγόριος λοιπόν, δείχνοντας και την ουσία  της αληθινής θεολογίας, δηλαδή ότι πρόκειται περί εκφράσεως της αλήθειας του Θεού, την οποία όμως ζει εμπειρικά και θεοπτικά, ήταν μυημένος στα της Τριαδικής Θεότητος – «μύστης της τρισυποστάτου Μοναρχίας και Θεότητος της εν Τριάδι» - γι’ αυτό και δίδαξε «ίσον τον Λόγον και το άγιον Πνεύμα με τον Θεό Πατέρα, ως προς την αγαθότητα και τη βασιλική εξουσία, γνωρίζοντας ο άγιος ότι η ταυτότητα και η ένωση μεταξύ τους των θείων προσώπων είναι ουσιαστική και φυσική».

Ο τονισμός της ισότητας του αγίου Πνεύματος και του Υιού και Λόγου του Θεού με τον Θεό Πατέρα (κάτι που διατυπώθηκε επισήμως στη Β΄ Οικουμενική Σύνοδο, η οποία συμπλήρωσε με πέντε ακόμη άρθρα τα επτά πρώτα  του Συμβόλου της Πίστεως, εξ ου και Σύμβολο Νικαίας (από την Α΄ Σύνοδο) – Κωνσταντινουπόλεως (από την Β΄ Σύνοδο) ονομάζεται) δεν ήταν βεβαίως μία αυθαιρεσία του αγίου Γρηγορίου. Φωτίστηκε όπως είπαμε από τον ίδιο τον Θεό, διείσδυσε στα της Θεότητας εν Πνεύματι, ακολουθώντας την ίδια την Αγία Γραφή και τους προγενεστέρους Πατέρες της Εκκλησίας, γι’ αυτό και ο ίδιος λέει ότι «σκεπάστηκε από την πέτρα, δηλαδή τον Χριστό». Με άλλα λόγια ο άγιος Γρηγόριος προέκτεινε ό,τι η Εκκλησία μέχρι εκείνη την ώρα είχε διατυπώσει, με την έννοια ότι γνώρισε πιο βαθιά, με φωτισμό Θεού, αυτό που  η Εκκλησία είχε διατυπώσει μέχρι την εποχή του. Και το γεγονός ότι η Εκκλησία αποδέχτηκε Συνοδικά αυτό που εκείνος κατεξοχήν εξήγγελλε, απέδειξε την αλήθεια της θεοπτίας και εμπειρίας του. Μη ξεχνάμε ότι τελικό κριτήριο για ό,τι μπορεί να διατυπώσει ακόμη και ένας μεγάλος άγιος είναι η ίδια η Εκκλησία, όταν μάλιστα αυτή εκφράζεται διά του στόματός της, της Οικουμενικής Συνόδου.

Ο άγιος Γρηγόριος βεβαίως αναφέρεται και στις προϋποθέσεις της Θεολογίας. Θεολογεί για την θεολογία, λέγοντας ότι αυτή δεν είναι θέμα των αμυήτων και επιπολαίων. Απαιτεί «σχολάσαι και γνώναι Θεόν», να αφιερωθεί κανείς στον Θεό και να Τον γνωρίσει, προϋποθέτει δε η γνώση αυτή κάθαρση καρδιάς, για να υπάρξει ο φωτισμός. Κι αυτή η κάθαρση πραγματοποιείται στον βαθμό που ο πιστός τηρεί τις εντολές του Θεού. Είναι κλασικό μάλιστα το χωρίο του περί της θεολογίας και του αληθινού θεολόγου: «Θέλεις να γίνεις κάποτε θεολόγος και άξιος της θεότητας; Τας εντολάς φύλαττε, διά των προσταγμάτων όδευσον: φύλαγε τις εντολές του Θεού, περπάτα πάνω στα προστάγματα Εκείνου. Πράξις γαρ επίβασις θεωρίας: η πράξη είναι το σκαλοπάτι για τη θεωρία». Ότι οι άγιοι υμνογράφοι καταγράφουν και αυτήν την αλήθεια στους κανόνες τους για τον άγιο είναι περιττό και να πούμε. Ο άγιος Θεοφάνης επισημαίνει μεταξύ άλλων: «Κάνοντας τον νου σου ηγεμόνα, κυριάρχησες στα πάθη της σαρκός. Κι έτσι μπόρεσες και χώρεσες τους θείους φωτισμούς».

Μακρηγορούμε, αλλά δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε ότι ο άγιος μάς έμαθε και πώς να βλέπουμε και να μελετούμε και την αγία Γραφή: όχι ως ένα κοινό βιβλίο, όχι ως κείμενο που απαιτεί είτε τη μία μέθοδο προσέγγισης: την ιστορικογραμματική, είτε την άλλη: την αλληγορική. Ο άγιος φανερώνει: την αγία Γραφή την προσεγγίζουμε αγιοπνευματικά, δηλαδή με φωτισμό Θεού, κατά την αναλογία όπως είπαμε της καθάρσεως της καρδιάς. Τότε ξεπερνάμε το γράμμα, την επιφάνεια της Γραφής και οδηγούμαστε στο «απόθετον κάλλος», την κρυμμένη ομορφιά, εκεί που αποκαλύπτεται το ίδιο το Πνεύμα του Θεού. Κατά πώς το λέει και ο άγιος Κοσμάς ο ποιητής: «Ο το ευτελές ένδυμα του νομικού περιρρήξας γράμματος και το εν αυτώ θείον κάλλος και μυστικόν των θείων του Πνεύματος ημίν αναπτύξας Γραφών, παμμακάριστε Πάτερ, σε μεγαλύνομεν» (Συ, παμμακάριστε Πατέρα, που έσχισες το επιφανειακό ένδυμα του νομικού γράμματος, τον τρόπο δηλαδή με τον οποίο ερμήνευαν την Γραφή οι Ιουδαίοι, και μας άνοιξες τη θεϊκή και μυστική ομορφιά των θείων Γραφών του Πνεύματος, που κρύβεται στο γράμμα της Γραφής, εσένα δοξάζουμε).

Δευτέρα 22 Ιανουαρίου 2024

Η ΑΓΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΩΣ ΠΡΟΤΥΠΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ


(Κύρια σημεία ομιλίας στην κοπή πρωτοχρονιάτικης πίτας των Σχολών Γονέων της Ι. Μητροπόλεως Πειραιώς (21 Ιανουαρίου), στο Π. Κέντρο του Ι. Ναού Αγίου Βασιλείου Πειραιώς)

Πασίγνωστος ο Μέγας Βασίλειος όχι μόνο στα πέρατα του χριστιανισμού, Ανατολικού και Δυτικού, αλλά και σε όλον τον υπόλοιπο κόσμο. Στον μεν χριστιανικό κόσμο, γιατί συνιστά έναν από τους μεγαλυτέρους Πατέρες και Διδασκάλους της Εκκλησίας, κυριολεκτικά ορόσημο αυτής, στον δε εξωχριστιανικό γιατί συνδέθηκε στρεβλά το όνομά του με την καρικατούρα της Coca Cola, τον Άη Βασίλη ονομαζόμενο ή άγιο Νικόλαο κατ’ άλλους, τον εξίσου γνωστό Santa Claus. Έτσι κι αλλιώς όμως θεωρείται ο γνωστότερος παγκοσμίως άγιος.

 Γνωστός βεβαίως, αλλά πολύ λιγότερο, ο αδελφός του άγιος Γρηγόριος Νύσσης, «ο Πατήρ Πατέρων» κατά την Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο, αυτός που θεωρείται ο πιο εμφιλόσοφος νους από όλους τους Πατέρες. Όπως γνωστή και η μεγάλη αδελφή του Μ. Βασιλείου, η οσία Μακρίνα, που έγινε σημείο αναφοράς στην εποχή της για την πίστη και την προσφορά της, τον 4ο αι. αλλά και διαχρονικά. Πολύ λιγότερη γνωστή, αλλά πάντως γνωστή, είναι και η μητέρα των παραπάνω, κι αυτό γιατί προβλήθηκε τα τελευταία χρόνια, η σοφή αγία Εμμέλεια, κι ακόμη λιγότερο γνωστοί οι άλλοι άγιοι αδελφοί της ίδιας οικογένειας, ο Πέτρος επίσκοπος Σεβαστείας, ο Ναυκράτιος, εξίσου και η Θεοσεβία, όπως και ο πατέρας του Βασιλείου Βασίλειος κι αυτός, μαζί με τη γιαγιά των τέκνων, τη μεγάλη Μακρίνα, από την οποία πήρε και το όνομά της η οσία Μακρίνα που μνημονεύσαμε. Οκτώ  (ή επτά κατ’ άλλους) επισήμως διακηρυγμένοι άγιοι σε μία οικογένεια από τα δεκατρία συνολικά μέλη της! Και τονίζουμε το «διακηρυγμένοι», γιατί και τα υπόλοιπα αδέλφια, τέσσερις αδελφές, δεν είναι λιγότερο άγιοι. Αλλά αγίασαν στον αφανή στίβο της αγιότητος, που είναι ο έγγαμος βίος, οπότε και το ύψος της αγιότητός τους το ξέρει μόνο ο Θεός.

Κι αν επιμέρους λοιπόν λίγο ή πολύ είναι γνωστοί οι άγιοι αυτοί, διαφεύγει της προσοχής και της γνώσεως των περισσοτέρων ότι ήδη από το 1998 καθιερώθηκε συνοδικά να εορτάζεται ολόκληρη η οικογένεια του Μεγάλου Βασιλείου, τη δεύτερη Κυριακή του Ιανουαρίου, ως πρότυπο της αληθινής και της γνήσιας χριστιανικής οικογένειας. Σαφώς και έχουμε και άλλες οικογένειες με πλήθος αγίων μελών τους, όμως σε τέτοιο ποσοστό μόνο στη συγκεκριμένη οικογένεια βρίσκουμε. Κι έτσι δικαιολογημένα ακούμε στο συναξάρι της συγκεκριμένης ημέρας:

Τη δευτέρα Κυριακή του μηνός Ιανουαρίου, μνήμην επιτελούμεν της αγίας οικογενείας του Μεγάλου Βασιλείου.

Κι ήταν πράγματι εμπνευσμένη η στιγμή που ο υπεύθυνος των Σχολών Γονέων της Μητροπόλεώς μας, καλός και σεμνός κληρικός, πρωτοπρεσβύτερος π. Βασίλειος Σιγάλας, σκέφτηκε το συγκεκριμένο θέμα να αναπτύξουμε τη σημερινή ημέρα. Γιατί είμαστε μέσα στην ατμόσφαιρα της, έστω παραθεωρημένης, εορτής, που έχει όμως τεράστια σημασία και για τη δική μας εποχή. Ευκαιρία λοιπόν να γνωρίσουμε λίγο τη μοναδική αυτή οικογένεια και να μετρήσουμε αν μπορούμε κι εμείς να σταθούμε πλάι της ισάξια, ή αλλιώς πώς και σε τι μπορεί να γίνει αυτή πρότυπό μας.

Α. 1. Κι αμέσως τίθεται το αμείλικτο ερώτημα: είναι δυνατόν και λογικό μία οικογένεια που έζησε τον 4ο αι., δηλαδή 1700 περίπου χρόνια πριν από εμάς, να θεωρηθεί πρότυπο και παράδειγμα για τη σημερινή εποχή; Οι συνθήκες που ζούμε σήμερα είναι ριζικά διαφορετικές από τότε. Και δεν αναφερόμαστε σε ό,τι χαρακτηρίζουμε μετανεωτερική λεγόμενη εποχή, όπου τα πάντα ανατρέπονται και αμφισβητούνται – εδώ οι αλλαγές προκαλούν ίλιγγο και σεισμούς μεγατόνων! Απλώς λέμε ότι φυσιολογικά λόγω της χρονικής απόστασης και της εξέλιξης που έχει υπάρξει από τότε, οι κοινωνίες και οι αξίες είναι σε μεγάλο βαθμό άλλες. Όπως και η προσέγγιση της ίδιας της πραγματικότητας γίνεται με εντελώς διαφορετικούς όρους. Πώς το τόσο μακρινό παρελθόν λοιπόν να το μεταφέρουμε στο παρόν για να γίνει καθοδηγητικό στοιχείο δικό μας;

Η απάντηση υπάρχει και δεν συνιστά ουτοπία: μπορεί όντως οι συνθήκες και το πλαίσιο ζωής του τότε και του τώρα να είναι διαφορετικά, όμως στην ουσία τους οι άνθρωποι παραμένουμε στο βάθος οι ίδιοι. Γιατί; Διότι από τα ίδια πάθη όλοι μας ταλαιπωρούμαστε: τον μιαρό εγωισμό μας με όλα τα παρακλάδια του, τα ίδια προβλήματα της φθαρτότητάς μας ζούμε με οδύνη, ψυχικά και σωματικά, στον ίδιο φόβο και στην ίδια αγωνία βρισκόμαστε ενώπιον του κοινού και αναπόφευκτου τέλους που μπορεί να έρθει απρόβλεπτα, εννοούμε τον θάνατο. Όσες αλλαγές και να έγιναν ή πρόκειται να γίνουν στην ανθρωπότητα, καλές ή κακές, τα καίρια αυτά στοιχεία δεν άλλαξαν κι ούτε βεβαίως θα αλλάξουν. Κι αυτό θα πει ότι τελικώς ο άνθρωπος διαχρονικά παραμένει ο ίδιος: ένα έρμαιο δυνάμεων που δεν μπορεί να ελέγξει, κι ένα φύλλο στον άνεμο που πνέει όπου θέλει χωρίς να μπορεί αυτός να κάνει και πολλά πράγματα!

Οπότε, ναι!, απέχουμε πολύ χρονολογικά από τη συγκεκριμένη αγία οικογένεια, αλλά οι απαντήσεις που μπορούμε να πάρουμε από τη ζωή των μελών της, μεταξύ τους αλλά και εκτός αυτής, είναι τέτοιες που ίσως - το ίσως ως σχήμα λόγου -  αποβούν σωτήριες. Γιατί; Διότι η οικογένεια αυτή θέλησε να ακολουθήσει έναν τρόπο ζωής που έχει τον χαρακτήρα του αιώνιου. Κι έχει τον χαρακτήρα του αιώνιου, γιατί θέλησε και αγωνίστηκε να θέσει ως βάση, είτε ήταν οι γονείς είτε τα τέκνα, το μόνο αιώνιο στοιχείο, το μόνο αενάως καινό-καινούργιο, τον λόγο του Θεού εν προσώπω Ιησού Χριστού. Πρόκειται για αλήθεια που επιβεβαιώνεται εμπειρικά σε κάθε εποχή από κάθε άνθρωπο που θα λάβει σοβαρώς υπ’ όψιν του τη χριστιανική πίστη: Θέλεις να ζεις κατά Χριστόν; Θέλεις ο Χριστός να είναι όχι το περιθώριο αλλά το κέντρο της ζωής σου; Τότε θα ανοιχτούν τα μάτια και όλα τα κύτταρα της ψυχοσωματικής σου υπάρξεως για να δεις ότι έχει εισρεύσει μέσα σου η ίδια η πηγή της ζωής, η ίδια η αιωνιότητα, όπως το υποσχέθηκε ο αποκαλυφθείς Θεός Ιησούς Χριστός: «Εάν με αγαπάτε, τηρήστε τις εντολές μου και θα δείτε ότι θα σας φανερωθώ και θα γίνετε κατοικητήριο όλης της αγίας Τριάδος». Και «όποιος θα πιει από το ύδωρ που εγώ θα του δώσω, θα δει να γίνεται το ύδωρ αυτό πηγή ύδατος που αναβλύζει την αιώνια ζωή». Αιώνιος με άλλα λόγια ο Θεός, αιώνιος κατά χάριν και ο άνθρωπος που θα σχετιστεί με επίγνωση μαζί Του. «Ιησούς Χριστός χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας».

2. Από την άποψη αυτή, επανερχόμενοι στην αγία οικογένεια του Μεγάλου Βασιλείου, δεν μας ενδιαφέρει πρώτιστα απλώς ο τύπος και η μορφή της (παραδοσιακής οπωσδήποτε) οικογένειας μέσα στην οποία άγιασαν τα μέλη της – και δεν μιλάμε καθόλου για τα μοντέρνα ή μεταμοντέρνα μορφώματα «οικογένειας» που παρουσιάστηκαν μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο έως σήμερα, γιατί εκεί η χριστιανική ζωή εξαρχής δεν υφίσταται - αλλά (μας ενδιαφέρει) το εσώτερο βάθος της που δεν είναι άλλο από αυτό που η Εκκλησία μας χαρακτηρίζει «κατ’ οίκον Εκκλησία». Θα ήταν λάθος δηλαδή να επικεντρώσουμε την προσοχή μας στο αν η οικογένεια αυτή ήταν πατριαρχική ή πυρηνική, όπως λέγεται, υπερπολύτεκνη ή απλώς και πολύτεκνη ή με λιγότερα τέκνα. Κάτι τέτοιο θα λειτουργούσε αποπροσανατολιστικά, για τον απλούστατο λόγο ότι και στο παρελθόν και τώρα, κι ασφαλώς και στο μέλλον, έχουμε και θα έχουμε  παραδοσιακές πολύτεκνες και υπερπολύτεκνες οικογένειες που τα μέλη τους όχι μόνο δεν αγίασαν και δεν αγιάζουν, αλλά κάποτε γίνονται και όργανα του Πονηρού, που σημαίνει ότι δεν καταξιώνεται καθεαυτήν μία οικογένεια γιατί έκανε παιδιά ή πολλά παιδιά, αλλά γιατί τα μέλη της όπως είπαμε βρίσκονται «επί τα ίχνη του Ιησού», καλλιεργείται το φρόνημα και το ήθος του Κυρίου, το φρόνημα δηλαδή της ταπείνωσης και της αγάπης, όπως το σημειώνει με μοναδικό τρόπο ο απόστολος Παύλος στην προς Φιλιππησίους Επιστολή (2, 5-8): «Να υπάρχει μεταξύ σας το ίδιο φρόνημα που είχε κι ο Ιησούς Χριστός, ο οποίος, αν και ήταν Θεός, δεν θεώρησε την ισότητά του με τον Θεό αποτέλεσμα αρπαγής, αλλά τα απαρνήθηκε όλα και πήρε μορφή δούλου˙ έγινε άνθρωπος˙ και όντας πραγματικός άνθρωπος ταπεινώθηκε θεληματικά υπακούοντας μέχρι θανάτου, και μάλιστα θανάτου σταυρικού». Την «κατ’ οίκον Εκκλησία» λοιπόν αναζητούμε στην οικογένεια του Μεγάλου Βασιλείου κι αυτήν θέλουμε να «ζωγραφίσουμε» ενώπιον των οφθαλμών μας. Γιατί ενώ φαίνεται ότι είναι «θαμμένη» στο παρελθόν, αυτή αδιάκοπα ξεπετιέται  λαμπερή στο αιώνιο Παρόν του Θεού, καλώντας μας ως καθοδηγητικό αστέρι στην προς τα πρόσω πορεία. «Ποίησον Ἐκκλησίαν τόν οἶκον σου» προτρέπει και ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος.

3. Ποια τα χαρακτηριστικά λοιπόν συγκεκριμένα αυτού του είδους της οικογένειας;

(1α) Πρώτα από όλα αυτό που μόλις επισημάναμε: Η πίστη στον Κύριο Ιησού Χριστό και σύνολη την αγία Τριάδα, που παραλαμβάνεται από το άγιο σώμα Του, την Εκκλησία, και βιώνεται μέσα σ’ αυτήν. Είτε είναι οι γονείς είτε τα τέκνα είτε οι παππούδες τον Χριστό έχουν ως βάση και απόλυτο κριτήριο της ζωής τους και των όποιων σχέσεών τους, γεγονός που τους καθιστά «ομοτρόπους». Ο άγιος υμνογράφος της ακολουθίας τους, όσιος Γεράσιμος ο Μικραγιαννανίτης, απαρχής το επισημαίνει: «Το ομότροπο ζεύγος, ο Βασίλειος και η σοφή Εμμέλεια που ενώθηκαν όπως ο ήλιος με τη σελήνη, γέννησαν δεκάριθμο χορό αστεριών που έλαμψαν στο στερέωμα της Εκκλησίας του Χριστού» (μ. εσπ.). Κι όταν λέμε ότι έθεσαν τον Χριστό ως βάση της ζωής τους εννοούμε τις άγιες εντολές Του και τον λόγο του Ευαγγελίου Του. «Οι γονείς και τα τέκνα ακολούθησαν το ευαγγελικό παράγγελμα του Σωτήρος Χριστού» (λιτή). Διότι είναι γνωστό ότι μία πίστη στον Χριστό χωρίς ενεργοποίησή της με βάση τις εντολές Του είναι νεκρή και φτάνει στο σημείο να γίνεται και δαιμονική.

(1β) Οι γονείς λοιπόν πρώτα: ο πατέρας Βασίλειος και η σοφή Εμμέλεια. Φανέρωναν την αληθινή πίστης τους ζώντας μεταξύ τους κατά τον τρόπο που καθορίζει για το χριστιανικό ζευγάρι ο απόστολος Παύλος: «υποτασσόμενοι αλλήλοις εν φόβω Χριστού». Η αίσθηση δηλαδή ότι βρίσκονταν μπροστά στον πανταχού παρόντα και τα πάντα πληρούντα Κύριο τους οδηγούσε χωρίς δυσκολία στη μόνη στάση που δικαιώνεται από τον Θεό για τους συζύγους: την αλληλοϋποταγή - πώς ο ένας να σπεύδει να υποτάσσεται και να υπακούει στον άλλον! Γιατί; Διότι ο καθένας έβλεπε στο πρόσωπο του άλλου τον ίδιο τον Κύριο. Όταν Εκείνος, ο αρχηγός της πίστεως, αποκάλυψε ότι η δική Του παρουσία είναι κρυμμένη πίσω από τον κάθε άνθρωπο, ιδίως τον χριστιανό: «εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου εμοί εποιήσατε», πώς ένας πιστός του εν επιγνώσει δεν θα το λάβει απολύτως υπ’ όψιν του; Και μάλιστα στον πρώτο και πιο άμεσο αδελφό, το άλλο του μισό, τον ή τη σύζυγο; Πρόκειται για την πραγματικότητα που επεσήμαινε και ο σύγχρονός μας μεγάλος όσιος Παΐσιος ο αγιορείτης, όταν μιλούσε για τους συζύγους. «Ποιος να πλένει τα πιάτα, Γέροντα;» ρωτήθηκε κάποια φορά από έναν σύζυγο. Και η απρόσμενη, αλλά απολύτως καίρια χριστιανικά, απάντηση του οσίου: «Όποιος προλάβει πρώτος!» Για τον σύγχρονο όσιο η σχέση των συζύγων δεν καθορίζεται από άλλα κριτήρια πέραν αυτού που προτείνει ο λόγος του Θεού. Και ο λόγος αυτός σου λέει ότι ο άλλος, ο συνάνθρωπος, δεν είναι ένας άλλος αλλά ο ίδιος ο Χριστός – τα μάτια που διαστέλλονται από την πίστη αυτήν την όραση σου δίνουν. Πολύ περισσότερο βεβαίως όταν ο σύζυγος και η σύζυγος συνιστούν τον ένα άνθρωπο κατά τον Κύριο! «Ουκέτι εισί δύο, αλλά μία σαρξ» όπως απεκάλυψε. Το ζευγάρι που ευλογείται από τον Θεό δεν είναι δύο πια άνθρωποι, αλλά ένας άνθρωπος – η πιο μεγάλη αλήθεια που ανάγεται στην ίδια τη δημιουργία του ανθρώπου. «Απαρχής ο Θεός εποίησεν άνθρωπον, άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς»!

(1γ) Κι αυτή είναι η μόνη φυσιολογική και ευλογημένη σχέση, ας επιτραπεί να σχολιάσουμε το αυτονόητο. Δεν δημιούργησε ο Θεός άρσεν και άρσεν ούτε θήλυ και θήλυ για να συσταθεί ο ένας άνθρωπος. «Εποίησεν άρσεν και θήλυ» και αυτό καθόρισε ως τη μοναδική οδό πορείας της ανθρωπότητας. Και πώς τότε έχουμε κατά καιρούς, παλαιότερα αλλά και σήμερα, την προβολή άλλης θεώρησης του ανθρωπίνου; Το Πνεύμα του Θεού διά στόματος του αποστόλου Παύλου δίνει την απάντηση: Πρόκειται για «ατιμία και ασχημοσύνη» που οφείλεται στην παραθεώρηση του Θεού από τη ζωή του ανθρώπου. Όταν ο άνθρωπος κάνει πέρα τον Θεό και Τον διαγράφει από τη ζωή του, τότε ο Θεός σεβόμενος την ελευθερία που ως ακριβό δώρο τού έδωσε εγκαταλείπει τον άνθρωπο, αφήνοντάς τον στις σκοτεινές και αφύσικες επιλογές του, οι οποίες ασφαλώς δημιουργούν το πλαίσιο για να ζει αυτός ήδη την κόλαση από αυτήν τη ζωή. «Κι επειδή θεώρησαν περιττό οι άνθρωποι να γνωρίσουν τον Θεό ενσυνείδητα, τους παρέδωσε ο Θεός στη μωρία τους, κι έτσι κάνουν ανάρμοστα πράγματα. Είναι γεμάτοι από κάθε λογής αδικία, πορνεία, πονηρία, πλεονεξία, κακία. Είναι γεμάτοι φθόνο, φόνο, φιλονικία, απάτη και κακοήθεια… Χωρίς σύνεση, δεν κρατούν τον λόγο τους, δεν έχουν στοργή, διαλλακτικότητα και έλεος… Είναι καταδικασμένοι σε αιώνιο θάνατο!» (Ρωμ. 1, 28-32).

(2α) Η αίσθηση της παρουσίας του Χριστού στον πατέρα Βασίλειο και τη σοφή Εμμέλεια που έπαιρνε τη μορφή της μεταξύ τους αλληλοϋπακοής, τους έκανε εν αγάπη  κ α ι  να θέλουν παιδιά στη ζωή τους, ως «επαναλήψεις» όχι του εαυτού τους αλλά του ίδιου του Χριστού – «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού» οι άνθρωποι –, αλλά  κ α ι  γι’ αυτόν τον λόγο να τα επιβλέπουν ώστε να διαπαιδαγωγούνται με τη μόνη ορθή χριστιανική προοπτική, της εντάξεώς τους στη Βασιλεία του Θεού. Άνθρωπος δηλαδή που αγαπά τον Χριστό αγαπά με ιδιαίτερη θέρμη τις πιο γνήσιες εικόνες Του, τα παιδιά, ποθώντας κατ’ επέκταση να τα δει να ακολουθούν και εκείνα οικεία βουλήσει τα δικά Του ίχνη. Από την άποψη αυτή στο ιερό αυτό ζεύγος διαπιστώνουμε και τον πρώτο άμεσο σκοπό του γάμου, την αλληλοσυμπλήρωση των συζύγων, αλλά και την τεκνογονία και την ανατροφή των τέκνων. Και θα πρέπει να πούμε εδώ ότι και τα τρία αυτά συνυπάρχουν αναπτυσσόμενα παραλλήλως χωρίς να υφίσταται καμία έκπτωση σε κανένα τους. Δεν μπορεί δηλαδή σε ένα χριστιανικό ζευγάρι να μην υπάρχει η επιθυμία της καρποφορίας της σχέσης τους, να υπάρξουν παιδιά, όπως πολύ περισσότερο δεν υπάρχει περίπτωση να μην ενδιαφέρονται για τα παιδιά, εφόσον ο Θεός δίνει τη δυνατότητα της τεκνογονίας -  ο Θεός γαρ «διανοίγει την μήτραν της γυναικός». Και η συνύπαρξη και το παράλληλο των τριών αυτών σκοπών, (που βεβαίως βρίσκονται στη γενικότερη σκοποθεσία όπως είπαμε της ζωντανής σχέσεως με τον Κύριο Ιησού Χριστό), πρέπει να τονίζεται πάντοτε, διότι εύκολα είναι αλήθεια, μπορεί να υπάρξει ανισορροπία. Να έχουμε δηλαδή προσκόλληση για παράδειγμα, ιδίως από πλευράς της μητέρας, προς τα παιδιά με παραμέληση του συζύγου, ή, τεκνοποιΐα, ιδίως εκεί που υπάρχει πολυτεκνία  συνεπώς και μεγάλη κούραση με έλλειψη χρόνου, χωρίς την ανάλογη φροντίδα για την ανατροφή των παιδιών. Εκείνος που έδωσε την ευλογία του καρπού της συζυγίας, των παιδιών, ο Ίδιος έδωσε και την εντολή: «Εκτρέφετε τα τέκνα υμών εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου».

(2β) Κι είναι η αλυσίδα αυτή: αλληλοσυμπλήρωση συζύγων, τεκνοποιΐα, ανατροφή, το στοιχείο που αποτελεί κι ένα κριτήριο για το πλήθος των παιδιών στο οποίο πρέπει να προχωρήσει ένα ζευγάρι. Αναφέραμε και παραπάνω ότι δεν σώζει μία οικογένεια ο αριθμός των παιδιών, αλλά η συναίσθηση  ότι τα μέλη της, πρώτιστα οι σύζυγοι, πορεύονται κατενώπιον Θεού με βάση τις εντολές Εκείνου. Ο συντονισμός με τον ζωντανό προσωπικό Θεό είναι το αενάως ζητούμενο κι αυτό θα ζητηθεί από τον ανά πάσα στιγμή ερχόμενο να εμφανιστεί Κύριο. Οπότε χρειάζεται να αναμετρώνται πάντοτε οι γονείς αν η τεκνογονία συμβαδίζει με την ορθή ανατροφή, που θα πει με τη γεμάτη αγάπη και σεβασμό στάση τους έναντι των παιδιών τους, με την αφιέρωση του απαιτουμένου χρόνου για την καλή ανάπτυξή τους, με την προσφορά στα παιδιά τους του κατεξοχήν στοιχείου αγάπης τους: τον δικό τους αγιασμό. Τι νόημα άραγε έχει υπό το πρίσμα αυτό ο ερχομός παιδιών, που ο γονιός στη φάση που βρίσκεται ίσως βλέπει ότι αδυνατεί να τους δώσει αυτό που τους οφείλει; Μία μάνα για παράδειγμα και μάλιστα εργαζομένη ή ένας πατέρας πολυάσχολος και πολυδιασπασμένος ευρισκόμενοι σε διαρκή αναταραχή και πανικό γιατί δεν προλαβαίνουν, πώς μπορεί να θεωρηθούν ότι στέκονται πάνω στο θέλημα του Θεού; Αυτό που έχουν αυτό και θα προσφέρουν σε όλους: την ταραχή και τον πανικό τους. Δεν είναι τυχαίο ότι κάποια γυναίκα με τρία παιδιά, όταν επισκέφτηκε τον όσιο Πορφύριο για να του πει ότι δεν αντέχει και ένα τέταρτο που επιθυμεί ο άντρας της, άκουσε από το άγιο στόμα του την αρνητική προτροπή. «Μην την πιέζεις» είπε ο όσιος στον σύζυγο, «γιατί ψυχολογικά δεν αντέχει. Όταν θα αντέξει, μόνη της θα το ζητήσει». Και διάβασα κάπου εσχάτως ότι μία γυναίκα εξίσου με τρία παιδιά μετέσχε πριν κάποια χρόνια σε εκδρομή ενορίας εδώ στην Αττική για το μοναστήρι του Αγίου Αντωνίου στην Αριζόνα. Και είδε και εξομολογήθηκε στον άγιο Γέροντα Εφραίμ ότι δεν θέλει άλλο παιδί που εξίσου με το προηγούμενο επιθυμούσε ο σύζυγος. Και η απάντηση του αγίου αυτού ανθρώπου ήταν όντως αποκαλυπτική: «Κάνε προσευχή από την καρδιά σου, παρακάλεσε την Παναγία, και ό,τι δεις μέσα στην καρδιά σου να φουντώνει αυτό θα είναι και η απάντηση!»

(2γ) Στην αγία οικογένεια του Μ. Βασιλείου είχαμε εν προκειμένω την ανθρωπίνως ορθή ισορροπία. Και η αγάπη των γονιών υφίστατο και η τεκνοποιία ήταν πλούσια γιατί μπορούσαν, και η ανατροφή συνιστούσε προτεραιότητα. Πάνω στο τελευταίο μάλιστα είναι πολύ σημαντική η αναφορά στην εκκλησιαστική ακολουθία της μεγάλης αδελφής, της οσίας Μακρίνας, του πώς η μάνα Εμμέλεια διαπαιδαγωγούσε την κόρη της. Πραγματικά ο άγιος υμνογράφος, στηριγμένος σε ιστορικά στοιχεία, με έξοχο τρόπο μας ανοίγει τα μάτια να δούμε τη σοφία της χριστιανής μητέρας. Τι μας λέει; Ότι αφενός ήδη από την κοιλιά της την ύψωνε προς τον Θεό προσευχομένη διαρκώς για το αγέννητο ακόμη παιδί της - «επ’ αυτώ (τω Χριστώ) από γαστρός, επερρίφης άμωμε» - αλλά αφ’ ετέρου την παρακολουθούσε διακριτικά και με αγάπη σε όλο το μεγάλωμά της. «Οφθαλμοίς μητρικοίς τετηρημένη» σημειώνει. Την πρόσεχε με τα μάτια που έχει μία μάνα που αγαπά το βλαστάρι της όσο τίποτε άλλο. Δεν μας θυμίζουν αυτές οι επισημάνσεις ό,τι πιο σύγχρονο υφίσταται από πλευράς της επιστήμης της παιδαγωγικής, αλλά ακόμη περισσότερο αυτά που έλεγε ο όσιος Πορφύριος και πάλι, ο οποίος τόνιζε ότι οι γονείς και ιδίως η μάνα, (τεράστια η ευθύνη βεβαίως σ’ αυτό και του πατέρα), ήδη απαρχής της εγκυμοσύνης της θα πρέπει να φροντίζει για το παιδάκι της: να βρίσκεται σε καλή ψυχολογική κατάσταση, να προσέχει τον εαυτό της, να δημιουργεί ευχάριστες και ήρεμες συνθήκες διαβίωσής της, γιατί ό,τι συμβαίνει στην ίδια αντανακλά και στο παιδί; Αλλά και μετέπειτα να παρακολουθεί με στοργή την ανάπτυξή του χωρίς όμως εξάρσεις ιδιαίτερες και περιττές. «Μη γίνεστε υπερβολικοί στις εκδηλώσεις σας προς τα παιδιά» συνήθιζε να λέει, «γιατί οι υπερβολές αποπροσανατολίζουν το παιδί. Με ήρεμο τρόπο να τα σκεπάζετε με την αγάπη σας κι αυτό θα συντελεί στην καλύτερη δυνατή ανάπτυξή του». «Μητρικοίς οφθαλμοίς τετηρημένη» - να σκεπάζονται τα παιδιά από τα μάτια της μάνας που ξέρει να αγαπά και να προσεύχεται. Κάτι διαφορετικό, δηλαδή και η υπερβολή που είπαμε αλλά και η αδιαφορία, είναι ευνόητο ότι θα εκπίπτει σ’ αυτό που επίσης ο απόστολος Παύλος επισημαίνει: «Οι γονείς μη παροργίζετε τα τέκνα υμών». Παροργισμό των τέκνων έχουμε και με τις υπερβολές και με την αδιαφορία και με τις επιθετικές ασφαλώς ενέργειες απέναντί τους!

(3) Ποιος μετά τα παραπάνω θα αμφέβαλλε ότι και οι σχέσεις μεταξύ των αδελφών δεν θα κυμαίνονταν σε ανάλογο επίπεδο σεβασμού και αγάπης; Και δεν εννοούμε ότι δεν υπήρξε ποτέ ένταση και διαφωνία και μαλώματα ανάμεσα στα αδέλφια της ιερής αυτής οικογένειας – τούτο είναι αδύνατο, αφού η ανθρώπινη φύση «επί τα πονηρά έγκειται επιμελώς εκ νεότητος» - , αλλ’ εννοούμε ότι η όποια ένταση ή διαφωνία γρήγορα έβρισκε τον δρόμο της καταλλαγής και της συγχώρησης. Και γνωρίζουμε την πραγματικότητα αυτή, γιατί φρόντισαν οι άγιοι Πατέρες, ιδίως ο αδελφός άγιος Γρηγόριος, να μας μιλήσουν για τη Μακρίνα και τις σχέσεις ανάμεσα στην οικογένεια. Και τι είπε, και όχι μόνο μία φορά; Ότι η Μακρίνα, η μεγάλη αδελφή, ήταν «ο διδάσκαλος, ο παιδαγωγός, ο σύμβουλος» των αδελφών, εκτός από τους γονείς. Όταν δηλαδή ανέκυπτε διαφωνία, όταν υπήρχε ένταση, επενέβαινε η σοφή μεγάλη αδελφή, μεγάλη όχι μόνο ως προς την ηλικία, και έβαζε τα πράγματα στη θέση τους. Κι όχι μόνο όταν ακόμη τα αδέλφια ήταν μικρά, που είναι φυσικό να μαλώνουν και να δημιουργούν προβλήματα, αλλά και αργότερα, σε πιο μεγάλη ηλικία. Σαν την περίπτωση που ο μεγάλος κι αυτός αδελφός, το αστέρι της οικογένειας, ο Μέγας Βασίλειος, γύρισε από τις σπουδές του στην Καισάρεια κι έπειτα στην Αθήνα. Μεγαλοφυής ο Βασίλειος, με σπουδές που τον έκαναν πανεπιστήμονα της εποχής, με επαίνους και διακρίσεις, επέστρεψε στην οικογένεια, προφανώς με τον αέρα του ανώτερου. Κι εκεί επενέβη η Μακρίνα: βλέπει αμέσως «την επηρμένην οφρύν» του αδελφού της και σπεύδει να τον προσγειώσει! Όχι μειώνοντας βεβαίως το επίπεδο στο οποίο βρέθηκε κοσμικά ο Βασίλειος – η Μακρίνα ανεγνώριζε το μεγαλείο του το μορφωτικό – αλλά υπενθυμίζοντάς του τη βάση και τα κριτήριο της οικογένειας: τον Χριστό και την οδό την αληθινή. Η μεγάλη αδελφή ως πράγματι «διδάσκαλος», αλλά με ταπείνωση και με σεβασμό. Η Μακρίνα ως «αλείπτης» πνευματικός, ως γυμναστής που διορθώνει τα κακώς κείμενα. Και η επέμβασή της, η γεμάτη ταπεινή αγάπη, βρίσκει τον στόχο της: ο Βασίλειος συνέρχεται. Αναγνωρίζει την παρέκκλιση, καταλαβαίνει ότι όλη τη μόρφωσή του πρέπει να τη θέσει στη διακονία του Κυρίου και της Εκκλησίας – ό,τι του πρότεινε η Μακρίνα. Και δεν ξέρει κανείς ποιον να πρωτοθαυμάσει; Την μεγάλη Μακρίνα ή τον μεγάλο Βασίλειο; Ταπεινή αγάπη η μία, ταπεινό φρόνημα ο άλλος, με το οποίο κτίζεται η καθ’ υπερβολήν οδός της αγάπης.

(4) Και με βάση αυτά κατανοεί κανείς και κάτι εξίσου σημαντικό και υπέροχο και υποδειγματικό που μας προσφέρει η αγία οικογένεια. Οι γονείς είναι έτοιμοι να βοηθήσουν τα παιδιά τους σε ό,τι εκείνα θέλουν να ακολουθήσουν στη ζωή τους. Αλλά να ξέρουν όμως: ό,τι και να κάνουν να τίθεται αυτό στην υπηρεσία του θελήματος του Θεού. Σεβασμός και ελευθερία δηλαδή από τη μία˙ προτεραιότητα στο θέλημα του Θεού από την άλλη, που εκφράζεται κυρίως ως αγάπη και διακονία του συνανθρώπου. Και να, που σε όλα σχεδόν τα αδέλφια επισημαίνουμε το δίπολο αυτό! Παράδειγμα: η Μακρίνα πρώτη! Από μικρή θέλει να αφιερωθεί στον Κύριο, μα ακολουθεί τη στοργική προτροπή των γονέων να παντρευτεί. Στην περίοδο των αρραβώνων όμως φεύγει από τη ζωή ο  μνηστήρας της. Αφιερώνεται έπειτα στον Θεό και τον συνάνθρωπο. Τα δύο μοναστήρια που ιδρύει παρά τον Ίρι μοναχό, όπου εκεί βρίσκουμε και τη μητέρα Εμμέλεια υποτακτική(!) της, είναι για προσευχή και δοξολογία του Κυρίου, μα και για περίθαλψη όλων των αναγκεμένων και πονεμένων. Ο Μ. Βασίλειος έπειτα: σπουδές καταπληκτικές όπως είπαμε, στη νομική (ρητορική), την ιατρική, τη φιλοσοφία, τη γεωμετρία, την αστρονομία. Όλα στο τέλος όμως στον βωμό της ιερωσύνης ως αναφοράς στον Θεό και της αγάπης στον συνάνθρωπο. Το κοινωνικό και φιλανθρωπικό έργο του Βασιλείου: υπακοή στο θέλημα του Θεού τη συγκεκριμένη εποχή, υπεροχικό και ανυπέρβλητο σε όλους τους αιώνες. Ο Γρηγόριος στη συνέχεια: κι αυτός με σπουδές μοναδικές, στην οικογένεια και στις μεγάλες Σχολές. Έγγαμος στην αρχή με τέκνο, μα μόνος στη συνέχεια, γιατί φεύγουν από τη ζωή και η σύζυγος και η κόρη. «Πατήρ Πατέρων» στην εξέλιξή του ως επίσκοπος στη Νύσσα με τεράστιο συγγραφικό και αντιαιρετικό έργο. Ο Ναυκράτιος, ο άλλος αδελφός; Ο πιο γλυκός από όλους, λένε τα αδέλφια του. Σπουδές στη νομική, αλλά μοναχός και κοινωνικός έργάτης χάριν των αναγκεμένων στη συνέχεια. «Χάθηκε» σε ατύχημα την ώρα της διακονίας των πτωχών του, γι’ αυτό και «οσιομάρτυς» χαρακτηρίζεται.

Β. Σταματούμε εδώ την αναφορά στην ιερή οικογένεια. Μοναδική και ίσως ανεπανάληπτη στους αιώνες. Μα ταυτοχρόνως και υπόδειγμα. Γιατί βίωνε το αιώνιο, δηλαδή το αδιάκοπα επίκαιρο και συγχρονισμένο. Δεν χρειάζεται να πούμε πολλά. Ό,τι προβάλαμε συνιστά οδό και φωτεινό μονοπάτι. Σ’ έναν κόσμο μάλιστα, το αναφέραμε, εντελώς χαμένο και νεκρωμένο πνευματικά, που ανακυκλώνει εσαεί την καταχνιά και το έρεβος των παθών του, η οικογένεια του Μ. Βασιλείου, «η επτάριθμος, (ή αλλού οκτάριθμος), πατρομητραδελφότης», εν συνόλω και μεμονωμένα, αποτελεί ελπίδα και παρηγοριά. Και για τους συζύγους και για τα παιδιά, αλλά και για άλλα μέλη που μπορεί να ζουν μέσα σ’ αυτήν – δεν μιλήσαμε καθόλου μάλιστα και για τη γιαγιά Μακρίνα, την αγία ομολογήτρια και μαθήτρια του αγίου Γρηγορίου του Νεοκαισαρείας του θαυματουργού. Ο άγιος υμνογράφος θέλοντας να εξάρει την προσφορά τους στο σήμερα, το εκάστοτε σήμερα, θα πει τα εξής συγκινητικά: «Όλα τα μέλη της οικογένειας αυτής είναι λαμπτήρες της οικουμένης, είναι κοινοί ευεργέτες του ανθρωπίνου γένους, είναι αυτοί που έκαναν γιορτινή την υφήλιο όλη με τα κατορθώματά τους» (Δόξα εσπ.).

Μας υπενθυμίζουν ότι

- μία είναι η οικογένεια που μπορεί να σταθεί και να μεγαλουργήσει και να βοηθήσει πραγματικά τον κόσμο: η οικογένεια που λειτουργεί ως «κατ’ οίκον Εκκλησία», δηλαδή αυτή που βάση της έχει τον Ιησού Χριστό και που Τον προεκτείνει γινόμενη μία αγκαλιά για όλον τον κόσμο, ο οποίος εν αγνοία του ίσως την αναζητεί και την περιμένει˙

- η συζυγία τότε καταξιώνεται και εφελκύει πλούσια τη χάρη του Θεού, όταν οι σύζυγοι δεν ανταγωνίζονται μεταξύ τους, ποιος θα έχει το πάνω χέρι υποβιβάζοντας ο ένας τον άλλον, αλλά συναγωνίζονται ποιος θα έχει την προτεραιότητα στην προσφορά και τη διακονία. Κι εκεί φανερώνεται η πρωτιά: όποιος καταθέτει τον εαυτό του περισσότερο στη θυσιαστική υπηρεσία. «Ει τις θέλει πρώτος είναι, έστω πάντων έσχατος και πάντων διάκονος»˙

- η χαρισματική συζυγία που βιώνεται στην Εκκλησία πάει μαζί με την τεκνοποιΐα, όταν δίνει ο Θεός τη δυνατότητα, αλλά και με την ανατροφή των παιδιών «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου». Χωρίς την οδύνη της ανατροφής, γιατί δεν είναι εύκολο να ανατρέφει κανείς παιδιά και μάλιστα στη σημερινή εποχή, η τεκνογονία από μόνη της δεν προσφέρει πολλά πράγματα. Μπορεί και το αντίθετο: να γίνει μέρος μίας προβληματικής κοινωνίας. Εν προκειμένω τα λόγια του Κυρίου για τον προδότη μαθητή Του Ιούδα, από τα σκληρότερα που έχει πει, ηχούν με τρόπο άκρως πένθιμο και ίσως «απειλητικό» για πολλούς: «Καλύτερα να μην είχε γεννηθεί ο άνθρωπος αυτός!»˙

- η αγία βιοτή των γονιών αντανακλά εν πολλοίς και στα παιδιά. Άγιοι γονείς κατά κανόνα - υπάρχουν και οι εξαιρέσεις - βγάζουν και παιδιά που στέκουν καλά στην πίστη, που θα πει με αγάπη προς τον Χριστό και τον συνάνθρωπο. Ίσως δεν πρέπει να ξεχνάμε καθόλου τα λόγια του αγίου Πορφυρίου, ο οποίος τόνιζε ότι αν θέλουν οι γονείς να μην προβληματίζονται ιδιαίτερα για την εξέλιξη των παιδιών τους, αν θέλουν να τους δουν και να τους καμαρώνουν ως υγιή στοιχεία της κοινωνίας και της Εκκλησίας, δεν έχουν παρά να αποδύονται στον χαρούμενο αγώνα του αγιασμού τους. Έτσι κι αλλιώς ο αγώνας αυτός θεωρείται δεδομένος για έναν χριστιανό, αφού συνιστά εντολή του ίδιου του Θεού: «άγιοι γίνεσθε, ότι εγώ άγιός ειμι»˙

- τέλος, η μεγαλύτερη προσφορά για σύνολη την ανθρωπότητα είναι ακριβώς να ενεργοποιεί ο πιστός την πίστη του στον Χριστό. Οι άγιοι της Εκκλησίας μας ως άλλοι Χριστοί μέσα στον κόσμο είναι η ελπίδα και η παρηγοριά των ανθρώπων. Πιθανόν να μην το καταλαβαίνουμε, αλλά ο αγιασμός μας ως πορεία αγάπης ιδίως προς τον συνάνθρωπο αποτελεί οφειλή μας σ’ αυτόν – ο κόσμος της αμαρτίας ενώ πολεμάει την πίστη παράλληλα στο βάθος της καρδιάς του διψάει τον Θεό. Κι αναζητεί τον Θεό στο πρόσωπο των πιστών Του. Η αγία οικογένεια του Μεγάλου Βασιλείου αποτελεί την πρωτοπορία από την άποψη αυτή – άπειροι ήταν εκείνοι που προσκολλημένοι στα μέλη της βρήκαν τον Θεό και τον εαυτό τους. Κι αν πολλά μέλη της ιερής οικογένειας δεν έκαναν δική τους οικογένεια ήταν γιατί το ζητούμενο, όπως κατά κόρον τονίσαμε, είναι να βρίσκεται κανείς στο θέλημα του Θεού που επικαιροποιείται στο εκάστοτε εδώ και τώρα. Ξέρουμε ότι και οικογένεια δική τους να έκαναν, ο Μ. Βασίλειος, η αγία Μακρίνα, ο άγιος Πέτρος, ο άγιος Ναυκράτιος, προκοπή θα έκαναν μεγάλη σ’ αυτές, μα σε περιορισμένη ακτίνα δράσεως. Ο Θεός τους κάλεσε στον δρόμο της μοναχικής αφιέρωσης, δίνοντάς τους το χάρισμα να γίνουν οικογενειάρχες σύμπασας της οικουμένης, να γίνουν δηλαδή όργανα του Κυρίου για να εντάξουν πολλούς στην απόλυτη και οικουμενική, τοπικά και χρονικά, οικογένεια, την οικογένεια του Θεού, την Εκκλησία.