Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΔΟΡΜΠΑΡΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΔΟΡΜΠΑΡΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 14 Αυγούστου 2022

Η ΚΥΡΑ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

 


Άνθη του Αιγαίου μυροβολούν δοξαστικά
στου ξωμονάστηρου τη θύρα, λες
και αντιφωνούν ροδόπνοα λιβανωτά
που καίνε αντικρύ στης Παναγιάς το βλέμμα.


Είναι τα μύρα της καρδιάς από τον θρήνο
- μπορεί και τη χαρά - των Παρακλήσεων
τ’ Αυγούστου που μάσει η Μάνα η Κυρά
προς ευφροσύνη Της τις έρημες τις μέρες.

(Στέφανος Δορμπαράκης, 13-8-2022)

Σάββατο 16 Απριλίου 2022

Λ Υ Χ Ν Ι Κ Ο Ν

Νέυ και φωνές…

Ένας λυγμός εσφράγισε το στόμα που υμνούσε

γιατί πληγώθηκ’ η ψυχή από αγάπη θεία.

«Κύριε εκέκραξα προς Σε», άλλο δεν μπόρεσε να πει,

και ρίχτηκε στα γόνατα με δάκρυα στα μάτια.

Το χέρι αναζήτησε τ’ αγαπημένο νέυ

κι από τα χείλη της καρδιάς έπνευσε θείο μέλος.

Το νέυ θα συνέχιζε της προσευχής τη χάρη.


Λυχνικόν - Στέφανος Δορμπαράκης / Lychnikon - Stefanos Dorbarakis - YouTube

Κυριακή 9 Μαΐου 2021

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ - Ένα αφιέρωμα



Όνειρα πλέξε

(νανούρισμα)

Όλος ο κόσμος μες στη μορφή σου

σαν το  καθάριο γαλανό ουρανό.

Κάθε ανάσα σου στάζει γαλήνη

 όπως το βήμα σ’ απαλό δειλινό.


Κλείσε τα μάτια να σβήσει ο ήλιος

φεγγάρι κι αστέρια ανάβουν το φως.

Η νύχτα απλώνει αγκάλη τα χέρια

νανούρισμα φτιάχνει για σένα γλυκό.

 

Πες στους αγγέλους που φίλοι σου είναι

να μη σε αφήσουν ποτέ μοναχό.

Το χέρι τους κράτα γερά κάθε μέρα

δεν θα τ’ αντέξω να πάθεις κακό.

 

Κοιμήσου, καλό μου, γερμένο σ’ αχτίδα

κι όνειρα πλέξε με μύρα κι ανθούς.

Κοιμήσου, μικρό μου, κι άσε εμένα

ευχές να ψελλίζω σαν θείους ψαλμούς.

(Από την ποιητική συλλογή "Κλαίει ο Θεός" του π. Γ. Δ.)

(Δείτε στον παρακάτω σύνδεσμο μελοποιημένο το νανούρισμα από τον μουσικό Στέφανο Δορμπαράκη, σε παραγωγή δική του, και εκτελεσμένο αισθαντικά και υπέροχα από την Κατερίνα Παπαδοπούλου). 


 Όνειρα πλέξε - Κατερίνα Παπαδοπούλου & Στέφανος Δορμπαράκης (Official Video Clip) - YouTube

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2020

ΤΙ ΑΣΠΡΟ 
                 ΤΙ ΜΑΥΡΟ...


(Του Στέφανου Δορμπαράκη)

Πέπλο τρυφερό στο μέρος της καρδιάς

π’ αντανακλά πανάκριβη τη βύσσο

τ’ απόλυτα μοναδικού προσώπου.

Μα των χρωμάτων η παλέτα

άλλη βαφή θ’ απλώσει

στου καθενός την όψη

-  άσπρο και μαύρο ανοιχτό

κι ίσως και πιο βαθύ ακόμη.

Ποια η αξία για το «είναι»

του χρώματος η τελική χροιά

όταν στης μάνας γης την αγκαλιά

θα γείρεις για να ξαποστάσεις;

Το «σήμα» κρένει χωρισμό

που όλους τους ισιώνει...

Μήτε το χρώμα θα μετρήσει

μήτε το κάλλος θα κρατήσει

απ’ τον χιτώνα τον δερμάτινο.

Για την αθάνατη ψυχή αρκεί το χρώμα

της αγάπης που πορφύρωσε τον κόσμο. 




Κυριακή 7 Ιανουαρίου 2018

Πρωϊνό Σαββάτου



Του Στέφανου Δορμπαράκη

Αυτή τη φορά δεν θα «φιλοσοφήσω» ψάχνοντας περίεργες παρομοιώσεις και μεγάλες βαθυστόχαστες κουβέντες. Από τέτοια εχόρτασε ο κοσμάκης. Πολλά γράφτηκαν… Λίγοι τα κατάλαβαν… Μα και ουσία να είχαν κάποια απ’ αυτά, στο τέλος γίνηκαν «έντεχνες πομφόλυγες» με τα πομπώδη επίθετα που χρησιμοποιούσαν για να περιγράψουν το απλό… 
Θα προσπαθήσω, λοιπόν, να μου τα πω λιτά και κατανοητά – γιατί, όπως κατάλαβες, για μένα γίνεται κυρίως όλη αυτή η κουβέντα τελικά, μπας και δω λιγάκι Ουρανό σ’ αυτό το ανταριασμένο σύννεφο που μού ’χει κρύψει τις ολόχρυσες αχτίδες του Ηλίου…     
                            
 Ένα τυχαίο πρωινό Σαββάτου στη λαϊκή αγορά της γειτονιάς. Εκεί τα βλέπεις όλα. Εκεί καταλαβαίνεις τι συμβαίνει γύρω σου. Εκεί μυρίζεις το άρωμα του κόσμου τούτου. Έρχεσαι αντιμέτωπος με τα μαρούλια… τις πατάτες… ακόμα και με τα κρεμμύδια – την ίδια τη ζωή. Γιατί όσο πιο πολύ πας να την ξεφλουδίσεις, τόσο πιο πολύ θα χρειαστεί και να δακρύσεις. Όσες περισσότερες φλούδες πας να αφαιρέσεις για να φτάσεις στην καρδιά του κρεμμυδιού, τόσο περισσότερο τα μάτια θα σε «κάψουν» από την ένταση της πάλης που θα έχεις δώσει.               
 Μην τα παρατήσεις όμως… Μετά το ξεφλούδισμα, σε περιμένουν δάκρυα πολλά… Δάκρυα ωστόσο που το ίδιο βράδυ θα σε λυτρώσουν από τον τάχα «παραδεισένιο» κόσμο που νομίζεις ότι ζεις. Γιατί κι εκείνος ο Απόστολος κάποτε, πριν γίνει ο Φύλακας βαστώντας τα κλειδιά του Παραδείσου, μπόρεσε να «ξεφλουδίσει» τ’ απαρνήματα μετά το λάλημα του πετεινού και μέσα απ’ τα καυτά και πικρά του δάκρυα να βρει ξανά τον εαυτό του.        
Μην φοβηθείς κι αν στάξει πάνω σου καμιά σταγόνα δάκρυ. Κι ας ρέει πιο μετά και σαν ποτάμι. Θα γίνει χείμαρρος να καθαρίσει τις πίκρες και τις πληγές που σε χτυπάνε. Μόνο τότε θα ξέρεις πως υπάρχει ακόμα ελπίδα για να βρεθείς μαζί Του και να Τον αντικρύσεις με μάτια καθαρά στο μέγα πανηγύρι του αιώνιου ταξιδιού…

Τετάρτη 17 Μαΐου 2017

ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ





Του Στέφανου Δορμπαράκη

Η καμπάνα μόλις είχε σημάνει για το κάλεσμα των μοναχών στην εωθινή ακολουθία. Ο μοναχός Ησύχιος για ακόμη μία φορά έμπαινε με αρκετή δυσκολία στο καθολικό του ναού σέρνοντας, όπως συνήθιζε άθελά του τα τελευταία χρόνια, τα λεπτοκαμωμένα γερασμένα πόδια του προκαλώντας έτσι την αναστάτωση των περισσοτέρων μοναχών. Ορισμένοι τον κοίταξαν περιφρονητικά. Άλλοι δεν καταδέχτηκαν ούτε το βλέμμα τους να του ρίξουν, αρκούμενοι στο να μουρμουρίζουν κάτι μέσα από τα δόντια τους. 

Δεν ήταν αυτή όμως η κύρια αιτία αναστάτωσης. Εκείνο που προκαλούσε περισσότερο τους άλλους μοναχούς ήταν η έντονη μυρωδιά του τσιγάρου που αναδυόταν από τα βρωμισμένα ράσα του και από τη λευκοκιτρινισμένη γενειάδα του. Δεν μπορούσαν να ανεχτούν οι εν Χριστώ αδελφοί του ότι καλόγερος τέτοιας μεγάλης ηλικίας – ογδόντα τεσσάρων ετών και με έκδηλα τα σημάδια της φθοράς του χρόνου πάνω του – ήταν μπλεγμένος μ’ ένα τέτοιο πάθος, που οδηγούσε κάποιους πιο ασθενείς στη συνείδηση να ξεπερνούν τα όρια της αποστροφής του και να φτάνουν μερικές φορές στον εμπαιγμό και την προσβολή του προσώπου του. 

Τι κι αν που ο Ησύχιος ήταν από τους παλαιοτέρους στο μοναστήρι; Η βρωμιά που άφηνε πίσω του είχε κάνει πολλούς όχι μόνο να μην τον αποδέχονται, αλλά και να μην τον σέβονται καθόλου. 

Εκείνος δεν μιλούσε ποτέ. Έβλεπε την όλη ατμόσφαιρα γύρω του, έσκυβε το κεφάλι, ψιθύριζε προσευχές και… έδινε ευχές. Είχε καταφέρει σ’ ένα βαθμό να κάνει βίωμα ό,τι έλεγε το όνομά του.

 Κανείς βεβαίως δεν γνώριζε την πραγματική ζωή και τον μεγάλο αγώνα που έκανε καθημερινά. Ούτε καν και ο νέος ηγούμενος του μοναστηριού, ο οποίος από παλιά τον κρατούσε σε κάποια απόσταση, κι όταν έγινε ηγούμενος απορροφήθηκε από τα διοικητικά βαριά καθήκοντά του. Μη γνωρίζοντας μάλιστα την πνευματική κατάστασή του, θεωρούσε καλό να κρατά «διακριτική» στάση απέναντί του, με σεβασμό μεν προς το γήρας του, αλλά και με την ενδόμυχη προσμονή, που δεν ήθελε ούτε στον εαυτό του να την ομολογήσει, πότε θα αναχωρήσει από τον κόσμο αυτόν για να γλιτώσει από τις πιέσεις και τα σχόλια των άλλων μοναχών. 
Ένα σύνηθες φαινόμενο ήταν το γεγονός ότι πολλοί νεώτεροι μοναχοί κάθε φορά που περνούσαν έξω από το μικρό κελί του, τού χτυπούσαν δυνατά την μικρή ξύλινη πορτούλα του προσβάλλοντάς τον πολύ άσχημα, λέγοντας χαρακτηριστικά πως η μυρωδιά που έβγαινε από μέσα θα τον έκαιγε στην κόλαση…

 Η αλήθεια όμως ήταν πως γεννήθηκε από δύο γονείς λάτρεις του τσιγάρου, αφού σ’ αυτούς ανήκε μία από τις μεγαλύτερες καπνοβιομηχανίες εκείνη την εποχή στην Ελλάδα. Έτσι, είτε το ήθελε είτε όχι, ο Ησύχιος (κατά κόσμον Παύλος)  μεγάλωσε μέσα στο εργοστάσιο των γονιών του, με αποτέλεσμα ο καπνός να μην λείπει καμία ώρα της ημέρας ούτε από το σπίτι αλλά ούτε και από το χώρο εργασίας όπου τον έπαιρναν μαζί τους από πολύ μικρό. Ως εκ τούτου, ο Παύλος από την παιδική του ηλικία είχε εθιστεί στην μυρωδιά αυτή,  πράγμα που τον έκανε πολύ φανατικό καπνιστή… 

Η έντονη κλίση του όμως στην Εκκλησία – κατάλοιπο από τη συναναστροφή του με την ευλαβή γιαγιά του – κι ένα συγκλονιστικό γι’ αυτόν γεγονός που το θεώρησε ως επέμβαση του Θεού στη ζωή του, οδήγησε τα βήματά του εδώ κι αρκετές δεκαετίες στις μοναχικές τάξεις της ιστορικής μονής του αγίου Νεκταρίου. Ο αγώνας του έκτοτε να επιβεβαιώνει την κλίση του στην καλογερική με την τήρηση των αγίων εντολών του Χριστού ήταν μεγάλος. 

Εκεί όμως που έδινε τις μάχες του καθημερινά, εκεί που φαινόταν άλλοτε να κερδίζει και άλλοτε να πνίγεται και να χάνει ήταν με την «οικογενειακή» μυρωδιά. Το τσιγάρο φάνταζε ο απόλυτος όγκος, το βουνό που μπροστά του  διαπίστωνε ότι ίσως ποτέ δεν θα πατούσε την κορυφή του.  Πραγματικά το τσιγάρο ήταν σαν δεύτερη τροφή του. Καλύτερα: η πρώτη τροφή του! Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα χωρίς αυτό. 

Κι όμως η προσπάθεια που κατέβαλε όλα αυτά τα χρόνια ήταν αξιοθαύμαστη. Είχε καταφέρει όλο αυτό το διάστημα να μειώσει κατά πολύ το κάπνισμα και μάλιστα είχε φτάσει στο σημείο να καπνίζει μόνο ένα-δύο τσιγάρα τη μέρα. Γεγονός πάντως ήταν ότι παρόλο τον περιορισμό, το πάθος ήταν ενεργό. 

 Αυτός βεβαίως που ήξερε τον πνευματικό αγώνα του ήταν  ο γέροντάς του, με τον οποίο συνδέθηκε πολύ αφότου εισήλθε στη μοναχική ζωή. Αυτός τον ενίσχυε, τον κατανοούσε, τον παρηγορούσε, τον προστάτευε… Η αναχώρησή του όμως για την ουράνιο βασιλεία έριξε πολύ το πνευματικό σθένος του Ησύχιου. Ο νέος Γέροντάς του, κατά πολύ νεώτερός του, δεν μπορούσε να κατανοήσει σε βάθος ακόμη την εσωτερική του ζωή, ενώ, όπως είπαμε, ο νέος ηγούμενος ακόμη περισσότερο δεν είχε και τον χρόνο καν να ασχοληθεί με τον γέροντα μοναχό. 

 Ο καιρός περνούσε και τα καψώνια των νεωτέρων προς τον φιλήσυχο μοναχό συνεχίζονταν παίρνοντας στο εξής και μορφή μίσους, καθώς κάποιοι ενοχλούνταν ακόμα κι από την σιωπή του ηλικιωμένου αυτού μοναχού…

 ‘Ήταν ανήμερα των αγίων Πρωτοκορυφαίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου όταν μία ευωδία είχε διαχυθεί σ’ όλο το μοναστήρι. Όλοι αναστατωμένοι προσπαθούσαν να ανακαλύψουν την πηγή αυτής της άρρητης ευωδίας, η οποία μπορούσε ίσως να συγκριθεί μόνο με το πιο μεθυστικό λουλούδι στο περβόλι του Παραδείσου... Κι όμως κανείς δεν μπορούσε να πιστέψει πως αυτή η θεϊκή και άγια ευωδία προερχόταν από το μικρό και ταπεινό κελί του μοναχού Ησυχίου. 

Άπαντες έτρεξαν να δουν τι είχε συμβεί… Το μυστήριο λύθηκε σύντομα. Ο μοναχός Ησύχιος βρισκόταν μέσα στην αγκαλιά του αγαπημένου του Πατέρα. Είχε μόλις αναχωρήσει για την ουράνια πολιτεία των αγγέλων. Ο πολυαγαπημένος του γέροντας θα ήταν στο εξής πολύ περήφανος για τον καλό υποτακτικό του ο οποίος έστω και την έσχατη στιγμή κατάφερε να ξεπεράσει το πάθος του… 
 
Ο Ησύχιος την τελευταία μέρα πριν την αναχώρησή του για τους ουρανούς, νίκησε τον πειρασμό του και αγωνιζόμενος μέχρι τέλους δεν κάπνισε καθόλου. Η επιβράβευση ίσως του Θεού για όλα τα χρόνια του πνευματικού του αγώνα, πολύ περισσότερο κατά του μεγάλου του πάθους, επήλθε με την ευωδία του σκηνώματός του, η οποία έγινε αφορμή για μετάνοια όλων των μοναχών αλλά και του νέου ηγουμένου του μοναστηριού… 
Όλοι τώρα ήξεραν ότι ο γέρων Ησύχιος θα εξακολουθούσε να είναι μαζί τους και θα συνέχιζε να τους «μιλάει» με την ιερή σιωπή του, όπως άλλωστε έκανε μέχρι τότε, πρεσβεύοντας πια για εκείνους…