Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2026

«ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΝΑ ΕΟΡΤΑΖΟΥΜΕ ΤΗΝ ΥΨΩΣΗ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ!»

Είπε ο όσιος Εφραίμ Κατουνακιώτης: «Εδώ στο Άγιον Όρος ήρθα στις 14 Σεπτεμβρίου. Ημέρα της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού. Ημέρα που ξαναγεννήθηκα. Κάθε μέρα να εορτάζουμε την ύψωση του σταυρού μας. Όταν σηκώνουμε τον σταυρό, πεθαίνουμε και ξαναγεννιόμαστε. Η άρση του σταυρού θάνατος και ανάσταση είναι» (Από το βιβλίο του π. Σπυρίδωνα Βασιλάκου, «Ἔλα φῶς...», εκδ. Θεσβίτης, σελ. 75).

Ο μέγας Γέρων, ο όσιος Εφραίμ ο Κατουνακιώτης, εόρταζε ιδιαιτέρως την ημέρα της Υψώσεως του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού. Γιατί; Διότι ήταν η ημέρα εισόδου του στο Άγιον Όρος – «Του Σταυρού ήρθα στο Άγιον Όρος, Σεπτέμβριος του 1933» ήταν η διαρκής επανάληψή του. Δεν την εόρταζε όμως ως γεγονός απλής ανάμνησης που άλλαζε έστω τον ρου της ζωής του – από κοσμικός έγινε καλόγερος – αλλά ως γεγονός που στιγμάτισε την εσωτερική πνευματική του ζωή. Ο άγιος Γέρων με τα μεγάλα ολοφώτεινα μάτια που αντιφέγγιζαν το φως του Ουρανού που ζούσε στην καρδιά και σ’ όλη την ύπαρξή του ένιωσε εισερχόμενος νεαρός στο Όρος τη μυστική αξία του αγιασμένου αυτού τόπου – τη χάρη που τον διαπερνά ως εσωτερικό ρεύμα ζωής. Τότε ήταν «που ξαναγεννήθηκα» ομολογεί. Ξαναγεννιέται πνευματικά εκείνος που βαπτίζεται στην άγια κολυμβήθρα της Εκκλησίας κι εκείνος που βρίσκει το αληθινό μονοπάτι της μετάνοιας, στο οποίο λούζεται με τα δάκρυά του. Ο Θεός έδωσε τη χάρη στον νεαρό (μετέπειτα Εφραίμ) Ευάγγελο να κατανοήσει ότι καλόγερος σημαίνει άνθρωπος που αγωνίζεται στη μετάνοια. Ότι πήρε τη δύναμη της μετανοίας από την «κοιλιά» της Εκκλησίας την αγία κολυμβήθρα – γι’ αυτό και πολύ αργότερα θα την αναζητήσει στο χωριό του και θα την ασπαστεί με πολλά δάκρυα – κι αυτή η μετάνοια αποτελεί το έργο κάθε βεβαίως χριστιανού, πολύ περισσότερο όμως του «τύπου» του χριστιανού, του ορθόδοξου μοναχού.

Κι ακόμη. Για τον όσιο Γέροντα η καλογερική αυτή μετάνοια με την οποία ο άνθρωπος αναγεννάται γιατί είναι γνήσια ταυτίζεται με την άρση του σταυρού. Μοναχός δηλαδή για τον όσιο είναι ο εσταυρωμένος άνθρωπος, (πόσο ωραία φανερώνεται τούτο με τη συγκεκριμένη εικόνα του εσταυρωμένου μοναχού!), κατά τον τύπο που λέει ο απόστολος Παύλος: «Χριστώ συνεσταύρωμαι», που σημαίνει ότι τον Σταυρό του Κυρίου Τον ζούσε βιωματικά ο άγιος Γέροντας ως θάνατό του, συνεπώς και ως ανάστασή του. Τα απλοϊκά φαινομενικά λόγια του περικλείουν τα αποκαλυπτικά λόγια του Ίδιου του αρχηγού της πίστεως Ιησού Χριστού: «όποιος θέλει να με ακολουθήσει, ας απαρνηθεί τον εαυτό του και ας σηκώνει τον σταυρό του και ας με ακολουθεί», αλλά και τη μεγαλειώδη θεολογία περί του βαπτίσματος του αποστόλου Παύλου: «όσοι βαπτιστήκαμε, στον θάνατο του Χριστού βαπτιστήκαμε και την ανάσταση Εκείνου ομολογούμε».  Οπότε ο όσιος Εφραίμ με δύο λέξεις αφήνει να φανεί η ένταση του εσωτερικού του κόσμου, η οδύνη που ζούσε από τον πόλεμο κατά των παθών και του πονηρού διαβόλου, αλλά και η πνευματική ηδονή από τα αναστάσιμα και χαρμόσυνα στοιχεία που του πρόσφερε αφειδώλευτα η χάρη του Θεού.

Κι η επισήμανσή του είναι συγκλονιστική και μοναδική: «κάθε μέρα να εορτάζουμε την ύψωση του σταυρού μας». Ο ατόφιος, αληθινός και αταλάντευτα προσανατολισμένος στον σκοπό του καλόγερος: όχι απλώς να γιορτάζουμε την ύψωση του Σταυρού τη συγκεκριμένη ημέρα, αλλά την κάθε ημέρα ως προσωπικό γεγονός. Η πορεία της μετάνοιας δηλαδή ως πορεία άρσης του σταυρού πάνω στις εντολές του Χριστού δεν γνωρίζει διαλείμματα. Το διάλειμμα είναι για τους αρχάριους και τους «τυφλούς» ακόμη πνευματικά ανθρώπους που λειτουργεί ως οπισθοδρόμηση και κατρακύλα. Η ακολουθία του Χριστού είναι «κόλλησις» στον Χριστό που κάνει τον άνθρωπο να γίνει κι εκείνος Χριστός. Όπως έγινε και ο όσιος Εφραίμ και έγιναν όλοι οι άγιοι.

Δεν ξέρουμε πόσοι αντέχουμε το πυρ των λόγων του οσίου. Απλώς να παρακαλούμε η φωτιά του Πνεύματος που έκαιγε την καρδιά του να καύσει λίγο και τις δικές μας καρδιές, ώστε να καθαριστεί το έδαφος και να φωτιστεί ο χώρος.

Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2026

ΕΒΛΕΠΕ ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΒΛΕΠΕ, ΑΚΟΥΓΕ ΚΑΙ ΔΕΝ ΑΚΟΥΓΕ…

«Έλεγαν περί του αββά Μακαρίου του μεγάλου, ότι έγινε καθώς είναι γραμμένον, θεός επίγειος˙ ότι καθώς είναι ο Θεός να σκεπάζη τον κόσμον, έτσι έγινεν ο αββάς Μακάριος σκεπάζων τα ελαττώματα, τα οποία έβλεπεν ωσάν να μη βλέπη και τα οποία ήκουεν ωσάν να μη ακούη» (Από το Γεροντικό).

Από τους μεγαλύτερους αββάδες του Γεροντικού ο όσιος Μακάριος ο μεγάλος (4ος αι.), καθοδηγητής πολλών μοναχών αλλά και λαϊκών στην πρακτική πνευματική κατά Χριστόν ζωή, έχοντας προσωπική σχέση με σπουδαίους άλλους Γέροντες της εποχής του, σαν τον άγιο μέγα Αντώνιο, μας άφησε αρκετά λόγια και περιστατικά στο βιβλίο του Γεροντικού, (41 μικρά κεφάλαια), μολονότι,  καθώς σημειώνουν οι επιστήμονες ερευνητές, δεν είναι καταγραφές του ίδιου. Έτσι κι αλλιώς όμως αποτελούν τα όσα αναφέρονται σ’ αυτόν – γιατί υπάρχει και άλλος Μακάριος, ο πολιτικός λεγόμενος – «σοβαρό ασκητικό κείμενο» (Π. Χρήστου), κάτι που εύκολα διαπιστώνει κανείς και από το μικρό αρχικό μας κεφάλαιο.

Πρόκειται καταρχάς για τη γενική περί αυτού εκτίμηση των ανθρώπων, μοναχών και λαΪκών, όταν πια προφανώς ο άγιος Μακάριος είχε προχωρήσει πολύ στην κατά Χριστόν ζωή και είχε φτάσει σε μεγάλη ηλικία – ενενήντα ετών περίπου εκοιμήθη (περί το 390) – αν και οι περί αυτού αναφορές σημειώνουν ότι ήδη από μικρό παιδί ζούσε έντονη πνευματική ζωή, ώστε «παιδαριογέρων» από τότε να ονομάζεται. Σημασία πάντως έχει το γεγονός ότι όλοι τον θεωρούσαν ως «θεό επίγειο», όχι βεβαίως με μία ειδωλολατρικού τύπου κατανόηση του όρου, αλλά με τη βαθιά χριστιανική. Και τι σημαίνει αυτό; Ότι ενεργοποίησε στο ανώτερο δυνατό τα στοιχεία του εικονισμού του Θεού που Εκείνος έβαλε στον άνθρωπο – «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού» δημιουργημένος ο άνθρωπος – ώστε το «κατ’ εικόνα» σ’ αυτόν να γίνει όντως και «καθ’ ομοίωσιν».

Εννοείται, κατά την πίστη μας, ότι η διαδικασία αυτή εξελίξεως της εικόνας σε ομοίωση, (ο μέγας Βασίλειος σημειώνει ότι η αύξηση αυτή παρομοιάζει με την αύξηση ενός σπόρου για να γίνει δένδρο), προϋποθέτει τον ασκητικό αγώνα καθάρσεως της καρδιάς από το έρεβος της αμαρτίας στην οποία ο άνθρωπος περιήλθε λόγω της πτώσεώς του στην αμαρτία, συνεπώς και την πίστη στον ερχομό του Υιού του Θεού ως ανθρώπου, ο Οποίος προσέλαβε την ανθρώπινη φύση, καθάρισε τη σκοτεινιά του κατ’ εικόνα και άνοιξε και πάλι, γιατί είχε χαθεί με την αμαρτία, η προοπτική του καθ’ ομοίωσιν. Ο μετά Χριστόν άνθρωπος δηλαδή, λόγω του αγίου βαπτίσματός του και της εντάξεώς του γι’ αυτό μέσα στο σώμα του Χριστού την Εκκλησία, μπορεί πια να ξαναζήσει την απαρχής και ακόμη περισσότερο χαρισματική προπτωτική του κατάσταση, να γίνει και διαρκώς να επεκτείνεται σ’ αυτό ένας κατά χάριν Θεός. Ο άγιος Μακάριος λοιπόν, επειδή κατέθεσε καθ’ ολοκληρίαν τον εαυτό του στην πίστη του Χριστού και της Εκκλησίας, που σημαίνει ότι αγωνίστηκε «εξ όλης της ψυχής, της καρδίας, της διανοίας, της ισχύος» να αγαπήσει Κύριο τον Θεό του, έφτασε χάριτι Θεού να ζει ήδη από τον κόσμο αυτόν ό,τι ο Κύριος επαγγέλθηκε: να είναι ένας άλλος Χριστός, ένα δικό Του κατοικητήριο, μία φανέρωση της Βασιλείας του Θεού και μέσα απ’ αυτόν.

Είναι εκπληκτικό το πώς η Εκκλησία μας διά της υμνογραφίας της επισημαίνει τη διαδικασία αυτή για όλους τους αγίους της, ιδίως τους εν ασκήσει διαπρέψαντες οσίους και οσίες. Ακούμε και διαβάζουμε αίφνης για τον άγιο Αντώνιο ότι «τήρησε καθαρή την εικόνα του Θεού στην ύπαρξή του, καθιστώντας τον νου του, (που αγόταν και φερόταν από τα σαρκικά και ψυχικά πάθη τήδε κακείσε), ηγεμόνα πράγματι κατά των ολεθρίων παθών με την κατά Χριστόν άσκηση, ώστε ανέβηκε όσο ήταν δυνατόν σ’ αυτόν στο καθ’ ομοίωσιν – υπέταξε τη σάρκα στο πνεύμα» (Δόξα εσπερ.). Οπότε και για τον άγιο Μακάριο έρχεται καθαρή ενώπιόν μας η άσκησή του, η οποία συνοψίζεται στην εφαρμογή του μακαρισμού του Κυρίου «μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» - βλέπει τον Θεό, δηλαδή είναι μέτοχος του φωτός και της δόξας Του, ένα μ’ Αυτόν, εκείνος που με τη δύναμή Του αποδύεται στον αγώνα καθάρσεως της καρδιάς του. Ο Θεός επαναπαύεται σ’ Αυτόν και η γη κυριολεκτικά «ουρανώνεται».

Το μικρό κεφάλαιό μας όμως δεν μένει μόνο στην εκτίμηση ως «θεού επιγείου» του Μακαρίου του μεγάλου. Προσδιορίζει πιο συγκεκριμένα το περιεχόμενο της «θεότητάς» του. Έγινε, λέει, σαν τον Θεό. Γεμάτος αγάπη δηλαδή προς τον άνθρωπο σε βαθμό που ανθρωπίνως δεν μπορεί να κατανοηθεί. Ποιος μπορεί να κατανοήσει την αγάπη του Θεού, ο Οποίος τον άνθρωπο που Τον διέγραψε και δεν Τον θέλησε στη ζωή του με την ανυπακοή του προς Αυτόν, Εκείνος τον θέλει διαρκώς κοντά Του, δίπλα Του, μέσα Του, σε σημείο μάλιστα να του ζητάει χώρο μέσα και στη δική του την καρδιά; Να αγαπάς εκείνον που σε θέλει και ανταποκρίνεται προς εσένα το καταλαβαίνεις. Να αγαπάς όμως και να θυσιάζεσαι για εκείνον που δεν είναι αξιαγάπητος και εντελώς αντίθετος προς την κατάστασή σου είναι αδιανόητο! Αλλά αυτή είναι η αγάπη του Θεού μας. «Όντων ημών αμαρτωλών Χριστός υπέρ ημών απέθανε». Αν η αγάπη Του ήταν ανταπόκριση της δικής μας αγάπης δεν θα μιλούσαμε για χριστιανική αγάπη, αλλά για αγάπη του κόσμου τούτου που την επισημαίνουμε και στους ανθρώπους της αμαρτίας. Αλλά ο Θεός μας μάς αγαπάει έστω κι αν εμείς επιμένουμε και Τον διαγράφουμε – «προς φθόνον επιποθεί ημάς το Πνεύμα του Θεού» λέγεται κάπου στη Γραφή. Απλώς την αγάπη Του τη βιώνει ο αρνητής Της ως οργή και κόλασή του – κι αυτό είναι το δράμα μας. Όσο όμως είμαστε εν ζωή Εκείνος δεν παύει να στέκεται στη θύρα της ψυχής μας και να κρούει με μεγάλη ευγένεια να Του ανοίξουμε. Γιατί σέβεται την ελευθερία μας και ποθεί να Τον ποθούμε. «Ιδού έστηκα επί την θύραν και κρούω».

Και η αγάπη αυτή του Θεού μας και ο σεβασμός Του απέναντί μας φτάνει σε σημείο που μόλις κανείς λίγο την αισθανθεί θέλει να πενθεί και να κλαίει, και για τα δικά του τα χάλια, κυρίως όμως λόγω της αγάπης της δικής Του. Γιατί ο Θεός μας, μπροστά στον Οποίον όλα είναι «γυμνά και τετραχηλισμένα» - όπως σημειώνει και η Π. Διαθήκη «εν παντί τόπω οι οφθαλμοί Κυρίου, κατοπτεύουσιν αγαθούς τε και πονηρούς» -  μας σκεπάζει από ό,τι κακό και αμαρτωλό και κρυφό μπορούμε να κάνουμε ή να λέμε ή να σκεπτόμαστε, απείρως περισσότερο από ό,τι μια μάνα κάνει προς το αγαπημένο παιδί της. Ουδέποτε, λένε οι άγιοί μας, έχει φανεί ότι ο Θεός αποκαλύπτει για να ντροπιάσει τα κρυφά των ανθρώπων. Η περίπτωση μάλιστα της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας είναι εξόχως ενδεικτική: στην επιθυμία της να προσκυνήσει στα Ιεροσόλυμα τον Τίμιο Σταυρό, ενώ ήταν βουτηγμένη στα σαρκικά πάθη της, αοράτως και αφανώς την κρατούσε μακριά Του. Ένιωθε δύναμη που της εμπόδιζε την είσοδο στον Ναό. Κι αυτό βεβαίως ήταν η κατεξοχήν ευεργετική «κρυφή» επέμβαση του Κυρίου για να την συνεφέρει, όπως και συνέβη.

Λοιπόν, ό,τι έκανε και κάνει ο Θεός μας αυτό ήταν και η ζωή του αγίου Μακαρίου. Με τον μεγάλο πνευματικό του αγώνα που καθάρισε την καρδιά του, βίωνε την ενέργεια της αγάπης του Κυρίου κι έγινε ένας δεύτερος Θεός που σκέπαζε τους πάντες και τα πάντα. Έβλεπε την αμαρτία και τα σφάλματα κι ήταν σαν να μην τα έβλεπε. Άκουγε τα άσχημα κι ήταν σαν να μην τα άκουγε. Διότι έβλεπε και άκουγε «τα μη βλεπόμενα και τα μη ακουόμενα», δηλαδή το φως του Θεού που περιβάλλει κάθε άνθρωπο «ερχόμενον εις τον κόσμον». Ήξερε την επιστήμη των λογισμών και γι’ αυτό επικέντρωνε στο βάθος και στον κρυμμένο Χριστό που βρίσκεται πίσω από κάθε άνθρωπο. Ο απόστολος Παύλος δεν είναι εκείνος που μας αποκαλύπτει με μοναδικό τρόπο το πώς και εκείνος βίωνε την πνευματική αυτήν πραγματικότητα; «Ποιος είσαι εσύ που κρίνεις ξένο δούλο;» θέτει το ερώτημα. «Αν στέκεται σωστά ο άνθρωπος ή όχι είναι κάτι που αναφέρεται στον δικό του Κύριο. Και μάλιστα, να ξέρετε: ο παντοδύναμος Θεός που τον αγαπάει θα τον σηκώσει από την όποια πτώση του».

Ποιος άνθρωπος, όποιας πνευματικής καταστάσεως, δεν θα συγκινείτο ερχόμενος σ’ επαφή με έναν τέτοιο χαριτωμένο άνθρωπο; Γιατί ήταν σαν να στέκεται ενώπιον του ίδιου του Σταυρού του Κυρίου. Για να πει όμως και κάτι άλλο σημαντικό ο άγιος Μακάριος αλλού στα αποφθέγματά του: «Εάν ενθυμηθώμεν τα κακά, τα οποία μας προξενούν οι άνθρωποι, καταργούμεν την δύναμιν της ενθυμήσεως του Θεού». Μην ασχολείσαι δηλαδή με τους άλλους, με τις αμαρτίες και τα σφάλματά τους. Την ώρα που θα το κάνεις ήδη έχεις αρχίσει τη δική σου αμαρτία, γιατί ξεφεύγεις από τη μνήμη του Θεού και το πένθος για τα δικά σου αμαρτήματα. «Μην αφήνουμε τον δικό μας νεκρό για να κλάψουμε για ξένο νεκρό» (αββάς Γεροντικού). «Εγώ δεν αφήνω ούτε μία σκέψη μνησιακακίας μέσα μου, ούτε μία σκέψη εγωισμού, μη βρει παράθυρο ο σατανάς. Το παράθυρο είναι το δικαίωμα. Όταν απομακρύνεσαι απ’ τον Θεό, κινδυνεύεις, γιατί σε βρίσκει «σκέτον» ο σατανάς και κυριαρχεί επάνω σου. Ακούστε κι εμένανε, που έχω λίγη πείρα σ’ αυτά» (Όσιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης).

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2026

ΟΧΙ ΤΕΤΡΑΓΩΝΟΙ, ΑΛΛΑ ΣΤΡΟΓΓΥΛΟΙ

- Αδελφός ερώτησε τον αββά Ματώη να του πει λόγο ωφέλιμο για το πώς να συμπεριφέρεται όταν βρίσκεται ανάμεσα σε αδελφούς, γιατί παρασύρεται και τους κατακρίνει. «Και αποκρίθηκε ο Γέρων και είπε: αν δεν μπορείς να κρατάς τον εαυτό σου, φύγε πήγαινε καταμόνας, διότι τούτο φανερώνει αδυναμία. Εκείνος που κάθεται μαζί με αδελφούς δεν πρέπει να είναι τετράγωνος, αλλά στρογγύλος, για να κυλάει με όλους. Και συμπλήρωσε ο Γέρων: Εγώ δεν βρίσκομαι μόνος στην ερημία από αρετή, αλλά από αδυναμία. Διότι είναι δυνατοί εκείνοι που έρχονται στο μέσον των ανθρώπων» (Από το Γεροντικόν).

Ο σπουδαίος αββάς του Γεροντικού, όσιος Ματώης δίνει με σεμνό και ταπεινό τρόπο απάντηση στον προβληματισμό που ταλάνιζε τον αδελφό για τις σχέσεις του με τους άλλους εν Χριστώ αδελφούς του, αλλά και που συνιστά απάντηση για όλες τις εποχές, απαρχής μέχρι σήμερα και όσο θα υπάρχει κόσμος. Διότι το πρόβλημα των ανθρωπίνων σχέσεων δεν είναι απλώς ένα πρόβλημα, αλλά το κεντρικότερο που υπάρχει, με το οποίο αγωνίζονται διαρκώς οι άνθρωποι καθώς εισέρχονται μέσα στον κόσμο τούτο, τον πεσμένο στην αμαρτία. Και δεν χρειάζεται να επιχειρηματολογήσει κανείς επί θεωρητικού επιπέδου. Η καθημερινότητα και η δική μας, στον χώρο τον παγκόσμιο, τον εθνικό, της οικογένειας, του επαγγέλματος, το επιβεβαιώνει αδιάκοπα. Ανοίγει για παράδειγμα κανείς την τηλεόραση ή το ραδιόφωνο για να μάθει τι γίνεται στον κόσμο και βλέπει πως πάνω από το 90 τοις εκατό των ειδήσεων αναλίσκεται, μέχρις εσχάτης λεπτομέρειας, σε εγκλήματα και σε συγκρούσεις είτε μικρών σε ηλικία είτε μεγάλων – και δεν μιλάμε για τις παγκόσμιες συρράξεις, όπου ο καθένας ισχυρός προσπαθεί να υποτάξει τον ασθενέστερο, με αποτέλεσμα την ταλαιπωρία όλων. Όπως όλοι γνωρίζουν το λατινικό απόφθεγμα, ο άνθρωπος απαρχής της ιστορίας του έγινε λύκος που θέλει να κατασπαράξει τον άλλον. «Homo homini lupus». Κατά τον λόγο της Αγίας Γραφής, η ανθρώπινη ιστορία ξεκινάει με τον Κάιν που σκοτώνει τον αδελφό του Άβελ.

Και ποια η αιτία της τραγικής αυτής καταστάσεως της χωρίς τελειωμό; Τι άλλο ακριβώς από την αμαρτία του ανθρώπου; Αφότου ο άνθρωπος στο πρόσωπο των πρωτοπλάστων με την πονηρή συμβουλία του Πονηρού δαίμονα παρήκουσε τον Δημιουργό και Πατέρα του, από εκείνη την ώρα και μετέπειτα μολύνθηκε το ανθρώπινο γένος από τη νόσο του εγωισμού και της υπερηφάνειας, νόσο που βύθισε σύνολη την ανθρωπότητα στο έρεβος του θανάτου, πνευματικού και έπειτα και σωματικού. «Διά της αμαρτίας ο θάνατος» καθώς σημειώνει ο μέγας απόστολος Παύλος. Και ναι μεν ο Δημιουργός, ο γεμάτος αγάπη και στοργή έδωσε την ευκαιρία της μετανοίας στον Αδάμ και την Εύα – «Αδάμ πού ει; - τον καλεί για να τον συνεφέρει, και εκείνος και εκείνη δεν δείχνουν να Τον καταλαβαίνουν, επιλέγοντας την οριστική άρνηση με τα γνωστά αποτελέσματα πια της πτώσεως. «Ο άνθρωπος παρασυνεβλήθη τοις κτήνεσιν τοις ανοήτοις και ωμοιώθη αυτοίς». Και θα έλεγε κανείς, μαζί με άλλον όσιο αββά του Γεροντικού, τον αββά Ξανθία, ότι τα κτήνη βρίσκονται σε πολύ καλύτερη θέση από τους ανθρώπους, γιατί εκείνα και φυσική αγάπη έχουν και δεν πρόκειται να κριθούν στην κρίση του Θεού.

Αλλά η αγάπη του Ουράνιου Πατέρα είναι ανεξάντλητη. Αν ο άνθρωπος χριστιανικά καλείται να αγαπά χωρίς να εκπίπτει από την αγάπη του αυτή – «η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει» (απ. Παύλος) – πόσο απείρως στέκει η αγάπη Εκείνου που έδωσε τη συγκεκριμένη εντολή για τον άνθρωπο; Και την βλέπουμε με απόλυτο τρόπο στο πρόσωπο του Υιού και Λόγου του Θεού, ο Οποίος σταλμένος από τον Θεό Πατέρα σαρκώνεται εν Αγίω Πνεύματι διά της Υπεραγίας Θεοτόκου. Κατά τον μεγαλειώδη θεόπνευστο λόγο του αγίου Ιωάννου του Ευαγγελιστού «ούτως ο Θεός ηγάπησεν τον κόσμον, ώστε τον Υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν, ίνα πας ο πιστεύων είς αυτόν μη απόληται, αλλ’ έχη ζωήν αιώνιον». Το πρόβλημα πια των ανθρωπίνων σχέσεων επιλύθηκε άπαξ διά παντός, ιδίως με τη Σταυρική θυσία του Κυρίου Ιησού Χριστού και συνωδά μ’ Αυτήν με την Ανάστασή Του, και γίνεται γεγονός ενεργούμενο και βιούμενο από κάθε συνεπή χριστιανό, που πιστεύει όντως στον Χριστό, καθώς Τον ενδύεται διά του αγίου βαπτίσματος μέσα στο ζωντανό σώμα Του την Εκκλησία.

Διότι τι άλλο είναι οι άγιοι της Εκκλησίας παρά οι πιστοί χριστιανοί που έλαβαν στα σοβαρά την πίστη τους και κατενόησαν μέσα από την πράξη της ζωής τους ότι ο Χριστός ως ο ενανθρωπήσας Θεός περιέχει και αυτούς μέσα στη δική Του ανθρώπινη ύπαρξη, την ενωμένη όμως στη μία Του υπόσταση με τη θεϊκή Του φύση, και έτσι περιέχεται και από εκείνους. «Θεός θεοίς ενούμενος».  Γι’ αυτό και ακούμε διαρκώς από τα θεόπνευστα λόγια της Γραφής και των Πατέρων μας ότι οι άγιοι είναι τα σαρκωμένα Ευαγγέλια, άρα και η παρουσία του Ίδιου του Χριστού «εν ετέρα», τη δική τους, «μορφή». «Χριστιανός εστι μίμημα Χριστού κατά το δυνατόν ανθρώπω» κατά τον της Κλίμακος άγιο.

Το πρόβλημα λοιπόν, το μεγάλο και κεντρικό, το μοναδικό θα λέγαμε από το οποίο νοηματίζεται και η ζωή μας, αφού από αυτό εξαρτάται και η αιώνια πορεία μας, (ας θυμηθούμε την παραβολή της Κρίσεως και όχι μόνο), δηλαδή της ορθής και αληθινής στάσεως του ανθρώπου έναντι του συνανθρώπου του επιλύθηκε οριστικά. Και η λύση είναι το πρόσωπο του Χριστού μας. Από πλευράς του Θεού έτσι έχουν τα πράγματα: μας τα έδωσε όλα και μας κατέστησε συγκληρονόμους και πάλι της Βασιλείας Του – προοπτική που δεν συγκρίνεται με καμία άλλη επίγεια είτε θρησκευτική είτε θεοσοφική είτε φιλοσοφική είτε οτιδήποτε άλλο. Αλλά εδώ πια αναφύεται το ανθρώπινο πρόβλημα μετά όμως την επίλυσή του. Η στάση του ανθρώπου – αν θα πιστέψει ή όχι στον Χριστό, ενεργοποιώντας την πίστη του αυτή με τον μοναδικό τρόπο που καθορίζει ο λόγος του Θεού, την αγάπη. Διότι «αγάπη ο Θεός», συνεπώς αγάπη και ο «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» Εκείνου δημιουργημένος άνθρωπος.

Κι εδώ αναδεικνύεται ο λόγος του αββά Ματώη, ο οποίος εκφράζει ό,τι συνιστά όπως είπαμε και το προσωπικό του βίωμα, θεμελιωμένο όμως στην Αγία Γραφή και τους προ αυτού Πατέρες της Εκκλησίας. Η εικόνα που φέρνει για να καταδείξει πώς μπορούν να συνυπάρξουν οι άνθρωποι μεταξύ τους, με την αγάπη που δίδαξε ο Κύριος, είναι μοναδική που δεν επιδέχεται άρνηση και αμφισβήτηση. «Οι άνθρωποι αν θέλουμε να είμαστε χριστιανοί πρέπει να μην είμαστε τετράγωνοι, αλλά στρογγύλοι». Όπως εύκολα καταλαβαίνουμε ο «τετραγωνισμένος» άνθρωπος είναι αυτός που είναι κυριολεκτικά κολλημένος στο δικό του θέλημα και στις δικές του επιθυμίας. Οι ρόδες ενός οχήματος αν ήταν τετράγωνες δεν θα μπορούσαν να κινηθούν – θα έπρεπε να καταβληθεί τεράστια δύναμη συνεπώς θα ήταν καταδικασμένη από την αρχή οποιαδήποτε κίνηση. Το ίδιο και με εμάς τους ανθρώπους: ριζωμένοι στο θέλημά μας μένουμε με τον νοσηρό εγωισμό μας, συνεπώς με αδυναμία συνυπάρξεως και με τους άλλους αλλά κατ’ επέκταση και με τον Θεό μας. Ο Θεός μας σε ποιους επαναπαύεται; Σε όσους «συγγενεύουν» (όσιος Παΐσιος) με Εκείνον. Αγάπη ο Θεός, γι’ αγάπη κεκλημένος και ο άνθρωπος.

Το ζητούμενο ποιο είναι λοιπόν; Πώς το τετράγωνο θα γίνει κύκλος. Πώς θα στρογγυλέψουμε τον εαυτό μας. Και τι σημαίνει αυτό; Να μπορούμε να «μεταναστεύουμε» (όσιος Ανδρέας Κρήτης) από το εγώ μας και το προσωπικό μας θέλημα για να ερχόμαστε κοντά στον κάθε πλησίον. «Γεγονέναι πλησίον» λέει ο ίδιος ο Κύριος στην παραβολή του καλού Σαμαρείτη. Κι ας ακούσουμε και πάλι τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος πώς έρχεται με τον δικό του τρόπο να διευκρινίσει τα πράγματα, (κι ίσως μεταφέροντας και αντιγράφοντας τον προγενέστερο αυτού αββά Ματώη με το συγκεκριμένο παραπάνω λόγιό του):  «Μία πέτρα με πολλές αιχμές και ανωμαλίες, όταν συγκρούεται και κτυπάται με άλλες πέτρες, συντρίβει όλα τα απότομα και σκληρά σημεία της και γίνεται στρογγυλή. Ομοίως και θυμώδης και απότομη ψυχή, όταν συναναστρέφεται και συζεί με σκληρούς και θυμώδεις ανθρώπους, υφίσταται ένα εκ των δύο: Ή υπομένει και θεραπεύει το τραύμα της. Ή αναχωρεί και γνωρίζει την αδυναμία της, που σαν σε καθρέπτη της την έδειξε καθαρά η άναδρη φυγή της» (Λόγος η΄, κεφ. 12, Περί αοργησίας).

Η συνύπαρξη έτσι με τους άλλους αποτελεί το κριτήριο για το πόσο χριστιανοί είμαστε. Το να ζεις αρμονικά με τους άλλους, με αγάπη και σεβασμό και ταπείνωση, έστω κι αν προσβάλλεσαι και αδικείσαι από αυτούς, είναι το σημαντικότερο σημάδι ότι όντως είσαι αληθινός χριστιανός, ακολουθώντας με συνέπεια τους λόγους του Χριστού. Γι’ αυτό και βλέπουμε τον όσιο Ματώη να δείχνει μεν τον δύσκολο δρόμο στον αδελφό που τον ρώτησε, ο ίδιος δε να δηλώνει με ταπείνωση ότι επέλεξε τον ερημιτικό βίο λόγω αδυναμίας! Έτσι κι αλλιώς όμως το συμπέρασμα είναι ένα: αν δεν αγωνιζόμαστε να στρογγυλεύουμε τον εαυτό μας, μέσα στην οικογένειά μας: οι σύζυγοι μεταξύ τους και ιδίως αυτοί με τα παιδιά τους, και μάλιστα τους εφήβους τους, αν δεν είμαστε σε ετοιμότητα ταπεινής υπακοής και αγάπης και στον χώρο που εργαζόμαστε και όπου μας καλεί το οποιοδήποτε καθήκον, τότε η πενθούσα μετάνοιά μας για την αδυναμία μας είναι μονόδρομος και για εμάς. Το εξέφρασε με άμεσο τρόπο και ο μέγας αββάς Μακάριος ο Αιγύπτιος, όταν τον κάλεσαν να μιλήσει σε συγκεντρωμένους μοναχούς κάποιου όρους. Στην παράκλησή τους να τους πει λόγο ψυχωφελή αυτά τους είπε: «Ας κλάψουμε αδελφοί και ας κατεβάσουν οι οφθαλμοί μας δάκρυα, προτού να φύγουμε, εκεί όπου τα δάκρυά μας θα κατακάψουν τα σώματά μας. Και έκλαψαν όλοι και έπεσαν με το πρόσωπό τους κάτω και είπαν: Πάτερ, ευχήσου για εμάς» (Γεροντικό).

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2026

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΤΗΤΑ ΜΕ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΛΟΥΣΤΡΟ!

«Πολλοί μαζεύουμε Βυζαντινές εικόνες, μαζεύουμε και κασέτες, κάνουμε αυτά, παίρνουμε και τα βιβλία τα Ασκητικά και τα Πατερικά, τα διαβάζουμε, ντοπαριζόμαστε στο τέλος, πέφτουμε σε απόγνωση, - έτσι γίνεται, αδελφοί μου – και χανόμαστε. Και λέμε από πάνω «Είμαστε καλοί. Εγώ είμαι Ορθόδοξος». Βρε, η Ορθοδοξία αγγίζει την καρδιά του ανθρώπου. Την ψυχή του ανθρώπου. Τη μεταμορφώνει. Την κάνει εύσπλαχνη. Την κάνει ταπεινή. Την καθαρίζει απ’ το κακό κι απ’ την αγριάδα. Της δίνει μια αγάπη. Πνεύμα θυσίας. Αυτοθυσίας. Υπομονής. Και βλέπεις τον άλλον, πο ’χει αυτή τη χάρη, κι είν’ Ορθόδοξος. Και μπορεί να ’χει μια εικόνα της Αναγεννήσεως, όπως ο άγιος Νεκτάριος, και να προσεύχεται σ’ αυτήν. Αλλά, τι; Να αγγίζει την Παναγία! Να πιστεύει την Παναγία! Να τιμά την Παναγία! Να αισθάνεται την Παναγία! Έτσι. Καταλάβατε; Αλλοιώς θα είναι μια Εκκλησιαστικότητα με Βυζαντινό λούστρο. Βέβαια.» (Αρχιμ. Ανανίας Κουστένης, Λόγοι για τον άγιο Νεκτάριο, τόμος Α΄, Κυπρής, Αθήνα 2019).

Πρόκειται για τον τύπο και την ουσία. Αυτό δεν εκφράζει ο μακαριστός άγιος Γέρων παραθέτοντας τις δύο προσεγγίσεις της Ορθοδοξίας; Τη μία, κατά την οποία ο πιστός «παλεύει» να αποδείξει την «ορθοδοξία» του μ’ έναν επιφανειακό και προσχηματικό τρόπο, μαζεύοντας εικόνες βυζαντινές, κασέτες, βιβλία ασκητικά και πατερικά, αλλά δίχως το ορθόδοξο πνεύμα να αγγίζει το κέντρο του, εκείνο στο οποίο επιβλέπει ο Κύριος, την καρδιά του. «Υἱέ μου, δός μοι σήν καρδίαν» ακούγεται ο αιώνιος λόγος του Θεού. Δεν έρχεται στον νου μας, καθώς ακούμε για τέτοιες καταστάσεις, ο Φαρισαίος της γνωστής παραβολής του Κυρίου μας Ιησού Χριστού; Γιατί τι άλλο έκανε ο τυπολάτρης Φαρισαίος; Σχήματι άνθρωπος του Θεού, με τα ωραία ενδύματα, την εντυπωσιακή στάση προσευχής, την ολοφάνερη ελεημοσύνη, αλλά εντελώς μακριά από τον ίδιο τον Θεό, απόλυτα ξένος προς το Πνεύμα Του, τελικώς αποδοκιμασμένος από Εκείνον και αδικαίωτος! Γιατί; Διότι στην πραγματικότητα ήταν… άθεος! Θεός του ήταν ο εαυτός του, το εγώ του που το έστηνε ως άγαλμα  προκειμένου να στρέφονται οι άνθρωποι προς αυτόν και να τον θαυμάζουν. «Πήρες τον μισθό σου» λέει ο Κύριος. «Το μπράβο των ανθρώπων!» Το είχε σημειώσει και άλλοτε ο ενανθρωπήσας Κύριος: «Δεν μπορείς να έχεις πίστη Θεού, εφόσον κυνηγάς και θηρεύεις την ανθρώπινη δόξα!» Και˙ «οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι Κύριε, Κύριε, εἰσελεύσεται εἰς τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, ἀλλ’ ὁ ποιῶν τό θέλημα τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν Οὐρανοῖς».

Πρόκειται για στόφα εκκλησιαστική, για «εκκλησιαστικότητα με βυζαντινό λούστρο», καθώς τη χαρακτηρίζει ο σοφός Γέρων, δανειζόμενος έκφραση ενός συγχρόνου αγίου, όπως λέει, που έζησε στη Αλάσκα, Ρώσος την καταγωγή. Και μνημονεύει τη γραφή του: «Μπορείς να έχεις την εκκλησιαστική σου ζωή, τα ωραία σου άμφια, τις εικόνες, τις ακολουθίες, τα σωστά στο Εκκλησιαστικό πνεύμα έντυπά σου, αλλά αυτό δεν είναι Ορθοδοξία. Είναι μια εκκλησιαστικότητα με Βυζαντινό λούστρο». Και δεν το λέει βεβαίως μόνο για κληρικούς ο Ρώσος ιεραπόστολος. Ο λόγος του αγκαλιάζει όλους τους πιστούς, γιατί κάποιες φορές όλοι περιπίπτουμε στη συγκεκριμένη παγίδα: την επιφανειακή προσέγγιση καθώς είπαμε της Ορθοδοξίας. Και γιατί συμβαίνει αυτό; Διότι είναι το εύκολο! Χαϊδεύουμε τα πάθη μας πιστεύοντας ότι είμαστε ακραιφνώς ορθόδοξοι!

 Και πώς φαίνεται ότι υπηρετούμε την άρνηση και την απιστία, όντας… «ορθόδοξοι»; Από το αποτέλεσμα που παράγεται: «πέφτουμε σε σύγχυση, πέφτουμε σε απελπισία, πέφτουμε σε απόγνωση και χανόμαστε!» Ο Κύριος έδωσε το δικαίωμα της εκτίμησης αυτής: «Τό δένδρον ἐκ τοῦ καρποῦ γινώσκεται». «Ἀπό τῶν καρπῶν αὐτῶν ἐπιγνώσεσθε αὐτούς». Ξέρουμε αν μία κατάσταση πνευματική είναι εκ Θεού ή όχι, από το τι μας προκαλεί. Η σύγχυση, η απελπισία, η απόγνωση, η απώλεια εαυτού είναι τα πιο τρανταχτά σημάδια της παρουσίας του Πονηρού πνεύματος. Ο διάβολος ό,τι έχει αυτό και προσφέρει. Οπότε, «στῶμεν καλῶς

 Και ποια είναι η στάση η καλή; Η δεύτερη προσέγγιση της Ορθοδοξίας, για την οποία κάνει λόγο ο πολύς και σοφός Ανανίας. Είσαι ορθόδοξος κατά το πνεύμα του Χριστού, των αγίων Αποστόλων και των Πατέρων της Εκκλησίας, όταν προσεγγίζεις την ορθόδοξη πίστη όχι ως ιδεολογία και «μόδα», αλλά με την καρδιά σου. Άλλωστε ο Κύριος γι’ αυτό μας κάλεσε: να ανοίξουμε την καρδιά μας και να Τον αποδεχτούμε χωρίς προαπαιτούμενα και αν. «Αν με αγαπάτε, τηρήστε τις εντολές Του» είπε και όχι «αν με καταλαβαίνετε». Δεν είναι η λογική ή οτιδήποτε επίγειο και επιφανειακό που αποτελεί το κριτήριο της πίστεώς μας σ’ Αυτόν. Είναι η καρδιά μας, δηλαδή η αγάπη μας που καλείται να ανταποκριθεί στην αγάπη Εκείνου που έχει και την απόλυτη πρωτοβουλία. «Ἡμεῖς ἀγαπῶμεν ὅτι Αὐτός πρῶτος ἠγάπησεν ἡμᾶς». Και τι συμβαίνει με τον τρόπο αυτόν; Η καρδιακή προσέγγιση του Χριστού και του αγίου σώματός Του της Εκκλησίας, που αποδεικνύεται από την προσπάθεια τήρησης των αγίων Του εντολών, φέρει και τα αποτελέσματα που υποσχέθηκε: την ενοίκηση της αγίας Του χάριτος στην ύπαρξή μας, την ψυχή και το σώμα μας, να πορευόμαστε κατά τον τρόπο Εκείνου στη ζωή μας, γινόμενοι ένας δεύτερος Χριστός στο διάστημα που μας έταξε να περάσουμε στον κόσμο τούτο.

Είναι μονόδρομος! Ο ορθόδοξος, βαπτισμένος και χρισμένος στο όνομα του Χριστού, μέλος της Εκκλησίας, ντυμένος τον Ίδιο τον Κύριο, δεν μπορεί παρά να σκέπτεται, να ομιλεί, να συμπεριφέρεται έχοντας «νοῦν Χριστοῦ» (απ. Παύλος). Το σημειώνει και με μοναδικό τρόπο ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος στην Α΄ καθολική του επιστολή: «Ὁ λέγων ἐν Αὐτῶ μένειν, ὀφείλει καθώς Ἐκεῖνος περιεπάτησεν καί αὐτός οὕτω περιπατεῖν». Λες ότι είσαι χριστιανός και μέλος Χριστού; Η ζωή σου αποτελεί μία συνέχεια Εκείνου – όποιος σε βλέπει «διαβάζει» την παρουσία Του και «μυρίζει» το άρωμά Του! Διαφορετικά, έστω και με το όνομα του χριστιανού, γίνεσαι άθεος. Και δεν πρέπει να μας ξενίζει η απολυτότητα αυτή, διότι το εκφράζει και πάλι ο αγαπημένος μαθητής του Κυρίου στη δεύτερη επιστολή του: «Πᾶς ὁ παραβαίνων καί μή μένων ἐν τῇ διδαχῇ τοῦ Χριστοῦ, Θεόν οὐκ ἔχει». Άθεος και αντίχριστος δεν είναι όποιος πολεμάει τον Θεό και τον Χριστό, κατά τον γνωστό τρόπο των αρνητών της πίστεως, μα και καθένας μας που εκτρέπεται, με επίγνωση και αμετανόητα, σε αλλότρια μονοπάτια από την «Ὁδόν» Κυρίου. Σύμφωνα μάλιστα με τα λόγια του ίδιου του Γέροντος Ανανία: «Ε, τώρα, πολλή αντιχριστολογία πέφτει και τον Αντίχριστο τον έχουμε μέσα μας. Δεν συγχωράμε, δεν αγαπάμε, δεν προσευχόμεθα για τους άλλους, τους κατακρίνουμε». Τι έτι άλλης αποδείξεως χρήζομεν; Δεν είναι και ο λόγος του Κυρίου επ’ αυτού που επιστεγάζει την τραγική για εμάς αυτήν πραγματικότητα; «Ὁ μή ὤν μετ’ ἐμοῦ κατ’ ἐμοῦ ἐστι».

Ο Ορθόδοξος λοιπόν είναι ορθόδοξος στον βαθμό που η ορθοδοξία, ως η αληθινή εικόνα του Κυρίου Ιησού Χριστού στον κόσμο, αγγίζει την καρδιά και την ψυχή του ανθρώπου, μεταμορφώνοντάς τον σε τόπο Χριστού, όπου η ευσπλαχνία, η ταπείνωση, η καθαρότητα της αγάπης, της αυτοθυσίας, της υπομονής είναι τα κύρια και καίρια χαρακτηριστικά του. Με κύριο γνώρισμά του μάλιστα τη χαρά από την παρουσία Του! «Χαίρετε!» «Καί τήν χαράν ὑμῶν οὐδείς αἴρει ἀφ’ ὑμῶν». 

Οπότε στην υπερφυή και χαρισματική αυτήν κατάσταση το «κυνηγητό» του «βυζαντινισμού» δεν υφίσταται! Μπορεί πράγματι το βυζαντινό στοιχείο, είτε ως εικόνα είτε ως υμνολογία είτε ως ατμόσφαιρα να φανερώνει την πιο υγιή μορφή έκφρασης της Εκκλησίας – είναι δεδομένο τούτο! – μα για να λειτουργεί με τον τρόπο αυτόν θα πρέπει να έχει υποστεί αλλοίωση ο πιστός «ἀπό τήν δεξιάν τοῦ Ὑψίστου». Ειδάλλως, όπως είπαμε, εκπίπτουμε σε τυπολατρεία και βρισκόμαστε υπό την οργήν του Θεού. Και το παράδειγμα με τον άγιο Νεκτάριο που φέρνει ο άγιος σοφός Γέρων Ανανίας είναι καταπέλτης! «Μπορεί ο πιστός να έχει μία εικόνα της Αναγεννήσεως, όπως ο άγιος Νεκτάριος, και να προσεύχεται σ’ αυτήν». Και την Παναγία να την ζει και να την αισθάνεται, που θα πει ότι πρωτίστως η Παναγία έχει επιβλέψει και επιβλέπει πάνω στον πιστό αυτόν. Δεν λένε τυχαία οι αββάδες του Γεροντικού ότι «αν έχεις καρδιά μπορείς να σωθείς!»

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2026

ΠΟΤΕ ΜΟΛΥΝΕΤΑΙ ΚΑΙ ΠΟΤΕ ΚΑΘΑΡΙΖΕΤΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ;

Έλεγε ο όσιος Πατήρ Πασιος ο αγιορείτης: «Βλέπεις τη στάμνα; Το πάνω μέρος είναι καθαρό, προς τα κάτω όμως που ακουμπάει στη γη, πιάνει κάτι σαν μούχλα. Έτσι και ο άνθρωπος: όσο προσκολλάται στη γη και στα γήινα, μολύνεται, ενώ όσο υψώνεται στα ουράνια, καθαίρεται» (Ιερομ. Παϊσίου, Μύρον εκκενωθέν).

Είναι γεγονός ότι όλοι σχεδόν οι Πατέρες της Εκκλησίας, παλαιότεροι και νεώτεροι, χρησιμοποίησαν παραδείγματα από τον αισθητό κόσμο προκειμένου να βοηθήσουν τον άνθρωπο να κατανοήσει πνευματικές πραγματικότητες. Διότι πολύ συχνά αυτό που ισχύει στα αισθητά και υλικά ισχύει σ’ έναν βαθμό και στα πνευματικά. Ο όσιος Πορφύριος ο καυσοκαλυβίτης για παράδειγμα μιλούσε για τον ανθρώπινο έρωτα, που κάνει τον άνθρωπο να σκέφτεται και να στρέφεται αδιάκοπα προς το αντικείμενο του έρωτά του. Για να πει ότι έτσι πρέπει και ο άνθρωπος να είναι στραμμένος προς τον Θεό «εξ όλης της ψυχής και της καρδίας και της διανοίας». Το ίδιο και ο άγιος Παḯσιος στο παραπάνω απόσπασμα. Χρησιμοποιεί ένα απλό παράδειγμα, τη στάμνα του νερού, για να υπενθυμίσει μία καίρια αλήθεια της πνευματικής ζωής: σε ό,τι ο άνθρωπος προσκολλάται, με ό,τι καταγίνεται και απορροφάται, αυτό θα του φέρει και τα ανάλογα αποτελέσματα. Προσκολλάται κανείς στα γήινα και τα υλικά; Θα αρχίσει να μολύνεται. Προσκολλάται στα ουράνια και τα πνευματικά; Θα αρχίσει να καθαρίζει η ψυχή του, που σημαίνει ότι θα αρχίσει να δημιουργείται χώρος στην καρδιά του για να βρει «έδαφος» εγκατοίκησης η χάρη του Θεού – «μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται».

 Και το παράδειγμα της στάμνας είναι άμεσο: η επαφή του πάτου της με τη γη φέρνει μούχλαˑ το πάνω μέρος της διατηρείται καθαρό. Ο άγιος αποδίδει με τον δικό του τρόπο αυτό που ο λόγος του Θεού και η εκκλησιαστική παράδοση διαλαλούν: «τα άνω φρονείτε, τα άνω ζητείτε, μη τα επί της γης» (απ. Παύλος). Κι αυτό γιατί δημιουργημένοι από τον Θεό «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» Εκείνου έχουμε ως φυσιολογία την αδιάκοπη και εν αγάπη φορά προς τον Θεό: «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της ψυχής, εξ όλης της καρδίας, εξ όλης της διανοίας, εξ όλης της ισχύος». Τι πιο φυσιολογικό πράγματι για το ον που δημιουργήθηκε «να επαναλαμβάνει» τον Θεό του (όσιος Σωφρόνιος Αθωνίτης), που εξήλθε από Εκείνον, στέκεται και υφίσταται από Εκείνον, κατατείνει προς Εκείνον, από το να έχει αδιάκοπα και αταλάντευτα τους πνευματικούς οφθαλμούς του προς τη ρίζα και την πηγή του; «Οι οφθαλμοί μου διά παντός προς τον Κύριον» λέει ο εμπνευσμένος από το Πνεύμα του Θεού άνθρωπος.  Γι’ αυτό και στο κέντρο όλων των μυστηρίων της Εκκλησίας, τη Θεία Λειτουργία, ακούγεται η προτροπή του ιερέα: «Άνω σχώμεν τας καρδίας», για να απαντήσει ο πιστός λαός «Έχομεν προς τον Κύριον», προκειμένου να υπάρξει η ευλογημένη συνέχεια: «Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω». Δεν υπάρχει περίπτωση δηλαδή ένας άνθρωπος, ιδίως ο πιστός θεωρούμενος, να μπορέσει να ζήσει πνευματικά, να υπάρξει πνευματικά ως μέλος Χριστού, χωρίς τη διαρκή ώθηση της καρδιάς του για να βρίσκεται εκεί που είναι ο Κύριος.

Οπότε, όταν οι μέριμνες του κόσμου τούτου, πολύ περισσότερο οι πειρασμοί και οι περισπασμοί του, αποσπούν τον χριστιανό από τη «θέαση» αυτή του προσώπου του Χριστού, εκεί ναι! Η «μούχλα» η πνευματική, η πονηρία και η αμαρτία δηλαδή, αρχίζει να αναπτύσσεται και να καλλιεργεί ένα σάπιο περιβάλλον  για την ψυχή του, συνεπώς ο Πονηρός θα αρχίσει να έχει το «πάνω χέρι» με όλα τα «συνοδευτικά» της παρουσίας του: το άγχος, τη θλίψη, την ταραχή, την ακαταστασία, την κόλαση. Και δεν εννοεί ο άγιος Αγιορείτης βεβαίως ότι ένας χριστιανός στον κόσμο ευρισκόμενος, αλλά και ένας μοναχός ακόμη, δεν θα ασχολείται με τα πράγματα του κόσμου τούτου – κατ’ ανάγκην ως έχοντες και σώμα θα ασχολούμαστε και με αυτά. Το ζητούμενο είναι, όπως το σημειώνει, να μην προσκολλάται κανείς σε αυτά, να μην απορροφάται ολοκληρωτικά γενόμενος ως οι άθεοι που έχουν διαγράψει τον Θεό από τη ζωή τους. Και πώς επιτυγχάνεται τούτο; Μόνον όταν ο πιστός χαρακτηρίζεται από αληθινή πίστη, η οποία του διανοίγει τους οφθαλμούς, για να βλέπει τα πάντα στον κόσμο «εν Θεώ». «Εν αυτώ ζώμεν και κινούμεθα και εσμέν» σημειώνει ο απόστολος Παύλος αποδίδοντας τη σημαντικότερη βαθιά πραγματικότητα, ότι «ο Θεός δίνει ζωή και πνοή και τα πάντα» στον άνθρωπο και σε όλη τη δημιουργία.

Κατά συνέπεια, όταν ο πιστός με την άσκησή του μάθει να βλέπει με αυτό το «διπλό» βλέμμα τον κόσμο, τον εαυτό του, τους συνανθρώπους του, τα πάντα, να βλέπει δηλαδή το πιο «προφανές»: την παρουσία του Δημιουργού σε όλα τα κτίσματα και δημιουργήματα, τότε πράγματι κινείται στο στόμιο της στάμνας, «τα άνω φρονεί», διαλέγεται αδιάκοπα με τον Πατέρα του, νιώθει όπως το παιδί στην αγκαλιά της μάνας του. Κι εκεί, ασφαλώς, δεν αφήνεται περιθώριο να αναπτυχθεί «μούχλα», γιατί το φως του προσώπου του Κυρίου έρχεται ως «πυρ καταναλίσκον» κάθε πάθος και κάθε πονηρή κίνηση της ψυχής. Στη δυναμική αυτή κατάσταση του πιστού, που επιβεβαιώνει ότι «ουκ έχομεν μένουσαν πόλιν αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν», ο άνθρωπος γίνεται κατοικητήριο του ίδιου του Θεού, από την οποία αγωνίζεται να μην εκπέσει ποτέ. Αλλά και στην περίπτωση που κάπου εκπέσει, αμέσως αναλαμβάνει τον αγώνα της επανόδου του, δηλαδή τον αγώνα της μετανοίας, ώστε να ξαναβρεί αυτό που έχει κατανοήσει και νιώσει ως το περιεχόμενο της ίδιας της ζωής του: ζωή χωρίς Χριστό δεν αντέχεται!

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2026

ΦΟΒΟΣ: ΑΙΤΙΑ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΙΑ

Η χριστιανική πίστη δεν αμφισβητεί την ύπαρξη του φόβου στη ζωή του ανθρώπου. Τον αποδέχεται ως πραγματικότητα αλλά και τον ερμηνεύει. Ο φόβος είναι αποτέλεσμα της πτώσης του ανθρώπου στην αμαρτία – αυτή τού άνοιξε τη δίοδο για κάθε είδους φόβο στη ζωή του και άρα για την τραγικότητα της επί γης πορείας του.

Με τον ερχομό του Χριστού όμως ο άνθρωπος ξαναβρήκε την κανονική πορεία του και ένιωσε και πάλι ότι η αγάπη και η φιλία τον περιβάλλουν από παντού. Ο Χριστός έχυσε άπλετο φως στη ζωή του για να δει ότι ο Θεός είναι ακριβώς ο φίλος και ο Πατέρας του, ο συνάνθρωπος ο αδελφός του, η φύση η αδελφή του. Στην πραγματικότητα μετά τον ερχομό του Χριστού τίποτε δεν μπορεί να απειλήσει τη ζωή του ανθρώπου. Διότι μ’ Εκείνον γίναμε και πάλι παιδιά του Θεού. Ο Χριστός μάς προσέλαβε στον εαυτό Του και έγινε το ένδυμά μας. «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε» (Γαλ. 3, 27). Είμαστε καλυμμένοι και ασφαλισμένοι μέσα στον ίδιο τον παντοδύναμο και πανάγαθο Θεό. Αυτός αποτελεί το σπίτι μας, και της ψυχής και του σώματός μας. Κι ακόμη: γίνεται ο Ίδιος ο μυστικός ένοικος της ψυχής μας. Εκείνος υποσχέθηκε ότι θα κατοικήσουμε μέσα Του κι Αυτός μέσα μας. «Ενοικήσω εν αυτοίς και εμπεριπατήσω» (πρβλ. Β´Κορ. 6, 16).

Αν είχαμε πνευματικά μάτια ανοικτά θα βλέπαμε ότι πλημμυριζόμαστε διαρκώς από το φως, την αλήθεια, τη ζωή και την αγάπη. Θα βλέπαμε στον εαυτό μας, στον κάθε συνάνθρωπο, σε όλη τη δημιουργία την πανάγαθη παρουσία του Θεού, όπως και του αγαθού φύλακα αγγέλου μας. «Ει ο Θεός υπέρ ημών, τις καθ᾽ ημών;» θα φωνάξει μεταξύ άλλων ο απόστολος Παύλος (Ρωμ. 8, 31). Είναι συγκλονιστικός ο λόγος επ’ αυτού του μεγάλου ασκητικού διδασκάλου οσίου Ισαάκ του Σύρου: «Μην σε ταράξει καθόλου – γράφει στον τρίτο λόγο του – ο λογισμός του φόβου... αλλά μάλλον πίστευε ότι έχεις φύλακα τον ίδιο τον Θεό που είναι μαζί σου, και την ακρίβεια γι᾽ αυτό ας σε πληροφορήσει η φρόνησή σου, ότι συ με όλη τη δημιουργία είστε δούλοι ενός και του ιδίου δεσπότη, ο Οποίος με ένα μόνο νεύμα Του κινεί και σαλεύει, και ημερώνει και οικονομεί τα πάντα, και κανείς δούλος δεν μπορεί να βλάψει κανέναν από τους σύνδουλούς του χωρίς να το παραχωρήσει Εκείνος που προνοεί και κυβερνά τα πάντα...Καθότι ούτε οι δαίμονες ούτε τα βλαπτικά θηρία ούτε οι κακοί άνθρωποι μπορούν να εκπληρώσουν το κακό τους θέλημα για αφανισμό και απώλεια του άλλου, όταν δεν θέλει ο κυβερνών τα πάντα Θεός. Αλλά και όταν θέλει, δίνει και όρια σ᾽ αυτό, κατά πόσο πρέπει να βλάψουν».

Προϋπόθεση βεβαίως για τη χαρισματική αυτή πραγματικότητα η πίστη στον Χριστό.  Χωρίς αυτήν ο φόβος εξακολουθεί να σφραγίζει τη ζωή μας.Το απεκάλυψε ο ίδιος ο Χριστός: το αντίδοτο του φόβου είναι η πίστη. «Μη φοβού, μόνον πίστευε» (Μάρκ. 5, 36) λέει στον καθένα μας μέχρι σήμερα. «Μη ταρασσέσθω ημών η καρδία μηδέ δειλιάτω. Πιστεύετε εις τον Θεόν και εις εμέ πιστεύετε» ( Ιωάν. 14, 1.27). Και εννοείται η αληθινή πίστη που συνυπάρχει πάντοτε με την αγάπη. «Πίστις δι᾽ αγάπης ενεργουμένη» που λέει ο Απόστολος (Γαλ. 5,6). Γι’ αυτό και «φόβος ουκ έστιν εν τη αγάπη, αλλ᾽ η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον» (Α´ Ιωάν. 4, 18).

Τετάρτη 8 Ιουλίου 2026

Ο ΠΡΟΚΟΜΜΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΑΝΤΟΥ ΠΡΟΚΟΒΕΙ!

Ἡ ἐπιλογή τοῦ δρόμου τῆς ζωῆς εἶναι ἀσφαλῶς σημαντικό πράγμα καί πρέπει μέ σοβαρότητα νά τήν ἀντιμετωπίσει κανείς. Δέν εἶναι ὅμως τό πᾶν. Γιατί  εἴτε ἐπιλέξει κανείς νά κάνει οἰκογένεια εἴτε ἐπιλέξει τήν ἀφιερωμένη ζωή τοῦ καλόγερου κάνει ἐπιλογή ἑνός δρόμου. Τό ζητούμενο δέν εἶναι ὁ δρόμος, ἀλλά ὁ Χριστός. ᾽Εκεῖνος εἶναι καί ὁ δρόμος καί τό τέρμα τοῦ δρόμου. “Τά πάντα καί ἐν πᾶσι Χριστός” πού λέει καί ὁ μεγάλος ἀπόστολος. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ἄν ἔχουμε ᾽Εκεῖνον ἐνώπιόν μας πάντοτε, δηλαδή ἄν ἡ καθημερινή προτεραιότητά μας εἶναι πῶς νά σταθοῦμε στίς ἅγιες ἐντολές Του ὥστε μέ ἀγάπη πρός Αὐτόν νά Τόν κοινωνοῦμε στά ἅγια μυστήρια τῆς ᾽Εκκλησίας μας, δέν ἔχει καί τόση σημασία τό εἶδος τοῦ δρόμου πού ἀκολουθοῦμε. Μπορεῖ λοιπόν κάποιος νά γίνει καλόγερος, μπορεῖ νά κάνει οἰκογένεια, μπορεῖ κι ἁπλῶς νά μένει, πού λέει ὁ λόγος, στό σπίτι του: ἄν κρατάει τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ θά σωθεῖ.

Ὁπότε δέν πρέπει κανείς νά ἀπολυτοποιήσει τήν ἐπιλογή τοῦ δρόμου. ᾽Ακόμη καί λάθος ἐπιλογή νά κάνει, ἐνῶ δηλαδή εἶναι φτιαγμένος γιά οἰκογένεια νά γίνει καλόγερος, ἤ ἐνῶ τοῦ ταιριάζει πιό πολύ ἡ μοναχική ἀφιέρωση ἐκεῖνος νά  κάνει οἰκογένεια, δέν σημαίνει ὅτι θά χάσει, ἄν πράγματι τό ἐπιθυμεῖ, τόν στόχο του. Πού θά πεῖ: ῾Ο προκομμένος ἄνθρωπος, αὐτός πού μέ φιλότιμο ἀγωνίζεται, ὅπου καί νά βρεθεῖ θά προκόψει. Ὅπως τό ἔλεγε ἀκριβῶς ὁ ὅσιος  τῆς ἐποχῆς μας Παΐσιος ὁ ἁγιορείτης: «Ὁ προκομμένος ἄνθρωπος, σέ ὅποια ζωή καί ἄν βρεθεῖ, εἴτε μοναχός εἴτε λαϊκός, θά κάνει προκοπή πνευματική, γιατί θά ἐργαστεῖ φιλότιμα. Ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος πού δέν καλλιεργεῖ τό φιλότιμο πού τοῦ χάρισε ὁ Θεός, ἀνεπρόκοπος θά εἶναι καί στή μία ζωή καί στήν ἄλλη».

Τρίτη 30 Ιουνίου 2026

ΤΟ ΟΠΛΟ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ

Η σύναξη των αγίων Αποστόλων – επέκταση της εορτής των πρωτοκορυφαίων Πέτρου και Παύλου -  προβάλλει εκ νέου και τους «πρωταποστόλους», αλλά και τους άλλους μαθητές του Κυρίου. Η Εκκλησία μας δεν χάνει ευκαιρία να τιμήσει αυτούς που συνιστούν τα θεμέλιά της, που θα πει να μας προκαλέσει σε ορθή αυτοσυνειδησία ως προς την πίστη μας και να μας δώσει το γνήσιο παράδειγμα ώστε να «ἐπακολουθήσωμεν τοῖς ἴχνεσιν τοῦ Κυρίου». Διότι βεβαίως αυτό έκαναν και όλοι οι απόστολοι: περιπατούσαν «ἐν Κυρίῳ».

Ο άγιος υμνογράφος μάλιστα στην προσπάθειά του να μας υποδείξει τον δρόμο των αποστόλων και πώς κινήθηκαν στον κόσμο ως  απεσταλμένοι του Χριστού σημειώνει κάτι ιδιαιτέρως σημαντικό, το οποίο αποτελεί παρακαταθήκη και για εμάς που θέλουμε να βρισκόμαστε στη δική τους πορεία: Ποιο ήταν το όπλο που χρησιμοποίησαν μέσα στον εχθρικό γι’ αυτούς κόσμο που βρέθηκαν. Διότι είναι δεδομένο – το είδαμε στη ζωή του ίδιου του Κυρίου Ιησού – ότι ο κόσμος ο πεσμένος στην αμαρτία εναντιώνεται σε κάθε τι που δεν είναι της δικής του «γραμμής» και της δικής του «οσμής», συνεπώς κάθε τι που δεν εκφράζει το αμαρτωλό φρόνημά του το θεωρεί ξένο σώμα και προσπαθεί να το αποβάλει. Δυστυχώς αυτή είναι η τραγωδία του κόσμου: να δέχεται την ευεργεσία της χάρης του Θεού και να ανταποδίδει την κακότητα και τη σταύρωση!

Λοιπόν, στην γ΄ ωδή του κανόνα για τους κορυφαίους των αποστόλων αναφέρει: «Γυμνούς καί ἀόπλους εἰς τά ἔθνη ἀπέστειλας σοῦ τούς Μαθητάς, ἀνθ’ ὅπλων σοῦ τό ὄνομα βαστάζοντας τό ἅγιον∙ καί τόν τῆς πλάνης πόλεμον, Χριστέ, τῇ πίστει διέλυσαν» (Χριστέ, απέστειλες τους μαθητές σου  στα ειδωλολατρικά έθνη γυμνούς και άοπλους, έχοντας σαν όπλο τους το άγιο όνομά σου. Και με την πίστη τους σ’ αυτό διέλυσαν τον πόλεμο της πλάνης).

Οι απόστολοι πίστεψαν και ακολούθησαν τον Ιησού Χριστό, Αυτόν που απεκαλύφθη ως ο ενανθρωπήσας Θεός. Η Βασιλεία του Θεού που έφερε δεν είχε εγκόσμιο χαρακτήρα (αυτή ήταν και η απάντηση του Κυρίου στον Πιλάτο που του έθεσε παρόμοιο ερώτημα: «ἡ Βασιλεία ἡ ἐμή οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου»), γι’ αυτό και τα όπλα των αποστόλων ήταν μόνον πνευματικά: η πίστη στο άγιο όνομα του Χριστού. Ο κόσμος τούς αντιμετώπισε με τον δικό του τρόπο, χρησιμοποιώντας δηλαδή ό,τι βίαιο και εχθρικό είχε κατασκευάσει για τους αντιπάλους του, εκείνοι δε στάθηκαν άοπλοι και εντελώς ανυπεράσπιστοι μπροστά στα όπλα αυτά. Γι’ αυτό και γεύτηκαν βεβαίως το φυσικό και αυτονόητο που επέτρεψε και επιτρέπει συνήθως ο Θεός: τα βασανιστήρια και τον θάνατο.

 Κι εδώ βεβαίως διαπιστώνεται το παράδοξο της ύπαρξης του χριστιανού στον κόσμο: δεν εναντιώνεται στον αντίπαλο, δεν παίρνει κι αυτός όπλα να του αντιπαρατεθεί, αλλά κατά το παράδειγμα του αρχηγού της πίστεως «ὡς πρόβατον ἐπί σφαγήν ἄγεται καί ὡς ἀμνός ἄμωμος ἐναντίον τοῦ κείροντος αὐτόν ἄφωνος, οὕτως οὐκ ἀνοίγει  τό στόμα αὐτοῦ». Μία διαφορετική στάση θα σήμαινε αλλοίωση του φρονήματος του Χριστού, ο Οποίος είχε προειδοποιήσει τους μαθητές Του: «εἰ ἐμέ ἐδίωξαν καί ὑμᾶς διώξουσιν». Στον κόσμο τούτο με άλλα λόγια ο θεωρούμενος νικητής είναι πάντα ο εχθρός της πίστεως – αυτός που οδηγεί στον σταυρό και τον θάνατο!

Αλλ’ ακριβώς στο σημείο αυτό αναδύεται πια η άλλη λογική που διέπει τη χριστιανική πίστη: κινητοποιείται η παντοδυναμία του Θεού που λειτουργεί «ανάποδα» προς τη λογική του κόσμου. Εκεί που ο κόσμος θεωρεί ότι νίκησε, εκεί πια επέρχεται η πλήρης και ολοσχερής διάλυσή του. Ό,τι συνέβη και με τον Σταυρό του Κυρίου: «Ἰδού γάρ ἦλθε διά τοῦ Σταυροῦ χαρά ἐν ὅλῳ τῶ κόσμῳ»∙ «Θαρσεῖτε, ἐγώ νενίκηκα τόν κόσμον». Ο Σταυρός δηλαδή έφερε την Ανάσταση και οι δυνάμεις του σκότους, ο ίδιος ο θάνατος και ο παμπόνηρος διάβολος, καταργήθηκαν. Ο Θεός δεν «δουλεύει» κατά τα ανθρώπινα αμαρτωλά πρότυπα – δεν θα ήταν ο Θεός μας! Κι αυτό θα πει ότι τελικώς η παντοδυναμία που φέρνει τα πάνω κάτω είναι η ταπείνωση και η αγάπη, αυτή που προσωρινά φαίνεται ότι είναι η χαμένη.

Λοιπόν, για να επανέλθουμε στο τροπάριο: οι μαθητές του Κυρίου χωρίς όπλα, γυμνοί, εκτεθειμένοι σε κάθε κακότητα του αμαρτωλού φρονήματος του κόσμου, βρέθηκαν στο τέλος νικητές. Γιατί είχαν στα χέρια τους το ισχυρότερο όπλο που υπάρχει στον κόσμο, αόρατο και «αδύναμο» για τους πολλούς: το παντοδύναμο όνομα του Χριστού. Το δικό Του όνομα είναι «τό ὑπέρ πᾶν ὄνομα», μπροστά στο οποίο κλίνουν γόνυ τα επουράνια, τα επίγεια και τα καταχθόνια, όλες οι σκοτεινές δυνάμεις του κόσμου. Ψελλίζει κανείς το «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ» και τρέμουν τα σύμπαντα. Γιατί στο όνομα αυτό περικλείεται η ενέργεια του Τριαδικού Θεού, του Δημιουργού Παντοκράτορος Θεού, Αυτού δηλαδή από τον Οποίον έχουν προέλθει τα πάντα, διακρατούνται τα πάντα, κατευθύνονται προς Αυτόν τα πάντα. Κι είναι το όπλο του ονόματος του Χριστού, που ο Ίδιος έβαλε στα χέρια των μαθητών Του, καθώς τους το έδωσε και ως εντολή. «Ἔως ἄρτι οὐκ ἠτήσασθε οὐδέν ἐν τῶ ὀνόματί μου. Αἰτεῖτε καί λήψεσθε, ἵνα ἡ χαρά ὑμῶν ᾖ πεπληρωμένη».

Το όνομα του Χριστού: το παντοδύναμο όπλο μας στον κόσμο τούτο. Αρκεί να το επικαλούμαστε όπως και οι απόστολοι και οι άγιοί μας: με πίστη στην προσωπική παντοδύναμη και πανταχού παρουσία Του∙ με θερμή αγάπη προς την ποθητή μορφή Του.

Τετάρτη 24 Ιουνίου 2026

ΓΟΝΑΤΙΣΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΩΑΝΝΗ ΤΟΝ ΠΡΟΔΡΟΜΟ

«Είπε ο μακαριστός σοφός ιεράρχης Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως κυρός Ιερεμίας (Φούντας): Όταν μετατέθηκα στην Ι. Μητρόπολη Πειραιώς το 1983 με θέση ιεροκήρυκα, επισκέφθηκα τον Ι. Ναό της Ευαγγελιστρίας. Εκεί γονάτισα μπροστά στην εικόνα του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου και τον παρακάλεσα να με ενισχύει και να με φωτίζει στο έργο μου. Και το έκανα αυτό, γιατί ο άγιος Ιωάννης έχει μεγάλη παρρησία ενώπιον Κυρίου του Θεού μας. Οι προσευχές του και η μεσιτεία του για εμάς γίνονται αμέσως αποδεκτές από τον Κύριο. Ο άγιος έχει ξεχωριστή χάρη αγάπης για τον κόσμο».

Για τον μακαριστό ιεράρχη Ιερεμία, σπουδαίο και σοφό πανεπιστημιακό διδάσκαλο, δεν χρειάζονται πολλά λόγια. Το έργο του: συγγραφικό, διδασκαλικό, φιλανθρωπικό, ιεραποστολικό είναι τοις πάσι γνωστό, αποτελεί δε παράδειγμα προς μίμηση για όλους τους πιστούς, κληρικούς και λαϊκούς. Εν προκειμένω μας ενδιαφέρει η μαρτυρία του για τον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, όταν βρέθηκε στην Ι. Μητρόπολη Πειραιώς. Στον άγιο Ιωάννη στράφηκε προς ενίσχυση και φωτισμό του, με δεδομένη βεβαίως την πίστη του ότι πηγή της χάριτος και της δύναμης είναι ο Τριαδικός Θεός μας, αφότου μάλιστα ενσαρκώθηκε ο Υιός και Λόγος του Θεού στο πρόσωπο του Χριστού μας.

Ο μακαριστός Μητροπολίτης διαπνεόταν από τη βαθιά πίστη του στην Εκκλησία ως σώμα του Κυρίου Ιησού. Κι ήταν ένας από εκείνους τους εκκλησιαστικούς άνδρες που με απλό αλλά και συνάμα βαθύτατο τρόπο πρόσφερε την πίστη αυτή στον λαό του Θεού - ως γνωστόν άλλωστε τότε μπορεί κανείς να εκθέσει τα της χριστιανικής πίστεως με σαφήνεια και απλότητα, όταν όχι μόνο τα έχει μελετήσει αλλά πρωτίστως τα έχει ζήσει και μέχρι τέλους της ζωής του αγωνίζεται να τα ζει και να διευρύνει την εμπειρία της γνώσεώς του αυτής. Ο μακαριστός ήταν από την άποψη αυτή ένας ζηλωτής αληθινός της πίστεως. Όχι ζηλωτής με «ζήλον ου κατ’ επίγνωσιν» κατά τον απόστολο Παύλο, αλλά με ζήλο που χαρακτηρίζεται από την αγάπη προς τον Θεό και κυρίως από την αγάπη προς τον συνάνθρωπο. Δεν διενοείτο ο κυρός Ιερεμίας να γνωρίσει κάτι από την πίστη του, είτε από τον προσωπικό του αγώνα είτε από τις μελέτες του, και να μη θελήσει σχεδόν αμέσως να το μεταφέρει στον πιστό λαό. Γιατί, όπως εξηγούσε, η πίστη αυτή αποτελεί τη χαρά του ανθρώπου. Άνθρωπος που με επίγνωση στρέφεται προς τον Θεό δέχεται τη χάρη Του που είναι πάντοτε χαρά. Η συνεχής έκδοση των βιβλίων του, τα περιοδικά που έβγαζε, η επιθυμία του ακόμη και την πανεπιστημιακή γνώση του να τη μετουσιώνει σε βρώση και πόση των απλών πιστών επιβεβαιώνουν την παραπάνω πραγματικότητα.

Υπόβαθρο λοιπόν του ζήλου του και της όλης δραστηριότητάς του ήταν ακριβώς η πίστη του στην Εκκλησία. Την Εκκλησία που κεφαλή Της έχει τον Ιησού Χριστό και μέλη Της όλους τους αγίους, κεκοιμημένους και ζώντες, εξαιρέτως δε την Παναγία Μητέρα του ενανθρωπήσαντος Θεού και τον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο. Για τον μακαριστό Ιεράρχη η Παναγία όντως υπέρκειτο και υπέρκειται όλων των ανθρώπων αλλά και πάντων των αγγέλων και των αρχαγγέλων – πάμπολλα τα έργα του που τονίζουν την αλήθεια αυτή της πίστεως – αλλά και δεύτερος μετά την Παναγία ήταν και είναι ο άγιος Ιωάννης. Και ποιος μπορεί να αμφισβητήσει την εκτίμηση αυτή, όταν την έχει διατυπώσει με τον πιο σαφή τρόπο ο ίδιος ο αρχηγός της πίστεώς μας Χριστός; Εκείνος δεν ομολόγησε ότι «μείζων εν γεννητοίς γυναικών Ιωάννου» δεν υπάρχει;

Γιατί ήταν εκείνος που το πνεύμα του προφήτη Ηλία ευρισκόταν πάνω του, ήταν εκείνος που ήρθε στον κόσμο με ξεχωριστή ενέργεια του Τριαδικού Θεού «εκ στείρας γυναικός», ήταν εκείνος που ήδη στη μήτρα της μητέρας του ευρισκόμενος δέχτηκε τη χάρη του Θεού προσκυνώντας τον στη μήτρα της Υπεραγίας Θεοτόκου ενανθρωπήσαντα Υιό και Λόγο, ήταν εκείνος που όλη η ζωή του ήταν ένα βίωμα και ένα κήρυγμα μετανοίας ως επιστροφής στον Θεό, κάτι που έφερε ως «φυσιολογικό» αποτέλεσμα τον μαρτυρικό του θάνατο, ήταν εκείνος που ευαγγελίσθηκε τον ερχομό του Κυρίου ακόμη και στους εν Άδη ευρισκομένους, όπως διαρκώς το εξαγγέλλει και το απολυτίκιό του! Ένα αδιάκοπο θαύμα η ζωή του αγίου Ιωάννου.

Γι’ αυτό και η προτεραιότητά του στη ζωή της Εκκλησίας είναι δεδομένη. Προβάλλει η Εκκλησία μας τη φοβερή προσωπικότητά του και διαρκώς μας υπενθυμίζει ότι ο μόνος δρόμος για σωτηρία, για σχέση δηλαδή με τον ζωντανό Θεό, είναι η μετάνοια. Τη μετάνοια δεν κήρυσσε και ζούσε, όπως είπαμε, ο άγιος Ιωάννης; Γι’ αυτό και «φύτρωσε» και ήλθε στον κόσμο! «Μετανοείτε. Ήγγικε γαρ η βασιλεία των Ουρανών». Κάθε φορά που ακούμε ή βλέπουμε στην εικόνα του τον άγιο Πρόδρομο τη μετάνοια πρέπει να θυμόμαστε, γιατί είναι ο μονόδρομος που εκβάλλει στον Χριστό. Και τι σημαίνει μετάνοια; Άνοιγμα των οφθαλμών μας για να δούμε την πραγματικότητα του εαυτού μας, δηλαδή τις αμαρτίες και τα «χάλια» μας, αλλά και στροφή με δύναμη και ζέση προς τον Θεό μας που μας περιμένει με ανοιχτές αγκάλες για να μας δώσει όλη τη ζωή Του. Ό,τι σημειώνει ο ίδιος ο Κύριος στην παραβολή του ασώτου, το κατεξοχήν παράδειγμα της μετάνοιας, αυτό κηρύσσει και εξαγγέλλει και η Εκκλησία μας. Κι αυτό σηματοδοτεί κάθε φορά και η παρουσία του αγίου Ιωάννη.

Ποιο το συμπέρασμα έτσι; Ότι μιλώντας για τον άγιο Ιωάννη μιλάμε πάντοτε για την ταπεινή αγάπη, τον όρο για να μπορεί να βρει «έδαφος» ο Θεός στην καρδιά και όλη την ύπαρξή μας. Πού επιβλέπει ο Θεός παρά μόνον εκεί που συντρέχουν οι προϋποθέσεις αποδοχής Του: την ταπείνωση και την αγάπη – ό,τι μας «συγγενεύει» (άγιος Πασιος) με τον Ίδιο. Γι’ αυτό και ο άγιος Ιωάννης δεν είναι αυτό που οι πολλοί έχουν ως εικόνα στο μυαλό τους: τον αυστηρό μόνον ασκητή που «κραύγαζε» τη μετάνοια με άτεγκτο τρόπο, επισείοντας την τιμωρία με «χαρά»! Μία τέτοια εικόνα όχι μόνον αδικεί τον άγιο, αλλά διαστρέφει την παρουσία του και το έργο που του είχε αναθέσει ο Κύριος. Ο άγιος Βαπτιστής και Πρόδρομος χαρακτηρίζεται από ό,τι δηλώνει η μετάνοια: τη χάρη και τη χαρά του Θεού, άρα την αγάπη Εκείνου και μάλιστα στον υπερθετικό βαθμό. Κι αυτό θα πει πως η προσέγγιση του αγίου Ιωάννη συνιστά προσέγγιση μιας αγκαλιάς, που παρηγορεί και ενισχύει τον άνθρωπο – αυτό που είχε κατανοήσει με τη βαθιά καρδιά του και ο μακαριστός κυρός Μητροπολίτης Ιερεμίας. «Ο άγιος έχει ξεχωριστή χάρη αγάπης για τον κόσμο».   

Να επικαλούμαστε τον άγιο Ιωάννη, ξεχωριστά μάλιστα τις ημέρες των εορτών του – Γενέσιον, Βάπτιση του Κυρίου, αποτομή της τιμίας του κεφαλής. Είναι ημέρες που η παρρησία του ενώπιον του Κυρίου «πολλαπλασιάζεται». Αρκεί να τον προσεγγίζουμε με πίστη και με απλότητα. Όπως το έλεγε και ο άγιος Παΐσιος ο αγιορείτης: «Μπορούμε να προσευχόμαστε στους Αγίους, αλλά χρειάζεται απλότητα. Να τους μιλάμε απλά. Τους Αγίους τους φωνάζεις και έρχονται».

Κυριακή 7 Ιουνίου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

 ῞Αγιος εἶναι ὁ μάρτυρας. Αὐτός πού ὁμολογεῖ (μαρτυρεῖ) τόν Χριστό ὡς Κύριο καί Θεό του («πᾶς ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοί ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγώ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς»), κυρίως ὅμως αὐτός πού Τόν ὁμολογεῖ (μαρτυρεῖ) μέ τίς πράξεις τῆς καθημερινότητάς του, τηρώντας τόν λόγο Του καί ζώντας τή Ζωή Ἐκείνου μέχρι θανάτου. Κι αὐτό γιατί σ᾽ ἕναν κόσμο πεσμένο στήν ἁμαρτία πού ὁ ἐγωϊσμός καί τό συμφέρον συνιστοῦν τήν προτεραιότητα, ἡ πιστότητα στό θέλημα τοῦ Θεοῦ θεωρεῖται ἐλάττωμα πού πρέπει νά ἐξαφανιστεῖ. ῾Ο κόσμος τῆς ἁμαρτίας δέν ἀνέχεται τό διαφορετικό ἀπό αὐτόν. Τό διαφορετικό ἀποτελεῖ ἔλεγχο τῆς ἁμαρτίας του, γι᾽ αὐτό καί ἐπιδιώκει πάντοτε τόν ἐξαφανισμό του. Κατά τόν λόγο τοῦ Κυρίου: «πᾶς ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τό φῶς καί οὐκ ἔρχεται πρός τό φῶς, ἵνα μή ἐλεγχθῇ τά ἔργα αὐτοῦ».

Ὁπότε ἅγιος καταρχάς εἶναι ὁ ὁμολογητής μάρτυρας πού ἔδωσε καί τή ζωή του γιά χάρη τοῦ Χριστοῦ καί τό αἷμα του ἀποτέλεσε τή σφραγίδα  γνησιότητας τῆς πίστεώς του. Μία εἰκόνα τοῦ ἀπολυτικίου τῶν ἁγίων Πάντων μᾶς δίνει ποιητικά τήν ἀλήθεια αὐτή. «Ἡ Εκκλησία σου, Χριστέ, στολισμένη μέ τά αἵματα τῶν μαρτύρων σου ὅλου τοῦ κόσμου σάν μέ πορφύρα κι ἀκριβό μετάξι» («Τῶν ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ μαρτύρων σου, ὡς πορφύραν καί βύσσον τά αἵματα ἡ ᾽Εκκλησία Σου στολισαμένη...». Πορφυρό εἶναι τό χρῶμα τοῦ ἐνδύματος τῆς ᾽Εκκλησίας, λόγω τοῦ αἵματος τῶν μαρτύρων της, ὅπως τό πανάχραντο αἶμα τοῦ Χριστοῦ ἔβαψε τόν Σταυρό Του. Γι᾽ αὐτό καί τό μαρτύριο ἀποτελεῖ τή φυσιολογία τῆς Ἐκκλησίας. «Εἰ ἐμέ ἐδίωξαν καί ὑμᾶς διώξουσιν» εἶπε ὁ Χριστός.

Συνεπῶς ὁ μεγαλύτερος κίνδυνος γιά τήν ᾽Εκκλησία εἶναι ἡ λεγόμενη ἐκκοσμίκευση: ἡ ᾽Εκκλησία (κατά τό ἀνθρώπινό της) νά συσχηματισθεῖ μέ τόν κόσμο, νά γίνει καί ἡ ἴδια κόσμος. Ἀποτέλεσμα; Ἀντί νά εἶναι τό ἅλας τῆς γῆς, νά χάνει τήν ἁλιστική δύναμή της, τή χάρη τοῦ Θεοῦ, καί «νά πετιέται καί νά ποδοπατιέται ἀπό τούς ἀνθρώπους»! Γι᾽ αὐτό καί οἱ ἅγιοι, τίς εἰρηνικές ἐποχές πού ὅλα φαίνονται ὅτι βαίνουν καλῶς, τίς θεωροῦν ὡς τίς πιό ἐπικίνδυνες καί καλοῦν τούς πιστούς σέ συνεχή ἐγρήγορση.

Ἡ ἐγρήγορση αὐτή, ἡ διαρκής δηλαδή ἔνταση νά τηρεῖ ὁ πιστός τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, προβάλλει τό ἄλλο μαρτύριο πού δέχεται ἡ Ἐκκλησία, αὐτό τῆς συνειδήσεως. Τό μαρτύριο τοῦ αἵματος δηλώνει ἀσφαλῶς τή γνησιότητα τῆς πίστεως, ἀλλά καί ὁ ἀγώνας νά βρίσκεται κανείς στήν Ὁδό  τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι μικρότερο μαρτύριο – τέτοιο μάλιστα πού θεωρεῖται προϋπόθεση τοῦ πρώτου. Ἄς σκεφτοῦμε πόση προσπάθεια καί χάρη Θεοῦ ἀπαιτεῖται γιά νά ἔχει κανείς τήν καρδιά του ὁλοκληρωτικά στήν ἀγάπη στόν Θεό καί στόν συνάνθρωπο, ἰδίως τόν θεωρούμενο ἐχθρό! Ἴσως αὐτό νά ὑπερβαίνει καί τό μαρτύριο τοῦ αἵματος! Κι ὅμως αὐτό ζητάει ὁ Κύριος. «Φλέγομαι ἀπό τόν πόθο νά μαρτυρήσω γιά τόν Χριστό, εἶπε ἀρχάριος μοναχός σέ ἔμπειρο Γέροντα. - Ἄν τήν ὥρα τοῦ πειρασμοῦ σηκώσης εὐχαρίστως τό βάρος τοῦ ἀδελφοῦ σου, ἀποκρίθηκε ἐκεῖνος, εἶναι σάν νά ρίχτηκες στήν κάμινο τῶν τριῶν Παίδων» (Γεροντικό).

 Μάρτυρας λοιπόν κατά τήν ᾽Εκκλησία ὁ κάθε πιστός: εἴτε πάντοτε τῆς συνειδήσεως εἴτε καί τοῦ αἵματος, ἄν τό ζητήσει ἡ ἐποχή. Ὁπότε ὁ κάθε πιστός εἶναι ἅγιος.

Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026

ΕΞ ΑΦΟΡΜΗΣ ΤΗΣ ΑΠΟΔΟΣΕΩΣ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ

Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ

Στον χριστιανισμό, η πνευματική ζωή δεν κατανοείται κατά τη συνήθη αντίληψη του κόσμου. Ο κόσμος θεωρεί πνευματική ζωή συνήθως τη ζωή που σχετίζεται με τα γράμματα, με τις τέχνες, με τις επιστήμες. Γι’  αυτό και χαρακτηρίζει αντιστοίχως πνευματικό άνθρωπο τον μορφωμένο άνθρωπο, τον καλλιτέχνη, τον επιστήμονα, αυτόν δηλαδή που ασχολείται με τις εκδηλώσεις του ανθρωπίνου πνεύματος. Πνευματική ζωή όμως κατά τη χριστιανική πίστη είναι η ζωή πρωτίστως που σχετίζεται με τον Άγιον Πνεύμα και τη χάρη του Τριαδικού Θεού. Πνευματική ζωή είναι η ζωή εν αγίω Πνεύματι. Όποιος έχει το Πνεύμα του Θεού μέσα του αυτός και μόνο χαρακτηρίζεται πνευματικός άνθρωπος. «Όσοι Πνεύματι Θεού άγονται ούτοί εισιν υιοί Θεού» (απόστολος Παύλος).

Αυτή η εν αγίω Πνεύματι ζωή συνιστά και τον σκοπό όλης της χριστιανικής πίστεως και ζωής. Αφήνοντας τους μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας, σημειώνουμε αυτό που ο νεώτερος άγιος της Ρωσικής αλλά και της καθ’  όλου Ορθόδοξης Εκκλησίας Σεραφείμ του Σάρωφ είχε πει: «Ο σκοπός της χριστιανικής ζωής είναι η απόκτηση από τον άνθρωπο του αγίου Πνεύματος». Όχι απλώς να γίνει ο άνθρωπος ένας καλός άνθρωπος, ένας κοινωνικός εργάτης, ένας αλτρουϊστής, με άλλα λόγια να βρίσκεται στον κόσμο τούτο σ’  ένα καλό οριζόντιο επίπεδο, αλλά να μπορέσει να ζήσει μέσα του τον ίδιο τον Θεό. Δεν αυθαιρετεί ο άγιος ούτε εκφράζει κάτι που ανάγεται στον χώρο της φαντασίας. Ο ισχυρισμός του είναι ό,τι αποτελεί ζωή της Εκκλησίας, ό,τι με άλλα λόγια έφερε ο ίδιος ο ενανθρωπήσας Θεός, Ιησούς Χριστός. Διότι ο Χριστός ήλθε, προκειμένου να κάνει τον άνθρωπο Θεό, εντάσσοντάς τον μέσα στον εαυτό Του και κάνοντάς τον επομένως προέκταση του ίδιου του εαυτού Του. «Εγώ ειμι η άμπελος, υμείς τα κλήματα». «Μέλη Χριστού εσμεν». Κι αυτό πραγματοποιείται διά του αγίου βαπτίσματος, διά του αγίου χρίσματος, διά της μετοχής στη Θεία Ευχαριστία, κι όλα αυτά μέσα στο κλίμα της μετάνοιας.

Αυτό σημαίνει ότι η πνευματική ζωή ουσιαστικά ξεκινά από την ώρα που ο άνθρωπος θα ενταχτεί στην Εκκλησία, και  παραπέμπει  πάντοτε σ’ αυτό που ονομάζεται χριστιανική ζωή. Πνευματική ζωή και χριστιανική ζωή βρίσκονται σε σχέση ταύτισης. Κάθε άλλη συνεπώς πνευματικότητα, έξω από τον Χριστό και την Εκκλησία Του, δεν θεωρείται ορθή, δηλαδή σωτήρια για τον άνθρωπο, πνευματικότητα, μάλλον παραπέμπει σε κάτι επικίνδυνο, γιατί λαμβάνουν μέρος και «άλλα πνεύματα», ξένα προς το Πνεύμα του Θεού. Από την άποψη αυτή, ο σκοπός της χριστιανικής ζωής ως απόκτησης του αγίου Πνεύματος ταυτίζεται με τη φανέρωση της χάρης του Θεού στη ζωή του ανθρώπου, χάρης την οποία ήδη έχει λάβει με το βάπτισμα και με το χρίσμα. Ο άνθρωπος δηλαδή καλείται να γίνει αυτό που είναι, αυτό που του έχει ήδη δοθεί.

Η φανέρωση αυτή, το να γίνεται ο άνθρωπος αυτό που είναι, να επιβεβαιώνει με άλλα λόγια ότι είναι μέλος Χριστού, δεν πραγματοποιείται εύκολα και μονομιάς. Αφότου ο άνθρωπος αμάρτησε και η αμαρτία ως τάση εξακολουθεί να τον τυραννά, παρ’  όλη την υιοθεσία του από τον Χριστό, η πνευματική ζωή δεν είναι εύκολη. Απαιτείται η αδιάκοπη συνεργασία της ανθρώπινης θέλησης με τη χάρη του Θεού, γι’  αυτό και οι άγιοί μας σημειώνουν ότι η πνευματική ζωή έχει δυναμικό και ενεργητικό χαρακτήρα. Περιλαμβάνει δε τρία στάδια, που τα κατονομάζουν, χωρίς πάντοτε να «δένονται» με τους όρους: την κάθαρση, τον φωτισμό και τη θέωση.

Το κρισιμότερο στάδιο από τα τρία για τον άνθρωπο είναι το πρώτο, της κάθαρσης. Γιατί σ’  αυτό κατεξοχήν φανερώνεται η θέληση του ανθρώπου να συνεργαστεί με τον Θεό. Σ’  αυτό το στάδιο ο άνθρωπος καθαρίζεται από το Πνεύμα του Θεού, ώστε η καρδιά του να γίνει κάτοπτρο που αντανακλά τις ακτίνες του φωτός του Θεού. «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται». Κατά αναλογία της κάθαρσης της καρδιάς του έρχεται ο φωτισμός και η θέωση, οπότε ο πιστός αρχίζει να φανερώνει τη ζωή του Χριστού, σαν να έχει πάρει μορφή μέσα του ο Χριστός. Έτσι πνευματικός άνθρωπος, άγιος άνθρωπος είναι εκείνος που πραγματοποιεί με τη χάρη του Θεού αυτό που λέει ο απόστολος Παύλος: «μέχρις καταντήσωμεν οι πάντες εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού». «Άχρις ου μορφωθή Χριστός εν ημίν».

Στην κρισιμότητα του πρώτου σταδίου της πνευματικής ζωής, της κάθαρσης, καίρια θέση έχουν οι λογισμοί του ανθρώπου. Σκέψεις ή εικόνες που προερχόμενοι ως επί το πλείστον από τον πονηρό διάβολο αποπροσανατολίζουν τον άνθρωπο από τη φυσιολογία της ζωής, να φανερώνει τον Χριστό. Αν ο πιστός δεν έχει μάθει να αντιμετωπίζει τους λογισμούς αυτούς και να τους διακρίνει έναντι των άλλων που υπάρχουν – από τον Θεό ή και από τον ίδιο τον εαυτό του – τότε το πιθανότερο δυστυχώς είναι να επέλθει σε αυτόν σύγχυση και να αρχίζει να ζει σε ένα χάος από πλευράς πνευματικής. Οι άγιοί μας είναι αρκετά αποκαλυπτικοί στο θέμα αυτό της συγχύσεως των λογισμών, γι’ αυτό και από την εμπειρία τους έχουν καταγράψει τα σχετικά με την αντιμετώπιση της κακής αυτής καταστάσεως, οπότε αν κανείς ακολουθήσει την εμπειρία τους, σχετικά εύκολα θα μπορέσει να υπερβεί τη σύγχυση και να ορθοποδήσει πνευματικά. Αυτή η ακολουθία τους προς έλεγχο και υπέρβαση των λογισμών, και μάλιστα των κακών και πονηρών λεγομένων, συνιστά και το μυστικό της πνευματικής ζωής.

Τη σημασία αποκτήσεως αυτού του μυστικού καταλαβαίνει κανείς, αν σκεφτεί ότι κατά το πλείστον τα ψυχολογικά λεγόμενα προβλήματα σχετίζονται με λανθασμένους τρόπους αντιμετώπισης των λογισμών. Οι περισσότεροι δεν ξέρουμε να αντιμετωπίζουμε τους λογισμούς, οι οποίοι με την κακή διαχείρισή τους και με το δεδομένο της υποκίνησής τους από τον πονηρό, δυστυχώς αυξάνονται και καθίστανται «τύραννοι» του ανθρώπου, κάνοντάς τον να ζει από τη ζωή αυτή ήδη μία κόλαση.

Τι μας διδάσκουν λοιπόν σε γενικές γραμμές οι άγιοί μας στο θέμα αυτό; Πρώτα από όλα να μην έχουμε εμπιστοσύνη στους λογισμούς. Δηλαδή, όταν κάποιος λογισμός μάς ταλαιπωρεί και βλέπουμε ότι ερχόμενος μας καταβάλλει, το καλύτερο είναι να τον θέσουμε υπόψη διακριτικού πνευματικού πατέρα. Αλλά το σημαντικότερο, πέραν αυτού, είναι να μάθουμε να περιφρονούμε τους λογισμούς, τους προερχομένους εκ του πονηρού. Πώς θα ξέρουμε ποιος λογισμός είναι εκ του πονηρού; Από το τι διάθεση προκαλεί στην καρδιά του ανθρώπου. Ο πονηρός λογισμός συνήθως προκαλεί φόβο, ταραχή, κακή διάθεση στον άνθρωπο, ενώ ο εκ Θεού το αντίθετο: αγάπη προς τον άλλον, ειρήνη, καλή ψυχική διάθεση. Το κριτήριο μας το δίδαξε ο ίδιος ο Κύριος: «το δένδρον εκ του καρπού γινώσκεται». Ό,τι λοιπόν μας προκαλεί ταραχή ξέρουμε την προέλευσή του. Το σημειώνουν και οι όσιοι Βαρσανούφιος και Ιωάννης: «Ει τι βλέπεις είτε ακούεις ει τι λογίζη, καν μικρόν ταραχθής, των δαιμόνων εστί τούτο». Βλέπεις κάτι, ακούς κάτι, λογίζεσαι κάτι, και βλέπεις ότι ταράζεσαι;  Από πίσω μάλλον κρύβεται ο διάβολος.

Η κατάθεση λοιπόν του λογισμού σε διακριτικό, όπως είπαμε, πνευματικό, και η περιφρόνηση των λογισμών που μας ταράσσουν, είναι τελικώς ίσως το σημαντικότερο μυστικό της πνευματικής ζωής. Η περιφρόνηση αυτή επιτυγχάνεται όχι με την απλή άρνησή μας να μη δεχόμαστε έναν λογισμό – μία τέτοια ενέργεια δυναμώνει τον λογισμό -  αλλά με τη θετική στροφή του νου μας σε ό,τι είναι καλό και αποδεκτό από τον Θεό. Κι αυτό δεν είναι άλλο από τη στροφή προς τον Χριστό. Στη θέση του κακού λογισμού να βάζουμε τον αγαθό λογισμό, τον Χριστό και τη διδασκαλία του, τη ζωή και τα λόγια των αγίων μας, να πώς ξεπερνιέται το πρόβλημα. Ο όσιος Πορφύριος το εξέφρασε με τον απλούστερο και αμεσότερο ίσως τρόπο: «Το σκοτάδι δεν το πυροβολούμε. Απλώς ανάβουμε το φως». Στροφή προς το φως του Χριστού και επιμονή σ’  αυτό: η διαδικασία από τον κόσμο αυτό ευρέσεως του ίδιου του Παραδείσου.