Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2026

Δ΄ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ

«Ὕμνος ἅπας ἡττᾶται, συνεκτείνεσθαι σπεύδων, τῷ πλήθει τῶν πολλῶν οἰκτιρμῶν σου˙ ἰσαρίθμους γάρ τῇ ψάμμῳ ὠδάς, ἄν προσφέρωμέν σοι, Βασιλεῦ ἅγιε, οὐδέν τελοῦμεν ἄξιον, ὧν δέδωκας ἡμῖν, τοῖς σοί βοῶσιν˙ Ἀλληλούϊα».

(Κάθε ύμνος είναι μικρός κι αδύναμος, όταν θελήσει να εκταθεί και να περιλάβει το πλήθος των πολλών οικτιρμών της αγάπης σου. Διότι κι αν ακόμη σου προσφέρουμε, Βασιλιά άγιε, ωδές όσες είναι ο αριθμός των κόκκων της άμμου, τίποτε δεν σου εκφράζουμε άξιο για όσα μας έχει δώσει ως δωρεά, σε μας που σου φωνάζουμε, Αλληλούϊα).

Στην τελευταία στάση των Χαιρετισμών, ο άγιος υμνογράφος έκθαμβος και σε έξαρση ευρισκόμενος τονίζει για μία ακόμη φορά αυτό το οποίο αποτελεί δεδομένο και αδιαπραγμάτευτο γεγονός στη χριστιανική πίστη: την άπειρη αγάπη του Δημιουργού μας. Βρισκόμαστε μπροστά σε μυστήριο, είναι σαν να μας λέει ο ποιητής, γιατί κάθε ανθρώπινη δύναμη, όσο ισχυρή κι αν φαντάζει, στέκει αμήχανη και πολύ αδύναμη, κυριολεκτικά «ηττημένη» μπροστά στο χωρίς τέλος πέλαγος αυτό του πλήθους της ευσπλαχνίας του Θεού μας. Η εικόνα που προσάγει προς έκφραση του μυστηρίου αυτού είναι μοναδική: κι αν φτιάχναμε ωδές και ύμνους ισάριθμους με όλους τους κόκκους της άμμου που υπάρχουν στον κόσμο – δεν θα ήταν τίποτε μπροστά στο μέγεθος και το πλήθος της αγαπώσας «καρδίας» Του! «Ο Θεός γαρ αγάπη εστί»!

Τι έχει υπ’ όψιν του ο άγιος υμνογράφος; Ασφαλώς πρώτα από όλα την ίδια τη Δημιουργία που αποτελεί καρπό της αγάπης Του. Κάθε πλάσμα και κάθε τι που υφίσταται Εκείνον δεν μαρτυρεί και την πνοή της αγάπης Του δεν εξαγγέλλει; «Οι ουρανοί διηγούνται δόξαν Θεού, ποίησιν δε χειρών Αυτού αναγγέλλει το στερέωμα». Ιδίως η δημιουργία του ανθρώπου συνιστά την πιο ισχυρή κραυγή της πατρότητας του Θεού μας, αφού με τον άνθρωπο θέλησε να «επαναληφθεί» ο Ίδιος, πλάθοντάς τον «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» Εκείνου. Γι’ αυτό και η πρόνοιά Του βεβαίως απλώνεται σε όλη τη Δημιουργία Του, κατεξοχήν όμως στον άνθρωπο! «Και οι τρίχες της κεφαλής του είναι αριθμημένες από Αυτόν!»

Και η «κραυγή» της πατρότητάς Του αποκορυφώθηκε όταν στην ακατανόητη πτώση του ανθρώπου στην αμαρτία Εκείνος προβαίνει στην κίνηση που χαρακτηρίζεται το μέγιστο μυστήριο της πίστεως: να γίνει άνθρωπος προκειμένου να αποκαταστήσει τον άνθρωπο. «Ο του Θεού Λόγος ενηνθρώπησεν, ίνα ημείς θεοποιηθώμεν» (Μ. Αθανάσιος). Ο Ιησούς Χριστός αποτελεί με τον πιο άμεσα τρόπο την επιβεβαίωση της αγάπης του Θεού, ο Οποίος δεν μας δίνει κάτι ή ακόμη και πολλά, αλλά τα πάντα! Τον ίδιο τον Εαυτό Του, να είμαστε και εμείς θεοί μαζί με τον Θεό! Να Τον τρώμε και να Τον πίνουμε, καθιστώντας Τον την ψυχή της ψυχής μας, καλύτερα την ίδια της ζωή μας, αφού ζωή χωρίς Αυτόν δεν υφίσταται!

Κι ασφαλώς ο άγιος υμνογράφος «αλλού» τελικώς θέλει να καταλήξει με την ακολουθία των Χαιρετισμών: η άπειρη αγάπη του Πατέρα μάς έκανε το μεγαλύτερο δώρο που ουδέποτε μπορούσε να διανοηθεί και να φανταστεί ο άνθρωπος, όχι μόνον ο πεσμένος στην αμαρτία με τον σκοτεινιασμένο νου, αλλά ακόμη και ο φωτισμένος και διαυγής, ακόμη και ένας αγγελικός νους: την ίδια την Παναγία Μητέρα Του. Μία γυναίκα που αποτελεί παγκόσμια και διαχρονικά ό,τι ανώτερο και ευγενέστερο και αγνότερο μπορούσε να υπάρξει. Το είδαμε στη στάση του αρχαγγέλου Γαβριήλ: Κι εκείνος δέχεται την αποκάλυψη περί τίνος πρόκειται, τι άνθρωπος είναι η μικρή Μαριάμ, γι’ αυτό και στέκεται έκθαμβος μπροστά της, μεταφέροντας στην ουσία τον χαρακτηρισμό του Θεού γι’ Αυτήν: «Χαίρε Κεχαριτωμένη!» Κι είναι το μεγαλύτερο δώρο της αγάπης Του, διότι έτσι «βρέθηκε» η «σκάλα διά της οποίας κατέβηκε Εκείνος στη γη»! Η ύψωση της Παναγίας μας ως της πράγματι Μοναδικής σε όλη την ανθρωπότητα!  

Χρειάζεται όμως μία διευκρίνιση. Μπορεί απέναντι στην αγάπη του Πατέρα Θεού και κατ’ επέκταση στην αγάπη της Μητέρας μας Παναγίας να μην υπάρχει άξιος ανθρώπινος ύμνος, όμως είναι εντελώς απαραίτητος κι αυτός˙ έστω και αδύναμος και μικρός και «ηττημένος» - σαν το ψέλλισμα του μικρού παιδιού που αδυνατεί να αρθρώσει με τον σωστό τρόπο την έκφραση των συναισθημάτων του προς τους γονείς του˙ σαν μικρή αντανάκλαση του μεγαλειώδους τρόπου δοξολογίας του Θεού από τις αγγελικές και αρχαγγελικές δυνάμεις! Κι εδώ «κρύβεται» ό,τι πιο σοβαρό και καίριο για την πίστη μας. Διότι φανερώνει τη διάθεσή μας, τη συγκατάνευση και το «ναι» μας στο μεγάλο ΝΑΙ του Πατέρα μας απέναντί μας. Χωρίς το μικρό αυτό δικό μας, η προσφορά του Θεού μας μένει ανενέργητη για εμάς. Τι εννοούμε; Ο ύμνος μας ως ψέλλισμα μικρού παιδιού να μην αποτελεί έκφραση μόνο των χειλέων μας, αλλά και της βαθιάς καρδιάς μας. Να θέλουμε δηλαδή να υμνολογήσουμε και να δοξάσουμε τον Θεό μπροστά στα θαυμάσιά Του. Διότι αν μείνουμε μόνο σε μία επιφανειακή και ρηχή δοξολογία Του θα «εισπράξουμε» αυτό που με φοβερό τρόπο διαμηνύει ο Ίδιος διά του  μεγάλου προφήτη Του Ησαΐα: «Μάταια με σέβεται ο λαός αυτός. Γιατί με πλησιάζει με το στόμα του και με τιμά με τα χείλη του, ενώ η καρδιά του βρίσκεται πολύ μακριά από Εμένα».

Και πώς επομένως υμνολογώ και αινώ τον Θεό, ώστε η αίνεσή μου αυτή να γίνεται ευάρεστη και αποδεκτή από Εκείνον; Όταν η ζωή μου κινείται στις ράγες της μετάνοιας, δηλαδή ζω, αεί επιστρέφοντας προς Εκείνον, τηρώντας όσο είναι δυνατόν τις άγιες εντολές Του. Στην περίπτωση αυτή η υμνολόγηση του Θεού γίνεται ένα με την εμπειρία του αγίου προφητάνακτα Δαβίδ: «Κύριε, τα χείλη μου ανοίξεις και το στόμα μου αναγγελεί την αίνεσίν σου» ή του αγίου υμνογράφου «ανοίξω το στόμα μου και πληρωθήσεται πνεύματος». Κι εκεί που με τον πιο καθαρό τρόπο μαρτυρείται, αλλά και εξηγείται η αλήθεια αυτή είναι στον ύμνο της Μ. Σαρακοστής που πολύ συχνά ακούγεται ως εγερτήρια φωνή: «Ως ύπνον τον όγκον αποθεμένη, ψυχή, διόρθωσιν προς αίνεσιν δείξον τω κριτή» (Αφήνοντας κατά μέρος, ψυχή μου, το βάρος της αμαρτίας και την αμέλειά σου, δείξε στον κριτή τη διόρθωση της ζωής σου με τη μετάνοιά σου – αυτό λογίζεται αληθινή αίνεση και δοξολογία).     

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2026

Γ΄ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ

 

«Χαῖρε τῶν Ἀγγέλων τόν βίον ἐμφαίνουσα»

(Χαίρε Παναγία που φανερώνεις με τη ζωή σου τον βίο των Αγγέλων).

Ακούγεται λίγο παράδοξος ο συγκεκριμένος χαιρετισμός, ο οποίος χαρακτηρίζει τη ζωή της Παναγίας ως ζωή αγγελική. Κι όχι γιατί  άνθρωπος Εκείνη μπόρεσε κι έζησε σαν τους Αγγέλους – πολλοί άγιοι και κυρίως όσιοι ασκητές χαρακτηρίζονται επίσης ως ένσαρκοι άγγελοι ή αλλιώς επουράνιοι άνθρωποι, αλλά γιατί η Παναγία υπέρκειται όχι μόνο των Αγγέλων αλλά και των Υψηλοτέρων από αυτούς, ως «ἡ τιμιωτέρα τῶν Χερουβείμ καί ἐνδοξοτέρα ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ»! Μία γυναίκα, ένας απλός θεωρούμενος άνθρωπος που έφθασε σε ύψη που ανθρώπινος νους δεν μπορεί όχι να φανταστεί αλλ’ ούτε να υποψιαστεί. Κι όμως ο χαιρετισμός επιμένει: η Παναγία φανέρωσε με τη ζωή της τη ζωή των Αγγέλων – ζούσε ως άγγελος επί της γης, τους οποίους υπερέβη κατά πολύ!

1. Υπάρχει βεβαίως η δυνατότητα πράγματι ένας άνθρωπος να ζήσει ως άγγελος! Ένα ον που η διάνοιά του «ἐκ νεότητος ρέπει ἐπί τα πονηρά ἐπιμελῶς», να φτάσει να πορεύεται στον κόσμο τούτο «τον απατεώνα» ως άσαρκος, απαλλαγμένος δηλαδή από τη βαρύτητα και την παχύτητα του σώματος. Πώς; Μα ασφαλώς λόγω της δύναμης που δίνει ο Ιησούς Χριστός, ο Οποίος ήρθε στον κόσμο, προσέλαβε τον άνθρωπο, καθάρισε τη ζοφωμένη εικόνα Του μέσα σ’ αυτόν, του άνοιξε και πάλι συνεπώς την προοπτική να είναι ένας Θεός μέσα στον κόσμο! Κι αυτό σημαίνει ότι αγγελική ζωή δεν μπορεί να ζήσει ένας μη βαπτισμένος και εκτός της Εκκλησίας ευρισκόμενος άνθρωπος – η αμαρτία τον ωθεί αναγκαστικά στις πονηρές επιλογές και στις ασωτείες του κόσμου, όπως το βλέπουμε στο παράδειγμα του ασώτου υιού της παραβολής, ο οποίος «παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καί ὡμοιώθη αὐτοῖς». Ο βαπτισμένος όμως, ο πιστός χριστιανός, λόγω της ενδύσεώς του από τον Χριστό και της ενίσχυσής του από Εκείνον, κατορθώνει το αδύνατο και το καθιστά δυνατό. «Τά ἀδύνατα παρά ἀνθρώποις δυνατά παρά τῷ Θεῷ ἐστι». «Πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με Χριστῷ», όπως σημειώνει ο μέγας του Χριστού απόστολος Παύλος.

2. Οπότε εν Χριστώ όχι μόνο μπορεί να γίνει άγγελος ο άνθρωπος, αλλά να τους υπερκεράσει, να γίνει όπως είπαμε ένας Θεός επί της γης! Αυτή ήταν η απαρχής προοπτική του ανθρώπου («καθ’ ὁμοίωσιν») με τις δοσμένες από τον Θεό σ’ αυτόν δυνάμεις («κατ’ εἰκόνα»). Κι αυτό κατορθώθηκε αφότου ο Χριστός ήλθε στον κόσμο και επανένταξε εν Αυτώ  τον άνθρωπο και πάλι στην κανονική τροχιά του. Ο χριστιανός μη ξεχνάμε, όταν βρίσκεται στην πορεία του αληθινού προορισμού του, είναι ον που έχει «άπειρες» διαστάσεις. Εικονίζει τον Χριστό και με τη βοήθεια Εκείνου γίνεται κι αυτός ένας άλλος Χριστός. Μία ιδέα της «απειρίας» αυτής μάς δίνει ο απόστολος Παύλος, όταν μαρτυρεί ότι κάθε χριστιανός ως προέκταση του Χριστού – «ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος ὑμεῖς τά κλήματα» - περικλείει τους πάντες και τα πάντα στην ύπαρξή του. Αρκεί να έχει ο ίδιος «περικλειστεί» στον Χριστό. «Πάντα ὑμῶν ἐστι», λέει, εἴτε Παῦλος εἴτε Ἀπολλώς εἴτε Κηφᾶς εἴτε κόσμος εἴτε ζωή εἴτε θάνατος εἴτε ἐνεστῶτα εἴτε μέλλοντα, πάντα ὑμῶν ἐστι, ὑμεῖς δέ Χριστοῦ, Χριστός δέ Θεοῦ». Η ανθρωπολογική παγκόσμια εικόνα που δημιουργείται είναι ασύλληπτη, αλλά είναι η πραγματικότητα που βιώνεται από τους αγίους μας, πρωτίστως από την Παναγία μας. Γι’ αυτό και η Παναγία θεωρείται, ως «πλατυτέρα τῶν Οὐρανῶν», η έχουσα την πληρότητα της «βασιλικής ιερωσύνης», δηλαδή της δύναμης να προσεύχεται για όλον τον κόσμο σαν να είναι ο ίδιος της ο εαυτός. Πώς λοιπόν Εκείνη που «λειτουργεί» σαν τον Υιό και Θεό Της να μην είναι υπεράνω και των αγίων αγγέλων και αρχαγγέλων;

3. Και ποια στοιχεία καθορίζουν την αγγελική ζωή που θεωρείται για τον άνθρωπο προϋπόθεση υπέρβασης και της ίδιας της αγγελικής ζωής; Η απόλυτη υπακοή στο θέλημα του Τριαδικού Θεού πρώτον,  η διαρκής δοξολογία του αγίου Ονόματός Του δεύτερον. Αυτό δεν βλέπουμε στη ζωή της Θεοτόκου, αλλά και στη ζωή όλων των αγίων της Εκκλησίας; Το «γενηθήτω τό θέλημά Σου» ή «ἰδού ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά τό ρῆμά Σου», και το «δόξα τῷ Θεῷ» ήταν η ζωή και η αναπνοή τους. Είτε παλαιός είτε νεώτερος άγιος μ’ αυτά τα δύο πορευόταν τη ζωή του, όχι κάποιες στιγμές ή κάποιες περιόδους αυτής της ζωής, αλλά συνεχώς και αδιάλειπτα. Κι αξίζει να σημειώσουμε ότι το ένα κατ’ ανάγκην παραπέμπει στο άλλο. Την ώρα δηλαδή που υπακούει κανείς στο θέλημα του Θεού, εκείνη την ώρα ανοίγονται τα χείλη του προς δοξολογία του αγίου Ονόματός Του. Γιατί η υπακοή σημαίνει την ταπείνωση και η ταπείνωση σημαίνει τη δημιουργία «χώρου» στην καρδιά για να αναπαυτεί ο Θεός – μικραίνεις για να ανοιχτείς και να υψωθείς!

4. Κι είναι περιττό να υπενθυμίσουμε ότι η ταπείνωση αυτή αλλά και η δοξολογική θεώρηση του Θεού, σε όρια όμως που υπερβαίνουν κάθε ανθρώπινη έννοιά τους, επισημαίνονται στον ίδιο τον Κύριο Ιησού Χριστό, τον Θεό μας. Θέλουμε να πούμε ότι και οι άγιοι άγγελοι και η Παναγία και όλοι οι άγιοι αποκαλύπτουν με τη ζωή τους το ήθος του ενανθρωπήσαντος Θεού μας. Και ποιο είναι αυτό πέραν του ήθους της απόλυτης ταπείνωσης ως απόλυτης υπακοής στον Θεό Πατέρα; Που σημαίνει: στους αγγέλους και σε όλους τους αγίους τον Χριστό βλέπουμε και αναγνωρίζουμε! Ο απόστολος Παύλος το τονίζει ως το στοιχείο που «σφραγίζει» τον Κύριο. Ο Κύριος «άδειασε τον εαυτό του και έγινε άνθρωπος. Και ταπείνωσε τον εαυτό Του καθώς έγινε υπάκουος στον Πατέρα Του μέχρι θανάτου, θανάτου δε Σταυρού». Υπάκουος ο Δημιουργός, υπάκουοι οι άγιοι άγγελοι, υπάκουοι όλοι οι άγιοι.

Η υπακοή – που δεν έχει καμία σχέση βεβαίως με την έννοια της δουλικότητας και της καταπίεσης – και η συνδεδεμένη με αυτήν δοξολογία του Θεού είναι το μυστήριο που αποκαλύπτει τον Χριστό, που φανερώνει τη ζωή των Αγγέλων και της Παναγίας μας, που ανοίγει ενώπιόν μας την καρδιά των αγίων, δηλαδή όλων των αληθινά πιστών. Ο παραπάνω Χαιρετισμός από την άποψη αυτή ακούγεται ίσως ως ωραίο ποιητικό σχήμα, αλλά μάλλον μοιάζει με δίκοπο μαχαίρι στα χέρια μας. Γιατί μας δείχνει τον μόνο δρόμο της σωτηρίας μας και τη θέαση του «μέλλοντος αἰῶνος» μας.

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2026

Β΄ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ

 

«Χαῖρε δι’ ἧς ἐνεδύθημεν δόξαν»

(Χαῖρε, Παναγία, διά τῆς ὁποίας ντυθήκαμε τή δόξα τοῦ Θεοῦ).

 δεύτερη στάση τῶν Χαιρετισμῶν ἀναφέρεται, ὡς γνωστόν, στή Γέννηση τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ. Ἀπό τό γεγονός αὐτό ἀρύεται κυρίως ὁ ποιητής τήν ἔμπνευσή του γιά νά φωτίσει κατά τρόπο δοξολογικό τό πάνσεμνο πρόσωπο τῆς Παναγίας καί δι’ αὐτῆς νά μᾶς καθοδηγήσει στήν ἐμβάθυνση τοῦ σωτηριώδους ἔργου τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ της. Ὁ ὑπόψιν χαιρετισμός προβάλλει μέ ἄμεσο τρόπο τό τί ἔφερε γιά τούς πιστούς ἀνθρώπους ὁ ἐρχομός τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ μας: διά τῆς Παναγίας ντυθήκαμε τή δόξα τοῦ Θεοῦ.

1.  Παναγία ἐκ Πνεύματος ἁγίου καί μέ τή δική της ὑπακοή στό θέλημα τοῦ Θεοῦ («ἰδού ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά τό ρῆμά Σου») σαρκώνει μέσα της καί γεννᾶ στή συνέχεια τόν Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ, τό δεύτερο πρόσωπο τῆς ἁγίας Τριάδος ὡς ἄνθρωπο. Πρόκειται γιά τό μέγα μυστήριο τῆς πίστεώς μας πού ἀποτελεῖ καί τό βάθρο στό ὁποῖο στηρίζεται πιά ἡ Ἐκκλησία, ὅπως τό ἐξαγγέλλει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «ὁμολογουμένως μέγα ἐστί τό τῆς εὐσεβείας μυστήριον, Θεός ἐφανερώθη ἐν σαρκί». Κι αὐτός ὁ ἐρχομός Του στόν κόσμο ἀποκαλύπτει μέ τόν πιό παράδοξο τρόπο τή δόξα τοῦ Θεοῦ. Γιατί ὁ Χριστός εἶναι ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἐπίσης μᾶς τό λέει ὁ ἴδιος ἀπόστολος: «Ὁ Θεός… ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πρός φωτισμόν τῆς γνώσεως τῆς δόξης Αὐτοῦ ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Β΄ Κορ. 6, 6) (Ὁ Θεός ἔλαμψε μέσα στίς καρδιές μας καί μᾶς φώτισε νά γνωρίσουμε τή δόξα Του στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ) – κοιτᾶμε τόν Χριστό καί βλέπουμε δοξαστικά τόν Θεό Πατέρα, ὅπως καί γιά νά δοῦμε τόν Χριστό ὅπως πράγματι εἶναι: Θεός καί ἄνθρωπος, χρειάζεται νά μᾶς φωτίσει ὁ Πατέρας Θεός.  

2. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύπτεται καί κατανοεῖται ὄχι μέ τόν τρόπο τοῦ πεσμένου στήν ἁμαρτία ἀνθρώπου, δηλαδή μέ τόν ἠχηρό τρόπο πού συνήθως αὐτός κινεῖται: κενόδοξα καί ἀλαζονικά λόγω τῆς κενότητας καί τοῦ ἀνούσιου τῆς ζωῆς του, ἀλλά μέ τόν τρόπο πού εἴδαμε νά ἔρχεται καί νά δρᾶ ὁ Χριστός: ἀπείρως ταπεινά καί σεμνά, καλύπτοντας καί τά πιό κραυγαλέα καί θαυμαστά σημεῖα Του μέ τόν μανδύα τῆς σιωπῆς καί τῆς διακριτικῆς φυγῆς Του. Κι ἀκόμη περισσότερο: ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ φανερώνεται ἀδιάκοπα μέσα στούς πολυποίκιλους πειρασμούς τῆς ἐπί γῆς πορείας τοῦ Χριστοῦ, προερχομένους εἴτε ἀπό τόν Πονηρό διάβολο εἴτε ἀπό τά πειθήνια ὄργανά του, μέ ἀποκορύφωση τή Σταυρική Του θυσία - στόν Σταυρό ἐπάνω ὁ Κύριος φτάνει στό ἀπώγειο πράγματι τῆς δόξας Του (ὡς Βασιλεύς τῆς δόξης): ἐκεῖ συντρίβει καί καταργεῖ τήν ἁμαρτία καί τόν διάβολο, γιά νά ἔρθει ἔπειτα ἡ ὥρα τῆς Ἀνάστασης καί τῆς ἐν δόξῃ Ἀνάληψής Του. Ἔτσι στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἀνατρέπονται ὅλα τά δεδομένα καί οἱ σταθερές τῆς πρό Χριστοῦ ἀνθρωπότητας: τό κοσμικό καί ἁμαρτωλό ὑπερήφανο φρόνημα μέ ὅλες τίς ἐμπαθεῖς συνέπειές του, καί  κηρύσσεται ἡ ἀληθινή δόξα τοῦ Θεοῦ πού ἔχει ὡς γνωρίσματα τή θυσιαστική ἀγάπη καί τήν ὑπέρλογη ταπείνωση.

3. Ὅ,τι ὅμως ἔφερε ὁ Κύριος ὡς ζωή καί παρουσία Του αὐτό ἀναφέρεται καί ἀντανακλᾶ καί στούς πιστούς ὅλων τῶν αἰώνων, τά μέλη τοῦ ἁγίου Σώματός Του, τῆς Ἐκκλησίας. Γιατί; Διότι ἡ Παναγία μας γέννησε Αὐτόν πού μέσα στήν ἀνθρώπινη φύση Του περιέκλεισε ὅλους τούς ἀνθρώπους. Ὁ Χριστός δέν εἶχε ξεχωριστή ἀνθρώπινη ὑπόσταση-προσωπικότητα· προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση (σῶμα καί ψυχή), τήν ὁποία ἕνωσε μέ τή θεϊκή Του φύση στή μία θεϊκή (ὑπόσταση)-προσωπικότητά Του («διπλοῦς τήν φύσιν ἀλλ’ οὐ τήν ὑπόστασιν»). Κι αυτό σημαίνει πώς κάθε ἄνθρωπος πού ἔρχεται στόν κόσμο, δυνάμει ὅσο εἶναι ἀβάπτιστος, ἐνεργείᾳ ἄν πιστέψει καί βαπτιστεῖ, ντύνεται τόν Χριστό. Ὁ Χριστός δηλαδή δέν ἀποτελεῖ γιά τόν πιστό Ἐκεῖνον πού ἁπλῶς βρίσκεται δίπλα του ἤ στό πλάϊ του καί κοντά του· βρίσκεται Ὅλος μέσα στήν ψυχοσωματική ὕπαρξή του, ὅπως κι ὁ πιστός βρίσκεται μέσα σ’ Ἐκεῖνον. «Ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε», μᾶς λέει ὁ ἀπόστολος, γιά νά μᾶς τονίσει ὅτι ὁ πιστός τελικῶς εἶναι ἕνας ἄλλος Χριστός μέσα στόν κόσμο, ἕνα «μίμημα Ἐκείνου», ὄχι ὅμως μέ κάποιο ἐξωτερικό τρόπο, ἀλλά μ’ ἕναν τρόπο πού φανερώνει τή μυστική δική Του παρουσία στόν ἄνθρωπο ἐν Πνεύματι ἁγίῳ. «Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός».  Ἡ ἀλήθεια αὐτή δέν συνιστᾶ καί τήν προϋπόθεση προκειμένου νά κοινωνεῖ ὁ πιστός ἐν Ἐκκλησίᾳ «σῶμα καί αἷμα Χριστοῦ», ἀνανεώνοντας καί ἐπιτείνοντας κάθε φορά τή βαθειά καί σωτήρια αὐτή πραγματικότητα, ὥστε νά «μένῃ ἐν Αὐτῷ καί Αὐτός ἐν αὐτῷ»;

4. Δέν ἀρκεῖ ὅμως τό ἅγιο βάπτισμα καί ἡ θεία Κοινωνία γιά νά εἶναι ὁ χριστιανός πράγματι ἕνας ἄλλος Χριστός μέσα στόν κόσμο. Ἐκεῖνο πού ἀποτελεῖ τό ἀποδεικτικό στοιχεῖο τῆς ὑπέρλογης καί μυστηριακῆς αὐτῆς πραγματικότητας εἶναι τό δυναμικό στοιχεῖο τῆς δόξας τοῦ Χριστοῦ. Ὅπως δηλαδή ὁ Χριστός ἦταν καί εἶναι ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ στόν βαθμό πού θυσιάστηκε ἀπό ἀγάπη γιά τόν κόσμο καί ἔζησε τήν ἀπόλυτη ταπείνωση, κατά τόν ἴδιο τρόπο ὁ χριστιανός: εἶναι χριστιανός καί φανερώνει τόν Χριστό, ὅταν εἶναι ντυμένος τή δόξα Ἐκείνου· ὅταν δηλαδή ζεῖ θυσιαστικά τή ζωή του κι ὅταν ἀγωνίζεται νά ζεῖ τήν ἁγία ταπείνωση τοῦ Χριστοῦ. Μέ ἄλλα λόγια, χριστιανός πού εἶναι μέν βαπτισμένος καί κοινωνεῖ τῶν ἀχράντων μυστηρίων, ἀλλά ἡ καθημερινότητά του δέν συνάδει μέ ὅ,τι ἔκανε ὁ Χριστός: συνεπῶς ζεῖ ἐκκοσμικευμένα ὅπως ὁ πολύς κόσμος ὁ ζῶν ἐν ἀμετανοησίᾳ, αὐτός δέν εἶναι χριστιανός καί «δουλεύει» δυστυχῶς στόν ἀντίχριστο. Διότι «ὁ μή ὤν μετ’ ἐμοῦ», λέει ὁ Κύριος, «κατ’ ἐμοῦ ἐστι». Ἡ ζωή μας ἀποκαλύπτει τή χριστιανικότητά μας καί ὄχι ὁ τύπος τῶν μυστηριακῶν τελετῶν (ἐντελῶς ἀπαραίτητος ἀσφαλῶς γιά νά λειτουργεῖ ἡ γνήσια χριστιανοσύνη μας).

 παραπάνω χαιρετισμός τῆς Β΄ στάσης τῶν Χαιρετισμῶν μᾶς ὑπενθυμίζει τή μέγιστη δωρεά πού μᾶς χάρισε ὁ Χριστός καί ἡ Ἐκκλησία μας: ντυθήκαμε τόν Χριστό διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος. Ἐκεῖνος εἶναι πιά τό ἔνδυμά μας καί τό ἔνδυμά μας αὐτό τό κατάστικτο ἀπό τό αἷμα τῆς ἀγάπης καί τῆς ταπείνωσής Του χαρακτηρίζει καί ἐμᾶς. Ὅσο ἀκολουθοῦμε καθημερινά καί ἀδιάκοπα τήν ἀγάπη καί τήν ταπείνωσή Του βρισκόμαστε «ἐπί τά ἴχνη Του», μᾶλλον Τόν ἀφήνουμε νά δρᾶ μέσα ἀπό ἐμᾶς. Αὐτό συνιστᾶ καί τή δική μας δόξα στόν κόσμο τοῦτο, αὐτό θά μᾶς δοξάσει στό ἔπακρο ὅταν φύγουμε ἐν πίστει ἀπό τόν κόσμο τοῦτο. Μέ τό δεδομένο ἀσφαλῶς ὅτι ἡ ὅλη πορεία μας γίνεται «ταῖς πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου». Διότι «δι’ αὐτῆς ἐνεδύθημεν» τή δόξα τοῦ Υἱοῦ της.  

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2026

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

 

Δεν λέμε κάτι άγνωστο όταν διαπιστώνουμε ότι η ακολουθία των Χαιρετισμών της Υπεραγίας Θεοτόκου αποτελεί μία από τις πιο αγαπημένες ακολουθίες της Εκκλησίας μας για όλους τους χριστιανούς, και τους πιο συνειδητοποιημένους αλλά και τους ευρισκομένους στις παρυφές όπως λέμε αυτής. Ακόμη δηλαδή και όσοι δεν εκκλησιάζονται τακτικά νιώθουν την ανάγκη τις ημέρες των Χαιρετισμών της Παναγίας να βρεθούν στον Ναό, να ανάψουν ένα κερί, να σταθούν, αμήχανα ίσως, μπροστά στην εικόνα της, να αφήσουν κάποιο κρυφό δάκρυ να κυλίσει στην καρδιά τους για κάποιο αίτημα που ούτε οι ίδιοι δεν ξέρουν τι είναι. Δεν είναι τυχαίο ότι ο λαός μας, ο πιστός ορθόδοξος λαός, έστω και με τα σκαμπανεβάσματά του, χαρακτηρίζει την εβδομάδα μετά το τέλος του Ακαθίστου Ύμνου ως «βουβή» ή «κουφή» εβδομάδα. Ούτε βουβή ούτε κουφή βεβαίως είναι, γιατί οι ακολουθίες εξακολουθούν και υφίστανται στους Ναούς, όμως επειδή δεν υπάρχει η συγκεκριμένη αναφορά στην Παναγία, για αρκετούς η Εβδομάδα «δεν έχει φωνή», «δεν ακούγεται».

Και τι είναι αυτό που μαγνητίζει τόσο τους πιστούς ώστε να έλκονται και μη θέλοντας προς την Παναγία; Μα τι άλλο από το γεγονός ότι συνιστά Αυτή, η Μοναδική, τη Μάνα όλων! Μάνα είναι η Παναγία, έστω και συμβολικά για κάποιους, που θα πει μία ανοικτή και τεράστια αγκαλιά, στην οποία μπορεί να βρει καταφύγιο κάθε πονεμένη ψυχή. Και πονεμένες ψυχές είμαστε όλοι μας στον κόσμο τούτο «τον απατεώνα», που το κυριαρχικό στοιχείο του είναι η θλίψη – «κοιλάδα πένθους και δακρύων» χαρακτηρίζει η Αγία Γραφή τη γη αυτή που η Πρόνοια του Θεού θέλησε να βρεθούμε. Ποιος την ώρα της θλίψης του δεν θέλει να καταφύγει στην αγκαλιά της μάνας του; Και πρώτη αγκαλιά, ανά πάσα στιγμή και ώρα, αν το θελήσουμε, είναι της Θεοτόκου.

Και πόσο βεβαιώνεται κανείς για την πραγματικότητα αυτή, όταν έχουμε τον ίδιο τον Κύριο με το αψευδές στόμα Του να το αποκαλύπτει πάνω από τον Σταυρό, καθώς απευθύνεται τόσο στη Μητέρα Του όσο και στον αγαπημένο μαθητή Του τον Ιωάννη: «Ιδού ο υιός σου» - «ιδού η μήτηρ σου». Παιδιά της Παναγίας είμαστε, κατά τον Ιησού Χριστό, Μάνα μας Εκείνη, κατά τον Ίδιο. Και η θεολογική εξήγηση μας ανοίγει τα μάτια: Αφ’ ης στιγμής βαπτιστήκαμε και γινήκαμε μέλη Χριστού, διότι «όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε», από εκείνη τη στιγμή και η Παναγία έγινε ουσιαστικά και χαρισματικά η μεγάλη Μάνα μας κι εμείς τα παιδιά Της.

Οπότε η έλξη προς την Παναγία είναι μεν η κατά χάριν φορά μας προς τη υπερφυή μάνα μας, στο βάθος όμως είναι η φορά μας προς τον Κύριο και Θεό μας, ο Οποίος θέλησε να έλθει στον κόσμο ως άνθρωπος μέσα από Εκείνην που την κατέστησε μητέρα Του. Χριστός και Παναγία συν-θεωρούνται πάντοτε κατά την πίστη μας, σε βαθμό που η στάση μας απέναντί Της συνιστά όρο και δόγμα της πίστεως αυτής. Όταν η Εκκλησία μας χαρακτηρίζει την Παναγία ως «Πλατυτέρα των Ουρανών» είναι ακριβώς διότι έφερε και φέρει έκτοτε στην ύπαρξή της τον Ποιητή Ουρανού και γης, κρατούσε κατά κυριολεξίαν Εκείνον που κρατάει τα σύμπαντα στα χέρια Του – «ου φέρει το μυστήριον έρευναν»!

Σπεύδουμε λοιπόν να «χαιρετίσουμε» και να αγκαλιάσουμε την Παναγία, γιατί σπεύδουμε να βρεθούμε στην αγκαλιά του Δημιουργού μας, να σταθούμε εκεί που αποτελεί το φυσικό κέντρο μας - Εκείνον αναζητούμε χωρίς επίγνωση κάποιες φορές, και μαζί μ’ Εκείνον όλο τον Τριαδικό Θεό μας. Και δεν γίνεται αλλιώς: Η πνοή Εκείνου μας κατέστησε έμψυχες εικόνες Του, κατ’ εικόνα Χριστού δημιουργηθήκαμε, οπότε όντως το πιο φυσιολογικό για τον άνθρωπο είναι να συναντήσει τον Θεό Χριστό του κι εκεί να αναπαυτεί. Όπως αναφέρει ο ιερός Αυγουστίνος «ανήσυχη είναι, Κύριε, η ψυχή μας, μέχρις ότου βρει Εσένα και αναπαυτεί σ’ Εσένα». Μέχρι να συμβεί όμως τούτο οι άνθρωποι θα ταλαιπωρούμαστε, δεν θα νιώθουμε καλά, θα μας δίνουν όλα τα επίγεια και θα αποστρέφουμε το πρόσωπό μας, γιατί θα είναι πολύ λίγα μπροστά στη δίψα μας για το Απόλυτο.

Οι Χαιρετισμοί της Παναγίας μας ως μαγνήτης των ψυχών μας τελικώς αυτό αποκαλύπτουν: το ποιο είναι το φυσικό κέντρο μας, όπως το βλέπουμε και στην Παναγία Μητέρα του Κυρίου και δική μας Μητέρα. Εκείνη στο δυνατό απόλυτο για τον άνθρωπο έζησε και ζει την παρουσία Του στην ύπαρξή της, αλλά με την υπενθύμιση και της προϋποθέσεως που υφίσταται: της προσκλίσεως της θελήσεώς της στο θέλημα Κυρίου και Θεού της. Που σημαίνει: όσο και εμείς θα επιλέγουμε την υπακοή στο άγιο θέλημα του Θεού μας, τόσο θα Τον βλέπουμε να σαρκώνεται και σ’ εμάς, τόσο δηλαδή θα γινόμαστε κι εμείς «μικρές Παναγίες» που θα έλκονται για τον λόγο αυτόν προς τη Μεγάλη Παναγιά.

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2025

Γ΄ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ

 "Χαῖρε, στοργή πάντα πόθον νικῶσα"

(Χαῖρε, Σύ Παναγία, πού εἶσαι η σφοδρή αγάπη 

κι ὁ ἔρωτας που νικάει κάθε άλλον πόθο).

 1. Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, γιά τόν ποιητή (συνεπῶς καί γιά ὅλους τούς πιστούς, στόμα τῶν ὁποίων εἶναι ἐκεῖνος), δέν εἶναι ἁπλῶς μία ὑπέρ τούς ἄλλους ἁγίους Ἁγία, ἡ ὁποία κάθεται ἐπί τοῦ θρόνου της καί ρίχνει ἀφ’ ὑψηλοῦ τό βλέμμα της στήν ἀνθρωπότητα καί δή στούς πιστούς. Μία τέτοια θέασή της μπορεῖ νά φαίνεται ὅτι περιέχει στοιχεῖα ἀληθείας, μά ἀπέχει πόρρω τῆς πραγματικότητάς της. Διότι ἡ Παναγία μας, ἄν ἔχει τέτοια σπουδαία θέση, τή σπουδαιότερη ἀνθρώπινα, μέσα στήν Ἐκκλησία, εἶναι διότι φανερώνει τή ζωή καί τό ἦθος τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ της. Τό μεγαλεῖο της ἦταν ὅτι ἐλεύθερα ὑποτάχθηκε στό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί ἔγινε ἡ πιό κρυστάλλινη καί διαυγής δίοδος, κυριολεκτικά ἡ «μόνη πύλη», προκειμένου νά περάσει δι’ αὐτῆς ὄχι κάτι ἀπό τόν Θεό, ἀλλά ὁ ἴδιος ὁ Θεός ὡς ἄνθρωπος μέσα στόν κόσμο. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ὅπως ὁ Θεός μας «ἔκλινεν οὐρανούς καί κατέβη», διότι μᾶς ἀγάπησε μέ τή μεγαλύτερη ἀγάπη καί τόν μεγαλύτερο ἔρωτα (:«οὕτω γάρ ἠγάπησεν ὁ Θεός τόν κόσμον ὥστε τόν Υἱόν αὐτοῦ τόν μονογενῆ ἔδωκεν», καί: «ὄντων ἡμῶν ἁμαρτωλῶν Χριστός ὑπέρ ἡμῶν ἀπέθανεν»), ἔτσι καί ἡ Παναγία μας, συντονισμένη μέ τή σφοδρή ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἄνθρωπο, κινεῖται στόν ἴδιο  μέ Ἐκεῖνον ρυθμό: στέκεται θυσιαστικά, πλήρης ἀγάπης καί ἔρωτος, ἀπέναντι στόν κάθε ἄνθρωπο, ἰδίως δέ τόν πιστό πού ἀφήνει χῶρο στήν ψυχή καί τήν καρδιά του γιά νά βρεῖ «τόπον καταπαύσεως» ἡ ἀπόλυτη καί μοναδική αὐτή ἀγάπη. Τά ἄπειρα καταγεγραμμένα ἤ μή θαύματα τῆς Παναγίας μας ἀνά τούς αἰῶνες πιστοποιοῦν τήν πραγματικότητα αὐτή.

2. Μπροστά λοιπόν σ’ αὐτήν τή στάση της πού φανερώνει τή στάση τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ μας, (νά εἶναι δηλαδή ἡ Μάνα πού τό μόνο πού ἐπιζητεῖ γιά τά παιδιά της εἶναι νά τά ἔχει στή θερμή ἀγκαλιά της), ὁ πιστός διά στόματος τοῦ ἁγίου ὑμνογράφου κινεῖται ἐξίσου θερμά καί μέ σφοδρή ἀγάπη: κινεῖται σάν τό παιδί πού πέφτει στήν ἀνοικτή ἀγκάλη τῆς Μάνας του καί τήν καταφιλεῖ δεχόμενη τούς δικούς της ἀσπασμούς καί τά δικά της φιλιά. Πόσο θυμᾶται κανείς ἐδῶ τούς ἁγίους μας, ὄχι μόνο τούς παλαιοτέρους, μά καί τούς νεωτέρους μας, σάν γιά παράδειγμα τόν ἅγιο Νεκτάριο ἤ σάν τόν ἅγιο Γέροντα Παΐσιο! Ὁ ἅγιος Νεκτάριος μπρός στήν Παναγία τή Συλημβριανή πού εἶχε στό κελλί του, τῆς μιλοῦσε τόσο θερμά καί τήν προσκυνοῦσε καί φιλοῦσε τήν εἰκόνα της τόσο πολύ, πού δημιούργησε βαθούλωμα ὁ ἔνδακρυς ἀσπασμός του. Κι ὁ ἅγιος Παΐσιος, κατά τήν ὁμολογία τοῦ Ἴδιου, πάντοτε ἀναφερόταν στήν Παναγία – «τήν κρατάω διαρκῶς ἀπό τό φουστάνι» συνήθιζε νά λέει – κι ὑπῆρχαν φορές, πάμπολλες πρέπει νά ὑποθέσουμε, πού ἀγκάλιαζε τήν ἁγία εἰκόνα της καί τήν καταφιλοῦσε «γιά νά βυζάξει λίγο τή χάρη της».

3. Ἔτσι ἡ Παναγία μας, κατά τόν ὑμνογράφο, εἶναι κατ’ ἀντανάκλαση τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ της, τό ἐρώμενο ἀπό τούς πιστούς πρόσωπο, γιατί εἶναι ἡ κατεξοχήν ἐρῶσα τούς ἀνθρώπους. Ἀγαπάει μέ ἄλλα λόγια κι ἐπειδή ἀγαπάει ἀγαπιέται. Γιατί πῶς θά μπορούσαμε ἐμεῖς οἱ ἀδύνατοι καί πεσμένοι στήν ἁμαρτία ἄνθρωποι νά ἀγαπήσουμε τόν Θεό καί ὅ,τι εἶναι τοῦ Θεοῦ, πρωτίστως τήν Παναγία Μητέρα τοῦ Κυρίου, ἄν δέν μᾶς ἔδινε ὁ Ἴδιος χέρι βοηθείας; Ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι μποροῦμε νά ἀγαπᾶμε τόν Θεό, γιατί Ἐκεῖνος πρῶτος ἀγάπησε ἐμᾶς. Ἐκεῖνος εἶχε καί ἔχει πάντοτε τήν πρωτοβουλία, Ἐκεῖνος στήνει τή σκάλα καί κατέρχεται, προκειμένου νά ἀνέβουμε κι ἐμεῖς. Ὅπως τό διατυπώνει καί ὁ μέγας Ἰωάννης ὁ Θεολόγος: «Ἡμεῖς ἀγαπῶμεν ὅτι Αὐτός πρῶτος ἠγάπησεν ἡμᾶς». Τό τραγικό γιά ἐμᾶς εἶναι ὅτι ἐνῶ ὁ Θεός μᾶς ἀγαπάει χωρίς ἐκπτώσεις καί χωρίς διακοπές, (εἶναι «ὁ μόνος πιστός»), ἐμεῖς συνεχῶς ἀπιστοῦμε καί ταλαντευόμαστε, ἐμεῖς πότε λίγο καταλαβαίνουμε καί θέλουμε νά ἀνταποκριθοῦμε καί πότε κλεινόμαστε στόν ἑαυτό μας καί στά πάθη μας, ἀφήνοντας ἔξω ἀπό ἐμᾶς τήν ἀγάπη Του αὐτή, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ καί τή λύση καί τή διέξοδο σέ ὅλα τά προβλήματά μας - ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι κυριολεκτικά ὁ Παράδεισός μας.  

4. Καί τί μᾶς λέει περαιτέρω καί ἐντελῶς παρηγορητικά ὁ ἅγιος ποιητής, κατά τόν χαιρετισμό; Ὅτι μόλις ἀρχίζουμε μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ νά νιώθουμε λίγο τή θερμή ἀγάπη τῆς Παναγίας ἀπέναντί μας, συνεπῶς τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μας, τότε ἀρχίζουμε νά ἀπεμπλεκόμαστε καί ἀπό ὅ,τι ἐμπαθές μᾶς δένει μέ τόν κόσμο τοῦτο. Νά «ξεκολλᾶμε» δηλαδή καί ἀπό τόν πόθο τῶν σαρκικῶν μας ἐπιθυμιῶν καί ἀπό τόν πόθο γιά ν’ ἀποκτοῦμε διαρκῶς καί περισσότερα ὑλικά ἀγαθά καί ἀπό τόν πόθο γιά νά φαινόμαστε καί νά ἐπιζητοῦμε τόν ἀνθρώπινο ἔπαινο σέ ὅλα τά ἔργα μας. Μέ ἄλλα λόγια μόνο μία σφοδρή καθαρή ἀγάπη, σάν αὐτήν πρός τή Μάνα μας Παναγία, μπορεῖ νά μᾶς γλιτώσει ἀπό τίς ἐμπαθεῖς ἀγάπες καί προσκολλήσεις μας. Κι αὐτό γιατί; Διότι οἱ ἐμπαθεῖς ἀγάπες καί οἱ ὅποιοι ἁμαρτωλοί πόθοι μας ὁδηγοῦν πάντοτε μέ μαθηματική ἀκρίβεια σέ μία ἀπ’ αὐτήν τή ζωή κόλαση, μέ τά στοιχεῖα τῆς θλίψης καί τῆς μελαγχολίας καί τοῦ ἄγχους καί τῆς ἀνοησίας τῆς ζωῆς πού περικλείει. Εἶναι ἡ τραγική ὁμολογία πού κάνουμε ὅλοι μας, ὅταν φτάσουμε στό σημεῖο τόν πρῶτο λόγο στή ζωή μας νά τόν ἔχει ἡ ἁμαρτία καί ὄχι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, νά τόν ἔχει δηλαδή ἡ κλίση τῆς καρδιᾶς μας σέ ὅ,τι δέν εἶναι Θεός καί Χριστός. Ἐν ἀντιθέσει πρός τήν ἄλλη περίπτωση: πόσο καλά αἰσθανόμαστε, πόση χάρη Θεοῦ καί «Παράδεισο» ζοῦμε, ὅταν ἡ κλίση τῆς καρδιᾶς μας εἶναι πρός τόν Χριστό καί πρός τούς ἁγίους μας, κυρίως δέ πρός τήν Παναγία μας!

Παρασκευή 14 Μαρτίου 2025

Β΄ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ

«Ἁγνείας θησαύρισμα…»

(Υπεραγία Θεοτόκε, που είσαι ο θησαυρός της αγνότητας) 

Το δοξολογικό στοιχείο προς την Υπεραγία Θεοτόκο προβάλλει κατεξοχήν η ακολουθία των Χαιρετισμών της Παναγίας μας. Και δικαίως: είναι Εκείνη διά της οποίας κατήλθε ο Θεός ως άνθρωπος στον κόσμο και μπροστά σ’ Αυτήν κλίνουν γόνυ όχι μόνον οι πιστοί που διαπνέονται από Πνεύμα Θεού – μόνον ένας εν Πνεύματι άνθρωπος μπορεί να «δει» την πληρότητα χάριτος που έχει η Θεοτόκος- αλλά και αυτοί ακόμη οι άγιοι άγγελοι. Άλλωστε η Μητέρα του Κυρίου αναδείχτηκε σε ύψος υπέρ τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ. Προϋπόθεση βεβαίως για τη μοναδική αυτή επιλογή του Θεού μας ήταν η καθαρότητα και η αγνότητα της ψυχής της μικρής κόρης της Ναζαρέτ Μαριάμ – η καθαρότητα αυτή είλκυσε τον απόλυτα αγνό και καθαρό Θεό μας να «επαναπαυτεί» στην ύπαρξή της. Γι’ αυτό και όλα τα τροπάρια και του κανόνα και του κοντακίου του Ακαθίστου Ύμνου προβάλλουν με άφθαστο λυρισμό την παναγιότητα της Θεοτόκου, με εικόνες δανεισμένες οι περισσότερες από την Αγία Γραφή, κατεξοχήν δε την Παλαιά Διαθήκη, η οποία συνιστά την προφητεία για τον ερχομό του Κυρίου Ιησού, που στο πρόσωπό Του φανερώνεται η Καινή Διαθήκη.

Δοξολογείται και υμνολογείται λοιπόν η Υπεραγία Θετόκος, διότι η θέση της ως του πρώτου και εξαίρετου μέλους τους σώματος του Υιού και Θεού της της Εκκλησίας είναι δεδομένη. Χωρίς αυτήν η πίστη μας θα χώλαινε: «ταῖς πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, Σῶτερ, σῶσον ἡμᾶς» ψέλνει ο λαός του Θεού, που θα πει ότι εσφαλμένη Μαριολογία σημαίνει εσφαλμένη Χριστολογία, εσφαλμένη επομένως Τριαδολογία, εσφαλμένη Εκκλησιολογία - μπροστά στην Παναγία μετράμε κυριολεκτικά την ορθότητα ή όχι του χριστιανισμού μας. Οπότε καταλαβαίνει ο πιστός ότι η αναφορά σ’ Εκείνην σχετίζεται με το δόγμα της πίστεώς μας. Δεν είναι τυχαίο ότι η Εκκλησία ήδη διά της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου (Έφεσος 431) αντιμετωπίζοντας τη Νεστοριανική αίρεση που αμφισβητούσε τη θεότητα του Κυρίου πρόβαλε ως επακολούθημα της ορθής πίστεως για τον Χριστό και τη θέση της Παναγίας. Είναι η Θεοτόκος!

Θα βλασφημούσαμε όμως και θα διαγράφαμε τον όποιο χριστιανισμό μας, εάν η πίστη μας όχι μόνο στον Θεό μας, αλλά και στην Παναγία όπως και στους λοιπούς αγίους έμενε σ’ ένα θεωρητικό επίπεδο, σαν να επρόκειτο δηλαδή για ένα μουσειακό έκθεμα που το περιεργαζόμαστε από πολλές πλευρές και το θαυμάζουμε. Θέλουμε να πούμε ότι η όποια προβολή του μεγαλείου της Παναγίας μας εν προκειμένω γίνεται πάντοτε με την προοπτική να ακολουθήσουμε τη ζωή της, να μιμηθούμε τον τρόπο που στάθηκε έναντι του Θεού και των συνανθρώπων της. Χωρίς την προέκταση αυτή θα ξεπέφταμε σ’ αυτό που ο ίδιος ο Κύριος απεκάλυψε με απόλυτο τρόπο: «Οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι Κύριε, Κύριε, εἰσελεύσεται εἰς τήν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν, ἀλλ’ ὁ ποιῶν τό θέλημα τοῦ πέμψαντός με Πατρός». Χριστιανική πίστη με άλλα λόγια σημαίνει ακολουθία του Χριστού και των αγίων Του που υπήρξαν «μιμήματα» της ζωής Του. Ο Χριστός ήλθε για να γίνουμε κι εμείς ίδιοι μ’ Αυτόν, με τη χάρη και τη βοήθεια βεβαίως Εκείνου ως μέλη του σώματός Του.

Κι έρχεται διαρκώς έτσι η Εκκλησία μας και μας υπενθυμίζει ότι σε κάθε σωτήρια δράση και λόγο του Κυρίου, σε κάθε συνεπώς δράση και λόγο των Αγίων Του, πρέπει να υπάρχει από πλευράς μας το «συν», το μαζί μ’ Αυτούς! Σταυρώθηκε ο Κύριος, για παράδειγμα; Τον πιστεύουμε και είμαστε μαθητές Του αν κι εμείς συ(ν)-σταυρωνόμαστε μ’ Εκείνον, όπως το ομολογεί και ο μέγας απόστολός Του: «Χριστῷ συνεσταύρωμαι, (κι έτσι) ζω ουκέτι εγώ, ζη εν εμοί Χριστός». Και να, που και πάλι οι ύμνοι της Εκκλησίας μάς τονίζουν την αλήθεια αυτή. Μιλώντας για την Παναγία και την Αγνότητα και την Καθαρότητα της ψυχής της εξαγγέλλουν και διαλαλούν: Αγνή η Θεοτόκος; Με αγνό και καθαρό νου μπορούμε μόνο να την τιμήσουμε, κινούμενοι δηλαδή στο ίδιο πνεύμα με το δικό της. Τη Μητέρα του Θεού μπορούμε να την υμνολογήσουμε μόνο με την ευσέβειά μας που εκφράζεται με τις ένθεες πράξεις και συμπεριφορές μας. «Ἁγνήν ἁγνεύοντι τιμήσωμεν νοΐ. Την Μητέρα του Θεού ὑμνήσωμεν εὐσεβῶς καλλυνόμενοι ταῖς ἐνθέοις πράξεσι» (ωδή Τριωδίου). (Την αγνή Παρθένο ας την τιμήσουμε με νου που αγωνίζεται για αγνότητα. Τη Μητέρα του Θεού ας την υμνολογήσουμε ευσεβώς καθώς εξωραϊζόμαστε από τις ένθεες πράξεις μας).

Και για να μην πελαγοδρομούμε στο τι σημαίνει αγνότητα και καθαρότητα ζωής ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, ο μέγας ασκητικός διδάσκαλος, ο άγιος της Σαρακοστής, έρχεται και μας ανοίγει τα μάτια: «Κάνουμε αρχή στον αγώνα της αγνότητας – σημειώνει – όταν δεν συγκατατιθέμεθα στους σαρκικούς λογισμούς. Έχουμε προχωρήσει και φτάνουμε σε μέση κατάσταση όταν υπάρχουν φυσικές κινήσεις στη σάρκα μας αλλά χωρίς εικόνες σαρκικές και πονηρές. Και πότε θεωρείται ότι αγγίζουμε το τέλος; Όταν ζούμε ως νεκροί και απαθείς κατά το σώμα, γιατί έχουν νεκρωθεί μέσα μας οι σαρκικοί λογισμοί». Για να ορίσει: «Αγνός είναι εκείνος που με τον θεϊκό έρωτα απέκρουσε τον άλλο έρωτα, τον σαρκικό, και έσβησε έτσι το υλικό με το άυλο πυρ» - μία χαρισματική κατάσταση που προσομοιάζει με τους ασώματους αγγέλους.

Ο αγώνας λοιπόν ημών των αρχαρίων στα πνευματικά εκεί πρέπει να επικεντρωθεί, αν θέλουμε να λέμε ότι όντως υμνολογούμε και τιμούμε την Υπεραγία Θεοτόκο, ότι όντως είμαστε πιστά μέλη του Κυρίου Ιησού και της Εκκλησίας: στο να μην αποδεχόμαστε την προσβολή των σαρκικών λογισμών, στρεφόμενοι αμέσως όταν πάει να συμβεί αυτό στον Εσταυρωμένο Κύριό μας και εκεί «κολλώντας» τον νου μας. Αν δεν το κάνουμε, αν η καρδιά και η ψυχή μας γίνεται «αεροδρόμιο» τέτοιων πονηρών και βρόμικων λογισμών, για να θυμηθούμε τον άγιο Παΐσιο, τότε πρέπει να βάλουμε ερωτηματικό στη χριστιανοσύνη μας και στην αγάπη μας, μιας και είμαστε στους Χαιρετισμούς της Παναγίας, για Εκείνην. Ίσως πρέπει να θυμόμαστε πολύ συχνά αυτό που συνέβη στον μεγάλο νεώτερο όσιο της Εκκλησίας μας Σιλουανό τον Αθωνίτη, όταν ήταν στην πολύ νεαρή ηλικία της ζωής του, όπως το διασώζει ο εξίσου μέγας όσιος Σωφρόνιος, ο μαθητής και υποτακτικός του: Νεαρός ο άγιος ήταν κάπως απρόσεκτος στη ζωή του και στα σαρκικά λεγόμενα πάθη. Και του εμφανίστηκε η Παναγία μας για να του πει με πόνο και τρυφερή αυστηρότητα: «Δεν μου αρέσει όπως ζεις, αμαρτάνοντας μπροστά στα μάτια μου».

 Όσο κρατάμε καθαρή και αγνή την καρδιά μας από κάθε τι βρόμικο και πονηρό, όσο επομένως πορευόμαστε με βάση τις άγιες εντολές του Κυρίου που οριοθετούν το ένθεο των πράξεών μας, τόσο πράγματι μπορούμε με ταπεινή παρρησία να απευθυνόμαστε και να προσεγγίζουμε την Υπεραγία Θετόκο, συνεπώς και τον Υιό και Θεό της και Θεό ημών. Και το αποτέλεσμα; Να σαρκώνεται Εκείνος και μέσα στη δική μας ύπαρξη. Να γινόμαστε κι εμείς άλλες Παναγίες.

Σάββατο 8 Μαρτίου 2025

Α΄ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ

«Χαῖρε δι’ ἧς βρεφουργεῖται ὁ Κτίστης»

(Χαίρε, Παναγία, που διά Σου γίνεται βρέφος ο Δημιουργός)

Κάθε λόγος και κάθε εικόνα του αγίου υμνογράφου της αγαπημένης ακολουθίας των Χαιρετισμών αποτυπώνει την υπέρ φύσιν πραγματικότητα που ζει η Εκκλησία – τον ερχομό στον κόσμο του ίδιου του Θεού ως ανθρώπου. Ό,τι απαρχής σημειώνεται στον Κανόνα του Ακαθίστου Ύμνου, ότι δηλαδή ο λόγος θα αποτελεί φορέας χάρης του Αγίου Πνεύματος – «θα ανοίξω το στόμα μου και θα γεμίσει από Πνεύμα Θεού» - το ίδιο διαπιστώνουμε και στον συγκεκριμένο χαιρετισμό. Διότι εκφράζει το μέγιστο μυστήριο, όπως το εξαγγέλλει ο απόστολος Παύλος: «ὁμολογουμένως μέγα εστί τό τῆς εὐσεβείας μυστήριον: Θεός ἐφανερώθη ἐν σαρκί», κάτι που απαιτεί προς αποδοχή του την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος.

Κι είναι ακριβώς το πρώτο σημείο που μας δηλώνει ο Χαιρετισμός: έρχεται στον κόσμο ο Θεός ως άνθρωπος, αλλ’ όχι ως παρένθεση, (επεισόδιο και συμβάν), της ζωής Του, ή ως γεγονός θάμβους από την άλλη για τον άνθρωπο, μία εμφάνισή Του δηλαδή για να τον φοβίσει ή να τον καταπλήξει. Έρχεται και γίνεται άνθρωπος, «ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου» ασφαλώς, άρα «χωρίς ἁμαρτίας», αλλά ακολουθώντας όλες τις φάσεις ερχομού κάθε ανθρώπου στον κόσμο – σύλληψη, κατάσταση εμβρυική, γέννηση, ανάπτυξη, ολοκλήρωση. Ο Δημιουργός, ο Κτίστης κυριολεκτικά «βρεφουργεῖται», πραγματικά και όχι φανταστικά, σε σημείο που τούτο θεωρήθηκε απαρχής ως το απόλυτο κριτήριο για να χαρακτηρίζεται κάποιος χριστιανός ή όχι. Ο λόγος του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου είναι σαφής: «Πᾶν πνεῦμα ὅ ὁμολογεῖ Ἰησοῦν Χριστόν ἐν σαρκί ἐληλυθότα ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστιˑ καί πᾶν πνεῦμα ὅ μή ὁμολογεῖ Ἰησοῦν Χριστόν ἐν σαρκί ἐληλυθότα ἐκ τοῦ Θεοῦ οὔκ ἐστιν». Κάθε δοκητική, δηλαδή εν φαντασία προσέγγιση της πραγματικότητας της ενσάρκωσης του Δημιουργού, είναι για την Εκκλησία η πιο επικίνδυνη αίρεση που διαστρεβλώνει καίρια το αληθές περιεχόμενο της αποκάλυψης του Τριαδικού Θεού. Χωρίς την αποδοχή της βρεφουργήσεώς Του αυτής ως εν αληθεία ενανθρώπησής Του χριστιανισμός δεν υφίσταται.

Κι αυτό κατ’ ανάγκην παραπέμπει αφενός στην απειρία της αγάπης του Δημιουργού – «οὕτω γάρ ἠγάπησεν ὁ Θεός τόν κόσμον ὥστε τόν Υἱόν αὐτοῦ τόν μονογενῆ ἔδωκεν» - αφετέρου στην απειρία της ταπείνωσής Του – «καί σχήματι εὑρεθείς ὡς ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτόν» - γεγονός και μόνον που ερμηνεύει εν πίστει την άλλως ακατανόητη κίνηση αυτή του Θεού να γίνει αληθής άνθρωπος για να σώσει τον άνθρωπο από τα δεσμά της αμαρτίας και του θανάτου που είχε περιέλθει. Και πρέπει εν προκειμένω να τονίζεται πάντοτε η αλήθεια αυτή, διότι κάθε άλλη προσπάθεια «εξήγησης» της κλίσεως των Ουρανών από τον άπειρο Θεό προς «κατάβασή» Του οδηγεί σε ατραπούς παρανόησης και εκτροπής στην απώλεια της αίρεσης.

Και πρέπει, έτι πλέον, να σταθεί κανείς εν σιωπή και προσευχή μπροστά στη «βρεφουργία» αυτή του Δημιουργού. Διότι ποιο το χαρακτηριστικό ενός βρέφους; Η απόλυτη εξάρτησή του από τις μητρικές, δηλαδή τις ανθρώπινες, αγκάλες. Ένα βρέφος δεν μπορεί να σταθεί μόνο του. Δεν μπορεί να ζήσει μόνο του. Είναι κατ’ απόλυτο τρόπο ριγμένο στη στάση την ανθρώπινη που θα συναντήσει. Και μένουμε έτσι ενεοί! Ο παντοκράτωρ Κύριος, Αυτός από τον Οποίο εξαρτώνται οι πάντες και τα πάντα, Αυτός που δίνει «ζωήν καί πνοήν καί τά πάντα», επιλέγει να προσφερθεί στον άνθρωπο εντελώς απροϋπόθετα ως ένα ανυπεράσπιστο βρέφος – αφήνεται κυριολεκτικά, ανθρωπίνως κρίνοντας, σ’ αυτόν! Ο Θεός… «εξαρτώμενος» από τον άνθρωπο!

Οπότε η «βρεφουργία» αυτή του Θεού μας συνειρμικά μας οδηγεί και στο γεγονός της αποκορύφωσης των Παθών Του, την ίδια τη Σταύρωση! (Είναι τυχαίο ότι ήδη στην εικόνα της Βυζαντινής Γέννησης το βρέφος κείται μέσα σε μία λάρνακα;) Γιατί και το μυστήριο της Σταυρώσεως τι άλλο αποκαλύπτει παρά το «άφημα» του Δημιουργού στα χέρια των σταυρωτών Του χωρίς καμία δική Του αντίδραση! Αυτός που αμέσως θα μπορούσε να πει σε μία λεγεώνα αγγέλων Του να αναλάβουν δράση, όπως είπε στον μαθητή Του Πέτρο, δεν αντιλέγει, δεν επαναστατεί, δεν φωνάζει. Κινείται ως αμνός άκακος, ως βρέφος πάλι ανυπεράσπιστο, προκειμένου να πραγματοποιηθεί το σχέδιό Του, σχέδιο του Τριαδικού Θεού για τη σωτηρία του πληγωμένου και εν παρανοία ευρισκομένου ανθρώπου. Το Πάθος το «ἑκούσιον», το άφημα χωρίς κρατούμενα στα χέρια των ανθρώπων.

Και λοιπόν; Ποια η στάση του ανθρώπου έναντι του βρέφους Χριστού είτε στη Γέννησή Του είτε στη Σταύρωσή Του; Η στάση της Παναγίας Μητέρας Του αφενός όπως και του συσταυρωμένου μ’ Αυτόν ευγνώμονος ληστού. Δηλαδή η στάση της εν υπακοή αποδοχής Του – «ἰδού ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά τό ρῆμά Σου», «μνήσθητί μου Κύριε ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ Σου» - ή η στάση της έχθρας και του δαιμονισμού κατά τον τύπο του Ηρώδη και των αρχιερέων του Ιουδαϊσμού και των Ρωμαίων. Και η μεν πρώτη οδηγεί στον εναγκαλισμό του βρέφους και την εγκατοίκησή Του εν χάριτι στην καρδιά του ανθρώπου: «χαῖρε η βαστάσασα τόν βαστάζοντα πάντα» ή με άλλον τρόπο στην ένταξή του στη βασιλεία του Θεού: «ἀμήν λέγω σοι, σήμερον μετ’ ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ Παραδείσῳ». Ενώ η δεύτερη οδηγεί στον δαιμονισμό και την οριστική αποξένωση του ανθρώπου από τον Θεό, όπως το βλέπουμε σε όλους τους αρνητές του Χριστού απαρχής και εις τους αιώνας.

Παρασκευή 7 Μαρτίου 2025

Α΄ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ

 «Ἀνοίξω τό στόμα μου καί πληρωθήσεται Πνεύματος καί λόγον ἐρεύξομαι τῇ βασιλίδι Μητρί, καί ὀφθήσομαι φαιδρῶς πανηγυρίζων καί ἄσω γηθόμενος ταύτης τά θαύματα» (εἰρμός ὠδῆς α΄ κανόνος Ἀκαθίστου Ὕμνου).  

(Θά ἀνοίξω τό στόμα μου καί θά γεμίσει ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, καί θά πῶ λόγο γιά τή βασίλισσα Μητέρα, καί θά φανῶ φαιδρός πανηγυριστής καί θά τραγουδήσω μέ χαρά τά θαύματά της).

Ὁ ἅγιος ὑμνωδός μᾶς λέει ὅτι θά μιλήσει, θά φωνάξει γιά τήν Παναγία ἐξ ὀνόματος ὅλων τῶν πιστῶν, πού σημαίνει ὅτι ὁ λόγος του δέν ἐκφράζει μόνο τά δικά του συναισθήματα καί τήν προσωπική του πίστη, ἀλλά τήν πίστη καί τά συναισθήματα ὅλων τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας – στήν Ἐκκλησία δέν ὑπάρχει τίποτε ἀτομικό. Καί τί θά πεῖ γιά τή βασίλισσα Μητέρα πού θά ’ναι λόγος δικός του καί δικός μας; Ὄχι βέβαια κάποιον πρόχειρο λόγο - ὅ,τι συνήθως ταιριάζει στίς πονηρίες τοῦ κόσμου τούτου τοῦ ἀπατεώνα. Ἀλλ’ οὔτε καί κάποιον ἀνθρώπινο στοχασμό, ὅσο σοφός κι ἄν εἶναι αὐτός - ὅ,τι διατυπώνει μία φιλοσοφία ἤ μία ἰδεολογία, τίς ὁποῖες κατήργησε ὁ ἀποκαλυμμένος λόγος τοῦ Θεοῦ.

Ὁ λόγος του, σημειώνει, θά εἶναι λόγος τοῦ ἁγίου Πνεύματος. «᾽Ανοίξω τό στόμα μου καί πληρωθήσεται Πνεύματος». Αὐτό πού ἐν Πνεύματι λέει ὁ προφητάναξ Δαβίδ: «Κύριε τά χείλη μου ἀνοίξεις καί τό στόμα μου ἀναγγελεῖ τήν αἴνεσίν σου» (Κύριε θά ἀνοίξεις τά χείλη μου και τό στόμα μου θά Σέ δοξολογήσει), τό ἴδιο ἐν Πνεύματι ἐκφράζει καί ὁ ἅγιος ὑμνογράφος, ἀναφερόμενος σ’ Αὐτήν πού ὑπέρκειται σέ ἁγιότητα καί τῶν ἴδιων τῶν ἀγγέλων. Κι αὐτό θά πεῖ ὅτι μόνον ὁ ἐμφορούμενος ἀπό τό ἅγιον Πνεῦμα μπορεῖ νά δεῖ ὀρθά καί νά μιλήσει σωστά γιά τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Θά ἔλεγε κανείς ὅτι μόνον ἕνας προφήτης ἤ ἕνας ἀπόστολος ἔχει τό δικαίωμα νά ἐκφέρει λόγο γιά τήν Παναγία.

Αἰτία γι’ αὐτό εἶναι τό γεγονός ὅτι  ἡ Παναγία, μόνη Αυτή ὡς τό ὡραιότερο ἄνθος ἀπό ὅλη τήν ἀνθρωπότητα, χαριτώθηκε ἀπό τόν Θεό νά γίνει ἡ Μητέρα τοῦ Κυρίου, ὁπότε ἡ θέα της ἀποκαλύπτει καί τήν πίστη γιά τόν Υἱό καί Θεό της – συνθεωρούνται πάντοτε ὁ Κύριος Ἰησοῦς καί ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, γι’ αὐτό καί μόνο τά μετασκευασμένα ἀπό τό Ἄγιον Πνεῦμα μάτια τήν βλέπουν σωστά, ὅπως παρομοίως συνέβη καί μέ τήν ἐξαδέλφη της Ἐλισάβετ, μητέρα τοῦ Προδρόμου, μετά τόν Εὐαγγελισμό Της. «Ἐπλήσθη Πνεύματος ἁγίου ἡ Ἐλισάβετ καί ἀνεφώνησε φωνῇ μεγάλῃ καί εἶπε: Εὐλογημένη σύ ἐν γυναιξί». Πρέπει νά εἶσαι πνευματοφόρος πιά γιά νά δεῖς τήν Παναγία ὡς Παναγία.

Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή μπροστά στή Μοναδική κρίνεται ἡ ποιότητα τῆς χριστιανικῆς μας συνειδήσεως - ἀποκαλυπτόμαστε ὀρθόδοξοι ἤ αἱρετικοί. Η Παναγία συνιστᾶ κριτήριο ὀρθοδοξίας. Ὅσοι τήν παραθεωροῦν ἤ  πολύ περισσότερο τήν ὑβρίζουν(!), σάν τούς Γιεχωβάδες γιά παράδειγμα, δέν ἀπέχουν πολύ ἀπό τή θέση τῶν ᾽Ιουδαίων τῆς ἐποχῆς τοῦ Κυρίου: κι ἐκεῖνοι τήν ἔκριναν μέ τίς πιό ἀκατανόμαστες ὕβρεις. Ὅσοι ἀπό τήν ἄλλη ἰσχυρίζονται ὅτι εἶναι μιά ἁπλή γυναίκα, ὅπως ὅλες οἱ ἄλλες, φανερώνουν τήν αἵρεση καί τό ἔλλειμμα τῆς πίστεώς τους, σάν τούς αἱρετικούς Προτεστάντες. Κι ὅσοι τέλος ὑπερτιμοῦν ἀπό τήν ἄλλη τήν Παναγία ἀναβιβάζοντάς την στό ἐπίπεδο τῆς θεότητος, σάν τούς Ρωμαιοκαθολικούς, φανερώνουν τή δεξιά ἀπόκλιση τῆς πλάνης τους. Γιά τούς ᾽Ορθοδόξους ὅμως ἡ Παναγία εἶναι αὐτό πού δηλώνει τό ὄνομά της: Παν-αγία, δηλ. ὑπεράνω ὅλων τῶν ἁγίων, μά ἄνθρωπος. Γεμάτη ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ, χωρίς ὅμως νά ξεφεύγει ἀπό τά ἀνθρώπινα ὅρια. Στό πρόσωπο τῆς Παναγίας βλέπουμε τήν ἀνθρώπινη προοπτική: νά θεωθοῦμε, ἐννοώντας ὡς θέωση τήν ἕνωσή μας μέ τόν Κύριο, παραμένοντας ὅμως πάντοτε ἄνθρωποι.

Κι ὁ ὑμνογράφος καταλήγει: σ᾽ αὐτήν τήν κατάσταση, πού τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μᾶς δίνει λόγο γιά νά μιλήσουμε γιά τήν Παναγία, χαιρόμαστε καί πανηγυρίζουμε. Δέν μποροῦμε νά θυμηθοῦμε τήν Παναγία καί νά μή φαιδρύνει ἡ ψυχή μας, νά μήν πλησθοῦμε εὐφροσύνης. Γιατί βλέπουμε σ᾽ Αὐτήν τήν περίσσεια τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ πού εἶναι περίσσεια Ἀγάπης δικῆς Του καί δικῆς Της, μορφοποιούμενης στίς θαυμαστές ἀδιάκοπα πρός χάριν μας ἐπεμβάσεις της. Κι ἡ χάρη εἶναι πάντοτε χαρά. Μόνον ὁ διάβολος σκυθρωπάζει καί καίγεται ἀπό τήν ἀναφορά καί μόνο τοῦ ὀνόματός της.

Οἱ συνάξεις μας κάθε φορά ἐπί τῇ μνήμῃ τῆς Παναγίας ἀποδεικνύουν ὅτι κι ἐμεῖς ἐμφορούμαστε ἀπό Πνεῦμα Θεοῦ. Λίγο ἤ πολύ ἡ χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος μᾶς ἱκανώνει ἐν Ἐκκλησίᾳ καί πνευματικά ἑνωμένοι νά ἀτενίζουμε τό πρόσωπο τῆς Θεοτόκου. Ἡ εὐθύνη μας εἶναι διπλή: νά κρατᾶμε τή χάρη αὐτή, δηλαδή νά βρισκόμαστε σέ ἑτοιμότητα πάντοτε τιμῆς της, καί νά ἀγωνιζόμαστε νά τήν αὐξάνουμε. Καί διακράτηση καί αὔξηση τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ, πού πλούσια εἶχε καί ἔχει ἡ Παναγία, σημαίνει: νά ὑποτασσόμαστε κάθε φορά στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τό «ἰδού ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά τό ρῆμα Σου» τῆς Παναγίας νά γίνεται καί ἡ δική μας ἀπάντηση στήν ὅποια πρόσκληση τοῦ Θεοῦ πού μᾶς ἀπευθύνει τήν κάθε στιγμή τῆς ζωῆς μας.

Παρασκευή 12 Απριλίου 2024

Δ΄ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ

«Χαῖρε, χρωτός τοῦ ἐμοῦ θεραπεία· χαῖρε, ψυχῆς τῆς ἐμῆς σωτηρία»

(Χαίρε Παναγία, που είσαι η θεραπεία του σώματός μου και η σωτηρία της ψυχής μου).

Σε κάθε πρόβλημα αρρώστιας και πόνου, το πρώτο όνομα που έρχεται στα χείλη των πιστών, κι ίσως και πιο μπροστά και από τον ίδιο τον Κύριο Ιησού Χριστό, είναι της Παναγίας. «Παναγία μου, βοήθα με», κραυγάζουν όλοι, μυστικά, νοερά, φωναχτά – ακόμη κι οι θεωρούμενοι «άθεοι» -  νιώθοντας ότι Αυτή είναι η πρώτη καταφυγή τους, Εκείνη που θα σκύψει να αφουγκραστεί το πρόβλημά τους και θα δώσει απάντηση στον όποιο πόνο και την όποια δοκιμασία τους. Και μην πει κανείς ότι αυτό δεν είναι σωστό γιατί προηγείται ο Κύριος,  διότι ο Κύριος αφενός χαίρεται όταν αναφέρονται οι άνθρωποι στην Παναγία Μητέρα Του – η Παναγία αποτελεί  τη μεγαλύτερη χαρά Του ως συνισταμένη όλων των χαρίτων και όλης της ομορφιάς του κόσμου! – αφετέρου η όποια, παρακλητική ή δοξολογική, αναφορά σ’ Εκείνην στην πραγματικότητα είναι αναφορά στον Ίδιο: η Παναγία μας παίρνει τις προσευχές και τις επικλήσεις μας για να τις καταθέσει ενώπιον του Υιού και Θεού Της.

Και πράγματι: όλη η ιστορία της χριστιανικής πίστεως έχει καταγράψει άπειρο αριθμό θαυμάτων από τις φιλεύσπλαχνες επεμβάσεις της για τη θεραπεία όλων των σωματικών ασθενειών που έχουν αναφανεί στο ανθρώπινο γένος, κάθε φορά βεβαίως που υπάρχει η απαραίτητη προς τούτο προϋπόθεση: η πίστη προς τον Κύριο και την Ίδια. Ο λαός μας το γνωρίζει πολύ καλά: «Πολύ ισχύει δέησις Μητρός προς ευμένειαν Δεσπότου». Κι ίσως για τους περισσοτέρους ισχύει αυτό που συνέβαινε και με τον όσιο Παΐσιο τον αγιορείτη, ο οποίος συνήθιζε να λέγει ότι στο κάθε πρόβλημά του στρεφόταν πρώτα στην Παναγία, γιατί «ντρεπόταν» να στραφεί σ’ Εκείνον που είναι ο άπειρος και παντοδύναμος Θεός. «Την Παναγία την κρατάω από το φουστάνι διαρκώς» ήταν ένας συγκινητικός και χαριτωμένος λόγος του.

Όμως η Εκκλησία μας επισημαίνει το αυτονόητο: μαζί με τις δεήσεις στην Παναγία για τη θεραπεία των σωματικών μας ασθενειών πρέπει να καταφεύγουμε σ’ Εκείνην και για την ίαση των ψυχικών πνευματικών μας ασθενειών, την ίαση δηλαδή από τα πάθη μας. Γιατί ο άνθρωπος δεν είναι μόνο σώμα. Είναι και ψυχή, η οποία όταν πάσχει  λόγω των παθών της οδηγεί σε ό,τι χειρότερο υπάρχει: τον χωρισμό από τον αιώνιο Θεό. Οπότε μια θεραπεία σωματική χωρίς την ψυχική ίαση τι νόημα θα είχε; Να είναι ίσως κάποιος υγιής για να μπορεί να συνεχίζει μάλλον τις αμαρτίες του!

Την Παναγία πρέπει να Την επικαλούμαστε πάντοτε: πρώτα όμως για τη σωτηρία της ψυχής μας – ό,τι μας διδάσκει η Εκκλησία μας με το «Ταις πρεσβείαις της Θεοτόκου, Σώτερ, σώσον ημάς» - κι έπειτα, αν είναι προς το συμφέρον μας, και για τη θεραπεία του σώματός μας. Μη ξεχνάμε: ο Χριστός και η Παναγία μάς θέλουν ολόκληρους κοντά Τους, δηλαδή και με την ψυχή και με το σώμα μας. Για να μη συμβαίνει αυτό που και ο όσιος Πορφύριος ο καυσοκαλυβίτης είχε παρατηρήσει σε κάποια κυρία, που προσευχόταν μόνο για τη θεραπεία οφθαλμικής της πάθησης: «Δεν μου δόθηκες πνευματικά ολόκληρη. Προσευχόσουν μόνο για τη σωματική σου θεραπεία, κι όχι και της ψυχής σου»!  

Παρασκευή 22 Μαρτίου 2024

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

Δεν λέμε κάτι άγνωστο όταν διαπιστώνουμε ότι η ακολουθία των Χαιρετισμών της Υπεραγίας Θεοτόκου αποτελεί μία από τις πιο αγαπημένες ακολουθίες της Εκκλησίας μας για όλους τους χριστιανούς, και τους πιο συνειδητοποιημένους αλλά και τους ευρισκομένους στις παρυφές όπως λέμε αυτής. Ακόμη δηλαδή και όσοι δεν εκκλησιάζονται τακτικά νιώθουν την ανάγκη τις ημέρες των Χαιρετισμών της Παναγίας να βρεθούν στον Ναό, να ανάψουν ένα κερί, να σταθούν, αμήχανα ίσως, μπροστά στην εικόνα της, να αφήσουν κάποιο κρυφό δάκρυ να κυλίσει στην καρδιά τους για κάποιο αίτημα που ούτε οι ίδιοι δεν ξέρουν τι είναι. Δεν είναι τυχαίο ότι ο λαός μας, ο πιστός ορθόδοξος λαός, έστω και με τα σκαμπανεβάσματά του, χαρακτηρίζει την εβδομάδα μετά το τέλος του Ακαθίστου Ύμνου ως «βουβή» ή «κουφή» εβδομάδα. Ούτε βουβή ούτε κουφή βεβαίως είναι, γιατί οι ακολουθίες εξακολουθούν και υφίστανται στους Ναούς, όμως επειδή δεν υπάρχει η συγκεκριμένη αναφορά στην Παναγία, για αρκετούς η Εβδομάδα «δεν έχει φωνή», «δεν ακούγεται».

Και τι είναι αυτό που μαγνητίζει τόσο τους πιστούς ώστε να έλκονται και μη θέλοντας προς την Παναγία; Μα τι άλλο από το γεγονός ότι συνιστά Αυτή, η Μοναδική, τη Μάνα όλων! Μάνα είναι η Παναγία, έστω και συμβολικά για κάποιους, που θα πει μία ανοικτή και τεράστια αγκαλιά, στην οποία μπορεί να βρει καταφύγιο κάθε πονεμένη ψυχή. Και πονεμένες ψυχές είμαστε όλοι μας στον κόσμο τούτο «τον απατεώνα», που το κυριαρχικό στοιχείο του είναι η θλίψη – «κοιλάδα πένθους και δακρύων» χαρακτηρίζει η Αγία Γραφή τη γη αυτή που η Πρόνοια του Θεού θέλησε να βρεθούμε. Ποιος την ώρα της θλίψης του δεν θέλει να καταφύγει στην αγκαλιά της μάνας του; Και πρώτη αγκαλιά, ανά πάσα στιγμή και ώρα, αν το θελήσουμε, είναι της Θεοτόκου.

Και πόσο βεβαιώνεται κανείς για την πραγματικότητα αυτή, όταν έχουμε τον ίδιο τον Κύριο με το αψευδές στόμα Του να το αποκαλύπτει πάνω από τον Σταυρό, καθώς απευθύνεται τόσο στη Μητέρα Του όσο και στον αγαπημένο μαθητή Του τον Ιωάννη: «Ιδού ο υιός σου» - «ιδού η μήτηρ σου». Παιδιά της Παναγίας είμαστε, κατά τον Ιησού Χριστό, Μάνα μας Εκείνη, κατά τον Ίδιο. Και η θεολογική εξήγηση μας ανοίγει τα μάτια: Αφ’ ης στιγμής βαπτιστήκαμε και γινήκαμε μέλη Χριστού, διότι «όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε», από εκείνη τη στιγμή και η Παναγία έγινε ουσιαστικά και χαρισματικά η μεγάλη Μάνα μας κι εμείς τα παιδιά Της.

Οπότε η έλξη προς την Παναγία είναι μεν η κατά χάριν φορά μας προς τη υπερφυή μάνα μας, στο βάθος όμως είναι η φορά μας προς τον Κύριο και Θεό μας, ο Οποίος θέλησε να έλθει στον κόσμο ως άνθρωπος μέσα από Εκείνην που την κατέστησε μητέρα Του. Χριστός και Παναγία συν-θεωρούνται πάντοτε κατά την πίστη μας, σε βαθμό που η στάση μας απέναντί Της συνιστά όρο και δόγμα της πίστεως αυτής. Όταν η Εκκλησία μας χαρακτηρίζει την Παναγία ως «Πλατυτέρα των Ουρανών» είναι ακριβώς διότι έφερε και φέρει έκτοτε στην ύπαρξή της τον Ποιητή Ουρανού και γης, κρατούσε κατά κυριολεξίαν Εκείνον που κρατάει τα σύμπαντα στα χέρια Του – «ου φέρει το μυστήριον έρευναν»!

Σπεύδουμε λοιπόν να «χαιρετίσουμε» και να αγκαλιάσουμε την Παναγία, γιατί σπεύδουμε να βρεθούμε στην αγκαλιά του Δημιουργού μας, να σταθούμε εκεί που αποτελεί το φυσικό κέντρο μας - Εκείνον αναζητούμε χωρίς επίγνωση κάποιες φορές, και μαζί μ’ Εκείνον όλο τον Τριαδικό Θεό μας. Και δεν γίνεται αλλιώς: Η πνοή Εκείνου μας κατέστησε έμψυχες εικόνες Του, κατ’ εικόνα Χριστού δημιουργηθήκαμε, οπότε όντως το πιο φυσιολογικό για τον άνθρωπο είναι να συναντήσει τον Θεό Χριστό του κι εκεί να αναπαυτεί. Όπως αναφέρει ο ιερός Αυγουστίνος «ανήσυχη είναι, Κύριε, η ψυχή μας, μέχρις ότου βρει Εσένα και αναπαυτεί σ’ Εσένα». Μέχρι να συμβεί όμως τούτο οι άνθρωποι θα ταλαιπωρούμαστε, δεν θα νιώθουμε καλά, θα μας δίνουν όλα τα επίγεια και θα αποστρέφουμε το πρόσωπό μας, γιατί θα είναι πολύ λίγα μπροστά στη δίψα μας για το Απόλυτο.

Οι Χαιρετισμοί της Παναγίας μας ως μαγνήτης των ψυχών μας τελικώς αυτό αποκαλύπτουν: το ποιο είναι το φυσικό κέντρο μας, όπως το βλέπουμε και στην Παναγία Μητέρα του Κυρίου και δική μας Μητέρα. Εκείνη στο δυνατό απόλυτο για τον άνθρωπο έζησε και ζει την παρουσία Του στην ύπαρξή της, αλλά με την υπενθύμιση και της προϋποθέσεως που υφίσταται: της προσκλίσεως της θελήσεώς της στο θέλημα Κυρίου και Θεού της. Που σημαίνει: όσο και εμείς θα επιλέγουμε την υπακοή στο άγιο θέλημα του Θεού μας, τόσο θα Τον βλέπουμε να σαρκώνεται και σ’ εμάς, τόσο δηλαδή θα γινόμαστε κι εμείς «μικρές Παναγίες» που θα έλκονται για τον λόγο αυτόν προς τη Μεγάλη Παναγιά.

Α΄ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ

«Χαῖρε, δι’ ἧς ἡ χαρά ἐκλάμψει»

Μέσα στήν πένθιμη ἀτμόσφαιρα τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς ἡ ἀκολουθία τῶν Χαιρετισμῶν ἔρχεται ὡς ἀκτίνα φωτός πού ἀλλάζει τή διάθεση τῶν πιστῶν – τά χαμηλωμένα φῶτα τοῦ Ναοῦ ἀνάβουν στό ἀνώτερο δυνατό, τά ἄμφια λαμπροφοροῦν καί πάλι, ἡ ἁγία Τράπεζα μέ τά φωτεινά ἐνδύματά της τό ἴδιο. Στήν πραγματικότητα βεβαίως λειτουργεῖ ἡ ἴδια πνευματική ἀτμόσφαιρα, αὐτή τῆς χαρμολύπης, ἡ ὁποία  διαποτίζει πάντοτε ὅλη τήν πορεία τῆς Ἐκκλησίας, κι αὐτό γιατί τό ὅποιο λαμπρό στοιχεῖο αὐτῆς προϋποθέτει καί παραπέμπει στό πένθιμο τῆς μετανοίας· τό ὅποιο πένθιμο στοιχεῖο ἀποκαλύπτει ἐξίσου τό λαμπρό καί φωτεινό ἔνδυμά της. Πρόκειται ἀσφαλῶς γιά τήν πιό βαθιά ἀλήθεια πού ζεῖ τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὅταν ἀκολουθεῖ γνήσια τά χνάρια τῆς κεφαλῆς του, δηλαδή τή βίωση τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου – εἶναι μία πραγματικότητα μέ δύο ὄψεις: Σταυρός καί Ἀνάσταση· Ἀνάσταση καί Σταυρός. Κι ἕνας χαιρετισμός, ἤδη ἀπό τήν πρώτη στάση τῆς ἀκολουθίας, ἔρχεται καί μᾶς προβληματίζει πάνω στή συγκεκριμένη πραγματικότητα: χαιρετίζουμε τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο κυρίως τήν ὥρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ της, διότι μέσω αὐτῆς θά λάμψει ἡ χαρά μέσα στόν κόσμο. Ποιά εἶναι αὐτή ἡ χαρά;

1. Ὁ ὑμνογράφος βεβαίως μιλάει γιά τή χαρά πού φέρνει ὁ Χριστός μέ τόν ἐρχομό Του στόν κόσμο,  σέ ἀντιδιαστολή μέ τή λύπη καί τή μελαγχολία πού κυριαρχοῦσε στήν πρό Χριστοῦ ἐποχή. Ὁ κόσμος μέχρι νά ἔρθει ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός βρισκόταν βουτηγμένος μέσα σ’ αὐτό πού ἀποτελεῖ αἴτιο τῆς θλίψης καί τῆς λύπης, τήν ἴδια τήν ἁμαρτία, γιά τόν λόγο ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ἐνῶ εἶχε δημιουργηθεῖ γιά νά ζεῖ μαζί μέ τόν Θεό ὡς ἕνας ἄλλος Θεός ἐπί τῆς γῆς, συνεπῶς νά ζεῖ καί τή χαρά καί τήν εὐτυχία τοῦ Θεοῦ, δέν στάθηκε πάνω στή φυσιολογία τῆς δημιουργίας του αὐτῆς, ἀλλά ἐπαναστάτησε καί ἀπώλεσε τή σχέση μέ τόν Δημιουργό του. Τό ἀποτέλεσμα εἶναι γνωστό: ὁδηγήθηκε στήν παρά φύσιν κατάσταση τῆς ἀπομάκρυνσή του ἀπό Αὐτόν πού εἶναι ἡ πηγή τῆς ζωῆς του, συνεπῶς ἄρχισε νά ζεῖ τόν ἴδιο τόν θάνατο, πνευματικό καί ὕστερα καί σωματικό. Ὁ θάνατος ὅμως συνοδεύεται πάντοτε μέ τά γνωρίσματα πού τόν συνοδεύουν, τή θλίψη, τή στενοχώρια, τή μελαγχολία - ὅ,τι συνιστᾶ βίωμα τῆς ἴδια τῆς κόλασης. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος τό ἐπισημαίνει μέ τόν πιό ἄμεσο καί ἀνάγλυφο τρόπο: «Θλίψις καί στενοχωρία ἐπί πᾶσαν ψυχήν ἀνθρώπου τοῦ κατεργαζομένου τό πονηρόν». Κι εἶναι συγκλονιστικά τά τροπάρια τῆς Ἐκκλησίας μας, ἤδη ἀπό τήν εἰσαγωγή τῆς Σαρακοστῆς, τήν Κυριακή τῆς Τυρινῆς, ὅπου διεκτραγωδοῦν τό ἄλγος καί τόν ἐσωτερικό ἅδη στόν ὁποῖο περιέπεσε ὁ Ἀδάμ καί ἡ Εὔα μετά τήν πτώση τους στήν ἁμαρτία. «Κάθισε ὁ Ἀδάμ ἀπέναντι στόν Παράδεισο καί θρηνώντας γιά τή γύμνωσή του ἄρχισε νά ὀδύρεται. Ἀλλίμονο σέ μένα πού μ’ ἔπεισε καί μ’ ἔκλεψε ἡ πονηρή ἀπάτη. Ἀλλίμονό μου… Ἐλεήμονα καί φιλάνθρωπε σοῦ φωνάζω: ἐλέησον ἐμένα πού παράπεσα».

2. Ἔρχεται λοιπόν ὁ Χριστός, ὁ ἴδιος ὁ Θεός ὡς ἄνθρωπος, προκειμένου νά σηκώσει πάνω Του τήν ἁμαρτία καί τά φρικτά ἀποτελέσματά της (:«ὁ αἴρων τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου») καί νά δώσει στόν ἄνθρωπο πού θά Τόν ἀποδεχτεῖ τή δυνατότητα καί πάλι ἐπαναφορᾶς του στήν ὑγιή πραγματικότητα: νά ζήσει ἐκ νέου τόν Παράδεισο, μαζί μέ Ἐκεῖνον πού εἶναι ὁ Παράδεισος, πιό ἔντονα καί αὐξημένα ὅμως κι ἀπό τήν πρώτη φορά. Ὁ Χριστός μέ ἄλλα λόγια εἶναι ὁ μόνος πού δημιουργεῖ συνθῆκες χαρᾶς, γιατί εἶναι ὁ μόνος πού καταργεῖ τό αἴτιο τῆς λύπης, τήν ἁμαρτία. Κι αὐτό σημαίνει βεβαίως ὅτι ὅπου δέν ὑπάρχει Χριστός, ἐκεῖ δέν ὑπάρχει ἀληθινή χαρά, ἔστω καί ἄν παρουσιάζονται στοιχεῖα πού φαίνονται ὅτι τήν «ἀποκαλύπτουν»: διασκεδάσεις, γέλια, ἀπολαύσεις. Ὁ καθένας ὅμως ἀπό τήν ἐμπειρία καί τίς γνώσεις του γνωρίζει ὅτι τά ἐξωτερικά αὐτά σημάδια «λαμπρότητας» τοῦ βίου δέν συνιστοῦν τήν ἀληθινή χαρά. Γιατί λειτουργοῦν στήν ἐπιφάνεια, ἀφήνοντας ἀνέγγιχτο τό βάθος τοῦ ἀνθρώπου πού δέν εἶναι ἄλλο ἀπό τόν νοῦ καί τήν καρδιά του. Στήν καρδιά «παίζεται» ἡ ἀληθινή ζωή, ἐκεῖ ἀνάλογα μέ τό εἶδος τῆς πλήρωσης καί τοῦ περιεχομένου της, καλό ἤ κακό, ὑπάρχει ἡ χαρά ἤ ἡ θλίψη. Ἀπόδειξη: τά μεγαλύτερα ποσοστά αὐτοκτονιῶν βρίσκονται ἐκεῖ πού δέν ὑπάρχει πρόβλημα φτώχειας καί οἱ ἄνθρωποι ζοῦν μέσα σέ πλούτη καί ἀνέσεις!

3. Ὁπότε μιλᾶμε γιά τήν ἀληθινή χαρά πού πηγάζει ἀπό τήν καρδιά, πού προϋποθέτει τήν πνευματική ἄσκηση (ὅπως τήν καθορίζουν οἱ ἀπόστολοι καί οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας) γιά τή διατήρηση τῆς καθαρότητάς της, πού ἀφήνει χῶρο μ’ ἕναν λόγο γιά τήν παρουσία τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ καί τή θέα τοῦ προσώπου Κυρίου τοῦ Θεοῦ. «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται». «Πάλιν ὄψομαι ὑμᾶς καί χαρήσεται ὑμῶν ἡ καρδία», ὅπως θά πεῖ ὁ Κύριος, γι’ αὐτό καί ὁ ἀσπασμός καί ὁ χαιρετισμός Του ἦταν, κυρίως μετά τήν Ἀνάστασή Του, τό «χαίρετε». Ἀκριβῶς ἔτσι κατανοοῦμε καί τήν προτροπή τοῦ ἀποστόλου Παύλου «χαίρετε, καί πάλιν ἐρῶ χαίρετε», διότι ἡ χαρά συνιστᾶ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ γιά τόν πιστό ἄνθρωπο καί σημαδοτεῖ τήν παρουσία τοῦ ἁγίου Πνεύματος. «Πάντοτε χαίρετε… Τοῦτο γάρ θέλημα Θεοῦ εἰς ὑμᾶς». «Ὁ καρπός τοῦ Πνεύματός ἐστιν… χαρά…».

4. Κι ἐδῶ βρίσκει θέση ἡ ἀρχική μας ὑπενθύμιση: ἡ καρδιακή αὐτή χαρά ἀπαιτεῖ τόν πένθιμο ἀγώνα τῆς μετανοίας, προκειμένου ἡ καρδιά νά καθαριστεῖ ἀπό ὅ,τι βρώμικο καί ἁμαρτωλό ἔχει. Γιατί στήν καθαρή καρδιά μόνο ἐπαναπαύεται ὁ Θεός. Πού θά πεῖ: γιά νά ἀναδυθεῖ ἡ χαρά πρέπει πρῶτα ὁ πιστός νά καταδυθεῖ στήν ἄβυσσο τοῦ ἅδη τῆς καρδιᾶς του  ἐν μετανοίᾳ· νά κλάψει καί νά πονέσει γιά τά διεστραμμένα πάθη τοῦ ἐγωισμοῦ του· νά χύσει δάκρυα πνευματικά πού θά καθαρίσουν τό ἔδαφος τοῦ ἐσωτερικοῦ του κόσμου. Στή χαρισματική αὐτή κατάσταση  βρίσκει ὄντως τόπο τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, γι’ αὐτό καί ἀρχίζει ἡ ἀνατολή τῆς δράσεώς Του πού συνοδεύεται πάντοτε, ὅπως εἴπαμε, πρῶτα ἀπό τήν ἀγάπη κι ἔπειτα ἀπό τή χαρά. Ἔτσι τό σταυρικό στοιχεῖο τῆς λύπης τῆς μετανοίας ὁδηγεῖ στή χαρά καί τό φῶς τῆς ἀνάστασης, γεγονός πού σφραγίζει τήν ὅλη πνευματική πορεία ἑνός χριστιανοῦ μέσα στόν κόσμο.

Ὁ Χριστός φέρνει πράγματι τήν ἀληθινή χαρά, γιατί Αὐτός εἶναι ἡ πηγή της. Ὁ κόσμος ἄλλαξε τόν ροῦ του ἀφότου Ἐκεῖνος ἔταμε τήν ἱστορία - ἡ μετά Χριστόν ἐποχή χαρακτηρίζεται ἀπό τήν κυριαρχία τοῦ φωτός καί τῆς χαρᾶς. Ἀρκεῖ βεβαίως νά ὑπάρχει καί ἡ συνέργεια τοῦ ἀνθρώπου: ἡ θέλησή του νά ἀποδεχτεῖ καί νά πιστέψει σ’ Αὐτόν. Ἄν δέν πιστέψει, τό πρό Χριστοῦ μέ τή μελαγχολία καί τή θλίψη του συνεχίζει τήν πορεία του καί μετά τόν ἐρχομό Του. Τό πρό Χριστοῦ καί μετά Χριστόν συνιστοῦν πνευματικές συντεταγμένες πού ἀφήνουν τό ἀποτύπωμά τους βεβαίως στόν κορμό τῆς ἱστορίας τοῦ κόσμου. Κι αὐτή ἡ χάρη καί ἡ χαρά τοῦ Χριστοῦ πού σώζει τόν κόσμο ἦλθε μέσα ἀπό τήν Παναγία Μητέρα Του. Ἡ μοναδικότητα παγκοσμίως τοῦ Χριστοῦ ἀποκαλύπτει καί τή μοναδικότητα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Διότι «δι’ αὐτῆς ἔλαμψε ἡ χαρά».

Παρασκευή 24 Μαρτίου 2023

Δ΄ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ

 

«Χαῖρε, πιστούς Κυρίῳ ἁρμόζουσα»

(Χαίρε, Παναγία, που ενώνεις τους πιστούς με τον Κύριο).

Ο υμνογράφος αναφερόμενος δοξολογικά προς την Υπεραγία Θεοτόκο τονίζει το κατεξοχήν έργο της: τη σύνδεση των πιστών με τον Υιό και Θεό της, Κύριο Ιησού Χριστό. Διότι τι άλλο επιτελεί η Θεοτόκος και κατέχει την ύψιστη θέση στο σώμα του Χριστού παρά τη διαρκή παραπομπή των μελών του σώματος στην ίδια την κεφαλή τους; Ο Κύριος είναι η κεφαλή της Εκκλησίας και όλοι οι πιστοί που βαπτίστηκαν και χρίστηκαν στο όνομά Του αποτελούν τα μέλη Του, που σημαίνει ότι αφενός η σχέση μας ως πιστών με τον Χριστό είναι η ανώτερη που μπορεί να υπάρξει: η σχέση ταύτισης – «ἡμεῖς ἐν Αὐτῷ καί Αὐτός ἐν ἡμῖν», κατά το πρότυπο της σχέσεως Εκείνου με τον Θεό Πατέρα -,  αφετέρου η ταυτοτική αυτή σχέση δεν κατανοείται εκτός της Παναγίας Μητέρας του Κυρίου. Κι είναι ευνόητο: ο Υιός και Λόγος του Θεού, ευδοκούντος του Θεού Πατρός και συνεργούντος του Αγίου Πνεύματος, διότι μία και κοινή η ενέργεια της Αγίας Τριάδος, γίνεται άνθρωπος διά της Θεοτόκου Μαρίας. Την ανθρώπινη φύση ο Θεός την προσέλαβε από το πιο αγιασμένο πλάσμα Του, τη μικρή κόρη της Ναζαρέτ, έτσι ώστε διά παντός ο Κύριος να φέρει και την ανθρωπότητά Του μαζί με τη Θεότητά Του, «διπλοῦς τήν φύσιν ἀλλ’ οὐ τήν ὑπόστασιν». Λοιπόν, η εν Χριστώ σωτηρία του ανθρώπου που κατανοείται ως εύρεση και πάλι του Θεού μας: «ὁ ἑωρακώς ἐμέ ἑώρακε τον Πατέρα», πραγματοποιείται πια μέσα στο σώμα του Χριστού, «ταῖς πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου» «σύν πᾶσι τοῖς ἁγίοις».

Από την άποψη αυτή είναι ευνόητο ότι η Παναγία Μητέρα «εξαφανίζεται» ως μεμονωμένο πρόσωπο, ή καλύτερα τότε βρίσκει την απόλυτη και οριστική θέση της, (αναδυόμενη στο έπακρο ως η Πρώτη και Μοναδική του Σώματος του Υιού και Θεού της και φανερώνοντας συνεπώς μέσα σε απόλυτο φως την παρουσία Εκείνου), μόνο ως Δεομένη και Οδηγήτρια - πλησιάζουμε την Υπεραγία και Πάναγνη και βρισκόμαστε αυτομάτως ενώπιον Κυρίου και Θεού μας. Και το ίδιο βεβαίως επιτελούν όλοι οι άγιοι: στο πρόσωπό τους τον Χριστό συναντάμε και μάλιστα με δραστικό τρόπο˙ μας ενισχύουν δεόμενοι για εμάς να ενωνόμαστε με τον Κύριο. Διότι «Αὐτός ἐστιν ὁ Σωτήρ τοῦ Σώματος» και «οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενί ἡ σωτηρία».

Είμαστε όμως «συνεργοί Θεοῦ». Απαιτείται και η δική μας θέληση προκειμένου η ενσάρκωσή Του να τελειώνεται και σε εμάς. Και δεν εννοούμε μόνο το άγιο βάπτισμα, αλλά και αυτό που συνιστά την διαρκή ενεργοποίηση του βαπτίσματος, την πνευματική μας ζωή. Πότε αρχίζει να ενεργοποιείται και να ζωντανεύει η χάρη του βαπτίσματός μας, διά του οποίου γίναμε μέλη Χριστού; Όταν αρχίζουμε την πνευματική ζωή, όταν δηλαδή αρχίζουμε και αγωνιζόμαστε για τη μεταμόρφωση των ψεκτών παθών μας ώστε να γίνουν αυτά ένθεα πάθη, αγάπη και αληθινή ταπείνωση. Χωρίς την κινητοποίηση αυτή η χάρη της ενσωμάτωσης στον Κύριο και την Εκκλησία παραμένει κενό γράμμα. Και ο μοναδικός τρόπος που επιτελείται η άγια αυτή μεταμόρφωση είναι η τήρηση των αγίων εντολών του Χριστού. Πιστός που εντάχτηκε με άλλα λόγια στην Εκκλησία τηρεί ό,τι ο Κύριος μας έδωσε ως κατεύθυνση ζωής διά των εντολών Του: το «ἀκολουθεῖν Ἐκείνῳ», με αποτέλεσμα να γίνεται ένα κατοικητήριο του Θεού, ένας ζωντανός ναός του αγίου Πνεύματος, ένας άλλος Χριστός μέσα στον κόσμο.

Κι έτσι προβάλλεται και πάλι το πάντιμο πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου. Διότι η Θεοτόκος όχι μόνο έγινε «ἡ γέφυρα δι’ ἧς κατέβη ὁ Θεός» στον κόσμο, αλλά και μας υποδεικνύει στους αιώνες τους άπαντες ότι ο μόνος τρόπος αποδοχής Του και ενώσεως με Αυτόν είναι η απόλυτη και άκρα υπακοή σε ό,τι Εκείνος μας υποδεικνύει. «Ὅ,τι ἄν λέγῃ ὑμῖν ποιήσατε» είναι η διαρκής προτροπή της, βασισμένη στο ίδιο το προσωπικό της βίωμα: «Ἰδού ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά τό ρῆμά Σου». Και ποιο το αποτέλεσμα στην ίδια της υπακοής αυτής που μπορεί και βιώνει εξίσου και κάθε πιστός; Η σάρκωση του Θεού μέσα στην ύπαρξή της. Το ναι της Παναγίας αποτέλεσε τη συνέχεια του δημιουργικού Λόγου του Θεού, ο Οποίος «είπε και εγενήθησαν» τα πάντα στον κόσμο. Το ίδιο και σ’ Εκείνην: ο λόγος της ως ένα είδος παντοδύναμης ενέργειας δημιουργεί τον «χώρο» για να σκηνώσει και σ’ αυτήν με μοναδικό τρόπο ο Υιός και Λόγος του Θεού.

Η Παναγία μάς ένωσε και μας ενώνει με τον Κύριο: και μοναδικά μέσα από τη σάρκα της, αλλά και μοναδικά μέσα από το παράδειγμά της. Και καθορίζει έτσι και τη δική μας στάση: να σαρκώνουμε αδιάκοπα όσο ζούμε τον Κύριο με την υπακοή μας στο άγιο θέλημά Του˙ να υποδεικνύουμε λόγω και έργω τον Κύριο ως Σωτήρα του κόσμου, βοηθώντας έτσι την άρμοση των ανθρώπων με Εκείνον.