Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΛΗΘΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΛΗΘΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 20 Απριλίου 2026

ΜΗΝ ΑΜΦΙΒΑΛΛΕΙΣ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΓΙΟΣ!

Μία αληθινή ιστορία

Ταξίδευε για την Αθήνα με το τραίνο μ’ έναν παραδελφό του. Έβλεπε τα διάφορα τοπία π’ αντανακλούσαν στα μάτια του, μα ο ίδιος ήταν βυθισμένος στις σκέψεις του. Ο νεαρός άλλος καλόγερος το’ χε ρίξει από ώρα στον ύπνο. Η προτροπή του Γέροντά του ηχούσε ακόμη στ’ αυτιά του.

 «Πήγαινε, παιδί μου, στην Αθήνα, για τις δουλειές του μοναστηριού, μα να πας να προσκυνήσεις και τον άγιο του Θεού. Μπορεί η Εκκλησία μας να μην έχει διακηρύξει ακόμη την αγιότητά του, μα είναι ζήτημα χρόνου γι’ αυτό. Εγώ τον είχα γνωρίσει και είμαι πεπεισμένος για το πόσο μεγάλος είναι. Ο Πορφύρης, όπως τον λέγανε οι γεροντότεροι του Όρους. Ο άγιος Πορφύριος για μένα και για τους περισσοτέρους. Σπουδαία και μεγάλα τα χαρίσματά του. Σαν κι αυτόν κάθε διακόσια χρόνια φανερώνεται από τον Θεό στην Εκκλησία».

«Πώς κι απέκτησε τόσα χαρίσματα, Γέροντα;» είχε ρωτήσει. «Και μάλιστα ζώντας τα περισσότερα χρόνια έξω από τον Άγιον Όρος. Πού; Στο κέντρο της Αθήνας, την Ομόνοια! Είναι δυνατόν;»

«Βεβαίως, παιδί μου. Γιατί δεν είναι ο τόπος που κάνει τον άγιο, αλλά ο τρόπος της ζωής του. Μην ξεχνάς από την άλλη, ο Γερο-Πορφύριος έφυγε από το Όρος όχι γιατί ο ίδιος το θέλησε, αλλά γιατί οι περιστάσεις με την υγεία του έκαναν τους Γεροντάδες του να του δώσουν κατ’ ανάγκην ευλογία για να βρεθεί στον τόπο των γονιών του καταρχάς, κι έπειτα στην Αθήνα ως κληρικός που έγινε. Κινδύνεψε μάλιστα να φύγει από τη ζωή νεαρός που ήταν, κι αν δεν αποφάσιζαν να τον στείλουν στους γιατρούς οι Γέροντές του δεν ξέρουμε αν θα μπορούσε να ζήσει».

«Τι χαρακτηριστικό ιδιαίτερο είχε, Γέροντα; Ποιος ήταν αυτός ο τρόπος της ζωής του; Έχω ακούσει αρκετά βεβαίως, όλοι οι προσκυνητές που έρχονται στη Μονή μας, τουλάχιστον οι περισσότεροι, μας λένε για την αγιότητά του και τα θαυμαστά σημεία που συνοδεύουν τις διάφορες ενέργειές του, αλλά μέσα μου σαν να ορθώνεται ένα αγκάθι που με τριβελίζει και με κάνει να αρνηθώ ότι ένας άνθρωπος καλόγερος που τελικά κατέληξε έξω από τη Μονή της μετανοίας του άγιασε, όπως λες» -  φάνηκε λίγο εξουθενωμένος ο π. Πέτρος, ο καλός νέος στην ηλικία αδελφός του ιστορικού αγιορείτικου μοναστηριού, που εδώ και κάποια χρόνια αγωνιζόταν τον καλό αγώνα της μετανοίας του, «υποπιάζοντας το σώμα του και δουλαγωγώντας το», όπως λέει και ο απόστολος.

«Ναι, πρέπει να το ξαναπούμε», είπε σκεφτικός ο Γέροντας κι έσκυψε το κεφάλι μνημονεύοντας το όνομα του Κυρίου. «Και δεν πρόκειται να πάψω να τονίζω το κύριο χαρακτηριστικό αυτού του μεγάλου αγίου της εποχής μας, που είναι και το πιο καίριο γνώρισμα κάθε αγίου οποιασδήποτε εποχής. Κατ’ ακρίβειαν, χωρίς αυτό αληθινός χριστιανός δεν υπάρχει. Μπορεί να έχει όλα τα θεωρούμενα χαρίσματα και όλες τις αρετές, μα αν λείπει αυτό το ένα που σφράγιζε την ύπαρξη και του Γέροντα Πορφυρίου, όλα τα άλλα είναι με ερωτηματικό. Κι αυτό το ένα, το μοναδικό, είναι η αγία ταπείνωση – έτσι τη χαρακτήριζε και ο άγιος. Η μεγάλη του ταπείνωση, λοιπόν, ήταν το πιο μεγάλο γνώρισμά του, γι’ αυτό και μαγνήτισε τη θεία χάρη τόσο πολύ. «Ταπεινοίς ο Θεός δίδωσι χάριν» δεν λέει ο λόγος του Θεού; Ε, το βλέπουμε τούτο σ’ όλο του το μεγαλείο στον άγιον αυτόν άνθρωπο. Και ξέρεις γιατί;»

Κοίταξε με απορία μεγάλη ο Πέτρος προσδοκώντας την απάντηση.

«Διότι ενώ από πολύ μικρός, δεκαεφτάχρονος περίπου, φάνηκε να αποκτά τα μεγάλα χαρίσματα του Θεού, το διορατικό, το προορατικό, το θαυματουργικό ακόμη, ποτέ δεν ξιπάστηκε κι ούτε άφησε μέσα του κάποιο ίχνος κενοδοξίας να τον καταλάβει. Κι αυτό φανερώνει το πόσο έντονος και βαθύς ήταν ο καθημερινός αγώνας του για μετάνοια, το πόσο την κάθε στιγμή της ζωής του τη θεωρούσε ως την τελευταία του, για να μην παρασυρθεί από την πλημμύρα της χάρης του Θεού πάνω του. Κι είναι η αλήθεια αυτή εκείνο που εξηγεί και την τεράστια αγάπη  που έτρεφε σε κάθε πλάσμα του Θεού, από το μικρότερο έως το μεγαλύτερο, τον άνθρωπο. «Στο πρόσωπο του συνανθρώπου βλέπουμε τον Χριστό», τόνιζε συχνά πυκνά, ακολουθώντας κατά γράμμα την εντολή του Κυρίου, που επιτάσσει να διακρίνουμε Εκείνον σε κάθε αδελφό μας. «Εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων εμοί εποιήσατε». Οπότε, καταλαβαίνεις, - κατέληξε ο Γέροντας – ένας τέτοιος άνθρωπος έχει γίνει ενεργούμενο του Πνεύματος του Θεού. Τον Χριστό διαπιστώνουμε στην ύπαρξή του και γι’ αυτό υποκλινόμαστε στην αγιότητά του».

💨

Φτάσανε στην Αθήνα οι καλόγεροι. Τελείωσαν με τις δουλειές του μοναστηριού που είχαν αναλάβει. Τράβηξαν για το Μοναστήρι του Γέροντος Πορφυρίου στη Μαλακάσα, τη «Μεταμόρφωση του Σωτήρος». Τα κατάφεραν πολύ καλά, μιας και ο Γέροντάς τους είχε φροντίσει να ειδοποιήσει κάποιο πνευματικό τέκνο του που σχετιζόταν με το μοναστήρι να τους εξυπηρετήσει. Προσκύνησαν το μεγάλο ναό που ολοκληρωνόταν σιγά σιγά. Και βρέθηκαν στον «πυρήνα» του μοναστηριού από πλευράς παρουσίας του οσίου Γέροντα: το ταπεινό κελάκι του με το κρεβατάκι του και το ριγμένο πάνω άγιο πετραχήλι του. Εικόνες πολλές κρέμονταν από παντού, ενώ η κεντρικότερη ήταν η αγαπημένη του αγίου, η μάνα Παναγία.

Προσκύνησε και φίλησε την εικόνα της Μεγάλης Μάνας και στάθηκε μπροστά στο κρεβατάκι του οσίου. Οι σκέψεις της αμφιβολίας για την αγιότητά του ήρθαν με μορφή καταιγιστική. Ένιωσε ευάλωτος. Δεχότανε επίθεση. Θέλησε να αντιτάξει ως άμυνα την πίστη του αγίου δικού του Γέροντα. Σκέφτηκε το πόσοι άνθρωποι βεβαίωναν και διαρκώς βεβαιώνουν την πνευματοφορία του αγίου. «Θεέ μου, Χριστέ μου, βοήθησέ με» κατόρθωσε να προφέρει. Την πίστη του για τον Χριστό ποτέ του δεν την αμφισβήτησε. Μα για τον συγκεκριμένο Γέροντα, που δεν ήταν «επισήμως» άγιος της Εκκλησίας, είχε πάντοτε τις αμφιβολίες του.

«Κι αν είναι άγιος, μήπως γίνομαι βλάσφημος, αρνούμενος το Πνεύμα του Θεού σ’ αυτόν;» του ήλθε απότομα ο λογισμός, που φάνηκε να τον κλονίζει ακόμη περισσότερο. Γονάτισε. Φίλησε το πετραχήλι του αγίου. Ύψωσε τα μάτια του και τον κοίταξε στη φωτογραφία του. Τα μάτια του αγίου τα ένιωσε σαν της μάνας του, γεμάτα στοργή και θερμή αγάπη γι’ αυτόν. Το χαμόγελό του πήρε να του παρηγορεί λίγο την ταραγμένη καρδιά. Μα, το «αγκάθι» της αμφιβολίας λειτουργούσε καλά και πάλι μέσα του. Σηκώθηκε. Δεν έπρεπε να δείξει και σε άλλους την εσωτερική του πάλη. Σταυροκοπήθηκε και βγήκε στον διάδρομο.

 💨

Δεν θέλησε να φύγει, έστω κι αν είδε ότι δύο πούλμαν βρέθηκαν στο μοναστήρι για το ιερό προσκύνημα. Ο κόσμος άρχισε να συρρέει και να παίρνει σειρά για να μπει στο κελί του αγίου. Κάποιοι ήδη είχαν αρχίσει τις αγορές βιβλίων και διαφόρων αγιοτικών που υπάρχουν στον διάδρομο. Οι περισσότεροι έγραφαν και τα ονόματά τους προς μνημόνευση. Το προσκύνημα συνεχιζόταν, όπως συνεχιζόταν και η επίθεση λογισμών στον π. Πέτρο, ο οποίος είχε σταθεί ένα βήμα πέρα από το κελί, παρακολουθώντας την όλη κίνηση. Άρχισε να θαυμάζει την απλοϊκή πίστη αυτών των ανθρώπων. Παρακαλούσε θερμά τον Κύριο να τον φωτίσει, να τον ενισχύσει, να του δείξει ένα «σημάδι» που θα έλυνε τον προβληματισμό του. Ήξερε βεβαίως ότι αυτό δεν συνάδει απολύτως με την πίστη του Χριστού – να ζητάς «σημεία και θαύματα» - μα μέσα στην απόγνωσή του το έκανε.

Τράβηξε την προσοχή του μία γερόντισσα που καθοδηγείτο από κάποιες άλλες γυναίκες, γιατί ήταν τυφλή. Την έβαλαν στο κελί του αγίου, προσκύνησε, βγήκε. Κι εκεί που ήταν θεατής κι οι σκέψεις του «σαν κοράκια τον χαστούκιζαν», ένιωσε το χέρι της τυφλής γερόντισσας να αρπάζει το δικό του χέρι. Τα δάχτυλά της σαν να ψηλάφιζαν τον καρπό του δεξιού του χεριού. Κάτι άρχισε να του λέει. Δεν κατάλαβε. Έσκυψε να την ακούσει καλύτερα. Αυτά που του είπε τον συγκλόνισαν. «Πάτερ, μην αμφιβάλλεις για την αγιότητα του Γέροντα. Είναι πράγματι άγιος!» Άφησε το χέρι του και αφέθηκε στην καθοδήγηση των γνωστών της. Τα βήματά της σύρθηκαν προς την έξοδο. Ο ίδιος όμως έμεινε εμβρόντητος και καθηλωμένος στη θέση του.

«Μην αμφιβάλλεις για την αγιότητα του Γέροντα. Είναι πράγματι άγιος!» Δάκρυα άρχισαν να ρέουν από τα μάτια του που δεν έκανε καμία προσπάθεια να τα σκουπίσει. Ζητούσε «σημείο» από τον Κύριο και ο Κύριος του έστειλε τη γερόντισσα αυτήν! Την τυφλή! Τυφλός δεν ήταν και ο όσιος Γέροντας τα τελευταία χρόνια της ζωής του; Του πήρε το χέρι και του ψηλάφισε τον καρπό! Το χέρι δεν έπιανε και ο άγιος και δεν ψηλάφιζε τον καρπό; Σαν να ζαλίστηκε. Βρήκε μία καρέκλα και κάθισε. Φωτίστηκε. Η απάντηση του Θεού, είπε.

Λίγο αργότερα, μόνος μετά το προσκύνημα των προσκυνητών, ξαναμπήκε στο κελί του Γέροντα. Με δάκρυα στα μάτια αυτήν τη φορά. Χωρίς καμία αμφιβολία. Έκανε αρκετές στρωτές μετάνοιες και άφησε το κεφάλι του ακουμπισμένο στο πετραχήλι του αγίου για πολλή ώρα. Σηκώθηκε τόσο ανάλαφρος σαν να ήθελε να πετάξει. Όποιος τον έβλεπε θα έλεγε ότι ο καλόγερος αυτός είχε υποστεί κάποια θεία αλλοίωση. Τα μάτια του αντιφέγγιζαν ένα βαθύ μυστικό φως.

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2025

ΜΙΑ ΠΕΡΙΕΡΓΗ… ΔΙΕΣΗ (#)!

Το βλέπαμε χρόνια τώρα, αλλά δεν είχε τύχει να το διευκρινίσουμε. Λέγαμε πως ήταν μία ιδιαιτερότητα του οικογενειακού γιατρού μας – ιεραποστολικού κυριολεκτικά ανθρώπου, με βαθιά γνώση της ιατρικής αλλά και με πλατειά καρδιά που ένιωθες πως σε αγκαλιάζει προσφέροντάς σου πάντοτε δύναμη και παρηγοριά -, ο οποίος όταν μας συνταγογραφούσε τα φάρμακα ξεκινούσε πάντοτε στο κέντρο της κορυφής του χαρτιού να βάζει το σχήμα της δίεσης. Ήλθε όμως κάποια στιγμή που τον ρωτήσαμε. Και μάθαμε και καταλάβαμε και τον δικαιολογήσαμε, αλλά και κυρίως συγκινηθήκαμε. Γιατί το απλό αυτό σύμβολο για τον γιατρό είχε από πίσω του μία ξεχωριστή ιστορία που απεκάλυπτε λίγο από το πνευματικό κόσμο του και το ύψος της οικογενειακής του παράδοσης. Κι αξίζει να το μεταφέρουμε.  

Ο πατέρας του γιατρού, γεννημένος στις αρχές του εικοστού αιώνα, ανήκε σε εύπορη οικογένεια αγροτών της Αιτωλικής γης. Το χωριό του μάλιστα ήταν από αυτά που «ξέκλιναν» από την «κανονική» πορεία των υπολοίπων χωριών της επαρχίας, δηλαδή όχι μόνο δεν ερημώθηκε όσο περνούσε ο καιρός, αλλά τόσο και αυξανόταν με δυναμική ανάδειξής του από χωριό σε δήμο! Την αγροτική ζωή ζούσε και εξασκούσε και ο πατέρας του γιατρού μέχρι περίπου την ηλικία των είκοσι χρόνων του. Οι αναζητήσεις όμως του νεαρού εικοσάχρονου φαίνεται πως ήταν βαθύτερες και πιο ουσιαστικές. Η ενασχόλησή του με τη γη, την οποία βεβαίως αγαπούσε πολύ, έβλεπε ότι δεν του καλύπτει την ανάγκη του για άμεση προσφορά και βοήθεια στον συνάνθρωπό του. Οραματιζόταν για τον εαυτό του τον ρόλο ενός κοινωνικού εργάτη, που η παρουσία του θα σχετιζόταν ιδιαιτέρως με τον άνθρωπο στη μεγαλύτερη ανάγκη του, την κατάσταση της αρρώστιας και του πόνου του, εκεί που οι καρδιές ανοίγονται και ψηλαφά κανείς με τον πιο ανάγλυφο τρόπο το όριο που συναντιέται τις περισσότερες φορές ο άνθρωπος όχι μόνο με τον συνάνθρωπό του, αλλά και με τον ίδιο τον Δημιουργό του.

Στην ευαισθησία του αυτή συνέτεινε ασφαλώς και η χριστιανική πίστη του. Ο Κώστας, ας τον ονομάσουμε έτσι, από οικογενειακή παράδοση αλλά και από προσωπική επιλογή ήταν άνθρωπος της Εκκλησίας. Κυριακές, αλλά και μεγάλες γιορτές, βρισκόταν στον Ναό για να λατρέψει τον Χριστό του και να τιμήσει τους αγίους Του, ιδιαίτερα την Παναγία Μητέρα Του. Κι είχε καταλάβει πολύ καλά ότι η λατρεία προς τον Θεό αν δεν συνοδεύεται από το άνοιγμα προς τον συνάνθρωπο δεν έχει καμία σημασία. Οπότε, ασυνείδητα σχεδόν, ο προσανατολισμός του προς την κοινωνική προσφορά γινόταν μονόδρομος. Πρέπει να βοήθησε όμως στην επιλογή της Ιατρικής και κάποιος φίλος του, που διακατεχόταν από τις ίδιες μ’ εκείνον ευαισθησίες και σπούδαζε ήδη την ιατρική επιστήμη. Έδωσε λοιπόν εξετάσεις, πέρασε στην Ιατρική, κάποτε τελείωσε τις σπουδές του - πιο αργά είναι αλήθεια από το σύνηθες, γιατί όπως εξηγούσε αργότερα στον γιο του τον γιατρό, «εκείνα τα χρόνια του μεσοπολέμου γίνονταν αλλεπάλληλες αλλαγές στην κοσμική εξουσία, συνοδευόμενες σχεδόν πάντοτε από σφοδρές ταραχές, που έκλειναν και τα Πανεπιστήμια, οπότε μας έστελναν πίσω στα χωριά μας».

Τι έκανε λοιπόν ο γιατρός πια, πρώην αγρότης, Κώστας; Ξανοίχτηκε στην προσφορά στον συνάνθρωπο. Δεν υπήρχε άνθρωπος που να τον καλεί και να μη σπεύδει να του δώσει αυτό που κατείχε πια και ως γνώση: τη θεραπεία της ιατρικής, αλλά πιο πολύ ίσως τη συμπαράστασή του, το άνοιγμα της καρδιάς του, το χαμόγελό του, το φιλάνθρωπο χέρι του για να του κτυπήσει προς ενίσχυση την πλάτη του. Κι είναι γνωστό πως πάρα πολλές φορές, για να μην πούμε πάντα, εκείνο που θέλει πρώτιστα ένας άρρωστος από τον γιατρό του είναι η… ανθρωπιά του, το βλέμμα της αγάπης του, η ελπίδα πως ό,τι κι αν έχει μπορεί να ξεπεραστεί, ακόμη και στις περιπτώσεις που τούτο φαντάζει σχεδόν αδύνατο! Κι ο γιατρός Κώστας όχι μόνο το ήξερε, αλλά το ζούσε. Και προχωρούσε και σε κάτι ακόμη που φανέρωνε τη διακριτικότητά του, αλλά και τη βαθιά πίστη του στον Θεό και την ισορροπία της δικής του ζωής. Σε κάθε συνταγογράφησή του έβαζε στην κορυφή του κέντρου της άγραφης ακόμη σελίδας το σύμβολο της… δίεσης (#)! Όχι όμως με πλάγιες γραμμές, αλλά με όρθιες!

«Γιατί, πατέρα;» ρώτησε κάποια ημέρα που το είδε ο γιος του, ο μετέπειτα γιατρός. «Γιατί ξεκινάς έτσι; Θέλεις ένα… σύμβολο του δικού σου ιατρικού… αποτυπώματος;» Κι η απάντηση ήταν εκείνη που συγκίνησε τον γιο του, που έκτοτε το ακολούθησε ως «αποτύπωμα» και της δικής του πορείας. «Όχι, παιδί μου. Δεν το κάνω από ένα… βίτσιο ή για να φανεί το «αποτύπωμά» μου όπως λες». «Αλλά;» «Είναι μία ομολογία, θα έλεγε κανείς, μία «προσευχή» αν θέλεις πες το, ότι ο γιατρός κάνει ό,τι μπορεί, αλλά πρώτα είναι η βοήθεια που έρχεται από τον Θεό. Αν πρόσεξες, οι κάθετες στη… δίεση που είπες, είναι πράγματι κάθετες, δεν είναι πλάγιες. Για να δείξω ότι πρώτα έρχεται στη θεραπεία του ασθενούς η βοήθεια από τον Θεό κι έπειτα από τα όποια φάρμακα. Ίσως να λέγαμε μία δίεση που γίνεται... δέηση».

Συγκινημένος ο οικογενειακός γιατρός μας από την εξιστόρηση για τον πατέρα του και το… σύμβολό του μας αποχαιρέτησε κι έφυγε. Το χαρτί με τα φάρμακα το κρατήσαμε στα χέρια μας, αλλά σχεδόν πια ευλαβικά. Το σύμβολο της… δίεσης έστρεψε λίγο περίεργα τη σκέψη μας και στα Χριστούγεννα: ο Θεός που έγινε άνθρωπος. «Πρώτα ο Θεός κι έπειτα τα φάρμακα».

Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2025

«ΠΑΤΕΡ, ΘΑ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΘΩ!»

Τον είδε να βγαίνει «φουριόζος» από το Άγιο Βήμα, προσπαθώντας να ανοίξει δρόμο μέσα στο πλήθος του κόσμου που είχε κατακλύσει τον καθεδρικό Ναό της μεγάλης πόλεως του Πειραιά.  

Μεγάλη Παρασκευή πρωί! Είχαν τελειώσει οι μακρές ακολουθίες της ημέρας – των Μεγάλων Ωρών και του Εσπερινού της Αποκαθηλώσεως – και ο κόσμος σπρωχνόταν κυριολεκτικά να περάσει να προσκυνήσει τον Επιτάφιο. Ημέρα πραγματικά Μεγάλη, φορτισμένη στο έπακρο από τη Χάρη του «νεκρωθέντος» για χάρη μας Θεού αλλά και από τα ανάμεικτα συναισθήματα των διαφόρων πιστών: ο καθένας και μία ιστορία, «κουβαλώντας» την παράδοση της οικογένειάς του, του ιδιαίτερου τόπου του, τον πόνο από τα προβλήματά του. Κανείς μάλλον πέραν από τον Κύριο και Θεό δεν μπορούσε να γνωρίζει αν  «κέντρο βάρους» για τους περισσοτέρους ήταν το Πάθος του Χριστού ή τα δικά τους πάθη και βάσανα!

«Παρακαλώ, λίγο χώρο να περάσω», έλεγε με σεμνό αλλά και αγωνιώδη  τρόπο ο ιερέας, αγκομαχώντας να φτάσει προς την είσοδο του Ναού, για να βοηθήσει την καλύτερη οργάνωση της παρουσίας τόσου κόσμου.

Άπλωσε το χέρι του ο νεαρός Νίκος – ήταν δεν ήταν είκοσι ετών – κι έπιασε κι αυτός λίγο το χέρι του ιερέα. «Πάτερ, μήπως θα μπορούσατε να με εξομολογήσετε;» ψιθύρισε. Ο ιερέας, ξαφνιασμένος, στράφηκε προς το μέρος του και τον κοίταξε ερωτηματικά. «Πάτερ, θα ήθελα να εξομολογηθώ! Γίνεται;» ξαναείπε το νεαρό παλληκάρι.

«Παιδί μου, δεν βλέπεις τι γίνεται; Σήμερα είναι πολύ δύσκολο αυτό που ζητάς. Ίσως αν έρθεις το απόγευμα πριν ξεκινήσουμε τη βραδινή ακολουθία. Με συγχωρείς τώρα!» Προχώρησε ο ιερέας.

Τραβήχτηκε ο Νίκος και κάθισε σε μία άδεια καρέκλα σε μία γωνιά του ναού. Τα αισθήματά του ένιωσε να τον κατακλύζουν. Λίγο θόλωσε. Έσκυψε το κεφάλι στο δάπεδο. Είχε τελειώσει το Λύκειο, αλλά δεν θέλησε να σπουδάσει κάτι συγκεκριμένο – δεν είχε ξεκαθαρίσει μέσα του τι ήθελε να ακολουθήσει. «Θα δουλέψω με σένα» είπε στον πατέρα του κάποια μέρα, ο οποίος διατηρούσε μία μικρή βιοτεχνία με δερμάτινες τσάντες. «Δεν είναι αυτό που θα κάνω στη ζωή μου, αλλά για τώρα είναι ο μόνος δρόμος που βλέπω μπροστά μου».

Ο πατέρας του τον κοίταξε ερευνητικά, αλλά δεν θέλησε να του πει άλλο διαφορετικό. Ήταν κάτι, άλλωστε, που το ήθελε και ο ίδιος – ένα χέρι της οικογένειας επί πλέον σε μία οικογενειακή επιχείρηση! Αλλά ήξερε τον γιο του. Καταλάβαινε ότι μέσα στην καρδιά του πρέπει να υπήρχε ένταση, να γινόταν μάχη για το τι τελικά θα επικρατήσει. Και το ήξερε αυτό, γιατί συχνά έβλεπε τον Νίκο του να απομονώνεται, να διαβάζει κάποια «θεωτικά» βιβλία της πεθεράς του που ήταν άνθρωπος πολύ της Εκκλησίας και όλο σύχναζε στις Εκκλησιές, να αρνείται να δώσει εξετάσεις για το Πανεπιστήμιο! Όσες φορές επιχείρησε να τον κουβεντιάσει, αυτός και η γυναίκα του, δεν κατάφεραν να ξεκαθαρίσουν τι ακριβώς ήθελε ο γιος τους. Κι ήταν ο μεγάλος τους. Με τα μικρότερα δεν υπήρχε θέμα. Όμως ο μεγάλος είχε κάτι στα μάτια του που φαινόταν να τους ανησυχεί! Δεν είχαν την πολυτέλεια να προβληματιστούν περισσότερο – το «αγώι» της βιοτεχνίας τους τραβούσε σχεδόν ολοκληρωτικά!

Το παλληκάρι σκέφτηκε να φύγει. Να προσκυνήσει και να φύγει. Μα τα λόγια που είχε ακούσει από τον Δεσπότη στο κήρυγμα λίγο πριν την Αποκαθήλωση χαράχτηκαν μέσα του – σαν να του έδιναν απάντηση στο θολό τοπίο που ζούσε.

«Ο Θεός μας στο πρόσωπο του Χριστού μας ήλθε σε εμάς. Έγινε άνθρωπος κινούμενος από την άπειρη αγάπη Του προς το δημιούργημά Του. Κι όχι απλώς έγινε άνθρωπος, αλλά σήκωσε πάνω Του όλες τις αμαρτίες μας. Είναι «ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου». Κανείς πια, μετά τον ερχομό και το Πάθος του Χριστού, δεν μπορεί να πει ότι είναι ξένος του Θεού ή ότι οι πολλές και βαριές αμαρτίες του μπορούν να τον κρατήσουν μακριά από Εκείνον. Ο Χριστός είναι η απάντηση για όλα τα προβλήματά μας, για όλες τις ανάγκες μας. Είναι η λύση της ταραγμένης ύπαρξής μας. Χωρίς Χριστό η ζωή δεν αντέχεται. Δεν έχει νόημα».

Αυτά και άλλα που είπε ο Δεσπότης ένιωσε να του τρυπούν την καρδιά και να γαληνεύουν τη συνείδησή του. Δάκρυα του ήλθαν στα μάτια, που δεν έκανε τον κόπο να τα κρύψει. Η παρηγοριά που ένιωσε από όλη την ατμόσφαιρα της Εκκλησίας και από τα εμπνευσμένα λόγια του Δεσπότη τον έκαναν να δει τον εαυτό του μ’ ένα τρόπο που ποτέ άλλοτε δεν είχε δει.

«Θέλω να εξομολογηθώ» αποφάσισε. «Τώρα. Δεν αντέχω άλλο!»

Η απάντηση του πιεσμένου από τον χρόνο ιερέα τον… προσγείωσε! Αλλά η καρδιά του είχε άλλες απαιτήσεις. Έστρεψε το βλέμμα του πάνω στον Παντοκράτορα. Ο Κύριος έβλεπε τον κόσμο όλο κρατώντας τον μέσα στην αγκαλιά Του. Σαν να φωτίστηκε. Σηκώθηκε αποφασιστικά και προχώρησε προς τη μικρή θύρα που είδε προηγουμένως να βγαίνει ο ιερέας. Στο Άγιο Βήμα. Δεν του ήταν άγνωστος χώρος, γιατί η γιαγιά του στα μικράτα του τον έπαιρνε μαζί της και τον προωθούσε στο Ιερό της ενορίας τους. Είχε γίνει αρκετές φορές παλιότερα «παπαδάκι». Αλλά με τα χρόνια κι αυτό ξεχάστηκε. Τώρα όμως το ένιωσε μ’ έναν παράξενο τρόπο δικό του.

Το μεγαλοπρεπές Ιερό του Καθεδρικού Ναού τον εντυπωσίασε. Εντελώς προσωρινά όμως, γιατί όλα: ιερείς, διάκονοι, παπαδάκια «σβήστηκαν» μπρος στον κτύπο της καρδιάς του να βρει διέξοδο σε ό,τι τον είχε κατακλύσει. Το βλέμμα του προσανατολίστηκε σ’ αυτό που έψαχνε: τον Δεσπότη που καθόταν σε μία πολυθρόνα εξαντλημένος από την πολύωρη ακολουθία κι ακούγοντας κάποιον κύριο με κουστούμι να του διηγείται κάτι. Πλησίασε κι αυτός. Πρέπει το βλέμμα του να αποτύπωνε όλη την ένταση της ψυχής του, ώστε «μαγνήτισε» τον Επίσκοπο. Ίσως η χάρη της Αρχιερωσύνης του να τον έκανε να καταλάβει ότι κάτι ξεχωριστό συμβαίνει με το παλληκάρι που στεκόταν μπροστά του ολόρθο εκζητώντας την ευλογία του.

Ο κύριος με το κουστούμι φίλησε το χέρι του Δεσπότη και έφυγε. Ο νεαρός έμεινε μόνος. Γονάτισε μπροστά στον σεβάσμιο Αρχιερέα, του οποίου η φήμη για τη δύναμη των κηρυγμάτων του, προφορικών και γραπτών, αλλά και για την τρυφερότητα της καρδιάς του είχε απλωθεί πολύ πέραν της δικής του Μητροπόλεως, του φίλησε με σεβασμό το χέρι και με σπασμένη φωνή προσπάθησε να του δώσει να καταλάβει όσα συνέβαιναν μέσα του.

«Ο λόγος σας με συγκλόνισε, Σεβασμιώτατε» ψέλλισε. «Ένιωσα πως ό,τι λέγατε τα λέγατε για μένα. Σαν να βρέθηκα μόνος μπροστά στον Χριστό που με την αγάπη Του με έκλεινε στην αγκαλιά Του. Δεν σας κρύβω ότι με κάνατε να δακρύσω».

Ο Δεσπότης άκουγε σιωπηλά. Έβλεπε τη χάρη του Θεού να έχει διεισδύσει στην ψυχή του νεαρού αυτού παλληκαριού και να τον αλλοιώνει. «Τα θαύματα του Θεού» συλλογίστηκε. «Το πρόβατό Του που είναι χαμένο και το βρίσκει. Δόξα Σοι, Κύριε». Ευλόγησε το κεφάλι του νεαρού και τον έβαλε να καθίσει δίπλα του.

«Τι θέλεις; Τι ζητάς;» του είπε χαμηλόφωνα.

«Θα ήθελα να εξομολογηθώ. Το νιώθω ανάγκη. Φοβάμαι όταν φύγω από εδώ».

Ο σοφός αρχιερέας έδρασε αστραπιαία. «Πάτερ!» στράφηκε σ’ έναν από τους ιερείς που έστεκε λίγο μακρύτερά του. Πλησίασε εκείνος. «Ορίστε, Σεβασμιώτατε!» «Σε παρακαλώ, πάρε αμέσως το νεαρό αυτό παλληκάρι και πηγαίνετε στο γραφείο για εξομολόγηση. Βρισκόμαστε μπροστά σε ανοικτούς ουρανούς».

Ο Νίκος εξομολογήθηκε την ίδια εκείνη ημέρα. Μεγάλη Παρασκευή. Με αφορμή το κήρυγμα του αρχιερέα που μίλησε στα τρίσβαθα της καρδιάς του. Η μετέπειτα πορεία του υπήρξε θαυμαστή. Επέστρεψε προς ώρας στην εργασία του με τον πατέρα του έχοντας όμως αποφασίσει τι θα κάνει στη ζωή του. Ετοιμάστηκε να δώσει εξετάσεις για τη Θεολογική Σχολή. Πέρασε και την τελείωσε. Πήγε αργότερα στον στρατό. Με το απολυτήριο στο χέρι ανακοίνωσε μετά από προσευχή και μετά από συνεννόηση πια με τον πνευματικό του, στον οποίο πήγαινε τακτικά, την οριστική απόφασή του: θα γινόταν καλόγερος σε ένα μοναστήρι που του υπέδειξε ο Γέροντάς του.

Αρκετά χρόνια αργότερα, μετά και την ιερωσύνη που καταξιώθηκε, έγινε ηγούμενος στη Μονή του με παράλληλη δράση κηρυκτική και ιεραποστολική στην επαρχία που βρέθηκε. Η όλη αγία βιοτή του και η θεολογική του κατάρτιση άρχισαν να προσελκύουν και άλλους νέους ανθρώπους, ώστε το Μοναστήρι του τελικώς να γίνει κέντρο που οι άνθρωποι ξεδιψούσαν και συνεχίζουν να ξεδιψούν από τη δίψα για αληθινή ζωή. Κι αυτό γιατί ο Γέροντας Π., ο ηγούμενος, με αφορμή ένα κήρυγμα, είχε γίνει ο ίδιος, κατά τον λόγο του Κυρίου, «πηγή ύδατος αλλομένου εις ζωήν αιώνιον» - πηγή ύδατος που αναβλύζει την αιώνια ζωή.

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2025

ΔΥΟ ΛΑΜΠΡΑ ΑΣΤΕΡΙΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

Δεν αναφερόμαστε σε συγχρόνους αγίους της Κρήτης, έστω κι αν δεν έχουν ενταχθεί στο αγιολόγιο της Εκκλησίας – υπάρχουν πράγματι πάρα πολλοί. Και μόνο η ονομασία τους θα έπιανε αρκετές σελίδες! Γέροντας Αναστάσιος, Γέροντας Νείλος, π. Γεώργιος Χιωτάκης, π. Ελευθέριος Καψωμένος, Γερόντισσα Γαλακτία, Γερόντισσα Θεοσέμνη! Άνθρωποι που τα χαρίσματά τους έχουν βεβαιωθεί από άλλους μεγάλους οσίους, σαν τον μέγιστο άγιο Πορφύριο τον Καυσοκαλυβίτη. Μιλάμε τώρα για δύο εν ζωή ακόμη ευρισκομένους ανθρώπους, κατάκοιτους και θεωρούμενους παντελώς αδύναμους, των οποίων όμως η παρουσία λειτουργεί στο πνευματικό εκκλησιαστικό στερέωμα, ιδίως της αγιοτόκου Κρήτης, ως φαεινό νέφος ή ως άστρο ολόλαμπρο, που φωτίζει μέσα πια από τη σιωπή τους κάθε άνθρωπο που έρχεται σ’ επαφή μαζί τους ή και απλώς ζει στον κόσμο τούτο. Γιατί πρόκειται περί ανθρώπων που κινούνται σε άλλο μήκος κύματος πέραν των φυσικών και οριζόντιων διαστάσεων και που η σιωπή τους θα λέγαμε ηχεί ως δυνατή κραυγή που μυστικά κινητοποιεί και ξυπνάει τις συνειδήσεις πολλών ανθρώπων. Ο μοναχός Σωφρόνιος της Ι. Μονής Γουβερνέτου και ο μεγάλος πρώην αρχιεπίσκοπος Κρήτης Ειρηναίος. Και οι δύο αστέρες και του κόσμου τούτου, πριν η ασθένεια τους επισκεφτεί και τους καταβάλει.

Ο ένας, ο μοναχός Σωφρόνιος, αμερικανός αλλά τρίτης γενιάς Ηπειρώτης την καταγωγή, ο οποίος «στα σαρανταδύο του ήλθε για διακοπές στην Ελλάδα. Καθηγητής ιστορίας, απόφοιτος του Κολούμπια, πρωταθλητής στο μπέιζμπολ στη Νέα Υόρκη, δεινός ορειβάτης που είχε ανεβεί πολλές φορές στις Άλπεις, αντιπρόεδρος μεγάλου Αμερικάνικου Ακαδημαϊκού Ιδρύματος στην Ελλάδα. O δρόμος τον έφερε στο Ακρωτήρι Χανίων και προσκυνητή στη Μονή Γουβερνέτου, όπου του ήλθε η «φώτιση» για αλλαγή πορείας - να γίνει εκεί μοναχός!» Προφανώς όλα τα προηγούμενα χρόνια της ζωής του αναζητούσε εκείνο που θα γέμιζε την καρδιά του, γιατί όλες οι θέσεις, τα αξιώματα και τα κατορθώματά του ήταν πολύ λίγα γι’ αυτό που ένιωθε ως δίψα στο βάθος της  ψυχής του. Και φάνηκε να το βρίσκει στο Μοναστήρι, μετά μάλιστα τις συζητήσεις με τον Ηγούμενο και τους καλογέρους του.

«Κάποια στιγμή όμως κάτι συνέβη στην υγεία του και έφυγε προκειμένου να αντιμετωπισθεί και επέστρεψε στην Αμερική όπου διαγνώστηκε μια πάθηση, (τερματική νόσος κινητικού νευρώνος το είπανε), που θα τον ακινητοποιούσε. Γύρισε πίσω μετά από ένα τρίμηνο με το μπαστουνάκι υποβοηθούμενος, και είπε στον γέροντα «πρέπει να φύγω γιατί θα αρρωστήσω και ποιος θα με προσέχει» και ο γέροντας του είπε «εδώ είναι το σπίτι του Θεού και το σπίτι σου, άμα θες να μείνεις». Κι έμεινε και ακινητοποιήθηκε, χωρίς πια να μπορεί να τρώει μόνος, να μιλάει, να γράφει, ακίνητος πάνω σ’ ένα νοσοκομειακό κρεβάτι. Και το μόνο που δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια πια μπορεί, είναι να κινεί τα βλέφαρα. «Με τα μάτια γράφει τη σκέψη του στην οθόνη. Δεν γράφει παράπονα για την κατάσταση του, δεν ζητά βοήθεια, δεν γογγύζει. Στέλνει ευχαριστίες στον θεό γιατί βλέπει, γιατί ακούει, γιατί αντιλαμβάνεται το άρωμα των λουλουδιών, γιατί έχει ανθρώπους δίπλα του, γιατί μπορεί να ευχαριστεί. Εδώ διαφαίνεται η δύναμη και το μεγαλείο της ψυχής, ο ηρωισμός που υπερβαίνει τα ανθρώπινα» (Μ. Καστανάκης, Γεν. Χειρουργός, Μαν. Κογχυλάκης, Δάσκαλος).

Δύο φορές τον επισκεφτήκαμε, μία παλαιότερα, μία πολύ πρόσφατα. Και στις δύο – γι’ αυτό και κάνουμε τη συγκεκριμένη αναφορά – είδαμε δύο μάτια που λάμπανε από φως και χαρά. Ελάχιστες φορές στη ζωή μου έχω δει τέτοιο λαμπερό πρόσωπο ν’ ακτινοβολεί απέραντη στοργή και σεβασμό μπροστά σε ιερέα, και το είδα εκεί που θα «έπρεπε κανονικά» να υπάρχει η μαύρη κατάθλιψη και η διάθεση ίσως φυγής από τον κόσμο. Εδώ, τίποτε από αυτά. Γιατί υπάρχει η πίστη στον Χριστό, η ελπίδα σ’ Εκείνον που είναι η πηγή της ζωής και που επιτρέπει την όλη αυτήν κατάσταση στον δούλο Του Σωφρόνιο, για να γίνεται αυτός μέσα από τις ασθένειές του ισχυρότατο κήρυγμα της δύναμης του Θεού. «Η δύναμίς μου εν ασθενεία τελειούται» όπως είπε ο Ίδιος στον απόστολό Του Παύλο. Κι έμαθα προ ολίγου ακριβώς καιρό ότι μία γιατρός Αμερικανίδα είχε έλθει στην Κρήτη με σκοπό μοναδικό καθώς ομολόγησε, «να γνωρίσει αυτόν τον μοναχό Σωφρόνιο, που επικοινωνεί μέσω υπολογιστή με παρόμοιους μ’ εκείνον δικούς της ασθενείς και που τους δίνει τεράστια ψυχική δύναμη να υπομείνουν και να αντέξουν το μαρτύριό τους».

Κι ο άλλος, ο μεγάλος όπως είπαμε πρώην αρχιεπίσκοπος Κρήτης Ειρηναίος, ο θαυμαστός εν λόγοις και έργοις, ο ακούραστος εργάτης του Ευαγγελίου, το εκλεκτό σκεύος του Κυρίου, ο οποίος μέχρι την ώρα της παραιτήσεώς του λόγω ηλικίας και ασθενειών αποτελούσε το στήριγμα όλου του Κρητικού λαού, και όσο ήταν Μητροπολίτης Χανίων και όσο βρέθηκε στη θέση του Αρχιεπισκόπου. Και γιατί μνημονεύουμε ιδιαιτέρως και τον εκκλησιαστικό αυτόν άνδρα; Γιατί κατάκοιτος πια τα τελευταία χρόνια στο Επισκοπείο, απέναντι από τον άγιο Μηνά Ηρακλείου, με αδυναμία να μιλήσει και να επιτελέσει το οτιδήποτε, εξακτινώνει την πλούσια χάρη του Θεού που έχει, μέσα από το βλέμμα του. Τα μάτια κι αυτού του αγιασμένου ανθρώπου λειτουργούν κυριολεκτικά ως φάρος που φωτίζει με χαρά και αγάπη καθένα που θα τον επισκεφτεί. Κι επισκεφτήκαμε και τον άγιο αυτό εξίσου πρόσφατα και νιώσαμε τι σημαίνει «βαθιά καρδιά», να «μιλάει» δηλαδή η καρδιά του μέσα από το πρόσωπό του, έστω κι αν ο εγκέφαλός του αδυνατεί να δώσει την όποια φυσική εντολή.

Δύο κατάκοιτοι, δύο αδύναμοι άνθρωποι, που η φυσική τους αδυναμία όμως μοιάζει ν’ αποτελεί το περιτύλιγμα της δυνάμεως του Θεού. Το φως «δύο λαμπρών αστέρων της Κρήτης»!

Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2025

Ο ΑΝΔΡΕΑΣ… Ο ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ!

Τον θυμήθηκα αμέσως και βεβαιώθηκα απολύτως ότι ήταν αυτός, όταν μου έδειξαν και κάποια φωτογραφία του. Μπορεί να είχαν περάσει αρκετά χρόνια από τότε που τον είχα δει τελευταία φορά, αλλά ήταν ο ίδιος, έστω και παραλλαγμένος λόγω της μακριάς λευκασμένης σε κάποια σημεία γενειάδας του, λίγο σκυφτός και με βλέμμα σεμνό και χαρίεν, που απέπνεε την ειρήνη του Χριστού. Μου έστελνε, είπε ο νεαρός άνδρας που είχε επισκεφτεί το Άγιον Όρος και τον είχε συναντήσει, τα σεβάσματά του κι ότι είχε τις καλύτερες αναμνήσεις από τις συναντήσεις μας στα νεανικά του χρόνια.

«Σας περιμένει, πάτερ, να πάτε στο Όρος με την πρώτη ευκαιρία, γιατί εκείνος δεν βγαίνει καθόλου έξω στον κόσμο».

 

 Ο ιερομόναχος Νικόδημος τώρα, ο νέος φοιτητής της θεολογίας τότε, Ανδρέας στο όνομα, που τα βήματά του τον είχαν οδηγήσει στον Ναό για να συζητήσουμε ένα θέμα, που ναι μεν είχε πάρει τη γνώμη του πνευματικού του, αλλά εκείνος τον παρότρυνε να έλθει και σ’ εμένα, «να δούμε τι θα σου πει και αυτός ο ιερέας που σχετίζεται με πολλούς νέους» του είπε. Και ήλθε και συζητήσαμε, για να καταλήξουμε βεβαίως σε ό,τι του είχε επισημάνει ο πνευματικός του, ένας φωτισμένος πράγματι άνθρωπος με μεγάλη πείρα, γι’ αυτό και με παραξένεψε το γεγονός ότι τον έστειλε και στο δικό μου πετραχήλι.

Ήλθε και άλλες φορές, όχι για εξομολόγηση, αλλά απλώς να συζητήσουμε. Κι ήταν κάποια στιγμή που φορτισμένος καθώς ήταν - μάλλον το μετάνιωσε αργότερα, γιατί μόνον στον πνευματικό του τα είχε πει - μου άνοιξε την καρδιά του και μου φανέρωσε κάποιες εμπειρίες από την πνευματική του ζωή, που με έκαναν να σταθώ μπροστά του με χαρά και με φόβο. Χαρά γιατί ένα τόσο νέο παιδί, εικοσάχρονο περίπου, δέχτηκε από τον Κύριο πλούσιο το έλεος και τη χάρη Του, μία πλάτυνση της καρδιάς του και έναν γλυκασμό της ψυχής του που δεν απαντάς στην εποχή μας παρά πολύ σπάνια και μάλιστα μέσα στον κόσμο. Φόβο γιατί μία μεγάλη χάρη που επισημαίνεις σε τόσο νεαρή ηλικία εγκυμονεί πνευματικές παγίδες, δηλαδή να περιπέσει αυτός που την έχει δεχτεί σε μία κενοδοξία και σε υπερήφανους λογισμούς, που είναι ό,τι χειρότερο στην πνευματική ζωή.

«Όταν διαβάζω την Αγία Γραφή ή τα πατερικά κείμενα, πάτερ» είχε πει με συστολή ο Ανδρέας, «και μάλιστα τη Φιλοκαλία, αισθάνομαι τέτοια χαρά, που πάει να σπάσει η καρδιά μου. Τίποτε εξωτερικό δεν με ελκύει, γεγονός που κάνει τους γονείς μου να ανησυχούν λίγο. Είναι σαν να έχω βρει έναν εσωτερικό Παράδεισο στα όρια της καρδιάς μου, που απλώνεται τόσο πολύ σαν να περικλείεται μέσα σ’ αυτόν όλος ο κόσμος. Και κάποιες φορές, προσευχόμενος με την ευχή του Ιησού αισθάνομαι τέτοια κύματα και παφλασμούς αγάπης που λίγο… κλονίζομαι. Μία φορά σε τέτοια ένταση πνευματική ευρισκόμενος φοβήθηκα και… σταμάτησα. Δεν ήταν μόνο η ψυχή μου, ήταν και το σώμα μου που μετείχε στη μέθεξη αυτή, γι’ αυτό και έτρεξα στον πνευματικό μου να τον ρωτήσω, μήπως τελικώς βρίσκομαι σε πλάνη, μήπως όλο αυτό το εξαίσιο για μένα είναι παγίδα που θα μου δημιουργήσει κάποια πτώση!»

«Τι σου είπε;» ρώτησα σιγά. «Γιατί η γνώμη του πνευματικού σε τέτοια θέματα είναι πολύ κρίσιμη».

«Μου είπε ότι δεν πρέπει να φοβάμαι, γιατί “φόβος ουκ έστιν εν τη αγάπη”, αλλά να μη δίνω ιδιαίτερη σημασία στα συμβάντα αυτά και να επικεντρώνω τη σκέψη και την όλη ενέργεια της ζωής μου στις εντολές του Κυρίου. Διότι ναι μεν ο Κύριος έχει κάποιο σκοπό που επιτρέπει τέτοιες επισκέψεις της χάρης Του, αλλά αυτό γίνεται για να με ενισχύσει στον πνευματικό μου αγώνα που δεν είναι άλλος από την τήρηση του αγίου θελήματός Του. Κι επίσης να είμαι έτοιμος ο Ίδιος που μου δίνει τα δώρα αυτά, ο Ίδιος και να τα άρει, όταν θα κρίνει ότι δεν θα είναι προς το συμφέρον μου».

«Νομίζω πως έχει δίκιο ο πνευματικός σου» συμφώνησα κι εγώ. «Διότι το ζητούμενο από τον χριστιανό δεν είναι τα δώρα του Θεού, κάτι που Εκείνος κρίνει πότε θα τα δώσει σε κάποιον ή όχι, αλλά ο συντονισμός του με τον Ίδιο, την πηγή κάθε αγαθού, κι αυτό περνάει μέσα από τις εντολές Του. Δεν υπάρχει, Ανδρέα μου, όπως καλά γνωρίζεις, σημαντικότερο και σπουδαιότερο πράγμα στη ζωή αυτή από τις άγιες εντολές του Χριστού μας, διότι αυτές είναι που περικλείουν τον ίδιο τον Κύριο – είναι ο διακόπτης που πατάμε για να ανάψει το φως Του μέσα στην ύπαρξή μας, την ψυχή και το σώμα μας. Οπότε, ναι! Ο Κύριος σου δίνει τα δώρα Του μέσα στο βαθύ σχέδιό Του για σένα, λίγο νωρίς ίσως, αλλά θα είναι πρόβλημα αν επικεντρώσεις μόνο σ’ αυτά».

«Ναι, πάτερ, το έχω υπ’ όψιν μου, μου το επισήμανε ο πνευματικός μου, το βεβαιώνετε κι εσείς, γι’ αυτό και λίγο όπως είπα φοβάμαι».

 

Πέρασε αρκετός καιρός από τις συναντήσεις μας αυτές, δεν ξαναείδα τον Ανδρέα, μέχρις ότου συνάντησα κάποια στιγμή τον πνευματικό του σε κάποιο Θεολογικό Συνέδριο στην Αθήνα. Βρήκα την ευκαιρία και του είπα για τις συζητήσεις μας, για το πόσο μου είχε κάνει εντύπωση η όλη πορεία του, το πνευματικό του βάθος, οι εμπειρίες του. Κι ήταν η στιγμή που έμαθα ακόμη λίγα πράγματα και την περαιτέρω εξέλιξή του.

«Ο Ανδρέας τελείωσε τη Θεολογική Σχολή, αδελφέ μου, πήγε στον Στρατό, πήρε απολυτήριο κι ήλθε η ώρα η κρίσιμη για την κατεύθυνση της ζωής του. Οι γονείς του, άνθρωποι της Εκκλησίας βεβαίως, αγωνιούσαν μη γίνει καλόγερος και τον χάσουν – ήταν και γι’ αυτούς πράγματι κάτι μοναδικό στην όλη οικογένεια: πάντοτε χαρούμενος, πρόθυμος σε όποια εξυπηρέτηση, μία διαρκής υπόμνηση της κατά Χριστόν ζωής. Εκείνο που αποτελούσε το «αγκάθι» τους από τη ζωή του ήταν η αυστηρή ασκητική ζωή του, σχεδόν καλογερική, η αδιάκοπη παρουσία του στον Ναό της ενορίας του, είτε για όρθρο και λειτουργία είτε για εσπερινό, το μηδαμινό ενδιαφέρον του γι’ αυτό που λέμε κοινωνική ζωή, η άρνησή του να θέλει να δει έστω και λίγο τηλεόραση. Κι ακόμη, κάτι που έκανε και εμένα ως πνευματικό του να του βάζω «επιτίμιο»: η σχεδόν απόλυτη σιωπή του. Ο Ανδρέας, αδελφέ μου, ασκούσε έντονα την αρετή της σιωπής. Όταν του μιλούσαν βεβαίως απαντούσε και μάλιστα ευχάριστα. Αλλά πέραν τούτου… ουδέν! Οπότε, για να τον προφυλάξω, κι αυτόν και τους συγγενείς του, από πιθανόν πειρασμούς, του έδινα «εντολή» να… μιλάει! Αλλά βλέπετε, πάτερ, το αποτέλεσμα: πράγματι ο Ανδρέας ζούσε καταστάσεις υπέρ φύσιν. Ο Χριστός του προσφερόταν κατά την αναλογία της δικής του αγάπης και προσφοράς».

Η αγωνία μου αποκορυφώθηκε. «Τώρα, τι κάνει; Πού είναι;»

«Ναι, έχεις δίκιο ίσως να αγωνιάς. Γιατί τέτοια παιδιά τα βάζει στόχο ο Πονηρός και αγωνίζεται να τα παρασύρει με δόλιους και πάμπολλους τρόπους. Δυστυχώς…η εξέλιξή του…» άφησε τη φράση του να αιωρείται κι ένα αδιόρατο χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη του, «δυστυχώς… η εξέλιξή του…» επανέλαβε «ήταν η χειρότερη δυνατή για τους… γονείς του!»

«Δηλαδή; Έγινε… καλόγερος;» έσπευσα αμέσως να απαντήσω.

«Ναι, αδελφέ μου. Ένας τέτοιος νέος που θα μπορούσε βεβαίως λόγω της φιλοτιμίας του παντού να προκόψει, έκανε την επιλογή που θεωρούσε μονόδρομο της ζωής του. Δεν γινόταν, μου είπε λίγο πριν φύγει για το Άγιον Όρος, αυτά που έζησα να μη τα συνεχίσω στον μόνο δρόμο που βλέπω για εμένα: τον μοναχισμό. Συνήργησε ασφαλώς γι’ αυτό και το γεγονός ότι στη Σχολή του γνώρισε και συνδέθηκε με νέους που είχαν επαφές με σπουδαίο Γέροντα του Αγίου Όρους, ο οποίος είχε υπάρξει Πανεπιστημιακός και είχε αφήσει όνομα που σφράγισε τη Σχολή. Τον γνώρισε κι εκείνος, θέλχθηκε από τη μορφή του, μορφή αληθινά αγία, από τον πλούτο των θεολογικών του γνώσεων, κυρίως όμως από την αγία του βιοτή. Κι η απόφασή του για τον δρόμο της ζωής του έκτοτε έγινε, όπως είπαμε, μονόδρομος. Καλογέρεψε – είχα πάει στην κουρά του που ήταν για μένα μοναδικό πνευματικό γεγονός – κι ύστερα από κάποιο διάστημα χειροτονήθηκε και ιερέας. Κι είναι λοιπόν σήμερα ο ιερομόναχος Νικόδημος».  

 

Επανήλθα! Ξανακοίταξα τη φωτογραφία που μου είχε δώσει ο νεαρός προσκυνητής του Όρους – δάκρυα πήραν να κυλάνε στα μάτια μου, που δεν θέλησα να σκουπίσω. Γιατί ήταν δάκρυα χαράς για εκείνον, λύπης για εμένα. Ο πάτερ Νικόδημος με το βλέμμα του με έλεγχε μέσα στην αγάπη του και μου έδειχνε πόσο λίγο και μικρός ήμουν. Κι ήταν σημάδι αυτό της αγιασμένης πορείας του: όταν ο άλλος σε προκαλεί σε μετάνοια και σε στροφή προς τον εαυτό σου σημαίνει ότι είναι αληθινά άνθρωπος του Θεού.

«Θα έρθω με την πρώτη ευκαιρία να σε βρω» του υποσχέθηκα νοερά βλέποντάς τον στη φωτογραφία. «Θα πάω να τον βρω με την πρώτη ευκαιρία» είπα στον νεαρό με σπασμένη φωνή και σε ευχαριστώ για το δώρο που μου έκανες!    

Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2025

Η ΑΓΑΠΗΤΗ ΜΑΣ ΚΥΡΙΑ ΣΟΦΙΑ

Δεν ανήκε στην ενορία μας. Ερχόταν όμως τακτικά, ιδίως τα τελευταία χρόνια, γιατί είχε συνδεθεί ιδιαιτέρως με κάποιες συγκεκριμένες κυρίες, οι οποίες όταν τη γνώρισαν αντιλήφθηκαν αμέσως το μεγαλείο της ψυχής της. Η κυρία Σοφία, η Σοφία μας για τους πολλούς που την ήξεραν, η «Σόφια» ή «Τσόφα» και με ποντιακή εκφορά. Μας το έλεγε και το χαιρόταν αφάνταστα η ίδια, γιατί ενώ δεν είχε κάποια ποντιακή οικογενειακή ρίζα – Κωνσταντινουπολίτισσα  ήταν  – όμως αγαπούσε υπερβαλλόντως τον Πόντο και τους Ποντίους, τόσο που αρκετό καιρό είχε αναλάβει τον αγώνα να μάθει καλά και την ποντιακή διάλεκτο.

Καθηγήτρια Αγγλικής - κάτι που εξηγεί και το χάρισμά της να κινείται με άνεση στο θέμα των ξένων γλωσσών - βρέθηκε στην Αγγλία όπου και παντρεύτηκε Άγγλο καθηγητή Πανεπιστημίου, με τον οποίο έζησε πολύ καλά για αρκετά χρόνια χωρίς να αποκτήσει όμως παιδιά, παρ’ όλη τη βαθιά επιθυμία της για κάτι τέτοιο. Κι όταν εκείνος έφυγε από τη ζωή αυτή, εκείνη γύρισε πίσω, στην αγαπημένη της Ελλάδα και στους λιγοστούς συγγενείς της.

Δεν πτοήθηκε που δεν έκανε δικά της παιδιά. Γιατί απέκτησε πλήθος παιδιών, μικρών και μεγάλων, λόγω ακριβώς της εργασίας της. Δεν ήταν απλώς μία καθηγήτρια Αγγλικών. Ήταν η Δασκάλα, με Δέλτα κεφαλαίο, με εύρος και βάθος και της ελληνικής, αλλά και της αγγλικής βεβαίως γλώσσας, που σπάνια συναντάς σ’ αυτό το «επάγγελμα». Γιατί δινόταν ολόκληρη στους μαθητές της, οι οποίοι την αγαπούσαν τόσο πολύ που οι εκδηλώσεις απέναντί της ξεπερνούσαν θα έλεγε κανείς μερικές φορές και τις εκδηλώσεις απέναντι στους ίδιους τους γονείς! Και δεν είναι υπερβολή!  

Κι έπαιζε ρόλο σ’ αυτό και η εμφάνισή της. Θα μπορούσε κανείς να πει όταν την έβλεπε, ότι ήταν ο ορισμός της αρχοντιάς. Αρχοντική γυναίκα με τα φροντισμένα ξανθά κοντά μαλλιά της, με το διακριτικότατο ελαφρό βάψιμό της, με τα μεγάλα της μάτια, με την καταπληκτικά φροντισμένη, όχι όμως εξεζητημένη, ενδυμασία της. Να βλέπεις μία μεγάλη και ώριμη κυρία που απέπνεε το άρωμα της σεμνότητας και της σοβαρότητας από μακριά, μέσα όμως από μία φροντισμένη όπως είπαμε ενδυμασία σε λευκές ή γαλάζιες αποχρώσεις, δεν είναι κάτι συνηθισμένο. Γι’ αυτό και έλκυε τα βλέμματα με σεβασμό χωρίς ποτέ να προκαλεί.

Θα σκεφτεί κανείς πως μία τέτοια γυναίκα θα ήταν το επίκεντρο των γυναικών που την περιστοίχιζαν – με τους άνδρες, πέραν των πολύ γνωστών της, δεν είχε καμία επαφή. Κι όμως! Στεκόταν έτσι σαν να ήταν το μαθητούδι που επιζητεί την αναγνώριση των μεγάλων. Το ενδιαφέρον της ήταν στραμμένο στις  φίλες της και τα προβλήματά τους. Κι όταν άκουγε κάτι στενάχωρο δεν άντεχε – ένα δάκρυ ύγραινε τα μάτια της, τα κρυμμένα πίσω από τα σοβαρά μαύρα γυαλιά της. Ο δε σεβασμός προς τους ιερείς υπέρμετρος – ντρεπόταν και να τους κοιτάξει!

Κι αρρώστησε η αγαπητή Σοφία και μάλιστα σοβαρά. Ο καρκίνος άρχιζε ύπουλα να της τρώει τα σωθικά, όταν μάλιστα εκδηλώθηκε τη δύσκολη περίοδο της πανδημίας του κορωνοϊού. Οπότε απομονώθηκε στο νοσοκομείο, χωρίς να μπορεί κανείς να την επισκεφτεί – μόνο το τηλέφωνο ήταν ο δρόμος επικοινωνίας της. Κι ευρισκόμενη εκεί, λίγο καιρό πριν απέλθει κι αυτή από τον μάταιο τούτο κόσμο, με πίστη όμως μεγάλη και μαρτυρική διάθεση, συνέβησαν δύο πράγματα, όντως αξιομνημόνευτα.

Το πρώτο. Δέχτηκε μερικά τηλέφωνα κάποια στιγμή μαθητών της που έμαθαν για την αρρώστια της. Ήθελαν να της συμπαρασταθούν και να την επισκεφτούν, αλλά τούτο ήταν αδύνατο. Και μιλάμε για μαθητές όχι τυχαίους: ανθρώπους πια μεγάλους, Έλληνες και ξένους – φοιτητές, διδακτορικούς, μεταδιδακτορικούς, καθηγητές. Είπαμε πως ήταν σπάνιο είδος δασκάλου της Αγγλικής αλλά και της Ελληνικής γλώσσας. Και κάποιοι την πήραν τηλέφωνο. Εξέφρασαν τη συμπαράστασή τους, την ευγνωμοσύνη τους, τον πόθο τους να τη δουν… Και την παρεκάλεσαν αν γίνεται να κοιτάξει έξω από το παράθυρο του νοσοκομείου. Κι έσκυψε και είδε! Και όχι μόνο συγκινήθηκε, μα κλάματα τράνταξαν το κουρασμένο και πονεμένο κορμί της. Γιατί τι είδε; Δεκαεννέα μαθητές της, ξένους και Έλληνες όπως είπαμε, ο καθένας τους να κρατάει τη σημαία της πατρίδας του, να βρίσκονται ακροβολισμένοι στο πεζοδρόμιο απέναντι του νοσοκομείου, να τη χαιρετούν, να της στέλνουν φιλιά, να κουνάνε τη σημαία, με το τηλέφωνο να της εκδηλώνουν την αγάπη τους! Κόντεψε να σπάσει η καρδιά της. Όσο μπορούσε ανταποκρίθηκε, τους χαιρέτησε, κούνησε κι αυτή τα χέρια της. Μία ζεστασιά αγάπης πλημμύρισε την ύπαρξή της, με δάκρυα αναφέρθηκε στον Χριστό  και την Παναγία της. «Ευχαριστώ, Χριστέ μου. Ευχαριστώ, Παναγία μου!» έλεγε αδιάκοπα. Μοναδικό και αξεπέραστο γεγονός.

Και το δεύτερο. Στο διάστημα που βρισκόταν στο νοσοκομείο άκουγε τα εκκλησιαστικά ραδιόφωνα. Μα της έλειπε – καθώς έλεγε – και η σύναξη Μελέτης Γραφής στην ενορία μου και δικιά της ενορία τα τελευταία χρόνια. Κάθε Δευτέρα που γινόταν ο εσπερινός, η παράκληση στην Παναγία μας, η μελέτη του λόγου του Θεού, εκεί πρώτη βρισκόταν και η Σοφία. Κι αυτό της είχε λείψει. Και για την ακρόαση και την προσευχή και για την κοινωνία με τους άλλους. Και τι σκέφτηκαν οι φίλες της και η ίδια; Να συμμετέχει κάθε Δευτέρα μέσω του τηλεφώνου. Την ώρα που ξεκινούσε ιδίως η μελέτη της Αγίας Γραφής, ένα τηλέφωνο από κάποια κυρία τοποθετείτο ανοικτό στο τραπέζι που χρησιμοποιούσαμε για την ομιλία. Κι αυτά που λέγονταν ακούγονταν και στη Σοφία, αλλά και όχι μόνο σ’ αυτήν. Γιατί μάθαμε πως καλούσε και άλλους στο δωμάτιο από τους αρρώστους, κι όσοι άντεχαν και μπορούσαν παρακολουθούσαν κι εκείνοι. Κι ήταν εξόχως συγκινητική η στιγμή, όταν μάθαμε πως στέλνοντας την ευχή μας και σ’ εκείνους και λέγοντας στον κόσμο της ενορίας πως παρευρίσκονται μέσω των ερτζιανών και οι συγκεκριμένοι ασθενείς, η Σοφία και οι άλλοι δάκρυζαν και έκλαιγαν – κάποιοι συνάνθρωποί τους από το… «πουθενά», τους σκέπτονταν, τους θεωρούσαν παρόντες, τους μιλούσαν!

Έφυγε η Σοφία, έχοντας οσιακό τέλος – η αρρώστια της την καθάρισε στο έπακρο! Δοξολογούσε τον Κύριο και για τον καρκίνο και για ό,τι άλλο της επέτρεψε στη ζωή της, ιδίως αφότου κοινώνησε με μεγάλη συναίσθηση των αχράντων μυστηρίων. Κι άφησε ένα μεγάλο κενό, που στην πραγματικότητα είναι μεγάλο πλήρωμα. Γιατί στο διάστημα που έζησε γέμισε με Χριστό τον κόσμο της, τον κόσμο μας. Ο Θεός να την αναπαύει!  

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2025

ΤΟΥΣ ΣΥΓΧΩΡΕΣΑ ΚΙ ΑΥΤΟΥΣ…

Η γιαγιά Σοφία που έφυγε από τη ζωή αυτή υπερπλήρης ημερών - στα 97 είχε μπει όταν άφησε την τελευταία της πνοή - ήταν ένα σπάνιο είδος ανθρώπου. Δεν ήταν μόνο η καταγωγή της – Σμυρνιά βέρα από το Κορδελιό – αλλά το ποιόν που λέμε του χαρακτήρα της: άνθρωπος ντόμπρος, ευχάριστος σε όλη τη διάρκεια της ζωής της, με καθαρό μυαλό που μπορούσε να επισημαίνει το ουσιώδες από το δευτερεύον και περιττό, κυρίως όμως με μία πίστη βαθειά στον Χριστό και την Εκκλησία, που όταν προκλήθηκε στα χρόνια που βρέθηκε στην Αμερική κοντά στην πρωτοκόρη της, (καθώς εκεί που εργαζόταν ως ράπτρια για μία δεκαετία την προσέγγισαν διάφοροι Προτεστάντες), εκείνη με λόγο βέβαιο και σταράτο δεν άφησε ούτε στιγμή να της αλλάξουν τα μυαλά, να την επηρεάσουν ή έστω να της ενσπείρουν την παραμικρή αμφιβολία.

Στα ένδεκά της βρέθηκε με τους γονείς της, τον Σταμάτη και την Ευαγγελία, πρόσφυγες στην Ελλάδα λόγω της καταστροφής της Σμύρνης το ’22, με τελική κατάληξη τον Πειραιά, τη Νέα Καλλίπολη και τα βράχια της Πειραϊκής. Εκεί μεγάλωσε, εκεί παντρεύτηκε, εκεί έκανε τις τρεις κόρες της. Και δεν ήταν βέβαια μόνο ο κατατρεγμός της προσφυγιάς, αλλά και τα «χτυπήματα» της μετέπειτα ζωής της. Γιατί το 1944 στον βομβαρδισμό του Πειραιά έχασε τον άνδρα της τον Μιχάλη κι έμεινε με τις δύο κόρες της και την τρίτη της μέσα στην κοιλιά. Παρ’ όλα αυτά δεν το έβαλε κάτω. Φύσει αισιόδοξος χαρακτήρας πρόσβλεπε στον Χριστό και πατούσε στέρεα στη γη. «Κι αυτό θα περάσει!» συνήθιζε να λέει. «Αύριο μια καινούργια μέρα ξημερώνει». Κι έτσι επέζησε και έζησε και καλοέζησε τελικά, κι έφτασε όπως είπαμε και στην Αμερική - προσκεκλημένη από την κόρη της που βρέθηκε εκεί ξενιτεμένη και παντρεμένη - για να δουλέψει και να πάρει μάλιστα και σύνταξη αμερικάνικη που της έδινε τη δυνατότητα και την άνεση να είναι ανεξάρτητη μέχρι τέλους οικονομικά, αφότου μάλιστα βρέθηκε και πάλι πίσω στην πατρίδα μαζί με τις άλλες κόρες της και τις οικογένειές τους.

Η γιαγιά η Σοφία! Θυμάμαι να της δίνουμε, ακόμη και μετά τα ογδόντα πέντε της, να διαβάσει βιβλία που ήταν το πάθος της, και μας τα επέστρεφε μετά τρεις ή τέσσερις μέρες ασκώντας ουσιαστική κριτική και επισημαίνοντας στοιχεία που μόνον κάποιος έμπειρος αναγνώστης θα μπορούσε να επισημάνει. Κι όταν ερχόταν η ώρα να εξομολογηθεί, έβλεπες τον άνθρωπο που η μετάνοια αποτελούσε καίριο γνώρισμα της ύπαρξής του χωρίς να μπορεί να κρατήσει κακία για οποιοδήποτε άνθρωπο. «Ένα πουλάκι τ’ ουρανού» είναι η γιαγιά, λέγαμε όλοι μας, βλέποντας βεβαίως και τη διατροφή της που κυριολεκτικά ήταν παρόμοια του… σπουργιτιού! Της άρεσαν, πρέπει να πούμε, και οι εκδρομές και οι διάφορες εξορμήσεις. Και δεν υπήρχε περίπτωση να την καλέσουμε να έρθει μαζί μας σε κάποιες εξόδους μας χωρίς αυτή να είναι στην… πόρτα σε λιγότερο από τρία λεπτά.

Ένα πράγμα μόνο δεν μπορούσε να ξεπεράσει˙ κάποιους εφιάλτες της από τα παιδικά της χρόνια με τους Τούρκους, όταν μικρό παιδί έβλεπε την καταστροφή της αγαπημένης της Σμύρνης από εκείνους που νόμιζε ότι ζουν μαζί αγαπημένοι, όταν μη πολυκαταλαβαίνοντας έβλεπε τον τρόμο στα μάτια των γονιών της και των δικών της ανθρώπων από την αγωνία τους για την επιβίωσή τους. Το «γιατί;» της παιδικής ψυχής της δεν μπορούσε να βρει απάντηση και δικαίωση, κάτι που μάλλον συνεχίστηκε και στα μετέπειτα χρόνια. Κι ήταν τότε που ταραγμένη και καταϊδρωμένη ξυπνούσε μέχρι τα γεράματά της από τους εφιάλτες αυτούς, λέγοντας πάντοτε ότι έβλεπε Τούρκους που ήθελε να τους…  χαστουκίσει ή τους είχε ήδη χαστουκίσει!

Και πέρασε ο καιρός και βρέθηκε η γιαγιά που αλαφροπατούσε στη γη στα στερνά της. Χρειάστηκε μάλιστα να βρεθεί και σε κλινική για προβλήματα της καρδιάς της, οπότε με πολλή στοργή όλοι, θέλοντας να τη διασκεδάσουν τη ρωτούσαν: «Γιαγιά, τι έγινε; Σήμερα… έδειρες κανέναν Τούρκο;» Κι ήταν η απάντηση πια της γιαγιάς εκείνο που μάλλον την απελευθέρωσε εντελώς από τα γήινα και την έκανε να βρεθεί στην αγκαλιά του αγαπημένου της Κυρίου και της λατρεμένης της Παναγίας πολύ σύντομα πια. «Πάει κι αυτό! Τους έχω συγχωρέσει κι αυτούς! Και όλους μα όλους!»

Μακάρια ψυχή η γιαγιά η Σοφία! Από εκείνες τις ψυχές που πέρασαν από τον κόσμο και άφησαν ευωδία Χριστού στο πέρασμά τους! Να έχουμε την ευχή της! 

Δευτέρα 25 Αυγούστου 2025

Η ΕΠΙΤΥΧΙΑ ΤΟΥ ΚΗΡΥΓΜΑΤΟΣ ΣΟΥ…

Ο νεαρός κληρικός μόλις τελείωσε το κήρυγμα την ώρα του κοινωνικού και εισήλθε και πάλι στο άγιο Βήμα. Ήξερε ότι είχε έλθει στον Ναό του προκειμένου να λάβει μέρος σε μνημόσυνο γνωστού του Ιεράρχης πολιός και Γέροντας, εγνωσμένης θεολογικής καταρτίσεως και ρητορικής δεινότητας. Του έκανε νόημα να τον πλησιάσει. «Σεβασμιώτατε, την ευχή σας!» έσκυψε και του φίλησε με πολύ σεβασμό το χέρι του ο ιεροκήρυκας. «Του Κυρίου και της Παναγίας μας!» απάντησε. «Θέλω να σου πω ότι κήρυξες ωραία, με μεστό θεολογικό λόγο και με σεμνότητα. Όμως, να ξέρεις, ότι η επιτυχία του κηρύγματός σου δεν έγκειται κυρίως σ’ αυτό. Είναι που είσαι… σύντομος! Γιατί αν δεις τον ενορίτη σου, που στέκει μάλιστα όρθιος, να αλλάζει ποδάρι, ήδη τον έχασες!» «Να ’ναι ευλογημένο, Σεβασμιώτατε. Το ίδιο μας λέει συχνά και ο Μητροπολίτης μας. Το κήρυγμά μας δεν πρέπει, πλην λίγων εξαιρέσεων, να ξεπερνά τα δέκα με δώδεκα λεπτά». Κούνησε το κεφάλι συμφωνώντας με τον οικείο Δεσπότη. Δεν πρόλαβαν να πούνε περισσότερα, γιατί δεν ήταν της ώρας. Όμως τα λόγια του πράγματι συχνά τα έφερνε στον νου ο νέος κληρικός, έστω κι αν τα χρόνια πια περνούσαν με ρυθμό γρήγορο.

Τα θυμήθηκε και πάλι έντονα πολλά χρόνια αργότερα, όταν έτυχε να λειτουργήσει σε άλλον Ναό εκτός της Μητροπόλεως που ανήκε, στον οποίο όμως παρευρισκόταν και ο παραιτηθείς Μητροπολίτης του κανονικού Ναού του. Μεγάλος πια στην ηλικία ο Επίσκοπος και με προβλήματα υγείας προτίμησε, δείχνοντας και το μεγαλείο του, να αφήσει τη θέση του, για να μπορέσει πιο άνετα να περάσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Συναντήθηκαν λοιπόν ο Μητροπολίτης και ο προχωρημένος πια στην ηλικία κι αυτός κληρικός. Οι ιερείς του εκεί Ναού παρεκάλεσαν τον παπά να μιλήσει, εκείνος ανταποκρίθηκε και στο τέλος βρέθηκαν στο αρχονταρίκι του Ναού να θυμούνται τα παλιά ο παπάς και ο Δεσπότης, ο οποίος μάλιστα ήταν εκείνος που είχε χειροτονήσει τον παπά, διάκονο και πρεσβύτερο.

Στην κουβέντα πάνω, πίνοντας και τον καφέ τους, παρευρισκομένης και της παπαδιάς, ο ιερέας θέλησε να πει και το… παράπονό του στον Δεσπότη, για να βρει συμπαράσταση. «Σεβασμιώτατε, θέλω κάτι να σας πω, μιας που είναι εδώ και η παπαδιά. Όταν βγαίνω να κηρύξω, είτε στον Ναό μου είτε κάπου αλλού που τύχει να βρεθώ, η πρεσβυτέρα από εδώ μου κάνει κάποιες φορές παρατήρηση, λέγοντάς μου ότι ξεπερνώ τον καθορισμένο χρόνο για το κήρυγμα. “Κουράζεις τον κόσμο” μου λέει, “έστω κι αν λες σπουδαία πράγματα. Ο κόσμος στην εποχή μας δεν αντέχει τα μακριά κηρύγματα. Και πρέπει να σας πω, άγιε Δέσποτα, ότι σπανίως ξεπερνώ τα δεκαπέντε λεπτά. Τότε που τα ξεπερνώ όμως κάνει την παρατήρηση. Μάλιστα, χαριτολογώντας λέει ότι θα σηκώνει και πανό που θα λέει: Τελείωνε!»

Είπε και ήταν σίγουρος ότι ο Γέρων Δεσπότης, ο οποίος σημειωτέον είχε αναλωθεί στο γραπτό και στο προφορικό κήρυγμα όλα τα χρόνια της ιερατικής και αρχιερατικής του διακονίας, θα στρεφόταν στην πρεσβυτέρα για να τη… μαλώσει. Περίμενε ότι θα της έλεγε ότι ο λόγος του Θεού πρέπει να ακούγεται και κυρίως αυτή να ενισχύει τον παπά της να μιλάει και περισσότερο! Ο Δέσποτας κοντοστάθηκε για λίγο κι έπειτα γύρισε και με χαμογελαστό πρόσωπο, πιάνοντας και το χέρι του παπά, του είπε με μεγάλη στοργή: «Να ακούς την παπαδιά σου, παπά μου. Να την ακούς!» Ο ιερέας κατέβασε το κεφάλι, χαμογέλασε, ευχαρίστησε νοερά τον Κύριο για τη σύνεση και τη σοφία του Δεσπότη αλλά και της… παπαδιάς του, και σήκωσε το φλυτζάνι του για να συνεχίσει να πίνει τον μέτριο ελληνικό καφέ του!

Τετάρτη 20 Αυγούστου 2025

ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΑΣ, ΟΧΙ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ!

Η ατμόσφαιρα μέσα στο παλιό θαλασσινό εξωκκλήσι, πανέμορφο και εσωτερικά αλλά και εξωτερικά – η φυσική του τοποθεσία ήταν κυριολεκτικά μαγευτική, καθώς τα βράχια που το περιέβαλαν, εκτός από τη λωρίδα γης που την ένωναν με την ξηρά, διαρκώς ερωτοτροπούσαν με τη θάλασσα είτε στις μπουνάτσες της είτε στις αγριάδες της – ήταν πραγματικά κατανυκτική. Το παλιό τέμπλο με τις γλυκές εικονογραφίες του, τα σεμνά καντηλάκια που τρεμόπαιζαν από τις μικρές ριπές του πελαγίσιου αέρα που δέχονταν από τις ανοιχτές θύρες, τα λιγοστά στασίδια στα πλαϊνά των τοίχων, το βοτσαλωτό δάπεδο ποιος ξέρει πόσων χρόνων, το κάθε τι που ανέπνεες στον μικρό ναό τον αφιερωμένο στη μάνα Παναγιά, σου δημιουργούσαν την αίσθηση μιας εγγύτητας προς τον Κύριο που σε υπέβαλε και σε παρακινούσε να ψάλεις, να προσευχηθείς, να αναβλύσει από την καρδιά σου το «Κύριε, ελέησον» και το «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς». Γι’ αυτό και έβλεπες όλων των ειδών ανθρώπους, ακόμη και φαινομενικά άσχετους προς την πίστη, να δρασκελίζουν τη χαμηλωμένη θύρα κάνοντας μ’ ευλάβεια τον σταυρό τους, να ανάβουν το καθαρό κεράκι τους, τα χείλη τους να φιλούν το χέρι της Παναγίας, να κοντοστέκονται για λίγα δευτερόλεπτα, μάλλον ζητώντας ο καθένας λύση σε ό,τι θεωρούσε πρόβλημα κι ασήκωτο βάρος στη ζωή του.

Σ’ αυτό το εκκλησάκι βρεθήκαμε πριν από χρόνια πολλά μαζί με φίλο κληρικό, για να προσευχηθούμε και να τελέσουμε το μυστήριο του γάμου σε ζευγάρι γνωστών μας παιδιών, που θέλησαν εκεί, στο κυκλαδίτικο νησί να λάβουν την ευλογία του Κυρίου για το ξεκίνημα της έγγαμης ζωής τους. Δεν ήταν εύκολο το ταξίδι, όμως η αγάπη προς τους μελλονύμφους και η θερμή παράκληση της οικογένειας που γνωρίζαμε καλύτερα έκαμψε τις όποιες αντιστάσεις μας. Και το αποτέλεσμα πράγματι δικαίωσε τον όποιον κόπο μας. Τα πράγματα κύλισαν ειδυλλιακά, κανένα εμπόδιο δεν παρουσιάστηκε ανυπέρβλητο, Θεός και άνθρωποι συνεργάστηκαν θα έλεγε κανείς με τον καλύτερο τρόπο προφανώς για να «ανταμειφθεί» η καλοσύνη και η αγαθοσύνη της καρδιάς των νέων ανθρώπων. Εκτός από κάποιο… σημείο στη διαδικασία του μυστηρίου! Σημείο που άλλους ελαφρώς τους τάραξε, άλλους τους διασκέδασε!

Τι έγινε; Την ώρα που είχε γίνει ήδη ο αρραβώνας και είχε ξεκινήσει ο γάμος, στα αιτήματα υπέρ των μελλονύμφων, όπου τονίζονται και τα ονόματά τους όχι μία φορά – «υπέρ των δούλων του Θεού τάδε και τάδε» -  «ξέσπασε» η μάνα της νύφης. Στο άκουσμα του ονόματος της κόρης της «Αικατερίνης» ακούστηκε να λέει δυνατά πίσω από τον παπά: «Αικατερίνας, πάτερ, Αικατερίνας!» Μάλλον, από ό,τι φάνηκε, συγκρατιόταν όλη την ώρα, καθώς αρκετές φορές μέχρι εκείνη τη στιγμή το «υπέρ της δούλης του Θεού Αικατερίνης» ερχόταν και ξαναρχόταν, οπότε δεν άντεξε και άφησε τον «καημό» της καρδιάς της να βγει από το στόμα της. Ο παπάς, ο οποίος τύχαινε να είναι εκτός από θεολόγος και πολύ καλός φιλόλογος, γιατί είχε σπουδάσει τη φιλολογία, κοντοστάθηκε καθώς πίσω από το κεφάλι του, κυριολεκτικά στα αυτιά του, άκουσε την παρατήρηση, μα δεν είπε τίποτε. Ξεροκατάπιε και συνέχισε. Τα αιτήματα όμως υπέρ των μελλονύμφων συνεχίζονταν - «…υπέρ της δούλης της Θεού Αικατερίνης» είπε και λίγο παρακάτω. Κοκκίνησε η συμπεθέρα, για πολλοστή φορά άκουσε «παραποιημένο» το όνομα της κόρης της, ο παπάς γι’ αυτήν δεν εισάκουσε την υποβολή του «ορθού» - ίσως να σκέφτηκε και την αγραμματοσύνη του! – και ξανάπε λίγο πιο δυνατά αυτήν τη φορά, αλλά εις επήκοον τελικώς των πάντων! «Αικατερίνας, Αικατερίνας»!

Η αντίδραση του νεαρού ιερέα ήταν λίγο απρόσμενη. Χωρίς να δείχνει καμία ταραχή, σαν να «διάβαζε» το υπόλοιπο της ακολουθίας μέσα από τη φυλλάδα, σταμάτησε και κοίταξε προς τη μεριά της μάνας. «Η Αικατερίνα, της Αικατερίνης είναι το σωστό» σημείωσε. «Είναι όνομα της πρώτης κλίσης που αλλάζει το α και γίνεται η στη γενική, γιατί πρόκειται για το μη καθαρό α, όπως λέει η Γραμματική. Πώς λέμε: η γλώσσα της γλώσσης, έτσι κι εδώ». Κι ατάραχος συνέχισε τα επίλοιπα της ακολουθίας. Όσοι κατάλαβαν το τι έγινε – γιατί κάποιοι, απασχολημένοι με τα «δικά» τους στο κοινωνικό γεγονός, δεν πήραν είδηση για την παρέκβαση, απορημένοι με την αντίδραση των άλλων – προσπάθησαν να συγκρατήσουν το μειδίαμα ή και τον αυθόρμητο γέλωτά τους, ιδίως οι πιο μορφωμένοι και εγκρατείς περί τη Γραμματική. Η δε «συμπεθέρα» έσκυψε το κεφάλι κάνοντας «τον Αρτέμη» που λέμε, κατακόκκινη γιατί έγινε το κέντρο του περίγελου κι ευχόμενη να μην είχε ανοίξει ποτέ το στόμα της για τα «δίκια» της κόρης της.

Κατά τα άλλα το μυστήριο κύλισε ομαλότατα, το τέλος του βρήκε τους πάντες να έχουν πλήρη τη συνείδησή τους με τους ευτυχείς νεόνυμφους, ενώ οι εγκάρδιες ευχές όλων και στις δύο οικογένειες, ακόμη δε περισσότερο το πλούσιο γλέντι που ακολούθησε, έσβησαν εντελώς το «ατυχές» συμβάν. Γιατί όλοι μα όλοι το μόνο που ήθελαν ήταν το νέο ζευγάρι να είναι καλά και οι ευχές των καλών γονιών τους να τους συνοδεύουν για πάντα!

Παρασκευή 8 Αυγούστου 2025

ΟΛΟΙ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ!

Ο κ. Σπύρος που με πλησίασε, γνωστός ενορίτης και φίλος από παλιά, Κερκυραίος την καταγωγή με ξεχωριστή καύχηση για τον άγιο του νησιού του, του οποίου έφερε και το όνομα, ήταν ελαφρώς αναστατωμένος. Μου έθεσε το θέμα κοφτά από την αρχή: «Πάτερ, ήλθε η κόρη μου με τα παιδιά της να μας δει, εμένα και τη μάνα της, κι έφερε και τα δύο εγγονάκια μας μαζί. Ο μεγαλύτερος, ο Σπυράκος, εννέα χρονών τώρα, με έφερε όμως σε δύσκολη θέση, όταν με ρώτησε αν θα πάνε στην κόλαση οι περισσότεροι άνθρωποι. “Πώς κι έτσι, βρε Σπύρο;” του είπα παραξενεμένος. “Ποιος σου είπε τέτοια πράγματα;” “Ο παπάς της ενορίας μας, παππού. Την προηγουμένη Κυριακή που βγήκε να μιλήσει στη Λειτουργία, μας είπε ότι αν δεν είμαστε άνθρωποι του Θεού, αν συνεχώς δεν προσευχόμαστε και δεν ερχόμαστε στην Εκκλησία, ο Θεός θα μας τιμωρήσει και θα μας πάει στην κόλαση!”»

Κοντοστάθηκα. «Κατάλαβε καλά το παιδί τι είπε ο παπάς;» ρώτησα τον φίλο Σπυρίδωνα. «Είναι σε μία ηλικία που μπορεί να ακούσει κάτι και να μην το κατανοήσει όπως πρέπει. Μήπως λοιπόν παρενόησε;» «Τι να σου πω, παπά μου;» είπε ο κυρ-Σπύρος. «Ό,τι μου είπε το μεταφέρω κι εγώ. Αλλά δεν φαίνεται να μην κατάλαβε το παιδί, γιατί το επανέλαβε, λέει, πολλές φορές ο παπάς στο κήρυγμά του». «Κι εσύ τι του απάντησες; Δεν του εξήγησες πώς έχουν τα πράγματα; Τόσα χρόνια στην Εκκλησία νομίζω πως έχεις τη δυνατότητα να δώσεις στο εγγονάκι σου το ορθό πλαίσιο των λόγων του ιεροκήρυκα. Αν και, το ξαναλέω, βάζω πολλά ερωτηματικά στο αν τελικώς το παιδί άκουσε όλο τον ειρμό των σκέψεων του ιερέα. Γιατί μπορεί να είπε  κάτι τέτοιο, αλλά να το έθεσε μέσα σε ευρύτερο πλαίσιο και να τόνισε τις παραμέτρους που πρέπει. Ή μπορεί, γιατί δεν δέχομαι εύκολα ότι ακριβώς έτσι είπε τα πράγματα ο ιεροκήρυκας, να σημείωσε ότι υπάρχουν εκείνοι που λένε ότι ο Θεός είναι τιμωρός και «χαίρεται» να στέλνει τους ανθρώπους στην κόλαση, ακριβώς για να ακυρώσει μία τέτοια τοποθέτηση». «Δεν ξέρω, πάτερ», κούνησε το κεφάλι του ο Σπυρίδων. «Μπορεί να είναι έτσι. Παρ’ όλα αυτά όμως εγώ προσπάθησα να του εξηγήσω. Είπα στο εγγόνι μου ότι ο Θεός δεν είναι τιμωρός που χαίρεται να στέλνει τους ανθρώπους που δεν προσεύχονται συνέχεια στην κόλαση. Κι αυτό γιατί, όπως όλοι οι χριστιανοί πια γνωρίζουν, ο Θεός είναι Πατέρας γεμάτος αγάπη προς τους ανθρώπους και όλα τα πλάσματά Του. Μα το παιδί συνέχισε να είναι προβληματισμένο, γιατί ακριβώς το είπε ο παπάς. Και θέλω γι’ αυτό τη βοήθειά σου».

«Πολύ καλά είπες στο παιδί, Σπύρο μου. Γιατί εδώ δεν έχουμε κάποια ίσως απόκλιση από τον λόγο του Θεού, αλλά την κατεξοχήν απόκλιση, αυτό που διαγράφει την ίδια την αποκάλυψη του Κυρίου Ιησού Χριστού. Τι μας έφερε ο Χριστός, ο ενανθρωπήσας Θεός μας; Ακριβώς ότι ο Θεός είναι ο Πατέρας μας, ο φίλος μας, ο αδελφός μας, Αυτός που η χαρά Του είναι να βρίσκεται πάντοτε μαζί μας, που η απομάκρυνσή μας από Εκείνον Τον κάνει να «πονάει», που θα πει ότι αντιμετωπίζει και τους αρνητές Του όχι ως αντιπάλους και εχθρούς – άπαγε της βλασφημίας! – αλλ’ ως τα παιδιά Του που τα βλέπει να πληγώνονται με τις επιλογές τους, οπότε η δική τους θλίψη και στενοχώρια από τα τραύματα των αμαρτιών τους γίνεται και δική Του – συμπάσχει μ’ αυτά. Θυμάσαι, Σπύρο μου, τον λόγο του αποστόλου Παύλου ακριβώς πάνω στο θέμα; «Όντων ημών αμαρτωλών Χριστός υπέρ ημών απέθανε». Μας αγάπησε δηλαδή ο Θεός όχι γιατί ήμασταν αξιαγάπητοι – κάτι που κάνει και ένας άνθρωπος της αμαρτίας – αλλά όταν βρισκόμασταν μέσα στον όλεθρο και τον Άδη της αμαρτίας. Μέσα στον βούρκο ευρισκόμενοι δεχτήκαμε την απειρία αγάπης του Θεού μας, που Τον έκανε να σηκώσει τον βούρκο αυτόν και να τον καθαρίσει.  Κι αυτή η αγάπη Του βεβαίως δεν είχε σταματήσει ποτέ – δεν λειτουργεί με διαλείμματα ο Θεός. Απαρχής και πάντοτε μας αγαπούσε, απλώς έκρινε πότε είναι η κατάλληλη εποχή για να έλθει και να αποκαλύψει την αγάπη Του αυτή, που την είχαμε ξεχάσει λόγω των παθών και των αμαρτιών μας, ώστε να μπορέσουμε να τη νιώσουμε και, όσοι θέλουν, να ανταποκριθούν προς αυτήν. «Όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, η κατάλληλη εποχή», σημειώνει και πάλι ο απόστολος Παύλος, «απέστειλε ο Θεός τον Υιό Του να γεννηθεί από μία γυναίκα, να γεννηθεί ως Ιουδαίος κάτω από τον Μωσαϊκό Νόμο, ώστε να εξαγοράσει αυτούς που ήταν κάτω από τον Νόμο αυτόν και να γίνουμε και πάλι παιδιά Του αληθινά».

«Ναι, πάτερ», είπε ο κυρ-Σπύρος. «Τα γνωρίζω αυτά, τα έχω πιστέψει και αποδεχτεί, χωρίς την πίστη μου αυτή δεν ξέρω πια στην ηλικία μου αν μπορούσα και να ζήσω. Θα βρισκόμουν πάντα σ’ ένα κενό, χωρίς νόημα θα κυλούσε η ζωή μου. Και σ’ ευγνωμονώ που συχνά πυκνά μας τα υπενθυμίζεις δείχνοντάς μας αδιάκοπα τον προσανατολισμό μας. Αλλά ενώ τα πιστεύω, τα γνωρίζω, θέλω να τα ζω όσο γίνεται, δεν βρίσκω εκείνα τα λόγια που χρειάζονται τη δεδομένη στιγμή για να τα εκφράσω. Καλή ώρα, όπως τώρα με τον εγγονό μου. Μπλόκαρα, θα έλεγα, δεν έβρισκα τις λέξεις για να του πω αυτό που είναι η αλήθεια της πίστης μας. Και με τον τρόπο που μου έθεσε τα ερωτήματα ο μικρός Σπυράκος, απογοητευμένος καθώς φάνηκε ότι ήταν, μπλόκαρα ακόμη περισσότερο. Ήρθα κατά κάποιον τρόπο σε σύγχυση».

«Λοιπόν, Σπύρο μου, φίλε μου», είπα στον ταλαίπωρο παππού, που από ό,τι φάνηκε μάλλον με εκείνον μπορούσε κυρίως να μιλήσει το εγγόνι του, όχι γιατί οι γονείς του ήταν απόμακροι και άσχετοι, αλλά μπλεγμένοι με την καθημερινότητα και τις δουλειές τους δεν «άδειαζαν» για να ασχοληθούν με τις «μεταφυσικές» ανησυχίες του παιδιού τους. «Λοιπόν, Σπύρο μου, να θεωρείς ευτυχή τον εαυτό σου που έχεις ένα εγγόνι που πηγαίνει με τους γονείς του στην Εκκλησία, που έχει ερωτηματικά, που ανοίγεται προπαντός για να τα εκφράσει και δεν τα αφήνει μέσα του να αιωρούνται αναπάντητα. Ίσως μπορείς σε δεδομένη στιγμή, εφόσον το παιδί θελήσει να του μιλήσεις – μην πας να του γίνεις «φόρτωμα» και δυσανασχετήσει -, να του πεις ότι μίλησες και με άλλον παππούλη, ο οποίος σε βεβαίωσε ότι ο Χριστός και Θεός μας είναι ο Πατέρας μας, όπως πολύ καλά ήδη του είπες, κι ότι κόλαση μάλιστα για τον Θεό δεν υπάρχει. Ο Θεός μόνον μας αγαπάει και πονάει μάλιστα περισσότερο με τους ανθρώπους που δεν Τον θέλουν στη ζωή τους. Και κόλαση είναι ακριβώς αυτό: ό,τι ζουν οι άνθρωποι της απιστίας που αδυνατούν, γιατί δεν θέλουν, να δουν την αγάπη του Θεού απέναντι σε όλους και σε όλα. Να σε αγαπάει ο Θεός, να σου προσφέρει τα πάντα και εσύ να τα αρνείσαι – αυτό είναι η κόλαση, η τιμωρία του ανθρώπου.

»Και γι’ αυτό ξεκινάει η κόλαση αυτή από τη ζωή αυτή και επεκτείνεται έπειτα και μετά τον θάνατο στην αιωνιότητα που λέμε. Και όλα τα άσχημα που συμβαίνουν στη ζωή αυτή, όλες οι δυστυχίες και οι θεωρούμενες αναποδιές, όλοι οι πόλεμοι, η πείνα και η φτώχεια πολλών ανθρώπων, δεν οφείλονται στον Θεό που απαρχής επιθυμούσε και επιθυμεί την ευτυχία και τη χαρά του ανθρώπου, αλλά σε εμάς τους ανθρώπους, όταν βγάζουμε τον Θεό από τη ζωή μας. Γιατί όταν βγάλεις τον Θεό από τη ζωή σου τι μένει; Τα πάθη σου, οι αμαρτίες σου, ο εγωισμός σου που κάνει κόλαση τη ζωή και τη δική σου και των άλλων, και πάνω στον εγωισμό αυτόν δουλεύει έπειτα και ο Πονηρός διάβολος. Λοιπόν, αγαπητέ μου φίλε Σπύρο, βρες έναν τρόπο αυτά τα πράγματα να τα πεις στον Σπυράκο, με απλότητα και όσο αντέχει. Γιατί τις περισσότερες φορές τα παιδιά όταν δουν έναν μεγαλύτερό τους που τον εμπιστεύονται και τον αγαπούν να τους δίνει απαντήσεις που τις πιστεύει, συνήθως πείθονται – η καρδούλα τους αναπαύεται. Αργότερα βέβαια στην εφηβεία και στη νεανική τους ηλικία θα θέσουν άλλα ερωτήματα ή ίσως επανέλθουν στα ίδια, αλλά με μεγαλύτερη πια κριτική διάθεση, οπότε από κει και πέρα ο Θεός θα ενεργήσει για να πάρουν τις απαντήσεις που πρέπει ανάλογα με την ειλικρίνειά τους και τη δίψα τους για την αλήθεια».

«Πάτερ», είπε ο Σπύρος συγκινημένος. «Ευχαριστώ πολύ για όσα μου είπες και χόρτασε και η δική μου πάλι η ψυχή. Θα φέρω πολύ σύντομα, μόλις μου δοθεί η ευκαιρία, και τον μικρό Σπυράκο να σε γνωρίσει κι ίσως και να… τα πείτε. Την ευχή σου!»

«Στο καλό, Σπύρο μου» είπα αγκαλιάζοντάς τον. «Ο Θεός να ευλογεί και εσένα και όλη την οικογένειά σου».