Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΚΑΙ ΖΩΟΠΟΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

«Οὐ γάρ ἀπέστειλεν ὁ Θεός τόν Υἱόν αὐτοῦ εἰς τόν κόσμον ἵνα κρίνῃ τόν κόσμον, ἀλλ’ ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι’ αὐτοῦ» (Ἰωάν. 3, 17).

Είναι εκπληκτική η συμπύκνωση του λόγου του αγίου Ιωάννη του Ευαγγελιστή στο ανάγνωσμα. Μέσα σε πέντε στίχους (κεφ. 3, 13- 17) καταγράφει το ποιος είναι ο Ιησούς Χριστός (Θεός και άνθρωπος), ποιο είναι το έργο Του στον κόσμο και πώς θα πραγματοποιηθεί, σε συσχετισμό με την Παλαιά Διαθήκη (η προσφορά της αιώνιας ζωής διά της σταυρικής θυσίας), ποια η αιτία που κίνησε τον Θεό να στείλει τον υιό Του (η άπειρη αγάπη Του), ποιο το τελικό αποτέλεσμα της παρουσίας του Χριστού στον κόσμο (η σωτηρία του ανθρώπου). Ο σχολιασμός των επιμέρους στίχων θα μπορούσε να περιλάβει όλη τη διδασκαλία της Εκκλησίας μας για το γεγονός της εν Χριστώ αποκαλύψεως. Ο σκοπός όμως της αποστολής του Χριστού από τον Θεό είναι εκείνο που κυρίως θα μας απασχολήσει: «οὐ γάρ ἀπέστειλεν ὁ Θεός τόν Υἱόν αὐτοῦ εἰς τόν κόσμον, ἵνα κρίνῃ τόν κόσμον, ἀλλ’ ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι’ αὐτοῦ».

1. Το πρώτο που σημειώνει ο Ευαγγελιστής στον προκείμενο στίχο είναι ότι ο ερχομός του Ιησού Χριστού δεν αποτελεί μία μεμονωμένη ενέργεια ενός προσώπου της Αγίας Τριάδος, αλλά ενέργεια όλου του Τριαδικού Θεού: ο Υιός και Λόγος του Θεού έρχεται ως άνθρωπος στον κόσμο σταλμένος από τον Θεό Πατέρα και βεβαίως «συνεργεία του αγίου Πνεύματος», κάτι που θα φανεί ιδιαιτέρως και στο γεγονός του Ευαγγελισμού, όταν το Πνεύμα το Άγιον θα επέλθει στην Παναγία για να σαρκώσει μέσα της τον Χριστό, και στην αρχή ήδη της δράσεως του Κυρίου, όταν στη Ναζαρέτ, αναπτύσσοντας το βιβλίο του προφήτη Ησαΐα, θα επισημάνει τον στίχο: «Πνεῦμα Κυρίου ἐπ’ ἐμέ». Κι είναι τούτο πράγματι μία κεντρική διδασκαλία της χριστιανικής πίστεως, κατά την οποία η ενέργεια του Θεού είναι κοινή στη Θεότητα. Ο Θεός μας, όπως αποκαλύπτει ο αιώνιος λόγος του Θεού, είναι τρισυπόστατος (Πατήρ, Υιός, Πνεύμα Άγιον), αλλά η ενέργειά Του είναι μία και κοινή και για τα τρία πρόσωπα. Έτσι «ο Πατήρ δι’  Υιού εν αγίω Πνεύματι ποιεί τα πάντα», που σημαίνει ότι και στη Δημιουργία του κόσμου και στην Αναδημιουργία με τον ερχομό του Χριστού και στη συνέχεια της παρουσίας Του με την ίδρυση και τη λειτουργία της Εκκλησίας, έχουμε όλον τον Θεό να βρίσκεται ενιαία. Και ο λόγος είναι απλός: ο Θεός είναι ένας και οι διακρίσεις των υποστάσεων είναι τρόποι υπάρξεως του ίδιου Θεού, που ανάγονται μεν στα «εσωτερικά» της Θεότητος, διαπιστώνονται δε από τις φανερώσεις στον κόσμο του Ίδιου του Θεού. Για παράδειγμα, όπως επισημαίνει ιδιαιτέρως ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: ο Τριαδικός Θεός δρούσε στην Παλαιά Διαθήκη, αλλά τις κοινές ενέργειες υπηρετούσε ο Θεός Πατήρ, άρα κυρίως φαινόταν Εκείνος∙ ο Τριαδικός Θεός δρούσε στην Καινή Διαθήκη, αλλά τις κοινές ενέργειες υπηρετούσε ο Υιός ως άνθρωπος∙ ο Τριαδικός Θεός δρα στην Εκκλησία, απαρχής μέχρι σήμερα και όσο θα υπάρχει κόσμος, αλλά τις κοινές ενέργειες υπηρετεί το Άγιον Πνεύμα.

2. Ο Ευαγγελιστής αναφέρεται στον σκοπό του ερχομού του Χριστού: τη σωτηρία του κόσμου και όχι την κρίση του κόσμου. Ο τονισμός της άρνησης της κρίσης από τον Χριστό  δεν πρέπει να γίνεται τυχαία. Ο Χριστός έρχεται όχι ως ο αυστηρός κριτής που θα ελέγξει τον άνθρωπο για τις αμαρτίες του: μία τέτοια εικόνα του Θεού, που το μόνο που εγείρει στον άνθρωπο είναι ο φόβος, υπήρχε κατά την περίοδο της Παλαιάς Διαθήκης, τότε που ο άνθρωπος βρισκόταν ακόμη σ’  ένα νηπιακό πνευματικό επίπεδο, συνεπώς ο φόβος λειτουργούσε ως παιδαγωγία προς συνετισμό του ανθρώπου. Άλλωστε, η αμαρτία, μετά την πτώση του ανθρώπου σ’ αυτήν με τους πρωτοπλάστους, ήταν «φυσική», θα λέγαμε,  κατάσταση. Ο άνθρωπος αδυνατούσε να υπερβεί την τραγικότητα στην οποία είχε περιέλθει, λοιπόν η κρίση του Θεού θα ήταν μόνον καταδίκη γι’  αυτόν. Πρόκειται για βεβαιότητα του ανθρώπου της Παλαιάς Διαθήκης, όπως με πόνο την διατυπώνει και ο μέγας ψαλμωδός: «Καί μή εἰσέλθῃς εἰς κρίσιν μετά τοῦ δούλου σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν Σου πᾶς ζῶν». Η μόνη κρίση που φέρνει ο Χριστός είναι η φανέρωση της αμαρτίας του ανθρώπου, λόγω της αλήθειας που βρίσκεται πια στον κόσμο. Μπροστά στην αλήθεια, η πλάνη και το ψεύδος αποκαλύπτονται. «Νῦν κρίσις ἐστίν τοῦ κόσμου. Νῦν ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου ἐκβληθήσεται ἔξω». Όχι ο άνθρωπος, αλλά η αμαρτία κρίνεται και ο υποκινητής αυτής διάβολος.

3. Ο άγιος Ιωάννης λοιπόν αρνείται κατηγορηματικά αυτήν την εικόνα του Θεού ως κριτή του ανθρώπου στον κόσμο τούτο. Η περίοδος της σκιάς παρήλθε. Ο Ουρανός δεν είναι απειλητικός. Δεν κρυβόμαστε για να σωθούμε από μία άγνωστη δύναμη. Διότι  ο Θεός φανερώνεται με το αληθινό πρόσωπό Του. Κι αυτό το πρόσωπο είναι  του φίλου, του αδελφού, του γεμάτου αγάπη προς τα πλάσματά Του Πατέρα. «Ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί» και «οὕτως ἠγάπησεν ὁ Θεός τόν κόσμον, ὥστε τόν Υἱόν αὐτοῦ τόν μονογενῆ ἔδωκεν». Είναι Εκείνος μπροστά στον Οποίο νιώθουμε ασφαλείς και ήσυχοι, όπως το μικρό παιδί στην αγκαλιά του πατέρα του. Η παρουσία Του είναι σωτηρία για εμάς. Ήλθε «ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι’ Αὐτοῦ». Ό,τι πριν ήταν απειλή και βίωμα τραγικό: η αμαρτία, ο θάνατος, ο διάβολος, τα στοιχεία του κόσμου τούτου, αίρονται από Εκείνον. Τα πήρε και τα εξαφάνισε, μια για πάντα, για να ζήσουμε ήσυχα, σαν πραγματικοί άνθρωποι. Και παίρνοντας αυτά και εξαφανίζοντάς τα μέσα στη φλόγα της αγάπης Του μας γιάτρεψε. Γιατί αυτά αποτελούσαν την πληγή μας. Ήταν ό,τι συνιστούσε τραύμα και πόνο μας. Όπως τότε στην έρημο οι Ισραηλίτες, που δέχονταν τις επιθέσεις από τα δηλητηριώδη φίδια και πέθαιναν σφαδάζοντας από τους πόνους, γλίτωσαν, καθώς κοίταζαν το χάλκινο φίδι που έστησε ο αρχηγός του Μωϋσής, καθ’  υπόδειξη του Θεού, έτσι και με τον ερχομό του Χριστού: πάνω στον Σταυρό, σήκωσε Αυτός τις δικές μας αμαρτίες, κατήργησε τον διάβολο, καταπάτησε τον θάνατο, κι εμείς ελευθερωθήκαμε και γλιτώσαμε.

4. Η σωτηρία αυτή που μας έφερε ο Χριστός δεν πρέπει να κατανοηθεί μονοδιάστατα, ως μία απλή απαλλαγή και απελευθέρωση. Μας έσωσε, διότι κυρίως μας γέμισε με την παρουσία Του, εντάσσοντάς μας μέσα στον εαυτό Του. Και η ένταξη αυτή συνιστά την  προσφορά της αιώνιας ζωής, ως ζωής του Θεού μέσα στην ύπαρξή μας, ήδη από τον κόσμο αυτό: «ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς Αὐτόν μή ἀπόληται, αλλ’  ἔχῃ ζωήν αἰώνιον». Κι αυτό συμβαίνει,  διότι κατά την πίστη μας η αιώνια ζωή δεν είναι η ζωή που άρχεται μετά τον θάνατο του ανθρώπου, αλλά η ζωή του Θεού που δίνεται στον άνθρωπο ήδη από το εδώ και το τώρα, για να ολοκληρωθεί στο απόλυτο δυνατό μετά την έξοδο του ανθρώπου από τον κόσμο και με την πρόσωπον προς πρόσωπον σχέση του  μαζί Του.

 Έτσι η σωτηρία είναι γεγονός που βιώνεται από τη ζωή αυτή, κατά την οποία ο άνθρωπος ζει την αιωνιότητα του Θεού, αρκεί βεβαίως να αποδεχτεί τον Χριστό, να πιστέψει σ’  Αυτόν. Αν μάλιστα δεν ζήσει εν πίστει στον κόσμο τούτο την ζωή του Θεού, συνεπώς τη σωτηρία του, δεν υπάρχει περίπτωση να τη ζήσει μετά, στην άλλη ζωή που λέμε. Ή μάλλον θα ζήσει την αιωνιότητα του Θεού, αλλά κατά τρόπο επώδυνο και τραγικό γι’  αυτόν, ό,τι συνήθως ονοματίζουμε ως κόλαση, ακριβώς διότι δεν θέλησε να δημιουργήσει τις συνθήκες φιλικής σχέσης με τον Θεό. Ο Θεός με άλλα λόγια θα του προσφέρεται, αλλά η προσφορά αυτή θα λειτουργεί γι’  αυτόν αρνητικά. Από την άποψη αυτή, οι πιστοί στον Χριστό ήδη από τη ζωή αυτή έχουν ξεπεράσει τον θάνατο. Η χάρη του Τριαδικού Θεού εγκατοικεί σ’ αυτούς και αυτοί βρίσκονται στον κόσμο ως «ἐν σαρκί περιπολοῦντες θεοί».

Μεγαλειώδης η ζωή του Χριστιανού. Στην πραγματικότητα, προέκταση της ζωής του ίδιου του Χριστού. Ο Χριστός μέσα από εμάς. «Ζῶ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός». Αυτό σημαίνει βεβαίως εκκλησιαστική ζωή, αφού μόνον με τη χάρη των μυστηρίων γίνεται κατορθωτή, και καθημερινή ενεργοποίησή της στις συνθήκες της ζωής μας. Ο Σταυρός του Χριστού γίνεται έτσι σταυρός και του ανθρώπου, κατεξοχήν στο θέμα της αγάπης. Κι αγάπη, όπως ιδιαιτέρως μας το τονίζει σήμερα ο άγιος Ιωάννης, σημαίνει να λειτουργούμε κι εμείς ως σωτηρία των άλλων και όχι ως η κρίση τους. Αν ο Χριστός ήλθε στον κόσμο αρνούμενος την κρίση των ανθρώπων, δεν μπορούμε εμείς στο όνομα του Χριστού, να κρίνουμε τους ανθρώπους. Και δυστυχώς, είναι αυτό που κυρίως κάνουμε. Οι πάντες, ή έστω πάρα πολλοί, κατανοούμε τον εαυτό μας ως τον «εισαγγελέα» του κόσμου: εύκολοι να κρίνουμε, να κατακρίνουμε, μη συνειδητοποιώντας ότι με τον τρόπο αυτό αρνούμαστε τον Χριστό. Ο λόγος του Θεού είναι σαφής: η παρουσία του Χριστιανού στον κόσμο, εφόσον προεκτείνει τη ζωή του Χριστού, είναι παρουσία σωτηριώδης: «κλαίειν μετά κλαιόντων καί χαίρειν μετά χαιρόντων». Φίλοι και αδελφοί προς τους άλλους. Καθόλου απειλητικοί, παρά μόνον στην αμαρτία. Και κυρίως: απειλητικοί απέναντι στη δική μας αμαρτία.

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

«Πολλοί οἱ κλητοί, ὀλίγοι δέ οἱ ἐκλεκτοί» Ματθ. 22, 14)

Με τη φράση αυτήν κατακλείει ο Κύριος την παραβολή των βασιλικών λεγομένων γάμων. Την παραβολή κατά την οποία ένας βασιλιάς καλεί μέσω των δούλων Του συγκεκριμένους ανθρώπους για να λάβουν μέρος στη χαρά του γάμου του υιού Του. Και η αντίδραση των προσκεκλημένων είναι εντελώς απρόσμενη και αχαρακτήριστη: αρνούνται τη συμμετοχή τους στη χαρά του συμποσίου. Ο βασιλιάς επιμένει: στέλνει και άλλους δούλους, λέγοντας ότι τα πάντα είναι έτοιμα, το τραπέζι είναι στρωμένο, τους περιμένει! Η αντίδραση στην επιμονή της προσκλήσεως του βασιλιά από τους προσκεκλημένους φτάνει στο «απώγειο»! Άλλοι από αυτούς αδιαφορούν επιλέγοντας την καθημερινότητα της ζωής τους, άλλοι οργανώνονται για να προβούν σε εχθρότητες και τελικά σε φόνο των απεσταλμένων του βασιλιά. Η οργή του βασιλιά πια είναι δικαιολογημένη: αφενός καταστρέφει τους αδιάφορους και τους φονείς, αφετέρου μέσω άλλων δούλων Του καλεί τους πάντες να μετάσχουν στο γιορτινό τραπέζι, μέχρις ότου ο οίκος του «ἐπλήσθη ἀνακειμένων», πονηρών και αγαθών. Και εισέρχεται ο βασιλιάς στο γαμήλιο τραπέζι για να δει και να ελέγξει τα πράγματα. Και διαπιστώνει ότι ένας προσκεκλημένος από τους πολλούς που μάζεψαν οι υπηρέτες Του προσήλθε απροετοίμαστος, χωρίς την κατάλληλη ενδυμασία για ένα τόσο μεγάλο γεγονός. Πάλι η οργή Του είναι δικαιολογημένη: οδηγείται έξω της οικίας σε σκοτεινό τόπο ο ανάξιος της κλήσεως. Εδώ ο Κύριος προβαίνει στην τελική αποτίμηση: πολλοί είναι οι προσκεκλημένοι, λίγοι όμως οι εκλεκτοί, αυτοί που πληρούν τις προϋποθέσεις της συμμετοχής τους στη χαρά των γάμων του υιού Του!

1. Το πρώτο στο οποίο στέκεται κανείς από την παραβολή του Κυρίου είναι το κεντρικό πρόσωπο της παραβολής, ο βασιλιάς, ο ίδιος δηλαδή ο Θεός μας. Τι χαρακτηρίζει τον Θεό αυτόν; Η αγάπη Του προς τους καλεσμένους Του, που σε πρώτη φάση είναι ο Ιουδαϊκός λαός και οι άρχοντές του, έπειτα δε και κάθε άνθρωπος όπου κι αν ευρίσκεται, η Εκκλησία ως σώμα Χριστού που ίδρυσε ο Κύριος. Στόχος του βασιλιά Θεού είναι να μετάσχουν οι άνθρωποι στη χαρά των γάμων του υιού Του, που δεν είναι άλλος βεβαίως από τον ίδιο τον Κύριο Ιησού Χριστό, τον ενανθρωπήσαντα Υιό και Λόγο του Θεού. Κι αυτό σημαίνει ότι το θέλημα του Θεού απαρχής μέχρι σήμερα κι όσο θα υπάρχει κόσμος είναι ακριβώς αυτό: οι άνθρωποι, όλοι ανεξαιρέτως χωρίς καμία διάκριση, να γίνουμε μέτοχοι της χαράς του Θεού, μέτοχοι της αγάπης Του – το ίδιο που αποκαλύπτει και η άλλη παραβολή του μεγάλου Δείπνου - κάτι που συνιστά το γεγονός της σωτηρίας. Γι’ αυτό δεν δημιουργηθήκαμε άλλωστε; Ως κατ’ εικόνες Εκείνου να ζούμε τη ζωή του Θεού, πλήρεις της χαράς Αυτού. «Χαίρετε» ήταν η προτροπή Του στους μαθητές Του, όπως «καί τήν χαράν ὑμῶν οὐδεἰς αἴρει ἀφ’ ὑμῶν». Γι’ αυτό και το κήρυγμα των Αποστόλων ήταν αδιάκοπα το «Πάντοτε χαίρετε». Όσες φωνές πάνε να αρνηθούν το στοιχείο της χαράς ως κύριου και καίριου γεγονότος της εν Χριστώ αποκαλύψεως διαστρεβλώνουν τη χριστιανική πίστη κινούμενοι σε επίπεδο πνεύματος πονηρού. 

2. Η επίμονη και αδιάπτωτη αυτή αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπο όμως περιέχει, όπως φαίνεται από την παραβολή, δύο στοιχεία. Αφενός τον σεβασμό Του έναντι της ελευθερίας του πλάσματός Του, αφετέρου τη δική Του δικαιοσύνη. Και πράγματι. Ο Θεός δεν φαίνεται να «παρεξηγείται» από την ωμή καταρχάς άρνηση των κεκλημένων, οι οποίοι «οὐκ ἤθελον ἐλθεῖν» – τους απευθύνει και δεύτερη πρόσκληση. Όπως μετέπειτα καλεί τους πάντες, πονηρούς και αγαθούς, να μετάσχουν του συμποσίου της χαράς του υιού Του, σε σημείο να «πλησθῇ ὁ γάμος τῶν ἀνακειμένων» - στην Εκκλησία δηλαδή δεν υπάρχει καμία διάκριση στην κλήση των ανθρώπων. Που θα πει: ο Θεός δεν εκβιάζει κανέναν. Καλεί σε ό,τι ανώτερο μπορεί να υπάρξει: να γίνουμε ένα με Εκείνον, αλλά η τελική επιλογή ανήκει στον ίδιο τον άνθρωπο. Η δική μας στάση και απόφαση καθορίζει την ποιότητα της σχέσεώς μας με τον Θεό. Κι αυτό φαίνεται περίτρανα στο δεύτερο σημείο της κλήσεως και των εκτός του Ισραήλ, δηλαδή και των ειδωλολατρών και των πάντων, διότι ζητείται η ευθύνη τους για το πώς εισέρχονται στον γάμο – «πῶς εἰσῆλθες ὧδε μή ἔχων ἔνδυμα γάμου;» Κλήθηκες, ναι! Ανταποκρίθηκες κι έγινες μέλος της Εκκλησίας, ναι! Μα έχεις την ευθύνη για την ορθή στάση και συμπεριφορά σου από δω και πέρα! Ο Θεός ζητάει «συνεργούς» και όχι απλώς μηχανές και ετεροκινούμενα. «Θεοῦ συνεργοί ἐσμεν» (απ. Παύλος).

Κι εδώ φαίνεται το στοιχείο της δικαιοσύνης του Θεού, η οποία αποτελεί έκφραση της αγάπης Του και του σεβασμού Του προς όλους. Διότι ενώ μας τα δίνει όλα, ενώ μας προσφέρεται χωρίς κρατούμενα, όμως έρχεται και η ώρα του «λογαριασμού». Η παραβολή των πονηρών γεωργών, όπου ο Κύριος απαιτεί τον οφειλόμενο σ’ Αυτόν καρπό από τους γεωργούς, αποτελεί μία από τις  ισχυρές αποδείξεις. Γιατί, όπως είπαμε και παραπάνω, Εκείνος είναι ο χορηγός των αγαθών και της ζωής, μα είναι και ο Κριτής. «Ἕκαστος περί ἑαυτοῦ δώσει λόγον τῷ Κυρίῳ». Μπορεί να πορευόμαστε ως αδέσποτοι στον κόσμο τούτο, εισπράττοντας τα αρνητικά επίχειρα βεβαίως των επιλογών μας, όμως υπάρχει και το τέλος. Η ώρα του θανάτου μας, η ώρα της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου μας. Εκεί θα λογοδοτήσουμε για την όλη ζωή μας.

3. Και πρέπει να επιμείνουμε. Αγάπη και Δικαιοσύνη του Θεού συνυπάρχουν στην πίστη μας όχι ως αντιθετικές καταστάσεις, αλλά ως εκφράσεις της μίας και παντοδύναμης και πανάγαθης ενέργειας της Τριαδικότητάς Του. Ο Θεός δηλαδή αγαπά έχοντας ως περιεχόμενο της αγάπης Του τη δικαιοσύνη Του και είναι δίκαιος έχοντας ως περιεχόμενο της δικαιοσύνης Του την αγάπη Του. Κι ευνόητο βεβαίως ότι μιλάμε έτσι για καταστάσεις μυστηρίου που δεν επιδέχονται ανθρώπινες εξηγήσεις και παρεκβάσεις. Διότι αλλιώς κατανοείται η ανθρώπινη αγάπη και δικαιοσύνη κι αλλιώς η θεϊκή. Μικρή ένδειξη της αλήθειας αυτής ο Σταυρός του Κυρίου. Στον Σταυρό του Κυρίου αποκαλύπτεται η Δικαιοσύνη Του ως Αγάπη, αφού Εκείνος πάσχει και οδυνάται για χάρη μας - ο αθώος, ο Κύριος, καταδικάζεται, και ο ένοχος, ο άνθρωπος, δικαιώνεται. Δεν είναι δίκαιος κατά τα μέτρα μας λοιπόν ο Θεός ούτε και η αγάπη Του μπορεί να εκληφθεί ως αδυναμία για να τον «περιπαίζουμε» εμείς οι άνθρωποι. «Θεός οὐ μυκτηρίζεται

Η παραβολή τονίζει την αγάπη του Θεού, μα τονίζει περισσότερο την ευθύνη που έχουμε απέναντί Του οι άνθρωποι. Δεν είναι τυχαίο που οι απόστολοι, σαν τον απόστολο Παύλο ή τον απόστολο Ιωάννη, επισημαίνουν διαρκώς τη διάσταση αυτή, χωρίς την οποία χριστιανική πίστη και ζωή δεν υφίσταται. «Όποιος λέει ότι είναι ενωμένος με τον Χριστό, οφείλει και να ζει σαν κι Εκείνον» - «ὁ λέγων ἐν Αὐτῷ μένειν ὀφείλει καθώς Ἐκεῖνος περιεπάτησεν και αὐτός οὕτω περιπατεῖν» (άγιος Ιωάννης). Και «να ζούμε άξια προς την κλήση που μας απηύθυνε ο Χριστός» - «ἀξίως περιπατῆσαι τῆς κλήσεως ἧς ἐκλήθητε» (απ. Παύλος). Διότι διαφορετικά θα ακούσουμε κι εμείς ό,τι μας υπενθυμίζει η ακολουθία της θείας Μεταλήψεως: «Φίλε, πώς βρέθηκες εδώ, να είσαι χριστιανός και να έρχεσαι να μεταλαμβάνεις το σώμα και το αίμα του Κυρίου, χωρίς να έχεις ένδυμα γάμου, δηλαδή να μην ενεργοποιείς την πίστη σου με τις αρετές;» Με άλλα λόγια: κλητοί μπορεί να είμαστε, αγωνιζόμαστε όμως να γινόμαστε καθημερινά και εκλεκτοί;

Σάββατο 29 Αυγούστου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΓ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)

«Πάντα ὑμῶν ἐν ἀγάπῃ γινέσθω» (Α΄Κορ. 16, 14)

      Ο απόστολος Παύλος απευθυνόμενος στους πιστούς της Κορίνθου στην πρώτη του προς αυτούς επιστολή δίνει τις τελευταίες του συμβουλές. Ήδη έχει δώσει απαντήσεις σε πολλά θέματα που τον είχαν ερωτήσει, ήδη έχει εξηγήσει διά μακρών την ενότητα που πρέπει να έχουν μεταξύ τους οι πιστοί ως μέλη Χριστού, και θέλει τελειώνοντας την επιστολή του να τους δώσει κάτι ως σύνθημα, ώστε εύκολα να το απομνημονεύσουν και να το έχουν προ οφθαλμών τους πάντοτε ως γραμμή πορείας τους που θα τους κρατάει πάνω στην πίστη του Χριστού και τη σχέση τους με Εκείνον και μεταξύ τους. «Γρηγορείτε, στήκετε εν τη πίστει, κραταιούσθε. Πάντα υμών εν αγάπη γινέσθω». Λέξεις δυνατές που η καθεμία ενεργοποιούμενη συναντά την άλλη και κάνει τον άνθρωπο να ζει τη ζωντανή παρουσία του Χριστού μέσα στο σώμα του Χριστού, την Εκκλησία. Κι ιδίως η τελευταία του προτροπή «Πάντα υμών εν αγάπη γινέσθω».

      1. Πρόκειται για το επιστέγασμα όλης της χριστιανικής πίστης και ζωής. Και η εγρήγορση και η σταθερότητα εν τη πίστει και η κραταίωση είναι πολύ σπουδαίες αρετές, χωρίς τις οποίες πράγματι δεν μπορεί κανείς να είναι χριστιανός. Αλλά η αγάπη αποτελεί τον σκοπό και το κέντρο όλων.

Τι νόημα έχει η εγρήγορση, αν δεν συνιστά κινητοποίηση της ύπαρξης για να είναι κανείς εν αγάπη; Διότι στην αγάπη βρίσκει κανείς τον Θεό. «Ο Θεός αγάπη εστί και ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ». Είμαι σε εγρήγορση σημαίνει έχω ξύπνιες όλες μου τις πνευματικές αισθήσεις, για να μη βρει έδαφος να αναπτυχθεί οτιδήποτε θα με στερήσει από την αγάπη ή θα μου μειώσει την αγάπη. Διότι έτσι θα χάσω τη σχέση μου με τον Θεό. Σαν αυτό που λέει ο Κύριος στην παραβολή των δέκα παρθένων: μην έλθει ξαφνικά ως νυμφίος χωρίς να έχω λάδι στη λαμπάδα μου. Θα μείνω εκτός νυμφώνος. Και το λάδι είναι βεβαίως η αγάπη προς Εκείνον και τον συνάνθρωπο.

Τι νόημα έχει η πίστη και η επιμονή σ' αυτήν, αν δεν είναι στάση πάνω στην αγάπη; Ο ίδιος απόστολος θα σημειώσει αλλού ότι η πίστη είναι ζωντανή μόνον εκεί που υπάρχει αγάπη. «Πίστις δι' αγάπης ενεργουμένη». Μία πίστη έτσι χωρίς αγάπη, χωρίς να θεωρείται δρόμος προς αυτήν, δεν έχει νόημα. Κι όχι μόνον δεν έχει νόημα, αλλά μπορεί να θεωρείται και ως κάτι δαιμονικό. Διότι και «τα δαιμόνια πιστεύουσι και φρίττουσι». Γι' αυτό και προβληματίζεται κανείς σοβαρά και θλίβεται όχι λίγο όταν βλέπει ανθρώπους να διακατέχονται από πίστη, και μεγάλη μάλιστα, που τους κάνει όμως να αγριεύουν και να είναι έτοιμοι να κατασπαράξουν τον συνάνθρωπό τους, ιδίως τον αντίθετο προς τις δικές τους απόψεις και πεποιθήσεις. Πρόκειται βεβαίως για τους ανθρώπους που η πίστη σε αυτούς λειτουργεί ως ιδεολογία και που οδηγεί δυστυχώς στους διαφόρους φονταμενταλισμούς. Και δεν εννοούμε μόνο τους πιστούς των διαφόρων θρησκειών, που εκείνοι έτσι κι αλλιώς έχουν κάποια δικαιολογία αφού δεν έχουν την πίστη του Χριστού, αλλά και τους πιστούς που θέλουν να πιστεύουν ότι ανήκουν στον Χριστό. Να πιστεύω όμως στον Χριστό και να μην έχω την αγάπη Του που αποτελεί την ενεργοποίηση της πίστης είναι όχι μόνο σόλοικο, αλλά όπως είπαμε και δαιμονικό.

Τι νόημα έχει επίσης μία κραταίωση, μία δύναμη του ανθρώπου χωρίς και πάλι την αγάπη; Θα είναι μία δύναμη καταστροφική για τους άλλους και για τον ίδιο μας τον εαυτό ως ενεργοποίηση των παθών μας και επιρροής δαιμονικής. Για την πίστη μας, όπως το εννοεί και απόστολος, δύναμη θετική και ευεργετική υπάρχει εκεί που υφίσταται αγάπη. Όταν αγαπάς, τότε είσαι δυνατός. Διότι το εξηγήσαμε: εκεί ενεργοποιείται η παρουσία του ίδιου του Θεού μέσα στην καρδιά του ανθρώπου και την όλη ύπαρξή του. Μιλάμε λοιπόν για μία δύναμη χαρισματική που κάνει τον άνθρωπο πρωτίστως να ελέγχει τους λογισμούς και τα πάθη του και να προσφέρεται θυσιαστικά προς όλους τους συνανθρώπους του. «Πάντα ισχύω εν τω ενδυναμούντι με Χριστώ», θα πει και πάλι ο απόστολος Παύλος. Γίνομαι πανίσχυρος με τον Χριστό που με δυναμώνει. Και φθάνει η δύναμη αυτή να φανερώνεται με τη μεγαλύτερη δυνατή έντασή της εκεί που υπάρχει ασθένεια και εξωτερική αδυναμία. Αυτή είναι η παραδοξότητα της αληθινής πίστης: να φαίνεσαι αδύναμος και να έχεις την παντοδυναμία του ίδιου του Χριστού. «Όταν ασθενώ, τότε δυνατός ειμί». Σαν τον Κύριο Ιησού Χριστό που η παντοδυναμία Του φανερώθηκε απόλυτα επάνω στον Σταυρό. Εκεί που εξωτερικά φαινόταν αδύναμος, εκεί στην πραγματικότητα λειτουργούσε η παντοκρατορική Του εξουσία που έλκυε προς Αυτόν τους ανθρώπους, εκεί φανερωνόταν η θεϊκή Του δόξα. «Όταν υψωθώ από της γης, πάντα ελκύσω προς εμαυτόν». Είμαι λοιπόν δυνατός ευεργετικά για εμένα και τους άλλους, μόνον όταν βρίσκομαι εν αγάπη.

      2. Η αγάπη λοιπόν είναι η συγκεφαλαίωση όλων των αρετών. Χωρίς αυτήν τα πάντα μένουν μετέωρα, έστω κι αν φαίνεται ότι επιτελούμε τις άλλες αρετές. Κι ο απόστολος είναι σαφής: «π ά ν τ α - δηλαδή ό,τι κάνετε και πάντοτε - υμών εν αγάπη γινέσθω». Δεν υπάρχουν διακοπές στη στάση πάνω στην αγάπη. Δεν μπορώ τώρα να αγαπώ και λίγο αργότερα με όποια δικαιολογία να διαγράφω την αγάπη. Είτε πρόκειται για τους λογισμούς μας είτε για τα λόγια μας είτε για την όλη συμπεριφορά μας η αγάπη πρέπει να βρίσκεται ως η κινητήρια δύναμή μας που θα διαπερνά την όλη ύπαρξή μας. Διότι όπως εξηγήσαμε μόνον όπου υφίσταται αγάπη υπάρχει και η παρουσία του Θεού. Το ζητούμενο δηλαδή στη ζωή μας είναι η αδιάκοπη σχέση μας με τον Θεό. Εκείνον θέλουμε να κρατήσουμε, για να μη χάσουμε την ολότητά μας ως μέλη Του. Το σκεπτικό με άλλα λόγια είναι απλό: ως βαπτισμένοι στο όνομά Του και μέλη του αγίου σώματός Του μένουμε ενωμένοι μαζί Του, μόνον όταν βρισκόμαστε στον τρόπο της δικής του ζωής, δηλαδή την αγάπη. Τότε διακρατείται ακέραιο το ένδυμά μας, ο Ίδιος δηλαδή, χωρίς να το σκίζουμε και να το καταστρέφουμε. «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε». Η αδιάκοπη χωρίς παύσεις σχέση μας με τον Χριστό ως ζητούμενο της ζωής μας είναι κάτι άλλωστε που ο Κύριος το είχε τονίσει καθαρά: αν δεν είμαστε μαζί Του είμαστε εναντίον Του. «Ο μη ων μετ' εμού κατ' εμού εστί και ο μη συνάγων μετ' εμού σκορπίζει». Δεν μπορώ συνεπώς πότε να είμαι με τον Χριστό και πότε όχι. Καλούμαστε εμείς να κάνουμε υπακοή σ' Εκείνον και όχι Εκείνος σε εμάς.

      3. Είναι ευνόητο έτσι ότι πρώτον δεν υπάρχουν δικαιολογίες που απλώς ικανοποιούν τα πάθη και τον εγωισμό μας. Κι εχθρός να είναι ο άλλος απέναντί μας και μύρια προβλήματα αν θέτει στην πορεία μας κι αν αδικίες υφιστάμεθα καθημερινώς από αυτόν, δεν δικαιολογούμαστε για να άρουμε την αγάπη μας. Καλούμαστε να κρατάμε την αγάπη του Χριστού και των αγίων μας, που θα πει να κρατάμε την αγάπη και προς τον εχθρό μας. «Αγαπάτε τους εχθρούς υμών, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς, ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς, προσεύχεσθε υπέρ των επηρεαζόντων και διωκόντων υμάς» (ο Κύριος). «Διατί ουχί μάλλον αδικείσθε; Τούτο γαρ χάρις, ει αδικούμενοι αγαθοποιείτε» (απ. Πέτρος). Και δεύτερον μπορούμε να κρατήσουμε τη χαρισματική αυτή αγάπη μόνον ως μέλη Χριστού, δηλαδή ενταγμένοι μέσα στην Εκκλησία και ενισχυόμενοι από τα μυστήρια και τις προσευχές αυτής. Κανείς με άλλα λόγια μόνος του, στηριγμένος στις δικές του δυνάμεις δεν έχει την ισχύ να ζήσει σωστά την αγάπη. Θα τον νικήσει ο εγωισμός του και η θεωρούμενη ανθρώπινη αίσθηση δικαιοσύνης. Μόνον με τον Χριστό και τη δύναμη που μας δίνει από τα μυστήριά Του της Εκκλησίας μπορούμε να ζήσουμε τη ζωή του Χριστού.

      Ο απόστολος Παύλος δεν απευθύνεται στους Κορινθίους και διαχρονικά σε όλους τους πιστούς για να εκπληρώσει ευγενικά ένα τυπικό καθήκον. Τα λόγια του είναι ο καρπός της αγωνιώσας από ποιμαντική ευθύνη και αγάπη καρδιάς του: γράφει ό,τι τον φωτίζει ο Θεός, «κατ' ενώπιον Αυτού», ώστε να βοηθήσει τους πιστούς στην απόκτηση της αιώνιας σωτηρίας τους. Και λέει σε όλους μας. Να είστε πάντοτε πνευματικά ξύπνιοι, όλο μάτια, να στέκεστε στην πίστη, να είστε δυνατοί. Δηλαδή πάντοτε και σε όλα να ζείτε με αγάπη. Μακάρι η πυρακτωμένη από την αγάπη του Χριστού και τους ανθρώπους καρδιά του αποστόλου να θερμάνει λίγο και εμάς. Που σημαίνει: μακάρι να κινητοποιηθούμε έστω και λίγο σε μετάνοια, αφού όπου υπάρχει η αμαρτία εκεί έχει σβήσει η φλόγα της αγάπης. «Δια το πληθυνθήναι την αμαρτίαν ψυγήσεται η αγάπη». Τουλάχιστον, αν δεν έχουμε μετάνοια, ας την ζητήσουμε ειλικρινά από τον Κύριο. Θα είναι το πρώτο σκαλοπάτι της ένθεης και σωτήριας αγάπης μας.

Σάββατο 6 Ιουνίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ)

Ποιός εἶναι ὁ ἅγιος;

Ἔχει ὀρθά τονιστεῖ ὅτι ἡ σχέση τῆς ἑορτῆς τῆς Πεντηκοστῆς μέ τήν ἑορτή τῶν ῾Αγίων Πάντων στήν ᾽Εκκλησία μας ἀποτελεῖ σχέση αἰτίου καί αἰτιατοῦ, δηλαδή ἐκεῖνο πού δημιουργεῖ τό γεγονός τῆς ἁγιότητας εἶναι τό Πανάγιον Πνεῦμα, τό Ὁποῖο ἀπέστειλε ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Κύριος ᾽Ιησοῦς Χριστός, μετά τήν ἔνδοξη ἀνάληψή Του εἰς τούς οὐρανούς, τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Οἱ ἅγιοι δηλαδή συνιστοῦν τά ἔργα τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος και  φανερώνουν τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο, ἀποτελώντας τήν προέκταση τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου μέσα στό πλαίσια τοῦ ἐδῶ καί τοῦ τώρα. Εἶναι οἱ ῾ἐν σαρκί περιπολοῦντες Θεοί᾽, κατά γνωστή ἔκφραση ἐκκλησιαστικοῦ Πατέρα. Ἡ ἑορτή τῶν ἁγίων Πάντων λοιπόν θέτει κάθε φορά αὐτό τό ἐρώτημα, μέ τό ὁποῖο καλεῖται νά ἀναμετρᾶται διαρκῶς ὁ συνειδητός χριστιανός: «Ποιός εἶναι ὁ ἅγιος;» γιά τόν ὁποῖο καθημερινῶς μιλάει ἡ Ἐκκλησία.  

Κατά πρῶτον θά πρέπει νά ὑπερβοῦμε τήν ἁπλή ἀντίληψη ἀρκετῶν χριστιανῶν, πού τήν ἁγιότητα τήν ἐξαρτοῦν ἀπό συνθῆκες μόνον τοπικές, δηλαδή ὅτι ἕνα συγκεκριμένο πλαίσιο ζωῆς ὁδηγεῖ καί στήν ἁγιότητα, εἴτε μέ τήν ἔννοια ὅτι ἅγιος γίνεται ἐκεῖνος πού ἀπομακρύνεται ἀπό τόν κόσμο, σάν ἕνα εἶδος ὑπερανθρώπου ἀσκητῆ, εἴτε μέ τήν ἔννοια ἐκείνου πού ἀγωνίζεται μέσα στόν κόσμο, σάν ἕνα εἶδος κοινωνικοῦ ἐργάτη. Ὁ ἅγιος εἶναι πέρα ἀπό τέτοιες ἁπλουστεύσεις καί «ἀγκυλώσεις». Ὅπως τό ὑπονοήσαμε καί παραπάνω, ἅγιος εἶναι ἁπλῶς ὁ συνεπής πιστός˙ αὐτός πού προσπαθεῖ νά ζεῖ σωστά ὡς μέλος τῆς ᾽Εκκλησίας, κρατώντας ἀνοιχτή τή θύρα τῆς ψυχῆς του ἀπέναντι στόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο. Κι αὐτό μπορεῖ νά γίνει εἴτε ἀπό τόν μοναχό στό  μοναστήρι εἴτε ἀπό τόν ζῶντα στόν κόσμο, διότι ἀκριβῶς τό ζητούμενο εἶναι ἡ διακράτηση τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ πού ὁ ἄνθρωπος παίρνει μέ τήν εἴσοδό του στήν ᾽Εκκλησία διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος καί τοῦ ἁγίου χρίσματος καί ὄχι ὁ τόπος στόν ὁποῖο κάποιος θά ἐπιλέξει νά μείνει.

 Ὁ πιστός λοιπόν χριστιανός, πού λειτουργεῖται καί λειτουργεῖ στό σῶμα τῆς ᾽Εκκλησίας, εἶναι ὁ ἅγιος. Γι᾽ αὐτό καί στούς πρώτους χριστιανικούς αἰῶνες ἡ λέξη ἅγιος ἦταν ἡ φυσιολογική προσφώνηση γιά τούς χριστιανούς. Καί τί σημαίνει χριστιανός; Μᾶς τό λέει ἐπιγραμματικά ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης τῆς Κλίμακος «Χριστιανός ἐστι μίμημα Χριστοῦ κατά τό δυνατόν ἀνθρώπῳ». Χριστιανός εἶναι ὅποιος «μιμεῖται» τόν Χριστό, μέσα στά πλαίσια τῶν ἀνθρωπίνων δυνατοτήτων. Συνεπῶς ἅγιος εἶναι καί γίνεται κάθε χριστιανός πού βαδίζει πάνω στά χνάρια τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ, αὐτός πού ἀκολουθεῖ τόν Χριστό, ὅπως διαρκῶς τό ζητοῦσε ὁ ῎Ιδιος – «ἀκολούθει μοι» (Ματθ. 8, 22 κ.ἀ.) ἦταν πάντοτε ἡ κλήση Του πρός κάθε μαθητή Του – κι ὅπως προέτρεπαν στή συνέχεια καί οἱ μαθητές τοῦ Χριστοῦ ὅλους τούς ἀνθρώπους: «ἐν Αὐτῷ περιπατεῖτε» (Κολ. 2, 6). Τό ἴδιο δέν λέει καί τό σημερινό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα γιά τούς ἁγίους ἀποστόλους; «ἰδού ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καί ἠκολουθήσαμέν σοι» (Ματθ. 19, 27).

Ἡ ἀκολουθία αὐτή τοῦ Χριστοῦ δημιουργεῖ σχέση φιλίας καί ἀγάπης ἀνάμεσα στόν Χριστό καί τούς πιστούς καί ἐξηγεῖ, ἀφενός τή δύναμη τήν ὁποία ἔχουν στόν κόσμο, δύναμη στήν πραγματικότητα τοῦ Θεοῦ πού ἐνεργεῖ μέσω αὐτῶν, καί, ἀφετέρου τήν τιμή τήν ὁποία ἀπολαμβάνουν στήν ᾽Εκκλησία μας, ὡς φίλοι τοῦ Κυρίου κατά τήν ὑπόσχεσή Του. «Ὑμεῖς φίλοί μου ἐστέ, ἐάν ποιῆτε ὅσα ἐντέλλομαι ὑμῖν» (Ἰωάν. 15, 14). Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ὁ ἅγιος δέν εἶναι μία αὐτονομημένη καί ἀτομοκεντρική ὕπαρξη. ᾽Αντιθέτως, εἶναι ὁ πλήρως ἐξαρτημένος ἀπό τόν Θεό, αὐτός πού ἀναφέρει «ἑαυτόν καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν αὐτοῦ Χριστῷ τῷ Θεῷ», γινόμενος γι’ αυτό «ἐνεργούμενο» τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ. Κι ἀνάλογα μάλιστα πρός τή δεκτικότητά του στό Πανάγιον Πνεῦμα, δηλαδή ἀνάλογα πρός τόν βαθμό τῆς ἀγάπης καί τῆς ταπεινώσεώς του, λαμβάνει περισσότερη ἤ λιγότερη χάρη, πού θά πεῖ ὅτι στήν ἁγιότητα ἔχουμε διαβαθμίσεις – δέν εἶναι ὅλοι οἱ ἅγιοι στό ἴδιο πνευματικό ὕψος. «Ἀστήρ ἀστέρος διαφέρει» (Α´ Κορ. 15, 41) βεβαιώνει ὁ ἀπόστολος, γι’ αὐτό ὅπως πολύ ὀρθά ἔχει εἰπωθεῖ  «ὑπάρχει ἅγιος μέ ἄλφα μικρό καί ῞Αγιος μέ ἄλφα κεφαλαῖο».

Ἰδίως, τό θέμα τῆς ταπεινώσεως θεωρεῖται τό κρισιμότερο ἐξ ὅλων.  Διότι ὅσο πιό μεγάλη εἶναι ἡ ταπείνωση, τόσο μεγαλύτερος εἶναι ὁ χῶρος πού ἀνοίγεται στήν καρδιά τοῦ πιστοῦ γιά τή λήψη τοῦ ἁγίου Πνεύματος. « Θεός ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δέ δίδωσι χάριν᾽ (Α´Πέτρ. 5,5). Κι εἶναι εὐνόητο: ἡ ἀνυπαρξία τῆς ταπείνωσης δηλώνει τήν ὑπερηφάνεια καί τόν ἐγωϊσμό τοῦ ἀνθρώπου, ἄρα καί τήν ἔλλειψη στήν καρδιά του χώρου γιά τόν Θεό. Τό ἀνθρώπινο ἐγώ εἶναι ἀδηφάγο καί κυριαρχικό. Ποῦ νά σταθεῖ λοιπόν ἐκεῖ ὁ Θεός; Ὁπότε ἡ ταπείνωση, ὡς ἀγώνας ἐξαλείψεως τοῦ ἐγωϊσμοῦ καί δημιουργίας συνθηκῶν ἀγάπης, «συντονίζει» τόν ἄνθρωπο μέ τόν Θεό, φανερώνοντας ἔτσι καί τόν βαθμό καθάρσεως τῆς καρδιᾶς του, γι᾽ αὐτό καί ἡ ταπείνωση θεωρεῖται κατά τούς ἁγίους μας καί τό κριτήριο γιά τή γνησιότητα τῆς πίστεως στόν Θεό καί τῆς ἀγάπης πρός τόν συνάνθρωπο, τό κριτήριο τελικῶς τῆς ἁγιότητος.

 «Κάποτε – μᾶς διηγεῖται ἡ ἀσκητική παράδοση τῆς ᾽Εκκλησίας - ἐπισκέφθηκαν τόν ἅγιο ᾽Αντώνιο ὁρισμένοι μοναχοί. Εἶχαν μεταξύ τους καί ἕναν νεαρό μοναχό, πού τόν ἐπαίνεσαν ὡς καλό ἀδελφό. Ὁ ᾽Αντώνιος τόν πρόσβαλε ἐπίτηδες καί διαπίστωσε ὅτι ἐκεῖνος ἀντέδρασε καί ἄρχισε τίς δικαιολογίες. Τότε ὁ ᾽Αντώνιος τόν συμβούλευσε νά προσέχει, γιατί ἐξωτερικά μέν φαίνεται ὡς ὡραία πόλη, πού ὅμως τή λυμαίνονται ἀπό πίσω ληστές». Οἱ δικαιολογίες δηλαδή τοῦ νεαροῦ μοναχοῦ ἦταν καίριο σημάδι γιά τόν ὅσιο ὅτι αὐτός δούλευε ἀκόμη στόν ἐγωϊσμό του, ἀφοῦ εἶναι γνωστό ὅτι ὁ ταπεινός ἄνθρωπος ἀποφεύγει ἐν γένει τίς δικαιολογίες, συχνά κι ἄν ἀκόμη ἔχει δίκιο.

 ῞Αγιος λοιπόν δέν εἶναι τόσο ὁ ἐνάρετος, ὅσο ὁ ταπεινός. ᾽Αρετή χωρίς ταπείνωση δέν σημαίνει τίποτε. «᾽Απούσης ταπεινοφροσύνης πάντα τά ἡμέτερα ἕωλα» σημειώνει καί πάλι ὁ τῆς Κλίμακος ἅγιος. ᾽Ενάρετοι μπορεῖ νά βρεθοῦν σέ πολλούς χώρους, ἀκόμη καί ἐξωχριστιανικούς, μά ταπεινοί μόνο στό χῶρο τοῦ χριστιανισμοῦ καί μάλιστα στήν ᾽Ορθόδοξη ᾽Εκκλησία. Βεβαίως, ὁ ταπεινός εἶναι γεμᾶτος ἀπό ἀρετές, γιά τίς ὁποῖες ὅμως δέν καυχιέται, γιατί τίς ἀνάγει στόν χορηγό αὐτῶν, τόν ἴδιο τόν Θεό. Ἡ ἀρετή δηλαδή εἶναι καρπός τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ καί ὄχι μίας δικῆς του αὐτονομημένης προσπάθειας.

Μετά τά παραπάνω εἶναι πασιφανές ὅτι δέν ὑπάρχει ἰδιαίτερη ὁμάδα ἀνθρώπων, γιά τήν ὁποία καί μόνο νά θεωρεῖται προνόμιο ἡ ἁγιότητα. Τό νά γίνουμε ἅγιοι εἶναι ἐντολή καί προτροπή τοῦ Κυρίου γιά ὅλους μας. «῞Αγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγώ ἅγιός εἰμι» (Α´ Πέτρ. 1,16). ῾Ο εἰκονισμός τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο εἶναι ἡ θεολογική βάση γι᾽ αὐτόν τόν κοινό κλῆρο. «῞Α λέγω ὑμῖν, πᾶσι λέγω» (Μάρκ. 13, 37) βεβαίωνε ὁ Κύριος τούς μαθητές Του. ῞Ολοι λοιπόν εἴμαστε κλημένοι στήν ἁγιότητα. Οἱ ἀποστροφές: «Αὐτά εἶναι γιά τούς καλόγερους καί τούς παπάδες» ἤ «ἅγιοι θά γίνουμε;» εἶναι διαστροφές καί δείχνουν, τό λιγότερο, ἀνευθυνότητα καί ἄγνοια τῆς Γραφῆς καί τῆς Παράδοσης τῆς ᾽Εκκλησίας μας. Κι εἶναι ἀλήθεια ὅτι σέ κάθε ἐποχή, ὅπως καί στή δική μας, ὑπάρχουν πολλοί ἅγιοι, ὄχι μόνον οἱ γνωστοί καί ἀναγνωρισμένοι, ἀλλά καί οἱ ἀφανεῖς πού τούς γνωρίζει μόνον ὁ Θεός. Διότι ἡ ἀγιότητα δέν εἶναι προϊόν πρός διαφήμιση.

Σάββατο 16 Μαΐου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ

«Καί σχίσμα ἦν ἐν αὐτοῖς…» (Ιωάν. 9, 16)

 Μία οξεία αντιπαράθεση μεταξύ ιδεολογίας και εμπειρίας παρακολουθούμε στο σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα. Από τη μία οι θρησκευτικοί άρχοντες των Ιουδαίων, οι οποίοι αρνούνται να πιστέψουν στα μάτια τους και στη μαρτυρία των υπολοίπων συμπατριωτών τους. Από την άλλη ο εκ γενετής τυφλός, ο οποίος δεν κάνει τίποτε άλλο από το να μαρτυρεί ό,τι του συνέβη: την εμπειρία του από τη συνάντησή του με τον Χριστό. Κι αξίζει να σταθούμε στην αντιπαράθεση αυτή, γιατί μπορεί να θεωρηθεί τύπος για ό,τι συμβαίνει σε κάθε εποχή. Πάντα θα υπάρχουν εκείνοι που αρνούνται τον Χριστό για λόγους θεωρητικούς, και πάντα θα υπάρχουν εκείνοι που Τον ομολογούν γιατί Τον ένιωσαν με όλη τους την ύπαρξη.

 1. Ξενίζει σε πρώτη ανάγνωση η αντίδραση των θρησκευτικών αρχόντων να δεχτούν το θαύμα του Κυρίου Ιησού Χριστού. Κι αυτό γιατί βλέπουν την ορατή απόδειξη μπροστά τους: τον θεραπευμένο πια τυφλό, ο οποίος όχι μόνο απέκτησε την όρασή του αλλά και τους  οφθαλμούς που δεν είχε – ο Κύριος λειτουργεί όπως απαρχής  ως ο Δημιουργός Θεός – τη στιγμή μάλιστα που το γεγονός βεβαιώνει πλήθος  ανθρώπων, αλλά και οι ίδιοι οι γονείς του τυφλού χωρίς να είναι ακόλουθοι του Χριστού. Η πνευματική τύφλωση που επιδεικνύουν  - να αρνούνται το προφανές – είναι κυριολεκτικά ασύλληπτη, η οποία  επιτείνεται ακόμη περισσότερο όταν γνωρίζει κανείς την αδιάκοπη απαίτησή τους να «δουν» ένα θαύμα προκειμένου να πιστέψουν.

Ό,τι φαίνεται παράδοξο όμως, στην πραγματικότητα είναι απόλυτα φυσικό και κατανοητό για τους θρησκευτικούς άρχοντες. Διότι η άρνησή τους υποκρύπτει τελικώς την έλλειψη διάθεσης να πιστέψουν στον Χριστό. Όταν είσαι βολεμένος στον κόσμο τούτο κι όταν ικανοποιούνται τα πάθη σου, γιατί να θέλεις αλλαγή; Αν οι άρχοντες δέχονταν το θαύμα θα σήμαινε ότι δέχονται τον Χριστό ως εκ Θεού προερχόμενο, ως τον Μεσσία που είχαν προαναγγείλει οι προφήτες, συνεπώς θα έπρεπε να μετανοήσουν και να αλλάξουν τρόπο ζωής. Κι αυτοί δεν είχαν καμία τέτοια διάθεση.

2. Η στάση αυτή των Ιουδαίων υπάρχει διαχρονικά. Η όποια αμφισβήτηση δηλαδή του Χριστού σε κάθε εποχή δεν στηρίζεται σε άλλους λόγους πέρα από την αμαρτία του ανθρώπου. Ο άνθρωπος που έχει επιλέξει να ζει με εγωισμό και με χάιδεμα των παθών του, αδυνατεί να είναι με τον Χριστό. Χριστός και αμαρτία δεν συμβιβάζονται. Η ακολουθία του Χριστού σημαίνει συντονισμό με τη ζωή του ίδιου του Χριστού, κατά τον σαφή λόγο Του: «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν Σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι». Γι’ αυτό και η πίστη σ’ Αυτόν δεν είναι εύκολη υπόθεση. Την ασπάζονται μόνον εκείνοι που η γενναιότητα και η ανδρεία χαρακτηρίζουν τη ζωή τους· που η θυσία γίνεται πια η επιλογή τους. Κι αυτό γιατί ο Χριστός ανατρέπει τα πάντα: όλες τις επίγειες αγάπες και δεσμεύσεις του ανθρώπου, προκειμένου να βάλει στην πρώτη θέση την αγάπη στον Θεό, την αγάπη σ’ Εκείνον. «Ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου, ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου, ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου, ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου». Και «ὁ φιλῶν πατέρα ἤ μητέρα ἤ τέκνα ἤ ἀγρούς, ἔτι δέ καί τήν ἑαυτοῦ ψυχήν ὑπέρ ἐμέ οὐκ ἔστι μου ἄξιος». Και ποιο το αποτέλεσμα για τον πιστό; Να γεύεται πάντοτε τον Θεό μέσα του και να γίνεται και ο ίδιος ένας μικρός Θεός – ό,τι συνιστά τον σκοπό και την υγεία του ανθρώπου.

3. Από την άλλη υπάρχουν εκτός από τους αμφισβητίες οι πιστοί. Όχι βεβαίως οι ψεύτικοι και κάλπικοι – όσοι έχουν κάνει ιδεολογία και θεωρητική γνώση κι ίσως και μόδα τη χριστιανική πίστη – αλλά οι αληθινοί και γνήσιοι, που έχουν προσωπική εμπειρία της σχέσης τους με τον Χριστό. Στην άρνηση των αμφισβητιών προβάλλουν τη μαρτυρία της εν Χριστώ ζωής τους, σαν τον θεραπευμένο πρώην τυφλό που λέει στους απίστους Ιουδαίους: «δεν ξέρω τι λέτε εσείς, εγώ ένα ξέρω: ήμουν τυφλός και τώρα βλέπω», γεγονός που σημαίνει πως όσα επιχειρήματα μπορεί να φέρει η ανθρώπινη συλλογιστική κατά του Χριστού ως Υιού του Θεού καταπίπτουν μπροστά στην ίδια την πραγματικότητα της ζωντανής παρουσίας Του στη ζωή ενός ανθρώπου. Η εμπειρία έτσι που απέκτησε ο πρώην τυφλός τον έφερε στη σωτηρία: την ορθή πίστη στον Χριστό και την αληθινή γνώση Του.

4. Η περίπτωσή του θυμίζει από μία άποψη τους αποστόλους μετά την Ανάσταση και την Πεντηκοστή. Στους αρνητές και πάλι Ιουδαίους, οι οποίοι μάλιστα τους απειλούν, τους κλείνουν στη φυλακή, τους βασανίζουν με κίνδυνο να χάσουν την ίδια τη ζωή τους, εκείνοι προβάλλουν την προσωπική τους εμπειρία: «οὐ δυνάμεθα ἅ εἴδαμεν καί ἠκούσαμεν μή λαλεῖν», ό,τι σημειώνει δηλαδή και στην Α΄ Καθολική επιστολή του ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος: «Ὅ ἀκηκόαμεν, ὅ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὅ ἐθεασάμεθα καί αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν… ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν». Γι’ αυτό και είναι έτοιμοι όχι μόνο να συνεχίσουν να εξαγγέλλουν την πίστη τους, αλλά και μύριες φορές να πάθουν προς χάρη της. Και την ίδια στάση διαπιστώνουμε έπειτα και σε όλη την εκκλησιαστική ιστορία. Ουδέποτε παρουσιάστηκε περίπτωση χριστιανός εν επιγνώσει και με εμπειρία της χάρης του Θεού στη ζωή του να αρνηθεί τον Κύριο. Όσοι τυχόν Τον αρνήθηκαν ήταν γιατί δεν Τον είχαν πραγματικά πιστέψει, που θα πει δεν είχαν νιώσει τη χάρη Του ενεργούσα μέσα στην καρδιά τους. Αιώνια θα ισχύει ο συγκλονιστικός λόγος του Κυρίου, που ο ίδιος είχε πει στους Ιουδαίους, γιατί δηλαδή δεν κατανοούν τον λόγο Του. Διότι δεν είχαν τη δύναμη εκείνη μέσα τους, τη χάρη του Θεού, που θα τους άνοιγε τα πνευματικά ώτα για να τον ακούνε. «Διατί τήν λαλιάν τήν ἐμήν οὐ γινώσκετε; Ὅτι οὐ δύνασθε ἀκούειν τόν λόγον τόν ἐμόν». Για να ερμηνεύσει ακόμη συγκλονιστικότερα: Δεν έχουν τη δύναμη αυτή, γιατί είναι προσκολλημένοι στον πατέρα τους διάβολο και επιτελούν τις επιθυμίες εκείνου. «Ὑμεῖς ἐκ τοῦ πατρός τοῦ διαβόλου ἐστέ, καί τάς ἐπιθυμίας τοῦ πατρός ὑμῶν θέλετε ποιεῖν».

Το σχίσμα του λαού για τον Χριστό υφίσταται πάντοτε. Ήδη άλλωστε το είχε προφητέψει ο γέρων Συμεών κατά την υπαπαντή του με τον Κύριο. «Σημεῖον ἀντιλεγόμενον» χαρακτήρισε τον Κύριο, όπως και ότι «Οὗτος κεῖται εἰς πτῶσιν καί ἀνάστασιν πολλῶν ἐν τῷ Ἰσραήλ». Το ίδιο ισχύει και στην εποχή μας. Δεν υπάρχει περίπτωση να μην υφίστανται οι αρνητές του Χριστού και του ζωντανού σώματός Του της Εκκλησίας. Αλλ’ εκείνοι ήδη έχουν κριθεί λόγω της άρνησής τους. Το θέμα τι κάνουμε εμείς; Ο Χριστός έχει αγγίξει τους πνευματικούς μας οφθαλμούς, ώστε ορώντες να βεβαιώνουμε με την εμπειρία μας την αλήθεια Του;

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ

«᾽Εάν μή ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τά παραπτώματα αὐτών, οὐδέ ὁ πατήρ ὑμῶν ἀφήσει τά παραπτώματα ὑμῶν» (Ματθ. 6, 15)

Στο τελευταίο σκαλοπάτι για την είσοδό μας στην Μεγάλη Σαρακοστή η Εκκλησία μας έρχεται διά του ευαγγελικού αναγνώσματος – τμήματος της επί του Όρους ομιλίας του Κυρίου από το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο – να επιτείνει ό,τι ετόνισε στις προηγούμενες εισαγωγικές Κυριακές του Τριωδίου: ότι δεν είναι δυνατόν να πορευτούμε την ευλογημένη αυτήν περίοδο, που εκβάλλει στον Σταυρό και την Ανάσταση του Κυρίου, ότι δεν μπορούμε να έχουμε δηλαδή πραγματική σχέση με τον Θεό μας, αν δεν πετάξουμε από πάνω μας τις «μάσκες» της υποκρισίας και δεν σταθούμε έναντι Αυτού με το αυθεντικό πρόσωπό μας, αυτό που δημιουργεί η αληθινή μετάνοια: χωρίς τις επακαλύψεις της μνησικακίας, με αληθινή νηστεία που γίνεται για εμάς τους ίδιους, με συναίσθηση ότι το κέντρο βάρους της ζωής μας, ο αληθινός θησαυρός μας, βρίσκεται όχι στα ασφυκτικά πλαίσια του κόσμου τούτου του παρερχομένου, αλλά στη Βασιλεία του Θεού. Κι αυτό σημαίνει ότι η Μεγάλη Σαρακοστή λειτουργεί ως τύπος όλης της ζωής μας, αφού ο καθημερινός αγώνας του χριστιανού είναι πώς να διατηρηθεί ακέραιο το αυθεντικό του πρόσωπο, εκείνο που βγήκε από την αγία κολυμβήθρα της Εκκλησίας μας ως μέλος Χριστού. Ο Κύριος λοιπόν τονίζει: κανείς δεν μπορεί να είναι με τον Θεό και να διατηρεί το δώρο της χάρης Του, χωρίς  πρώτα από όλα να δίνει αδιάκοπα τη συγγνώμη του στον συνάνθρωπό του. Κατά τη διατύπωση του Ίδιου: «᾽Εάν μή ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τά παραπτώματα αὐτῶν, οὐδέ ὁ πατήρ ὑμῶν ἀφήσει τά παραπτώματα ὑμῶν».

1. Κι είναι αλήθεια ότι η επισήμανση του Κυρίου είναι καίριας και αποφασιστικής σημασίας, δεδομένου ότι η μνησικακία, ως μνήμη της κακίας των άλλων και αδυναμία συνεπώς προσφοράς της συγγνώμης μας για τα τυχόν παραπτώματά τους απέναντί μας, αποτελεί ένα από τα βασικά και μόνιμα σχεδόν προβλήματα στις σχέσεις μας με αυτούς. Λόγοι προσβλητικοί, κακές συμπεριφορές, στάσεις αδιαφορίας του άμεσου ή ευρύτερου περίγυρού μας, έρχονται πολλές φορές να προκαλέσουν τον υπάρχοντα εγωισμό μας, ο οποίος απαιτεί την αποδοχή και τον έπαινο, ίσως μάλιστα και την κυριαρχία επί των άλλων, ακυρώνοντας έτσι τη μοναδική και αποκλειστική σχεδόν προϋπόθεση παρουσίας του Θεού στη ζωή μας: την αγάπη. Με άλλα λόγια η μνησικακία αποτελεί το μεγαλύτερο φράγμα για να παραμένουμε εν τω Θεώ, αφού «ο Θεός αγάπη εστί», ενώ αποκαλύπτει περίτρανα τον εγωισμό που έχει θρονιαστεί ως βασιλιάς στην καρδιά μας, συνεπώς και την κατίσχυση της αμαρτίας πάνω μας.

2. Ο Κύριος λοιπόν είναι σαφής: αν δεν αποτινάξουμε από την καρδιά μας, δηλαδή από τον βαθύτερο εαυτό μας, την όποια μνησικακία μας, αν δεν αγωνιζόμαστε να είμαστε ανεξίκακοι με αγάπη μέσα μας, πρόσωπο Θεού δεν πρόκειται να δούμε, ούτε εν τω νυν ούτε εν τω μέλλοντι αιώνι. Κι από την άποψη αυτή καταλαβαίνουμε ότι ο αγώνας αυτός δεν είναι μία απομείωσή μας,  αλλά ο κατεξοχήν εμπλουτισμός μας - διώχνουμε αυτό που συνιστά δηλητήριο της ψυχής μας και ενέργεια δαιμονική και κρατάμε και αυξάνουμε τη χάρη του Θεού. Την αλήθεια αυτή ο Κύριος δεν την κήρυξε μόνον με τα παραπάνω λόγια, με θετική και αρνητική διατύπωση, που και μόνον αυτά ήταν βεβαίως υπεραρκετά για τη συνειδητοποίηση της φοβερής σημασίας της ανεξικακίας, αλλά και με τα λόγια της προσευχής που μας έμαθε να λέμε, στην Κυριακή λεγόμενη προσευχή, στο γνωστό «Πάτερ ημών»: «και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών»: συγχώρησε τις αμαρτίες μας, όπως και εμείς συγχωρούμε τις αμαρτίες των άλλων. Η συγγνώμη του Θεού προς εμάς έχει ως μοναδική προϋπόθεση τη συγγνώμη τη δική μας προς τους συνανθρώπους μας. Ο Κύριος δηλαδή «έδεσε» τη σωτηρία μας με την καλή σχέση μας προς τους άλλους. Αυτό που τόνισε το ευαγγέλιο της κρίσεως της προηγουμένης Κυριακής, έρχεται σήμερα να τονιστεί και με έναν άλλον τρόπο.

3. Εκεί όμως που ο Κύριος έδωσε το συγκλονιστικότερο «μάθημα» της ανεξικακίας ήταν με την ίδια τη ζωή Του, όταν βρισκόταν μάλιστα πάνω στον Σταυρό. Ο Σταυρός Του, που περικλείει όλη την τελειότητα (όσιος Μάρκος ο ασκητής),  ήταν η αποκάλυψη της άπειρης αγάπης Του και της ανεξικακίας Του, απέναντι μάλιστα σε μία ανθρωπότητα, η οποία τόσο είχε εκτροχιαστεί, ώστε θέλησε να σκοτώσει τον ίδιο τον Δημιουργό και Ευεργέτη της. «Πάτερ, άφες αυτοίς˙ ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» είναι τα λόγια προσευχής Του υπέρ των σταυρωτών Του. Και το παράδειγμα αυτό συγγνώμης και ανεξικακίας συνέχισαν, με τη βοήθεια και τη χάρη βεβαίως του Ίδιου, και οι απόστολοι και οι μάρτυρες και οι λοιποί άγιοι της Εκκλησίας. Ο άγιος Στέφανος για παράδειγμα: τι άλλο κάνει όταν την ώρα που λιθοβολείται από τους εξαγριωμένους Ιουδαίους επαναλαμβάνει, απλώς παραλλαγμένα, τα ίδια λόγια του Κυρίου; «Κύριε, μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην»; Το ίδιο και ο νεώτερος άγιος, για να μνημονεύσουμε και έναν ακόμη, Διονύσιος Αιγίνης: κρύβει και καλύπτει από το απόσπασμα που τον κυνηγά, τον φονιά του αδελφού του και στη συνέχεια τον φυγαδεύει.

Έτσι όρος, προϋπόθεση για να είναι κανείς Χριστιανός, είναι η βίωση της ανεξικακίας και της συγγνώμης. Δεν μπορεί κανείς να λέγεται Χριστιανός, χωρίς να συγχωρεί τους πάντες, έστω κι αν αυτοί είναι εχθροί του. Κι αυτό άλλωστε, ως γνωστόν, είναι το διακριτικό που ξεχωρίζει τον χριστιανό μάρτυρα από οποιοδήποτε άλλο είδος μάρτυρα: ο χριστιανός πεθαίνει προσευχόμενος υπέρ των διωκτών του, επιβεβαιώνοντας με τον τρόπο αυτό τη γνησιότητα της πίστης του στον Χριστό.

4. Βεβαίως η απόκτηση της ανεξικακίας δεν είναι κάτι εύκολο. Απαιτεί αγώνα διαρκή και επίπονο. Χρειάζεται να «ματώσει» κανείς εσωτερικά, για να μπορέσει να σταθεί με καθαρή καρδιά απέναντι στον συνάνθρωπό του. Είναι πολύ χαρακτηριστικό το παράδειγμα του ασκητή εκείνου στο Γεροντικό, που έφτυνε αίμα τη στιγμή που τον πλησίασε ένας άλλος αδελφός. Και στην ερώτηση του αδελφού τι συνέβη, εκείνος απάντησε: Πριν από λίγο ένας αδελφός με πίκρανε. Και παρακάλεσα τον Θεό να μου βγάλει την πίκρα από μέσα μου. Και να, ο Θεός με άκουσε και έκανε αίμα την πίκρα μου και την έβγαλα.

Θα πρέπει μάλιστα να διέλθει ο πιστός από ορισμένα στάδια, που μας τα έχουν υποδείξει και καθορίσει οι ασκητικοί Διδάσκαλοι και Πατέρες της Εκκλησίας. Ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, για παράδειγμα, ο επονομαζόμενος της Κλίμακος, μας μιλάει για τρεις βαθμίδες στην ανεξικακία. Πρώτη βαθμίδα, γράφει, είναι να αποδέχεται κανείς τις προσβολές και τις ατιμίες, έστω με οδύνη και πικρία ψυχής. Στη δεύτερη βαθμίδα φθάνουν αυτοί που έχοντας πια περάσει από την πρώτη, δεν θλίβονται  για τις προσβολές και τις αναποδιές που τους συμβαίνουν, αλλά και δεν χαίρονται βεβαίως. Και η τρίτη βαθμίδα, το στάδιο των τελείων, είναι γι’ αυτούς που όχι μόνον δεν πονούν και δεν πικραίνονται, αλλά θεωρούν ως επαίνους τις ατιμίες. Πρόκειται για στάδιο τελείωσης που χαρακτηρίζεται από το σύγχρονο λογικοκρατούμενο και αυτονομημένο άνθρωπο ως τρέλα. «Αρχή ανεξικακίας – λέει επακριβώς –εν πικρία και οδύνη ψυχής τας ατιμίας καταδέχεσθαι. Μεσότης, αλύπως εν ταύταις διακείσθαι. Τέλος δε, ως ευφημίας ταύτας λογίζεσθαι».

5. Ο ίδιος μάλιστα άγιος προβαίνει και σε άλλα σημεία των λόγων του και σε συγκεκριμένες συμβουλές, που μπορούν να βοηθήσουν κάποιον να ξεπεράσει τη μνησικακία. Μερικά παραδείγματα.

- Αν αισθάνεσαι πικρία και μίσος απέναντι σε κάποιον αδελφό και δεν έχεις τη δύναμη να τον αγαπήσεις με την καρδιά σου, τουλάχιστον να μετανοείς απέναντί του και να τον πλησιάζεις με τα λόγια, με το στόμα. Ίσως έτσι ντραπείς τα λόγια σου και τον αγαπήσεις πραγματικά.

- Αν ακούσεις ότι κάποιος αδελφός σε κατηγόρησε, μην αφεθείς εσύ στο πάθος της μνησικακίας, αλλά ξεπέρασέ το λέγοντας γι’ αυτόν επαινετικά λόγια.

- Αν δεις ή ακούσεις κάτι που σου κινεί το πάθος της κατακρίσεως (καρπού της μνησικακίας), μη λες ότι από αγάπη κατακρίνεις, διότι η αγάπη οδηγεί σε κρυφή προσευχή υπέρ αυτού που έσφαλε, και όχι σε κατηγόρια. Αυτός ο τρόπος αντιδράσεως μάλιστα – προσευχή υπέρ αυτών που μας φταίνε – αποτελεί κατά τον άλλον μεγάλο ασκητικό διδάσκαλο όσιο Μάρκο τον ασκητή, «κτύπημα και πληγή των δαιμόνων».

Η ανεξικακία, ενόψει μάλιστα της Σαρακοστής που μας ωθεί με όλες τις εκφράσεις της στην αποκάλυψη του γνήσιου εαυτού μας, παρ’ όλες τις δυσκολίες αποκτήσεως και βιώσεώς της, είναι ό,τι πιο απαραίτητο για την πορεία μας ως χριστιανών. Δεν θα σωθούμε από τις τυχόν νηστείες ή τις ελεημοσύνες ή τις προσευχές μας, αν όλα αυτά δεν βρίσκουν την κατάληξή τους στην ανεξικακία ή και δεν την έχουν ως προϋπόθεσή τους. Διότι η αρετή αυτή είναι έκφραση της αγάπης και η αγάπη είναι και θα είναι το απόλυτο κριτήριο της ζωής μας.

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΠΟΚΡΕΩ

«Απελεύσονται ούτοι εις κόλασιν αιώνιον, οι δε δίκαιοι εις ζωήν αιώνιον» (Ματθ. 25, 46)

 Το Ευαγγέλιο της κρίσεως που ακούγεται στην Εκκλησία μας την Κυριακή των Απόκρεω, αποτελεί την απάντηση στην ορμή μας για γνώση του αύριο: ο Θεός δεν μας άφησε αμάρτυρο το μέλλον∙ μας άνοιξε τα μάτια,  όχι όμως σε ό,τι συνιστά απλή περιέργεια ως προς την πορεία μας σ’ αυτόν τον κόσμο, αλλά σε ό,τι είναι καίριο και ουσιώδες, σε ό,τι δηλαδή είναι σωτηριώδες και αιώνιο. Ο Κύριος θα ξανάλθει, φωνάζει η Εκκλησία βασισμένη στα ίδια Του τα λόγια. Και θα ξανάλθει ένδοξα αυτή τη φορά «κρίναι ζώντας και νεκρούς», σε ώρα που κανείς δεν γνωρίζει. Θα έλθει «ως κλέπτης εν νυκτί» (Α΄Θεσ. 5, 2), «εν ημέρα η ου προσδοκά» ο άνθρωπος (Ματθ. 24. 50). Και θα σταθούμε όλοι οι άνθρωποι όλων των εποχών ενώπιόν Του για να γίνει η τελική αποτίμηση. Όσοι θα βρεθούν να έχουν τηρήσει το θέλημά Του, άρα να έχουν αγαπήσει τον συνάνθρωπό τους, θα βρεθούν στους ευλογημένους του Πατρός Του. Όσοι θα βρεθούν αμετανόητοι, ανάπηροι από τα φτερά της πίστεως και της αγάπης, θα βρεθούν στους καταραμένους. Και η οριστική κατάληξη: «Απελεύσονται ούτοι (οι χωρίς αγάπη) εις κόλασιν αιώνιον, οι δε δίκαιοι εις ζωήν αιώνιον».

 1. Ο τονισμός του αιώνιου χαρακτήρα της μιας και της άλλης καταστάσεως είναι το πρώτο στο οποίο κοντοστέκεται κανείς. Ο Κύριος δεν άφησε καμία αμφιβολία περί του οριστικού και αμετάκλητου της κρίσεώς Του. Η αιωνιότητα με την ατέρμονη πορεία της είναι η προοπτική που ανοίγεται μετά τον ερχομό Του για δεύτερη φορά. «Της βασιλείας Αυτού ουκ έσται τέλος», όπως το ομολογούμε διαρκώς και στο Σύμβολο της Πίστεως. Δεν υπάρχει πια ανακοπή και ανάκληση. Κι είναι η αιωνιότητα αυτή καταδίκη καταρχάς της παναίρεσης των Γιεχωβάδων, οι οποίοι μεταξύ των άλλων πλανών τους τονίζουν ότι η Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου θα σημάνει την απαρχή μιας χιλιετούς βασιλείας Του, για να ακολουθήσει έπειτα κάτι διαφορετικό. Από την άλλη ο αιώνιος χαρακτήρας της κρίσεως του Θεού καταδικάζει και όσους στο παρελθόν ή και πιο μετά πίστεψαν πλανεμένα ότι τελικώς όλοι θα αποκατασταθούν μέσα στην αγκαλιά της αγάπης του Θεού. «Η αποκατάσταση των πάντων», για την οποία μίλησε και ο μεγάλος αλλά καταδικασμένος για τις πλάνες του από την Εκκλησία θεολόγος Ωριγένης, αποτελεί μία πρόκληση και έναν πειρασμό για την Εκκλησία, η οποία όμως απέρριψε την πλάνη, διότι ακριβώς προϋποθέτει εσφαλμένη θεολογία ως προς την εικόνα που απεκάλυψε για τον Θεό ο ίδιος ο Χριστός. Δεν είναι ο Θεός το πρόβλημα για να αποκαταστήσει τους πάντες. Η αποκατάσταση αυτή είναι η διαρκής βούληση του Θεού για όλους, ακόμη και για τους δαίμονες. Διότι «ο Θεός πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α΄Τιμ. 2,4). Το πρόβλημα είμαστε εμείς οι ίδιοι, οι οποίοι αρνούμαστε την αγάπη του Θεού και τις προκλήσεις και προσκλήσεις για μετάνοιά μας. Η «αποκατάσταση των πάντων» αλλοιώνει και την περί ανθρώπου εικόνα της Εκκλησίας, παρουσιάζοντας αυτόν  με κολοβωμένη ελευθερία.

2. Η αιωνιότητα που θα ανοιχτεί μετά τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου – πέρα βεβαίως από την αιωνιότητα ως παρούσα κατάσταση του εδώ κόσμου που ζει ο Χριστιανός μέσα στην Εκκλησία: «αύτη εστίν η αιώνιος ζωή, ίνα γινώσκωσί Σε τον μόνον αληθινόν Θεόν και ον απέστειλας Ιησούν Χριστόν» (ευαγγελιστής Ιωάννης) - δεν θα φέρει κάτι διαφορετικό από αυτό που ζει ο άνθρωπος αμέσως μετά τον θάνατό του. Σε όποια κατάσταση δηλαδή  φεύγουμε από τη ζωή αυτή, είτε εν μετανοία είτε εν αμετανοησία, σε αυτήν την κατάσταση θα μας βρει και η Δευτέρα Παρουσία. Κι αυτό θα πει: το οριστικό και αμετάκλητο τέλος για τον καθένα μας, σε επίπεδο αιωνιότητας, έρχεται στην ουσία την ώρα του θανάτου μας. Η μόνη διαφορά μεταξύ της μερικής κρίσεως που υφίσταται ο άνθρωπος όταν πεθάνει, και της γενικής κρίσεως που θα υποστεί την ημέρα της Κρίσεως, θα είναι στον βαθμό της έντασης: στη μερική κρίση κρίνεται με μόνη την ψυχή∙ στη γενική κρίση θα κριθεί μαζί με το σώμα, που θα αναστήσει ο Χριστός. Υπό το πρίσμα αυτό ο προβληματισμός και η αγωνία ορισμένων για το πότε θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία είναι χωρίς νόημα: η ώρα του θανάτου μας στην πραγματικότητα αποτελεί και την ώρα της τελικής κρίσεώς μας, αφού δεν υπάρχει προοπτική μετάνοιας μετά τον θάνατό μας. «Εν τω Άδη ουκ έστι μετάνοια» κατά τη γνωστή και κλασική διατύπωση.

3. Μιλώντας όμως για τον αιώνιο χαρακτήρα είτε της κόλασης είτε της ζωής, κατά τη διάκριση του Κυρίου, πρέπει να έχουμε την ορθή εικόνα των καταστάσεων αυτών. Να τις βλέπουμε δηλαδή με τις προϋποθέσεις του Ευαγγελίου, της Αποστολικής και της Πατερικής Παραδόσεως. Διότι δυστυχώς υπάρχει πολλή και μεγάλη διαστρέβλωση επ’ αυτών. Άλλοι απορρίπτουν τις καταστάσεις του Παραδείσου και της Κολάσεως, άλλοι τις θεωρούν ως καταστάσεις μόνον του κόσμου τούτου, άλλοι τις κατανοούν με μεσαιωνικές εικόνες: ως τόπους που είτε βράζουν και ψήνονται οι άνθρωποι (η κόλαση) είτε αναπαύονται σε κήπους και ανάκλιντρα (ο παράδεισος).

Η Εκκλησία μας λοιπόν διδάσκει πως ό,τι ονομάζουμε κόλαση και παράδεισος δεν υφίσταται από πλευράς του Θεού. Διότι «ο Θεός αγάπη εστί» (Α΄Ιωάν. 4, 16), και έτσι το μόνο που δύναται είναι να αγαπά. Κατά συνέπεια  όλοι οι άνθρωποι όλων των αποχρώσεων και όλων των καταστάσεων, είτε πιστοί είτε άπιστοι, ως παιδιά του Θεού δέχονται την ίδια αγάπη από Εκείνον. Ο Θεός δεν κάνει διακρίσεις. Διακρίσεις κάνουμε εμείς οι εμπαθείς άνθρωποι. Αν ένας γονιός φτάνει στο σημείο να αγαπά όλα τα παιδιά του το ίδιο, είτε είναι μέσα στο σπίτι είτε εκτός, πόσο περισσότερο ο ουράνιος Πατέρας, ο Οποίος είναι παντελώς απαλλαγμένος από οποιαδήποτε εμπάθεια και οποιαδήποτε κακία. Αν όμως δεν υφίσταται κόλαση και παράδεισος από πλευράς του Θεού, υφίσταται από πλευράς των ανθρώπων. Εμείς τη μία και ενιαία αγάπη του Θεού δυστυχώς την ζούμε έτσι και αλλιώς: είτε δηλαδή θετικά είτε αρνητικά. Διότι οι δικές μας προϋποθέσεις ζωής μεταποιούν και αλλοιώνουν τη θεϊκή αγάπη. Έτσι ο μετανοημένος πιστός που αγωνίστηκε σε αυτήν τη ζωή να απαλλαγεί από τον εγωισμό και την αμαρτία: ό,τι καταργεί και σκοτώνει την αγάπη, δέχεται την ενέργεια της αγάπης του Θεού και την βιώνει ως φως και ευλογία. Ο αμετανόητος όμως, που παγίωσε τον εγωισμό μέσα του κι έκανε πέτρα την καρδιά του, αυτός την ίδια αγάπη του Θεού την δέχεται πια αρνητικά: ως φωτιά που τον κατακαίει και τον πονάει. Σαν τον ήλιο που οι ίδιες ακτίνες του το μεν πτώμα το αποσυνθέτουν, τον δε ζωντανό οργανισμό τον ζωοποιούν και τον αναζωογονούν.

 Έτσι για το αν βρεθούμε στην κόλαση ή στον παράδεισο, όπως λέμε, αποκλειστικά υπεύθυνοι είμαστε εμείς και όχι ο Θεός. Ο Θεός μας αγαπά. Εμείς δεν μπορούμε να γευτούμε την αγάπη Του, γιατί όσο μας δόθηκε ο χρόνος εργασίας και μετανοίας, αυτή η ζωή, εμείς φροντίσαμε να παραλύσουμε τις αισθήσεις μας. Γι’ αυτό και δεν πρέπει να μας παραξενεύουν τα λόγια μερικών Πατέρων της Εκκλησίας που μιλώντας για τα θέματα αυτά είπαν: ακόμη και στην περίπτωση που ο Θεός διά της βίας μας έβαζε στον Παράδεισο, ακόμη και στην υποτιθέμενη αυτή περίπτωση τον παράδεισο εμείς θα τον ζούσαμε ως κόλαση. Διότι ο εγωιστής άνθρωπος και στον παράδεισο θα είναι εγωιστής, άρα κολασμένος.

4. Τι θα κρίνει βεβαίως την ένταξή μας στη μία ή στην άλλη κατάσταση είναι γνωστό και το αναφέραμε ακροθιγώς παραπάνω: η αγάπη που φροντίσαμε να κρατήσουμε στη ζωή αυτή και απέναντι στον Θεό και απέναντι στον συνάνθρωπο. Και κυρίως απέναντι στον συνάνθρωπο, διότι αυτή κρίνει την ποιότητα και της αγάπης μας προς τον Θεό. «Αν δεν αγαπάμε τον συνάνθρωπό μας που βλέπουμε – επισημαίνει ο άγιος Ιωάννης – πώς θα αγαπάμε τον Θεό που δεν βλέπουμε;» (Πρβλ. Α΄ Ιωάν. 4, 20). Η αγάπη μας λοιπόν προς τον συνάνθρωπο συνιστά και το έσχατο κριτήριο, πάνω στο οποίο θα κριθούμε.

Και πράγματι η παραβολή της Κρίσεως αυτό επισημαίνει: «Εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε». Και «εφ’ όσον ουκ εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, ουδέ εμοί εποιήσατε». Τα λόγια του Κυρίου είναι συγκλονιστικά. Ο άλλος, ο πλησίον, ο συνάνθρωπος, όποιος κι αν είναι αυτός, δεν είναι απλώς ο άλλος. Πολύ περισσότερο δεν είναι ο ξένος και ο εχθρός, που μπορεί να φτάσει να θεωρηθεί και ως η κόλασή μου – μία θεώρηση που συνιστά την ίδια την αθεΐα. Διότι πράγματι χωρίς Θεό στη ζωή μου, ο συνάνθρωπος αποτελεί για μένα μόνο απειλή και ενόχληση. Ο άλλος όμως, κατά τον Κύριο, είναι ο αδελφός του Κυρίου, κι ακόμη πιο πολύ: ο ίδιος ο Κύριος.

5. Δεν αποτελούν συμβολικές εικόνες αυτά που λέγει ο Χριστός. Είναι οριστικές διατυπώσεις που αποκαλύπτουν την πραγματικότητα. Ο Χριστός αίρει την τύφλωσή μας και μας δίνει τα μάτια για να δούμε την κρυμμένη πραγματικότητα. Το έσχατο βάθος της. Και μας λέει: μη με ψάχνετε εδώ κι εκεί. Δείτε με στα πρόσωπα των συνανθρώπων σας. Ακόμη και σε εσάς τους ίδιους. Ο καθένας λοιπόν από εμάς συνιστά μία κρυμμένη παρουσία Χριστού. Αποτελούμε μία πρόκληση διαλόγου με τον Χριστό και μία βίωση της Δευτέρας Παρουσίας του πριν ακόμη εκείνη έρθει. Έτσι η κόλαση και ο παράδεισος δεν ανήκουν ως καταστάσεις στο μακρινό και απώτατο μέλλον. Είναι πολύ κοντά μας, μπροστά κυριολεκτικά στα μάτια μας, όσο είμαστε εμείς οι ίδιοι μπροστά στον εαυτό μας και μπροστά στον κάθε συνάνθρωπό μας. Την κόλαση και τον παράδεισο τα κερδίζουμε την κάθε στιγμή της ζωής μας. Κι αυτό που τώρα ζούμε, το ίδιο με μεγαλύτερη ένταση θα ζήσουμε και μετά τον θάνατό μας, και με την απόλυτη δυνατή ένταση μετά τον ερχομό του Χριστού στη Δευτέρα Του Παρουσία. Πόσο οικεία και γνώριμα λοιπόν ακούει στα αυτιά του ο Χριστιανός τα λόγια των Πατέρων του: «Από τον πλησίον μας εξαρτάται η ζωή και ο θάνατος. Γιατί αν κερδίσουμε τον αδελφό μας, τον Χριστό κερδίσαμε. Κι αν τον προσβάλουμε, Εκείνον χάσαμε».

Η παραβολή της κρίσεως ακούγεται μία φορά τον χρόνο στην Εκκλησία μας, την Κυριακή των Απόκρεω – σκαλοπάτι κι αυτή για την είσοδό μας στη Σαρακοστή. Περιττό να πούμε ότι λόγω της σπουδαιότητάς της θα πρέπει να την έχουμε μόνιμο και καθημερινό ανάγνωσμά μας και μελέτη του βίου μας διαπαντός. Διότι επικεντρώνει την προσοχή μας σε ό,τι πιο ουσιαστικό έχουμε να κάνουμε στη ζωή αυτή, από το οποίο εξαρτάται και το αιώνιο μέλλον μας: να αγαπάμε τους πάντες και τα πάντα. Για χάρη του Χριστού. Για χάρη δική μας. 

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ΄ ΛΟΥΚΑ (ΖΑΚΧΑΙΟΥ)

«Σήμερον εν τω οίκω σου δει με μείναι» (Λουκ. 19, 5)

Μία άλλη Υπαπαντή μπορεί να χαρακτηριστεί η περίπτωση που καταγράφει το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα και που διαδραματίζεται στην Ιεριχώ με τον αρχιτελώνη Ζακχαίο. Ο Κύριος συναντά τον Ζακχαίο, με  αποτέλεσμα της συνάντησης αυτής, παρά τη συκομοριά, που θα ολοκληρωθεί  στο σπίτι του Ζακχαίου – μάλλον που ξεκινά την ολοκλήρωση, αφού έκτοτε η ζωή του αγίου Ζακχαίου ήταν μία αδιάκοπη αναζήτηση του Κυρίου – τη σωτηρία αυτού και όλης της οικογενείας του. Κατά το ευαγγελικό ανάγνωσμα, η συνάντηση προϋπέθετε δύο συγκλίνουσες ενέργειες: την ενέργεια του ίδιου του Κυρίου, που ήλθε «ζητήσαι και σώσαι το απολωλός», και την ενέργεια του Ζακχαίου, που «εζήτει ιδείν τον Ιησούν». Η ώρα της πρώτης φάσης της συνάντησης κατακλείεται με τη φράση του Κυρίου: «σήμερον εν τω οίκω σου δει με μείναι», σήμερα πρέπει να μείνω στο σπίτι σου.

1. Το αίτημα αυτό του Κυρίου να μείνει στο σπίτι του Ζακχαίου συνιστά καταρχάς μία παραδοξότητα: ο Ζακχαίος ήταν αρχιτελώνης, δηλαδή άνθρωπος αμαρτωλός, δεδομένου ότι οι τελώνες, ως γνωστόν, εξυπηρετούσαν τους κατακτητές των Ιουδαίων Ρωμαίους και καταπίεζαν οικονομικά τον απλό λαό μέχρι πλήρους εξαντλήσεώς του. Γι’ αυτό και ο γογγυσμός των Ιουδαίων για την επιλογή του Κυρίου να πάει στο σπίτι του Ζακχαίου – «και ιδόντες πάντες διεγόγγυζον ότι παρά αμαρτωλώ ανδρί εισήλθε καταλύσαι» - μπορεί να θεωρηθεί εκ πρώτης όψεως δικαιολογημένος. Αλλά η εξήγηση της παραδοξότητας αυτής φαίνεται να υπάρχει στο «σήμερον» του Κυρίου. Το «σήμερον» φανερώνει την ώρα του Θεού για τον Ζακχαίο. Την ώρα που η ψυχή του Ζακχαίου ήταν ανοιχτή στην παρουσία και την ενέργεια Εκείνου, την ώρα δηλαδή που ο άνθρωπος  μπορεί να νιώσει την πάντοτε αναζητούσα αυτόν χάρη του Θεού. Πρόκειται για τις παρόμοιες περιπτώσεις που καταγράφει ιδίως ο ευαγγελιστής Ιωάννης, σαν εκείνην με τη Σαμαρείτιδα «παρά το φρέαρ του Ιακώβ», με τη συγκλονιστική φράση «ώρα  ην ωσεί έκτη». Το «σήμερον» λοιπόν ως η ώρα της χάρης για τον Ζακχαίο δίνει και το νόημα του «δει», του πρέπει. «Πρέπει να μείνω στο σπίτι σου».

2. Ποια στοιχεία συγκεκριμένα συνθέτουν την ώρα αυτή και οριοθετούν την αναγκαιότητά της; Πρώτον, όπως είπαμε, η αναζήτηση του ίδιου του Κυρίου. Ο Κύριος ήλθε στον κόσμο «ζητήσαι και σώσαι το απολωλός». Ο άνθρωπος χαμένος στα πάθη και τις αμαρτίες του, λόγω της άγνοιας του αληθινού Θεού και της επιρροής του αρχεκάκου διαβόλου, είχε ανάγκη αναζητήσεώς του από τον Θεό. Κανείς πέραν του ίδιου  του Δημιουργού δεν μπορούσε να ρίξει φως στη ζόφωση αυτή του ανθρώπου, κανείς πέραν Εκείνου που είναι το φως του κόσμου, του ενανθρωπήσαντος Θεού μας: «Εγώ ειμι το φως του κόσμου». Κι ένας τέτοιος χαμένος άνθρωπος ήταν και ο Ζακχαίος. Το ίδιο το επάγγελμά του – να καταπιέζει και να αδικεί του ανθρώπους – είναι η μεγαλύτερη επιβεβαίωση. Ποτέ κανείς ζώντας με αδικία δεν βρίσκεται στην καθάρια ατμόσφαιρα της παρουσίας του Θεού. Η καταχνιά, η ζόφωση, η σύγχυση αποτελούν τα μόνιμα γνωρίσματα της ψυχής του. Ο Κύριος λοιπόν έρχεται προς αναζήτηση και του Ζακχαίου. Στο «στόχαστρο» της αγάπης Του, εκείνη την ημέρα, είχε αυτόν και την οικογένειά του. Κι από ό,τι τελικώς θα αποδειχτεί, και όλη την πόλη της Ιεριχώς: η αποκατάσταση που θα κάνει ο Ζακχαίος, θα περιλάβει σχεδόν όλους τους κατοίκους της: το ήμισυ της περιουσίας του θα πάει στους φτωχούς, θα δώσει πίσω στο τετραπλάσιο, δηλαδή στο ανώτερο δυνατό σημείο  για τα Ιουδαϊκά δεδομένα, ό,τι είχε πάρει από αδικίες.

Δεύτερον, η αναζήτηση του ίδιου του Ζακχαίου: «ο Ζακχαίος εζήτει ιδείν τον Ιησούν». Δεν ξέρουμε ακριβώς το κίνητρό του, αλλά σαφώς υπονοείται από το ανάγνωσμα ότι ο Ζακχαίος πρέπει να μην αισθανόταν καθόλου  καλά μέσα του με ό,τι έπραττε και ενεργούσε. Η καρδιά του δεν πρέπει να είχε φτάσει σε σημείο πώρωσης, που σημαίνει ότι οι αδικίες που έπραττε του προκαλούσαν «θλίψιν και στενοχωρίαν» κατά τον απόστολο. Κι αυτή η εσωτερική του πίεση – ένα είδος απελπισίας ίσως από τον εαυτό του – τον έκανε να αναζητεί τον Ιησού, τον λαϊκό δάσκαλο που περιφρονούσαν οι επίσημοι δάσκαλοι και άρχοντες του Ιουδαϊσμού. Η αναζήτηση λοιπόν αυτή του Ζακχαίου δεν ήταν μία επιφανειακή αναζήτηση, μία περιέργεια, κατά το παράδειγμα του Ηρώδη Αγρίππα, ο οποίος και αυτός ζητούσε να δει τον Ιησού, σαν κάποιο μάγο όμως και θαυματουργό (Πρβλ. Λουκ. 23, 8-9). Η αναζήτησή  του ήταν βαθιά και αποφασιστική, που τον κάνει να μην υπολογίζει τίποτε: ούτε τη θέση του ούτε την υπόληψή του – το ανέβασμά του στη συκομοριά συνιστούσε μεγάλη πρόκληση για τον λαό σε σχέση με το αξίωμά του. Κι αυτό θα πει: εκείνη την ώρα ο Ζακχαίος «ρίσκαρε», κατά το κοινώς λεγόμενο, την κοινωνική του υπόληψη. Έκανε κάτι που περιείχε ένα στοιχείο προσωπικής θυσίας.

3. Έτσι η ώρα συνάντησης με τον Χριστό κάθε ανθρώπου – εν προκειμένω ο Ζακχαίος λειτουργεί ως τύπος κάθε ανθρώπου – δεν είναι ώρα αδιαφορίας και υποτονικότητας, δεν είναι ώρα λογικής ψυχραιμίας και θεωρούμενης αξιοπρέπειας. Μία τέτοια κατανόηση φανερώνει εγωισμό και θωράκιση στον ψεύτικο εαυτό μας. Η ώρα αυτή είναι ώρα έντασης και θεοποιού «τρέλας»:  κάνει αυτόν που τον καταλαμβάνει να ξεπερνά τα συμβατικά πλαίσια της κοινωνίας μέσα στην οποία ζει και να προβαίνει σε υπέρβαση του εαυτού. Με ποιο σκοπό; Να φτάσει στο σημείο συντονισμού του με τον εξίσου ανατρεπτικό Θεό μας, ο Οποίος «εν μορφή Θεού υπάρχων ουχ αρπαγμόν ηγήσατο το είναι ίσα Θεώ, αλλ’  εαυτόν εκένωσε μορφήν δούλου λαβών» (Φιλ. 2, 6-7) (αν και ήταν Θεός, δεν θεώρησε την ισότητά του με τον Θεό αποτέλεσμα αρπαγής, αλλά τα απαρνήθηκε όλα και πήρε μορφή δούλου). Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ώρα της συνάντησης με τον Θεό είναι ώρα «τρέλας» εκ μέρους πρώτα του Θεού, λόγω του μανικού έρωτά Του προς τα πλάσματά Του, και εκ μέρους έπειτα του ανθρώπου, λόγω της απελπισίας του από ό,τι μπορεί να προσφέρει σ’ αυτόν ο πεσμένος στην αμαρτία κόσμος. Όση «αξιοπρέπεια» έλειψε από τον Θεό – τι «αξιοπρέπεια» μπορεί να έχει ένας Θεός γεννημένος σαν άνθρωπος και μάλιστα σε στάβλο στο πιο άσημο χωριό της Ιουδαίας, κι έπειτα Εσταυρωμένος; - τόση πρέπει να λείψει και από τον άνθρωπο, αν θέλει να βρει το σημείο συνάντησης μαζί Του. Θέλουμε να πούμε ότι η ταπείνωση του ανθρώπου αποτελεί την προϋπόθεση να βρει τον ταπεινό Θεό και να σχετιστεί μαζί Του.

4. Το αποτέλεσμα τελικώς επιβεβαιώνει την αλήθεια: ο Ζακχαίος σώθηκε και μαζί με αυτόν και η οικογένειά του. «Σήμερον σωτηρία τω οίκω τούτω εγένετο». Σωτηρία, διότι η συνάντηση αυτή με τον Κύριο τον οδήγησε σε αληθινή μετάνοια, σε έμπρακτη δηλαδή αλλαγή του, η οποία φανερώθηκε με την προσφορά αφενός του μισού της περιουσίας του στους φτωχούς αδελφούς του, στην αποκατάσταση έπειτα, όπως είδαμε, του κάθε από αυτόν αδικημένου, και μάλιστα στο τετραπλάσιο. Κι αυτό βεβαίως σημαίνει ότι η σχέση με τον Χριστό είναι αληθινή, στο βαθμό που ο άνθρωπος αλλάζει τρόπο ζωής και ανοίγεται εν αγάπη προς τον συνάνθρωπο. Δέχτηκε δηλαδή ο Ζακχαίος τον Χριστό στο σπίτι του, αμέσως το σπίτι του έγινε «κατ’ οίκον Εκκλησία», αγκαλιά για όλον τον υπόλοιπο κόσμο.

Στο πρόσωπο του Ζακχαίου κρινόμαστε όλοι, κληρικοί και λαϊκοί: αν δηλαδή έχουμε συναντήσει πράγματι τον Χριστό, κι αν Τον έχουμε συναντήσει, πώς φανερώνεται τούτο με τη στάση μας έναντι των συνανθρώπων μας. Κι αυτό θα πει: έχουμε τον πόθο και την «τρέλα» να είμαστε μαζί Του; Είμαστε διατεθειμένοι προς χάρη Του να χάσουμε πράγματα που μας «ανήκουν», προκειμένου να τα δώσουμε σε εκείνους που όντως τους ανήκουν: στους αδελφούς μας εν Χριστώ;