Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΛΟΓΙΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΛΟΓΙΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2026

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ ΕΚ ΤΩΝ ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ ΣΙΛΑΣ, ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ, ΚΡΗΣΚΗΣ, ΕΠΑΙΝΕΤΟΣ ΚΑΙ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ

«Οι άγιοι αυτοί απόστολοι, από τον ευρύτερο κύκλο των μαθητών του Κυρίου, τους εβδομήντα, κήρυξαν στη Καρχηδόνα, την Ιταλία και σε όλο τον κόσμο, με πολλή δύναμη και παρρησία, τον λόγο της πίστεως του Χριστού, κι αφού δίδαξαν πολλούς από τους ειδωλολάτρες και τους βάπτισαν, εν ειρήνη παρέδωσαν τα πνεύματά τους στον Θεό».

       Ο Κύριος είναι γνωστό ότι δεν είχε μόνο τους δώδεκα αποστόλους ως μαθητές, αλλά και έναν ευρύτερο κύκλο, τους εβδομήντα. Πέραν αυτών, Τον ακολουθούσαν περιστασιακά και διάφοροι άλλοι, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, ώστε να μπορούμε να λέμε ότι είχε και έναν ακόμη μεγαλύτερο κύκλο ακολούθων Του. Οι δώδεκα βεβαίως είναι αναντικατάστατοι, αποτελώντας τα «θεμέλια της Εκκλησίας», αλλά και οι εβδομήντα εξίσου θεωρούνται απόστολοι, μέτοχοι του αποστολικού αξιώματος, άμεσοι συνεργάτες των δώδεκα μαθητών του Κυρίου. Το χαρισματικό τους στοιχείο κατανοείται από το γεγονός ότι και αυτοί υπήρξαν εξίσου μέτοχοι του αγίου Πνεύματος κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, αναλαμβάνοντας το έργο του ευαγγελισμού των ανθρώπων, εν υπακοή πάντοτε προς τους μεγάλους αποστόλους και καθοδηγούμενοι από εκείνους. Έτσι και οι σήμερα εορταζόμενοι άγιοι έδωσαν τη ζωή τους ακριβώς γι’ αυτόν τον ευαγγελισμό των ανθρώπων, κηρύσσοντας τη σάρκωση του Χριστού, το Πάθος και την Ανάστασή Του, τη σωτηρία δηλαδή την οποία έφερε στον κόσμο ο Ιησούς Χριστός. 

     Ένας ύμνος από την τετάρτη ωδή του κανόνα της εορτής τους μάλιστα, μάς δίνει το στίγμα συγκεκριμένα του έργου που επιτελούσαν, σε σχέση με τους δώδεκα. Αναφέρεται κυρίως στον άγιο Σίλα, συνεργάτη του αποστόλου Παύλου, αλλ’ εξίσου φωτίζει το έργο και των υπολοίπων. «Στηρίζων παρειμένας, ένδοξε, διανοίας τω λόγω, Σίλα, συν Παύλω τω κήρυκι, πεπόρευσαι εις πάντα κόσμον…». Δηλαδή: Γύρισες όλον τον κόσμο, Σίλα, μαζί με τον Παύλο τον κήρυκα, στηρίζοντας τις παραλυμένες διάνοιες με τον λόγο του Θεού. Ο υμνογράφος ξεκινά με το βασικό ανθρωπολογικό δεδομένο: ο άνθρωπος μετά την πτώση του στην αμαρτία αλλοιώθηκε και η εικόνα του Θεού μέσα του σκοτείνιασε. Αυτό σημαίνει το «παρειμένας διανοίας». Η διάνοια του ανθρώπου, εκείνο που αναφέρεται κατεξοχήν στο λογιστικό της ψυχής του, έχασε τη δύναμή της, διότι ενώ ο Θεός είχε δημιουργήσει τον άνθρωπο ενοποιημένο, δηλαδή όλες οι ψυχικές του δυνάμεις: η διάνοιά του, οι επιθυμίες του, τα συναισθήματά του, να λειτουργούν σε συντονισμό μεταξύ τους και σε αναφορά προς Αυτόν, με αποτέλεσμα και το σώμα να λειτουργεί εν υπακοή σε μια τέτοια ψυχή, ώστε ολόκληρος ο άνθρωπος ως ψυχοσωματική οντότητα να είναι μία διαρκής δοξολογία προς τον Θεό με συνεχή αυξητική πορεία, η αμαρτία ήρθε με τη θέληση του ανθρώπου και με την προτροπή του διαβόλου και τραυμάτισε καίρια αυτήν την ενότητα. Έκτοτε οι ψυχικές δυνάμεις, χάνοντας την αναφορά προς τον Θεό, αποσυντονίστηκαν: η διάνοια «επιμελώς έγκειται εκ νεότητος επί τα πονηρά», το επιθυμητικό στράφηκε μόνο στις επίγειες ηδονές, αγόμενο και φερόμενο από τα σαρκικά πάθη, και το θυμοειδές, τα συναισθήματα δηλαδή, κυριαρχήθηκαν από το έλλειμμα της αγάπης, το μίσος συνεπώς και την έχθρα, ώστε οι ανταγωνισμοί και οι πόλεμοι να γίνουν «φυσική» κατάσταση πια των ανθρώπων. Γι’ αυτό και οι Πατέρες, ιδίως οι νηπτικοί, με τα δεδομένα αυτά, θεωρούν ότι «νόμος της ανθρώπινης διάνοιας έγινε η πλάνη», θέτοντας συνεπώς εν αμφιβόλω οτιδήποτε αυτή συλλαμβάνει μέσα στη διάσπαση του νου και της ψυχής.

     Οι άγιοι λοιπόν απόστολοι, μετά τον ερχομό του Χριστού, ο Οποίος ακριβώς ήλθε για να αποκαταστήσει τον άνθρωπο, ενώνοντάς τον με τον Εαυτό Του και δι’ Εαυτού με τον Θεό Πατέρα, συνεπώς φέρνοντας και την αρχική ενότητα στον ίδιο τον άνθρωπο – η ενότητα με τον Θεό αποκαθιστά και τον ίδιο τον άνθρωπο, δηλαδή ο άνθρωπος βρίσκει την κανονική, φυσική του πορεία ως κατ’ εικόνα Θεού δημιουργημένος – κλήθηκαν από Εκείνον για να μαρτυρήσουν αυτήν την ενότητα που έφερε ο Χριστός. Τις παραλυμένες διάνοιές τους να τις στηρίξουν με αυτό που φέρνει τη δύναμη του Θεού, τον ίδιο τον λόγο Του, και συνεπώς ο άνθρωπος να βρει τη σωτηρία του. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευεργεσία στο ανθρώπινο γένος, δεν υπάρχει μεγαλύτερη προσφορά στον άνθρωπο από τη μαρτυρία του λόγου του Θεού: τη σάρκωση του Χριστού, το Πάθος, την Ανάστασή Του. Αυτά που κηρύσσει δηλαδή πάντοτε η Εκκλησία μας και τα ζούμε, εάν θέλουμε, μέσα στα άγια μυστήριά της.

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΣ

«Ο άγιος Καλλίνικος καταγόταν από την Κιλικία. Ήταν εξαιρετικά αγαθός άνθρωπος, κι αυτό γιατί οικοδόμησε τον εαυτό του με τον φόβο του Θεού. Έγινε για πολλούς δάσκαλος σωτηρίας και νουθετούσε ιδίως τους ειδωλολάτρες να απομακρυνθούν από τα μάταια και να αποκτήσουν επίγνωση του αληθινού Θεού, του Δημιουργού όλων. Γι’ αυτό συνελήφθη κι οδηγήθηκε στον ηγεμόνα Σακερδώνα. Υποβάλλεται λοιπόν από αυτόν σε όλα τα είδη των βασανιστηρίων, κι αφού του φόρεσαν στα πόδια σιδερένιες κρηπίδες που είχαν όρθια καρφιά, διατάσσεται να τρέξει μέχρι την πόλη της Γάγγρας, που απείχε ογδόντα στάδια. Αφού κάλυψε λοιπόν τα εξήντα, επειδή οι στρατιώτες που τον οδηγούσαν δίψασαν πολύ, δεν μπορούσε εξαιτίας τους να προχωρήσει άλλο. Γι’ αυτό προσευχήθηκε και από ξερό βράχο έβγαλε νερό, το οποίο ακόμη και τώρα χρησιμοποιείται ως πηγή. Όταν έφτασε στη Γάγγρα, τον έβαλαν μέσα σε καμίνι φωτιάς, όπου και παρέδωσε στον Θεό το πνεύμα του. Τελείται δε η σύναξή του πλησίον της Γέφυρας του Ιουστινιανού και πλησίον του Πετρίου».

       Στον άγιο μάρτυρα Καλλίνικο βλέπουμε το κύριο στοιχείο της αγιότητας: την υπέρβαση του φόβου του θανάτου, όπως το επισημαίνει ο υμνογράφος του, ήδη από το πρώτο στιχηρό του εσπερινού της εορτής του: «μάρτυς θεόφρον Καλλίνικε, υπέρ το ζην το θανείν, ευσεβώς προελόμενος, του Χριστού τον θάνατον αληθώς εξεικόνισας» (Μάρτυς θεόφρον Καλλίνικε, αφού προτίμησες λόγω της ευσέβειάς σου τον θάνατο παραπάνω από τη ζωή, εξεικόνισες αληθινά τον θάνατο του Χριστού). Η επιλογή του θανάτου παραπάνω από τη ζωή δεν οφειλόταν βεβαίως σε λόγους ψυχολογικούς, σε μία βαθειά κατάθλιψη πιθανόν, ούτε και σε κάποια φιλοσοφική θεωρία. Οφειλόταν στη μεγάλη αγάπη που είχε ο μάρτυρας για τον Χριστό – αυτό δηλώνει άλλωστε το επίρρημα «ευσεβώς» - η οποία τον έκανε να προτιμά πάντοτε Εκείνον από οτιδήποτε άλλο, έστω και την ίδια τη ζωή του. "Πληγωμένος ο μάρτυρας από την αγάπη του Χριστού φώναζε δυνατά υπομένοντας τα βασανιστήρια: Θα τρέχω κει που είναι η μυρωδιά των μύρων Σου, ακολουθώντας το Πάθος Σου με την αιματηρή μου άθληση" («Τη του Χριστού αγάπη τετρωμένος ο μάρτυς ανέκραζεν, εν τοις αγώσι εγκαρτερών: Εις οσμήν δραμούμαι μύρων, ακολουθών των πάθει Σου, τη αθλήσει τη δι’ αίματος»). Στην πραγματικότητα δεν έκανε τίποτε άλλο, από το να προσπαθεί να παραμένει συνεπής στον λόγο του Χριστού, ο Οποίος προτρέπει και λέγει: «ο φιλών πατέρα ή μητέρα ή γυναίκα ή τέκνα ή αγρούς, έτι δε και την εαυτού ψυχήν, υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος». Δεν υπάρχει δηλαδή μεγαλύτερη αγάπη, από την αγάπη προς τον Χριστό, κι αυτό θέλησε να ζήσει με τρόπο συνεπή ο άγιος Καλλίνικος, όπως βεβαίως και όλοι οι άγιοι της Εκκλησίας μας.

       Την επιλογή ακόμη και του θανάτου, προκειμένου ο πιστός να μείνει σταθερός στην αγάπη του Χριστού, την βλέπουμε ως το κατεξοχήν στοιχείο αγιότητας και στον απόστολο Παύλο, ο οποίος, πληγωμένος κι αυτός από την ίδια αγάπη, έλεγε: «Έχω την επιθυμίαν εις το αναλύσαι και συν Χριστώ είναι». Επιθυμώ να πεθάνω και να είμαι μαζί με τον Χριστό. Να πεθάνει όχι γιατί βαρέθηκε τη ζωή, αλλά για να είναι πιο γρήγορα σε βαθύτερη σχέση με τον Χριστό. Κι αλλού: «Τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού; Πέπεισμαι ότι ούτε θάνατος ούτε ύψωμα ούτε βάθος ούτε κτίσις ετέρα δυνήσεται ημάς χωρίσαι από της αγάπης του Θεού, της εν Χριστώ Ιησού». Τα δυνατά αυτά συναισθήματα που συνέπαιρναν τον απόστολο Παύλο, ήταν εκείνα που βλέπουμε να διακατέχουν και τον άγιο Καλλίνικο. Κι είναι το στοιχείο τούτο, όπως είπαμε, το στοιχείο που αποκαλύπτει την αληθινή αγιότητα, όπως μας το λέει ωραία και ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος: «Ο άγιος επιθυμεί καθ’ ημέραν τον θάνατον». Για τους λόγους βεβαίως που εξηγήσαμε.

       Εύκολα καταλαβαίνει κανείς ότι μία τέτοια αγάπη, η οποία αποκαλύπτει τα αληθινά όρια της πίστης στον Χριστό, προϋποθέτει τη μετάθεση του κέντρου βάρους του πιστού από τη ζωή αυτή, με όλα τα θέλγητρα και τους πειρασμούς της, στον ίδιο τον Χριστό. Αν κανείς, με άλλα λόγια, δεν έχει πιστέψει με όλη του την ύπαρξη ότι η αληθινή ζωή βρίσκεται στον Χριστό, την πηγή της ζωής, και όχι στα περιορισμένα όρια αυτού του κόσμου, ο οποίος «παράγει και παρέρχεται» ως φθαρτός, δεν μπορεί να πει ότι είναι πραγματικά χριστιανός. Και δεν πρέπει να σπεύσει κανείς να πει ότι αυτό είναι για τους λίγους και τους εξαίρετους, γιατί αυτή η σχέση με τον Χριστό δόθηκε σε όλους τους πιστούς ως δωρεά στο άγιο βάπτισμα, που απλώς καλούμαστε διαρκώς να επιβεβαιώνουμε στην καθημερινή μας ζωή. Μη ξεχνάμε ότι δια του βαπτίσματος γινήκαμε μέλη Χριστού και συνεπώς Εκείνος είναι η ρίζα μας και το σπίτι μας.

Τρίτη 28 Ιουλίου 2026

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ ΕΚ ΤΩΝ Ο΄ ΚΑΙ ΔΙΑΚΟΝΟΙ ΠΡΟΧΟΡΟΣ, ΝΙΚΑΝΩΡ, ΤΙΜΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΜΕΝΑΣ (α΄ αι.)

«Οι άγιοι αυτοί απόστολοι επειδή κήρυσσαν τον λόγο της αλήθειας και ομολογούσαν τον Κύριο Ιησού Χριστό ως Υιό του Θεού και τέλειο άνθρωπο, αθλήθηκαν στο πεδίο της πίστεως σε πολλούς τόπους και αφού έπαθαν πολλά από τους ασεβείς, έλαβαν στο τέλος το στεφάνι του μαρτυρίου».

Οι συγκεκριμένοι αυτοί απόστολοι από τους Ο΄ μαθητές του Κυρίου είναι ταυτοχρόνως και τέσσερις από τους επτά διακόνους της πρώτης Εκκλησίας, εκείνους δηλαδή που χειροτόνησαν οι Απόστολοι μετά από εκλογή του πιστού λαού προκειμένου να διακονούν τις ανάγκες των κοινών τραπεζών, όταν παρουσιάστηκαν ορισμένα προβλήματα στην όλη διαδικασία. Το βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων ως εξής καταγράφει το τι συνέβη: «Εκείνες τις μέρες, καθώς μεγάλωνε ο αριθμός των μαθητών, άρχισαν να παραπονιούνται οι ελληνόφωνοι πιστοί εναντίον των εβραιοφώνων, ότι στην καθημερινή διανομή των τροφίμων δεν φρόντιζαν τις ελληνόφωνες χήρες όσο έπρεπε. Τότε οι δώδεκα απόστολοι σύναξαν όλους τους μαθητές και είπαν: “Δεν είναι σωστό εμείς ν’ αφήσουμε το κήρυγμα του λόγου του Θεού και να ασχολούμαστε με διανομές τροφίμων. Φροντίστε, λοιπόν, αδελφοί, να εκλέξετε απ’ ανάμεσά σας εφτά άντρες με καλή φήμη, γεμάτους από τη σοφία του Αγίου Πνεύματος. Αυτούς θα ορίσουμε να κάνουν αυτό το έργο, κι εμείς θα αφιερωθούμε αποκλειστικά στην προσευχή και στο έργο του κηρύγματος”» (6, 1-4). Αυτό λοιπόν και έγινε, οπότε και η διακονία των τραπεζών εξυπηρετήθηκε αλλά και η διακονία του κηρύγματος ενισχύθηκε, δεδομένου ότι ορισμένοι από αυτούς, με πρώτον τον άγιο Στέφανο, είχαν το χάρισμα πράγματι του κηρύγματος.

Η παραπάνω αναφορά των Πράξεων περιγράφει όντως αυτό που συνέβη στη ζωή των τεσσάρων σήμερα εορταζομένων αποστόλων εκ των Ο΄: αφότου εκλέχτηκαν άρχισε η διακονία τους, η οποία επεκτάθηκε έπειτα σε διάφορα μέρη που βρέθηκαν οι άγιοι με πολλαπλά καθήκοντα. Διότι δεν έμειναν μόνο στον βαθμό του διακόνου. Ορισμένοι χειροτονήθηκαν και επίσκοποι και ως επίσκοποι έπειτα, άμεσοι διάδοχοι των δώδεκα Αποστόλων έδρασαν ιεραποστολικά μέχρι σημείου προσφοράς και της ίδιας τους της ζωής. Ήδη διαρκώς σημειώνει ο άγιος Ιωσήφ ο υμνογράφος: «Μετά τον απόστολο Πέτρο και τους άλλους προκρίτους μαθητές, εσάς ο Κύριος διάλεξε. Εσάς που είστε μαζί μ’ αυτούς που λέγονται Εβδομήκοντα, αλλά που εκλεχθήκατε καλώς ως πλήρεις πίστεως να διακονήσετε τις ανάγκες των πιστών, ένδοξοι και πανεύφημοι» (ωδή η΄).

Το γεγονός ότι εκλέχθηκαν από τους πιστούς της πρώτης Εκκλησίας και χειροτονήθηκαν έπειτα από τους αγίους Αποστόλους θεωρείται από τον άγιο υμνογράφο ότι έχει ευθεία αναφορά στον ίδιο τον Κύριο. Ο Κύριος τους εξέλεξε, σημειώνει ο ποιητής, και γιατί ορισμένοι ως ανήκοντες στον κύκλο των Ο΄ όντως κλήθηκαν από Εκείνον, αλλά και γιατί η εκλογή από την Εκκλησία, λαό και Αποστόλους, θεωρείται ως εκλογή του ίδιου του Χριστού. Κι είναι ευνόητο: η Εκκλησία δεν αποτελεί κάτι διαφορετικό από τον Κύριο. Ο Κύριος είναι η κεφαλή και η Εκκλησία είναι το άγιο σώμα Του. Ό,τι εκφράζει το σύνολο λοιπόν του σώματος είναι κατ’ ευδοκίαν έκφραση της βουλήσεως της κεφαλής, του αρχηγού Ιησού Χριστού. Κι αυτό βλέπουμε ότι συνεχίζεται σε όλη την πορεία της ιστορίας της Εκκλησίας. Πότε όντως «μιλάει» ο Χριστός στην Εκκλησία; Όταν συνέρχεται εκείνη εν Πνεύματι Αγίω για να διασφαλίσει και να επεξηγήσει την πίστη του Χριστού. Και ό,τι αποφασίσει έτσι η Εκκλησία είναι απόλυτο, γιατί είναι αληθές. Το βλέπουμε στις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων.

Αλλά ας επιτραπεί να πούμε ότι ακόμη και στις «ελάσσονες» αποφάσεις, όπως στις περιπτώσεις εκλογής για παράδειγμα Επισκόπων, ακόμη κι εκεί λειτουργεί το αγιοπνευματικό στοιχείο, έστω κι αν συχνά αμφισβητείται τούτο, γιατί ακούγεται ότι μερικές φορές υπάρχει «συναλλαγή» και «εξυπηρέτηση συμφερόντων». Ακόμη και τότε, θα έλεγε κανείς, ότι «υπόγεια» δρα η παρουσία του Πνεύματος του Θεού με τρόπο ανεπίγνωστο. Κι είναι συγκλονιστικό αυτό που ακούσαμε εσχάτως για εκλογή κάποιου Επισκόπου, που υπερκέρασε άλλους χωρίς κανείς να το περιμένει. Τι ακούσαμε; Ότι Επίσκοπος που είχε προγραμματίσει να ψηφίσει κάποιον από το τριπρόσωπο λεγόμενο, «κατά λάθος» από ό,τι διεπίστωσε έδωσε την ψήφο του σε άλλον από αυτόν που είχε κατά νου. Καθώς επέστρεφε στην οικία του προσπάθησε να εξηγήσει το τι έγινε και πώς έκανε το «λάθος»! Σαν να ένιωσε μια «θολούρα», καθώς διηγήθηκε αργότερα, την ώρα της ψηφοφορίας και η ψήφος του πήγε αλλού! Και τότε ήταν που «άκουσε» - έτσι του φάνηκε – φωνή να του λέει: «Κι όμως, Εγώ αυτόν ήθελα να βγει!» Όχι δηλαδή τον «προγραμματισμένο» από τον Επίσκοπο, αλλά τον άλλον που «κατά λάθος» βγήκε! Κι είναι συγκλονιστικό τούτο, γιατί το Πνεύμα του Θεού δεν παύει να εργάζεται, ακόμη και με τρόπους που εμείς δεν κατανοούμε. Ο ίδιος ο Κύριος άλλωστε το βεβαίωσε: «Ο Πατήρ μου έως άρτι εργάζεται, καγώ εργάζομαι». Τα πράγματα φαίνονται να κινούνται «ίσια», «ρουτινιασμένα», «ισοπεδωτικά», ή ίσως και «ανάποδα» για εμάς, κι όμως πίσω από όλα κρύβεται η καρδιά του Θεού Πατέρα, ο Οποίος έχει μόνιμη έγνοια Του τη σωτηρία του ανθρώπου και κατεργάζεται «τέχνας» που ούτε καν μπορεί το φτωχό δικό μας μυαλό να σκεφτεί και να φανταστεί!

«Φανήκατε σκεύη του Λόγου του Θεού, σεπτοί πρόκριτοι των Διακόνων, που χωρέσατε όλη τη δόξα Του, αφού διακονήσατε τις ανάγκες των πιστών και απολαμβάνετε τώρα την άρρητη ουράνια δόξα μαζί με τον Λόγο Χριστό» (ωδή θ΄). Αυτό ήταν οι άγιοι Απόστολοι που εορτάζουμε σήμερα: «σκεύη του Λόγου του Θεού», σ’ αυτούς δηλαδή επαναπαυόταν ο Ίδιος ο Κύριος, γι’ αυτό και το έργο τους ήταν στην πραγματικότητα «άπλωμα» του δικού Του έργου, υπό τον συντονισμό των πρώτων και μεγάλων Αποστόλων. Και βεβαίως δεν παύει ο άγιος ποιητής να σημειώνει τι ήταν εκείνο που τους κατέστησε τέτοια «σκεύη» του Υψίστου. Όχι κάποια δική τους δύναμη ή κάποιο ξεχωριστό χάρισμα που είχαν, αλλά το μόνο που όταν υφίσταται «κατεβάζει» τον ίδιο τον Ουρανό, και τότε και πάντα και εις τους αιώνας: την ολοκάρδια στροφή και αγάπη προς τον Χριστό. Αυτό δεν ζητάει ο Κύριος από όλους τους ανθρώπους; Να Τον αγαπήσουμε, γιατί Εκείνος πρώτος  μας αγάπησε. «Ημείς αγαπώμεν ότι πρώτος Αυτός ηγάπησεν ημάς». Ο άγιος Ιωσήφ μεταξύ των άλλων θα πει: «Ολικωτάτη διανοία Χριστόν αγαπήσαντες, μόνον τον εν κάλλει όντα ως αληθώς, παναοίδιμοι, ασύγκριτον κλήρον ειλήφατε, την βασιλείαν την επουράνιον» (ωδή ζ΄). (Αφού αγαπήσατε τον Χριστό, τον μοναδικό αληθινά και πραγματικά Ωραίο, με ολοκληρωτική στροφή της διάνοιάς σας προς Αυτόν, παναοίδιμοι, λάβατε τον ασύγκριτο κλήρο, που είναι η επουράνια βασιλεία).

Η ζωή όλων των αγίων Αποστόλων, όπως και των σημερινών τεσσάρων Διακόνων, επιβεβαίωσε την παραπάνω αλήθεια της αγάπης προς τον Χριστό. Τον αγάπησαν με τη χάρη Του απόλυτα και ολοκληρωτικά, κάτι που συνιστά όριο και για εμάς τους θεωρούμενους εξίσου μαθητές και πιστούς Του. Ο καθείς κατά έργα του αποδεικνύει αν υφίσταται σ’ αυτόν έστω και λίγη αγάπη προς τον Χριστό. Το ξέρουμε όμως από Εκείνον: όποιος λίγο αγαπάει λίγο και παίρνει. Όποιος πολύ αγαπάει πολύ και παίρνει. 

Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

Η «ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΗ» ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ

«Νυττόμενος τοῦ Δεσπότου τῷ πόθῳ διέσπειρας τόν πλοῦτον τοῖς πένησι, σαυτόν γυμνάζων πρός ἄθλησιν, ἥνπερ καί διήνυσας, τάς δι’ αἰῶνος ἐλπίδας προορώμενος» (ωδή δ΄ κανόνα αγίου Παντελεήμονος).

(Σε κεντούσε ο πόθος του Δεσπότου Χριστού, γι’ αυτό και μοίρασες τον πλούτο στους φτωχούς. Έτσι γύμναζες τον εαυτό σου για την άθληση, την οποία και διάνυσες, έχοντας ενώπιόν σου ως όραμα τις αιώνιες ελπίδες).

Η ελεήμων καρδία του αγίου Παντελεήμονα, παρόμοια χάριτι Θεού με το έλεος Εκείνου, τον έκανε να μοιράζει κάθε πλούτο που είχε στον κόσμο τούτο στους πένητες. Και μιλάμε για πλούτο όχι μόνο υλικό, αλλά κυρίως των δεξιοτήτων που απέκτησε, όπως της ιατρικής τέχνης, αλλά και πνευματικό, όπως το ιαματικό χάρισμα που του έδωσε ο Κύριος. Κι αυτό θα πει ότι ο άγιος γενόμενος δίοδος του ελέους του Θεού πρόσφερε όλο τον εαυτό του σε κάθε άνθρωπο που ήταν σε ανάγκη, αλλά εξίσου και σε κάθε κτίσμα του Θεού, όπως τα ζώα – «πάντας θεραπεύων, πάντων ιατρεύων τα νοσήματα» (ωδή α΄). Κι όλα αυτά βεβαίως κατά τον τρόπο του Θεού: «αναργύρως», δηλαδή αφιλοκερδώς, τόσο που ο άγιος υμνογράφος «αναγκάζεται» να τον χαρακτηρίσει «το ιερόν αγλάϊσμα των σεπτων Αναργύρων», το κόσμημα της ομάδας των αγίων Αναργύρων.

Ποια η κινητήρια δύναμη της αδιάκοπης αυτής προσφοράς του ή με άλλα λόγια τι ήταν εκείνο που γέμιζε από αγάπη τη μεγάλη καρδιά του; Ο πόθος του Δεσπότου Χριστού, σημειώνει εμφατικά ο άγιος υμνογράφος. Διότι πράγματι μόνον ένας κυνηγός της αγάπης του Θεού μπορεί να ζει και την αγάπη Εκείνου – όσο κανείς αναζητεί τον Θεό τόσο και γεμίζει από την ελεήμονα παρουσία Του. Γι’ αυτό και όχι μόνον δεν αδειάζει η αγάπη αυτή, αλλά προσφερομένη γεμίζει και περισσότερο, φτάνοντας στο σημείο της πιο μεγάλης χάρης: της προσφοράς και της ίδιας της ζωής προς χάρη του Κυρίου και Δημιουργού. Ο άγιος ποιητής Θεοφάνης είναι σαφής: η εν αγάπη προσφορά του αγίου Παντελεήμονος προς τον κόσμο ήταν και η «γυμνασία» του, το γύμνασμά του, προς την άθληση του μαρτυρίου, προσβλέποντας πάντοτε προς τον Χριστό και την αιώνια Βασιλεία Του.

 Η σκέψη του αγίου Θεοφάνη κινείται απολύτως αγιογραφικά και πατερικά: ο πιστός που τα μάτια του είναι στραμμένα προς τον Χριστό, πορεύεται διαρκώς πάνω στο άγιο θέλημά Του, δηλαδή τη σταυρική αγάπη, κάτι που τον καθιστά έτοιμο ανά πάσα στιγμή να δώσει και τη ζωή του για την πίστη του αυτή. Ο υμνογράφος μας, διαβάζοντας τη ζωή του αγίου Παντελεήμονος, βλέπει ό,τι έκανε και τον απόστολο Παύλο να ομολογεί: «μας χαρίστηκε από τον Θεό όχι μόνο να πιστεύουμε στον Χριστό, αλλά και να πάσχουμε γι’ Αυτόν» - η χάρη του μαρτυρίου δίνεται ως δωρεά από τον Θεό σ’ εκείνον που πιστεύει αληθινά, σ’ εκείνον δηλαδή που ενεργοποιεί την πίστη του με την αγάπη και την ελεήμονα διάθεσή του. Οπότε τα πράγματα είναι σαφή: δεν μπορείς να γίνεις μάρτυρας Χριστού, αν προηγουμένως δεν έχεις φτάσει στο σημείο τη ζωή σου να την κομματιάζεις, κατά το ήθος του Χριστού μας στη Θεία Ευχαριστία, προς χάριν όλων.  

Δεν είναι τυχαίο ότι όλοι οι μάρτυρες, όπως και ο άγιος Παντελεήμων, θεωρούνται απλώς ακόλουθοι του πρώτου Μάρτυρα, του ίδιου του Κυρίου Ιησού Χριστού, με την έννοια ότι τους δίνεται η χάρη να μετέχουν του δικού Του μαρτυρίου – ο Εσταυρωμένος που Τον ακολουθούν όλοι οι άλλοι εσταυρωμένοι. Αυτό δεν είπε ξεκάθαρα ο Ίδιος, φανερώνοντας ότι το ακολουθείν Αυτώ δεν είναι «παιχνίδι» ή εύκολη υπόθεση; «Όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι». Αν δεν αποφασίσεις τον θάνατό σου για να είσαι με τον Χριστό, ποτέ δεν πρόκειται να Τον συναντήσεις. Πάντοτε θα σου διαφεύγει και θα αναρωτιέσαι τι φταίει που δεν νιώθεις καλά. Ο όσιος Παḯσιος ο αγιορείτης την αλήθεια αυτήν την εξέφραζε με τον δικό του τρόπο: «πρέπει να λειτουργήσει το μηχανάκι της καρδιάς για να είσαι χριστιανός».

Και το αποτέλεσμα μίας τέτοιας εν οδύνη (λόγω των παθών) και ηδονή (λόγω της χάρης του Θεού) πορείας; Η διαρκής αναστημένη ζωή του χριστιανού γεμάτη φως και χαρά, αλλά και η εν ταπεινώσει διαπίστωση ότι στον κόσμο τούτο μπορεί να λειτουργεί ως παντοδύναμος! Γιατί το υποσχέθηκε το αψευδές στόμα Του: «αν μείνετε ενωμένοι μαζί μου και τα λόγια μου, δηλαδή η παρουσία μου, μπορούν να μένουν στην ύπαρξή σας, τότε οτιδήποτε ζητήσετε από τον Θεό Πατέρα θα πραγματοποιηθεί». Όχι μόνο ο απόστολος Παύλος που ομολογούσε «είμαι πανίσχυρος λόγω του Χριστού που με δυναμώνει», αλλά και κάθε άγιος είχε την παρόμοια εμπειρία: και μόνο η σκέψη τους και η επιθυμία τους εκπληρωνόταν από τον Κύριο. Διότι πάντα ο Κύριος «ποιεί το θέλημα των φοβουμένων Αυτόν».

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ Ο ΙΑΜΑΤΙΚΟΣ

«Ο άγιος Παντελεήμων έζησε επί της βασιλείας του Μαξιμιανού και καταγόταν από την πόλη Νικομήδεια. Ο πατέρας του Ευστόργιος ήταν ειδωλολάτρης κι ύστερα έγινε Χριστιανός με τις νουθεσίες του υιού του, ενώ η μητέρα του Ευβούλη προερχόταν από χριστιανική οικογένεια. Σπούδασε την ιατρική επιστήμη κοντά σ’  ένα σπουδαίο και δοξασμένο ιατρό, τον Ευφρόσυνο, αλλά την κατά Χριστόν ιατρική τέχνη και πίστη την έμαθε από τον πρεσβύτερο Ερμόλαο, με την οποία (πίστη), αφού επικαλέστηκε τον Χριστό, ανάστησε ένα παιδί, που πέθανε στο δρόμο από δάγκωμα μίας έχιδνας. Βαπτίζεται λοιπόν από τον πρεσβύτερο Ερμόλαο και χειραγωγείται από αυτόν προς τη χριστιανική πίστη. Το μαρτύριό του έγινε ως εξής: Κάποιος τυφλός, που προσήλθε σ’ αυτόν, ιατρεύτηκε από τον άγιο. Όταν ρωτήθηκε λοιπόν ο πρώην τυφλός από τον βασιλιά «Ποιος σε γιάτρεψε;», «ο Παντολέων», είπε (γιατί αυτό ήταν το προηγούμενο όνομά του), «καθώς επικαλέστηκε τον Χριστό, στον Οποίο και εγώ πιστεύω». Αμέσως ο βασιλιάς τού έκοψε το κεφάλι, ενώ ο Παντολέων προσήχθη σ’ αυτόν. Ο Μαξιμιανός, επειδή ο άγιος δεν κάμφθηκε καθόλου ούτε με τις υποσχέσεις ούτε με τις απειλές, για ν’  αρνηθεί την πίστη του Χριστού, διέταξε να κτυπηθεί φοβερά και να φλεχθεί με λαμπάδες. Του εμφανίστηκε όμως ο Χριστός, με το σχήμα του πρεσβυτέρου Ερμολάου, που του έδωσε θάρρος, και φάνηκε ότι ήταν μαζί του και στον βρασμένο μόλυβδο και στη θάλασσα που τον έριξαν. Αφού έμεινε αβλαβής από όλα, ρίχνεται στα θηρία, αλλά κι από αυτά, σαν άλλος Δανιήλ, παραμένει αλώβητος, οπότε τον δένουν σε τροχό γεμάτο μαχαίρια, που τον άφησαν να πέσει στο έδαφος από ψηλά. Τέλος, στην τελευταία απόφαση να τον θανατώσουν διά ξίφους, προσευχήθηκε κι ακούστηκε φωνή από τον ουρανό να τον καλεί Παντελεήμονα. Μόλις τελείωσε την προσευχή κι ενώ επρόκειτο να του κόψουν το κεφάλι, την ώρα που ο δήμιος άπλωσε το χέρι, γύρισε πίσω το σίδερο κι έλιωσε σαν κερί, θαύμα που έκανε τους στρατιώτες να πιστέψουν στον Χριστό. Τότε ο άγιος μάρτυρας πρότεινε μόνος του τον αυχένα και έτσι κόπηκε το κεφάλι του. Λέγεται δε ότι χύθηκε γάλα αντί αίμα, και η ελιά στην οποία είχε προσδεθεί, αμέσως διαμιάς καρποφόρησε».

Αν, κατά τον άγιο Ιάκωβο, «η κρίσις ανίλεώς εστιν τοις μη ποιήσασιν έλεος», δηλαδή η κρίση του Θεού θα είναι χωρίς έλεος γι’  αυτούς που δεν έδειξαν στη ζωή τους έλεος για τους άλλους, τι πρέπει αντιστρόφως να πούμε για τον άγιο Παντελεήμονα, ο οποίος όχι απλώς είχε και έδειξε έλεος και αγάπη στους συνανθρώπους του, αλλά είχε και έδειξε το μεγαλύτερο έλεος που μπορεί να βρεθεί σε άνθρωπο, και ενόσω ζούσε και μετά το μαρτυρικό του τέλος; Μία πραγματικότητα, που δεν την διαπιστώσαμε μόνοι μας οι άνθρωποι, αλλά την απεκάλυψε και ο ίδιος ο Θεός, ο Οποίος ακριβώς του έδωσε κι αυτήν την προσωνυμία. Κι αυτό σημαίνει ότι ο άγιος έφτασε πράγματι σε επίπεδα θεϊκά, αφού μόνον ο Θεός μπορεί κατ’  ουσίαν να χαρακτηριστεί ως καθ’  υπερβολήν και υπερθετικά Παντελεήμων, γεγονός που μας δίνει το δικαίωμα να λέμε ότι ο άγιος έγινε δίοδος των χαρίτων του Θεού στον κόσμο, φανέρωση της βασιλείας της αγάπης Του σε αυτόν. Και βεβαίως εννοούμε ότι το έλεος του αγίου – προέκταση κατ’ αλήθεια του ελέους του Θεού – εκτεινόταν και συνεχίζεται βεβαίως να εκτείνεται μέχρι σήμερα και στα σώματα, αλλά και στις ψυχές των ανθρώπων.

Δεν είναι τυχαίο που ο Κύριος τον χαρίτωσε μ’  αυτόν τον τρόπο. Ο Θεός, γνωρίζουμε, δίνει πλούσια το έλεός Του σ’ εκείνους που η καρδιά τους έχει και κάποια «φυσική» κλίση συμπαθείας προς τους συνανθρώπους τους. Ο άγιος από μικρός έδειξε την με αγάπη στροφή του προς τους άλλους, όταν θέλησε να σπουδάσει μία επιστήμη, που είναι ακριβώς κοντά στον άνθρωπο, μάλλον η πιο κοντινή σ’  αυτόν, διότι στέκεται δίπλα στον πόνο του: την ιατρική. Κανείς δεν σπουδάζει ιατρική – και μιλάμε με αληθινή έφεση ψυχής κι όχι επαγγελματικά – αν η καρδιά του δεν «κτυπάει», έστω και λίγο, συντονισμένα με τους κτύπους της καρδιάς των ανθρώπων. Πολλαπλασίως ο Θεός προσφέρει το έλεός Του σ’ εκείνους που επέλεξαν και αγωνίστηκαν στη ζωή τους να σταθούν στην κύρια εντολή Του, την αγάπη. Ο άγιος Παντελεήμων, λοιπόν, και από φυσικού του και με τη θέλησή του είδε να πολλαπλασιάζεται το έλεος του Θεού σ’ αυτόν, έλεος που τελικός αποδέκτης  του είμαστε εμείς οι άνθρωποι σ’  όλες τις εποχές.

Αυτήν τη φυσική, αλλά και χαρισματική ταυτόχρονα ανέλιξη του πνεύματός του μάς την προβάλλει με ωραιότατες εικόνες και χαρακτηρισμούς ο ποιητής της Εκκλησίας μας. Ο άγιος, εν πρώτοις, πέραν από πρώτο των αναργύρων αγίων της Εκκλησίας,   συνιστά, κατ’ αυτόν, έναν «παιδαριογέροντα», ένα γέροντα δηλαδή στη σύνεση, αλλά από την παιδική του ήδη ηλικία. «Ἀνατείλας οἷα περ ἀστήρ, φέρων ἐν νεότητι, πρεσβυτικὴν καὶ θεόφρονα σύνεσιν». Διότι από παιδάκι φανέρωσε τη στροφή του προς τον Θεό, όταν του δόθηκαν πολλές αφορμές ν’  ακολουθήσει άλλη πορεία από τη χριστιανική, με τις προτροπές του ειδωλολάτρη πατέρα του. Εκείνος όμως, σαν νέος Ηρακλής, στο κρίσιμο σταυροδρόμι της νεότητας, επιλέγει τον δρόμο που ακολουθεί η ευσεβέστατη μητέρα του και γίνεται χριστιανός. «Μεγαλέμπορον» τον χαρακτηρίζει εν προκειμένω ο υμνογράφος, διότι αντάλλαξε προσφυώς τα εύκολα πάθη της νεότητας και τον ολισθηρό δρόμο, στον οποίο αυτά οδηγούν, με τον Κύριο Ιησού Χριστό.

Από την άλλη, ο υμνογράφος επισημαίνει κι ένα βασικότατο στοιχείο της πνευματικής ζωής: τη χειραγωγία του από πνευματικό πατέρα. Ο άγιος Παντελεήμων ναι μεν «πειράστηκε» με ό,τι πρόβαλλε σ’  αυτόν ως πρότυπο ζωής ο πατέρας του, αλλά ευλογήθηκε από τον Θεό με τη χαρισματική μορφή πρώτα της μητέρας του, κυρίως όμως με την διακριτική καθοδήγηση του ιερέα Ερμολάου. Ο Ερμόλαος ήταν ο πνευματικός του, ο γέροντάς του, που διαρκώς τον ενίσχυε και τον προσανατόλιζε στον ουρανό. Και η επιβεβαίωση της χάρης αυτής του Θεού στον άγιο έρχεται με τον παραδοξότερο τρόπο, άνωθεν: ο ίδιος ο Χριστός τον ενισχύει στα μαρτύριά του, αλλά με τη μορφή του αγίου Ερμολάου. Αγαθή διάθεση ψυχής, γνωμικό θέλημα στραμμένο προς τον Θεό, πνευματική χειραγωγία από πνευματικό: τα στοιχεία που κινητοποιούν τη χάρη του Θεού, για να γίνει κανείς άγιος, έστω και σ’ ένα βαθμό, σαν τον άγιο Παντελεήμονα.  

Η ΑΓΙΑ ΟΣΙΟΠΑΡΘΕΝΟΜΑΡΤΥΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

«Η αγία Παρασκευή (2ος αι.) έζησε επί της βασιλείας Αντωνίνου του Πίου, καταγόταν από τη Ρώμη και είχε χριστιανούς γονείς, τον Αγάθωνα και την Πολιτεία, οι οποίοι μετά από πολλή προσευχή γέννησαν την αγία, στην οποία έδωσαν το όνομα Παρασκευή, γιατί γεννήθηκε την ομώνυμη ημέρα της εβδομάδας. Από πολλή μικρή αφιερώθηκε στον Θεό, με τη βοήθεια ιδιαιτέρως της μητέρας της, έμαθε τα ιερά γράμματα, μελετούσε διαρκώς τις άγιες Γραφές και πάντοτε περνούσε τον καιρό της στην προσευχή και στην Εκκλησία. Μετά τον θάνατο των γονιών της, μοίρασε τα υπάρχοντά της στους πτωχούς, ντύθηκε το μοναχικό σχήμα κι άρχισε να κηρύσσει το όνομα του αληθινού Θεού και Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ελκύοντας στη θεογνωσία πολλούς από τους ειδωλολάτρες, γι’ αυτό και κάποιοι Ιουδαίοι την διέβαλαν στον βασιλιά, λέγοντας ότι κάποια γυναίκα, ονόματι Παρασκευή, κηρύσσει τον Ιησού τον υιό της Μαρίας, τον οποίο οι πατέρες μας  σταύρωσαν. Ο βασιλιάς διέταξε να την φέρουν ενώπιόν του για να την ανακρίνει, κι αφού της έταξε πολλά αγαθά αν θυσιάσει στους θεούς του, γεγονός το οποίο αμέσως αρνήθηκε η αγία, ομολογώντας την πίστη της στον αληθινό Θεό, εκείνος την έριξε σε διάφορα μαρτύρια, από τα οποία διαφυλάχθηκε απολύτως σώα με τη χάρη του Θεού, μεταστρέφοντας έτσι πολλούς από τους παρευρισκομένους. Διατάσσει έπειτα να την βάλουν σε χαλκό λέβητα, γεμάτο λάδι και πίσσα, πυρακτωμένο σφοδρά, στον οποίο η αγία φαινόταν σε όλους ότι δροσίζεται, κάτι που προκάλεσε την έκπληξη του βασιλιά, ο οποίος  της ζήτησε να του ρίξει επάνω του λίγο από το μείγμα, για να δει αν όντως είναι καυτό ή όχι. Μόλις η αγία έριξε με τις παλάμες της πάνω στο πρόσωπό του, αμέσως αυτός κάηκε και τυφλώθηκε. Άρχισε να ζητά δυνατά τη βοήθεια της αγίας, υποσχόμενος ότι θα πιστεύσει στον Θεό που εκείνη κήρυσσε. Η αγία προσευχήθηκε και ο βασιλιάς ανέβλεψε, οπότε και ο βασιλιάς και όλοι οι υπ’  αυτόν βαπτίστηκαν στο όνομα της αγίας Τριάδος. Η αγία συνέχισε να περιοδεύει σε διάφορα μέρη, να κηρύσσει και να κάνει διάφορα θαύματα με τη βοήθεια του Θεού, μεταστρέφοντας έτσι ακόμη περισσότερους στην πίστη, οπότε μετά από πολλά μαρτύρια που υπέστη για την πίστη της, της κόψανε το κεφάλι και το πνεύμα της μετέβη στις αιώνιες μονές».

Η αγία Παρασκευή αποτελεί μία ιδιάζουσα περίπτωση αγίας, διότι εκτός των πνευματικών και ασκητικών αγώνων της για τον διαρκή αγιασμό της, και μάλιστα εκ νεότητος -  τον οποίο αγιασμό επιβεβαίωσε και με το μαρτυρικό τέλος της -  διακρίθηκε και για το χάρισμα της ιεραποστολής: να περιοδεύει διδάσκοντας και καθοδηγώντας τους πιστούς.   Δηλαδή, θα λέγαμε ότι εκτός από αγία και παρθένος και μάρτυς, ήταν και ισαπόστολος και γερόντισσα, αμμάς που λέμε,  κάτι ανάλογο με την αγία Μαρία τη Μαγδαληνή, την αγία Θέκλα, την αγία Φιλοθέη στα νεώτερα χρόνια, ή ένας "θηλυκός απόστολος Παύλος", όπως έχει εύστοχα χαρακτηριστεί. Γι’  αυτό και είμαστε βέβαιοι ότι πραγματοποιείται και στην αγία Παρασκευή ο λόγος του Κυρίου που είπε ότι «ο ποιήσας και διδάξας μέγας κληθήσεται εν τη βασιλεία των Ουρανών». Η αγία είναι πράγματι μεγάλη, που απολαμβάνει στους αιώνες των αιώνων πλούσια τη χάρη του Θεού, ευφραινομένη με τον νυμφίο της Χριστό.

Ο άγιος υμνογράφος της ακολουθίας της, μέσα ιδίως από το απολυτίκιό της, μας διευκρινίζει το περιεχόμενο του αγώνα της για αγιασμό: με ζήλο προσπαθούσε καθημερινά να ζει ό,τι το όνομά της φανέρωνε: τον Σταυρό του Χριστού που προβάλλει η ημέρα της Παρασκευής,  δηλαδή την αγάπη της προς Εκείνον και προς τους συνανθρώπους της. «Την σπουδήν σου τη κλήσει κατάλληλον εργασαμένη, φερώνυμε, την ομώνυμόν σου πίστιν εις κατοικίαν κεκλήρωσαι, Παρασκευή, αθληφόρε». Κι όχι μόνον η σπουδή της, ο ζήλος της ήταν σύμφωνος με το όνομά της, δηλαδή ζήλος για αγάπη, κατά το πρότυπο του Χριστού που σταυρώθηκε για τους ανθρώπους, αλλά αδιάκοπα ζούσε αυτήν την εσταυρωμένη αγάπη, όπως ζει κανείς κατά φυσικό τρόπο μέσα στο σπίτι του: έκανε κατοικία της τον Σταυρό του Χριστού. Νομίζουμε ότι δεν υπάρχει πιο όμορφη εικόνα από αυτήν που χρησιμοποιεί ο υμνογράφος, για να δηλώσει το περιεχόμενο του πνευματικού αγώνα της αγίας, αποδίδοντας στην πραγματικότητα με άλλες λέξεις αυτό που έλεγε ο απόστολος Παύλος για τον δικό του αγώνα: «Χριστώ συνεσταύρωμαι. Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός».  Η αγία λοιπόν ζούσε την εσταυρωμένη αγάπη, τον ίδιο τον Χριστό δηλαδή,  κι όλη η ζωή της, με  τη θαυμαστή ιεροποστολική της διάσταση, ερμηνεύεται από τη δυναμική αυτή του σταυρού.

Η αγία Παρασκευή αποτελεί την απάντηση και για όλα τα είδη σπουδής και ζήλου που υφίστανται. Από ζήλο Θεού διακατεχόταν και η αγία. Όχι όμως από αυτόν που τον χαρακτηρίζει ο απόστολος ως «ου κατ’ επίγνωσιν». Διότι δεν σώζει το γεγονός ότι κάποιος έχει θερμότητα στην καρδιά για να επιτελέσει ένα έργο, έστω μεγάλο και σπουδαίο και για χάρη ακόμη του Θεού. Μπορεί να υφίσταται ο ζήλος και να λειτουργεί προς καταστροφή των ανθρώπων. Διότι απουσιάζει η αγάπη, άρα η παρουσία του Θεού. Κι όταν απουσιάζει ο Θεός, τότε τι απομένει; Ο εγωισμός του ανθρώπου και οι πονηρές δυνάμεις που τον διακατέχουν και τον καθοδηγούν. Η ανθρώπινη ιστορία είναι γεμάτη, δυστυχώς, από τέτοιες περιπτώσεις «ζηλωτών», οι οποίοι δεν κατανόησαν το αυτονόητο: ότι αν κάτι σώζει τον άνθρωπο, αν μία προσφορά είναι πράγματι προσφορά, είναι όταν λειτουργεί μέσα στο θέλημα του Θεού, την αγάπη. Η αγία Παρασκευή μάς ανοίγει τά «μάτια» -  ως η αγία της θεραπείας των ματιών  άλλωστε -  και σ’ αυτό. Της είμαστε ευγνώμονες και την παρακαλούμε να πρεσβεύει πάντοτε για όλους.

Σάββατο 25 Ιουλίου 2026

Η ΚΟΙΜΗΣΙΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΑΝΝΗΣ

«Η Αγία Άννα, η γιαγιά κατά σάρκα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ήταν από τη φυλή του Λευί, κόρη του ιερέα Ματθάν και της γυναίκας του Μαρίας. Ο Ματθάν ιεράτευε επί της βασιλείας Κλεοπάτρας και Σαπώρου ή Σαβωρίου, βασιλιά των Περσών, και της βασιλείας Ηρώδου του Αντιπάτρου. Ο Ματθάν είχε τρεις κόρες, τη Μαρία, τη Σοβή και την Άννα. Παντρεύτηκε η πρώτη στη Βηθλεέμ και γέννησε τη Σαλώμη, τη μαία. Παντρεύτηκε η δεύτερη, κι αυτή στη Βηθλεέμ, και γέννησε την Ελισάβετ (τη μητέρα του Ιωάννη του Προδρόμου). Παντρεύτηκε δε και η Τρίτη, η Άννα, στη γη της Γαλιλαίας, και γέννησε Μαρία τη Θεοτόκο, που σημαίνει ότι η Σαλώμη, η Ελισάβετ και η αγία Μαρία η Θεοτόκος, ήσαν κόρες τριών αδελφών και μεταξύ τους πρωτεξαδέλφες. Αυτή λοιπόν η Άννα, αφού γέννησε τη σωτηρία όλου του κόσμου, την Παναγία, και την απογαλάκτισε, την ανάθεσε στον Ναό, ως άμωμο δώρο στον παντοκράτορα Θεό, και έζησε το υπόλοιπο της ζωής της, μέχρις ότου εξεδήμησε εν ειρήνη προς τον Κύριο, με νηστείες και ευεργεσίες προς αυτούς που είχαν ανάγκη. Τελείται δε η αυτής Σύναξις εν τω Δευτέρω».

Όλη η ακολουθία της ημέρας, εσπερινού και όρθρου, υπέρλαμπρη και φωτοφόρος, είναι γεμάτη από ωραιότατα εγκώμια προς την Αγία Άννα, στα οποία καλείται να μετάσχει «εν κυμβάλοις ψαλμικοίς», κατά το δοξαστικό των αποστίχων του εσπερινού, «πάσα η κτίσις». «Μετ’  εγκωμίων εκτελείται η ένδοξος μνήμη σου…Άννα θεόκλητε». Ο εγκωμιασμός όμως δεν είναι μόνον για την αγία Άννα. Μετέχει σ’ αυτόν και ο σύζυγός της, ο δίκαιος Ιωακείμ, γιατί αυτός είναι, κατά κάποιο τρόπο, ο ήλιος, που ενώθηκε με τη σελήνη, την αγία Άννα, για να προέλθει η ακτίνα της Παρθενίας, η Παναγία Μαριάμ, η κόρη τους. «Ήλιος ώσπερ τη σελήνη τη Άννη ενούμενος, ο κλεινός Ιωακείμ, της παρθενίας ακτίνα γεννά». «Ω, μακαρία δυάς, υμείς πάντων γεννητόρων υπερήρθητε…» Μακάρια δυάδα, που ξεπεράσατε όλους τους γονείς. Αιτία βεβαίως για τον πλούτο των εγκωμίων  είναι αυτό που ο καθένας κατανοεί: από τον Ιωακείμ και την Άννα, γεννήθηκε η Παναγία, η οποία έφερε στον κόσμο, μέσα στο βάθος του σχεδίου του Θεού για τη σωτηρία αυτού, τον ίδιο τον Θεό εν σαρκί, τον Κύριο Ιησού Χριστό. «Δια της Παναγίας, της Θεότητος αυγή επέλαμψε». Με την Παναγία έλαμψε στον κόσμο το φως της Θεότητος. Και βεβαίως έτσι τιμώνται ο παππούς και η γιαγιά κατά σάρκα του Κυρίου μας. «Μνήμην τελούντες Δικαίων, των Προπατόρων Χριστού…».

Η αιτιολόγηση αυτή της φωτοφόρου εορτής της Κοιμήσεως της αγίας Άννης δεν συνιστά μία απλή αναφορά της όλης εορτής. Αποτελεί το κέντρο, την αδιάκοπα ανακυκλούμενη έννοια, τόσο που θα έλεγε κανείς ότι όλη η ακολουθία δεν κάνει τίποτε άλλο, από το να προβάλλει τον ερχομό του Χριστού διά της Παναγίας Μητέρας Του, και αυτό να το παρουσιάζει με διαφορετικές λέξεις και πολλαπλά λογοτεχνικά σχήματα, με εικόνες και  με προτυπώσεις ακόμη από την Παλαιά Διαθήκη. Σαν να έχουμε το πολυτιμότερο διαμάντι στον κόσμο, και να το προβάλλουμε με όλων των ειδών τα φώτα και τους χρωματισμούς. «Οι εξ ακάρπων λαγόνων, ράβδον αγίαν την Θεοτόκον βλαστήσαντες, εξ ης η σωτηρία τω κόσμω ανέτειλε, Χριστός ο Θεός». «Της μητρός του Δεσπότου και Ποιητού, μήτηρ γέγονας Άννα πανευκλεής…»  Έτσι η κοίμηση της αγίας Άννης, και μαζί με αυτήν του αγίου Ιωακείμ, λειτουργεί παραπεμπτικά και αναγωγικά: δι’  αυτών  τιμάται και εγκωμιάζεται ο Κύριος Ιησούς Χριστός. «Μνήμην Δικαίων τελούντες, σε ανυμνούμεν, Χριστέ». Κι είναι φυσικό: αν ένας άνθρωπος έχει κάποια αξία είναι γιατί ο ίδιος ο Θεός τον έχει χαριτώσει και τον έχει υπερυψώσει. Κι αν αυτό ισχύει για όλους τους αγίους, πόσο μάλλον για τους κατά σάρκα προπάτορές Του, τον παππού Του και τη γιαγιά Του!

Η τιμή ασφαλώς για την αγία Άννα και τον άγιο Ιωακείμ δεν είναι μία εύνοια του Θεού χωρίς λόγο. Για να χαριτωθούν με αυτόν τον τρόπο – να γεννήσουν το καλύτερο άνθος της ανθρωπότητας, την Παναγία Θεοτόκο – συνήργησαν και οι ίδιοι, με την αγιασμένη ζωή τους, γεγονός που προβάλλει εξίσου πολλαπλώς η ακολουθία της ημέρας. «…Η νοητή χελιδών (η Αννα)…αμέμπτως εν σωφροσύνη βιωσαμένη καλώς». Με σωφροσύνη και με άμεμπτο τρόπο έζησε η αγία Άννα. «Τας νόμου εντολάς, θεαρέστως τηρούσα, μητέρας Ισραήλ, υπερήρας απάσας…αγιόλεκτε Άννα, προμήτορ Κυρίου». Τήρησες τις εντολές του νόμου του Θεού, με θεάρεστο τρόπο, αγιόλεκτε Άννα, και ξεπέρασες όλες τις μητέρες του Ισραήλ. Με την προϋπόθεση αυτή, να τηρεί δηλαδή πάντοτε το θέλημα του Θεού, αναδείχτηκε η Άννα σ’ αυτό το υψηλό σημείο, να γίνει Μητέρα της Μητέρας του Θεού, γι’  αυτό και οι ύμνοι στη συνέχεια δεν παύουν να μιλούν για το τελικό αποτέλεσμα: να μετατεθεί στους κόλπους του Θεού και να είναι συνόμιλος των αγγέλων. Ο Χριστός «σε  μεταθέμενος προς τα επουράνια, μετά δόξης, Άννα ένδοξε». «Σήμερον εκ της προσκαίρου μεταστάσα ζωής, εν τοις επουρανίοις μετά χαράς την πορείαν ποιουμένη αγάλλεται». Το ένδοξο τέλος της αγίας Άννης, τηρουμένων των αναλογιών, περιμένει βεβαίως και εμάς, εφόσον αγωνιζόμαστε στη ζωή αυτή να τηρούμε τις άγιες εντολές του Χριστού. Ο Θεός μας, μη ξεχνάμε, δεν είναι προσωπολήπτης.  

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026

Η ΑΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΧΡΙΣΤΙΝΑ

«Η αγία Χριστίνα καταγόταν από την πόλη της Τύρου κι ήταν κόρη ενός στρατηλάτη ονόματι Ουρβανού. Αυτός έβαλε την κόρη του σε πύργο υψηλό, της έδωσε εντολή να ζει εκεί και να προσφέρει θυσία στους ειδωλολατρικούς θεούς που εκείνος λάτρευε, κατασκευασμένους από χρυσάφι, ασήμι και άλλα υλικά. Η Χριστίνα όμως τα έκανε κομμάτια και ό,τι πολύτιμο υπήρχε ως υλικό το έδωσε στους φτωχούς. Γι’ αυτόν τον λόγο ο πατέρας της άρχισε να την υποβάλλει σε πολλές τιμωρίες και την έβαλε σε φυλακή, χωρίς να της δίνει τροφή. Η αγία όμως τρεφόταν από αγγέλους, οι οποίοι την θεράπευσαν και από τις πληγές της. Έπειτα ρίχνεται στη θάλασσα, όπου δέχεται το θείο βάπτισμα από τον ίδιο τον Κύριο, και οδηγείται στην ξηρά από θείο άγγελο. Όταν μαθεύτηκε ότι ζει, κλείνεται πάλι στη φυλακή, κατ’ εντολή του πατέρα της, ο οποίος το ίδιο βράδυ πέθανε με άσχημο τρόπο. Στη θέση του πατέρα της έρχεται ο στρατηγός Δίων, ο οποίος αρχίζει να εξετάζει τη μάρτυρα, ο αλιτήριος. Αυτή δε, επειδή κήρυξε τον Χριστό, τιμωρείται σκληρότατα. Μέσα στα μαρτύρια ευρισκόμενη, τέλεσε διάφορα θαύματα, γεγονός που οδήγησε στην πίστη τρεις χιλιάδες από τους στρατιώτες. Μετά τον Δίωνα, ανέλαβε την εξουσία κάποιος Ιουλιανός, ο οποίος ρίχνει την αγία σε κάμινο του πυρός, κι αφού εκείνη έμεινε άφλεκτος, την καταδικάζει να ριχτεί σε δηλητηριώδη φίδια και διατάζει έπειτα να της κόψουν τους μαστούς, από τους οποίους χύθηκε αντί αίμα γάλα. Στη συνέχεια της κόψανε τη γλώσσα, και τελευταίο από όλα, αφού κτυπήθηκε από στρατιώτες με πέτρες, παρέδωσε το πνεύμα της στον Θεό».

Τρία σημεία από το συναξάρι της αγίας είναι εξόχως σημαντικά, προκειμένου να τα σχολιάσουμε:

(1) Λέγεται – και όχι άδικα – ότι ανώτερη αγάπη στον κόσμο τούτο από τη γονεϊκή δεν υπάρχει. Οι γονείς είναι εκείνοι, σχεδόν σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, που είναι έτοιμοι και τη ζωή τους να δώσουν για χάρη των παιδιών τους. Διότι νιώθουν ότι τα παιδιά τους αποτελούν κομμάτι του εαυτού τους: η ζωή των παιδιών τους ήδη εκ κοιλίας μητρός ζυμώθηκε μ’ εκείνους. Κι όμως. Στην περίπτωση της αγίας Χριστίνας – δυστυχώς όχι μόνον αυτής – τούτο καταλύεται. Ο ίδιος ο πατέρας της γίνεται ο δήμιός της, εκείνος που θέλει να την καταστρέψει. Αιτία: ο φανατισμός του, που τον κάνει να είναι δέσμιος των ειδώλων, δηλαδή των διαφόρων δαιμονίων, και που γι’ αυτό απαιτεί και η κόρη του να τον ακολουθεί στις δικές του δοξασίες. Όπως το σημειώνει ο άγιος υμνογράφος της: «Μη υποφέροντας, Χριστίνα, ο δειλός και πλανεμένος και αθεότατος πατέρας σου τον πόθο σου προς τον Χριστό, σε απειλούσε με τιμωρίες βασάνων» (ωδή δ΄). Κι αλλού: «Ο πατέρας σου βλέποντάς σε να αγαπάς τον ουράνιο Πατέρα, επέδειξε βάρβαρη γνώμη και σε υπέβαλε σε ποικίλες τιμωρίες. Διότι ο δυσσεβής αγνόησε τους όρους της δικής του πατρικής φύσεως» (ωδή ς΄). Εκ διαμέτρου αντίθετη τοποθέτηση από τη χριστιανική, η οποία κάνει τον άνθρωπο να αγαπά με απόλυτο τρόπο τον Θεό, για να μπορεί όμως αυτός στη συνέχεια να αγαπά με απόλυτο πάλι τρόπο και τον συνάνθρωπό του, που σημαίνει και να σέβεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ελευθερία του.

(2) Η αγία άρχισε να διώκεται για την πίστη της στον Χριστό, ενόσω ακόμη δεν είχε γίνει πλήρως χριστιανή, δηλαδή όταν ακόμη δεν είχε βαπτισθεί. Η χάρη του Θεού όμως ενεργούσε πλούσια σε αυτήν, έστω και με εξωτερικό τρόπο. Διότι το βάπτισμα προσφέρει ακριβώς αυτό: συνδέει τον καλοπροαίρετο και ενεργούμενο εξωτερικά από τη χάρη του Θεού άνθρωπο με τον Χριστό, τον κάνει μέλος Του και συνεπώς ο Χριστός δρα μέσα από το κέντρο της καρδιάς του, εκεί που πριν δρούσε το πονηρό. Σ’ έναν τέτοιον άνθρωπο όμως, σαν την αγία Χριστίνα, ο Θεός βρίσκει τρόπους να συνδεθεί με αυτόν, πέραν των «κανονικών και νομίμων». Και τι γίνεται; Μέσα στη θάλασσα ευρισκόμενη η αγία, από την κακία των διωκτών της, έχει τον ίδιο τον Δημιουργό και Σωτήρα της Χριστό να τελεί το άγιο βάπτισμά της, προκειμένου να την κάνει μέλος Του. «Το Πνεύμα όπου θέλει πνει», ενώ θαυμάζει κανείς την «υπακοή» και του ίδιου του Χριστού μας σε ό,τι ο Ίδιος έχει νομοθετήσει. «Ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται». Ο άγιος υμνογράφος σημειώνει: «Ο Βασιλέας της δόξας Χριστός θέλχθηκε από την παρθενική ωραιότητά σου και σε ένωσε μαζί Του ως άψογη νύμφη με ένωση αγνή» (Δόξα αίνων). Και πράγματι: η ζωή της αγίας υπήρξε μία «κόλλησις» προς τον Δημιουργό της Χριστό μέχρι σημείου βεβαίως ολοκληρωτικής προσφοράς της διά του μαρτυρίου της. «Κόλλησα στα ίχνη Σου πληγωμένη από τον πόθο της αγάπης σου. Και κραύγαζες, μάρτυς: ανάδειξέ με νικήτρια στα βασανιστήρια» (ωδή δ΄).  

(3) Στο μαρτύριο της εκτομής των μαστών της, διαπιστώνεται το παραδοξότατο: αντί αίματος εκχέεται γάλα. Πέραν από την παρατηρούμενη ενέργεια του Θεού που κάνει ένα θαύμα – προφανώς για να ενισχύσει τους καλοπροαίρετους θεατές του μαρτυρίου της, ώστε να μεταστραφούν ή ν’ αυξηθούν στην πίστη – μπορούμε να επιχειρήσουμε και μίαν ακόμη εξήγηση: αφενός το γάλα αυτό, από μία παρθένο, μπορεί να θεωρηθεί ως σύμβολο της διδασκαλίας που ασκούσε η αγία στους ειδωλολάτρες, κατά το «γάλα υμάς επότισα» που έλεγε στους αρχαρίους στην πίστη ο απόστολος Παύλος, αφετέρου φανερώνει την κυοφορία μέσα της της χάριτος του Θεού, που την κάνει και αυτήν μία μικρή «Παναγία», κατά τους λόγους του Κυρίου, που είπε ότι αυτοί που τηρούν το άγιο θέλημά του Πατέρα Του «μήτηρ και αδελφός και αδελφή Του εισίν». «Σαν κρίνο στις κοιλάδες των μαρτύρων, σαν ευωδιαστό ρόδο άνθησες, αποστάζοντας χάρη μύρου, χριστώνυμη μάρτυς σεμνή, και μυροβόλησες τις καρδιές των πιστών, συ που είσαι συνόμιλη των αγγέλων» (ωδή ς΄).

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2026

Η ΟΣΙΑ ΠΕΛΑΓΙΑ Η ΕΝ ΤΗΝΩ

«Ἀμέμπτως ἐβίωσας ἐν ἐγκρατείᾳ πολλῇ καὶ πόνοις ἀσκήσεως καὶ ἐν ἀγάπῃ θερμῇ, Πελαγία Θεόληπτε. Ὅθεν τὴν Θεοτόκον ἐπαλλήλως κατεῖδες, μηνύουσάν σοι Εἰκόνος τὴν ἀνεύρεσιν ταύτης. Ἣν πρέσβευε, Ἁγία Μῆτερ, ὑπὲρ τῶν τιμώντων σε» (απολυτίκιο ήχος δ΄).

(Έζησες άμεμπτα με πολλή εγκράτεια και ασκητικούς κόπους και με θερμή αγάπη, Πελαγία θεόληπτε. Γι’  αυτό είδες απανωτά τη Θεοτόκο, η οποία σου έστελνε μήνυμα για την ανεύρεση της εικόνας Της. Πρέσβευε σ’ Αυτήν, αγία Μητέρα, υπέρ αυτών που σε τιμούν).

Η αγία Πελαγία, κόρη του ιερέως Νικηφόρου, καταγόταν από την Τήνο (1752-1834) κι έζησε οσιακά από την παιδική της ηλικία. Το κοσμικό της όνομα ήταν Λουκία, ενώ όταν εισήλθε στο μοναχικό στάδιο σε ηλικία 15 ετών στο Κεχροβούνι της Τήνου, πήρε το όνομα της μοναχής θείας της Πελαγίας. Ως μοναχή αύξησε την εγκράτεια και τους ασκητικούς κόπους της, ενώ διακρινόταν για τον αγώνα της να βρίσκεται πάντοτε πάνω στις εντολές του Κυρίου, κυρίως την αγάπη. Γι’ αυτό και έγινε «δοχεῖον τοῦ Πνεύματος», με αποτέλεσμα να της εμφανιστεί όχι μία φορά η Κυρία Θεοτόκος, η οποία την καθοδήγησε για την εύρεση της αγίας εικόνας Της (30 Ιανουαρίου 1823) που ήταν θαμμένη σ’ έναν αγρό στην πόλη της Τήνου. Το γεγονός κατέστησε την Τήνο ιερό νησί, ενώ η οσία χαριτώθηκε από τον Θεό να επιτελεί πλήθη θαυμάτων, και όσο ζούσε και μετά την κοίμησή της. Η αγιοκατάταξή της έγινε με συνοδική πατριαρχική πράξη στις 11 Σεπτεμβρίου 1970, ενώ η μνήμη της ορίστηκε να τιμάται στις 23 Ιουλίου, τότε που της εμφανίστηκε η Παναγία με όραμα.

Αξίζει να τονίσουμε από το απολυτίκιο της οσίας αυτό που τονίζει ο ιερός υμνογράφος της: η Πελαγία αξιώθηκε του οράματος της Παναγίας (σε ηλικία 73 ετών μάλιστα), όταν όλη η βιοτή της, ψυχή τε και σώματι, ήταν αφιερωμένη στον Κύριο, που θα πει στην εργασία των αγίων εντολών Του. Ποτέ δηλαδή δεν έχουμε γνήσια οράματα που προέρχονται από τον Θεό και τους αγίους Του, παρά μόνον αν συντρέχει προς τούτο η ζωή του πιστού χριστιανού. Διότι δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οράματα και άλλες «αποκαλυπτικές» καταστάσεις έχουμε και από τον Πονηρό διάβολο, ο οποίος εκμεταλλεύεται ψυχές ταραγμένες και υπερήφανες, στις οποίες εμφανίζεται κατά τον απόστολο «ὡς ἄγγελος φωτός» με σκοπό να τις οδηγήσει στην απώλεια. Και δυστυχώς αυτές οι ψυχές τον πιστεύουν και χάνονται. Η οσία Πελαγία ήταν λοιπόν αφιερωμένη στον Κύριο, η χάρη του Θεού λειτουργούσε μέσα της λόγω της ταπείνωσής της, γι’ αυτό και την πρώτη και τη δεύτερη φορά που της εμφανίστηκε η Παναγία δεν «ενέδωσε» στο όραμα, θεωρώντας το αυτονόητο για έναν άγιο: «δεν είμαι άξιος να δω την Παναγία». Έτσι σκέφτεται και ενεργεί σε πρώτη φάση ο πραγματικός άγιος – νιώθει τη μικρότητα και την αμαρτωλότητά του. Όταν όμως πεισθεί από τη συνεχή πρόκληση του Θεού και των αγίων κι όταν μάλιστα τεθεί η πρόκληση, εν προκειμένω το όραμα, υπό την κρίση των πνευματικών της Εκκλησίας, τότε ναι, κάνει υπακοή και κινείται κατά την υπόδειξη της θεϊκής οπτασίας.

Αυτό σημαίνει ότι ο Θεός διά των Αγίων Του εμφανίζεται σ’ εκείνους που είναι συντονισμένοι με τη δική Του ζωή, που «συγγενεύουν με τον Χριστό», όπως συνήθιζε να λέει ο σύγχρονός μας  όσιος Παῒσιος ο αγιορείτης. Και συντονίζεται κανείς με τον Θεό μόνον όταν βρίσκεται στην πορεία υπακοής των αγίων Του εντολών, κατά τον λόγο της Γραφής: «ὁ τηρῶν τάς εντολάς τοῦ Θεοῦ, ἐν τῷ Θεῷ μένει καί ὁ Θεός ἐν αὐτῷ».  Άνθρωπος που το δικό του θέλημα είναι η προτεραιότητά του και ο κανόνας της ζωής του, δεν υπάρχει περίπτωση να «δει» τον Θεό ούτε και κανέναν άγιο – δεν του το επιτρέπει η δική του «θεληματάρικη», δηλαδή εγωιστική, καθώς λένε ζωή. Να θυμηθούμε και πάλι στο σημείο αυτό την απάντηση του αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου όχι σε κοσμικό άνθρωπο, αλλά σε καλόγερο, ο οποίος όμως ζούσε σύμφωνα προς τις επιθυμίες του και όχι προς το θέλημα του Θεού. Στην «αποκάλυψη» του καλόγερου στον όσιο ότι του εμφανίστηκε η Παναγία, εκείνος αμέσως αμφισβήτησε τη θεόθεν προέλευση του οράματος, ακριβώς με το σκεπτικό αυτό: «Η Παναγία εμφανίζεται μόνο σ’ αυτούς που είναι υπάκουοι σαν Εκείνην. Εσύ όμως ζεις κατά το δικό σου θέλημα». 

Στο πρόσωπο της αγίας Πελαγίας της Τηνίας ψαύουμε κυριολεκτικά την παρουσία του Θεού και την ευλογία της Παναγίας. Ας την παρακαλούμε να πρεσβεύει και για μας, ώστε το φρόνημά της, φρόνημα Χριστού, να γίνει και δικό μας.

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026

Η ΑΓΙΑ ΜΥΡΟΦΟΡΟΣ ΜΑΡΙΑ Η ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ Η ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

«Η αγία καταγόταν από τα Μάγδαλα στα όρια της Συρίας. Προσήλθε στον Χριστό και θεραπεύτηκε με τη χάρη Του από επτά δαιμόνια που την ενοχλούσαν. Τον ακολούθησε έκτοτε μέχρι το Πάθος Του κι έγινε Μυροφόρος, ενώ αξιώθηκε να δει πρώτη την Ανάσταση του Κυρίου, μαζί με την Παναγία Μητέρα Του, καθώς άκουσε γι’ αυτήν από άγγελο Κυρίου, και πάλι το πρωί από δύο αγγέλους «εν λευκοίς καθεζομένους». Και πάλι είδε τον Κύριο, νομίζοντάς Τον για κηπουρό, και άκουσε από Αυτόν «μη μου άπτου», μη μ’ αγγίζεις. Μετά λοιπόν τη θεία και αγία Ανάληψη, πήγε στην Έφεσο προς τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο και απόστολο, όπου εκεί οσίως κοιμήθηκε και ετάφη δίπλα στην είσοδο του σπηλαίου, στο οποίο οι άγιοι μακάριοι επτά παίδες είχαν κοιμηθεί. Ύστερα, επί Λέοντος του μακαριστού Βασιλιά, το λείψανό της ανακομίστηκε στη μονή του Αγίου Λαζάρου που ιδρύθηκε από τον Λέοντα, στην οποία ετησίως τελείται και η σύναξή της».

Προκαλεί συγκίνηση σε κάθε πιστό χριστιανό η μνήμη της αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής, η οποία αναδείχτηκε μυροφόρος και ισαπόστολος. Και τούτο γιατί εκτός του ότι έζησε την παρουσία του Κυρίου εν πνεύματι, όπως άλλωστε και όλοι οι άγιοι – παρουσία βεβαίως που είναι η ανώτερη δυνατή, αφού ζει κανείς τον Χριστό με τον τρόπο αυτό ως μέλος Του, δηλαδή στα όρια της ύπαρξής του – αυτή αξιώθηκε να Τον ζήσει και κατά την ιστορική Του παρουσία επί της γης, να Τον δει, να Τον ακούσει, να Τον παρατηρήσει, να Τον ψηλαφήσει και με τις σωματικές της αισθήσεις. Ό,τι συνέβη με άλλα λόγια με τους αποστόλους, οι οποίοι μάλιστα βαπτίστηκαν κατά την Πεντηκοστή με το άγιον Πνεύμα, το ίδιο συνέβη και με την αγία Μαγδαληνή, η οποία είχε πέραν αυτών και την εξαιρετική ευλογία να είναι φίλη και «αδελφή» με την ίδια την Παναγία μας. Αν η γνωριμία μας με έναν άγιο μάς κάνει να νιώθουμε ιδιαιτέρως ευλογημένοι και τιμημένοι, πόσο περισσότερο τούτο πρέπει να συμβαίνει και με την αγία Μαγδαληνή!

Γι’ αυτό και ο Κύριος, βλέποντας την ολοκάρδια ανταπόκρισή της στην προσφορά καταρχάς της χάρης Του, με την οποία την θεράπευσε από επτά ενοχλητικά δαιμόνια – ανταπόκριση που εκφράστηκε με την πιστή έκτοτε ακολουθία Του, ακόμη και μετά τον θάνατό Του – την τίμησε με το να γίνει η πρώτη, μαζί με την Παναγία Μητέρα Του, που δέχτηκε το μήνυμα της Ανάστασης, κι η πρώτη, στη συνέχεια, η οποία ευαγγελίστηκε το χαρμόσυνο τούτο γεγονός στους φοβισμένους και δυσπίστους μαθητές Του. Οι ύμνοι της Εκκλησίας τονίζουν πολλαπλώς αυτήν την τιμή της από τον Χριστό, όπως για παράδειγμα το δοξαστικό του εσπερινού της εορτής της, που λέει: «Πρώτη κατιδούσα την θείαν ανάστασιν, Μαρία η Μαγδαληνή,…πρώτη και ευαγγελίστρια εδείχθης…». Κι αλλού, στον όρθρο (ωδή γ΄): «Γεγηθυία τον τάφον του Λυτρωτού έφθασας, πρώτη κατιδούσα την θείαν Κόρη Ανάστασιν. Ευαγγελίστρια, όθεν, εδείχθης βοώσα: ο Χριστός εγήγερται, χείρας κροτήσατε». Με χαρά έφτασες τον τάφο του Λυτρωτή, κι είδες πρώτη, Κόρη, τη θεία Ανάσταση. Γι’ αυτό αναδείχτηκες ευαγγελίστρια, φωνάζοντας δυνατά: ο Χριστός αναστήθηκε, χειροκροτήστε.

Έτσι, η αγία Μαγδαληνή έμεινε στην ιστορία και στη μνήμη της Εκκλησίας, μεταξύ των άλλων, και ως άγγελος των καλών ειδήσεων, ως εκείνη δηλαδή που μετέστρεψε την αθυμία των μαθητών σε ευθυμία: «την αθυμίαν αποθέμενοι, την ευθυμίαν αναλάβετε» (Δόξα εσπ.), ως εκείνη που τα λόγια της υπήρξαν δροσιά κι αναψυχή στους μαθητές που καίγονταν από τον καύσωνα της αθυμίας: «ρημάτων σου δροσισμώ, της αθυμίας τον καύσωνα εξήρας των μαθητών» (ωδή ς΄), κάτι που βεβαίως συνέχισε με τη διδασκαλία και τη ζωή της, μέχρι την αγία τελευτή της. Και άφησε ισχυρό παράδειγμα και σε μας, να ξέρουμε ότι ο μόνος τρόπος για να φέρνουμε στους θλιμμένους συνανθρώπους μας την ευθυμία και να τους δροσίζουμε, ευρισκομένους μέσα στο οποιοδήποτε καμίνι των θλίψεων και των δοκιμασιών τους, είναι να ζούμε οι ίδιοι την ανάσταση του Χριστού με την καλή ζωή μας και αυτήν την αναστημένη ζωή μας να την καταθέτουμε ως μαρτυρία σ’ αυτούς. Ο άγιος υμνογράφος δεν μπορεί να μην επισημάνει, και όχι μόνο μία φορά, την πνευματική αυτήν πραγματικότητα: «Δεν προτίμησες τίποτε επίγειο από την αγάπη του Χριστού. Αλλά πληγωμένη από την ομορφιά των χαρίτων αυτού μόνου και από τις λαμπρότητες που στέλνει αμέσως, ακολουθώντας τα ίχνη Του κραύγαζες δυνατά: Εσένα δοξολογώ, πολυέλεε» (ωδή θ΄).

Τρίτη 21 Ιουλίου 2026

ΟΙ ΟΣΙΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΙ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ

«Οι άγιοι κατάγονταν από την Έδεσσα της Συρίας κι έζησαν επί βασιλείας Ιουστίνου του νέου. Κινούμενοι από θείο πόθο έφτασαν στα Ιεροσόλυμα, κι αφού προσκύνησαν το Τίμιο Ξύλο του Σταυρού, πήγαν στο μοναστήρι του αγίου Γερασίμου, για να γίνουν καλόγεροι. Πράγματι έλαβαν το σχήμα το μοναχικό από τον ηγούμενο Νίκωνα, αλλά πριν τη συμπλήρωση επτά ημερών, έφυγαν και κατοίκησαν στην έρημο, όπου και παρέμειναν επί σαράντα ολόκληρα χρόνια, ζώντας με μεγάλη άσκηση και σκληραγωγία. Έπειτα, ο μεν Ιωάννης παρέμεινε εκεί, ενώ ο μακάριος Συμεών επέστρεψε στην αγία Πόλη, παρακαλώντας στην προσευχή του να ζήσει εντελώς αφανής, γι’ αυτό και αφού προσποιήθηκε ότι είναι μωρός, έφτασε στην πόλη της Εμέσης. Στην κατάσταση αυτή της προσποίησης της σαλότητας έκανε πολλά θαύματα κι έπειτα αναπαύθηκε εν Κυρίω. Μετά το τέλος του όμως έγινε φανερό ένα ακόμη από τα θαύματά του, το οποίο και αναφέρουμε: Καθώς τον οδηγούσαν για να τον θάψουν δύο άνδρες, χωρίς καμία φροντίδα, χωρίς καθαρισμό και χωρίς θυμιάματα και ψαλμωδίες, έτυχε να περάσουν κάτω από τον οίκο ενός Εβραίου. Εκείνη την ώρα λοιπόν που περνούσε το λείψανο του αγίου, ακούστηκαν γλυκύτατες δοξολογίες από πλήθος ανθρώπων, σαν να τον προέπεμπαν και να τον περιτείχιζαν όλοι αυτοί, τόσο που ο Εβραίος έσκυψε να δει τι γίνεται. Αυτός τότε είδε ότι προπέμπεται ο Συμεών, κρατούμενος μόνον από δύο φτωχούς άνδρες, οπότε είπε: “Είσαι μακάριος, σαλέ, γιατί μη έχοντας ανθρώπους να σε ψάλουν, είχες επουράνιες Δυνάμεις να σε τιμούν με ύμνους”. Αμέσως τότε κατέβηκε και με τα ίδια του τα χέρια τον φρόντισε και τον κήδευσε. Μετά από ημέρες, ήλθε ο φίλος και συνασκητής του Ιωάννης, που τον βρήκε να έχει εκδημήσει προς τον Κύριον».

Το θαυμαστό και παράδοξο από το συναξάρι των οσίων αυτών δεν εξαντλείται ίσως στη διά Χριστόν σαλότητα του Συμεών - η σαλότητα ως τρόπος τελειώσεως του ανθρώπου είναι πέραν αυτών που γνωρίζουμε από τη συνήθη πνευματική ζωή των αγίωνˑ είναι, θα λέγαμε, μία νόμιμη οδός «παρανομίας». Γι’ αυτό και δεν μπορούν οι περισσότεροι να ακολουθήσουν ουδ’ επ’ ελάχιστον την οδό αυτή, ενώ όσοι την ακολούθησαν ανήκουν σε μία πολύ μικρή ομάδα, που έλαβαν από τον Θεό το χάρισμα τούτο. Εκείνοι οι οποίοι χωρίς την ιδιαίτερη κλήση από τον Θεό θέλησαν να υπάγουν «εμπαίξαι τον κόσμον», διεπίστωσαν πολύ σύντομα ότι απατήθηκαν από τον διάβολο και εμπαίχτηκαν από αυτόν.

Αιτία για τον δαιμονικό εμπαιγμό τους ήταν το γεγονός ότι μάλλον δεν μέτρησαν σωστά τις αντοχές τους. Η σαλότητα απαιτεί τεράστια ψυχική δύναμη, εκτός από αυτήν που δίνει η χάρη του Θεού, διότι ο εμπαίζων τον κόσμο σημαίνει ότι έρχεται αντιμέτωπος με την ενυπάρχουσα στον άνθρωπο ανάγκη κοινωνίας με τους άλλους ανθρώπους – ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από τον Θεό να είναι κοινωνικό ον. Πρέπει ο διά Χριστόν σαλός να έχει βάλει τον εαυτό του στο κατώτερο δυνατό σημείο σε σχέση με τους άλλους, να ζει δηλαδή ορθά την κατά Χριστόν ταπείνωση, πάντοτε με την ευλογία ασφαλώς του Γέροντά του για να μη «διαλυθεί» ψυχικά από την περιφρόνηση των ανθρώπων που συνοδεύει μία τέτοια επιλογή ζωής. Κι αυτό σημαίνει ότι ένας τέτοιος άνθρωπος νιώθει διαρκώς συνδεδεμένος με τον Θεό, ο Οποίος Αυτός μόνος τον στηρίζει και τον παρηγορεί.

    Είπαμε, όμως, ότι δεν είναι η σαλότητα του αγίου Συμεών το μόνο θαυμαστό και παράδοξο από τη ζωή και των δύο αγίων. Θαυμαστό και παράδοξο είναι και το γεγονός ότι ούτε επτά ημέρες δεν πέρασαν από την κουρά τους σε μοναχούς κι οι άγιοι εγκατέλειψαν το μοναστήρι τους για να πάνε στα ενδότερα της ερήμου και να μονάσουν. Γιατί είναι παράδοξο τούτο; Διότι κατά την κανονική παράδοση της Εκκλησίας μας και την κανονική πνευματική ζωή, ένας μοναχός για να φύγει και να μονάσει μόνος πρέπει να έχει διέλθει αρκετά έως πολλά χρόνια μοναχικής ζωής σε κοινόβιο. Διαφορετικά, τον παραλαμβάνει ο διάβολος και τον εμπαίζει και στη φάση αυτή. Στην κανονικότητα όμως υπάρχουν πάντοτε και οι εξαιρέσεις. Και στους αγίους βλέπουμε πράγματι την εξαίρεση. Προφανώς, ήταν τέτοια η αγάπη τους στον Θεό, ενεργούσε τόσο θαυμαστά η χάρη Του στην καρδιά τους, ώστε έλαβαν πληροφορία για την έξοδό τους αυτή.

Μα, υπάρχει και τρίτο θαυμαστό και παράδοξο στη ζωή τους, και μάλιστα από το συναξάρι του αγίου Συμεών: ο Θεός θέλησε να φανερώσει τη μεγάλη αγιότητά του όχι σε έναν ή περισσοτέρους χριστιανούς, αλλά σε έναν Εβραίο. Δεν είναι βεβαίως το σύνηθες. Προφανώς όμως και πάλι, ο Εβραίος αυτός δεν ήταν τυχαίος άνθρωπος. Πρέπει να ήταν καλοδιάθετος, όχι φανατισμένος, με γνησιότητα αναζήτησης της αλήθειας, γι’ αυτό και ο Θεός τον κάλεσε στη χριστιανική πίστη μέσα από το θαυμαστό περιστατικό της εξοδίου πορείας του Συμεών, τον οποίο φαίνεται ότι γνώριζε, αλλ’ ως σαλό. «Τις έγνω νουν Κυρίου ή σύμβουλος αυτού εγένετο;» Ο Θεός είναι ο κατεξοχήν εφευρετικός στις κλήσεις των ανθρώπων, γιατί βεβαίως είναι ο μόνος «γινώσκων τα εγκάρδια». Με άλλα λόγια η παραδοξότητα της ζωής των αγίων αυτών, και μάλιστα του Συμεών, συνεχίστηκε και μετά τον θάνατό του.

    Θαυμάζουμε τον τρόπο ζωής των αγίων Ιωάννη και Συμεών του διά Χριστόν σαλού. Δεν μπορούμε όμως (και δεν πρέπει), έστω και σαν σκέψη, να ακολουθήσουμε τη συγκεκριμένη τους επιλογή. Ιδιαιτέρως το χάρισμα της διά Χριστόν σαλότητας στην εποχή μας παρα…είναι σπάνιο, διότι, ίσως, όπως έλεγε και ο όσιος Παΐσιος ο αγιορείτης, η εποχή μας βρίθει γενικώς σαλών. Δεν χρειάζονται και άλλοι! Η αγάπη τους όμως προς τον Θεό και η τεράστια ταπείνωσή τους, ναι, είναι αρετές που πρέπει πάντοτε να έχουμε κατά νου και ενώπιόν μας. Ο άγιος υμνογράφος μας βοηθάει σ’ αυτό, καθώς μας «ζωγραφίζει» την πνευματική εικόνα του αγίου Συμεών, συνεπώς αντιστοίχως και του συνοδοιπόρου του Ιωάννη: «Μετριόφρων και συμπαθής και φιλόθεος και γεμάτος αγάπη φάνηκες θεόπνευστε, ταπεινός και πράος, σαν άγγελος περπατώντας στη γη κι έχοντας ουράνια διαγωγή. Γι’ αυτό και αναπαύθηκε σ’ εσένα λόγω της ψυχικής σου  καθαρότητας, μακάριε Συμεών, ο Πατήρ, ο Υιός και το Πνεύμα το Άγιον» (στιχ. εσπ.).

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ

«Ο Ηλίας ήταν υιός του Σωβάκ, από τη Θίσβη, Αραβική γη, από τη φυλή Ααρών, που κατοικούσε στη Γαλαάδ, διότι η Θίσβη ήταν περιοχή δοσμένη στους ιερείς. Κι όταν τον γέννησε η μητέρα του, ο πατέρας του Σωβάκ είδε ότι άνδρες στα λευκά ντυμένοι τού μιλούσαν, κι ότι μέσα στη φωτιά τον σπαργάνωναν και του έδιναν να φάει φλόγα φωτιάς. Πήγε τότε στα Ιεροσόλυμα και το είπε στους ιερείς, κι ο χρηματισμός που του δόθηκε ήταν: Μη δειλιάσεις, άνθρωπε, διότι το παιδί θα κατοικεί μέσα το φως, ο λόγος του θα είναι νόμος, και η ζωή του σύμφωνη με τον Θεό, ενώ ο ζήλος του θα ευαρεστεί τον Κύριο. Θα κρίνει δε τον Ισραήλ με ρομφαία και φωτιά. Ο Ηλίας λοιπόν προφήτευσε εικοσιπέντε χρόνια και έζησε 816 χρόνια πριν την έλευση του Χριστού. Αυτός είναι που κατέβασε τρεις φορές φωτιά από τον ουρανό, και κράτησε με τον λόγο του τη βροχή, και ανάστησε νεκρούς και κατάφλεξε πολλούς, και στο όρος Χωρήβ είδε τον Θεό, όσο ήταν δυνατό να δει ο άνθρωπος. Αυτός είναι επίσης που έσχισε με τη μηλωτή του τον Ιορδάνη, κι αναλήφθηκε στους ουρανούς με άρμα πυρός και στάθηκε μαζί με τον Μωϋσή δίπλα στον Χριστό, κατά τη Μεταμόρφωσή Του».

Για τον προφήτη Ηλία δεν μπορεί κανείς να μιλήσει εύκολα. Διότι συνιστά όχι έναν απλώς από τους πολλούς προφήτες, τους σταλμένους από τον Θεό να κηρύξουν μετάνοια και να προαναγγείλουν την έλευσή Του, αλλά, θα λέγαμε, τη συμπυκνωμένη, στο ανώτερο δυνατό σημείο, προφητική παρουσία, την «κρηπίδα των προφητών» κατά το απολυτίκιό του, εκείνον που έζησε μ’ έναν ασκητικό και ενάρετο τέτοιο τρόπο, που έκανε τον Κύριο Ιησού Χριστό να τονίσει την αγιότητά του, καθώς την είδε ν’ αντανακλάται στο πρόσωπο του μεγαλυτέρου των προφητών Ιωάννη του Προδρόμου. Ο ίδιος δηλαδή ο Χριστός είπε ότι ο Ιωάννης ο Πρόδρομος είναι η συνέχεια και η παρουσία του Ηλία, ως προς το προφητικό χάρισμα που είχε, και εγκωμίασε τη μεγαλοσύνη του Ιωάννη, συνεπώς και του «προκατόχου» του Ηλία.

Όμως, ο προφήτης Ηλίας, μέσα στη μεγαλοσύνη του, λόγω της χάρης του Θεού, αποτελεί και μία «αποτυχία», η οποία για όλο το ανθρώπινο γένος λειτούργησε ως η εξαιρετικότερη ευλογία. Θέλουμε να πούμε ότι ο Ηλίας με τον ζήλο του για τον νόμο του Θεού, ζήλο που ήταν κυριολεκτικά φωτιά, ήθελε διαμιάς, άμεσα να κάνει τους ανθρώπους της εποχής του να μετανοήσουν και να στραφούν προς τον Θεό. Η ζηλωτική αυτή επιθυμία του έβλεπε ότι δεν ευοδωνόταν – οι πολλοί αντιδρούσαν με την επιμονή στο δικό τους αμαρτωλό θέλημα, το οποίο ενισχυόταν και με την απειλητική παρουσία και την ενίσχυση της ειδωλολάτρισσας βασίλισσας Ιεζάβελ – γι’ αυτό και θλιβόταν και «αρρώσταινε», κάνοντάς τον να τα «βάζει» και με τον Θεό, που ανεχόταν με αγάπη τον λαό Του, προσδοκώντας μέσα στο βάθος του χρόνου τη μετάνοια. Για τον προφήτη, η επέμβαση του Θεού θα έπρεπε να γίνει με τρόπο που θα φόβιζε τον λαό: με απειλές και με τιμωρίες, κυριολεκτικά «με φωτιά και με τσεκούρι».

Ο οίκος του κοντακίου της εορτής είναι κατεξοχήν ενδεικτικός επ’ αυτού: «Την πολλήν των ανθρώπων ανομίαν, Θεού δε την άμετρον φιλανθρωπίαν, θεασάμενος ο προφήτης Ηλίας, εταράττετο θυμούμενος, και λόγους ασπλαγχνίας προς τον εύσπλαγχνον εκίνησεν: Οργίσθητι, βοήσας, επί τους αθετήσαντάς σε, Κριτά δικαιότατε. Αλλά τα σπλάγχνα του αγαθού, ουδόλως παρεκίνησε προς το τιμωρήσασθαι τους αυτούς αθετήσαντας. Αεί γάρ την μετάνοιαν πάντων αναμένει, ο μόνος φιλάνθρωπος» (Βλέποντας ο προφήτης Ηλίας από τη μια την πολλή ανομία των ανθρώπων και από την άλλη την άμετρη φιλανθρωπία του Θεού ταρασσόταν και θύμωνε, γι' αυτό και κίνησε λόγους ασπλαχνίας προς τον εύσπλαγχνο Θεό φωνάζοντας: Δείξε την οργή Σου, Κριτή Δικαιότατε. Αλλά καθόλου δεν παρακίνησε τα σπλάχνα αγάπης του αγαθού ώστε να τιμωρήσει αυτούς που τον είχαν παρακούσει. Διότι πάντοτε ο μόνος φιλάνθρωπος περιμένει τη μετάνοια όλων).

Έτσι στο πρόσωπο του Ηλία βλέπουμε, όπως είπαμε, την ευλογημένη για μας «αποτυχία» του. Ο προφήτης είναι η ανθρώπινη πρόταση σωτηρίας, που, ευτυχώς, απέτυχε: όποιος δεν μετανοεί και δεν υπακούει στον Θεό, να τιμωρείται, να καταφλέγεται – πρόταση που την είδαμε να επαναλαμβάνεται κατά καιρούς στα πρόσωπα των διαφόρων ιεροεξεταστών. Το θέλημα του Θεού όμως, η «καρδιά» του Θεού πατέρα, λειτουργεί με άλλον τρόπο: μέσα στα πλαίσια της άπειρης αγάπης Του, που Τον κίνησε να έλθει σ’ εμάς, να μας σώσει, «τιμωρώντας» τον εαυτό Του και αίροντας τις δικές μας αμαρτίες. Η πρόταση του Θεού ήταν πράγματι…θεϊκή, ανώτερη από κάθε ανθρώπινη πρόβλεψη και φαντασία.

Και τι έγινε λοιπόν; Ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος, ο οποίος ασχολήθηκε βαθυστόχαστα και με την περίπτωση του προφήτη Ηλία, βάζει τον ίδιο τον Χριστό να διαλέγεται με τον προφήτη και να του λέει ότι δεν σώζονται έτσι οι άνθρωποι. Με τις δικές του ενέργειες, θα κατέστρεφε όλο το ανθρώπινο γένος. Η παρουσία του προφήτη – λέει ο Χριστός, κατά τον ιερό Χρυσόστομο - θα έκαιγε τους ανθρώπους, όπως η φωτιά κατακαίει τα καλάμια. Γι’ αυτό και «ου δύναται πυρ συνοικείν καλάμη». Έτσι, για να συνεχίσουμε την ερμηνεία του αγίου Χρυσοστόμου, ο Χριστός λέει στον προφήτη: θα σε πάρω και θα κατέβω ο ίδιος. Η ανάληψη του προφήτη Ηλία αποτελεί δηλαδή και την επιβεβαίωση της αγιότητάς του, αλλά και τη «σφραγίδα» της αποτυχίας του. Το περιστατικό μάλιστα από την Παλαιά Διαθήκη, όπου Κύριος ο Θεός εμφανίζεται στον προφήτη όχι μέσα στον δυνατό άνεμο, όχι μέσα στον μεγάλο σεισμό, όχι στην απειλητική φωτιά, αλλά μέσα από την απαλή αύρα δροσιάς, είναι ακριβώς μέσα στο σκεπτικό που περιγράψαμε.

Με άλλα λόγια, αν θέλουμε να βοηθήσουμε και τον εαυτό μας και τους άλλους, η μόνη στάση μας είναι η στάση της αγάπης και του διακριτικού σεβασμού. Οι απειλές και οι τιμωρίες είναι η αποτυχία κάθε φορά της ανθρώπινης πρότασης.