Δευτέρα 30 Οκτωβρίου 2023

ΟΤΑΝ ΕΧΕΙΣ ΣΤΕΝΟΧΩΡΙΑ…

«Δέν ἔχει γεννηθεῖ ἀκόμη ὁ ἄνθρωπος πού θά μέ λυπήσει”. Αὐτή ἡ ἀνιδιοτελής ἀγάπη καί ἡ διαρκής χαρά τήν ὁποία ἐξέπεμπε (η οσία Γερόντισσα Γαβριηλία Παπαγιάννη) ἦταν τό ἀποτέλεσμα τῆς αἴσθησης τῆς διαρκοῦς παρουσίας τοῦ Θεοῦ. Ὅ,τι καί νά τῆς ἔλεγες σοῦ ἔδινε τήν ἴδια συνταγή: “Ὅταν ἔχεις στενοχώρια, νά γράφεις ἄπειρες σελίδες μέ τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ ἤ τό “Κύριε Ἐλέησον”. Νά διαβάζεις τό Εὐαγγέλιο κάθε μέρα. Καί ὅταν θέλεις νά ἔχεις πιό πολλή χάρη, νά διαβάζεις τίς ἐπιστολές”. Ἄν πάλι πήγαινες ὅλο μιζέρια καί θρῆνο καί τῆς ἔλεγες ὅτι ἔχεις στήν ψυχή σου θλίψη, τότε σοῦ ἔδινε μιά ἄλλη πρόταση ζωῆς: “Ἄν θές νά πάψεις νά ἔχεις θλίψη, θά πρέπει νά πάψεις νά ἀσχολεῖσαι μέ τόν ἑαυτό σου. Θά πρέπει νά γίνεσαι ὁ ἄλλος, καί νά ἔχεις ἐμπιστοσύνη στόν Θεό. Πρῶτον πίστη, δεύτερον πίστη, τρίτον πίστη”» (Μοναχής Φιλοθέης, Η Γερόντισσα της χαράς, Μοναχή Γαβριηλία Παπαγιάννη, εκδ. Επιστροφή, σελ. 131).

Παράδοξος ο λόγος της οσίας Γαβριηλίας. Πώς είναι δυνατόν ευρισκόμενος κάποιος σ’ έναν κόσμο πεσμένο στην αμαρτία, με κύριο χαρακτηριστικό την ταραχή και την αντιπαλότητα στις ανθρώπινες σχέσεις, να μην λυπηθεί από την επίθεση που θα δεχτεί όχι λίγες αλλά πολλές φορές και μάλιστα όχι από έναν αλλά μάλλον από πολλούς συνανθρώπους του; Όταν ο άλλος θα σε αμφισβητήσει, θα σε χλευάσει, θα σε ζηλέψει, θα σε αδικήσει, ιδίως όταν είσαι χριστιανός, πώς εσύ δεν θα αντιδράσεις, δεν θα λυπηθείς, δεν θα ταραχτείς; Τι μπορεί να συμβαίνει; Η Γερόντισσα Φιλοθέη που είχε γνωρίσει την οσία όταν η ίδια ήταν νεαρή και η Γαβριηλία προχωρημένης ηλικίας, δίνει την απάντηση. Η οσία Γαβριηλία ζούσε διαρκώς μέσα στην παρουσία του Θεού, γι’ αυτό και διακατεχόταν από ανιδιοτελή αγάπη και διαρκή χαρά. Η ψυχή της, η καρδιά της, η διάνοιά της, όλη η δυναμική και του σώματός της ήταν προσανατολισμένα με θεϊκό έρωτα προς τον Κύριο Ιησού Χριστό, αφότου μάλιστα αφιερώθηκε πλήρως και εντελώς ως μοναχή σ’ Εκείνον. Αυτό που η Εκκλησία μας δίνει στον άνθρωπο, να μπορεί χάριτι Θεού να γίνει μέλος Χριστού ενδεδυμένος Εκείνον, αυτό και ζούσε ενεργοποιώντας τη χάρη αυτή η αγία αυτή ψυχή. Κι έτσι κατανοούμε όσο μπορούμε τον εσωτερικό έντονο αγώνα της να ζει ως Χριστός στον κόσμο, δηλαδή να ζει εν Αυτώ και Αυτός εν αυτή – ό,τι έχει υποσχεθεί ο Κύριος στον αληθινά πιστό του: «ὁ τηρῶν τάς ἐντολάς Αὐτοῦ, ἐν Αὐτῷ μένει καί Αὐτός ἐν αὐτῷ».

Οπότε, το «κέντρο βάρους» της οσίας αυτής γυναίκας, όπως και κάθε αγίου της Εκκλησίας, δεν βρισκόταν στον εαυτό της – αυτό γίνεται στον άνθρωπο που «πατάει» στις δικές του (ανύπαρκτες) δυνάμεις γιατί έχει διαγράψει τον Θεό από τη ζωή του, με αποτέλεσμα βεβαίως το «βύθισμα» στα πάθη του και στις δυνάμεις του Πονηρού. Ένα έρμαιο του Πονηρού και των τυφλών ορμών του δεν είναι ο άθεος και άπιστος άνθρωπος; Το «κέντρο βάρους» της βρισκόταν στον Ίδιο τον Κύριο και Θεό της, αφού «Αὐτός ἐστιν ἡ κεφαλή τοῦ σώματος» και η ίδια κατανοούσε τον εαυτό της, όπως είπαμε, ως μέλος δικό Του. Συνεπώς, με γνώση της ταραχής και της άγνοιας των ανθρώπων των εκτός Θεού ευρισκομένων αλλά και με επίγνωση της δικής της «ταυτότητας» ως χριστιανής που έβλεπε τα πάντα εν Θεώ μπορούσε να λέει: «κανείς δεν μπορεί να με λυπήσει». Πότε μόνον θλιβόταν η αγία Γερόντισσα; Όταν σκεφτόταν την άσχημη κατάσταση του ανθρώπου που δεν ζει κατά Χριστόν. Τότε, ναι, θλιβόταν και λυπόταν, μεταποιώντας τη λύπη της αυτή σε έμπονη προσευχή για τον άνθρωπο. Άλλωστε, ποτέ ο λόγος του Κυρίου δεν μας αφήνει να φερόμαστε ένθεν κακείθεν λόγω των παθών μας, αλλά μας στερεώνει την καρδιά ώστε να βρίσκεται αταλάντευτα πάνω στις εντολές Εκείνου, διαβλέποντας την παρουσία Του στο πρόσωπο κάθε συνανθρώπου μας. «Ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου, ἐμοί ἐποιήσατε».

Προκειμένου βεβαίως να βρίσκεται ο πιστός στην οδό Κυρίου απαιτείται να γνωρίζει το Ευαγγέλιο, να το μελετά έμπρακτα, ώστε να φωτίζεται αδιάκοπα από την παντοδύναμη ενέργεια που περικλείεται σ’ αυτό, κάτι που οδηγεί και στην υπέρβαση της όποιας στενοχώριας και της όποιας θλίψης. Είναι γνωστό από την παράδοση της Εκκλησίας και την εμπειρία των αγίων μας: άνθρωπος που με αληθινή διάθεση θα μελετήσει τον λόγο του Θεού θα νιώσει «την ακτίνα» (όσιος Ισαάκ ο Σύρος) της χάρης του Θεού να τον περιλούει και να τον απαλλάσσει από ό,τι αρνητικό συναίσθημα μπορεί να τον διακατέχει. Και πόση σοφία και γνώση του ανθρώπου επίσης υπάρχει  στην προτροπή της οσίας μοναχής: «Ὅταν ἔχεις στενοχώρια, νά γράφεις ἄπειρες σελίδες μέ τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ ἤ τό “Κύριε Ἐλέησον”»! Διότι όχι μόνον τα χείλη που σιγοψιθυρίζουν την ευχή, αλλά και η όραση του ονόματος του Κυρίου και η αφή με το γράψιμο, δηλαδή όλες οι αισθήσεις του ανθρώπου, συμμετέχουν στην αγιασμένη αυτή ενέργεια - μία ιδιότυπη έμπρακτη εφαρμογή της εντολής του Θεού να Τον αγαπάμε «με όλη την καρδιά, την ψυχή, τη διάνοια, την ισχύ» μας.

Κι είναι πια ευνόητο: άνθρωπος που είναι προσανατολισμένος προς τον Θεό, δηλαδή προς τον αγώνα τηρήσεως των αγίων Του εντολών, θα βλέπει την παρουσία Του στο πρόσωπο του κάθε συνανθρώπου του – το μνημονεύσαμε και παραπάνω! Αλλά και με το αποτέλεσμα που είπε ο Κύριος: η ανιδιοτελής αγάπη του πιστού για κάθε συνάνθρωπό του, όποιος κι αν είναι αυτός, θα φέρνει μαζί και την αδελφή της αγάπης, τη χαρά. Όταν υπερβαίνεις την αποκλειστική αγάπη για τον εαυτό σου και «γίνεσαι ο άλλος» διά της εν Χριστώ αγάπης, τότε εμπειρικά διαπιστώνεις ότι βρήκες το μονοπάτι που σε πάει κατευθείαν στην πηγή! Της αιώνιας χαράς, δηλαδή του Ιησού Χριστού!   

Σάββατο 28 Οκτωβρίου 2023

ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ ΛΟΥΚΑ

«μή φοβοῦ∙ μόνον πίστευε» (Λουκ. 8, 50)

Διπλό θαύμα του Κυρίου καταγράφει το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα: πρώτον την ανάσταση της κόρης του αρχισυνάγωγου Ιάειρου και δεύτερον τη θεραπεία μιας  αιμορροούσας γυναίκας. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι πραγματοποιεί ο Κύριος και τρίτο θαύμα, σε ψυχολογικό και πνευματικό επίπεδο, όταν στρέφεται στον τραγικό πατέρα που καταρρέει προφανώς από το άκουσμα της είδησης του θανάτου της κόρης του, και τον ανυψώνει λέγοντας τον μη φυσικό για τα δεδομένα της στιγμής λόγο: «μη φοβού∙ μόνον πίστευε και σωθήσεται η θυγάτηρ σου».

1. «Μη φοβού». Η προτροπή αυτή του Κυρίου πράγματι πρέπει να θεωρηθεί παράδοξη και μη φυσική, για τα δεδομένα της στιγμής. Διότι τι πιο φυσικό ένας πατέρας στο άκουσμα του θανάτου του παιδιού του να «παγώνει» και να νιώθει ότι καταρρέει; Ο Ιάειρος εκείνην τη στιγμή της είδησης ότι η κόρη του πέθανε πρέπει να βίωσε την απόλυτη μοναξιά του χαμένου και χωρίς στήριγμα ανθρώπου που πέφτει στο κενό - ένα αίσθημα κόλασης. Ο Κύριος ως παντογνώστης και καρδιογνώστης διέγνωσε αμέσως την τραγικότητα του Ιάειρου. Κι ήταν ο μόνος στον κόσμο που μπορούσε να γνωρίζει επακριβώς το τι σημαίνει φόβος. Διότι είναι ο Δημιουργός του κόσμου και του ανθρώπου, τον οποίο δημιούργησε κατ’ εικόνα και καθ’  ομοίωσίν Του, προικισμένο άρα με όλες τις χάρες και τις δυνάμεις Του, έστω εν σπέρματι, κατά συνέπεια χωρίς ο φόβος να κυριαρχεί στην ύπαρξή του. Ο φόβος δυστυχώς εισήλθε στη ζωή του από τη στιγμή της ανταρσίας του απέναντι στον Κύριο και Θεό του, ήταν δηλαδή ένα από τα τιμήματα που εισέπραξε από την αμαρτία του. «Ήκουσα της φωνής Σου και εφοβήθην» ομολογεί ο Αδάμ μετά την ανυπακοή του. Κι ο φόβος αυτός ως καρπός της αμαρτίας απλώνεται σε όλες τις σχέσεις του: και με τον συνάνθρωπο και με τη φύση – η αμαρτία αλλοιώνει τα πάντα στη ζωή του!

2. Αλλά αν ο Κύριος ήταν και είναι ο μόνος που μπορεί στο έσχατο βάθος να διαγνώσει τα ανθρώπινα αρνητικά συναισθήματα, είναι και ο μόνος που μπορεί να βοηθήσει ουσιαστικά και δραστικά τον άνθρωπο στο να τα υπερβεί. Και η υπέρβαση αυτή γίνεται με κατεξοχήν θετικό τρόπο. Στην προτροπή «μη φοβού» - η παρουσία του Θεού στον άνθρωπο συνοδεύεται πάντοτε με αυτήν την προτροπή: «μη φοβού», «μη φοβείσθε» - υπάρχει ο προσανατολισμός και η θετική ώθηση: «μόνον πίστευε». Για τον Κύριο, δηλαδή την αλήθεια, η υπέρβαση του φόβου – του όποιου φόβου, ακόμη και του επιτεταμένου και παράλογου φόβου, όπως είναι η φοβία –  πραγματοποιείται  εκεί που ο άνθρωπος ανοίγεται στο πέλαγος της πίστεως. Κι όχι μιας οποιασδήποτε πίστεως, αλλά αυτής που συνδέεται με τον πρόσωπό Του, με την αποδοχή δηλαδή του Ίδιου ως Σωτήρα και Λυτρωτή του ανθρώπου. Γιατί στο χαρισματικό αυτό επίπεδο ο πιστός πια ζώντας ως μέλος Εκείνου αισθάνεται τη στοργική Του πρόνοια, βρίσκεται στην αγκαλιά του Πατέρα του, «ακούει» τους κτύπους της γεμάτης αγάπης απέναντί του «καρδιάς» Του. Ο ίδιος άλλωστε δεν βεβαίωσε ότι τίποτε δεν είναι «επιλελησμένον»-ξεχασμένο ενώπιόν Του; Και το παραμικρότερο χορταράκι και πουλάκι είναι αντικείμενο της αγάπης Του, πολύ περισσότερο ο «κατ’ εικόνα» του δημιουργημένος άνθρωπος – «πολλών στρουθίων διαφέρετε»!

3. Αυτή η βαθειά αλήθεια που γίνεται εμπειρία ζωής από τον πιστό έκανε και τον άγιο Χρυσόστομο να διαλαλεί, σαν να μιλούσε ο ίδιος ο Κύριος μέσα από τον ίδιο: «Εγώ πατήρ, φησίν ο Χριστός, εγώ αδελφός, εγώ νυμφίος, εγώ οικία, εγώ τροφή, εγώ ιμάτιον, εγώ ρίζα, εγώ θεμέλιος, παν όπερ αν θέλοις εγώ…Εγώ φίλος και μέλος και κεφαλή και αδελφός και αδελφή και μήτηρ, πάντα εγώ∙ μόνον οικείως έχε προς εμέ». Αν είχαμε πνευματικά μάτια ανοικτά, θα βλέπαμε ότι πλημμυριζόμαστε  διαρκώς από το φως, την αλήθεια, τη ζωή και την αγάπη. Θα βλέπαμε στον εαυτό μας, στον κάθε συνάνθρωπο, σε όλη τη δημιουργία την πανάγαθη παρουσία του Θεού! Κι όχι μόνον αυτό. Θα μπορούσαμε να νιώσουμε και την ευεργετική παρουσία στην ψυχή και στο σώμα μας του φύλακα αγγέλου μας. Γι’  αυτό τελικώς και κανείς δεν μπορεί να βλάψει τον Χριστιανό, είτε θηρίο είναι αυτό είτε πονηρός άνθρωπος είτε ο ίδιος ο αρχέκακος διάβολος. Διότι προστάτη έχει όλον τον κόσμο των αγγέλων, κυρίως όμως τον Χριστό και τους αγίους Του. «Ει ο Θεός υπέρ ημών, τις καθ’  ημών;» θα φωνάξει ο απόστολος Παύλος.

Δεν είναι υπερβολή λοιπόν αυτά που διαβάζουμε στους Πατέρες μας, όπως για παράδειγμα στον άγιο Ισαάκ τον Σύρο: «Μη σε ταράξει καθόλου – γράφει στον τρίτο του λόγο – ο λογισμός του φόβου…αλλά μάλλον πίστευε ότι έχεις φύλακα τον ίδιο τον Θεό που είναι μαζί σου... και κανείς δούλος δεν μπορεί να βλάψει κανέναν από τους συνδούλους του χωρίς να το παραχωρήσει Εκείνος, που προνοεί και κυβερνά τα πάντα. Καθότι ούτε οι δαίμονες, ούτε τα βλαπτικά  θηρία, ούτε οι κακοί άνθρωποι μπορούν να εκπληρώσουν το κακό τους θέλημα για αφανισμό και απώλεια του άλλου, όταν δεν θέλει ο κυβερνών τα πάντα Θεός. Αλλά και όταν θέλει, δίνει και όρια σ’ αυτά, κατά πόσο πρέπει να βλάψουν».

Για τον πραγματικό χριστιανό ο φόβος υφίσταται μεν, αλλά δεν έχει τη δύναμη να  τον καταβάλει. Πολύ περισσότερο δεν αφήνει ο χριστιανός χώρο μέσα του να αναπτυχτεί οποιαδήποτε φοβία, παράλογος δηλαδή, όπως είπαμε, και επιτεταμμένος φόβος. Αρκεί να υπάρχει η προϋπόθεση που θέτει ο Κύριος: η πίστη σ’  Αυτόν. Ο Ίδιος  το ξεκαθάρισε: το αντίδοτο του φόβου είναι η πίστη. «Μη φοβού∙ μόνον πίστευε». Να πιστεύουμε όμως αληθινά σ’ Αυτόν, που θα πει να αγαπούμε κι Εκείνον και τους συνανθρώπους μας – αυτή είναι η αληθινή πίστη: «πίστις δι’ αγάπης ενεργουμένη» (απ. Παύλος). Και τότε, εμπειρικά πια, θα βλέπουμε ότι η αγάπη αυτή θα αποδιώχνει τον όποιο φόβο. Όπως το λέει και ο απόστολος Ιωάννης: «φόβος ουκ έστιν εν τη αγάπη. Αλλ’ η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον».

28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ: ΕΘΝΙΚΟ ΟΡΟΣΗΜΟ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΔΕΙΚΤΗΣ ΠΟΡΕΙΑΣ

 

Δεν έχουμε σκοπό να πούμε όσα αποτελούν το περιεχόμενο ενός πανηγυρικού της ημέρας – αυτό είναι δουλειά άλλων! Μα δεν μπορούμε να μην πούμε κι εμείς ένα ταπεινό ευχαριστώ στους πατέρες και τους παππούδες μας, που στη δεδομένη στιγμή «ηλεκτρίστηκαν» από την αγάπη τους προς την πατρίδα και προσήλθαν, σε μεγάλο βαθμό εθελοντικά, να καταθέσουν τον εαυτό τους στην υπηρεσία και τη διαφύλαξή της. Οι άμεσες μαρτυρίες που έχουμε και τα ντοκουμέντα της εποχής εκείνης δείχνουν ότι αυτό που συνέβη τό ’40 δεν εξηγείται με την απλή λογική. Υπήρξε ένας πανεθνικός συναγερμός κατά της φασιστικής επίθεσης των Ιταλών πρώτα και των Γεμανών έπειτα, που προϋπέθετε σε μεγάλο βαθμό την υπέρβαση του φόβου του θανάτου. Κι αυτό γιατί τα αριθμητικά στοιχεία σε έμψυχο και άψυχο υλικό έκλιναν καθ’ υπερβολήν υπέρ των επιτεθεμένων φασιστών. Όλοι με άλλα λόγια οι Έλληνες ήξεραν ότι οι Ιταλοί σαφώς υπερτερούν σε όπλα και σε στρατιώτες. Η λογική έλεγε ότι η ήττα ήταν δεδομένη. Μα ο ψυχικός δυναμισμός των Ελλήνων ήταν τέτοιος, που τα αριθμητικά και λογικά δεδομένα τα παραθεώρησαν. Ο αγώνας ήταν για την Πατρίδα, που σημαίνει ότι ήταν αγώνας για τα ιερά και τα όσια του Έθνους. Επέλεξαν λοιπόν να μαρτυρήσουν για να παραμείνουν αυτό που ήταν: Έλληνες ελεύθεροι, παρά να υποταγούν και να χάσουν την αυτοσυνειδησία τους και την αξιοπρέπειά τους. Και τα κατάφεραν. Γι’  αυτό και δεν είναι υπερβολικός ο χαρακτηρισμός που από τότε τους συνοδεύει και τον οποίο έδωσαν φίλοι και εχθροί: είναι ήρωες!

Κοινοί άνθρωποι σαν όλους ήταν οι μαχητές του ’40 μέχρι την εποχή που ξέσπασε ο πόλεμος, κι ίσως, για όσους επέζησαν, και μετά από αυτόν. Με τους ίδιους φόβους, τις ίδιες αγωνίες και τις ανασφάλειες που έχει κάθε απλός άνθρωπος. Φαίνεται όμως πως το αδύναμο σωματικά και ψυχικά αυτό πλάσμα, σε κρίσιμες ώρες που διακυβεύονται τα ιδεώδη και τα οράματά του, μεταμορφώνεται και γίνεται γίγαντας. Σπάει τα στεγανά των ατομικών του ορίων κι αφήνει να διαφανούν οι άπειρες δυνατότητες  με τις οποίες τον έχει προικίσει ο Δημιουργός. Θεολογικά, θα επισημαίναμε ότι έχουμε εδώ μερική εφαρμογή του θεόπνευστου λόγου του Ευαγγελιστή της αγάπης, που λέει ότι «η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον» (Α΄ Ιωάν. 4, 18). Ο φόβος που έχει κάθε άνθρωπος, όταν βλέπει ότι κινδυνεύει η ατομική του ύπαρξη, ξεπερνιέται με μία τέλεια αγάπη. Εν προκειμένω οι αγωνιστές του ’40 παθιάστηκαν από την αγάπη προς την Πατρίδα, αγάπη που τους έκανε να υπερβούν τα όριά τους και να αναδειχτούν σε ήρωες, σε οικουμενικά δηλαδή πρότυπα.

Κι από την άποψη αυτή, εκτός από το να τους ευχαριστούμε, καλούμαστε να τους μιμηθούμε. Γιατί κι εμείς σήμερα ζούμε σε κρίσιμες εποχές. Οι κίνδυνοι για την ασφάλεια της πατρίδας μας, αλλά και για την ψυχική και πνευματική αρτιότητά μας είναι δεδομένοι και υπαρκτοί. Και δεν μιλάμε μόνο για τους άσπονδους φίλους μας: τους απειλητικούς γείτονες της χώρας μας, αλλά και για άλλους κινδύνους, πιο απειλητικούς ίσως γιατί είναι περισσότερο ύπουλοι. Η παρείσφρυση για παράδειγμα στη χώρα μας πάμπολλων αιρέσεων χριστιανικών και μη που σκοπεύουν στην αλλοίωση της πνευματικής φυσιογνωμίας της δεν συνιστά έναν τέτοιο κίνδυνο; Το πνεύμα της εκκοσμίκευσης ως έκπτωσης από τη γνησιότητα της ορθόδοξης πίστης και προσκόλλησης στα του κοσμικού φρονήματος δεν αποκοιμίζει σταδιακά και τους χριστιανούς Έλληνες, προκαλώντας την αναισθητοποίηση κάθε ψυχικής και πνευματικής αντίστασής τους; Κι ακόμη: η κυριαρχία σχεδόν πια των χαρακτηριστικών της μετανεωτερικής λεγόμενης εποχής, όπου ο άνθρωπος δεν κατανοείται ως εικόνα Θεού αλλ’  ούτε καν και ως «ζωντανός» άνθρωπος με την υποταγή του στην «άϋλη»  εκδοχή του μέσω του διαδικτύου, δεν αποτελεί κι αυτή ίσως τον σοβαρότερο από όλους τους κινδύνους;

Λοιπόν, οι κίνδυνοι αφανισμού μας ως Έθνους με την ελληνορθόδοξη ιδιαιτερότητά μας είναι παραπάνω από υπαρκτοί, για να μην πούμε ότι είμαστε σε φάση μη αναστρέψιμη. Κι είναι σημαντική η ευκαιρία που μας προσφέρει και πάλι η επέτειος της 28ης Οκτωβρίου, γιατί όπως τότε οι αγωνιστές του ’40 συνειδητοποίησαν τον κίνδυνο και υψώθηκαν στα όρια της ελληνικής ηρωικής ψυχής για να διαφυλάξουν τον εαυτό τους και την πατρίδα τους, έτσι κι εμείς. Υπό τη Σκέπη της Παναγίας Μητέρας μας να αρθούμε στο ύψος των περιστάσεων και να «διαβάσουμε» σωστά τα μηνύματα των καιρών. Και να στραφούμε στον «μόνον δυνάμενον σώζειν», τον Κύριο Ιησού Χριστό, προκειμένου και να μας φωτίσει αλλά και να ενισχύσει την αδύναμη βούλησή μας ώστε να βαδίζουμε τον δρόμο τον δικό Του και των αγίων Του. Οι έστω και λίγοι σήμερα που θα βρεθούν στο χαρισματικό αυτό σημείο ίσως δημιουργήσουν κατά ένα μυστικό τρόπο αυτήν τη φορά ένα νέο «έπος»! Το «έπος της μετάνοιας» που θα υψώσει αναχώματα εναντίον κάθε δύναμης φθοράς. Μη ξεχνάμε τον λόγο του Κυρίου: η μετάνοια φέρνει στον κόσμο την ίδια τη Βασιλεία του Θεού!

Η ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΦΩΤΟΦΟΡΟΣ ΣΚΕΠΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

«Στον ιερό Ναό των Βλαχερνών της Κωνσταντινουπόλεως, όπου βρισκόταν και το σεπτό «μαφόριον» της Παναγίας, μία των ημερών, επί βασιλείας Λέοντος του Σοφού (886-911), ετελείτο ολονύκτια αγρυπνία. Είχε πάει εκεί κατά τη συνήθειά του και ο όσιος Ανδρέας ο σαλός. Συνέβη να παρευρίσκεται και ο Επιφάνιος έχοντας μαζί έναν υπηρέτη του. Συχνά, σε κάθε κατάλληλη ευκαιρία, αγρυπνούσε και αυτός ανάλογα με την προθυμία του, πότε μέχρι το μεσονύκτιο, πότε μέχρι το πρωί. Την τετάρτη ώρα της νυκτός, βλέπει ο μακάριος Ανδρέας μεγαλοπρεπή γυναίκα να βγαίνει από την Ωραία και βασιλική Πύλη και να προχωρεί μαζί με πολυπληθή και λαμπρότατη ακολουθία αγίων λευκοφορούντων, που έψελναν ιερούς ύμνους και πνευματικά άσματα. Τη μεγαλοπρεπή αυτή γυναίκα κρατούσαν τιμητικά συνοδεύοντας από τα χέρια ο Τίμιος Πρόδρομος και ο Υιός της Βροντής, ο Θεολόγος Ιωάννης, ενώ ακολουθούσαν οι υπόλοιποι άγιοι. Μόλις τους είδε ο όσιος Ανδρέας να προχωρούν προς τον άμβωνα της Εκκλησίας, πλησιάζει τον Επιφάνιο και του λέει: - Βλέπεις την Κυρία και Δέσποινα του κόσμου;           Αυτός του απαντά: - Ναι, πνευματικέ πατέρα μου. Ενώ παρακολουθούσαν οι όσιοι, Την βλέπουν να γονατίζει, να προσεύχεται για ώρα πολλή και να τρέχουν συνεχώς δάκρυα στο θεοειδές και άχραντο πρόσωπό Της. Μετά από αυτήν την προσευχή, έρχεται προς το θυσιαστήριο και δεήθηκε εκεί υπέρ του παρευρισκόμενου λαού. Όταν τελείωσε τη δέησή Της, έβγαλε από την πανάχραντη κεφαλή Της, με μία κίνηση γεμάτη χάρη και σεμνότητα, το μέγα και φοβερό «μαφόριόν» Της, που έλαμπε ως αστραπή, και το άπλωσε επάνω από όλον τον παρευρισκόμενο λαό. Αυτό το έβλεπαν οι θαυμάσιοι αυτοί άνδρες επί αρκετές ώρες να είναι απλωμένο επάνω από όλον τον λαό και να πηγάζει ως φως ήλεκτρου τη Δόξα του Κυρίου. Όση ώρα ήταν εκεί η Υπεραγία Θεοτόκος, ήταν θεατό και εκείνο, μόλις ανεχώρησε, έπαυσε και αυτό να είναι ορατό. Το επήρε μαζί της, αφήνοντας τη Χάρη Της στον πιστό λαό».

(1) Με το γεγονός της εμφάνισης της Υπεραγίας Θεοτόκου βρισκόμαστε μπροστά σε μία θαυμαστή ενέργεια του Θεού – ο Θεός ενεργεί διά της Θεοτόκου – που την ευεργετική της επίδραση δέχεται ο πιστός λαός, αλλά βλέπουν μόνον οι δύο όσιοι: ο Ανδρέας ο σαλός και ο Επιφάνιος. Αυτό σημαίνει ότι το μεγαλειώδες αυτό όραμα ήταν μία ιδιαίτερη ευλογία που δόθηκε ως χάρη στους δύο αγίους, και διότι προφανώς είχαν τις εσωτερικές προϋποθέσεις για να τη δεχτούν, και διότι θα κατέθεταν τη μαρτυρία τους αυτή αργότερα στον πιστό λαό προς ενίσχυση της πίστεώς του. Με άλλα λόγια ο Θεός ικανώνει ορισμένους πιστούς Του, με την έννοια ότι τους διανοίγει τους πνευματικούς οφθαλμούς, ώστε να Τον «δουν» στη θεϊκή Του δόξα, και μετέπειτα αυτοί μαρτυρούν τη θεοπτική αυτή εμπειρία τους, η οποία γίνεται αποδεκτή από τον λαό, λόγω της αξιοπιστίας των ίδιων.

Αιτία για την τακτική αυτή του Θεού, θα λέγαμε, φαίνεται ότι είναι η αγάπη Του προς τον κόσμο, η οποία ενεργεί με τέτοια διάκριση, ώστε να μη βλάψει τους πνευματικά ανώριμους ή τους ανέτοιμους για μία ιδιαίτερη όραση Εκείνου. «Ου μη ίδη άνθρωπος το πρόσωπον του Θεού και ζήσεται». Την τακτική αυτή του Θεού την επισημαίνουμε σε όλες τις φάσεις της αποκάλυψής Του, από την εποχή της Παλαιάς Διαθήκης μέχρι και σήμερα ακόμη. Ας θυμηθούμε το γεγονός της παράδοσης του Νόμου του Θεού στους Ισραηλίτες στο όρος Σινά: ο Μωϋσής καλείται να μετάσχει στην ξεχωριστή ενέργεια του Θεού, η οποία δι’  αυτού γίνεται έπειτα κτήμα όλων. Κι ακόμη. Ο ίδιος ο Κύριός μας στο Θαβώρ, στο όρος της Μεταμορφώσεώς Του, τους τρεις μαθητές Του, Πέτρο, Ιωάννη και Ιάκωβο, καλεί να γίνουν «επόπται της μεγαλειότητός Του», οι οποίοι στον κατάλληλο έπειτα καιρό θα καταθέσουν τη μαρτυρία της συγκεκριμένης εμπειρίας τους.

(2) Οι δύο άγιοι, Συμεών και Επιφάνιος, βλέπουν με άμεσο τρόπο την αγάπη της Υπεραγίας Θεοτόκου προς τον πιστό λαό. Εμφανίζεται, προσεύχεται με δάκρυα, απλώνει προστατευτικά πάνω στον λαό το μαφόρι Της, γιατί είναι γεμάτη αγάπη και στοργή προς τα παιδιά της και παιδιά του Υιού και Θεού της. Κι είναι αυτά τα χαρισματικά οράματα, τα οποία επιβεβαιώνουν διαρκώς την πίστη της Εκκλησίας σχετικά με την αγάπη των αγίων απέναντί μας και μάλιστα της Παναγίας Μητέρας μας. Γνωρίζουμε την αγάπη Της αυτή ήδη από τα κείμενα της Αγίας Γραφής και τη μετέπειτα παράδοση της Εκκλησίας μας. Ιδιαιτέρως το «γύναι, ιδού ο υιός σου» και το «ιδού η μήτηρ σου» του Εσταυρωμένου Λυτρωτή μας προς τη Μητέρα Του και το μαθητή Του Ιωάννη, μας συγκινεί την καρδιά και δεν μας αφήνει κανένα περιθώριο αμφισβήτησης. Μα, όταν έρχονται και τέτοια θαυμαστά γεγονότα, σαν αυτό της Αγίας Σκέπης, η πίστη μας γιγαντώνεται ακόμη περισσότερο. Ξέρουμε ότι σε κάθε ώρα και σε κάθε στιγμή μπορούμε να αναφερόμαστε, μετά βεβαίως τον Κύριο και Θεό μας, και στην Παναγία Μητέρα Του, η οποία είναι έτοιμη να μεσιτεύσει μετά δακρύων υπέρ ημών προς τον Υιό και Θεό Της. Κι ο πιστός λαός πράγματι το επιβεβαιώνει. Οι χαιρετισμοί και οι παρακλητικοί κανόνες προς την Θεοτόκο δεν λείπουν ποτέ από τα χείλη του ευσεβούς λαού, ο οποίος νιώθει, έστω κι αν δεν Την βλέπει οραματικά, την παρουσία και την αγάπη Της.

Θα ήταν παρήγορο μάλιστα να μνημονεύαμε στο σημείο αυτό και μία παράδοση-θρύλο, που κυκλοφορείται ιδίως στους πιστούς της Ρωσίας. Πέθαιναν οι χριστιανοί και «σκόνταφταν» στην παρουσία του αποστόλου Πέτρου, ο οποίος έχοντας τα κλειδιά του Παραδείσου ζητούσε τις απολύτως «κανονικές» προϋποθέσεις εισόδου στον Παράδεισο. Τους περισσότερους δυστυχώς τους απέπεμπε, διότι δεν εκπληρούσαν αυτά που έπρεπε. Κι ενώ λίγοι είχαν εισέλθει στον Παράδεισο, άκουγε πολλές φωνές και πολλές υμνολογίες μέσα σ’  αυτόν. Παραξενεύτηκε και κοιτώντας πιο πέρα από τη θύρα του Παραδείσου είδε ότι η Παναγία  Μητέρα βρισκόταν πάνω από τα τείχη και με το μαφόρι της σήκωνε «παράνομα» και έβαζε μέσα στον Παράδεισο αυτούς που είχαν απορριφτεί.

(3) Η εμφάνιση της Παναγίας και η προστασία Της προς τον πιστό λαό γίνεται εκεί που ο λαός αυτός έχει συναχτεί εν Εκκλησία. Δεν είναι τυχαίο, πιστεύουμε, ότι η Παναγία γίνεται το όργανο της χάρης του Θεού, όταν ο λαός φανερώνει την πίστη του με τον ερχομό του στον ναό και μάλιστα σε ώρα έντονης και παρατεταμένης προσευχής: σε αγρυπνία. Και τούτο διότι ο Θεός προσφέρει τη χάρη Του, αλλ’  όταν και ο άνθρωπος δείχνει τη διάθεση να την αποδεχτεί. Στο θαυμαστό γεγονός της Αγίας Σκέπης πολύ άμεσα διαπιστώνουμε αυτό που ο Κύριος είχε πει: «Ου εισί δύο ή τρεις συνηγμένοι εις το εμόν όνομα, εκεί ειμι εν μέσω αυτών». Η παρουσία Του εκδηλώθηκε μέσω της Μητέρας Του, όπως βεβαίως και για την εμφάνισή Του στον απόστολο Θωμά μετά την ανάσταση προηγήθηκε η παρουσία του Θωμά στον κύκλο των μαθητών, δηλ. στο χώρο της Εκκλησίας. Έτσι βεβαίως ο Θεός διά των αγίων Του δρα όπως και όπου θέλει, αλλά εκεί που κατεξοχήν ενεργεί και προσφέρει τη χάρη Του είναι η Εκκλησία. Από την άποψη αυτή ο αγώνας του πιστού να συμμετέχει στις εκκλησιαστικές ακολουθίες, και μάλιστα στη Θεία Λειτουργία,  αποτελεί όρο για τη μετοχή του στην παροχή της χάρης του Θεού.

(4) Η ιδιαίτερη παροχή αγιασμού από την Παναγία προς τον προσευχόμενο λαό νομίζουμε ότι είχε να κάνει και με το μαφόρι Της, που φυλασσόταν ως εξαιρετική ευλογία στον συγκεκριμένο ναό των Βλαχερνών. Με άλλα λόγια, η χάρη του Θεού και των αγίων του επεκτείνεται, όταν υπάρχουν αντικείμενα που σχετίζονται με την εδώ στον κόσμο τούτο παρουσία των αγίων. Βεβαίως, για παράδειγμα, ο άγιος Διονύσιος παρέχει τη χάρη του Θεού σε όσους εν πίστει τον επικαλούνται, μα η παροχή της χάρης αυτής φαίνεται να είναι εντονότερη εκεί που υπάρχει το αγιασμένο λείψανό του, στη Ζάκυνθο. Το ίδιο συμβαίνει και με όλους τους αγίους, το ίδιο πιστεύουμε ότι συνέβη και εκεί στον ναό των Βλαχερνών. Κι είναι και τούτο μία αλήθεια, που την επιβεβαιώνει διαρκώς  ο πιστός λαός ανά τους αιώνες, αφού βλέπουμε πόσο ο λαός αυτός καθοδηγούμενος από την καρδιά του τιμά τα λείψανα των αγίων, όπως και τα ιδιαίτερα αντικείμενα, όπως είπαμε, που σχετίζονται με τη ζωή τους. Κι αυτό συμβαίνει, γιατί  η χάρη του Θεού αγκαλιάζει όλη την ύπαρξη ενός αγίου, όπως και διοχετεύεται αυτή και στα υλικά αντικείμενα που τον περιβάλλουν. Δεν υπάρχει τίποτε κακό στη δημιουργία του Θεού, πέρα από τις κακές επιλογές της καρδιάς μας, ενώ τα πάντα εξαγιάζονται από την υπακοή του ανθρώπου στον Θεό.

Παρασκευή 27 Οκτωβρίου 2023

«ΤΙΠΟΤΕ ΚΑΛΟ ΔΕΝ ΒΡΙΣΚΩ ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ!»

«Κάποτε ρώτησε την αμμά Μελανία τη νέα κάποια από τις ασκήτριες που ήταν μαζί της, αν μέσα σε τόση άσκηση και αρετή δεν κεντήθηκε από τον δαίμονα της κενοδοξίας και της περηφάνειας. Για την ωφέλεια όλων μας η Μελανία άρχισε να λέγει· «Εγώ τίποτε καλό δεν βρίσκω στον εαυτό μου. Μόνο, αν ένιωθα τον εχθρό να σπείρει μέσα μου σκέψεις περηφάνειας με την πρόφαση της νηστείας, του απαντούσα· “Τι τόσο σπουδαίο αν εγώ νηστεύω για εβδομάδες, ενώ άλλοι δεν τρων για σαράντα μέρες; Αν εγώ δεν αγγίζω λάδι, άλλοι όμως καθόλου δεν χορταίνουν νερό”. Αν πάλι σχετικά με την ακτημοσύνη μου έβαζε ο εχθρός την ιδέα της υπεροψίας, με τη δύναμη του Θεού απαντούσα στην απερίγραπτη πονηριά του· “Πόσοι άνθρωποι, που αιχμαλωτίστηκαν από τους βαρβάρους δεν στερήθηκαν και την ίδια τους την ελευθερία; Πόσοι πάλι, που έπεσαν στη βασιλική δυσμένεια, δεν έχασαν τα υπάρχοντά τους και τη ζωή τους ακόμα; Πόσοι άλλοι δεν εγκαταλείφθηκαν φτωχοί από τους γονείς τους και τέλος πόσοι δεν έπεσαν θύματα συκοφαντίας ή ληστείας, και έγιναν ξαφνικά από πλούσιοι φτωχοί; Δεν είναι μεγάλο κατόρθωμα αν εμείς για τα άφθαρτα και αμόλυντα αγαθά περιφρονήσαμε τα επίγεια”. Όταν πάλι καταλάβαινα το πονηρό πνεύμα να σπείρει μέσα μου τον λογισμό της κενοδοξίας, ότι δηλαδή εγώ από τα πολλά λινά και ολομέταξα ρούχα κατέληξα να φορώ τρίχινα, πιέζοντας τον εαυτό μου συλλογιζόμουν αυτούς που γυμνοί περιφέρονται στην αγορά, παραριγμένοι σε μια ψάθα να τρέμουν από το κρύο. Έτσι ο Θεός νικούσε μέσα μου τον διάβολο» (Αμμάς Μελανία η νέα, Από το «Μητερικόν» του Δ. Τσάμη).

Θαυμάζει κανείς το πνευματικό επίπεδο της άγνωστης για τους πολλούς αμμά Μελανίας της νέας – προς αντιδιαστολή της από την οσία Μελανία την πρεσβύτερη, η οποία υπήρξε και η γιαγιά της – για την οποία ο συγγραφέας της ιστορίας της σημειώνει τα εξής σημαντικά: «Δεν είναι καθόλου σωστό να παραβλέψουμε την αρετή της Μελανίας της νεώτερης εξαιτίας της νεαρής ηλικίας της, και να παραμείνει κρυφή η μεγάλη της αρετή, ενώ ξεπερνάει κατά πολύ στη σύνεση γερόντισσες, που θεωρούνται αξιόλογες». Και πράγματι. Δεν είναι μόνο η συγκεκριμένη απάντηση στη συνασκήτριά της, αλλά και η όλη πορεία της ζωής της που επιβεβαιώνουν τη θαυμαστή εκτίμηση του συγγραφέα γι’ αυτήν. «Εγγονή της Μελανίας, όπως είπαμε, την πάντρεψαν σε ηλικία δεκατριών ετών με τον Πινιανό, από τους πρώτους της Ρώμης, κι απέκτησαν δύο παιδιά, τα οποία όμως πέθαναν και τα δύο. Μετά τον θάνατο των παιδιών εκποίησε για φιλανθρωπικούς σκοπούς την τεράστια περιουσία της. Λίγο πριν από το 410 μαζί με τον Πινιανό και τη μητέρα της Αλβίνα (που ακολούθησαν και οι δύο τη Μελανία στην ασκητική της ζωή) πήγε στη Σικελία. Στη συνέχεια έζησε στην Αφρική, την Αίγυπτο και την Παλαιστίνη, όπου ίδρυσε μονές. Μετέστρεψε στον χριστιανισμό τον θείο της Βολουσιάνο στην Κωνσταντινούπολη και το 439 συνάντησε την αυτοκράτειρα Ευδοκία στην Παλαιστίνη. Έφυγε από τη ζωή αυτή στη Βηθλεέμ στις 31 Δεκεμβρίου του 439. Ο άγιος Αυγουστίνος της αφιέρωσε ένα βιβλίο του». 

Σαν τον απόστολο Παύλο η αμμάς Μελανία μπορούσε να λέει «ηγούμαι πάντα σκύβαλα είναι, ίνα Χριστόν κερδήσω», χάρη εκ Θεού  που της εμφύσησε από τη βρεφική της ηλικία η γιαγιά της Μελανία – «οι διηγήσεις της γιαγιάς της τη γοήτευαν και τόσο πολύ την είχαν απορροφήσει ώστε να μην μπορεί να συμβιβαστεί με τη συζυγική ζωή» σημειώνει ο ιστορών τη ζωή της. Και είναι ο πόθος για τον Χριστό το βασικότερο στοιχείο που διαπιστώνουμε στη ζωή όλων ανεξαιρέτως των αγίων μας, έστω κι αν γίνεται κανείς κουραστικός επαναλαμβάνοντάς το: ότι η αγάπη προς τον Κύριο και Θεό μας Ιησού Χριστό ευθύς ως καταλάβει την ψυχή του ανθρώπου τον προσανατολίζει απολύτως προς Αυτόν, δίνοντάς του τη δύναμη να απεμπλέκεται από όλα τα τερπνά και γοητευτικά του κόσμου τούτου. Διότι είναι δεδομένο: «ουδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν». Ή θα κυριαρχήσει στην ψυχή του ανθρώπου η εμπαθής προσκόλληση προς τον κόσμο, συνεπώς το πάθος του εγωισμού με όλα τα παρακλάδια του: τη φιλοκτημοσύνη, τη φιλοδοξία, τη φιληδονία, θα έχουν το πάνω χέρι που λέμε, ή θα κυριαρχήσει η αγάπη προς τον Χριστό, οπότε ο αγώνας του ανθρώπου να υπερβαίνει καθημερινώς και αδιαλείπτως την έλξη των ψεκτών παθών θα σηματοδοτεί την πνευματική πορεία του.

Αυτόν τον αγώνα της αδιάλειπτης και έντονης στροφής προς τον Χριστό διαπιστώνουμε και στη αμμά Μελανία τη νέα. Τα διέγραψε όλα για να αφιερωθεί προς τον Κύριο, με τέτοια μάλιστα ένταση που έλκυσε και άλλες καλοπροαίρετες ψυχές δίπλα της, οι οποίες δεν έκρυβαν τον βαθύ θαυμασμό τους για τη σκληρά ασκούμενη Γερόντισσά τους. Κι είναι ευνόητο να θέτουν το ερώτημα για τις επιθέσεις του Πονηρού απέναντί της – δείγμα και της δικής τους ευαισθησίας στα πνευματικά πράγματα: με τέτοια άσκηση και τόσες αρετές που κοσμήθηκε, είναι δυνατόν να μη δέχτηκε πειρασμούς δαιμονικούς, οι οποίοι σκοπό έχουν να αμαυρώσουν την καθαρότητα της καρδιάς της; Και η απάντηση της νέας Μελανίας φανερώνει μεταξύ άλλων δύο καίρια στοιχεία του υψηλού επιπέδου της: πρώτον, την καλή γνώση της λειτουργίας των παθών μέσα στον άνθρωπο, απόρροια του έντονου αγώνα της για την κατά Χριστόν ζωή, αφού η νηστεία, η ακτημοσύνη, η ακενοδοξία με τα οποία ζούσε συνιστούν τα όπλα για να «κτυπηθεί» ακριβώς το εγωιστικό στοιχείο ώστε να μεταστραφεί χάριτι Θεού και να γίνει φιλοθεΐα και φιλανθρωπία˙ δεύτερον, την προωθημένη θέση της στην «επιστήμη» των λογισμών, με την έννοια ότι την βλέπουμε να κινείται με άνεση στον αντιρρητικό λεγόμενο πόλεμο, τον οποίο παρατηρούμε  μόνο στους προχωρημένους και «τελείους» θα έλεγε κανείς χριστιανούς. Προφανώς η Μελανία η νέα, αντανακλώντας και το επίπεδο της μεγάλης Μελανίας και έχοντας ζήσει και το στάδιο που προτείνουν οι περισσότεροι άγιοί μας: την πλήρη περιφρόνηση προς κάθε τι που τοξεύει ο Πονηρός, μπορούσε με αδιατάρακτη ψυχραιμία να απαντά στους δαιμονικούς λογισμούς και να κρατά την ψυχή της στο ρεαλιστικό επίπεδο της ταπείνωσης˙ εκεί δηλαδή που βρίσκει έδαφος να αναπαυτεί η χάρη του Θεού («ταπεινοίς ο Θεός δίδωσι χάριν»), η οποία και μόνη τελικώς κατανικά τον Διάβολο. «Έτσι ο Θεός νικούσε μέσα μου τον διάβολο». Τα λόγια της αποκαλύπτουν την υψοποιό ταπείνωσή της: «Τίποτε καλό δεν βρίσκω στον εαυτό μου

Και μη νομίσει κανείς ότι ο εσωτερικός αυτός αγώνας της ήταν εύκολος – «δώσε αίμα και λάβε Πνεύμα» σημειώνουν οι νηπτικοί Πατέρες μας. Ασκούσε βία στον εαυτό της η οσία αμμάς, κατά τον Κυριακό λόγο: «η Βασιλεία του Θεού βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν», για να βρίσκεται εκεί που υποδείκνυε πάντοτε το θέλημα του Κυρίου, όπως μας αφήνει να το εννοήσουμε: «πιέζοντας τον εαυτό μου συλλογιζόμουν…». Αν δηλαδή δεν πιεστούμε και δεν κινητοποιηθούμε για να παραμένουμε στην πίστη, αλλά αφεθούμε έρμαια στους όποιους λογισμούς μας, φυσικούς ή δαιμονικούς, τότε ποτέ δεν θα μπορούμε να κρατήσουμε τη χάρη του να είμαστε χριστιανοί. «Βία φύσεως διηνεκής» (Ιωάννης Κλίμακος) άλλωστε είναι η ζωή του μοναχού, αλλά και κάθε στην πραγματικότητα χριστιανού. 

Πέμπτη 26 Οκτωβρίου 2023

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Ο ΜΥΡΟΒΛΗΤΗΣ

«Ο άγιος Δημήτριος έζησε επί των βασιλέων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού. Καταγόταν από την πόλη της Θεσσαλονίκης, ήταν ευσεβής χριστιανός ήδη από τους γονείς του και διδάσκαλος της πίστεως στον Χριστό. Όταν ήλθε ο Μαξιμιανός στη Θεσσαλονίκη, συνελήφθη ο άγιος ως πολύ γνωστός για την ευσέβειά του χριστιανός. Ο βασιλιάς υπερηφανευόταν  για κάποιον άνδρα του, Λυαίο στο όνομα, ο οποίος ήταν τεράστιος στο σώμα και με φοβερή δύναμη,  και παρακινούσε όλους τους κατοίκους της χώρας να βγουν και να τον αντιμετωπίσουν σε μάχη. Κάποιος νεαρός, Χριστιανός στην πίστη, ονόματι Νέστωρ, προσήλθε στον άγιο Δημήτριο, που ήταν φυλακισμένος, και του είπε: Δούλε του Θεού, θέλω να παλέψω με τον Λυαίο∙ προσευχήσου για μένα. Αυτός δε, αφού σφράγισε με το σημείο του Σταυρού το μέτωπο του Νέστορα, του λέγει: «Και τον Λυαίο θα νικήσεις και υπέρ του Χριστού θα μαρτυρήσεις». Πήρε θάρρος ο Νέστωρ από τα λόγια αυτά και αντιμετώπισε τον Λυαίο, με αποτέλεσμα να τον σκοτώσει, ταπεινώνοντας την αλαζονεία του. Για τον λόγο αυτό ο βασιλιάς ντροπιάστηκε, κι όταν ερεύνησε και έμαθε ότι αίτιος της σφαγής του Λυαίου ήταν ο Δημήτριος, διέταξε να πάνε πρώτα  στρατιώτες στη φυλακή του και με λόγχες να του κατατρυπήσουν την πλευρά. Μόλις έγινε αυτό, αμέσως ο άγιος άφησε την ψυχή του, ενώ από τότε άρχισε να κάνει πολλά και παράδοξα θαύματα και ιάσεις. Έπειτα, με τη διαταγή του βασιλιά πάλι, έκοψαν την κεφαλή του αγίου Νέστορα». 

Απορία, έκπληξη, θάμβος, δοξολογία, πλησμονή θείου έρωτα! Οι πρώτες εντυπώσεις που αποκομίζει κανείς ερχόμενος σ’  επαφή με τους ύμνους της Εκκλησίας μας για τον μεγαλομάρτυρα, μυροβλήτη, θαυματουργό άγιο Δημήτριο. Είναι τόσος ο πνευματικός πλούτος του αγίου, ώστε δεν άρκεσε ο υμνογράφος Θεοφάνης με τον κανόνα του, για να υμνολογήσει την όλη βιοτή του Δημητρίου,  αλλά επιστρατεύτηκε και ο άγιος Φιλόθεος, πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος  και με δεύτερο κανόνα επικεντρώνει κυρίως την προσοχή μας στη μυροβολία του αγίου.  «Ο δεύτερος κανών, υπόθεσιν έχων εγκωμίων ομού και δεήσεως το ιερόν αυτού μύρον», κατά το διευκρινιστικό σημείωμα του κανόνα αυτού. Μπρος λοιπόν στη θαυμαστή προσωπικότητα του αγίου Δημητρίου, η Εκκλησία μας διά των υμνογράφων νιώθει την ανεπάρκεια επακριβούς εξυμνήσεως των αγώνων και των τιμών που απολαμβάνει ο άγιος εν ουρανοίς. «Ο νους και ο ανθρώπινος λόγος δεν εξαρκούν, Μάρτυς, για να διηγηθούν τις υπερφυσικές τιμές και δόξες, τις οποίες έχεις λάβει».

Και δικαίως. Πώς να εξυμνηθεί σωστά και με ακρίβεια, εκείνος που συμβασιλεύει πια με τον Κύριο του παντός; «Ντυμένος το πορφυρό ρούχο του βασιλιά, λόγω των μαρτυρικών αιμάτων του, κρατώντας στα χέρια αντί σκήπτρου τον σταυρό, συμβασιλεύει πράγματι με τον Χριστό».  Ποιο εγκώμιο μπορεί να είναι υψηλότερο και μεγαλύτερο από αυτό; Κατά συνέπεια, οι ύμνοι τονίζουν ότι η εορτή του αγίου Δημητρίου δεν έχει τοπικό, αλλά παγκόσμιο χαρακτήρα. Κι η παγκοσμιότητα αυτή δεν αναφέρεται στον κόσμο μόνον τούτο, στους πιστούς δηλαδή όλου του κόσμου, αλλά και στους ίδιους τους αγγέλους.  «Στον ουρανό και στη γη σήμερα φάνηκε ως φως αγαλλιάσεως η μνήμη Δημητρίου του Μάρτυρος. Οι άγγελοι τον στεφανώνουν με επαίνους και οι άνθρωποι τον δοξολογούν με άσματα».

Εκεί που ο λυρισμός φθάνει στο απώγειό του είναι με τον κανόνα του αγίου Φιλοθέου, ο οποίος τονίζει, όπως είπαμε, τη μυροβολία του αγίου. Οι εικόνες που επιστρατεύει μας εκπλήσσουν, φανερώνοντας και το μεγαλείο του ίδιου, νηπτικού και ασκητικού Πατέρα κατά τα άλλα, ως σπουδαίου ποιητή. Πώς ερμηνεύει καταρχάς τη μυροβολία του μεγαλομάρτυρα; «Μακάριε Δημήτριε, ο Χριστός σε μάζεψε σαν ώριμο σταφύλι από το θεϊκό αμπέλι. Και σε συνθλίβει στο πατητήρι του Μαρτυρίου. Το γλεύκος, ο χυμός που έρρευσε, το έκανε θεϊκή βρύση του μύρου». Δεν είναι μόνον όμως ο άγιος Φιλόθεος, ο οποίος δοξολογεί τον Κύριο για τη δωρεά του μύρου του αγίου, το οποίο θεραπεύει τις ψυχές και τα σώματα των πιστών. Είναι και άλλος υμνογράφος, ο Γερμανός, ο οποίος και αυτός προβαίνει σε έναν παραλληλισμό σπουδαίας ποιητικής συλλήψεως, προκειμένου να εξηγήσει τη χάρη της μυροβολίας του Δημητρίου και την ενέργεια έτσι των θαυμάτων του: «Αφού λογχεύτηκες στην σεβάσμια και αγνή πλευρά σου,  πανσεβάσμιε Δημήτριε, μιμούμενος τον Κύριο που και Αυτός κρεμάστηκε στον Σταυρό και λογχεύτηκε στην πλευρά για τη σωτηρία όλου του κόσμου, έλαβες την ενέργεια των θαυμάτων, παρέχοντας τις ιάσεις αφθόνως».

Ποια η αιτία όμως της καταπλήσσουσας προσωπικότητας του αγίου Δημητρίου και των θαυμαστών δωρεών που του έδωσε ο Κύριος; Τίποτε περισσότερο από την υπακοή του στο θέλημα του Θεού. Η προτεραιότητα του αγίου Δημητρίου σε όλη τη διάρκεια της ζωής του και κατά το μαρτύριό του ήταν να ευαρεστεί τον Κύριο, φανερώνοντας έτσι ότι υπεράνω όλων λειτουργούσε γι’  αυτόν η αγάπη Εκείνου, έστω και με θυσία της ζωής του. Θέλοντας να ευαρεστείς τον Βασιλέα των αιώνων Χριστό, απομακρύνθηκες από κάθε θέλημα του άνομου βασιλιά, ένδοξε, και δεν θυσίασες στα είδωλα. Γι’  αυτό προσέφερες τον εαυτό σου ως θύμα στον Υιό και Λόγο του Θεού, που θυσιάστηκε  για εμάς, με την άθλησή σου την ακλόνητη». Κι όπως είπαμε: εκείνο που κινούσε τον άγιο Δημήτριο στο να επιλέγει πάντοτε το θέλημα του Θεού, ήταν η σφοδρή σαν φωτιά αγάπη του στον Κύριο: «τω θείω πόθω τον νουν πυρπολούμενος». «Πυρ πόθου θεϊκού εν καρδία δεξάμενος».

Είναι τόσο καίριας σημασίας τούτο, ώστε ο υμνογράφος άγιος Φιλόθεος, προκειμένου να αποδώσει αυτήν την αγάπη του Δημητρίου, δανείζεται εικόνες και σχήματα από το περίφημο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης, το «Άσμα Ασμάτων». Όπως δηλαδή εκεί, η νύμφη ψυχή, πυρπολουμένη από αγάπη προς τον Νυμφίο Χριστό, Τον κυνηγά και εκφράζει με ερωτικούς στεναγμούς την αγάπη της, όπως και το αντίστροφο, κατά τον ίδιο τρόπο και εδώ με τον άγιο: διαμείβεται διάλογος αυτού με τον Χριστό, που φανερώνει τον βαθύ έρωτα του αγίου προς Εκείνον, όπως και Εκείνου προς τον άγιο:  «Πού μένεις, νυμφίε μου; Πού έφτιαξες τη σκηνή σου; Φώναζε στον Χριστό ο στεφανωμένος μάρτυρας». «Σήκω, έλα κοντά μου, λέει ο νυμφίος Χριστός, στην ψυχή του Δημητρίου. Ας μπούμε στο σπίτι του μύρου, και ας μεταλάβουμε την οσμή του μύρου μου». «Εγώ λέει ο αγαπώμενος, εγώ, Νυμφίε, τρέχω πίσω σου. Διότι η οσμή των μύρων σου είναι μεγαλύτερη από όλα τα μύρα. Κι αυτή η οσμή σου έκανε το αίμα μου μύρο».

Ένα πια απομένει: να παρακαλέσουμε τον άγιο μεγαλομάρτυρα να μας επισκεφθεί με συμπάθεια. Και να μας βοηθήσει, πρεσβεύοντας στον Κύριο, ώστε να σωθούμε από όλα τα δεινά που περνάμε ως άνθρωποι και έθνος, από τις απειλές των συγχρόνων τυράννων, όπως και από κάθε απειλή αιρετικών. «Έλα, μάρτυς του Χριστού, σε μας, που έχουμε ανάγκη από τη συμπαθή επίσκεψή σου. Και σώσε μας, που πληγωνόμαστε από τις απειλές των τυράννων και από τη φοβερή μανία της αιρέσεως.

 


ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΗΔΟΝΙΔΗΣ: "ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΣΩΣΤΟΣ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ ΚΑΙ ΨΑΛΤΗΣ"

 



"ΜΕ ΓΕΛΑΣΑΝ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ" (Θρακιώτικο)



Παρασκευή 20 Οκτωβρίου 2023

ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΩΝ ΕΓΚΑΙΝΙΩΝ ΕΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΥ ΝΑΟΥ

 Σύντομη ομιλία (19 Οκτ. 2023) επί τη εικοσαετία (2003) εγκαινίων του Ι. Ν. Κοιμήσεως της Θεοτόκου Άνω Καλαμακίου (Θεομήτορος). 

Ο καθένας μας γνωρίζει πολύ καλά πως η τελετή των εγκαινίων στην εποχή μας συνιστά μία συνηθισμένη υπόθεση για όλους που θέλουν να ξεκινήσουν κάτι καινούργιο. Είτε πιστός χριστιανός είναι κάποιος είτε όχι θεωρεί δεδομένο ότι το ξεκίνημα μίας όποιας δραστηριότητάς του θα πρέπει να γίνει με έναν εόρτιο τρόπο: να κληθούν φίλοι και γνωστοί, να προσφερθούν κεράσματα, να ακουστούν ευχές, να δοθεί δηλαδή η πρώτη εκκίνηση για να ξεκινήσει όπως λέμε η μηχανή. Ακόμη και στην περίπτωση που κάποιος δεν καλεί ιερέα ώστε να διαβαστούν οι προβλεπόμενες για την περίπτωση εκκλησιαστικές ευχές, ακόμη και τότε η δύναμη των  (κοσμικών) ευχών και των καλών λόγων αποτελεί κάτι σημαντικό: έστω και ανεπίγνωστα ο καλός λόγος περικλείει μία δυναμική που μπορεί να ωθήσει σ’ έναν δρόμο που θεωρείται ότι είναι καλός. «Ο καλός λόγος και τον κακό τον κάνει καλό» λέει όχι άδικα η παροιμία, όπως βεβαίως συμβαίνει και το αντίθετο.

Κι αν αυτό ισχύει σε κοσμικό επίπεδο, πολύ περισσότερο ισχύει σ’ εκείνον που θέλει να εντάξει την όλη ενεργητικότητα και τη δραστηριοποίησή του μέσα σε εκκλησιαστικό πλαίσιο: να υπάρξει η επίκληση της ενέργειας του Θεού διά της χάριτος της ιερωσύνης, ώστε αυτό που θα λειτουργήσει να λειτουργήσει τελικώς προς δόξαν Θεού. Τη χάρη του Θεού δεν επικαλούμαστε πάντοτε στην Εκκλησία μας και για όλες τις διαστάσεις του κοινωνικού και προσωπικού βίου μας; Όταν ο απόστολος Παύλος με δύναμη και σαφήνεια μας λέει ότι «είτε εσθίετε είτε πίνετε είτε τι άλλο ποιείτε πάντα εις δόξαν Θεού ποιείτε», τι άλλο θέλει να μας επισημάνει παρά το γεγονός ότι η ζωή μας ενταγμένη μέσα στον Χριστό, σε κάθε διάστασή της, τελικώς σ’ Εκείνον πρέπει να κατατείνει για να υπάρχει ευλογία και να υφίσταται αληθινό νόημα!

Με άλλα λόγια η βάση των όποιων ευχών, ακόμη και για την παραμικρότερη είπαμε διάσταση της ζωής μας, ακόμη και την αγορά και την κίνηση του αυτοκινήτου μας, βρίσκεται στην απόλυτη πεποίθηση του πιστού ότι «εξ Αυτού, του Χριστού, και δι’ Αυτού και εις Αυτόν τα πάντα έκτισται», όλα προέρχονται από τον Χριστό, υφίστανται και διακρατούνται από Εκείνον, κατατείνουν ως προς το απόλυτο τέλος τους  που είναι Εκείνος. Διότι είναι ο σαρκωμένος Θεός μας που ήλθε στον πεσμένο στην αμαρτία (λόγω της κακής χρήσεως της ελευθερίας του ανθρώπου) κόσμο, ώστε να του δώσει τη δυνατότητα και πάλι να γίνει καινούργιος, να αποκαταστήσει τη σχέση του με τον Θεό, ενούμενος μ’ Αυτόν που «καινά ποιεί πάντα»! Ποιος άλλος θα μπορούσε να διαγράψει και να καταργήσει την αμαρτία που περικλείει τον θάνατο, να καταπατήσει τον διάβολο που διαρκώς προκαλεί στην αμαρτία, παρά μόνον Εκείνος που «αμαρτίαν ουκ εποίησεν ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματι Αυτού»;   Ο οποιοσδήποτε άλλος ή οτιδήποτε άλλο ό,τι κι αν έκανε απλώς θα ανακύκλωνε την παλαιότητα και τη φθαρτότητα των υλικών ενός κόσμου που σφαδάζει μέσα στην ανακύκλωση και την περιδίνηση των παθών του. Κι αυτό τι σημαίνει; Ότι τελικώς τίποτε στον κόσμο δεν υφίσταται ως καινούργιο, τίποτε δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως νέο που να έχει ελπίδα και προοπτική, παρά μόνον αυτό που τελεί σε σχέση και κοινωνία με τον Ιησού Χριστό. Διότι Αυτός είναι η πηγή της ζωής, το μόνον αενάως καινούργιο, αυτό που μεταγγίζει την ίδια την αιώνια ζωή. Μας το είπε απερίφραστα ο Ίδιος και όχι μόνον μία φορά: «Όποιος θέλει να πιει από το νερό που έχω θα του δώσω, θα δει ότι θα ξεδιψάσει και θα γίνει κι αυτός μία δεύτερη πηγή που θα αναβλύζει την αιώνια ζωή».

Τι θέλησε ο απόστολος Παύλος ερχόμενος στην Αθήνα να πει στους Αθηναίους που αναζητούσαν οτιδήποτε καινούργιο μπορούσε να «κτυπήσει»  την ακοή τους, προφανώς αναζητώντας αδιάκοπα εκείνο που δεν μπορούσαν να βρουν και που θα γέμιζε την καρδιά τους; «Τον άγνωστο Θεό», που κατέστη όμως φανερός, γιατί ήλθε στον κόσμο ως άνθρωπος και που μάρτυράς Του ήταν μεταξύ άλλων και ο απόστολος Παύλος. Ο Ιησούς Χριστός, «ο Ων», η πηγή της ζωής και της κάθε ύπαρξης και του κάθε είναι, όπως ήδη έντρομος και σαστισμένος άκουσε στους πρόποδες του Σινά ο Πατριάρχης Μωυσής. Εκεί στο περιστατικό της καιομένης αλλά μη κατακαιομένης βάτου βρέθηκε ο Μωυσής ενώπιος Ενωπίω Θεώ, που τον καλούσε να αναλάβει την ευθύνη της απελευθέρωσης του λαού του Ισραήλ. Και στο ερώτημα «ποιο είναι το όνομά Σου;» ακροάται εν Πνεύματι αυτό που θα σφράγιζε έπειτα όλες τις ανθρώπινες συνειδήσεις με αποκορύφωση τον ερχομό του Ίδιου του Θεού ως ανθρώπου: «Εγώ ειμι ο Ων», ο παντοδύναμος Θεός, που δεν είναι μία απρόσωπη ουσία, μία ανώτερη απλώς δύναμη, αλλά ο προσωπικός Θεός, «Ο εγώ ειμι», ο Γιαχβέ, αυτό που θα αποτελούσε τη μεγαλύτερη πρόκληση για τους Ιουδαίους και για όλους τους λαούς, όταν θα το άκουγαν και από το στόμα του ίδιου του Κυρίου: «Αν δεν πιστέψετε ότι εγώ είμαι (ο Ων) θα πεθάνετε μέσα στις αμαρτίες σας» - αυτό δεν βλέπουμε σε κάθε εικόνα του Ιησού Χριστού μέσα στο φωτοστέφανό Του; «Ο Ων». Λοιπόν, αυτό υπήρξε και είναι το κήρυγμα των Αποστόλων και της Εκκλησίας κι αυτό μαρτυρεί και εξαγγέλλει και ο απόστολος Παύλος στους Αθηναίους: Ήρθα να σας πω ότι ο άγνωστος για εσάς Θεός φανερώθηκε, είναι ο Χριστός που μπορεί οι άνθρωποι να Τον σταύρωσαν παρ’ όλες τις ευεργεσίες που τους έδωσε, αλλά αναστήθηκε καταπατώντας τον θάνατο, αφού «Αυτός είναι που δίνει σε όλους ζωή και πνοή και τα πάντα».

Κι ήρθε λοιπόν και ίδρυσε την Εκκλησία, το ζωντανό σώμα Του, τον αληθινό Ναό του Θεού, μέσα στον Οποίο και μόνο ο άνθρωπος ανανεώνεται, ξεκαινουργώνεται, μπορεί να αναπνέει αποτινάζοντας τη βαριά σκόνη της αμαρτίας και θεραπευόμενος από κάθε βαθιά ουλή από τις πληγές και τα κτυπήματα της κακίας. «Ιδού καινά ποιώ πάντα», να, όλα τα κάνω καινούργια. Γι’ αυτό είπαμε και παραπάνω εκτός Χριστού κάθε καινούργιο δεν είναι καινούργιο, κάθε θεωρούμενο νέο δεν είναι νέο, αλλά βουτηγμένο στη διάλυση της φθοράς. Και πώς το ξέρουμε ότι ο Ναός είναι το σώμα Του, δηλαδή όλοι οι πιστοί που πιστεύουν και ανταποκρίνονται στην κλήση Του; Μας το αποκάλυψε ο ίδιος ο λόγος του Θεού διά στόματος Ιωάννου του Θεολόγου στο ευαγγέλιό Του. Στην πρόκληση του Κυρίου απέναντι στους Ιουδαίους ότι «γκρεμίστε τον Ναό που οικοδομείτε, (τον παλαιό ναό του Σολομώντα και που τον έχτιζαν με τον Ηρώδη τον μεγάλο), «και σε τρεις ημέρες θα τον ξαναφτιάξω», εκείνοι αντιδρώντας στη λογική πρόκληση, αφού δεκαετίες τον έφτιαχναν και δεν τον είχαν τελειώσει, τον ειρωνεύτηκαν και τον χλεύασαν. Αλλά «Εκείνος μιλούσε για το Σώμα Του», λέει ο Ιωάννης, που μετά την τριήμερο Σταύρωση θα ανασταινόταν.

Στη φθορά λοιπόν των παλαιών ναών της ειδωλολατρίας, όπου θεραπευόταν και λατρευόταν το «τίποτε ή τα δαιμόνια» κατά τη Γραφή, στον Ναό των Ιουδαίων είτε ως Σκηνή που ο Θεός είπε στον Αβραάμ να κατασκευάσει και στον Μωυσή που κατασκεύασε είτε ως κτίσμα μεγάλο που ευλογήθηκε ο Σολομών να πήξει -  προτυπώσεις και προεικονίσεις αυτά, δηλαδή προφητείες χωρίς λόγια, μέσα στο πλαίσιο της Π. Διαθήκης  για τον αληθινό Ναό που θα οικοδομούσε ο ίδιος ο Θεός - σε όλους λοιπόν αυτούς τους ναούς, μέσα στον Ιουδαϊσμό ή εκτός αυτού, αντιπαραβάλλεται ο αληθινός όπως είπαμε Ναός, το σώμα του Χριστού, η Εκκλησία Του, πάει να πει όλοι μας που θελήσαμε τον Χριστό στη ζωή μας. Γιατί ο καθένας από εμάς συνιστά ναό του Θεού που μέσα του κατοικεί το Πνεύμα του Θεού. Δεν έχουμε ακούσει τον μεγαλειώδη λόγο του αποστόλου Παύλου που εξαγγέλλει με στεντόρεια φωνή: «Μα δεν γνωρίζετε ότι το σώμα σας είναι ναός του Αγίου Πνεύματος που κατοικεί μέσα σας και δεν ανήκετε στον εαυτό σας; Δοξάστε λοιπόν τον Θεό μέ το σώμα σας και το πνεύμα σας, τα οποία και τα δύο ανήκουν στον Θεό».

Οπότε, η Εκκλησία με κεφαλή τον Χριστό είναι ο καινούργιος ναός, δηλαδή ο Θεός μαζί μας, ανεξάρτητα από δεσμεύσεις αποκλειστικών τόπων, γι’ αυτό και όπου γης, αρκεί να υπάρχουν χριστιανοί με τη δομή που καθόρισαν ο Χριστός και οι Απόστολοι, έχουμε ναούς. Υπάρχει Απόστολος ή ο διάδοχός τους Επίσκοπος, συνεπώς και ιερείς και πιστοί που θέλουν να προσφέρουν αναιμάκτους πια θυσίες, ιδίως το κέντρο όλων τη Θεία Ευχαριστία; Τότε, ναι, εκεί έχουμε ζωντανό ναό του Θεού, έχουμε τον Ουρανό επί γης, έχουμε τον συγχρωτισμό των Αγγέλων του Θεού με τους πιστούς ανθρώπους, έχουμε δοξολογίες που ευφραίνεται ο Θεός και χαίρει ο κόσμος όλος! «Όπου φανεί ο Επίσκοπος εκεί έχουμε και Εκκλησία» θα πει θεόπνευστα ο μέγας Αποστολικός Πατέρας άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος. Αυτά είναι τα καινούργια, που έκαναν πέρα τα παλαιά. Υπάρχει μόνο πια ο Χριστός που ανακαινίζει τα σύμπαντα και το όποιο φθαρμένο υλικό μέσα στο πυρ της θεότητάς Του το κάνει και πάλι καινούργιο!

Διαβλέπουμε την απορία! Και ποια η θέση του δικού μας κτιστού ναού; Γιατί κάνουμε εγκαίνια κατασκευάσματος και κτίσματος; Τι νόημα έχει η εδώ συνάθροισή μας για παράδειγμα γύρω και μέσα από ένα κτίσμα, επί τη εικοσαετία των εγκαινίων του; Η υμνολογία της Εκκλησίας μας σημειώνει επ’ αυτού κάτι πολύ σημαντικό (ωδή γ΄ 13ης Σεπτ.): «Σήμερα, αγαθέ Κύριε, ημέρα των εγκαινίων, ανέδειξες τη χειροποίητη αυτή σκηνή, τον κτιστό ναό Σου δηλαδή, κατοικητήριο της υπέρ νουν δόξας Σου “οικονομικώς”». Τι λέει ο άγιος υμνογράφος ως στόμα της Εκκλησίας; Το κτίσμα συνιστά τον επίγειο χώρο που φανερώνεται η δόξα του Θεού στο πρόσωπο του Χριστού, εκεί δηλαδή πράγματι μπορούμε να Τον λατρεύσουμε και να Τον δοξολογήσουμε και να γίνουμε μέτοχοί Του κοινωνώντας Τον, γιατί ως άνθρωποι που έχουμε και σώμα κάπου πρέπει να σταθούμε - κατ’ οικονομίαν της ψυχοσωματικής μας οντότητας είναι το αυτονόητο που μπορούμε να κάνουμε. Προς εξυπηρέτηση λοιπόν του αληθινού Ναού που είναι η Εκκλησία του Χριστού κτίζουμε ναούς, για χάρη ημών των πιστών έχουμε συγκεκριμένους χώρους. Ενώ δηλαδή οπουδήποτε μπορεί να λατρευτεί ο Θεός, οπουδήποτε μπορεί να στηθεί θυσιαστήριο, εκεί που θα στηθεί εκεί θα έχουμε πια ένα σημείο αναφοράς. Χωρίς τη σύνδεση αυτή: κτιστού ναού και ζωντανού ναού της Εκκλησίας ως σώματος Χριστού χάνεται το νόημα. Ο ίδιος ο Κύριος το έθεσε σε γενικό πλαίσιο: «Το Σάββατον διά τον άνθρωπον εγένετο, ουχ ο άνθρωπος δια το Σάββατον». Ας ακούσουμε και πάλι τον άγιο υμνογράφο: «Τα πάντα τα φώτισε ο Χριστός με την παρουσία Του. Ανακαίνισε τον κόσμο με τον θείο Του Πνεύμα. Οι ψυχές πια γίνονται καινούργιες. Πώς; Διότι φτιάχτηκε οίκος τώρα προς δόξαν Κυρίου, όπου εκεί Χριστός ο Θεός μας ανανεώνει τις καρδιές των πιστών για να υπάρχει η σωτηρία τους» (κάθισμα όρθρου).

Το συμπέρασμα είναι προφανές: τα εγκαίνια ενός Ναού παραπέμπουν μονίμως και άμεσα στον εγκαινισμό των ψυχών των ανθρώπων. Ένας Ουρανός πήγνυται επί γης, ένας άλλος Παράδεισος που του δίνει τη δυνατότητα να τρέφεται από το ξύλο της ζωής, τον Κύριο. Γι’ αυτό και δεν παύει και πάλι η Εκκλησία μας να μας υπενθυμίζει: «Επιτελώντας τη μνήμη των εγκαινίων, Κύριε, δοξάζουμε Εσένα τον δοτήρα του αγιασμού, παρακαλώντας να αγιασθούν και τα αισθητήρια των ψυχών μας» (δοξ. Εσπ.). Στον ναό πηγαίνουμε όχι ασφαλώς για να βρεθούμε απλώς σε μία κοινωνική εκδήλωση, όχι για να επιδείξουμε ίσως την οικονομική ή όποια άλλη επιφάνειά μας, όχι πολύ περισσότερο για να κουτσομπολέψουμε ή να κατακρίνουμε: πράγματα που επισύρουν την οργή του Θεού γιατί αυξάνουν την αμαρτία μας αντί να την εξαλείφουν, αλλά για να δοξολογήσουμε τον Κύριο και να πάρουμε τη χάρη Του ώστε να γινόμαστε άγιοι, με ανοικτές τις πνευματικές μας αισθήσεις. Κι ακόμη πιο έντονα ακούμε τον άγιο: «Στρέψου μέσα στον εαυτό σου, άνθρωπε. Γίνε καινούργιος άνθρωπος της πίστης κι όχι παλαιός της αμαρτίας, κι έτσι γιόρταζε τα εγκαίνια της ψυχής. Όσο υπάρχει καιρός, ας ανανεώνεται ο βίος σου και κάθε διάσταση της ζωής σου. Τα αρχαία περάσανε, όλα πια γίνανε καινούργια. Αυτό φέρε ως καρπό για την εορτή: να αλλοιώνεσαι την καλή αλλοίωση, να γίνεσαι δηλαδή όσο πιο πολύ άγιος. Έτσι γίνεται καινούργιος ο άνθρωπος, έτσι τιμάται και η ημέρα των Εγκαινίων ενός ναού» (δοξ. Αίνων).

Σ’ αυτήν την προοπτική ευρισκόμενοι, μέσα σε κλίμα μετανοίας αλλά και χαράς πνευματικής, έχοντας τα μάτια μας ανοιχτά στη χάρη του Θεού, μπορούμε να χαρούμε κι εμείς το αποψινό και κάθε παρόμοιο γεγονός. Σαν να συντονιζόμαστε με τον προφητάνακτα Δαυίδ που έκθαμβος ομολογούσε: «Ως αγαπητά τα σκηνώματά σου, Κύριε»˙ έτσι κι εμείς μαρτυρούμε: «Τα σκηνώματα του Κυρίου είναι αγαπημένα γι’ αυτούς που ποθούν να δουν καθαρά και ξάστερα τη δόξα του προσώπου Του και που με μια καρδιά και φωνή κραυγάζουν: Δόξα στη δύναμή Σου,Κύριε» (ωδή δ΄).

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΑΡΤΕΜΙΟΣ

«Αυτός ο μακάριος Αρτέμιος, αφού έγινε Δούκας και Αυγουστάλιος της Αλεξάνδρειας, τιμήθηκε και με το αξίωμα του Πατρικίου από τον μεγάλο Βασιλέα Κωνσταντίνο. Όταν ο αποστάτης Ιουλιανός άρπαξε την βασιλεία και άρχισε να τιμωρεί τους Χριστιανούς στην Αντιόχεια, ο μακάριος Αρτέμιος έρχεται από μόνος του εκεί στον αγώνα. Κι αφού έλεγξε την παρανομία του βασιλιά, άρχισαν τα μαρτύριά του: μαστιγώνεται, ξέονται τα νώτα του με αγκάθια και τρυπιούνται οι πλευρές του και τα βλέφαρά του με σιδερένιες ακίδες. Στη συνέχεια, αφού κόψανε στη μέση μία τεράστια πέτρα κάποιοι λιθοξόοι, τον βάλανε  ανάμεσά της. Κι αφού τον άφησαν εκεί, τυφλώθηκε και τα εντός του χύθηκαν στη γη. Στο τέλος, δέχεται τον θάνατο διά ξίφους. Τα θαύματα που έκτοτε γίνονται με την επίκληση του ονόματός του και μάλιστα σ’ εκείνους που προστρέχουν  στο άγιο λείψανό του είναι πάμπολλα και τεράστια».

Η Εκκλησία μας, κάθε φορά που εορτάζει ένας άγιος και μάλιστα μεγάλος, σαν τον σήμερα εορταζόμενο μεγαλομάρτυρα Αρτέμιο, είναι σαν να παραθέτει ενώπιόν μας ένα πλούσιο τραπέζι - με εστιάτορα τον ίδιο τον άγιο -   με κάθε είδους αγαθά, που σημαίνει ότι ζει ένα πανηγύρι, στο οποίο καλεί κάθε μέλος της Εκκλησίας να το απολαύσει πλουσιοπάροχα. Και τα αγαθά  βεβαίως αυτά, είναι ευνόητο, δεν είναι υλικά, αλλά πνευματικά, τέτοια που προκαλούν τον μετέχοντα σε δοξολογία του Θεού και του ίδιου του αγίου. «Η φαιδρά σου, μάρτυς, εορτή, πάντας συνεκάλεσε χαρμονικώς εις πανδαισίαν σήμερον, προθείσα τους άθλους σου, τα παλαίσματα, και την άνδρείαν ένστασιν∙ ων κατατρυφώντες, πίστει σε και πόθω μακαρίζομεν». Αυτό σημαίνει ότι ένας πιστός, που έχει ως προτεραιότητα της ζωής του την Βασιλεία του Θεού, κατά τον λόγο του Κυρίου, μπορεί και χαίρεται, έστω κι αν βρίσκεται μέσα σε θλίψεις και δοκιμασίες της παρούσης ζωής. Και δεν μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει τον χριστιανό «αιθεροβάμονα», μη ρεαλιστή, «εκτός τόπου και χρόνου», διότι ο χριστιανός ξεκινά με την πιο αληθινή πραγματικότητα, με τον πιο βαθύ ρεαλισμό: ότι «παράγει το σχήμα του κόσμου τούτου», ότι όλα είναι παρερχόμενα και φθαρτά, πλην βεβαίως του Θεού και των σχετιζομένων με Αυτόν.

Ένα από τα πιο ωραία αγαθά, από τις πιο ωραίες πνευματικές τροφές που μας προσφέρει η πανδαισία του αγίου σήμερα, είναι η ακλόνητη σαν στέρεος πύργος καρδιά του. Ο υμνογράφος θέλοντας να μας ζωγραφίσει ζωντανά τη σταθερή πίστη του μεγαλομάρτυρα, το ηρωικό φρόνημά του, τον σαφή προσανατολισμό του προς μόνη την  αγάπη του Θεού, τέτοια που κανένα βασανιστήριο δεν μπορούσε να αλλάξει, αυτήν την εικόνα παρουσιάζει: «Ουκ έσεισε τον πύργον σου της καρδίας, πάνσοφε, η σφοδροτάτη πρόσρηξις των βασάνων» (Η σφοδρότατη επίθεση των βασάνων πάνω σου, πάνσοφε, καθόλου δεν έσεισε τον πύργο της καρδιάς σου). Κι αυτό γιατί; Διότι ο άγιος είχε στεριώσει την καρδιά του αυτή πάνω στην απόλυτα στέρεα νοητή πέτρα, που είναι ο Χριστός. «Και γαρ εστήρικτο νοητήν επί πέτραν την ασάλευτον». Η αναφορά του υμνογράφου στο στέρεο σαν πέτρα φρόνημά του επηρεάζεται και από το είδος του μαρτυρίου του: την σύνθλιψή του μεταξύ δύο πετρών. Όπως έμεινε ακλόνητος δηλαδή, καθώς σφιγγόταν από τις τεράστιες πέτρες, έτσι στερέωσε τα βήματα της ψυχής του πάνω στην πέτρα της ζωής, τον Ιησού Χριστό. «Ο πέτρα ζωής της ψυχής τα βήματα πηξάμενος, ταις πέτραις σφιγγόμενος και τοις αλγεινοίς περικυκλούμενος, αληθής αθλοφόρος, ακλόνητος διέμεινας». Εκεί μας οδηγεί η στέρεα χωρίς ταλαντεύσεις πίστη και αγάπη προς τον Χριστό: να είμαστε «πέτρινοι» στο φρόνημα, σταθεροί στη ζωή αυτή, με βηματισμό ψυχής τέτοιο, που έστω κι αν όλα γύρω και δίπλα μας «πέφτουν», εμείς συνεχίζουμε με επίγνωση και συναίσθηση την πορεία μας. Σ’  έναν κόσμο μάλιστα «δίψυχο», άρα ακατάστατο σε όλα, καταλαβαίνουμε ότι ο λίγο συνεπής χριστιανός αποτελεί την πυξίδα και το φως του κόσμου. Όπως το λέει ο ίδιος ο Κύριος: «υμείς εστε το φως του κόσμου∙ ου δύναται πόλις κρυβήναι επάνω όρους κειμένη».

Αφήνοντας σοβαρές θεολογικές επισημάνσεις της ακολουθίας του αγίου -  όπως για παράδειγμα του ύμνου από τα στιχηρά του εσπερινού «επιπνοία του Πνεύματος μυηθείς γνώσιν ένθεον, των των όλων Κτίστην έγνως, Αρτέμιε», δηλαδή ότι ο άγιος γνώρισε τον Δημιουργό Κύριο των όλων, αφού οδηγήθηκε στην ένθεο αυτή γνώση από τον φωτισμό του αγίου Πνεύματος, κάτι που σημαίνει ότι κανείς δεν γνωρίζει τον Χριστό πραγματικά, παρά μόνον με τον φωτισμό του ίδιου του Θεού – δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε, έστω δι’  ολίγων, τα πάμπολλα θαύματα που τελούνται από την ώρα του μαρτυρίου του αγίου  και μετέπειτα. Είναι αληθές: ο άγιος Αρτέμιος είναι ένας από τους πιο θαυματουργούς αγίους (και μάλιστα για ανδρολογικές, θα λέγαμε, παθήσεις), συνεπώς όποιος με πίστη στον Θεό τον επικαλείται, βλέπει τη θαυμαστή ενέργειά του πάνω του, και στην ψυχή και στο σώμα του. Όπως το σημειώνει και ο υμνογράφος: «ιατρείον αναδέδεικται σώμα το πολύαθλον, πάσαν νόσον, πάσαν κάκωσιν, πάσαν δαιμόνων πάντοτε βλάβην αποδιώκον εκ των πιστώς προσφευγόντων σοι» (Το πολύαθλο σώμα σου αναδείχτηκε ιατρείο, που διώχνει από τους με πίστη προσερχομένους σε σένα, κάθε νόσο, κάθε τραύμα και πληγή, κάθε βλάβη των δαιμόνων). Υποψία θαυμαστών επεμβάσεών του καταγράφουμε στη συνέχεια: (1) Κάποιος άνδρας που είχε έντονο πρόβλημα στους διδύμους του, δηλαδή στους όρχεις του, ήλθε προς τον άγιο κλαίγοντας και ζητώντας την υγεία του. Έπεσε λοιπόν σε στρωμνή στο μέσον του ναού του, και μετά από λίγο που τον είχε πάρει ο ύπνος, του  λέγει ο άγιος: «υπόδειξέ μου το πάθος σου». Αυτός λοιπόν το υπέδειξε στον άγιο, οπότε εκείνος αφού άγγιξε το πονεμένο μέρος του ασθενούς και τον έσφιξε στο σημείο αυτό με δύναμη, τον έκανε να κραυγάσει από τον πόνο και να  ξυπνήσει. Καθώς λοιπόν ξύπνησε, βρήκε τον εαυτό του υγιή κι άρχισε να δοξολογεί και να ευλογεί τον Θεό. (2) Άλλος πάλι έχοντας υδροκήλη μεγάλη προσήλθε στον άγιο. Και  σ’ αυτόν ο άγιος «έσχισε» το σημείο πάθους του με ξίφος, την ώρα που κοιμόταν, με αποτέλεσμα να προέλθει μία τεράστια δυσωδία από το υγρό που βγήκε. Ξύπνησε αμέσως ο ασθενής και βρήκε κι αυτός τον μεν εαυτό του υγιή, τους δε χιτώνες του και το έδαφος γεμάτα από δυσωδία, σήψη και υγρότητα.

«Ταις αυτού πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς».