Σάββατο 8 Απριλίου 2017

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (61)


«Να επιζητείς να φωτίζεσαι πάνω στους λόγους της Γραφής, που είναι λόγοι πνευματικής υγείας, με τους κόπους κυρίως παρά με τα βιβλία» (λόγ. κζ΄ 48).
Είναι από τους πιο βαθείς και καίριους λόγους του οσίου: προϋποθέτουν ότι αφενός δεν βρίσκεσαι στην κατάσταση που θα έπρεπε – το σκότος είναι εγγενής πια κατάστασή σου, λόγω της πτώσης στην αμαρτία ή της διαρκούς επιρροής της και μετά το βάπτισμά σου – αφετέρου ο λόγος του Θεού, η Αγία Γραφή, περιέχει το φως του Θεού το οποίο οδηγεί τον άνθρωπο στην πνευματική του υγεία, δηλαδή στην κατάσταση που ο άνθρωπος ζει ορθά την παρουσία του Θεού ως μέλος Χριστού. Γι’ αυτό και ο όσιος θεωρεί τη μελέτη της Γραφής ως φάρμακο για τον πιστό, χωρίς το οποίο κινδυνεύει η πνευματική αρτιότητα και ακεραιότητά του. Κι ακόμη περισσότερο: πέραν του φωτισμού που προσφέρει η μελέτη αυτή, κάνει τον πιστό να συγκεντρώνει τον νου του, ώστε να μην οδηγείται αυτός (ο νους) στην καταστροφική διάσπαση και διάχυσή του στα αισθητά και ορατά. «Δεν είναι λίγος ο φωτισμός και η συγκέντρωση του νου που χαρίζει η ανάγνωση, εφόσον πρόκειται για λόγια του Αγίου Πνεύματος, τα οποία οπωσδήποτε καθοδηγούν και διορθώνουν όσους τα μελετούν» (47).
Δεν είναι θέμα λοιπόν πολυτέλειας η μελέτη των λογίων του Αγίου Πνεύματος. Πρόκειται για καθημερινή και αναγκαία τροφοδοσία της ψυχής για να μπορείς να ζεις ως άνθρωπος, ενόψει μάλιστα των παθών που σε ταλαιπωρούν και του Πονηρού που αδιάκοπα «ζητεί να σε καταπιεί»! Και μέσα στα αγιοπνευματικά αυτά λόγια πρέπει να εντάξεις όχι μόνο βεβαίως τη βάση όλων, την Αγία Γραφή, αλλά και την Πατερική εκφορά της, είτε με τα ίδια τα κείμενα των Πατέρων είτε με την υμνογραφική διάστασή της είτε με τη συναξαριακή μορφή διά των βίων των αγίων. Όσο με άλλα λόγια μελετάς τα πνευματικά κείμενα της Εκκλησίας μας και εμβαπτίζεσαι σ’ αυτά, πορεύεσαι πάνω στον δρόμο του Θεού και έχεις τον Ίδιο λαλούντα και ενεργούντα στην καρδιά σου.
Υπάρχει όμως ένα «αλλά». Κι αυτό είναι η άλλη πλευρά της προτροπής του οσίου: «να φωτίζεσαι από τη Γραφή, αλλά με τους κόπους κυρίως παρά με τα βιβλία»! Είναι η ίδια προτροπή του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ο οποίος μιλώντας για το ίδιο θέμα: την ωφέλεια από τη μελέτη της αγίας Γραφής, έλεγε: «Μην προχωρείς τη μελέτη αυτή πριν εφαρμόσεις τον προηγούμενο λόγο που διάβασες». Η μελέτη δηλαδή της Γραφής – και σ’ αυτό συμφωνούν όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας – γίνεται διά της πράξεως πρωτίστως και όχι τόσο διά της απλής αναγνώσεως. Η ανάγνωση έχει τεράστια σημασία στον βαθμό που ο πιστός έχει την αποφασιστική βούληση να εφαρμόζει αυτά που διαβάζει, στην καθημερινότητά του. Διαφορετικά τα ίδια τα λόγια της Γραφής γίνονται όπλα που στρέφονται κατά του ίδιου του εαυτού του (όσιος Μάρκος). Και τούτο γιατί το ζητούμενο είναι όχι το πώς θα πάρει ο άνθρωπος κάποιες πληροφορίες για τον Θεό, αλλά το πώς θα κάνει τον Θεό ένοικο της ψυχής του. «Ο Κύριος μακάρισε όχι αυτόν που έμαθε κάτι για τον Θεό, αλλά αυτόν που απέκτησε τον Θεό στην ύπαρξή του – το εν εαυτώ σχειν τον Θεόν» (άγιος Γρηγόριος Νύσσης).

Παρασκευή 7 Απριλίου 2017

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (60)


«Οι δαίμονες θα απομακρυνθούν από κοντά σου σύντομα, επειδή δεν θέλουν οι ανόσιοι να σε βλέπουν να στεφανώνεσαι πολεμώντας εναντίον τους με την προσευχή. Επί πλέον, θα φύγουν και επειδή τους μαστιγώνει η προσευχή σαν φωτιά» (λόγ. κη΄, 61).  
Η προσευχή θεωρείται ότι είναι το σπουδαιότερο όπλο του πιστού  κατά του Πονηρού Διαβόλου, αφού αποτελεί την καταφυγή σ’ Εκείνον που η χάρη Του τον κατανικά και τον διαλύει: Τον Κύριο Ιησού Χριστό. Δεν υπάρχει περίπτωση να υπάρξει πνευματική ζωή, δεν μπορεί να ορθοποδήσει κανείς σ’ αυτήν και να προκόψει, αν η προσευχή δεν έχει σφραγίσει την ύπαρξή του κι αν η προσευχή δεν έχει γίνει συστατικό της ζωής του, πραγματικά θέμα ζωής ή θανάτου γι’ αυτόν. Δεν είναι τυχαίο ότι ο μέγας Πατέρας Γρηγόριος ο Θεολόγος επισημαίνει ότι «μνημονευτέον του Θεού μάλλον ή αναπνευστέον» - πρέπει να μνημονεύει κανείς τον Θεό περισσότερο και απ’ όσο αναπνέει. Βγάλε δηλαδή την προσευχή από τη ζωή σου, και τότε θα πεθάνεις. Θα πεθάνεις πνευματικά, γιατί θα αποκοπείς από Εκείνον που είναι η Ζωή.
Ο όσιος Ιωάννης κινείται σ’ αυτό το μήκος κύματος: «Προσευχή είναι συνουσία και ένωση του ανθρώπου με τον Θεό», σημειώνει. Κι είναι αυτή που «διατηρεί τον κόσμο, συμφιλιώνει με τον Θεό, γεννά τα δάκρυα, συγχωρεί τα αμαρτήματα, σώζει από τους πειρασμούς, προστατεύει από τις θλίψεις… τρέφει την ψυχή, φωτίζει τον νου…» (1).  Αρκεί να είναι αληθινή προσευχή. Γιατί προσευχή για παράδειγμα έκανε και ο Φαρισαίος της γνωστής παραβολής, αλλά κατακρίθηκε μέσω αυτής. Κι αληθινή είναι όταν βεβαίως αναφέρεται κανείς στον αληθινό Θεό, Αυτόν που φανέρωσε ο Κύριος Ιησούς Χριστός, αλλά και την επιτελεί με την πρέπουσα στάση: «με υφασμένο τον χιτώνα της ψυχής με το νήμα της αμνησικακίας. Ειδεμή τίποτε δεν πρόκειται να ωφεληθείς από την προσευχή» (4).
Οι δαίμονες, λέει ο όσιος, ξέρουν τη δύναμη του όπλου αυτού στα χέρια του πιστού χριστιανού, γι’ αυτό και την τρέμουν.  Και την ξέρουν, αφενός γιατί βλέπουν τα στεφάνια που αποκτούν οι χριστιανοί από τον πόλεμο που κάνουν εναντίον τους – μαθαίνει τελικώς να προσεύχεται ο χριστιανός από την εναντίωση των δαιμόνων – αφετέρου γιατί υφίστανται την οδύνη που προκαλεί το όπλο της προσευχής πάνω «στο πετσί τους»! Η προσευχή μαστιγώνει και καίει τον διάβολο! Μαστίγιο και φωτιά: η τεράστια δύναμη κατά των δαιμόνων στα χέρια των πιστών, που οι πολλοί δυστυχώς την αγνοούν, γιατί βαριούνται και παρασύρονται από τις παγίδες του Πονηρού. Ο άγιος το έχει ξαναπεί με ιδιαίτερη ένταση: «Ιησού ονόματι μάστιζε πολεμίους» - με το όνομα του Ιησού να μαστιγώνεις τους εχθρούς δαίμονες! «Διότι δεν υπάρχει ούτε στον ουρανό ούτε στη γη ισχυρότερο όπλο» (λόγ. κ΄ 6). Αρκεί να νιώθεις την ενότητά σου μ’ Εκείνον, αφού είσαι μέλος Του, που θα πει «η μνήμη Του να έχει κολλήσει με την αναπνοή σου» (λόγ. κζ΄ 26).

Η ΕΓΕΡΣΙΣ ΤΟΥ ΕΝ ΤΑΦΩ ΤΕΤΡΑΗΜΕΡΟΥ, ΑΓΙΟΥ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΥ ΦΙΛΟΥ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ


      "Ο Λάζαρος ήταν Εβραίος κατά το γένος, Φαρισαίος κατά την αίρεση, και υιός, όπως έχει βρεθεί, του Φαρισαίου Σίμωνα, καταγώμενος από την κώμη της Βηθανίας. Ενώθηκε με δεσμά φιλίας με τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, ο Οποίος ήλθε στον κόσμο για τη σωτηρία μας. Επειδή λοιπόν ο Χριστός συνεχώς διαλεγόταν με τον Σίμωνα, διότι και αυτός πίστευε πολύ στην ανάσταση από τους νεκρούς, και πήγαινε στο σπίτι του, κατά φυσικό τρόπο ο Λάζαρος, όπως και οι δύο του αδελφές, η Μάρθα και η Μαρία, αγάπησαν γνήσια τον Κύριο. Καθώς πλησίαζε το σωτήριο Πάθος, επειδή έπρεπε να θεωρηθεί αξιόπιστο το μυστήριο της Αναστάσεως του Κυρίου, ο μεν Ιησούς έμενε πέραν του Ιορδάνου, αφού προηγουμένως είχε αναστήσει από τους νεκρούς την κόρη του Ιαείρου και τον υιό της Χήρας. Ο δε φίλος του Λάζαρος αρρώστησε βαριά και πέθανε. Ο Ιησούς λοιπόν, ενώ δεν ήταν στη Βηθανία, λέγει στους μαθητές: Ο Λάζαρος κοιμήθηκε, και μετά από λίγο πάλι: Ο Λάζαρος, λέγει, πέθανε. Έρχεται λοιπόν στη Βηθανία, αφήνοντας τον Ιορδάνη, καθώς Του έστειλαν μήνυμα οι αδελφές του Λαζάρου. Απέχει δε η Βηθανία περίπου δεκαπέντε στάδια από τα Ιεροσόλυμα. Τον προϋπάντησαν οι αδελφές του Λαζάρου που του είπαν: Κύριε, αν ήσουν εδώ, δεν θα πέθαινε ο αδελφός μας. Αλλά και τώρα, αν θελήσεις, θα τον αναστήσεις, γιατί μπορείς. Ερωτά τον όχλο ο Ιησούς. Πού τον βάλατε; Και αμέσως όλοι πήγαν προς το μνήμα. Κι αφού σήκωσαν τον λίθο, η Μάρθα λέγει: Κύριε, μυρίζει πια, γιατί είναι τέσσερις ημέρες μέσα. Ο Ιησούς προσευχήθηκε και έκλαψε για τον Λάζαρο, οπότε με μεγάλη φωνή κραύγασε: Λάζαρε, έλα έξω. Κι αμέσως ο πεθαμένος βγήκε, κι αφού λύθηκε αναχώρησε για το σπίτι του. Αυτό το τεράστιο παράδοξο ξεσήκωσε τον φθόνο του Εβραϊκού λαού, που εξοργίστηκε κατά του Χριστού. Ο δε Ιησούς πάλι έφυγε γρήγορα. Οι δε αρχιερείς σκέφτηκαν και τον Λάζαρο να σκοτώσουν, διότι πολλοί βλέποντάς τον πίστευαν στον Χριστό. Ο Λάζαρος τότε που κατάλαβε τις σκέψεις τους διαφεύγει προς τη νήσο Κύπρο, όπου και έμενε, μέχρις ότου αργότερα αναδείχτηκε αρχιερέας της πόλης του Κυτίου από τους Αποστόλους. Κι αφού έζησε καλώς και θεοφιλώς, τριάντα χρόνια μετά από την ανάστασή του πέθανε και πάλι. Ετάφη εκεί και έκανε πολλά θαύματα.
      Λέγεται δε ότι μετά την ανάστασή του δεν έφαγε τίποτε χωρίς να βάλει και κάτι πικρό στο φαγητό και ότι το ωμοφόριό του το έφτιαξε η πάναγνη του Θεού Μητέρα με τα χέρια της και του το χάρισε. Το τίμιο και άγιο λείψανό του ο σοφότατος βασιλιάς Λέων, από κάποια θεία όραση κινούμενος έστειλε και το πήρε από εκεί και το κατέθεσε με σεμνότητα και με πολυτέλεια στον Ναό που έκτισε στην Κωνταντινούπολη προς τιμή του. Και τώρα ακόμη παραμένει το τίμιο λείψανό του, που βγάζει κάποια άρρητη ευωδία. Τάχθηκε δε να εορτάζεται η έγερσή του κατά τη σημερινή ημέρα, διότι οι άγιοι και θεοφόροι Πατέρες μας, μάλλον δε οι άγιοι Απόστολοι, μετά την κάθαρση της σαρανταήμερης νηστείας, ενόψει των αγίων Παθών του Κυρίου μας, επειδή βρήκαν αυτό το θαύμα ότι ήταν η αρχή και μάλιστα η αιτία της μανίας των Ιουδαίων κατά του Χριστού, γι' αυτό λοιπόν έθεσαν εδώ το υπερφυσικό αυτό τεράστιο θαύμα. Αυτό λοιπόν το θαύμα μόνος ο ευαγγελιστής Ιωάννης το έγραψε, διότι οι άλλοι ευαγγελιστές το παρέλειψαν. Ίσως γιατί ήταν ζωντανός ο Λάζαρος και τον έβλεπαν. Λέγεται μάλιστα ότι και γι' αυτό ακριβώς συνέγραψε και το υπόλοιπο Ευαγγέλιο και ότι οι άλλοι δεν αναφέρθηκαν καθόλου στην άναρχη Γέννηση του Χριστού. Διότι αυτό ήταν το ζητούμενο να πιστευθεί, δηλαδή ότι ο Χριστός ήταν ο Υιός του Θεού και Θεός. Και ότι αναστήθηκε και θα γίνει ανάσταση των νεκρών, πράγμα το οποίο με την ανάσταση του Λαζάρου γίνεται περισσότερο πιστευτό. Ο Λάζαρος δε δεν είπε τίποτε για τα εν Άδη ή διότι δεν του επέτρεψε ο Θεός να δει τελείως τα εκεί ή διότι τα είδε μεν, αλλά πήρε εντολή να κρατήσει σιωπή γι' αυτά. Από τότε και μετά, κάθε άνθρωπος που μόλις έχει πεθάνει λέγεται Λάζαρος, ενώ το εντάφιο ένδυμα ονομάζεται Λαζάρωμα, καθώς τον παρακινεί ο λόγος να θυμηθεί τον πρώτο Λάζαρο. Διότι αν εκείνος με τον λόγο του Χριστού αναστήθηκε και ξανάζησε πάλι, έτσι κι αυτός: μολονότι πέθανε, όμως θα αναστηθεί με την τελευταία σάλπιγγα και θα ζήσει αιώνια".

Πέμπτη 6 Απριλίου 2017

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (59)


«Αυτός που έχει ορθή πίστη και όμως διαπράττει αμαρτίες, μοιάζει με πρόσωπο που δεν έχει οφθαλμούς» (λόγ. κστ΄, γ΄, 42).
Σκληρός ο λόγος του οσίου! Δεν λέει  ότι αυτός που έχει ορθή πίστη, διαπράττοντας όμως αμαρτίες, έχει οφθαλμούς με ελαττωματική όραση – που σημαίνει ότι μπορεί μ’ έναν τρόπο να διορθωθεί αυτή· ούτε ακόμη χειρότερα είναι τυφλός – μια  θλιβερή πραγματικότητα που όλοι απευχόμαστε. Λέει ότι πρόκειται για μια «τερατική» κατάσταση! Να ‘χεις πρόσωπο και να μην έχεις καθόλου μάτια! Πώς μπορείς να αντικρίσεις μια τέτοια κατάσταση; Το μόνο που θέλεις να κάνεις είναι να κλείσεις και τα δικά σου μάτια για να μη…  βλέπεις!
Κι όμως, ο όσιος το λέει ακριβώς για να τονίσει – να κραυγάσει καλύτερα – ότι όσο είναι «τέρας» ένα πρόσωπο χωρίς οφθαλμούς, άλλο τόσο συνιστά «τερατική» κατάσταση από πλευράς πνευματικής η ύπαρξη ανθρώπου με ορθή πίστη, με αποδοχή δηλαδή της αποκάλυψης του Χριστού όπως τη ζει το ζωντανό σώμα Του η Εκκλησία, που κάνει όμως αμαρτίες! Και ποιος δεν κάνει όμως αμαρτίες; Υπάρχει άνθρωπος, έστω και ο μεγαλύτερος άγιος, που να μην περιπίπτει σ’ αυτές; Όταν ο ίδιος ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος επισημαίνει ότι «αν πούμε ότι δεν αμαρτάνουμε, είμαστε ψεύτες», ή όταν εξίσου διαπιστώνει ο απόστολος Παύλος την τραγικότητα του ανθρώπου με το «πάντες ήμαρτον και πάντες υστερούνται της δόξης του Θεού», τότε ποιος μπορεί να ξεφύγει από τον «κανόνα» της αμαρτίας; Οπότε; Είμαστε όλοι «τέρατα»; Στο συμπέρασμα αυτό δεν καταλήγει κανείς ακούγοντας τον άγιο Ιωάννη;
Ας έχουμε θάρρος! Ο άγιος δεν έχει μάλλον υπόψη του λέγοντας «διάπραξη αμαρτιών» την αμαρτητική ροπή του ανθρώπου και τις πτώσεις του με τους αμαρτωλούς λογισμούς – εκεί από όπου ξεκινά κάθε αμαρτία. Αλλ’ ούτε και τις αμαρτίες που καθημερινά διαπράττουμε, μετά μάλιστα από δραματικό πόλεμο στην καρδιά μας, και για τις οποίες  μετανοούμε. Τέτοιες πτώσεις και τέτοιες αμαρτίες ίσα ίσα μπορεί να γίνονται οι αφορμές για μεγαλύτερη ταπείνωσή μας και συνεπώς για μεγαλύτερη τελικώς προκοπή μας! Προφανώς μιλάει για τις αμαρτίες που ελαφρά τη καρδία επιτελούμε, γιατί η βούλησή μας έχει αποφασίσει οριστικά να προσκλίνει προς τα επίγεια, χωρίς αίσθηση της παρουσίας του Θεού στη ζωή μας. Συνεπώς αναφέρεται σ’ έναν ιδεολογοποιημένο χριστιανισμό, σύμφωνα με τον οποίο άλλο είναι η πίστη μας, ορθή κατά τα άλλα, και άλλο η ζωή μας. Αλλά αυτό δεν συνιστά και τον φαρισαϊκό τρόπο ζωής; Και μη ξεχνάμε: μία ορθή πίστη χωρίς την εμψύχωσή της από τη ζωή μας, συνιστά μνήμη ασθενική – πολύ γρήγορα θα χαθεί.
Ίσως πρέπει να τρομάξουμε λίγο από τον λόγο του αγίου! Αν δεν έχει μάτια το εσωτερικό μας πρόσωπο, δεν έχουμε καθόλου ομορφιά!

ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΕΥΤΥΧΙΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ


   Αξίζει, νομίζουμε, να εξάρουμε ιδιαιτέρως τη φράση του ύμνου του αγίου Θεοφάνη από την η΄ ωδή του: "έχοντας ως σκέπη την ασπίδα της ευσέβειας και παίρνοντας ως κοφτερό ξίφος το ιερό δόγμα". Ο άγιος Ευτύχιος δηλαδή πήρε ως ξίφος το δόγμα, επειδή ακριβώς βρισκόταν μέσα στην ευσέβεια, τον ορθό τρόπο ζωής. Κι αυτό σημαίνει ότι τότε μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει σωστά το δόγμα της πίστεως, όταν ζει σωστά την αγάπη - η αγάπη είναι ο ορθός τρόπος ζωής, η ίδια η ευσέβεια. Διαφορετικά, το δόγμα μόνο χωρίς αγάπη γίνεται ξίφος που καταστρέφει και κατασπαράσσει τους ανθρώπους - ό,τι έλεγε ο όσιος  Παΐσιος ο αγιορείτης: "υπάρχουν μερικοί που έχουν πιάσει το δόγμα με τα δόντια και προκαλούν έτσι μεγαλύτερη βλάβη στην Εκκλησία από ό,τι οι εχθροί της"!

Τετάρτη 5 Απριλίου 2017

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (58)


«Όπως η ηλιακή ακτίνα που εισχωρεί από κάποιο μικρό άνοιγμα στο σπίτι, το φωτίζει τόσο, ώστε να διακρίνεται και η πιο λεπτή σκόνη που αιωρείται στον αέρα, έτσι και ο φόβος του Θεού εισερχόμενος στην καρδιά του ανθρώπου, της φανερώνει όλα τα αμαρτήματά της» (λόγ. κστ΄, γ΄, 29).
Σίγουρα θα έχεις ακούσει ή διαβάσει το συγκεκριμένο παράδειγμα – το λέει ο όσιος, το λένε και άλλοι Πατέρες της Εκκλησίας, το λένε και σύγχρονοι θεολόγοι: το φως του ήλιου, έστω και μιας ακτίνας του, σε κάνει να βλέπεις ακόμη και τη λεπτή σκόνη που αιωρείται στον αέρα. Χωρίς την ηλιακή ακτίνα, χωρίς φως δηλαδή, δεν βλέπεις τίποτε: το σκοτάδι δεν αντανακλά τα αντικείμενα όπως και τη βρωμιά του όποιου χώρου. Το ίδιο συμβαίνει και στα πνευματικά. Για να μπορείς να δεις την κατάσταση της καρδιάς σου, τη βρωμιά και τις αμαρτίες σου, θα πρέπει να φωτιστείς: χρειάζεσαι έστω και μία αχτίδα φωτός. Κι αυτή είναι ο φόβος του Θεού. Που προϋποθέτει ασφαλώς την αληθινή πίστη σ’ Εκείνον, αφού σε κάνει να Τον λαμβάνεις σοβαρά υπόψη σου στη ζωή σου. Χωρίς τον φόβο αυτόν, χωρίς το φως του Θεού δηλαδή, βρίσκεσαι στο σκοτάδι, συνεπώς δεν γνωρίζεις τον εαυτό σου, γι’ αυτό και συχνά διαμορφώνεις εικόνα «μεγαλειότητας» για τον εαυτό σου. Οπότε το ξέρεις πια: αυτογνωσία, συνεπώς και αληθινή ταπείνωση,  υπάρχει εκεί που υπάρχει έστω και λίγη… γνώση Θεού. Διαφορετικά, κινείσαι ως τυφλός.
Πρόκειται για αλήθεια, που όχι μόνο την επισημαίνεις  στη γύρω σου εξωτερική πραγματικότητα, κατά το παράδειγμα του οσίου, αλλά μας το κραυγάζει διαρκώς και ο ίδιος ο λόγος του Θεού. Γιατί άραγε ο Κύριος επανειλημμένως τόνιζε ότι «Αυτός εστι το φως του κόσμου», και ότι «ο ακολουθών Αυτώ ου μη περιπατήσει εν τη σκοτία, αλλ’ έξει το φως της ζωής»; Θυμήσου και τον προφήτη Ησαΐα: στην κλήση του στο προφητικό αξίωμα, ενώπιον πια του Θεού, συνειδητοποιεί την τραγικότητα της ζωής του: το πόσο «τάλας εστι»! Χωρίς το φως του Θεού έτσι το μόνο που υφίσταται είναι το σκοτάδι. Ακόμη και το φως του νοερού οφθαλμού μας μπορεί να έχει κάποιο φως – που και αυτό όμως το έχει ως δωρεά από τον Ίδιο πάλι Δημιουργό μας Χριστό – αλλά χωρίς Εκείνον, χωρίς πίστη δηλαδή, είναι τόσο… ισχνό, που τελικώς μπορεί να χαρακτηριστεί άλλου είδους… σκοτάδι! Εφάρμοσέ το στις διάφορες φιλοσοφίες του κόσμου τούτου ή και στις διάφορες θρησκείες, οι οποίες όντως έχουν ψήγματα φωτός, που δεν οδηγούν όμως στη σωτηρία και στη ζωντανή σχέση με τον Θεό.
Λοιπόν, όσο πιστεύεις βαθιά και αληθινά στον Κύριο, όσο τοποθετείσαι σωστά απέναντί Του μέσα στο χώρο της αποκάλυψής Του, την Εκκλησία, τόσο και θα διανοίγονται τα νοερά μάτια σου για να βλέπεις και τις πιο αθέατες πλευρές σου. Ο φόβος Του, ο οποίος δεν εννοείται ως τρόμος αλλά ως δέος μπροστά στην πανταχού παρουσία Του, σε κάνει να τηρείς τις άγιες εντολές Του, σε καθαρίζει από κάθε βρωμιά της ψυχής σου, σου φωτίζει όλο το ασυνείδητό σου, σε οδηγεί τελικά στην αγάπη απέναντί Του. Οπότε, γίνεσαι «όλος μάτια», κατά την προσφιλή έκφραση των νηπτικών δασκάλων, έχοντας ένοικο πια της ψυχής και του σώματός σου τον ίδιο τον Δημιουργό σου.

 

 

Τρίτη 4 Απριλίου 2017

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (57)


Να μη θέλεις να γίνεσαι αυστηρός δικαστής εκείνων οι οποίοι αναπτύσσουν θαυμάσιες διδασκαλίες, βλέποντάς τους κάπως οκνηρούς στην πρακτική (δηλαδή στην απλοϊκότερη και σωματική ασκητική ζωή). Διότι πολλές φορές την έλλειψή τους στα έργα την αναπληρώνει η ωφέλεια που προξενεί ο λόγος τους” (λόγ. κστ´,β΄, 40).
Μη τυχόν και κάνεις τη βλάσφημη σκέψη ότι ο άγιος δικαιώνει την υποκριτική ζωή των Φαρισαίων, οι οποίοι δίδασκαν τους άλλους χωρίς όμως οι ίδιοι να μπούνε στον κόπο της εφαρμογής των λόγων τους. Μολονότι και για τους Φαρισαίους ο Κύριος είπε, να ακούνε οι άνθρωποι τα λόγια τους, αλλά να μη τους μιμούνται στα έργα τους, ο άγιος δεν έχει υπόψη τους αυτούς. Διότι στους Φαρισαίους υπήρχε πλήρης διάσταση λόγων και έργων – τα λόγια τους ήταν αντίθετα προς τα έργα τους. Ο άγιος μιλάει για εκείνους τους θαυμαστούς δασκάλους της χριστιανικής ζωής, οι οποίοι  ενώ με φωτισμό Θεού μπορούν και διακρίνουν τα μυστικά της περάσματα, διεισδύοντας στη θεωρία της και εξηγώντας την στους απλοϊκοτέρους, οι ίδιοι, στην ίδια φορά ζωής προς τη διδαχή τους,  παρακολουθούν αυτήν  με λίγο πιο αργό... βήμα! Σαν να᾽ ναι κάπως οκνηροί.
Οπότε το «κάπως οκνηροί» σημαίνει ότι και αυτοί βεβαίως ασκούνται στην πράξη, παρουσιάζουν έργα, όχι όμως στην ένταση που παρουσιάζεται σε άλλους χριστιανούς, μοναχούς ή όχι. Δηλαδή ενώ νηστεύουν για παράδειγμα, δεν νηστεύουν εξαντλητικά· ενώ είναι φιλακόλουθοι, δεν είναι οι πρώτοι που βρίσκονται μέσα στον ναό· ενώ αγωνίζονται στην αγρυπνία, δεν κοιμούνται στο έδαφος κ.ο.κ.  Και ποια η εξήγηση που φέρνει;  «Δεν κατέχουμε όλοι εξίσου όλα. Σε μερικούς ο λόγος υπερτερεί του έργου. Σε άλλους πάλι το δεύτερο υπερέχει του πρώτου».
Θαύμασε τη στέρεα και σαφή εκκλησιολογική συνείδηση του αγίου:  ο καθένας στην Εκκλησία και στη χριστιανική πίστη έχει το δικό του χάρισμα, το οποίο ασκώντας το με συνέπεια και υπευθυνότητα βοηθάει όχι μόνο τον εαυτό του, μα και τους άλλους. Γιατί;  Διότι ο καθένας είναι «αλλήλων μέλος». Με άλλα λόγια ο άγιος Ιωάννης εν προκειμένω εφαρμόζει αυτό που τονίζει ο απόστολος Παύλος κυρίως στην Α´ προς Κορινθίους επιστολή του, όπου σημειώνει ότι «έκαστος ίδιον χάρισμα έχει, ος μεν ούτως, ος δε ούτως». Στην Εκκλησία, ως μέλη Χριστού, έχουμε την αναφορά μας κυρίως προς τον Χριστό, αλλά και προς τον άλλο αδελφό, λόγω της ενότητας του ενός σώματος. Έτσι ό,τι εργασία προσφέρει ο καθένας λόγω του χαρίσματός του αντανακλά όχι μόνο στον εαυτό του, αλλά και στον συνάνθρωπο, που θα πει «το περίσσευμα του ενός εις το υστέρημα του άλλου».
Λοιπόν: «μη γίνεσαι αυστηρός δικαστής» του δασκάλου -  σε βοηθάει να προκόψεις με το χάρισμα της διδασκαλίας του, κι η προκοπή σου αυτή συμπληρώνει το δικό του πιθανόν έλλειμμα κάποιας πρακτικής οκνηρίας του. Όπως κι εκείνος ασφαλώς:  δεν πρέπει να γίνεται αυστηρός δικαστής του δικού σου πιθανόν θεωρητικού και γνωστικού ελλείμματος, γιατί η δική του θεωρητική εμβρίθεια και κατάρτιση έρχεται και το αναπληρώνει.