Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2019

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΑΣΠΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΒΒΑ ΑΓΙΟΔΟΥΛΟΥ


Λίγο ἀπέμενε στόν ἀββᾶ Ἁγιόδουλο, τόν ἡγούμενο τῆς λαύρας τοῦ ἁγίου Γερασίμου, προκειμένου νά φτάσει καί πάλι στό ἀγαπημένο του μοναστήρι. Λίγες δεκάδες μέτρα καί θά εἰσερχόταν ἀπό τή στενή θύρα πού θύμιζε σ’ αὐτόν καί στούς ἄλλους καλογέρους τή στενότητα ὁδοῦ γιά τήν ὁποία εἶχε μιλήσει ὁ Κύριος. Συνήθιζε νά ἀποσύρεται κατά καιρούς σ’ ἕνα σπήλαιο πού εἶχε βρεῖ καί εἶχε διαμορφώσει σάν ἐρημητήριό του κοντά στόν Ἰορδάνη ποταμό· ἐκεῖ προσευχόταν μέ ἀλάλητους στεναγμούς, ἐκεῖ μποροῦσε νά ἀφήσει πιό ἐλεύθερο τόν ἑαυτό του νά κλάψει καί νά πενθήσει γιά τίς ἁμαρτίες του καί γιά τίς ἁμαρτίες τῶν μοναχῶν πού ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ τοῦ εἶχε ἐμπιστευτεῖ. Κι ἀκόμη: ἐκεῖ εὕρισκε χρόνο νά μελετήσει τά κείμενα τῶν προγενεστέρων ἁγίων Πατέρων του, κυρίως ὅμως νά ἐντρυφήσει στήν ἀγαπημένη του Γραφή, τήν Παλαιά καί τήν Καινή Διαθήκη. Ἔνιωθε, ὅταν ἔπιανε στά χέρια του τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, σάν νά βρισκόταν μπροστά στόν Κύριο καί Θεό του· γονάτιζε καί μελετοῦσε, κι ἦταν σάν νά λειτουργοῦσε στήν ἁγία Τράπεζα τοῦ μοναστηριοῦ του, ἐνῶ συχνά αἰσθανόταν σάν νά ἐξέρχεται ἀκτίνα φωτεινή μέσα ἀπό τίς σελίδες τῶν χειρογράφων τῆς Γραφῆς καί νά εἰσέρχεται στό βάθος τῆς καρδιᾶς του, προξενώντας του κυματισμούς κατάνυξης καί ἀγαλλίασης.
Τά πόδια τοῦ ἀββᾶ μετροῦσαν τά τελευταῖα μέτρα πρίν τό μοναστήρι του, σηκώνοντας κάποιο μικρό σύννεφο σκόνης , μά τή φορά αὐτή ὁ νοῦς του βρισκόταν ἐντελῶς ἀλλοῦ. Ἔβλεπε τή θύρα κι ἦταν σάν νά μήν… τήν ἔβλεπε. Κι ἄν δέν ἦταν μονόδρομος ὁ δρόμος γιά τό μοναστήρι, κι ἄν δέν ἦταν ἡ συνήθεια πού τό σῶμα πορεύεται χωρίς πολλές φορές νά μετέχει ὁ νοῦς, δέν ξέρει ἄν θά ἔφτανε τελικά στή λαύρα καί τά ἀγαπημένα παιδιά του. Γιατί αὐτό πού εἶχε ζήσει πρίν λίγη σχετικά ὥρα ἦταν τόσο συγκλονιστικό, τό θαῦμα πού ἐπέτρεψε ὁ Θεός νά ζήσει ἦταν γι’ αὐτόν τόσο μεγάλο, πού τά δάκρυά του, δάκρυα εὐχαριστίας καί εὐγνωμοσύνης πρός Ἐκεῖνον, δέν σταμάτησαν ἔκτοτε οὔτε λεπτό, ἐνῶ  ἡ θαυμαστή ἐμπειρία του ἀποτελοῦσε διαρκῶς τό «ἀντικείμενο» τῆς ὅρασής του. Τί εἶχε συμβεῖ λοιπόν;         
Στό σπήλαιο πού βρισκόταν τό μικρό διάστημα τῆς ἀπόσυρσής του ἔκανε τίς συνηθισμένες πνευματικές ἀσκήσεις του, ἐνῶ εἶχε ἀποδυθεῖ καί πάλι στή μελέτη τοῦ ἀγαπημένου του βιβλίου ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη, τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ. Τόν ἔθελγε ἡ μεγάλη αὐτή προσωπικότητα τοῦ νέου καί γενναίου αὐτοῦ ἀνθρώπου, πού διαδέχθηκε κατ’ ἐντολή τοῦ Θεοῦ τόν τρισμέγιστο Πατριάρχη Μωυσῆ, ἀλλά ἔνιωθε ἐπίσης ὅτι ἦταν δεμένος κάπως μαζί του, γιατί ζοῦσε καί περπατοῦσε κι αὐτός στά ἴδια μέρη πού ἔζησε καί περπάτησε ὁ Ἰησοῦς. Τούς ἕνωνε ὁ Ἰορδάνης ποταμός καί τά περίχωρά του – τόν Ἰορδάνη πέρασε ὁ Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ κατά θαυμαστό τρόπο, καί μαζί μέ αὐτόν καί ὅλος ὁ Ἰσραηλιτικός λαός, ἔχοντας βεβαίως ἀνάμεσά τους τήν Κιβωτό τῆς Διαθήκης, πού ἦταν γι’ αὐτούς ἡ ἴδια ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ. Διαβάζοντας τό βιβλίο αὐτό σκάλωνε κάθε φορά ὁ νοῦς του στό σημεῖο πού περιγράφει ὁ ἱερός συγγραφέας τή θαυμαστή διάβαση τοῦ ὁρμητικοῦ ποταμοῦ, καθώς τά νερά σταμάτησαν ἀπότομα, σάν νά τά κρατοῦσε θεϊκή δύναμη, τήν ὥρα πού οἱ ἱερεῖς κρατοῦσαν τήν Κιβωτό. Κι ὅσο τήν κρατοῦσαν στό μέσο πιά τοῦ ποταμοῦ πού εἶχε γίνει ξηρά, πέρασε ὁ λαός πρός τήν πόλη τῆς Ἱεριχοῦς, ἐνῶ μόλις κι ἐκεῖνοι βγῆκαν στήν ἀπέναντι ὄχθη, τά νερά καί πάλι μέ τεράστια ὁρμή συνέχισαν τήν πορεία τους.
Δέν ἦταν ὅμως αὐτό πού προκαλοῦσε καί προβλημάτιζε τόν Ἁγιόδουλο - ὁ παντοδύναμος Θεός πού ἄνοιξε δίοδο στήν Ἐρυθρά θάλασσα γιά νά περάσει ὁ λαός μέ τόν Μωυσῆ, (ὅπως τό σκεπτόταν καί τό πίστευε), ὁ ἴδιος τώρα ἄνοιξε καί πάλι τόν Ἰορδάνη γιά νά περάσει ὁ λαός του. Ἄλλο ἦταν ἐκεῖνο πού τόν προκαλοῦσε καί κατά ἕνα τρόπο τόν ἀναστάτωνε, γιατί τό συσχέτιζε μέ τόν καιρό του, μέ τόν χρόνο καί τόν τόπο πού καί ἐκεῖνος ζοῦσε:  τί γινόταν μέ τούς δώδεκα λίθους πού ὁ Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ ἔδωσε ἐντολή σέ δώδεκα ἄρχοντες - ἕναν ἀπό κάθε φυλή – νά τοποθετήσουν μέσα στόν Ἰορδάνη, ἐκεῖ πού εἶχαν πατήσει τά πόδια τῶν ἱερέων πού σήκωναν τήν Κιβωτό, σέ ἀντικατάσταση τῶν ἄλλων λίθων πού πῆραν μαζί τους ἀπό τόν βυθό, κατ’ ἐντολή τοῦ Θεοῦ, προκειμένου νά τούς ἔχουν, φτιάχνοντας θυσιαστήριο, ὡς ἀνάμνηση τῆς θαυμαστῆς διάβασής τους; Καί γιατί προκαλεῖτο ὁ ἀββᾶς; Γιατί τό κείμενο λέει μέ σαφήνεια, τότε πού καταγράφηκε βεβαίως τό γεγονός: «(οἱ λίθοι) εἰσίν ἐκεῖ ἕως τῆς σήμερον ἡμέρας». Οἱ λίθοι αὐτοί βρίσκονται ἐκεῖ, μέσα στόν ποταμό, μέχρι τῆς ἡμέρας πού γράφονται αὐτά. «Ἄραγε ὑπάρχουν καί μέχρι τώρα;» σκεπτόταν ὁ ἡγούμενος. «Περνῶ τόσα χρόνια ἀπό τίς κοῖτες τοῦ ποταμοῦ· ποῦ νά βρίσκονται, ἄν βρίσκονται, αὐτοί οἱ λίθοι;»
Μέ τόν προβληματισμό αὐτόν νά εἶναι καρφωμένος στό μυαλό του ἑτοιμάστηκε νά ἀφήσει καί πάλι τό σπήλαιο-ἡσυχαστήριό του ὁ ἀββᾶς. Πῆρε τόν δρόμο κατά μῆκος τοῦ Ἰορδάνη, ἡ προσευχή τοῦ Χριστοῦ τόν συντρόφευε ὅπως πάντα, ἀλλά συχνά πυκνά σήκωνε τά μάτια του θέλοντας νά διεισδύσει, νά «τρυπήσει» ἄν ἦταν δυνατό τό νερό καί νά δεῖ αὐτό πού σημείωνε ὁ συγγραφέας: «καί εἰσίν ἐκεῖ οἱ λίθοι ἕως τῆς σήμερον ἡμέρας». Καί τότε συνέβη… τό θαῦμα. Ὁ Κύριος ἀπάντησε στόν ἐπίμονο λογισμό τοῦ ἀγαθοῦ δούλου Του. Τήν ὥρα πού γιά μία ἀκόμη φορά τό βλέμμα τοῦ Ἁγιόδουλου ἦταν στραμμένο πρός τόν Ἰορδάνη, σάν νά ἀλλοιώθηκε ἡ φύση. Τά νερά πῆραν νά χωρίζονται μεταξύ τους σ’ ἕνα συγκεκριμένο σημεῖο κι ἀνοίχτηκε ἕνα μονοπάτι. Καί τότε… εἶδε, κι αὐτό πού εἶδε τόν συγκλόνισε καί τόν ἔκανε νά πέσει στά γόνατα, νά κλάψει καί νά ἀρχίσει νά δοξολογεῖ τόν Θεό. Μπροστά του, σέ μικρή σχετικά ἀπόσταση βρίσκονταν δώδεκα λίθοι! Οἱ λίθοι πού ἔβαλε ὁ Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ, στέλνοντας τά παλληκάρια τῶν δώδεκα φυλῶν τοῦ Ἰσραήλ, ἐκεῖ πού πατοῦσαν οἱ ἱερεῖς πού σήκωναν τήν Κιβωτό τῆς Διαθήκης. Ὁ Κύριος ἔδωσε ἀπάντηση στόν λογισμό τοῦ δούλου Του, ἐπιβεβαιώνοντας τήν ἀλήθεια τοῦ θεόπνευστου συγγραφέα.
Ἀπό κεῖ καί πέρα ἡ πορεία τοῦ ἀββᾶ ὑπῆρξε… αὐτόματη. Τά πόδια πήγαιναν, μά τό ὅραμα τόν συνεῖχε καί τόν κυρίευε. Λίγα μέτρα εἶχαν μείνει γιά νά περάσει τή στενή θύρα τοῦ μοναστηριοῦ. Ὁ λυπητερός ἦχος πού ἀκούστηκε ξαφνικά ἀπό τό ξύλινο σήμαντρο σάν νά τόν ξύπνησε. Συνειδητοποίησε ὅτι εἶχε φτάσει στό μοναστήρι, εἶδε κάποια ἀσυνήθιστη κίνηση, τό σήμαντρο ἐξακολουθοῦσε νά κτυπάει μέ τόν ἴδιο τρόπο. «Μά, τί συμβαίνει;» ἀναρωτήθηκε ὁ ἀββᾶς. «Σάν νά σημαίνει Μεγάλη Παρασκευή ἤ σάν νά κοιμήθηκε κάποιος ἀδελφός. Μά πότε νά ἔγινε αὐτό; Τούς ἄφησε ὅλους καλά καί ὑγιεῖς».
«Εὐλογεῖτε, Γέροντα», εἶδε τόν ἀδελφό Ἰωάννη νά ἔρχεται κοντά του, καλωσορίζοντάς τον καί βάζοντας μία μετάνοια. Τό λυπημένο βλέμμα του τόν ἔκανε νά ὑποψιαστεῖ. «Τί συμβαίνει, Ἰωάννη; Γιατί χτυπάει τό ξύλο θλιβερά; Κοιμήθηκε κάποιος ἀδελφός;» «Ναί, Γέροντα, πρίν ἀπό κάποια ὥρα σήμερα. Μᾶς εἰδοποίησε ὁ κανονάρχης. Κοιμήθηκε ὁ ἀββᾶς Πέτρος, χωρίς νά ὑπάρχει κάτι τό ἰδιαίτερο, ὅπως μᾶς ἐξήγησε ὁ νοσοκόμος μας. Μία ξαφνική ἀδιαθεσία καί… ὁ Κύριος τόν ἐπῆρε μαζί του. Σάν πουλάκι, μᾶς εἶπε, πέταξε ἡ ψυχή του. Ἀπό τά τελευταῖα λόγια του ἦταν τό δικό σας τό ὄνομα. Ὁ Γέροντας, ἔλεγε, ὁ Γέροντας… δέν τόν εἶδα». Δάκρυσε ὁ ἀδελφός Ἰωάννης, μά δάκρυα γέμισαν καί τά μάτια τοῦ ἀββᾶ Ἁγιόδουλου. Ὁ συγκλονισμός του ἀπό τό θεϊκό ὅραμα μπῆκε σέ δεύτερη μοῖρα. Ὁ μοναχός Πέτρος ἦταν σπουδαῖος Γέροντας, ἁγιασμένη ψυχή, τόν συμβουλευόταν συχνά, γιατί εἶχε φωτισμένη κρίση. Τόν εἶχε παραπάνω καί ἀπό ἀδελφό. Καί δέν τόν πρόλαβε…
«Τί ἄβυσσος εἶναι οἱ βουλές τοῦ Θεοῦ;» ἔκανε τή σκέψη. «Προφανῶς τήν ὥρα πού ὁ Κύριος χώριζε, γιά χάρη μου, τά νερά τοῦ ποταμοῦ, ἐκείνην τήν ὥρα ἔπαιρνε τό πνεῦμα τοῦ ἀδελφοῦ. Τίς ἔγνω νοῦν Κυρίου; Καί τίς σύμβουλος Αὐτοῦ ἐγένετο; Δόξα στό ὄνομά Σου, Κύριε!»
Ὁ ἀββᾶς, ὁ ἅγιος ἡγούμενος, ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, προχώρησε πρός τόν ναό, ὅπου εἶχαν ἑτοιμάσει καί τοποθετήσει τό σκήνωμα τοῦ Γέροντα Πέτρου. Ἀσπάστηκε τίς ἱερές εἰκόνες, ἔκανε μία βαθιά μετάνοια, προχώρησε πρός τό σημεῖο τοῦ κεκοιμημένου. Μπροστά στό λείψανο κοντοστάθηκε· μία θλίψη μεγάλη τόν συνεπῆρε, γιατί δέν πρόλαβε νά ἀσπαστεῖ τόν ἀγαπημένο του Πέτρο πρίν φύγει ἀπό τή ζωή αὐτή. Τόν χάιδεψε μέ τή ματιά καί τό χέρι του. Τόν εὐλόγησε καί σάν νά ἦταν τό πιό φυσικό πράγμα τοῦ κόσμου τοῦ ἀπηύθυνε τόν λόγο: «Γέροντα, ἀδελφέ, σήκω πάνω καί δῶσε μου ἀσπασμό». Ἡ στιγμή πού ἀκολούθησε σφράγισε τή ζωή ἔπειτα τῶν περισσοτέρων καλογέρων πού παρευρίσκονταν, φανερώνοντας ὅτι ὁ Κύριος εἶναι βεβαίως ὁ Κύριος τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου, ἀλλά καί τό ὕψος τῆς ἁγιότητας τοῦ ἀββᾶ καί ἡγουμένου τους. Τό λείψανο ἀναδεύτηκε, ὁ Πέτρος ἄνοιξε τά μάτια του, ἀνασηκώθηκε καί ἀσπάστηκε τόν Γέροντά του. Μέ ἤρεμο καί ἐντελῶς ἁπλό τρόπο ὁ Γέροντας τοῦ εἶπε: «Κοιμήσου ἀπό δῶ καί πέρα, μέχρι νά ἔρθει ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ καί νά σέ ἀναστήσει». Ξάπλωσε ὁ Πέτρος, σταύρωσε τά χέρια του κι ἔκλεισε γιά πάντα ὁριστικά τά μάτια του.

Ἡ κηδεία πού ἀκολούθησε καί ἡ ὅλη ἐξόδια διαδικασία δέν εἶχε κανένα πένθιμο στοιχεῖο. Τά πάντα ἀπέπνεαν τό ἀναστάσιμο φῶς τοῦ Κυρίου. Τό «Χριστός ἀνέστη» φανερωνόταν ὄχι μόνο στό ἱλαρό πρόσωπο τοῦ κεκοιμημένου, ἀλλά καί στά πρόσωπα ὅλων τῶν μοναχῶν τῆς λαύρας τοῦ ἁγίου Γερασίμου.

                         (Ἀπό τό "Λειμωνάριον" τοῦ Ἰ. Μόσχου, κεφ. 11)