Παρασκευή, 3 Νοεμβρίου 2017

ΤΟ «ΜΥΣΤΙΚΟ» ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΩΣΥΝΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΟΥ ΤΡΟΠΑΙΟΦΟΡΟΥ


«Ἐνίκα γάρ ὁ πόθος τήν φύσιν, διά θανάτου πείθων τόν ἐραστήν, διαβῆναι πρός τόν ποθούμενον, Χριστόν τόν Θεόν, καί Σωτῆρα τῶν ψυχῶν ἡμῶν»  (ο πόθος (του Γεωργίου για τον Χριστό) νικοῦσε τη φύση του, πείθοντας τον εραστή να διαβεί με τον θάνατό του προς τον ποθούμενο Χριστόν τον Θεό και Σωτήρα των ψυχών μας) (δοξαστικό αίνων).
Δεν είναι μόνον η χάρη που δίνει ο Κύριος προκειμένου κανείς να πιστέψει σ’ Αυτόν, πολύ περισσότερο να φτάσει στο όριο του μαρτυρίου («ἡμῖν ἐδόθη οὐ μόνον τό εἰς Αὐτόν πιστεύειν, ἀλλά καί τό ὑπέρ Αὐτοῦ πάσχειν»). Είναι και η ενέργεια του ίδιου του πιστού, η κατάθεση δηλαδή της δικής του βούλησης, η οποία ανταποκρίνεται καλοπροαίρετα στην προσφορά της χάρης του Κυρίου – μολονότι και αυτή η καλοπροαίρετη κίνησή του ωθείται μυστικά από τον Κύριο και πάλι («Τό θέλειν καί τό εὐδοκεῖν ὑπέρ τῆς εὐδοκίας τοῦ Θεοῦ ἐστι»). Κι αυτή η συνέργεια του πιστού φανερώνει την αγάπη πια που τρέφει αυτός πρός τον Χριστό. Με την παρατήρηση ότι η αγάπη αυτή δεν είναι ίδια για όλους. Υπάρχουν πιστοί που ανταποκρίνονται λίγο στην προσφερόμενη αγάπη Εκείνου, υπάρχουν άλλοι που ανταποκρίνονται περισσότερο. Κι ανάλογα προς την ανταπόκριση υπάρχουν και τα δωρήματα του Θεού: «Αυτός που αγαπάει λίγο παίρνει και λίγο, αυτός που αγαπάει περισσότερο παίρνει και περισσότερο». Εν προκειμένω ο άγιος μεγαλομάρτυς Γεώργιος ανήκει σ’ εκείνους που ανταποκρίθηκαν στην αγάπη του Χριστού με τη μεγαλύτερη δυνατή ένταση. Όχι μόνο στράφηκε «οἰκείως» πρός τον Χριστό, αλλά τον πόθησε, τον ερωτεύτηκε, όπως ο εραστής ποθεί το αντικείμενο του πόθου του. Κι απέδειξε τη γνησιότητα του πόθου του με την επιλογή να πεθάνει προς χάρη του ποθουμένου Χριστού και Θεού του, πρώτα μέσα στη συνείδησή του και έπειτα και με την προσφορά του αίματός του. Αυτό είναι το σημάδι ότι όντως αγαπά κανείς τον Χριστό: η διάθεσή του να δώσει και τη ζωή του για χάρη Του. Να κάνει δηλαδή ό,τι έκανε Εκείνος για χάρη ημών. Κι είναι το όριο που φτάνει κανείς να ξεπεράσει και τη φύση του, την πεσμένη όμως στην αμαρτία, η οποία τον τραβά πάντοτε προς τα γεώδη και τα επίγεια, με τη φιληδονία, τη φιλαργυρία, τη φιλοδοξία. Με άλλα λόγια δεν μπορεί κανείς να ξεπεράσει τα πάθη του, τον κακό εαυτό του, τον νοσηρό εγωισμό του, χωρίς τη δύναμη αυτή του πόθου προς τον Χριστό. Κι εκεί δυστυχώς σκοντάφτουμε συνήθως οι πιστοί: θέλουμε τον Χριστό – έτσι λέμε – αλλά χωρίς να αφήσουμε τα ωραία της ζωής αυτής που χαϊδεύουν τα πάθη μας. Θέλουμε να συμβιβάσουμε τα ασυμβίβαστα: και τον Χριστό και τον (αμαρτωλό) κόσμο που ζει μέσα μας. Αλλά «οὐδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν». Οπότε: είμαστε χριστιανοί κάθε φορά που επιλέγουμε τον θάνατο του (κακού) εαυτού μας για να μπορεί να ζει μέσα μας ο λόγος του Χριστού, ο ίδιος δηλαδή ο Χριστός. Η χριστιανικότητά μας φανερώνεται κάθε ώρα και κάθε στιγμή, όταν αναμετριέται μέσα μας ο πόθος του Χριστού με τον πόθο του κόσμου. Το αποτέλεσμα δείχνει το πνευματικό ύψος που βρισκόμαστε. Όλα τα άλλα που λέμε ίσως ως λόγια, είναι ακριβώς μόνο λόγια. «Ἔπεα πτερόεντα».  

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου