Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2024

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΝΕΟΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ

«Ο άγιος Γρηγόριος έζησε επί της βασιλείας του Αυρηλιανού, γεννημένος από Έλληνες γονείς. Επειδή ζητούσε ό,τι καλύτερο για τον εαυτό του, γνώρισε την αληθινή κατά Χριστό πίστη. Κι όσο μεγάλωνε, τόσο αύξανε σ’ αυτόν η ευσέβεια. Από το μέγεθος και το πλήθος των θαυμάτων που έκανε, πήρε την επωνυμία του: θαυματουργός. Όταν λοιπόν φοιτούσε ακόμη στη σχολή της Αλεξάνδρειας και σπούδαζε θεολογία, κάποια πόρνη, παρακινημένη από συμφοιτητές του,  με σκοπό να τον συκοφαντήσουν, τον πλησίασε. Καταλήφθηκε όμως από δαιμόνιο, λόγω της συκοφαντίας, και έπεσε στη γη σπαράσσοντας. Ο άγιος τότε προσευχήθηκε και την έκανε καλά. Αυτός κάποτε είδε στον ύπνο του την Υπεραγία Θεοτόκο με τον Ιωάννη τον Θεολόγο να τον μυούν στο μυστήριο της αγίας Τριάδος. Και μετά τη χειροτονία του σε επίσκοπο από τον Φαίδιμο, τον Μητροπολίτη Αμασίας, και με το που πήγε στην Εκκλησία που του έλαχε, και μετά την κοίμησή του, λέγεται ότι έκανε θαύματα τέτοια, που και δεν είναι εύκολο  να τα ακούσει κανείς και είναι μεγαλύτερα και από το να τα πιστέψει.

Για παράδειγμα: Μετακίνησε σε άλλο μέρος μία τεράστια πέτρα, ίση σχεδόν με βουνό, μόνο με την προσευχή του. Και κάποτε περνώντας από ένα ναό ειδώλων, εισήλθε μέσα και έβγαλε από εκεί τα δαιμόνια. Όταν έφυγε δε, δεν μπορούσαν τα δαιμόνια να ξαναμπούν στον ναό. Το έμαθε αυτό ο νεωκόρος και οργίσθηκε κατά του αγίου. Τότε ο άγιος έγραψε σ’ ένα χαρτί: «ο Γρηγόριος προς τον σατανά: Να μπεις μέσα». Ο νεωκόρος έβαλε μέσα στον ναό το χαρτί, οπότε μπόρεσαν να μπουν και τα δαιμόνια. Μόλις είδε ο νεωκόρος το θαύμα αυτό, έμεινε έκπληκτος, και αντί να λατρεύει πια τους δαίμονες, αναδείχθηκε αμέσως μαθητής του Χριστού, προσερχόμενος στον μεγάλο Γρηγόριο. Άλλοτε, έμεινε ξάγρυπνος μία νύκτα στην προσευχή, για να κάνει ήσυχη και χέρσα μία λίμνη, η οποία είχε κύματα σαν της θάλασσας και την οποία διεκδικούσαν δύο αδέλφια. Ο άγιος λοιπόν «αποξήρανε», μαζί με τη λίμνη,  και τη μεταξύ τους έχθρα. Ακόμη: σταμάτησε την προς τα εμπρός φορά ενός ποταμού, επειδή τον παρεκάλεσαν οι κάτοικοι της περιοχής, βάζοντας τη ράβδο του στη λασπωμένη και ανακατωμένη γη. Και πρόσθεσε θαύμα πάνω στο θαύμα. Γιατί τότε το ρείθρο του ποταμού φάνηκε να αναχαιτίζεται, σαν να φοβόταν να αγγίξει τη ράβδο, ενώ η ράβδος που ήταν ξερή και χωρίς φυσική υγρασία, έγινε ευθαλές δέντρο. Κι ούτε ο χρόνος μπόρεσε να σβήσει το θαύμα, γιατί και τώρα, όπως λένε, κηρύσσεται η δύναμη του Χριστού διά του μεγάλου Γρηγορίου, αφού ο ποταμός δεν προχωρεί προς τα εμπρός και το δέντρο εξακολουθεί να είναι στη θέση του. Κι εκτός από τα παραπάνω, ένας Εβραίος που υποκρίθηκε τον νεκρό, σε σχήμα ύπτιο και απλωμένο, πράγματι έπαθε αυτό που υποκρινόταν, με την προσευχή του. Κάποτε, οι διώκτες του τον νόμισαν ότι ήταν δέντρο, όταν αυτός στεκόταν στο όρος και προσευχόταν. Άλλοτε, έφερε πείνα στους απίστους, τους οποίους έσωσε από τον θάνατο, μόλις πίστεψαν στον Χριστό. Όταν δε ήλθε η ώρα να φύγει από τον κόσμο αυτό και να εκδημήσει  προς τον Κύριο, έκανε ευχαριστήριες προσευχές, διότι την πόλη του που ήταν πολυάνθρωπη και γεμάτη από μεγάλη ασέβεια και απιστία, την άφησε ακριβώς αντίθετα. Όσους πιστούς δηλαδή βρήκε εκεί, όταν πήγε ως επίσκοπος, τόσους άπιστους και άφησε, που επέμεναν στην απιστία».

Ο άγιος Γρηγόριος ο Νεοκαισαρείας υπήρξε σπάνιος άνθρωπος. Και μόνο το γεγονός ότι πηγαίνοντας στη Νεοκαισάρεια βρήκε ελάχιστους πιστούς (17 χριστιανοί αναφέρονται), ενώ εκδημώντας άφησε ελάχιστους απίστους (επίσης 17 τον αριθμό), φανερώνει τον ζήλο της πίστεώς του, τη δύναμη του λόγου του, τη δύναμη των θαυμάτων που ο Θεός τού χάρισε. Ο άγιος υμνογράφος δεν μπορεί να μην εφαρμόσει γι’  αυτόν το προφητικό λόγιο: «ο ζήλος ο του Θεού κατέφαγέ σε, Γρηγόριε». Ψάχνοντας ο εκκλησιαστικός ποιητής, ο άγιος Θεοφάνης, να βρει ανάλογα με τον Γρηγόριο αναστήματα, καταφεύγει στους Πατριάρχες και τους Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης. Ο άγιος μοιάζει με τον Μωυσή, λέει, που έλαβε σαν κι εκείνον τις πλάκες της πίστεως πάνω στο όρος της μυστικής θεοφανείας, νομοθετώντας στους λαούς την ευσέβεια: «Νέος γέγονας Μωυσής τοις έργοις, πλάκας πίστεως επί του όρους της μυστικής θεοφανείας δεξάμενος, νομοθετήσας λαοίς την ευσέβειαν». Μοιάζει με τον προφήτη Σαμουήλ, που ανέβηκε στο όρος της θεωρίας: «αναβάς εις ύψος, ως Σαμουήλ, ταις θεωρίαις». Μοιάζει με τον προφήτη Δανιήλ, που όπως σε εκείνον δόθηκε το χάρισμα ερμηνείας ονείρων, σ’  αυτόν με ενύπνιο αποκαλύφθηκε το μυστήριο της πίστεως: «ώσπερ γαρ εκείνω (τω Δανιήλ) το ενύπνιον, ούτω το της πίστεως μυστήριον απεκαλύφθη σοι».

Δεν είναι τυχαίο ότι τον βίο του τον έγραψε ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, αδελφός του Μεγάλου Βασιλείου, ο οποίος καταγράφει γι’ αυτόν συγκεκριμένα περιστατικά της ζωής του, όπως και διδασκαλίες του, τα οποία άκουσε, όταν ήταν ακόμη μικρό παιδάκι, από τη γιαγιά του αγία Μακρίνα, μαθήτρια και πνευματικοπαίδι του ίδιου του αγίου Γρηγορίου Νεοκαισαρείας. Το ίδιο κάνει σε λόγους του και ο άγιος Βασίλειος. Και αυτός μνημονεύει με μεγάλο θαυμασμό τον σήμερα εορταζόμενο, καθώς και ο ίδιος υπήρξε αυτήκοος παρομοίων περιστατικών από τη γιαγιά του. Και ας επιτραπεί, εν παρενθέσει, να τονίσουμε την αξία των γιαγιάδων και των παππούδων, διαχρονικά, οι οποίοι μυούν στα νάματα της αγιασμένης μας χριστιανικής παραδόσεως τα εγγόνια τους. Ας φανταστούμε το σκηνικό: η γιαγιά Μακρίνα, αναπνέοντας την παράδοση του αγίου Γρηγορίου του θαυματουργού, δηλαδή την παράδοση του Χριστού και της Εκκλησίας μας, να έχει στην αγκαλιά της τα θαυμαστά, όπως θα αποδειχτεί αργότερα, εγγόνια της, και να  μεταγγίζει σ’  αυτά τη ζωντανή αυτή παράδοση. Πόσο συνήργησε η αγιασμένη αυτή γιαγιά στο να αναδειχτούν τέτοια αναστήματα για την Εκκλησία τα εγγόνια της, μόνον ο Θεός μπορεί να το ξέρει. Σίγουρα πάντως δεν ήταν άμοιρη σ’ αυτό και εκείνη. (Δεν θυμίζει σ’ ένα βαθμό και την περίπτωση που απεκάλυψε για τη ζωή του ο γνωστός και σοφός Ιεράρχης της Κύπρου Πανιερώτατος Λεμεσού Αθανάσιος; Οι γονείς του, είπε, δεν ήταν άνθρωποι της Εκκλησίας. Κι εκείνη που τον μύησε μ’ έναν ιδιότυπο τρόπο στα της Εκκλησίας και στα της χριστιανικής πίστεως ήταν η αγιασμένη αγράμματη γιαγιά του!)

Ο υμνογράφος μας βεβαίως επιμένει ιδιαιτέρως – κι είναι λογικό τούτο – στη χάρη θαυματουργίας του αγίου Γρηγορίου. Την θεωρεί δε ως άβυσσο, λόγω του πλήθους των θαυμάτων του, η οποία όμως προήλθε από τη μύησή του στο μυστήριο της αγίας Τριάδος και τη σταθερή πνευματική προσήλωσή του στον Ιησού Χριστό. «Εις βάθος θεωρίας υπελθών πανσόφως, Ιεράρχα Χριστού, την θείαν εμυήθης της Τριάδος φανέρωσιν∙ και πνεύματι προσβλέπων ακλινώς, Χριστόν τον Θεόν ημών, των θαυμάτων άβυσσον πηγάζεις ημίν». Το θεωρητικό όμως αυτό του αγίου Γρηγορίου, η χάρη της μετοχής του στον Θεό, δεν ήλθε ακόπως και απροϋπόθετα. Ο άγιος Θεοφάνης υπενθυμίζει και πάλι ότι η θεωρία του Θεού είναι αποτέλεσμα της πρακτικής επιστήμης, δηλαδή της εξασκήσεως των αρετών, με τις οποίες τα πάθη υποτάσσονται στον νου. Καθαρός λοιπόν ο νους με τον τρόπο αυτό οδηγείται στη θέα του Θεού. «Τι σε νυν καλέσω Γρηγόριε; Πρακτικόν, ότι τα πάθη καθυπέταξας τω νω∙ θεωρόν, ότι εδρέψω της σοφίας τον καρπόν».

Ο υμνογράφος επιμένει και εδώ στην πρακτική επιστήμη της εξασκήσεως των αρετών από τον άγιο Γρηγόριο. Έχοντας μάλιστα υπόψη του πέραν της όλης ασκητικής βιοτής του και το περιστατικό της προκλήσεώς του από την κοινή γυναίκα,   τον προβάλλει ως πρότυπο μεταξύ άλλων σωφροσύνης, διά της οποίας, ως κυριολεκτικά αδελφής του, ντρόπιασε τους δαιμονοκίνητους συμφοιτητές του. «Ο φοβερός όφις, ο διάβολος, Γρηγόριε, βλέποντάς σε να έχεις αποκτήσει τη σωφροσύνη ως αδελφή σου και συνεργό των καλών της ζωής σου, εξήγειρε εναντίον σου τους δαιμονοκίνητους. Αυτούς τους ντρόπιασες, πάτερ, γιατρεύοντας με τη μακροθυμία σου, το γύναιο, που καταλήφθηκε από το πάθος».  Είθε οι ευχές του αγίου Γρηγορίου να συνοδεύουν και εμάς πάντοτε, ώστε να σωζόμαστε από τις διάφορες αμαρτίες μας. Θα είναι τούτο μία επιβεβαίωση της θαυματουργίας του και σε εμάς τους ίδιους. «Των σων θαυμάτων εν εμοί, Γρηγόριε, θείαν ενέργειαν, περιφανώς, Πάτερ, και τανύν ανάδειξον, εκ του βυθού ρυόμενος των πταισμάτων με».

Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2024

ΜΕΣΑ ΜΟΥ ΖΕΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ!

«Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῆ δέ ἐν ἐμοί Χριστός» (Γαλ. 2,20)

Πρέπει να απεγκλωβιστούμε από την εικόνα που μας έχει δημιουργήσει και μας δημιουργεί ο κόσμος για το τι είμαστε οι άνθρωποι. Γιατί είναι μία εικόνα αλλοιωμένη από την αμαρτία του πεσμένου σ’ αυτήν κόσμου – «ο κόσμος όλος εν τω πονηρώ κείται». Κόσμος και χριστιανός βρίσκονται κατά τον λόγο του Θεού σε αντιθετική κατάσταση, δεν μπορούν να συνυπάρξουν: «όποιος θέλει να είναι φίλος του κόσμου γίνεται εχθρός του Θεού». Κι εννοείται ότι μιλάμε όχι για τον κόσμο ως δημιουργία του Θεού, αὐτόν στον οποίο ψαύουμε αδιάκοπα τις ενέργειες Εκείνου που μας οδηγούν σε δοξολογική διάθεση απέναντί Του˙ μιλάμε για τον κόσμο που απομακρύνθηκε από τον Θεό, από τον κόσμο που θέλησε να διαγράψει τον Δημιουργό του και γι’ αυτό υποδουλώθηκε στα πάθη και τις διαστροφές του, αποπνέοντας έτσι διαρκώς τη θανατίλα ενός πτώματος! Διότι ο Θεός είναι η Ζωή!

Και ποια εικόνα περί ανθρώπου δημιουργεί ο κόσμος της αμαρτίας; Του αυτοθεοποιημένου όντος που φτάνει στο σημείο να πιστεύει ότι πέραν αυτού δεν υφίσταται τίποτε άλλο – μία «επανάληψη» της στάσης του πρώτου εκείνου αγγέλου, του εωσφόρου, ο οποίος χωρίς καμία λογική πίστεψε ότι αυτός είναι ο θεός, γι' αυτό και η πτώση του, πτώση θανάτου, υπήρξε φοβερή και παταγώδης και χωρίς επιστροφή! «Εθεώρουν τον σατανάν ως αστραπήν εκ του Ουρανού πεσόντα» (ο Κύριος). Οπότε τα γνωρίσματα του «πτώματος» αυτού ανθρώπου  είναι ένας δαιμονικός εγωισμός, μία εχθρική τοποθέτηση μέχρι εξουδενώσεως και εξαφανίσεως απέναντι στον συνάνθρωπό του – εκτός κι αν τον εξυπηρετεί στα συμφέροντά του! -, μία κατακτητική στάση απέναντι στην ίδια τη φύση, την οποία θεωρεί ως την «πηγή» για να ικανοποιεί τις άμετρες και παράλογες ορμές και επιθυμίες του. «Κι επειδή δεν θέλησαν οι άνθρωποι να έχουν τον Θεό με επίγνωση, τους παρέδωσε Αυτός σε αδόκιμο (πλανεμένο) νου, ώστε να πράττουν στη ζωή τους όσα δεν πρέπει» (απ. Παύλος).

Και δεν βλέπουμε τα γνωρίσματα αυτά διαχρονικά μέχρι σήμερα; Όπου υπάρχουν άνθρωποι που τον Θεό, τον αποκαλυμμένο εν προσώπω Ιησού Χριστό, τον έχουνε κάνει πέρα, εκεί αποκαλύπτεται μία κόλαση! Κόλαση πρώτα από όλα για τους ίδιους, γιατί «θλίψη και στενοχώρια ακολουθεί καθένα που εργάζεται το πονηρό», και κόλαση έπειτα και για όλον τον περίγυρό τους, γιατί ό,τι έχει κανείς αυτό και μεταδίδει. Ποιος έχει ζήσει καλά κι έχει αγαθές και ευχάριστες αναμνήσεις από τη συνύπαρξη με άνθρωπο εγωιστή που ζει και κινείται μόνο μέσα στον αστερισμό του εγώ του; Και μόνο η σκέψη γι’ αυτόν και η εικόνα του προκαλεί κύματα αγανάκτησης και οργής, βαθιάς μελαγχολίας που θέλεις ει δυνατόν διαμιάς να τα διαγράψεις από το μυαλό και την καρδιά σου!

Και να, που έρχεται ο απόστολος Παύλος, ο οικουμενικός απόστολος και δάσκαλος, έχοντας «νουν Χριστού», να φανερώσει την εικόνα του αληθινού ανθρώπου που έφερε ο ενανθρωπήσας Θεός. Στο πρόσωπο του Κυρίου Ιησού Χριστού αποκαλύπτεται όχι μόνον ο αληθινός Θεός αλλά και ο αληθινός άνθρωπος, «τέλειος Αυτός Θεός και τέλειος άνθρωπος χωρίς αμαρτίας», που θα πει ότι μαζί Του και ο κάθε πια άνθρωπος, όπου γης και όποιου χρόνου, που θα πιστέψει σ’ Αυτόν, θα ενσωματωθεί στο σώμα Του την Εκκλησία και θα θελήσει να Τον ακολουθήσει τηρώντας τις εντολές Του, ο κάθε λοιπόν άνθρωπος ταυτοχρόνως αποκαλύπτεται και εκείνος αληθινός άνθρωπος. Το όριο του τελείου ανθρώπου, όπως τον θέλησε απαρχής ο Δημιουργός και τον «έδειξε» με τον ερχομό Του, είναι ακριβώς ο Χριστός, αλλά και κάθε στη συνέχεια πιστός Του. Γιατί τι άλλο είναι ένας πιστός, γνήσιος και αληθινός, παρά μία συνέχεια Χριστού, ένα κλαδί στο αμπέλι που είναι Εκείνος, ένα μίμημα Αυτού; «Εγώ το αμπέλι κι εσείς τα κλήματα» απεκάλυψε το αψευδές στόμα του Θεανθρώπου, «χριστιανός είναι ένα μίμημα Χριστού όσο είναι μπορετό στον άνθρωπο» λέει ο άγιος που απηχεί την ευαγγελική και αποστολική παράδοση (Ιωάννης Κλίμακος), «δεν ζω εγώ αλλά μέσα μου ζει ο Χριστός» λέει ο απόστολος που ακολούθησε μέχρι θανάτου τον Κύριο.

Βρισκόμαστε σε ατμόσφαιρα πέραν της ανθρώπινης λογικής της πτώσεως, ο απόστολος Παύλος ειδικά, ανοίγοντας την καρδιά του – καρδιά ενός Αγίου της Εκκλησίας μας – μας δίνει το δικαίωμα να «δούμε» τι θα πει άνθρωπος, όπως τον θέλει ο Θεός κι όπως είναι η κλήση του κάθε τελικώς ανθρώπου. Αν συνεχίζουμε να μένουμε, ακόμη και οι «χριστιανοί», στην εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας, την περιορισμένη από τις αισθήσεις μας και τα πλαίσια του κόσμου τούτου, θα ζούμε στο ψέμα και το «σπάραγμα» της πραγματικότητας που μας διαφεύγει παντελώς. Διότι στη θέση των τέκνων του Θεού που είναι η προοπτική μας θα ζούμε με τα «ξυλοκέρατα» της ασωτίας, του «φάγωμεν και πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν» - η απώλεια του εαυτού και η νέκρωση θα συνιστούν πάντοτε το βίωμά μας.

Ο απόστολος Παύλος λοιπόν, βαπτισμένος και χρισμένος, μετανοών και αδιάκοπα κοινωνημένος, ντυμένος τον Χριστό, μας λέει ότι στον κόσμο τούτο, μετά τον ερχομό Εκείνου, ο άνθρωπος κείται υπεράνω όλων των Ουρανών και προεκτείνεται έως εσχάτου της γης διαχρονικά και αιωνίως. Γιατί αυτό μας έδωσε ως δωρεά ο Θεός που έγινε άνθρωπος. Το «έγινε άνθρωπος» αγκαλιάζει τον κάθε άνθρωπο, μέσα στην ανθρώπινη φύση Του ζει και υφίσταται εν χάριτι ο καθένας, με άλλα λόγια ο πιστός που έχει ανοιχτούς τους οφθαλμούς στη βαθειά αυτήν πραγματικότητα είναι ένας άλλος Χριστός μέσα στον κόσμο. «Εν σαρκί περιπολών Θεός» θα σημειώσει ένας αρχαίος εκκλησιαστικός συγγραφέας. Στο πρόσωπο κάθε αγίου της Εκκλησίας «βλέπουμε» τον Ίδιο τον Κύριο, το Εγώ Εκείνου που βιώνεται ως περιεχόμενο και της δικής του ύπαρξης. «Δεν ζω πια εγώ, ζει μέσα μου ο Χριστός». Κι αλλού, γιατί αυτή είναι η ζωή του Παύλου: «Για μένα ζωή είναι ο Χριστός». Και τι εξαγγέλλει; «Αυτό που τώρα ζω με το σώμα μου είναι η πίστη μου στον Υιό του Θεού, ο Οποίος με αγάπησε και παρέδωσε τον εαυτό Του για χάρη μου».

Πώς αλλιώς να περιγράψει την υπέρβαση των αισθήσεων και της λογικής με την πίστη; Οι χριστιανοί, οι άνθρωποι δηλαδή που αποδεχτήκαμε την αλήθεια του Χριστού, σπάμε τα στεγανά του κόσμου: Ζούμε μέσα στον Χριστό που είναι η κεφαλή μας, προεκτεινόμαστε λόγω Αυτού οπουδήποτε που ζει Εκείνος. Κι αφού «τα πάντα και εν πάσι Χριστός», κι αφού «Ιησούς Χριστός χθες και σήμερον ο Αυτός και εις τους αιώνας», κι αφού Εκείνος «αγάπη εστί» που «στεγάζει πάντα», άρα δι’ Αυτού και εν Αυτώ περικλείουμε κι εμείς ό,τι κι Αυτός, έχουμε γίνει και γινόμαστε ό,τι κι Αυτός, όλοι ζούμε μέσα στην πανενότητά Του, την οποία εξέφρασε στην αγωνία Του στη Γεθσημανή: «Θέλω όπου ειμί εγώ, κακείνοι ώσι μετ’ εμού». «Ίνα ώσιν εν, καθώς ημείς εν εσμέν». «Ίνα πάντες εν ώσιν».

Μας άνοιξε τα μάτια ο απόστολος με βάση το ένθεο βίωμά του, αλλά μέχρις εκεί. Γιατί έθεσε και την προϋπόθεση, χωρίς την οποία όχι μόνον το «όραμα» και η προοπτική του Χριστού καθίσταται ανενέργητη, αλλά και λειτουργεί, για όσους είμαστε αμελείς και αδιάφοροι, ενάντια και προς τη δωρεά και το χάρισμα που λάβαμε. Και ποια η προϋπόθεση; Τίποτε άλλο από ό,τι εξάγεται ως συμπέρασμα από την ταύτιση του Χριστιανού με τον Χριστό: η συσταύρωση μαζί Του! Γιατί τι λέει ο απόστολος; Πριν αποκαλύψει το βίωμα τού «ζει εν εμοί Χριστός» ομολογεί: «Χριστώ συνεσταύρωμαι»! Είμαι σταυρωμένος μαζί με τον Χριστό. Εν χάριτι δηλαδή ζει την αγάπη Εκείνου, σηκώνει κι αυτός όσο του επιτρέπεται μέσα στον Χριστό τα βάρη και τις αμαρτίες της ανθρωπότητας όλης, ταυτίζεται με τον καθένα, η προσευχή του είναι πάντοτε «εκ συνοχής καρδίας», έμπονη και καρδιακή, «είμαι οφειλέτης όλων» σημειώνει. Μας θυμίζει όλους τους μεγάλους μετέπειτα αγίους που προσεύχονταν λέγοντας ότι μετέχουν σ’ ένα μαρτύριο, μαρτύριο αίματος. «Το να προσεύχεσαι αληθινά για τον άλλον είναι σαν να προσφέρεις το αίμα σου γι’ αυτόν!» (άγιος Σιλουανός του Άθω) – ό,τι σημειώνει και για την Παναγία Μητέρα του Κυρίου ο ίδιος και άλλοι διορατικοί άγιοι.  

Η σύγκριση της ανθρωπολογίας-(θεο)ανθρωπολογίας της χριστιανικής πίστεως με οτιδήποτε άλλο στον κόσμο που κυκλοφορεί ως ανθρωπολογία δεν υφίσταται.

Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2024

ΠΡΑΟΤΗΤΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ…

«Πραότης σημαίνει, να παραμένει ακίνητη και ατάραχη η ψυχή, τόσο στις ατιμίες όσο και στους επαίνους» (Άγιος Ιωάννης Κλίμακος, λόγ. η΄ 3).

Μην πάει το μυαλό σου στην πραότητα ως φυσικό χάρισμα – υπάρχουν άνθρωποι που είναι πράοι λόγω χαρακτήρα. Ούτε βεβαίως και σ’ εκείνους που έχουν μάθει να «υποκρίνονται» τον πράο, γιατί δεν αντέχουν γενικώς τις συγκρούσεις και τις εντάσεις. Και η μία και η άλλη περίπτωση δεν θεωρούνται αρετές που ελκύουν τη χάρη του Θεού.

Η πραότητα για την οποία κάνει λόγο ο όσιος είναι υπέρ φύσιν κατάσταση, κατεξοχήν χαρισματική, που προϋποθέτει τεράστιο πνευματικό αγώνα: εκείνος που την «κατέκτησε», «έδωσε αίμα και πήρε πνεύμα». Και γι’ αυτό συνυπάρχει με την ταπείνωση, με την αγάπη, με την ειρήνη της ψυχής, με ό,τι χαρακτηρίζει ο απόστολος «καρπόν του Πνεύματος». Το ίδιο το Πνεύμα του Θεού αποκαλύπτει: «Προς τίνα επιβλέψω, αλλ’ ή επί τον πράον και ταπεινόν και ησύχιον, και ακούοντά μου τους λόγους και ποιούντα αυτούς;»

Η πραότητα έτσι είναι το χαρακτηριστικό του αγίου: την έχει εκείνος που ζει ως μέλος Χριστού κι η διαρκής αναφορά του είναι ακριβώς ο Χριστός. Όταν είσαι σε διαρκή σχέση με τον Κύριο και Θεό σου, όταν έφτασες στο σημείο η ψυχή σου να αναπαύεται μόνον σ’ Εκείνον, τι μπορεί να σε κινήσει και να σε ταράξει από τη «θεωρία» αυτή; Σε προσβάλλουν και σε υβρίζουν, και παραμένεις στη… θέση σου - ο Κύριος σε κρατάει. Σε επαινούν, αλλά δεν φουσκώνεις από υπερηφάνεια - πώς να χάσεις τη γλυκύτητα του τροφέα σου, του ταπεινού Κυρίου σου; Που σημαίνει: η οργή και ο θυμός είναι καταστάσεις που σε κάνουν να χάνεις την επαφή σου με Αυτόν· που αποκαλύπτουν την απιστία και τη μικρότητά σου.

Να παρακαλείς λοιπόν τον Κύριο να σου δίνει δύναμη για τον αγώνα της πραότητας. Ο όσιος σε βοηθάει με τον γνωστό ρεαλισμό του: «πρώτα θα μάθεις να σφίγγεις τα χείλη σου να μη βγαίνει άσχημος λόγος στις προσβολές που δέχεσαι, έστω κι αν είσαι μέσα σου ανταριασμένος. Έπειτα θα μάθεις να σιωπούν οι ενάντιοι στον συνάνθρωπο λογισμοί σου, έστω κι αν νιώθεις ελαφρά ταραχή. Και τέλος θα δεις την «τέλεια» καρποφορία: την παγιωμένη ειρήνη και πραότητα στην καρδιά σου, σε ό,τι κι αν συμβαίνει» (4).

«Γέροντα, τι κέρδισες τόσα χρόνια στην άσκηση;» ρώτησαν όσιο αββά. «Το νερό που είναι ταραγμένο – απάντησε - δεν μπορεί να καθρεπτίσει το πρόσωπο του ανθρώπου. Όταν ησυχάσει, τότε το καθρεπτίζει σωστά». Στην ταραχή των παθών χάνεις τον εαυτό σου. Όταν τα πάθη ειρηνεύουν με τον πνευματικό αγώνα, βρίσκεις τον εαυτό σου. Η πραότητα είναι το κατεξοχήν δείγμα της αληθινής αυτογνωσίας.

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΗΤΑΙ ΓΟΥΡΙΑΣ, ΣΑΜΩΝΑΣ ΚΑΙ ΑΒΙΒΟΣ

«Από αυτούς τους αγίους ο μεν Σαμωνάς και Γουρίας άθλησαν επί βασιλείας Διοκλητιανού και Αντωνίου του δουκός. Ο Γουρίας καταγόταν από την κώμη της Σαργωκητίας, ενώ ο Σαμωνάς από τη Γανάδα. Κατηγορήθηκαν  ότι έπειθαν τους ανθρώπους να μη θυσιάζουν στα είδωλα, γι’ αυτό και αμέσως κρεμιόνται από το ένα χέρι ο καθένας, ενώ κάτω από τα πόδια τους έβαλαν ένα μεγάλο λιθάρι ως βάρος. Και έμειναν έτσι κρεμασμένοι από την ενάτη πρωϊνή έως τη δωδεκάτη το μεσημέρι. Έπειτα τους κατέβασαν και τους έριξαν σε σκοτεινό τόπο της φυλακής. Κι αφού έδεσαν σφιχτά τα πόδια τους σε ξύλο, έμειναν εκεί τέσσερις μήνες, πιεζόμενοι από πείνα και δίψα και δεσμά. Μετά από αυτά, τους έβγαλαν πάλι οι διώκτες, και τον μεν άγιο Σαμωνά τον κρεμάνε από το ένα πόδι, μέχρις ότου εξαρθρώθηκε το γόνατό του, κι έπειτα από το κεφάλι από την εβδόμη πρωϊνή έως την ενδεκάτη. Τον δε άγιο Γουρία τον άφησαν, διότι ήταν ημιθανής και έμοιαζε σαν νεκρός. Και την επομένη τα χαράματα, αφού τους έβγαλαν έξω, τους σκότωσαν με τη διά ξίφους τιμωρία. Ο Άβιβος δε που ήταν διάκονος, αφού κατηγορήθηκε επί Λικινίου του βασιλιά ότι διδάσκει τις χώρες και τις κώμες τον λόγο του Κυρίου, κρεμιέται και κτυπιέται, οπότε στη συνέχεια τον άφησαν και τον ξαναρώτησαν για την πίστη του. Επειδή δεν υποχώρησε στο θέλημα του τυράννου, τον έβαλαν σε φωτιά, βάζοντάς του στο στόμα ιμάντα σαν είναι φονιάς. Κι έτσι τέλεσε τη μαρτυρία του».   

Ο άγιος Θεοφάνης, ο υμνογράφος των αγίων, κατά κόρον μάλιστα (δέκα τροπάρια αφιερώνει γι’ αυτό!), εξυμνεί ένα σπουδαίο θαύμα των τριών αυτών, που επιτέλεσαν στην περιοχή της Έδεσσας της Ασίας, εκεί που βρίσκεται και η αγία σορός τους,  σε μία κοπέλα, η οποία υπέστη άδικη τιμωρία από ένα Γότθο. Ο Γότθος, προφανώς για να εκδικηθεί την κοπέλα, την έκλεισε ζωντανή μέσα σε ένα τάφο. Καταλαβαίνει κανείς το δράμα του μαρτυρίου της. Η κόρη αυτή όμως είχε πίστη στον Θεό και στους αγίους, των οποίων τη δύναμη γνώριζε. Άρχισε λοιπόν να τους επικαλείται με πίστη, όπως άλλωστε έκανε και η μητέρα της, η οποία εξίσου παρακαλούσε τον Κύριο και αυτούς. Και το θαύμα έγινε. Οι άγιοι εισάκουσαν τις προσευχές και τις δεήσεις τους -  δεδομένου ότι «στις ψυχές των μαρτύρων ο Θεός έχει δώσει ως χάρη όσα γίνονται στον κόσμο να τα βλέπουν νοερώς - και με τη παρρησία που έχουν στον Θεό μεσίτευσαν  για τη λύτρωσή της, με αποτέλεσμα να σώσουν την κοπέλα και να την παραδώσουν στη μητέρα της.  «Διέσωσαν μία κοπέλα που την είχαν βάλει ζωντανή μέσα σε τάφο»∙ «εκπληρούντες το αίτημα, την παίδα διεσώσαντο, παρανόμω Γότθω άμυναν ποιήσαντες». Κι όχι μόνον αυτό: τον Γότθο αυτόν, ο οποίος δεν έλαβε υπόψη του την επέμβασή τους και τους περιφρόνησε, τον παρέδωσαν στον όλεθρο, ως φονιά και ανελεήμονα: «και τον τούτους αθετήσαντα παμμίαρον, τω ολέθρω παρέδωκαν, ως φονέα και ανελεήμονα».

Προβαίνει μάλιστα ο άγιος υμνογράφος και σε έναν παραλληλισμό από την Παλαιά Διαθήκη. Ενθυμείται τον άγιο προφήτη Αββακούμ, ο οποίος μεταφέρθηκε από τον Θεό στη Βαβυλώνα, για να δώσει τροφή στον προφήτη Δανιήλ ευρισκόμενο στον λάκκο των λεόντων. Κατά παρόμοιο λοιπόν τρόπο και οι άγιοι: στον «λάκκο» του τάφου σταλμένοι από τον Θεό, σώζουν την κόρη και την παραδίδουν στη μητέρα της. «Το πριν μεν ο Αββακούμ μετάρσιος αίρεται τη του Δεσπότου προστάξει∙ δι’ υμών δε κόρη τυραννουμένη, θεηγόροι, τη θρεψαμένη αποκαθίσταται».

Μπορούμε να κάνουμε έναν συσχετισμό: συχνά οι δυσκολίες της ζωής,  προσωπικές, οικογενειακές, κοινωνικές και εθνικές ακόμη, δημιουργούν σε πολλούς κλίμα φόβου σαν να είναι σε τάφο˙ όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι και εμείς έχουμε την πίστη μας στον Θεό και στους αγίους. Η δύναμη του Θεού είναι μεγαλύτερη όλων, που πάντοτε μας παροτρύνει: «μη φοβού, μόνον πίστευε». Μπορεί λοιπόν να κινητοποιηθεί, να δώσει λύση «από το πουθενά», από τον τάφο κάποιων αγίων για παράδειγμα, αρκεί βεβαίως να υπάρχει η προϋπόθεση που αναφέρουμε: η πίστη στον Θεό, η προσέλευσή μας στους αγίους Του. Που σημαίνει: ο Θεός έσωσε τότε την κόρη από τον τάφο˙ ο Θεός μπορεί να σώσει  και τον οποιονδήποτε από τον ιδιότυπο «τάφο» του την κάθε ώρα και στιγμή.  

Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2024

ΠΩΣ ΜΑΣ ΒΑΘΜΟΛΟΓΕΙ Ο ΘΕΟΣ!

«Όπως σε όλα τα άλλα, έτσι και στην περίπτωση των δακρύων ο καλός και δίκαιος Κριτής μας λαμβάνει υπόψη Του και τη φυσική προδιάθεση και δύναμη του καθενός. Είδα μικρές σταγόνες να χύνονται με πόνο σαν αίμα. Και είδα βρύσες δακρύων που έτρεχαν χωρίς δυσκολία. Εγώ τουλάχιστον βαθμολόγησα τους αγωνιστές ανάλογα με τον πόνο και όχι με το ποσόν των δακρύων. Και ο Θεός νομίζω παρόμοια θα τους έκρινε» (Άγιος Ιωάννης Κλίμακος, λόγ. ζ΄ 25).

Δεν σου θυμίζει καταρχάς ο όσιος τον απόστολο Παύλο όταν με πλήρη επίγνωση της αποστολικότητάς του και της αλήθειας των λόγων του λέει ότι «και ημείς νουν Χριστού έχομεν»; Ο όσιος είναι κι αυτός εντελώς βέβαιος για την κρίση του: «Και ο Θεός νομίζω παρόμοια θα έκρινε». Πού έγκειται το απόλυτο της κρίσης του οσίου; Ότι ο Θεός κρίνει τους ανθρώπους, και μάλιστα εκείνους που αγωνίζονται πάνω στο άγιο θέλημά Του, όχι με κριτήριο κάποιες εξωτερικές εκδηλώσεις τους, σαν τα δάκρυα για παράδειγμα, αλλά την πνευματική τους διάθεση. Κι αυτό γιατί ο Κύριος βλέπει την καρδιά του καθενός, τη φυσική προδιάθεση και τη δύναμή του, τον αληθινό δηλαδή εαυτό του. Τον κρίνει εξατομικευμένα: ο καθένας είναι ξεχωριστός και μοναδικός για την αγάπη Του! Πόσες ανατροπές θα περιλαμβάνει η τελική κρίση Του για τους ανθρώπους!

Έχε θάρρος λοιπόν! Μπορεί εκ φύσεως να μην είσαι πολύ συναισθηματικός και γι’ αυτό τα δάκρυα, οι διαχυτικότητες, τα χαμόγελα να μην σου πάνε και να μη… σου βγαίνουν. Η παραμικρή όμως γνήσια κίνηση της καρδιάς σου προς τον Θεό, αυτή που γίνεται με πόνο κυρίως και όχι τόσο εύκολα, αυτή μετράει πρώτιστα ενώπιόν Του. Ο Θεός μάς βαθμολογεί «ανάλογα με τον πόνο και όχι με το ποσόν». Και αυτό ισχύει για τα πάντα, όχι μόνο για τα δάκρυα. Αν λοιπόν προσεύχεσαι και η προσευχή σου περιέχει ένα στοιχείο θυσίας – καταβάλλεις κόπο – τότε ναι! Γίνεται αποδεκτή η προσευχή σου. Αν είσαι θυμώδης και προσπαθείς να περιορίσεις λίγο το στόμα σου, έστω κι αν βράζεις μέσα σου, τότε ναι!  Ο Θεός θα σε χαριτώσει σύντομα. Σε όλα λοιπόν βάζε τον κόπο και τον πόνο: είναι η συμμετοχή στον δικό Του Σταυρό που θα σου φέρει τη χαρά.

Καυχώνται κάποιοι αιρετικοί χριστιανοί για τις πληθωρικές εκδηλώσεις τους, για τις συναισθηματικές τους εκρήξεις, για τις κραυγές και τους αλαλαγμούς τους στις συνάξεις τους!  «Είναι η παρουσία του Πνεύματος», λένε. Μα, κράτα… μικρό καλάθι! Πρόκειται για την επιφάνεια και όχι για την ουσία. Όπως το είπε σπουδαίος μακαριστός Γέροντας του Όρους σ’ έναν τέτοιο χριστιανό, που του μίλησε για τις συνάξεις τους αυτές: «Εσείς μένετε σ’ έναν συναισθηματισμό. Εμείς καλλιεργούμε την κατάνυξη. Η κατάνυξη κινείται από το Πνεύμα του Θεού. Ο συναισθηματισμός κινείται από ανθρώπινα αίτια, που τις περισσότερες φορές είναι σκέτος… εγωισμός».

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ Ο ΕΛΕΗΜΩΝ

«Ο άγιος Ιωάννης ήταν Κύπριος, υιός του Επιφανίου, του άρχοντα της χώρας. Νυμφεύθηκε, σύμφωνα με την επιθυμία του πατέρα του, και απέκτησε και παιδιά. Όταν η γυναίκα του και τα παιδιά του έφυγαν από τη ζωή αυτή, όλη την έφεση της ψυχής του την έστρεψε στην επίδοση της αρετής και στο να αρέσει στον Θεό. Λόγω ακριβώς της λαμπρής κατά Θεόν ζωής του, καταστάθηκε στον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Αλεξάνδρειας, αφού ζήτησε αυτόν ως αρχιεπίσκοπο ο λαός των Αλεξανδρέων από τον βασιλιά Ηράκλειο. Ο Ιωάννης λοιπόν, αφού τέθηκε επί την λυχνίαν, κατά τον ευαγγελικό λόγο, έλαμψε στην οικουμένη σαν πυρσός. Ήταν μάλιστα αυτός πρώτος που εμπόδισε την προσθήκη στον τρισάγιο ύμνο, όταν αιρετικοί με πονηρή γνώμη πρόσθεσαν στο Άγιος αθάνατος, το «ο σταυρωθείς δι’  ημάς». Ο άγιος διέπρεψε στην αρχιερωσύνη για πολλά έτη, κι αφού έκανε πάμπολλα θαύματα και πρόσφερε πλουσιοπάροχα τα αναγκαία σε όσους είχαν ανάγκη, γεγονός που του έδωσε και την προσωνυμία Ελεήμων, κι αφού έγινε αξιοσέβαστος σε όλους, ακόμη και στους απίστους, όπως μαρτυρούν  η ιστορία και  τα βιβλία γι’  αυτόν, εξεδήμησε προς Κύριον».

Ο άγιος Ιωσήφ ο υμνογράφος δεν φείδεται πράγματι επαίνων, προκειμένου να παρουσιάσει τη λαμπρά παρουσία και στη στρατευόμενη και στη θριαμβεύουσα Εκκλησία  του αγίου Ιωάννου του ελεήμονος. Τον θεωρεί ως λάμποντα και «υπέρ τον ήλιον» ακόμη, τον οποίο «ο δοτήρ του ελέους μεγάλως ηλέησε και φαιδρώς κατελάμπρυνεν». Προκειμένου μάλιστα ο ποιητής, ως στόμα της Εκκλησίας, να δώσει το στίγμα του αγίου στον τόπο που αναδείχθηκε, την Αλεξάνδρεια, τον σχετίζει καταρχάς με τον άγιο απόστολο Μάρκο, τον ιδρυτή της συγκεκριμένης Εκκλησίας, του οποίου, λέγει, κόσμησε με ιερό τρόπο τον θρόνο. «Τον του Μάρκου θρόνον ιερώς εκόσμησας, έργοις ενθέοις». Αλλά κι ακόμη: τον βλέπει να τον «συλλαμβάνουν» οι δύο άλλοι μεγάλοι φωστήρες της Αλεξανδρινής Εκκλησίας, οι οικουμενικοί Πατέρες και Διδάσκαλοι, άγιοι Αθανάσιος και Κύριλλος, να τον έχουν, μετά το τέλος του, ανάμεσά τους και να του απονέμουν «ιερωτάτην τιμήν». «Ιδού σε μετά τέλος, μέσον συλλαμβάνει, δυάς Αγίων Πατέρων, εν μνήματι, ιερωτάτην τιμήν σοι, Πάτερ, προσνέμουσα».

Εκείνο βεβαίως στο οποίο μένει ο υμνογράφος και δεν μπορεί να μην αποδώσει το δίκαιο, είναι η ελεήμων διάθεση και πράξη του αγίου Ιωάννη. Δεν είναι, κατ’  αυτόν, ότι υπήρξε άνθρωπος συμπαθείας και ελεημοσύνης ο Ιωάννης. Όλοι οι άγιοι υπήρξαν τέτοιοι άνθρωποι, ιδιαιτέρως μάλιστα εκείνοι, σαν τους αγίους Αναργύρους για παράδειγμα, που έλαμψαν με τη συμπάθειά τους. Ποιος άγιος, πράγματι, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί άγιος, χωρίς την αγάπη, τη μόνη αρετή που  φανερώνει αληθινά την παρουσία του Θεού; Κι όμως! Για τον άγιο Ιωσήφ, ο Ιωάννης υπερέβαλε όλους τους αγίους ως προς τη συγκεκριμένη διάθεση αγάπης. Και το τονίζει όχι μόνο μία φορά. «Ανέλαβες ελεήμονα γνώμη και φάνηκε ευσυμπάθητος, Ιωάννη. Γι’  αυτό και πλούτησες την ονομασία σου (του ελεήμονα), συνδυασμένη με την πράξη, παραπάνω από όλους τους αγίους, μακάριε». «Ονομάστηκες ελεήμων παραπάνω από όλους τους αγίους, που έλαμψαν ως άγιοι με τη συμπάθειά τους στους ανθρώπους».

Τι ήταν εκείνο που έκανε τον άγιο Ιωάννη να διαπρέψει τόσο πολύ στην αγάπη και την ελεημοσύνη; Ασφαλώς η ενσυνείδητη αποδοχή των λόγων του Κυρίου περί της αγάπης, και μάλιστα του μακαρισμού περί της ελεημοσύνης: «μακάριοι οι ελεήμονες ότι αυτοί ελεηθήσονται». «Με τα έργα βεβαίωσες τους λόγους του Σωτήρα Χριστού και εντάχθηκες στον χορό των μακαριζομένων από Αυτόν». Κι αυτό σημαίνει ότι ο άγιος Ιωάννης έγινε μιμητής του Πρώτου και κατεξοχήν Ελεήμονος, του ίδιου του Τριαδικού Θεού, της πηγής του Ελέους και της Αγάπης -  «τον μιμητήν φανέντα του φιλοικτίρμονος Θεού» -  με άλλα λόγια ο άγιος κατανοείται στον κόσμο ως συνέχεια Εκείνου, ως «καθαρόν καταγώγιον της Αγίας Τριάδος».

Ο άγιος ποιητής όμως, με τη διάκριση και τον φωτισμό που έχει, επισημαίνει επ’  αυτού και κάτι ακόμη. Όχι μόνον ήταν η πίστη του αγίου Ιωάννη που τον έκανε να αγωνίζεται για την αγάπη, αλλά και ο ίδιος ο χαρακτήρας του. Ο άγιος προφανώς ήταν εκ φύσεως ελεήμων και συμπαθής προς τους άλλους, γι’  αυτό και ο Κύριος ενίσχυσε και πολλαπλασίασε την καλή αυτή διάθεσή του, ώστε να φτάσει χαρισματικά πια στο απώγειό της. Μία αλήθεια που λέει: ο Θεός ό,τι καλό βλέπει σε εμάς εκ φύσεως, εκ χαρακτήρος, το παίρνει και το αυξάνει. Αρκεί να θέλει ο άνθρωπος να συνεργαστεί με τη χάρη Του. Ας δούμε πώς επισημαίνει την αλήθεια αυτή ο υμνογράφος: «Ο Θεός, ο δοτήρας του ελέους, αφού χαρίτωσε την από πριν ελεήμονα διάνοιά σου, ελέησε πολλούς με τη θεία μεσιτεία σου». Ότι βεβαίως έπρεπε  ο άγιος, πέραν της αγαθής διάθεσής του, να αγωνιστεί και παλέψει – με τις δεήσεις, τη νηστεία, τις αγρυπνίες του -  και με τα δικά του πάθη, ώστε να εξαλείψει, μάλλον να μεταστρέψει αυτά και να τα κάνει ένθεα πάθη, δηλαδή πλησμονή αγάπης, είναι περιττό και να αναφέρουμε. «Δεήσεσι και νηστεία σχολάζων, και αγρύπνως τον Θεόν ικετεύων…».

Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2024

ΚΑΠΟΤΕ ΒΡΙΣΚΟΜΟΥΝ ΣΕ ΑΔΙΕΞΟΔΟ…

«Κάποτε βρισκόμουν σε αδιέξοδο. Από την στενοχώρια αισθανόμουν να μου χτυπούν το κεφάλι με σμίλη, για να μου σπάσουν το κούτελο. Τα μάτια μου κόντευαν να βγουν έξω, ιδιαίτερα το δεξί. Πόνος ανυπόφορος! Έφερνα σβούρα, σπαρταρούσα από τον πόνο. Δεν ήξερα τί να κάνω…Έκανα προσευχή και ζητούσα από τον Θεό, να βρεθεί ένας τρόπος να βγω από το αδιέξοδο. Και ξαφνικά, βλέπω στον δεξιό ώμο τον Φύλακα Άγγελό μου. Ήταν ίσα με δώδεκα χρονών παιδάκι. Είχε ένα όμορφο στρογγυλό προσωπάκι με στρογγυλά ματάκια. Ένα προσωπάκι! Φεγγοβολούσε! Και μόνο με την παρουσία του, μου έφυγε και ο πόνος και όλα· όχι από την χαρά, αλλά από την Θεία Χάρη. Η χαρά δεν διώχνει τον πόνο, έχεις τον πόνο και χαίρεσαι συγχρόνως, ενώ η Θεία Χάρις! Μεγάλη υπόθεση! Δεν περιγράφεται! «Αν είναι έτσι, είπα, όχι με σμίλη, αλλά με βαριοπούλα ας με χτυπούν στο κεφάλι!» Άξιζε να μου σπάσουν το κεφάλι, και μόνο γι’ αυτό. Μετά βρέθηκε και η λύση, που ανθρωπίνως δεν υπήρχε». (Όσιος Παΐσιος Αγιορείτης, «Περί προσευχής», Λόγοι στ΄, έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου «Ιωάννης Θεολόγος ο Ευαγγελιστής, Σουρωτή Θεσσαλονίκης.

Προκαλεί εντύπωση! Η στενοχώρια και ο πόνος του οσίου μεγάλου Παϊσίου δεν οφείλονταν σε κάποια σωματική αρρώστια από τις οποίες, πάμπολλες είναι αλήθεια, έπασχε συνήθως. Οφείλετο σε ψυχική δυσφορία, από ό,τι μας αφήνει να καταλάβουμε, λόγω αδιεξόδου στο οποίο ανθρωπίνως είχε βρεθεί. Κι ήταν τέτοια η ψυχική αυτή ένταση, ώστε κατά φυσικό τρόπο σωματικά «σπαρταρούσε», δεν άντεχε, ήταν σαν να του χτυπούσαν το κεφάλι με κοφτερό σφυρί, πήγαινε να του βγει το δεξί ιδίως μάτι! Κι αυτό διότι ψυχή και σώμα είναι ένα στον άνθρωπο, είμαστε ψυχοσωματικές οντότητες, δεν μπορεί κανείς να διακρίνει την ψυχή από το σώμα, οπότε ό,τι συμβαίνει στο ένα αντανακλά και στο άλλο. Μυστήριο και ο ίδιος ο θάνατος: «πώς ψυχή εκ του σώματος βιαίως χωρίζεται»!

Και προκαλεί εντύπωση η τέτοιας φύσεως οδύνη του αγίου διότι συνήθως έχουμε την εντύπωση ότι οι άγιοι μπορεί μεν να πάσχουν σωματικά, όμως ψυχικά βρίσκονται αδιάκοπα σε μία χαρισματική υψηλή κατάσταση που τους κάνει να μην νιώθουν συχνά ούτε και τον πόνο! Αλλά καταλαβαίνουμε ότι αυτό δεν είναι αλήθεια κι ούτε συνάδει με τη χριστιανική πίστη μας, (πέραν εξαιρετικών καταστάσεων την ώρα του μαρτυρίου κάποιων αγίων!) Ζουν πράγματι μέσα στη χάρη του Θεού οι άγιοι, όμως η χάρη αυτή συνυπάρχει τις περισσότερες φορές και με τον ψυχικό πόνο, με τη στενοχώρια, με την αίσθηση του αδιέξοδου, γιατί συνήθως ενεργεί κατά παραχώρηση του Θεού «υπόγεια», μ’ έναν τρόπο δηλαδή που ενώ υφίσταται ως υπόβαθρο ενισχύοντας τον άνθρωπο εκείνος δεν το καταλαβαίνει την κρίσιμη και δύσκολη στιγμή του, παρά αργότερα όταν δει ότι υπερέβη το αδιέξοδο! Ο ίδιος ο Κύριος, η πηγή της χάριτος, δεν διήλθε από τέτοια φαινόμενα θλίψεως και οδύνης, καθώς τα παραχωρούσε στην ανθρώπινη φύση Του η θεότητά Του; «Περίλυπός εστιν η ψυχή μου έως θανάτου» έφτασε να πει σε κάποια στιγμή. Κι ακόμη: δείλιασε ενόψει της σταυρικής Του θυσίας, «δειλιάζει ο Κύριος για να φανεί ότι είναι πραγματικά άνθρωπος» (άγιος Ιωάννης Κλίμακος). «Έξωθεν μάχαι έσωθεν φόβοι» σημειώνει και ο μέγας απόστολος Παύλος – δεν υπέρκειτο και του φόβου ως άνθρωπος ακόμη και ο οικουμενικός απόστολος, που το πνεύμα του Θεού μέσα του, όπως είχε γράψει σε μία επιστολή του, λειτουργούσε ως «πνεύμα όχι δειλίας, αλλά δυνάμεως και αγάπης και σωφρονισμού».

Λοιπόν; Καμία διαφορά μεταξύ του χριστιανού και του ανθρώπου της πίστεως; Ναι και όχι. Ναι, γιατί όλοι οι άνθρωποι είμαστε το ίδιο από πλευράς φύσεως, ψυχής και σώματος – στον κόσμο αυτόν υποκείμεθα στις ίδιες προκλήσεις ζωής και θανάτου, φθαρτότητας και αμαρτίας. Όχι βεβαίως, γιατί τις προκλήσεις αυτές ο μεν άπιστος τις υφίσταται με τρόπο που τον καταβάλλουν σχεδόν παντελώς ή με μεγάλη διαλυτική ένταση χωρίς να βλέπει πουθενά τη λύση και τη διέξοδο, σαν έναν που πνίγεται χωρίς να μπορεί να αναπνεύσει˙ ο δε πιστός ενώ υφίσταται τις προκλήσεις, στρέφεται με ένταση και θέρμη ψυχής στον «μόνον δυνάμενον σώζειν», τον ίδιο τον Κύριο και Θεό, προσδοκώντας την όποια επέμβασή Του εν υπομονή, η οποία λειτουργεί παρακλητικά και γαλήνια. «Ησυχάσαμεν ειπόντες το θέλημα του Κυρίου γινέσθω» των Πράξεων των Αποστόλων - το όριο στο οποίο φτάνει ο πιστός, όταν βλέπει από παντού αδιέξοδο.

Κι αυτό βλέπουμε να κάνει και ο όσιος Παΐσιος: «Δεν ήξερα τί να κάνω…Έκανα προσευχή και ζητούσα από τον Θεό, να βρεθεί ένας τρόπος να βγω από το αδιέξοδο». Δεν μας θυμίζει ακριβώς τη στάση του Κυρίου στην αγωνία της Γεθσημανή; «Και γενόμενος εν αγωνία εκτενέστερον προσηύχετο»! Στα αδιέξοδα λοιπόν, στις θλίψεις, στην ψυχική δυσφορία η λύση είναι η αναφορά προς τον Θεό, η έμπονη προσευχή. Και ξέρει πια ο χριστιανός ότι αφού εναπέθεσε το πρόβλημά του στον Κύριο, Εκείνος θα τον φροντίσει με τον καλύτερο τρόπο˙ αν όχι επιλύοντας το πρόβλημα, δίνοντας όμως την απαιτούμενη υπομονή και τη σωστή θέασή του. Κατά τον λόγο και πάλι του μεγάλου Παϊσίου: «Αν κάνουμε εμείς αυτό που πρέπει να κάνουμε, τότε και ο Άγγελος θα κάνη αυτό που πρέπει να κάνη» - ο άγγελος ο σταλμένος από τον Θεό. Κι εκείνον μεν τον βοήθησε ο Κύριος με τον εξαιρετικό τρόπο που κάνει στους αγίους Του: επέτρεψε και να δει τον φύλακα άγγελό του και να φύγει ο πόνος και να δοθεί η λύση στο πρόβλημα και το αδιέξοδο, εμάς δε εξίσου μας βοηθά όταν Τον επικαλούμαστε, στέλνοντας συνήθως τους ανθρώπους αγγέλους Του, που είναι οι διάφοροι συνάνθρωποί μας, έτοιμοι να μας συνδράμουν από εκεί που δεν το περιμένουμε. Αρκεί όπως είπαμε να στρεφόμαστε εν πίστει σ’ Αυτόν και να κάνουμε λίγη υπομονή.