Δευτέρα 22 Ιανουαρίου 2024

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΣ, ΜΑΘΗΤΗΣ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ

«Ο άγιος Τιμόθεος ήταν από την πόλη Λύστρα, από πατέρα ειδωλολάτρη και  μητέρα Ιουδαία, που λεγόταν Ευνίκη. Μαθήτευσε στον απόστολο Παύλο και έγινε συνεργός του και κήρυκας του θείου Ευαγγελίου, οπότε πήγε με τον άγιο Ιωάννη τον ιδιαιτέρως αγαπημένο μαθητή του Κυρίου και κατέστη από τον ίδιο τον απόστολο Παύλο επίσκοπος Εφέσου. Όταν λοιπόν εκβράστηκε ο άγιος Ιωάννης από τη θάλασσα (όπως ιστορεί και στα συγγράμματά του ο Ειρηναίος ο επίσκοπος Λουγδούνων) και πήγε πίσω στην Έφεσο, κι ύστερα οδηγήθηκε στη νήσο Πάτμο από τον βασιλιά Δομετιανό ως εξόριστος, αυτός ο μακάριος Τιμόθεος πήρε τη θέση του στην επισκοπή των Εφεσίων. Κάποτε λοιπόν που οι ειδωλολάτρες, σε κάποια πατροπαράδοτη εορτή τους που ονομαζόταν «Καταγώγιο», στην πόλη των Εφεσίων, κρατούσαν είδωλα στα χέρια τους και έβαζαν κάποια από αυτά σαν προσωπεία πάνω τους και τραγουδούσαν με αυτά και επετίθεντο σε άνδρες και γυναίκες με ληστρικό τρόπο και έκαναν φονικά, ο μακάριος Τιμόθεος δεν άντεξε να βλέπει το άτοπο των ενεργειών τους, αλλά αντιθέτως έλεγχε τη μάταια αυτή πλάνη τους, προτρέποντάς τους να αφήσουν τις αισχρές  πράξεις, οπότε φονεύτηκε από αυτούς, καθώς του επετέθησαν με ρόπαλα. Ύστερα δε το άγιο λείψανό του μετακομίστηκε στην Κωνσταντινούπολη και κατατέθηκε στον ναό των αγίων Αποστόλων, όπου τελείται και η Σύναξή του».

Ο άγιος απόστολος Τιμόθεος θεωρείται ο αγαπημένος μαθητής του αποστόλου Παύλου, τον οποίον ακολουθούσε συχνά στις ιεραποστολικές περιοδείες του και από τον οποίο δέχτηκε και τις δύο γνωστές ομώνυμές του επιστολές της Καινής Διαθήκης, την Α΄ και Β΄ προς Τιμόθεον. Και ως μαθητής του Παύλου, η αναφορά του ήταν προς τον Χριστό - αυτό είναι το γνώρισμα της ορθής μαθητείας στους αποστόλους: να ακολουθούν τα ίχνη του Κυρίου. Διότι οι απόστολοι, ως γνωστόν, δεν είχαν γύρω τους μαθητές-οπαδούς, δεν δημιουργούσαν ένα είδος πνευματικού «γκέτο», αλλά αυτούς που τους ακολουθούσαν τους προσανατόλιζαν αμέσως στον μόνον Σωτήρα των ανθρώπων, τον Ιησού Χριστό. Εκείνον φανέρωναν οι ίδιοι, Εκείνον λοιπόν και «έβλεπαν» οι μαθητές τους. Η υμνολογία της εορτής του αγίου Τιμοθέου  απαρχής, ήδη από τα πρώτα στιχηρά του εσπερινού, το ξεκαθαρίζει: «Θεόφρον Τιμόθεε, ήπιες τον χείμαρρο της ομορφιάς του Θεού και φρονώντας σαν Εκείνον πότισες αυτούς που ποθούν θερμά τη γνώση Του, μιμούμενος τον Χριστό». Ενώ ήταν μαθητής του Παύλου, τον Θεό «έπινε», Εκείνον δίδασκε, τον Χριστό εμιμείτο. Ο απόστολος Παύλος υπήρξε «καταπέλτης» σ’ εκείνους που θέλησαν να αλλοιώσουν την αλήθεια αυτή στην Κόρινθο. Όταν κάποιοι αποπειράθηκαν να ομαδοποιηθούν με κέντρο κάποιους αποστόλους και όχι τον Χριστό, εκείνος αμέσως αντέδρασε με οξύτητα: «Τι είναι ο Πέτρος ή ο Παύλος ή ο Απολλώς; Μήπως αυτοί σταυρώθηκαν για χάρη σας; Του Χριστού είμαστε όλοι και σε Εκείνον ανήκουμε».

Η κλήση του να γίνει χριστιανός και η συγκατάλεξή του μάλιστα στη χορεία των αποστόλων δεν ήταν του Παύλου ή κάποιου άλλου αποστόλου. Μπορεί ο απόστολος Παύλος να ήταν το μέσο της κλήσεώς του, όμως Εκείνος που γοήτευσε την καρδιά του και την έλκυσε προς Αυτόν ήταν ο ίδιος ο Θεός, ο Οποίος «βλέποντας ως προγνώστης και παντογνώστης  την ομορφιά της διανοίας του τον αξίωσε να συλλειτουργεί με τους θείους αποστόλους, Αυτός που με τη σοφή Του πρόνοια φροντίζει για εμάς». Η θέση αυτή του αγίου υμνογράφου Θεοφάνους για τον άγιο Τιμόθεο  συνιστά αποκάλυψη στην ουσία του ίδιου του Χριστού για όλους τους ανθρώπους. «Ουδείς δύναται ελθείν προς με – είπε ο Κύριος – εάν μη ο Πατήρ ο πέμψας με ελκύση αυτόν», κανείς δεν έρχεται προς τον Χριστό, χωρίς να ελκυστεί από τον Θεό Πατέρα. Κανείς με άλλα λόγια δεν γίνεται χριστιανός από μόνος του, άρα κανείς άνθρωπος, όσο σπουδαίο ευαγγελικό έργο και αν επιτελεί, δεν μπορεί να καυχηθεί γι’ αυτό: ούτε για τη δύναμη του κηρύγματός του ούτε για τη μεθοδικότητα και την οργανωτικότητά του. Αυτά είναι απλά μέσα, συνιστούν ίσως το πλαίσιο, δεν είναι όμως ο πυρήνας. Η χάρη του Θεού είναι η ουσία, γι’ αυτό και ο απόστολος Παύλος σε άλλο σημείο των λόγων του φτάνει στο σημείο να λέει, εξαφορμής κάποιων που κήρυσσαν το όνομα του Χριστού από αντιπαλότητα προς τον ίδιο: είτε από καλή διάθεση το κάνουν είτε αντιδραστικά, αυτό που με ενδιαφέρει είναι ότι «Χριστός καταγγέλλεται».

Η αλήθεια ότι ο Θεός κινεί τα νήματα της κλήσεως τελικώς του ανθρώπου με τη συνέργεια απλώς των ανθρώπων, δεν πρέπει να μας οδηγήσει σε μία υποβάθμιση όμως του ανθρώπινου παράγοντα. Η ισορροπία είναι λεπτή. Αν ο ίδιος ο Κύριος επανέλαβε τον Γραφικό λόγο ότι «δι’ υμάς βλασφημείται το όνομά μου εν τοις έθνεσι», δηλαδή ότι το όνομα του Θεού βλασφημείται από τους απίστους εξαιτίας των θεωρουμένων κακών εκπροσώπων Του, αυτό σημαίνει ότι και ο ανθρώπινος παράγων δεν είναι αμελητέος ως προς το να κερδηθεί ή να χαθεί ο συνάνθρωπος. Γι’ αυτό και έχει τεράστια σημασία να εκφράζεται η ορθή πίστη στον άνθρωπο ως ορθή πράξη. Ο άγιος υμνογράφος στην τρίτη ωδή του κανόνα του για τον άγιο Τιμόθεο επισημαίνει και τη διάσταση αυτή. «Με τη νέκρωση των μελών της σαρκός σου, δηλαδή του αμαρτωλού σου φρονήματος, μακάριε Τιμόθεε,  υπέταξες το χειρότερο στον φωτισμένο από τον Θεό λόγο, δίνοντας την ηγεμονία στο ανώτερο. Και έτσι κυριάρχησες στα πάθη σου και έκανες φαιδρά και λαμπρή  την ψυχή σου, καθώς ρυθμιζόσουν από τα διδάγματα του Παύλου».

Ο απόστολος Παύλος ήταν ο Γέροντας, για να χρησιμοποιήσουμε μεταγενέστερο εκκλησιαστικό όρο, του Τιμοθέου. Εκείνος τον ρύθμιζε, τον καθοδηγούσε για να υπερβεί ο Τιμόθεος τα πάθη του, να καθαρίσει την καρδιά του, να φωτιστεί από τον Θεό, να βρει τον Θεό. Κι αυτό το έκανε μ’ έναν διπλό τρόπο: πρώτα με την αγιασμένη του ζωή: «Ο σταθερός μαθητής του θείου Παύλου, ακολουθεί τα ίχνη του διδασκάλου»∙ έπειτα με τη διδασκαλία του, είτε την προφορική είτε τη γραπτή μέσω των επιστολών του. Οι επιστολές μάλιστα που του έστελνε δεν είχαν χαρακτήρα  τυπικό ή απλώς συναισθηματικό, αλλά ήταν κατά κυριολεξία «ιερουργία του ευαγγελίου». Ο απόστολος παντού και πάντοτε βρισκόταν «κατ’ ενώπιον του Θεού», «πάντα ενεργών εις δόξαν Θεού». «Ιερουργούσε το ευαγγέλιο του Χριστού από το ύψος των αρετών ο θειότατος Παύλος και με χαρά σού έστειλε ως μαθητή του, Τιμόθεε, θεόγραφες επιστολές».  Θα ήταν μεγάλη ευλογία να μελετούσαμε ή να ξαναμελετούσαμε τις επιστολές αυτές του αποστόλου Παύλου. Θα ήταν και πάλι ένας ευαγγελισμός των ψυχών μας.

Σάββατο 20 Ιανουαρίου 2024

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ΄ ΛΟΥΚΑ (ΤΩΝ ΔΕΚΑ ΛΕΠΡΩΝ)

 

«Οἱ δέ ἐννέα ποῦ; Οὐχ εὑρέθησαν ὑποστρέψαντες δοῦναι δόξαν τῷ Θεῷ, εἰ μή ὁ ἀλλογενής οὗτος;» (Λουκ.17, 17-18)

Ο Κύριος στο Ευαγγελικό ανάγνωσμα της ΙΒ΄ Κυριακής του Λουκά έρχεται αντιμέτωπος με το κοινωνικό περιθώριο, με τους ανθρώπους δηλαδή που η ιουδαϊκή κοινωνία είχε αποκλείσει, λόγω της φοβερής, για τα δεδομένα της τότε – και όχι μόνον – εποχής, αρρώστιας της λέπρας. Κι αντιμετωπίζει την πίστη τους, καθώς Τον παρακαλούν να τους ελεήσει και να τους θεραπεύσει: «Ιησού επιστάτα, ελέησον ημάς». Και πράγματι, ο Κύριος ανταποκρίνεται στο αίτημά τους και τους θεραπεύει, μ’ έναν έμμεσο όμως τρόπο: στέλνοντάς τους εκεί που κατά τον Μωσαϊκό Νόμο επιβεβαιώνεται η αποκατάσταση από την αρρώστια και η υγεία: στους ιερείς. Ο Κύριος όμως θα επαινέσει  τον έναν από τους πρώην λεπρούς – και μάλιστα Σαμαρείτη, δηλαδή εχθρό του Ιουδαϊσμού – διότι υπήρξε ο μόνος που όχι μόνον είδε να θεραπεύεται από τον Κύριο, αλλά και επέστρεψε να δοξολογήσει τον Θεό και να ευχαριστήσει τον Ίδιο. Θα εκφράσει μάλιστα ο Κύριος το δίκαιο παράπονο: «Οἱ δέ ἐννέα ποῦ; Οὐχ εὑρέθησαν ὑποστρέψαντες δοῦναι δόξαν τῷ Θεῷ, εἰ μή ὁ ἀλλογενής οὗτος;»

1. Ο Κύριος ζητά τη δοξολογία προς τον Θεό από τον άνθρωπο, ο οποίος γεύτηκε τις δωρεές και τις ευεργεσίες Εκείνου. Το παράπονο που διατυπώνει αποτελεί σαφή υπαινιγμό Του. Κι όχι βεβαίως διότι ο Θεός έχει ανάγκη από τις δοξολογίες του ανθρώπου – ο Θεός ως ο απολύτως τέλειος είναι παντελώς ανενδεής, χωρίς να Του προσθέτει τίποτε η όποια δοξολογία του ανθρώπου∙ άλλωστε μυριάδες αγγέλων Τον δοξολογούν αενάως – αλλά διότι η δοξολογία Του ως έκφραση ευγνωμοσύνης για ό,τι Αυτός δίνει στον άνθρωπο κάνει τον άνθρωπο να λειτουργεί με φυσιολογικό τρόπο, να πορεύεται με ανοικτά τα μάτια της ψυχής του, με πίστη και αγάπη προς τον Δημιουργό του. Μόνον όποιος πιστεύει αληθινά βλέπει ότι τα πάντα πηγάζουν από τον Θεό, διακρατούνται από Εκείνον και κατευθύνονται σ’  Εκείνον. Όπως το διατύπωσε και ο απόστολος Παύλος: «ότι εξ Αυτού και δι’ Αυτού και εις Αυτόν τα πάντα έκτισται». Η δοξολογία του Θεού λοιπόν αποτελεί σημείο πνευματικής υγείας του ανθρώπου, δείγμα ότι αυτός βρίσκεται στη φυσιολογική του πορεία και προκόπτει κατά Θεόν. Πόσο απλά και με χάρη Θεού διατύπωνε την αλήθεια αυτή και ο πνευματικός του Γέροντος Παϊσίου, γέρων ιερομόναχος Τύχων, όταν έλεγε με τα σπασμένα ελληνικά του: «Το, Κύριε ελέησον, εκατό δραχμές∙ το, δόξα τω Θεώ, χίλιες δραχμές». Για χάρη μας λοιπόν ο Κύριος ζητά τη δοξολογία του Θεού. Εμείς την έχουμε ανάγκη και όχι ο Θεός.

2. Είναι πολύ χαρακτηριστικό όμως ότι η δοξολογία αυτή προς τον Θεό φαίνεται να ταυτίζεται  με την ευχαριστία προς τον Κύριο. Γύρισε, λέει ο Ευαγγελιστής, ο θεραπευμένος πρώην λεπρός, ο ένας, δοξολογώντας τον Θεό και ήλθε και πρόσπεσε στον Χριστό ευχαριστώντας Αυτόν. «Υπέστρεψε μετά φωνής μεγάλης δοξάζων τον Θεόν, και έπεσεν επί πρόσωπον παρά τους πόδας αυτού ευχαριστών αυτώ».  Το να δοξολογώ τον Θεό σημαίνει ότι οδηγούμαι προς τον Χριστό εν ευχαριστία. Διότι η μεγαλύτερη δωρεά και ευεργεσία του Θεού στον άνθρωπο είναι ο ίδιος ο ερχομός Του στον κόσμο ως ανθρώπου. Δεν υπάρχει πιο μεγάλη δοξολογία Του επομένως από τη στροφή προς τον Χριστό και την αναγνώριση ότι Αυτός είναι η πηγή της ευεργεσίας και της θεραπείας στον άνθρωπο. Όπως σημειώνει και το βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων για τον Κύριο: «Αυτός διήλθεν ευεργετών και ιώμενος πάντας», ευεργετούσε διαρκώς και θεράπευε τους πάντες. Έτσι δοξολογία του Θεού χωρίς αναφορά στον Χριστό και ευχαριστία Εκείνου αποτελεί μάλλον λατρεία δαιμόνων. Διότι άλλος Θεός εκτός του Ιησού Χριστού δεν υφίσταται. Η αποκάλυψη που ο Ίδιος ο Κύριος έκανε στους μαθητές Του ήταν απόλυτη: «ο εωρακώς εμέ εώρακε τον Πατέρα». Και «ουδείς έρχεται προς τον Πατέρα ει μη δι’ εμού».

3. Κι αν βεβαίως η κάθε ευχαριστία προς τον Χριστό συνιστά τη δοξολογία του αληθινού Τριαδικού Θεού, διότι αναγνωρίζει ο πιστός ότι Εκείνος είναι η φανέρωση του Θεού στον κόσμο, πολύ περισσότερο ισχύει τούτο για την κατ’ εξοχήν ευχαριστία του, τη Θεία Ευχαριστία. Στη Θεία Ευχαριστία, τη Θεία Λειτουργία, που συνιστά το κέντρο των μυστηρίων  της Εκκλησίας μας, έχουμε την αποκορύφωση της πίστεως του ανθρώπου,  ο οποίος  λατρεύει και δοξολογεί σωστά τον Θεό. Κι αυτό γιατί στο μυστήριο αυτό ο άνθρωπος νιώθει ότι λειτουργεί η πραγματική του ταυτότητα - εκείνη  που του δόθηκε διά του αγίου βαπτίσματος, ότι έγινε  δηλαδή μέλος του σώματος του Χριστού – και συνεπώς ότι κινείται σύμφωνα με τον ρυθμό της λειτουργίας αυτού του σώματος. Πότε για παράδειγμα τα φυσικά μέλη του σώματός μας είναι υγιή και φυσιολογικά; Όταν είναι συνδεδεμένα με το σώμα και λειτουργούν με τον ρυθμό αυτού του σώματος, συντονιζόμενα από την κεφαλή. Το ίδιο και στο πνευματικό σώμα του Χριστού, την Εκκλησία: στη Θεία Ευχαριστία έχουμε την ορθή θέση και κίνηση του μέλους, το οποίο δοξολογεί ορθά τον Θεό, ευρισκόμενο σε κοινωνία με Εκείνον που είναι «η κεφαλή του σώματος» και με τα άλλα μέλη, τους συνανθρώπους του. Δεν υπάρχει λοιπόν μεγαλύτερη χαρά για τον Κύριο, δεν υπάρχει μεγαλύτερο «σβήσιμο», θα λέγαμε, κάθε παραπόνου Του, από το να μας βλέπει να συμμετέχουμε εν μετανοία, δηλαδή με τον ορθό τρόπο, στη Θεία Λειτουργία, το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Γι’ αυτό και δεν είναι τυχαίο ότι αφενός εκεί μας ανοίγονται τα μάτια για να δούμε ότι τα πάντα στη ζωή μας, ακόμη και τα θεωρούμενα δυσάρεστα, αποτελούν ευεργεσίες Του – «υπέρ πάντων ων ίσμεν και ουκ ίσμεν, των φανερών και αφανών ευεργεσιών των εις ημάς γεγενημένων» λέμε στην αγία αναφορά της Θείας Λειτουργίας – αφετέρου εκεί πάλι συνειδητοποιούμε ότι ο Θεός δεν είναι απλώς ο Παντοδύναμος Κύριος, αλλά ο ίδιος ο Πατέρας μας – «και καταξίωσον ημάς, Δέσποτα, μετά παρρησίας, ακατακρίτως, τολμάν επικαλείσθαί Σε, τον επουράνιον Θεόν, Πατέρα και λέγειν: Πάτερ ημών».

4. Στο περιστατικό όμως της επιστροφής του Σαμαρείτη πρώην λεπρού, που αποδίδει τη δοξολογία προς τον Θεό και την ευχαριστία στον Κύριο, συγκλονίζει κυριολεκτικά η αποτίμηση που κάνει ο Κύριος: «η πίστις σου σέσωκέ σε». Και λέμε ότι συγκλονίζει, διότι πίστη στον Χριστό έδειξαν και οι άλλοι εννέα λεπροί: και στην επίκλησή τους («Ιησού επιστάτα, ελέησον ημάς»), και την ώρα που ο Κύριος τους στέλνει στους ιερείς: θεραπεύτηκαν κάνοντας υπακοή στον λόγο Του («και εν τω υπάγειν αυτούς εθεραπεύθησαν»). Κι αυτό σημαίνει ότι μπορώ να έχω πίστη στον Χριστό και μάλιστα σ’ ένα βαθμό ενεργουμένη, να εισπράττω από τον Κύριο την εκπλήρωση κάποιου αιτήματός μου, και τελικώς να μην ανήκω στους σωσμένους. Το ζητούμενο με άλλα λόγια δεν είναι να πάρω κάτι από τον Θεό, αλλά να στήσω μία μόνιμη σχέση μαζί Του, να μπορώ να παραμένω πάντοτε με Εκείνον, έχοντας διαρκή αναφορά στο πάντιμο πρόσωπό Του. Κι αυτό είναι που κατάφερε, όπως φαίνεται, «ο αλλογενής» Σαμαρείτης. «Είδε» καθαρά ότι υπεράνω όλων, ακόμη και της κοινωνικής αποδοχής και της υγείας του – πράγματα που εξασφάλιζε πια με τη θεραπεία του από τη λέπρα – ήταν να γυρίσει στον Χριστό. Κατάλαβε ότι Εκείνος ήταν η σωτηρία του. Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι με τη στάση του ο άνθρωπος αυτός ομολογούσε ό,τι ο απόστολος Παύλος έγραφε: «ηγούμαι πάντα σκύβαλα είναι, ίνα Χριστόν κερδήσω», όλα τα θεωρώ σκουπίδια, προκειμένου να έχω τον Χριστό, φανερώνοντας έτσι ένα μαρτυρικό φρόνημα αγάπης προς Εκείνον.

Κανείς δεν αμφισβητεί ότι κι εμείς είμαστε πιστοί στον Χριστό: το φανερώνουν οι προσευχές μας, οι παρακλήσεις μας προς Αυτόν, η υπακοή μας συχνά στα λόγια Του, προκειμένου μάλιστα να «θεραπευτούμε» από διάφορες δυστυχίες μας. Ιδιαιτέρως σήμερα, με την κρίση της εποχής μας, οι κραυγές προς τον Χριστό έχουν πολλαπλασιαστεί. Πρέπει να προσέξουμε όμως, μήπως ανήκουμε στη χορεία των εννέα και όχι του ενός. Ο Χριστός επαίνεσε, είπαμε, τον ένα για την αληθινή του πίστη, η οποία έδειξε ότι υπεράνω όλων των αγαπών, ακόμη και την αγάπη προς τον εαυτό του, ήταν η αγάπη προς Εκείνον. Την έχουμε εμείς την αγάπη αυτή; Ή τέλος πάντων ζητούμε από τον Κύριο να την αποκτήσουμε;

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΕΥΘΥΜΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ

«Ο όσιος Πατέρας μας και μέγας Ευθύμιος ζούσε επί της βασιλείας του Γρατιανού, στη Μελιτηνή τη Μητρόπολη της Αρμενίας και γεννήθηκε από κάποιους ευγενείς ανθρώπους, τον Παύλο και τη Διονυσία, όπως και ο μέγας Ιωάννης Πρόδρομος, δηλαδή από στείρα και άκαρπη γαστέρα. Γι’ αυτό και πήρε την ονομασία του «Ευθύμιος» κατά την υπόσχεση του Θεού, όταν ακούστηκε φωνή από τον Ουρανό, που έλεγε να ευθυμούν οι γονείς του, οι οποίοι παρακαλούσαν να δώσει ο Θεός να κάνουν παιδί. Αυτός, μετά τον θάνατο του πατέρα του, οδηγείται από τη μητέρα του στον Ευτρώιο, τον μεγάλο επίσκοπο της Μελιτηνής, και συγκαταλέγεται από αυτόν στην τάξη των κληρικών. Επειδή έδειξε μεγάλη πρόοδο στα ιερά γράμματα και ξεπέρασε όλους τους ομοίους του κατά την άσκηση και τις επιδόσεις στην αρετή, αναγκάζεται να λάβει τη χειροτονία του πρεσβυτέρου και να δεχτεί τη φροντίδα των ιερών ασκητηρίων και μοναστηρίων.

Κατά το εικοστό ένατο έτος της ηλικίας του, φτάνει στα Ιεροσόλυμα και πηγαίνει να ζήσει μαζί με τον όσιο Θεόκτιστο σε κάποιο από τα σπήλαια ενός όρους, όπου απάλλαξε πολλούς από βαριές αρρώστιες. Λέγεται μάλιστα ότι και αυτός, εν ονόματι του Κυρίου, από πολύ λίγους και μικρούς άρτους, έθρεψε τετρακόσιους ανθρώπους, οι οποίοι βρέθηκαν καθ’ οδόν προς τη μονή για να τον συναντήσουν. Όχι μόνο δε ο ίδιος γεννήθηκε με τη δύναμη του Θεού κι έλυσε τη στείρωση της μητέρας του, αλλά και άλλες άτεκνες γυναίκες, με την προσευχή του τις έκανε εύτεκνες και γόνιμες. Και όπως ο μέγας προφήτης Ηλίας, και αυτός άνοιξε τις θύρες του ουρανού και θεράπευσε τη γη, που νοσούσε από την ακαρπία. Φανέρωσε δε την εσωτερική λαμπρότητα του οσίου και ο στύλος του πυρός, τον οποίο αυτοί που παρευρίσκονταν είδαν ότι κατήλθε από τον ουρανό, όταν αυτός ιερουργούσε την αναίμακτη θυσία, και βρισκόταν μαζί με τον όσιο, μέχρι ότου τελείωσε ο καιρός της θυσίας. Σημάδι μάλιστα  της τέλειας ασφαλώς καθαρότητας της καρδιάς του και της αγνότητάς του είναι το γεγονός ότι έβλεπε ο όσιος νοερά τις διαθέσεις εκείνων που προσέρχονταν να μετάσχουν στη θεία κοινωνία, ποιος δηλαδή από αυτούς προσέρχεται με καθαρή συνείδηση και ποιος με βρόμικη. Ο μακάριος αυτός όταν έγινε ενενήντα επτά ετών, εξεδήμησε προς τον Κύριο, επί της βασιλείας Λέοντος του Μεγάλου.

Ο όσιος Ευθύμιος ήταν ευπρεπής στην όψη, απλός στους τρόπους του, λευκός στο χρώμα, καλοστεκούμενος και σεμνός στο μέγεθος, με άσπρες τρίχες, με γενειάδα που έφτανε μέχρι τους μηρούς. Λέγεται ακόμη περί αυτού ότι όταν επρόκειτο κάποιος μοναχός να φύγει από τη ζωή, ο οποίος νομιζόταν από τους πολλούς σώφρων και εγκρατής, αλλά δεν ήταν, αντιθέτως μάλιστα: ήταν ακόλαστος, ο μακάριος Ευθύμιος έβλεπε άγγελο να αποσπά την ψυχή του με τρίαινα, κι ότι άκουσε φωνή, η οποία φανέρωνε τις κρυφές ντροπές του μοναχού.  Τελείται δε η σύναξή του στην αγιότατη μεγάλη Εκκλησία».

Το πρώτο που προβάλλει η υμνογραφία του οσίου Ευθυμίου του μεγάλου – συντεθειμένη από δύο μεγίστους υμνογράφους: τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό και τον όσιο Θεοφάνη – είναι  ο παραλληλισμός του με τους προφήτες Ιερεμία, Σαμουήλ και άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο. Και τούτο διότι και αυτοί, όπως και ο όσιος, υπήρξαν καρποί προσευχής και ηγιασμένοι εκ κοιλίας μητρός τους. Κι αυτό σημαίνει ότι ο Θεός θέλησε να φανερωθεί με τον τρόπο αυτό η ιδιαίτερη χάρη που είχαν όλοι τους και η σωτήρια για πολλούς ανθρώπους παρουσία τους, με την καθοδήγηση που παρείχαν προς εύρεση του Θεού. Όπως σημειώνει κι ένας ύμνος του οσίου:  «καρπός στειρώσεως ο ίδιος, φάνηκες πολύγονος, διότι από το πνευματικό σου σπέρμα γέμισε από μοναχούς  η πριν αδιάβατη έρημος». «Από τη μήτρα της μητέρας σου σε καθαγίασε ο Θεός, πάτερ όσιε, όπως παλιά τον Ιερεμία και τον Σαμουήλ, θεοφόρε». «Όπως παλιά για τον Πρόδρομο που γεννήθηκε από στείρα γυναίκα, έτσι και θείος άγγελος ανάγγειλε και τη δική σου γέννα, από στείρα μήτρα».

Οι ύμνοι της Εκκλησίας ιδιαιτέρως επικεντρώνουν την προσοχή τους στον μέγιστο Ιωάννη Πρόδρομο, του οποίου τον βίο προσπάθησε να μιμηθεί ο όσιος Ευθύμιος. Και η μίμηση από αυτόν του Προδρόμου έγκειτο αφενός στον αγιασμένο τρόπο ζωής του, τόσο που τον χαρακτηρίζουν «εκμαγείον», αποτύπωμα  αυτού («έγινες αποτύπωμα και εικόνα του Προδρόμου, Ευθύμιε, ευρισκόμενος στα όρη βαπτιστής, ακτήμονας, χωρίς σπίτι, λάμποντας σε όλα τα χαρίσματα»), αφετέρου στο ότι και ο ίδιος υπήρξε άλλου είδους Βαπτιστής, αναγεννώντας τους ανθρώπους με την ορθόδοξη διδασκαλία του στο πνευματικό βάπτισμα της Εκκλησίας, το βάπτισμα της υιοθεσίας («ανέπλασας αυτούς, τους ανθρώπους, με το βάπτισμα της υιοθεσίας. Διότι αφού μιμήθηκες τον βίο του Προδρόμου, αναδείχτηκες Βαπτιστής, Ευθύμιε»).

Αν θέλει κανείς με μία φράση να χαρακτηρίσει τη ζωή του αγίου Ευθυμίου, θα έλεγε αυτό που ο άγιος υμνογράφος επισημαίνει: «Πάτερ Ευθύμιε, ο σος βίος ανυπέρβλητος, η πίστις όντως ορθόδοξος» - η ζωή σου αξεπέραστη, η πίστη σου αληθινά ορθόδοξη. Ορθόδοξη πίστη, αγιασμένη στο έπακρο ζωή, ορθοδοξία και ορθοπραξία: να ο κανόνας ζωής για κάθε πιστό, για κάθε, καλύτερα, άνθρωπο που αποφάσισε να λατρεύει τον Θεό κατά τρόπο τέλειο. «Ο ισάγγελος βίος σου έγινε κανόνας αρετής και ακριβέστατος χαρακτήρας για εκείνους που διάλεξαν να λατρεύουν τον Θεό με τελειότητα». Δεν είναι τυχαίο, γι’ αυτό, που ο υμνογράφος μας άγιος Θεοφάνης τον παραλληλίζει μεταξύ άλλων και με τον προφήτη Μωυσή: όπως εκείνος με τη ράβδο την εκ Θεού έσχισε την ερυθρά θάλασσα προκειμένου να διέλθουν οι Ισραηλίτες προς τη γη της επαγγελίας, το ίδιο και ο όσιος: έγινε μιμητής της αρετής εκείνου και προκάλεσε ρήγμα στη θάλασσα των παθών, οπότε και διάβηκε χωρίς εμπόδια στη γη της επαγγελίας, τη βασιλεία του Θεού.

Οι υμνογράφοι μάς βοηθούν περαιτέρω: ποιες οι αρετές που άσκησε ο όσιος Ευθύμιος και υπερέβη τα πάθη και κέρδισε με τη χάρη του Θεού τη βασιλεία Του; Πρώτα από όλα πόθησε τη βασιλεία του Θεού, ντύθηκε έπειτα την ταπείνωση, ακολούθησε την εγκράτεια, επιδίωξε τη δικαιοσύνη. Συνεπώς μπόρεσε να απεμπλακεί από τη γοητεία της παρούσας ζωής, διότι μετέθεσε το κέντρο βάρους της ζωής του στα μένοντα και αιώνια, λόγω αγάπης προς τον Κύριο. Άλλος δρόμος για κάθε άνθρωπο από αυτόν δεν υπάρχει. Όσο θεωρούμε ότι η όντως ζωή βρίσκεται στον παρόντα κόσμο, τόσο δεν υπάρχει περίπτωση να ζήσουμε αληθινά την πηγή της Ζωής, τον Κύριο και τη χάρη Του. «Καταφρόνησες, Πάτερ Ευθύμιε, τα γήινα πράγματα, διότι πόθησες βαθιά την ουράνια βασιλεία: Θεώρησες βδέλυγμα τα πλούτη, με το να ντυθείς την ταπείνωση,  μίσησες τις ηδονές του βίου και έκανες δικιά σου την εγκράτεια, έδιωξες την αδικία και επιδίωξες τη δικαιοσύνη».

ΟΛΟΣ ΠΡΟΣΩΠΟ ΚΑΙ ΜΑΤΙΑ!

 

«Η ψυχή που αξιώθηκε να ενωθεί πνευματικά με το φως του Χριστού και φωτίστηκε από την ηθική ωραιότητα της απερίγραπτης δόξας Του, αφού την ετοίμασε για τον εαυτό του για θρόνο και κατοικία, γίνεται ολόκληρη φως και ολόκληρη πρόσωπο και ολόκληρη μάτι∙ και δεν υπάρχει κανένα μέρος αυτής της ψυχής που να μην είναι γεμάτο από τα πνευματικά μάτια του φωτός, δηλαδή κανένα μέρος της δεν είναι σκοτεινό, αλλ’  ολόκληρη αφού έγινε φως και πνεύμα και όλη αφού γέμισε μάτια, δεν υπάρχει μέρος σ’ αυτή που να χαρακτηρίζεται κάτω ή πίσω, αλλά από παντού είναι πρόσωπο, διότι έχει έρθει και έχει καθήσει πάνω σ’ αυτήν η απερίγραπτη ηθική ωραιότητα της δόξας του φωτός του Χριστού» (Όσιος Μακάριος ο Αιγύπτιος, ομιλία α΄).

Δεν είναι μόνον ο Χριστός το Φως του κόσμου, κατά την αποκάλυψη του Ίδιου. Φως γίνεται και ο κάθε άνθρωπος, ως ένα δεύτερο φως, όταν ενωθεί με την πηγή του, τον Κύριο Ιησού Χριστό. Το είπε απερίφραστα: «Εγώ ειμι το φως του κόσμου. Ο ακολουθών εμοί ου μη περιπατήσει εν τη σκοτία αλλ’ έξει το φως της ζωής». Ακολουθείς δηλαδή το Φως; Γίνεσαι και εσύ φως που το νιώθεις στην ύπαρξή σου ως την ίδια τη ζωή. Και δεν είναι δυνατόν να είναι διαφορετικά τα πράγματα, αφού Φως και Ζωή είναι ένα και το αυτό: ο Ίδιος ο Κύριος. «Εγώ ειμι η οδός, η αλήθεια και η ζωή». «Εγώ ειμι η Ζωή και η Ανάστασις». Οπότε, από την ώρα που ο Κύριος εισήλθε στον κόσμο και ως άνθρωπος, «τα πάντα πεπλήρωται φωτός, ουρανός τε, η γη και τα καταχθόνια». Εν Χριστώ το μόνο που υφίσταται είναι το φως – το τρισήλιον φως της άκτιστης Θεότητας: φως ο Πατήρ, φως ο Υιός, φως και το άγιον Πνεύμα.

Και πρέπει να διευκρινίσουμε ότι το φως αυτό του Χριστού που γίνεται φως και των ανθρώπων και λάμπει σε όλη τη δημιουργία, είναι η άκτιστη ενέργειά Του, ενέργεια όλου του Τριαδικού Θεού στην πραγματικότητα αφού είναι κοινή η ενέργεια στη Θεότητα, η οποία λέγεται ακριβώς και φως και δόξα και ζωή, που θα πει ότι είναι «πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης Αυτού» κατά την όραση και του προφήτη Ησαῒου, χωρίς να υπάρχει σύγχυση με τη φύση ή την ουσία του Θεού – δεν υπάρχει κανένας πανθεϊσμός στη χριστιανική πίστη. Λοιπόν, «εν τω Χριστώ τω Θεώ ζώμεν και κινούμεθα και εσμέν» και η πανταχού παρουσία Του και η ενέργειά Του αγκαλιάζει τους πάντες και τα πάντα μεταδίδοντάς τους τη ζωή και την αγάπη Του – ζωή και φως και οτιδήποτε άλλο δεν υφίσταται εκτός του Θεού∙ χωρίς Αυτόν τα πάντα είναι ανύπαρκτα, είναι κυριολεκτικά ένα «μηδέν». «Χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν». «Ότι παρά Σοί πηγή ζωής, εν τω φωτί Σου οψόμεθα φως».

Κι ακόμη πρέπει να διευκρινίσουμε ότι μιλώντας ο όσιος Μακάριος  για το φως του Χριστού που το δέχεται ο άνθρωπος δεν εννοεί εκείνη την ενέργεια του Θεού που προσφέρεται σε κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο, κατά τον άγιο Ιωάννη τον θεολόγο: «ο Χριστός ήταν το φως το αληθινό που φωτίζει κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο» - κάθε άνθρωπος οπουδήποτε στον κόσμο εφόσον έρχεται στην ύπαρξη είναι «σφραγισμένος» από τον Δημιουργό Χριστό. Αυτό είναι πράγματι φως Χριστού που αντανακλά την κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Εκείνου δημιουργία του ανθρώπου, που όμως πρέπει, μετά την πτώση του στην αμαρτία, να αυξηθεί δραστικά με την πίστη στον Χριστό για να φτάσει να γίνει σωτηριώδες φως για την ύπαρξή του. Με άλλα λόγια, ναι μεν κάθε άνθρωπος έχει φως Χριστού, διότι δεν υφίσταται ζωή χωρίς Εκείνον, όμως δεν είναι το φως της θεοποιού ενέργειάς Του ώστε να μπορεί να έχει μία ζωντανή αληθινή σχέση μαζί Του. Για να υπάρξει αυτό το σωτηριώδες φως απαιτείται η πίστη σ’ Εκείνον διά της εντάξεως στο σώμα Του με το βάπτισμα και την εν γένει εκκλησιαστική ζωή. Έτσι ο χριστιανός μόνο μπορεί ως μέλος πια Χριστού να δει Θεού πρόσωπο και να είναι φωτισμένος από την «ηθική ωραιότητα της απερίγραπτης δόξας Του».

Φως λοιπόν ο Χριστός, φως δεύτερο και ο κάθε εν επιγνώσει χριστιανός, ο οποίος ζει στην ύπαρξή του, την ψυχή και το σώμα του, το φως αυτό με τέτοιον τρόπο, που γίνεται, κατά τον λόγο του οσίου Μακαρίου, «όλος πρόσωπο και όλος μάτια» χωρίς να υφίσταται σ’ αυτόν οτιδήποτε σκοτεινό. Κι είναι ευνόητο ότι ο μέγας όσιος αναφέρεται στον «τέλειο» χριστιανό, εκείνον που με τη διαρκή πνευματική του άσκηση έχει φτάσει στο σημείο της πλήρους, κατ’ άνθρωπο, ψυχικής καθαρότητας, ζει δηλαδή αυτό που ο Κύριος μακάρισε: «μακάριοι οι καθαροί στην καρδιά, γιατί αυτοί θα δουν τον Θεό». Πώς το λέει με τον δικό του τρόπο  ο άγιος; Ο πιστός γίνεται φωτισμένος όταν «έχει ετοιμάσει την ψυχή του για θρόνο και κατοικία του Χριστού». Η ετοιμασία της ψυχής ως κάθαρσή της από οποιαδήποτε κηλίδα που εμποδίζει την ανάκλαση του φωτός του Χριστού είναι ο αγώνας της για τήρηση των αγίων εντολών Εκείνου. Όσο προσανατολίζεται κανείς και στρέφει την ύπαρξή του στον λόγο του Χριστού κάνοντάς τον πράξη, τόσο και καθαρίζει το κάτοπτρο της ψυχής για να αστράψει μέσα της το φως και η δόξα του Κυρίου της.

Από την άποψη αυτή όλα τα ψυχολογικά και λοιπά προβλήματα του ανθρώπου εξαφανίζονται. Διότι όλα αυτά πηγή έχουν τη σκοτεινιά της ψυχής από την ύπαρξη και τη λειτουργία των παθών μέσα της. Η έλλειψη του φωτός του Χριστού στον άνθρωπο προκαλεί όλες τις δυσλειτουργίες σ’ αυτόν, γι’ αυτό και είναι μονόδρομος η απόκτηση της ψυχικής υγείας του και η πλήρης αποθεραπεία του: η στροφή προς τον Χριστό. Απλώς τούτο γίνεται σταδιακά, σιγά σιγά, στον βαθμό που ο πιστός εφαρμόζει στη ζωή του, όπως είπαμε, το θέλημα του Θεού. Κι είμαστε ευγνώμονες στον μεγάλο Μακάριο, γιατί με τον εμπνευσμένο λόγο του δίνει το στίγμα της πορείας μας, υποδεικνύοντάς μας την τελειότητα: την ολοφώτεινη εν Χριστώ ύπαρξή μας, τη γεμάτη μάτια από το φως και το πνεύμα Χριστού – ο χριστιανός, ένας άλλος Χριστός μέσα στον κόσμο!

Πέμπτη 18 Ιανουαρίου 2024

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ

«Ο άγιος Αθανάσιος γεννήθηκε, όπως συμπεραίνουν ορισμένοι, στην Αλεξάνδρεια κατά το 295/6. Δεν έχουμε πολλές και ασφαλείς ειδήσεις για την παιδική και την εφηβική του ηλικία. Οι γονείς του ήταν Έλληνες και μάλλον εθνικοί και απέκτησε ικανοποιητική θύραθεν παιδεία στις εθνικές σχολές της Αλεξάνδρειας, κατά πληροφορίες του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου. Από μικρός βρέθηκε στο στενό περιβάλλον του Αλεξάνδρου Αλεξανδρείας, από τον οποίο έγινε αναγνώστης, γραμματέας και διάκονος (319). Εκεί γνώρισε πολύ καλά και την όλη εκκλησιαστική και θεολογική κατάσταση της εποχής, όπως και τον μοναχικό βίο. Διάκονος ακόμη, συνοδεύοντας τον επίσκοπο Αλέξανδρο, τον οποίο επηρέαζε πάρα πολύ, έκανε αισθητή την παρουσία του στην Α΄ εν Νικαία Οικουμενική Σύνοδο των 318 Πατέρων, που συγκροτήθηκε το 325 μ.Χ. κατά του Αρείου, στην οποία διέπρεψε περισσότερο από όλους με το ζήλο του υπέρ της διδασκαλίας του ομοουσίου. Το επόμενο έτος 326, διαδέχτηκε τον επίσκοπο Αλεξανδρείας Αλέξανδρο και αρνήθηκε την κοινωνία με τον Άρειο, διότι γνώριζε τη διαστροφή της γνώμης του και τη νόσο της αιρέσεως που εμφώλευε ακόμη στην καρδιά του. Γι’ αυτόν τον λόγο  άρχισαν αμέσως οι κατ’ αυτού συκοφαντίες και οι εχθρικές ενέργειες του αιρεσιάρχη αυτού, όπως και τα ληστρικά γνωστά συνέδρια και οι άδικες κατηγορίες εναντίον του και οι αλλεπάλληλες εξορίες που υπέστη από τους βασιλείς Κωνσταντίνο τον μεγάλο,  Κωνστάντιο τον υιό του, Ιουλιανό τον παραβάτη και τον θερμό προστάτη των αρειανών Ουάλη. Ο μεν μέγας Κωνσταντίνος τον εξόρισε από ευπιστία στις διαβολές των άλλων,  οι άλλοι όμως κινήθηκαν εναντίον του από τη δική τους ο καθένας κακοπιστία. Ο υπερασπιστής όμως της ορθοδοξίας Αθανάσιος,  άλλοτε συρόμενος από τη βία των ανθρώπων της εξουσίας, άλλοτε δίνοντας τόπο στην οργή των εχθρών, οδηγήθηκε στο Τρίβερι της Γαλλίας, κατέφυγε στη Ρώμη, φυγαδεύτηκε στις ερήμους, κρύφτηκε σε υπόγεια μήνες ολόκληρους, υπέμεινε μύριους κινδύνους και διωγμούς επί 46 χρόνια, μέσα στα οποία τον ανακαλούσαν για λίγο, για να διωχθεί και πάλι στη συνέχεια. Τελευταία, αφού αναφάνηκε στο ύψος του επισκοπικού του θρόνου σαν φωτεινό αστέρι, αλλά στη δύση του πια, και κατεφώτισε με τη λαμπρότητα των λόγων του τον ορθόδοξο λαό για μικρό διάστημα, έφτασε οριστικά στη δύση της ζωής του και αναπαύτηκε ο πολύ ταλαιπωρημένος από τους μακρούς κόπους και αγώνες του άγιος Αθανάσιος κατά το έτος 373».

  Ο άγιος Γρηγόριος ο θεολόγος στον επιτάφιό του για τον Μ. Αθανάσιο έγραψε: «Αθανάσιον επαινών, αρετήν επαινέσομαι», επαινώντας τον Αθανάσιο, είναι σαν να επαινώ την αρετή. Το ίδιο ακριβώς εκφράζει και η υμνολογία της Εκκλησίας μας σήμερα διά γραφίδος του αγίου Θεοφάνους του υμνογράφου, ο οποίος επαναλαμβάνει τον λόγο του αγίου Γρηγορίου ελαφρώς παραλλαγμένο: «Προσκομίζοντας τον έπαινο στον Αθανάσιο, σαν να εγκωμιάζω την αρετή, φέρνω μάλλον το εγκώμιο προς τον ίδιο τον Θεό». Γιατί τέτοιος εγκωμιασμός;

Πρώτον, διότι ο άγιος Αθανάσιος «υπήρξε η μεγαλύτερη φυσιογνωμία της αρχαίας Εκκλησίας. Σήκωσε το βάρος πολλαπλής και βαθιάς κρίσεως και θεμελίωσε θεολογικά και οριστικά την ορθόδοξη τριαδολογία…Για τέσσερις δεκαετίες και πλέον (328- 373) απέβη το σύμβολο και η κεφαλή, προς την οποία με αγωνία είχαν στραμμένα τα βλέμματα οι πάντες, ορθόδοξοι και κακόδοξοι. Οι λίγοι ορθόδοξοι, όσο έβλεπαν τον ιερό αετό όρθιο στον θρόνο του ή ανυποχώρητο στις εξορίες του, ήταν βέβαιοι πως η Ορθοδοξία ζει και αναθαρρούσαν. Οι πολλοί κακόδοξοι, όσο έβλεπαν όρθιο τον ανυπότακτο άνδρα, ήξεραν ότι παρά τους διωγμούς η Ορθοδοξία επιζεί και γι’ αυτό θηριώνονταν» (Σ. Παπαδόπουλος).

Δεύτερον, διότι στον άγιο βλέπουμε τις ιδιαίτερες προϋποθέσεις που απαιτούνται εκ μέρους του Θεού, προκειμένου να γίνει κατοικητήριο Αυτού και όργανο φανέρωσης της αλήθειας Του: τις φυσικές καταβολές και σπουδές του, τους αγώνες του για πνευματική κάθαρση του εαυτού του. «Καθάρισες από κάθε μολυσμό την ψυχή και το σώμα σου, Αθανάσιε, γι’ αυτό και αναδείχθηκες άξιος ναός του Θεού. Το πλήρωμα λοιπόν της αγίας Τριάδος, όλος ο Θεός, επαναπαύτηκε σε σένα, παμμακάριστε μύστη του Θεού». Ο άγιος υμνογράφος μάλιστα υπενθυμίζει ότι τον πνευματικό του αυτόν αγώνα τον ξεκίνησε ήδη εκ νεότητός του, γι’ αυτό και από την ηλικία αυτή απέκτησε φρόνημα πολιού γέροντος: «Κατάργησες τα σκιρτήματα των σαρκικών αμαρτωλών παθών με νεανικούς αγώνες, γι’ αυτό και ήδη από τη νεότητά σου απέκτησες σταθερό και γεροντικό σεβάσμιο φρόνημα, μακάριε Αθανάσιε».

Ο άγιος Αθανάσιος βεβαίως είναι ταυτισμένος με τους αγώνες υπέρ της ορθοδοξίας. Η Εκκλησία μας, όπως σημειώθηκε και παραπάνω, σ’ αυτόν οφείλει το γεγονός της διατρανώσεως της ορθόδοξης πίστης, με την έννοια ότι αυτός φωτίστηκε κατεξοχήν να δείξει στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο τις πλάνες των αντιπάλων, όταν ο αιρεσιάρχης Άρειος και οι ομόφρονές του, μπλεγμένοι σε κοσμικές φιλοσοφίες, απειλούσαν με διαστρέβλωση της αποκάλυψης του Χριστού και της αποστολικής διδασκαλίας. Την προσφορά αυτή επισημαίνουν οι ύμνοι της Εκκλησίας μας σε συντριπτικό ποσοστό. «Φύτευσες τα δόγματα της ορθοδοξίας και απέκοψες τα αγκάθια της κακοδοξίας, όσιε, πληθαίνοντας έτσι τον σπόρο της πίστεως με τη βροχή του αγίου Πνεύματος». «Αφού κήρυξες ορθόδοξα τον Λόγο του Θεού, τον Χριστό, ότι είναι ομότιμος και σύνθρονος με τον Πατέρα, όπως και ότι είναι μονογενής Υιός Του, διδάσκεις πάλι, επώνυμε της αθανασίας Πατέρα, ότι και το άγιον Πνεύμα είναι συμφυές και ομοούσιο με τον Γεννήτορα Πατέρα  και τον Υιό». «Εξόρισες παράξενα δόγματα και ξένα προς την Εκκλησία του Χριστού, και θεολόγησες την Τριάδα των υποστάσεων και την Μονάδα της Θεότητος».

Οι αγώνες όμως υπέρ της ορθοδοξίας επισύρουν πάντοτε τη μήνη, κατά παραχώρηση βεβαίως του Θεού, του ίδιου του αρχέκακου διαβόλου, ο οποίος μεγαλύτερη χαρά δεν έχει από το να αλλοιώνεται η αληθινή πίστη του Χριστού. Διότι αλλοιωμένη πίστη σημαίνει και αλλοιωμένο τρόπο ζωής. Το δόγμα ως η διατύπωση της αλήθειας, ως γνωστόν, έχει άμεση επίπτωση προς το ήθος του ανθρώπου, δείγμα ότι οι αιρετικοί δεν μπορούν και να ζήσουν κατά τον τρόπο του Χριστού, δηλαδή τον τρόπο της αγάπης. Κατανοεί λοιπόν κανείς εύκολα και το γιατί υπέστη τόσους διωγμούς, τόσες συκοφαντίες ο μέγας αστήρ Αθανάσιος. «Λύσσαξε», κατά το κοινώς λεγόμενο, ο διάβολος και υποκίνησε τα όργανά του, προς εξαφανισμό του αγίου. Αλλ’  είπαμε, όλα γίνονται κατά παραχώρηση Θεού, που σημαίνει ότι υπάρχει έλεγχος των δαιμονικών ενεργειών και όριο στις επιθέσεις τους, με σκοπό να φανερωθεί  μέσω των επιθέσεων αυτών ακόμη περισσότερο η λάμψη της αλήθειας και η αγιότητα των φορέων αυτής. Ο άγιος υμνογράφος Θεοφάνης, όντως επικεντρώνει επ’ αρκετόν και στη διάσταση αυτή από τη ζωή του αγίου Αθανασίου. «Άπειροι οι κίνδυνοι που δοκίμασες, μακάριε, καθώς αγωνιζόσουν υπέρ της αληθινής πίστεως». «Έμεινες καρτερικός στους διωγμούς και υπέμεινες τους κινδύνους, όσιε θεορρήμον Αθανάσιε, μέχρις ότου εξόρισες την άθεη πλάνη του Αρείου».

Η Εκκλησία μας δεν φείστηκε καθόλου των επαίνων, για να δείξει το μέγεθος του αγίου Αθανασίου. Και μόνο το γεγονός ότι, μεταξύ των όσων είπαμε, τον χαρακτηρίζει ως τον δέκατο τρίτο από τους αποστόλους, που μέσω αυτού μιλούσε ο ίδιος ο Κύριος και το ίδιο το άγιον Πνεύμα, αρκεί για να καταλάβουμε τι σημαίνει Αθανάσιος και γιατί η θεολογία της Εκκλησίας μας κατά βάση έχει χαρακτηριστεί «αθανασιανή». «Η ζωηφόρος πνοή του Πνεύματος του Χριστού, που επιφοίτησε πριν κατά τρόπο θεοπρεπή στο υπερώο της Ιερουσαλήμ, και γέμισε τους μαθητές, σε αναδεικνύει δέκατο τρίτο απόστολο, πάτερ». «Έχοντας τον Χριστό να ομιλεί, Πάτερ, με τη γλώσσα σου, σαν εύηχο όργανο, στηλιτεύεις, μακάριε, με τα γραπτά σου την αίρεση των ειδώλων».

Τετάρτη 17 Ιανουαρίου 2024

ΜΕΓΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ

 

Καλλιέργεια καλών λογισμών

 Ο μέγας Πατήρ της Εκκλησίας όσιος Αντώνιος, τον οποίο προβάλλει η Εκκλησία μας ως τύπο αρτίου ανθρώπου διαχρονικά, είχε κατανοήσει ότι δεν υπάρχει περίπτωση να αγιάσει ο χριστιανός, αν δεν ελέγχει τον εσωτερικό του κόσμο, κυρίως δε τους λογισμούς του -  ό,τι τόνιζαν και οι σύγχρονοι άγιοι Πορφύριος, Παῒσιος, Σωφρόνιος κ.ά. Διότι ο έλεγχος αυτός φέρνει την καθαρότητα της ψυχής, η οποία αποτελεί τη μόνη  προϋπόθεση για να ζει κανείς την παρουσία της χάρης του Θεού στην ύπαρξή του – «μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται». Λέει συγκεκριμένα: 

«Ας μην απατώμεθα…ούτε να φαινώμεθα δειλοί ούτε να δημιουργούμε φόβους… Ας μη φέρνουμε καθόλου τέτοιες σκέψεις στον νου μας ούτε να μας πιάνη η λύπη σαν να είμαστε πια χαμένοι. Απεναντίας να νιώθουμε θαρραλέοι και πάντοτε χαρούμενοι, σαν να έχουμε ήδη σωθή» (Βίος αγίου Αντωνίου από Μ. Αθανάσιο).

Ο μέγας άγιος ευρισκόμενος μέσα στην Παράδοση της Εκκλησίας πίστευε ότι οι καλοί λογισμοί και η εξάσκηση των αρετών είναι τα μόνα σύμφωνα προς τη φύση του ανθρώπου. Διότι ο Θεός μάς δημιούργησε για να ζήσουμε μαζί Του, τηρώντας το θέλημά Του και καλλιεργώντας τις αρετές. Οι φαύλοι λογισμοί και οι πονηρές σκέψεις αποτελούν εκτροπή από την ορθή πορεία. Όπως ο ίδιος το λέει: «Το να είναι η ανθρώπινη ψυχή ευθεία, αυτό αποτελεί τη φυσική της νοερά κατάσταση, όπως δηλαδή δημιουργήθηκε. Όταν όμως διαστραφεί «το κατά φύσιν», τότε αυτή η κατάσταση ονομάζεται κακία της ψυχής. Διότι αν μείνουμε όπως πλασθήκαμε, είμαστε μέσα στην περιοχή της αρετής. Όταν όμως σκεπτόμαστε τα φαύλα πράγματα, σαν κακοί αξίζει να κριθούμε… Εφ’ όσον είναι στα χέρια μας, ας φυλαχθούμε από τους βρωμερούς λογισμούς και ας φυλάξουμε την ψυχή μας για τον Κύριο».

Ιδιαιτέρως είναι σημαντική η επισήμανση του οσίου κατά τη διεξαγωγή του πνευματικού αγώνα: «να νιώθουμε θαρραλέοι και χαρούμενοι, σαν να έχουμε ήδη σωθεί». Όχι μόνο δηλαδή απαιτείται να καλλιεργεί κανείς καλούς λογισμούς, μα εξαιρέτως στις δυσκολίες θα πρέπει να παραστήσει με εικονιστική δύναμη ενώπιόν του τη διέξοδο, την υπέρβαση και τη λύση των δυσκολιών – τον κατεξοχήν καλό λογισμό. Που σημαίνει: μία δυσκολία και ένα πρόβλημα θα ξεπεραστούν στον βαθμό που απεγκλωβίσει κανείς τον νου του από το πρόβλημα και τον προσανατολίσει στη λύση και τη νίκη. «Νίκα εν τω αγαθώ το κακόν» κατά τη φράση της Γραφής.

Η διδασκαλία αυτή του αγίου δεν ήταν μία γνώση που απέκτησε από μελέτη βιβλίων ή ακούγοντας σοφούς. Ήταν η εμπειρία από τη βιωματική μαθητεία του πολλών χρόνων «παρά τους πόδας» οσίων φημισμένων ασκητών της εποχής του. Κοντά τους δεν έψαχνε τα τυχόν ψεγάδια τους που ασφαλώς ως άνθρωποι είχαν. Τον ενδιέφερε η αρετή που καλλιεργούσαν και αυτήν σημείωνε για δικό του παραδειγματισμό.

«Υποτασσόταν πραγματικά σε φημισμένους πατέρες. Πήγαινε να τους συναντήσει κι εφάρμοζε στον εαυτό του του καθενός το προτέρημα της αρετής και της ασκήσεως. Έβλεπε στον ένα τον ευχάριστο χαρακτήρα, στον άλλον την προθυμία στην προσευχή, του ενός μελετούσε την πραότητα, του άλλου τα φιλάνθρωπα  αισθήματα... Τον ένα εθαύμαζε για την υπομονή του και τον άλλον για τις νηστείες και την μακροθυμία. Όλων όμως μαζί σημείωνε τον έρωτά τους για τον Χριστό και την μεταξύ τους αγάπη».

Κι εντέλει να πούμε ότι ο έρωτας για τον Χριστό που εκφραζόταν ως αγάπη προς τον πλησίον πυράκτωσε και τη δική του καθαρή ψυχή. Ό,τι σκεφτόταν, ό,τι έλεγε και έκανε πήγαζε από την αγάπη του αυτή. Το είχε άλλωστε επισημάνει και στον απόστολο Παύλο. Εκείνος δεν έγραφε προς τους Ρωμαίους ότι τίποτε δεν μπορεί να τον χωρίσει από την αγάπη του Χριστού; «Τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού;» Κατά τον ίδιο τρόπο και ο Αντώνιος είχε διαρκώς το βλέμμα και τους λογισμούς του στην αγάπη Εκείνου. «Δεν με τρομάζουν τα τραύματα που μου κάνατε,  (δαίμονες). Και αν με γεμίσετε με περισσότερα, “τίποτε δεν θα με χωρίσει από της αγάπης του Χριστού”». Γι’ αυτό και κατέληγε πάντα οποιοδήποτε λόγο του με τον ίδιο επίλογο: «Τίποτα να μην προτιμάτε στον κόσμο από την αγάπη προς τον Χριστό». Και: «Χριστόν πάντοτε αναπνέετε».

Σάββατο 13 Ιανουαρίου 2024

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΕΡΜΥΛΟΣ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΟΝΙΚΟΣ

«Οι άγιοι Έρμυλος και Στρατόνικος έζησαν επί Λικινίου του βασιλέως. Ήταν δε ο άγιος Έρμυλος κατά την Εκκλησιαστική τάξη Διάκονος. Όταν παραστάθηκε μπροστά στον βασιλιά και ομολόγησε το όνομα του Χριστού, πρώτον μεν κτυπήθηκε στους σιαγόνες με κάποια χάλκινα όργανα, έπειτα καταξύσθηκε και γέμισε πληγές, ενώ προσκαλούσε και τον Στρατόνικο, που ήταν φίλος του, να ομολογήσει την πίστη του. Αυτός όταν στράφηκε και είδε τον άγιο Έρμυλο να κτυπιέται στους σιαγόνες και με ράβδους από ξίφη να του ανοίγουν την κοιλιά και την καρδιά, δάκρυσε. Επειδή αμέσως έγινε φανερός ότι συνέπασχε με τον άγιο Έρμυλο με την προαίρεσή του, ομολόγησε ότι και ο ίδιος είναι Χριστιανός. Οπότε κτυπήθηκε κι αυτός και ρίχτηκε μαζί με τον άγιο Έρμυλο στον ποταμό Ίστρο, όπου δέχτηκαν και οι δύο το μακάριο τέλος. Τελείται δε η σύναξή τους στον ευκτήριο οίκο του αρχαγγέλου Μιχαήλ, που βρίσκεται στην Οξεία».

Ο άγιος Ιωσήφ ο υμνογράφος εμμένει στον τρόπο του μαρτυρικού τέλους των αγίων, τον πνιγμό τους στον ποταμό Ίστρο, τον Δούναβη. Θεωρεί ότι ο πνιγμός τους αυτός υπήρξε και το ισχυρότερο όπλο τους, προκειμένου να πνίξουν και οι ίδιοι με τη χάρη του Θεού τον διάβολο, εισερχόμενοι έτσι θριαμβευτικά στη Βασιλεία των Ουρανών. «Στα νερά και οι δύο μαζί δεχτήκατε, σοφοί, το μακάριο τέλος και βυθίσατε σ’ αυτά τον Βελίαρ, τον διάβολο, με τη χάρη του Θεού μας, μακάριοι. Γι’ αυτό και αφού λάβατε ως νικηφόροι το στεφάνι του μαρτυρίου, χαίρεστε μαζί με τις χορείες των αγγέλων». Η νίκη τους αυτή απέναντι στον διάβολο μέσω του βυθισμού τους στα νερά παραπέμπει, κατά τον υμνογράφο, στον ίδιο τον Κύριο: και Εκείνος στα ρείθρα του Ιορδάνη ποταμού βύθισε την αμαρτία και την ασέβεια ημών των ανθρώπων, οπότε κατά αντίστοιχο τρόπο και οι άγιοι με το μαρτύριό τους αποξήραναν τους ποταμούς της αθεΐας.

Ο βυθισμός τους στα νερά του ποταμού οδηγεί τον άγιο υμνογράφο να τους δει «αφαιρετικά» με τα μάτια της πίστεως: πριν να ριχτούν οι άγιοι στο ποτάμι, είχαν ήδη «βυθιστεί» οι ίδιοι, είχαν γεμίσει από τα ζωοποιά νάματα της παρουσίας του αγίου Πνεύματος. Βυθισμένοι λοιπόν στα νερά της χάρης του Θεού, ρίχτηκαν στα ρείθρα του ποταμού. Με αποτέλεσμα: αφενός, όπως είπαμε, να πνίξουν τον διάβολο, τον προστάτη της κακίας, αφετέρου οι ίδιοι να γίνουν ένα νέο ποτάμι, που προσφέρει ως κρουνός τα ιάματα της χάρης του Θεού. «Ναμάτων ζωοποιών πληρωθέντες, ποταμίοις απερρίφητε ρείθροις∙ και εν αυτοίς δεδεγμένοι το τέλος, τον της κακίας προστάτην επνίξατε, πανεύφημοι∙ και νυν ημίν ιαμάτων κρουνούς αναβλύζετε». Θυμάται όμως ο άγιος Ιωσήφ και από την Παλαιά Διαθήκη τον προφήτη που ρίχτηκε στη θάλασσα και τον κατάπιε το θαλάσσιο κήτος, τον προφήτη Ιωνά. Στα νερά ο προφήτης, στα νερά και οι σημερινοί άγιοι. Και ποια η εν προκειμένω σχέση; Όπως, λέει, ο Θεός διά του κήτους έσωσε τον προφήτη, έτσι και τώρα έσωσε τους αγίους, ως προς τα αγιασμένα λείψανά τους. Θαυμάζει κανείς την άνεση με την οποία  κινείται ο υμνογράφος της Εκκλησίας μας στον ευρύτερο χώρο της αποκάλυψης του Θεού. Το Πνεύμα του Θεού τον εμπνέει να κάνει συσχετισμούς, που οι πολλοί αδυνατούμε να κάνουμε. «Αυτός που διέσωσε με παράδοξο τρόπο  από την κοιλιά του κήτους τον Προφήτη που κινδύνευε, ο Ίδιος διασώζει από τα ποτάμια ύδατα και τα δικά σας νικηφόρα λείψανα μετά το τέλος σας, αθλοφόροι». Κι είναι σαν να μας λέει ο άγιος υμνογράφος: όπως ο προφήτης – τύπος της Αναστάσεως του Κυρίου -  μετά τη διάσωσή του κήρυξε τη μετάνοια στους Νινευίτες, έτσι και οι άγιοι κηρύσσουν τη μετάνοια και σε εμάς, μέσα όμως από τα αγιασμένα λείψανά τους. Διότι τα λείψανα των αγίων, μεταφέροντας τη χάρη του Θεού που έχουν, τι άλλο συνιστούν,  παρά μία διαρκή υπόμνηση αφενός της υπέρβασης του θανάτου, αφετέρου της μετάνοιας προς σωτηρία των ανθρώπων;

Πέραν και άλλων εποικοδομητικών διαστάσεων που επισημαίνει από τη ζωή των αγίων ο άγιος υμνογράφος, μας θυμίζει και το εξής: οι άγιοι χριστομάρτυρες Έρμυλος και Στρατόνικος, με την όλη κατά Χριστό πορεία τους κατεδάφισαν τα ινδάλματα της πλάνης, την ειδωλολατρία. Η κατεδάφιση όμως αυτή έγινε με θετικό τρόπο, δηλαδή με τη φανέρωση μέσω της ίδιας τους της ύπαρξης της αλήθειας του Θεού, της γνώσης του αληθινού Θεού, συνεπώς γενόμενοι οι ίδιοι ναοί του ζωντανού Θεού. Κι είναι το σημαντικότερο τούτο  που μας φανερώνουν οι άγιοι: όταν ζούμε με τον τρόπο που θέλει ο Θεός, όταν γινόμαστε φανέρωση του αγίου θελήματός Του, τότε εξαφανίζεται το όποιο σκοτάδι της πλάνης και κτίζονται στον κόσμο οι αληθινοί ναοί, οι ίδιες οι υπάρξεις των χριστιανών. «Κατεδαφίσατε τα ινδάλματα της πλάνης, απλανείς χριστομάρτυρες. Κι αναστήσατε τους εαυτούς σας σαν σεπτούς ναούς και στήλες της θεογνωσίας».