Πέμπτη 23 Νοεμβρίου 2023

ΓΙΑ ΝΑ ΜΗ ΓΙΝΟΜΑΣΤΕ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΙ!

Ὁ λόγος τοῦ Κυρίου μας εἶναι παραπάνω ἀπό σαφής καί λειτουργεῖ ὡς φωτιά: «Ὁ μή ὤν μετ’ ἐμοῦ κατ’ ἐμοῦ ἐστι καί ὁ μή συνάγων μετ’ ἐμοῦ σκορπίζει». Ὅποιος δέν βρίσκεται στήν ἀδιάκοπη ἀκολουθία τοῦ Κυρίου, στό κυνηγητό θά λέγαμε τῶν ἁγίων Του ἐντολῶν, ἐκεῖνος αὐτομάτως μεταβαίνει στήν ἐνάντια θέση πρός Αὐτόν, γίνεται κυριολεκτικά ἀντίχριστος – δέν ὑπάρχει ἐνδιάμεση κατάσταση! Ἀντίχριστος δηλαδή δέν εἶναι μόνον αὐτός πού ἐν ἐπιγνώσει ἐναντιώνεται πρός τόν λόγο καί τό θέλημα τοῦ Κυρίου, ὁ Πονηρός καί ὅλα τά ὄργανά του: οἱ συνειδητοί αἱρετικοί, οἱ ἐχθροί τῆς πίστεως καί τῆς Ἐκκλησίας, ὅλοι οἱ κατά καιρούς χλευαστές καί διῶκτες τῶν πιστῶν, ἀλλά καί κάθε θεωρούμενος πιστός, ὁ ὁποῖος ὅμως ἐκτρέπεται εἴτε μέ τή συμπεριφορά του είτε μέ τούς λόγους του είτε καί μέ τούς λογισμούς του ἀπό τήν ὁδόν τοῦ Κυρίου, ἀπό τόν Ἴδιο δηλαδή καί τίς ἐντολές Του! Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ κάθε ὥρα καί στιγμή μας ἀποκαλύπτει ἄν εἴμαστε τοῦ Χριστοῦ ἤ τοῦ ἀντιχρίστου! Ἴσως δέν συνειδητοποιοῦμε ὅτι οἱ «ἐξετάσεις» γιά τή χριστιανοσύνη μας δίνονται ἀδιάκοπα καί καθημερινά. Ὄταν ἡ Ἐκκλησία μας, στοιχώντας στόν λόγο τοῦ Κυρίου, προτρέπει «Καταξίωσον, Κύριε, ἐν τῇ ἡμέρᾳ (τῇ ἑσπέρᾳ, τῇ νυκτί) ταύτῃ ἀναμαρτήτους φυλαχθῆναι ἡμᾶς» (ἀξίωσέ μας, Κύριε, αὐτήν τήν ἡμέρα ἤ τήν ἑσπέρα ἤ τή νύκτα νά διαφυλαχθοῦμε ἀναμάρτητοι), δέν τό κάνει εἰκῆ καί ὡς ἔτυχε. Ἔχει ἀπόλυτη συναίσθηση τῆς παραπάνω πραγματικότητας: κάθε ὥρα κερδίζουμε ἤ χάνουμε τόν Χριστό, κάθε στιγμή θησαυρίζουμε γιά τόν ἑαυτό μας ἤ πλουτίζουμε κατά Θεόν. Ὅταν παρακάλεσαν κάποιοι πιστοί τόν Γέροντα Ζαχαρία (Ζάχαρου), τόν πνευματικό τῆς Ἱ. Μ. ἁγίου Ἰωάννου Προδρόμου στό Ἔσσεξ τῆς Ἀγγλίας, ὑποτακτικό τοῦ ὁσίου Σωφρονίου τοῦ Ἀθωνίτου, νά τούς πεῖ ἕναν ἐμπειρικό λόγο ἀπό τή ζωή τῶν ὁσίων Σιλουανοῦ καί Σωφρονίου γιά νά κρατηθοῦμε μέσα στή λαίλαπα τῶν καιρῶν,  ἐκεῖνος ἀπάντησε: «Ἕναν λόγο γιά ὅλους μας! Μέ ἁπλότητα καί μέ πάθος μᾶς μιλοῦσε γι’ αὐτόν τόν λόγο πού ἐπαναλαμβάνουμε καθημερινά: “Καταξίωσον, Κύριε, ἐν τῇ ἡμέρᾳ καί ἐν τῇ ἑσπέρᾳ καί ἐν τῇ νυκτί ταύτῃ ἀναμαρτήτους φυλαχθῆναι ἡμᾶς”! Ἕνα πρόγραμμα ὑπάρχει στή ζωή μας! Νά ἐξαλείψουμε τήν ἁμαρτία καί νά ἀποκτήσουμε τό ἱμάτιο τοῦ ἁγιασμοῦ!»

Δέν εἶναι τυχαῖο γι’ αὐτό ὅτι ὁ ἀπόστολος Παῦλος,  καί ὅχι μόνον βεβαίως, διαλαλεῖ «ὁ δοκῶν ἑστάναι βλεπέτω μή πέσῃ» (ὅποιος νομίζει ὅτι στέκεται στήν πίστη ἄς προσέχει μήπως πέση), γιατί καιροφυλακτεῖ ὄχι μόνο ὁ Πονηρός διάβολος πού κατά τόν ἀπόστολο Πέτρο «ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίῃ», ἀλλά πρώτιστα ὁ ὅλος περίγυρός μας, ἡ περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα πού λέμε, μέσα στήν ὁποία κατ’ ἀνάγκη βρισκόμαστε κι ἐμεῖς καί ἀναπνέουμε, πού σημαίνει ὅτι καί ἐπηρεαζόμαστε, κατεξοχήν δέ τά ἴδια τά πάθη μας, τά ὁποῖα στόν κόσμο τοῦτο βρίσκονται ἄλλα πρός καιρόν σέ λανθάνουσα κατάσταση, ἄλλα ὅμως σέ ἔξαρση καί πάνω στά ὁποῖα δουλεύει βεβαίως ὁ Πονηρός. Ποῦ συνήθως ὁδηγεῖ ἡ ὅλη αὐτή κατάσταση παρά στήν τυραννίδα όπως χαρακτηρίζεται ἀπό τούς ἁγίους Πατέρες μας «τῆς λήθης»; Σαν νά μᾶς ἀποκοιμίζουν τά πάθη μας καί νά μᾶς ὁδηγοῦν ὕπουλα καί «γλυκά» ἐκεῖ πού παραμένει ἀκοίμητος ὁ προαιώνιος ἐχθρός μας.

Ὁπότε ἀπαιτεῖται τό αὐτονόητο: ὁ διαρκής ἐπανευαγγελισμός μας! Λόγω τοῦ εὔθραυστου τῆς φύσεώς μας. «Τά αὐτά γράφειν ὑμῖν ἐμοί μέν οὐκ ὀκνηρόν, ὑμῖν δέ ἀσφαλές» (Φιλ. 3, 1) θά πεῖ καί πάλι ὁ μέγας ἀπόστολος. Γιατί ξέρει καλύτερα ἀπό κάθε ἄλλον τό πόσο ἡ ἁμαρτία βαρύνει τόν ἔσω ἄνθρωπο καί τόν καθιστᾶ ἀνίσχυρο. Καί χρειάζεται ἡ ἐπανάληψη, ἡ διαρκής ὑπενθύμιση, ὁ διαρκής ἐμβαπτισμός μας στόν λόγο τόν Εὐαγγελικό, μέσα στόν ὁποῖο πρέπει νά ἐντάξουμε καί τόν Πατερικό λόγο, τόν ὑμνολογικό, τά συναξάρια τῶν ἁγίων, γιά νά παραμένουμε ξύπνιοι, νά παραμένουμε ὄρθιοι, νά στεκόμαστε στήν πίστη, σάν τόν σχοινοβάτη πού παλεύει πάντοτε νά παραμείνει πάνω στό σχοινί. «Ὀρθοδοξία ἐστίν τό ἀεί σχοινοβατεῖν» ἄλλωστε κατά τή γνωστή Πατερική ρήση, συνεπῶς ἡ νήψη καί ἡ ἐγρήγορση - «νήψατε, ἀγρυπνεῖτε, γίνεστε ἕτοιμοι» εἶναι οἱ διαρκεῖς προτροπές τοῦ Κυρίου καί τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καί ὅλων τῶν ἁγίων μας -  συνιστοῦν τά ἐχέγγυα γιά νά εἶναι κανείς χριστιανός. «Προσέχετε ἑαυτοῖς, λέει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, μήποτε βαρηθῶσιν ὑμῶν αἱ καρδίαι εν κραιπάλῃ καί μέθῃ καί μερίμναις βιωτικαῖς, καί αἰφνίδιος ἐφ’ ὑμᾶς ἐπιστῇ ἡ ἡμέρα ἐκείνη… Ἀγρυπνεῖτε οὖν ἐν παντί καιρῷ δεόμενοι…» (Λουκ. 21, 34.36).

Εἶναι πολύ ἀξιοσημείωτα ἐν προκειμένω τα λόγια τοῦ ἀγαπημένου νεωτέρου ἁγίου τῆς Ρωσικῆς καί σύμπασας Ἐκκλησίας Ἰωάννου της Κροστάνδης: «Λέγε συνεχῶς μέσα στήν καρδιά σου: ὁ Χριστός εἶναι Ἀγάπη. Ἔτσι θά ἀγαπᾶς ὅλους τούς ἀνθρώπους, θυσιάζοντας χάριν αὐτῆς τῆς Ἀγάπης ὅ,τι ἔχεις ἀκριβό, ἀκόμη καί τήν ἴδια σου τή ζωή» (Ἡ ἐν Χριστῶ ζωή μου). Μέ ἄλλα λόγια ὅλος ὁ ἀγώνας εἶναι νά διακρατηθοῦμε μέσα στή διαρκή μνήμη τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ μας, κατά τό «οἱ ὀφθαλμοί μου διά παντός πρός τόν Κύριον», διότι καί ἡ ἐλάχιστη ἀπόκλιση ἀπό τήν ὅρασή Του θά σημάνει τήν ἔκπτωσή μας ἀπό Αὐτόν˙ ὄχι πάντα τή συγκλονιστική καί ἀπόλυτη, ἀλλ’ ἔστω καί τήν ἐλάχιστη, ἡ ὁποία ὅμως ἄν δεν προσεχθεῖ θά μᾶς συμπαρασύρει πράγματι στόν ὄλεθρο. «Μνημονευτέον τοῦ Θεοῦ μᾶλλον ἤ ἀναπνευστέον» θά πεῖ καί ὁ ἄγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Πιό πολύ κι ἀπ’ τήν ἀναπνοή ἡ μνήμη τοῦ Θεοῦ, γιατί χωρίς Θεό τί νά τήν κάνει κανείς καί τή ζωή; Εἶναι μία ζωή ἐν θανάτῳ.

Τετάρτη 22 Νοεμβρίου 2023

"ΖΕΙ ΚΥΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΣ!"

 

Μνήμη του αγαπημένου οσίου Γέροντος Ιακώβου του εν Ευβοίᾳ σήμερα, η επομένη ημερολογιακά μετά την εις Κύριον οσιακή εκδημία του, την 21η Νοεμβρίου 1991. Έχουν γραφεί και γράφονται πολλά για τον όσιο αυτόν της εποχής μας, δεδομένου ότι πάμπολλοι ήταν εκείνοι που ήλθαν σ’ επαφή μαζί του, τον άκουσαν, τον είδαν, τον παρατήρησαν καλά, τον ψηλάφησαν, αλλά λιγότεροι εκείνοι που είχαν ανοικτές τις πνευματικές τους αισθήσεις για να οσφρανθούν και να γευτούν την αγιότητα που εξέπεμπε, ώστε να παρακινηθούν ακόμη περισσότερο στον αγώνα της μετανοίας και της πνευματικής τους προκοπής. Διότι ως γνωστόν η συναναστροφή με έναν άγιο δεν φέρνει αυτονόητα την επί τα βελτίω διάθεση ενός ανθρώπου. Η συναναστροφή μπορεί να είναι επιφανειακή, σαν ένα θέαμα ενός «παράδοξου» γεγονότος, αλλά μπορεί επίσης να είναι μία ώρα χάρης Θεού – εκεί που υπάρχει στον άνθρωπο ετοιμότητα συνάντησης με Εκείνον.  

Αυτό που θα θέλαμε να σημειώσουμε είναι ένα περιστατικό μαζί του, όπου είπε σε μία μικρή ομάδα που τον είχαμε επισκεφτεί το 1989, το πώς προκλήθηκε από μία (μακαριστή πια) συγγραφέα (που κι εκείνη είχε έλθει μαζί με κάποιους επιστήμονες λίγο καιρό πρωτύτερα από εμάς) για την ύπαρξη ή μη του Θεού στην εποχή μας.

 «”Υπάρχει Θεός, Γέροντα;” με ρώτησε», είπε ο όσιος, «κι εγώ της απάντησα: «Ζει Κύριος ο Θεός, κ. ..., ζει Κύριος ο Θεός!»

Προφανώς η μακαριστή συγγραφέας, γνωστή για την ορθόδοξη πίστη της και την ομολογιακή διάθεσή της, δεν αμφισβητούσε τον Θεό. Ευρισκόμενη μαζί με άλλους, που ίσως δεν είχαν την ίδια πίστη μ’ εκείνην, θέλησε να εκμεταλλευτεί τον όσιο Γέροντα για να αποσπάσει μία απάντηση, η οποία θα ήταν έκφραση της αγίας βιοτής του, μία μαρτυρία κυριολεκτικά ενός ανθρώπου που είχε γεύση και αίσθηση Θεού. Πόσες φορές άλλωστε δεν έχουμε διαβάσει ή ακούσει για παρόμοιες καταστάσεις, ακόμη και στο Γεροντικό, όπου άνθρωποι της Εκκλησίας επισκεπτόμενοι οσίους ασκητές τούς πείραζαν κατά κάποιον τρόπο, προκειμένου ακριβώς να αποσπάσουν μία ομολογία, η οποία θα τους οδηγούσε σε αποκάλυψη του θησαυρού της καρδιάς τους; Όλοι για παράδειγμα έχουμε διαβάσει για το «πείραγμα» που έκαναν συνασκητές του μεγάλου οσίου Μωυσέως του Αιθίοπος, οι οποίοι τον «κέντριζαν» λέγοντάς του «εσύ δεν είσαι ο Μωυσής, ο εγωιστής, ο πόρνος, ο μοιχός, ο φιλήδονος;». Για να εισπράξουν την απάντηση: «Ναι, πράγματι εγώ είμαι. Εύχεσθε ο Θεός να μου δώσει μετάνοια». Η πρόκλησή τους δηλαδή γινόταν με καλοπροαίρετη διάθεση, για να αποκαλυφθεί το πνευματικό ύψος του αββά Μωυσή.

Κάτι παρόμοιο λοιπόν πρέπει να έγινε και με τη συγγραφέα σε σχέση με τον όσιο Ιάκωβο. Η ερώτησή της δεν προϋπέθετε απιστία, αλλ' ήταν πρόκληση να «κλέψει» η πιστή αυτή γυναίκα κάτι από τον κρυμμένο θησαυρό του αγίου, κι ίσως – το πιθανότερο όπως είπαμε - να του δώσει την αφορμή να μιλήσει για την εμπειρία που είχε του Θεού, ώστε να ακούσουν και να ωφεληθούν οι γνωστοί και φίλοι της. Και πράγματι, αυτό και έγινε. Ενώ φάνηκε ότι «πειράχτηκε» ο όσιος – αυτή ήταν η αίσθηση που απεκόμισα εκείνην τη στιγμή – όμως με τη βροντώδη φωνή του της απάντησε με τον παραπάνω τρόπο: «Ζει Κύριος ο Θεός, κ. ..., ζει Κύριος ο Θεός!».

Κι αυτό ήταν ακριβώς το διαρκές βίωμα του αγίου Ιακώβου. Όσοι τον πλησίαζαν και τον συναναστρέφονταν αυτό πρωτίστως εισέπρατταν – ο άγιος μετάγγιζε μ’ έναν τρόπο μυστικό τη ζωντανή παρουσία Χριστού του  Θεού, τον Οποίον ανέπνεε την κάθε στιγμή της ζωής του. Κι είμαστε βέβαιοι ότι πρόκειται για το ίδιο βίωμα που είχαν όλοι οι άγιοι της Εκκλησίας μας, παλαιότεροι και νεώτεροι: ο Χριστός ήταν το κέντρο της ζωής τους, κατά τον τρόπο που το μαρτυρεί ο απόστολος Παύλος: «ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός». Είναι συγκλονιστικό να διαβάζει κανείς την παρεμφερή ομολογία που έκανε ο μεγάλος επίσης λόγιος όσιος Σωφρόνιος του Έσσεξ, όταν ρωτήθηκε προς το τέλος της ζωής του από κάποιον προσκυνητή για να πει κάτι για τη ζωή του. «Το μόνο που βλέπω», απάντησε εκείνος, «στρέφοντας το βλέμμα μου στον εαυτό μου, είναι μόνον ο Χριστός».

Και πρόκειται για ομολογία των αγίων, η οποία ναι μεν αποκαλύπτει την κοινωνία που είχαν με τον ζωντανό Θεό, αλλά ταυτοχρόνως συνιστά και την... κατάργηση κάθε απορίας. Θέλουμε να πούμε ότι όταν ένας κοινός άνθρωπος, πιστός έστω, βρεθεί μέσα στην «ακτίνα» δράσεως ενός αγίου ανθρώπου, εκεί αναβιβάζεται σε άλλο επίπεδο, πέρα  από τα κοινά επίγεια μέτρα – εκεί που υπερβαίνεται η λογική και «απασφαλίζονται» και άλλες διαστάσεις της ύπαρξης του ανθρώπου.  Όπως το σημειώνει σπουδαίος σύγχρονος θεολόγος, (συγγενής μάλιστα του οσίου Σωφρονίου), ο οποίος ασχολήθηκε επισταμένως και με τη θεολογία του οσίου, ο π. Νικόλαος Σαχάρωφ. «Ο γέροντας Σωφρόνιος», γράφει, «επικαλείται το αγιογραφικό “ἐν ἐκείνῃ τῆ ἡμέρᾳ ἐμέ οὐκ ἐρωτήσετε οὐδέν” (Ιωάν. 16,23): κατά την ώρα της θείας αποκάλυψης και της ζώσας κοινωνίας με τον Θεό, καμιάς μορφής διανοητική αναζήτηση ή έρευνα δεν έχει θέση». Για να συμπληρώσει: «Το χωρίο επιβεβαιώνει ότι η νοητική πτυχή του ανθρώπου δεν είναι ο μόνος (ούτε καν ο βασικός) αποδέκτης του ευαγγελικού λόγου... “πᾶσα προβληματική καταπίπτει, εὐθύς ὡς ὁ ἄνθρωπος φθάση εἰς ἄμεσον θεωρίαν τοῦ Θεοῦ” (Ιωάν. 16, 23)».

Για τον άγιο Ιάκωβο, είπαμε και παραπάνω, γράφτηκαν, γράφονται και θα γράφονται πολλά: είναι ένας από τους μάρτυρες του ζωντανού Θεού μας που χάρισε ο Χριστός στην Εκκλησία Του. Μπροστά σε μία τέτοια δωρεά, (τόσο μεγάλη μάλιστα που κι αυτός ο σύγχρονος άγιος μεγάλος Πορφύριος έλεγε ότι «ο Ιάκωβος έχει τα πολλά χαρίσματα, αλλά τα κρύβει» - τόσο ταπεινός ήταν!) το μόνο που πρέπει να κάνουμε οι απλοί πιστοί είναι να δοξολογήσουμε τον Θεό, να νιώσουμε τη μικρότητά μας, να μετανοήσουμε. Και βεβαίως να καταλάβουμε ότι πίσω από τα χαρίσματα του οσίου Ιακώβου, πίσω από τον πλούτο της χάρης του Θεού που είχε, με την οποία καθαιρούσε κάθε ύψωμα και υπερηφάνεια ανθρώπινη, κρυβόταν ένας ανελέητος κατά του (παλαιού) εαυτού του αγώνας μέχρις εσχάτων. Ο όσιος Ιάκωβος «έδωσε αίμα και έλαβε Πνεύμα», κατά το κοινώς πατερικό λεγόμενο, γι’ αυτό και η όποια αναφορά μας σ’ αυτόν γίνεται με διάθεση που σέβεται απείρως και τη ματωμένη οδύνη του πνευματικού αγώνα του και τη δοξολογική του πια αναστημένη κατάσταση. Ο άγιος πια ζει κι αυτός «ἐν χώρᾳ ζώντων».

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΙΑΚΩΒΟΣ Ο ΕΝ ΕΥΒΟΙΑ

 

Ο όσιος Ιάκωβος ο εν Ευβοία εκοιμήθη εν Κυρίω την 21η Νοεμβρίου 1991, εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου, την ώρα μάλιστα που εξομολογούσε κάποιον πιστό.

Ο όσιος Ιάκωβος, καθηγούμενος της ιεράς Μονής Οσίου Δαυίδ του Γέροντος στην Εύβοια, ήταν σπάνια προσωπικότητα, που, όσο ζούσε, αποτελούσε το στήριγμα και την ελπίδα για χιλιάδες ανθρώπους ανά τον κόσμο. Ήταν κυριολεκτικά αυτό που η Εκκλησία μας ονομάζει «Γέροντας», δηλαδή ο πνευματικός καθοδηγητής, ο χαρισματούχος ηγέτης, που ανοίγει δρόμους και μονοπάτια, εκεί που η ανθρώπινη λογική αδυνατεί να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση. Χιλιάδες άνθρωποι έχουν να καταθέσουν πάμπολλες μαρτυρίες σχετικά με την επίλυση διαφόρων προβλημάτων τους, που αναφέρονταν όχι μόνο στη σφαίρα της ψυχικής τους ζωής, μα και της ίδιας της καθημερινότητας και αμεσότητας.

Τι ήταν εκείνο που έκανε τον μακαριστό όσιο Γέροντα να έχει αυτές τις ικανότητες; Μήπως κάποιος ιδιαίτερος ψυχισμός ή κάποια φυσικά άλλα προσόντα; Ασφαλώς όχι. Η απάντηση βρίσκεται σε συνάρτηση με ό,τι αποτελούσε προσόν κάθε αγίου κάθε εποχής στην Εκκλησία μας: τη χάρη του Θεού. Με άλλα λόγια ο όσιος υπήρξε ο ένθεος άνθρωπος, η χαριτωμένη ψυχή που αρδευόταν πλούσια από τις χάρες του αγίου Πνεύματος. Αυτή η παρουσία του Πνεύματος του Θεού μέσα του τον έκανε να διακρίνει τα δυσδιάκριτα, αλλιώς, προβλήματα των ανθρώπων. Διότι είναι κοινή πεποίθηση της Εκκλησίας μας ότι, όταν το Πνεύμα του Θεού φωτίζει τους ανθρώπους, τότε εκείνοι αποκτούν την αρετή της διακρίσεως, που τους ικανώνει να διαβλέπουν με τρόπο άμεσο το καλό από το κακό, την ενέργεια του Θεού από τη δαιμονική ενέργεια.

Έτσι καθένας που συναντάτο μαζί του έφευγε με τη βεβαιότητα ότι συνάντησε τον άνθρωπο του Θεού, ότι η απάντηση που του έδωσε σε κάποιο πρόβλημά του ήταν η απάντηση Εκείνου, ότι ο λόγος που του απηύθυνε ήταν χαιρετισμός της χάρης του Θεού. Γι’ αυτό και η γαλήνη και η ειρήνη της συνείδησης ήταν τα στοιχεία τα οποία απεκόμιζε ο κάθε προσκυνητής της Μονής.

Βεβαίως δεν έχουμε λόγο να αμφισβητήσουμε αυτό που έλεγε ο Γέροντας, όταν ενθουσιασμένοι οι προσκυνητές τού ανέφεραν τα καλά αποτελέσματα της επίσκεψής τους. «Ο όσιος Δαυίδ το έκανε, παιδί μου». Αλλά για να δράσει ο όσιος με τόσο άμεσο κάθε φορά τρόπο, έπρεπε να «πιεστεί» τρόπον τινά, από κάποιου την προσευχή, που είχε μεγάλη δύναμη. Κι αυτός ήταν ο Γέρων Ιάκωβος. Όλοι άλλωστε γνώριζαν το πόσο μεγάλη παρρησία στον όσιο Δαυίδ και στον Θεό και στους λοιπούς αγίους είχε ο μακαριστός ηγούμενος και νυν άγιος της Εκκλησίας. Του μιλούσε ιδίως του οσίου Δαυίδ, όπως κανείς μιλάει στον πιο καλό του φίλο. Κι η απάντηση ερχόταν τις περισσότερες φορές άμεση.

Θυμάμαι κι εγώ προσωπικά -  όταν πριν αρκετά χρόνια βεβαίως (το 1989)  είχα την ιδιαίτερη ευλογία από τον Θεό να συμφάγω μαζί του και με άλλους - την περίπτωση μίας κυρίας που μας ανέφερε. Αλαφιασμένη είχε πάρει τηλέφωνο, επειδή είχε χάσει τα κοσμήματά της που άξιζαν ολόκληρη περιουσία. Η απόγνωσή της την έκανε να καταφύγει στον πατέρα Ιάκωβο. Κι εκείνος δεν αρνήθηκε να βοηθήσει το πλάσμα του Θεού. Πήγε στην εικόνα του αγίου Δαυίδ μέσα στον ναό και του εξέθεσε το πρόβλημα. Του είπε όμως, για να ξέρει αν πρέπει να συνεχίσει την προσευχή για το θέμα αυτό, να έχει την απάντηση γρήγορα. Του έθεσε μάλιστα και όριο: «Μέχρι να πάω στο κελί μου ας πάρει τηλέφωνο η κυρία ότι βρήκε τα κοσμήματα. Διαφορετικά, θα ξέρω ότι δεν πρέπει να επιμένω στο αίτημα». Πράγματι, μέχρι να μπει στο κελί του, η κυρία πήρε τηλέφωνο και κλαίγοντας ευχαριστούσε τον Θεό και τον Γέροντα διότι βρήκε τα χρυσαφικά της. Δεν θα μνημονεύσουμε πάμπολλες άλλες παρόμοιες περιπτώσεις – γραμμένες άλλωστε και στα βιβλία που έχουν ήδη κυκλοφορηθεί γι’  αυτόν – πλην δύο ακόμη, στις οποίες έτυχε κι εγώ να παρευρίσκομαι και που αποκαλύπτουν το διορατικό χάρισμα του οσίου και τη δύναμη της προσευχής του.

Η πρώτη. Στο τραπέζι που τρώγαμε, βρισκόταν κι ένας νεαρός θεολόγος, ο Δ.Κ.,  με την οικογένειά του. Ο θεολόγος αυτός καθηγητής, άνθρωπος πραγματικά πίστεως και χάρης Θεού, είχε τότε λογισμούς για να γίνει κληρικός. Ο Γέροντας πρώτη φορά τον συναντούσε. Ερώτησε λοιπόν ποιος είναι. Του είπαν κι εκείνος επεσήμανε: «Δεν ξέρω πώς εσείς τον βλέπετε, εγώ όμως τον βλέπω διαφορετικά». Δεν έπαυσε μάλιστα μέχρι το τέλος του φαγητού να μιλά για την καλή καρδιά του νέου θεολόγου. Προφανώς ο Γέροντας τον έβλεπε ήδη με το σχήμα του κληρικού (σημ.: έχει γίνει ήδη, εδώ και πολλά χρόνια, ιερέας), γι’ αυτό και είπε ότι τον βλέπει διαφορετικά. Το γεγονός της διόρασης και προόρασης που είχε, επιβεβαιώνεται και από άλλες παρόμοιες μαρτυρίες, διότι ο ίδιος είχε εκμυστηρευτεί σε πνευματικούς ανθρώπους που τον επισκέπτονταν, ότι ο Θεός τού έδινε τη δυνατότητα να βλέπει τους ανθρώπους ανάλογα με την ψυχική τους κατάσταση: μαύρους, αν ήταν αμετανόητοι, λευκούς αν ήταν μετανοημένοι.

Το δεύτερο περιστατικό.  Στο μοναστήρι που βρισκόμουν εκείνη την ημέρα, και μάλιστα στην αυλή έξω από τον ναό, είδα κάποιον άνθρωπο με πυτζάμες και με πατερίτσα, γιατί το πόδι του ήταν κομμένο. Ο άνθρωπος αυτός βλέποντάς με ιερέα, με κάλεσε, κι όταν τον πλησίασα, άρχισε να μου αποκαλύπτει το μεγάλο θαύμα που του είχε συμβεί. Ενώ δηλαδή είχε μεγάλη πληγή στο κομμένο πόδι που δεν έκλεινε, παρ’  όλες τις διάφορες ιατρικές απόπειρες, στην τελευταία του επίσκεψη στο νοσοκομείο, τότε που είχε αποφασιστεί να εγχειριστεί, κι αφού είχε επισκεφτεί τον όσιο Δαυίδ και είχε πάρει την ευλογία του Γέροντα Ιακώβου, ο ιατρός διαπίστωσε με έκπληξη ότι η πληγή είχε ήδη κλείσει κατά ένα ανεξήγητο τρόπο, σαν να είχε γίνει σπουδαιότατη ακριβής εγχείριση. «Ούτε ο Κούλεϊ στην Αμερική δεν θα την έκλεινε έτσι», ήταν τα λόγια του ιατρού, που μου τα επανέλαβε ο άνθρωπος. Ο ιατρός βεβαίως, όπως και ο ασθενής, δεν μπόρεσαν να εξηγήσουν το γεγονός, το θεώρησαν δε ως θαύμα. Ο ασθενής αισθάνθηκε τόση ευγνωμοσύνη προς τον όσιο Δαυίδ και τον άγιο καθηγούμενο, ώστε πήρε ταξί από την Αθήνα που βρισκόταν (το νοσοκομείο των Αγίων Αναργύρων), και ήλθε κατευθείαν με τις πυτζάμες στο Μοναστήρι.

Είναι αυτονόητο βέβαια ότι τα τόσα χαρίσματα του οσίου Ιακώβου δεν δόθηκαν σ’ αυτόν από τον Θεό τυχαία. Για να φθάσει στο σημείο τόσης αγάπης προς τους συνανθρώπους του προηγήθηκε από μέρους του σκληρή άσκηση, εγκράτεια κατά πάντα, τήρηση των αγίων εντολών του Κυρίου, φύλαξη του νου και της καρδιάς από κάθε εμπαθή λογισμό, και μάλιστα από νεαρή ηλικία. Διότι, κατά την πνευματική παράδοση της Εκκλησίας μας, αν δεν καθαριστεί ο άνθρωπος με την άσκηση από κάθε κακία και ψεκτό πάθος, δεν μπορεί να φθάσει στο σημείο του φωτισμού και μετέπειτα της θέωσής του. Έτσι μπορούμε να πούμε ότι η αγάπη του οσίου προς τους συνανθρώπους του ήταν η έκφραση της αγάπης του Θεού, τον Οποίο ζούσε έντονα στην καρδιά του. Καθάρισε δηλαδή τον αγρό της καρδιάς του, όσο ήταν ανθρωπίνως δυνατόν, από κάθε είδους ζιζάνια, οπότε η χάρη του Θεού βρήκε πρόσφορο έδαφος για να καρποφορήσει τις αρετές, και μάλιστα την αγάπη.

Ευρισκόμενος τώρα εν αγαλλιάσει στις αιώνιες μονές, κοντά στον αγαπημένο του Κύριο, δεν παύει να πρεσβεύει και για εμάς, πολύ δραστικότερα και αποτελεσματικότερα από όσο ζούσε. Διότι «η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει» (Α΄Κορ. 13, 8).

Τρίτη 21 Νοεμβρίου 2023

"ΕΤΟΙΜΑΣΟΥ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΚΑΤΟΙΚΗΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ"

 

Από τους ωραιότερους στίχους της εορτής των Εισοδίων της Θεοτόκου (21 Νοεμβρίου), της προσφοράς και αφιέρωσης της τριετούς Μαριάμ δηλαδή από τους γονείς της Ιωακείμ και Άννα στον Κύριο μέσα στον Ναό, είναι εκείνοι  που αναφέρονται στην αγία Άννα, όταν κατευοδώνει τη μικρή κόρη της με τα λόγια που δείχνουν το νόημα της εκεί πια ζωής και παρουσίας της. «Άπιθι, τέκνον – λέει η μάνα στην κόρη – τω Δοτήρι γενήθητι και ανάθημα και ευώδες θυμίαμα. Είσελθε εις τα άδυτα και γνώθι μυστήρια, και ετοιμάζου γενέσθαι του Ιησού οικητήριον τερπνόν και ωραίον, του παρέχοντος τω κόσμω το μέγα έλεος» (απόστιχο εσπερινού). Δηλαδή: Πήγαινε, παιδί μου, γίνε για τον Δοτήρα Θεό και προσφορά και αφιέρωμα, αλλά και ευωδιαστό θυμίαμα. Μπες μέσα στ’ άδυτα των Αγίων του Ναού και γνώρισε τα μυστήρια του Θεού, κι ετοιμάσου να γίνεις κατοικητήριο του Ιησού, τερπνό και ωραίο, του Ιησού που παρέχει ως Θεός στον κόσμο το μέγα έλεος.

Γιατί στεκόμαστε ιδιαιτέρως στους συγκεκριμένους στίχους; Διότι:

1. Τονίζουν τον σκοπό των Εισοδίων της Θεοτόκου στον Ναό. Εισέρχεται όχι απλώς γιατί έπρεπε να εκπληρωθεί κάποιο τάμα των γονιών της ή για να προφυλαχτεί από την κακότητα του κόσμου λόγω της αδυναμίας των γονιών αυτών από τα γηρατειά τους, αλλά για να περάσει το προβλεπόμενο διάστημα της ζωής της μέσα στον οίκο Κυρίου, προκειμένου να ετοιμαστεί για το συγκλονιστικότερο και πέραν κάθε ανθρωπίνης αντίληψης και σύλληψης μυστήριο: να γίνει η μητέρα του Θεού ως ανθρώπου – ο Ευαγγελισμός της έχει ακριβώς την αρχή της (πέραν βεβαίως της Γεννήσεώς της) στο συγκεκριμένο γεγονός. Ο αρχάγγελος Γαβριήλ που θα ευαγγελιστεί αργότερα τη σάρκωση του Θεού, ο ίδιος την τρέφει μέσα στα άγια των αγίων.

Και 2. Καθορίζεται από τα λόγια της αγίας Άννας η μέθοδος και ο τρόπος της ετοιμασίας της Μαριάμ: θα γίνεις η Παναγία η μητέρα του Θεού, όταν θα γίνεις όχι μόνο το αφιέρωμα και η προσφορά για Εκείνον, αλλά και το ευωδιαστό λιβάνι. Κι έχουν ιδιαίτερη σημασία τα λόγια αυτά της μητέρας Άννας, γιατί και στην Παλαιά Διαθήκη βεβαίως, αλλά και μετέπειτα σε όλη τη χριστιανική ιστορία, μπορεί κάποιος να προσφέρει πράγματα ή και τον ίδιο τον εαυτό του στον Θεό, αλλ’  όχι με τον σωστό τρόπο. Πόσες φορές δεν ακούμε τον αυστηρό λόγο των Προφητών, οι οποίοι στηλίτευαν τις προσφορές και τα αφιερώματα των Ιουδαίων, γιατί προσφέρονταν όχι με καθαρή καρδιά; «Αποστρέφω το πρόσωπό μου από τις προσφορές σας – λέει αίφνης Κύριος ο Θεός στους Ιουδαίους διά του προφήτου Ησαῒου – γιατί τα χέρια σας στάζουν από το αίμα των αδικιών σας κατά των συνανθρώπων σας». Και πιο πίσω βεβαίως θυμάται κανείς το τραγικό λόγω της συνέχειάς του περιστατικό των προσφορών και αναθημάτων στον Θεό των αδελφών Κάιν και Άβελ: πρόσφεραν και οι δύο στον Κύριο, μα ευλογήθηκε από Εκείνον μόνον ο Άβελ. Γιατί του Κάιν οι προσφορές ήταν τα περισσεύματα των καρπών του και όχι οι απαρχές. Κι από τη μετέπειτα χριστιανική ιστορία είναι αρκετή η μνημόνευση των λόγων του ίδιου του Κυρίου, όταν επισημαίνει ότι το δίλεπτο της χήρας συνιστά τη μεγαλύτερη προσφορά, γιατί προέρχεται από το υστέρημα της αγάπης και όχι από ένα τυχόν περίσσευμα. Ή ακόμη τραγικότερα το «παράδοξο» όπως ακούγεται λόγιο του αποστόλου Παύλου, ο οποίος στον ύμνο της αγάπης του αποκαλύπτει: «και εάν παραδώ το σώμα μου ίνα καυθήσωμαι, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ωφελούμαι». Μαρτύριο(!) χωρίς αντίκρυσμα κι ωφέλεια!

Λοιπόν η κάθε προσφορά στον Θεό είναι όντως προσφορά αποδεκτή από Αυτόν, όταν γίνεται με τον σωστό τρόπο, δηλαδή προσφέρεται από καρδιά που αγαπά τον Θεό, κάτι που συνιστά όντως λιβάνι ευωδιαστό για τον Κύριο. Κι είναι ακριβώς αυτό που αποτελεί και το νόημα της συγκεκριμένης εορτής των Εισοδίων για εμάς τους πιστούς. Με το δεδομένο ότι σκοπό έχουμε ως χριστιανοί να σαρκώνουμε τον Κύριο στην ύπαρξή μας, να γινόμαστε δηλαδή Παναγίες, απαιτείται όχι μόνο η προσφορά του εαυτού μας διά του αγίου βαπτίσματος και των λοιπών «αγωνισμάτων» και ασκήσεών μας, αλλά και η σωστή και ορθή προσφορά αυτή. Είμαστε δηλαδή χριστιανοί όχι γιατί απλώς βρεθήκαμε βαπτισμένοι στην Εκκλησία κι ούτε γιατί επιτελούμε ορισμένα τυπικά καθήκοντα, όπως του εκκλησιασμού μας, της νηστείας μας, κάποιων ελεημοσυνών μας – το στοιχείο του «αναθήματός» μας – αλλά γιατί η όλη βιοτή μας είναι τέτοια που ο Κύριος την αισθάνεται ως ευωδιαστό λιβάνι ενώπιόν Του. Κι αυτό σημαίνει, όπως αναφέραμε, καθαρή καρδιά και αδιάκοπη επαγρύπνηση να βρισκόμαστε πάνω στις άγιες εντολές Του. Τότε το χαρμόσυνο στοιχείο που περικλείει η εορτή, γίνεται χαρμοσύνη κι ευφροσύνη και για εμάς.

Δευτέρα 20 Νοεμβρίου 2023

Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΓΙΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ

Η 20ή Νοεμβρίου έχει καθιερωθεί από τη Διεθνή Κοινότητα ως Παγκόσμια Ημέρα για τα Δικαιώματα του Παιδιού. Αφορμή στάθηκε η επέτειος υιοθέτησης από τη Γενική Συνέλευση του Ο.Η.Ε., το 1989, της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού,  μίας Σύμβασης που, όπως έχει γραφεί, «αποτελεί το πλέον αποδεκτό κείμενο για τα ανθρώπινα δικαιώματα παγκοσμίως. Την έχουν επικυρώσει όλα τα κράτη του κόσμου, εκτός των ΗΠΑ και της Σομαλίας (η Ελλάδα την επικύρωσε στις 2 Δεκεμβρίου 1992 με τον νόμο 2101), και τα 54 άρθρα της καλύπτουν όλα τα δικαιώματα των παιδιών που χωρίζονται σε 4 τομείς: Δικαιώματα Επιβίωσης, Ανάπτυξης, Προστασίας και Δικαιώματα Συμμετοχής».

Δεν είναι αυτονόητο όμως κάτι τέτοιο; Χρειάζεται συγκεκριμένη ημέρα για να τονιστεί ότι χωρίς τη διασφάλιση των αναγκαίων συνθηκών επιβίωσης και ανάπτυξης και προστασίας των παιδιών ο κόσμος δεν μπορεί να υπάρχει; Ένας κόσμος χωρίς παιδιά είναι ένας κόσμος χωρίς ελπίδα – γερνάει και πεθαίνει. Τα παιδιά αποτελούν το ναι της συνέχειας της ζωής, οπότε οι πάντες θα έπρεπε να αγωνίζονται γι’ αυτά.

Αλλά βεβαίως τούτο θα ήταν αυτονόητο σ’ έναν κόσμο σώφρονα και ισορροπημένο, που βλέπει καθαρά τη ζωή και τις ανάγκες της. Συμβαίνει κάτι τέτοιο; Ασφαλώς και όχι. Κατά γενική ομολογία, ζούμε σ’ έναν κόσμο που η ανισορροπία και η παραφροσύνη συνιστούν σχεδόν την «κανονικότητα», με προτεραιότητά του την ηδονική απόλαυση της ζωής, το κυνηγητό του χρήματος ως θεότητας, την επιδίωξη της δόξας, την κυριαρχία επί των άλλων – πράγματα που δεν «αντέχουν» την παρουσία των παιδιών και της αθωότητας που κατά τεκμήριο εκφράζουν.

Και ποια η αιτία για την «κόλαση» αυτή; Η σχεδόν απόλυτη κυριαρχία της αμαρτίας ως εγωισμού των ανθρώπων. Πώς είναι δυνατόν σ’ έναν εγωιστή άνθρωπο που έχει «κολλήσει» στη σαρκολατρεία και την υπερηφάνεια του να δει κάτι πέρα από τον εαυτό του; «Φάγωμεν και πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν» είναι το «μότο» που τον καθορίζει, και ό,τι μπαίνει εμπόδιο στην «αρχή» του αυτές πρέπει να εξολοθρευτεί – πολύ περισσότερο το παιδί που είναι αδύναμο και ανίσχυρο.

Το τραγικότερο εν προκειμένω δεν είναι αυτό. Το τραγικότερο είναι ότι μία τέτοια κατάσταση μεταγγίζεται και στα παιδιά – τα παιδιά αντιγράφουν τον κόσμο των μεγάλων – οπότε η εξολόθρευση των παιδιών, αν δεν γίνεται με φυσικό, γίνεται με ψυχολογικό, κοινωνικό και «παιδαγωγικό» τρόπο! Και το βλέπουμε σχεδόν πια καθημερινά: παιδιά που από τα «γεννοφάσκια» τους θα λέγαμε, θεωρούν δεδομένο να προβαίνουν σε εγκληματικές ενέργειες κατά των πιο αδύναμων, είτε συνομηλίκων τους είτε μεγαλυτέρων. Η συγκρότηση συμμοριών από παιδιά και εφήβους, η άσκηση bulling από αυτά, η καταστροφική δράση ως «νοηματοδότηση» ζωής αποτελούν πια καθημερινή ειδησεογραφία. Γιατί τα παιδιά, αυτά έμαθαν και μαθαίνουν από τον κόσμο των μεγάλων. Των μεγάλων που το περπάτημά τους στον κόσμο συνθλίβει διαρκώς τα λουλούδια και τα άνθη, τα παιδιά! 

Η καθιέρωση της ημέρας αυτής από τον Ο.Η.Ε. πρέπει να ήταν αντίδραση πανικού και τρόμου. Μπροστά σ’ ένα μέλλον που φάνταζε (και φαντάζει) ζοφερό χωρίς κανένα χρώμα αγάπης και τρυφερότητας. Η Ημέρα κραυγάζει «να σώσουμε ό,τι σώζεται για χάρη των παιδιών μας». Ποιος όμως τελικά θα ακούσει; Αλλά και αυτή η κραυγή ήταν και είναι ελλιπής. Γιατί ναι μεν μπορεί κάποιους να κινητοποίησε για τη διασφάλιση των αναγκαίων της ζωής των παιδιών, αλλά άφησε απέξω και εντελώς ανυπεράσπιστα τα πιο αθώα θύματα του ανισόρροπου κόσμου μας: τα παιδιά που χάνονται από τις μαζικές εκτρώσεις. Πού η ευαισθησία γι’ αυτά; Δεν είναι εν δυνάμει άνθρωποι τα έμβρυα; Ποιος μπορεί να έχει δει τις αντιδράσεις ενός εμβρύου μπροστά στις μηχανές εξολόθρευσης και να μη συγκλονίστηκε; Γιατί το να κόβεται ένα βλαστάρι σηματοδοτεί πια έγκλημα, ενώ για το μικρότερο βλαστάρι δεν υπάρχει καμία ή μηδαμινή  διασφάλιση;

Κι εννοείται πως η μεγαλύτερη και αποτελεσματικότερη διασφάλιση των παιδιών υπάρχει σ’ Εκείνον που φώναξε: «Αφήστε τα παιδιά να έλθουν σ’ Εμένα. Γιατί γι’ αυτά είναι η Βασιλεία του Θεού». Σ’ Εκείνον που απεκάλυψε πως τα παιδιά αποτελούν λόγω της καθαρότητας της καρδιάς τους, αν τα αφήσουμε ορθά να αναπτυχθούν, το όριο για όλους τους μεγάλους: «Αν δεν στραφείτε και δεν γίνετε σαν παιδιά, δεν πρόκειται ποτέ να μπείτε στη Βασιλεία του Θεού». Η μεγαλύτερη προσφορά στο μέλλον της ανθρωπότητας είναι να βοηθήσουμε τα παιδιά να αγκαλιάσουν τον Χριστό. Να τα βοηθήσουμε να Τον βρουν όμως όχι τόσο με τα λόγια μας, όσο με το παράδειγμά μας. Αυτό θα συνιστούσε ίσως  και τη μεγαλύτερη ευεργεσία και για εμάς τους ίδιους.

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΔΕΚΑΠΟΛΙΤΗΣ

«Ο όσιος Γρηγόριος ήταν από τη Δεκάπολη της Ισαυρίας, υιός του Σεργίου και της Μακαρίας, κατά τους χρόνους των δυσσεβών εικονομάχων. Στα οκτώ του χρόνια αρχίζει την εκπαίδευση στα ιερά γράμματα. Κι όταν τελείωσε αυτές τις σπουδές, περνούσε όλον τον καιρό του στις Εκκλησίες. Στην κορύφωση της εφηβείας του οι γονείς του άρχισαν να τον ετοιμάζουν για γάμο. Αυτός όμως έφυγε κρυφά, και μάλιστα λόγω της επικρατούσας τότε αίρεσης των εικονομάχων, περιερχόταν από τόπου σε τόπο, κατασπαζόμενος τους μάρτυρες και θησαυρίζοντας για τον εαυτό του την ωφέλεια που προέκυπτε από τη συνάντησή του με αυτούς. Ζώντας με μεγάλη εγκράτεια  και σκληραγωγία, πάλεψε με πολλές επιθέσεις και μάλιστα των δαιμόνων, γι’  αυτό και αναδείχτηκε σε μεγάλο θαυματουργό. Ο Γρηγόριος πήγε και στην Ασία και έφθασε και στο Βυζάντιο, έχοντας την επιθυμία να πετύχει τη μαρτυρική ομολογία του για τον Χριστό. Από εκεί απέπλευσε προς τη Ρώμη, κι αφού γύρισε όλη τη Δύση και κατέπληξε πολλούς με τα θαύματα και τα σημεία  που επιτελούσε, ξαναγύρισε στο Βυζάντιο. Έπειτα προχώρησε προς το μέρος του Ολύμπου και ανέβηκε πάνω στο όρος. Και τόσο αποξηράθηκε το σώμα του εκεί από την άσκηση, ώστε αυτοί που τον γνώριζαν, τον αναγνώριζαν μόνον από τη φωνή. Πάλι λοιπόν κατέβηκε από το όρος και ήλθε στη Θεσσαλονίκη. Κι από εκεί πήγε στο Βυζάντιο, οπότε αφού βρήκε φυλακισμένο για χάρη των αγίων εικόνων τον Συμεών τον ομολογητή και θεοφόρο και τον ικέτεψε επί πολύ και τον προσκύνησε, εκοιμήθη εν ειρήνη, θεραπεύοντας προηγουμένως πολλά και διάφορα νοσήματα των ανθρώπων».

Ο άγιος Ιωσήφ ο υμνογράφος χρησιμοποιεί πολλές εικόνες και ποιητικά σχήματα προκειμένου να προβάλει την οσιότητα εκ παιδός του Γρηγορίου. Η κατά Χριστόν ζωή του μοιάζει, σημειώνει, με εκείνο το κατάκαρπο αμπέλι, από το οποίο βγαίνει ένα πολύ ωραίο κρασί, που όταν το πίνει ο πιστός, ευφραίνει την καρδιά του. Αλλού ο άγιος Ιωσήφ επισημαίνει ότι ασκητής από νεαρό παλληκάρι ο όσιος Γρηγόριος απέφυγε μεν να οδηγηθεί σε γάμο, όμως τελικώς συζεύχθηκε, έκανε τέκνα, κι αυτά τα τέκνα του τον ανέδειξαν σε τέκνο του Θεού. Τι εννοεί; Συζεύχθηκε, λέει, την αγνότητα κι έκανε τέκνα με αυτήν τις αρετές. «Μνηστεύτηκες, μακάριε, και πήρες ως σύζυγο την αγνότητα, από την οποία σου γεννήθηκαν τέκνα όλες οι αρετές. Κι αυτές σε κατέστησαν τέκνο Θεού». Πράγματι, οι Πατέρες της Εκκλησίας μας επισημαίνουν ότι η κατά Χριστόν αγνότητα είναι ο πιο εύκολος δρόμος που οδηγεί χωρίς παρεκκλίσεις τον πιστό στον Ουρανό.

Ο εκκλησιαστικός μας ποιητής δανείζεται λόγια του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, που με τη σειρά του κι αυτός χρησιμοποιεί το παράδειγμα του πατριάρχη της Παλαιάς Διαθήκης Μωυσή, για να παρουσιάσει τον όσιο ως ανελθόντα στο όρος των αρετών και συνεπώς εισελθόντα στο «φωτεινό σκοτάδι», «τον γνόφον της θεωρίας» του Θεού. Ο Μωυσής ανήλθε στο όρος Σινά και «είδε» τον Θεό. Ο άγιος Γρηγόριος Θεολόγος ανέβηκε κι αυτός στο πνευματικό Σινά και μυήθηκε στα του Πνεύματος του Θεού. Το ίδιο και ο όσιος Γρηγόριος ο Δεκαπολίτης: με την άσκηση των αρετών έφθασε κι αυτός στη θεωρία του Θεού. «Ανέβηκες στο όρος των αρετών, όσιε, μπήκες στον γνόφο της θεωρίας, και κατανόησες, όσο μπόρεσες, τον ακατανόητο ως προς τη φύση Του Θεό. Έτσι, πάτερ, έγινες γεμάτος από φωτισμό».

Σε όλη αυτήν τη διαδικασία της διά των αρετών ανόδου του οσίου στη θέα του Θεού, ο υμνογράφος καταγράφει θεοπτικές εμπειρίες του οσίου ασκητή. Γνωρίζουμε από την ασκητική παράδοση των οσίων μας ότι όσο κανείς ασκείται «νομίμως», δηλαδή μέσα σε εκκλησιαστικά πλαίσια, με ταπείνωση και αγάπη, τόσο και ο Θεός αποκαλύπτεται και ενισχύει τον ασκούμενο. Έτσι και ο όσιος Γρηγόριος: δέχτηκε φως σαν τον απόστολο Παύλο, όσο ασκείτο μέσα σ’  ένα σπήλαιο («πάλαι σε σπηλαίω ενδιαιτώμενον, φέγγει κατήστραψεν επουρανίω ως Παύλον»)∙ στον ύπνο του κάποια φορά του εμφανίστηκε άγγελος, δίδοντάς του φλογίνη μάχαιρα, για να βγάλει τα πάθη από την καρδιά του («νυκτός γαρ καθεύδοντι, επιφανείς σοι άγγελος, μάχαιραν φλογίνην επιδίδωσι πάθη εκτέμνουσαν καρδίας»)∙ άκουσε αγγελική υμνωδία, ενώ ακόμη ήταν στο θνητό του σώμα («αγγελικής ακήκοας υμνωδίας, Γρηγόριε, έτι ενδημών εν τω θνητώ σου σώματι»)∙ δέχτηκε επίσκεψη της ίδιας της Υπεραγίας Θεοτόκου, που τον ενίσχυσε, όταν υφίστατο δαιμονικές προσβολές («η ουράνιος πύλη, η του Χριστού άχραντος Μήτηρ, προσβολαίς σε δαιμόνων περικυκλούμενον, πάτερ, επτέρωσε και δυνατόν εν ισχύι κατ’  αυτών ειργάσατο»).

Είπαμε όμως ότι ο όσιος Γρηγόριος αφιερώθηκε από νεαρή ηλικία στον Θεό. Στράφηκε ολοκληρωτικά σ’ Εκείνον και με αυτή τη στροφή του, με τον έρωτά του για τον Θεό,  μπόρεσε με τη βοήθειά Του να ξεπεράσει τη νεανική πύρωση της σάρκας. «Με τον θείο έρωτα μάρανες εντελώς τους έρωτες της σάρκας». Γι’  αυτό και στην εποχή μας θεωρείται κατεξοχήν επίκαιρη η προβολή του. Σε μια εποχή δηλαδή σαν τη δική μας, που οι σαρκικοί έρωτες και οι προκλήσεις των επιγείων ηδονών είναι στην καθημερινή διάταξη, το παράδειγμα του οσίου Γρηγορίου είναι πολύ βοηθητικό. Κι αυτός υπήρξε νέος. Κι αυτός δέχτηκε ποικίλους πειρασμούς, πάνω μάλιστα στα θέματα των ηδονών του σώματος. Μπόρεσε όμως να αναδειχτεί νικητής, γιατί κατάλαβε αυτό που ως μέθοδος ήταν γνωστό ήδη από την αρχαιότητα: «ήλω ήλον εκκρούειν». Το καρφί το κτυπά κανείς με το καρφί. Δηλαδή, η σαρκική ηδονή αντιμετωπίζεται όταν στη θέση της βάλλει κανείς την πνευματική ηδονή. Ο μη έννομος, ο εκτός του θελήματος του Θεού σαρκικός έρωτας, αντιμετωπίζεται, όταν μπει στη θέση του ο θεϊκός έρωτας. Αυτό απαιτεί βεβαίως γενναιότητα ψυχής, αλλά είναι ο μόνος δρόμος που οδηγεί, ειδικά τον νέο, στη λήψη του αγίου Πνεύματος. «Κυριάρχησες στις ηδονές του σώματος, με γενναιότητα νου, από νεαρή, πάτερ, ηλικία, κι έγινες όργανο του αγίου Πνεύματος, δεχόμενος στην καρδιά σου με λαμπρό τρόπο τις ενέργειές Του και γινόμενος γι’  αυτό θεοειδής».

Παρασκευή 17 Νοεμβρίου 2023

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΛΟΓΓΙΝΟΣ Ο ΑΣΚΗΤΗΣ

 

«Ἔχεις ἀθλητὴν Χριστὲ Λογγῖνον μέγαν.

Ἔχεις δὲ καὶ Λογγῖνον ἀσκητὴν μέγαν» (οίκος συναξαρίου)

(Χριστέ, έχεις τον αθλητή Λογγίνο (τον επί του Σταυρού) που είναι μεγάλος, έχεις όμως και τον ασκητή Λογγίνο που είναι μεγάλος).

«Ο όσιος Λογγίνος ήταν ένας από τους λόγιους και σοφούς της ερήμου ασκητές. Κάποια σοφά αποφθέγματα του περιλαμβάνονται στον Ευεργετινό, όπου ο Λογγίνος ρωτά τον Αββά Λούκια για διάφορα ζητήματα. Ο Όσιος Λογγίνος απεβίωσε ειρηνικά» (Ορθόδοξος Συναξαριστής).

Γράφει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στον Συναξαριστή του (με μεταγραφή στη νεοελληνική).

«Ο όσιος αυτός Λογγίνος μας άφησε το απόφθεγμα αυτό∙ “Όπως ακριβώς ο νεκρός δεν αισθάνεται τίποτε ούτε κρίνει κανένα, έτσι και ο ταπεινόφρων δεν μπορεί να κρίνει άνθρωπο, ακόμη κι αν τον δει να προσκυνά τα είδωλα”. Ο ίδιος όσιος ρώτησε τον αββά Λούκιο ως εξής: “Θέλω να ξενιτευτώ”. Κι αποκρίθηκε εκείνος∙ “Αν δεν κυριαρχήσεις στη γλώσσα σου, δεν είσαι ξένος όπου κι αν πας. Λοιπόν, κυριάρχησε στη γλώσσα σου κι εδώ που είσαι, οπότε είσαι ξένος”. Ρώτησε και δεύτερη φορά∙ “Θέλω να νηστέψω”. Κι αποκρίθηκε εκείνος∙ “Είπε ο προφήτης Ησαῒας. Αν κάμψεις σαν κρίκο τον τράχηλό σου, ούτε κι έτσι θα ονομαστεί δεκτή η νηστεία σου. Αλλά μάλλον κυριάρχησε στους πονηρούς λογισμούς”. Ρώτησε και τρίτη φορά∙ “Θέλω να αποφύγω τους ανθρώπους”. Κι αποκρίθηκε εκείνος∙ “Αν προηγουμένως δεν κατορθώσεις την αρετή μαζί με τους ανθρώπους, ούτε και μόνος σου μπορείς να την κατορθώσεις”.

Αυτός ο όσιος ρωτήθηκε μια φορά ποια αρετή είναι μεγαλύτερη από όλες, και είπε. Όπως η υπερηφάνεια είναι μεγαλύτερη από όλες τις κακίες και τα πάθη, τόσο που μπόρεσε να ρίξει και τους αγγέλους από τον ουρανό, έτσι εκ του αντιθέτου η ταπεινοφροσύνη είναι μεγαλύτερη από όλες τις αρετές. Διότι αυτή μπορεί να ανεβάσει από τις αβύσσους τον άνθρωπο, ακόμη κι αν είναι αυτός αμαρτωλός σαν τον δαίμονα. Γι’  αυτό και ο Κύριος πρώτα από όλους μακαρίζει τους πτωχούς τω πνεύματι, δηλαδή τους ταπεινούς. Γράφεται δε και περί του Λογγίνου και στο χειρόγραφο Παράδεισος των Πατέρων ότι είπε αυτά τα ψυχοσωτήρια λόγια. “Η νηστεία ταπεινώνει το σώμα, η αγρυπνία καθαρίζει τον νου. Η ησυχία φέρνει το πένθος. Το πένθος βαπτίζει τον άνθρωπο και τον κάνει αναμάρτητο”. Είχε δε ο αββάς Λογγίνος πολλή κατάνυξη στην προσευχή και στην ψαλμωδία του. Λέγει λοιπόν μία ημέρα ο μαθητής του: Αββά, αυτός είναι ο πνευματικός κανόνας, το να κλαίει ο μοναχός κατά την προσευχή του; Κι αποκρίθηκε ο Γέρων. Ναι τέκνον, αυτός είναι ο κανόνας, τον οποίο ζητάει ο Θεός. Διότι ο Θεός δεν έκανε τον άνθρωπο να κλαίει, αλλά για να χαίρεται και να ευφραίνεται, προκειμένου να δοξάζει Αυτόν με καθαρό και αναμάρτητο τρόπο όπως οι άγγελοι. Αφότου όμως ο άνθρωπος έπεσε στην αμαρτία, χρειάστηκε να κλαίει. Διότι όπου δεν υπάρχει αμαρτία, εκεί δεν υπάρχει ανάγκη ούτε για κλαυθμό”» (Α΄εξάμηνο, σελ. 229, χ.έ. Αθήνησι).

(Στο γνωστό Γεροντικό της Εκκλησίας έχουν διασωθεί πέντε μικρά κεφάλαια (περιστατικά και λόγια) από τον μεγάλο αυτό όσιο αββά, που κάποια εξ αυτών αναφέρονται από τον όσιο Νικόδημο τον αγιορείτη παραπάνω).

Ένα από αυτά μας δίνει την αφορμή για έναν σύντομο σχολιασμό.

«Ο όσιος Λογγίνος μας άφησε το απόφθεγμα αυτό∙ “Όπως ακριβώς ο νεκρός δεν αισθάνεται τίποτε ούτε κρίνει κανένα, έτσι και ο ταπεινόφρων δεν μπορεί να κρίνει άνθρωπο, ακόμη κι αν τον δει να προσκυνά τα είδωλα”».

Το παράδειγμα που χρησιμοποιεί ο μέγας Λογγίνος είναι απόλυτο και δεν επιδέχεται παρερμηνείας: ο νεκρός κείται άπνους, χωρίς να αισθάνεται τίποτε, χωρίς να έχει οποιαδήποτε μετοχή σε αυτό που ονομάζουμε ανθρωπίνως ζωή, χωρίς να μπορεί να σχετιστεί με οποιονδήποτε και να κρίνει γι’  αυτό κανέναν, είτε τον επαινεί είτε τον κατακρίνει - «χώμα που στο χώμα θα καταλήξει». Κι έτσι, μας λέει, είναι και ο ταπεινός άνθρωπος: ένας νεκρός για τον κόσμο και τις επιθυμίες του κόσμου, ιδίως μάλιστα τις αμαρτωλές. Ο ταπεινός άνθρωπος δηλαδή υπάρχει και ζει μόνον για τον Θεό και το άγιο θέλημά Του, κι αυτό γιατί «έδωσε αίμα και έλαβε Πνεύμα», όπως σημειώνει σε άλλο σημείο ο ίδιος ο όσιος Λογγίνος, που θα πει ότι με τη χάρη του Θεού που έλαβε (από την υπέρβαση των ψεκτών παθών του που σαν αίμα ρέουν στην ύπαρξή του), τα πράγματα του κόσμου, τον εαυτό του δηλαδή και τους συνανθρώπους του αλλά και όλη τη φυσική δημιουργία, τα βλέπει όλα εν Πνεύματι. «Εν τω φωτί Σου οψόμεθα φως», που λέει και ο ψαλμικός στίχος, δηλαδή έχοντας το φως και τη χάρη του Θεού βλέπει με μετασκευασμένα πνευματικά μάτια τα πάντα: προσανατολίζεται και επικεντρώνεται αδιάκοπα εκεί που υπάρχει το φως του Θεού, χωρίς να αποκλίνει διόλου από οτιδήποτε άλλο.

Στην πραγματικότητα μιλώντας για τον ταπεινό άνθρωπο – κι εννοούμε αυτόν που διακρίνεται για την αληθινή  α γ ί α  ταπείνωση και όχι μια οποιαδήποτε καρικατούρα της – μιλάμε για τον εν Χριστώ άνθρωπο, εκείνον που λόγω του αγίου βαπτίσματός του και της πάνω στο θέλημα του Θεού πορείας του ταυτίστηκε με τον ενανθρωπήσαντα Θεό και Τον άφησε Εκείνος να ενεργεί μέσω αυτού. Ο ταπεινός άνθρωπος: ένας άλλος Χριστός δηλαδή επί της γης. Ο ίδιος ο Κύριος άλλωστε δεν το απεκάλυψε; «Μάθετε», είπε, «απ’ εμού ότι πράος ειμι και ταπεινός τη καρδία». Όπου ταπείνωση δηλαδή εκεί και Χριστός, γιατί αυτό είναι το χαρακτηριστικό του Χριστού: εκτός από την αγάπη Του να είναι ταπεινός.  Και την πνευματική αυτή πραγματικότητα την επισημαίνουμε σε όλους τους αγίους, όπως στον απόστολο Παύλο, ο οποίος ομολογούσε: «Χριστώ συνεσταύρωμαι. Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός». Και: «πάντοτε την νέκρωσιν του Κυρίου Ιησού περιφέροντες».

Ο χριστιανός λοιπόν λόγω της ταπείνωσής του είναι ένας νεκρός για τον κόσμο. Νεκρός για τις αμαρτίες του κόσμου – τις σαρκολατρείες του και τις υπερηφάνειες του -  γι’  αυτό και απόλυτα ζωντανός για τη χάρη και την παρουσία του Θεού. «Ο Θεός κάθε ημέρα ευλογεί τον κόσμο, αλλ’ όταν δει ταπεινό άνθρωπο, τον ευλογεί και με τα δυο Του χέρια» (όσιος Τύχων, πνευματικός του οσίου Παϊσίου αγιορείτου). Πρόκειται για την ίδια αλήθεια που εκφράζει και το ασκητικό λόγιο που λέει ότι «άμα πεθάνεις πριν πεθάνεις, δεν θα πεθάνεις, όταν πεθάνεις». Άμα πεθάνεις δηλαδή για την αμαρτία του κόσμου πριν έλθει ο βιολογικός σου θάνατος, τότε όταν αυτός έλθει, δεν πρόκειται να πεθάνεις πνευματικά, αλλά θα αναστηθείς  εν Χριστώ μέσα στη Βασιλεία του Θεού -  ό,τι υποσχέθηκε ο ίδιος ο Κύριος: «Ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη ζήσεται». Διότι «Αυτός εστιν η ανάστασις και η ζωή».  

Είναι ευνόητο έτσι ότι το κύριο γνώρισμα αυτού του ταπεινού χαρισματικού εν Χριστώ ανθρώπου είναι η ακατακρισία. Όπως το λέει και ο αββάς Λογγίνος: «Ο ταπεινόφρων δεν μπορεί να κρίνει άνθρωπο, ακόμη  κι αν τον δει να προσκυνά τα είδωλα».  Γιατί; Μα για τον απλούστατο λόγο ότι αγαπά τους πάντες και τα πάντα, κατά το πρότυπο του Χριστού. Όπως Εκείνος «βρέχει επί πονηρούς και αγαθούς και ανατέλλει τον ήλιον Αυτού επί δικαίους και αδίκους» κατά τον ίδιο τρόπο και η εικόνα Του που είναι ο ταπεινόφρων: Αγαπά τους πάντες και τα πάντα, γι’  αυτό και σαν τη μάνα που θυσιάζεται πάντα για τα παιδιά της δεν κατακρίνει κανέναν. Γιατί όχι μόνο βλέπει τον Χριστό στο πρόσωπό τους, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό. Αυτή δεν είναι άλλωστε η εντολή του Θεού; «Ό,τι κάνετε στον άλλον, σ’ Εμένα το κάνετε». Και: «Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως εαυτόν». Και η απάντηση στην ένσταση «μα πώς να αγαπήσουμε αυτόν που κάνει αμαρτίες και αδικεί τον κόσμο;» είναι αυτό που αναφέραμε παραπάνω για τη ζωή του ταπεινού αγίου: δεν αγαπά ο ταπεινός που έχει την αγάπη του Χριστού την αμαρτία και την αδικία του άλλου, μα το φως του Χριστού που δεν παύει να υπάρχει κρυμμένο μέσα του, το διαμάντι της εικόνας του Θεού που είναι ως άνθρωπος.

Με άλλα λόγια ο ταπεινός άνθρωπος του Θεού μπορεί και διακρίνει τα πράγματα, όπως μας το λέει ιδίως ο απόστολος Παύλος: «Συ τις ει ο κρίνων αλλότριον ικέτην; Τω ιδίω Κυρίω στήκει ή πίπτει. Σταθήσεται εδώ. Δυνατός δε ο Θεός στήσαι αυτόν». Ο άλλος είναι δούλος κι αυτός του Θεού, εικόνα του Θεού, που η όποια πτώση του στην αμαρτία αναφέρεται όχι σε άνθρωπο, μα στον ίδιο τον Θεό. Ο Θεός είναι Εκείνος που παλεύει με καθέναν από εμάς για να μας συνεφέρει, προσβλέποντας πάντοτε στην ανάστασή μας και όχι αποκλειστικά στις αμαρτίες μας. Τι έπρεπε για παράδειγμα να κάνει ο Θεός μας, βλέποντας τον απόστολο Παύλο ως Σαύλο που δίωκε την Εκκλησία; Να τον εξολοθρεύσει; Αυτό είναι η αντίδραση του εγωισμού του μικρού ανθρώπου. Μα Εκείνος προσέβλεπε στη μετάνοιά του και στη μεγαλωσύνη της μεταστροφής του. Κάτι που έγινε: ο διώκτης Σαύλος έγινε ο μέγας οικουμενικός απόστολος Παύλος. Το ίδιο λοιπόν και στα δικά μας: αν έχουμε την παραμικρή αίσθηση της αληθινής ταπείνωσης, συνεπώς και της αγάπης που τη συνοδεύει, θα αφήνουμε την όποια αμαρτία του άλλου στα χέρια του Θεού – οι αμαρτίες είναι «περιοχή» δράσης του Θεού. Σ’ εμάς, στη «δική μας περιοχή», εναπόκειται το πιο σημαντικό και καθοριστικό: να βλέπουμε τον καθένα και το κάθετι ως έργο του Θεού, ως απαύγασμα του φωτός Εκείνου, συνεπώς πρέπει και να το αγαπούμε.

Δύσκολα πράγματα; Τρομακτικά δύσκολα. Μα και μοναδικά σωτήρια, όταν ξεκινά μάλιστα κανείς με το δεδομένο ότι δεν αγωνιζόμαστε μόνοι μας. Μαζί με τον Χριστό γίνεται η όποια προσπάθειά μας, μάλλον στον βαθμό που έχουμε κάποια ταπείνωση αφήνουμε, όπως είπαμε, Εκείνον να λειτουργεί μέσα μας. Συνεπώς το τρομακτικά δύσκολο, γίνεται σιγά σιγά εύκολο και για εμάς. Πρόκειται, όπως καταλαβαίνουμε, για τον καθημερινό αγώνα μας, από τον οποίο κρίνεται η όποια υπάρχουσα χριστιανοσύνη μας.