Πέμπτη 23 Ιουνίου 2022

ΛΥΣΗ ΜΟΝΟ ΜΕ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ!

«Όταν κάποιοι χριστιανοί, που φέρουν μόνον το όνομα, ζητάνε να τους λύσουμε τις διαφορές τους (όταν τρώγωνται μεταξύ τους), να δεχτούμε μόνον, όταν δεχτούν να τις λύσουμε με το Ευαγγέλιο, διότι όλες οι άλλες λύσεις είναι ένας συνεχής πονοκέφαλος με ασπιρίνες. Όλοι οι άνθρωποι που μαλώνουν μεταξύ τους, όλοι τους λένε ότι έχουν και δίκαιο, μόνον που παίρνουν περισσότερο δίκαιο απ’ ό,τι δικαιούνται, γι’  αυτό και διαφωνούν συνέχεια. Το Ευαγγέλιο κάνει την καλύτερη μοιρασιά» (Οσίου Παϊσίου Αγιορείτου, Επιστολές, έκδ. Ι. Ησυχ. Ευαγγ. Ιωάννης ο Θεολόγος, Σουρωτή Θεσσαλονίκης).

Όχι μόνον οι εκτός της Εκκλησίας αλλά και οι εντός αυτής χριστιανοί «που φέρουν μόνον το όνομα», κατά τον όσιο μεγάλο Γέροντα, συνεπώς ζουν και αυτοί ως «άθεοι εν τω κόσμω» (απ. Παύλος), έχουν ως κύριο χαρακτηριστικό τους τον εγωισμό, δηλαδή την ενεργούμενη αμαρτία με όλα τα παρακλάδια της. Κατ’ ακρίβεια βέβαια ακόμη και οι θεωρούμενοι προχωρημένοι στην πνευματική ζωή ταλαιπωρούνται από τις νύξεις του εγωισμού, διότι στον κόσμο τούτο όλοι υποκείμεθα στην αμαρτία, κανείς δεν είναι αναμάρτητος. Η διαφορά μεταξύ ενός εν επιγνώσει πιστού χριστιανού και ενός απίστου έγκειται στο ότι ο πιστός βρίσκεται αδιάκοπα σε μία πορεία αύξησης της χάρης του Θεού, στον βαθμό που τηρεί τις εντολές του Κυρίου Ιησού Χριστού, που σημαίνει ότι τον εγωισμό του όταν πάει να εκδηλωθεί τον επισημαίνει και αγωνίζεται εν μετανοία να τον μεταστρέψει για να τον κάνει αληθινή και άδολη αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Ο μη πιστός όμως δεν κάνει αυτόν τον αγώνα. Άγεται και φέρεται συνήθως από τις παρορμήσεις της εμπαθούς καρδιάς του, οπότε η επιβολή του δικού του θελήματος με παραθεώρηση του Θεϊκού θελήματος γίνεται η καθημερινή πρακτική του – το εγώ του είναι και ο θεός του.

Αυτήν την επιβολή του εγώ εις βάρος του άλλου συνανθρώπου επισημαίνουμε αδιάκοπα στις μεταξύ των ανθρώπων σχέσεις, με το «συντριπτικό» κατ’ αυτούς επιχείρημα ότι ο καθένας είναι βέβαιος για το «δίκιο του». Αν ερωτηθεί ένας που είναι οργισμένος κατά του πλησίον του, δεν υπάρχει περίπτωση να μη δικαιολογηθεί, να μη θεωρήσει ότι καλώς εχθρεύεται τον άλλον, γιατί τον έθιξε, γιατί τον αδίκησε, γιατί του συμπεριφέρθηκε με τρόπο πονηρό και συμφεροντολογικό. Κι έχει «δίκιο»! Γιατί σε ένα ποσοστό στον κόσμο τούτο όλοι λίγο πολύ φταίμε – «πολλά γάρ πταίομεν άπαντες» όπως λέει η Γραφή. Το πρόβλημα όμως, καθώς επισημαίνει ο άγιος, είναι ότι διεκδικούμε παραπάνω δίκιο από όσο μας πρέπει. Κι αυτό γιατί; Διότι ο νους μας θολωμένος από τον εγωισμό δεν διακρίνει σωστά – ο νους πάντοτε πλανάται όταν η καρδιά δεν είναι καθαρή, όταν δηλαδή δεν είναι γεμάτη από αγάπη. Το αποτέλεσμα; Η σπίθα και η φωτιά. Ο ένας εγωισμός που συγκρούεται με τον άλλο εγωισμό, σαν δύο πέτρες που βγάζουν σπίθα από τη μεταξύ τους σύγκρουση.

Τι γίνεται στην περίπτωση που μία τέτοια διαμάχη έρθει ενώπιόν μας; Τι μπορούμε και πρέπει να πούμε, όταν δύο με διαφωνία μεταξύ τους θελήσουν να τα βρουν με «διαιτητή» εμάς; Εννοείται ότι ο καθένας θα θελήσει να μας πάρει με το μέρος του, παρουσιάζοντάς μας τα πράγματα εντελώς «φουσκωμένα» για τον άλλον και εντελώς «εν σμικρύνσει και αθώα» για τον εαυτό του. Ο ίδιος ο Κύριος βρέθηκε σε τέτοια στιγμή: Του ζήτησαν δύο άνθρωποι να τους λύσει τη διαφορά. Κι Εκείνος, ο παντογνώστης και καρδιογνώστης, αρνήθηκε! «Ποιος με έβαλε δικαστή ανάμεσά σας;» είπε, παραπέμποντας ουσιαστικά και στο ανάλογο περιστατικό από την Παλαιά Διαθήκη με τον Μωϋσή (που έκανε τον δικαστή και βρέθηκε στη συνέχεια ο ίδιος υπόδικος!). Κι είναι η στάση Του αυτή που μας δείχνει τον δρόμο: να μη πέφτουμε στην παγίδα του κριτή – θα κατηγορηθούμε και από τους δύο διαφωνούντες.

Μόνο σε μία περίπτωση μπορούμε να πούμε τη γνώμη μας, αλλά με ταπείνωση και αγάπη και προσευχή: όταν προτείνουμε τη λύση του Ευαγγελίου. Και μάλιστα τότε που διαπιστώνουμε ότι οι διαφωνούντες έχουν έστω και μία μικρή διάθεση να ακούσουν, έχουν δηλαδή κάποια μικρή ταπείνωση. Και τι προτείνει το Ευαγγέλιο; Τίποτε άλλο από την αγάπη των ανθρώπων μεταξύ τους, δηλαδή από τη διάθεση ο καθένας να δίνει περισσότερο δίκιο στον άλλον! Θυμόμαστε και πάλι το όσιο Αγιορείτη που έλεγε με τον μοναδικό εποπτικό τρόπο του: «Χριστιανική μοιρασιά και δικαιοσύνη είναι από τα δέκα να πάρω εγώ τα δύο και να δώσω στον άλλον τα οκτώ!» Κάθε άλλος τρόπος για έναν χριστιανό είναι «συνεχής πονοκέφαλος με ασπιρίνες».

Αν όπως είπαμε οι διαφωνούντες είναι καλοπροαίρετοι και έχουν κάποιο χριστιανικό στοιχείο μέσα τους θα δεχτούν τη λύση και θα ευχαριστήσουν τον Θεό, κι ίσως κι εμάς. Αν όμως δεν είναι, τότε ματαίως κοπιάζουμε, ματαίως μιλάμε και εκφέρουμε γνώμη: η γνώμη μας γίνεται αφορμή μεγαλύτερης έξαψης των παθών που την «πληρώνουμε» κι εμείς. Σπουδαίο παράδειγμα επ’ αυτού έχουμε από τον βίο του μεγάλου οσίου νηπτικού Πατέρα της Εκκλησίας Ισαάκ του Σύρου. Μόλις είχε γίνει επίσκοπος Νινευί ο ησυχαστής όσιος Ισαάκ, και μάλιστα με μεγάλη πίεση και αποκάλυψη Κυρίου, και ήρθαν δύο χριστιανοί για να βρουν το δίκιο τους. Ο ένας ήταν δανειστής και ο άλλος οφειλέτης. Ο δανειστής είχε τα δίκια του: του χρωστούσε ο άλλος και αργοπορούσε την εξόφληση. Ο οφειλέτης είχε κι αυτός τα δικά του: φτωχός άνθρωπος μεροκαματιάρης ήταν και ήθελε μία παράταση χρόνου από τον δανειστή. Ο πρώτος έξαλλος επιτέθηκε με σκαιό τρόπο κατά του άλλου «αδελφού», φώναζε, έλεγε, έλεγε… Ο άλλος μαζεμένος άκουγε. Ο άγιος Ισαάκ που προσευχόταν με πόνο με την όλη κατάσταση πήρε κάποια στιγμή τον λόγο. Και τι είπε; Ό,τι λέει το Ευαγγέλιο. «Αδελφέ μου, ο Κύριος στο Ευαγγέλιο ζητάει να αγαπάμε ο ένας τον άλλον, να είμαστε συγκαταβατικοί, να παραιτούμαστε κάποιες φορές και από τα δικαιώματά μας». Ο δανειστής βεβαίως με τα λόγια του αγίου εξοργίστηκε ακόμη περισσότερο. Στράφηκε και κατά του επισκόπου του. Αποτέλεσμα: έφυγε απειλώντας ότι θα σύρει τον χρεώστη στα δικαστήρια. Και ο άγιος Ισαάκ, αφού αγκάλιασε τον άνθρωπο και τον παρηγόρησε, λέγοντας ότι θα κάνει ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατό, μάζεψε τα πράγματά του, εγκατέλειψε τον επισκοπικό του θρόνο και επανήλθε στο ησυχαστήριό του. Το σκεπτικό του ήταν ατράνταχτο: «Αν δεν μπορώ να πείσω τους χριστιανούς μου με τον λόγο του Ευαγγελίου, τότε ποια είναι η θέση μου εδώ;»

Τετάρτη 22 Ιουνίου 2022

ΟΣΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: «ΠΟΥ ΕΜΑΘΑ ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ»


«Κύριε, σώσον ημάς! Είδατε μυστικά (της πνευματικής ζωής)! Δεν τα ξέρουνε αυτά οι άνθρωποι. Αυτά είναι μυστικά που εγώ τα έχω μάθει μέσα στην Παρακλητική, μέσα στα Μηναία. Πω! Πω! Όλα, και ο άγιος Εφραίμ και ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος και όλοι οι καλοί. Μέσα όμως η υμνολογία έχει τρόπους και μεγαλεία και λεπτότητες και ευαισθησίες και μεταρσιώματα και οράματα και μεταρσιώσεις… Ήρθε μία που δεν ήτανε τόσο καλά γιατί την εβλάψανε οι ακολουθίες, κουράστηκε και δεν ήθελε να πάει στην Εκκλησία. Λοιπόν, λέει: «Ως αγαπητά τα σκηνώματά Σου, και κάθε βράδυ. Κουράστηκα, δεν μπορώ να ακούω αυτά τα πράγματα». Ενώ το να λες «Ως αγαπητά τα σκηνώματά Σου, Κύριε των Δυνάμεων, επιποθεί και εκλείπει η ψυχή μου», πώς το λέει εκεί, «Εις τας αυλάς του Κυρίου, επιποθεί και εκλείπει η ψυχή». Λοιπόν, αυτά και όλη την ημέρα να λες «Ως αγαπητά τα σκηνώματά Σου» και όλα και όλη την ημέρα να λες ψαλμούς, ποτέ δεν έχω κούραση. Εδώ πέρα βλέπεις που αγαπιούνται και λένε «Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ» και όλα τα τραγούδια που ακούς στα ραδιόφωνα «Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ» όλα, όλο αυτή τη λέξη ακούεις. Καταλάβατε; Αυτή, ας πούμε, του έρωτος του επιγείου. Αλλά στον Θεό είναι άλλος έρως, άλλο πράμα, άλλη, άλλη χαρά» (Ευαγγ. Καραδήμου, Βίος και Πολιτεία του οσίου Γέροντος Πορφυρίου, εκδ. Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος, Μήλεσι, 2011).


Δεν είναι λίγες οι φορές που ο όσιος Πορφύριος τόνιζε όχι απλώς τη σημασία της εκκλησιαστικής υμνογραφίας για την πνευματική ζωή ενός πιστού χριστιανού, αλλά τη μέγιστη αξία που έχει. «Τα μυστικά της πνευματικής ζωής από τους ύμνους της Εκκλησίας τους έμαθα» σημείωνε. «Και μπορεί να μην έχω φτάσει το ύψος στο οποίο μας οδηγούν, όμως έμαθα τον τρόπο». Φτάνει μάλιστα σε σημείο ίσως υπερβολής, όταν ομολογεί ότι ακόμη και από τους μεγάλους οσίους, τους «καλούς», άγιο Εφραίμ, άγιο Ιωάννη της Κλίμακος, οι ύμνοι της Παρακλητικής και των Μηναίων – ό,τι εξαγγέλλει μέσα από αυτούς η Εκκλησία για την Αγία Τριάδα, για τους αγίους, για την πνευματική ζωή – πρόσφεραν στον ίδιο μεγαλύτερη ωφέλεια. Κι αυτό γιατί, κατά τα λεγόμενά του, εκεί βρίσκεις «τρόπους και μεγαλεία και λεπτότητες και ευαισθησίες και μεταρσιώματα και οράματα και μεταρσιώσεις». Κι ήταν βαθιά πεποίθησή του ότι τούτο ισχύει όχι μόνο για τον ίδιο, αλλά και για όλους τους χριστιανούς. Όταν προέτρεπε τους αδελφούς που τον επισκέπτονταν να ακολουθήσουν τη μέθοδο αυτή αγιασμού τους, εκείνοι, κι αν ακόμη εξέφραζαν στην αρχή κάποια επιφύλαξη, αργότερα όμως υπακούοντας, από την εμπειρία τους βεβαίωναν την ίδια αλήθεια. «Είχα μία – έλεγε – η οποία δεν διάβαζε κανόνες, δεν έδινε σημασία στους αγίους και στην υμνολογία και αυτά που λέω σχεδόν τέτοια. Μια μέρα την κατατόπισα και τώρα… Τόσο πολύ της άρεσαν∙ διαβάζει, και κανένα που χτυπάει πολύ, με παίρνει στο τηλέφωνο και μου λέει: «Σ’ ευχαριστώ, Γέροντα, που μ’ έβαλες σ’ αυτούς τους θησαυρούς που περιφρονούσα, επειδή σχεδόν έτσι είχα διδαχτεί».

Κατά τον μεγάλο όσιο λοιπόν, στην υμνολογία της Εκκλησίας βρίσκεις όλους τους τρόπους για να αγιάσεις, βρίσκεις εκφρασμένη με γλυκό τρόπο την Αγία Γραφή αλλά και την Πατερική Παράδοση – η υμνολογία συνιστά μία σύνοψη όλων των θησαυρών του Αγίου Πνεύματος. Κι ένας βασικός λόγος της πραγματικότητας αυτής για τον όσιο ήταν ότι οι εκκλησιαστικοί μεγάλοι ποιητές, Ιωάννης μοναχός, Ιωσήφ, Θεοφάνης κ.ά., ήταν κι αυτοί μεγάλοι άγιοι που μπορούσαν να διακρίνουν τα σημάδια της αγιότητας και να επισημάνουν και όλες τις παραμέτρους τους. Ο λόγος του είναι σαφής: «Δεν γνωρίζουν αυτοί που ασχολούνται, ίσως και οι μοναχοί πολλές φορές, το μεγαλείο των αγίων ποιητών που έχουν ασχοληθεί με την υμνολογία της Εκκλησίας μας. Πω! Πω! Τι είναι αυτό!...Σας λέω ότι είναι σαν τον άγιο Σάββα, σαν τον άγιο Εφραίμ, σαν τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος. Τέτοιοι είναι και αυτοί. Μέσα στους ύμνους τους, μέσα στους κανόνες τους, μέσα στους όρθρους που έχουνε φτιάξει. Τι μεγαλεία! Εκεί μαθαίνει κανείς όλους τους τρόπους πώς να γίνει άγιος. Επαινώντας τον άγιο, κατείχαν όλα οι ίδιοι από πείρα και επαινούσαν τον άγιο και έγραφαν όλους τους τρόπους που μεταχειριζόταν ο άγιος!»

Πώς όμως παρουσιάζει την περίπτωση ο μέγας Γέρων εκείνης της εν Χριστώ αδελφής που είχε κουραστεί από τη διαρκή επανάληψη των ψαλμικών λόγων και των ίδιων κάθε φορά ακολουθιών, τόσο που δεν ήθελε πια να πηγαίνει και στην Εκκλησία; Η απάντησή του δίνει την απάντηση και για ένα μεγάλο μέρος χριστιανών μας, οι οποίοι και αυτοί «βαριούνται» και «πλήττουν» στις ακολουθίες, βρίσκοντας τρόπο «διαφυγής» είτε με την απουσία τους από τον Ναό είτε, συχνότερα, από τη «σμίκρυνση» της παρουσίας τους – όσο αργότερα και προς το τέλος, τόσο και καλύτερα! Τι λέει; Δεν υπάρχει αγάπη προς τα λόγια του Θεού και των αγίων. Μετέχουμε δηλαδή στις εκκλησιαστικές προσευχές, αλλά τυπικά και όχι καρδιακά. Τα λόγια είτε των ψαλμών είτε των ύμνων δεν μας κινητοποιούν, δεν μας αλλοιώνουν τον εσωτερικό κόσμο, δεν γίνονται το όχημα αναβάσεως της καρδιάς μας σε ό,τι μας αποκαλύπτουν. Οπότε, χωρίς αγάπη δεν υπάρχει το ανάλογο ενδιαφέρον. Δεν είναι τυχαίο ότι φέρνει ο άγιος το παράδειγμα των διαφόρων ερωτικών κοσμικών τραγουδιών. Εκεί αδιάκοπα προβάλλεται η αγάπη του άνδρα προς τη γυναίκα, της γυναίκας προς τον άνδρα: «σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ», γιατί έχει πληγεί η καρδιά από τον ανθρώπινο έρωτα. Κι αν αυτό συμβαίνει σ’ αυτόν τον έρωτα, λέει ο άγιος, πόσο περισσότερο πρέπει να συμβαίνει στον θεϊκό έρωτα που είναι απείρως βαθύτερος και μεγαλύτερος από τον κοσμικό!

Η έλλειψη βεβαίως της αγάπης προς τα λόγια του Θεού αποκαλύπτει την έλλειψη αγάπης προς τον ίδιο τον Θεό. Θεός και λόγια του Θεού ευρίσκονται στην ίδια συστοιχία – ο Θεός «κρύβεται» μέσα στα λόγια Του, μας διδάσκουν οι άγιοι. Ο ίδιος άλλωστε ο Κύριος είπε ότι θα φανερώσει τον εαυτό Του σ’ εκείνον που θα Τον αγαπήσει, τουτέστιν θα τηρήσει τις άγιες εντολές Του. Όταν μιλάμε για αγάπη προς τον Θεό μιλάμε πάντοτε για αγάπη προς τα λόγια, τις εντολές, τα κρίματα, τα δικαιώματά Του! Αναζητώ τον Θεό λοιπόν σημαίνει ότι «κυνηγάω» τις εντολές Του, προκειμένου να τις κάνω ένδυμα και σπίτι μου, να ενοικήσω σε αυτές, διαπιστώνοντας και τη δύναμη που περικλείουν, τη χάρη Εκείνου. Ο Κύριος για παράδειγμα που μας έμαθε να προσευχόμαστε με το «Πάτερ ημών», μας έμαθε στην πραγματικότητα να μπορούμε να Τον «αγκαλιάζουμε» μ’ έναν πολύ αισθητό και άμεσο τρόπο – το Πνεύμα Του προσεγγίζουμε κάτω από τις λέξεις και τους φθόγγους. Αλλά το ίδιο συμβαίνει και με όλη την Αγία Γραφή και με όλη την εκκλησιαστική υμνογραφία. Να ακούσουμε και πάλι τον άγιο πάλι στον συγκεκριμένο παραπάνω στίχο του «Ως αγαπητά τα σκηνώματά Σου, Κύριε». «Μα θα πεις, “Ως αγαπητά”. Τι αγαπητά, μωρέ, εδώ είναι λαχτάρα. “Επιποθεί και εκλείπει η ψυχή μου εις τας αυλάς του Κυρίου”. Σε ποθώ, Θεέ μου, και λιώνει η ψυχή μου κοντά Σου. Στην αγάπη Σου λιώνει. Ίσως αυτό θα έχει να πει “εκλείπει η ψυχή μου”. Ίσως θα έχει να πει: Λιώνει η ψυχή μου».

Τρίτη 21 Ιουνίου 2022

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ Ο ΤΑΡΣΕΥΣ

«Ο άγιος Ιουλιανός καταγόταν από τα Ανάζαρβα, τη δεύτερη επαρχία της Κιλικίας, και ήταν γιος κάποιου βουλευτή, ενώ η μητέρα του ήταν χριστιανή. Από τη μητέρα του έμαθε την κατά Χριστόν ευσέβεια, γι’ αυτό και με επιμονή μελετούσε τις θείες Γραφές. Δεκαοκτώ ετών κατηγορήθηκε ως χριστιανός και οδηγήθηκε στον ηγεμόνα Μαρκιανό, ο οποίος τον πρόσταξε να θυσιάσει στα είδωλα. Επειδή εκείνος αμέσως αρνήθηκε, δέχτηκε βασανισμούς και κτυπήματα σε όλα τα μέρη του σώματός του. Έπειτα τον έκλεισαν στη φυλακή, όπου τον επισκέφτηκε η μητέρα του, η οποία τον συμβούλεψε να μείνει σταθερός στην πίστη του και να πεθάνει για τον Χριστό αν χρειαστεί. Η επιμονή του εξόργισε τον ηγεμόνα που έδωσε εντολή να κλειστεί σε ένα σάκκο γεμάτο από άμμο που μέσα είχαν βάλει δηλητηριώδη ερπετά και άλλα είδη φιδιών και να τον ρίξουν στο μέσο της θάλασσας. Με τον τρόπο αυτό δέχτηκε το στεφάνι του μαρτυρίου. Τον μάρτυρα Ιουλιανό τίμησε με εγκώμια και ο μέγας Χρυσόστομος».

Δεν είναι τυχαίο ότι ο μέγας Πατέρας της Εκκλησίας άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος θεώρησε τιμή του να εγκωμιάσει τον άγιο μάρτυρα του Χριστού Ιουλιανό τον Ταρσέα, πολύ περισσότερο που επρόκειτο για νεαρό παλληκάρι μόλις δεκαοκτώ ετών. Δεν είχε ξεκινήσει καν τη ζωή του δηλαδή ο Ιουλιανός και βρέθηκε να εμπνέεται από τη Σοφία των αιώνων, τόσο που ο μεγάλος υμνογράφος της Εκκλησίας Ιωάννης μοναχός τον χαρακτηρίζει ως «στήλη που είχε την πνοή κάθε αρετής» (ωδή η΄). Κι αυτό σημαίνει ότι η φρόνηση και η σοφία στον άνθρωπο «δεν μετριέται με τον αριθμό των χρόνων της ζωής του» αλλά με την πίστη του στον Θεό  και τη θερμή αγάπη του προς Αυτόν. «Αποστάζει ευωδιαστό μύρο η σεβαστή και ένδοξη μνήμη σου, στρατιώτη του Χριστού» φωνάζει ο υμνογράφος, «κι εμείς που σε δοξολογούμε στεφόμαστε μαζί σου από άρρητη και ουράνια δόξα» (ωδή ζ΄) – μνημονεύουμε τον Ιουλιανό και γεμίζουμε από άρωμα και δόξα! Γι’ αυτό και η θέση του στην Εκκλησία είναι «του φωτεινού ήλιου που καταυγάζει τον κόσμο όλο, ενώ απομακρύνει τα σκοτάδια της αθεΐας» (στιχ. εσπ.).

Μυημένος στη χριστιανική πίστη από την αγία μητέρα του ο μάρτυρας, η οποία τον παρότρυνε όπως είδαμε να μείνει σταθερός στην πίστη του έως θανάτου – πώς μας θυμίζει τη μητέρα του νεαρού μάρτυρα επίσης από τους αγίους Σαράντα στη λίμνη της Σεβαστείας! – στέκεται ενώπιον του ηγεμόνα σαν λιοντάρι. Όχι μόνο δεν πτοείται, αλλά όσο μεγαλώνουν τα βασανιστήρια τόσο αυξάνει και η πνευματική και ψυχική δύναμή του. Ο άγιος υμνογράφος περιγράφει εξαίσια το τι συνέβη στην παράστασή του αυτή. «Στεκόσουν μπρος στο τυραννικό βήμα, μάρτυς Χριστού Ιουλιανέ, σαν να βρισκόσουν μπροστά στον Κριτή των ζώντων και των νεκρών» (ωδή γ΄). Και τι λέει στον «φρενοβλαβή δικαστή»; «Δεν μας έδωσε εντολή ο Θεός να λατρεύουμε λιθάρια και έργα ανθρωπίνων χεριών». «Εγώ ομολογώ την πίστη μου στην αγία Τριάδα, γιατί δεν είμαι άφρων» (ωδή γ΄) – μόνον ο άφρων άνθρωπος μπορεί να διαγράφει τον Θεό από τη ζωή του και να λατρεύει είδωλα.

Πού έβρισκε τη δύναμη αυτή ο νεαρός Ιουλιανός για να στέκεται έτσι; Μήπως ήταν η νεότητα που τον είχε συνεπάρει, όπως βλέπουμε συχνά σε νεαρούς που προβαίνουν σε «αποκοτιές»; Όχι, επισημαίνει ο άγιος ποιητής. «Δεν ήταν η ρώμη της νεότητάς του που τον έκανε νικητή της δεισιδαίμονος πλάνης, αλλά ο αήττητος πόθος για τα πάθη του Χριστού» (ωδή δ΄). Τον Χριστό και μάλιστα Εσταυρωμένο έβλεπε ενώπιόν Του αδιάκοπα ο νεαρός μάρτυς, κι «Αυτόν επιθυμούσε να μιμηθεί σε όλα» (ωδή ε΄). Και μάλιστα μέσα στα μαρτύρια ευρισκόμενος «σαν άκακο αρνί κι αυτός όπως ο Κύριος» (ωδή ε΄) «δεν ένιωθε τους πόνους, γιατί φυλασσόταν από τον πόθο του Χριστού» (ωδή δ΄). Και τι συμβαίνει; «Μετά τα πρώτα βασανιστήρια με μεγαλύτερη δύναμη σαν λιοντάρι καλούσε τους τυράννους με νήφουσα κραυγή να μετανοήσουν και να υμνολογήσουν και αυτοί τον αληθινό Θεό» (ωδή η΄).

Τον ρίξανε μαζί με δηλητηριώδη φίδια μέσα σε σάκκο στη θάλασσα κι εκεί τελειώθηκε μαρτυρικά. Μα η τελείωσή του αυτή ήταν νίκη του «κι απέναντι στον αλαζόνα αρχέκακο δράκοντα διάβολο ως πολύμορφο φίδι» (κάθισμα όρθρου, ωδή θ΄), αλλά «κι απέναντι στην υπερηφάνεια του τυράννου» (ωδή θ΄). Έτσι γίνεται πάντοτε, όπως το βλέπουμε στον Σταυρό του Κυρίου: θεωρείσαι ότι ηττήθηκες, αλλά η «ήττα» σου αυτή συνιστά τη μεγαλύτερη νίκη απέναντι σε όλες τις αντίθεες δυνάμεις, αισθητές και υπεραισθητές. Γιατί η «ήττα» αυτή ως καρπός υπακοής στο θέλημα του Θεού και αγίας ταπείνωσης επισύρει πλούσια την παντοδύναμη χάρη Εκείνου. Ο Θεός βεβαίως δεν άφησε τον άγιο στα βάθη της θάλασσας. «Το Πνεύμα του Θεού τον έφερε στην ξηρά, όπου μία αγία χριστιανή γυναίκα φωτίστηκε και κατάλαβε τι συνέβαινε. Υποδέχτηκε το λείψανο και το ενταφίασε με τον πρέποντα τρόπο» (στιχ. εσπ.). Έκτοτε πολλά τα σημεία και τα θαύματα που επιτελεί ο άγιος Ιουλιανός, και με την επίκλησή του και με τη σκόνη ακόμη των λειψάνων του (στιχ. εσπ., ωδή ς΄).

Δευτέρα 20 Ιουνίου 2022

Ο ΤΡΕΛΛΟΣ ΚΙ Ο ΜΕΘΥΣΜΕΝΟΣ…

«Κάποτε πήγαν στον όσιο Παΐσιο τον Αγιορείτη έναν άνθρωπο που βρισκόταν σε ψυχική κρίση για να τον βοηθήσει και τους είπε να τον πάνε πρώτα στο ψυχιατρείο να του σφίξουν λίγο τις βίδες και μετά να τον φέρουν να συζητήσουν. Διότι με τον τρελλό σε κρίση, όπως και με τον μεθυσμένο, δεν μπορείς να συνεννοηθείς αν δεν πιει έναν καφέ να ξεμεθύσει» (Οσίου Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Διδαχές και Αλληλογραφία, εκδ. Ι. Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, Μήλεσι 2007).

Υπήρχαν κάποιοι συνάνθρωποί μας που τους οσίους Γέροντες της εποχής μας, σαν τον όσιο Παΐσιο, τους θεωρούσαν ως «πανάκεια» για κάθε νόσο και κάθε αρρώστια, είτε σωματική είτε ψυχική, μία κολυμβήθρα του Σιλωάμ, θα λέγαμε, που θα πει ότι τους αντιμετώπιζαν σχεδόν ακριβώς όπως τον Ιησού Χριστό. Και ναι μεν οι άγιοι πράγματι αποτελούν μία συνέχεια του Ιησού Χριστού, όπως και κάθε πιστός από τη στιγμή μάλιστα που βαπτίζεται και γίνεται μέλος Εκείνου, όμως άλλο πράγμα είναι η αγιοσύνη τους και άλλο η εν τω κόσμω τούτω, και ενόσω ζουν, θεωρούμενη παντοδυναμία τους. Το κύριο γνώρισμα ενός αγίου που αγωνίζεται εν χάριτι να τηρεί τις άγιες εντολές του Θεού είναι η μεγάλη παρρησία που έχει ενώπιον του Θεού, η δύναμη δηλαδή της προσευχής του – χάριν αυτού επεμβαίνει τις περισσότερες φορές ο Θεός μας και για εμάς τους υπολοίπους – και όχι μία αυτόνομη παντοδυναμία του που λειτουργεί ως ένα «μαγικό ραβδί». Τι σημαίνει αυτό; Ότι και ένας άγιος μπορεί να προσεύχεται για έναν ταλαιπωρημένο συνάνθρωπό του, κι εδώ όσο ζει αλλά και μετά θάνατον ακόμη, και να μην εισακούεται η προσευχή του. Διότι η κρίση είναι του Θεού, ο Οποίος είναι ο μόνος που γνωρίζει σε όλο το πλάτος και το βάθος το κάθε πλάσμα Του και αν μία επέμβασή Του επομένως είναι για το καλό του ή όχι.

Πολύ περισσότερο μειώνεται η επέμβαση ενός αγίου, όταν διαπιστώνει ότι το πρόβλημα που του θέτουν οι άλλοι μπορεί να αντιμετωπιστεί εξ ολοκλήρου με ανθρώπινο τρόπο ή απαιτεί μία δευτερογενή δική του ενέργεια. Ιδιαιτέρως ο άγιος Παΐσιος ήταν αυτός που τόνιζε πως ποτέ ο Θεός δεν επεμβαίνει στα ανθρώπινα προβλήματα με άμεσο τρόπο, αν ο άνθρωπος δεν έχει εξαντλήσει όλες τις ανθρώπινες δυνατότητες που υφίστανται προς επίλυσή του. Κι αυτό γιατί το ανθρώπινο, η καταφυγή δηλαδή σε έναν συνάνθρωπο, π.χ. σε έναν ιατρό, είναι άλλος τρόπος δράσεως του ίδιου του Θεού – ο Θεός έδωσε την ιατρική στον άνθρωπο, όπως ο Ίδιος φώτισε και φωτίζει τους ανθρώπους ώστε να μπορούν να επιβιώνουν μέσα στο πλαίσιο των λεγομένων «δερματίνων χιτώνων» σ’ αυτόν τον δύσκολο και πεσμένο στην αμαρτία κόσμο. Λοιπόν, όπου ο άνθρωπος μπορεί να καταφύγει στον συνάνθρωπό του, δηλαδή σε ό,τι έχει κτιστεί συν Θεώ ως ανθρώπινος πολιτισμός, εκεί ο Θεός χαίρεται να «αποσύρεται». Αυτό δεν μας έμαθε και η ενσάρκωσή Του; Έγινε άνθρωπος ο Θεός για να μας σώσει, χωρίς να προβεί σε μία άμεση «μαγική» κίνησή Του – η ταπείνωση είναι ο δρόμος Του και σ’ αυτήν την ταπείνωση πάντοτε επαναπαύεται.

Από την άποψη αυτή κατανοούμε τα λόγια του μεγάλου οσίου Γέροντα: χρειάζεται καταφυγή στην επιστήμη για έναν που είναι σε ψυχική κρίση, εν προκειμένω κλείσιμο σε ψυχιατρείο ώστε να «σφιχτούν λίγο οι βίδες», κι έπειτα μία δική του ίσως επέμβαση μέσω διαλόγου που απαιτεί ένα μίνιμουμ ψυχικής ισορροπίας. Γι’ αυτό φέρνει και το παράδειγμα με τον μεθυσμένο άνθρωπο: όσο βρίσκεται υπό την επήρεια του αλκοόλ, καμία συζήτηση δεν μπορεί να υπάρξει. Αν όμως ξεμεθύσει, πίνοντας κάποιους καφέδες, τότε μπορεί να του μιλήσει και ο άλλος με κάποια καθαρότητα να τον καταλάβει. Πρόκειται για την παρόμοια κατάσταση που αντιμετώπισε ο όσιος με έναν νεαρό. Ταραγμένος ο νεαρός που τον επισκέφτηκε του ζήτησε να τον εξομολογήσει και να τον καθοδηγήσει. Και η απάντηση του οσίου πράγματι ήταν εξόχως λογική και διακριτική: στην κατάσταση που είσαι έτσι ταραγμένος, και να σου μιλήσω δεν πρόκειται να με ακούσεις και να με καταλάβεις. Πήγαινε, βρες πρώτα έναν πνευματικό, κι αφού εξομολογηθείς και λίγο ησυχάσεις τότε μπορεί να συντονιστούμε. Και για να χρησιμοποιήσουμε κι ένα άλλο παράδειγμα: τι νόημα έχει να θελήσουμε να κάνουμε τραπέζι σ’ ένα καλό εστιατόριο σε άνθρωπο που βρίσκεται με γαστρορραγία; Πρώτα πρέπει να οδηγηθεί σε νοσοκομείο κι έπειτα αφού φτιαχτεί το στομάχι του να απολαύσει ίσως το καλό φαγητό.

Το θέμα που τίθεται από τον όσιο είναι τεράστιο: η ψυχική ισορροπία ως στάση ανθρώπου που μπορεί να λειτουργεί με έναν κοινά αποδεκτό τρόπο κατά τα δεδομένα των περισσοτέρων ανθρώπων, συνιστά προϋπόθεση για την ύπαρξη της πνευματικής χριστιανικής ζωής. Ένας τρελλός ή ένας μεθυσμένος, κατά τον άγιο, μπορεί να αγιάσει – ο Θεός τους αγαπά και τους δύο υπέρμετρα – αφού όμως λίγο βοηθηθούν για να κατανοούν τη γύρω τους πραγματικότητα, τον εαυτό τους και τους άλλους. Διαφορετικά και οι δύο κυμαίνονται σε επίπεδα εκτός εαυτού. Το «εις εαυτόν ελθών» της παραβολής του ασώτου δεν είναι τυχαίο ότι χρησιμοποιείται από τον ίδιο τον Κύριο ως πρώτος όρος για να υπάρξει η μετάνοια, η οποία παίρνει την οριστική μορφή της με το «αναστάς πορεύσομαι προς τον Πατέρα μου». Άνθρωπος εκτός εαυτού δηλαδή βρίσκεται έξω από την «εμβέλεια» και του ίδιου του Θεού – άλλη είναι η θεραπευτική εκεί προσέγγισή του από τον Ίδιο. Έχουμε την εντύπωση πως αυτό είχε υπ' όψιν του και ο απόστολος Παύλος, όταν προέτρεπε τους χριστιανούς να μην επιμένουν να μεταστρέψουν έναν αιρετικό άνθρωπο: «μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού!» Γιατί; Διότι «εξέστραπται ο τοιούτος» - έχει εκτραπεί, δεν είναι ο εαυτός του. Κι είναι αυτό που πρέπει να λαβαίνουμε σοβαρότατα υπ’ όψιν μας σε όλες τις σχέσεις μας, πολύ περισσότερο μέσα στον χώρο της εκκλησιαστικής ζωής. Η σοφή διακριτικότητα του αγίου Παϊσίου πρέπει να μας καθοδηγεί και στο συγκεκριμένο σημείο.    

ΟΤΑΝ ΦΕΥΓΟΥΝ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΜΕ ΕΝΗΛΙΚΑ ΤΕΚΝΑ: «ΚΑΤΑΦΥΓΗ» Ή «ΑΔΕΙΑ ΦΩΛΙΑ»;

Η προβληματικότητα της κοινωνίας και της οικογένειας 

Όλοι οι εχέφρονες άνθρωποι συμφωνούν ότι αν η κοινωνία μας σε ένα μεγάλο ποσοστό χωλαίνει – δυστυχώς πολλά μέλη της λειτουργούν εντελώς αντικοινωνικά: άσκηση βίας, ρατσισμός, μπούλινγκ, διακρίσεις όλων των ειδών είναι κάποια από τα συμπτώματα αντικοινωνικότητας – είναι γιατί δεν λειτουργεί ομαλά το βασικό κύτταρο αυτής, η οικογένεια. Και δεν είναι τυχαίο ότι στην εποχή μας η προσέγγιση και η κατανόηση της οικογένειας γίνεται με τόσων ειδών κριτήρια, ώστε να απαιτείται πια όταν γίνεται λόγος γι’ αυτήν ο καθορισμός του είδους της. Δεν είναι μόνο οι «κλασικές» διακρίσεις: πατριαρχική οικογένεια, πυρηνική οικογένεια, μονογονεϊκή οικογένεια, διαλυμένη οικογένεια, κοινόβιο-οικογένεια. Η σύγχρονη εποχή έχει προχωρήσει: υπάρχει πια και η ομοφυλοφιλική οικογένεια, για να μην αναφερθούμε και στις ακραίες απόψεις εκείνων που θεωρούν την οικογένεια και τον λόγο γι’ αυτήν ως «τελειωμένη» κατάσταση – είναι περιττό και να μιλάμε γι’ αυτήν! Η εκτίμησή μας βεβαίως για τις τελευταίες ιδίως προσεγγίσεις είναι σαφής: εκφράζουν τις περιπτώσεις ομάδων που η αλλοίωσή τους από τον αντιχριστιανισμό τους βρίσκεται στο απώγειο. Η αμαρτία ως ζωή εκτός Θεού προφανώς γι’ αυτούς δεν υπάρχει ούτε ως λέξη. 

Μόνη ελπίδα: η χριστιανική οικογένεια («κατ’ οίκον Εκκλησία»)

Υπάρχει βεβαίως πάντοτε αυτό που συνιστά την ελπίδα και που είναι η χριστιανική οικογένεια, αυτή που αγιογραφικά χαρακτηρίζεται ως «κατ’ οίκον Εκκλησία». Κι αυτή η οικογένεια υφίσταται και θα υφίσταται όσο θα υπάρχει στον κόσμο ζωντανή χριστιανική πίστη. Η χριστιανική πίστη είναι αυτή που ακολουθώντας τους νόμους του Δημιουργού κατανοεί τη συζυγική σχέση καταρχάς ως εκ Θεού δεδομένη κατάσταση, όπως και το αποτέλεσμα της σχέσεως αυτής, τη σύμπηξη και δημιουργία της οικογένειας. «Ου καλόν είναι τον άνθρωπον μόνον επί της γης», ακούγεται ο αιώνιος λόγος του Τριαδικού Θεού απαρχής της δημιουργίας του ανθρώπου, «ποιήσωμεν αυτώ βοηθόν κατ’ αυτόν». Η δημιουργία της γυναίκας αποτελεί το θέλημα του Θεού ο άνθρωπος να κατανοείται πάντοτε ως συνάνθρωπος – ο ένας άνθρωπος δεν είναι ολόκληρος άνθρωπος. Ο εξίσου σπουδαιότατος αποκαλυπτικός λόγος το επιβεβαιώνει: «Εποίησεν άνθρωπον ο Θεός, άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς». Η εκ του ανδρός μάλιστα «λήψη» του υλικού για τη γυναίκα συνιστά την πιο στεντόρεια εξαγγελία ότι ο άνδρας και η γυναίκα όχι μόνο είναι πλασμένοι ο ένας για τον άλλον, αλλά ότι κατανοούνται «ταυτοτικά». Η έκπληξη του Αδάμ, όταν αφυπνώττει από την κοίμηση που του είχε επιβάλει ο Δημιουργός – ο Αδάμ δεν «παρευρισκόταν» στη δημιουργία της γυναίκας, όπως ούτε εκείνη στη δημιουργία αυτού – αυτό  ακριβώς μαρτυρεί: «τούτό εστι σαρξ εκ της σαρκός μου και οστούν εκ των οστέων μου». Ο άνδρας πια έκτοτε αναγνωρίζει τον εαυτό του στο πρόσωπο της γυναίκας, όπως και το αντίστροφο. «Ουκ εισι δύο αλλά μία σαρξ», δεν είναι δύο αλλά ένας άνθρωπος, κατά τον αψευδή λόγο του Κυρίου Ιησού.  Η όποια διάσπαση που θα υπάρξει αργότερα θα αποτελεί τον καρπό της αμαρτίας, της επιλογής της «ανωμαλίας» δηλαδή από τη φυσιολογική λειτουργία και κατάσταση του «ενός ζεύγους-ανθρώπου».

Η ανυπακοή προς τον Θεό: η αιτία της διαστροφής. Αποτελέσματα

Και πράγματι. Η ανυπακοή του ανθρώπου απέναντι στον Θεό έφερε και την ανυπακοή του ενός απέναντι στον άλλο, του άνδρα προς τη γυναίκα, της γυναίκας προς τον άνδρα. Εικονιστικά και συμβολικά η Γραφή εκφράζει το «σχίσμα» της σχέσεως αυτής με τα «φύλλα συκής» που έθεσαν μπροστά τους οι πρωτόπλαστοι – μπήκε «τείχος» ανάμεσά τους. Οπότε και η ταυτότητά τους έγινε χωρισμός, έγινε καλύτερα υποταγή της γυναίκας προς τον άνδρα: «προς τον άνδρα σου η αποστροφή σου», για να «συγκολλάται» από κει και πέρα η σχέση τους με την ώθηση του ερωτικού καταναγκασμού, την ανάγκη της συναισθηματικής κάλυψης, την ανάγκη  διαιώνισης του είδους τους, τη δημιουργία ενός καταφυγίου για να νιώθουν ασφαλέστεροι απέναντι σ’ έναν κόσμο πεσμένο πια στην αμαρτία και γι’ αυτό επικίνδυνο για την επιβίωσή τους. Στοιχείο που επιβεβαιώνει την παραπάνω αλήθεια είναι η ονοματοδοσία της γυναίκας από τον Αδάμ ως Εύας. Εύα σημαίνει ζωή, που θα πει τη ζωή που ο Αδάμ εν ευφροσύνη και χαρά εισέπραττε από τον Δημιουργό του, την πηγή της Ζωής, εκείνος πια μετά την αμαρτία τους την αναζήτησε σε ένα άλλο κτίσμα, έστω ίδιο μ’ αυτόν.

Κι αυτή η σχέση του πρώτου ζεύγους, η «φυσική» και οριζόντια πια  χωρίς την παρουσία της θεοποιού χάρης του Θεού, που και πάλι η Γραφή την εκφράζει συμβολικά με τον όρο «δερμάτινοι χιτώνες» - ό,τι ο Θεός παραχωρεί στα πλάσματά Του για να μπορούν να επιβιώσουν στη Δημιουργία Του με τον τρόπο της «ανωμαλίας» τους – αυτή λοιπόν η σχέση αποτυπώνεται και στα παιδιά τους και στις όλες στον κόσμο σχέσεις τους. Η οικογένεια θα είναι η καταφυγή και η φωλιά τους, για να μπορούν να συνεχίζουν να ζουν, με ενωτικό στοιχείο τη φυσική σύνδεσή τους, αλλά χωρίς τον βαθύτερο προορισμό που ο Δημιουργός απαρχής τους είχε θέσει: να μοιάσουν με Εκείνον, να προοδεύσουν για να γίνουν μία δική Του «επανάληψη», ο κόσμος να είναι το πλαίσιο για να περπατούν πολλοί «θεοί» μέσα σ’ αυτόν. Αυτή ήταν θέληση και η χαρά του Πατέρα Θεού: να έχει τα τέκνα Του όμοια μ’ Αυτόν, γεμάτα από χαρά και χαρίσματα, Θεός ενωμένος με άλλους θεούς!

Η αποκατάσταση με τον ερχομό του Χριστού 

Η «ανωμαλία» της αμαρτίας εξαλείφτηκε ως  αναγκαστική πραγματικότητα από τον ερχομό του ενανθρωπήσαντος Θεού, του Ιησού Χριστού. Ο Χριστός ερχόμενος στον κόσμο προσλαμβάνει τον άνθρωπο, τον κάνει μέλος δικό Του, του δίνει τις απειρίες Του, ώστε και πάλι ο άνθρωπος να πορευτεί κατά τα αρχικά δεδομένα – να γίνει αληθινός άνθρωπος. Με την προϋπόθεση ότι ο άνθρωπος θα θέλει να αποδεχτεί τη δωρεά Του. Ποτέ ο Θεός που είναι η απόλυτη ελευθερία δεν θα υποχρέωνε ή θα εκβίαζε τον άνθρωπο να δεχτεί κάτι που ο ίδιος, ο άνθρωπος, δεν θα ήθελε. Γιατί δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα Εκείνου, συνεπώς με το στοιχείο της ελευθερίας ως το πιο καθοριστικό της ύπαρξής του. «Επ’ ελευθερία εκλήθητε» διαλαλεί ο απόστολος Παύλος. Και «τη ελευθερία η Χριστός υμάς ηλευθέρωσε, στήκετε και μη πάλιν ζυγώ δουλείας ενέχεσθε». Όλη η ιστορία της ανθρωπότητας έκτοτε, αφότου ήλθε στον κόσμο ο Χριστός, είναι η καταγραφή στις καρδιές των ανθρώπων του «ναι» ή του «όχι» τους απέναντι στο θέλημα του Θεού. Ό,τι κλήθηκαν οι προπάτορές μας Αδάμ και Εύα να δώσουν ως απάντηση στην αρχική εντολή του Θεού, η οποία τους καλούσε στην πραγματικότητα να εμπιστευτούν την Πατρική Του αγάπη, το ίδιο συνέβη και συμβαίνει διαχρονικά και μέχρι τέλους του κόσμου στον κάθε άνθρωπο, τον κάθε έναν από εμάς. Η υπακοή μας στο θέλημα του Θεού είναι εκείνο που μας σώζει και μας καθιστά ενεργά μέλη του σώματός Του, με αποτέλεσμα τη χάρη της χαράς και τη χαρά της χάρης. Η ανυπακοή μας είναι εκείνο που μας αποκόπτει από τη ζωή Του και μας καθιστά ξένους όχι μόνο προς Αυτόν αλλά και προς τον συνάνθρωπό μας και προς κάθε δημιούργημά Του.

Η αλλοίωση στη συζυγική σχέση και την οικογένεια: και σήμερα 

Γιατί υπενθυμίζουμε τα γνωστά και αυτονόητα αυτά; Αφενός γιατί σ’ ένα μεγάλο ποσοστό έχουν σταματήσει να είναι γνωστά και αυτονόητα, αφετέρου γιατί ακριβώς για τον λόγο αυτό οι άνθρωποι, και μιλάμε για τους χριστιανούς, φανερώνουν μία ζωή, και συζυγική και οικογενειακή, που κάθε άλλο παρά τις περισσότερες φορές είναι σύμφωνη με την αποκάλυψη του Χριστού. Τι βλέπουμε συχνά, δεν λέμε πάντα, και στις χριστιανικές θεωρούμενες οικογένειες; Μία σχέση των συζύγων που, περισσότερο όταν αριθμεί λίγα χρόνια ζωής είναι έτοιμη να διαλυθεί, αλλά και όταν αριθμεί αρκετά έως πολλά χρόνια ζωής «φυτοζωεί», παίρνοντας ανάσες από πηγές ξένες προς τον Θεό και την Εκκλησία Του. Τι σημαίνουν αυτά; Ότι το «χριστιανικό» ζευγάρι κινείται, όπως είπαμε, με βάση τις αξίες του κόσμου του απομακρυσμένου από τον Θεό, σε συσχηματισμό μαζί του, και όχι με βάση τις εντολές του Κυρίου. Το «αγαπάτε αλλήλους» του Χριστού που συμπυκνώνει την πεμπτουσία της αποκαλύψεώς Του αντιμετωπίζεται στην καλύτερη περίπτωση ως μία αξία που θεωρητικά ισχύει, ίσως είναι για πολύ λίγους και μάλλον τους καλογέρους, πάντως όχι για εμάς του κόσμου τούτου. Αποτέλεσμα: η σχέση του άνδρα και της γυναίκας και προ του γάμου και μετά τον γάμο να στηρίζεται σε συναισθηματικούς μόνο λόγους, σε έλξη αποκλειστικά ερωτική, σε ψυχολογικά κενά που απαιτεί η ανθρώπινη μειονεξία μας να καλύψει, εν γένει σε λόγους που δεν αγγίζουν τον βαθύτερο εαυτό μας - μακριά από εκείνο που σύστησε απαρχής ο Δημιουργός στο ανθρώπινο ζεύγος, που προορισμό έχει με την αλληλοσυμπλήρωση του ενός προς τον άλλον να πορευτεί προς τη θέωσή του.

Από την άποψη αυτή είναι επόμενο το ζευγάρι να μην μπορεί να ισορροπήσει και να ησυχάσει. Πάντοτε θα υπάρχει στην κοινή τους πορεία το «κενό» της παρουσίας του Θεού, η «ορφάνια» που λέμε από την απουσία του Πατέρα. Το ζευγάρι, μαζί ή και μεμονωμένα, όλο και θα αναζητεί το «εν ου εστι χρεία» και που δεν μπορεί να του το προσφέρει ο σύντροφος με τις αδυναμίες και τις ατέλειές του – μία επανάληψη της απόγνωσης του Αδάμ που είπαμε, όπου στη γυναίκα αναζήτησε τη ζωή: «Εύα». Οι κινήσεις έτσι, ακόμη και οι πιο προσωπικές, θα είναι αποσπασματικές και ελλειμματικές, όπως και ο ερχομός παιδιών ναι μεν θα προσφέρουν μεγάλη χαρά, αλλά παράλληλα θα γεμίζουν την ψυχή με μελαγχολία, γιατί δεν θα υπάρχει το βάθος, το νόημα, η ουράνια προοπτική. Και τι μπορεί ο κόσμος αυτός ο εκτός Χριστού κείμενος να προσφέρει στο ζευγάρι και στην οικογένεια; Τίποτε άλλο πέρα από την οσμή της αποσύνθεσής του και την ανακύκλωση των συντριμμάτων του. Ένα περιδιάβασμα στην τηλεόραση ή στο διαδίκτυο νομίζουμε ότι επιβεβαιώνει απολύτως τις παραπάνω οδυνηρές και θλιβερές εκτιμήσεις: ό,τι προβάλλεται σχεδόν κατ’  αποκλειστικότητα συνιστά ένα ανηλεές σφυροκόπημα της συζυγικής σχέσεως και της ομαλής οικογενειακής καταστάσεως.

Χωρίς έρμα και βάση λοιπόν το ζευγάρι, και το χριστιανικό ξαναλέμε σε μεγάλο ποσοστό, στο οποίο δεν υπάρχει το ιερό στοιχείο του γάμου γιατί η πίστη στον Χριστό έχει εξανεμιστεί, προσπαθεί να «επιβιώσει» και στις μεταξύ τους σχέσεις και στη σχέση με τα παιδιά που φέρνουν στον κόσμο. Κι εκείνο που έχει τον πρώτο λόγο σ’ αυτούς και αποτελεί το καθοδηγητικό στοιχείο τους είναι ό,τι ως ένστικτο λειτουργεί μέσα τους: καλό πολλές φορές, ό,τι ως προβληματική συχνά αγωγή πήραν από τη δική τους οικογένεια ή ό,τι έμαθαν από τα ακούσματα και τα διαβάσματα του άμεσου και ευρύτερου περιβάλλοντός τους. Δεν εκπλήσσει λοιπόν που οι σχέσεις του ζευγαριού καταντούν να είναι σχέσεις είτε (εν επιγνώσει ή όχι) κατάκτησης του ενός προς τον άλλο είτε αδιαφορίας είτε εκδίκησης. Κι επίσης δεν μας εκπλήσσει που και τα παιδιά τους οι γονείς αυτοί τα αντιμετωπίζουν «μπερδεμένα», δηλαδή μέσα από το πρίσμα των παθών και των θολωμένων συχνά συναισθημάτων τους. Τα παιδιά είτε απολυτοποιούνται, καθώς τα θέτουν στο κέντρο, δηλαδή σε ένα επίπεδο «θεότητας», ειδικά όσο είναι μικρά στην ηλικία, είτε τα αντιμετωπίζουν με τρόπο υπερπροστατευτικό χωρίς να τα αφήνουν να «αναπνέουν», σαν να είναι μία προέκταση του εαυτού τους, είτε όταν αρχίζουν να αντιδρούν ειδικά στην εφηβική ηλικία, τα εκνευρίζουν,  βιαιοπραγούν απέναντί τους, σωματικά ή λεκτικά, αδιαφορούν κάποιες φορές για την ύπαρξή τους.

Η ενηλικίωση των παιδιών και η φυγή τους: η αφορμή για να φανερωθεί η ελλειμματική συζυγική σχέση

Όπως κι αν έχουν όμως τα πράγματα το προφανές είναι ότι η μη χριστιανική με τον τρόπο που είπαμε συζυγική σχέση διατηρείται και τροφοδοτείται μέσα από αμοιβαίες ανάγκες και μέσα από τα παιδιά όταν υπάρχουν, τα οποία δίνουν έναν λόγο ύπαρξης στους γονείς με την όλη ανάπτυξή τους. Κι έρχεται η ώρα που τα παιδιά μεγαλώνουν: γίνονται ενήλικες, προχωρούν στις σπουδές τους, αποκτούν εργασία, ερωτεύονται, παντρεύονται, κάνουν τη δική τους οικογένεια, φεύγουν! Και τι απομένει στο ζευγάρι, το μεγαλωμένο πια, που βλέπει ότι το έμμεσο ενωτικό στοιχείο: το παιδί ή τα παιδιά τους, «χάθηκε» με τον τρόπο που ξέρανε; Μία «άδεια φωλιά» - ένας γνωστός όρος που χαρακτηρίζει την οικογένεια που δεν προσφέρει νόημα στα μέλη της, κυρίως τον άνδρα και τη γυναίκα, που θα πει ότι οι σχέσεις τους έχουν καταντήσει τυπικές και που η συνήθεια κινεί τα νήματα μεταξύ τους. Θυμάμαι την περίπτωση μίας γνωστής μου γυναίκας που βρέθηκε στην κατάσταση αυτή, χωρίς να είναι υπερβολικά μεγάλη στην ηλικία. Τα παιδιά της μεγάλωσαν και έφυγαν από το σπίτι, οπότε τότε αναδείχτηκε το πρόβλημα με τον άνδρα της που υπέβοσκε χρόνια πια. Κάποιοι που την ήξεραν της είπαν ότι ίσως ήρθε η ώρα να «ελευθερωθεί» από τέτοια καταναγκαστική σχέση. Κι η απάντησή της ήταν αφοπλιστική, δηλωτική αυτού που συμβαίνει σε πάμπολλους άλλους σε παρόμοια κατάσταση: «Πού να ξεκινήσω πάλι από την αρχή; Τον άνδρα μου, ό,τι κι αν είναι, τον έχω συνηθίσει και δεν έχω διάθεση να αποδυθώ σε νέες περιπέτειες. Άλλωστε, σε μία ανάγκη μου εκείνος κυρίως θα σπεύσει, όπως και εγώ για εκείνον».

Η περίπτωση είπαμε ότι αποτελεί «τύπο» πολλών μεγάλων πια ζευγαριών. Με ελλειμματικό ή εντελώς χαμένο νόημα συζυγικής σχέσεως λόγω της απουσίας της αγάπης προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο, η παρουσία του παιδιού ή των παιδιών είναι μια κάποια λύση – η επικοινωνία υφίσταται έστω και έμμεσα. Κι όταν τα παιδιά φεύγουν, ναι μεν μπορεί να «γαντζώνονται» κάποιοι στον ρόλο τους ως παππούδες και γιαγιάδες - όπου αφήνεται χώρος από τα νέα ζευγάρια για κάτι τέτοιο βεβαίως - όμως η συνύπαρξη στο σπίτι ακολουθεί τον ρυθμό ενός ρολογιού που χτυπάει τον ήχο του και περιστρέφεται γιατί αυτός είναι ο σκοπός του. Υπάρχουν βεβαίως και πάμπολλες περιπτώσεις που δεν συμβαίνει αυτό – η διάλυση της τυπικής σχέσεως θεωρείται μονόδρομος. Μένουμε όμως στην πιο συνηθισμένη περίπτωση, που την ακολουθούν ως επί το πλείστον τα χριστιανικά θεωρούμενα ζευγάρια. Κι ο λόγος της συνέχειας της συζυγίας, όπως είδαμε, αφού έχει χαθεί το συνδετικό στοιχείο της αληθινής αγάπης, είναι η ανασφάλεια και το κίνητρο μίας ανάγκης. Μένω στη «φωλιά» δηλαδή, γιατί φοβάμαι να την αφήσω σ’ έναν κόσμο δύσκολο και επικίνδυνο, ιδίως όταν περνούν και τα χρόνια, αλλά και γιατί έχω το κίνητρο κυρίως της οικονομικής κάλυψης με όλα τα παρεπόμενα – δύο συντάξεις για παράδειγμα με ένα σπίτι είναι η πιο καλή λύση. Ιδίως μάλιστα σήμερα που η τηλεόραση, κατεξοχήν δε το διαδίκτυο και τα κοινωνικά μέσα είναι στα χέρια όλων, μικρών και μεγάλων, μπορεί ο καθένας πολύ άνετα να συζεί, να συνυπάρχει με τον άλλον, να συγκατοικεί, να κοιμάται ακόμη και στο ίδιο κρεβάτι, χωρίς να ανταλλάσσει έστω και μία κουβέντα κάποιες φορές. Σπίτι-ξενοδοχείο, «φωλιά όχι άδεια, αλλά χωρίς καρδιά και αγάπη».

Μετάνοια: ο μόνος τρόπος ζωής του χριστιανού, εγγάμου και μη

Η παραπάνω εικόνα αποτελεί την περιγραφή όπως ήδη αναφέραμε του αποστεομένου, άνευρου και κενού χριστιανισμού, που εκφράζεται σε όλες τις διαστάσεις της ζωής, πολύ περισσότερο μάλιστα στη συζυγική σχέση και την οικογένεια. Ό,τι συμβαίνει σε ένα χριστιανό που ζει ως «άθεος εν τω κόσμω», το ίδιο συμβαίνει αυτονόητα και στη ζωή του με τον ή τη σύντροφό του, το ίδιο συμβαίνει και με την οικογένεια που θα δημιουργήσει. Κι αυτό θα πει ότι για να μη φτάσει κανείς στο σύνδρομο της «άδειας φωλιάς», ιδίως εκεί που μένει κανείς μόνος μόνω τω συντρόφω του, θα πρέπει να προβληματιστεί από πολύ νωρίς πάνω στο γεγονός της πίστεως στον Χριστό. Αν περιμένει κανείς να φτάσει στα γεράματα για να δει τι θα κάνει με τη ζωή του, μάλλον είναι πολύ αργά, χωρίς κανείς να αποκλείει και το αδύνατο – υπάρχουν και οι εργάτες της ενδεκάτης ώρας και του δώδεκα παρά πέντε.

Η χριστιανική πίστη ως ζωή μετανοίας, δηλαδή ως αδιάκοπης επιστροφής στον Θεό από την κατάσταση της αμαρτίας, είναι εκείνη που νοηματοδοτεί τη ζωή του ανθρώπου σε όλες τις φάσεις του: και στη νεότητά του και στο μέσο της ζωής και στα γηρατειά και το τέλος. Κι επειδή εκείνο που καθορίζει την ποιότητα της ζωής αυτής είναι η αγάπη, δηλαδή η σχέση με τον συνάνθρωπο, θα έλεγε κανείς ότι ο έγγαμος που δημιουργεί οικογένεια βρίσκεται σε προνομιακή θέση έναντι ενός αγάμου και μοναχικού ανθρώπου. Στη σχέση με τον άλλον βρίσκουμε ή χάνουμε τον Θεό μας, για τον λόγο ότι στο πρόσωπο του άλλου «κρύβεται» πάντοτε Εκείνος. «Αγαπάτε αλλήλους» είπε ο Κύριος, εξαρτώντας τη σχέση του πιστού Του με τον Ίδιο, ακριβώς από τον συνάνθρωπό του. «Αν τηρήσετε τις εντολές μου, δηλαδή την αγάπη μεταξύ σας, τότε θα δείτε την αγάπη του Θεού Πατέρα και τη δική μου να σας επισκέπτονται, κι εγώ θα σας φανερωθώ μέσα σας». Είναι τόσο καίριας και αποφασιστικής σημασίας τούτο, ώστε και ο καλόγερος δεν μπορεί να προκόψει πνευματικά έξω από τη σχέση του με τον άλλο. Σε κοινόβιο ή οπωσδήποτε σε κάποια συνοδία θα πρέπει να ενταχτεί στο ξεκίνημα της ζωής του, οπότε μετά από αρκετά χρόνια ζωής μαζί με άλλους μπορεί να πάρει ευλογία για άσκηση ερημητική. Το πατερικό λόγιο μάλιστα που τονίζουν κατεξοχήν τα μοναχικά συγγράμματα είναι «είδες τον αδελφόν σου, είδες Κύριον τον Θεόν σου», και «η ζωή και ο θάνατος εξαρτάται από τον πλησίον μας. Αν κερδίσουμε τον αδελφό τον Θεό κερδίζουμε».

Τούτο πρακτικά σημαίνει ότι ένας χριστιανός με επίγνωση επιλέγοντας τον έγγαμο βίο εντάσσεται μέσα στον χώρο που μπορεί να τον κάνει να προκόψει πνευματικά και να αγιάσει, γιατί θα ασκήσει τον εαυτό του σε σχέση με τον πρώτο συνάνθρωπό του, το άλλο μέλος της συζυγίας. Με άλλα λόγια αν ο ή η σύζυγος δεν δει τον/τη σύντροφο ως την ευκαιρία και την ευλογία που του δίνει ο Θεός για να μπορεί να αποκτήσει περισσότερο Θεό μέσα του, ή καλύτερα την ευκαιρία για να κρατήσει ζωντανή την παρουσία Του στη δική του ζωή, συνεπώς να αγιάσει, τότε δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει προχωρήσει σε χριστιανικό γάμο, έστω κι αν έχει δεχτεί όλες τις αρχιερατικές και ιερατικές προσευχές. Κι ακόμη περισσότερο, όταν έλθουν και νέα μέλη στην οικογένεια με τα παιδιά. Το κάθε παιδί για τον πιστό χριστιανό συνιστά την πρόκληση του Θεού για να βοηθηθεί καταρχάς ο ίδιος από πλευράς πνευματικής και να βοηθήσει τον νέο άνθρωπο να γίνει ορθά μέλος του σώματος του Χριστού, της Εκκλησίας.

Η προτεραιότητα του χριστιανού: ο Χριστός και η Βασιλεία Του

Υπό το πρίσμα τούτο ο χριστιανός, είτε ο έγγαμος για τον οποίο μιλάμε, είτε ο μοναχός, γιατί το ίδιο συμβαίνει και σ’ εκείνον όπως είπαμε απλώς σε άλλο πλαίσιο, έχει ως προτεραιότητα της ζωής του τον Χριστό και τη Βασιλεία Του, σύμφωνα με Εκείνου την εντολή: «Ζητείτε πρώτον την Βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην Αυτού και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν». Στην πραγματικότητα αυτό σημαίνει ότι ο χριστιανός έχει μεταθέσει το κέντρο βάρους της υπάρξεώς του πέρα από τον ίδιο∙ στον Χριστό λόγω της ενσωματώσεώς του σ’ Εκείνον από την ώρα του αγίου βαπτίσματός του. Με το βάπτισμα ο άνθρωπος γίνεται μέλος Χριστού, ντύνεται Εκείνον, ο ίδιος γίνεται μία άλλη παρουσία Χριστού μέσα στον κόσμο. Μιλάμε λοιπόν για μία υπέρ φύσιν κατάσταση που μόνο ο χριστιανός μπορεί να ζήσει, γεγονός που του δίνει τη δυνατότητα να ενεργεί μέσα στον κόσμο υπερβαίνοντας τις κοινές φυσικές αναγκαστικές δεσμεύσεις. Παράδειγμα: κανείς εκτός από τον  χριστιανό δεν μπορεί να αγαπήσει και τον εχθρό του με τρόπο γνήσιο και αληθινό, γιατί μόνον εκείνος έχει τα ανοιγμένα από τη χάρη του Θεού μάτια και τη δύναμη να βλέπει ακόμη και στο πρόσωπο του θεωρούμενου εχθρού τον ίδιο τον Χριστό. «Εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων εμοί εποιήσατε», είπε. Και: «αγαπάτε τους εχθρούς υμών, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς, ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς».

Κι αν για τον οποιονδήποτε άνθρωπο, έστω και τον εχθρό, ο χριστιανός δείχνει μία τέτοια πλάτυνση καρδίας, ανυπόκριτη και βαθιά, πόσω μάλλον για τον σύντροφό του, που έτσι κι αλλιώς καλείται εξίσου να τον δει χαρισματικά, δηλαδή εκτός από μέλος Χριστού και ως τον ίδιο τον εαυτό του. «Ουκέτι εισίν δύο αλλά μία σαρξ». Οπότε από την άποψη αυτή κατανοεί κανείς ότι ο έγγαμος, αλλά και κάθε άλλος χριστιανός, κινείται πάντοτε σε ένα βαθύτερο επίπεδο στις όποιες σχέσεις του, οικογενειακές, φιλικές, επαγγελματικές, λοιπές: αγωνίζεται να βλέπει το «δεύτερο» επίπεδο του κάθε συνανθρώπου του, κατεξοχήν του συντρόφου του, ή καλύτερα το βάθος και την ολοκληρία της ύπαρξης του άλλου. Ο άλλος δεν είναι ό,τι επισημαίνουν μόνο οι σωματικές μας αισθήσεις, αλλά αυτό που απεκάλυψε και αποκαλύπτει ο λόγος του Θεού: ο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού δημιουργημένος άνθρωπος, ο οποίος μετά την πτώση στην αμαρτία αποκαταστάθηκε με τον ερχομό του Χριστού. Ο άλλος είναι ο εν ετέρα μορφή Χριστός και ο κρυμμένος και άγνωστος εαυτός μου. «Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν» - ό,τι έθεσε ο ίδιος ο Κύριος ως προοπτική σύνολης της ανθρωπότητας, όπου γης και διαχρονικά: «ίνα πάντες εν ώσιν».

Η τελική ίσως απάντηση στο θέμα

Θέτουμε και πάλι το ερώτημα: γιατί λέμε τα θεολογικά αυτά σε σχέση με το θέμα μας; Διότι χωρίς τη θεολογία της Εκκλησίας μας, χωρίς την αποκάλυψη δηλαδή του Χριστού, ο άνθρωπος ούτε τον Θεό του ξέρει αλλ’ ούτε και τον εαυτό του και τον συνάνθρωπό του. Η πίστη στον Χριστό ανοίγει τα μάτια μας για να βλέπουμε ορθά την πραγματικότητα, τη μέσα μας και την έξω από αυτήν, γι’ αυτό και ένας τέτοιος χριστιανός είτε ζει σε μοναστήρι είτε στην ερημιά μόνος του είτε περισσότερο μέσα στον κόσμο με την οικογένειά του, μπορεί και υπερβαίνει τις όποιες δυσκολίες του χαρακτήρα του συντρόφου του όπως και των παιδιών του, γιατί επικεντρώνει όπως είπαμε στο βάθος: όχι στις αδυναμίες και τις αμαρτητικές καταστάσεις, αλλά στη χάρη του Θεού, τον Χριστό που κρύβεται πίσω από τον καθένα μας. Όταν ο απόστολος Παύλος για παράδειγμα λέει ότι «διά πίστεως περιπατούμεν, ου δι’ είδους» ή ότι «ου σκοπούμεν τα βλεπόμενα αλλά τα μη βλεπόμενα, τα γαρ βλεπόμενα πρόσκαιρα, τα δε μη βλεπόμενα αιώνια» δεν τα λέει για να «περάσει η ώρα»! Αποτελούν εκείνα που φανερώνουν την ένταση της πνευματικής του ζωής και της παρουσίας του ζωντανού Θεού μέσα στην ύπαρξή του.

Οπότε: είτε κανείς είναι μόνος είτε μαζί με τον άλλο ως σύζυγος είτε ως γονιός μέσα στην οικογένεια είτε με τους άλλους στην επαγγελματική και κοινωνική του ζωή, πάντοτε είναι μαζί με τον Χριστό, κάτω από το πλήρες στοργής και αγάπης και ειρήνης βλέμμα Του! «Δεν υπάρχει κτίση αφανής ενώπιόν Του» μας λέει αλλού ο απόστολος Παύλος «κι όλα είναι γυμνά και φανερά ενώπιόν Του». Ο χριστιανός σύζυγος και γονιός βλέπει τον κόσμο και τα πράγματα μέσα από το βλέμμα Εκείνου λοιπόν και μπορεί γι’ αυτό να διακρίνει τη χάρη και την παρουσία Του πρώτα στα μέλη της οικογένειάς του κι έπειτα στον κόσμο όλο. Κι είναι, ας μου επιτρέψετε να υπενθυμίσω, αυτό που σημείωνε και κήρυττε ο μέγας όσιος της εποχής μας, λογιότατος Γέρων Σωφρόνιος του Έσσεξ, ο Αθωνίτης: ο χριστιανός ζει ένα είδος «ορθόδοξης σχιζοφρένειας» που δεν είναι βεβαίως καθόλου σχιζοφρένεια. Τι ζει δηλαδή; Πάντοτε την παρουσία του Χριστού ως μέλος Του, αλλά ταυτοχρόνως βλέποντας την παρουσία Του και στα πάντα.

Είναι προκλητικό, αλλά θα το αποτολμήσουμε: η πιο άμεση (ακραία) απάντηση στο θέμα μας, που θα μπορούσαμε να την πούμε επιγραμματικά απαρχής είναι: αν δεν φτάσεις ως χριστιανός να μπορείς να ζήσεις και εντελώς μόνος, ακόμη και σε μία σπηλιά – να μπορείς να είσαι, όπως έχει ειπωθεί, βοσκός - τότε δεν μπορείς ορθά και φυσιολογικά να ζήσεις μαζί και με άλλους, κι ασφαλώς να είσαι ένας καλός σύζυγος και ένας καλός γονιός. Διότι η αδυναμία αυτή θα αποδεικνύει ότι σου λείπει η χάρη να μπορείς να «βλέπεις» τον εαυτό σου μέσα στον Ιησού Χριστό και Εκείνον μέσα σε σένα, όπως και να Τον «βλέπεις» και σε όλα τα δημιουργήματά Του, ακόμη και στον αέρα που αναπνέουμε. Αλλά αυτό υποσχέθηκε ο Κύριος στους πιστούς Του: να Τον κοινωνούν διαρκώς, κάθε ώρα και κάθε στιγμή! Με μία προϋπόθεση: την προσπάθεια εν ταπεινώσει να τηρούν αυτοί τις άγιες εντολές Του. «Όποιος τηρεί τις εντολές του Θεού μένει μέσα στον Θεό και ο Θεός μέσα σ’ αυτόν». Θέλουμε να πούμε ότι χωρίς Χριστό όχι μόνο δεν αντέχεις τον σύντροφό σου και κάθε άλλον, αλλά όπως το εξέφρασε και ένας άγιος της σύγχρονης εποχής «χωρίς Χριστό και η ίδια η ζωή δεν αντέχεται!» (άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς).  

(Κύρια σημεία εισήγησης σε σύναξη οικογενειών στον Άγιο Λαυρέντιο Πηλίου, 18-19 Ιουνίου 2022).

Ο ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

 ῞Αγιος εἶναι ὁ μάρτυρας. Αὐτός πού ὁμολογεῖ (μαρτυρεῖ) τόν Χριστό ὡς Κύριο καί Θεό του («πᾶς ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοί ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγώ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς»), κυρίως ὅμως αὐτός πού Τόν ὁμολογεῖ (μαρτυρεῖ) μέ τίς πράξεις τῆς καθημερινότητάς του, τηρώντας τόν λόγο Του καί ζώντας τή Ζωή Ἐκείνου μέχρι θανάτου. Κι αὐτό γιατί σ᾽ ἕναν κόσμο πεσμένο στήν ἁμαρτία πού ὁ ἐγωϊσμός καί τό συμφέρον συνιστοῦν τήν προτεραιότητα, ἡ πιστότητα στό θέλημα τοῦ Θεοῦ θεωρεῖται ἐλάττωμα πού πρέπει νά ἐξαφανιστεῖ. ῾Ο κόσμος τῆς ἁμαρτίας δέν ἀνέχεται τό διαφορετικό ἀπό αὐτόν. Τό διαφορετικό ἀποτελεῖ ἔλεγχο τῆς ἁμαρτίας του, γι᾽ αὐτό καί ἐπιδιώκει πάντοτε τόν ἐξαφανισμό του. Κατά τόν λόγο τοῦ Κυρίου: «πᾶς ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τό φῶς καί οὐκ ἔρχεται πρός τό φῶς, ἵνα μή ἐλεγχθῇ τά ἔργα αὐτοῦ».

Ὁπότε ἅγιος καταρχάς εἶναι ὁ ὁμολογητής μάρτυρας πού ἔδωσε καί τή ζωή του γιά χάρη τοῦ Χριστοῦ καί τό αἷμα του ἀποτέλεσε τή σφραγίδα  γνησιότητας τῆς πίστεώς του. Μία εἰκόνα τοῦ ἀπολυτικίου τῶν ἁγίων Πάντων μᾶς δίνει ποιητικά τήν ἀλήθεια αὐτή. «Ἡ Εκκλησία σου, Χριστέ, στολισμένη μέ τά αἵματα τῶν μαρτύρων σου ὅλου τοῦ κόσμου σάν μέ πορφύρα κι ἀκριβό μετάξι» («Τῶν ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ μαρτύρων σου, ὡς πορφύραν καί βύσσον τά αἵματα ἡ ᾽Εκκλησία Σου στολισαμένη...». Πορφυρό εἶναι τό χρῶμα τοῦ ἐνδύματος τῆς ᾽Εκκλησίας, λόγω τοῦ αἵματος τῶν μαρτύρων της, ὅπως τό πανάχραντο αἶμα τοῦ Χριστοῦ ἔβαψε τόν Σταυρό Του. Γι᾽ αὐτό καί τό μαρτύριο ἀποτελεῖ τή φυσιολογία τῆς Ἐκκλησίας. «Εἰ ἐμέ ἐδίωξαν καί ὑμᾶς διώξουσιν» εἶπε ὁ Χριστός.

Συνεπῶς ὁ μεγαλύτερος κίνδυνος γιά τήν ᾽Εκκλησία εἶναι ἡ λεγόμενη ἐκκοσμίκευση: ἡ ᾽Εκκλησία (κατά τό ἀνθρώπινό της) νά συσχηματισθεῖ μέ τόν κόσμο, νά γίνει καί ἡ ἴδια κόσμος. Ἀποτέλεσμα; Ἀντί νά εἶναι τό ἅλας τῆς γῆς, νά χάνει τήν ἁλιστική δύναμή της, τή χάρη τοῦ Θεοῦ, καί «νά πετιέται καί νά ποδοπατιέται ἀπό τούς ἀνθρώπους»! Γι᾽ αὐτό καί οἱ ἅγιοι, τίς εἰρηνικές ἐποχές πού ὅλα φαίνονται ὅτι βαίνουν καλῶς, τίς θεωροῦν ὡς τίς πιό ἐπικίνδυνες καί καλοῦν τούς πιστούς σέ συνεχή ἐγρήγορση.

Ἡ ἐγρήγορση αὐτή, ἡ διαρκής δηλαδή ἔνταση νά τηρεῖ ὁ πιστός τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, προβάλλει τό ἄλλο μαρτύριο πού δέχεται ἡ Ἐκκλησία, αὐτό τῆς συνειδήσεως. Τό μαρτύριο τοῦ αἵματος δηλώνει ἀσφαλῶς τή γνησιότητα τῆς πίστεως, ἀλλά καί ὁ ἀγώνας νά βρίσκεται κανείς στήν Ὁδό  τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι μικρότερο μαρτύριο – τέτοιο μάλιστα πού θεωρεῖται προϋπόθεση τοῦ πρώτου. Ἄς σκεφτοῦμε πόση προσπάθεια καί χάρη Θεοῦ ἀπαιτεῖται γιά νά ἔχει κανείς τήν καρδιά του ὁλοκληρωτικά στήν ἀγάπη στόν Θεό καί στόν συνάνθρωπο, ἰδίως τόν θεωρούμενο ἐχθρό! Ἴσως αὐτό νά ὑπερβαίνει καί τό μαρτύριο τοῦ αἵματος! Κι ὅμως αὐτό ζητάει ὁ Κύριος. «Φλέγομαι ἀπό τόν πόθο νά μαρτυρήσω γιά τόν Χριστό, εἶπε ἀρχάριος μοναχός σέ ἔμπειρο Γέροντα. - Ἄν τήν ὥρα τοῦ πειρασμοῦ σηκώσης εὐχαρίστως τό βάρος τοῦ ἀδελφοῦ σου, ἀποκρίθηκε ἐκεῖνος, εἶναι σάν νά ρίχτηκες στήν κάμινο τῶν τριῶν Παίδων» (Γεροντικό).

 Μάρτυρας λοιπόν κατά τήν ᾽Εκκλησία ὁ κάθε πιστός: εἴτε πάντοτε τῆς συνειδήσεως εἴτε καί τοῦ αἵματος, ἄν τό ζητήσει ἡ ἐποχή. Ὁπότε ὁ κάθε πιστός εἶναι ἅγιος.

Παρασκευή 17 Ιουνίου 2022

ΠΩΣ ΜΑΣ ΚΟΡΟΪΔΕΥΕΙ ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ!

«Αδελφός μοναχός κάποτε ρώτησε τον όσιο Παΐσιο: - Τι να κάνω με τον απότομο τρόπο μου, που πληγώνει τους άλλους; Αποκρίθηκε: - Τον απότομο τρόπο σου να τον στρέψεις στον παλαιό σου άνθρωπο, για να αξιοποιηθεί. Πρέπει να γνωρίζουμε ότι μέσα σε μία Αδελφότητα είναι και πληγωμένες ψυχές,  οι οποίες έχουν τουλάχιστον από παρηγοριά ανάγκη, αν όχι από θεραπεία, και όχι από περισσότερο πλήγωμα. Επίσης είναι και Αγγελικές ψυχές, που πρέπει να τις φερόμαστε με ευλάβεια, διότι στα μάτια του Θεού, νομίζω, έχουν μεγαλύτερη αξία και από τους Αγγέλους οι ένσαρκοι Άγγελοι. Ο διάβολος όμως πολλές φορές μας κοροϊδεύει με τον εξής τρόπο: την μεν εικόνα του Αγγέλου να την προσκυνούμε με ευλάβεια μεγάλη, τον δε ένσαρκο Άγγελο, τον πλησίον μας, που είναι εικόνα Θεού, να τον πληγώνουμε, να τον υβρίζουμε κ.λπ.» (Οσίου Γέροντος Παϊσίου αγιορείτου, Επιστολές, εκδ. Ι. Ησυχ. «Ευαγγ. Ιωάννης ο Θεολόγος», Σουρωτή Θεσσαλονίκης).

Με σοφό και διακριτικό τρόπο ο όσιος Γέρων του Όρους επιχειρεί να διορθώσει την ταραγμένη συμπεριφορά του αρχάριου μοναχού που τον κάνει να μην νιώθει καλά γιατί βλέπει ότι είναι εκτός της χριστιανικής πνευματικής ζωής. Διότι βεβαίως η σχέση προς τον συνάνθρωπο αποκαλύπτει την ποιότητα της χριστιανοσύνης μας: σχέση εν αγάπη και ταπεινώσει αποτελεί δείγμα ότι ορθοποδεί κανείς˙ σχέση με οργή και επιθετικότητα αποτελεί δείγμα ότι βρίσκεται εκτός της χάρης του Θεού, έστω κι αν αριθμεί ίσως δεκαετίες θεωρούμενης χριστιανικής ζωής, ακόμη και καλογερικής. «Αγαπάτε αλλήλους, καθώς ηγάπησα υμάς» ακούμε την αιώνια προτροπή και εντολή του Κυρίου Ιησού Χριστού˙ και: «ο μη αγαπών τον αδελφόν αυτού ον εώρακε, πώς δύναται αγαπάν τον Θεόν ον ουχ εώρακε;» - «από τον πλησίον μας εξαρτάται η ζωή και ο θάνατος».

Ο όσιος Παΐσιος λοιπόν ανοίγει τα μάτια στον αρχάριο αδελφό, ο οποίος όμως έχει την ταπείνωση να ρωτήσει τον μεγάλο Γέροντα. Και τι του λέει; Πρώτον, ότι είναι ακριβώς «τυφλός» πνευματικά, γι’ αυτό και αδιάκριτος. Ούτε την πληγή που επιφέρει ψυχικά στον ασθενή αδελφό βλέπει ούτε και το πώς ο ίδιος γίνεται αντίθεος, βάλλοντας κατά ενός εν σαρκί αγγέλου που τον ευλαβείται και ο ίδιος ο Θεός! Αυτό δεν συνιστά και τη μεγαλύτερη τραγωδία ενός θεωρουμένου χριστιανού; Να νομίζει ότι αγωνίζεται και ότι προκόπτει στην πνευματική ζωή, δηλαδή ότι «ανοίγεται» στο φως του Θεού, κι όμως τελικώς να βυθίζεται περισσότερο στο σκοτάδι! Κι ο όσιος Γέροντας προχωρεί ακόμη περισσότερο: η τύφλωση του αδελφού αποκαλύπτεται με την πρακτική αθεΐα του. Γιατί αθεΐα δεν είναι μόνον η άρνηση του Θεού ως οντότητας, κατά το «είπε άφρων εν τη καρδία αυτού, ουκ έστιν Θεός» – κάτι που δεν έχουν οι δαίμονες: εκείνοι «πιστεύουσι και φρίσσουσι» ενώπιον του Θεού, παραμένοντας όμως δαίμονες! – αλλά κυρίως η άρνηση υπακοής στο άγιο θέλημά Του και η αδυναμία αναγνωρίσεώς Του εκεί που υφίσταται η παρουσία Του: στον κάθε πλησίον, κυρίως τον εν Χριστώ αδελφό, στο κάθε τι από τον κόσμο που αποτελεί Δημιουργία Εκείνου. Αυτό που θεωρείται δηλαδή το άπαν της χριστιανικής βιοτής: η θυσιαστική αγάπη προς τον συνάνθρωπο ως στάση κατ’ ουσίαν απέναντι στον ίδιο τον Χριστό, ο χριστιανός το διαγράφει και το υποβαθμίζει.

Οπότε, με ανάγλυφο τρόπο, λέει ο άγιος, φανερώνεται η υποκρισία του χριστιανού: από τη μία να προσκυνεί τις εικόνες του Χριστού, της Παναγίας, των αγίων, των Αγγέλων, και μάλιστα με «ευλάβεια!», και από την άλλη να μη λαμβάνει καθόλου υπ’ όψιν τις ζωντανές εικόνες του Χριστού που είναι οι συνάνθρωποί μας. «Πρόκειται για κοροϊδία του διαβόλου απέναντί μας» καταλήγει. Εμείς που κληθήκαμε εν Χριστώ ως ενδεδυμένοι Εκείνον να διαλύουμε τα έργα του διαβόλου, οι πιστοί που κανονικά θα έπρεπε να κάνουμε  τον διάβολο να τρέμει με την παρουσία μας, οι ίδιοι γινόμαστε τα αντικείμενα του χλευασμού και της κοροϊδίας του – αυτό δεν έλεγε και ο μέγας Πορφύριος, ότι δηλαδή δεν μπορεί να αντέξει τη σκέψη ότι στην κρίση του Θεού ο Κύριος θα παρουσιάζεται «ντροπιασμένος» για τα μέλη Του που Τον αρνήθηκαν στην πράξη!  «Σε ό,τι κανείς έχει ηττηθεί, σ’ αυτό έχει υποδουλωθεί» λέει ο απόστολος Παύλος, που σημαίνει ότι μπορεί σχήματι μεν να είμαστε «νικητές», πράγματι δε να είμαστε υποχείρια και όργανα του Πονηρού! Το δράμα πολλών χριστιανών!

Αλλά ο άγιος Παΐσιος λέει και ένα δεύτερο, θετικό αυτή τη φορά, στον αρχάριο αδελφό: ναι, ο παρορμητικός και οργίλος χαρακτήρας σου σε κάνει να ξεφεύγεις από τη χριστιανική ζωή, όμως «αξιοποίησε» τη μειονεξία αυτή. Πώς; Στρέφοντας την οργή και το απότομο του τρόπου σου κατά του παλαιού ανθρώπου σου, κατά της αμαρτίας σου δηλαδή και όλων των κλάδων της. Κι εδώ ο άγιος εκφράζει αυτό που λένε όλοι οι νηπτικοί Πατέρες της Εκκλησίας: η οργή είναι μία δύναμη της ψυχής που καλούμαστε όχι να την καταστρέψουμε ή να τη διαγράψουμε, αλλά να τη στρέψουμε στην ορθή της κατεύθυνση. Ο Θεός, σημειώνουν, μας έδωσε την ανδρεία της ψυχής για να μπορούμε να πορευόμαστε με δύναμη και θάρρος στον πνευματικό αγώνα και τον κατά Χριστόν προορισμό μας, την ομοίωσή μας με Εκείνον. Που θα πει: κανείς δεν μπορεί να προκόψει πνευματικά αν είναι υποτονικός και χαλαρωμένος και ράθυμος στη ζωή του. «Πνεύμα ηγεμονικόν» ζητάμε διαρκώς από τον Θεό μας στις προσευχές μας, όπως ήδη διά του αγίου βαπτίσματος και του αγίου χρίσματος  λάβαμε από τον Θεό «όχι Πνεύμα δειλίας αλλά δυνάμεως και αγάπης και σωφρονισμού». «Ζέων τω πνεύματι» θα αναφέρει σε άλλο σημείο και πάλι ο απόστολος, δηλαδή έχοντας ως σύμμαχο την ανδρεία και την ορμή της ψυχής μας να μπορούμε να επιτελούμε το άγιο θέλημα του Θεού: «τω Κυρίω δουλεύοντες». Έλεγχος λοιπόν των δυνάμεών μας, ώστε να μη χάνουμε τον στόχο της ζωής μας: την όσο το δυνατόν αναμαρτησία μας.