Παρασκευή 19 Μαρτίου 2021

A΄ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ

 «Ἀνοίξω τό στόμα μου καί πληρωθήσεται Πνεύματος καί λόγον ἐρεύξομαι τῇ βασιλίδι Μητρί, καί ὀφθήσομαι φαιδρῶς πανηγυρίζων καί ἄσω γηθόμενος ταύτης τά θαύματα» (εἰρμός ὠδῆς α΄ κανόνος Ἀκαθίστου Ὕμνου).  

(Θά ἀνοίξω τό στόμα μου καί θά γεμίσει ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, καί θά πῶ λόγο γιά τή βασίλισσα Μητέρα, καί θά φανῶ φαιδρός πανηγυριστής καί θά τραγουδήσω μέ χαρά τά θαύματά της).

Ὁ ἅγιος ὑμνωδός μᾶς λέει ὅτι θά μιλήσει, θά φωνάξει γιά τήν Παναγία ἐξ ὀνόματος ὅλων τῶν πιστῶν, πού σημαίνει ὅτι ὁ λόγος του δέν ἐκφράζει μόνο τά δικά του συναισθήματα καί τήν προσωπική του πίστη, ἀλλά τήν πίστη καί τά συναισθήματα ὅλων τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας – στήν Ἐκκλησία δέν ὑπάρχει τίποτε ἀτομικό. Καί τί θά πεῖ γιά τή βασίλισσα Μητέρα πού θά ’ναι λόγος δικός του καί δικός μας; Ὄχι βέβαια κάποιον πρόχειρο λόγο - ὅ,τι συνήθως ταιριάζει στίς πονηρίες τοῦ κόσμου τούτου τοῦ ἀπατεώνα. Ἀλλ’ οὔτε καί κάποιον ἀνθρώπινο στοχασμό, ὅσο σοφός κι ἄν εἶναι αὐτός - ὅ,τι διατυπώνει μία φιλοσοφία ἤ μία ἰδεολογία, τίς ὁποῖες κατήργησε ὁ ἀποκαλυμμένος λόγος τοῦ Θεοῦ.

Ὁ λόγος του, σημειώνει, θά εἶναι λόγος τοῦ ἁγίου Πνεύματος. «᾽Ανοίξω τό στόμα μου καί πληρωθήσεται Πνεύματος». Αὐτό πού ἐν Πνεύματι λέει ὁ προφητάναξ Δαβίδ: «Κύριε τά χείλη μου ἀνοίξεις καί τό στόμα μου ἀναγγελεῖ τήν αἴνεσίν σου» (Κύριε θά ἀνοίξεις τά χείλη μου και τό στόμα μου θά Σέ δοξολογήσει), τό ἴδιο ἐν Πνεύματι ἐκφράζει καί ὁ ἅγιος ὑμνογράφος, ἀναφερόμενος σ’ Αὐτήν πού ὑπέρκειται σέ ἁγιότητα καί τῶν ἴδιων τῶν ἀγγέλων. Κι αὐτό θά πεῖ ὅτι μόνον ὁ ἐμφορούμενος ἀπό τό ἅγιον Πνεῦμα μπορεῖ νά δεῖ ὀρθά καί νά μιλήσει σωστά γιά τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Θά ἔλεγε κανείς ὅτι μόνον ἕνας προφήτης ἤ ἕνας ἀπόστολος ἔχει τό δικαίωμα νά ἐκφέρει λόγο γιά τήν Παναγία.

Αἰτία γι’ αὐτό εἶναι τό γεγονός ὅτι  ἡ Παναγία, μόνη Αυτή ὡς τό ὡραιότερο ἄνθος ἀπό ὅλη τήν ἀνθρωπότητα, χαριτώθηκε ἀπό τόν Θεό νά γίνει ἡ Μητέρα τοῦ Κυρίου, ὁπότε ἡ θέα της ἀποκαλύπτει καί τήν πίστη γιά τόν Υἱό καί Θεό της – συνθεωρούνται πάντοτε ὁ Κύριος Ἰησοῦς καί ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, γι’ αὐτό καί μόνο τά μετασκευασμένα ἀπό τό Ἄγιον Πνεῦμα μάτια τήν βλέπουν σωστά, ὅπως παρομοίως συνέβη καί μέ τήν ἐξαδέλφη της Ἐλισάβετ, μητέρα τοῦ Προδρόμου, μετά τόν Εὐαγγελισμό Της. «Ἐπλήσθη Πνεύματος ἁγίου ἡ Ἐλισάβετ καί ἀνεφώνησε φωνῇ μεγάλῃ καί εἶπε: Εὐλογημένη σύ ἐν γυναιξί». Πρέπει νά εἶσαι πνευματοφόρος πιά γιά νά δεῖς τήν Παναγία ὡς Παναγία.

Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή μπροστά στή Μοναδική κρίνεται ἡ ποιότητα τῆς χριστιανικῆς μας συνειδήσεως - ἀποκαλυπτόμαστε ὀρθόδοξοι ἤ αἱρετικοί. Η Παναγία συνιστᾶ κριτήριο ὀρθοδοξίας. Ὅσοι τήν παραθεωροῦν ἤ  πολύ περισσότερο τήν ὑβρίζουν(!), σάν τούς Γιεχωβάδες γιά παράδειγμα, δέν ἀπέχουν πολύ ἀπό τή θέση τῶν ᾽Ιουδαίων τῆς ἐποχῆς τοῦ Κυρίου: κι ἐκεῖνοι τήν ἔκριναν μέ τίς πιό ἀκατανόμαστες ὕβρεις. Ὅσοι ἀπό τήν ἄλλη ἰσχυρίζονται ὅτι εἶναι μιά ἁπλή γυναίκα, ὅπως ὅλες οἱ ἄλλες, φανερώνουν τήν αἵρεση καί τό ἔλλειμμα τῆς πίστεώς τους, σάν τούς αἱρετικούς Προτεστάντες. Κι ὅσοι τέλος ὑπερτιμοῦν ἀπό τήν ἄλλη τήν Παναγία ἀναβιβάζοντάς την στό ἐπίπεδο τῆς θεότητος, σάν τούς Ρωμαιοκαθολικούς, φανερώνουν τή δεξιά ἀπόκλιση τῆς πλάνης τους. Γιά τούς ᾽Ορθοδόξους ὅμως ἡ Παναγία εἶναι αὐτό πού δηλώνει τό ὄνομά της: Παν-αγία, δηλ. ὑπεράνω ὅλων τῶν ἁγίων, μά ἄνθρωπος. Γεμάτη ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ, χωρίς ὅμως νά ξεφεύγει ἀπό τά ἀνθρώπινα ὅρια. Στό πρόσωπο τῆς Παναγίας βλέπουμε τήν ἀνθρώπινη προοπτική: νά θεωθοῦμε, ἐννοώντας ὡς θέωση τήν ἕνωσή μας μέ τόν Κύριο, παραμένοντας ὅμως πάντοτε ἄνθρωποι.

Κι ὁ ὑμνογράφος καταλήγει: σ᾽ αὐτήν τήν κατάσταση, πού τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μᾶς δίνει λόγο γιά νά μιλήσουμε γιά τήν Παναγία, χαιρόμαστε καί πανηγυρίζουμε. Δέν μποροῦμε νά θυμηθοῦμε τήν Παναγία καί νά μή φαιδρύνει ἡ ψυχή μας, νά μήν πλησθοῦμε εὐφροσύνης. Γιατί βλέπουμε σ᾽ Αὐτήν τήν περίσσεια τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ πού εἶναι περίσσεια Ἀγάπης δικῆς Του καί δικῆς Της, μορφοποιούμενης στίς θαυμαστές ἀδιάκοπα πρός χάριν μας ἐπεμβάσεις της. Κι ἡ χάρη εἶναι πάντοτε χαρά. Μόνον ὁ διάβολος σκυθρωπάζει καί καίγεται ἀπό τήν ἀναφορά καί μόνο τοῦ ὀνόματός της.

Οἱ συνάξεις μας κάθε φορά ἐπί τῇ μνήμῃ τῆς Παναγίας ἀποδεικνύουν ὅτι κι ἐμεῖς ἐμφορούμαστε ἀπό Πνεῦμα Θεοῦ. Λίγο ἤ πολύ ἡ χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος μᾶς ἱκανώνει ἐν Ἐκκλησίᾳ καί πνευματικά ἑνωμένοι νά ἀτενίζουμε τό πρόσωπο τῆς Θεοτόκου. Ἡ εὐθύνη μας εἶναι διπλή: νά κρατᾶμε τή χάρη αὐτή, δηλαδή νά βρισκόμαστε σέ ἑτοιμότητα πάντοτε τιμῆς της, καί νά ἀγωνιζόμαστε νά τήν αὐξάνουμε. Καί διακράτηση καί αὔξηση τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ, πού πλούσια εἶχε καί ἔχει ἡ Παναγία, σημαίνει: νά ὑποτασσόμαστε κάθε φορά στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τό «ἰδού ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά τό ρῆμα Σου» τῆς Παναγίας νά γίνεται καί ἡ δική μας ἀπάντηση στήν ὅποια πρόσκληση τοῦ Θεοῦ πού μᾶς ἀπευθύνει τήν κάθε στιγμή τῆς ζωῆς μας.

Πέμπτη 18 Μαρτίου 2021

ΚΥΡΙΕ ΚΑΙ ΔΕΣΠΟΤΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ...

 

«Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου, πνεῦμα ἀργίας, περιεργείας, φιλαρχίας καί ἀργολογίας μή μοι δῷς∙ πνεῦμα δέ σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καί ἀγάπης χάρισαί μοι τῷ σῷ δούλῳ. Ναί, Κύριε βασιλεῦ, δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τά ἐμά πταίσματα καί μή κατακρίνειν τόν ἀδελφόν μου, ὅτι εὐλογητός εἶ εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων».

(Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου, μη μου δώσεις πνεύμα αργίας, περιέργειας, αγάπης για κυριαρχία και πνεύμα αργολογίας. Αντιθέτως, χάρισέ μου, σ’ εμένα τον δούλο Σου, πνεύμα σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, υπομονής και αγάπης. Ναι, Κύριε βασιλέα, πρόσφερέ μου ως δώρο το να μπορώ να βλέπω τα δικά μου αμαρτήματα και να μη κατακρίνω τον αδελφό μου, γιατί είσαι ευλογημένος αιώνια).

Η σύντομη αυτή προσευχή του μεγάλου Πατέρα και ασκητικού διδασκάλου οσίου Εφραίμ του Σύρου είναι η πιο γνωστή προσευχή της Μεγάλης Σαρακοστής και σφραγίζει την όλη πορεία της. Διότι πολύ συνοπτικά θέτει τον πιστό χριστιανό ενώπιον του Κυρίου Ιησού Χριστού προκειμένου να Τον παρακαλέσει αφενός να μην επιτρέψει η καρδιά του να πάρει τη φορά και την κλίση προς το αμαρτωλό φρόνημα που εκφράζεται με τα πάθη της αργίας, της περιέργειας, της φιλαρχίας και της αργολογίας, αλλά αντιθέτως να στραφεί προς Εκείνον, κάτι που θα φανερώνεται χαρισματικά με τους συγκεκριμένους καρπούς της σωφροσύνης, της ταπεινοφροσύνης, της υπομονής και της αγάπης. Βάση της θετικής αυτής πορείας προς τον Κύριο είναι, τονίζει η προσευχή του οσίου, το δώρο από Εκείνον και πάλι της αυτογνωσίας ως προσήλωσης των οφθαλμών της ψυχής στην πραγματικότητα του εαυτού μας: της αμαρτίας και των πταισμάτων που διαπράττουμε καθημερινά, γεγονός που μας απαλλάσσει από την εμπαθή προσήλωση προς τις αμαρτίες του πλησίον μας και επομένως την κατάκρισή του.

Δεν είναι δυνατόν να σχολιάσουμε όλα τα επιμέρους σημεία της προσευχής – αυτό θα έπαιρνε πολύ χρόνο. Δύο σημεία της όμως μπορούν να τονιστούν ιδιαίτερα. Πρώτον, η επισήμανση του οσίου ως προς το πού «γέρνει» η ψυχή, τι πνεύμα δηλαδή κυριαρχεί μέσα της, αφού από τη φορά της φανερώνεται ο προσανατολισμός της, συνεπώς και το αληθινό περιεχόμενο της πίστεώς της. Ο ίδιος ο Κύριος απεκάλυψε τη σημασία της αλήθειας αυτής: «όπου είναι ο θησαυρός σας», είπε, «εκεί είναι και η καρδιά σας». Τι σημαίνει αυτό; Για να καταλάβουμε ποια είναι η κεντρική αξία της ζωής μας, ο θησαυρός μας, ο Θεός μας δηλαδή, πρέπει νά ερευνήσουμε ακριβώς το περιεχόμενο της καρδιάς μας. Μπορεί να ομολογώ τον Ιησού Χριστό ως τον αρχηγό της ζωής μου, αλλά αυτό να είναι μία θεωρία και μία ιδεολογία τελικά για μένα. Διότι άλλα πράγματα κατέχουν την πρώτη θέση στη ζωή μου: η καριέρα μου, οι ηδονές της ζωής, οι φίλοι μου, ακόμη και η οικογένειά μου. Ο Κύριος ήταν απόλυτα σαφής απέναντί μας: η προτεραιότητά σας, είπε, πρέπει να είναι πάντοτε ο Θεός, συνεπώς ο Ίδιος ως ο ενανθρωπήσας Θεός. «Ὁ φιλῶν πατέρα ἤ μητέρα ἤ γυναῖκα ἤ τέκνα ἤ ἀγρούς, ἔτι δέ καί τήν ἑαυτοῦ ψυχήν, ὑπέρ ἐμέ, οὐκ ἔστι μου ἄξιος». «Ζητεῖτε πρῶτον τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιοσύνην Αὐτοῦ». Οπότε, αν η πλάστιγγα της αγάπης μου γέρνει κατά προτεραιότητα προς οτιδήποτε άλλο πέραν του Κυρίου και των αγίων Του εντολών, αποδεικνύω ότι δεν είναι Εκείνος ο Θεός μου, έστω κι αν διατείνομαι πάλιν και πολλάκις ότι δεν υφίσταται τούτο.

Αυτό λοιπόν μάς λέει ο όσιος ότι πρέπει να παρακαλούμε στην προσευχή μας: κάνε μας Εσένα να αγαπούμε πάνω από όλα, το πνεύμα μας να στρέφεται στο δικό Σου Πνεύμα, κι αυτό θα φανερώνεται με την  καρποφορία των αρετών και όχι ασφαλώς των ψεκτών παθών. Η απαρχής εντολή «Ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς ἐξ ὅλης τῆς καρδίας καί τῆς διανοίας καί τῆς ἰσχύος» βρίσκει εδώ την επακριβή εκπλήρωσή της.

Δεύτερο σημείο: ο αγώνας για αυτογνωσία, για προσήλωση σ’ αυτό που έχω ακριβώς απέναντί μου: τον ίδιο μου τον εαυτό. Κι είναι πράγματι περίεργο, πώς ό,τι είναι ενώπιόν μας μάς διαφεύγει, ενώ εύκολα βλέπουμε ό,τι συμβαίνει στον συνάνθρωπό μας. Πρόκειται για πραγματικότητα που είχαν διαπιστώσει και οι αρχαίοι Έλληνες, όταν έλεγαν ότι κάθε άνθρωπος έχει δύο σάκκους πάνω του: έναν μπροστά και έναν πίσω. Ο πίσω σάκκος είναι τα δικά του λάθη και οι δικές του αστοχίες. Ο μπροστινός είναι του συνανθρώπου του. Γι’ αυτό και παρουσιάζεται με ανοικτούς οφθαλμούς στα σφάλματα και τις ενέργειες του συνανθρώπου, ενώ παρουσιάζεται τυφλός με αυτό που είναι λάθος δικό του. Αιτία για την «παραδοξότητα» αυτή είναι προφανώς, κατά την πίστη μας, η πτώση του ανθρώπου στην αμαρτία. Από τη στιγμή που ο άνθρωπος αμάρτησε: αρνήθηκε να υποταχθεί στο θέλημα του Δημιουργού Του επιλέγοντας το δικό του θέλημα, τα πράγματα διαστρεβλώθηκαν, με αποτέλεσμα αντί της αγάπης ως αποδοχής και ανοίγματος προς τον συνάνθρωπο να έχουμε την κατάκριση και την καταδίκη του άλλου.

Λοιπόν, μας λέει ο όσιος Εφραίμ, για να βρισκόμαστε στην πορεία προς τον Θεό, την ακολουθία του Κυρίου δηλαδή, απαιτείται η χάρη Εκείνου. Η χάρη Του μάς ανοίγει τα μάτια να βλέπουμε τα δικά μας σφάλματα, να μετανοούμε γι’ αυτά και να ρίχνουμε τον εαυτό μας στο έλεος Εκείνου – η πορεία μετανοίας που βλέπουμε στην επιστροφή του ασώτου υιού. Ο άσωτος υιός είναι ο καθένας μας και τη μετάνοιά του προβάλλει στην ουσία ο όσιος Εφραίμ με τη σπουδαία προσευχή που μας δίδαξε.

Είναι περιττό να πούμε ότι η προσευχή αυτή μπορεί να λέγεται στην Εκκλησία μας κυρίως την εποχή της Σαρακοστής, όμως πρέπει να γίνει προσευχή καθημερινή κάθε χριστιανού – μία αλήθεια που τόνιζε συχνά και ο μέγας σύγχρονος Γέρων όσιος Σωφρόνιος του Έσσεξ, ο Αθωνίτης. «Ἀσφαλῶς, χωρίς τόν Χριστό, χωρίς τό Πνεῦμα τό Ἄγιο, δέν μποροῦμε νά δοῦμε τήν ἁμαρτία μας. Στήν πραγματικότητα ὀφείλουμε νά διαβάζουμε κατά τή διάρκεια ὅλου τοῦ ἔτους τήν προσευχή τοῦ ὁσίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου: “Πνεῦμα δέ σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καί ἀγάπης (μετανοίας, κατανύξεως, ὑπακοῆς) χάρισαί μοι... Δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τά ἐμά πταίσματα”» (Οἰκοδομώντας τόν Ναό τοῦ Θεοῦ, τόμ. Β΄, σελ. 68).

Τετάρτη 17 Μαρτίου 2021

Ο ΟΣΙΟΣ ΚΑΙ ΘΕΟΦΟΡΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΑΛΕΞΙΟΣ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

«Ο άγιος Αλέξιος καταγόταν από τη Ρώμη κι οι γονείς του, ο πατέρας του  πατρίκιος Ευφημιανός και η μητέρα του Αγλαΐδα, ήταν πλούσιοι και πολύ ευγενείς, έχοντας τον Αλέξιο το μοναδικό τους παιδί. Ο πατέρας του όταν ήλθε σε κατάλληλη ηλικία ετοίμασε τα του γάμου του υιού του, οπότε τότε που έπρεπε να αποσυρθεί με τη νύφη στη νυφική παστάδα, εκείνος αφού έδωσε σ᾽ αυτήν το δαχτυλίδι του γάμου και προσευχήθηκε, έφυγε κρυφά από τον οίκο του κι ἔφτασε στην ´Εδεσσα. ´Εμεινε στην πόλη αυτή και στην εκεί Εκκλησία δεκαοκτώ έτη, φορώντας πάμπτωχα ρούχα σαν ράκη και τρεφόμενος από τις προσφορές ελέους και φιλανθρωπίας των αθρώπων.

´Εφυγε όμως κι από κει (διότι δεν ήταν δυνατόν να διαφεύγει την προσοχή των ανθρώπων και να κρύβεται η αρετή του πάντοτε, καθώς ήδη τον προσήγγιζαν και τον ενοχλούσαν πολλοί), και καθώς έμελλε να μεταβεί στην Ταρσό της Κιλικίας, στον ναό του αγίου αποστόλου Παύλου, δέν μπόρεσε να πραγματοποιήσει την επιθυμία του, διότι το πλοίο από τους ενάντιους ανέμους οδηγήθηκε αλλού. Έφτασε και πάλι στη Ρώμη, οπότε πήγε στον οίκο του πατέρα του. Κι αφού δεν τον αναγνώρισε κανείς, πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του στους πυλώνες της εισόδου του οίκου του, υφιστάμενος τις κοροϊδίες και τους εμπαιγμούς από τους υπηρέτες του πατέρα του και πάσχοντας πολλά δεινά, όσα συνήθως πάσχει από τους ανθρώπους της τρυφής και της αταξίας άνθρωπος ξένος που δεν μπορεί καθόλου να σηκώσει το κεφάλι.

 ´Οταν πλησίασε το μακάριο τέλος του, ζήτησε χαρτί, κι αφού έγραψε το ποιός ήταν και ποιοι ήταν οι γονείς του, το κράτησε πάνω του, μέχρις ότου ο βασιλιάς Ονώριος μετά από τη θεϊκή αποκάλυψη έφτασε εκεί. Ο βασιλιάς τον παρακάλεσε, ενώ ήδη είχε πεθάνει, και πήρε το χαρτί. Κι όταν το διάβασε εις επήκοον όλων τότε μαθεύτηκαν τα σχετικά μ᾽ αυτόν. Καθώς η έκπληξη όλων ήταν τεράστια, πήραν το άγιο λείψανό του και το ενταφίασαν με τιμή και μεγαλοπρέπεια στον ναό του αγίου αποστόλου Πέτρου. Έκτοτε το λείψανό του προχέει αδιάκοπα μύρα ευώδη και ιάματα σ᾽ όλους τους πιστούς που προσέρχονται εκεί»[1].

Δεν είναι τυχαίο ότι ενώ όλοι οι άγιοι είναι άγιοι γιατί ακριβώς υπήρξαν άνθρωποι του Θεού, ο μόνος που έμεινε στην ιστορία με τη συγκεκριμένη προσωνυμία είναι ο άγιος Αλέξιος, ο άνθρωπος του Θεού. Η επισήμανση του αγίου υμνογράφου Ιωσήφ είναι σαφής: «Κλήθηκες συ μόνος πάνω στη γη άνθρωπος του Θεού»[2] (στίχος συναξαρίου). Η εξήγηση που φέρνει είναι πειστική: Πρώτον, γιατί «σε γνωρίσαμε άνθρωπο του Θεού όχι μόνο από την κλήση σου αλλά και από τα πράγματα»[3] (στιχηρό εσπερινού). Η ζωή του αγίου Αλεξίου, κατά τον υμνογράφο, ήταν μία διαρκής επιβεβαίωση της υπακοής του στο θέλημα του Θεού, μία εγκόλπωση τής χωρίς μέτρο πτωχείας, της στενής και θλιμμένης οδού στην οποία ο Κύριος κάλεσε κάθε πιστό. Γι᾽ αυτό και γέμισε από αρετές, ενώ του δόθηκε από τον Θεό το χάρισμα της θαυματουργίας[4]. «Διάβηκες οδό στενότατη, γιατί ακολούθησες από τη νεότητά σου άμεμπτο και όσιο βίο»[5] (ωδή α´).

Εκείνο στο οποίο επιμένει ο υμνογράφος Ιωσήφ - γιατί πέραν της εξαιρετικής δυσκολίας του υπήρξε και το κύριο στοιχείο που οδήγησε σε αγιότητα τον Αλέξιο - ήταν το γεγονός ότι πριγκιπόπουλο αυτός με όλη τη δόξα και τα πλούτη της οικογένειάς του όχι μόνο τα καταφρόνησε, αλλά υπέμεινε καρτερικά και την ατίμωση της ξενιτείας μπροστά στο ίδιο του το σπίτι. Γνωρίζουμε ότι η ξενιτεία[6] ως αρετή που ασκείται από πολλούς αγίους μας είναι πράγματι πολύ δύσκολη, αφού αναγκάζεται κανείς να παλέψει με ό,τι πιο φυσικό αναβλύζει από την ύπαρξη του ανθρώπου: την ανάγκη για αποδοχή και αναγνώριση, την ανάγκη της αγάπης από τους άλλους ή έστω της μη καταφρόνιας του, στον άγιο όμως  Αλέξιο (και σε ορισμένους άλλους αγίους είναι αλήθεια) η αρετή αυτή ῾απογειώθηκε᾽ κατά το κοινώς λεγόμενο, αφού την εξάσκησε στο ίδιο του το σπίτι. Να είσαι στο σπίτι σου, να ξέρεις ότι όλα είναι δικά σου, να έχεις τη δύναμη επιβολής επί των άλλων, και να μένεις κρυμμένος και άγνωστος, δεχόμενος τη διακωμώδηση και από τους υπηρέτες ακόμη, τούτο υπέρκειται της φυσικής ζωής και κινείται στο χαρισματικό επίπεδο του υπέρ φύσιν. Φανερώνει τον πλούτο της ταπείνωσης και τη βία πάνω στα ανθρώπινα πάθη, για τα οποία μίλησε ο Κύριος, συνεπώς την από τη ζωή αυτή είσοδο στη βασιλεία του Θεού. «Η Βασιλεία του Θεού βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν»[7]. «Ταπεινοίς ο Θεός δίδωσι χάριν»[8]. «Απονέκρωσες το φρόνημα της σάρκας σου, βλέποντας τους γονείς σου. Και καθώς δεν σε αναγνώριζαν, υπέμενες τη βία της φύσεως και την καταφρόνια και εξουθένηση των άπειρων υπηρετών σου που σε έθλιβαν»[9] (ωδή ζ´). “Μεγάλο θαύμα! Πώς παρέμεινες πτωχός, Αλέξιε, μέσα σε πλούτο άπειρης ταπείνωσης»[10] (ωδή ζ´). Και δεν ήταν μόνο η βία που ασκούσε στον εαυτό του από την άγνοια των γονέων του, αλλά και η βία και το ατσάλινο φρόνημα που επιδείκνυε καθώς έβλεπε και άκουγε τους πικρούς θρήνους και αυτών και της ίδιας της συζύγου του! «Πόσο μεγάλο θαύμα! Πώς σα διαμάντι κρατήθηκες στους πυλώνες των γονιών σου όλα τα χρόνια, χωρίς να καμφθείς, ασκώντας βία στη φύση σου, από τους πικρούς θρήνους των γονιών σου και της συζύγου σου, Αλέξιε»[11] (εξαποστειλάριο όρθρου).

Στην ουσία – και αυτό είναι το δεύτερο σημείο της εξήγησης του υμνογράφου – ο άγιος Αλέξιος έζησε ακριβώς τη ζωή του Χριστού. Η ταπείνωση του Χριστού, του Υιού του Θεού που «εκένωσεν εαυτόν»[12], άδειασε από τον πλούτο της θεότητός Του για να γίνει ένας απλός άνθρωπος, υφιστάμενος τα πάνδεινα από τα δημιουργήματά Του, είναι εκείνο που διαβάζει ο υμνογράφος καθώς βλέπει την υπερφυή ζωή και του Αλεξίου. «´Αφησες τους κοσμικούς θορύβους και το βάρος του πλούτου κι έγινες μετανάστης από την πατρίδα σου, πάτερ Αλέξιε, μιμούμενος την πτωχεία του Χριστού»[13] (ωδή γ´). Μίμημα Χριστού ο άγιος Αλέξιος, γι᾽ αυτό και ορισμός του γνησίου χριστιανού. «Χριστιανός εστι μίμημα Χριστού κατά το δυνατόν ανθρώπω»[14] (άγιος Ιωάννης της Κλίμακος). Κι ακόμη περισσότερο: ο άγιος Ιωσήφ βλέποντας όλη την πορεία του αγίου μαζί με το τέλος του νιώθει ότι ῾καθρεπτίζει᾽ και από την άποψη αυτή την όλη πορεία του Χριστού. Εκείνος Θεός ων κατέρχεται, ζει, πάσχει, ανέρχεται εν δόξη. Ο άγιος Αλέξιος πλούσιος ων τα εγκαταλείπει όλα, περνάει ζωή ταπείνωσης και στένωσης, πάσχει, στο τέλος φανερώνεται εν δόξη από τον ίδιο τον Κύριο. «Ήσουν κόσμημα με την ιερά πολιτεία σου, ένδοξε, γι᾽ αυτό πάλι ο Χριστός παρά τη θέλησή σου σε δίνει την πατρίδα σου, ενώ απέφευγες την πρόσκαιρη δόξα»[15] (ωδή ς´). «Ο Κύριος με μεγάλη φωνή σε φανερώνει σ᾽ όλη τη Ρώμη, εσένα που ήσουν ο κρυμμένος θησαυρός που βρισκόσουν σε σχήμα πτωχού»[16] (ωδή η´).

Στην όλη αγισμένη πορεία του Αλεξίου ο υμνογράφος Ιωσήφ επισημαίνει το βασικό κίνητρό της. Τι ήταν εκείνο που έκανε τον Αλέξιο να προβεί στις ῾παράδοξες᾽ αυτές θεωρούμενες κινήσεις του, σαν τον απόστολο Παύλο που διεκήρυσσε «ηγούμαι πάντα σκύβαλα είναι ίνα Χριστόν κερδήσω»[17]; Δύο πράγματα κυρίως, λέει ο Ιωσήφ: πρώτον ο θείος έρωτας που ερέθιζε διαρκώς την καρδιά του, κάνοντάς τον να ποθεί μόνο τον ουράνιο πλούτο[18] (ωδή δ´), δεύτερον η βαθειά αγάπη του προς την Μητέρα του Κυρίου, την Υπεραγία Θεοτόκο. Η Παναγία ήταν το εντρύφημα του αγίου, καθώς στον ναό της ήθελε πάντοτε να κάθεται, γεγονός που επέσυρε την αγάπη Εκείνης απέναντί του με αποκορύφωμα τη φανέρωσή του από Αυτήν και τη δόξα του μέσα στην κρύπτη του. «Ζητώντας να κάνεις την καρδιά σου ναό του Θεού, αγάπησες να κάθεσαι, ένδοξε, πάντοτε στον οίκο της Θεομήτορος και να θεωρείς τα ουράνια κάλλη»[19] (ωδή δ´). «Εσένα που έγινες ζωντανός ναός του Θεού, σε φανερώνει ενώ κρυβόσουν το σκήνωμα του Θεού η Απειρόγαμος Δέσποινα, και σε δοξάζει ενώ προσπαθούσες να μένεις άγνωστος»[20] (ωδή ς´).

Γι᾽ αυτό τελικώς ο άγιος υμνογράφος θεωρεί πέραν των όσων είπαμε ότι ο άγιος Αλέξιος ῾κατέκτησε᾽ τα ουράνια: διότι έζησε την άσαρκη ζωή των αγγέλων του Θεού και διότι με τα παθήματά του αποδείχθηκε δεύτερος Λάζαρος της γνωστής παραβολής του Κυρίου. «Φάνηκες να μιμείσαι στη γη την άσαρκη πολιτεία»[21] (ωδή ε´). «Υπέμεινες την πτωχεία καθώς έγινες ζητιάνος, σαν τον πτωχό Λάζαρο»[22] (ωδή δ´).

 



[1] Συναξάρι από το Μηναίο.

[2] ῾άνθρωπος εν γη του Θεού κληθείς μόνος᾽.

[3] άνθρωπόν σε έγνωμεν Θεού, κλήσει τε και πράγματι᾽.

[4] Ταις αρεταίς γαρ διέλαμψας, πτωχείαν άμετρον, και στενοχωρίαν επί γης κτησάμενος. Και θαύμασι πιστούς πιστωσάμενος᾽ (στιχηρό εσπερινού).

[5] Στενοτάτην ώδευσας οδόν, άμεμπτον και όσιον βίον, σοφέ, μετελθών εκ νεότητος᾽.

[6] Βλ. Αγίου Ιωάννου της Κλίμακος, λόγ. γ΄, 1: «Η ξενιτεία είναι απαρρησίαστη συμπεριφορά, κρυμμένη σοφία, σύνεση που δεν φανερώνεται, ζωή μυστική, σκοπός που δεν βλέπεται, λογισμός αφανής, όρεξη της ευτέλειας, επιθυμία της στενοχώριας, αιτία του θείου πόθου, πλήθος του θείου έρωτα, άρνηση της κενοδοξίας, βυθός της σιωπής» (έκδ. Ι.Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός, 1978).

[7] Ματθ. 11, 12.

[8] Ιακ. 4, 5.

[9] Σαρκός σου το φρόνημα απονεκρώσας, ορών τους γεννήτορας, και τούτοις αγνοούμενος, της φύσεως έστεγες τηνβίαν, όσιε, και την εξουθένησιν των σων απείρων παίδων επιθλιβόντων σε᾽.

[10] ) «Ω θαύμα! πώς έμεινας αεί πτωχεύων, εν πλούτω, Αλέξιε, απείρου ταπεινώσεως».

[11] «Ω θαύμα! πώς εν πυλώσι των γεννητόρων χρονίως, ώς τις αδάμας, υπέστης φύσεως βία μη καμφθείς  γονέων τε και συζύγου, Αλέξιε, πικροίς θρήνοις».

[12] Φιλ. 2, 7.

[13] «πλούτου έλιπες, και μετανάστης γέγονας της Πατρίδος, πάτερ Αλέξιε, του Χριστού την πτωχείαν εκμιμούμενος».

[14] Λόγ. 1, 7.

[15] «Ιερά πολιτεία κοσμούμενον, πάλιν ο Χριστός μη βουλόμενον, ένδοξε, σε τη πατρίδι δίδωσιν, αποφεύγοντα δόξαν την πρόσκαιρον».

[16] «Κύριος φωνή μεγάλη φανεροί σε πάση τη Ρώμη, τον κρυπτόμενον θησαυρόν, πανόλβιε, εν πτωχού σχήματι κείμενον».

[17] Φιλ. 3, 8.

[18] «έρως γάρ θείος ηρέθιζε, μάκαρ, την καρδίαν σου, επιποθούσαν τον πλούτον τον ουράνιον».

[19] «Ναόν Θεού την καρδίαν ζητών απεργάσασθαι, εν οίκω ηγάπησας της Θεομήτορος, ένδοξε, πάντοτε καθέζεσθαι, και τα ουράνια κάλλη ενοπτρίζεσθαι».

[20] «Ναόν ζώντα Θεού σε γενόμενον, του Χριστού το σκήνωμα η Απειρόγαμος, προσφανεροί κρυπτόμενον, και δοξάζει λανθάνειν σπουδάζοντα».

[21] «Ωράθης εν γη πολιτείαν άσαρκον μιμούμενος».

[22] «Υπέμεινας την πτωχείαν προσαίτης γενόμενος, πτωχός ώσπερ Λάζαρος».

Τρίτη 16 Μαρτίου 2021

ΚΑΘΑΡΑ ΤΡΙΤΗ

 

«Τραυματισθέντα δεινῶς ἡδονῶν τῇ ρομφαίᾳ, τῇ μοτώσει, Οἰκτίρμον, τῆς εὐσπλάγχνου σου ροπῆς, ἰάτρευσόν με, Λόγε, ὅπως σε εὐχαρίστως δοξάζω εἰς αἰῶνας» (ωδή η΄ τριωδίου).

(Γιάτρεψέ με, Οικτίρμον Κύριε, Λόγε του Θεού, με το θεραπευτικό κάλυμμα της ευσπλαχνίας Σου, επειδή τραυματίστηκα σκληρά με το ξίφος των ηδονών, προκειμένου να Σε δοξάζω ευχαρίστως αιώνια).

Μέσα στα πολλά πνευματικά κατανυκτικά εδέσματα της ημέρας, ο άγιος υμνογράφος μάς προσφέρει και τον παραπάνω ύμνο, ο οποίος εν συνόψει καθορίζει το όλο πλαίσιο της πορείας του χριστιανού. Η εν ευχαριστία δοξολογία του Θεού, τονίζει, είναι η διαρκής απόβλεψη του χριστιανού: από τον Χριστό δημιουργηθήκαμε, με Εκείνον κρατιόμαστε και προχωρούμε, σ’ Αυτόν κατατείνουμε. «Ἐξ Αὐτοῦ καί δι’ Αὐτοῦ καί εἰς Αὐτόν τά πάντα ἔκτισται» (απ. Παύλος). Δοξολογία του Θεού συνεπώς σημαίνει να προσβλέπω πάντοτε προς τον Κύριο (:«οἱ ὀφθαλμοί μου διά παντός πρός τόν Κύριον») και σ’ Εκείνον να ρίχνω όλη τη δύναμη της ψυχής και της καρδιάς μου – μία αδιάκοπη κίνηση αγάπης, κατά την κεντρική εντολή Του «ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς ἐξ ὅλης τῆς καρδίας ἐξ ὅλης τῆς διανοίας ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος». Έτσι δεν πραγματοποιείται και ο σκοπός για τον οποίο ο Κύριος μάς δημιούργησε; Από το κατ’ εικόνα στο καθ’ ομοίωσιν.

Είναι η πορεία της πνευματικής υγείας του ανθρώπου, σημειώνει όμως ο υμνογράφος. Μόνον όποιος έχει θεραπευτεί ψυχικά, έχει δηλαδή καθαρίσει τους πνευματικούς του οφθαλμούς, μπορεί να δει και τον Κύριο, να νιώσει την αγάπη Του, να Τον ευχαριστήσει και να Τον δοξολογήσει. Θυμόμαστε αίφνης τον ένα και μοναδικό από τους δέκα θεραπευθέντες λεπρούς από τον Κύριο, ο οποίος επέστρεψε για να Τον ευχαριστήσει για τη θεραπεία του. Επέστρεψε, λέει ο ευαγγελιστής Λουκάς, με μεγάλη φωνή δοξολογώντας τον Θεό. Και τι έκανε; Πρόσπεσε στα πόδια του Χριστού ευχαριστώντας Τον. Τότε δοξολογούμε, θεραπευμένοι, σωστά τον Θεό, όταν στρεφόμαστε πάντα με ευχαριστία στον Κύριο Ιησού Χριστό. Κι αυτό υπενθυμίζει ο εκκλησιαστικός ποιητής: Γιάτρεψέ με, Κύριε, για να Σε δοξολογώ με ευχαριστία.

Καταφεύγει όμως ο πιστός στον Κύριο ως τον Ιατρό των ψυχών και των σωμάτων, γιατί βλέπει τα τραύματά του που τον καθιστούν δέσμιο του κόσμου τούτου και δεν τον αφήνουν να ανοιχτεί προς τον Κύριο. Και τα τραύματα αυτά είναι όσα του δημιουργεί το ξίφος των ηδονών. Το σαρκικό αμαρτωλό φρόνημα δηλαδή που επιδιώκει πάντοτε τις ηδονές του βίου τούτου είναι το μόνιμο πρόβλημα του ανθρώπου, και μάλιστα του χριστιανού που έχει επίγνωση της τραγικής αυτής πραγματικότητας. Όπως το σημειώνουν και όλοι οι άγιοι Πατέρες μας: «οι σαρκικές ηδονές και το υπερήφανο φρόνημα ταλαιπωρούν τον άνθρωπο». Κι έχει μεγάλη βαρύτητα η επισήμανση: η αμαρτία και το φρόνημά της μπορεί να φαίνονται ότι φέρνουν ευχαρίστηση, αλλά στο βάθος συνιστούν την πληγή και το τραύμα του ανθρώπου – η ηδονή που γίνεται οδύνη! Αυτό είναι και το δράμα των περισσοτέρων σήμερα ανθρώπων: να αμαρτάνουμε και να μη νιώθουμε ότι πρόκειται για την καταστροφή μας.

Έτσι το «σχήμα» της εν επιγνώσει πορείας του χριστιανού παρουσιάζεται ανάφλυφο ενώπιόν μας: νιώθουμε τις πληγές του αμαρτωλού φρονήματός μας, καταφεύγουμε στον Χριστό που είναι ο Ιατρός και ο θεραπευτής μας, ανοίγουν τα μάτια μας και με αίσθηση ψυχής δοξολογούμε και ευχαριστούμε τον Θεό. Είναι περιττό να πούμε ότι η πορεία αυτή διαγράφει και τα αληθινά σημάδια της μετανοίας: επίγνωση της αμαρτίας, στροφή προς τον Θεό για να βρω το σπίτι μου, δηλαδή τον εαυτό μου.

Κυριακή 14 Μαρτίου 2021

ΚΑΘΑΡΑ ΔΕΥΤΕΡΑ: Έφτασε η νηστεία!

 


«Ελήλυθεν η Νηστεία η μήτηρ της σωφροσύνης, η κατήγορος της αμαρτίας και συνήγορος της μετανοίας, η πολιτεία των Αγγέλων και σωτηρία των ανθρώπων. Οι πιστοί ανακράξωμεν∙ ο Θεός, ελέησον ημάς» (απόστιχα αίνων Καθαράς Δευτέρας, ιδιόμελον, ήχος πλ. α΄).

(Έφτασε η νηστεία, η μητέρα της σωφροσύνης, η κατήγορος της αμαρτίας και συνήγορος της μετανοίας, ο τρόπος ζωής των αγγέλων κι αυτή που οδηγεί στη σωτηρία τους ανθρώπους. Οι πιστοί ας φωνάξουμε δυνατά: ο Θεός ελέησον ημάς).

Η Εκκλησία μας, από την πρώτη ημέρα της Μεγάλης Σαρακοστής, επιμένει να μας καθοδηγεί πάνω σ’  αυτό που σφραγίζει την περίοδο αυτή: τη νηστεία. Και το πρώτο που τονίζει, προκειμένου να νιώσει κανείς τα ευεργετικά πνευματικά και αιώνια αποτελέσματά της, είναι ο συνδυασμός της νηστείας με την προσευχή. «Έφτασε η νηστεία», λέει, οπότε «ας φωνάξουμε στον Θεό μας να μας ελεήσει». Είναι ο συνδυασμός που υποτάσσει και θηρία, κατά τον λόγο των αγίων αββάδων της ερήμου, διότι η νηστεία ως εγκράτεια και περιορισμός των ατάκτων ορμών του σώματος αλλά και της ψυχής, διευκολύνει ιδιαιτέρως τη στροφή προς τον Θεό -  απεμπλέκει τον άνθρωπο από τα γοητευτικά δεσμά της ύλης – συνεπώς κάνει τον άνθρωπο να στέκει στο σημείο της βασιλικής εξουσίας που ο Θεός απαρχής της Δημιουργίας τού έδωσε: να άρχει πάνω σε όλα τα στοιχεία της φύσης. Να άρχει και να εξουσιάζει εννοείται χαρισματικά, που σημαίνει με αγάπη και σεβασμό προς την αδελφή του λοιπή Δημιουργία.

Είναι ευνόητο βεβαίως ότι ο υμνογράφος μιλάει πρώτον για την αληθινή διάσταση της νηστείας ως μέσου πνευματικού και όχι ως μέσου... αδυνατίσματος! – ό,τι θα επισημάνει σε άλλο σημείο: «αληθής νηστεία η των κακών αλλοτρίωσις, εγκράτεια γλώσσης, θυμού αποχή, επιθυμιών χωρισμός, καταλαλιάς, ψεύδους και επιορκίας» - και δεύτερον για την αληθινή και γνήσια προσευχή, τύπος της οποίας είναι η τελωνική κραυγή: «ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Με τους όρους αυτούς αναδύεται όντως το μεγαλείο της νηστείας της Σαρακοστής με όλα τα θαυμαστά αποτελέσματά της:

- Είναι αυτή που ισορροπεί πνευματικά τον άνθρωπο, γιατί του δίνει τη δύναμη να ελέγχει τις φιλήδονες τάσεις του.

- Είναι αυτή που τον απομακρύνει από την αμαρτία, γιατί του δημιουργεί τις συνθήκες να υπερβαίνει τον εγωισμό του, συνεπώς να ζει την αγάπη ως άνοιγμα προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο.

- Είναι αυτή που ωθεί στη μετάνοια, τον μονόδρομο κατά τον Κύριο που εκβάλλει στη Βασιλεία του Θεού: «μετανοείτε, ήγγικε γαρ η Βασιλεία των Ουρανών».

- Είναι αυτή πού κάνει τους πιστούς να είναι άγγελοι ήδη από τούτη τη ζωή, ανοίγοντας έτσι τα μάτια μας στην εσχατολογική διάστασή της: ο Κύριος είπε ότι στον μέλλοντα αιώνα οι άνθρωποι «ισάγγελοί εισι».

- Είναι μ’ ένα λόγο αυτή που φέρνει τον άνθρωπο σε ζωντανή σχέση με τον Θεό, αυτό που ονομάζουμε σωτηρία του ανθρώπου.

Ας σκεφτούμε: αν κατήγορός μας ενώπιον του Θεού παραμένει πάντοτε ο πονηρός διάβολος, του οποίου η χαρά κατά τη Γραφή είναι «να σκοτώνει τους ανθρώπους»: «ανθρωποκτόνος» χαρακτηρίζεται απαρχής, συνήγορός μας κατά τον θεόπνευστο ύμνο είναι η νηστεία. Για τον απλούστατο λόγο ότι όπως είπαμε αποκαλύπτει, εφόσον είναι αληθινή, δηλαδή σωστά εκκλησιαστική, το πού τελικώς είναι στραμμένη η καρδιά μας, συνεπώς ποιος στο βάθος είναι ο (πραγματικός) Θεός μας. Και ναι! Ή φανερώνουμε με την περιφρόνησή της -  δεν μιλάμε για εκείνους που για λόγους υγείας ή ανωτέρους της θέλησής τους  δεν επιτρέπεται να νηστεύσουν – ότι ο κόσμος αυτός αποκλειστικά είναι η αγάπη μας, ή αγωνιζόμενοι διακριτικά στον δρόμο της φανερώνουμε ότι ως αγάπη μας πρώτη θέτουμε Κύριο τον Θεό μας.

Νηστεία: το φίλτρο που δείχνει ότι οι πνευματικοί μας οφθαλμοί είναι εστιασμένοι στον Χριστό!

Σάββατο 13 Μαρτίου 2021

ΣΑΒΒΑΤΟΝ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ

«Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, μνείαν ἐπιτελοῦμεν πάντων τῶν ἐν ἀσκήσει λαμψάντων ἁγίων ἀνδρῶν τε καί γυναικῶν» (Την ίδια ημέρα, μνημονεύουμε όλους αυτούς που έλαμψαν στην άσκηση, άγιους άνδρες και γυναίκες).

«Ήρεμα και σιγά-σιγά με τις προηγούμενες εορτές, οι θεοφόροι Πατέρες αφού μας παιδαγώγησαν και μας προπαρασκεύασαν να είμαστε έτοιμοι για το πνευματικό στάδιο, κι αφού μας απομάκρυναν από την τρυφή και τον κόρο και μας έβαλαν στον δρόμο του φόβου της μελλούσης κρίσεως, όπως και με την εβδομάδα της Τυροφάγου μάς προκάθαραν καθώς πρέπει, μάς έβαλαν συνετά ανάμεσά τους και τις δύο νηστείες, ώστε λίγο λίγο να μας προτρέψουν σ’ αυτήν. Και να τώρα προσθέτουν στο μέσον κι όλους εκείνους που έζησαν όσια με πολλούς κόπους και καμάτους, άνδρες και γυναίκες, προκειμένου με τη μνήμη τους και τα παλαίσματά τους να μας κάνουν δυνατώτερους για το στάδιο της Σαρακοστής, έχοντας τους βίους εκείνων ως κάποιο υπογραμμό και οδηγό.  Οπότε με τη συμμαχία και την αρρωγή των οσίων αυτών να αποδυθούμε προς τους πνευματικούς αγώνες, αναλογιζόμενοι ότι και αυτοί είχαν τήν ίδια με εμάς ανθρώπινη φύση.

 Όπως ακριβώς δηλαδή  οι στρατηγοί, αφού έχουν παραταχθεί τα στρατεύματα και ήδη στέκονται κατά μέτωπο, προτρέπουν τον στρατό τους με λόγια και παραδείγματα και μνημόνευση ανδρών της ιστορίας που στάθηκαν άριστα στον πόλεμο και παρουσίασαν ανδρείο φρόνημα, το ίδιο και ο δικός τους στρατός να κινηθεί στον αγώνα ολόψυχα,  ενδυναμούμενος με την ελπίδα της νίκης∙ έτσι και τώρα, οι θεοφόροι Πατέρες κινούνται με την ίδια σοφία: εγκαρδιώνουν για τους πνευματικούς αγώνες τους άνδρες και τις γυναίκες, με τα παραδείγματα όσων βίωσαν όσια, και τους καθοδηγούν παρόμοια κι αυτοί να μπουν στο στάδιο της νηστείας. Ώστε κι εμείς, θεωρώντας τους ως αρχέτυπο και βλέποντας τον βίο εκείνων όχι κακό αλλά καλό, να εργαζόμαστε τις αρετές, όσο μπορεί ο καθένας: πρώτη από όλες την αγάπη και τη σώφρονα αποχή των άσεμνων έργων και πράξεων, και την ίδια τη νηστεία, όχι βεβαίως μόνον από τα φαγητά, αλλά και τη νηστεία της γλώσσας και του θυμού και των οφθαλμών, και μ’ έναν λόγο την αργία και την αποξένωση από κάθε κακό.

Γι’ αυτόν τον λόγο λοιπόν οι άγιοι Πατέρες κατέταξαν σήμερα την παρούσα μνήμη όλων των αγίων, προβάλλοντας αυτούς που ευαρέστησαν τον Θεό με τη νηστεία και τα άλλα καλά και χρηστά έργα. Μας παρωθούν δηλαδή με την εικόνα αυτών προς το στάδιο των αρετών, ώστε να οπλιζόμαστε γενναία κατά των παθών και των δαιμόνων, και κατά κάποιο τρόπο μας λένε ότι αν κι εμείς δείξουμε τον ίδιο μ’ αυτούς ζήλο, τίποτε δεν θα μας εμποδίσει να κάνουμε όσα έκαναν κι εκείνοι και να αξιωθούμε τα ίδια βραβεία μ’ εκείνους. Διότι κι αυτοί είχαν την ίδια μ’ εμάς ανθρώπινη φύση.

Και για την εβδομάδα της Τυροφάγου, ισχυρίζονται κάποιοι ότι ο βασιλιάς Ηράκλειος την επέβαλε, ενώ ήταν προηγουμένως εβδομάδα κρεοφαγίας. Όταν δηλαδή είχε εκστρατεύσει κατά του βασιλιά Χοσρόη και των Περσών για έξι έτη, προσευχήθηκε στον Θεό ότι αν τους νικήσει, θα την καθιερώσει και θα την βάλει στο διάστημα μεταξύ της νηστείας και της καταλύσιμης περιόδου, πράγμα που έκανε. Όμως εγώ νομίζω, έστω κι αν συνέβη τούτο, ότι οι άγιοι Πατέρες επινόησαν την καθιέρωση αυτή, ως ένα είδος προκαθάρσιμης περιόδου, ώστε να μην δυσχεραινόμαστε με την απότομη αλλαγή από την κρεοφαγία και την κατάλυση σε όλα στην άκρα ασιτία, κι έτσι να βλαπτόμαστε και σωματικά. Αλλά σταδιακά και σιγά-σιγά αφού απομακρυνθούμε από τα λιπαρά και τα ευχάριστα στη γεύση, να υποδεχτούμε το χαλινάρι της νηστείας με τον περιορισμό του φαγητού, όπως συμβαίνει και στα άγρια άλογα. Με άλλα λόγια ό,τι έκαναν οι Πατέρες και για τα θέματα της ψυχής χρησιμοποιώντας τις παραβολές, το ίδιο σκέφτηκαν να κάνουν και για το σώμα: τα εμπόδια που υπάρχουν στη νηστεία τά έκοψαν λίγο λίγο»[1].

Θαυμάζει κανείς καταρχάς πέραν της σοφής παιδαγωγίας της Εκκλησίας μας, παιδαγωγίας που αρκούντως θίγει το συναξάρι της ημέρας – πώς σταδιακά μάς εισάγει στα βαρύτερα από τα ελαφρότερα - και την καθολική όραση που έχει για τον άνθρωπο. Διότι ενώ το μυαλό των περισσοτέρων ίσως πηγαίνει κυρίως στους άνδρες ασκητές, τους πιο γνωστούς και μεγάλους: Αντώνιο, Ευθύμιο, Αρσένιο, Ποιμένα, ευθύς σπεύδει απαρχής να μας τονίσει ότι εξίσου και στις γυναίκες παρουσιάζεται το σκληρό ασκητικό φρόνημα – δεν μιλάμε για το πλήθος γενικά των αγίων γυναικών που εορτάζουμε στην Εκκλησία μας. Και δεν είναι μόνο το συναξάρι της ημέρας, όπως φαίνεται και παραπάνω, που θίγει την αλήθεια αυτή. Πολλές φορές στη συνέχεια της ακολουθίας τονίζεται η συμμετοχή της ασκήτριας οσίας γυναίκας, τόσο που ενώ ξεκινά ο άγιος υμνογράφος, κατά αλφαβητική σειρά, να καταγράφει τους μεγάλους άνδρες οσίους πατέρες, φτάνει στην έβδομη ωδή, που με έμφαση καλεί τους πιστούς να στρέψουν τη ματιά τους στις γυναίκες πια που βίωσαν οσιακή ζωή και ως άγγελοι. «Εμπρός, ας προσφέρουμε ύμνους όπως έχουμε χρέος στις γυναίκες που έζησαν με όσιο και αγγελικό τρόπο. Με τις ικεσίες των οσίων γυναικών αυτών φωνάζουμε δυνατά: Θεέ μας, σώσε μας»[2] (ωδή ζ΄).

Και δεν είναι βεβαίως η μόνη αναφορά. Όλη η έβδομη ωδή αναφέρεται στις άγιες ασκήτριες, τις αμμάδες που λάμπρυναν το στερέωμα της Εκκλησίας και του κόσμου όλου: Βρυαίνη, Φεβρωνία, Θωμαῒδα, Ιέρεια, Πλατωνίδα, Ευπραξία, Θεοδώρα, Αναστασία, Μαρία την Αιγυπτία, Θεοδούλη, Συγκλητική, Ματρώνα, Σάρρα, Ιούστα, Πελαγία, Ταϊσία κ.ά., αλλά και μεμονωμένα τροπάρια ήδη εξαρχής του όρθρου κάνουν μνεία των αγίων αυτών γυναικών. Ήδη στο κάθισμα μετά την τρίτη ωδή ο υμνογράφος ενώ μνημονεύει οσίους μεγάλους Πατέρες, αμέσως στη συνέχεια καλεί τους πιστούς να «συνευφημήσουν» και όλες τις όσιες γυναίκες. «...Καί συνευφημήσωμεν ἐν ὠδαῖς σύν τούτοις Εὐπραξίαν τήν παρθένον, σύν πάσαις ὑμνήσωμεν γυναικῶν ταῖς θεόφροσι». Και βεβαίως η αναφορά και στις γυναίκες οσίες θα έλεγε κανείς ότι είναι περιττή, όταν όλη η εορτή, όπως και κάθε άλλη, στηρίζεται στις πρεσβείες της απόλυτα Μοναδικής Γυναίκας, της Υπεραγίας Θεοτόκου, χωρίς την Οποία πράγματι η σωτηρία μας συνιστά ένα διακύβευμα! «Πρεσβείαις τῆς ἀπειράνδρου καί ἀγαθῆς Μητρός σου ἐκδυσωπούμενος, δός ἡμῖν τῷ φωτί Σου πορεύεσθαι» (δώσε μας να πορευόμαστε μέσα στο φως Σου) (κάθισμα όρθρου).

Η ημέρα δεν αναφέρεται όμως τελικώς μόνον στους οσίους και τις οσίες. Ο άγιος υμνογράφος «θυμάται» ότι δεν υπάρχει άγιος που να άγιασε χωρίς ασκητικό φρόνημα. Το ασκητικό φρόνημα είναι το φρόνημα του Χριστού[3], το φρόνημα γενικά της αγιότητας, συνεπώς όλοι οι άγιοι, οποιασδήποτε ομάδας, εντάσσονται θα λέγαμε στη συγκεκριμένη αυτή ημέρα! Ο υμνογράφος όμως περιορίζει την έκταση. Στις δύο τελευταίες ωδές, την όγδοη και την ένατη, μνημονεύει τους αγίους Ιεράρχες της Εκκλησίας, διότι προφανώς θεωρεί ότι δεν είναι δυνατόν να είναι κανείς Ποιμήν της Εκκλησίας, συνεχιστής και διάδοχος δηλαδή των Αγίων Αποστόλων, χωρίς το οσιακό ασκητικό φρόνημα. Κι είναι αλήθεια! Ποιος μπορεί να αμφισβητήσει τη φοβερή άσκηση των Αγίων Ιεραρχών Αθανασίου του μεγάλου, Βασιλείου του μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου, Γρηγορίου του Νύσσης, Ιωάννου του Χρυσοστόμου και των λοιπών άλλων μεγάλων Ιεραρχών; Γι’ αυτό ακριβώς και τα ονόματά τους παρελαύνουν στα τροπάρια του υμνογράφου μας, ο οποίος αφορμάται από αυτά για να δώσει στον κάθε Πατέρα και έναν ξεχωριστό χαρακτηρισμό. «Πολύαθλος» για παράδειγμα ο Αθανάσιος, «θεόσοφος στύλος» ο Κύριλλος, «δόξα των Νυσσαέων» ο Γρηγόριος, «μελίγλωττος» ο Σωφρόνιος.

Απλώνεται λοιπόν ο ποιητής στις κύριες ομάδες των αγίων, αλλά μνημονεύει, με συστηματικό θα λέγαμε τρόπο, και τους αγίους μάρτυρες. Εννοούμε ότι τελειώνοντας την κάθε ωδή, είτε στους οσίους είτε στις οσίες είτε στους Ιεράρχες, έχει συγκεκριμένο μαρτυρικό τροπάριο. Γιατί; Διότι θέλει να τονίσει αυτό που συνιστά βαθειά πεποίθηση της Εκκλησίας, ότι δηλαδή όλοι οι άγιοι στο βάθος και κατ’ ουσίαν είναι μάρτυρες. Αν όχι του αίματος, όπως συμβαίνει με πάμπολλους εξ αυτών, αλλά της συνειδήσεως. Τι έκαναν όλοι οι άγιοι παρά αγωνίστηκαν να ζήσουν ενάντια στην πεσμένη στην αμαρτία ανθρώπινη φύση τους, επιλέγοντας το αγκυροβόλημα της καρδιάς και της ψυχής τους στο θέλημα του Χριστού και Θεού; Κι αυτή η επιλογή αποτελεί διαχρονικά πράγματι ένα μαρτύριο. Διότι άλλα επιθυμεί ο άνθρωπος της αμαρτίας και άλλα ο άνθρωπος του Θεού. «Ἡ σάρξ ἐπιθυμεῖ κατά τοῦ Πνεύματος, καί τό Πνεῦμα κατά τῆς σαρκός»[4]. «Οὐδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν»[5]. Συνεπώς, άγιος είναι ο πιστός που ενώ φέρεται από τον νόμο της αμαρτίας κατά του Θεού, εκείνος διά της βίας και χάριτι βεβαίως Θεού στρέφεται προς Εκείνον, ζώντας στη συνείδησή του ένα μαρτύριο. «Βία φύσεως διηνεκής»[6], λέει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος ζωγραφίζοντας τον όσιο και τον κάθε άγιο. Πρόκειται για ό,τι ο Κύριος απεκάλυψε, ότι «ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ βιάζεται καί βιασταί ἁρπάζουσιν αὐτήν»[7] - ο πιστός, ο άγιος βρίσκεται αδιάκοπα σ’ έναν αδυσώπητο πνευματικό πόλεμο, σε μία ένταση εσωτερική, για να βρίσκεται εκεί που είναι ο Κύριός Του, δηλαδή οι άγιες εντολές Του.

Η παραπάνω αλήθεια, η «χαρτογράφηση» της εσωτερικής πορείας του οσίου, του κάθε αγίου, άνδρα και γυναίκας, αποτελεί το καίριο σημείο στο οποίο επικεντρώνει την προσοχή μας συχνά ο άγιος υμνογράφος. Μιλάει για τους οσίους, αλλά δεν μένει σε μία επιφανειακή και εξωτερική περιγραφή των αγώνων τους. Τον ενδιαφέρει το «βάθος» τους, γιατί αυτό θέλει να προβάλει, ώστε να λειτουργήσει και ως αρχέτυπο και πρότυπο για όλους τους πιστούς. Το δοξαστικό μάλιστα του εσπερινού με σαφήνεια δείχνει την κατά Χριστόν πολιτεία των οσίων και αγίων. «Αφού τηρήσατε υγιές και αλώβητο από την αμαρτία το κατ’ εικόνα κι αφού καταστήσατε τον νου σας ηγεμόνα απέναντι στα ολέθρια πάθη με τους ασκητικούς σας αγώνες, όσο είναι δυνατόν στον άνθρωπο ανεβήκατε στο καθ’ ομοίωσιν. Διότι με ανδρεία ψυχής ασκήσατε βία στην (αμαρτωλή) φύση (που ρέπει επί τα πονηρά) και σπεύσατε να υποτάξετε το χειρότερο στο καλύτερο και να υποδουλώσετε το σαρκικό φρόνημα στο Πνεύμα»[8].

Η πορεία αυτή δεν συνιστά την «ὁδόν Κυρίου», όπως την απεκάλυψε ο Κύριος[9]; Με τα αποτελέσματα που επίσης ο Ίδιος υποσχέθηκε: την ενχρίστωση του ανθρώπου, την ταύτισή του με Εκείνον, την ένταξή του στον Νυμφώνα Του που θα πει την ένταξη του πιστού στη Βασιλεία του Θεού, ήδη από τη ζωή αυτή. Ένα απόστιχο του εσπερινού επίσης με ενάργεια φοβερή μάς προσφέρει την υπέρ φύσιν χριστιανική ζωή. «Ας καθαρίσουμε τους εαυτούς μας, αδελφοί, από κάθε μολυσμό της σάρκας και του πνεύματος. Ας κάνουμε να λάμψουν οι λαμπάδες των ψυχών μας, με τη φιλοπτωχεία μας, χωρίς να καταβροχθίζουμε ο ένας τον άλλον με τη συκοφαντία. Κι αυτό γιατί έφτασε ο καιρός, όταν ο Νυμφίος θα έλθει, για να αποδώσει σε όλους σύμφωνα με τα έργα τους. Ας μπούμε λοιπόν μαζί με τον Χριστό και με τις φρόνιμες παρθένες στον Νυμφώνα Του, φωνάζοντας δυνατά εκείνη τη φωνή του Ληστή προς Αυτόν: Θυμήσου μας, Κύριε, όταν έλθεις στη Βασιλεία Σου».[10]

Είναι ευνόητο έτσι ότι οι όσιοι, αυτοί που με πόθο ακολουθούν τον Χριστό συσταυρωμένοι μαζί Του, είναι αυτοί που αφενός ζουν πια όλα όσα ο Κύριος είπε ότι θα αποτελούν κληρονομιά των πιστών Του – αυτά που περιέγραψε ο απόστολος Παύλος με τα λόγια «ἅ ὀφθαλμός οὐκ εἶδε καί οὖς οὐκ ἤκουσε καί ἐπί καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἅ ἡτοίμασεν ὁ Θεός τοῖς ἀγαπῶσιν Αὐτόν»[11] - αφετέρου όμως έχουν και την παρρησία να πρεσβεύουν υπέρ ημών για όλους τους κινδύνους που αντιμετωπίζουμε αλλά και για την ενίσχυσή μας στον καθημερινό πνευματικό αγώνα μας και εν όψει της Νηστείας της Σαρακοστής. Όπως το καταγράφει μάλιστα ο υμνογράφος μεταξύ άλλων: οι άγιοι Ιεράρχες και Ασκητές και Ιερομάρτυρες και όσιες Γυναίκες «καταφρόνησαν τα φθαρτά και τα πρόσκαιρα πράγματι, και ως αράχνη και ως σκουπίδια τα θεώρησαν, προκειμένου να κερδίσουν τον Χριστό και τα Βασίλεια αυτού, όπως και τα θεία εκείνα που οφθαλμός ανθρώπου δεν είδε κι αυτί δεν άκουσε ποτέ»[12] (αίνοι). Και:  «Άγιοι και ένδοξοι Πατέρες που σας μνημονεύσαμε, αλλά και οι άγνωστοι σε μας, σώστε μας από τους κινδύνους, εμάς που επιτελούμε το μνημόσυνό σας με πόθο»[13] (ωδή στ΄). «Με τις ευχές των οσίων και τις πρεσβείες της Θεοτόκου να διανύσουμε τον δρόμο της νηστείας εύκολα»[14] (εξαποστειλάριο).

Ο άγιος ποιητής μάς καλεί σε κάτι που ανθρωπίνως φαντάζει παντελώς αδύνατο: βλέποντας τις αρετές τους και τα ένθεα άνθη της ζωής τους, περπατώντας πάνω στον βίο τους σαν να είμαστε σε Παράδεισο τερπνό, ας γίνουμε σαν κι αυτούς – να αρχίσουμε αγώνα άμιλλας μαζί τους! Πώς; Με τις ευχές τους να μας δυναμώσει ο Κύριος για να τους φτάσουμε. Διότι κοινωνούμε την ίδια μ’ αυτούς φύση. «Αφού καταφωτιστήκαμε με τις αστραπές των πατέρων και μπήκαμε τώρα μαζί τους σάν σε Παράδεισο τερπνό, ας καταπολαύσουμε τον χείμαρρο της τρυφής τους. Και αποσκοπώντας με θάμβος στα ανδραγαθήματά τους ας «αμιλληθούμε» με τις αρετές τους, κραυγάζοντας προς τον Σωτήρα: Με τις ευχές τους, Θεέ μας, κάνε μας μετόχους τῆς οὐράνιας Βασιλείας Σου»[15] (κάθισμα όρθρου).



[1] Συναξάρι Σαββάτου Τυρινής Τριωδίου.

[2] «Δεῦτε προσοίσωμεν ὕμνους κατά χρέος, γυναιξί ταῖς ὁσίως βιωσάσαις καί ἰσαγγέλως∙ Ὧν ἱκεσίαις κράζομεν∙ Ὁ Θεός σῶσον πάντας ἡμᾶς».

[3] Πρβλ. Φιλ. 1, 29.

[4] Γαλ. 5, 17.

[5] Ματθ. 6, 24.

[6] Κλίμαξ, Λόγος α΄, 12.

[7] Ματθ. 11, 12.

[8] «Τό κατ’ εἰκόνα τηρήσαντες ἀλώβητον, νοῦν ἡγεμόνα κατά παθῶν ὀλεθρίων ἀσκητικῶς ἐνστησάμενοι, εἰς τό καθ’ ὁμοίωσιν ὡς δυνατόν ἀνεληλύθατε∙ ἀνδρικῶς γάρ τήν φύσιν ἐκβιασάμενοι, ἐσπεύσατε τό χεῖρον καθυποτάξαι τῶ κρείττονι, καί τήν σάρκα δουλῶσαι τῶ Πνεύματι».

[9] Βλ. Ματθ. 16, 24: «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν Σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι».

[10] «Καθαρίσωμεν ἑαυτούς, ἀδελφοί, ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός καί πνεύματος∙ τάς λαμπάδας τῶν ψυχῶν ἡμῶν φαιδρύνωμεν, διά φιλοπτωχείας, μή κατεσθίοντες ἀλλήλους τῆ συκοφαντίᾳ∙ ἔφθασε γάρ ὁ καιρός, ὅταν ὁ Νυμφίος ἐλεύσεται, πᾶσιν ἀποδοῦναι κατά τά ἔργα αὐτῶν. Συνεισέλθωμεν Χριστῶ μετά τῶν φρονίμων Παρθένων, τήν φωνήν ἐκείνην τοῦ Ληστοῦ πρός αὐτόν ἀνακράζοντες: Μνήσθητι ἡμῶν, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ Βασιλείᾳ Σου».

[11] Α΄Κορ. 2, 9.

[12] «τῶν γάρ φθαρτῶν κατεφρόνησαν, καί τῶν προσκαίρων ἀληθῶς, καί ὡς ἀράχνην ἡγήσαντο, καί ὥσπερ σκύβαλα αὐτά, ἵνα κερδήσωσι τον Χριστόν καί τά βασίλεια αὐτοῦ, καί τά θεῖα ἐκεῖνα, ἅ ὀφθαλμός οὐκ εἶδεν, οὖς οὐδέ ἤκουσε ποτέ».

[13] «Ἡ ἁγία καί ἔνδοξος Πατέρων πληθύς ἡ μνημονευθεῖσα, καί ἀνώνυμος, ῥῦσαι κινδύνων τούς πόθῳ τά μνημόσυνα τελοῦντας ὑμῶν».

[14] «Ταῖς εὐχαῖς τούτων καί πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, τόν δρόμον διανύσωμεν εὐμαρῶς τῆς νηστείας».

[15] «Ταῖς τῶν πατέρων ἀστραπαῖς καταυγασθέντες, ὡς εἰς Παράδεισον τερπνόν νῦν εἰσιόντες, τῆς τρυφῆς τοῦ χειμάρρου καταπολαύσωμεν, καί τούτων τάς ἀριστείας θαμβητικῶς σκοποῦντες ἁμιλληθῶμεν ταῖς ἀρεταῖς, τῶ Σωτῆρι κραυγάζοντες∙ Εὐχαῖς αὐτῶν ὁ Θεός, μετόχους ἡμᾶς ποίησον, οὐρανῶν Βασιλείας σου».