Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2020

ΔΕΝ ΑΝΤΕΞΑΝ...




Δεν άντεξαν...

Στην απόμερη παραλία που τ’ αλμυρίκια
σκύβανε τολμηρά να χαϊδέψουν τ’ ακροδάχτυλα
της χρυσογάλαζης θάλασσας με θρόισμα
ερωτικό στο σεμνό φλοίσβημά της

- ο ζωγράφος εκστατικός στην παλέτα του
βούτηξε σπάταλα τον χρωστήρα στον μενεξί
τον ουρανό αφήνοντας επίτηδες τις πιτσιλιές
να πέφτουνε του σπερνού ήλιου στην άσπρο άμμο∙

-  κι ο ποιητής με νου σχεδόν σαλεμένο
απ’  την πολλή ομορφιά έψαχνε στη θεϊκή βίβλο
λέξεις επίμονα ν’ αποτυπώσει την εικόνα
μουσκεύοντας το χαρτί απ’ την υγρή καρδιά του∙

- κι ο Γέρων ασκητής με τα βαθουλωμένα μάτια
όπως συνήθιζε γονάτισε ν’ αφήσει τον Χριστό
λεύτερο στην καρδιά του να ψάλει με χαρά
«Φως ιλαρόν...», του δούλου Του Αθηνογένη.   


Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2020

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΣΩΖΩΝ



«Ο άγιος Σώζων, ορμώμενος από τη Λυκαονία, ήταν βοσκός προβάτων. Όταν αξιώθηκε να βαπτιστεί και να γίνει χριστιανός, εισήλθε σε ειδωλολατρικό ναό, στον οποίο υπήρχε άγαλμα, κατασκευασμένο από χρυσάφι και ασήμι, έσπασε το δεξί χέρι του αγάλματος, το πούλησε και τα χρήματα που πήρε τα μοίρασε στους πτωχούς. Ο ηγεμόνας του τόπου άρχισε να τιμωρεί πολλούς από αυτούς που υποψιαζόταν ότι προέβησαν στην ενέργεια αυτή, γι’  αυτό και ο άγιος παρουσιάστηκε και φανέρωσε ότι εκείνος ήταν ο δράστης του γεγονότος. Αμέσως τον κτύπησαν με σφοδρότητα, του έβαλαν σιδερένια υποδήματα και τον ανάγκασαν να τρέχει. Και πάλι άρχισαν να τον κτυπούν τόσο πολύ, ώστε τα οστά του σώματός του έσπασαν όλα και με τον τρόπο αυτόν παρέδωσε το πνεύμα του στον Θεό».

Η εορτή του αγίου Σώζοντος βρίσκεται υπό τη σκιά της μεγάλης εορτής των Γενεθλίων της Θεοτόκου. Όχι μόνον λόγω της αυριανής Θεομητορικής εορτής, αλλά και λόγω του ότι η Εκκλησία μας και σήμερα προεορτάζει τα Γενέθλιά της και αυτά αποτελούν την προτεραιότητα των όλων ακολουθιών. Αυτό όμως συνιστά μία ιδιαίτερη ευλογία για τον άγιο Σώζοντα, ο οποίος διακατεχόταν από θερμουργή αγάπη προς τον Κύριο Ιησού Χριστό – «πυρπολούμενος αγάπη Θεού, Παμμάκαρ» σημειώνει μεταξύ άλλων ο υμνογράφος – συνεπώς και για την Παναγία Μητέρα Του. Διότι, όπως όλοι γνωρίζουμε, δεν είναι δυνατόν να αγαπά κανείς τον Χριστό, παραθεωρώντας την Μητέρα Του. Μόνον αιρετικοί που έχουν διαστρεβλωμένη εικόνα και περί του Χριστού, υποβαθμίζουν και υποτιμούν την υπεραγία Θεοτόκο. Κατά την πίστη μας, Χριστός και Παναγία συνθεωρούνται και ο βαθμός της αληθινής όρασης του Χριστού εξαρτάται και από τον βαθμό της αληθινής αποδοχής της Παναγίας Μαριάμ, δηλαδή της αποδοχής της ως πράγματι Θεοτόκου. Τούτο δεν είναι γνώμη και άποψη, αλλά δόγμα της πίστεώς μας, χωρίς την αποδοχή του οποίου η όποια πίστη μας δεν είναι ορθή και η σωτηρία μας συνεπώς διακυβεύεται. Είναι λοιπόν ευλογία για τον άγιο Σώζοντα, διότι εορτάζει  κάτω από τη δροσιά της σκιάς της Παναγίας. Έτσι εφαρμόζεται και γι’  αυτόν ό,τι οι Χαιρετισμοί της Θεοτόκου επισημαίνουν για Εκείνην: «χαίρε δένδρον ευσκιόφυλλον, υφ’ ου σκέπονται πολλοί». Μέσα στους πολλούς είναι από την άποψη αυτή και ο άγιος Σώζων.

Πυρπολείτο από την αγάπη του Θεού ο άγιος Σώζων, όπως είπαμε, και αυτή η αγάπη τον οδήγησε και στο μαρτύριο υπέρ Χριστού και μάλιστα με τρόπο οικειοθελή. Ο υμνογράφος όμως μας υπενθυμίζει ότι δεν αρκεί μόνον να οδηγηθεί κάποιος στο μαρτύριο, αλλά και να μείνει σταθερός μέχρι τέλους, κρατώντας την αγάπη του Χριστού, που σημαίνει να δει τον εαυτό του ως ευώδη θυσία προς Εκείνον, άρα κρατώντας την αγάπη και προς τους εχθρούς: «σεαυτόν θυσίαν δε ευωδεστάτην Θεώ τέθυκας». Η με αγάπη σταθερότητα αυτή μέχρι τέλους δεν κατορθώνεται παρά μόνον όταν συνεργήσει η χάρη του Θεού. Και η χάρη του Θεού συνεργεί παρέχοντας την υπομονή, η οποία λειτουργεί ως δροσιά για τον μάρτυρα. Αν στα μαρτυρολόγια καταγράφονται τόσες περιπτώσεις αγίων, που άντεξαν με χαρά και πολλές φορές ανώδυνα τα μαρτύρια, είναι γιατί ακριβώς η χάρη του Θεού ενεργούσε και τους ενίσχυε. Όπως συνέβη και στην Παλαιά Διαθήκη, με τους αγίους τρεις παίδες που τους έριξαν στην κάμινο της φωτιάς και άγγελος Κυρίου μεταποιούσε τη φωτιά σε δροσιά, κατά τον ίδιο τρόπο ο Κύριος: ενισχύει τους μάρτυρες του ονόματός Του, για να αντέξουν με τον σωστό τρόπο, δηλαδή με αγάπη, τα μαρτύρια. Ο υμνογράφος λοιπόν επισημαίνει αυτήν την πραγματικότητα και για τον άγιο Σώζοντα: «εν τη καμίνω των αλγεινών βασάνων Μάρτυς βληθείς, δρόσον εκ Θεού εδέξω υπομονής, ευχαρίστως τε εκραύγαζες: Ευλογημένος ει, εν τω ναώ της δόξης σου Κύριε». Ρίχτηκες στο καμίνι των οδυνηρών βασάνων, Μάρτυς, και δέχτηκες τη δροσιά της υπομονής από τον Θεό, γι’ αυτό και ευχαρίστως κραύγαζες: Είσαι ευλογημένος στον ναό της δόξας σου, Κύριε.

Καμίνι βασάνων είναι βεβαίως και η ζωή μας, πολλές φορές, χωρίς να υπάρχουν τα σωματικά μαρτύρια από τους εχθρούς της πίστεως. Οι σωματικές ασθένειες, ο πόνος συγγενών μας, οι διάφορες αποτυχίες, τα προβλήματα των παιδιών μας, οι δυσκολίες από την οικονομική δυσπραγία και πολλά άλλα που συνιστούν τις δοκιμασίες της ζωής, τι άλλο είναι από βάσανα, που μας δοκιμάζουν σαν να βρισκόμαστε κι εμείς σ’  ένα καμίνι; Και η λύση είναι αυτή που προτείνει κάθε φορά η Εκκλησία μας, βασισμένη στον αιώνιο λόγο του Θεού και στη ζωή των αγίων: η με πίστη στροφή προς τον Θεό και η υπομονή την οποία Εκείνος δίνει, με την οποία δροσιζόμαστε, έστω και μέσα στο καμίνι ευρισκόμενοι. Η Εκκλησία μας όμως και πάλι τονίζει: για να λειτουργήσει η χάρη της υπομονής, το βλέμμα μας πρέπει να είναι αδιάκοπα στραμμένο στον μόνο δυνάμενο να μας σώσει, τον Κύριο. Το επισημαίνει για μία ακόμη φορά και για τον άγιο: «Αντείχε Σώζων σώματος προς αικίας, προς τον μόνον σώζοντα την ψυχήν βλέπων». Άντεξε ο Σώζων τα σωματικά μαρτύρια, γιατί έβλεπε προς τον μόνο που σώζει την ψυχή.


Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2020

ΠΛΗΘΩΡΑ ΑΝΟΗΤΩΝ ΙΔΕΩΝ...



«Στο ερώτημα κάποιου Γέροντα από τη Ρωσία: “τι να κάνω με την πληθώρα όλων αυτών των ανόητων ιδεών που ακούω;” απάντησα σύμφωνα με την πείρα της ζωής μου, όχι όσον αφορά τις λεπτομέρειες, αλλά όσον αφορά τη δομή της Εκκλησίας... Πρέπει όλοι όσοι επιστρέφουν στην Εκκλησία... να συσπειρωθούν γύρω από αυτόν τον στύλο και το εδραίωμα. Και η Εκκλησία θα βρει τον δρόμο της...» (όσιος Σωφρόνιος του Έσσεξ).

Ο όσιος Γέροντας μιλάει για την κατάσταση που επακολούθησε την πτώση του μπολσεβικισμού στη Ρωσία: μία γενικευμένη σύγχυση, μία πληθώρα απόψεων που κατά τον Ρώσο Γέροντα που ρώτησε τον όσιο ήταν ανόητες ιδέες – το τίμημα των εβδομήντα χρόνων που «ο λαός ήταν αποκομμένος από τη γνήσια διδασκαλία και την πείρα της Εκκλησίας». Για να συμπληρώσει ο όσιος Γέρων: «εμφανίστηκαν παράδοξες απόψεις στη μεγάλη αυτή θάλασσα του ρωσικού λαού, ο οποίος αγαπά τον Χριστό, όχι όμως πάντοτε με συνετή αγάπη όπως απαιτείται». Να λοιπόν το πρόβλημα για τον όσιο Σωφρόνιο: όταν δεν έχει κανείς ουσιαστική σχέση με την Εκκλησία, τη διδασκαλία και την πνευματική πείρα της, τότε αλλοιώνονται τα κριτήριά του (έστω κι αν λέει ότι είναι πιστός)∙ μπορεί να διακατέχεται από αγάπη προς τον Χριστό, όχι όμως «τη συνετή αγάπη που απαιτείται». Που σημαίνει: μπορεί κανείς να έχει κάποια αγάπη για τον Χριστό, αλλά να μην είναι εκείνη που ζητά ο Χριστός, εκείνη που κηρύσσει η Εκκλησία.

Και ποια είναι η συνετή αυτή αγάπη, κατά τον Γέροντα; Καμία άλλη βεβαίως πέραν αυτής που αποκαλύπτει ο Ίδιος ο Κύριος: αυτήν που περνάει μέσα από την τήρηση των αγίων Του εντολών. «Ἐάν ἀγαπᾶτέ με τάς ἐμάς ἐντολάς τηρήσατε». «Ἐάν τάς ἐντολάς μου τηρήσητε, μενεῖτε ἐν τῆ ἀγάπῃ μου». Κατά τον λόγο του οσίου: «Πρέπει να ζούμε οπωσδήποτε κατά τις εντολές του Θεού. Και με την προσπάθεια που καταβάλλει ο άνθρωπος να ζήσει σύμφωνα με τις εντολές αναγεννάται» - «τότε ο άνθρωπος γίνεται ελεύθερος, κατάλληλος να δεχθεί την επενέργεια της θείας χάριτος με άμεσο πλέον τρόπο στην καρδιά του». Η συνετή λοιπόν αγάπη σώζει τον άνθρωπο, με την έννοια ότι τον φέρνει στο σημείο του συντονισμού του με τον ίδιο τον Χριστό και το Πνεύμα Του. Οι άλλες αγάπες «σκιάζονται» από τη βρωμιά των παθών μας, από τον εγωισμό μας, οπότε νομίζουμε ότι αγαπάμε τον Χριστό χωρίς να υπάρχει το κατάλληλο έδαφος στην καρδιά μας για να Τον δεχθούμε όπως πρέπει.

 Έτσι από την άποψη αυτή μπορεί κανείς να μιλάει για τον Χριστό, να τοποθετείται «εξ ονόματός Του», αλλά να λέει τελικώς «παραδοξότητες» και «ανόητα λόγια». Φτάνει μάλιστα στο σημείο ο όντως φωτισμένος από τον Θεό όσιος Γέρων να μνημονεύει το τι άκουσε από τους γέροντες μοναχούς, όταν έφτασε νεαρός ακόμη στο μοναστήρι του αγίου Παντελεήμονα στο Άγιον Όρος: «Οι γέροντες μοναχοί θεωρούσαν ασύνετο αυτόν που μιλούσε για πνευματικά θέματα έχοντας ζήσει λιγότερα από δέκα χρόνια στο μοναστήρι». Κι αυτό γιατί, όπως εξηγεί παρακάτω, αυτός που θα μιλήσει πρέπει να έχει διέλθει όλο το φάσμα των σταδίων της πνευματικής ζωής. Γίνεται όμως πιο συγκαταβατικός σε άλλο σημείο. Αναφερόμενος σ’ αυτούς που αναλαμβάνουν τα πνευματικά ηνία και ιδίως σ’ αυτούς που κάτι ένιωσαν για τον Χριστό επιστρέφοντας σ’ Αυτόν σημειώνει: «Η εντύπωση εκείνων που δέχονται την πρώτη χάρη είναι σαν να ανακάλυψαν στην πραγματικότητα αυτοί πρώτοι το Φως του Χριστού. Δεν τους κατηγορώ, διότι όλα έχουν καταρρεύσει τώρα στην κοινωνία. Και στη φοβερή αυτή δίνη των καταστάσεων δεν πρέπει να περιμένουμε καθαρή διείσδυση στην πνευματική κατάσταση από κανέναν».

Οι τοποθετήσεις του οσίου Σωφρονίου που είχε σαφή γνώση της πραγματικότητας της σύγχρονης εποχής ισχύουν βεβαίως όχι μόνο για τη μετασοβιετική Ρωσία, αλλά και για όλον τον κόσμο και τη διεθνή κατάσταση των Ορθοδόξων χριστιανών. Κι αυτό γιατί η σύγχυση που βιώνουμε πολλοί χριστιανοί δεν είναι μικρότερη. Σ’ έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται πια «πολυπολιτισμικός» λόγω της εύκολης «ανάμειξης» διαφόρων πολιτισμών σε κάθε περιοχή, που φανερώνει τη «μετανεωτερική» λεγόμενη εποχή με το κύριο γνώρισμα της ελευθερίας του καθένα να λέει και να κάνει ό,τι θέλει ανατρέποντας παραδοσιακές αξίες αιώνων και χιλιετιών, η μόνη σφραγίδα που μπορεί να τον χαρακτηρίσει είναι η σφραγίδα της σύγχυσης ως απώλειας κριτηρίων – «δεν πρέπει να περιμένουμε καθαρή διείσδυση στην πνευματική κατάσταση από κανέναν».  Οπότε η συμβολή του αγίου Γέροντα στην κατάσταση αυτή είναι περισσότερο από καθοριστική και αναγκαία. Και τι μας λέει ο Γέροντας προκειμένου να απεμπλακούμε από τον ζόφο και να καθαρίσει λίγο το μυαλό και το πνεύμα μας;  Τη συσπείρωση γύρω από την Εκκλησία, «τόν στύλον καί τό ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας».

Είναι η μόνη ρεαλιστική και σοφή προοπτική. Γιατί οδηγεί εκεί που διαφυλάσσεται η αλήθεια, δηλαδή ο ίδιος ο Χριστός, το φως και η ζωή. «Γι’ αυτό και εγώ υπερασπίζομαι τον θεσμό» εξηγεί ο όσιος. «Τότε, έτσι δομημένη, θα παραμείνει αιώνια η Εκκλησία (ο όσιος αναφέρεται προφανώς στο ανθρώπινο της Εκκλησίας) και βαθμηδόν θα υψωθεί στην οδό της γνώσεως του Θεού». Τότε, κατά το αρχικό κείμενο, «θα βρει τον δρόμο της».  Η ευκολία που γράφουν πολλοί για την Εκκλησία, που κρίνουν τα «κακώς κείμενά» της, που διακωμωδούν τους Ποιμένες της, που ρίχνουν αναθέματα στις (ανθρώπινες) κεφαλές της, που κρίνουν τους πάντες και τα πάντα με ελαφρότητα και επιπολαιότητα, τι άλλο αποδεικνύει παρά ότι πράγματι ισχύει αυτή η σύγχυση, ότι υπάρχει βαθύ έλλειμμα θεολογικό, κυρίως ότι υπάρχει βαθύ έλλειμμα πνευματικό – η αγάπη χωρίς τη «σύνεσή» της! Συνεπώς και για σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε ίσως, υπάρχει η ανάγκη διαφυλάξεως του θεσμού της Εκκλησίας. Να μένουμε ενωμένοι με τους ποιμένες μας, ιδίως εκεί που συνέρχονται εν Συνόδῳ, κάνοντας την υπακοή που εκφράζει το φρόνημα του Χριστού. Και για να επαναλάβουμε και κάτι που είχαμε υπενθυμίσει πάλι από τον όσιο Γέροντα: «και κάπου λάθος να κάνουν οι Ποιμένες αυτοί, θα το διορθώσει και θα το ευλογήσει ο Κύριος, ενώ τον αντιλέγοντα και ανυπάκουο θα τον αφήσει, έστω και με τη «ορθή» γνώμη του, στην αρρωστημένη του θέληση!»


Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΒΑΒΥΛΑΣ, ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝ ΑΥΤΩ ΑΓΙΟΙ ΤΡΕΙΣ ΠΑΙΔΕΣ


«Ο άγιος επίσκοπος Αντιοχείας Βαβύλας, όταν εισήλθε στην Εκκλησία ο βασιλιάς Νουμεριανός, τον έδιωξε από αυτήν, διότι φόνευσε τον υιό του βασιλιά των Περσών που τον είχε όμηρο. Γι’  αυτόν τον λόγο κι ο βασιλιάς αλυσόδεσε τον άγιο και τον διαπόμπευσε, ενώ στο τέλος έκοψε και το κεφάλι του, μαζί με τα κεφάλια τριών παιδιών που ήταν μαζί με τον άγιο» (Συναξάρι του Μηναίου).

«Ούτος ο Άγιος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Νουμεριανού εν έτει σπδ’ [284], γέγονε δε Επίσκοπος της Αντιοχείας, τον Ζεβίνον διαδεξάμενος, κατά τον Ευσέβιον (βιβλ. ζ’, κεφ. κθ’). Ούτος λοιπόν μανθάνωντας, ότι ο βασιλεύς Νουμεριανός απανθρωπότατα έσφαξε τον υιόν του βασιλέως Περσών, τον οποίον είχε λάβη ενέχειρον και αμανέτι της προς τους Πέρσας ειρήνης· και ότι εθυσίασεν εις τα είδωλα· τούτο, λέγω, μανθάνωντας, και ότι ο Νουμεριανός επεχείρει ακόμη να μολύνη και την Εκκλησίαν των Χριστιανών, με το να εζήτει να έμβη μέσα εις αυτήν τοιούτος φονεύς και ειδωλολάτρης: τούτου χάριν εστάθη εις τας πόρτας της Εκκλησίας ανδρειότατα ο αοίδιμος Βαβύλας, και σχίσας τους σωματοφύλακας και δορυφόρους, εξάπλωσε την δεξιάν του χείρα εις το στήθος του μιαρού βασιλέως. Και αφ’ ου τούτον επετίμησεν ικανώς, εδίωξεν αυτόν και έξω από την Εκκλησίαν. Ο δε βασιλεύς κατά το παρόν μεν εσιώπησεν, και δεν έκαμε κανένα κίνημα, φοβούμενος, μήπως ήθελε γένη καμμία επανάστασις από το πλήθος των Χριστιανών, οπού ήτον συνηθροισμένον εκεί. Βαρέως όμως και πικρώς την ύβριν ταύτην και ατιμίαν υπέμεινε. Την δε ερχομένην ημέραν εκαλέσθη ο Άγιος, και παρασταθείς έμπροσθεν του βασιλικού βήματος, ερωτήθη από τον βασιλέα. Και επειδή κατέπληξεν αυτόν με τας σοφάς αυτού αντιρρήσεις, και μήτε με κολακείας, μήτε με δυνατούς φοβερισμούς έστερξε να αφήση την εις Χριστόν πίστιν, τούτου χάριν εδέθη από τον λαιμόν και από τους πόδας με σιδηράς αλυσίδας. Και ούτως ατίμως αλυσοδεμένος, επέρασεν από το μέσον της πόλεως, και εβάλθη εις φυλακήν.
Είχε δε ο Άγιος ακολουθούντα εις αυτόν και τρία παιδία, αδέλφια κατά σάρκα. Τα οποία, κατά μεν την ηλικίαν, ήτον πολλά νέα, κατά δε την γνώσιν, ήτον γέροντες. Ταύτα λοιπόν δεν ήθελαν να χωρισθούν από την ιεράν και γλυκυτάτην διδασκαλίαν και συνοδίαν του διδασκάλου των. Όθεν ο βασιλεύς παραστήσας αυτά έμπροσθέν του, και ερωτήσας, αν αρνούνται τον Χριστόν και τον διδάσκαλόν τους Βαβύλαν, και αν θυσιάζουν εις τα είδωλα, εύρεν αυτά στερεά και ανδρειωμένα. Καλέσας δε και την μητέρα των, και ευρών και αυτήν βεβαίαν και αμετάθετον εις την του Χριστού πίστιν, επρόσταξε, την μεν μητέρα να κτυπήσουν εις το πρόσωπον, εις δε τα παιδία, να δώσουν τόσας ξυλίας, όσων χρόνων ήτον το καθ’ ένα.
Έπειτα, ευγάνει μεν τα παιδία έξω, φέρει δε έσω τον διδάσκαλον αυτών Βαβύλαν, και λέγει εις αυτόν, θέλωντας να τον απατήση. Ιδού τα παιδία είναι έτοιμα να θυσιάσουν εις τους θεούς. Ο δε Άγιος ήλεγξεν αυτόν, ότι ψευδώς τούτο λέγει. Όθεν προστάζει ο απάνθρωπος τύραννος να κρεμασθή ο Άγιος ομού με τα τρία παιδία, επάνω εις ξύλα, και να καταξέεται με σιδηρά ονύχια. Έπειτα, τον μεν διδάσκαλον Βαβύλαν, κλείει μέσα εις ένα μικρόν οίκον, οπού ήτον εκεί κοντά. Τους δε παίδας και μαθητάς του, επεχείρει να κολακεύση με διαφόρους και πολυτρόπους κολακείας. Αφ’ ου δε εγνώρισεν ότι ματαίως κοπιάζει, έφερε πάλιν έμπροσθέν του τον Άγιον, και εσυμβούλευεν αυτόν δια να διδάξη τα παιδία να αρνηθούν την ευσέβειαν.
Επειδή δε είδεν αυτόν προθυμότερα από το πρώτον αντιλέγοντα και απολογούμενον, άναψεν από τον θυμόν, και αποφασίζει να θανατωθή με το ξίφος. Και λοιπόν ο μακάριος Βαβύλας βαλών έμπροσθέν του τα τρία άκακα παιδία, όταν είδεν αυτά πρότερον αποκεφαλισθέντα, είπεν εκείνο το του Ησαΐου· «Ιδού εγώ και τα παιδία, α μοι έδωκεν ο Θεός». Είτα ακολούθως απεκεφαλίσθη και αυτός εν έτει σπγ’ [283] και ετάφη από τους Χριστιανούς έτζι ως ήτον με τας αλυσίδας εις τον λαιμόν και εις τους πόδας, καθώς εις αυτούς επαρήγγειλεν έτι ζώντας ο Άγιος» (Συναξαριστής αγίου Νικοδήμου αγιορείτου).

Μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας, σαν τον τρισμέγιστο άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο, όχι μόνο ασχολήθηκαν με τον άγιο Βαβύλα και τα τρία πνευματικά τέκνα του, αλλά έγραψαν σπουδαίους λόγους για να τονίσουν το ιερό παράδειγμά τους και τη θερμουργό πίστη τους στον Κύριο Ιησού Χριστό, κατάληξη της οποίας ήταν και η προσφορά του αίματός τους για χάρη Του, συνεπώς και η ένδοξη είσοδός τους στη Βασιλεία των Ουρανών. Σ’ αυτούς τους λόγους στοιχεί και ο άγιος υμνογράφος Θεοφάνης, ο οποίος αναφερόμενος στον άγιο επίσκοπο Βαβύλα σημειώνει με έμφαση αυτό που συνήθως τονίζεται όταν πρόκειται περί αγίων ιερομαρτύρων: ο άγιος υπήρξε και θύτης, αλλά και θύμα. Θύτης, γιατί ιερουργούσε ως αρχιερέας τον Ιησού Χριστό στη Θεία Λειτουργία∙ θύμα, γιατί κλήθηκε εν χάριτι στην προσφορά και της ζωής του προς χάρη ακριβώς της πίστεώς του. Οι στίχοι του συναξαρίου είναι πολύ εκφραστικοί: «Ο Χριστόν αυτόν Βαβύλας θύων πάλαι, Χριστῷ προθύμως θύεται διά ξίφους» (Ο Βαβύλας που θυσίαζε τον Ίδιο τον Χριστό από παλιά ως ιερέας, θυσιάζεται πρόθυμα για χάρη Του με ξίφος). Κι αλλού πιο αναλυτικά: «Θυσίαν ἄμωμον, φρικτήν ἀναίμακτον, τῷ Κυρίῳ προσφέρων, καί σεαυτόν σφάγιον δι’ αἵματος, ἱερομάρτυς Βαβύλα, ἀκηλίδωτον προσήγαγες» (ὠδή δ΄) (Προσφέροντας στον Κύριο την καθαρή και φρικτή αναίμακτη θυσία, ιερομάρτυς Βαβύλα, πρόσφερες και τον εαυτό σου ως καθαρό σφάγιο με το αίμα σου).

Για τον άγιο Θεοφάνη βεβαίως, εκείνο που κατεξοχήν συνιστά το σημαντικότερο γεγονός, το οποίο ερμηνεύει και τη θαρραλέα ομολογία του αγίου (όπως και των τριών παιδιών) ενώπιον του βασιλιά, ομολογία που ξεπερνά και αυτή τη φυσική στροφή του ανθρώπου για διατήρηση της ζωής του («ἀπειλαῖς ἀπτόητος πρό βημάτων τυραννικῶν»: ωδή δ΄), είναι η μεγάλη αγάπη του αγίου για τον Ιησού Χριστό, ο έρωτάς του κυριολεκτικά για την αγία Τριάδα. Μιλάει όντως για θεϊκό έρωτα, χαρακτηρίζει τον άγιο ως εραστή της υπέρθεης Τριάδος. Κι αυτό γιατί; Διότι προκειμένου ο άνθρωπος να απεμπλακεί από τον πόθο των γήϊνων πραγμάτων – έχοντας σώμα στρεφόμαστε λόγω της πτώσεως στην αμαρτία με πάθος σε ό,τι αποτελεί έλξη της ύλης – απαιτείται μία ισχυρότερη δύναμη από τον πόθο αυτόν∙ κι αυτή η δύναμη δεν ειναι άλλη από τον έρωτα προς τον Χριστό και Θεό μας.

Ας ακούσουμε τον άγιο υμνογράφο, ο οποίος κινείται με απόλυτη ελευθερία στην επιλογή των λέξεων που χρησιμοποιεί, χωρίς να σκέπτεται ότι μπορεί να «παρεξηγηθεί» από την «ερωτολογία» του. «Σύ τῶν γηῒνων τόν πόθον τῷ θεϊκῷ ὑποτάξας ἔρωτι, κατεφρόνησας τοῦ ζῆν, Βαβύλα μακάριε, Χριστοῦ ἐπειγόμενος ἰδεῖν τήν ὡραιότητα» (ὠδή α΄) (Εσύ, Βαβύλα μακάριε, αφού υπέταξες τον πόθο των γήϊνων πραγμάτων στον θεϊκό έρωτα, καταφρόνησες και την ίδια τη ζωή, γιατί βιαζόσουν να δεις την ωραιότητα του Χριστού). Και παρακάτω: «Τῆς ὑπερθέου Τριάδος ὡς ἐραστής τοῖς τρισί συνέθανες, ἀγαλλόμενος παισί, Βαβύλα μακάριε, τήν σήν προϊέμενος ψυχήν τῷ ταύτης ἔρωτι» (ωδή α΄) (Ως εραστής της υπέρθεης Τριάδος, Βαβύλα μακάριε, πέθανες με χαρά μαζί με τα τρία παιδιά, γιατί έριξες την ψυχή σου στον έρωτα Αυτής). Θυμίζει ο άγιος, κατά τον υμνογράφο, τον άγιο Ιγνάτιο τον θεοφόρο, ο οποίος και αυτός με πόθο για τον Χριστό έγραφε ότι ο έρωτάς του σταυρώθηκε! («Ὁ ἐμός ἔρως ἐσταύρωται»). Όπως θυμίζει και τον απόστολο Παύλο, ο οποίος στο ίδιο μήκος κύματος (κι ακόμη περισσότερο) τόνιζε ότι «γι’ αυτόν ζωή σημαίνει Χριστός, κι ο θάνατος είναι γι’ αυτόν κέρδος». Γιατί; Διότι «είχε την επιθυμία να φύγει από τη ζωή αυτή, προκειμένου να βρίσκεται πιο κοντά στον Χριστό».

Μιλώντας για τους αγίους της Εκκλησίας μας, βρισκόμαστε σε επίπεδο πέραν των υλικών και γηῒνων. Εισαγόμαστε δι’ αυτών μέσα στα λόγια του Ίδιου του Κυρίου, ο Οποίος μας καλεί σε αντίστοιχη αγάπη προς τη Δική Του, που σημαίνει ότι εισερχόμαστε μέσα σ’ Εκείνον, αφού κατά τον πατερικό λόγο ο Ίδιος περικλείεται στα λόγια Του – «Ἐν Αὐτῷ ζῶμεν καί Αὐτός ἐν ἡμῖν».  

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2020

ΤΟ ΑΠΤΟΗΤΟ ΦΡΟΝΗΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΜΑ



«Αὐτοθελῶς πρός τούς ἀγῶνας ἐχώρησας, ἀπτοήτῳ, ἔνδοξε, φρονήματι∙ τόν γάρ Χριστόν εἶχες συνεργόν, θείᾳ δυναστείᾳ τό ἀσθενές σου ρωννύοντα, καί μάρτυρα δεικνύντα τῶν αὐτῶν παθημάτων, καί τῆς ἄνω λαμπρότητος μέτοχον» (ὠδή δ΄).
(Προχώρησες, ένδοξε, με τη θέλησή σου προς τους (μαρτυρικούς) αγώνες, με άφοβο φρόνημα. Διότι είχες συνεργό τον Χριστό, ο Οποίος ενίσχυε την ασθένεια (της ανθρώπινης φύσης σου) και σε φανέρωνε μάρτυρα των δικών Του παθημάτων και μέτοχο της ουράνιας λαμπρότητας).

Ο άγιος υμνογράφος προβαίνει σε μία γενική θα λέγαμε εκτίμηση του μαρτυρίου του αγίου Μάμα. Δεκαπεντάχρονο παιδί αυτός, γιος αγίων μαρτύρων του Χριστού, βρίσκεται πάνω στην οδό των γονέων του, με το ίδιο μ’ αυτούς μαρτυρικό φρόνημα. Στην πραγματικότητα πρόκειται για το φρόνημα του Ίδιου του Κυρίου Ιησού, διότι Αυτός υπήρξε ο πρώτος Μάρτυς, στο μαρτύριο του Οποίου μετέχει έκτοτε κάθε ένας που με πίστη αληθινή Τον έχει αποδεχθεί στη ζωή του. Θέλουμε να πούμε ότι κανείς δεν είναι χριστιανός αν δεν βρίσκεται σε ετοιμότητα να δώσει και την ίδια τη ζωή του για χάρη του αρχηγού της πίστης του – το μαρτύριο συνιστά το καίριο στοιχείο του πιστού ως συνέχεια του μαρτυρίου του Κυρίου,  ανεξάρτητα από το αν τελικώς θα καταλήξει σε μαρτύριο του αίματος ή θα υπάρχει μόνο ως μαρτύριο της συνειδήσεως. Κι αυτό συμβαίνει βεβαίως διότι η σχέση του Χριστού με τον πιστό άνθρωπο καθορίζεται αποκλειστικά και μόνο από την αγάπη, η οποία χριστιανικά έχει θυσιαστικό χαρακτήρα. Ο Θεός μάς αγάπησε και μας αγαπά θυσιαζόμενος για εμάς, εμείς ανταποκρινόμαστε με τον ίδιο τρόπο. Όπως το λέει και ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος: «ἡμεῖς ἀγαπῶμεν ὅτι Αὐτός πρῶτος ἠγάπησεν ἡμᾶς» - ας δούμε και τη συνέχεια της σάρκωσης του Κυρίου μέσα από τη Θεία Ευχαριστία: αδιάκοπα μας προσφέρεται «μελιζόμενος καί διαμεριζόμενος» προς χάρη μας, οπότε το δικό Του φρόνημα κατ’ ανάγκη γίνεται φρόνημα και των μελών Του χριστιανών.  

Αυτό σημειώνει λοιπόν ως κεντρική θεολογική θέση και ο άγιος υμνογράφος Θεοφάνης για το μαρτύριο του αγίου Μάμα: ο ίδιος ο Κύριος τον φανέρωσε μάρτυρα του δικού Του Πάθους, που θα πει ότι ο άγιος, όπως και κάθε άγιος μάρτυρας, δεν αγωνιζόταν μόνος του. Και πώς θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο, όταν ο Χριστός έχει αποκαλύψει ότι «χωρίς Αὐτοῦ οὐ δυνάμεθα ποιεῖν οὐδέν»; Μόνον με τη δική Του δύναμη μπορεί κανείς να Τον ακολουθήσει στη ζωή του, πολύ περισσότερο στο μαρτύριο του αίματος. Κι έρχεται ο άγιος Θεοφάνης όμως για να συμπληρώσει ότι αφενός η συμμετοχή αυτή στο Πάθος του Χριστού συνιστά μετοχή στη λαμπρότητα της Βασιλείας του Θεού – το μαρτύριο οδηγεί αμέσως στη δόξα του Ουρανού – αφετέρου απαιτείται η θέληση του ανθρώπου. Και δεν μιλάμε για μία θέληση που «σέρνεται» φοβικά και πάει «αλλοιθωρίζοντας» προς τον κόσμο, αλλά για μία θέληση που διακρίνεται για την αποφασιστικότητα της «κόλλησης» της ψυχής και της καρδιάς προς την εικόνα και τη μορφή του Χριστού λόγω αγάπης προς Αυτόν. «Προχώρησες προς τους αγώνες με απτόητο και άφοβο φρόνημα». Η αγάπη του Μάμα προς τον Χριστό, καρπός της χάρης στην καλοπροαίρετη καρδιά του, τον έκανε να ξεπερνά το στοιχείο του φόβου. «Η τέλεια αγάπη, μας θυμίζει ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, εξορίζει τον φόβο από την καρδιά».

Αλλά ο Θεοφάνης ο υμνογράφος γίνεται πολύ ανθρώπινος, γιατί είναι κι αυτός άγιος με εμπειρία του πνευματικού αγώνα και με απόλυτη γνώση του τι είναι ο άνθρωπος στον κόσμο τούτο, έστω κι αν είναι χριστιανός. Τι μας λέει και μας «προσγειώνει»; Ναι, ο μάρτυρας έτρεχε εκούσια προς το μαρτύριό του∙ ναι, αγαπούσε πολύ τον Χριστό∙ αλλά δεν έπαυε να είναι άνθρωπος που μόνος του, όπως είπαμε, δεν μπορεί να κάνει τίποτε. Κι ήταν ο Χριστός που βλέποντας τη δική του διάθεση τον ενίσχυε στην ασθένειά του – «ρωννύων τό ἀσθενές (τοῦ Μάμαντος) θείᾳ δυναστείᾳ». Μπροστά στο φάσμα του θανάτου, και μάλιστα με βάσανα, μπορεί το δεκαπεντάχρονο παιδί να δείλιασε – τίποτε πιο ανθρώπινο και «φυσικό»! Κι ο Χριστός τον ενισχύει και του δυναμώνει τη θέληση. Κι αυτός, ενισχυμένος πια, τρέχει προς το μαρτύριο και δίνει τη ζωή του για χάρη του Χριστού. Πόσες ανάλογες καταγραφές δεν έχουμε από τα μαρτύρια των χριστιανών! Δεν θυμόμαστε την αγία Μαρίνα για παράδειγμα που μπροστά σ’ έναν τεράστιο δράκοντα πανικοβλήθηκε! Και παρακάλεσε τον Κύριο, γιατί  σ’ Εκείνον στράφηκε η φοβισμένη θέλησή της, κι ο Κύριος τον δράκοντα τον μεταποίησε στα μάτια της σ’ ένα μικρό και θεωρούμενο ανίσχυρο μαύρο σκυλί, το οποίο και το εξολόθρευσε εύκολα.

Ο Κύριος ενισχύει την αδύνατη θέλησή μας σε ό,τι ανθρωπίνως μας υπερβαίνει, η οποία όμως πρέπει να πιστέψει στην παντοδυναμία Εκείνου. Το δικό μας συνήθως πρόβλημα όμως είναι ότι τη δική μας αδυναμία την κάνουμε και αδυναμία του παντοδύναμου Θεού! Κι αυτόν τον παραλογισμό τον θεωρούμε πολύ συχνά ως τετράγωνη λογική και έκφραση της «εξυπνάδας» μας!

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΜΑΜΑΣ



«Ο άγιος Μάμας ήταν από τη Γάγγρα, πόλη των Παφλαγόνων. Οι γονείς του ήταν Χριστιανοί, οι οποίοι συνελήφθησαν για την πίστη τους στον Χριστό και ρίχτηκαν στη φυλακή. Εκεί, στα δεσμά της φυλακής, γεννήθηκε και ο άγιος. Επειδή οι γονείς του πέθαναν στη φυλακή, ανέλαβε το βρέφος κάποια Χριστιανή γυναίκα, ονόματι Αμμία, η οποία και τον ανέθρεψε. Τη θετή αυτή μητέρα του ο άγιος φώναζε διαρκώς «μαμά», γι’  αυτό και Μάμα τον ονόμασαν. Όταν έγινε δεκαπέντε ετών, συνελήφθη ως Χριστιανός και κτυπήθηκε με ραβδιά, ενώ στη συνέχεια του κρέμασαν βαρύ μολύβι στον τράχηλο και τον έριξαν στη θάλασσα. Σώθηκε όμως με τη δύναμη του Θεού από τον κίνδυνο και κρύφτηκε σ’  ένα σπήλαιο, τρεφόμενος από το γάλα ελαφιών. Και πάλι όμως τον συνέλαβαν, τον έριξαν σε καμίνι και τον πέταξαν στα θηρία. Τέλος τον τρύπησαν με σιδερένια τρίαινα, οπότε και έφυγε από τη ζωή αυτή».
  
Τριπλή η χάρη την οποία έχει ο άγιος Μάμας: Πρώτον, υπήρξε παιδί μαρτύρων, από τους οποίους, έστω κι αν δεν τους γνώρισε, δεχόταν ασφαλώς τη διαρκή ευλογία των εν παρρησία προσευχών τους ενώπιον του Κυρίου. Δεύτερον, ανατράφηκε χριστιανικά, από ευσεβή γυναίκα, η οποία του μετάγγισε τα νάματα της χριστιανικής πίστεως και δεν έπαυσε ασφαλώς να του μιλά για τους αγιασμένους γονείς του. Τρίτον, και σημαντικότερο, ο ίδιος υπήρξε, παιδί ακόμα, ομολογητής και μάρτυρας της χριστιανικής πίστεως, ανήκοντας στην περίοπτη ομάδα των αγίων παιδομαρτύρων. Την ιδιαίτερη αυτή χάρη του αγίου Μάμα προβάλλει η  Εκκλησία μας, μέσα ιδίως από την ακολουθία του, καθώς τον παραλληλίζει, λόγω της αντιστοιχίας των μαρτυρίων τους, και με τους αγίους τρεις παίδες στη Βαβυλώνα, οι οποίοι ρίχτηκαν στη φωτιά λόγω της συνέπειας στην πίστη τους, και με τον προφήτη Δανιήλ, ο οποίος  υπέστη το μαρτύριο του εγκλεισμού του σε λάκκο με λιοντάρια. Κι ακόμη, τον βλέπει ο άγιος υμνογράφος ως συνέχεια του δικαίου Άβελ: όπως εκείνος, ως ποιμήν προβάτων που προσέφερε  θυσία στον Θεό ό,τι καλύτερο είχε από το ποίμνιό του, δέχτηκε και το στεφάνι της αθλήσεως, έτσι και ο άγιος Μάμας: ζώντας ανάμεσα σε ζώα, όταν κλείστηκε στο σπήλαιο, τελικώς «εαυτόν θύμα ευπρόσδεκτον τω Χριστώ προσήγαγε διά του μαρτυρίου».

Το σημαντικό μεταξύ των άλλων που επισημαίνουμε στον άγιο Μάμα, είναι το γεγονός ότι δεν απέρριψε, αλλ’  αντιθέτως αξιοποίησε πλήρως τη χάρη που του προσφέρθηκε. Θέλουμε να πούμε ότι ο νεαρός άγιος, γόνος μαρτύρων και αναθρεμμένος χριστιανικά, δεν αντιδρά στην ιδιαίτερη αυτή χάρη που του δίνεται, δεν λειτουργεί δηλαδή σ’  αυτόν, θα λέγαμε, η «φυσική» θεωρούμενη σήμερα αντιδραστικότητα της εφηβικής ηλικίας. Διότι πολύ συχνά διαπιστώνουμε ότι παιδιά ευσεβών γονέων, όταν εισέρχονται στην εφηβική ηλικία, αρχίζουν και αντιδρούν στις αρχές και τις αξίες των γονέων τους, γιατί θέλουν  να διαμορφώσουν τη δική τους ξεχωριστή ζωή μέσα σε πλαίσια ελευθερίας, άρα έξω, κατ’  αυτούς από την «καταπίεση» της παραδεδομένης πίστης. Και βεβαίως, ως ένα σημείο, τα πράγματα είναι φυσικό να εξελίσσονται έτσι, όπως είναι φυσικό να βλέπουμε τελικώς την επάνοδο των «επαναστατημένων» νέων στις παραδόσεις της οικογένειας, ευθύς ως ισορροπήσουν από τη λαίλαπα της εφηβικής ηλικίας. Στον άγιο Μάμα δεν βλέπουμε όμως αυτή τη «φυσική» πορεία και εξέλιξη. Παρουσιάζει τέτοια εξέχουσα ωριμότητα ήδη από παιδί, που γίνεται πρότυπο όχι μόνο για τους νέους, αλλά και όλους τους ανθρώπους κάθε ηλικίας.

Ο υμνογράφος μάλιστα, αδυνατώντας προφανώς να κατανοήσει λογικά την εκπληκτική για τα δεδομένα της ηλικίας σύνεση και  ωριμότητα του παιδιού Μάμα,  επιχειρεί να την αιτιολογήσει, ανάγοντας  αυτήν σε μία ξεχωριστή χάρη, την οποία ο Θεός του έδωσε, επειδή προείδε την αγαθή διάθεση της ψυχής του και την όλη αγιασμένη εξέλιξη της ζωής του. «Το ευγενές και κατά πάντα τέλειον, της διανοίας σου, ο προειδώς Λόγος, Μάμα εκ σπαργάνων σε, συνέσεως επλήρωσε, και καλών ταις ιδέαις, πολυειδώς κατεκόσμησε, μάρτυς αθλοφόρε πανεύφημε» (Ο Λόγος του Θεού, ο Χριστός, μάρτυς αθλοφόρε πανεύφημε Μάμα, επειδή προείδε την ευγένεια και την κατά πάντα τελειότητα της διάνοιάς σου, από τα σπάργανα σε γέμισε με σύνεση,  και σε καταστόλισε ποικιλόμορφα με τις ιδέες των καλών). Δεν μπορούμε να σχολιάσουμε τον τρόπο δράσεως αυτόν του Θεού – ποιος μπορεί να γίνει σύμβουλός Του; - μπορούμε όμως να παραδειγματιστούμε όλοι από τον άγιο Μάμα, προσπαθώντας, όσο είναι δυνατόν, να μη γινόμαστε αντιδραστικοί στα καλά που μας παραδίδονται από τις προηγούμενες γενιές. Κάποτε, θα πρέπει όλοι, ως πρόσωπα, ως κοινωνία, ως κράτος να σοβαρευτούμε, επιλέγοντας την ωριμότητα της αποδοχής των καλών και όχι διαρκώς την ανωριμότητα της απόρριψης. Κάποτε θα πρέπει να αφήσουμε την αντιδραστικότητα της εφηβείας και να ενηλικιωθούμε.


Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2020

ΠΑΤΕΡ ΗΜΩΝ...



«Τῆς αὐτολέκτου καί θείας διδασκαλίας Χριστοῦ, τήν προσευχήν μαθόντες, καθ’ ἑκάστην ἡμέραν, βοήσωμεν τῷ Κτίστῃ∙ Πάτερ ἡμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς κατοικῶν, τόν ἐπιούσιον ἄρτον δίδου ἡμῖν, παρορῶν ἡμῶν τά πταίσματα» (στιχηρό εσπερινού 1ης Σεπτεμβρίου).
(Αφού μάθαμε την προσευχή της θείας διδασκαλίας που είπε ο Ίδιος ο Χριστός, ας φωνάξουμε στον Δημιουργό καθημερινά: Πατέρα μας που κατοικείς στους ουρανούς, δίνε μας τον καθημερινό άρτο, παραβλέποντας τα πταίσματά μας).

Την πρώτη ημέρα της νέας εκκλησιαστικής χρονιάς, που ξεκινά βεβαίως με τον εσπερινό της προηγουμένης, δεν είναι τυχαίο ότι ο άγιος υμνογράφος θέτει ως πρώτο ύμνο της ακολουθίας την κλήση να προσευχόμαστε με τα λόγια που δίδαξε ο ίδιος ο ενανθρωπήσας Θεός: «Πάτερ ἡμῶν». Κι αυτό βεβαίως διότι για την Εκκλησία μας δεν υπάρχει σπουδαιότερη προσευχή από αυτήν – είναι η Κυριακή προσευχή, η προσευχή του Κυρίου. Ποιος άλλος θα μπορούσε να μας μάθει πώς να προσευχόμαστε παρά ο Ίδιος ο Δημιουργός μας; Αυτός είναι που στο αίτημα των μαθητών Του για το πώς να προσεύχονται απάντησε με τα συγκεκριμένα λόγια της προσευχής. Γι’ αυτό και έκτοτε κάθε προσευχή της Εκκλησίας μας στην ουσία αποτελεί επανάληψη ή προέκταση και ανάλυση της πιο βαθειάς αυτής προσευχής, που σημαίνει ότι εκκλησιαστικά προσευχόμαστε αδιάκοπα με τον τρόπο του Θεού μας. Ο άνθρωπος μέσα στην πτώση του στην αμαρτία μπορεί δηλαδή να διψάει για τον Θεό που έχασε και Τον αγνοεί – η νοσταλγία για τον Θεό υπάρχει σε όλους τους ανθρώπους σε όλες τις θρησκείες – όμως η αληθινή και γνήσια αναφορά σ’ Αυτόν γίνεται  μόνον αφότου το χέρι του Θεού μας εν Χριστώ μάς τράβηξε κοντά Του και μας έβαλε τα δικά Του λόγια που εκφράζουν το αληθινό είναι μας στο στόμα μας – οι προσευχές της Παλαιάς Διαθήκης εντάσσονται μέσα στο συγκεκριμένο πλαίσιο της αποκάλυψης του Χριστού ως της προετοιμασίας για τον ερχομό Του. «Αυτός δίνει προσευχή σ’ αυτόν που προσεύχεται» ήδη ακούμε τους προκαταρκτικούς λόγους Του, ενώ και ο απόστολος Παύλος έρχεται και με τη μεγαλύτερη δυνατή αμεσότητα μάς επισημαίνει: «Το τι να προσευχηθούμε όπως πρέπει δεν ξέρουμε, αλλά αυτό το Πνεύμα έρχεται σε βοήθειά μας και μας μαθαίνει να κραυγάζουμε στον Θεό με τη λέξη Πατέρα».

Να προσφωνούμε τον Θεό «Πατέρα», συνεπώς να νιώθουμε ως παιδιά Του αγαπημένα, είναι μία χαρισματική πραγματικότητα – δεν μπορεί να Τον πει έτσι κανείς άνθρωπος εκτός της χάρης του Θεού, εκτός δηλαδή της Εκκλησίας. Είναι η δωρεά που δίνει ο Χριστός στον βαπτισμένο στο όνομά Του άνθρωπο, γεγονός που φανερώνεται κατεξοχήν στη Θεία Λειτουργία. «Καί καταξίωσον ἡμᾶς, Δέσποτα, μετά παρρησίας, ἀκατακρίτως, τολμᾶν ἐπικαλεῖσθαι Σέ, τόν ἐπουράνιον Θεόν, Πατέρα, καί λέγειν: Πάτερ ἡμῶν...». Πρόκειται για την αλήθεια που διακηρύσσει ο άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής ήδη από το πρώτο κεφάλαιο του Ευαγγελίου του. «Ὅσοι έλαβον Αὐτόν (δηλαδή πίστεψαν στόν Χριστό), ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι». Ποια μεγαλύτερη εξουσία στον κόσμο υπάρχει από εκείνην που δίνει ο Παντοδύναμος Θεός στον άνθρωπο, γιατί ακριβώς τον έχει κάνει παιδί Του; Οι άγιοί μας που βίωναν στο απόλυτο δυνατό την κάθε λέξη των προσευχών και των λόγων του Χριστού έχουν εκφράσει συγκλονιστικές αλήθειες ειδικά για την Κυριακή προσευχή.

 Ο όσιος Σωφρόνιος του Έσσεξ για παράδειγμα, για να αναφερθούμε σε σύγχρονο άγιο, πολλές φορές έχει γράψει πάνω στο θέμα αυτό. Ο ίδιος καταρχάς έχει αποκαλύψει ότι υπήρχαν εποχές που ξεκινούσε το «Πάτερ ἡμῶν» το πρωί για να το ολοκληρώσει το βράδυ: την κάθε λέξη την περνούσε βιωματικά μέσα από ολόκληρη την ύπαρξή του. Γι’ αυτό και δεν δίσταζε να πει στις ομιλίες του στο τέλος της ζωής του: «Και μόνη η προφορά του Ονόματος του Θεού μάς φλέγει πραγματικά σαν φωτιά. Έτσι θα έπρεπε να προφέρουμε και το «Πάτερ ἡμῶν». Ουσιαστικά, αν προφέραμε μόνο μία φορά σε ολη τη ζωή μας τις λέξεις αυτές του «Πάτερ ἡμῶν» με το αυθεντικό νόημά τους, που αντιστοιχεί στην πραγματικότητα του Ίδιου του είναι, θα ήταν αρκετό. Σε αυτό έγκειται το μυστήριο της αναγεννήσεώς μας από την αμαρτωλή κατάστασή μας σε εκείνην που αναμένει από εμάς ο Κύριος».

Ο άγιος υμνογράφος λοιπόν, για να επανέλθουμε στον πρώτο εκκλησιαστικό ύμνο του νέου έτους, μας θυμίζει την αλήθεια αυτή. Να παρακαλούμε τον Θεό ως Πατέρα μας με την αίσθηση της υιϊκότητάς μας, με επίγνωση βεβαίως της αμαρτωλότητάς μας. «Δίνε μας τον επιούσιο άρτο μας (και το επίγειο αλλά και τον αιώνιο μέσα από τη Θεία Ευχαριστία) και συγχώρα τα πταίσματά μας». Γιατί είναι ο Μόνος που μπορεί να μας καθαρίσει από την όποια πνευματική και ψυχική ακαθαρσία μας. Αρκεί να Τον παρακαλούμε, όπως είπαμε, εκκλησιαστικά: ως μέλη του αγίου Σώματός Του εν μετανοία και ταπεινώσει, που θα πει εν αγάπη και ανεξίκακα.