Κυριακή 22 Μαρτίου 2020

"Χαῖρε Ἁγίων ἅγιον βλέμμα"


(Χαῖρε Σταυρέ, πού εἶσαι τό ἅγιο βλέμμα τῶν Ἁγίων)
Ἕνας ἀπό τούς πιό βαθεῖς καί ὡραίους λόγω τῆς ἐποπτικότητάς του  στίχους ἀπό τήν ἀκολουθία τῶν Χαιρετισμῶν γιά τόν Τίμιο Σταυρό τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, παρμένος ἀπό τήν τέταρτη στάση τῶν συγκεκριμένων Χαιρετισμῶν (πού ἀκούγονται καί τήν ἡμέρα τῆς παγκόσμιας Ὕψωσης τοῦ Σταυροῦ ἀλλά καί τήν ἡμέρα τῆς Σταυροπροσκυνήσεως ὡς μέσον τῆς ψυχωφελοῦς Σαρακοστῆς) εἶναι ὁ παραπάνω, ὁ ὁποῖος μᾶς δίνει τήν ὀπτική τοῦ Σταυροῦ μ’ ἕναν διαφορετικό τρόπο ἀπό πολλούς ἄλλους. Τί ἐννοοῦμε; Ἐνῶ δηλαδή οἱ περισσότεροι χαιρετισμοί μᾶς ἀποκαλύπτουν τό θεολογικό βάθος τῆς Σταυρικῆς θυσίας τοῦ Κυρίου: δι’ Αὐτοῦ νικήθηκε καί καταπατήθηκε ἡ ἁμαρτία, ὁ θάνατος καί ὁ πονηρός διάβολος, (ὁπότε ὁ Σταυρός ἔγινε ἡ «θύρα τοῦ Παραδείσου» καί τό ὀξυγόνο ζωῆς πού μᾶς πρόσφερε ὁ Κύριος γιά νά μποροῦσε νά ἀναπνέουμε καί νά ζοῦμε σ’ ἕναν κόσμο πού προκαλοῦσε ἀσφυξία στόν ἄνθρωπο), ὁ συγκεκριμένος μᾶς φέρνει στή θέση ἑνός ἁγίου τῆς Ἐκκλησίας καί μᾶς δίνει τή δυνατότητα νά δοῦμε πῶς θεᾶται καί βλέπει τά πράγματα ὁ πραγματικός καί συνεπής πιστός – αὐτός δέν εἶναι ὁ ὁρισμός τοῦ ἁγίου; Πῶς βλέπουμε μέ τά σύγχρονα τεχνικά μέσα νά «ζουμάρει» ὁ φακός στό πρόσωπο ἑνός ἀνθρώπου, ἑνός ἠθοποιοῦ γιά παράδειγμα στόν χῶρο τοῦ κινηματογράφου, κι ἀκόμη περισσότερο νά μᾶς φέρνει στή θέση του, ὥστε νά βλέπουμε μέσα ἀπό τά μάτια του, ἔτσι καί ὁ προκείμενος στίχος: μᾶς φέρνει στό σημεῖο νά δοῦμε κι ἐμεῖς τόν κόσμο ὅπως τόν βλέπει ἕνας ἅγιος.
Καί τί μᾶς ἀποκαλύπτει ὁ ἅγιος ποιητής, φανερώνοντας καί ἐκείνου τό πνευματικό ὕψος καί τόν ἀσκητικό ἀγώνα; Ὅτι τό βλέμμα ἑνός ἁγίου, γι’ αὐτό καί εἶναι «ἅγιον βλέμμα», βλέπει ἀδιάκοπα τόν Σταυρό - ὁ Σταυρός ἀποτελεῖ τή διόπτρα μέσω τῆς ὁποίας θεᾶται τόν κόσμο ὁ ἅγιος σταυρικά. Κι ἐννοεῖται βεβαίως ὅτι δέν μιλᾶμε γιά μία «διόπτρα» ἐξωτερική, σάν τά γυαλιά πού φορᾶμε, ἀλλά γιά μία «διόπτρα» ἐσωτερική, πού θά πεῖ καρδιακή καί ψυχική. Μέ ἄλλα λόγια, ὁ ἅγιος βλέπει τόν κόσμο μέσα ἀπό τίς προϋποθέσεις τῆς καρδιᾶς του, κι ἐπειδή τόν Σταυρό ζεῖ καί πάνω σ’ αὐτόν «ἀναπαύεται», ἀντιστοίχως καί ἀναλόγως ἔχει καί τή θέαση τῶν πάντων μέσα στόν κόσμο τοῦτο. (Αὐτό πρέπει νά ποῦμε παρενθετικά συμβαίνει μέ ὅλους τούς ἀνθρώπους: βλέπουμε τόν κόσμο ἀνάλογα μέ τό περιεχόμενο τῆς καρδιᾶς μας, ὁπότε ὅ,τι κυριαρχεῖ μέσα μας αὐτό καί προβάλλουμε καί βλέπουμε καί πρός τά ἔξω μας, γι’ αὐτό καί τόσες θεάσεις τοῦ κόσμου, ὅσες καί οἱ ἄνθρωποι μέ τά δεδομένα τῶν παθῶν τους, ψεκτῶν ἤ ἐνθέων).
Τό τί σημαίνει τώρα νά ζεῖ κανείς τόν Σταυρό καί ἀντιστοίχως νά βλέπει σταυρικά τόν κόσμο μᾶς πηγαίνει καί στά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί στόν πνευματικό ἀγώνα πού καθορίζει ἡ ἴδια. Γιατί ἡ ἔνταξη τοῦ ἀνθρώπου στήν Ἐκκλησία – νά γίνει κανείς μέλος Χριστοῦ - σηματοδοτεῖται ἀπό τή συμμετοχή του καταρχάς στόν θάνατο καί στήν ἀνάσταση τοῦ Κυρίου διά τοῦ μυστηρίου τοῦ βαπτίσματος, ἡ πορεία τοῦ χριστιανοῦ πιά σηματοδοτεῖται στή συνέχεια ἀπό τήν ἐν μετανοίᾳ συμμετοχή του στό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας πού ἔχει σταυρικό (καί ἀναστάσιμο ἀσφαλῶς) κι αὐτό χαρακτήρα, ἀλλά καί ἡ ἴδια ἡ προϋπόθεση τῆς μετανοίας συνιστᾶ τόν σταυρικό πνευματικό ἀγώνα κατά τῶν ἐγωιστικῶν παθῶν πού θέτουν φράγμα στόν ἄνθρωπο νά δεχτεῖ καί νά νιώσει τή χάρη τοῦ Θεοῦ.
Τά παραπάνω μέ ἄμεσο τρόπο κατανοοῦνται εὐθύς ὡς σκεφτεῖ κανείς ὅτι ὁ χριστιανός ἀποτελεῖ «μίμημα Χριστοῦ», συνεπῶς ὅ,τι παρουσίαζε ὁ Χριστός ὡς ζωή Του (κι ὁ Σταυρός σφραγίζει τήν ὅλη πορεία Του ἀπαρχῆς μέχρι τέλους) τό ἴδιο καλεῖται νά παρουσιάζει καί κάθε χριστιανός στή δική του ζωή: νά εἶναι δηλαδή ἕνας Χριστός μέσα στόν κόσμο. Γι’ αὐτό καί ὁ Σταυρός δέν ἀποτελεῖ μία ἰδιαιτερότητα γιά τόν χριστιανό ἤ ἕνα ἔκτακτο γεγονός στόν δρόμο του, ἀλλά αὐτό πού χαρακτηρίζει καί συνοδεύει τή ζωή του, πού θά πεῖ ὅτι χριστιανός πού δέν εἶναι σταυρωμένος μαζί μέ τόν Χριστό δέν εἶναι χριστιανός. Τυχαῖα ἡ Ἐκκλησία μας, ἰδίως τήν περίοδο τῆς Σαρακοστῆς (πού ἀποτελεῖ τύπο ὅλης τῆς ζωῆς μας), μᾶς καλεῖ νά συσταυρωθοῦμε μέ τόν Κύριο, ὥστε νά ζοῦμε ἀληθινά μέ χάρη Θεοῦ, δηλαδή ἀναστημένα καί μεῖς σάν κι Αὐτόν;
  Ἐκεῖνος πού ἐξίσου μέ ἄμεσο καί δεδομένο τρόπο μᾶς ἀποκαλύπτει τήν πραγματικότητα αὐτή εἶναι καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ἰδίως μέ τή γνωστή φράση του «Χριστῷ συνεσταύρωμαι, ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός». Ζεῖ μέσα του ὁ Χριστός, λέει ὁ ἀπόστολος, ὁ Χριστός ἀποτελεῖ τήν ταυτότητά του, γιατί ὁ ἴδιος ὡς πιστός ζεῖ σταυρωμένα. Καί αὐτονόητα τό σταυρωμένα σημαίνει μέ θυσιαστική ἀγάπη, γιατί αὐτήν τήν ἀγάπη, τήν ἀπόλυτη καί χωρίς ὅρια γιά ὅλους, ἔζησε ὁ Κύριος. «Καθώς ἠγάπησα ὑμᾶς», εἶναι ἐκεῖνο στό ὁποῖο μᾶς προσανατολίζει, γι’ αὐτό καί Σταυρός σημαίνει ἀγάπη, τόν Σταυρό ζοῦν ὅλοι οἱ ἅγιοι ὡς ἀγάπη, τόν Σταυρό βλέπουν μέσα ἀπό τά μάτια τους, δηλαδή τό βλέμμα τους εἶναι βλέμμα ἀνιδιοτέλειας καί ἀγάπης. Ἄραγε, πόσο «ἅγιο» εἶναι καί τό δικό μας βλέμμα;   

Σάββατο 21 Μαρτίου 2020

ΒΡΙΣΚΟΤΑΝ ΟΛΟΣ…


 
(Σχέδιο καραντίνας: «Βροχή», της ζωγράφου Λήδας Ξυδιά)

Το στήθος ξέσκισε μ’ οργή και οι πληγές
 φανήκανε βαθιές της λαβωμένης του καρδιάς.
Μα κείνη η λαβωματιά που σάλευε το νου του
ήταν η τρομερή σιωπή του «άδειου» Ουρανού.
Κάθε του βόγγος ράγιζε μετέωρα αιώνων
και η ανάσα έσειε χιλιόχρονα πλατάνια
– ως κι ένας αετός σκιάχτηκε απ’ τον πόνο - 
μα διόλου δεν ξεκούνησε τον Πλάστη απ’ τον «ύπνο».
«Κύριε, πού ’σαι και αργείς; Γιατί δεν με ακούεις
- είδε τον χάρο να ’ρχεται «κορώνα» να φοράει.
Δεν έστερξε ο Κύριος απάντηση να δώσει·  
βρισκόταν Όλος στους γιατρούς, Όλος
στα εργαστήρια, Όλος στον πόνο ασθενών,
και στα «γιατί;» απίστων· κι Όλος σ’ εκείνους
π’ αγρυπνούν κι ευχές Τού απευθύνουν.
Κυρίως Όλος σε αυτούς που κλίνουνε το γόνυ
και διακρίνουν στον «ιό» μια νέα ευκαιρία.

 

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2020

Γ΄ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ


«Χαῖρε, στοργή πάντα πόθον νικῶσα»
(Χαῖρε, Σύ Παναγία, πού εἶσαι η σφοδρή αγάπη κι ὁ ἔρωτας που νικάει κάθε άλλον πόθο).
Οἱ τρίτοι χαιρετισμοί βρίσκουν τήν πατρίδα μας ἀλλά καί τήν παγκόσμια κοινότητα σέ μία πρωτόγνωρη κατάσταση: τήν πανδημία τοῦ κορονοϊοῦ, ἡ ὁποία μᾶς καθιστᾶ ἔγκλειστους καί μᾶς δίνει βεβαίως τήν εὐκαιρία, πέραν τῶν ἄλλων ἀρνητικῶν στοιχείων πού φέρνει, νά ἀναμετρηθοῦμε μέ τίς πνευματικές ἀντιστάσεις μας, νά ὑποστοῦμε ἕνα «crash test» τῆς συνύπαρξής μας στήν οἰκογένεια, νά σταθοῦμε ἐνώπιοι ἐνωπίῳ μέ τόν ἴδιο τόν ἑαυτό μας καί τήν ἐνδεχομένη «μοναξιά» μας. Εὐλογία ἤ κατάρα; Ὁ χρόνος θά δείξει. Σημασία πάντως ἔχει τό γεγονός ὅτι ἡ σχέση μας μέ τόν Θεό καί τούς ἁγίους μας δέν ὑφίσταται κανέναν ἀποκλεισμό - ὁ Θεός τήν καρδιά μας ἔτσι κι ἀλλιῶς ἐπιζητεῖ καί ἐκεῖ εἶναι στραμμένο ἀδιάκοπα τό παντοδύναμο πλῆρες ἀγάπης βλέμμα Του. «Ἄνθρωπος εἰς πρόσωπον, Θεός εἰς καρδίαν βλέπει». Κι ἴσως εἶναι εὐκαιρία νά νιώσουμε ἐξ ἀνάγκης καί ὄχι κατ’ ἐπιλογήν τόν ἐγκλεισμό πολλῶν ἁγίων μας, οἱ ὁποῖοι στό «ταμεῖον» τοῦ στενοῦ χώρου πού ζοῦσαν ἀλλά καί τῆς καρδιᾶς τους μποροῦσαν νά βιώνουν πανίερες στιγμές θεοκοινωνίας. Μήπως καί ὁ Κύριος γιά τόν λόγο αὐτόν ἐπέτρεψε τήν πανδημία αὐτή;
Οἱ χαιρετισμοί τῆς Παναγίας μας, καί ἐν προκειμένῳ ὁ συγκεκριμένος πού ἐπιλέξαμε, συνιστοῦν ἀπό τήν πλευρά τους τήν ἀπάντηση καί στή δύσκολη περίοδο πού διερχόμαστε. Πῶς;
1. Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, γιά τόν ποιητή (συνεπῶς καί γιά ὅλους τούς πιστούς, στόμα τῶν ὁποίων εἶναι ἐκεῖνος), δέν εἶναι ἁπλῶς μία ὑπέρ τούς ἄλλους ἁγίους ἁγία, ἡ ὁποία κάθεται ἐπί τοῦ θρόνου της καί ρίχνει ἀφ’ ὑψηλοῦ τό βλέμμα της στήν ἀνθρωπότητα καί δή στούς πιστούς. Μία τέτοια θέασή της μπορεῖ νά φαίνεται ὅτι περιέχει στοιχεῖα ἀληθείας, μά ἀπέχει πόρρω τῆς πραγματικότητάς της. Διότι ἡ Παναγία μας, ἄν ἔχει τέτοια σπουδαία θέση, τή σπουδαιότερη ἀνθρώπινα, μέσα στήν Ἐκκλησία, εἶναι διότι φανερώνει τή ζωή καί τό ἦθος τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ της. Τό μεγαλεῖο της ἦταν ὅτι ἐλεύθερα ὑποτάχθηκε στό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί ἔγινε ἡ πιό κρυστάλλινη καί διαυγής δίοδος, κυριολεκτικά ἡ «μόνη πύλη», προκειμένου νά περάσει δι’ αὐτῆς ὄχι κάτι ἀπό τόν Θεό, ἀλλά ὁ ἴδιος ὁ Θεός ὡς ἄνθρωπος μέσα στόν κόσμο. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ὅπως ὁ Θεός μας «ἔκλινεν οὐρανούς καί κατέβη», διότι μᾶς ἀγάπησε μέ τή μεγαλύτερη ἀγάπη καί τόν μεγαλύτερο ἔρωτα (:«οὕτω γάρ ἠγάπησεν ὁ Θεός τόν κόσμον ὥστε τόν Υἱόν αὐτοῦ τόν μονογενῆ ἔδωκεν», καί: «ὄντων ἡμῶν ἁμαρτωλῶν Χριστός ὑπέρ ἡμῶν ἀπέθανεν»), ἔτσι καί ἡ Παναγία μας, συντονισμένη μέ τή σφοδρή ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἄνθρωπο, κινεῖται στόν ἴδιο  μέ Ἐκεῖνον ρυθμό: στέκεται θυσιαστικά, πλήρης ἀγάπης καί ἔρωτος, ἀπέναντι στόν κάθε ἄνθρωπο, ἰδίως δέ τόν πιστό πού ἀφήνει χῶρο στήν ψυχή καί τήν καρδιά του γιά νά βρεῖ «τόπον καταπαύσεως» ἡ ἀπόλυτη καί μοναδική αὐτή ἀγάπη. Τά ἄπειρα καταγεγραμμένα ἤ μή θαύματα τῆς Παναγίας μας ἀνά τούς αἰῶνες πιστοποιοῦν τήν πραγματικότητα αὐτή.
2. Μπροστά λοιπόν σ’ αὐτήν τή στάση της πού φανερώνει τή στάση τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ μας, (νά εἶναι δηλαδή ἡ Μάνα πού τό μόνο πού ἐπιζητεῖ γιά τά παιδιά της εἶναι νά τά ἔχει στή θερμή ἀγκαλιά της), ὁ πιστός διά στόματος τοῦ ἁγίου ὑμνογράφου κινεῖται ἐξίσου θερμά καί μέ σφοδρή ἀγάπη: κινεῖται σάν τό παιδί πού πέφτει στήν ἀνοικτή ἀγκάλη τῆς Μάνας του καί τήν καταφιλεῖ δεχόμενη τούς δικούς της ἀσπασμούς καί τά δικά της φιλιά. Πόσο θυμᾶται κανείς ἐδῶ τούς ἁγίους μας, ὄχι μόνο τούς παλαιοτέρους, μά καί τούς νεωτέρους μας, σάν γιά παράδειγμα τόν ἅγιο Νεκτάριο ἤ σάν τόν ἅγιο Γέροντα Παΐσιο! Ὁ ἅγιος Νεκτάριος μπρός στήν Παναγία τή Συλημβριανή πού εἶχε στό κελλί του, τῆς μιλοῦσε τόσο θερμά καί τήν προσκυνοῦσε καί φιλοῦσε τήν εἰκόνα της τόσο πολύ, πού δημιούργησε βαθούλωμα ὁ ἔνδακρυς ἀσπασμός του. Κι ὁ ἅγιος Παΐσιος, κατά τήν ὁμολογία τοῦ Ἴδιου, πάντοτε ἀναφερόταν στήν Παναγία – «τήν κρατάω διαρκῶς ἀπό τό φουστάνι» συνήθιζε νά λέει – κι ὑπῆρχαν φορές, πάμπολλες πρέπει νά ὑποθέσουμε, πού ἀγκάλιαζε τήν ἁγία εἰκόνα της καί τήν καταφιλοῦσε «γιά νά βυζάξει λίγο τή χάρη της».
3. Ἔτσι ἡ Παναγία μας, κατά τόν ὑμνογράφο, εἶναι κατ’ ἀντανάκλαση τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ της, τό ἐρώμενο ἀπό τούς πιστούς πρόσωπο, γιατί εἶναι ἡ κατεξοχήν ἐρῶσα τούς ἀνθρώπους. Ἀγαπάει μέ ἄλλα λόγια κι ἐπειδή ἀγαπάει ἀγαπιέται. Γιατί πῶς θά μπορούσαμε ἐμεῖς οἱ ἀδύνατοι καί πεσμένοι στήν ἁμαρτία ἄνθρωποι νά ἀγαπήσουμε τόν Θεό καί ὅ,τι εἶναι τοῦ Θεοῦ, πρωτίστως τήν Παναγία Μητέρα τοῦ Κυρίου, ἄν δέν μᾶς ἔδινε ὁ Ἴδιος χέρι βοηθείας; Ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι μποροῦμε νά ἀγαπᾶμε τόν Θεό, γιατί Ἐκεῖνος πρῶτος ἀγάπησε ἐμᾶς. Ἐκεῖνος εἶχε καί ἔχει πάντοτε τήν πρωτοβουλία, Ἐκεῖνος στήνει τή σκάλα καί κατέρχεται, προκειμένου νά ἀνέβουμε κι ἐμεῖς. Ὅπως τό διατυπώνει καί ὁ μέγας Ἰωάννης ὁ Θεολόγος: «Ἡμεῖς ἀγαπῶμεν ὅτι Αὐτός πρῶτος ἠγάπησεν ἡμᾶς». Τό τραγικό γιά ἐμᾶς εἶναι ὅτι ἐνῶ ὁ Θεός μᾶς ἀγαπάει χωρίς ἐκπτώσεις καί χωρίς διακοπές, (εἶναι «ὁ μόνος πιστός»), ἐμεῖς συνεχῶς ἀπιστοῦμε καί ταλαντευόμαστε, ἐμεῖς πότε λίγο καταλαβαίνουμε καί θέλουμε νά ἀνταποκριθοῦμε καί πότε κλεινόμαστε στόν ἑαυτό μας καί στά πάθη μας, ἀφήνοντας ἔξω ἀπό ἐμᾶς τήν ἀγάπη Του αὐτή, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ καί τή λύση καί τή διέξοδο σέ ὅλα τά προβλήματά μας - ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι κυριολεκτικά ὁ Παράδεισός μας.  
4. Καί τί μᾶς λέει περαιτέρω καί ἐντελῶς παρηγορητικά ὁ ἅγιος ποιητής, κατά τόν χαιρετισμό; Ὅτι μόλις ἀρχίζουμε μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ νά νιώθουμε λίγο τή θερμή ἀγάπη τῆς Παναγίας ἀπέναντί μας, συνεπῶς τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μας, τότε ἀρχίζουμε νά ἀπεμπλεκόμαστε καί ἀπό ὅ,τι ἐμπαθές μᾶς δένει μέ τόν κόσμο τοῦτο. Νά «ξεκολλᾶμε» δηλαδή καί ἀπό τόν πόθο τῶν σαρκικῶν μας ἐπιθυμιῶν καί ἀπό τόν πόθο γιά ν’ ἀποκτοῦμε διαρκῶς καί περισσότερα ὑλικά ἀγαθά καί ἀπό τόν πόθο γιά νά φαινόμαστε καί νά ἐπιζητοῦμε τόν ἀνθρώπινο ἔπαινο σέ ὅλα τά ἔργα μας. Μέ ἄλλα λόγια μόνο μία σφοδρή καθαρή ἀγάπη, σάν αὐτήν πρός τή Μάνα μας Παναγία, μπορεῖ νά μᾶς γλιτώσει ἀπό τίς ἐμπαθεῖς ἀγάπες καί προσκολλήσεις μας. Κι αὐτό γιατί; Διότι οἱ ἐμπαθεῖς ἀγάπες καί οἱ ὅποιοι ἁμαρτωλοί πόθοι μας ὁδηγοῦν πάντοτε μέ μαθηματική ἀκρίβεια σέ μία ἀπ’ αὐτήν τή ζωή κόλαση, μέ τά στοιχεῖα τῆς θλίψης καί τῆς μελαγχολίας καί τοῦ ἄγχους καί τῆς ἀνοησίας τῆς ζωῆς πού περικλείει. Εἶναι ἡ τραγική ὁμολογία πού κάνουμε ὅλοι μας, ὅταν φτάσουμε στό σημεῖο τόν πρῶτο λόγο στή ζωή μας νά τόν ἔχει ἡ ἁμαρτία καί ὄχι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, νά τόν ἔχει δηλαδή ἡ κλίση τῆς καρδιᾶς μας σέ ὅ,τι δέν εἶναι Θεός καί Χριστός. Ἐν ἀντιθέσει πρός τήν ἄλλη περίπτωση: πόσο καλά αἰσθανόμαστε, πόση χάρη Θεοῦ καί «Παράδεισο» ζοῦμε, ὅταν ἡ κλίση τῆς καρδιᾶς μας εἶναι πρός τόν Χριστό καί πρός τούς ἁγίους μας, κυρίως δέ πρός τήν Παναγία μας!
Αὐτόν τόν Παράδεισο τόν ἤδη βιούμενο ἀπό τή ζωή αὐτή μᾶς προβάλλει ὁ χαιρετισμός. Γιατί μᾶς ὑπενθυμίζει τόν Παράδεισο τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης πού τόν ψαύουμε ἀνάγλυφα στό πρόσωπο τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Κι αὐτό συνιστᾶ, ὅπως εἴπαμε, καί τή λύση καί τή θεραπεία καί στό πρόβλημα πού ζοῦμε μέ τήν πανδημία τῶν ἡμερῶν μας. Ναί, τό πρόβλημα εἶναι ὑπαρκτό, δυσκολευόμαστε ἀπό τίς συνέπειές του, μά πέρα ἀπό αὐτό, διότι μπορεῖ νά τό προσδιορίσει καί νά τό ἀντιμετωπίσει, εἶναι ἡ ἀγάπη τῆς Μάνας μας καί ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ Πατέρα μας, φίλου μας, ρίζας μας, νυμφίου τῆς ψυχῆς μας. Ἡ στοργή τους αὐτή ὄντως νικάει κάθε τι ἄλλο μέσα στόν κόσμο.

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2020

ΔΡΑΣΚΕΛΙΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΩΣ... (71)



(Συγγενεύουμε καθόλου με τον Χριστό;)
«Για να 'χουμε τη χάρη του Θεού – έλεγε ο όσιος Γέροντας Παΐσιος – πρέπει να συγγενέψουμε λίγο με τον Χριστό». Που θα πει: τα γνωρίσματα του Χριστού πρέπει να αγωνιζόμαστε (με τη χάρη πια του αγίου βαπτίσματος με την οποία γίναμε μέλη Του) να γίνουν γνωρίσματα και δικά μας. Ποιο το κύριο γνώρισμα του Κυρίου; Ασφαλώς η απόλυτη υπακοή στο θέλημα του Θεού Πατέρα Του, όπως μας το λέει ιδιαιτέρως ο απόστολος Παύλος (Φιλ. 2, 7-10): Ο Χριστός, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, «ἑαυτόν ἐκένωσε μορφήν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος, καί σχήματι εὑρεθείς ὡς ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτόν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ σταυροῦ» (τα απαρνήθηκε όλα, πήρε μορφή δούλου κι έγινε άνθρωπος· και όντας πραγματικός άνθρωπος ταπεινώθηκε θεληματικά υπακούοντας μέχρι θανάτου, και μάλιστα θανάτου σταυρικού). Η υπακοή του Χριστού στον Θεό Πατέρα φανέρωνε την απόλυτη ταπείνωσή Του, γι’ αυτό και όπου δεν υπάρχει σε άνθρωπο και μάλιστα χριστιανό ταπείνωση, εκεί δεν υπάρχει Χριστός και Θεός και το μόνο που υπάρχει σε περίσσια είναι η δαιμονική υπερηφάνεια.
Έκτοτε το κύριο γνώρισμα του κάθε αγίου ήταν και είναι η δηλωτική της υπακοής ταπείνωση, η οποία συνιστά και το μοναδικό βάθρο πάνω στο οποίο μπορεί να αναπτυχθεί και η «καθ’ ὑπερβολήν ὁδός» της αγάπης – ό,τι φανερώνει και την εγκατοίκηση πια του Τριαδικού Θεού στον άνθρωπο. Κατεξοχήν την ταπεινή υπακοή και αγάπη βλέπουμε στην ανώτερη από όλα τα κτιστά όντα, την Παναγία Μητέρα του Κυρίου. Η Παναγία πράγματι συνιστά το ανθρώπινο όριο, πάνω στο οποίο μετριέται η όποια εν ελευθερία υπακοή στο θέλημα του Θεού. Το «ἰδού ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά τό ρῆμά Σου» αποτελεί το αδιάκοπο όραμα κάθε πιστού προκειμένου να βαδίσει τον δρόμο της αγιότητας. Γι’ αυτό και δεν είναι τυχαίο ότι την υπακοή της Παναγίας πρόβαλλαν και προβάλλουν πολλοί άγιοι για να διαπιστώνουν αν όντως κάτι είναι εκ Θεού ή όχι. Θυμόμαστε αίφνης τον άγιο Σιλουανό του Άθω, όπως μας περιγράφει ένα περιστατικό της ζωής του ο μεγάλος Γέροντας (άγιος κι αυτός πια) μαθητής του Σωφρόνιος του Έσσεξ, ο οποίος συνάντησε κάποια στιγμή στο μοναστήρι του στο Άγιον Όρος, την Ιερά Μονή Παντελεήμονος, έναν συνασκητή του. Ο ασκητής αυτός με ένα είδος καύχησης, όπως διέκρινε ο όσιος, του ανέφερε ότι του εμφανίστηκε η ίδια η Παναγία. Κι ο άγιος Σιλουανός με πλήρη επίγνωση αρνήθηκε να αποδεχθεί το «όραμα» του καλογέρου, με το συντριπτικό επιχείρημα: «Είναι αδύνατο να εμφανίστηκε σε σένα η Παναγία μας. Γιατί Εκείνη ήταν τέκνο υπακοής, ενώ εσύ δουλεύεις πάνω στο δικό σου θέλημα». Για τον όσιο δηλαδή κριτήριο της ορθής πνευματικής πορείας και ιδίως ενός «οράματος» ήταν ακριβώς η αγία υπακοή και ταπείνωση. Πορεύεται επομένως κάποιος με βάση τις δικές του επιλογές, κάνοντας πέρα την υπακοή; Δεν είναι του Χριστού άνθρωπος, έστω κι αν διατείνεται χίλιες φορές ότι ανήκει και πάσχει για Εκείνον.
Την αλήθεια αυτή από την οποία κρίνεται το πνευματικό και αιώνιο συμφέρον μας πρέπει να έχουμε πάντοτε κατά νου. Ιδίως τις κρίσιμες αυτές ώρες που διερχόμαστε, κατά τις οποίες δοκιμάζεται η παγκόσμια κοινότητα, αλλά δοκιμάζεται και η δική μας ποιότητα πίστεως, πρέπει να λειτουργούμε όχι αυτονομημένα, όχι με το σκεπτικό του «έτσι μ’ αρέσει» ή «έτσι κατανοώ εγώ την πίστη» ή «έτσι εγώ ερμηνεύω τους αγίους» ή ακόμη χειρότερα «οι ιεράρχες και οι παπάδες είναι “χλιαροί και ξεπουλημένοι” πλην ολίγων που συμφωνούν με εμένα»· αλλά (να πορευόμαστε) όπως μας προτρέπει συντεταγμένα η Εκκλησία μας διά στόματος της Ιεράς Συνόδου. Εκεί, στην υπακοή αυτή, έστω κι αν διαφωνούμε (γιατί άραγε; Γιατί είμαστε «καλύτεροι και ανώτεροι;») κρίνεται η γνήσια ή όχι εκκλησιαστικότητά μας, που θα πει η χριστιανικότητά μας.  Μάλλον στην ώρα της κρίσεως - κι είναι ευλογία τούτο - ανοίγονται τα μάτια μας για να δούμε κατάματα τον αληθινό εαυτό μας: τον χαρισματικό ταπεινό εαυτό μας ή τον υπερήφανο εγωιστικό εαυτό μας.

Τρίτη 17 Μαρτίου 2020

ΔΡΑΣΚΕΛΙΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΩΣ... (70)


(Ολίγα τινά περί  των κλειστών λόγω κορονοϊού για ιερές ακολουθίες ναών...)
Ενόψει των εξελίξεων ως προς τα (σκληρά αλλά απαραίτητα θεωρούμενα) προληπτικά μέτρα κατά του κορονοϊού στο θέμα της φυσικής παρουσίας μας στους Ναούς είτε από πλευράς της Συνόδου της Εκκλησίας μας είτε από πλευράς της Κυβερνήσεως,  ίσως είναι καλό να προβληματιστούμε και στα παρακάτω:
- Μήπως η «στένωση» (απόλυτη ή μερική δεν έχει σημασία) για την τέλεση της θείας Λειτουργίας μάς κάνει να σκεφτούμε τους εν Χριστώ αδελφούς μας πολλών επαρχιακών περιοχών που συχνότατα δεν έχουν ιερέα για να λειτουργηθεί ο ναός τους και μένουν αλειτούργητοι και ακοινώνητοι για μεγάλο διάστημα; Κρίνεται η «ελιτίστικη» και ολίγον εγωιστική, δηλαδή μη χριστιανική, στάση μας. Τους θυμόμαστε καθόλου;
- Μήπως πρέπει να θυμηθούμε ότι το «πρόβλημα» με τη θεία κοινωνία δεν είναι αν «κολλάει» ο (όποιος) ιός μέσω αυτής – κατά τη μακρά ιστορουμένη παράδοση και την πίστη μας δεν υφίσταται κάτι τέτοιο – αλλά ότι μπορεί να αρρωστήσει (ή και να πάθει και χειρότερα!) κάποιος λαμβάνοντάς την, γιατί μετέχει των αχράντων μυστηρίων χωρίς την απαιτουμένη μετάνοια; Ο απόστολος Παύλος στους Κορινθίους (Α΄ Κορ. 11, 29-30) επισημαίνει ότι «όποιος τρώει τον άρτο και πίνει τον οίνο με τρόπο ανάξιο, χωρίς να αναγνωρίζει σ’ αυτά το σώμα του Κυρίου, αυτό που τρώει κι αυτό που πίνει φέρνουν πάνω του καταδίκη. Έτσι εξηγείται γιατί έχετε ανάμεσά σας πολλούς ελαφρά και βαριά αρρώστους, καθώς και αρκετούς θανάτους». Λοιπόν, θέλει προσοχή μεγάλη η συμμετοχή στη θεία κοινωνία, να προσέρχεται δηλαδή κανείς με βαθιά μετάνοια και με μεγάλο πόθο, προκειμένου να μη γίνεται η θεία μετάληψη για τον προσερχόμενο «εἰς κρῖμα ἤ εἰς κατάκριμα».
- Μήπως θα πρέπει να στοχαστούμε, σ’ αυτές τις δύσκολες συνθήκες, περισσότερο και βαθύτερα πάνω στην πραγματικότητα ότι είμαστε όλοι οι βαπτισμένοι και χρισμένοι πιστοί μέλη του σώματος του Χριστού, που θα πει ότι σε τέτοιες κρίσιμες περιόδους όπου υφιστάμεθα έναν πόλεμο («παγκόσμιο πόλεμο» δεν χαρακτηρίζουν όλοι οι υπεύθυνοι των κρατών αυτό που περνάμε;) εκείνοι που μπορούν να τελέσουν τα μυστήρια, (όπως οι μοναχοί στα μοναστήρια για παράδειγμα), αναπληρώνουν το υστέρημα και το έλλειμμα το δικό μας; Κι αυτό σημαίνει ότι τελικώς μπορεί να μη μετέχουμε αισθητά στη θεία Λειτουργία για ένα διάστημα οι εν τω κόσμω χριστιανοί, όμως στο πρόσωπο των αδελφών μοναχών (ή και όποιων σε παρεκκλήσια ολιγομελώς μπορούν να τελέσουν τα μυστήρια) κατά τρόπο μυστικό και εν χάριτι μετέχουμε κι εμείς. (Και πηγαίνει το μυαλό μας εν προκειμένω και στον μεγάλο όσιο της εποχής μας Παΐσιο τον αγιορείτη, ο οποίος ευρισκόμενος στο Σινά το διάστημα 1962-1964 έκανε υπακοή στο τυπικό της Μονής της Αγίας Αικατερίνης, σύμφωνα με το οποίο (τότε) δεν επιτρεπόταν η συχνή θεία κοινωνία. Και τι έλεγε ο μέγας πατήρ; «Όταν ερχόταν η ώρα της θείας κοινωνίας και δεν μου επιτρεπόταν να προσέλθω, ο Κύριος μού  έδινε διπλή χάρη από ό,τι αν κοινωνούσα, γιατί έβλεπε τον πόθο μου και κυρίως την υπακοή την οποία έκανα»).
- Μήπως τέλος πρέπει διαρκώς να μνημονεύουμε τους αγίους Πατέρες μας, οι οποίοι μιλώντας για τη θεία κοινωνία αναφέρονται πάντοτε και στην πνευματική, πέραν από τη μυστηριακή, διάστασή της; Δηλαδή ότι θεία κοινωνία είναι βεβαίως πρωτίστως αυτό που τελεί η Εκκλησία μας, γιατί αυτό συνιστά τον πυρήνα και την ουσία της ύπαρξής της κατά την εντολή του ίδιου του αρχηγού και ιδρυτού της, όμως θεία κοινωνία είναι και η καθημερινή και κάθε στιγμής κατάσταση του πιστού χριστιανού, όταν βρίσκεται στην πορεία εφαρμογής των αγίων εντολών του Χριστού. Ο ίδιος ο Κύριος υποσχέθηκε (και το βιώνουν εμπειρικά όλοι οι άγιοι και οι ενσυνείδητοι πιστοί) ότι όταν τηρεί κανείς τις εντολές Του, δηλαδή κυρίως τις εντολές της πίστης σ’ Αυτόν και της αγάπης προς τον συνάνθρωπο, φανερώνει την αγάπη του σ’ Εκείνον, γεγονός που τον οδηγεί στο σημείο συντονισμού του με τον ίδιο τον Τριαδικό Θεό. «Ἐάν τις ἀγαπᾷ με τόν λόγον μου τηρήσει, καί ὁ Πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν καί πρός αὐτόν ἐλευσόμεθα καί μονήν παρ’ αὐτῷ ποιήσομεν».
Αλλά ας αφήσουμε τον μεγάλο νεώτερο Πατέρα και Διδάσκαλο της Εκκλησίας όσιο Νικόδημο τον αγιορείτη να μας καθοδηγήσει επ’ αυτού από το γνωστό έργο του «Ἀόρατος πόλεμος). «Ἂν καὶ μυστηριακὰ δὲν μποροῦμε νὰ δεχθοῦμε τὸν Κύριό μας περισσότερο ἀπὸ μία φορὰ τὴν ἡμέρα, ὅμως πνευματικὰ καὶ νοερὰ μποροῦμε νὰ τὸν δεχώμαστε κάθε ὥρα καὶ κάθε στιγὴ διὰ μέσου της ἐργασίας ὅλων τῶν ἀρετῶν καὶ τῶν ἐντολῶν καὶ ἰδιαιτέρως μὲ τὴν θεία προσευχὴ καὶ μάλιστα τὴν νοερά. Ἐπειδὴ καὶ ὁ Κύριος βρίσκεται κρυμμένος μέσα στὶς ἁγίες του ἐντολές, καὶ ὅποιος κάνει μία ἀρετὴ ἢ ἐντολή, δέχεται ἀμέσως μέσα στὴν ψυχή του καὶ τὸν Κύριο ποὺ εἶναι κρυμμένος μέσα σ᾿ αὐτές, ὁ ὁποῖος ὑποσχέθηκε ὅτι θὰ κατοικήσῃ μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα του μέσα σ᾿ ἐκεῖνον ποὺ θὰ φυλάξη τὶς ἐντολές του λέγοντας: «Ἐὰν κάποιος μὲ ἀγαπᾷ θὰ τηρήσῃ καὶ τὸν λόγο μου, καὶ ὁ Πατέρας μου θὰ τὸν ἀγαπήσῃ καὶ θὰ ἔλθουμε πρὸς αὐτὸν καὶ θὰ κατοικήσουμε σὲ αὐτόν» (Ἰω. 14,23). Ἡ κοινωνία αὐτὴ καὶ ἡ ἕνωσις δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς ἀφαιρεθῇ ἀπὸ κανένα κτίσμα παρὰ μόνον ἀπὸ τὴν ἀδιαφορία μας ἢ ἀπὸ κάποιο ἄλλο σφάλμα μας. Καὶ μερικὲς φορὲς αὐτὴ ἡ Κοινωνία εἶναι τόσο καρποφόρα καὶ τόσο εὐάρεστη στὸν Θεό, ὅσο ἴσως δὲν εἶναι πολλὲς ἄλλες μυστηριώδεις κοινωνίες ἀπὸ τὴν ἔλλειψι ἐκείνων ποὺ τὶς δέχονται. Λοιπόν, ὅσες φορὲς ἔχεις τὴν διάθεσι καὶ ἑτοιμασθῇς γιὰ μία παρόμοια κοινωνία, θὰ βρῇς πρόθυμο καὶ ἕτοιμο τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, μόνος του νὰ σὲ τρέφῃ πνευματικὰ μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια».

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2020

ΔΡΑΣΚΕΛΙΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΩΣ.. (69)


Όλες οι αντιπαλότητες που έχει φέρει η πανδημία του κορονοϊού ανάμεσα στους ανθρώπους, γνωστούς ή αγνώστους, φίλους ή εχθρούς, θρησκευόμενους ή όχι, μας οδηγεί στο να θυμόμαστε πολύ έντονα την επισήμανση του οσίου Παϊσίου του αγιορείτου:  ο καθένας τοποθετείται ανάλογα με το περιεχόμενο της καρδιάς του. Ανάλογα με το «έχει» του πυροβολεί ή αγκαλιάζει. Όπως συνήθως το έλεγε: «να γίνεις εργοστάσιο καλών λογισμών». Για να διευκρινίσει· και χρυσάφι να σου δώσουν, αν μέσα σου είσαι κακότροπος, χρυσές σφαίρες θα ρίχνεις κατά των άλλων· αν είσαι καλοπροαίρετος και καλλιεργείς καλούς λογισμούς, και το σίδερο και το όποιο «κακό» υλικό θα το βλέπεις με καλό μάτι και θα το κάνεις βάλσαμο για τις ψυχές των ανθρώπων.
 Την ίδια αλήθεια την έλεγε χρησιμοποιώντας και το παράδειγμα της μύγας και της μέλισσας: «Η μύγα και σε τόπο που έχει παντού λουλούδια, τελικά θα βρει την ακαθαρσία να σταθεί· η μέλισσα και σε τόπο που είναι γεμάτος από ακαθαρσίες, αλλά έχει και κάποιο λουλούδι, στο λουλούδι θα σταθεί».
Δεν το βλέπουμε στις ημέρες μας εντονότατα με το θέμα του κορονοϊού; Ό,τι και να πει κάποιος, ό,τι πρόταση κι αν κάνει, ακόμη και την πιο καλή και δίκαιη, θα υπάρξουν αμέσως οι «μύγες»: θα ψέξουν και θα κατηγορήσουν. Πόσο ευχόμαστε να πληθυνθούν οι μέλισσες!

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2020

Β΄ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ


«Χαῖρε δι’ ἧς ἐνεδύθημεν δόξαν»
(Χαῖρε, Παναγία, διά τῆς ὁποίας ντυθήκαμε τή δόξα τοῦ Θεοῦ).
δεύτερη στάση τῶν Χαιρετισμῶν ἀναφέρεται, ὡς γνωστόν, στή Γέννηση τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ. Ἀπό τό γεγονός αὐτό ἀρύεται κυρίως ὁ ποιητής τήν ἔμπνευσή του γιά νά φωτίσει κατά τρόπο δοξολογικό τό πάνσεμνο πρόσωπο τῆς Παναγίας καί δι’ αὐτῆς νά μᾶς καθοδηγήσει στήν ἐμβάθυνση τοῦ σωτηριώδους ἔργου τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ της. Ὁ ὑπόψιν χαιρετισμός προβάλλει μέ ἄμεσο τρόπο τό τί ἔφερε γιά τούς πιστούς ἀνθρώπους ὁ ἐρχομός τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ μας: διά τῆς Παναγίας ντυθήκαμε τή δόξα τοῦ Θεοῦ.
1. Παναγία ἐκ Πνεύματος ἁγίου καί μέ τή δική της ὑπακοή στό θέλημα τοῦ Θεοῦ («ἰδού ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά τό ρῆμά Σου») σαρκώνει μέσα της καί γεννᾶ στή συνέχεια τόν Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ, τό δεύτερο πρόσωπο τῆς ἁγίας Τριάδος ὡς ἄνθρωπο. Πρόκειται γιά τό μέγα μυστήριο τῆς πίστεώς μας πού ἀποτελεῖ καί τό βάθρο στό ὁποῖο στηρίζεται πιά ἡ Ἐκκλησία, ὅπως τό ἐξαγγέλλει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «ὁμολογουμένως μέγα ἐστί τό τῆς εὐσεβείας μυστήριον: Θεός ἐφανερώθη ἐν σαρκί». Κι αὐτός ὁ ἐρχομός Του στόν κόσμο ἀποκαλύπτει μέ τόν πιό παράδοξο τρόπο τή δόξα τοῦ Θεοῦ. Γιατί ὁ Χριστός εἶναι ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἐπίσης μᾶς τό λέει ὁ ἴδιος ἀπόστολος: «Ὁ Θεός… ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πρός φωτισμόν τῆς γνώσεως τῆς δόξης Αὐτοῦ ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Β΄ Κορ. 6, 6) (Ὁ Θεός ἔλαμψε μέσα στίς καρδιές μας καί μᾶς φώτισε νά γνωρίσουμε τή δόξα Του στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ) – κοιτᾶμε τόν Χριστό καί βλέπουμε δοξαστικά τόν Θεό Πατέρα, ὅπως καί γιά νά δοῦμε τόν Χριστό ὅπως πράγματι εἶναι: Θεός καί ἄνθρωπος, χρειάζεται νά μᾶς φωτίσει ὁ Πατέρας Θεός.  
2. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύπτεται καί κατανοεῖται ὄχι μέ τόν τρόπο τοῦ πεσμένου στήν ἁμαρτία ἀνθρώπου, δηλαδή μέ τόν ἠχηρό τρόπο πού συνήθως αὐτός κινεῖται: κενόδοξα καί ἀλαζονικά λόγω τῆς κενότητας καί τοῦ ἀνούσιου τῆς ζωῆς του, ἀλλά μέ τόν τρόπο πού εἴδαμε νά ἔρχεται καί νά δρᾶ ὁ Χριστός: ἀπείρως ταπεινά καί σεμνά, καλύπτοντας καί τά πιό κραυγαλέα καί θαυμαστά σημεῖα Του μέ τόν μανδύα τῆς σιωπῆς καί τῆς διακριτικῆς φυγῆς Του. Κι ἀκόμη περισσότερο: ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ φανερώνεται ἀδιάκοπα μέσα στούς πολυποίκιλους πειρασμούς τῆς ἐπί γῆς πορείας τοῦ Χριστοῦ, προερχομένους εἴτε ἀπό τόν Πονηρό διάβολο εἴτε ἀπό τά πειθήνια ὄργανά του, μέ ἀποκορύφωση τή Σταυρική Του θυσία - στόν Σταυρό ἐπάνω ὁ Κύριος φτάνει στό ἀπώγειο πράγματι τῆς δόξας Του (ὡς Βασιλεύς τῆς δόξης): ἐκεῖ συντρίβει καί καταργεῖ τήν ἁμαρτία καί τόν διάβολο, γιά νά ἔρθει ἔπειτα ἡ ὥρα τῆς Ἀνάστασης καί τῆς ἐν δόξῃ Ἀνάληψής Του. Ἔτσι στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἀνατρέπονται ὅλα τά δεδομένα καί οἱ σταθερές τῆς πρό Χριστοῦ ἀνθρωπότητας: τό κοσμικό καί ἁμαρτωλό ὑπερήφανο φρόνημα μέ ὅλες τίς ἐμπαθεῖς συνέπειές του, καί  κηρύσσεται ἡ ἀληθινή δόξα τοῦ Θεοῦ πού ἔχει ὡς γνωρίσματα τή θυσιαστική ἀγάπη καί τήν ὑπέρλογη ταπείνωση.
3. Ὅ,τι ὅμως ἔφερε ὁ Κύριος ὡς ζωή καί παρουσία Του αὐτό ἀναφέρεται καί ἀντανακλᾶ καί στούς πιστούς ὅλων τῶν αἰώνων, τά μέλη τοῦ ἁγίου Σώματός Του, τῆς Ἐκκλησίας. Γιατί; Διότι ἡ Παναγία μας γέννησε Αὐτόν πού μέσα στήν ἀνθρώπινη φύση Του περιέκλεισε ὅλους τούς ἀνθρώπους. Ὁ Χριστός δέν εἶχε ξεχωριστή ἀνθρώπινη ὑπόσταση-προσωπικότητα· προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση (σῶμα καί ψυχή), τήν ὁποία ἕνωσε μέ τή θεϊκή Του φύση στή μία θεϊκή (ὑπόσταση)-προσωπικότητά Του («διπλοῦς τήν φύσιν ἀλλ’ οὐ τήν ὑπόστασιν»). Κι αυτό σημαίνει πώς κάθε ἄνθρωπος πού ἔρχεται στόν κόσμο, δυνάμει ὅσο εἶναι ἀβάπτιστος, ἐνεργείᾳ ἄν πιστέψει καί βαπτιστεῖ, ντύνεται τόν Χριστό. Ὁ Χριστός δηλαδή δέν ἀποτελεῖ γιά τόν πιστό Ἐκεῖνον πού ἁπλῶς βρίσκεται δίπλα του ἤ στό πλάϊ του καί κοντά του· βρίσκεται Ὅλος μέσα στήν ψυχοσωματική ὕπαρξή του, ὅπως κι ὁ πιστός βρίσκεται μέσα σ’ Ἐκεῖνον. «Ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε», μᾶς λέει ὁ ἀπόστολος, γιά νά μᾶς τονίσει ὅτι ὁ πιστός τελικῶς εἶναι ἕνας ἄλλος Χριστός μέσα στόν κόσμο, ἕνα «μίμημα Ἐκείνου», ὄχι ὅμως μέ κάποιο ἐξωτερικό τρόπο, ἀλλά μ’ ἕναν τρόπο πού φανερώνει τή μυστική δική Του παρουσία στόν ἄνθρωπο ἐν Πνεύματι ἁγίῳ. «Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός».  Ἡ ἀλήθεια αὐτή δέν συνιστᾶ καί τήν προϋπόθεση προκειμένου νά κοινωνεῖ ὁ πιστός ἐν Ἐκκλησίᾳ «σῶμα καί αἷμα Χριστοῦ», ἀνανεώνοντας καί ἐπιτείνοντας κάθε φορά τή βαθειά καί σωτήρια αὐτή πραγματικότητα, ὥστε νά «μένῃ ἐν Αὐτῷ καί Αὐτός ἐν αὐτῷ»;
4. Δέν ἀρκεῖ ὅμως τό ἅγιο βάπτισμα καί ἡ θεία Κοινωνία γιά νά εἶναι ὁ χριστιανός πράγματι ἕνας ἄλλος Χριστός μέσα στόν κόσμο. Ἐκεῖνο πού ἀποτελεῖ τό ἀποδεικτικό στοιχεῖο τῆς ὑπέρλογης καί μυστηριακῆς αὐτῆς πραγματικότητας εἶναι τό δυναμικό στοιχεῖο τῆς δόξας τοῦ Χριστοῦ. Ὅπως δηλαδή ὁ Χριστός ἦταν καί εἶναι ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ στόν βαθμό πού θυσιάστηκε ἀπό ἀγάπη γιά τόν κόσμο καί ἔζησε τήν ἀπόλυτη ταπείνωση, κατά τόν ἴδιο τρόπο ὁ χριστιανός: εἶναι χριστιανός καί φανερώνει τόν Χριστό, ὅταν εἶναι ντυμένος τή δόξα Ἐκείνου· ὅταν δηλαδή ζεῖ θυσιαστικά τή ζωή του κι ὅταν ἀγωνίζεται νά ζεῖ τήν ἁγία ταπείνωση τοῦ Χριστοῦ. Μέ ἄλλα λόγια, χριστιανός πού εἶναι μέν βαπτισμένος καί κοινωνεῖ τῶν ἀχράντων μυστηρίων, ἀλλά ἡ καθημερινότητά του δέν συνάδει μέ ὅ,τι ἔκανε ὁ Χριστός: συνεπῶς ζεῖ ἐκκοσμικευμένα ὅπως ὁ πολύς κόσμος ὁ ζῶν ἐν ἀμετανοησίᾳ, αὐτός δέν εἶναι χριστιανός καί «δουλεύει» δυστυχῶς στόν ἀντίχριστο. Διότι «ὁ μή ὤν μετ’ ἐμοῦ», λέει ὁ Κύριος, «κατ’ ἐμοῦ ἐστι». Ἡ ζωή μας ἀποκαλύπτει τή χριστιανικότητά μας καί ὄχι ὁ τύπος τῶν μυστηριακῶν τελετῶν (ἐντελῶς ἀπαραίτητος ἀσφαλῶς γιά νά λειτουργεῖ ἡ γνήσια χριστιανοσύνη μας).
παραπάνω χαιρετισμός τῆς Β΄ στάσης τῶν Χαιρετισμῶν μᾶς ὑπενθυμίζει τή μέγιστη δωρεά πού μᾶς χάρισε ὁ Χριστός καί ἡ Ἐκκλησία μας: ντυθήκαμε τόν Χριστό διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος. Ἐκεῖνος εἶναι πιά τό ἔνδυμά μας καί τό ἔνδυμά μας αὐτό τό κατάστικτο ἀπό τό αἷμα τῆς ἀγάπης καί τῆς ταπείνωσής Του χαρακτηρίζει καί ἐμᾶς. Ὅσο ἀκολουθοῦμε καθημερινά καί ἀδιάκοπα τήν ἀγάπη καί τήν ταπείνωσή Του βρισκόμαστε «ἐπί τά ἴχνη Του», μᾶλλον Τόν ἀφήνουμε νά δρᾶ μέσα ἀπό ἐμᾶς. Αὐτό συνιστᾶ καί τή δική μας δόξα στόν κόσμο τοῦτο, αὐτό θά μᾶς δοξάσει στό ἔπακρο ὅταν φύγουμε ἐν πίστει ἀπό τόν κόσμο τοῦτο. Μέ τό δεδομένο ἀσφαλῶς ὅτι ἡ ὅλη πορεία μας γίνεται «ταῖς πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου». Διότι «δι’ αὐτῆς ἐνεδύθημεν» τή δόξα τοῦ Υἱοῦ της.