Τετάρτη 13 Μαρτίου 2019

ΚΑΘΑΡΑ ΤΕΤΑΡΤΗ


«Νηστείᾳ τῶν λογισμῶν τά πάθη δεῦτε δουλώσωμεν, πνευματικαῖς ἑαυτούς πτέρυξι περιστείλαντες· ἵνα τήν τοῦ ἐχθροῦ κινουμένην ζάλην, κοῦφοι περάσαντες, ἄξιοι γενώμεθα, τῆς τοῦ Σταυροῦ προσκυνήσεως, τοῦ ὑπέρ τοῦ κόσμου σφαγέντος ἑκουσίως, Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, καί πνευματικῶς ἑορτάσωμεν, τήν ἐκ νεκρῶν τοῦ Σωτῆρος Ἀνάστασιν· ἐπ’ ὄρους ἀρθέντες, Μαθηταῖς συνδοξάσωμεν, τόν ἐξουσίαν λαβόντα πᾶσαν, Υἱόν ἐκ Πατρός, ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ, τόν φιλάνθρωπον» (Ἀπόστιχα Αἴνων, Ἰδιόμελον, ἦχος πλ. δ΄).
(Νηστεύοντας ἀπό τούς λογισμούς, ἐμπρός ἄς ὑποδουλώσουμε τά πάθη, συγκρατώντας τούς ἑαυτούς μας μέ πνευματικά φτερά· μέ σκοπό, ἀφοῦ περάσουμε εὔκολα κι ἀνάλαφρα τή ζάλη πού προκαλεῖ ἐναντίον μας ὁ ἐχθρός διάβολος, νά γίνουμε ἄξιοι νά προσκυνήσουμε τόν Σταυρό τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος σφαγιάστηκε μέ τή θέλησή Του χάριν τοῦ κόσμου, κι ἔτσι νά ἑορτάσουμε πνευματικά τήν ἐκ νεκρῶν Ἀνάσταση τοῦ Σωτῆρα Χριστοῦ. Ὁπότε, πάνω στό ὄρος τῶν Ἐλαιῶν κι ἐμεῖς, (ἐκεῖ ἀπ’ ὅπου ἀναλήφθηκε ὁ Κύριος), νά δοξάσουμε μαζί μέ τούς Μαθητές Τόν φιλάνθρωπο Υἱό τοῦ Θεοῦ, πού ἔλαβε κάθε ἐξουσία ἀπό τόν Πατέρα μέ τή δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος).
Ὁ ἅγιος ὑμνογράφος εἶναι σαφέστατος: ὁ σκοπός τῆς περιόδου αὐτῆς εἶναι νά φθάσουμε νά προσκυνήσουμε τόν Σταυρό τοῦ Κυρίου πού ἀποκαλύπτει τήν ἄπειρη ἀγάπη Του γιά τόν κόσμο, συνεπῶς νά ἑορτάσουμε πνευματικά καί τήν Ἀνάστασή Του, ἀφοῦ Σταυρός καί Ἀνάσταση συνθεωροῦνται πάντοτε στήν πίστη μας. Μέ τόν τρόπο αὐτόν, μᾶς λέει, ἀληθινοί προσκυνητές τοῦ Πάθους καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, θά βρεθοῦμε κι ἐμεῖς νά Τόν δοξολογοῦμε μαζί μέ τούς ἀποστόλους καί κατά τήν ἀνάληψή Του, ἐννοώντας προφανῶς καί τή λήψη τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἀπό τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς καί ἐφεξῆς. Καί πάλι ὅμως, ὅπως συμβαίνει καί σέ ὅλους τούς ὕμνους τῆς Ἐκκλησίας, μᾶς ὑπενθυμίζει ὁ ὑμνογράφος ὅτι γιά τήν προοπτική αὐτή ὑπάρχουν προϋποθέσεις: ἡ καλλιέργεια τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ἡ ὁποία δίνει τά φτερά προκειμένου ὁ πιστός νά ἐλέγχει τόν ἑαυτό του καί νά ὑποτάσσει τά πάθη του, συνεπῶς καί νά ὑπερβαίνει κάθε ἐπιρροή τοῦ Πονηροῦ διαβόλου. Κύριο στοιχεῖο τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα, ἴσως καί τό καθοριστικότερο, εἶναι ὁ ἔλεγχος τῶν λογισμῶν. Ἡ ποιότητα τῶν λογισμῶν μας φανερώνει τήν παρουσία ἤ ὄχι τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ στήν ὕπαρξή μας, γι’ αὐτό καί ὅλοι οἱ Πατέρες μας συμφωνοῦν πώς ἐκεῖ κατεξοχήν στοχεύει ἡ ὅποια νηστεία καί ἡ ὅποια ἄσκηση ἐπιτελοῦμε. Ἔλεγχος δέ τῶν λογισμῶν σημαίνει ὅτι ἀποκλείουμε κάθε πονηρή σκέψη ἤ εἰκόνα στόν νοῦ μας, διά τῆς ἀποφασιστικῆς καί ὁρμητικῆς ἐν ἀγάπῃ στροφῆς στούς καλούς καί ἀγαθούς λογισμούς, πού σημαίνει ἀγκίστρωμα σέ ὅ,τι ὁ Κύριος μᾶς ἄφησε ὡς ἐντολή.

Τρίτη 12 Μαρτίου 2019

ΚΑΘΑΡΑ ΤΡΙΤΗ




«Νῆψον, γρηγόρησον, στέναξον, δάκρυσον, διά νηστείας, ὅλον τῆς ἁμαρτίας τόν φόρτον, ψυχή, ἀπόρριψον· τῇ θερμῇ μετανοίᾳ ἀπόφυγε τό πῦρ, καί διά πένθους τῶν παθῶν τόν πενθήρη χιτῶνα διάρρηξον, τήν στολήν τήν θείαν λαμβάνουσα» (Ὠδή β΄, ἦχος β΄).
(Μεῖνε ξύπνια, ψυχή μου, νά 'σαι σέ ἐγρήγορση, στέναξε, δάκρυσε, ἀπόρριψε μέσω τῆς νηστείας ὅλο τό φορτίο τῆς ἁμαρτίας. Μέ τή θερμή μετάνοια ἀπόφυγε τή φωτιά (τῆς κόλασης), καί μέ τό πένθος (γιά τίς ἁμαρτίες σου) σκίσε τόν πένθιμο χιτώνα τῶν παθῶν, παίρνοντας τή (φωτεινή) θεϊκή στολή).
Στό ἴδιο μῆκος κύματος μέ τόν μεγάλο κανόνα τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου Κρήτης τό τροπάριο τῆς δεύτερης ὠδῆς τοῦ κανόνα τῆς Τρίτης τῆς καθαρῆς ἑβδομάδος - ὠδῆς πού ἀκούγεται λόγω τοῦ θρηνικοῦ της χαρακτήρα μόνον κατά τήν περίοδο τῆς Σαρακοστῆς – καί στόν δεύτερο σεμνό καί γλυκύ ἦχο ψαλλόμενο, μᾶς ὠθεῖ μέ ἄμεσο καί βιωματικό τρόπο στήν κατάνυξη τῆς περιόδου. Τί μᾶς λέει ὁ ἅγιος ὑμνογράφος; Μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι μετά τόν ἐρχομό τοῦ Κυρίου ἀποκτήσαμε καί πάλι τή στολή τῆς θεότητας, ἡ ὁποία στήν πραγματικότητα εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, καθώς μᾶς ἐνέταξε στόν Ἑαυτό Του διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος. «Ὅσοι γάρ εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε». Ντυμένοι λοιπόν τόν ἴδιο τόν Κύριο φύγαμε ἀπό τή σκοτεινιά τοῦ ἐνδύματος τῶν παθῶν καί τῆς ἁμαρτίας. Ὅμως στόν κόσμο τοῦτο εὑρισκόμενοι ἐπηρεαζόμαστε ἀπό τά ὑπάρχοντα ἀκόμη πάθη μας, λόγω τῆς ἀμέλειάς μας ἀλλά καί λόγω τῆς στόν κόσμο τοῦτο κατά παραχώρηση Κυρίου δράσεως τοῦ Πονηροῦ. Ὁπότε μή προσέχοντας καί μή ἔχοντας ὡς προτεραιότητα δυστυχῶς τή δωρεά τῆς χάρης, σκίζουμε τόν χιτώνα τοῦ Κυρίου καί ράβουμε καί πάλι τόν σκοτεινό χιτώνα τῶν παθῶν μας. Λοιπόν, μᾶς λέει ὁ ὑμνογράφος, ἀπευθυνόμενος πρωτίστως στήν ἴδια τήν ψυχή του: Νά ξαναβροῦμε, νά λάβουμε καί πάλι τή φωτεινή θεϊκή στολή μας – νά ἀφήσουμε τόν Κύριο νά φανερωθεῖ μέσα μας –, νά σκίσουμε ἑπομένως τόν σκοτεινό καί πένθιμο χιτώνα τῶν παθῶν μας, πράγμα πού ἔχει ὡς ὅρο τή νήψη καί τήν ἐγρήγορσή μας, ἡ ὁποία σηματοδοτεῖ τή θερμή μετάνοιά μας καί ἐκφράζεται ὡς νηστεία ἀληθινή καί ὡς πένθος γιά τίς ἁμαρτίες μας. Τό ἀποτέλεσμα εἶναι πραγματικά σωτήριο: ἐλευθερωνόμαστε ἀπό τό βάρος τῆς ἁμαρτίας, φεύγουμε ἀπό τήν ὀδύνη τῆς κόλασης, γεμίζουμε ἀπό ἀληθινή χαρά.

Δευτέρα 11 Μαρτίου 2019

ΕΠΙ ΤἩ ΜΝΗΜῌ ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΠΑ ΡΩΜΗΣ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ




ΑΛΗΘΙΝΗ ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ
 
῾᾽Αββᾶ, τί εἶναι ταπείνωση;᾽ ρώτησε μέ γνήσια ἀπορία ὁ ἕνας ἀπό τούς δυό καλόγερους πού εἶχαν ἔλθει νά ἐπισκεφτοῦν τόν μεγάλο ἀββᾶ ᾽Ιωάννη τόν Πέρση.


῾Η συζήτηση εἶχε ξεκινήσει ἀρκετή ὥρα πρίν, μετά τόν ἑσπερινό πού εἶχαν κάνει στό φτωχικό ἐκκλησάκι τοῦ ἀββᾶ ᾽Ιωάννη. Οἱ δυό καλόγεροι πού τόν βοήθησαν στά ψαλτικά κι ἔνιωσαν ξεχωριστή κατάνυξη ἀπό τήν ἱεροπρέπεια καί τήν δύναμη προσευχῆς τοῦ Γέροντα ἦταν γνωστοί του ἀπό παλιά. ῎Ερχονταν κατά καιρούς νά τόν ἐπισκεφτοῦν, νά τοῦ φέρουν κάποιο φίλεμα, νά συζητήσουν μαζί του πάνω σέ πνευματικά θέματα. ῎Ηξεραν ὅτι ὁ Γέροντας δέν ἦταν τυχαῖος. Χρόνια ἀσκητικῆς ζωῆς εἶχαν σμιλέψει τήν ψυχή του, τοῦ ᾽χαν δώσει μεγάλη ἐμπειρία στίς παγίδες τοῦ Πονηροῦ, τόν εἶχαν γλυκάνει ἀπό τίς ἐπισκέψεις τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ.

Εἶχε ἔρθει ὁ ᾽Ιωάννης νεαρός ἀπό τήν Περσία στά εὐλογημένα καί ἁγιασμένα μέρη τῆς Συρίας. Κέντρο ἀσκητικό ἡ Συρία μέ σπουδαίους καί φημισμένους ἀσκητές ἔθελγε κάθε καλοπροαίρετη ψυχή πού ἡ ἀφιέρωση στόν Κύριο ἔβλεπε ὅτι ἦταν ἡ κλήση γιά τήν πορεία της. ῎Εψαξε ὁ ᾽Ιωάννης  καί ὑποτάχτηκε σέ ἅγιο καί ταπεινό Γέροντα στήν περιοχή τῶν Μονιδίων, περιοχή πού ὅπως σημαίνει τό ὄνομά της ἀποτελεῖτο ἀπό μικρά ἀσκηταριά, μικρές μονές, πού ὅλες μαζί συνιστοῦσαν μία ἀσκητική λαύρα. ᾽Εκεῖ ἔμεινε ἀρκετά χρόνια κάνοντας ἀδιάκριτη ὑπακοή, γι᾽ αὐτό καί προχώρησε ἀρκετά στά πνευματικά. Κι ὅταν ὁ Γέροντάς του ἔφυγε ἀπό τόν κόσμο τοῦτο, προβλέποντας μάλιστα τόν θάνατό του, ὁ ᾽Ιωάννης ἦταν ἐκεῖνος πού μέ δάκρυα στά μάτια τόν ἀποχαιρέτισε, πῆρε τήν εὐχή του, τόν παρεκάλεσε νά μήν τόν ξεχνᾶ ἐκεῖ πού θά πάει στόν Κύριο.

῾Ο ἀββᾶς ᾽Ιωάννης δέν ἔσπευσε νά ἀπαντήσει. Σηκώθηκε ἀπό τήν θέση του στό μικρό δωματιάκι πού εἶχε περάσει τούς καλόγερους καί πού λειτουργοῦσε καί ὡς ἀρχονταρίκι τοῦ ἀσκηταριοῦ του, καί ἀνασκάλεψε τά κούτσουρα πού ἔκαιγαν σέ μιά πυροστιά. Πρόσθεσε κανά-δυό ἀκόμη ξύλα.

῾Τί εἶναι ταπείνωση;᾽ ἐπανέλαβε κι ἐκεῖνος μονολογώντας. ῾Ποιός μπορεῖ νά σοῦ ἀπαντήσει, παιδί μου, παρά ἐκεῖνος πού τήν ἔχει στήν καρδιά του;᾽ Σταμάτησε.  ῾᾽Εγώ πάντως δέν ξέρω᾽ εἶπε χωρίς ταπεινολογία.  ῾Γιατί μιλώντας γι᾽ αὐτήν εἶναι σάν νά μιλᾶς γιά τόν ἴδιο τόν Θεό. Καί ποιός μπορεῖ νά μιλήσει γιά τόν Θεό, παρά ὅποιος ἔγινε κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ; Μυστήριο ἡ ταπείνωση, παιδιά μου. Γι᾽ αὐτό καί πολλοί ἐπιχείρησαν νά τήν ὁρίσουν καί ἔπεσαν ἔξω. ῾Απλῶς περιέγραψαν κάποιες ἐπί μέρους πλευρές της᾽.

Κάποιο κούτσουρο στήν φωτιά σπίθισε ἀπό ἕνα ξαφνικό γύρισμα τοῦ ἀέρα κι ἔκανε τούς προσκυνητές καλόγερους νά στραφοῦν πρός τό μέρος της. Λίγο σάν νά ρίγησαν ἀπό τό κρύο πού εἶχε πέσει, καθώς τό βράδυ εἶχε προχωρήσει. ᾽Ανακάθισαν καλύτερα στίς θέσεις τους καί τά μάτια τους καί ὁ νοῦς τους στηλώθηκαν καί πάλι στόν ἀνολοκλήρωτο λόγο τοῦ Γέροντα.

῾Θά μπορούσαμε νά δώσουμε τό ἑξῆς παράδειγμα γιά τήν ταπείνωση καί τό μυστήριο πού περικλείει᾽ συνέχισε ἀργά ὁ ἀββᾶς ᾽Ιωάννης. ῾Μοιάζει μ᾽ ἕνα πιθάρι πού κλείνει μέσα θησαυρό πού κανείς δέν ἔχει δεῖ. Κι εἶναι τό πιθάρι αὐτό διπλοσφραγισμένο. Μόνο αὐτός πού τό κατέχει μπορεῖ νά τό ἀνοίξει καί ν᾽ ἀπολαύσει τό περιεχόμενό του. Τό μόνο πού γνωρίζουν ὅλοι οἱ ἄλλοι εἶναι τό ὄνομα τοῦ πιθαριοῦ. Γιατί τό γράφει ἀπέξω: ῾῾Η ἁγία ταπείνωση᾽. ῾Επομένως...᾽ κατέληξε ὁ ᾽Ιωάννης, ῾ἑπομένως... μή μοῦ ζητᾶτε νά σᾶς πῶ πράγματα πού δέν κατέχω᾽. Τό ᾽πε μέ μιά τέτοια φυσικότητα καί πειθώ, πού δέν ἄφηνε περιθώρια ἀμφισβήτησης.

῾Δηλαδή, Γέροντα, δέν ὑπάρχει τρόπος τελικά νά μάθουμε γιά τήν ταπείνωση; ῞Ολη ἡ ῾Αγία Γραφή, ὅλοι οἱ ἅγιοί μας, μᾶς λένε ὅτι χωρίς τήν ταπείνωση δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει πρόοδος πνευματική. Αὐτή εἶναι ἡ βάση κάθε ἀρετῆς καί μάλιστα τῆς σπουδαιότερης ἀπό ὅλες,  τῆς ἀγάπης. Μένουμε λοιπόν ξεκρέμαστοι;᾽ ρώτησε μέ ἀγωνία ὁ μικρότερος ἀπό τούς δύο καλόγερους.

῾Ο Γέροντας δέν ἔσπευσε καί πάλι νά ἀπαντήσει. Χαιρόταν πολύ γιά τήν συζήτηση πού ἔκαναν, γιατί τό περιεχόμενό της ἦταν γιά τό πιό οὐσιαστικό πράγμα στόν κόσμο: τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς. Καί χαιρόταν ξέχωρα πού δυό ἀδελφοί εἶχαν τέτοια γνήσια πνευματικά ἐνδιαφέροντα.

Σφίχτηκε λίγο ἡ καρδιά του. ῾Η σκέψη του πῆγε σέ ἄλλους προσκυνητές πού κατέφθαναν στό μέρος αὐτό, ἀλλά σάν τουρίστες.  ᾽Αντιμετώπιζαν αὐτόν καί τούς ἄλλους ἀσκητές πολλές φορές σάν ἁπλό θέαμα, μέ σκοπό νά ποῦν ὅταν θά γύριζαν πίσω ὅτι συναντήσαμε καί τόν τάδε ἀσκητή, διαστρεβλώνοντας τίς περισσότερες φορές τά λόγια του ἤ καί παρεξηγώντας συχνά τήν συμπεριφορά του. Τέτοιους ῾προσκυνητές᾽ δέν τούς ἤθελε ἡ καρδιά του καί δέν ἦταν λίγες οἱ φορές πού τούς ἀπέφευγε.

῾Παιδί μου, δέν μᾶς ἀφήνει ὁ Θεός. Μπορεῖ νά μήν ξέρουμε ἐπακριβῶς τί εἶναι ἡ ταπείνωση, ἀφοῦ αὐτήν ντύθηκε ὁ ἴδιος ὁ Θεός μας πού ἔγινε ἄνθρωπος, ἀλλά ὅταν βλέπει ἀνθρώπους νά Τόν ἀναζητοῦνε γνήσια, ἔρχεται ὁ ῎Ιδιος καί τούς καθοδηγεῖ ἤ στέλνει ἀνθρώπους Του νά γίνουν οἱ καθοδηγητές τῶν ἁπλουστέρων ἀνθρώπων. ᾽Εμεῖς λοιπόν χρειάζεται νά ἐπαινοῦμε τήν ταπείνωση, νά τήν θεωροῦμε ὡς πράγματι τήν βάση τῶν ἀρετῶν κι ᾽Εκεῖνος θά κάνει αὐτό πού ξέρει στήν ψυχή μας᾽.

Ξανασηκώθηκε κι ἔφτιαξε καί πάλι τά ξύλα στήν φωτιά. Φούντωσαν αὐτά κι ἅπλωσαν τήν θέρμη τους γιά νά ἀγκαλιάσουν τούς συζητητές. Παράλληλα ἄναψε κι  ἕνα λυχνάρι πού βρισκόταν παράμερα. Φωτίστηκε ὁ χῶρος καθώς φωτίζονταν καί οἱ ψυχές.

῾᾽Αλλά, ἄν δέν ξέρω νά σᾶς πῶ ἐγώ τί εἶναι ταπείνωση᾽, σάν ν᾽ ἀναγάλλιασε ὁ Γέροντας μ᾽ αὐτό πού ἑτοιμάστηκε νά πεῖ, ῾μπορῶ νά σᾶς πῶ γιά κάποιον πού πράγματι εἶχε τήν εὐλογημένη αὐτήν ἀρετή στόν ἀπόλυτο κατ᾽ ἄνθρωπον βαθμό. Ναί, ὁ Θεός μέ εὐλόγησε νά δῶ ταπεινό ἄνθρωπο καί νά καταλάβω πολύ καθαρά τήν δική μου μικρότητα᾽.

Τά μάτια τῶν καλογέρων ἄνοιξαν διάπλατα. Κράτησαν καί τήν ἀναπνοή τους ἀκόμη μή χάσουν καί τόν παραμικρό λόγο τοῦ ἀββᾶ ᾽Ιωάννη, τοῦ ἐκ Περσίας καταγομένου καί ταπεινοῦ κι αὐτοῦ ἀδελφοῦ, ἔστω κι ἄν τό ἀρνεῖτο αὐτός συνεχῶς.


῾Στό τέλος τοῦ 1353 ἀπό κτίσεως Ρώμης, (600 μ.Χ.), θέλησα νά ἐπισκεφτῶ τήν πρωτόθρονη Ρώμη, τό λίκνο αὐτό τῆς πίστεως, γιά νά προσκυνήσω τούς ἁγιασμένους τάφους τῶν μεγάλων ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου. Ἡ Ρώμη πάντοτε μέ ἔθελγε καί βρισκόταν σάν ὅραμα μπροστά μου, γιατί ἦταν ἡ ᾽Εκκλησία πού ὁ ἀπόστολος Παῦλος τήν ἀγαποῦσε ἰδιαίτερα, γιατί ἦταν ἡ πρώτη στήν ἱεραποστολή καί στήν ἐλεημοσύνη, γιατί κυρίως...᾽ δάκρυσε ὁ Γέροντας, ῾...εἶναι ὁ τόπος πού εἶναι ἅγιος ἀπό τό χυμένο αἷμα τόσων χιλιάδων καί χιλιάδων μαρτύρων τῆς πίστεως. Κι ἐκεῖ βεβαίως μαρτύρησαν καί οἱ μεγάλοι ἀπόστολοι.  ῾Ο Θεός λοιπόν μοῦ ἔβαλε αὐτήν τήν ἐπιθυμία καί βρέθηκα τήν χρονιά ἐκείνη στά ἁγιασμένα ἐκεῖνα μέρη᾽.

῾῾Υπῆρχε ὅμως κι ἕνας ἀκόμη λόγος᾽, συνέχισε ὁ Γέροντας, ῾κι αὐτό εἶναι πού θέλω νά σᾶς πῶ μιλώντας γιά τήν ταπείνωση. ᾽Επίσκοπος στήν Ρώμη ἦταν τότε, κι εἶναι ἀκόμη ἀπ᾽ ὅ,τι ξέρω, ὁ ἅγιος καί μεγάλος Γρηγόριος, αὐτός πού τόν λένε Διάλογο. ῾Η φήμη του ἔχει ξεπεράσει τά ὅρια τῆς πόλης πού εἶναι ἐπίσκοπος κι ὅλοι οἱ χριστιανοί προσβλέπουν σ᾽ αὐτόν σάν σέ πρότυπο. Κεφαλή μεγάλη στήν πίστη μας. ῎Εχουν γίνει γνωστά παντοῦ  καί ἡ μεγάλη του ποιμαντική μέριμνα γιά τούς πιστούς καί ἡ διοργάνωση ἱεραποστολῶν γιά νά φέρει στήν ἀληθινή πίστη κι ἄλλους ἀνθρώπους καί τά ἁγιοπνευματικά ὅμως κείμενά του. Θεωρεῖται μεγάλος συγγραφέας πού αὐτά πού γράφει τρέφουν τούς χριστιανούς. Καί γι᾽ αὐτόν λοιπόν θέλησα νά πάω. Εὐχήθηκα μάλιστα πολύ στόν Θεό νά μοῦ δώσει σημάδι ὅτι ἔχει εὐλογήσει τό προσκύνημά μου, φέρνοντας στόν δρόμο μου τόν ἅγιο αὐτόν᾽.
῾Τόν συνάντησες, Γέροντα;᾽ εἶπαν μέ ἀγωνία καί οἱ δύο.
῾Ναί, παιδιά μου. ῾Ο Θεός εὐδόκησε νά τόν συναντήσω, ἀλλά γιά νά μέ διδάξει καί νά δῶ ἔμπρακτα τί σημαίνει, ὅπως σᾶς εἶπα, ταπείνωση καί χριστιανική ἀγάπη᾽.

῾Λοιπόν, παιδιά μου, ἀφοῦ εἶχα κάνει τό προσκύνημα στούς τάφους τῶν ἀποστόλων τοῦ Κυρίου καί μέ δάκρυα στά μάτια εὐλογοῦσα τήν ὥρα πού τά χείλη μου ἀσπάζονταν τό χῶμα πού εἶχαν θαφτεῖ, προχώρησα καί πῆγα στό κέντρο τῆς πόλεως. ᾽Ατένιζα ὥρα τήν μεγάλη Πόλη, μέ τούς φαρδεῖς δρόμους, τίς πλατεῖες, τά ἀγάλματα, ἀλλά ἡ σκέψη μου ἦταν, ὅπως σᾶς εἶπα, στά χρόνια πού οἱ ἀπόστολοι βρίσκονταν ἐκεῖ. Τότε ἦταν πού ἄκουσα κάποιον ξεχωριστό θόρυβο καί εἶδα συνωστισμένους ἀνθρώπους λίγο πιό πέρα ἀπό ἐκεῖ πού καθόμουν, πού μέ τό δέος ζωγραφισμένο στά μάτια τους ἅπλωναν τά χέρια τους νά χαιρετίσουν κάποιον.  

῾Η καρδιά μου κτύπησε μέ ἀγωνία. Αὐτό πού εἶχα εὐχηθεῖ στόν Θεό τό ἐπέτρεψε νά τό ζήσω. Λίγα μέτρα μακριά μου περνοῦσε ὁ ἅγιος πάπας, ὁ μέγας Γρηγόριος. Δάκρυσα ἀπό τήν κατάνυξη πού ἔνιωσα καί κινήθηκα αὐθόρμητα νά πάω νά τόν προσκυνήσω. Νά τοῦ βάλω μετάνοια καί νά πάρω τήν εὐχή του.

᾽Αλλά κι ἐκεῖνος σάν νά μέ εἶδε. Εἶδε τήν καλογερική μου ἀμφίεση, κατάλαβε ὅτι εἶμαι προσκυνητής καί στράφηκε ὁλόκληρος πρός τό δικό μου μέρος, ἐρχόμενος σέ μένα.

᾽Αλλά τότε συνέβη κάτι πού δέν μπόρεσα ἐκείνη τήν στιγμή νά ἐξηγήσω. Δυό κληρικοί ἀπό τήν ἀκολουθία του, βλέποντας τήν κίνησή μου νά τόν προσκυνήσω, ἔσπευσαν γρήγορα καί μέ ἀγωνία στά μάτια τους ἄρχισαν νά μοῦ λένε: ῾῎Οχι, πάτερ, μήν βάζεις μετάνοια. Μήν προσκυνᾶς τόν πάπα᾽.
Παραξενεύτηκα πάρα πολύ καί, δέν σᾶς τό κρύβω, θεώρησα βλάσφημα τά λόγια τους. ᾽Εκεῖνοι ὅμως ἐπέμεναν. ᾽Αλλά κι ἐγώ ἐπέμεινα. Θεωροῦσα ὅτι ἦταν ἄπρεπο ἀπό πλευρᾶς μου νά μήν τοῦ βάλω μετάνοια, νά μήν χαιρετίσω τόν ἅγιο.

Τόν πλησίασα πάρα πολύ ἀλλά τότε συνέβη τό ἑξῆς: πρίν προλάβω νά τόν προσκυνήσω, ἐκεῖνος ἔσπευσε μέ μία ἀσυνήθιστα γρήγορη κίνηση καί πρόσπεσε μπρός στά πόδια μου. ῾Ο πάπας, ὁ ἐπίσκοπος τῆς Ρώμης, μπρούμυτα στήν γῆ μπροστά σ᾽ ἕναν ἁπλό παπα-καλόγερο.
Πρόσπεσα κι ἐγώ. Δέν ξέρω πόση ὥρα στάθηκα ἔτσι, ἀλλά ὅταν πῆγα νά ἀνασηκωθῶ, εἶδα ὅτι ἐξακολουθοῦσε ὁ ἅγιος νά κείτεται χάμω. Κατάλαβα τότε τήν ἀγωνία τῶν κληρικῶν τῆς συνοδείας του. ῾Ο ἅγιος προλάβαινε ὁποιονδήποτε πήγαινε νά τόν προσκυνήσει. ᾽Εκεῖνος πρῶτος ἔσπευδε καί δέν σηκωνόταν ἄν δέν σηκωνόταν πρῶτος ὁ ἄλλος.

Κατανύχθηκα. Βρέθηκα πρόσωπο πρός πρόσωπο μ᾽ ἕναν ἅγιο τοῦ Θεοῦ. Αἰσθάνθηκα πολύ ἔντονα τί θά πεῖ ταπείνωση καί τί σημαίνουν τά λόγια τοῦ Κυρίου πού ᾽Εκεῖνος πρῶτος τά ἔβαλε σέ ἐφαρμογή: ῾ὅποιος θέλει νά εἶναι πρῶτος ἀνάμεσά σας, ἄς εἶναι τελευταῖος ὅλων καί δοῦλος᾽.

᾽Αλλά ἡ ἔκπληξή μου δέν ἦταν μόνον αὐτή. ᾽Αμέσως ὁ πάπας Γρηγόριος, ὁ ἅγιος τοῦ Θεοῦ, μόλις σηκώθηκε μέ ἀγκάλιασε μέ θερμότητα καί μέ ἀσπάστηκε μέ τήν ἴδια τῆς προσκύνησης  ταπεινοφροσύνη, ἐνῶ μέ τό χέρι του μοῦ ἔδωσε τρία χρυσά νομίσματα. Στράφηκε μάλιστα στήν συνοδεία του κι ἔδωσε ἐντολή νά μοῦ δώσουν ἕνα καινούργιο ράσο καί ὅ,τι ἄλλο ἀναγκαῖο χρειαζόμουν. Στήν συνέχεια μοῦ εὐχήθηκε καί σάν νά ᾽χε κάνει τό φυσικότερο πράγμα τοῦ κόσμου προχώρησε τόν δρόμο του.



Εἶχα μένει ἀκίνητος. Τά δάκρυα κυλοῦσαν ἀνεμπόδιστα στό πρόσωπό μου καί δόξαζα τόν Θεό πού χάρισε στόν δοῦλο Του Γρηγόριο τέτοια ταπείνωση πρός ὅλους κι ἐλεημοσύνη καί ἀγάπη᾽.

Σταμάτησε ὁριστικά ὁ ἀββᾶς. Τά δάκρυα αὐλάκωναν καί τώρα τό ἅγιο πρόσωπό του, ἀλλά καί τῶν δυό καλογέρων. 

Τά κούτσουρα στήν φωτιά εἶχαν σβήσει ἀπό ὥρα, ἀλλά κανείς δέν τό εἶχε προσέξει. Γιατί μιά ἄλλη φωτιά μεγάλη καί δυνατότερη ἀπό τήν ὑλική ἔκαιγε τώρα μέσα στίς καρδιές τους.  


(Πηγή: ῾Λειμωνάριον᾽ ᾽Ιωάννου Μόσχου)

ΚΑΘΑΡΑ ΔΕΥΤΕΡΑ

«Ἐλήλυθεν ἡ Νηστεία, ἡ μήτηρ τῆς σωφροσύνης, ἡ κατήγορος τῆς ἁμαρτίας, καί συνήγορος τῆς μετανοίας, ἡ πολιτεία τῶν Ἀγγέλων, καί σωτηρία τῶν ἀνθρώπων· οἱ πιστοί ἀνακράξωμεν· Ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς» (Ἀπόστιχα αἴνων, ἰδιόμελον, ἦχος πλ.α΄).
(Ἔφτασε ἡ νηστεία, ἡ μητέρα τῆς σωφροσύνης, ἡ κατήγορος τῆς ἁμαρτίας καί συνήγορος τῆς μετανοίας, ὁ τρόπος ζωῆς τῶν ἀγγέλων κι αὐτή πού ὁδηγεῖ στή σωτηρία τούς ἀνθρώπους. Οἱ πιστοί ἄς φωνάξουμε δυνατά: Ὁ Θεός ἐλέησον ἡμᾶς).
Ἡ Ἐκκλησία μας, τώρα πού εἰσήλθαμε στήν πρώτη ἡμέρα τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς, ἐπιμένει νά μᾶς καθοδηγεῖ πάνω σ’ αὐτό πού σφραγίζει τήν περίοδο αὐτή: τή νηστεία. Καί τό πρῶτο πού τονίζει εἶναι ὁ συνδυασμός τῆς νηστείας μέ τήν προσευχή. «Ἔφτασε ἡ νηστεία», λέει, ὁπότε «ἄς φωνάξουμε στόν Θεό μας νά μᾶς ἐλεήσει». Πρόκειται γιά τόν συνδυασμό πού ὑποτάσσει καί θηρία, κατά τόν λόγο τῶν ἀββάδων τῆς ἐρήμου, διότι ἡ νηστεία ὡς περιορισμός τῶν ὁρμῶν τοῦ σώματος διευκολύνει ἰδιαιτέρως τή στροφή πρός τόν Θεό - ἀπεμπλέκει τόν ἄνθρωπο ἀπό τά γοητευτικά δεσμά τῆς ὕλης - συνεπῶς κάνει τόν ἄνθρωπο νά στέκει στό σημεῖο τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας πού ὁ Θεός ἀπαρχῆς τῆς Δημιουργίας τοῦ ἔδωσε: νά ἄρχει πάνω σέ ὅλα τά στοιχεῖα τῆς φύσης. Νά ἄρχει καί νά ἐξουσιάζει ἐννοεῖται χαρισματικά, πού σημαίνει μέ ἀγάπη καί σεβασμό πρός τήν ἀδελφή του λοιπή δημιουργία. Εἶναι εὐνόητο βεβαίως ὅτι ὁ ὑμνογράφος μιλάει πρῶτον γιά τήν ἀληθινή διάσταση τῆς νηστείας ὡς μέσου γιά τήν πνευματική προαγωγή τοῦ ἀνθρώπου – ὅ,τι θά ἐπισημάνει σέ ἄλλο σημεῖο: «ἀληθής νηστεία ἡ τῶν κακῶν ἀλλοτρίωσις, ἐγκράτεια γλώσσης, θυμοῦ ἀποχή, ἐπιθυμιῶν χωρισμός, καταλαλιᾶς, ψεύδους καί ἐπιορκίας» - καί δεύτερον γιά τήν ἀληθινή καί γνήσια προσευχή, τύπος τῆς ὁποίας εἶναι ἡ τελωνική κραυγή: «ὁ Θεός ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ». Μέ τούς ὅρους αὐτούς ἀναδύεται ὄντως τό μεγαλεῖο τῆς νηστείας τῆς Σαρακοστῆς μέ ὅλα τά θαυμαστά ἀποτελέσματά της: εἶναι αὐτή πού ἰσορροπεῖ πνευματικά τόν ἄνθρωπο, πού τόν ἀπομακρύνει ἀπό τήν ἁμαρτία, πού ὠθεῖ στή μετάνοια, πού ἀγγελοποιεῖ τόν πιστό, πού τελικά τόν φέρνει σέ ζωντανή σχέση μέ τόν Θεό.  

Κυριακή 10 Μαρτίου 2019

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ




«Τό στάδιον τῶν ἀρετῶν ἠνέωκται, οἱ βουλόμενοι ἀθλῆσαι εἰσέλθετε, ἀναζωσάμενοι τόν καλόν τῆς νηστείας ἀγῶνα· οἱ γάρ νομίμως ἀθλοῦντες, δικαίως στεφανοῦνται· καί ἀναλαβόντες τήν πανοπλίαν τοῦ Σταυροῦ, τῷ ἐχθρῷ ἀντιμαχησώμεθα, ὡς τεῖχος ἄρρηκτον κατέχοντες τήν Πίστιν, καί ὡς θώρακα τήν προσευχήν, καί περικεφαλαίαν τήν ἐλεημοσύνην· ἀντί μαχαίρας τήν νηστείαν, ἥτις ἐκτέμνει ἀπό καρδίας πᾶσαν κακίαν. Ὁ ποιῶν ταῦτα, τόν ἀληθινόν κομίζεται στέφανον, παρά τοῦ Παμβασιλέως Χριστοῦ, ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς Κρίσεως».
(Ανοίχτηκε το στάδιο των αρετών· όσοι θέλετε να αγωνισθείτε μπείτε μέσα, ξεκινώντας τον καλό αγώνα της νηστείας. Διότι (μόνον) αυτοί που αθλούνται νόμιμα στεφανώνονται κατά λόγο δικαιοσύνης. Κι αφού φορέσουμε την πανοπλία του Σταυρού, ας αντιπαλέψουμε τον εχθρό, κρατώντας την πίστη σαν απόρθητο τείχος, και σαν θώρακα την προσευχή, και σαν περικεφαλαία την ελεημοσύνη. Για μαχαίρι να κρατήσουμε τη νηστεία, η οποία εξορίζει από την καρδιά κάθε κακία. Όποιος κάνει αυτά λαμβάνει το αληθινό στεφάνι από τον παμβασιλέα Χριστό, κατά την ημέρα της Κρίσεως).
           Από τους αίνους της Κυριακής της Τυρινής ακούμε το σπουδαιότατο αυτό τροπάριο, στον πανηγυρικό ήχο του πλ. α΄. Ο εκκλησιαστικός ποιητής με επίγνωση του πνευματικού χαρακτήρα της Σαρακοστής δηλώνει ότι πρόκειται περί περιόδου αγωνιστικής, όπως συνέβαινε στα πρωτοχριστιανικά χρόνια με τις ρωμαϊκές αρένες. Σε αρένα μπαίνουμε, μας λέει, ίδιοι μονομάχοι κι εμείς. Αλλά αρένα που ο αγώνας είναι για τις αρετές, δηλαδή για την απόκτηση στην πραγματικότητα της χάρης του αγίου Πνεύματος, και το στεφάνι είναι το αληθινό της αιώνιας ζωής που πρόκειται να μας δώσει ο στεφανοδότης Κύριος Ιησούς Χριστός. Μας επισημαίνει ότι έχουμε εχθρό να αντιπαλέψουμε, τον ίδιο τον Πονηρό διάβολο και τα πάθη μας, όμως έχουμε και τα όπλα που μας έχει δώσει η Εκκλησία μας: την πανοπλία του Σταυρού, την πίστη σαν απόρθητο τείχος, την προσευχή σαν θώρακα, την ελεημοσύνη, δηλαδή την αγάπη, ως περικεφαλαία. Και μη ξεχνάτε, μας λέει, τη νηστεία, σωματική εννοείται και κυρίως πνευματική, που είναι το ξίφος μας. Με αυτά αγωνιζόμαστε με νόμιμο τρόπο και λαβαίνουμε το βραβείο, αλλά με μία προϋπόθεση: να θέλουμε να αγωνιστούμε. Χωρίς την ελεύθερη βούλησή μας αγώνας πνευματικός δεν υφίσταται. «Οἱ βουλόμενοι ἀθλῆσαι εἰσέλθετε». Η Σαρακοστή είναι για τους ανδρείους και τους γενναίους.

ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ


«Καθαρίσωμεν ἑαυτούς ἀδελφοί, ἀπό παντός μολυσμοῦ, σαρκός καί πνεύματος· τάς λαμπάδας τῶν ψυχῶν ἡμῶν φαιδρύνωμεν, διά φιλοπτωχείας, μή κατεσθίοντες ἀλλήλους τῇ συκοφαντίᾳ· ἔφθασε γάρ ὁ καιρός, ὅταν ὁ Νυμφίος ἐλεύσεται, πᾶσιν ἀποδοῦναι κατά τά ἔργα αὐτῶν. Συνεισέλθωμεν Χριστῷ μετά τῶν φρονίμων Παρθένων, τήν φωνήν ἐκείνην τοῦ Λῃστοῦ, πρός αὐτόν ἀνακράζοντες· Μνήσθητι ἡμῶν, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ Βασιλείᾳ σου» (Ἀπόστιχα ἑσπερινοῦ Σαββάτου Τυρινῆς, ἦχος β΄).
(Ἄς καθαρίσουμε τούς ἑαυτούς μας, ἀδελφοί, ἀπό κάθε μολυσμό τῆς σάρκας καί τοῦ πνεύματός μας. Ἄς κάνουμε λαμπρές καί φωτεινές τίς λαμπάδες τῶν ψυχῶν μας, μέ τήν ἀγάπη πρός τή φτώχεια, χωρίς νά κατατρώγουμε ὁ ἕνας τόν ἄλλον μέ τή συκοφαντία. Κι αὐτό γιατί ἔφτασε ὁ καιρός, πού ὁ Νυμφίος θά ἔλθει, προκειμένου νά ἀποδώσει σέ ὅλους σύμφωνα μέ τά ἔργα τους. Μαζί μέ τίς φρόνιμες Παρθένες ἄς εἰσέλθουμε κι ἐμεῖς μέ τόν Χριστό στή Βασιλεία Του, φωνάζοντας δυνατά πρός Αὐτόν ἐκείνη τή φωνή τοῦ Ληστῆ πάνω στόν σταυρό: Θυμήσου μας, Κύριε, ὅταν ἔλθεις στή Βασιλεία Σου).
Ὁ ὑμνογράφος τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀρυόμενος ἀπό τά λόγια τῶν Εὐαγγελίων ἀλλά καί τοῦ ἀποστόλου Παύλου, μᾶς καλεῖ σέ μετάνοια ἀληθινή, ἐνόψει τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Κυρίου, ἡ ὁποία παρουσιάζεται ὡς ἐνεστῶσα κατάσταση μέ τήν ἔναρξη τῆς Σαρακοστῆς. Δέν πρέπει νά μᾶς διαφεύγει ὅτι πράγματι τό κλίμα τῆς ἁγίας Σαρακοστῆς - ἀλλά καί ὅλης τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας τελικά - εἶναι αὐτό πού διαμορφώνεται ἀπό τήν ἐπικείμενη ἔλευση τοῦ Κυρίου, δηλαδή ἕνα κλίμα πνευματικῆς ἐγρήγορσης καί νήψης, πού ὁδηγεῖ τόν πιστό νά θέτει τόν ἑαυτό του χωρίς τερτίπια καί τεχνάσματα ὑπό τήν ἄμεση κρίση τοῦ Χριστοῦ - ἄς δοῦμε ἤδη αὐτό πού κυριαρχεῖ ἰδίως τίς πρῶτες ἡμέρες τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας, τήν ὁποία ἀδιάκοπα ἔχει πρό ὀφθαλμῶν ἡ Ἐκκλησία μας: «ἰδού ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός». Λοιπόν, σέ τί μᾶς καλεῖ ἡ Ἐκκλησία; Νά φτάσουμε στό σημεῖο, ξύπνιοι πνευματικά, πού θά πεῖ μέ ἀναμμένες τίς λαμπάδες τῆς ψυχῆς ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ, νά κραυγάζουμε ἐν μετανοίᾳ τό «μνήσθητι ἡμῶν Κύριε» τοῦ ληστοῦ, συνεπῶς νά βρεθοῦμε κι ἐμεῖς μαζί μέ τόν ληστή καί μαζί μέ τίς φρόνιμες Παρθένες τῆς γνωστῆς παραβολῆς στήν οὐράνια παστάδα τοῦ Κυρίου, τήν ἴδια τή Βασιλεία Του.  Ποιό εἶναι τό μοναδικό ἐμπόδιο πού μᾶς ἀπομακρύνει ἀπό αὐτήν τή Βασιλεία καί τήν ἀληθινή μετάνοια; Ἡ βρώμικη ψυχή, ὁ μολυσμός αὐτῆς ἀπό τήν ἁμαρτία, ἡ ὁποία μολύνει καί τό σῶμα, κάνοντάς το νά πορεύεται ἀνεξέλεγκτα ἀπό τίς ἄτακτες καί φιλήδονες ὀρέξεις του. Λοιπόν, κατά τόν ἅγιο ὑμνογράφο, ἐκεῖνο πού καθαρίζει καί τήν ψυχή καί τό σῶμα - καθώς ὁ Κύριος ξανάρχεται ἀνά πᾶσα στιγμή - εἶναι ἡ ἀγάπη γιά τή φιλοπτωχεία, δηλαδή ἡ ἀγάπη γιά τήν ἐγκράτεια πού θέτει περιορισμούς σέ κάθε πλεονεξία τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά καί ἡ ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο, ἡ ὁποία ἀπομακρύνει ἀπό τή δαιμονική κατάκριση καί τή συκοφαντία.  Ὁπότε, καθαρός ὁ πιστός ἀπό τήν ἁμαρτία, λόγω τῆς ἐγκράτειας καί τῆς ἀγάπης πρός τόν συνάνθρωπο πού τόν κάνει νά κρατάει τό φῶς τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ στήν ὕπαρξή του, ζεῖ ἐν μετανοίᾳ προσβλέποντας πάντοτε στόν «καί πάλιν ἐρχόμενον μετά δόξης κρῖναι ζῶντας καί νεκρούς» Κύριο, πού σημαίνει τήν ἀνοικτή διέλευσή του στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό καί ἡ λιτή καί συμπυκνωμένη νοηματικά πορεία αὐτή τοῦ χριστιανοῦ πού γέμει κατανύξεως καί εὐλαβείας προσφέρεται ἀπό τόν ὑμνογράφο ὄχι τυχαῖα σέ ἦχο δεύτερο, πού θά πεῖ σέ ἦχο μέ ἰδιαίτερη γλυκύτητα, ἡ ὁποία κάμπτει τίς ὅποιες ἁμαρτωλές καί σκληρές ἀντιστάσεις τῆς φιλήδονης ψυχῆς.

Σάββατο 9 Μαρτίου 2019

ΣΤΗΝ ΚΑΦΕΤΕΡΙΑ... (2)


«Λοιπόν, πολύ σύντομα θα προσπαθήσω να δώσω μία απάντηση σ’ αυτό που είπε ο Κώστας. Κι αυτό γιατί η ερώτησή του ή η τοποθέτηση που έκανε θίγει κάτι πολύ σοβαρό: το θέμα της προσέγγισης της Εκκλησίας στους ανθρώπους και μάλιστα τους νέους. Συμφωνώ, λοιπόν, Κώστα μου, ότι όντως στην προσέγγιση αυτή πάσχει γενικώς η Εκκλησία. Και πάσχει βεβαίως κατά το ανθρώπινό της. Γιατί μη ξεχνάμε ότι η Εκκλησία, όπως ορίζεται από τον λόγο του Θεού, είναι το σώμα του Χριστού. Ο Χριστός ως Θεός και άνθρωπος που είναι αποτελεί το κεφάλι, ενώ η Εκκλησία, συνεπώς και όλοι οι άνθρωποι, είτε την έχουν αποδεχτεί είτε όχι – είναι αυτό που λέμε ενεργείᾳ και δυνάμει Εκκλησία – αποτελεί το σώμα του Χριστού. Συνεπώς η Εκκλησία είναι θεανθρώπινος οργανισμός, άρα όταν λέμε ότι πάσχει, εννοούμε κατά το ανθρώπινό της. Κι εκεί όντως έχουν γίνει, γίνονται και θα γίνονται πολλά λάθη. Γιατί είναι των ανθρώπων οι ενέργειες που έχουν πάντα το στοιχείο της αμαρτίας, της έλλειψης, της περιορισμένης δύναμης και προοπτικής. Δεν επηρεάζει όμως την Εκκλησία η ανθρώπινη αμαρτία και αδυναμία κατά την ουσία και τον πυρήνα της. Γιατί είπαμε Εκείνος που έχει τη βασική ευθύνη για την ύπαρξη και τη λειτουργία της είναι ο ίδιος ο Χριστός. Θυμόσαστε τι είπε πάνω σ’ αυτό το θέμα; «Πύλαι Ἅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς». Και ο θάνατος  ακόμη δεν μπορεί να της κάνει τίποτε».
«Ναι, μα τόσα λάθη, τόσες κακές ενέργειες, ακόμα και τόσα εγκλήματα;…», είπε στοχαστικά η Ζωή, η οποία φαινόταν να παρακολουθεί με μεγάλη προσοχή τον λόγο του ιερέα, και μερικές φορές έσκυβε περισσότερο το κεφάλι της για να ακούσει καλύτερα.
«Τα λάθη, είπαμε, Ζωή μου, οφείλονται σε μας τους ανθρώπους, και μάλιστα τους κατεξοχήν υπευθύνους που είμαστε οι ιερείς. Όσο μάλιστα μεγαλύτερη θέση έχει κάποιος στην Εκκλησία, τόσο μεγαλύτερη είναι και η ευθύνη του, οπότε ο λόγος που θα δώσει και στον Θεό την ημέρα της Κρίσεως θα είναι φοβερός».
«Την ημέρα της Κρίσεως…», είπε ο Κώστας. «Μήπως, πάτερ, κι εδώ έχουμε κάποια στοιχεία μεσαιωνικής θρησκευτικότητας, που η εξουσία της τότε εποχής χρησιμοποιούσε προκειμένου να υποτάξει με τον φόβο τους ανθρώπους; Κρίση και κόλαση και Παράδεισος, καζάνια που βράζουν…, δεν είναι πράγματα που τη σημερινή εποχή με την ανάπτυξη της επιστήμης έχουν ήδη ξεπεραστεί;»
Δεν απάντησε αμέσως ο παπα-Χριστόδουλος. «Σας είπα, παιδιά μου», είπε σε λίγο, «ότι τα θέματα είναι πολλά, διαρκώς θα εμφανίζονται και νέα, που σημαίνει ότι πρέπει να καθίσουμε εδώ αρκετές ώρες για να τα ξεδιαλύνουμε, κάτι που ακυρώνει μόλις αυτό που επισημάναμε προηγουμένως για το ακατάλληλο του χώρου. Τέλος πάντων, όμως! Αφού το θέλετε, θα συνεχίσουμε, όχι σε όλα τα θέματα, με υπόκρουση τα… τύμπανα του πολέμου», χαμογέλασαν και πάλι όλοι.
«Ρε πάτερ», ακούστηκε μια βραχνή φωνή, οργίλη και μάλλον… μεθυσμένη. Στράφηκαν όλοι κι είδαν έναν νέο άνδρα, καμιά τριανταριά χρονών, να στέκει πάνω από το κεφάλι τους και να ρίχνει ματιές… θανάτου προς τον ιερέα. Δεν τον είχαν πάρει είδηση, καθώς ήταν απορροφημένοι από τη συζήτηση. Λίγο τρεκλίζοντας αυτός, είναι αλήθεια, ξαναείπε δυνατά, κάτι που έκανε και τα διπλανά τραπέζια να στραφούν με κάποια αγωνία. «Ρε, πάτερ, τι τσαμπουνάς τόση ώρα στα παιδιά και τους φλομώνεις με τις αερολογίες σου; Ήρθες εδώ μέσα για να μας χαλάσεις… τη ζαχαρένια;» χαχάνισε μόνος του, με τη θεωρούμενη σπουδαία ατάκα του.
«Μην πείτε τίποτε, σας παρακαλώ, κι ούτε να κάνετε οτιδήποτε εναντίον του», είπε ο Χριστόδουλος. «Αφήστε με να το χειριστώ ο ίδιος. Το ξέρω το παλληκάρι, δεν είναι κακό, πονεμένο είναι…».
«Συνεχίζεις ρε τράγε, να ψέλνεις στα παιδιά; Τι θέλεις; Να τους κάνεις όλους θεούσους σαν κι εσένα; Ή μήπως να τους κάνεις καλόγερους, ε; Σας ξέρω καλά εσάς τους ρασοφόρους. Απομυζάτε τον λαό, τους τρώτε την περιουσία. Πότε θα ξυπνήσουν όλοι να σας πάρουν με τα καδρόνια!» Ήταν αναψοκοκκινισμένος, αλλά δεν ήξερες αν ήταν από την οργή του ή από το πιοτό.
Ένας από τους ανθρώπους του καταστήματος πλησίασε για να μαζέψει τον τριαντάχρονο, μα εκείνος μόλις τον είδε να πλησιάζει προς το μέρος του στράφηκε απειλητικά και σ’ αυτόν. «Μη με πλησιάζεις… Μη με πλησιάζεις, γιατί θα πληρώσεις εσύ τα σπασμένα, τ’ ακούς; Φύγε, γιατί έχω να πω κάτι σ’ αυτόν τον… ακατονόμαστο», είπε κι έδειξε τον παπά.
Όλοι πια στην καφετέρια είχαν πάρει είδηση το τι γινόταν, είχαν σταματήσει κάθε κουβέντα και περίμεναν να δουν την εξέλιξη της υπόθεσης. Μια παρέα μόνο νεαρών έβρισκε την όλη κατάσταση διασκεδαστική, γι’ αυτό και προκαλούσαν τον μεθυσμένο άνδρα να συνεχίσει. «Δώσ’ τα όλα, μεγάλε. Πάνω του, μη φοβάσαι!» Εκείνος ακούγοντας τα λόγια αυτά, σαν να νευρίασε μαζί τους. Στράφηκε προς τη μεριά τους και άρχισε να τους… στολίζει με διάφορες βρισιές. Εκείνοι ανταπάντησαν και συνέχισαν το πείραγμα ακόμη περισσότερο.
Ο π. Χριστόδουλος τότε, δακρυσμένος απ’ ό,τι πρόλαβαν να δουν τα τρία νεαρά παιδιά του τραπεζιού του, σηκώθηκε απότομα όρθιος, κι έκανε ένα βήμα προς τον ταλαίπωρο άνδρα, κολλώντας σχεδόν το πρόσωπό του πάνω του. «Παναγιώτη!» ακούστηκε η φωνή του να λέει χαμηλόφωνα αλλά σε δραματικό τόνο. «Παναγιώτη! Δεν με θυμάσαι; Εγώ είμαι ο Χριστόδουλος. Ο παπάς που έρχομαι στο σπίτι σου και βλέπω τον πατέρα και τη μάνα σου!» Σαν να έπεσε κεραμίδα στον Παναγιώτη και τον συνέφερε. «Πάτερ, πατέρα Χριστόδουλε, εσύ;» Ο τριαντάχρονος σαν φιγούρα αρχαίας τραγωδίας έπεσε μέσα στην απλωμένη αγκαλιά του ιερέα και ξέσπασε σε λυγμούς. «Συγχώρεσέ με, πατέρα, συγχώρεσέ με. Δεν ξέρω τι με έπιασε…». Πήγε να γονατίσει μπρος στον ιερέα, μα εκείνος τον συγκράτησε. «Όχι, Παναγιώτη μου, δεν χρειάζεται κάτι τέτοιο. Κλάψε όσο θέλεις αν θέλεις, μα έλα, κάθισε εδώ μαζί μας».
Ο νέος άνδρας όμως δεν άντεχε. Συνεχίζοντας να ζητάει τη συγγνώμη του ιερέα, φιλώντας πια τα χέρια του, κρατήθηκε από κάποιες καρέκλες και χάθηκε προς την έξοδο του μαγαζιού. Πήγε να τον συνοδεύσει ο Χριστόδουλος, μα εκείνος του έκανε νόημα να μην τον ακολουθήσει. Το ξάφνιασμά του από τον γνωστό του ιερέα τον είχε ξυπνήσει πλήρως. Η ντροπή που ένιωθε δεν τον άφηνε να καθίσει περισσότερο εκεί.
Κανείς δεν περίμενε μια τέτοια εξέλιξη. Γύρισαν όλοι στα τραπέζια τους, σχολίασαν για λίγο το γεγονός, κάτι είπαν για τους παπάδες και τον Χριστόδουλο, κι ύστερα, σαν να μην είχε συμβεί τίποτε, συνέχισαν το ποτό τους, το τσιγάρο τους, την κουβέντα και τα πειράγματά τους.
«Πάτερ, τον ξέρετε;» είπε η Ζωή, περισσότερο για να σπάσει την αμηχανία της στιγμής. «Ναι, Ζωή. Τον ξέρω, όπως και όλη την οικογένειά του. Σας είπα, άλλωστε, προηγουμένως ότι πρόκειται για… πονεμένη ιστορία, την οποία δεν θα ήθελα τώρα να σας πω. Το μόνο που θα μπορούσα να αποκαλύψω είναι ότι ο Παναγιώτης αυτός, που τον είδατε σε τέτοια… χάλια, είναι μια χρυσή καρδιά. Έχει ταλαιπωρηθεί πολύ από την οικογένειά του, υπάρχουν πολλές αρρώστιες στο σπίτι του, και δίνει μάχες καθημερινές προκειμένου να τα βγάζει πέρα ανάμεσα σε γονείς που η πνευματική τους ισορροπία δεν είναι και στα καλύτερά της. Ίσως γι’ αυτό καταφεύγει κάποιες φορές στο πιοτό. Πώς να αντέξει ο καημένος;…»
Στο τραπέζι έπεσε σιωπή. Κανένας δεν είχε διάθεση να συνεχίσει την κουβέντα που είχαν αρχίσει, όλοι κοίταζαν αμήχανα το πιοτό τους που είχε φτάσει στον πάτο του.
«Λοιπόν, η ώρα πέρασε και θα πρέπει να φύγω», είπε ο παπα-Χριστόδουλος. «Έμειναν βέβαια πολλά εκκρεμή θέματα, που ίσως μπορούμε να τα συζητήσουμε κάποια άλλη στιγμή πιο άνετα. Κι άμα θέλετε, σας προσκαλώ όλους σας στην παρέα που έχουμε στην Ενορία μας, Κυριακή απόγευμα, 7 η ώρα το βραδάκι. Εκεί θα βρείτε κι άλλους νέους, που τους αρέσει η συντροφιά, που θέλουν να συζητούν και να αναζητούν την αλήθεια. Είστε ευπρόσδεκτοι, όποτε θέλετε. Πριν να φύγω όμως θα ήθελα να πω μια κουβέντα σ’ εσένα Κώστα, και σ’ εσένα Ζωή, πάνω σ’ αυτά που θέσατε. Είναι μεγάλο το θέμα, Κώστα, της προσέγγισης των νέων από τη μεριά της Εκκλησίας, κι εννοώ της ποιμαίνουσας Εκκλησίας, αφού όλοι τελικώς είμαστε Εκκλησία. Αλλά η όποια αλλαγή που μπορεί να κάνει η Εκκλησία δεν μπορεί να είναι αλλαγή του Ευαγγελίου της και της διδασκαλίας της. Γιατί είναι σαν να θέλουμε να αλλάξουμε τον Χριστό, πράγμα που καταλαβαίνετε ότι είναι αδύνατο. Άλλος Χριστός σημαίνει άλλος χριστιανισμός, σημαίνει άλλη θρησκεία, συνεπώς επανάκαμψη στην παλαιά ειδωλολατρία και υποταγή και πάλι στην αμαρτία και στον διάβολο. Αλλά είπαμε, αυτά είναι μεγάλα θέματα που δεν συζητούνται στο ποδάρι. Και συ, Ζωή μου, που είπες για το λιβάνι. Το λιβάνι που αναδύεται από το κάρβουνο που καίει και πηγαίνει προς τα επάνω, δημιουργώντας μια ευωδιαστή ατμόσφαιρα, συμβολίζει τη ζωή του κάθε πιστού χριστιανού. Η καρδιά δηλαδή του χριστιανού πρέπει να έχει τη ζωντάνια και τη θερμότητα ενός αναμμένου κάρβουνου, που καίει πάνω στις άγιες εντολές του Χριστού, και κυρίως στην αγάπη προς τον κάθε συνάνθρωπό μας. Όταν ζούμε την αληθινή αγάπη, όπως τη δίδαξε και την έζησε ο Χριστός μας, τότε όλη η ζωή μας αποτελεί μία ευωδία, στην οποία ευχαριστείται ο Θεός, αλλά και που τη χαίρονται και οι ίδιοι οι άνθρωποι. Λοιπόν, σας ευχαριστώ για την πρόσκλησή σας, χάρηκα την παρουσία σας, κι εύχομαι να μη σας εγκαταλείψει ποτέ η διάθεσή σας να θέτετε ερωτήματα, να αναζητάτε την αλήθεια, γιατί αναζητώντας κανείς την αλήθεια στην πραγματικότητα αναζητεί τον Χριστό, άρα σύντομα θα Τον βρει μέσα στην καρδιά του».
Σηκώθηκε ο ιερέας, σηκώθηκαν και τα παιδιά, τα χαιρέτησε θερμά, φόρεσε τον καλογερικό σκούφο του, πήγε προς τον πάγκο για να πληρώσει, και με σταθερά βήματα έφυγε. Έσερνε μαζί του τη μυρωδιά της πνιγηρής ατμόσφαιρας των τσιγάρων, αλλά άφηνε πίσω του τη μυρωδιά μιας άλλης ατμόσφαιρας, πιο ανεβασμένης πνευματικά, που έδινε ώθηση για αναζητήσεις σοβαρές, κι ίσως σωτήριες για τα παιδιά…