Τετάρτη 22 Μαρτίου 2017

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (45)


«Η ταπεινοφροσύνη είναι ανώνυμη χάρη της ψυχής, η οποία μπορεί να ονομαστεί μόνο από όσους την δοκίμασαν εκ πείρας. Είναι ανέκφραστος πλούτος, ονομασία του Θεού, δωρεά του Θεού» (λόγ. κε΄ 3).
Θέλει πολλή προσοχή με την αρετή της ταπεινοφροσύνης. Μπορεί να νομίζεις ότι την… κατέχεις, γιατί βλέπεις ίσως ότι είσαι απλός άνθρωπος, μα τελικώς να δουλεύεις στον εγωισμό σου και τον Πονηρό διάβολο! Κι αυτό γιατί η ταπεινοφροσύνη παρουσιάζεται με πολλά… ενδύματα που εξωτερικά και μόνο μοιάζουν μ’ αυτήν. Η ταπεινοσχημία για παράδειγμα και η ταπεινολογία - μία υπόκριση δηλαδή συμπεριφοράς και λόγων που παραπέμπει στην αληθινή εικόνα της - αποτελούν τις συνηθέστερες μορφές διαστροφής της. Δεν είναι τυχαίο γι’ αυτό που ο μέγας Γέρων της εποχής μας άγιος Πορφύριος συνήθιζε να λέγει όταν μιλούσε γι’ αυτήν: «να λέτε η  α γ ί α  ταπείνωση, κι όχι απλώς ταπείνωση που μπορεί να είναι και ψεύτικη».
Ακόμη και η αληθινή εκδοχή της στη ζωή των αγίων ίσως να μη συνιστά αυτό που και πράγματι είναι – άλλο κάποια σημάδια της παρουσίας της και άλλο η ίδια η ταπείνωση στον πυρήνα της! Κι αυτό για δύο λόγους: Πρώτον, έχει πολλές διαβαθμίσεις: «άλλο πράγμα είναι το να ταπεινοφρονεί κανείς, και άλλο το να αγωνίζεται να ταπεινοφρονεί, και άλλο το να επαινεί τον ταπεινόφρονα» (18). Δεύτερον, αποτελεί  ένδυμα της ίδιας της θεότητας. Κι αυτό το δεύτερο κυρίως τονίζει ο όσιος: «είναι ανώνυμη χάρη της ψυχής», λέει. Γιατί; Διότι φανερώνει την παρουσία του ίδιου του Θεού μέσα στον άνθρωπο. Του Θεού που υπέρκειται όλων των ονομάτων, γι’ αυτό και είναι ανώνυμος. Όταν μιλάμε λοιπόν για την ταπείνωση, μιλάμε τελικώς για τον ίδιο τον Θεό, ο Οποίος είναι μεν αγάπη, αλλ’ είναι και ταπείνωση. Τα δύο αυτά πάνε αδιάλυτα, γιατί Εκείνος μας τα αποκάλυψε. «Ο Θεός αγάπη εστί», και «μάθετε απ’ ε μ ο ύ  ότι πράος ειμι και ταπεινός τη καρδία». «Αγάπη και ταπείνωση! Ιερό ζεύγος!» θα πει θαυμαστικά παρακάτω και πάλι ο όσιος Ιωάννης (36).
Οπότε μη ψάχνεις να βρεις αγάπη, όπως και όποια άλλη αρετή,  όπου ελλείπει η ταπείνωση: δεν υπάρχει. Κι όπου θεωρείται παρούσα αποτελεί υποκρισία και πονηρία! «Βγάλε την ταπείνωση και όλα τα κατορθώματά μας είναι άχρηστα!» (15).
Και το τελικό αποτέλεσμα; Μόλις αρχίζεις και οσμίζεσαι την αγία αυτή ταπείνωση, δηλαδή μόλις αρχίζει η ενεργής εμφάνιση του Κυρίου στη ζωή σου, καταπαύουν όλοι οι πειρασμοί! Φυγαδεύεται και ο ίδιος ο δαίμων! Θυμήσου τον λόγο του οσίου μεγάλου Αντωνίου: «Είδα απλωμένες στη γη όλες τις παγίδες του διαβόλου. Και τρόμαξα και στέναξα και είπα: Ποιος θα τις διέλθει χωρίς να πέσει μέσα; Κι άκουσα φωνή που μου έλεγε: Μόνον ο ταπεινόφρων!»

Τρίτη 21 Μαρτίου 2017

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΤΑΡΙ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ… (27)


Ο αυστηρός νεαρός παπάς!
Η φωνή της μεσήλικης γυναίκας ακουγόταν ταραγμένη και ελαφρώς οργισμένη. Και φαινόταν να έχει δίκιο.
 Είχε μπει στο εξομολογητάρι, είχε αποθέσει το φορτίο των αμαρτιών της, αλλά ήθελε να συζητήσει με τον πνευματικό κι ένα πρόβλημα που φαινόταν ότι την ταλάνιζε αρκετά. Στην εξιστόρηση του προβλήματος αυτού ήταν που η συναισθηματική της ένταση ανέβηκε.
«Πάτερ», του είπε, «η μητέρα μου είναι μεγάλης ηλικίας και χήρα  εδώ και πολλά χρόνια. Είναι άνθρωπος της Εκκλησίας, προσεύχεται διαρκώς, το καντηλάκι στο σπίτι της δεν σβήνει σχεδόν ποτέ, θυμιατίζει πάντοτε. Και θέλησε να πάει να εξομολογηθεί στη μεγάλη πόλη που βρέθηκε για να δει τα παιδιά και τα εγγόνια της. Γιατί ζει σε χωριό κι εκεί ο παπάς τους δεν είναι πνευματικός. Ο πνευματικός έρχεται στις μεγάλες μόνο γιορτές σταλμένος από τη Μητρόπολη, οπότε πράγματι τότε τον επισκέπτεται. Της έχει δώσει μάλιστα και την άδεια, βλέποντας την αφοσιωμένη στον Θεό ζωή της, να κοινωνεί πολύ τακτικά».
«Και ποιο το πρόβλημα»; ρώτησε με απορία ο ιερέας.
«Μέχρι εδώ δεν υπάρχει πρόβλημα, πάτερ. Το πρόβλημα αρχίζει από την ώρα που η μητέρα μου επισκέφτηκε τον παπά που σας είπα, για να εξομολογηθεί. Ζει στο σπίτι του αδελφού μου, αρκετά μακριά από εδώ, οπότε και πήγε στην κοντινή εκεί ενορία. Ο παπάς ήταν πολύ νέος στην ηλικία κι απ’ ό,τι φάνηκε μάλλον… άπειρος για το σπουδαίο αυτό έργο που επιτελείτε εσείς οι πνευματικοί ιερείς».
«Τι έκανε δηλαδή»; ξαναρώτησε ο πνευματικός, και λίγο τα μάτια του σαν να σκοτείνιασαν. Όταν άκουγε για περιπτώσεις αδελφών ιερέων, που κάποιες άστοχες ίσως ενέργειές τους σκανδάλιζαν τους πιστούς, ήταν σαν να μπηγόταν ένα αγκάθι μέσα στην καρδιά του. Προετοιμάστηκε για να ακούσει τα χειρότερα.
«Η μητέρα μου, όπως σας είπα, άρχισε την εξομολόγησή της. Είπε ό,τι είχε να πει και περίμενε τις συμβουλές του ιερέα. Αυτός όμως σαν να… δυσαρεστήθηκε από την εξομολογούμενη γερόντισσα. Δεν την θεώρησε αξιόπιστη για όσα του είπε, γιατί η μητέρα μου, όπως μου τα εξιστόρησε πολύ ταραγμένη αργότερα, δεν είχε και πολλά σοβαρά αμαρτήματα να πει. Χήρα γυναίκα, πάτερ, πονεμένη, με πολλούς αγώνες για να αναθρέψει τα τρία παιδιά της. Και να σας πω, ήταν τόσο ταραγμένη που έφυγε από την Εκκλησία παραπατώντας, κι αν δεν βρισκόταν κάποια ευλογημένη ψυχή να την κρατήσει και να την οδηγήσει στο σπίτι της, θα έπεφτε κάτω».
Ο ιερέας συμμετείχε με πόνο στην εξιστόρηση της γυναίκας. Δεν αμφισβητούσε καθόλου τα λόγια της, γιατί όχι μόνο την ήξερε από χρόνια που την εξομολογούσε, αλλά και για το γεγονός ότι ήταν σοβαρή και μορφωμένη γυναίκα, που δεν είχε πει ποτέ πράγματα που δεν ίσχυαν.
«Τι την τάραξε τη μητέρα σας;» είπε ο ιερέας. «Απλώς και μόνη η αμφισβήτηση του νεαρού παπά;»
«Και ναι και όχι, πάτερ. Θέλω να πω ότι η αμφισβήτηση του παπά ήταν μεν η κύρια αιτία, αλλά το πώς εκφράστηκε αυτή ήταν αυτό που προκάλεσε την ταραχή. Γιατί ο παπάς καταρχάς θεώρησε ως δεδομένο ότι η πολυχρόνια χηρεία της μάνας μου θα την είχε οδηγήσει σίγουρα σε σχέσεις μοιχείας. Δεν είναι δυνατόν, της είπε, τόσα χρόνια μόνη και να μην έκανες κάποια άλλη σχέση. Κι όταν η μάνα μου εντελώς απορημένη του εξήγησε ότι πράγματι ουδέποτε διανοήθηκε να κάνει κάτι τέτοιο, γιατί η πίστη μας δεν το επιτρέπει πρώτον, αλλά και δεύτερον γιατί είχε να αναθρέψει και να μεγαλώσει τρία παιδιά, εκείνος άρχισε να οργίζεται. Πίστεψε ότι η μάνα μου τον κοροϊδεύει κι ότι θέλει να του παρουσιαστεί ως άγγελος και αναμάρτητη. Και δεν τελειώνει το πράγμα εδώ, πάτερ, συνέχισε την εξιστόρηση η γυναίκα. Αφού είπε ό,τι είπε ο παπάς σχετικά με το θέμα αυτό, με πολύ επιθετικό τρόπο άρχισε να τη ρωτάει πώς ζει τώρα στην ηλικία που βρίσκεται. Σημειωτέον, πάτερ, ότι η μητέρα μου πλησιάζει τα ογδονταπέντε χρόνια της, οπότε μαζεμένη από τον επιθετικό τρόπο του νεαρού παπά, του εξήγησε ότι και λόγω ηλικίας μένει κυρίως μέσα στο σπίτι, κι ότι πέρα από τις καθημερινές της εργασίες, η προσευχή και η ακρόαση του εκκλησιαστικού ραδιοφώνου είναι οι προτεραιότητές της. Τότε, μετά από αυτό ήταν που ο παπάς έγινε έξαλλος. Και το επιβεβαίωσα, πάτερ, γιατί επισκέφτηκα τον ναό που είχε εξομολογηθεί η γερόντισσα μάνα μου, και ρώτησα και τον νεωκόρο, όπως και ένα κατάστημα καλλυντικών δίπλα στον ναό, που και εκεί με παρέπεμψαν, αφού εκεί μου είπαν κατέφυγε η μητέρα μου, προκειμένου να μη σωριαστεί στον δρόμο».
Ο παπάς άκουγε και προσπαθούσε να μην φανερώσει τα συναισθήματα που άρχισαν να τον διακατέχουν. «Είναι δυνατόν;» διερωτάτο μέσα του. «Τόση απειρία πια; Τόση αδιακρισία από τον νεαρό παπά;» Αλλά από την άλλη, σκεφτόταν, ακόμη και ο όσιος της εποχής μας, μέγας Γέρων Πορφύριος, σε νεαρή ηλικία που ανέλαβε το διακόνημα της εξομολόγησης και της πνευματικής καθοδήγησης, δεν ήλθε η ώρα που μετανόησε φρικτά για την αυστηρότητά του σ’ εκείνα τα νεανικά του χρόνια; Ο ίδιος δεν έλεγε ότι πιθανόν έβλαψε ανθρώπους, μέσα στα πλαίσια της πνευματικής ευθύνης που είχε αναλάβει, αλλά λειτουργώντας αδιάκριτα;
«Όταν λέτε ότι έγινε έξαλλος, τι εννοείτε;» ρώτησε πολύ σιγά και με σκυμμένο το κεφάλι, ενώ το στομάχι του σφίχτηκε ακόμη περισσότερο, παραμένοντας όμως εξωτερικά απαθής και ψύχραιμος.
«Με δυνατή φωνή την κατηγόρησε ότι του λέει ψέματα για μια ακόμη φορά, κι ότι οπωσδήποτε θα περνάει την ώρα της πηγαίνοντας σε διάφορα σπίτια ή δεχόμενη άλλες γειτόνισσες στο δικό της, προκειμένου να πίνουν καφέ και να κουτσομπολεύουν. Η μάνα μου βεβαίως κόντευε να πεθάνει. Μετάνιωνε την ώρα και τη στιγμή που βρέθηκε στη συγκεκριμένη Εκκλησία, ενώ αναπολούσε τις ώρες εξομολόγησης στον πνευματικό της Μητροπόλεως της περιοχής της, και τη διακριτικότητα και την ευγένεια των λόγων και της συμπεριφοράς του.  Κι όταν τελικά επεχείρησε να αρνηθεί τις κατηγόριες του παπά, εκείνος σηκώθηκε όρθιος και κραυγάζοντας, τόσο που ακούστηκε σε όλον τον ναό, της είπε να σηκωθεί να φύγει, γιατί αυξάνει τις αμαρτίες της με τα ψέματα που του αραδιάζει».
Η γυναίκα σταμάτησε. Η ταραχή της και η οργή της ήταν εμφανείς. Τα μάτια της είχαν υγρανθεί κι έβγαλε ένα μαντήλι να τα σκουπίσει. Κράτησε το κεφάλι της αρκετά ώρα κάτω.
Ο ιερέας προβληματίστηκε. Σκέφτηκε να δικαιολογήσει τον νεαρό ιερέα λόγω της απειρίας του. Η ιστορία φαινόταν απίστευτη, αλλά δεν είχε λόγους να την αμφισβητήσει – άλλωστε και άλλες φορές είχε ακούσει παρόμοιες περιπτώσεις. Έστρεψε το βλέμμα του νοερά στον Κύριο να τον φωτίσει. Οι στιγμές ήταν κρίσιμες. Μήπως μία απόπειρα δικαιολόγησης του ιερέα θα έφερνε αντίθετο αποτέλεσμα; Και τι δικαιολογία να έβρισκε;
«Πάτερ, αν θέλετε, να σας πω τον ναό που έγινε το γεγονός και το όνομα του ιερέα», ακούστηκε η φωνή της γυναίκας.
«Δεν χρειάζεται, παρακαλώ. Δεν έχει ιδιαίτερο νόημα. Απλώς σκέπτομαι τι θα μπορούσα να πω. Σας ομολογώ ότι βρίσκομαι σε τρομερή αμηχανία. Δεν μπορώ να αποδεχτώ από τη μια τη συγκεκριμένη συμπεριφορά του νεαρού ιερέα, από την άλλη δεν ξέρω τι φωτισμό είχε εκείνη τη στιγμή για να συμπεριφερθεί έτσι. Το μόνο στο οποίο καταλήγω είναι ότι η νεότητά του και ένας αδιάκριτος ίσως ζήλος του τον έκαναν να φτάσει σ’ αυτήν την ακρότητα, όπως είμαι σίγουρος ότι πρέπει να έχει μετανιώσει πικρά για τη συμπεριφορά του αυτή, κι αν συναντούσε ενδεχομένως τη μητέρα σας θα της ζητούσε γονατιστός συγγνώμη. Μου έρχεται όμως και μία άλλη σκέψη – κι είναι τούτο κάτι που αναδεικνύει ίσως το πνευματικό μεγαλείο της μάνας σας».
Ανασήκωσε το κεφάλι της η γυναίκα απορημένη. «Το πνευματικό μεγαλείο της μάνας μου;» είπε. «Δηλαδή, πάτερ;»
«Να, μου έρχεται στον νου αυτό που συνέβη στον όσιο Γέροντα Παΐσιο, όταν ήταν στο μοναστήρι του στη Μακεδονία και κατέβαινε στο κοντινό χωριό για να λειτουργείται και να κοινωνεί, γιατί ο ίδιος δεν ήταν παπάς. Μέσα στο ιερό κάποια φορά και την ώρα της Θείας Κοινωνίας, ο ιερέας στράφηκε στον ίδιο και με επιθετικό τρόπο του είπε να βγει έξω μαζί με τον υπόλοιπο λαό και να κοινωνήσει. Συνήθιζε να κοινωνεί μέσα στο ιερό, ως καλόγερος που ήταν. Λοιπόν, εκείνος ταράχτηκε από την επίθεση, αλλά δεν είπε τίποτε. Έσκυψε το κεφάλι, βγήκε έξω, κοινώνησε. Κι όταν στο τέλος της Λειτουργίας είδε τον ιερέα, εκείνος πρόσπεσε στον Γέροντα με δάκρυα στα μάτια, ικετεύοντας τη συγγνώμη του. «Δεν ξέρω τι με έπιασε, Γέροντα – του είπε. Σαν μια δύναμη να με έσπρωξε να σου πω αυτά που σου είπα, που δεν τα πίστευα». Συγχωρέθηκαν. Προβληματίστηκε όμως ο όσιος Γέροντας, γιατί συνέβη αυτό. Και σκέφτηκε ότι κατά τη διάρκεια της ακολουθίας παρακαλούσε τον Χριστό μας να του δίνει μετάνοια και προπαντός ταπείνωση. «Και να, ο Κύριος μου έδωσε αφορμή ταπείνωσης με τα λόγια του παπά. Γιατί ο Θεός όταν του ζητάμε κάποιο χάρισμα, δεν μας το δίνει έτοιμο. Μας δίνει την αφορμή για να το παλέψουμε και να το αποκτήσουμε». Λοιπόν, το ίδιο σκέπτομαι μη συνέβη και με τη μάνα σας. Είναι μια πιστή γυναίκα, αγωνιστής άνθρωπος, ήρωας θα έλεγε κανείς, κι ο Θεός με τη συμπεριφορά του παπά τής έδωσε ευκαιρία για μεγάλη ταπείνωση και για απόκτηση πνευματικών στεφανιών».
«Ποτέ μου δεν σκέφτηκα κάτι τέτοιο», είπε η γυναίκα, εμφανώς πιο ήσυχη. «Αν όντως ισχύει αυτό, τότε τα πράγματα αλλάζουν. Θα της το πω, πάτερ, και νομίζω ότι ο λογισμός της θα ησυχάσει πάρα πολύ. Γιατί ποτέ μου δεν την έχω ακούσει να κατηγορεί παπά, και μάλιστα επανειλημμένως μας μάθαινε από μικρά, ότι τον παπά δεν πρέπει να τον πιάνουμε στο στόμα μας. «Ο παπάς είναι σαν το κάρβουνο», μας έλεγε. «Αν είναι καλός, μας καίει, γιατί είναι αναμμένο κάρβουνο. Αν δεν είναι καλός, μας λερώνει, γιατί είναι σαν το σβηστό κάρβουνο». Και με την περίπτωση αυτή βρέθηκε σε μεγάλο πειρασμό. Πάτερ, σας ευχαριστώ. Κάντε προσευχή για μένα και για τη μητέρα μου».
«Ασφαλώς», είπε ο ιερέας. «Κι εσείς θα σας παρακαλέσω, να προσεύχεσθε και για μένα, αλλά και για όλους τους ιερείς. Μας πολεμάει αρκετά ο Πονηρός τους ιερείς, και γι’ αυτό έχουμε ανάγκη πολύ την προσευχή των υπολοίπων πιστών. Και, αν θέλετε τη γνώμη μου: κυρίως βάλτε στην προσευχή σας, εσείς και η μάνα σας κυρίως, τον νεαρό αυτόν παπά. Να του δίνει ο Κύριος τον φωτισμό που πρέπει για το υψηλό έργο που έχει αναλάβει. Αν δεν μπορεί ίσως να κάνει το καλό, τουλάχιστον να μη βλάπτει στη φάση που βρίσκεται…».

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (44)


«Όσο εύκολα αλλάζουν και ξεπέφτουν οι ευθείς, τόσο δύσκολα μπορούν να μεταβληθούν οι αντίθετοι, οι πονηροί» (λόγ. κδ΄ 11).
Η τρεπτότητα είναι χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης. Μόνον ο Θεός είναι άτρεπτος και απολύτως αναλλοίωτος – ο μόνος όντως πιστός. Δεν αναφερόμαστε στα κτιστά πνεύματα, αγγέλους και δαίμονες: και αυτοί μετά την πτώση του πρώτου αγγέλου, του εωσφόρου, καταστάθηκαν μερικώς άτρεπτοι: οι μεν άγγελοι παγιωμένοι στο αγαθό, οι δε δαίμονες παγιωμένοι στο πονηρό και κακό.
Τι τραγικότητα όμως για τον άνθρωπο! Η τροπή προς το πονηρό είναι απείρως ευκολότερη από την τροπή προς το αγαθό, προς τον Θεό. Να είσαι δημιούργημα του Θεού, να σε διακρατεί με τη γεμάτη αγάπη Πρόνοιά Του, να σου δίνει διαρκώς ώθηση προς τον αληθινό σκοπό σου: τη ζωντανή σχέση σου μαζί Του, κι εσύ να ρέπεις αδιάκοπα προς το αντίθετο! Τι μυστήριο περικλείει την ελευθερία του ανθρώπου! Ποιος μπορεί να εξηγήσει αυτό που λογικά δεν μπορεί να κατανοηθεί με τίποτε;
Το ‘δειξε η δημιουργία του ανθρώπου: με μόνη την υποκίνηση του Πονηρού, ο άνθρωπος δείχνει ανυπακοή προς τον Πατέρα και Πλάστη του· το ‘δειξε όλη η πορεία της πρώτης αποκάλυψης στην Παλαιά Διαθήκη: ο εκλεκτός Ισραήλ διαρκώς αμφισβητεί και αντιδρά στις επεμβάσεις του Θεού· το βεβαίωσε με τον πιο περίτρανο τρόπο ο ερχομός του Χριστού, του Ίδιου του Θεού ως ανθρώπου: οι άνθρωποι Τον περιφρόνησαν, Τον αμφισβήτησαν, Τον σταύρωσαν! Κι έκτοτε το ίδιο: «ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών και εις σημείον αντιλεγόμενον»! «Οι ίδιοι ουκ έλαβον Αυτόν»!
Το βλέπεις κι εσύ στην καθημερινότητά σου: πιο εύκολα στρέφεσαι προς το κακό - το κακό, με ωραίο ασφαλώς περιτύλιγμα, σε έλκει περισσότερο. Αυτό που λέει ο στίχος του λαϊκού άσματος: «είναι γλυκό το πιοτό της αμαρτίας», φαίνεται να ισχύει και σε σένα.
Τι γίνεται λοιπόν; Υπάρχουν ασφαλώς εξηγήσεις, αλλά δεν επαρκούν για μία πλήρη απάντηση. Για παράδειγμα: η ροπή προς το κακό λειτουργεί εγγενώς πια προς τη φύση σου, φτιάχνοντας μία δεύτερη φύση, τη συνήθεια. Πόσο εύκολα μπορείς να αντισταθείς σε ό,τι έχεις κακώς συνηθίσει; Τα πάθη έπειτα: οι δυνάμεις δηλαδή της ψυχής σου που λόγω ακριβώς της κακής συνήθειας έχουν διαστρεβλωθεί, έχοντας σύμμαχο και το ίδιο το σώμα σου: νιώθουν την ηδονή που τους δημιουργεί η πονηρία και η αμαρτία. Πόσο εύκολα μπορείς να αντιπαλέψεις με αυτό που σου είναι τόσο ευχάριστο;
Κι όμως!  Είναι τόσο αναγκαία η στροφή τελικώς προς τον ανηφορικό δρόμο της αρετής, κατά τον Κύριο, διότι είναι η μόνη που οδηγεί στη ζωή. Ο άλλος δρόμος είναι ο δρόμος του θανάτου. Κι έχεις δύο στοιχεία «καταπέλτες» για να πάρεις τον δρόμο αυτό: Πρώτον, τη βοήθεια του ίδιου του Κυρίου – δεν παλεύεις μόνος! Και δεύτερον, όσο επιμένεις και συνηθίζεις στο αγαθό, τόσο πια αυτό γίνεται η τρυφή και η απόλαυσή σου.

Δευτέρα 20 Μαρτίου 2017

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (43)


«Πονηρός σημαίνει, άνθρωπος που κάνει ψευδείς προβλέψεις και που φαντάζεται ότι αντιλαμβάνεται τους λογισμούς των άλλων από τα λόγια τους, και τα μυστικά των καρδιών τους από τις εξωτερικές κινήσεις» (λόγ. κδ΄ 9).
Δεν αναφέρεται προφανώς ο όσιος σ’ εκείνον που βλέποντας κάποια γεγονότα μπορεί να προβλέψει την επόμενη κίνηση: τον οδηγό για παράδειγμα που τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα και προβλέπει ότι με τον τρόπο αυτόν οδεύει με μαθηματικό τρόπο σε σύγκρουση. Ούτε σ’ αυτόν που καταλαβαίνει τι γίνεται γιατί τα λόγια ενός συνανθρώπου του φανερώνουν εξόφθαλμα τη σκέψη του, ή οι βίαιες ενέργειές του δείχνουν το εσωτερικό της καρδιάς του: τον έξω φρενών για παράδειγμα άνθρωπο που οι ύβρεις που εκτοξεύει ή οι σπασμωδικές κινήσεις του δείχνουν ανάγλυφα το μίσος και την έχθρα που κυριαρχούν στη σκέψη του και στην καρδιά του. Αυτό συμβαίνει κατά αυτόματο τρόπο σχεδόν σε όλους.
Αναφέρεται στον άνθρωπο που έχει κάνει στάση ζωής την τάχα πρόβλεψη μελλοντικών γεγονότων, διαρκώς η φαντασία του καλπάζει για να διεισδύει από τα λόγια του άλλου, τα οποία «ψειρίζει»,  στους υποτιθέμενους λογισμούς του, όπως και συνεχώς παρατηρεί τις σωματικές κινήσεις των συνανθρώπων του για να υποθέτει το τι μυστικά καρδιάς κρύβουν αυτές. Μ’ ένα λόγο περιγράφει τον εκτός εαυτού, κι έτσι και εκτός Θεού, άνθρωπο, που κύριο γνώρισμά του έχει την πνευματική τύφλωση. Τύφλωση μάλιστα τέτοια που να πιστεύει ακράδαντα ότι είναι ο κατεξοχήν… ανοικτομάτης!
Είναι ο ορισμός του πονηρού ανθρώπου, αποφαίνεται αξιωματικά ο όσιος. Γιατί πονηρός; Διότι και ο κατεξοχήν Πονηρός, ο διάβολος, με τον ίδιο τρόπο κινείται και φανερώνεται. Κι αυτός - μολονότι ως πνεύμα με «πολυχρόνια» πείρα είναι πιο… μέσα στις διαπιστώσεις του - αναγγέλλει πολλές φορές στα δικά του ως επί το πλείστον όργανα τα μελλούμενα, υποθέτει τους λογισμούς των ανθρώπων από τα λόγια τους, φαντάζεται τα μυστικά της καρδιάς τους από τις εξωτερικές κινήσεις τους. Διότι μη ξεχνάς: ο διάβολος δεν γνωρίζει το μέλλον ούτε και τον εσωτερικό μας κόσμο! Ο μόνος γνώστης ως παντογνώστης και καρδιογνώστης είναι ο Θεός, «ο Πατήρ του μέλλοντος αιώνος», στον Οποίο «τα πάντα είναι γυμνά και φανερά ενώπιόν Του»! Κάθε απόπειρα λοιπόν να σε πείσουν οι αστρολόγοι, οι χειρομάντεις, οι καφετζούδες και όλοι οι σχετικοί, ότι μπορούν να γνωρίσουν το μέλλον και να αποκαλύψουν τα κρυπτά των ανθρώπων, είναι εκ του Πονηρού και ψεύτικα.
Κι αυτή είναι η βασική διαφορά μεταξύ των αγίων και των πονηρών: οι πρώτοι έχοντας το Πνεύμα του Θεού γνωρίζουν τα μυστικά και τα κρύφια και τα μελλοντικά, για να βοηθήσουν τον άνθρωπο και να τον οδηγήσουν σε μετάνοια και εύρεση του Θεού· οι δεύτεροι, καθοδηγούμενοι από τον πατέρα τους διάβολο δεν γνωρίζουν, αλλά υποθέτουν ψευδώς τα παραπάνω, κι αυτό για να πλανέψουν τον άνθρωπο και να τον κάνουν υποχείριο του δικού τους πατέρα.
Πρόσεξε μόνο μη πέσεις κι εσύ στην παγίδα και γίνεις πονηρός!

Πέμπτη 16 Μαρτίου 2017

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΤΑΡΙ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ… (26)


«Μία ευχή μόνο!»
«Αμέσως. Έρχομαι αμέσως, παρακαλώ», φώναξε.  
Ο ιερέας άνοιξε τη νότια θύρα του ιερού, για να δει ποιος ήταν αυτός που κτυπούσε έντονα και παρατεταμένα. Βρέθηκε μπροστά σε μία γιαγιά που κρατούσε ένα μπαστούνι στο χέρι της και κτυπούσε τη θύρα.
«Πάτερ», είπε εκείνη παίρνοντας το δεξί χέρι του ιερέα να το φιλήσει. «Θέλω να μου διαβάσεις μία ευχή για να κοινωνήσω».
Ο ιερέας δεν την είχε ξαναδεί. Μα δεν παραξενεύτηκε. Πολλοί άνθρωποι, και αρκετά προχωρημένης ηλικίας, έρχονταν στον κεντρικό ναό που υπηρετούσε, γιατί ήταν προσκυνηματικός ναός πρώτον, αλλά και πέρασμα γι’ αυτούς που κατέφθαναν από την επαρχία και έρχονταν είτε για δουλειές είτε και για ιατρικούς λόγους.
«Μία ευχή; Τι ευχή;» είπε ο ιερέας, περισσότερο για να δώσει ώθηση για περισσότερες διευκρινίσεις στη μεγάλης ηλικίας γυναίκα, παρά γιατί δεν… κατάλαβε.
«Μία ευχή, πάτερ. Αυτό που διαβάζετε οι παπάδες στην εξομολόγηση. Ήρθα από το νησί μου για κάποιες εξετάσεις στην καρδιά μου εδώ στη μεγάλη πόλη, κι είπα να έρθω για να μπορώ να κοινωνήσω».
Η Εκκλησία ήταν πολύ ήσυχη εκείνη την πρωινή ώρα. Η πρωινή ακολουθία του όρθρου είχε τελειώσει προ πολλού. Υπήρχαν κάποιοι προσκυνητές, οι οποίοι όμως άναβαν διακριτικά το κεράκι τους και προσκυνούσαν τις εικόνες. Μερικοί κάθονταν σε απομονωμένα στασίδια και έκαναν την προσευχή τους. Το μόνο που ακουγόταν ήρεμα και μελωδικά, ήταν το απαλό ψάλσιμο από ένα cd της μικρής παράκλησης της Υπεραγίας Θεοτόκου. Σαν «απόηχος» από τον όρθρο είχε μείνει και το… «άκουσμα» της ευωδίας του λιβανιού από το πρωινό θυμιάτισμα.
«Να σας ρωτήσω κάτι;» είπε με μεγάλη στοργή ο ιερέας στη γιαγιά,  που του θύμιζε τη δική του γιαγιά, καθώς την πήρε από το χέρι και την καθοδήγησε να κάτσει σ’ ένα κάθισμα στο σολέα του ναού. Κάθισε κι αυτός δίπλα της. Τον κοίταξε ερωτηματικά η ηλικιωμένη νησιώτισσα.
«Κάθε πότε περίπου κοινωνάτε;»
«Ε, τηρούμε τις παραδόσεις μας, παππούλη μου. Οι γονείς μου ήταν καλοί άνθρωποι και μας έμαθαν να πηγαίνουμε πάντοτε στην Εκκλησία και να παίρνουμε τακτικά την αγία μεταλαβιά».
«Δηλαδή, κάθε πότε;» επέμεινε ο ιερέας.
«Κάθε Χριστούγεννα, Πάσχα, της Παναγιάς μας το δεκαπενταύγουστο», είπε η γιαγιά και σταυροκοπήθηκε.
«Δεν είναι λίγες οι φορές αυτές;» τη ρώτησε ο παπάς, κι άθελά του επικέντρωσε στο αριστερό ροζιασμένο ρυτιδωμένο χέρι της γιαγιάς. «Πόσες δουλειές και μάλιστα βαριές δεν έχουν κάνει αυτά τα χέρια!» του ήλθε η σκέψη. «Χέρια ανθρώπου… δουλευταρά!». Του ‘ρθε να βάλει μετάνοια και να τα φιλήσει. Γιατί τα συνέκρινε ντροπιασμένος με τα δικά του χέρια, τα ντελικάτα, τα συνηθισμένα να τελούν μόνο τις ακολουθίες, κάποιες εργασίες στο ιερό, άντε και τις γραφικές στο γραφείο, μερικά διακονήματα στο σπίτι, για να βοηθήσει λίγο την παπαδιά του! Το μυαλό του πέταξε και στα χέρια κάποιων ιερέων της επαρχίας, οι οποίοι παράλληλα με τα ιερατικά τους ήταν και αγρότες! Την πρώτη φορά που τα ‘χε δει κι έσκυψε να τα φιλήσει, σαν να… σοκαρίστηκε! Σαν πέτρες του φάνηκαν. Και τότε είχε νιώσει το ίδιο ντροπιασμένος!
«Εμ, πόσες πρέπει να κοινωνάμε τον Κύριο;» άκουσε τη γυναίκα να του λέει,  και… επανήλθε. «Ο πατέρας μου μας έλεγε, θυμάμαι από τα μικράτα μου, ότι η μεταλαβιά δεν είναι… σούπα – συγγνώμη για την έκφραση, παπά μου! – για να την παίρνει κανείς συνεχώς. Κι απορώ κι εγώ που βλέπω μερικές και στο δικό μου το νησί, πολύ περισσότερο εδώ στην πόλη που έρχομαι, να κοινωνάνε πολύ συχνά. Μερικές φορές και κάθε φορά που ο παπάς λειτουργάει!» Η απορία της φαινόταν να συμπλέκεται μ’ ένα είδος αδιόρατης οργής. Οι πιστοί που κοινωνούσαν συχνά ήταν για τη γιαγιά αυτή, τη νησιώτισσα, την άξια γυναίκα, κάποιοι ίσως… βλάσφημοι και ιερόσυλοι!
Ο παπάς αισθάνθηκε κάποια δυσφορία, την οποία είχε νιώσει και την ένιωθε αρκετά συχνά, όταν βρισκόταν μπροστά σε παρόμοιες αντιλήψεις. Δεν έφταιγαν οι απλοί ή και απλοϊκοί μερικές φορές αυτοί άνθρωποι. Έτσι είχαν μάθει έτσι έκαναν. Κι ήταν μέσα στην «ευλογημένη» γι’ αυτούς… παράδοση του τόπου και της εκκλησιάς τους. Αλλά δεν θα έπρεπε να υπάρχει κάποια κατήχηση; Να μάθει ο λαός μας, ο καλός αυτός λαός μας, το μεγαλείο της πίστης του, τις δωρεές του ενανθρωπήσαντος Θεού μας, τη χαρά Εκείνου όταν εμείς Του προσφέρουμε τη συμμετοχή μας στο σώμα και το αίμα Του;
«Γιαγιά μου», έπιασε να λέει ο ιερέας πιάνοντας το γεροντικό χέρι,  κι ήταν σαν να απευθυνόταν στη δική του γιαγιά. «Μου επιτρέπετε να σας προσφωνώ με τον τρόπο αυτόν, έτσι δεν είναι;» Δεν είπε τίποτε η γιαγιά, κι έδειξε ότι χαίρεται την κίνηση του παπά. «Η χαρά του Θεού μας είναι να κοινωνάμε όσο το δυνατόν πιο συχνά. Γι’ αυτό άλλωστε ήλθε ο Κύριος στον κόσμο. Σταυρώθηκε για εμάς, πήρε πάνω Του τις αμαρτίες μας, αναστήθηκε, αναλήφθηκε, έστειλε το άγιο Πνεύμα Του στην Εκκλησία που είναι το δικό Του σώμα, για να μπορούμε ακριβώς να είμαστε πάντοτε μαζί Του. Και είμαστε κυρίως μαζί Του, όταν Τον κοινωνάμε. Όταν Τον μεταλαβαίνουμε, και το σώμα Του και το αίμα Του γίνεται ένα με το δικό μας σώμα και με το δικό μας αίμα. Υπάρχει σημαντικότερο πράγμα στον κόσμο από αυτό;»
Η γιαγιά δεν κουνιόταν. Μόνον άκουγε. «Γι’ αυτό και εκείνοι που βλέπετε να κοινωνάνε τακτικά, κάποιοι μάλιστα κάθε φορά που τελείται η θεία Λειτουργία, καλώς πράττουν. Αυτοί πρέπει να είναι τα παραδείγματά μας, ώστε κι εμείς αν είναι δυνατόν να τους μοιάσουμε. Αρκεί βεβαίως…», κοντοστάθηκε ο παπάς, γιατί κάτι είδε σαν παραξένεμα στα μάτια της γιαγιάς, «… οι πιστοί αυτοί να έχουν την άδεια του πνευματικού τους, που σημαίνει ότι εξομολογούνται κατά καιρούς τις αμαρτίες τους, καθοδηγούνται από τον πνευματικό, κι εκείνος επομένως κρίνει ότι μπορούν να συμμετέχουν όσο πιο τακτικά γίνεται στη Θεία Ευχαριστία. Αυτό γινόταν, γιαγιά μου, και στα πρώτα χριστιανικά χρόνια. Τότε μάλιστα οι χριστιανοί κοινωνούσαν καθημερινά, ορισμένοι μάλιστα, όταν για διαφόρους λόγους δεν μπορούσαν να πάνε να κοινωνήσουν, έπαιρναν και τη θεία κοινωνία και στο… σπίτι τους! Τέτοιο πόθο και αγάπη είχαν προς τον Κύριο. Αλλά και ζούσαν ασφαλώς και αγιασμένη ζωή. Γιατί η θεία Κοινωνία πάντοτε, το ξέρετε αυτό καλά, πρέπει να συμβαδίζει με την τήρηση από εμάς των εντολών του Χριστού μας. Θέλω να πω, γιαγιά μου, ότι ένας πιστός χριστιανός, που αγαπάει τον Κύριο, που προσπαθεί να ζει όσο είναι δυνατόν  σαν κι Εκείνον, αυτός αμαρτάνει αν δεν κοινωνεί τακτικά».
Η νησιώτισσα φαινόταν λίγο να… χάνει τη σειρά. «Αμαρτάνει αν δεν κοινωνεί τακτικά; Δηλαδή, εγώ, παππούλη, που δεν κοινωνάω τόσες φορές σαν τους άλλους που σας είπα, αυξάνω τις αμαρτίες μου;»
«Εξαρτάται, όπως σας είπα. Αν προσεύχεσθε, αν δεν κρατάτε κακίες μέσα στην καρδιά σας για τον όποιο συνάνθρωπό σας, αν προσπαθείτε να αναπνέετε, όπως λέμε, τον Χριστό, τότε, ναι! Αμαρτάνετε! Αν όμως, δεν πολυπροσεύχεσθε, αν κυρίως δεν συγχωρείτε με την καρδιά σας κάποιον που σας αδίκησε και σας έβλαψε, αν… κι άλλα πράγματα, τότε όχι! Δεν αμαρτάνετε που δεν κοινωνάτε, αλλά αμαρτάνετε πολύ περισσότερο γιατί ακριβώς δεν μένετε πάνω στα λόγια του Χριστού μας. Δεν εφαρμόζετε τις εντολές Του!»
Ο παπάς στράφηκε και κοίταξε την απορημένη λίγο γερόντισσα στα μάτια. «Να σας ρωτήσω και κάτι ακόμα; Μου ζητήσατε να σας διαβάσω μία ευχή. Δηλαδή να εξομολογηθείτε χωρίς εξομολόγηση. Έτσι δεν είναι;» «Ναι, παιδάκι μου. Γιατί ούτε έκλεψα ούτε σκότωσα, παιδί δεν έριξα, αντρόγυνο δεν χώρισα. Τι άλλο λοιπόν να πω;»
«Κρατάτε καμία κακία μέσα σας για κανέναν συγχωριανό σας  ή για κάποιον τέλος πάντων συνάνθρωπό σας; Γιατί, το έχετε ακούσει από το Ευαγγέλιο αυτό, αν κρατάμε μέσα μας κακία απέναντι στον όποιον συνάνθρωπό μας, ακόμη και τον εχθρό μας, τότε δεν μπορούμε όχι μόνο να κοινωνάμε, αλλ’ ούτε καν και να προσευχόμαστε και να βλέπουμε στα μάτια τον Χριστό,  την Παναγία μας, τους αγίους μας. Κι είδατε, γιαγιά, τι λέει ο Χριστός μας; Όχι μόνο να μην κρατάμε κακία, αλλά και να τον αγαπάμε τον εχθρό μας. «Αγαπάτε τους εχθρούς υμών…».
Η γιαγιά που καθόταν κι άκουγε τον παπά ήταν απλή γυναίκα, αλλά όχι βεβαίως χαζή. Καταλάβαινε τι έλεγε ο ιερέας του Θεού κι έβλεπε ότι τα λόγια του μπαίνουν στην καρδιά της και της προκαλούν ένα είδος… αναστάτωσης. Ειδικά αυτά που είπε στο τέλος για αγάπη και προς τους εχθρούς. Αυτή δεν είχε εχθρούς, έτσι πίστευε, μα δεν μπορούσε να συγχωρήσει τον κουνιάδο της που είχε βλάψει τόσο πολύ τον άνδρα της. Θέλησε να του φάει την περιουσία των γονιών τους, και σ’ ένα βαθμό το είχε καταφέρει. Κι έβλεπε την αδικία. Και της δημιουργούσε τούτο μέσα της αντάρα και πόνο. Γιατί η αρπαγή των χωραφιών του άντρα της από τον αδελφό του, πλήγωνε και αδικούσε και τα δικά της παιδιά. Αυτό δεν μπορούσε να το σηκώσει. Πώς να συγχωρήσει αυτό που και ο ίδιος ο Θεός δεν… ήθελε;
«Παππούλη, έχω μέσα μου θυμό για τον κουνιάδο μου. Αλλά αυτό είναι το δίκιο. Γιατί μας έκανε κακό μεγάλο. Και δεν νομίζω ότι μπορώ να τον συγχωρέσω. Δεν το θέλει ούτε … ο Θεός!»
Ο ιερέας ξαναείπε τα λόγια του Κυρίου. Έπιασε από τον ώμο τη γερόντισσα και με πολλή ταπείνωση και σεβασμό της εξήγησε ότι κατανοεί τη θέση της – κι αυτός στον κόσμο τούτο ζει – μα αν δεν συγχωρήσουμε κυρίως αυτόν που μας έχει αδικήσει και βλάψει, όχι μόνο δεν θα συγχωρηθούμε από τον Θεό, αλλά κι εμείς οι ίδιοι θα σέρνουμε μέσα μας πάντοτε ένα τεράστιο αγκάθι. «Εμείς τελικά την πληρώνουμε όταν δεν συγχωρούμε τους άλλους. Μένει μέσα μας μία αρρώστια και ζούμε μία κόλαση. Ξέρετε τι να κάνετε, γιαγιά;» είπε τελικά ο ιερέας.
«Τι;» έκανε η ηλικιωμένη γυναίκα, φανερά εξουθενωμένη, που πήγε για μία… «ευχή» ενός λεπτού, και βρέθηκε να κάθεται ώρα τώρα και να ακούει τους λόγους του παπά. Το ‘νιωθε όμως ότι ο παπάς έκανε αυτό που έπρεπε. Βαθιά μέσα της ήξερε την αλήθεια αυτών που της εξηγούσε. Αισθανόταν όμως τόσο αδύναμη. Το δίκιο της την… έπνιγε και την «κατάπινε».
«Γιαγιά μου», άκουσε τα τελευταία λόγια του ιερέα πριν εκείνος την σηκώσει για να την αποχαιρετίσει, «όταν δεν μπορούμε κάτι να κάνουμε από αυτό που μας ζητάει ο Χριστός μας, στρεφόμαστε σ’ Εκείνον και του λέμε την αδυναμία μας. Του ζητάμε να μας βοηθήσει κι Εκείνος ανάλογα με το τι καρδιά Του το λέμε, μας δίνει τη χάρη και γίνεται πράξη το αδύνατο. Γιαγιά, ζητήστε από τον Κύριο να σας βοηθήσει. Και θα δείτε το θαύμα στη ζωή σας».
Σηκώθηκε ο παπάς κι έπιασε και τη γερόντισσα να τη σηκώσει. Σηκώθηκε με δυσκολία. «Πάτερ, τώρα που σας είπα αυτό που υπάρχει στην καρδιά μου, δεν θα μου διαβάσετε τη συγχωρητική ευχή; Να μην μεταλαβαίνω;»
«Θα κάνετε προσευχή να σας δώσει ο Θεός δύναμη να απαλλαγείτε από το βάρος σας αυτό;» ρώτησε σχεδόν με αγωνία ο ιερέας, ικετεύοντας σχεδόν την θετική απάντηση της σεβαστής νησιώτισσας.
«Ναι, πατέρα μου. Θα προσπαθήσω. Θα παρακαλέσω τον Χριστό και την Παναγιά μας. Το ξέρω μέσα μου ότι έτσι είναι τα πράγματα, όπως μου τα είπατε».
Ο ιερέας φόρεσε το πετραχήλι του και διάβασε με αίσθηση ψυχής τη συγχωρητική ευχή. Ένα δάκρυ κύλισε από τα μάτια του.
«Και κάνοντας την προσευχή αυτή διαρκώς, να παίρνετε και σεις τον Κύριο με την αγία κοινωνία όσο μπορείτε πιο συχνά», απόσωσε τον λόγο του ο παπάς, κι αγκάλιασε την πονεμένη και αδικημένη γερόντισσα, ενθυμούμενος τον παρήγορο λόγο του οσίου Γέροντα Παϊσίου: «Οι αδικημένοι του κόσμου τούτου, είναι τα πιο αγαπημένα παιδιά του Χριστού μας. Τους βάζει κατευθείαν στην καρδιά Του».

 

 

 

 

… ΚΑΙ ΛΟΓΟΝ ΕΡΕΥΞΟΜΑΙ ΤΗ ΒΑΣΙΛΙΔΙ ΜΗΤΡΙ…


Γ΄ Χαιρετισμοί
«Χαίρε, ξύλον ευσκιόφυλλον, υφ’ ου σκέπονται πολλοί»
(Χαίρε, Παναγία, που είσαι το καλοΐσκιωτο δέντρο, κάτω από το οποίο βρίσκουν σκέπη πολλοί).
Φαντάσου να βαδίζεις στην έρημο κάτω από τον καυτό ήλιο που πυρώνει τα πάντα! Νιώθεις έτοιμος να καταρρεύσεις, νιώθεις ίσως ότι θα πεθάνεις, θέλεις κάπου να καταφύγεις να προφυλαχτείς. Και φαντάσου ότι στην απελπιστική αυτή κατάστασή σου βλέπεις μία όαση, στην οποία κυριαρχεί ένα τεράστιο δέντρο, με πυκνό φύλλωμα και παχιά σκιά. Αναλύεσαι σε δάκρυα για την απρόσμενη «τύχη» σου! Ο Θεός σου κάνει το πιο απρόσμενο και ουράνιο δώρο Του!
Εκεί κινείται και η σκέψη του αγίου υμνογράφου με τον συγκεκριμένο χαιρετισμό. Γιατί και η ζωή μας στον κόσμο τούτο δεν διαφέρει και πολύ από πορεία στην έρημο. Οι κακίες των ανθρώπων, οι εξάψεις των παθών, των δικών μας και των άλλων, οι πονηρίες του Διαβόλου, ο οποίος «ως λέων ωρυόμενος περιπατεί ζητών τίνα καταπίη» κατά τον απόστολο, συνθέτουν το σκηνικό μιας πνευματικής ερήμου, συχνά τρισχειρότερης από τις γνωστές ερήμους. Και βλέπεις ότι στην πνευματική αυτή έρημο καίγεσαι, νιώθεις τη θανατερή ανάσα του κακού, ψάχνεις απεγνωσμένα κάπου να καταφύγεις και να κρυφτείς.
Εδώ βρίσκεται το μεγαλείο της πίστης μας: σ’ έναν κόσμο τέτοιας ερημίας λόγω της πτώσης του στην αμαρτία, όπου φαίνεται κυρίαρχος ο Πονηρός, υπάρχει πάντοτε η ελπίδα. Γιατί έχει έλθει ο Χριστός μας, ο Παντοδύναμος Θεός, ο Οποίος πήρε πάνω Του όλες τις αμαρτίες όλου του κόσμου και τις ξέπλυνε. Που θα πει: Μέσα στην έρημο βρίσκεται ήδη η όαση. Υπάρχει δίπλα μου και μπορώ να τη γευτώ ανά πάσα στιγμή. Είναι το ζωντανό σώμα του Χριστού η Εκκλησία, μέσα στην οποία ζω Εκείνον που είναι ο δροσισμός και η ψυχή της ψυχής μου, ζω Εκείνην που είναι η καταφυγή και η σκέπη μου, ζω την παρουσία των φίλων μου, των αγίων, που είναι έτοιμοι με απλωμένο πάντα χέρι να με βοηθήσουν!
Κι η χαρά του Κυρίου είναι να προσφεύγουμε στην Παναγία Μητέρα Του: Της έχει δώσει όλες τις δυνάμεις Του να τις προσφέρει όπου βλέπει ότι τις χρειάζονται, «ηττάται» αμέσως μπροστά στις πρεσβείες Της, η χάρη Του διέρχεται πολλαπλώς μέσα από Αυτήν!
Η Παναγία Μητέρα! Η Αγία Σκέπη μας! Όλος ο πιστός λαός όπου γης, κατεξοχήν οι Έλληνες, έχουμε νιώσει την παντοδύναμη προστασία Της. Σε κάθε πρόβλημά σου που βλέπεις ότι σε πυρώνει, να καταφεύγεις κάτω από τη σκιά Της. Θα νιώθεις αμέσως τον δροσισμό και την ανάλαφρη ανάσα Της. Στην ουσία τον δροσισμό της χάρης του Θεού!

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (42)


«Ας μη παύσουμε ποτέ να συζητούμε για τους προ ημών Πατέρες και φωστήρες, συγκρίνοντας τους εαυτούς μας μαζί τους. Τότε θα διαπιστώσουμε ότι δεν πατήσαμε καν το πόδι μας στον δρόμο της πραγματικής μοναχικής (γράφε: χριστιανικής) ζωής» (λόγ. κβ΄ 21).
Είσαι μόνος σου σ’  έναν ερημικό δρόμο και τρέχεις. Και νομίζεις ότι τρέχεις γρήγορα. Μπορεί και να θαυμάζεις τον εαυτό σου. Κι έρχεται δίπλα σου κάποιος άλλος που τρέχει γρηγορότερα από σένα, οπότε καταλαβαίνεις πόσο… σιγά πηγαίνεις! Μετάθεσε νοερά τον εαυτό σου σ’  ένα στάδιο:  βάλε τον εαυτό σου να τρέχει δίπλα στα… μεγαθήρια των Ολυμπιακών αγώνων! Θα φαίνεσαι μάλλον όχι πως τρέχεις, αλλά απλώς πως περπατάς. Ίσως μάλιστα πως είσαι στάσιμος!
Το ίδιο δεν ισχύει και στην πνευματική ζωή; Πόσες φορές κάνουμε κάτι, θεωρούμενο πνευματικό:  προσευχή, εκκλησιασμό, νηστεία, κάποιες ελεημοσύνες, και νομίζουμε ότι είμαστε «άγιος Αντώνιος»! Καταλαβαίνεις ότι η σύγκριση με μόνο τον εαυτό σου είναι πλάνη:  πάντοτε θα ζεις σε μία ψευδαίσθηση:  την ψευδαίσθηση του… μεγαλείου και της αγιοσύνης σου! Δεν επισημαίνει τυχαία ο λόγος του Θεού: «ουαί, ο ενώπιον αυτού επιστήμων»! Το συμπέρασμα είναι αυτονόητο: μαζί με τους άλλους, σε σχέση με τους συνανθρώπους μας, συνειδητοποιούμε τον εαυτό μας και τα μέτρα μας. Ο άλλος τελικώς είναι  ο… καθρέπτης  μας!
Μην κοιτάς τους εκτός της πίστεως και της Εκκλησίας. Δεν είναι αυτοί το μέτρο σου. Στην πνευματική ζωή πρέπει να συγκρινόμαστε μ’  εκείνους που είναι οι πρωταθλητές της. Γιατί μας δείχνουν τα όριά μας:  εκεί που πρέπει να βρισκόμαστε και να φτάσουμε. Λοιπόν, το μυαλό και η σκέψη σου στους πρώτους της πίστεως:  στους αγίους! Για να μη σου πω στον πρωταθλητή των πρωταθλητών, την ίδια την Παναγία μας! Εκείνη δεν συνιστά το όριο του ανθρώπου; Στο πρόσωπο και τη ζωή της δεν βλέπουμε τον πιο χαρισματικό εαυτό μας; Μ’  αυτούς λοιπόν πάντοτε να συγκρίνεσαι.
Και τότε θα κατανοείς δύο βασικότατα πράγματα: Πρώτον, ότι θα   κινείσαι και συ σ’  ένα χαρισματικό επίπεδο, γιατί  θα βλέπεις πως ό,τι έχουν πετύχει ή πετυχαίνουν οι άγιοι είναι αποτέλεσμα και της δικής τους ασφαλώς βούλησης, πρωτίστως όμως της χάρης του Κυρίου μας. «Χωρίς Αυτόν δεν θα έκαναν απολύτως τίποτε»! Και θα κλαις από αγάπη προς Αυτόν, γιατί θα έχεις εισέλθει και συ τουλάχιστον στον ίδιο δρόμο μ’ εκείνους! Δεύτερον, και σημαντικότερο: ότι θα νιώθεις αδιάκοπα πόσο μικρός και λίγος είσαι -  ότι «δεν έχεις πατήσει καν το πόδι σου στον δρόμο της πραγματικής χριστιανικής ζωής»!  Μπροστά στην Παναγία, τους αγίους, το μόνο που θα σου έρχεται να κάνεις είναι να κτυπάς το στήθος σου, λέγοντας και επαναλαμβάνοντας: «Ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Μη τυχόν και αφήσεις από τα χέρια σου την Αγία Γραφή, τους λόγους των Πατέρων μας, τους βίους των αγίων μας! Σε οδηγούν στη βάση όλων των αρετών, εκεί που δρα ο Θεός:  την αγία ταπείνωση!