Τρίτη 28 Απριλίου 2015

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΕΝΝΕΑ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΟΙ ΕΝ ΚΥΖΙΚΩ ΜΑΡΤΥΡΗΣΑΝΤΕΣ (28 ΑΠΡΙΛΙΟΥ)




῾Αυτοί οι θειότατοι μάρτυρες που μαζεύτηκαν από διαφόρους τόπους και έφτασαν στην Κύζικο, ντρόπιασαν τον άρχοντα με τη γενναιότητα του φρονήματός τους και αρνήθηκαν με βδελυγμία την πλάνη των ειδώλων. Υποβλήθηκαν γι᾽αυτό σε διάφορα βασανιστήρια, χωρίς βεβαίως να πειστούν να αλλάξουν. Το αντίθετο μάλιστα: πρόσφεραν στον αληθινό Θεό ζωντανή θυσία τους εαυτούς τους, οπότε φονεύτηκαν με ξίφος᾽.

Εικονίζουν τα εννέα άυλα τάγματα των αγγέλων οι άγιοι εννέα μάρτυρες οι εν Κυζίκω αθλήσαντες. Που σημαίνει: όπως οι άγγελοι δοξολογούν  αενάως τον Τριαδικό Θεό ευρισκόμενοι πάντοτε σε ετοιμότητα υπακοής στο πανάγιο θέλημά Του, κατά τον ίδιο τρόπο και αυτοί: υπήκουσαν όσο ζούσαν στη ζωή αυτή στο θέλημα του Κυρίου, πρόσφεραν μάλιστα και την ίδια τη ζωή τους χάριν Αυτού, γι᾽αυτό και χαριτώθηκαν από τον Ίδιο να Τον δοξολογούν μαζί με τους αγγέλους αδιάκοπα στον ουρανό. Οι στίχοι του συναξαρίου των αγίων, όπως και πολλά τροπάρια από τις ωδές, αυτήν την αλήθεια προβάλλουν. ῾Αποτελούν εικόνα των εννέα άυλων αγγελικών ταγμάτων οι εννέα άνδρες, των οποίων έκοψαν τα κεφάλια᾽(῾Εικών αϋλων ταγμάτων των εννέα, οι τας κάρας τμηθέντες άνδρες εννέα᾽). ῾Δυναμωθήκατε από το σθένος του Αγίου Πνεύματος και νικήσατε τις βουλές και τις παγίδες των ανόμων, ζώντας σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Κι αφού αγωνιστήκατε νόμιμα αποκτήσατε τη δόξα του Ουρανού᾽(῾Νόμοις ενθέοις, δυναμούμενοι σθένει του Πνεύματος, ανομούντων τας βουλάς και τας ενέδρας καθείλετε· νομίως δ᾽ αθλήσαντες, δόξης ετύχετε᾽) (ωδή γ´). Ο άγιος Ιωσήφ ο υμνογράφος, απαρχής τονίζει αυτό που η Εκκλησία μας, βασισμένη στον άγιο λόγο του Κυρίου, εξαγγέλλει διαρκώς: κανένας δεν παίρνει το στεφάνι από τον Θεό, αν δεν αγωνιστεί νόμιμα, σύμφωνα δηλαδή με το θέλημα του Θεού. ῾Ουδείς αθλητής στεφανούται, αν μη νομίμως αθλήση᾽ (απ. Παύλος). Ό,τι κι αν κάνει ο άνθρωπος, ό,τι πορεία ζωής αν θελήσει να ακολουθήσει, ποτέ δεν πρόκειται να έχει πραγματική σχέση με τον Θεό, κάνοντας πέρα τις άγιες εντολές Του. ῾Διά των εντολών όδευσον᾽ είναι η μόνιμη προτροπή των αγίων Πατέρων μας και της Εκκλησίας μας, που θα πει να περιπατούμε εν τω Χριστώ. ῾Εν Αυτώ περιπατείτε᾽ (απόστ. Ιωάννης).

Ο άγιος υμνογράφος, πέραν της παραπάνω αλήθειας που αποτελεί το κεφάλαιο της αγιότητας των εννέα μαρτύρων, και όλων βεβαίως των αγίων, μένει και σε κάτι που αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο της ορθής πορείας ζωής των εννέα: την ενότητά τους. Οι άγιοι, μολονότι εννιά στον αριθμό και προερχόμενοι μάλιστα από διαφορετικές περιοχές, είχαν μία ψυχή και μία καρδιά. Ό,τι σημειώνει για την πρώτη κοινότητα των Ιεροσολύμων ο ευαγγελιστής Λουκάς στις Πράξεις των Αποστόλων, ότι δηλαδή οι χριστιανοί ῾είχαν τα πάντα κοινά, διότι είχαν μία καρδιά και ένα φρόνημα όλοι τους᾽, ό,τι εύχεται η Εκκλησία μας, στοιχούσα στην εντολή του αρχηγού της Ιησού Χριστού: ῾ίνα πάντες εν ώσιν᾽, αυτό ακριβώς βλέπουμε στους εννέα σήμερα ήρωες της πίστεως. Μπορεί να ήταν εννιά σώματα, μία όμως ήταν η γνώμη τους, λόγω της κοινής πίστεως και αγάπης τους προς τον Χριστό. Κι από την άποψη αυτή όπου υπάρχει διάσπαση και έχθρα και μίσος, ακόμη κι αν ομολογείται η ίδια πίστη, Χριστός εκεί δεν υφίσταται. ῾Έχοντας μία γνώμη στα διαφορετικά σώματά σας, πήρατε μαζί το στεφάνι του μαρτυρίου, μάρτυρες᾽(῾Μίαν γνώμην διαφόροις εν τοις σώμασιν έχοντες, μαρτυρίου στέφος άμα εκομίσασθε, μάρτυρες᾽) (ωδή δ´). Κι αλλού: ῾Έξι νέοι, μαζί με άλλους τρεις, απέκτησαν μία γνώμη σε πολλά σώματα και κατάσβεσαν το καμίνι της πλάνης, γιατί δροσίζονταν ευσεβώς από τη δροσιά του θείου Πνεύματος᾽(῾Νέοι εξ τρισί προς άλλοις, μίαν γνώμην εν πολλοίς κτησάμενοι σώμασι, κάμινον κατέσβεσαν πλάνης, δρόσω θείου Πνεύματος ευσεβώς δροσιζόμενοι᾽) (ωδή ζ´).
 
Η εν πίστει και αγάπη ενότητά τους αυτή, φανέρωση της παρουσίας του Χριστού στη ζωή τους, αποκορυφούμενη και στο κοινό τους μαρτύριο, τους έκανε, κατά τον υμνογράφο, να λειτουργούν στον κόσμο αφενός ως βροχή που αναζωογονεί τους πιστούς, αφετέρου ως δύναμη ξηρασίας για την πλάνη της αθεϊας. Με άλλα λόγια, η μεγαλύτερη προσφορά ενός πιστού, προκειμένου να βοηθήσει τους συνανθρώπους του στο να βρουν τον δρόμο της ζωντανής πίστεως και να δώσει αποφασιστικό πλήγμα κατά της δαιμονικής και διαστροφικής αθεϊας, που αποξηραίνει τη ζωή, είναι να ζει ο ίδιος εν Χριστώ, έτοιμος να θυσιάσει και τη ζωή του για την πίστη του. Ο άγιος Ιωσήφ μάς καθοδηγεί και επ᾽αυτού: ῾Αναδειχτήκατε, σοφοί αξιοθαύμαστοι αθλητές, μυστικές νεφέλες που προσφέρουν τη βροχή με τις στάλες των αιμάτων σας στους πιστούς, και ξεραίνουν με τη χάρη του Θεού την πλάνη της αθεϊας. Γι᾽αυτό και σας μακαρίζουμε᾽(῾Νεφέλαι μυστικαί, των αιμάτων τοις όμβροις, υετίζουσαι πιστούς, εδείχθητε, σοφοί αθληταί αξιάγαστοι, και ξηραίνουσαι την πλάνην αθεϊας εν χάριτι· διά τούτο υμάς μακαρίζομεν᾽(ωδή α´). ῾Με τους ποταμούς των ιερών σας αιμάτων αποξηράνατε τη θάλασσα πράγματι της ειδωλικής απάτης και καταποτίσατε την Εκκλησία του Χριστού, θεόφρονες μάρτυρες᾽(῾Ρείθροις των σεπτών υμών αιμάτων, ειδωλικής απάτης εξηράνατε θάλασσαν όντως, και την Χριστού Εκκλησίαν, μάρτυρες, κατηρδεύσατε, θεόφρονες᾽) (ωδή ς´).

Δευτέρα 27 Απριλίου 2015

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΣΥΜΕΩΝ, ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ, ΣΥΓΓΕΝΗΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ (27 ΑΠΡΙΛΙΟΥ)


 
῾Ο άγιος Συμεών ήταν υιός του μνήστορος Ιωσήφ, αδελφός του Ιακώβου. Ο ίδιος ο Χριστός και Θεός μας τον προσέλαβε και καταδέχτηκε να τον ονομάζει αδελφό Του, και τον έχρισε ιερέα για να κηρύσσει την ένδοξη παρουσία Του. Γι᾽αυτό, αφού πάλαιψε με μύριους κόπους και ιδρώτες ως ποιμένας και όχι ως μισθωτός, κατακόσμησε τον θρόνο των Ιεροσολύμων. Έκανε τον εαυτό του ναό του Αγίου Πνεύματος και κατέστρεψε τους ναούς των ειδώλων, ενώ οδήγησε προς το φως του Χριστού τους πλανεμένους. Χάριν της πίστεώς του υπέμεινε φοβερά μαρτύρια και στο τέλος τον σταύρωσαν, ενώ ήδη είχε γίνει εκατόν είκοσι ετών. Έτσι πήγε κοντά στον Σωτήρα Χριστό, τον Οποίο αγαπούσε με βαθύ πόθο. Αυτός ο μακάριος απέκτησε πλούτο διπλής κλήσεως: Καλείτο Σίμων και Συμεών, ενώ χρημάτισε αδελφός του Ιακώβου και του ίδιου του Χριστού᾽. 
 
 
Μολονότι ο άγιος Συμεών δεν ανήκει στους δώδεκα μαθητές του Κυρίου μας κι ούτε είναι ιδιαιτέρως γνωστός στους πολλούς, κατέχει ξεχωριστή θέση στο στερέωμα της Εκκλησίας. Ο άγιος Ιωσήφ ο υμνογράφος μεταξύ άλλων εγκωμίων που προβάλλουν τη σπουδαία προσωπικότητά του αναφέρει στον οίκο του κοντακίου: ῾Ας δοξολογήσουμε σήμερα τον τρισμακάριο Συμεών, ο οποίος καταγόταν από το γένος του Αβραάμ, ήταν από τη σειρά του Δαυίδ, υπήρξε υιός του Ιωσήφ και συγγενής του Ιησού. Κι αυτό γιατί δοξάστηκε πάρα πολύ λόγω της συγγένειάς του με τον Χριστό, κόσμησε με λαμπρότητα τον θρόνο της μητέρας των Εκκλησιών, ωραιώθηκε ένδοξα με το αίμα του μαρτυρίου. Και μάλιστα αυτός, όπως ο Δεσπότης Χριστός, σταυρώθηκε και μιμήθηκε έτσι το θείο πάθος Αυτού᾽ (῾Τον εκ γένους Αβραάμ και ει σειράς της του Δαυίδ, τον υιόν του Ιωσήφ και συγγενή του Ιησού, ευφημήσωμεν σήμερον Συμεών τον τρισόλβιον· ως μεγάλως μεν τη αγχιστεία Χριστού κλεϊζόμενον, λαμπρώς δε τω θρόνω της μητρός των Εκκλησιών αγλαϊζόμενον, ευκλεώς δε τω αίματι του μαρτυρίου καλλυνόμενον· και γαρ ούτος, ως ο Δεσπότης, τω σταυρώ προσεπάγη, το θείον πάθος αυτού μιμησάμενος᾽). Η σταυρική του θυσία γίνεται βεβαίως ευκαιρία για τον άγιο υμνογράφο, κι όχι μόνο μία φορά, να τονίσει ακόμη περισσότερο την αδελφική σχέση του με τον Κύριο – αδελφική όχι κατά σάρκα ασφαλώς, αλλά γιατί μεγάλωσαν στην ίδια οικογένεια υπό την προστασία του μνήστορος Ιωσήφ. ῾Πάσχεις ίδια, Συμεών, με τον Κύριο, αφού κρεμάστηκες στο Ξύλο ως αδελφός του Κυρίου᾽(῾Αδελφά πάσχεις, Συμεών, τω Κυρίω, Ξύλω κρεμασθείς, ως αδελφός Κυρίου᾽) (στίχοι συναξαρίου).

Η μεγαλωσύνη του αγίου Συμεών – υπονοήθηκε και παραπάνω – δεν έγκειται απλώς στο γεγονός ότι είχε συγγένεια με τον Κύριο. Μία τέτοια εξωτερική σχέση με τον Χριστό δεν δικαιώνεται χριστιανικά κι ήταν κάτι που ο Κύριος αρνήθηκε. Σε παρόμοιο προβληματισμό που του έθεσαν οι Ιουδαίοι είπε τα θεωρούμενα σκληρά λόγια: ῾Ποια είναι η μάνα μου και ποια είναι τα αδέλφια μου; Μάνα μου και αδελφός μου και αδελφή μου είναι όσοι ακούνε τον λόγο του Θεού και τον τηρούν᾽. Γεγονός που σημαίνει: ακόμη και η ίδια η Παναγία, όπως και όλοι οι συγγενείς του Κυρίου, έχουν τόσο μεγάλη θέση στην Εκκλησία λόγω ακριβώς της υπακοής τους στον Κύριο και Θεό τους και όχι λόγω της συγγένειάς τους. Ο υμνογράφος της Εκκλησίας μας πράγματι επανειλημμένως τονίζει ότι ο άγιος Συμεών ῾έγινε σαν τον Χριστό λόγω της ολοκληρωτικής στροφής της καρδιάς του προς τον Θεό και λόγω της λάμψης του μαρτυρίου του᾽ (῾Νεύσει προς Θεόν θεούμενος, όλος, Ιεράρχα, θεοειδής εχρημάτισας, μαρτυρίου περιαστράπτων λαμπηδόσιν, ιερώτατε᾽) (ωδή γ´). Και γι᾽αυτόν τον λόγο έγινε τόσο μεγάλος, τόσο τεράστιος, ώστε και τα θεωρούμενα όρη της ασέβειας και τα βουνά των δαιμονικών πειρασμών συντρίφτηκαν επάνω του. ῾Συντρίφτηκαν ενώπιόν σου, Ιεράρχα, τα όρη της ασέβειας και έλιωσαν όλα τα βουνά των δαιμόνων, καθώς σε ενδυνάμωνε ο Χριστός᾽(῾Συνετρίβη προ προσώπου σου, Ιεράρχα, της ασεβείας όρη, και βουνοί των δαιμόνων πάντες κατετάκησαν, Χριστού δυναμούντός σε᾽) (ωδή δ´).

Ο άγιος Ιωσήφ προχωράει ακόμη περισσότερο, καθοδηγώντας μας στο μυστικό και ιερό βάθος της καρδιάς του αγίου Συμεών, εκεί που το ῾θείο φίλτρο ανέφλεγε το νου του᾽(῾Θείω φίλτρω αναφλεχθείς τας φρένας᾽ (ωδή ζ´). Ο άγιος ῾υπήρξε ένα όμορφο στολίδι, και μάλιστα των αρχιερέων,  γιατί αγωνίστηκε να μισήσει τις ηδονές του πεσμένου στην αμαρτία κόσμου, και με την άθλησή του αξιώθηκε την ουράνια δόξα᾽(῾Κόσμου ηδονάς εμίσησας και Αρχιερέων κόσμος τερπνός εχρημάτισας, και αθλήσας, υπερκοσμίου δόξης, Πάτερ, κατηξίωσαι᾽) (ωδή γ´). Η δύναμή του δε, δύναμη όπως είδαμε του Χριστού, ήταν η ένθερμη προσευχή του. Αυτήν χρησιμοποιούσε ως ακατανίκητο όπλο, και για να νικήσει τα είδωλα και για καθοδηγήσει τους πλανεμένους ανθρώπους προς το φως. ῾Ναούς ειδώλων κατέστρεψας μοχλώ σου των προσευχών και πλανωμένους προς το φως καθωδήγησας᾽ (ωδή ε´).  Και το φως αυτό προς το οποίο καθοδηγούσε τους ανθρώπους δεν ήταν άλλο από τον αγαπημένο αδελφό και Κύριό του. Όπως ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, έτσι και ο άγιος Συμεών, μπορούσε με ταπείνωση να ομολογεί:  ῾Εκείνον δει αυξάνειν, εμέ δε ελαττούσθαι᾽. ῾Σαν όρθρος αυτός έλαμψε στους σκοτισμένους ανθρώπους, υποδεικνύοντάς τους τον Ήλιο της δικαιοσύνης, που ανέτειλε στους ανθρώπους από τη νεφέλη, δηλαδή την Παρθένο Κόρη᾽(῾Όρθρος τοις εν σκότει έλαμψας, της δικαιοσύνης υποδεικνύων τον Ήλιον, εκ νεφέλης Παρθένου Κόρης, τοις ανθρώποις ανατείλαντα᾽) (ωδή γ´).

Παρασκευή 24 Απριλίου 2015

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΥ ΚΗΡΥΓΜΑΤΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ


«Τις αποκυλήσει ημίν τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου;»
(Μάρκ. 16, 3)

 Στα γεγονότα της Μ. Παρασκευής και «τη μια των Σαββάτων», της πρώτης ημέρας της Αναστάσεως του Κυρίου, μάς μεταφέρει το Ευαγγελικό ανάγνωσμα. Ο Ιωσήφ από την Αριμαθαία, μόνος από όλους τους μαθητές, «τολμήσας» πήγε στον Πιλάτο και ζήτησε το νεκρό σώμα του Ιησού. Το πήρε και το ενταφίασε σε «καινόν μνημείον εν ω ουδείς ουδέποτε ετέθη», ενώ οι μυροφόρες γυναίκες ξημερώματα ξεκίνησαν για τον τάφο προκειμένου να επιτελέσουν τα νεκρικά έθιμα, αλείφοντας το σώμα του Ιησού με τα προβλεπόμενα αρώματα. Δεν φοβήθηκαν το σκοτάδι αλλ’ ούτε και τους ρωμαίους στρατιώτες. Η μόνη σκέψη που τις απασχολούσε, το «βαρίδι» κυριολεκτικά στην καρδιά τους, ήταν το βάρος του μεγάλου λίθου, με το οποίο είχε σφραγιστεί ο τάφος. Παρ’ όλα αυτά όμως προχωρούν. Και βρίσκονται μπροστά στην απίθανη έκπληξη: ο λίθος είχε αποκυλιστεί από άγγελο Κυρίου, ο οποίος τις ανήγγειλε ότι «ηγέρθη ο Κύριος. Ουκ έστιν ώδε. Ίδε ο τόπος όπου έθηκαν Αυτόν».  Γίνονται έτσι οι πρώτοι άνθρωποι στους οποίους αναγγέλλεται το γεγονός της Αναστάσεως του Κυρίου. Οι μυροφόρες γυναίκες γίνονται οι πρώτοι που είδαν το «καινόν μνημείον».

 1. Δεν ήταν μόνον ο Θωμάς που αμφισβήτησε την Ανάσταση του Χριστού. Και οι άλλοι μαθητές στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν, κάτι που το έδειξαν με τη φοβισμένη στάση τους στα γεγονότα του Πάθους. Ενώ ο Κύριος τους είχε προαναγγείλει τι θα συμβεί, εκείνοι το αμφισβήτησαν, δεν το κατάλαβαν, δεν το πίστεψαν. Κλειδώθηκαν γι’ αυτό στο οίκημά τους «διά τον φόβον των Ιουδαίων». Γιατί δεν πίστεψαν στα λόγια του Κυρίου τους; Διότι πείσθηκαν περισσότερο στις αισθήσεις τους, σε ό,τι έβλεπαν και άκουγαν. Δηλαδή τον Δάσκαλό τους να «χάνει» και να «χάνεται». Η προτεραιότητα των αισθήσεών τους, η προτεραιότητα δηλαδή της λογικής τους, ήταν το κυρίαρχο στοιχείο σ’ αυτούς.

2. Στην προτεραιότητα αυτή αντιπαραβάλλεται μία άλλη προτεραιότητα: της καρδιάς, της τόλμης, της αγάπης. Ο Ιωσήφ, κυρίως όμως οι μυροφόρες γυναίκες, υπερβαίνουν τα δεδομένα των αισθήσεων συνεπώς και τον φόβο τους. Διότι ο μεν Ιωσήφ βρίσκεται μπροστά στον «ογκόλιθο» του ρωμαίου επάρχου: πώς θα ζητήσει το νεκρό σώμα του Ιησού; Δεν θα θεωρείτο συμμέτοχός Του και συνεπώς υποκείμενος σε σύλληψη και ίσως σε θάνατο; Οι δε μυροφόρες βρίσκονται μπροστά στον πραγματικό «ογκόλιθο» του λίθου του μνημείου: ασήκωτος για τις δικές τους δυνάμεις γίνεται ασήκωτο βάρος και μέσα στην ψυχή τους: «τις αποκυλήσει ημίν…;» Και ο Ιωσήφ όμως και οι μυροφόρες γυναίκες παρ’ όλη τη λογική αδυνατότητα επιμένουν και προχωρούν. Διότι ακριβώς προσεγγίζουν τα γεγονότα κυρίως με την καρδιά τους. Η σκέψη τους είναι προσανατολισμένη στον Κύριο, η καρδιά τους «ακουμπάει» σ’ Αυτόν. Γι’ αυτό και τολμούν έστω και με κίνδυνο της ζωής τους. Κι η τόλμη τους επιβραβεύεται: ο μεν Ιωσήφ παραλαμβάνει το σώμα του Ιωσήφ, οι δε μυροφόρες πρώτες γεύονται την εμπειρία της Αναστάσεως.

3. Ίσως να υπάρξει η απορία: η πίστη στον Χριστό ως θέμα της καρδιάς καταργεί τη λογική; Ασφαλώς και όχι. Η λογική είναι δύναμη του νου την οποία ο Θεός έθεσε στον άνθρωπο. Εκείνο που αρνείται ο χριστιανός είναι η προτεραιότητα του ανθρώπου έναντι του Θεού. Προκειμένου δηλαδή να πιστέψω, πρώτα χρειάζεται να πεισθώ λογικά και να επιβεβαιωθούν τα πράγματα από τις αισθήσεις μου. Αν δεν γίνει αυτό, δεν πρόκειται τελικά ποτέ να πιστέψω. Όσοι όμως έθεσαν τη λογική ως απαίτηση για την ύπαρξη της πίστεως δυστυχώς απέτυχαν. Το είδαμε και με τον «άπιστο» μαθητή Θωμά. Η αμφισβήτησή του απέναντι στη μαρτυρία των άλλων μαθητών ότι «εωράκαμεν τον Κύριον» στηριζόταν σ’ αυτήν την απαίτηση: «εάν μη ίδω ου μη πιστεύσω». Και ναι μεν ο Κύριος μέσα στα πλαίσια της άπειρης αγάπης Του συγκατανεύει στην αδυναμία αυτή του μαθητή Του, (και όλων των παρομοίων με αυτόν μαθητών), όταν όμως κι εκείνος προβαίνει σε μία κίνηση ταπείνωσης και ρήξης προς την εγωιστική εμπλοκή του: έρχεται στην κοινότητα των μαθητών, φεύγει από τη μοναξιά του. Για να ακούσει βεβαίως κι αυτός τον αξιωματικό μακαρισμό του Κυρίου: «μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες».

4. Αν όμως η καρδιά σκιρτήσει στο κάλεσμα του Χριστού, που θα πει να αγαπήσει τον Χριστό, τότε πράγματι και η πίστη γίνεται δωρεά βιούμενη από τον πιστό. Η πίστη έτσι είναι κυρίως θέμα της καρδιάς και έπεται και η λογική. Ο Κύριος δεν είπε «αν με καταλαβαίνετε, τηρήστε τις εντολές μου», αλλά «ει αγαπάτε με, τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε», και «εάν τις αγαπά με, τον λόγον μου τηρήσει». Όλα τα της πίστεως είναι δεμένα με την αγάπη στο πρόσωπο Εκείνου. Κι η αγάπη αυτή βεβαίως δεν είναι μία κίνηση αυτόνομη του ανθρώπου. Δεν αγαπάμε τον Χριστό από μόνοι μας. Η αγάπη μας είναι ανταπόκριση στη δική Του αγάπη. «Ημείς αγαπώμεν, ότι Αυτός πρώτος ηγάπησεν ημάς». Αν, με απλά λόγια, δεν πιστεύουμε στον Χριστό, είναι γιατί δεν έχουμε γνωρίσει το πόσο Εκείνος μας αγάπησε και μας αγαπά. Αλλά η αγάπη του Χριστού είναι το μόνο απόλυτο και πραγματικό δεδομένο που έχουμε: ο Χριστός είναι ο Πατέρας μας, είναι ο αδελφός μας, είναι ο φίλος και ο νυμφίος της ψυχής μας, γίνεται το ίδιο το παιδί μας.

 Η προσέγγιση της πίστεως στον Χριστό διά της λογικής (η περίπτωση των μαθητών) τελικώς απορρίπτεται: οδηγεί στον φόβο και στην απομόνωση.

Η προσέγγιση με την καρδιά, δηλαδή με την αγάπη (η περίπτωση των μυροφόρων και του Ιωσήφ) δικαιώνεται: οδηγεί στη γεύση της Αναστάσεως. Τα πράγματα έτσι είναι σαφή: να ζητούμε διαρκώς τη χάρη από τον Χριστό να μπορούμε να Τον αγαπάμε. Κι απόδειξη όντως λήψεως της χάρης αυτής θα είναι η αύξηση αγάπης προς τον συνάνθρωπό μας. Αυτό θα είναι και η βεβαίωση μέσα μας ότι ο Κύριος όντως αναστήθηκε, γιατί θα έχουμε αναστημένη την καρδιά μας.  

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)




῾Οὐκ ἀρεστόν ἐστιν ἡμᾶς καταλείψαντας τόν λόγον τοῦ Θεοῦ διακονεῖν τραπέζαις᾽ (Πρ. ᾽Απ. 6, 3)

 Μία θεωρούμενη παράδοξη ἀπάντηση, ἰδίως γιά τά σημερινά δεδομένα, εἶναι ἡ ἀπάντηση τῶν ἀποστόλων μπροστά στό κοινωνικό πρόβλημα πού παρουσιάστηκε στήν πρώτη κοινότητα τῶν ῾Ιεροσολύμων: μπροστά στόν γογγυσμό τῶν ἑλληνοφώνων πιστῶν κατά τῶν ἑβραιοφώνων ὅτι παραθεωροῦνταν στήν διανομή τῶν τροφίμων οἱ ἑλληνόφωνες χῆρες, οἱ ἀπόστολοι ἀρνοῦνται νά ἀσχοληθοῦν οἱ ἴδιοι μέ τό πρόβλημα. ῾Οὐκ ἀρεστόν ἐστιν ἡμᾶς καταλείψαντας τόν λόγον τοῦ Θεοῦ διακονεῖν τραπέζαις᾽ (Δέν εἶναι σωστό ἐμεῖς νά ἀφήσουμε τό κήρυγμα τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καί νά ἀσχολούμαστε μέ διανομές τροφίμων). Παραπέμπουν γιά τήν λύση του στόν ἴδιο τόν λαό, λέγοντας νά ἐκλέξει ὁ λαός αὐτός ἄνδρες μέ Πνεῦμα Θεοῦ καί σοφία, ὥστε αὐτοί νά ἀναλάβουν τήν συγκεκριμένη διακονία τῆς διανομῆς. Καί πράγματι, ὁ λαός συμφωνώντας μέ τήν πρόταση ἐκλέγει ἑπτά ἄνδρες, τούς ἑπτά διακόνους τῆς πρώτης ᾽Εκκλησίας μέ πρῶτον τόν ἅγιο Στέφανο, τούς ὁποίους χειροτονοῦν οἱ ἀπόστολοι γιά τόν σκοπό αὐτόν. Τό πρόβλημα ἐπιλύεται καί ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ συνεχίζει νά διαδίδεται, μέ ἀποτέλεσμα τήν διαρκή αὔξηση τῶν πιστῶν τῆς ᾽Εκκλησίας.

 1. ῾Η φαινομενική ἄρνηση τῶν ἀποστόλων νά ἀσχοληθοῦν οἱ ἴδιοι μέ τήν προκειμένη ἐνώπιόν τους ἀδικία στήν διανομή τῶν τροφίμων δέν εἶναι στήν οὐσία ἄρνηση. Οἱ ἀπόστολοι μόλις μαθαίνουν γιά τό πρόβλημα πού εἶχε παρουσιαστεῖ, ἀμέσως ἀνταποκρίνονται: κινητοποιοῦνται γιά νά δώσουν λύση. Διότι αὐτοί εἶναι οἱ ὑπεύθυνοι τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας: οἱ ποιμένες πού κατεστάθησαν ἀπό τόν Κύριο γιά νά ὁδηγοῦν τό ποίμνιο ῾εἰς νομάς σωτηρίους᾽, συνεπῶς κάθε τι πού ἀπασχολεῖ τό ποίμνιο ἔχει ἀντίκτυπο σέ ἐκείνους. Καί πῶς εἶναι δυνατόν νά μή θεωροῦν τό πρόβλημα δικό τους, ὅταν οἱ ἴδιοι κατά τήν ἀποκάλυψη τοῦ Κυρίου κήρυσσαν ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, κατεξοχήν μάλιστα οἱ πιστοί, εἴμαστε μεταξύ μας ἕνα καί ὁ καθένας ἑπομένως (πρέπει νά) βλέπει τόν ἄλλον ὡς τόν ἴδιο του τόν ἑαυτό; ῾Ο Κύριος ἤδη ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη δέν εἶχε πεῖ ὅτι ὁ ἄνθρωπος παραμένει μέσα στά πλαίσια τῆς δημιουργίας του ὅταν ἔχει ὡς προσανατολισμό τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό καί τήν ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο ὡς τόν ἑαυτό του; Τό ῾ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς, ἐξ ὅλης τῆς καρδίας, ἐξ ὅλης τῆς διανοίας, ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος, καί τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν᾽ ἦταν ἡ κανονιστική ἀρχή ζωῆς τῶν μαθητῶν τοῦ Κυρίου. Συνεπῶς ἦταν αὐτονόητο γι᾽ αὐτούς, θέμα πράγματι ζωῆς καί θανάτου, ἡ ἄμεση ἀνταπόκρισή τους στόν γογγυσμό κάποιων ἐν Χριστῷ ἀδελφῶν.

2. Γι᾽ αὐτό καί ἡ λύση πού προτείνουν ἔχει ἀπολύτως ἐκκλησιαστικά κριτήρια. ῎Ισως ὁρισμένοι σημερινοί χριστιανοί νά σπεύδουν νά τούς κρίνουν ἀρνητικά, ὅτι τάχα δηλαδή δέν ἀσχολήθηκαν οἱ ἴδιοι, ἀλλά ἡ κρίση τους αὐτή ὀφείλεται στά ἐλαττωματικά τους πνευματικά αἰσθητήρια. Θέλουμε νά ποῦμε ὅτι στήν ἐποχή μας, καί μάλιστα σήμερα μέ τήν οἰκονομική κρίση πού ἔχει παρουσιαστεῖ, πολλοί θεωροῦν ὅτι ἡ διακονία τῶν τραπεζῶν, ἡ κοινωνική προσφορά δηλαδή,  εἶναι αὐτή πού ἔχει τήν προτεραιότητα. Προφανῶς κατ᾽ αὐτούς ὁ ἄνθρωπος ἀντιμετωπίζεται κυρίως ὡς ὑλική ὑπόσταση. Καί σ᾽ αὐτήν τήν παγίδα ἔχουν πέσει ἀρκετοί, ἀκόμη καί ἐκκλησιαστικοί παράγοντες. ᾽Αλλά τοῦτο εἶναι λανθασμένο. Οἱ ἀπόστολοι μᾶς καθοδηγοῦν. Κινοῦνται εἴπαμε μέ ἐκκλησιαστικά κριτήρια, κατά τά ὁποῖα ἀφενός ὁ ἄνθρωπος εἶναι ψυχοσωματικό ὄν μέ αἰώνια προοπτική, ῾δι᾽ ὅν Χριστός ἀπέθανε᾽, ἀφετέρου ἡ ᾽Εκκλησία εἶναι τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὁ καθένας δέ εἶναι ἀλλήλων μέλος. Συνεπῶς ἡ λύση πού δίνουν στό πρόβλημα φανερώνει τήν ἱεράρχηση πού πρέπει νά γίνεται πάντοτε: βεβαίως μᾶς ἐνδιαφέρει ὁ συνάνθρωπος ὡς εἰκόνα Θεοῦ καί κρυμμένη παρουσία Χριστοῦ καί δική μας, ὁ συνάνθρωπος ὅμως αὐτός δέν ἔχει μόνο ὑλικές ἀνάγκες, ἀλλά πρωτίστως πνευματικές. ῾Οὐκ ἐπ᾽ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος, ἀλλά ἐπί παντί ρήματι ἐκπορευομένῳ διά στόματος Θεοῦ᾽. Καί ὁ καθένας ἀπό τήν ἄλλη πρέπει νά λειτουργεῖ μέ βάση τήν διακονία πού ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τοῦ καθόρισε χάριν αὐτοῦ τοῦ συνανθρώπου.
Οἱ ἀπόστολοι λοιπόν κλήθηκαν ἀπό τόν Κύριο νά εἶναι οἱ μάρτυρες τῆς ζωῆς καί τῆς ᾽Αναστάσεώς Του, συνεπῶς ἱεραρχώντας τά πράγματα οἱ ἴδιοι δίνονται στό ἔργο αὐτό: ῾ἡμεῖς δέ τῇ προσευχῇ καί τῇ διακονίᾳ τοῦ λόγου προσκαρτερήσομεν᾽,  ἐνῶ ἀναθέτουν σέ ἄλλα μέλη τήν διακονία τῶν τραπεζῶν. Δέν εἶναι ὅλοι γιά ὅλα, ἀλλά ῾ἕκαστος ἐφ᾽ ᾧ ἐτάχθη ἐκεῖ μενέτω᾽. Τυχόν ἐνασχόληση τῶν ἀποστόλων καί μέ τό κήρυγμα καί μέ τήν διακονία τῶν τραπεζῶν θά ἀπεκάλυπτε ἕναν μεγάλο ἐγωϊσμό αὐτῶν καί μία ἀλαζονική στάση τους, ἀφοῦ θά ἔδειχνε ὅτι μόνον αὐτοί εἶναι ἱκανοί γιά ὅλα. ῾Η ταπείνωσή τους λοιπόν εἶναι προφανής: ἐμπιστεύονται σέ ἄλλους τό σπουδαῖο καί ἀναγκαῖο ἔργο τῆς κοινωνικῆς προσφορᾶς, γιά νά μείνουν οἱ ἴδιοι σταθεροί στήν κλήση τους ἀπό τόν Κύριο. ῾Η ἱεράρχηση τῶν πραγμάτων εἴπαμε καί παραπάνω συνιστᾶ αὐτό πού σφραγίζει τό ἔργο τῆς ᾽Εκκλησίας. ῞Ο,τι ὁ Κύριος πρότεινε: ῾ζητεῖτε πρῶτον τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιοσύνην αὐτοῦ καί ταῦτα πάντα (ὅλα τά ἀνθρώπινα δηλαδή) προστεθήσεται ὑμῖν᾽, αὐτό συνεχίζει ἀδιάκοπα νά κάνει καί ἡ ᾽Εκκλησία Του ὡς συνέχεια Αὐτοῦ.

3. ῾Η προτεραιότητα τῶν ἀποστόλων γιά τό κήρυγμα τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ πρέπει νά ἐξηγηθεῖ περισσότερο. ῾Ο λόγος τοῦ Θεοῦ εἴτε ὡς προσφορά τῆς Θείας Κοινωνίας (προσευχή) εἴτε ὡς ἐξαγγελία στόν λαό τοῦ Θεοῦ (κήρυγμα) συνιστᾶ προσφορά τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ. ῾Ο Χριστός εἶναι τό ἔλλειμμα στήν ζωή τῶν ἀνθρώπων. Αὐτός, ὅπου μαρτυρεῖται καί γίνεται ἀποδεκτός, δίνει τήν ἀληθινή ζωή πού τρέφει τήν ἀνθρώπινη ὕπαρξη. Χωρίς Χριστό ἡ ματαιότητα ἀποτελεῖ τό γνώρισμα τῶν ἀνθρώπων, εἴτε αὐτοί ἀποτελοῦν τούς ῾κερδισμένους᾽ τῆς ζωῆς μέ τήν δόξα τους καί τά χρήματά τους καί τίς ἀπολαύσεις τους, εἴτε τούς ῾χαμένους᾽ μέ τήν καταφρόνια τους, τήν φτώχεια τους, τίς στερήσεις τους. ᾽Αποδοχή λοιπόν τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ σημαίνει ἀποδοχή τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ, ὁ ῾Οποῖος καθοδηγεῖ ἔτσι τά βήματα τῶν ἀνθρώπων μέσα στό μυστικό σῶμα Του, τήν ᾽Εκκλησία, γιά νά ὑπάρξει ἡ πλήρης συσσωμάτωσή τους μέ Αὐτόν καί ἡ δυνατότητα συνεπῶς ὑπέρβασης τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ θανάτου. Οἱ ἀπόστολοι λοιπόν διακονοῦσαν αὐτό τό ἔργο τῆς ἑνώσεως μέ τόν Σωτήρα Χριστό καί ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ἔκαναν ὅ,τι πιό σημαντικό ὑπῆρχε ἐπί γῆς. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος λίγο ἀργότερα θά φτάσει σέ παρόμοιο προβληματισμό νά πεῖ ὅτι τό νά βαπτίζει τούς ἀνθρώπους, πλήν ἐλαχίστων, δέν εἶναι τό ἔργο γιά τό ὁποῖο κλήθηκε ἀπό τόν Κύριο. Τό κήρυγμα τοῦ ἐσταυρωμένου καί ἀναστημένου Χριστοῦ εἶναι ἡ διακονία του καί αὐτό συνιστᾶ τήν ὀφειλή του στά ἔθνη.
Τό κήρυγμα λοιπόν τῶν ἀποστόλων ὡς μαρτυρία τοῦ Χριστοῦ εἶχε τήν προτεραιότητα γι᾽ αὐτούς ἀκόμη καί ἔναντι τῶν κοινωνικῶν προβλημάτων, γιατί χωρίς νά ὑποβαθμίζονται αὐτά ὀξύτερα ἦταν (καί εἶναι) τά πνευματικά προβλήματα τοῦ ἀνθρώπου – σέ ὅ,τι κυρίως ἀναφέρεται ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Μέ τόν λόγο αὐτόν τῶν ἀποστόλων ὁ ἄνθρωπος καλεῖτο σέ μετάνοια, συνεπῶς σέ εὕρεση τοῦ Θεοῦ, δι᾽ Αὐτοῦ δέ σέ εὕρεση τοῦ ἴδιου τοῦ ἑαυτοῦ του καί τοῦ γύρω του φυσικοῦ περιβάλλοντος. Κατά συνέπεια φωτιζόταν αὐτός καί ἀπεγκλωβίζετο ἀπό τήν ἀνισορροπία τῆς ζωῆς του, ἀπό ὅ,τι δηλαδή τόν εἶχε ρίξει ὁ πονηρός καί ὁ πεσμένος στήν ἁμαρτία κόσμος μέ τήν γοητεία πού ἀσκεῖ πάντοτε μέσω τῶν ἀνθρωπίνων παθῶν. Μέ ῾λυμένο᾽ ἔτσι τό βασικό πρόβλημα τοῦ ἀνθρώπου, πού δέν εἶναι ἄλλο ἀπό τόν ἴδιο τόν ἑαυτό  του, δέν δημιουργοῦνται συνθῆκες ὑπέρβασης καί τῶν κοινωνικῶν προβλημάτων του; ῎Ανθρωπος πού τά ἔχει βρεῖ μέ τόν ἑαυτό του, καθώς λέμε, ὅπου καί ὅπως κι ἄν ζεῖ, δέν θά ἐπιβιώσει καί δέν θά ἀντέξει; ῾Η ἐμπειρία αὐτό δέν μᾶς διδάσκει; Διότι βλέπουμε συχνά ἀνθρώπους πού λόγω τῆς πνευματικῆς τους σύγχυσης μπορεῖ νά τά ἔχουν κοσμικά καί ἀνθρωπίνως ὅλα, ζοῦν ὅμως μέσα σέ μία κόλαση. Καί ἀπό τήν ἄλλη ἄνθρωποι πού δέν ἔχουν τίποτε, ἐπειδή ὅμως ἔχουν βρεῖ τόν Θεό καί ἔχουν εἰρηνεύσει μέ τόν ἑαυτό τους, χαίρονται καί εἶναι μακάριοι ἀκόμη καί μέσα στήν ἀπόλυτη ἔνδειά τους.

 ῎Αν οἱ ἀπόστολοι ἱεράρχησαν σωστά τά πράγματα καί μᾶς δίδαξαν παρομοίως νά κινούμαστε κι ἐμεῖς, ἦταν γιατί ἦσαν ἑνωμένοι μέ τόν Χριστό. ῾Η διάκριση πού εἶχαν ἦταν καρπός τῆς φωτισμένης ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ καρδιᾶς τους. Κι ἔτσι γίνονται οἱ καθοδηγητές μας. Σέ κάθε πρόβλημα πού ἀναφύεται στήν ζωή μας δέν πρέπει νά λησμονοῦμε τό πρώτιστο: τήν σχέση μας μέ τόν Χριστό καί τήν προσπάθειά μας νά βρισκόμαστε πάνω στόν λόγο Του. Ἡ προτεραιότητα αὐτή θά βλέπουμε ἄμεσα ὅτι θά μᾶς φωτίζει καί γιά τήν λύση τοῦ ὅποιου προβλήματος. ῎Ισως τελικά νά μήν ὑπάρχουν ἄλλα οὐσιαστικά προβλήματα πέρα ἀπό τόν ἴδιο τόν ἑαυτό μας καί τήν ζωντανή ἤ μή πίστη μας.  

 
 
 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ


῾᾽Ιωσήφ ὁ ἀπό ᾽Αριμαθαίας...τολμήσας εἰσῆλθε πρός Πιλᾶτον καί ᾐτήσατο τό σῶμα τοῦ ᾽Ιησοῦ᾽ (Μάρκ. 15, 43)

᾽Από τά πρόσωπα πού κυριαρχοῦν στό εὐαγγέλιο τῆς Κυριακῆς τῶν Μυροφόρων εἶναι ὁ ᾽Ιωσήφ ὁ ἀπό ᾽Αριμαθαίας, ὁ ὁποῖος προβάλλεται μέ τό κυριαρχικό γνώρισμά του, τῆς τόλμης, μέ τήν ὁποία κατώρθωσε γιά τήν ἐποχή ἐκείνη τό ἀκατόρθωτο: νά πάει στόν Πιλᾶτο καί νά ζητήσει καί νά ἀποκτήσει τό νεκρό σῶμα τοῦ ᾽Ιησοῦ, τό ὁποῖο βεβαίως στή συνέχεια μέ τή βοήθεια καί ἄλλων τό ἐκήδευσε. Συνιστᾶ δέ ἰδίως γιά τή σημερινή ἐποχή ἡ τόλμη του αὐτή κατεξοχήν παράδειγμα καί πρότυπο, ἀφοῦ αὐτό πού διαπιστώνουμε συνήθως, δυστυχῶς στούς περισσοτέρους μας ἤ ἔστω σ᾽ ἕνα μεγάλο μέρος τοῦ πληθυσμοῦ μας, εἶναι ἡ ἀτολμία καί ἡ δειλία, καρποί, ἀπ᾽ ὅ,τι θά φανεῖ καί στή συνέχεια, τῆς ἐλλείψεως τῆς παρουσίας τοῦ ἁγίου Πνεύματος στή ζωή μας. Μέ ἄλλα λόγια ἡ ἔλλειψη τόλμης ἀποκαλύπτει τήν ὀλιγοπιστία ἤ καί τήν ἀπιστία ἀκόμη πολλῶν ἀπό ἐμᾶς τούς Χριστιανούς καί συνεπῶς ἡ κατάσταση αὐτή καθιστᾶ περισσότερο ἀπό ἀναγκαία τήν ἀναφορά μας στήν τόλμη τοῦ ἁγίου ᾽Ιωσήφ.

Καί κατά πρῶτον: τί εἶναι τόλμη;

Θά μπορούσαμε νά τήν ὁρίσουμε ὡς τήν ψυχική ἐκείνη δύναμη καί διάθεση, πού κινεῖ τόν ἄνθρωπο ἔτσι ὥστε νά ὑπερνικᾶ τά στηρίγματα καί τίς ἀσφάλειές του, μέχρι μάλιστα τοῦ σημείου πού νά ἀψηφᾶ καί τήν ἴδια του τή ζωή. Βεβαίως, τήν ψυχική αὐτή δύναμη τήν βλέπουμε πολύ συχνά σέ διαφόρους τύπους ἀνθρώπων καί σέ πολλά ἐπίπεδα ζωῆς, ὅπως τό ἐθνικό, τό ἐπαγγελματικό, τό κοινωνικό, ἀλλά ἐμᾶς ἐδῶ μᾶς ἐνδιαφέρει ἐκείνη ἡ τόλμη πού σχετίζεται μέ τόν Θεό καί συνεπῶς μέ τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Μιλᾶμε λοιπόν γιά τήν τόλμη τοῦ Χριστιανοῦ, πού πηγάζει ἀπό τήν πίστη του στόν ᾽Ι. Χριστό καί τήν προσδοκία τῆς Βασιλείας Του, σάν τοῦ ᾽Ιωσήφ ῾ὅς ἦν προσδεχόμενος καί αὐτός τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ᾽ (Μάρκ. 15, 43). Ὁ χριστιανός δηλαδή ἐξαρτώντας τήν ὕπαρξή του ὄχι ἀπό τή ῾σιγουριά᾽ τῶν αἰσθήσεων καί τῆς ὑλικῆς κτίσεως, ἀλλά ἀπό τόν μή αἰσθητό καί μή μετρητό, ἄρα καί μή προσφέροντα καί ῾ἀσφάλεια᾽, κατά τά κριτήρια τοῦ κοσμικοῦ ἀνθρώπου, Θεό φανερώνει ὅτι χαρακτηριστικό τῆς ζωῆς του (πρέπει νά) εἶναι ἡ τόλμη καί ἡ ἀνδρεία καί ἡ γενναιότητα.

Τί εἶναι λοιπόν ἐκεῖνο πού τόν κάνει νά ἔχει αὐτήν τήν τόλμη καί νά τήν διακηρύσσει ὡς ἀπαραίτητο στοιχεῖο ὅλων τῶν ἀνθρώπων; Ὅπως τό ἐπισημάναμε ἤδη ἀπό τήν ἀρχή: ἡ παρουσία τοῦ ἁγίου Πνεύματος στήν ψυχή του, πού τόν κάνει ὄχι ἁπλῶς νά στηρίζεται στόν Θεό, ἀλλά καί νά εἶναι ἕτοιμος καί ὁλόκληρο τόν ἑαυτό του νά προσφέρει θυσία σ᾽ Αὐτόν. Διότι βεβαίως τό ἅγιον Πνεῦμα ὡς παντοδύναμος Θεός χορηγεῖ τόλμη καί δύναμη στόν ἄνθρωπο καί συνεπῶς τόν ἀπομακρύνει ἀπό τή δουλεία τῆς δειλίας. ῾Οὐ γάρ ἔδωκεν ἡμῖν ὁ Θεός πνεῦμα δειλίας, ἀλλά δυνάμεως καί ἀγάπης καί σωφρονισμοῦ᾽ (Β´ Τιμ. 1,7) τονίζει ὁ ἀπ. Παῦλος.

Καί πράγματι ὁλόκληρη ἡ ἱστορία τῆς ᾽Εκκλησίας εἶναι μία ἐπιβεβαίωση τῆς παραπάνω ἀλήθειας. ῎Ας θυμηθοῦμε γιά παράδειγμα τούς ἀποστόλους πρίν καί μετά τήν Πεντηκοστή. Πρίν τήν Πεντηκοστή ζοῦν φοβισμένοι καί κλεισμένοι στά σπίτια τους ῾διά τόν φόβον τῶν ᾽Ιουδαίων᾽, κάτι πού προβάλλει ἀκόμη πιό ἔντονα τήν γενναιότητα καί τήν τόλμη τοῦ ᾽Ιωσήφ, ὅπως ἀκόμη βεβαίως καί τῶν μυροφόρων γυναικῶν. Μετά ὅμως τήν κάθοδο τοῦ ἁγίου Πνεύματος τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, μεταμορφώνονται σέ θαρραλέους κήρυκες τοῦ Εὐαγγελίου, ἐπιβεβαιώνοντας τή μαρτυρία τους γιά τήν ᾽Ανάσταση τοῦ Κυρίου μέ τό μαρτύριό τους. ῾Οὐ δυνάμεθα ἡμεῖς ἅ εἴδομεν καί ἠκούσαμεν μή λαλεῖν᾽ (Πρ. ᾽Απ. 4, 20). Τοῦτο ὅμως γίνεται, γιατί ἐνδύθηκαν ῾τήν ἐξ ὕψους δύναμιν᾽ (Λουκ. 24, 49) καί ὄχι γιατί στηρίχτηκαν στίς δικές τους δυνάμεις. Τό ἴδιο βλέπουμε καί στήν περίοδο τῶν διωγμῶν, στήν ἐποχή τῶν Πατέρων, ἀλλά καί σέ κάθε ἐποχή, ὅπου ὑπάρχουν συνεπεῖς στήν πίστη τους Χριστιανοί, κληρικοί καί λαϊκοί. ῎Ετσι ὁ Χριστιανός εἶναι τολμηρός ἄνθρωπος, πού διαπνέεται ἀπό γενναιότητα καί ἀνδρεῖο φρόνημα.

Ποιό ὅμως τό πεδίο στό ὁποῖο ἐκφράζεται ἡ τόλμη αὐτή; Πῶς φανερώνεται συγκεκριμένα;

1. Καταρχάς στό ἴδιο τό γεγονός τῆς πίστεως. Γιά νά μπορέσει ὁ ἄνθρωπος νά φτάσει στό σημεῖο τῆς ῾γεύσεως᾽ τοῦ Θεοῦ, τῆς αἰσθητῆς παρουσίας τοῦ ἁγίου Πνεύματος μέσα του, θά χρειαστεῖ κι ὁ ἴδιος ν᾽ ἀνταποκριθεῖ στό κάλεσμα τοῦ Θεοῦ νά Τόν ἀκολουθήσει. Διότι στή χριστιανική πίστη προηγεῖται τό κάλεσμα τοῦ Θεοῦ, πού καλεῖ τόν ἄνθρωπο πρός τόν ᾽Ι. Χριστό κι ἀκολουθεῖ ἡ ἀποδοχή Του. ῾Οὐδείς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐάν μή ὁ πατήρ μου ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν᾽ (᾽Ιωάν. 6, 44). Ἡ ἀποδοχή τῆς κλήσεως αὐτῆς φαίνεται ὅτι εἶναι ἕνα ῾πήδημα στό κενό᾽, ἀφοῦ, ὅπως παρατηρήσαμε καί παραπάνω, ὁ ἄνθρωπος δέν στηρίζεται στήν ἀσφάλεια τῶν αἰσθήσεών του, ἀλλά μόνο στήν κλήση τοῦ Θεοῦ. Αὐτό τό τολμηρό ῾πήδημα᾽ ὅμως εἶναι γιά τόν ἄνθρωπο πού τό κάνει καί ἡ μεγαλύτερη ἔκπληξη: πέφτει στή θέρμη τῆς ἀγκαλιᾶς τοῦ Θεοῦ. ῎Ετσι ἡ τόλμη τῆς πίστεως φέρνει καί τή μεγαλύτερη δυνατή ἀσφάλεια πού ὑπάρχει στόν κόσμο: τήν ἀσφάλεια τοῦ παντοδύναμου Θεοῦ. ῾Εἰ ὁ Θεός ὑπέρ ἡμῶν, τίς καθ᾽ ἡμῶν;᾽ (Ρωμ. 8, 31).

2. ῎Επειτα ἡ τόλμη τοῦ Χριστιανοῦ φανερώνεται στή βίωση τῆς πνευματικῆς ζωῆς, τῆς πορείας δηλαδή πρός αὔξηση τῆς σχέσεώς του μέ τόν Θεό καί τήν ἀπόκτηση περισσοτέρου ἁγίου Πνεύματος. Καί τοῦτο γιατί στήν πορεία του αὐτή ἐναντιώνονται σ᾽ αὐτόν τά πάθη του, οἱ πονηρές πνευματικές δυνάμεις, τά στοιχεῖα τοῦ κόσμου τούτου. ῾Οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἡ πάλη πρός αἷμα καί σάρκα᾽, μαρτυρεῖ ὁ ἀπ. Παῦλος, ῾ἀλλά πρός τάς ἀρχάς, πρός τάς ἐξουσίας, πρός τούς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρός τά πνευματικά τῆς πονηρίας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις᾽ (᾽Εφεσ. 6, 12). ῎Ετσι χωρίς τόλμη δέν μπορεῖ νά διεξαχθεῖ αὐτός ὁ πνευματικός ἀγώνας, ὁ ὁποῖος συνίσταται στήν ἀντίσταση ἀπό τόν πιστό τῶν ἐπιθέσεων τοῦ διαβόλου καί στό ἄνοιγμα τῆς ὑπάρξεώς του στόν Θεό. Στόν ἀγώνα βεβαίως αὐτό συμμετέχει καί ἡ ἴδια ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, καθώς καί ὁ ἀγαθός κόσμος τῶν ἀγγέλων. Διότι μόνος του ὁ Χριστιανός δέν μπορεῖ νά κάνει τίποτε γιά τή σωτηρία του. ῾Χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν᾽ (᾽Ιωάν. 15,5). Εἶναι ἀπαραίτητη ὅμως κι ἡ δική του συμμετοχή. Μάλιστα μᾶς ἀναφέρουν οἱ πνευματικοί μας Πατέρες ὅτι ὅταν ὁ διάβολος δεῖ τήν ψυχή νά πολεμᾶ ἐναντίον του μέ τόλμη, ἀπομακρύνεται ἀπό αὐτήν, ἐνῶ ὅταν τήν δεῖ νά δειλιάζει, ἤδη ὁ δρόμος γιά τήν ἅλωσή της εἶναι ἀνοικτός. Εἶναι πολύ χαρακτηριστικά τά λόγια τοῦ πατέρα τοῦ μοναχισμοῦ ἁγίου ᾽Αντωνίου, ὅπως μᾶς τά παραθέτει ὁ ἅγιος ᾽Αθανάσιος στή βιογραφία του: ῾῎Αν παραμένει γιά πολύ ἡ ψυχή στό φόβο, τότε εἶναι παρόντες ἐκεῖ οἱ ἐχθροί. Διότι οἱ δαίμονες δέν βγάζουν ἀπό τούς ἀνθρώπους τό φόβο...Μᾶλλον, ὅταν δοῦν ἀνθρώπους πού φοβοῦνται, αὐξάνουν τίς φαντασίες, ὥστε νά τούς τρομοκρατοῦν περισσότερο. Καί μετά, ὅταν πιά τούς κατακτήσουν, παίζουν μαζί τους λέγοντας: - Γονατίστε τώρα νά μᾶς προσκυνήσετε... ῎Ας μήν ἀπατώμαστε (λοιπόν) μέ τόν τρόπο αὐτό οὔτε νά φαινώμαστε δειλοί... ᾽Απεναντίας νά νιώθουμε θαρραλέοι καί πάντοτε χαρούμενοι, σάν νά ἔχουμε σωθεῖ. Νά σκεφτώμαστε ὅτι ὁ Κύριος εἶναι μαζί μας᾽.

3. ᾽Επίσης ἡ τόλμη τοῦ Χριστιανοῦ φανερώνεται ἀκόμη καί στίς ἴδιες τίς πτώσεις του. Ὁ Χριστιανός πού ἀγωνίζεται στό δρόμο τῆς πνευματικῆς του προκοπῆς, εἶναι πολύ πιθανό ὅτι θά ἔχει καί στιγμές ἀδυναμίας καί πτώσεως. Μή ξεχνᾶμε ὅτι ὁ ἅγιος στήν πίστη μας δέν εἶναι ὁ ἀναμάρτητος, ἀλλ᾽ ὁ ἀγωνιστής καί μάλιστα στόν δρόμο τῆς μετάνοιας. Σ᾽ αὐτές τίς στιγμές λοιπόν ἀπαιτεῖται τόλμη γιά νά ξανασταθεῖ στά πόδια του καί νά μήν ἀπελπιστεῖ. Νά μπορεῖ νά στρέψει τό βλέμμα του στόν Οὐρανό, ἐπικαλούμενος τή χάρη τοῦ Θεοῦ γιά μετάνοια. Σάν τόν νεαρό μοναχό τοῦ Γεροντικοῦ, πού ἀπελπισμένος ἀπό κάποιες πτώσεις του ὁδηγήθηκε στό κελλί ἑνός μεγάλου καί διακριτικοῦ Γέροντα. Κι ὅταν τοῦ ἀνακοίνωσε τήν πτώση στήν ἁμαρτία του, ἐκεῖνος μέ χαρακτηριστική ἁπλότητα τοῦ εἶπε νά σηκωθεῖ. – Μά ξανάπεσα, ψιθύρισε καί πάλι ὁ νεαρός μοναχός. – Καί πάλι νά σηκωθεῖς, τόν παρότρυνε ὁ Γέροντας. Κι αὐτό νά κάνεις, νά βάζεις δηλαδή πάντα ἀρχή μετανοίας, μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς σου. Μόνον νά εὔχεσαι ὁ θάνατος νά σέ εὕρει στή μετάνοια καί ὄχι στήν πτώση. ῞Ωστε τόλμη ἀπαιτεῖται καί στή μετάνοια, γιά νά μπορῶ νά ἐλπίζω στήν ἄπειρη φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι μεγαλύτερη ἀπό ὅλες τίς πτώσεις καί ἁμαρτίες μου.

4. Μά τόλμη χρειάζεται τέλος καί γιά τήν ὁμολογία καί τή μαρτυρία μας ὡς Χριστιανῶν. Εἰδικά στήν ἐποχή μας πού τό κακό ἔχει ἀποθρασυνθεῖ καί παρουσιάζεται ὡς τό φυσιολογικό καί τό κανονικό, ἀπαιτεῖται τόλμη γιά νά εἶναι κανείς συνεπής χριστιανός καί νά δίνει μαρτυρία τῆς πίστεώς του αὐτῆς. Κι ἡ μαρτυρία αὐτή εἶναι καί λόγων, μά κυρίως πρέπει νά εἶναι ζωῆς. Εἶναι ἀνάγκη νά συνειδητοποιήσουμε οἱ Χριστιανοί ὅτι ἡ χλιαρότητα στήν πίστη εἶναι ἡ χειρότερη κατάσταση καί γιά ἐμᾶς, ἀλλά καί γιά τούς ἀνθρώπους πού βρίσκονται γύρω μας. Θά ἔλεγε μάλιστα κανείς ὅτι εἶναι προτιμότερο νά εἶναι ὁ ἄνθρωπος στρατευμένος ἄθεος παρά ἀδιάφορος, ἀφοῦ ὑπάρχει μεγαλύτερη πιθανότητα στόν πρῶτο νά μεταστραφεῖ ἀπό ὅ,τι στόν δεύτερο. ῾῎Οφειλες νά εἶσαι ψυχρός ἤ θερμός᾽, μᾶς λέει τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ στήν ᾽Αποκάλυψη τοῦ ᾽Ιωάννη. ῾᾽Αλλ᾽ ἐπειδή εἶσαι χλιαρός, καί οὔτε ζεστός οὔτε ψυχρός, θά σέ ἐμέσω ἀπό τό στόμα μου᾽ (3, 15-16).

 

 

 

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΑΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΜΑΡΚΟΣ (25 ΑΠΡΙΛΙΟΥ)




῾Ο πανεύφημος απόστολος Μάρκος κήρυξε τον Χριστό σε όλη την Αίγυπτο και τη Λιβύη και τη Βαρβαρική και την Πεντάπολη, κατά τους χρόνους του Καίσαρα Τιβερίου. Συνέγραψε δε  και το κατ᾽αυτόν άγιο Ευαγγέλιο, καθώς του το εξήγησε ο απόστολος Πέτρος. Όταν βρέθηκε στην Κυρήνη της Πενταπόλεως, έκανε πολλά θαύματα. Έπειτα πήγε στην κατά τον Φάρο Αλεξάνδρεια και από εκεί στην Πεντάπολη, θαυματουργώντας παντού και κατακοσμώντας τις Εκκλησίες του Χριστού με χειροτονίες επισκόπων και λοιπών κληρικών.
Ύστερα δε αφού ήλθε και πάλι στην Αλεξάνδρεια και βρήκε κάποιους από τους αδελφούς στα παράλια του Βουκόλου, έμεινε μαζί τους, ευαγγελιζόμενος και κηρύττοντας τον λόγο του Θεού. Εκεί επιτέθηκαν σ᾽αυτόν οι προσκυνητές των ειδώλων, γιατί δεν άντεχαν να βλέπουν την πίστη του Χριστού να αυξάνεται, κι αφού τον έδεσαν με σχοινιά,  τον έσερναν. Οι σάρκες του έπεφταν πάνω στις πέτρες και ξεσκίζονταν, ενώ το αίμα του κατακοκκίνησε τη γη. Όταν τον έβαλαν στη φυλακή, του φανερώθηκε ο Κύριος, προαναγγέλλοντάς του τη δόξα που επρόκειτο να διαδεχθεί το μαρτύριό του. Μετά από μία ημέρα τον έδεσαν πάλι και τον έσυραν στις πλατείες. Και καθώς σπαράττονταν και κομματιαζόταν στις πέτρες, παρέθεσε το πνεύμα του στον Θεό.
Κατά την εμφάνισή του ήταν περίπου έτσι: δεν ήταν ούτε τεραστίων διαστάσεων ούτε όμως μικρόσωμος και μαζεμένος. Ήταν ευπρεπής και καλοσχηματισμένος, έχοντας λίγα άσπρα μαλλιά και γένια, γιατί ήταν μεσήλικας. Είχε λίγο μακριά μύτη και δεν φαινόταν η ιουδαϊκή κατατομή του προσώπου του. Τα φρύδια ήταν μαζεμένα, ενώ τα γένια ήταν βαθιά. Η κεφαλή στεκόταν ψηλά και η κράση της χροιάς του προσώπου ήταν άριστη. Επί πλέον απέπνεε μεγάλη συμπάθεια και ήταν καλοσυνάτος προς όλους που τον πλησίαζαν, σαν να αντιφέγγιζαν με τις χάρες του σώματος οι αρετές της ψυχής. Τελείται δε η σύναξή του στο πάνσεπτο Αποστολείο του, που βρίσκεται κοντά στον Ταύρο᾽.

Τρία είναι τα βασικά σημεία της ακολουθίας του αγίου αποστόλου και ευαγγελιστή Μάρκου, η οποία μάλλον αποτελεί ποίημα του αγίου υμνογράφου Θεοφάνους: η σχέση του με τους αποστόλους Πέτρο και Παύλο, η συγγραφή του ευαγγελίου του, η δράση του στην περιοχή της Αλεξάνδρειας με το επακολουθήσαν αυτήν μαρτύριο. Ήδη απαρχής τονίζει ότι ῾έγινε συνοδοιπόρος του αποστόλου Παύλου και διήλθε μαζί του όλη τη Μακεδονία, όμως στη Ρώμη αναδείχτηκε ο γλυκός ερμηνευτής του κηρύγματος του Πέτρου, ενώ στην Αίγυπτο που κατεξοχήν κήρυξε έδωσε τη ζωή του με μαρτυρικό τρόπο᾽ (῾Συνοδοιπόρος εγένου του σκεύους της εκλογής και συν αυτώ διήλθες όλην Μακεδονίαν· εν Ρώμη δε φοιτήσας, του Πέτρου ηδύς ερμηνεύς αναδέδειξαι· και ανεπαύσω αθλήσας θεοπρεπώς εν Αιγύπτω, Μάρκε πάνσοφε᾽) (στιχηρό εσπερινού).

Η σχέση του βεβαίως με τους αποστόλους Παύλο και Πέτρο δεν είναι ισομερής. Ο υμνογράφος ενώ κάνει μνεία της ακολουθίας του αποστόλου Παύλου από τον άγιο Μάρκο στο παραπάνω τροπάριο, δεν αναφέρει πουθενά αλλού κάτι από τη σχέση τους, και τούτο διότι ως γνωστόν ο απόστολος Παύλος δεν θέλησε να συνεχίσει να έχει ως συνεργάτη του τον νεαρό τότε Ιωάννη Μάρκο, ανεψιό του μάλιστα, λόγω προφανώς της αδυναμίας αυτού να παρακολουθήσει τον πυρετώδη ρυθμό της ιεραποστολικής δράσεως του ίδιου. Αντιθέτως, επανειλημμένως ο άγιος Θεοφάνης αναφέρεται στην ιδιαίτερη σχέση που ανέπτυξε ο απόστολος Πέτρος με τον Μάρκο, θεωρώντας τον πρωτόθρονο απόστολο ως κατεξοχήν δάσκαλο εκείνου, τόσο που το άγιο ευαγγέλιο του Μάρκου να είναι μία καταγραφή τελικώς της διδασκαλίας του Πέτρου. Από τα ένδεκα περίπου τροπάρια που περιγράφουν τη σχέση μαθητείας του Μάρκου με τον Πέτρο εντελώς δειγματοληπτικά σημειώνουμε τα παρακάτω:  ῾Μαθήτευσες στον σοφό Πέτρο και πλούτισες από την υιική σχέση σου μαζί του, Μάρκε πανσέβαστε, γι᾽αυτό και αναδείχτηκες μυσταγωγός των μυστηρίων του Χριστού᾽(῾Πέτρω τω σοφώ μαθητευθείς και την εκείνου πλουτήσας υιότητα, Μάρκε παναοίδιμε, μυσταγωγός εδείχθης μυστηρίων Χριστού᾽) (ωδή α´). ῾Ακολούθησες τον Πέτρο, σοφέ, και σαν μαθητής του διατύπωσες με σοφό τρόπο το ευαγγέλιο, μαζεύοντας το φως της θεολογίας  από αυτόν, απόστολε᾽(῾Τω Πέτρω επόμενος, σοφ´, σοφώς το ευαγγέλιον, ως μαθητής αυτού, διετύπωσας, θεολογίας το φως δρεψάμενος παρ᾽αυτού, απόστολε᾽) (ωδή γ´). ῾Χρημάτισες συ υιός του μεγάλου Πέτρου και καθώς φωτιζόσουν από τις διδαχές αυτού πάντοτε, λάμπρυνες τις ψυχές αυτών που σε πλησίαζαν με θερμό τρόπο, Μάρκε Κυρίου απόστολε᾽ (῾Συ του Πέτρου του μεγάλου υιός εχρημάτισας, και ταις τούτου διδαχαίς φωτιζόμενος πάντοτε, τας ψυχάς ελάμπρυνας των σοι θερμώς προσομιλούντων, Μάρκε, Κυρίου απόστολε᾽) (ωδή ε´).

Ο άγιος υμνογράφος σε πολλούς ύμνους του επίσης εξυμνεί τα σχετικά με το ευαγγέλιο που συνέγραψε ο απόστολος Μάρκος. Και βεβαίως, όπως είδαμε, θεωρεί ότι το ευαγγέλιο του Μάρκου συνιστά καταγραφή της διδασκαλίας του Πέτρου - ῾Ο Πέτρος ο κορυφαίος, ένδοξε, σε μυσταγώγησε σαφώς να συγγράψεις το ιερό ευαγγέλιο᾽(῾Ο Πέτρος σε ο κορυφαίος, ένδοξε, σαφώς εμυσταγώγησεν, Ευαγγέλιον συγγράψαι το σεπτόν᾽) (ωδή ς´) – όμως δεν παύει να σημειώνει ότι κύρια πηγή φωτισμού του ήταν τελικώς η ίδια η χάρη του αγίου Πνεύματος. ῾Από τον Θεό έλαβες τη χάρη του Πνεύματος...και κήρυξες το θείο Ευαγγέλιο᾽ (῾Εξ ύψους λαβών την χάριν την του Πνεύματος...το θείον κηρύξας ευαγγέλιον᾽) (Κοντάκιο). ῾Από τον οίκο του Κυρίου βγήκες σαν πηγή, απόστολε, και ποτίζεις πλούσια τις χέρσες καρδιές με τα ρεύματα του Πνεύματος᾽(῾Εκ του οίκου του Κυρίου πηγή εξελήλυθας και ποτίζεις τας χερσώδεις καρδίας τοις ρεύμασι δαψιλώς του Πνεύματος᾽) (ωδή ε´). Κι είναι ευνόητο ότι ο υμνογράφος αναφερόμενος στο θείο ευαγγέλιο του Μάρκου εννοεί όχι μόνο τη γραπτή του διάσταση αλλά και την προφορική. Ο άγιος Μάρκος δηλαδή και προ και μετά την καταγραφή του ευαγγελίου του υπήρξε μέγας κήρυκας του ευαγγελικού λόγου. Κι αυτό που κήρυσσε, αυτό και κατέγραψε, και χάριν αυτού, δηλαδή χάριν του αγαπημένου του Κυρίου, έδωσε και τη ζωή του. Όπως όλοι οι απόστολοι ο άγιος Μάρκος υπήρξε και μάρτυρας της πίστεως. Και τι κήρυσσε; Και τι συνέγραψε; Μα τι άλλο εκτός από τη σάρκωση του Υιού και Λόγου του Θεού, τα θεία Του πάθη, τη σεπτή Ανάστασή Του, την ανάβασή Του προς τον Πατέρα! ῾Έγινες συγγραφέας των θείων δογμάτων του Χριστού και καταφώτισες όλη τη γη, κηρύσσοντας τη σάρκωσή Του και τα θεία Πάθη, τη σεπτή Ανάσταση και την ανάβαση προς τον Πατέρα᾽(῾Δογμάτων των θείων συγγραφεύς του Χριστού γενόμενος, πάσαν την γην κατεφώτισας, αυτού την σάρκωσιν, και τα θεία πάθη, την σεπτήν ανάστασιν, και την προς τον Πατέρα ανάβασιν κηρύξας, πάνσοφε᾽) (στιχηρό αίνων).

Η δράση του αποστόλου Μάρκου κυρίως στην περιοχή της Αιγύπτου και της Αλεξανδρείας, δράση που κατέληξε στο μαρτύριο, εξηγεί επαρκώς το γεγονός ότι η Αίγυπτος πανηγυρίζει επί τη μνήμη του αγίου Μάρκου, τον οποίο θεωρεί ως πολιούχο της. ῾Ας υμνολογήσουμε άξια τον μέγα πολιούχο της Αιγύπτου᾽ (῾Της Αιγύπτου μέγαν πολιούχον αξίως υμνήσωμεν᾽) (στιχηρό εσπερινού).  Κατανοείται μάλιστα ως δώρο του Θεού σ᾽αυτήν: ῾Ο σεπτός απόστολος Μάρκος δωρήθηκε ως ιεράρχης στους Αιγυπτίους᾽ (῾Μάρκος ο σεπτός Απόστολος, τοις Αιγυπτίοις Ιεράρχης δεδώρηται᾽) (Θεοτοκίο ωδής θ´). Δεν διστάζει μάλιστα ο άγιος Θεοφάνης να κάνει και το συσχετισμό: ῾την Αίγυπτο που ήταν βυθισμένη πριν στο σκοτάδι της άγνοιας, Κύριε, την φώτισες όταν ως βρέφος γεννήθηκες από την Παρθένο θεομήτορα (και κατέφυγες λόγω του Ηρώδη σ᾽αυτήν). Τώρα έκανες μέρος του θριάμβου Σου τα ιερά της, με τις διδαχές του θεηγόρου Μάρκου, φιλάνθρωπε᾽ (῾Την Αίγυπτον, την πριν εν σκότει, Κύριε, Παρθένου Θεομήτορος κατελάμπρυνας ως βρέφος προελθών, ταύτης θριαμβεύσας τα σεβάσματα ταις διδαχαίς του θεηγόρου Μάρκου, φιλάνθρωπε᾽) (θεοτοκίο ωδής ς´). Το μαρτύριο του αγίου Μάρκου εννοείται, τέλος, ότι αποτελεί αποκορύφωση της δικής του δόξας. Η εν Χριστώ δόξα κατανοείται ως μετοχή της δόξας του Χριστού, δηλαδή ως μετοχή του Πάθους και του Μαρτυρίου Του. Συνεπώς τότε δοξάζεται ένας άγιος, όταν βρίσκεται στο μαρτύριο και δι᾽αυτού εισέρχεται θριαμβευτής στον Παράδεισο. Ακριβώς τούτο σημειώνει και ο συναξαριστής, όταν περιγράφει την εμφάνιση του Κυρίου στον Μάρκο ευρισκόμενο στη φυλακή, τούτο σημειώνει και ο υμνογράφος, ιδιαιτέρως στους στίχους του συναξαρίου: ῾Σύροντας στη γη τον Μάρκο οι δολοφόνοι, αγνοούσαν ότι τον έστελναν στους ουρανούς᾽(῾Σύροντες εις γην Μάρκον οι μιαιφόνοι, προς ουρανούς πέμποντες αυτόν ηγνόουν᾽).

Πέμπτη 23 Απριλίου 2015

Η ΟΣΙΑ ΜΗΤΗΡ ΗΜΩΝ ΕΛΙΣΑΒΕΤ Η ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ (24 ΑΠΡΙΛΙΟΥ)


 
῾Η οσία Ελισάβετ από μικρή ακολούθησε την ασκητική ζωή και έλαβε από τον Χριστό τη χάρη των ιαμάτων. Γι᾽αυτό και θεράπευσε όλων των ειδών τα  νοσήματα. Η γέννησή της φανερώθηκε με θεία αποκάλυψη και προαγγέλθηκε ότι θα γίνει σκεύος εκλογής του Θεού. Φορούσε ένα χιτώνα μόνον και έγινε σκληρή στο κρύο και στον παγετό. Δεν έπλυνε το σώμα της ποτέ με νερό και σαράντα ημέρες έζησε χωρίς καθόλου να φάει. Για τρία χρόνια είχε τον νου της μόνον προς τον Θεό, ενώ με τους σωματικούς οφθαλμούς της δεν είδε καθόλου το κάλλος ή το μέγεθος του ουρανού. Ένα τεράστιο φοβερό φίδι το θανάτωσε με την προσευχή της και για πολλά χρόνια δεν γεύτηκε καθόλου λάδι. Υποδήματα στα πόδια της δεν απέκτησε. Λάμποντας λοιπόν με όλα αυτά τα κατορθώματα, αναπαύτηκε εν Κυρίω, συνεχίζοντας να παρέχει μέχρι σήμερα τη χάρη των πολλών θαυμάτων της σ᾽αυτούς που προσέρχονται σ᾽αυτήν με πίστη. Διότι το χώμα που λαμβάνει κανείς από τη σορό της θεραπεύει κάθε νόσο᾽.

Αποκτά μεγάλη επικαιρότητα η οσία Ελισάβετ η θαυματουργός κυρίως από το γεγονός ότι ολόκληρη η ζωή της υπήρξε – και συνεχίζει εν χάριτι να είναι – μία εξαιρετική παρουσία συμπαθείας προς τον κόσμο. Ιδιαιτέρως σήμερα που λόγω της πολλαπλής κρίσεως που βιώνουμε ένα μεγάλο ποσοστό των συνανθρώπων μας ζει μέσα στη θλίψη και τη στενοχώρια, έρχεται η οσία ως κατεξοχήν προστάτις των εν θλίψεσι ανθρώπων να δώσει εκείνη τη χάρη που βοηθά στην υπέρβαση της θλίψης και την απόκτηση της αληθινής χαράς. Ο άγιος υμνογράφος της Εκκλησίας μας αυτό ακριβώς καταγράφει ήδη από την αρχή των ύμνων που αφιερώνει στην οσία: ῾Δέχτηκες τη χάρη να διώχνεις τις αρρώστιες των ψυχών και των σωμάτων, Μητέρα σεμνή, να απομακρύνεις τα πονηρά πνεύματα με το Θείο Πνεύμα, να είσαι η προστάτις όλων αυτών που βρίσκονται στις θλίψεις᾽(῾Εδέξω χάριν ψυχών νοσήματα και των σωμάτων, Μήτερ σεμνή, αποσοβείν, πνεύματα διώκειν θείω Πνεύματι, πάντων των εν θλίψεσι προϊστασθαι᾽) (στιχηρό εσπερινού). Ολόκληρη η ζωή της ήταν μία ενσυνείδητη προσπάθεια να μετέχει στο πάθος των συνανθρώπων της, δηλαδή να ζει την πραγματική και αληθινή αγάπη που έφερε ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Κι αυτό σημαίνει βεβαίως ότι αγωνιζόταν να βρίσκεται πάνω στην πέτρα της ορθόδοξης πίστης, αφού η αληθινή αγάπη, προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο, είναι γνωστό ότι αποτελεί το εκλεκτότερο λουλούδι της σωστής ορθόδοξης πίστης. Πίστη και αγάπη είναι οι δύο όψεις του ενός νομίσματος κι όποιος νομίζει ότι μπορεί να έχει το ένα εκ των δύο μόνο του πλανάται πλάνην οικτράν. ῾Άσκησες τη συμπάθεια, την ορθόδοξη πίστη και την αγάπη, προς τον Κύριο και τον πλησίον, θεομακάριστη σεμνή. Γι᾽αυτό και η θεία χάρη του Πνεύματος αναπαύθηκε σε σένα, Μητέρα Ελισάβετ᾽ (῾Συμπάθειαν εξήσκησας, πίστιν ορθόδοξον και την αγάπην, την προς τον Κύριον και τον πλησίον, θεομακάριστε σεμνή. Όθεν θεία χάρις σοι του Πνεύματος, Μήτερ Ελισάβετ, ανεπαύσατο᾽) (στιχηρό εσπερινού).

Έτσι η οσία Ελισάβετ υπήρξε για όλους τους πιστούς είτε στο παρελθόν είτε κι έπειτα μέχρι σήμερα ῾ένα απλωμένο χέρι συμπάθειας᾽ (῾χείρα προτείνεις συμπαθείας᾽) (ωδή ζ´), που σημαίνει ότι στο πρόσωπό της βλέπουμε πάντοτε έναν ένθεο φίλο μας, συνέχεια και προέκταση του φιλικού και πολυπόθητου προσώπου του Κυρίου Ιησού Χριστού. Διότι στην πραγματικότητα αυτό είναι η οσία: μία άλλη φανέρωση του Χριστού μας στον κόσμο, μία θέαση του κάλλους του προσώπου Του, το οποίο διακαώς πάλευε να δει και να ζήσει η ίδια. ῾Πόθησες να δεις με καθαρότητα το νοητό κάλλος του Νυμφίου Χριστού᾽(῾Ιδέσθαι κάλλος νοητόν του Νυμφίου καθαρώς επεπόθησας᾽) (ωδή θ´). Κι αυτό θα πει: άνθρωπος ο οποίος αγαπά τον Κύριο και έχει Αυτόν ως προτεραιότητα της ψυχής του γίνεται τελικά ίδιος με Εκείνον. Ο άγιος Ιωσήφ ο υμνογράφος πράγματι επανειλημμένως επισημαίνει τη θερμή αγάπη της οσίας, εκ βρέφους μάλιστα, προς τον Κύριο, κάτι που φανερωνόταν με την αδιάκοπη ενατένισή της προς Εκείνον. ῾Ολοκληρωτικά ανέθεσες όλη τη διάνοιά σου στον Κύριο, γι᾽αυτό και ενατένιζες Αυτόν με τα μάτια του νου και της καρδιάς σου᾽ (῾Ολοτρόπως Κυρίω πάσαν την διάνοιαν αναθεμένη σου, οφθαλμούς νοός μεν και καρδίας αυτώ ενητένιζες᾽) (ωδή ε´). Η απόλυτη αυτή προτεραιότητα της οσίας, η οποία αποτελεί απλώς υλοποίηση της εντολής του Θεού να Τον αγαπούμε με όλην την καρδιά και την ψυχή και τη δύναμη και τη διάνοιά μας, εξηγεί και αυτό που εκ πρώτης όψεως φαίνεται παράδοξο: για τρία χρόνια να μη βλέπει καθόλου τις ομορφιές του ουρανού. Η οσία δεν ήθελε να βλέπει τις ομορφιές αυτές όχι γιατί αρνείτο την ομορφιά της δημιουργίας – αυτό θα ήταν αντίθετο προς τη χριστιανική πίστη – αλλά γιατί είχε απορροφηθεί από την ομορφιά του Δημιουργού. Και θα έλεγε κανείς ότι μόνον εκείνος που θεάται την ομορφιά του Δημιουργού ικανώνεται να δει και με τα σωστά μάτια την ομορφιά των δημιουργημάτων Του. ῾Για τρία χρόνια δεν είδες τον ουρανό, αλλά έβλεπες μόνο προς τα κάτω τη γη, αφού ήσουν από γη, θεομακάριστε᾽ (῾εν τρισί δε χρόνοις τον ουρανόν ουκ εθεάσω, αλλά γην ως εκ γης, θεομακάριστε᾽) (ωδή ε´).

Ακριβώς, η ορθή ιεράρχηση που είχε κάνει στη ζωή της: η αγάπη του Θεού και του πλησίον πρωτίστως, και έπειτα όλα τα άλλα, ήταν αυτό που ερμηνεύει όλες τις θεωρούμενες ῾ακρότητες᾽ της ασκητικής της διαγωγής: την σκληρή νηστεία της, το μάκρος αυτής, τα πύρινα εν μετανοία δάκρυά της. Η οσία ήταν προσανατολισμένη στο πώς θα στολίσει τον ναό της ψυχής της κι η ενέργεια της χάρης του Θεού την έκανε να μη βλέπει τίποτε άλλο. Για παράδειγμα: ῾Ζήλεψες τον Ηλία και τον Μωυσή, πάνσεμνε, στο μήκος των ημερών, γι᾽αυτό και έκανες νηστεία όπως εκείνοι, δεχόμενη έτσι με τη χάρη του θείου Πνεύματος τον ουράνιο άρτο των σοφωτάτων θεωριών Του᾽ (῾Τον Ηλίαν ζηλούσα και Μωυσήν, πάνσεμνε, μήκει ημερών, ως εκείνοι νηστείαν ήνυσας, άρτον ουράνιον θεωριών σοφωτάτων δεχομένη χάριτι, του θείου Πνεύματος᾽) (ωδή γ´). ῾Κολλήθηκες, σεμνή, στον πόθο του Χριστού, γι᾽αυτό και έλιωσες το φρόνημα της σάρκας με τη νηστεία᾽(῾Κολληθείσα σεμνή τω του Χριστού πόθω, της σαρκός το φρόνημα διά νηστείας έτηξας᾽) (ωδή α´). ῾Επειδή πόθησες, σεμνή, να αποκτήσεις το έλεος του Θεού με ασκητικό τρόπο, γι᾽αυτό και δεν θέλησες τη μετάληψη του λαδιού από τα βρεφικά σου χρόνια, ευφραινομένη από τις επιδόσεις των ασκητικών σου κόπων᾽ (῾Τον έλεον του Θεού ασκητικώς επισπάσασθαι επιποθούσα, σεμνή, ελαίου μετάληψιν εκ βρέφους εξέκλινας, ιλαρυνομένη ταις των πόνων επιδόσεσιν᾽) (ωδή ς´).

Μακάρι ῾τη φιλόθεη γνώμη που απέκτησε η οσία, διά της οποίας ζει τώρα μαζί με τους αγγέλους᾽(ωδή ζ´) να αποκτήσουμε έστω και λίγο και εμείς. ῾Ταις της οσίας Ελισάβετ πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν᾽.