Τετάρτη 26 Δεκεμβρίου 2012

Η ΣΥΝΑΞΙΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ



«Μετά την απόφαση του Ηρώδη να φονευτούν όλα τα παιδιά στη Βηθλεέμ, άγγελος Κυρίου φάνηκε στον ύπνο του Ιωσήφ λέγοντάς του: «Σήκω και πάρε το παιδί και τη Μητέρα Του και φύγε στην Αίγυπτο». Φεύγει λοιπόν για την Αίγυπτο η Θεοτόκος με το βρέφος και τον Ιωσήφ, για τους παρακάτω δύο λόγους: Πρώτον, για να εκπληρωθεί αυτό που είχε λεχθεί από τον προφήτη ότι «Από την Αίγυπτο κάλεσα τον Υιό μου». Δεύτερον, για να κλείσει κάθε στόμα αιρετικών. Διότι αν δεν είχε φύγει, θα συλλαμβανόταν το βρέφος. Κι αν μεν φονευόταν, θα εμποδιζόταν η σωτηρία των ανθρώπων. Αν δε δεν φονευόταν, ή με ξίφος ή με άλλη τιμωρία, προκειμένου να εκπληρωνόταν το σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία, θα μπορούσε να θεωρηθεί από πολλούς ότι ήλθε κατά φαντασία και δεν έγινε αληθινά πραγματικός άνθρωπος. Διότι αν ήταν αληθινός άνθρωπος, θα σφαζόταν από το σπαθί του τυράννου, κάτι που και  χωρίς να υπάρχει πρόφαση, τόλμησαν οι άθεοι αιρετικοί να το πουν, ότι δηλαδή γεννήθηκε κατά φαντασία. Γι’ αυτό λοιπόν φεύγει στην Αίγυπτο, και για να συντρίψει τα εκεί είδωλα και για να σώσει όλη την οικουμένη κατά τον καιρό της σωτήριας Σταύρωσης».

Η Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου θα πρέπει καταρχάς να θυμίσουμε ότι στοιχεί στην παράδοση της Εκκλησίας, να εορτάζεται μετά από ένα μεγάλο γεγονός του ερχομού του Θεού στον κόσμο για τη σωτηρία του ανθρώπου, το πρόσωπο που πρωταγωνίστησε σ’ αυτό. Έτσι μετά τη Γέννηση του Κυρίου έχουμε τη Σύναξη της Θεοτόκου, Εκείνης που έγινε η «γέφυρα δι’ ης κατέβη ο Θεός», όπως και μετά τη Βάπτισή Του έχουμε τη Σύναξη του αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού. Είναι περιττό βεβαίως να πούμε ότι το ίδιο το γεγονός, η καθαυτό εορτή, βρίσκεται σε άμεση σχέση με το πρωταγωνιστούν πρόσωπο, με άλλα λόγια η εκάστοτε Σύναξη αποτελεί την προέκταση της εορτής, τονίζοντας και επαναλαμβάνοντας το ίδιο νόημά της, σε μεγάλο βαθμό δε και τους ίδιους τους ύμνους της.

Η Σύναξη της Θεοτόκου λοιπόν τονίζει και πάλι τη Γέννηση του Κυρίου, με ιδιαίτερη επιμονή  στην πραγματικότητα της Σάρκωσής Του. Το στοιχείο αυτό ίσως δεν γίνεται ιδιαίτερα αντιληπτό σήμερα, μετά από τόσους αιώνες εξαγγελίας και βίωσης από την Εκκλησία της θεολογικής σημασίας της. Στους πρώτους χριστιανικούς χρόνους και αιώνες όμως ήταν ό,τι πιο καίριο και σημαντικό, δεδομένου ότι αμφισβητείτο από αιρετικούς η πραγματικότητα της ενσάρκωσης, οι οποίοι «έφριτταν» στη σκέψη ότι ο Θεός πήρε πραγματική ανθρώπινη σάρκα, προσέλαβε δηλαδή την ύλη του κόσμου τούτου. Τι κρυβόταν πίσω από την άρνησή τους αυτή; Η πεποίθηση ότι ο κόσμος αυτός είναι κόσμος κακός, δημιούργημα άλλου, μη καλού Θεού, συνεπώς φανέρωναν τον μη χριστιανικό προβληματισμό τους, μάλλον την με επίφαση του χριστιανισμού δήλωση των ανατολίτικων δυαλιστικών περί Θεού δοξασιών τους. Θέλουμε να πούμε ότι οι αιρετικοί αυτοί στην πραγματικότητα ήταν οπαδοί του ιρανικού λεγόμενου παρσισμού, κατά τον οποίο υπάρχουν δύο θεοί, ο θεός του καλού και ο θεός του κακού, ο οποίος θεός του κακού είναι και ο δημιουργός του κόσμου. Πώς λοιπόν η κακή ύλη του κακού θεού  μπορούσε να προσληφθεί από τον καλό Θεό, που ερχόταν να σώσει την ψυχή – όχι ασφαλώς και το σώμα – του ανθρώπου;

Η Εκκλησία μας λοιπόν αντέδρασε σθεναρά, διότι επικράτηση αυτών των αντιλήψεων (κατά δόκηση ή φαντασία εμφάνιση του Υιού του Θεού) θα σήμαινε πλήρη διαστροφή της αλήθειας της και άρνηση του πραγματικού Χριστού. Με ένταση λοιπόν τόνισε ότι ο Χριστός, ο Υιός και Λόγος του Θεού, έλαβε πραγματική και όχι κατά φαντασία την ανθρώπινη φύση, το σώμα και την ψυχή, ώστε ενσωματώνοντάς τα στον Εαυτό Του να σώσει τον άνθρωπο και δι’ αυτού και όλη τη δημιουργία. Και αιτία γι’ αυτό βεβαίως ήταν το γεγονός ότι ο κόσμος όλος, η ύλη και το σώμα του ανθρώπου, αποτελούν δημιουργήματα του ενός Θεού, του φύσει αγαθού Θεού, που είναι και ο Δημιουργός βεβαίως του κόσμου. Ήταν τόσο σημαντική η αλήθεια αυτή, ώστε ήδη από την Καινή Διαθήκη ο άγιος Ιωάννης ο θεολόγος να τονίζει ότι από την αποδοχή ή όχι της αληθινότητας της σάρκωσης του Θεού φανερώνεται κανείς ως χριστιανός ή όχι. «Παν πνεύμα, ο μη ομολογεί Ιησούν Χριστόν εν σαρκί εληλυθότα εκ του Θεού ούκ εστι», και «παν πνεύμα ο ομολογεί Ιησούν Χριστόν εν σαρκί εληλυθότα εκ του Θεού εστι». Πάνω στην αλήθεια αυτή δηλαδή κρινόταν η αλήθεια από την αίρεση. Κι αυτό τονίζει ιδιαιτέρως σήμερα η Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου, που προεκτείνει, όπως είπαμε, τη Γέννηση του Κυρίου. «Ο γαρ ην διέμεινε, Θεός ων αληθινός, και ο ουκ ην προσέλαβεν, άνθρωπος γενόμενος διά φιλανθρωπίαν». (Αυτό που ήταν ο Υιός και Λόγος του Θεού το κράτησε, δηλαδή ότι είναι Θεός αληθινός, και αυτό που δεν ήταν το προσέλαβε κι έγινε άνθρωπος από φιλανθρωπία). Ο προβληματισμός της Υπεραγίας Θεοτόκου στον οίκο του κοντακίου της σημερινής εορτής το διακηρύσσει επίσης έντονα: «Την γαρ σφραγίδα της Παρθενίας μου ορώσα ακατάλυτον, κηρύττω σε άτρεπτον Λόγον, σάρκα γενόμενον» (Βλέποντας τη σφραγίδα της παρθενίας μου να μένει χωρίς να χαλάσει, σε κηρύσσω αληθινό Λόγο του Θεού, που πήρες την ανθρώπινη σάρκα).

Και βεβαίως η σημερινή εορτή της Σύναξης υπενθυμίζει πάλι ότι μπροστά στο πανθαύμαστο γεγονός του ερχομού του Θεού στον κόσμο ως ανθρώπου, όλη η δημιουργία ανταποκρίνεται με ευχαριστία, προσφέροντας τα δώρα της, το καλύτερο όμως όλων των δώρων ήταν του ίδιου του ανθρώπου. Διότι ακριβώς πρόσφερε ό,τι ωραιότερο και ανώτερο μπορούσε ποτέ να φανεί ως κτίση: την Παναγία Παρθένο. «Έκαστον των υπό σου γενομένων κτισμάτων την ευχαριστίαν σοι προσάγει∙ οι άγγελοι τον ύμνον∙ οι ουρανοί τον αστέρα∙ οι μάγοι τα δώρα∙ οι ποιμένες το θαύμα∙ η γη το σπήλαιον∙ η έρημος την φάτνην∙ ημείς δε Μητέρα Παρθένον» (Καθένα από τα δημιουργήματά Σου, Κύριε, σου προσφέρει την ευχαριστία του: οι άγγελοι τον ύμνον, οι ουρανοί το αστέρι, οι μάγοι τα δώρα, οι ποιμένες τον θαυμασμό τους, η γη το σπήλαιο, η έρημος τη φάτνη, εμείς όμως Μητέρα Παρθένο). Μη ξεχνάμε: η Παναγία είναι ο εκπρόσωπός μας στον Ουρανό, Εκείνη που έδωσε το αίμα και τη σάρκα της προκειμένου να γίνει άνθρωπος ο ίδιος ο Θεός, συνιστά την «αξιοπρέπειά» μας, αποτελεί πάντοτε την παρηγοριά και την ελπίδα μας. Προς χάρη Της η όποια προσευχή μας γίνεται εισακουστή από τον Θεό, αφού Εκείνος θέλησε να γίνει σαν κι εμάς μέσα από Εκείνην.


Δευτέρα 24 Δεκεμβρίου 2012

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ: Η ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ



῎Αν θέλουμε νά καταλάβουμε κάτι ἀπό τά Χριστούγεννα καί νά ζήσουμε κάπως τή ζωή τῆς ᾽Εκκλησίας, θά πρέπει νά φτάσουμε στό χαρισματικό ἐκεῖνο σημεῖο, κατά τό ὁποῖο ὁ ἐρχομός τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο σημαίνει τήν πλήρη ἀνατροπή τῶν δεδομένων καί τῶν παγιωμένων συνηθειῶν τοῦ κάθε ἀνθρώπου.

Διότι τά Χριστούγεννα δείχνουν μεταξύ τῶν ἄλλων:

1. ὅτι ἡ δόξα στόν ἄνθρωπο βρίσκεται στήν ταπείνωση καί στήν ἀφάνεια καί ὄχι στόν κρότο τῆς ἐπί γῆς παρουσίας του, πολύ περισσότερο στήν κυριαρχία ἐπί τῶν ἀνθρώπων. ᾽Απόδειξη τό βρέφος τῆς Βηθλεέμ: ὁ παντοδύναμος Θεός κεῖται ἀνίσχυρος καί ἀδύναμος σέ μία φάτνη, κρυμμένος στή Γέννα Του ἀπό μία ἁπλούστατη κοπέλα στό πιό ἄσημο χωριό τῆς ᾽Ιουδαίας. ῾Λαθών ἐτέχθης ὑπό τό σπήλαιον·

2. ὅτι ὁ πλουτισμός στόν ἄνθρωπο βρίσκεται στήν ἐπιλογή τῆς ὑλικῆς πτωχείας καί στήν προσφορά καί ὄχι στήν ἀπόκτηση τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν. ᾽Απόδειξη καί πάλι τό θεῖο βρέφος: ῾Ως Θεός ῾ἐπτώχευσεν πλούσιος ὤν᾽, ἔζησε μέ πτωχεία, μακάρισε τήν πτωχεία, προσφέρθηκε καί ἀδιάκοπα προσφέρεται μή κρατώντας τίποτε γιά τόν ἑαυτό Του·

3. ὅτι ἡ ἀνάπαυση καί ἡ ἄνεση βρίσκονται ὄχι στήν ἀπομάκρυνση ἀπό τόν κόπο καί τόν πόνο, ἀλλά στήν ἄρση τοῦ Σταυροῦ καί τήν ἐπιλογή τῆς θυσίας. Καί πάλι ἀπόδειξη ὁ σαρκωθείς Θεός: ἀπό τή φάτνη βρίσκεται ἤδη στή θυσία καί στόν Σταυρό – δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι στή βυζαντινή εἰκόνα τῆς Γεννήσεως ἡ φάτνη εἶναι λάρνακα! ῾Ο πόνος εἶναι ἡ ἐπιλογή τοῦ Χριστοῦ ἀλλά καί ἡ ἄνεσή Του, γιατί ἔτσι μᾶς σώζει.

῎Ετσι ἡ Γέννηση τοῦ Κυρίου ἀποτελεῖ ῾μαστίγωμα᾽ καί θανάτωση τοῦ κεντρικοῦ ἀνθρώπινου πάθους, τοῦ ἐγωισμοῦ, ἀφοῦ γκρεμίζει ὁριστικά καί ἀμετάκλητα ὅ,τι συνιστᾶ τό περιεχόμενό του: τήν ὑπερηφάνεια, τήν πλεονεξία καί τήν ἁρπακτική διάθεση, τή φιληδονία.

Παράλληλα στό γεγονός τῶν Χριστουγέννων, τοῦ μεγίστου αὐτοῦ ἀπό τά μυστήρια τῆς πίστεώς μας - ῾ὁμολογουμένως μέγα ἐστί τό τῆς εὐσεβείας μυστήριον, Θεός ἐφανερώθη ἐν σαρκί᾽ (Α´ Τιμ. 3, 16) – διαπιστώνουμε τή φτώχεια καί τῆς ἀνθρώπινης λογικῆς καί τῆς ἀνθρώπινης δικαιοσύνης. Δότι ποτέ ὁ ἀνθρώπινος νοῦς καί τό αἴσθημα τοῦ κοινοῦ δικαίου δέν θά μποροῦσαν νά φτάσουν στό κυριολεκτικά ἀναποδογύρισμα αὐτό τῶν προτεραιοτήτων τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς πού ἔφερε ἡ Γέννηση τοῦ Κυρίου. Γι᾽ αὐτό καί μετά Χριστόν ὅ,τι φαίνεται δίκαιο δέν εἶναι πάντα δίκαιο καί ὅ,τι φαίνεται ἄδικο δέν εἶναι πάντα ἄδικο. Τό ἀντίθετο μάλιστα: πολλές φορές τό δίκαιο ὑπάρχει στό θεωρούμενο ἄδικο καί τό ἄδικο στό θεωρούμενο δίκαιο.

᾽Εκτός ἀπό τό ἴδιο τό γεγονός τῶν Χριστουγέννων ἡ 29η Δεκεμβρίου ἔρχεται νά φανερώσει τήν ἀνατροπή τῶν δεδομένων καί τῶν σταθερῶν τοῦ πρό Χριστοῦ ἀνθρώπου: τελοῦμε τή μνήμη τῶν 14.000 νηπίων (ὁ ἀριθμός δέν ἐνδιαφέρει ἄν εἶναι συμβολικός ἤ ὄχι: ἡ φονική διάθεση μετράει) πού σφαγιάστηκαν ἀπό τόν αἱμοσταγή ῾Ηρώδη. Πῶς κρίνει ἡ ἀνθρώπινη λογική τό γεγονός αὐτό; Βλέποντας τά πράγματα μόνο ὁριζόντια, χωρίς τήν προοπτική τῆς αἰωνιότητος καί χωρίς τό βάθος τῆς πίστεως τό χαρακτηρίζει ὡς μεγίστη ἀδικία πού ἐπισύρει τόν ἀνάλογο χαρακτηρισμό γιά τόν Θεό: ἄν ὑπάρχει Θεός, πῶς ἐπέτρεψε μία τέτοια τραγωδία καί τέτοια θηριωδία; Ποῦ εἶναι ἡ δικαιοσύνη Του;

Στήν ἀπιστία ὅμως τῆς αὐτονομημένης καί χωρίς Θεό λογικῆς ἀπαντᾶ ἠ πίστη: τά σφαγιασθέντα νήπια ἀποτελοῦν τούς πρώτους μάρτυρες τοῦ Κυρίου. Εἶναι, κατά τήν ὑμνολογία μάλιστα τῆς ἡμέρας, ῾οἱ νεομάρτυρες᾽, ῾ὁ χορός τῶν μαρτύρων᾽, ῾ἡ πρώτη θυσία στόν ἄχραντο τόκο τοῦ Χριστοῦ᾽, ῾ἡ σεπτή θυσία τῶν συνομηλίκων τοῦ Χριστοῦ  γιά τή δική μας σωτηρία, πού προθυσιάστηκε καί προέπαθε ἀπό τό καινούργιο σφάγιο, τόν Χριστό᾽. Γι᾽ αὐτό καί ῾εἰς τά ὦτα τοῦ Κυρίου Σαβαώθ εἰσεληλύθει ἡ σφαγή᾽ αὐτή καί ῾ἐν κόλποις ᾽Αβραάμ ἐπαναπαύονται τά τίμια βρέφη᾽.

Δικαιώθηκαν καί σώθηκαν λοιπόν τά σφαγιασθέντα νήπια, κέρδισαν μέ τό αἷμα τους τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἀγάλλονται καί χαίρουν διαπαντός, πρεσβεύουν καί γιά τή δική μας σωτηρία, ἐνῶ θλίβονται καί πενθοῦν καί γιά ὅλους ἐκείνους πού ἀνάπηροι ἀπό τά φτερά τῆς πίστεως κλαῖνε καί ὀδύρονται γιά τήν ῾ἀδικία᾽ πού ὑπέστησαν αὐτά ἀπό τόν ῾Ηρώδη.

Τά Χριστούγεννα δέν εἶναι μία γιορτή χαρᾶς, ἐξωτερικῆς καί ἐπιφανειακῆς, ὅπως τή βιώνει ὁ ἀδιάφορος συνήθως κατά τήν πίστη ἄνθρωπος. Τά Χριστούγεννα ἀπαιτοῦν ριζική ἀλλαγή καί μετάνοια, προκειμένου νά ἀποκτήσουμε ἐκεῖνες τίς αἰσθήσεις μέ τίς ὁποῖες θά μπορέσουμε νά δοῦμε τόν κόσμο ὅπως μᾶς τόν φανέρωσε ὁ Χριστός. ῾Η χαρά τῶν Χριστουγέννων ἑπομένως προϋποθέτει τό πέρασμα ἀπό τό πένθος γιά τίς ἁμαρτίες μας. ῎Αν δέν γκρεμίσουμε τόν πονηρό ἑαυτό μας μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, δέν θά οἰκοδομήσουμε ποτέ τόν  καινούργιο πού  ὁ Χριστός μας ἔφερε.

Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2012

Η ΑΓΙΑ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΕΥΓΕΝΙΑ (24 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ)



       «Ως ευσεβής κλάδος ευγενούς ρίζας βγήκε η Ευγενία, η δόξα του γένους της. Γεννήθηκε στην παλαιά πόλη της Ρώμης και ο πατέρας της έλαβε την τιμή από τον βασιλιά να γίνει έπαρχος της Αλεξανδρείας, οπότε πήγε εκεί μαζί με την Ευγενία και τη σύζυγό του. Η Ευγενία κάποια στιγμή έφυγε κρυφά νύκτα μαζί με δύο υπηρέτες και πήγε σε κάποιον από τους επισκόπους, με εμφάνιση άνδρα, κι αφού βαπτίστηκε και έγινε χριστιανή, κάρηκε μοναχή, παίρνοντας το όνομα Ευγένιος. Πήγε λοιπόν γρήγορα το πρωί σε μοναστήρι και εξάσκησε εκεί κάθε αρετή με ασκητικούς κόπους και αγώνες και με αγρυπνίες. Τόσο πολύ έλαμψε στη Μονή, σαν μεγάλος ήλιος, ώστε όταν ο προεστώς της Μονής έφυγε από τη ζωή αυτή, οι αδελφοί τον παρακαλούσαν να αναλάβει αυτός την ευθύνη και την προστασία της. Η αγία, που φαινόταν ως μοναχός Ευγένιος, συμφώνησε, χωρίς να το θέλει, από τη βία του πόθου και των παρακλήσεων των μοναχών, και έτσι ο Ευγένιος αναδείχτηκε σε όλους λαμπρότατος και μέγας στην πράξη και όχι στα λόγια. Η ασκητική αυτή πράξη του, που είναι ο δρόμος για τη μοναδική θεωρία του Θεού, τράβηξε όλους κατά παράδοξο τρόπο, όπως τραβάει ο μαγνήτης το σίδερο, ώστε όλοι να απολαμβάνουν στο πρόσωπό του την ιδέα του καλού. Μία μοναχή όμως, Μελανθία στο όνομα και στην ψυχή, που ζούσε με κοσμικό φρόνημα – αλλοίμονο για την ακαθαρσία της ψυχής – καθώς είδε τον Ευγένιο όμορφο από φυσικού του, καταλήφθηκε από φοβερό σαρκικό έρωτα γι’ αυτόν, και τον πίεζε, με πονηρή πρόφαση μία τάχα ανίατη αρρώστια που είχε, να του μιλήσει κρυφά και κατά μόνας, διότι διαφορετικά δεν είναι δυνατόν να απαλλαγεί από την αρρώστια. Ο Ευγένιος, με συντριμμένη την καρδιά και απονήρευτη διάθεση, υποχώρησε, όπως αγαπά ο Θεός, στα απατηλά λόγια της Μελανθίας, αγνοώντας τον δόλο της. Όταν λοιπόν ο ακόλαστος οίστρος της Μελανθίας της άναψε σαν φωτιά τον έρωτα της καρδιάς, τυφλωμένη και καιομένη από το πάθος της, επεχείρησε να του επιτεθεί αμαρτωλά. Ο Ευγένιος αμέσως αντέδρασε και την έκανε πέρα, χωρίς έτσι αυτή να πετύχει τους σκοπούς της. Οπότε αυτή συκοφάντησε τον θεωρούμενο Ευγένιο. Ότι δηλαδή ο θείος προστάτης της τάδε Μονής, θρασύς πόρνος στην πραγματικότητα, απατώντας με δόλια λόγια αγνές γυναίκες, ήλθε και σε εμένα. Ο έπαρχος λοιπόν και πατέρας της κόρης Ευγενίας, όταν άκουσε τις κατηγορίες, εξοργίστηκε και κάλεσε, ως κατηγορούμενους και δέσμιους, τον ηγούμενο Ευγένιο και τους μοναχούς της Μονής – ψευδολάτρες ή καλύτερα κακεργάτες κατ’ αυτόν – να παρουσιαστούν  γρήγορα ενώπιόν του και να απολογηθούν. Καθώς λοιπόν παρέστησαν τα δύο μέρη στη δίκη, άρχισε αμέσως να ομιλεί η Μελανθία, υβρίζοντας τον θείο προστάτη της Μονής, κοροϊδεύοντας και διακωμωδώντας τον Ευγένιο και τους μοναχούς του με σκληρά λόγια, δείχνοντας και στους φίλους ότι είναι εργάτης της αμαρτίας. Με μεγάλη φωνή μάλιστα έλεγε περίπου τα εξής: Ακούστε με όλοι, λέω την αλήθεια – ω, για την ανοχή σου, Δέσποτα παντοκράτορ! Τότε ο Ευγένιος σηκώθηκε και έσκισε τον χιτώνα του και αμέσως έδειξε ότι ήταν γυναίκα – θαύμα φρικτό και παράξενο! Και μίλησε με θάρρος στους παρευρισκομένους: «Έπρεπε να ευχαριστούμε τον Θεό και να υποφέρουμε τις ύβρεις, τις κοροϊδίες και τα κτυπήματα των σωμάτων. Αλλά για να μη γίνεται αντικείμενο γέλωτος το σχήμα του μοναχού, εγώ είμαι γυναίκα κατά τη φύση, είμαι θυγατέρα του δικαστή πατέρα μου και κριτή δικού μου. Έχω δε μητέρα τη σύζυγό του που με γέννησε. Όλοι αυτοί δε που κατηγορούνται είναι αδελφοί και δεν τους ονομάζω δούλους». Ενώ έλεγε αυτά η καλή Ευγενία, όλοι έπεσαν σε έκπληξη, ενώ η θεία δίκη τιμώρησε  τη Μελανθία, με  τρόπο που αν το ακούσει κανείς, θα θαυμάσει.  Ο πατέρας της λοιπόν, που ήταν ειδωλολάτρης, αμέσως δέχεται τη χάρη του Θεού και αναγεννάται πνευματικά, εγκαταλείποντας την ανθρώπινη δόξα, τον πλούτο και τον φαντασμένο τρόπο ζωής. Γίνεται δε πιστός ποιμένας των ανθρώπων της πόλεως, γεγονός που έκανε τους ειδωλολάτρες να αντιδράσουν και να τον οδηγήσουν σε μαρτύριο, οπότε από τα σκληρά κτυπήματά τους απήλθε στις ουράνιες μονές. Η μητέρα όμως της Ευγενίας, μαζί με αυτήν, εγκατέλειψαν γρήγορα την Αλεξάνδρεια και κατέφυγαν πάλι στην αγαπημένη τους πόλη, τη Ρώμη. Κι όταν βγήκε διαταγή  του βασιλιά οι χριστιανοί να θυσιάζουν στα είδωλα, διαφορετικά θα πεθαίνουν με πολύ κακό τρόπο, έλαμψε σε όλους η πίστη της Ευγενίας. Διότι από τον πόθο του Χριστού ομολόγησε την πίστη της, γι’ αυτό και προσδέθηκε σε πολύ βαρύ λίθο και ρίχτηκε στο νερό. Κι επειδή κατά παράδοξο τρόπο δεν έπαθε τίποτε, της απέκοψαν το κεφάλι, οπότε με χαρά πορεύτηκε στον αγαπημένο της Νυμφίο Χριστό».

       Η αγία Ευγενία υπήρξε όχι μόνον ευγενής ως προς την καταγωγή της, αλλά ευγενής και από χαρακτήρος. Αυτήν τη φυσική της ευγένεια προβάλλει καταρχάς μεταξύ άλλων και ο υμνογράφος της, άγιος Θεοφάνης, ο οποίος όμως σχετίζει αυτήν με τον πόθο και την αγάπη του Χριστού, προκειμένου να παραμείνει η ευγένειά της σταθερή και ολόκληρη. «Την του κόσμου πρόσκαιρον φυγούσα δόξαν, τον Χριστόν επόθησας, το ευγενές σου της ψυχής αδιαλώβητον σώζουσα, μάρτυς θεόφρον, Ευγενία πανεύφημε». (Απέφυγες την πρόσκαιρη κοσμική δόξα, Ευγενία πανεύφημε, γι’ αυτό και πόθησες τον Χριστό, κρατώντας έτσι χωρίς πληγές την ευγένεια της ψυχής σου). Κι ακόμη: όχι μόνο να παραμείνει η ευγένεια αυτή σταθερή, αλλά να προχωρήσει στην υψηλή της κατάσταση. «Υμνωδίας, Νύμφη του Χριστού, θείας επακούσασα, προς υψηλήν επτερώθης ευγένειαν» (Άκουσες θεϊκή υμνωδία, νύμφη του Χριστού, κι απέκτησες φτερά για την υψηλή ευγένεια).  Ο υμνογράφος με απέριττο και σαφή λόγο εκφράζει στα τροπάρια αυτά μία από τις μεγαλύτερες αλήθειες: η πίστη και η αγάπη του Χριστού, η στροφή προς Εκείνον κάνει τον άνθρωπο να οδηγείται στην αληθινή ευγένεια, δηλαδή να ζει με υγεία ψυχής. Και αντιθέτως: όταν ο άνθρωπος στρέφεται εμπαθώς προς τον κόσμο, εκζητώντας τη δόξα του κόσμου, τότε δυστυχώς πληγώνεται στην ψυχή, χάνεται η ομορφιά αυτής και ο άνθρωπος γίνεται δύσμορφος. Αιτία γι’ αυτό βεβαίως είναι ότι η σχέση με τον Θεό, τον αληθινό εν Χριστώ Θεό, συνιστά τη φυσιολογία του ανθρώπου. Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από τον Θεό για να ζει με τον Θεό και να κατατείνει προς Εκείνον. «Ότι εξ Αυτού και δι’ Αυτού και εις Αυτόν τα πάντα», που σημειώνει και ο απόστολος Παύλος. Η ευγενής αγία Ευγενία λοιπόν προβάλλεται καταρχάς ως τύπος του αληθινού και φυσιολογικού ανθρώπου.

       Η διαφύλαξη της ευγένειάς της με τον θερμό πόθο που είχε για τον Χριστό ήταν ευνόητο ότι πέρασε και από πειρασμούς. Δεν είναι δυνατόν ο άνθρωπος του Θεού να πορεύεται κατά το θέλημα του Θεού χωρίς να υφίσταται δαιμονικές επιθέσεις. Αν ο ίδιος ο Κύριος δέχτηκε την επήρεια των πειρασμών, πολύ περισσότερο ο κάθε άνθρωπος, μάλιστα ο πιστός. Κι ένας από τους πειρασμούς της αγίας ήταν βεβαίως ο αναφερόμενος στο συναξάρι με την ταλαίπωρη Μελανθία. Ο άγιος υμνογράφος μάλιστα θεωρεί τη Μελανθία ως όργανο του διαβόλου. Εκείνος ως ο αρχαίος όφις κρυβόταν πίσω από τις κακές ενέργειές της. «Δρόμον τον σον ευθυνούμενον βλέπων προς σωτηρίαν όφις ο ψυχόλεθρος, αθληφόρε, αναρριπίζει πειρασμούς σοι ποικίλους, τον σον τόνον λύειν πειρώμενος, τούτον δε, θεόφρον αγνή, κατεπάτησας» (Ο καταστροφέας των ψυχών, ο όφις διάβολος, βλέποντας τον δρόμο της ζωής σου να βρίσκεται στην κατεύθυνση της σωτηρίας, σου δημιουργεί ποικίλους πειρασμούς, προσπαθώντας να χαλαρώσει τη δύναμη της ψυχής σου. Αυτόν όμως, θεόφρον αγνή, τον κατεπάτησες). Ο διάβολος λοιπόν κάνει τη «δουλειά» του: να γίνεται εμπόδιο στην πορεία μας προς τον Θεό. Μπορούμε όμως και τον καταπατάμε, σαν την αγία, αν μένουμε σταθεροί στο θέλημα Εκείνου. Στη σταθερότητα αυτή διαπιστώνουμε την αδυναμία τελικώς του διαβόλου.

       Ο άγιος Θεοφάνης επιμένει πολύ βεβαίως στην ομορφιά και την ωραιότητα του βίου της αγίας, καθώς διαπιστώνει τη σκληρή πνευματική της άσκηση, η οποία επιστεγάστηκε και με τη δοξασμένη άθλησή της («Κοσμίως σου και ωραίως τον βίον εφαίδρυνας, ασκήσει το πρότερον σαρκός τα πάθη μαράνασα∙ ύστερον αθλήσει δε περιφανώς, Ευγενία, διαλάμψασα» (Λάμπρυνες τον βίο σου με κόσμιο και ωραίο τρόπο, αφού μάρανες τα αμαρτωλά πάθη προηγουμένως με την άσκησή σου, κι ύστερα έλαμψες  με τη δοξασμένη άθλησή σου, Ευγενία). Αναφέρεται όμως και στην αρχή της μεταστροφής της στον Θεό, τότε που κινούμενη από τη χάρη του Θεού εγκατέλειψε τα εγκόσμια, για να αφιερωθεί ολοκληρωτικά σ’ Εκείνον. Και κάνει εντύπωση η επισήμανσή του ότι η μεταστροφή της αυτή – πέραν της μελέτης των θεοπνεύστων επιστολών του αποστόλου Παύλου, οι οποίες την σαγήνευσαν – σχετίστηκε με την υμνολογία της Εκκλησίας μας, το θεολογικό περιεχόμενό της. «Υμνωδίας, Νύμφη του Χριστού, θείας επακούσασα, προς υψηλήν επτερώθης ευγένειαν∙ ως γαρ φως ενήστραψε τη καρδία σου των ασμάτων του Πνεύματος η θεολογία, πάσαν αθεότητα διώκουσα» (Η θεϊκή υμνωδία που άκουσες, νύμφη του Χριστού, σου έδωσε φτερά για να ανέβεις στην υψηλή ευγένεια. Διότι σαν φως άστραψε στην καρδιά σου η θεολογία των ασμάτων του Πνεύματος, διώχνοντας έτσι κάθε αθεότητα).

       Το τροπάριο  αυτό του αγίου Θεοφάνους συνιστά ύμνο κυριολεκτικά στην υμνολογία. Διότι αφενός τονίζει ότι οι ύμνοι της Εκκλησίας περιέχουν όλη τη θεολογία της, κατ’  έμπνευση του αγίου Πνεύματος, αφετέρου η ίδια η υμνωδία, ως τρόπος ασματικός, γίνεται όργανο αναγωγής προς τον Θεό, κατανύξεως της καρδίας. Πόση μεγάλη είναι η ευθύνη των ψαλτών της Εκκλησίας μας, οι οποίοι έχουν τον κλήρο και το χάρισμα να μεταφέρουν με ασματικό τρόπο την πίστη της Εκκλησίας. Γίνονται πραγματικά τα όργανα του Θεού για να ανεβάζουν τις ανθρώπινες ψυχές, να δημιουργούν κατάνυξη με τη σωστή εκφορά των ύμνων και με την προσευχητική διάθεσή τους. Μακάρι όλοι οι ψάλτες μας να είχαν την επίγνωση και τη συναίσθηση αυτή.


Σάββατο 22 Δεκεμβρίου 2012

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ



Καί οὗτοι πάντες μαρτυρηθέντες διά τῆς πίστεως...᾽
(῾Εβρ. 11, 39)

α. ᾽Εποποιΐα τῆς πίστεως ἔχει χαρακτηρισθεῖ τό συγκεκριμένο ἀποστολικό ἀνάγνωσμα ἀπό τήν πρός ῾Εβραίους ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Παύλου, πού ἀκούγεται κάθε φορά τήν Κυριακή πρό τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως. ᾽Εποποιΐα γιατί φανερώνει μέσα ἀπό τήν ἱστορία τῆς Θείας Οἰκονομίας ὅτι ἡ πίστη ἀποτελεῖ τό ἀκαταμάχητο ὅπλο μέ τό ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος ὑπερβαίνει ὅλες τίς δυσκολίες  καί ὅλα τά ἐμπόδια τῆς ζωῆς αὐτῆς καί ἐξέρχεται νικητής. ῾Μεγάλα τά τῆς πίστεως κατορθώματα᾽. Θά μποροῦσε κανείς νά ἔβαζε ὡς τίτλο τοῦ ἀποσπάσματος τή φράση τῆς ᾽Αποκάλυψης τοῦ ᾽Ιωάννου ῾αὕτη ἡ πίστις ἡ νικήσασα τόν κόσμον, ἡ πίστις ἡμῶν᾽. ῾Ο ἀπόστολος εἶναι σαφής: ἄν ὁ ᾽Αβραάμ καί οἱ μετά ἀπό αὐτόν Πατριάρχες τοῦ ᾽Ισραήλ μεγαλούργησαν, ἄν οἱ Κριτές καί οἱ Βασιλεῖς τοῦ ᾽Ισραήλ ἐξῆλθαν νικητές στούς διαφόρους πολέμους, ἄν τελικῶς οἱ Προφῆτες ἔστω καί μέ τόν θάνατό τους παρέμειναν ζωντανοί στή μνήμη καί τή ζωή τοῦ λαοῦ, ἦταν ἀκριβῶς γιατί κινητήρια δύναμή τους εἶχαν τήν πίστη τους στόν Θεό, ἡ ὁποία τούς ἔκανε νά ζοῦν τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ καί νά εἶναι ἔτσι τά διαχρονικά πρότυπα γιά ὅλους τούς πιστούς. ῾Καί οὗτοι πάντες μαρτυρηθέντες διά τῆς πίστεως...᾽. ῞Ολοι αὐτοί ἔδωσαν καλή μαρτυρία γιά τήν πίστη τους.

β. 1. Δέν μιλᾶμε λοιπόν γιά τήν πίστη ἡ ὁποία χαρακτηρίζει κάθε ἄνθρωπο πού ἔρχεται στόν κόσμο καί τόν παρακολουθεῖ σέ ὅλες τίς φάσεις τῆς ζωῆς του, τόσο πού νά ὁρίζεται αὐτός ὡς τό κατεξοχήν πιστεῦον ὄν. Γιά τήν πίστη-ἐμπιστοσύνη δηλαδή  πού φανερώνει ἤδη ἀπό μικρό παιδάκι μέχρι τά γηρατειά του σέ κάθε ἐπίπεδο ζωῆς προκειμένου νά διακρατηθεῖ στή ζωή, ὅπως ὅτι οἱ γονεῖς του εἶναι πράγματι γονεῖς του, ὅτι γιά νά σταθεῖ ὄρθιος στά πόδια του πρέπει ἀκριβῶς νά τό πιστέψει, ὅτι γιά νά κυκλοφορήσει ἔξω στόν κόσμο – καί σ᾽ ἕνα λεωφορεῖο νά ἀνέβει – μέ τήν προϋπόθεση τῆς πίστεως θά τό κατορθώσει.
Κι οὔτε μιλᾶμε βεβαίως γιά τήν πίστη γενικά καί ἀόριστα σέ θεό ἤ θεούς, διότι τέτοια πίστη ὑπάρχει καί ἀπαντᾶται σέ ὅλες τίς θρησκεῖες καί σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους - ἔστω καί τούς θεωρουμένους ἀθέους - ἡ ὁποία ὅμως δέν ὁδηγεῖ σέ σωτηρία τόν ἄνθρωπο μέ τήν ἔννοια τῆς εὑρέσεως τοῦ ζωντανοῦ καί ἀληθινοῦ Θεοῦ καί συνεπῶς τῆς πραγματώσεως τοῦ ἀληθινοῦ του προσώπου. Χωρίς δηλαδή νά ἀμφισβητεῖται ἡ πραγματικότητα τῆς πίστεως σέ Θεό, ἐκεῖνο πού ἀμφισβητεῖται εἶναι τό ῾ἀντικείμενο᾽ τῆς πίστεως: ποιός Θεός λατρεύεται. Διότι κατά τή χριστιανική μας πίστη οἱ ἐκτός Χριστοῦ λατρευόμενοι ῾θεοί᾽ εἶναι ἤ τό τίποτε: τά εἴδωλα τοῦ σκοτισμένου λόγω τῆς ἁμαρτίας νοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἤ τά πονηρά πνεύματα. ῾Μή παντί πνεύματι πιστεύετε᾽ φωνάζει ἐν προκειμένῳ ὅ ἄγιος ᾽Ιωάννης ὁ Θεολόγος.

2. ῾Η πίστη γιά τήν ὁποία κάνει λόγο ὁ ἀπόστολος Παῦλος εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία στηρίζεται στήν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ τόσο στήν πρώτη φάση της τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὅσο καί στή δεύτερη τῆς Καινῆς. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ἔδειξαν πίστη οἱ δίκαιοι καταρχάς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, διότι ἀκριβῶς στόν ὑπό τό σκότος τῆς ἄγνοιας καί τῆς ἁμαρτίας εὑρισκόμενο ἄνθρωπο φανερώθηκε ὁ ἴδιος ὁ Θεός. ᾽Επειδή δηλαδή ἡ ἁμαρτία διάβρωσε τόν ἄνθρωπο καί ἔχασε τήν ἐπαφή του μέ τόν Δημιουργό του Θεό – καμία ῾σκάλα᾽ δέν μποροῦσε νά στηθεῖ ἀπό πλευρᾶς τοῦ ἀνθρώπου γιά νά βρεῖ τόν Θεό – γι᾽ αὐτό καί ᾽Εκεῖνος κινούμενος ἀπό τήν ἄπειρη ἀγάπη Του πρός τά πλάσματά Του ἀποκαλύπτεται, μέ ἀποκορύφωση τόν ἐρχομό Του στόν κόσμο ὡς ἀνθρώπου. ῎Ετσι ὁ ᾽Αβραάμ, οἱ Πατριάρχες τοῦ ᾽Ισραήλ, οἱ Κριτές, οἱ Προφῆτες ἀνταποκρίνονται σέ συγκεκριμένη κλήση τοῦ Θεοῦ. ῾Η πίστη τους ἦταν τό ῾ναί᾽ πού ψέλλισε ἡ καρδιά τους, ὅταν ἐκείνη ἐνύγη ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ μεγάλου Πατέρα.
Κι ἐκεῖ πού ἡ πίστη βρῆκε τή μεγαλύτερη καθαρότητά της ἦταν ὅταν ὁ ἴδιος ὁ Θεός στό πρόσωπο τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ ἔγινε ἄνθρωπος σάν κι ἐμᾶς, προκειμένου νά μᾶς φανερώσει στό ἀπόλυτο δυνατό τό ἀληθινό Του πρόσωπο καί νά μᾶς ὁδηγήσει σέ ὅ,τι ἀδυνατοῦσε καί ἀδυνατεῖ νά συλλάβει τό ἀνθρώπινο μυαλό: τήν συσσωμάτωση στόν ἑαυτό Του, δηλαδή  νά εἴμαστε ἕνα μέ ᾽Εκεῖνον. ῾Η πίστη στόν Χριστό πιά λόγω τῆς ἐξαίρετης χαρισματικῆς καταστάσεώς της προϋπέθετε καί προϋποθέτει τήν πιό οὐσιαστική βοήθεια τοῦ ῎Ιδιου: νά μᾶς τήν προσφέρει ᾽Εκεῖνος, ἀρκεῖ νά δεῖ τήν καλή δική μας διάθεση. Μέ ἄλλα λόγια, ἀπαιτεῖται ἡ καλή προαίρεση τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος νιώθει νά  στρέφεται πρός τόν Χριστό καθώς ὁ Θεός ἀσκεῖ ἑλκτική δύναμη σ᾽ αὐτόν - ἕνα εἶδος πρώτης πίστεως - κι ἔπειτα ὅταν ὁ ἄνθρωπος μέ τήν πρώτη αὐτήν πίστη ζητήσει τόν Χριστό, τήν ἀποκτᾶ στήν ὁλοκληρία της καθώς βαπτίζεται στό ὄνομα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καί γίνεται μέλος τῆς ᾽Εκκλησίας ὡς τοῦ ζωντανοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ. Κατά τόν λόγο τῆς Γραφῆς: ῾οὐδείς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐάν μή ὁ Πατήρ μου ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν᾽. Καί: ῾ὁ πιστεύσας καί βαπτισθείς σωθήσεται᾽.

3. Αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ πίστη στόν ἀποκαλυμμένο Θεό δέν εἶναι ἀδράνεια καί ἐπανάπαυση. Θέτει τόν ἄνθρωπο σέ ἐνέργεια τέτοια πού φθάνει στό βαθμό τῆς θυσίας: ὁ Θεός ὁδηγεῖ πιά τόν ἄνθρωπο σ᾽ ὅ,τι συνιστᾶ τό ἅγιο θέλημά Του, πού σημαίνει ὅτι κύριο γνώρισμα τῆς πίστης αὐτῆς εἶναι ἡ ὑπακοή σ᾽ ᾽Εκεῖνον. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἡ ᾽Εκκλησία μας θέτει ὡς διαχρονικό πρότυπο ἀληθινῆς πίστεως τόν ᾽Αβραάμ. Τόν γίγαντα αὐτόν πού ὑπακούει στήν κλήση τοῦ Θεοῦ νά ἐγκαταλείψει τή χώρα καί τήν οἰκογένειά του, πού καλεῖται νά πιστέψει - ὅπως καί πίστεψε -  ὅτι ἡ γερόντισσα γυναίκα του Σάρρα θά γεννήσει τόν γιό του, πού δέχεται ἐν πίστει νά θυσιάσει ἔπειτα τόν μονάκριβο ἀπό τήν ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ υἱό του, ἄσχετα ὅτι τελικῶς μέ τήν ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ δέν πραγματοποιεῖ τή θυσία αὐτή. ῾Η πίστη ὡς ὑπακοή στόν Θεό μέ ἄλλα λόγια δέν ἀφήνει τόν ἄνθρωπο σέ ἡσυχία. ῾Ο ἄνθρωπος τῆς πίστης στόν ἀληθινό Θεό βρίσκεται ἀδιάκοπα σέ κατάσταση ἐγρήγορσης: νά βρίσκεται ἐκεῖ πού κάθε φορά, ὅπως εἴπαμε, τόν καλεῖ ὁ Θεός.

4. ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή κατανοοῦμε ἀφενός αὐτό πού λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος καί πάλι γιά τήν πίστη, ὅτι δηλαδή πρόκειται γιά μία ὅραση τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ: ὁ ἄνθρωπος περπατᾶ στή ζωή αὐτή ὄχι ἁπλῶς μέ τά σωματικά του μάτια, ἀλλά μέ τά μετασκευασμένα ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ - ῾διά πίστεως περιπατοῦμεν, οὐ δι᾽ εἴδους᾽ καί: ῾πίστις ἐστίν ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων᾽ - ἀφετέρου αὐτό πού ἐπισημαίνει ἀλλοῦ ὁ ἴδιος, ὅτι δηλαδή ἡ παραπάνω πίστη βιώνεται στό ἑκάστοτε παρόν ὡς ἀγάπη: ῾πίστις δι᾽ ἀγάπης ἐνεργουμένη᾽. Κι εἶναι πολύ σημαντική ἡ τελευταία ἐπισήμανση τοῦ ἀποστόλου, διότι μᾶς ἀποκαλύπτει ὅτι ἡ πίστη εἶναι ζωντανή καί ἀληθινή ὅταν μᾶς συνδέει διαρκῶς μέ τόν Θεό, ὁ ῾Οποῖος ῾ἀγάπη ἐστί᾽. Θέλουμε νά ποῦμε ὅτι τό ζητούμενο στήν πίστη μας εἶναι νά εἴμαστε ἐν Θεῷ, νά κρατᾶμε στήν ὕπαρξή μας αὐτό πού ᾽Εκεῖνος μᾶς ἔδωσε, δηλαδή τόν ἴδιο τόν ῾Εαυτό Του, κι ἀφοῦ ᾽Εκεῖνος εἶναι ἀγάπη, ἄλλος δρόμος ἀνταπόκρισης τοῦ ἀνθρώπου ἀπέναντί Του, ἄλλος δρόμος πίστης δηλαδή, πέραν τῆς ἀγάπης δέν ὑπάρχει. Πιστεύω θά πεῖ τελικῶς ἀγαπῶ.
Γι᾽ αὐτό καί οἱ ἅγιοί μας διδάσκουν μέσα ἀπό τήν ἐμπειρική βίωση τῆς πίστης τους ὅτι ἄν κανείς θέλει νά στέκεται στήν πίστη καί νά τήν αὐξάνει, πρέπει νά εἶναι ἀνοικτός ἐν ἀγάπῃ πρός τόν συνάνθρωπό του, νά μή τοῦ κρατάει κακία, νά τοῦ δίνει πλούσια τή συγγνώμη του, ὅπως καί τό νά ἔχει κανείς πίστη στόν Θεό, ἔστω καί στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, δέν σημαίνει τίποτε χωρίς αὐτήν τήν ἀγάπη. Κι ἀκόμη περισσότερο, ὅτι τήν ὅποια νομιζόμενη πίστη του θά τή χάσει σύντομα, γιά νά μή ποῦμε ὅτι στήν περίπτωση αὐτή τῆς χωρίς ἀγάπη πίστης κινεῖται στό ἴδιο μῆκος κύματος μέ τόν Πονηρό διάβολο. Διότι καί ῾τά δαιμόνια πιστεύουσι καί φρίσσουσι᾽.

γ. Μία ἀνάσα πρίν τά Χριστούγεννα ἡ ᾽Εκκλησία μας ἔρχεται φιλάνθρωπα νά μᾶς ὑπενθυμίσει: ἄν δέν ἐνεργοποιήσουμε τήν πίστη μας μέ τόν τρόπο τῆς ἀγάπης πού φανέρωσε ὁ Χριστός, δυστυχῶς τά Χριστούγεννα θά παραμείνουν γιά μία ἀκόμη φορά ἄπιαστο ὄνειρο. Τά Χριστούγεννα δέν εἶναι δῶρα καί ξενύχτια καί λαμπιόνια στά δέντρα. Βιώνονται στό μυστικό βάθος τῆς καρδιᾶς μας, ἐκεῖ πού μπορεῖ νά ἀνατείλει καί ἡ ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο. ῎Αν ἡ καρδιά μας εἶναι γεμάτη ἀπό τά ῾μπάζα᾽ τῶν παθῶν καί τῶν κακιῶν μας, ἡ καλύτερη ὥρα γιά νά τά ἀποτινάξουμε εἶναι τώρα, ἐνόψει τῆς ῾Μητροπόλεως τῶν ἑορτῶν᾽. Τώρα μποροῦμε ἐν μετανοίᾳ νά στραφοῦμε πρός τόν Κύριο καί νά Τόν παρακαλέσουμε νά καθαρίσει τόν στάβλο τῆς καρδιᾶς μας αὐτῆς. ῎Ας θυμηθοῦμε τόν ἅγιο ῾Ιερώνυμο πού ἤθελε νά ζήσει ἀληθινά τή Γέννηση τοῦ Κυρίου καί Τόν παρακαλοῦσε νά τοῦ πεῖ τί δῶρο νά Τοῦ προσφέρει γιά τόν ἐρχομό Του στόν κόσμο! Κι ἡ ἀπάντηση τοῦ Κυρίου ἦταν αὐτή πού λέει καί σέ ἐμᾶς σήμερα καί πάντα: ῾δῶσε μου, ῾Ιερώνυμε, τίς ἁμαρτίες σου γιά νά τίς καθαρίσω᾽! ῾Η μετάνοιά μας πού φανερώνει τήν πίστη μας, συνιστᾶ τή χαρά τοῦ Κυρίου μας, γιατί Τοῦ ἀφήνει χῶρο μέσα μας νά γεννηθεῖ κι ἐκεῖ.