Κυριακή, 31 Μαρτίου 2019

ΔΡΑΣΚΕΛΙΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΩΣ... (55)


«Τα ελληνικά και τα λατινικά δεν είναι ούτε απαρχαιωμένες, ούτε ελιτίστικες γλώσσες και πρέπει να τις προωθήσουμε», πρόσθεσε ο υπουργός, εκφράζοντας την υποστήριξή του στους διδάσκοντες οι οποίοι μεταλαμπαδεύουν αξίες». Όχι· δεν είναι Έλληνας υπουργός αυτός που είπε τα παραπάνω. Είναι ο Γάλλος υπουργός Παιδείας Ζαν-Μισέλ Μπλανκέ, ο οποίος συμμετείχε σε συνέδριο της Γαλλικής Ένωσης Human-Hist προ ολίγων ημερών, αντικείμενο του οποίου ήταν η σημασία των αρχαίων γλωσσών, της λατινικής και της αρχαίας ελληνικής (βλ. στοιχεία της είδησης από “Ορθοδοξία· Διεθνές Πρακτορείο Εκκλησιαστικών Ειδήσεων”). Κατά το σκεπτικό του προέδρου της Ένωσης, καθηγητού αρχαιολογίας Βενσάν Μερκενμπρέκ, όπως εξήγησε στο Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων, «είναι απαραίτητο να διαφυλάξουμε τη διδασκαλία των γλωσσών αυτών, γιατί είναι οι βάσεις της γαλλικής γλώσσας και της ευρωπαϊκής ιστορίας». Για να συνεχίσει: «Είναι μια ευκαιρία με το συνέδριό μας – το οποίο διεξάγεται σε κάποια στρογγυλά τραπέζια στα λατινικά ή τα αρχαία ελληνικά – να δείξουμε στο κοινό τη σπουδαιότητα και την ικμάδα των αρχαίων γλωσσών». Ο Γάλλος υπουργός Παιδείας είναι περιττό να πούμε ότι όχι μόνο συμφώνησε, καθώς σημειώσαμε στην αρχή, αλλά και χαρακτήρισε το μανιφέστο της Ένωσης αυτής «εμβληματικό και ουσιώδες» για την υπεράσπιση των αρχαίων γλωσσών που είναι «το ζωντανό σφρίγος της δικής μας γλώσσας». Τελικό αίτημα; Να εγγραφούν οι αρχαίες αυτές γλώσσες στον κατάλογο της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς της Unesco.
Είναι συγκινητικό να διαβάζει κανείς τέτοιες ειδήσεις, οι οποίες τονίζουν το μεγαλείο της γλώσσας μας, (μην ξεχνάμε ότι η νέα ελληνική δεν είναι «άλλη» γλώσσα από την αρχαία, αλλά φυσιολογική εξέλιξή της), γιατί δείχνουν το μέγεθος της πολιτιστικής κληρονομιάς που φέρουμε οι Έλληνες· μιας κληρονομιάς που διαφυλάσσεται ακέραια μέσα στην Εκκλησία μας, δείγμα ότι η από πολλούς δυστυχώς Έλληνες καταφρονεμένη Εκκλησία αποτελεί τη μάνα και την τροφό του Έθνους, εκείνη που χωρίς αυτήν δεν ξέρουμε αν θα υπήρχε καν ελληνικό Έθνος. Και τούτο γιατί στη γλώσσα αυτή, βαπτισμένη και εμπλουτισμένη από τα νάματα του Ευαγγελίου του Χριστού, περικλείεται η ψυχή του Έθνους – κατά πώς μιλάμε, ασφαλώς και σκεπτόμαστε και συμπεριφερόμαστε και δρούμε. Μακάρι, η είδηση για το γαλλικό μανιφέστο να ξυπνήσει τις κοιμισμένες συνειδήσεις πολλών από εμάς, οι οποίοι συχνά για λόγους συμπλεγματικούς υποβαθμίζουμε το δικό μας, (και τον πολιτισμό μας), και ντρεπόμαστε γι’ αυτό, μέχρις ότου κάποιος «ξένος» δει την αξία του, την αναδείξει και μας «κινητοποιήσει».

"Χαίροις ὁ ζωηφόρος Σταυρός..."


«Χαίροις ὁ ζωηφόρος Σταυρός, τῆς εὐσεβείας τό ἀήττητον τρόπαιον, ἡ θύρα τοῦ Παραδείσου, ὁ τῶν πιστῶν στηριγμός, τό τῆς Ἐκκλησίας περιτείχισμα· δι’ οὗ ἐξηφάνισται, ἡ ἀρά καί κατήργηται, καί κατεπόθη, τοῦ θανάτου ἡ δύναμις καί ὑψώθημεν, ἀπό γῆς πρός οὐράνια· ὅπλον ἀκαταμάχητον, δαιμόνων ἀντίπαλε, δόξα Μαρτύρων, Ὁσίων, ὡς ἀληθῶς ἐγκαλλώπισμα, λιμήν σωτηρίας, ὁ δωρούμενος τῷ Κόσμῳ, τό μέγα ἔλεος». (Στιχηρό εσπερινού Κυριακής της Σταυροπροσκυνήσεως σε ήχο πλάγιο του α΄).

(Χαίρε Σταυρέ που κρατάς τη Ζωή, Συ που είσαι το αήττητο τρόπαιο, η θύρα του Παραδείσου, το στήριγμα των πιστών και της Εκκλησίας το οχυρό τείχος. Με τον Σταυρό εξαφανίστηκε και καταργήθηκε η κατάρα (που έφερε η αμαρτία), και καταπόθηκε η δύναμη του θανάτου, και υψωθήκαμε από τη γη στα ουράνια. Σταυρέ, το ακαταμάχητο όπλο, αντίπαλε των δαιμόνων, η δόξα των Μαρτύρων, πραγματικά το κόσμημα των Οσίων, το λιμάνι της σωτηρίας, είσαι Αυτός που δωρίζεις στον Κόσμο το μέγα έλεος).

Ο δοξολογικός ύμνος για τον ζωηφόρο σταυρό  δεν είναι από την εβδομάδα των Παθών, και μάλιστα από την Μ. Παρασκευή. Είναι από τη σημερινή εορτή της Σταυροπροσκυνήσεως, κατά την  οποία η Εκκλησία μας προβάλλει τον Σταυρό κατά το μέσον της Σαρακοστής, σαν ένα είδος αναψυχής για τον αγωνιστή χριστιανό, που ίσως έχει αρχίσει να παρουσιάζει σημάδια κόπωσης. Μετέχεις κι εσύ στον Σταυρό του Κυρίου, είναι σαν να λέει η Εκκλησία, οπότε η κόπωσή σου από την άσκηση της νηστείας και της προσευχής έχει πνευματικό νόημα, τέτοιο που σε οδηγεί στη χαρά της Αναστάσεως. Διότι Σταυρός και Ανάσταση συμβαδίζουν πάντοτε: πρόκειται για τις δύο όψεις του ενός νομίσματος, που θα πει πως ο Σταυρός, άρα και η κάθε θλίψη και κόπωση, περικλείει και τη χαρά της Αναστάσεως, όπως και η Ανάσταση ως χαρά προϋποθέτει υποχρεωτικά και την οδύνη του Σταυρού. Έτσι ζώντας ο πιστός τον Σταυρό ζει από τώρα τη ζωή του Χριστού, ζει τη νίκη του αιώνιου Νικητή, ζει μέσα στην ασφάλεια της παντοδυναμίας Του, έχει βρει τη θύρα για να ‘ναι μέσα στον Παράδεισο, έχει ξεπεράσει την αμαρτία και τον θάνατο, είναι ήδη στα ουράνια μαζί με τους αγίους και τους οσίους, αναπαύεται στο λιμάνι του Παραδείσου.  

Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2019

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΟΣ, Ο ΣΙΝΑΪΤΗΣ


Τήν 30η Μαρτίου ἑορτάζεται η μνήμη τοῦ ὁσίου Πατρός ἡμῶν ᾽Ιωάννου τῆς Κλίμακος, πέρα ἀπό τήν Δ´ Κυριακή τῶν Νηστειῶν, ὅπου ἐπίσης εἶναι ἡμέρα ἀφιερωμένη σέ αὐτόν. Ἑορτάζουμε δηλαδή  ἕναν ἀσκητικό συγγραφέα, πού θά μποροῦσε νά χαρακτηριστεῖ ὡς ὁ ἅγιος τῆς Σαρακοστῆς, ἀφοῦ τό βιβλίο του ῾Κλίμαξ᾽ ἀποτελεῖ τό βασικό ἀνάγνωσμα τῆς περιόδου αὐτῆς στά μοναστήρια μας, ἀλλά καί σε πολλούς Χριστιανούς μέσα στόν κόσμο. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ἕνα ἀσκητικό κείμενο μπορεῖ νά εἶναι γραμμένο πρωτίστως γιά τούς καλογέρους, δέν παύει ὅμως νά ἀποτελεῖ ἐντρύφημα, ὅπου μπορεῖ νά ἐφαρμοστεῖ,  γιά κάθε πιστό πού διψάει γνήσια εὐαγγελική τροφή. Δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε ὅτι ὁ μοναχισμός γιά την ᾽Εκκλησία μας συνιστᾶ, πρέπει νά συνιστᾶ, τήν ἀκραιφνέστερη ἔφραση τῆς συνεποῦς χριστιανικῆς ζωῆς. Κι ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ἀποτελεῖ ὁδοδείκτη γιά κάθε χριστιανό.
 Ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης καταρχάς, γιά τόν ὁποῖο δέν ἔχουμε πολλά βιογραφικά στοιχεῖα, νεαρός,16 ἐτῶν περίπου, ἔγινε μοναχός στό ὄρος Σινᾶ, στή Μονή τῆς ἁγίας Αἰκατερίνης, ἀφοῦ ἤδη εἶχε μάθει ἀρκετά γράμματα. ᾽Επί 19 ἔτη παρέμεινε ὑποτακτικός ἑνός σπουδαίου Γέροντος, τοῦ ἀββᾶ Μαρτυρίου, στόν ὁποῖο ἔκανε ἀδιάκριτη ὑπακοή, ὁπότε μετά τό θάνατό του ἀπεσύρθη σέ ἐρημική τοποθεσία, ὀκτώ χιλιόμετρα μακριά ἀπό τή Μονή, στήν ὁποία καί ἔζησε ἐπί σαράντα χρόνια. ᾽Εκεῖ ἔζησε ὁσιακή ζωή, ὑπερβαίνοντας μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ τά ψεκτά πάθη του καί ἀποκτώντας ὅλα τά χαρίσματα τοῦ Θεοῦ, καί κυρίως τήν ταπείνωση καί τήν ἀγάπη. Μετά τά σαράντα χρόνια παρακλήθηκε νά γίνει ἡγούμενος τῆς Μονῆς, γεγονός πού ἀποδέχθηκε, καί παρέμεινε στό ἀξίωμα αὐτό γιά κάποια χρόνια, ὁπότε θέλησε καί πάλι ν᾽ ἀποσυρθεῖ στήν ἀγαπημένη του ἡσυχία καί μετ᾽ ὀλίγο κοιμήθηκε.
῎Εχουν διασωθεῖ διάφορα θαυμαστά γεγονότα ἀπό τή ζωή του πού φανερώνουν τήν ἰδιαίτερη χάρη πού εἶχε ἀπό τόν Θεό, ἀλλά τά μεγαλύτερα θαύματά του σχετίζονται μέ τίς μεταστροφές τῶν καρδιῶν πού προξενοῦν τά θεόπνευστα κείμενά του, κάτι πού μπορεῖ ὁ οἱοσδήποτε χριστιανός νά διαπιστώσει, ὅταν ἀρχίσει μέ γνήσια διάθεση νά τά μελετᾶ. Εἶναι γνωστό ἄλλωστε ὅτι οἱ ἅγιοι πού μέ τά κείμενά τους βοηθοῦν τούς συνανθρώπους τους ἔχουν πρωτίστως ὡς χάρισμα ῾θαυματουργίας᾽ ἀκριβῶς τή δύναμη τῶν λόγων τους καί ὄχι τά γνωστά θαύματα σωματικῶν ἰάσεων ἄλλων ἁγίων. Καί ἐξηγήσαμε παραπάνω ὅτι τά κείμενα τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννου δέν εἶναι μόνο γιά τούς μοναχούς, γιατί μπορεῖ νά γράφτηκαν κυρίως γι᾽ αὐτούς, ὅμως ἡ ὠφέλεια πού εἰσπράττει καί ὁ κοσμικός λεγόμενος χριστιανός δέν εἶναι μικρή. Γι᾽ αὐτό καί ἀγαπήθηκε ἡ ῾Κλίμακά᾽ του σ᾽ ᾽Ανατολή καί Δύση καί θεωρεῖται τό σπουδαιότερο σέ κυκλοφορία βιβλίο μετά τήν ῾Αγία Γραφή.
 ᾽Από τά θαυμαστά περιστατικά πού καταγράφηκαν ἐν ὅσῳ ζοῦσε, μνημονεύουμε δύο: Τό πρῶτο, ὅταν ἦταν στήν ἔρημο κι εἶχε δεχθεῖ ἕναν ὑποτακτικό, ὀνόματι Μωϋσῆ. Κάποια φορά, σέ διακόνημα εὑρισκόμενος ὁ νεαρός ὑποτακτικός, κουράστηκε κάτω ἀπό τόν καυτό ἥλιο τοῦ Αὐγούστου καί κάθησε νά ξεκουραστεῖ στόν ἴσκιο μεγάλης πέτρας, ὁπότε καί τόν πῆρε ὁ ὕπνος. Τήν ἴδια ὥρα ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης εἶδε σέ ὅραμα κάποιον πού τοῦ ἔλεγε ὅτι κινδυνεύει ὁ μαθητής του. ᾽Αμέσως ἄρχισε ἔντονη προσευχή γι᾽ αὐτόν καί μετά ἀπό λίγο κατέφθασε καί ὁ ὑποτακτικός, ἀναγγέλλοντάς του τή φοβερή ἀγωνία πού πέρασε, καθώς ξύπνησε ξαφνικά ἀπό τή φωνή τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννη, πού τόν καλοῦσε νά ἐγκαταλείψει ἀμέσως τόν τόπο πού βρισκόταν. Πράγματι, τό ἔκανε καί στή στιγμή ἔπεσε στόν τόπο αὐτό ἡ μεγάλη πέτρα, χωρίς βεβαίως ὁ ἴδιος νά πάθει κάτι. Ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης ἀνελύθη σέ δοξολογίες πρός τόν Θεό, χωρίς ὅμως νά ἀναφέρει καί τό τί προηγήθηκε στό μαθητή του. Τό δεύτερο: τήν ἡμέρα τῆς ἐνθρονίσεώς του ὡς ἡγουμένου ἦλθαν στή Μονή περί τά 600 ἄτομα. Ὅλοι ἔβλεπαν νά ὑπηρετεῖ σέ ὅλα τά διακονήματα κάποιος σάν ἰουδαῖος, μέ κοντό μαλλί, πού ἔτρεχε πάνω κάτω καί γιά τά πάντα. Στό τέλος τῆς ἡμέρας τόν ἀνεζήτησαν, ἀλλά δέν τόν βρῆκαν πουθενά. Καί στήν ἀπορία τους, ὅταν ἀπευθύνθηκαν στόν ἡγούμενο, τόν ἅγιο ᾽Ιωάννη, εἰσέπραξαν τήν ἀπάντηση: Τί πιό φυσικό νά ὑπηρετεῖ τό δικό του τόπο ὁ προφήτης Μωϋσῆς;
 Τό βιβλίο του ῾Κλίμαξ᾽, εἴπαμε, προξενεῖ τό πραγματικό καί μεγαλύτερο θαῦμα: τή μεταστροφή τῶν καρδιῶν, τή δημιουργία μετανοίας στόν ἄνθρωπο. Καί δίνει τήν ἀπάντηση στό πῶς ἀποκτᾶται ἡ πραγματική καί γνήσια πίστη πού ζητᾶ ὁ Χριστός: ῾Τό εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δύνατά τῷ πιστεύοντι᾽! Δέν μποροῦμε νά ποῦμε πολλά. Θά σημειώσουμε ὅμως ἐπιγραμματικά αὐτά πού θίγει, ἀπό τούς 30 λόγους του – σκαλοπάτια στήν πνευματική ζωή, στόν πρῶτο καί στόν τελευταῖο λόγο του. Ὁ πρῶτος, ἡ ἀποταγή: δέν μπορεῖ κανείς νά προσεγγίσει τόν Θεό, χωρίς νά πεῖ ὄχι στήν ἁμαρτία καί μάλιστα στά ἐγωϊστικά θελήματά του. Γιατί αὐτά τά θελήματα μᾶς κρατοῦν δέσμιους στόν ἁμαρτωλό κόσμο. Ὅπως τό λέει καί ὅσιος Ποιμήν: ῾Τό θέλημά μου εἶναι χάλκινο τεῖχος πού μέ χωρίζει ἀπό τόν Θεό᾽! Κι ὁ τελευταῖος: ἡ ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη πού ἀποτελεῖ τό ἐπιστέγασμα τῶν πάντων στή χριστιανική πίστη, ἀφοῦ ὅ,τι λέμε καί κάνουμε σ᾽ αὐτήν, εἴτε προσευχή εἴτε νηστεία εἴτε μελέτη εἴτε ὁτιδήποτε ἄλλο, ἄν δέν καταλήγει στήν ἀγάπη, δέν ἔχει νόημα. Καί τοῦτο, γιατί ἀγάπη εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Κι αὐτό σημαίνει: ἡ πίστη πού ζητᾶ ὁ Χριστός καί κινητοποιεῖ τόν Θεό καί βγάζει καί δαιμόνια, προϋποθέτει τήν ἄρνηση τοῦ ἐγωϊσμοῦ τοῦ ἀνθρώπου καί τή στροφή του στή ζωή τοῦ Θεοῦ, τήν ἀγάπη. Στό βαθμό πού ὁ ἄνθρωπος ἀγαπᾶ, τόν ὅποιο συνάνθρωπό του, τόσο καί αὐξάνει ἡ πίστη του, ὅπως τό διακηρύσσει καί ὁ ἀπ. Παῦλος: ῾πίστις δι᾽ ἀγάπης ἐνεργουμένη᾽!

Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2019

ΤΕΤΑΡΤΗ Γ΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ


«Ἐν τιμῆ ὤν υἱότητος Πατρός ἀγαθοῦ, ὁ ἄνους ἐγώ οὐ συνῆκα, ἀλλ’ ἐμαυτόν τῆς δόξης ἐστέρησα, τόν πλοῦτον κακῶς δαπανήσας τῆς χάριτος· λειπόμενος δέ θείας τροφῆς, παράσιτος γέγονα μιαρῷ πολίτῃ· ὑπ’ αὐτοῦ δέ πεμφθείς εἰς τόν αὑτοῦ ψυχοφθόρον ἀγρόν, ζῶν ἀσώτως συνεβοσκόμην τοῖς κτήνεσι, καί ταῖς ἡδοναῖς δουλεύων, οὐκ ἐνεπλησκόμην. Ἀλλ’ ὑποστρέψας, βοήσω τῷ εὐσπλάγχνῳ καί οἰκτίρμονι Πατρί· Εἰς τόν Οὐρανόν, καί ἐνώπιόν σου, ἥμαρτον, ἐλέησόν με» (Ἀπόστιχα τῶν Αἴνων, ἰδιόμελον, ἦχος β΄).
(Ἐνῶ εἶχα τήν τιμή νά εἶμαι υἱός ἀγαθοῦ Πατέρα, ὁ ἀνόητος ἐγώ δέν κατάλαβα, ἀλλά στέρησα τόν ἑαυτό μου ἀπό τή δόξα, ἀφοῦ ξόδεψα μέ κακό τρόπο τόν πλοῦτο τῆς χάρης. Κι ἐπειδή μοῦ ‘λειπε ἡ θεϊκή τροφή, ζοῦσα παρασιτικά κοντά σέ μιαρό πολίτη, ὁ ὁποῖος μέ ἔστειλε στόν δικό του ψυχοφθόρο ἀγρό. Ἐκεῖ ζώντας ἄσωτα βοσκοῦσα κι ἐγώ μαζί μέ τά κτήνη· κι ἐνῶ ἤμουν δοῦλος στίς ἡδονές, ἔνιωθα ἄδεια τήν καρδιά μου. Ἀλλά θά γυρίσω πίσω στόν εὔσπλαγχνο καί οἰκτίρμονα Πατέρα μου καί θά τοῦ φωνάξω δυνατά: Ἁμάρτησα στόν Οὐρανό καί ἐνώπιόν Σου, ἐλέησέ με).
Ἡ παραβολή τοῦ ἀσώτου ἔρχεται καί ἐπανέρχεται ἀενάως στήν ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀνεξάρτητα ἀπό τή συγκεκριμένη Κυριακή τῶν ἀρχῶν τοῦ Τριωδίου. Κι αὐτό γιατί ὁ ἄσωτος ἀποτελεῖ τύπο τοῦ κάθε ἀνθρώπου, ἀπαρχῆς μέχρι σήμερα καί ὅσο θά ὑπάρχει κόσμος, ὁ ὁποῖος ἀπομακρύνεται ἀπό τό σπίτι τοῦ Πατέρα Θεοῦ καί περιπίπτει γι’ αὐτό σέ μία κατάσταση κόλασης, στοιχεῖα τῆς ὁποίας εἶναι ἡ προσκόλληση σέ μιαρό πολίτη, δηλαδή τόν Πονηρό διάβολο, ἡ δουλεία στά σαρκικά πάθη, τό κενό ὡς ὀδυνηρό βίωμα τῆς καρδιᾶς. Ἡ συγκεκριμένη παραβολή μέ ἄλλα λόγια προβάλλει ἐν συντόμῳ τήν ὅλη πορεία τῆς ἀνθρωπότητας, ἀλλά γίνεται κατανοητή μόνον ἀπό τόν πιστό πού ἔχει ἀποδεχτεῖ τήν ἀποκάλυψη τοῦ Χριστοῦ. Κι ἡ κατανόηση αὐτή περιλαμβάνει, πέραν βεβαίως τῆς ἔκπτωσης τοῦ ἀνθρώπου, καί τήν ἀποκατάστασή του ὡς ἐν μετανοίᾳ ἐπιστροφή στό σπίτι τοῦ Πατέρα. Ἡ παραβολή μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι τό κρισιμότερο σημεῖο βρίσκεται στήν πίστη ὅτι ἀφενός ὁ Θεός εἶναι τό σπίτι μας, ἐκεῖ λοιπόν βρίσκουμε τόν ἑαυτό μας, ἀφετέρου ὅτι Αὐτός ὁ Θεός εἶναι ἀκριβῶς ὁ Πατέρας μας, ὁ γεμᾶτος ἀγάπη καί ἔλεος ἀπέναντί μας. Ἡ παραβολή τοῦ ἀσώτου - ἡ σύνοψη τοῦ Εὐαγγελίου κατά πολλούς - ἔχει ἐντελῶς δυναμικό χαρακτήρα· γιατί φωτίζει μέ ἄμεσο τρόπο ὅ,τι διαδραματίζεται στήν καθημερινότητα ὅλων τῶν πιστῶν: κάθε ἁμαρτία μας εἶναι μία ἀσωτία πού μᾶς ἀπομακρύνει ἀπό τήν ἀγκαλιά τοῦ Πατέρα, ρίχνοντάς μας σέ μία κόλαση· κάθε ἀπόφαση ἐπιστροφῆς μας, κάθε στιγμή μετανοίας μας δηλαδή, συνιστᾶ τήν πρόκληση τῆς χαρᾶς τοῦ Πατέρα μας Θεοῦ καί τήν ἀγαπητική κινητοποίησή Του προκειμένου νά μᾶς ξαναθερμάνει στήν ἀδειανή ἀπό ἐμᾶς ἀγκαλιά Του. (Ὁ σεμνός καί ἁπαλός ἦχος β΄ ἔρχεται ὡς γλυκιά ὑπόκρουση τῆς καθημερινῆς ἐσωτερικῆς αὐτῆς πορείας μας).    

Γ΄ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ


«Χαῖρε Κριτοῦ δικαίου δυσώπησις»
(Χαῖρε, Ἐσύ πού παρακαλᾶς ἐπίμονα γιά μᾶς τόν δίκαιο Κριτή)
Ὑπόβαθρο τοῦ χαιρετισμοῦ εἶναι ὁ ἄνθρωπος που δέν κατονομάζεται, ὁ ὁποῖος ἀπ’ ὅ,τι φαίνεται βρίσκεται σέ κατάσταση ἁμαρτωλότητας καί γι’ αὐτό ἀδυνατεῖ ἤ διστάζει νά ἀπευθυνθεῖ πρός τόν Οὐράνιο Πατέρα καί τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Ἡ ἀναφορά στόν δίκαιο Κριτή, ἀλλά καί ἡ στάση τῆς Παναγίας ὡς Ἐκείνης πού στέκεται ἀδιάκοπα δεητικά ἀπέναντι στόν Υἱό Της, ἐπιβεβαιώνουν τήν ἀλήθεια αὐτή.
 
1. Κι εἶναι γεγονός: ἡ καθημερινότητα καί ἡ ἀμεσότητα τῆς ζωῆς μᾶς κάνουν τούς χριστιανούς νά βρισκόμαστε πόρρω μακριά τίς περισσότερες φορές ἀπό ἐκεῖ πού ὑποσχεθήκαμε νά εἴμαστε μέ τό ἅγιο βάπτισμά μας. Τί ὑποσχεθήκαμε; Νά εἴμαστε στόν κόσμο τοῦτο ὡς ἕνας ἄλλος Χριστός, δηλαδή νά ζοῦμε τή ζωή Ἐκείνου, μέ ἀπόλυτη ὑπακοή στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, μέ ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπό μας, ἀκόμη καί τόν ἐχθρό μας, μέ ἐπίγνωση τῶν κτιστῶν ὁρίων μας, συνεπῶς μέ τήν πρέπουσα ταπείνωση. Καί τό ὑποσχεθήκαμε, γιατί πήραμε τίς δυνάμεις τοῦ Χριστοῦ γιά νά ζοῦμε σάν κι Ἐκεῖνον. Ἄν ὁ Κύριος μᾶς ζητοῦσε τήν ὑπέρ φύσιν ζωή Του νά τήν ἔχουμε κι ἐμεῖς στήν κατάσταση τῆς πτώσεως, ἀσφαλῶς θά ζητοῦσε κάτι ἐντελῶς ἐξωπραγματικό γιά μᾶς, θά ἀποδεικνυόταν δέ καί ὡς ὁ μεγαλύτερης δυνάστης τοῦ ἀνθρώπου, ὁ Ὁποῖος θέλει νά παίξει ἁπλῶς μέ τό πλάσμα Του. Ἀλλ’ ἄπαγε τῆς βλασφημίας! Ὁ Κύριος μᾶς ἔδωσε τή μεγαλύτερη δωρεά πού μπορεῖ νά ὑπάρξει στόν κόσμο: νά Τόν ἔχουμε ὡς ἔνδυμά μας, νά εἴμαστε ὀργανικά ἑνωμένοι μαζί Του ὡς μέλη Του, νά εἴμαστε τά κλήματα στό δικό Του ἀμπέλι, συνεπῶς Ἐκεῖνος νά ἐπιτελεῖ τά τῆς ζωῆς Του μέσω ἡμῶν, ἁπλῶς μέ τή συγκατάθεσή μας.
2. Δέν γίνεται ὅμως αὐτό, δυστυχῶς. Ὅπως εἴπαμε, καθημερινῶς φανερώνουμε ἕνα πρόσωπο ἐντελῶς διαφορετικό ἀπό αὐτό πού θά ἔπρεπε, ὄχι πάντως τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, γιατί ἑλκυόμαστε καί παρασυρόμαστε ἀπό τά πάθη καί τίς ἁμαρτωλές ὀρέξεις μας, συνεπῶς στίς στιγμές πού ἔχουμε ἐπίγνωση τῆς τραγικότητάς μας αὐτῆς - τότε πού λειτουργεῖ λίγο ἡ συνείδησή μας – δέν ἔχουμε μάτια γιά νά τά ὑψώσουμε στόν Κύριο καί Θεό μας. Κι αὐτό συμβαίνει, γιατί κατανοοῦμε καί νιώθουμε ὅτι ὁ Κύριος, ὁ γεμᾶτος ἀγάπη καί συγκατάβαση πρός ἐμᾶς, ὁ Πατέρας, ὁ φίλος, ὁ ἀδελφός, Αὐτός πού ἔγινε καί γίνεται τά πάντα γιά ἐμᾶς, εἶναι ταυτοχρόνως καί ὁ δίκαιος Κριτής. Εἶναι ὁ Κριτής γιατί ἀναγνωρίζουμε ὅτι δέν θέλει τήν ἁμαρτία καί ὅτι ἡ ἁμαρτία δέν μπορεῖ νά συνυπάρξει μέ τή δική Του πραγματικότητα. «Ὅς ἄν θέλῃ φίλος εἶναι τοῦ κόσμου, (τοῦ κόσμου ἐννοεῖται τῆς ἁμαρτίας), ἐχθρός τοῦ Θεοῦ καθίσταται». Ἁμαρτία καί θέλημα τοῦ Θεοῦ βρίσκονται, ὡς γνωστόν, σέ διαμετρικά ἀντίθετες κατευθύνσεις. Ὁπότε, ἡ μόνη λύση γιά ἐμᾶς πού δέν θέλουμε νά διαγράψουμε τόν Θεό ἀπό τή ζωή μας, πού συναισθανόμαστε ὅτι τελικῶς Αὐτός εἶναι τό θεμέλιο καί τό νόημα τῆς ζωῆς μας, εἶναι νά στραφοῦμε σ’ Ἐκείνην πού εἶναι πιό κοντά μας, γιατί εἶναι ἡ Μάνα μας, ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, ἡ ὁποία παραθεωρεῖ συχνά τίς ἀδυναμίες μας καί παρακαλεῖ γιά χάρη μας τόν δίκαιο Κριτή, τόν Κύριο καί Υἱό Της.
Ἄς θυμηθοῦμε γι’ ἀκόμη μία φορά τό περιστατικό μέ τήν Παναγία τήν Παραμυθία, ἡ ὁποία ἐπεμβαίνει παρ’ ὅλη τήν κακή διαγωγή τῶν μοναχῶν, στόν Υἱό Της καί Τόν παρακαλεῖ νά τούς σώσει. Καί πράγματι τούς σώζει, γιατί κάμπτεται ὁ Κύριος ἀπό τίς παρακλήσεις Της. Ἄς θυμηθοῦμε ἀκόμη ἕνα παρόμοιο περιστατικό πού καταγράφεται στά θαύματα τῆς Θεοτόκου, ὅπου καί πάλι ἡ Ἴδια παρεμβαίνει γιά τά «γουρουνάκια» της, ὅπως ἔλεγε, γιά δυό  καλογέρους δηλαδή πού ἦσαν μέθυσοι καί εἶχε ἀποφασιστεῖ να τούς ἐκδιώξουν ἀπό τό μοναστήρι τους! Ἡ ἐπέμβασή Της, καταλυτική, τούς σώζει ἀπό τόν θάνατο καί ὁδηγοῦνται αὐτοί σέ μετάνοια!
3. Ἀλλά τό κρίσιμο σημεῖο στόν Χαιρετισμό, πού ἀποκαλύπτει τό μεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ μας καί τῆς Παναγίας μας, βρίσκεται στίς λέξεις «δίκαιος» καί «δυσώπησις». Γιατί ὁ Κύριος εἶναι μέν ὁ Κριτής, ἀλλ’ εἶναι ὁ δίκαιος Κριτής. Πού σημαίνει ὁ Κριτής ὁ γεμᾶτος ἀγάπη. Μᾶς τό ξεκαθάρισε ὁ Ἴδιος. «Ἡ κρίσις ἡ ἐμή δικαία ἐστί, ὅτι οὐ ζητῶ τό θέλημα τό ἐμόν ἀλλά τό θέλημα τοῦ πέμψαντός με Πατρός». Ἀγάπη ὁ Θεός, ἀγάπη καί τό θέλημά Του, συνεπῶς ἡ κρίση τοῦ Χριστοῦ ἔχει ὡς περιεχόμενο τήν Ἀγάπη Του. Δέν μιλᾶμε συνεπῶς γιά μία δικαιοσύνη κατά τά ἀνθρώπινα μέτρα – θά μᾶς εἶχε «τσακίσει» ὁ Θεός ἔτσι. Ἀλλά γιά τή δικαιοσύνη πού ταυτίζεται μέ τήν ἀγάπη Του, συνεπῶς ἡ ἀδυναμία μας νά στραφοῦμε σ’ Αὐτόν, λόγω φόβου τῆς δικαιοσύνης Του, εἶναι δείγμα τῆς ἀπιστίας μας οὐσιαστικά στόν Ἴδιο. Ἀλλά ὁ Κύριος δέν ἐπηρεάζεται ἀπό αὐτό: συγκαταβαίνει καί ἀποδέχεται τούς στεναγμούς μας, γιατί στρεφόμαστε πρός τήν Παναγία Μητέρα Του. Κι αὐτό εἶναι μία ἰδιαίτερη χαρά Του. Γιατί τελικῶς στροφή πρός τήν Παναγία σημαίνει στροφή πρός τόν Ἴδιο.
Καί ἡ λέξη «δυσώπησις». Τί μεγαλεῖο γιά τήν Παναγία μας, ἀλλά καί γιά ἐμᾶς τούς ἴδιους! Τήν παρακαλοῦμε, κι Ἐκείνη ἀρχίζει τίς δεήσεις Της γιά χάρη μας. Καί ξέρει ὅτι «πολύ ἰσχύει δέησις Μητρός πρός εὐμένειαν Δεσπότου». Γιατί δέν παρακαλεῖ ἰσχνά καί ἄνευρα. Παρακαλεῖ μέ τήν ἔνταση τῆς ἀγάπης Της, παρακαλεῖ ἐπίμονα, μέχρις ὅτου νά κάμψει τήν πιθανή «ἄρνηση» τοῦ Υἱοῦ Της ὡς Κριτῆ! Αὐτό ἄλλωστε δέν σημαίνει ἡ λέξη «δυσωπῶ;»  Παρακαλῶ ἐπίμονα.
 
Ὁ χαιρετισμός σήμερα μᾶς τό ὑπενθυμίζει: ἔχουμε Κριτή, στόν Ὁποῖο θά λογοδοτήσουμε, ἀλλά δίκαιο, γεμᾶτο ἀγάπη· κι ἔχουμε τήν Παναγία μας, τή Μάνα μας, ἡ ὁποία πάντοτε ἐνδιαφέρεται γιά ἐμᾶς καί κραυγάζει ὑπέρ ἡμῶν. Ὁ χαιρετισμός καί ἡ δοξολογία μας, συνοδευόμενα ἀπό τά δάκρυά μας, εἶναι δεδομένα!

Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2019

ΔΡΑΣΚΕΛΙΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΩΣ... (54)


Εκατομμύρια άνθρωποι θαύμασαν και θαυμάζουν ακόμη τον σπουδαίο και γενναίο ορειβάτη Έντμουντ Χίλαρι από τη Νέα Ζηλανδία, όταν στις 29 Μαΐου του 1953 πάτησε πρώτος αυτός, μαζί μ’ έναν βοηθό του, την ψηλότερη κορυφή του κόσμου, το Έβερεστ (8.848 μέτρα). Έμπηξε έναν σταυρό μάλιστα στην κορυφή αυτή, κάθισαν για 15 λεπτά, ελλείψει οξυγόνου, και επέστρεψαν. Το εγχείρημά του ήταν μεγαλειώδες, για το οποίο και ανταμείφθηκε πολλαπλώς. Το εξόχως σημαντικό όμως ήταν αυτό που δήλωσε ο Χίλαρι έπειτα. «Κι άλλοι, απ’ ό,τι φάνηκε, έφτασαν κοντά στην κορυφή, αλλά τελικά δεν τα κατάφεραν. Γιατί εκείνο που μετράει κυρίως δεν είναι να ξέρεις μόνο να ανέβεις στην κορυφή, αλλά να ξέρεις και να κατέβεις. Στην κάθοδο δεν πρόσεξαν οι άλλοι κι έτσι δεν ολοκλήρωσαν την ορειβατική τους ενέργεια». «Να ξέρεις και να κατέβεις». Πόσο σπουδαία αλήθεια για όλους εκείνους που αγωνίστηκαν να φτάσουν κάπου «υψηλά», αλλά και που θα πρέπει να καταλάβουν, όταν έρθει η ώρα, ότι πρέπει και να κατέβουν. Κι η κάθοδος μάλιστα είναι εκείνη που φανερώνει το μεγαλείο του ανθρώπου: δείχνει την επίγνωση των ορίων του, το μέγεθος της αυτογνωσίας και της ταπείνωσής του, ακόμη και το ποιόν της αγάπης του – αφήνει χώρο για άλλους, νεώτερους ή και πιο ικανούς από αυτόν. Πόση σοφία και πόσος ρεαλισμός κρύβεται πράγματι πίσω από τη ρήση του σπουδαίου ορειβάτη - να ξέρουμε πότε να παραμερίσουμε, πότε έχει έρθει η ώρα να «κατέβουμε». Κι από πλευράς πνευματικής ίσως μπορεί να αξιοποιηθεί δεόντως – ας επιτραπεί η «αυθαίρετη» προέκταση -· γιατί αφού το μυστικό της «επιτυχίας» είναι στη γνώση της καθόδου, λοιπόν όσο κατεβαίνουμε, τόσο και θα επιτυγχάνουμε, δηλαδή όσο η ταπείνωση θα χαρακτηρίζει τη ζωή μας, τόσο και θα βλέπουμε τη χάρη του Θεού να μας ισορροπεί στη ζωή μας. Αυτό όμως χριστιανικά είναι η αληθινή άνοδος.

Κυριακή, 24 Μαρτίου 2019

ΔΡΑΣΚΕΛΙΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΩΣ... (53)


Συζητούσαμε κάποτε μία ομάδα προσκυνητών μ’ έναν σπουδαίο Γέροντα, εκφραστή μάλιστα του πνεύματος του αγίου μεγάλου Γέροντα Σωφρονίου του Έσσεξ, και μας έθεσε το ερώτημα περί του ποια είναι η μεγαλύτερη αρετή.
«Η αρετή της αγάπης», είπε ο ένας. «Όχι», απάντησε ο Γέροντας. «Μολονότι αυτή είναι η πρώτη και μεγάλη εντολή του ίδιου του Θεού στον άνθρωπο, όμως δεν είναι αυτή η μεγαλύτερη αρετή. Γιατί χωρίς αυτήν που αναζητούμε, και η ίδια η αγάπη, που όντως θεωρείται το επιστέγασμα, αφού ο Θεός είναι αγάπη, αποτελεί καρικατούρα ενός εγωισμού». «Μήπως η πίστη τότε;», συμπλήρωσε ο ίδιος. «Ούτε κι αυτή», χαμογέλασε καλοκάγαθα ο Γέροντας. «Γιατί, φανταστείτε, και η πίστη μπορεί να αποτελεί "προσόν" του ίδιου του διαβόλου. "Και τα δαιμόνια πιστεύουν" μας διδάσκει η Γραφή. Οπότε ούτε η πίστη είναι η σωστή απάντηση». «Η διάκριση», έσπευσε να απαντήσει κάποιος άλλος. «Αυτό άλλωστε δεν τονίζουν οι άγιοι Πατέρες μας»; «Ούτε κι αυτό είναι απολύτως σωστό», είπε και πάλι ο σοφός άνθρωπος. «Ότι οι Πατέρες τονίζουν πολύ συχνά τη διάκριση ως τη μείζονα των αρετών, είναι αλήθεια. Αλλά θεωρούν κάτι άλλο ως βάση της που αυτή οδηγεί στη διάκριση». «Η υπομονή, μήπως;», ακούστηκε άλλος της ομήγυρης. «Όχι, δεν είναι αυτή η μεγαλύτερη αρετή. Η υπομονή πράγματι αποτελεί το υλικό με το οποίο πλέκεται κάθε αρετή, αλλά κάτι άλλο τελικώς είναι η οροφή».
 Παραιτηθήκαμε, οπότε ο σπουδαίος άνδρας και κατηρτισμένος εν Πνεύματι έδωσε εκείνος την απάντηση, μολονότι όλοι είχαμε αρχίσει να υποψιαζόμαστε την… αλήθεια. «Η μεγαλύτερη αρετή», είπε με μεγάλη σεμνότητα και ζητώντας μας τη συγχώρησή μας γιατί έκανε το Δάσκαλο, «είναι η ταπείνωση. Βλέπετε, ο ίδιος ο Κύριος βεβαίωσε με το αψευδές στόμα Του ότι όταν επιτελέσουμε όλες τις εντολές του Θεού, να λέμε ότι είμαστε άχρηστοι και ελεεινοί δούλοι κι ότι κάναμε ό,τι έπρεπε απλώς να κάνουμε. “Ὅταν ποιήσητε πάντα τά διατεταγμένα ὑμῖν, λέγετε ἀχρεῖοι δοῦλοί ἐσμεν· ὅτι ὅ ὠφείλομεν ποιῆσαι πεποιήκαμεν”. Επιτελούμε επομένως τα πάντα, βρισκόμαστε κυριολεκτικά στην υπακοή Εκείνου, τηρούμε όλες τις εντολές Του, δεν είμαστε τελικώς τίποτε. Δεν μας το προσυπέγραψε και με τα συγκλονιστικά λόγια Του, τα οποία κατέγραψε εν Πνεύματι ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος στο Ευαγγέλιό του; «Χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν». Τι θα πει αυτό; Ότι μπορούμε να αποκτήσουμε όλες τις αρετές, αλλά αυτό είναι κάτι που γίνεται με τη χάρη και τη δύναμη του Ίδιου. Συνεπώς, πίσω από όλα κρύβεται η ταπείνωση. Γι’ αυτό και είναι η μόνη πραγματικότητα που επισύρει πλούσια τη χάρη του Θεού. «Ταπεινοῖς ὁ Θεός δίδωσι χάριν». Η ταπείνωση συνιστά τον μαγνήτη που μαγνητίζει την παρουσία του Θεού. Κι όπου βλέπουμε άνθρωπο του Θεού με μεγάλα χαρίσματα, να ξέρουμε πως η κρυφή εργασία του είναι ακριβώς ο αγώνας του για την ταπείνωση».
 «Τι είναι η ταπείνωση, Γέροντα;» έσπευσαν να ρωτήσουν από κοινού δυο τρεις. «Γιατί, αφού είναι τόσο σημαντική, θα πρέπει να μάθουμε την ουσία της, τα χαρακτηριστικά της, τα ενεργήματά της, το τι φέρνει μ’ έναν λόγο στον άνθρωπο του Θεού».
«Αυτό είναι τεράστιο θέμα, αδελφοί μου», είπε στοχαστικά και με ειλικρινή ταπείνωση ο Γέροντας, «και δεν μπορούμε μ’ έναν λόγο να το προσπεράσουμε. Είναι σαν έναν κρυμμένο θησαυρό, που το μόνο που γνωρίζουμε γι’ αυτόν είναι το όνομά του:  η αγία ταπείνωση. Και τούτο μόνο θα ήθελα να σας πω τώρα. Όταν μιλάμε για την ταπείνωση, τη χριστιανική ταπείνωση εννοείται, γιατί ως όρος χρησιμοποιείται και από κάποιους άλλους συνανθρώπους μας αλλά με αρνητικό δυστυχώς περιεχόμενο, θα πρέπει πάντοτε να βάζουμε μπροστά τον χαρακτηρισμό “αγία”, όπως έλεγε και ο άγιος Πορφύριος. Γιατί υπάρχουν πολλές διαστρεβλώσεις και εκδοχές της, που μοιάζουν με αυτήν, αλλά πόρρω απέχουν από την αληθινότητά της. Τουλάχιστον, εμείς οι απλοί άνθρωποι ας την επαινούμε και ας ξέρουμε το μεγαλείο της, οπότε την ουσία και τα ενεργήματά της ας τα αφήσουμε για τους αγίους και τους μεγάλους αγωνιστές της πίστεως. Για τα υπόλοιπα, σας παρακαλώ, διαβάστε τους βίους των αγίων μας ή κοιτάξτε κάποιο κείμενο των αγίων Πατέρων μας. Εκεί θα βρείτε τα ουσιώδη, που εγώ αδυνατώ από μόνος μου να σας περιγράψω».
Δεν είχαμε τον χρόνο να «πιέσουμε» λίγο τον Γέροντα να μας πει από τον πλούτο της εμπειρίας του και από τις γνώσεις του. Γιατί ήμασταν βέβαιοι για τον καταρτισμό του. Όμως η ώρα πράγματι δεν επαρκούσε. Αρκεστήκαμε να του φιλήσουμε το χέρι, να πάρουμε την ευχή του και κυρίως την αγιασμένη «εικόνα» του, η οποία απέπνεε την ευωδία της μεγαλύτερης αρετής. Τουλάχιστον όμως μας είχε παρακινήσει για ένα, ίσως το σημαντικότερο, ταξίδι της ψυχής μας. «Στην ταπείνωση», πρόσθεσε χαιρετώντας μας, «θα βρείτε τον ίδιο τον Θεό. Γιατί η ταπείνωση είναι η στολή της θεότητας».

Σάββατο, 23 Μαρτίου 2019

ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ ΤΟΥ ΓΟΥΔΑ


Ἡ ἀναχώρηση καί ἡ πορεία
Ὁ ἀββᾶς Μαρτύριος, ὁ Γέροντας τοῦ Ἰωάννη, ἔκανε τίς τελευταῖες του μετάνοιες, ἀσπάστηκε τόν Τίμιο Σταυρό, καί στράφηκε στόν ὑποτακτικό του.
«Εἶσαι ἕτοιμος, παιδί μου;» εἶπε καί ἀγκάλιασε μέ τό βλέμμα του στοργικά τόν νεαρό μοναχό. «Εἶναι ἀρκετή ἡ ἀπόσταση μέχρι τήν ἔρημο τοῦ Γουδᾶ καί πρέπει νά σπεύσουμε. Κάθε καθυστέρηση μπορεῖ νά μᾶς στοιχίσει ὄχι μόνον τήν ἔλλειψη τοῦ φωτός, ἀλλά καί τό νά μή δοῦμε τόν Γέροντα. Κι εἶναι μεγάλη ἡ εὐκαιρία πού μᾶς ἔδωσε ὁ Κύριος, νά ἔχουμε, ἔστω καί γιά μικρό διάστημα, στήν εὐρύτερη περιοχή μας, τόν μεγάλο ἀββᾶ Ἰωάννη».
«Ἕτοιμος εἶμαι, Γέροντα. Τό σακκούλι μας ἑτοιμάζω μέ κάποια  παξιμάδια καί λίγο νερό γιά τήν πορεία μας».
Ἔκλεισαν τό κελλί τους καί διάβηκαν τή βαριά θύρα τοῦ μοναστηριοῦ τῆς ἁγίας Αἰκατερίνης στό Σινᾶ γιά τό σπουδαῖο προσκύνημά τους. Εἶχε τελειώσει ἡ πρωϊνή ἀκολουθία, ὁ Γέρων Μαρτύριος εἶχε κανονίσει ἐπακριβῶς τά τῆς ἀπουσίας τους μέ τούς ὑπευθύνους καί ἡ Ἁγία τούς κατευόδωνε καί τούς εὐλογοῦσε χαρωπή. Χαιρόταν καί ἀναγάλλιαζε ἡ ψυχή της πού τέτοιες ἁγιασμένες ὑπάρξεις ζοῦσαν καί ἀσκήτευαν στό μοναστήρι της, γι’ αὐτό καί συχνά ἐπέτρεπε ὁ Θεός νά τούς κάνει τή χάρη, ὅταν προσκυνοῦσαν τήν εἰκόνα της, νά εὐωδιάζει, δείχνοντας καί μέ αἰσθητό τρόπο τήν εὐαρέσκεια καί τή δική της, κυρίως ὅμως τοῦ μεγάλου Θεοῦ τους, τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ.
«Ὥστε ἀπό τή Μονή τοῦ ἁγίου Σάββα ἦλθε ὁ ἀββᾶς Ἰωάννης, Γέροντα!» ἔσπασε μετά ἀπό κάποιο διάστημα τή σιωπή ὁ νεαρός Ἰωάννης, περισσότερο μονολογώντας παρά ρωτώντας. Τοῦ εἶχε ἐξηγήσει βεβαίως ἀπό ἡμέρες ὁ Γέροντάς του ποῦ ἐπρόκειτο νά πᾶνε, ποιόν ἐπρόκειτο νά συναντήσουν, ἀλλά ἤθελε ἀκόμη μία ἐπιβεβαίωση, φανερώνοντας ὅτι τό γεγονός τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ Σαββαΐτου ἀββᾶ ἦταν ἐκεῖνο πού κυριαρχοῦσε στίς σκέψεις καί τούς λογισμούς του. «Σπουδαῖο μοναστήρι, ἀπ’ ὅ,τι ἔχω ἀκούσει, μέ ὀνομαστούς καί ἁγίους ἀσκητές. Ἀλλά μέ τέτοιον ἅγιο ἱδρυτή μᾶλλον δέν θά μποροῦσε νά γίνει ἀλλιῶς…», συνέχισε τόν φωναχτό μονόλογό του.
«Ναί, παιδάκι μου, ἔχεις δίκιο. Ὁ ἀββᾶς Σάββας ὑπῆρξε μία μεγάλη φυσιογνωμία, πραγματικός ὅσιος. Κι ὄχι μόνο γιά τούς ἀσκητικούς του ἀγῶνες, ἀλλά καί γιά τά χαρίσματα πού τοῦ ἔδωσε ὁ Θεός, τῆς ἵδρυσης καί ὀργάνωσης τῶν μονῶν, καί μάλιστα τῆς Μεγάλης Λαύρας, ἡ ὁποία ἀληθινά ἀποτελεῖ ἐργαστήριο ἁγιότητας γιά κάθε ψυχή πού θέλει νά ἀσκητέψει ἐκεῖ. Ὁ Γέροντάς του ὁ Μέγας Εὐθύμιος βρῆκε στό πρόσωπο τοῦ ἀββᾶ Σάββα τόν ἄξιο μαθητή καί συνεχιστή του. Κι ἀκόμη μή ξεχνᾶς ὅτι εἶχε τόν φωτισμό νά κατανοήσει ἐπακριβῶς τήν ἀλήθεια περί τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅπως τήν ἐξέφρασε ἡ Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος τῆς Χαλκηδόνας, καί νά ἀγωνιστεῖ γιά τή διακήρυξη τῶν ἀποφάσεών της».
«Εἶναι ἀλήθεια, Γέροντα, ὅτι ἀκόμη καί οἱ αὐτοκράτορες τόν σέβονταν, ὅπως καί ὁ δικός μας ὁ Ἰουστινιανός, πού ἀνακαίνισε, μᾶλλον καλύτερα ἔφτιαξε τό μοναστήρι μας;»
«Ἀλήθεια, εἶναι, Ἰωάννη μου. Τόν σέβονταν, ζητοῦσαν τήν εὐλογία του, ἀλλά καί τίς προρρήσεις του ὡς προορατικός πού ἦταν, γι’ αὐτό καί ὅταν ὑπῆρχε κάποιο πρόβλημα στήν περιοχή τῆς Παλαιστίνης, ἐκεῖνον παρακαλοῦσαν νά μεσολαβήσει γιά τήν ἐπίλυσή του. Καί ὁ αὐτοκράτορας, ὅπως καί ἡ σύζυγός του, τοῦ ἔκαναν πάντοτε τή χάρη. Ἤξεραν ὅτι αὐτό πού λέει ὁ ἀββᾶς Σάββας ἦταν πάντοτε αὐτό πού ἤθελε καί ὁ Θεός. Δέν ἤθελαν λοιπόν νά γίνουν θεομάχοι, γιατί ἦταν θεοσεβούμενοι ἄνθρωποι».
Σταμάτησαν νά μιλοῦν καί συνέχισαν τήν πορεία τους, ἐπαναλαμβάνοντας τό ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Ἡ χάρη πού ὁ Θεός τούς ἔδινε, ἔκανε ἀνάλαφρους τούς βηματισμούς τους. Πήγαιναν σέ κακοτράχαλους δρόμους, περνοῦσαν ἀπό δύσβατα μονοπάτια, ὁ ἥλιος ἄρχισε σιγά σιγά νά πυρώνει τόν τόπο μέ τήν μεγαλοπρεπή ἐμφάνισή του, μά ἐκεῖνοι ἀπτόητοι περπατοῦσαν σάν νά πετοῦσαν.
«Κι ὁ ἀββᾶς Ἰωάννης ὁ Σαββαΐτης», ἔπιασε τόν λόγο καί πάλι ὁ Γέροντας Μαρτύριος, σάν νά μήν εἶχε διακοπεῖ καθόλου ἀπό τή σιωπηλή γι’ ἀρκετή ὥρα ὁδοιπορία τους, «τήν πνευματική ἀτμόσφαιρα τῆς σπουδαίας αὐτῆς Λαύρας ζεῖ καί μεταφέρει. Γι’ αὐτό ἄλλωστε πᾶμε νά τόν συναντήσουμε. Ἐνώπιόν του θά νιώσουμε τί σημαίνει νά ἀναπνέει κανείς τόν ἀέρα τοῦ ἴδιου τοῦ ἁγίου Σάββα. Καί νά ‘σαι ἕτοιμος, Ἰωάννη μου, νά σημειώσεις στόν νοῦ καί στήν καρδιά σου ὅ,τι καλό καί ἅγιο θά δεῖς στό πρόσωπο τοῦ σπουδαίου αὐτοῦ Γέροντα. Δές τον σάν ἕνα πνευματικό ἀμπέλι, ἀπό τό ὁποῖο πᾶμε νά κόψουμε τά πιό καλά τσαμπιά. Μπορεῖ ὡς ἄνθρωπος νά ἔχει κι αὐτός κάποιες ἀδυναμίες. Μά, δέν ἐπικεντρώνουμε σ’ αὐτές, τίς ὁποῖες μερικές φορές ἐπίτηδες τίς ἀφήνει ὁ Κύριος προκειμένου νά δημιουργοῦν κλίμα ταπείνωσης στούς πιστούς δούλους Του. Πρέπει νά εἴμαστε πάντοτε, ὅπως πολλές φορές μέ ἔχεις ἀκούσει νά σοῦ λέω, καλοί ραγολόγοι. Διαλέγουμε τά καλά πού ἔχει ὁ κάθε συνάνθρωπός μας, κι ἀφήνουμε κατά μέρος ὅ,τι ἀρνητικό ὑπάρχει. Καί ἀπό ἕναν τέτοιο ἄνθρωπο, σάν τόν ἅγιο αὐτόν ἀββᾶ, φαντάσου πόσα τσαμπιά καί πόσες καλές καί ὥριμες καί γλυκές ρόγες θά κόψουμε!»
«Ναί, Γέροντα», εἶπε κατανυγμένος ὁ Ἰωάννης. «Τό ἔχω καταλάβει.  Τό μυαλό μας πρέπει νά βρίσκεται ἀδιάκοπα ἐκεῖ πού βλέπουμε τά χαρίσματα τοῦ Θεοῦ, ὥστε ἡ κάθε συνάντηση μέ τόν κάθε συνάνθρωπό μας, ἰδίως μ’ ἕναν ἅγιο, νά ‘ναι ἀφορμή γιά ἁγιασμό μας».
Δέν ξαναμίλησαν μέχρι νά φτάσουν μετά ἀπό ἀρκετή ὥρα στή σπηλιά τῆς ἐρήμου, ἐκεῖ πού τούς εἶχαν πεῖ καί τούς εἶχαν καθοδηγήσει γιά νά βροῦν τόν ἅγιο ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ. Ἡ περιγραφή πού τούς εἶχαν κάνει ἦταν τόσο λεπτομερειακή, ὥστε μέ τήν πρώτη, ἀφήνοντας ἄλλες σπηλιές τῆς περιοχῆς, νά βροῦν τόν ἁγιασμένο τόπο πού ζοῦσε ἐκείνην τήν ἐποχή ὁ Γέροντας. Ὁ ἀββᾶς Ἰωάννης ὁ Σαββαΐτης.
Ὁ ἀββᾶς Ἰωάννης
Ὁ Ἰωάννης ζοῦσε εὐτυχισμένες στιγμές στήν ἔρημο τοῦ Γουδᾶ πού βρέθηκε μαζί μέ τόν μαθητή του Στέφανο, παρ’ ὅλο τό ἀπαράκλητο τοῦ τόπου. Ἤξερε ὅτι ἐπρόκειτο περί τόπου ἡσυχαστικοῦ, ἐκεῖ πού μπορεῖ κανείς ἐλεύθερα ἀπό τήν παρουσία ἄλλων ἀσκητῶν νά προσευχηθεῖ, νά κλάψει, νά κραυγάσει πρός τόν Κύριο τούς στεναγμούς τῆς καρδιᾶς του. Ὄχι ὅτι δέν ὑπῆρχαν τέτοιοι τόποι κοντά καί στό δικό του μοναστήρι στήν Παλαιστίνη. Μά κατά καιρούς εἶχε τό συνήθειο νά κάνει προσκυνηματικές ἐκδρομές, νά πηγαίνει σέ τόπους πού εἶχαν ἁγιασθεῖ ἀπό ἀδελφούς ἀγωνιστές στήν πνευματική ζωή, σέ περιοχές πού τό πνευματικό μύρο ἀπό τά λείψανα ἁγίων πότιζε τόν τόπο. Τό ‘ξερε καλά: ὅπου ἔχει ζήσει καί ζεῖ ἕνας ἄνθρωπος ἀφιερωμένος στόν Θεό, ἐκεῖ τά πάντα ἁγιάζονται· καί ὁ ἀέρας καί τό χῶμα καί τό νερό. Κι ἐδῶ τώρα, σ’ αὐτήν τήν ἔρημο, πού ἦταν κοντά στό μοναστήρι τῆς ἁγίας Αἰκατερίνης, τά πάντα ἀπέπνεαν τό δικό της ἄρωμα καί τή δική της παρουσία· ὅπως καί τοῦ ἀρχαγγέλου Μιχαήλ. Ὤ, ὁ ἀββᾶς Ἰωάννης ἔτρεφε ἰδιαίτερη «ἀδυναμία» καί στούς δυό τους καί τήν ἀγάπη του αὐτή τήν εἶχε μεταδώσει σ’ ἕναν βαθμό καί στόν Στέφανο. Προστάτης του ὁ ἀρχάγγελος, εὐεργέτιδά του ἡ ἁγία Αἰκατερίνα. Πόσες φορές δέν τούς εἶχε ἐπικαλεστεῖ, ὅπως τότε μέ τό ὀξύ πρόβλημα πού εἶχε παρουσιαστεῖ μέ τή μέση του. Δέν μποροῦσε νά σηκωθεῖ, νά περπατήσει, νά κάνει τίς στοιχειώδεις μοναχικές του ἀσκήσεις. Κι ὅταν τούς ἐπικαλέστηκε, ἀνήμερα μάλιστα τῆς ἑορτῆς τῆς ἁγίας, τοῦ παρουσιάστηκαν, τόν γιάτρεψαν, τόν παρηγόρησαν ἀπό τούς φρικτούς πόνους του. Γι’ αὐτό καί μέ τήν πρώτη εὐκαιρία τό προγραμμάτισε. Τό ἑπόμενο προσκύνημά του θά ἦταν κοντά στήν ἁγία, στό ὄρος Σινᾶ. Καί διάλεξε τήν ἔρημο, γιατί δέν ἤθελε νά κουράσει κανέναν. Μία σπηλιά τοῦ ἀρκοῦσε γιά νά ἱκετεύει τόν Θεό του, νά Τόν δοξολογεῖ, νά Τόν εὐχαριστεῖ γιά τίς ἀέναες εὐεργεσίες του.
Τελειώνοντας τήν ἀποψινή του ἀγρυπνία σήμερα, μέ δεξιό παραστάτη του πάντοτε τόν μοναχό Στέφανο, κάνοντας τίς μετάνοιές του, ψιθυρίζοντας τό ὄνομα τοῦ ἀγαπημένου Του Ἰησοῦ, ἔνιωσε τόν ψίθυρο τοῦ Κυρίου στήν καρδιά του· πῆρε τήν «πληροφορία». Ἔρχονταν νά τόν συναντήσουν δύο καλόγεροι ἀπό τό μοναστήρι. Ὁ ἕνας μεγάλος καί Γέροντας· ὁ ἄλλος νεαρός. Ὁ Κύριος τοῦ ἀπεκάλυψε τά ὀνόματά τους: Μαρτύριος ὁ Γέροντας, Ἰωάννης ὁ ὑποτακτικός, τό νεαρό παλληκάρι. Ἄρχισε νά προσεύχεται γι’ αὐτούς. Ὄχι μόνο νά τούς δίνει δύναμη ὁ Θεός νά πορεύονται ὅπως πρέπει στήν πνευματική τους ζωή, ἀλλά καί νά καταστεῖ ὁ ἐρχομός τους θετικός καί μέ καρποφορία. Στράφηκε μέσα στήν καρδιά του. «Κύριε, κάνε με ὄργανό σου, ὥστε νά ὠφεληθοῦν οἱ ἀδελφοί. Μή γίνω πρόσκομμα μέ τίς ἄπειρες καί μεγάλες ἀδυναμίες μου». Δάκρυα πῆραν νά βρέχουν τό λιπόσαρκο πρόσωπο τοῦ Γέροντα. Ἔκανε μία ἀκόμη μεγάλη μετάνοια, σταυροκοπήθηκε καί βγῆκε στήν εἴσοδο τῆς σπηλιᾶς. Κάλεσε καί τόν Στέφανο. Οἱ φιγοῦρες τῶν ἀδελφῶν διαγράφονταν πιά καθαρά.
Ἡ συνάντηση καί τό «παράδοξο» φέρσιμο τοῦ ἀββᾶ Ἰωάννη
Ἔσπευσε μόλις πλησίασαν ἀρκετά οἱ ὁδοιποροῦντες ἀδελφοί νά τούς πλησιάσει καί νά τούς βάλει μετάνοια. Τούς καταφίλησε τά χέρια, ἐνῶ τούς προσφώνησε μάλιστα μέ τά ὀνόματά τους. «Καλῶς τους, καλῶς τούς εὐλογημένους ἀδελφούς, τόν Γέροντα Μαρτύριο καί τόν πατέρα Ἰωάννη». Λίγο τά ἔχασαν ἐκεῖνοι. Κανείς δέν εἶχε εἰδοποιήσει τόν Σαββαΐτη Γέροντα καί τόν ὑποτακτικό του ὅτι θά ἔρχονταν. Δέν εἶπαν ὅμως τίποτε. Καταλάβαιναν ὅτι εἶχαν εἰσέλθει σέ «περιοχή» πού τά φυσικά καί τά ἐπίγεια βρίσκονταν σέ δεύτερη μοίρα. Ὁ ἀββᾶς Ἰωάννης τούς πέρασε μέσα στή σπηλιά, νά ξαποστάσουν καί νά δροσιστοῦν. Ἡ ἐντολή τοῦ ἀββᾶ πρός τόν Στέφανο τόν μαθητή του δέν ξάφνιασε κανέναν. Τό ξάφνιασμα θά ἐρχόταν λίγο ἀργότερα. «Παιδί μου, Στέφανε, ἑτοίμασε λίγο νερό στή μικρή λεκάνη». Μέχρι νά ἑτοιμαστεῖ τό νερό ὁ ἀββᾶς τούς κάθισε καί τούς τράταρε μέ ὅ,τι εἶχε πρόχειρο· κάποια παξιμάδια καί νερό.
Ὁ Στέφανος ἔφερε τή λεκάνη. Καί τότε ἦταν πού τά μάτια ἄνοιξαν διάπλατα κι ἀκίνητοι  κι ἐμβρόντητοι παρακολουθοῦσαν ὅλοι – πλήν ἴσως τοῦ Γέροντα Μαρτύριου -  τά γινόμενα. Ὁ ἀββᾶς Ἰωάννης πῆρε τή λεκάνη μέ τό νερό, ἔσκυψε γονατιστός καί ἄρχισε νά πλένει τά πόδια τοῦ… νεαροῦ μοναχοῦ Ἰωάννη. Τοῦ ὑποτακτικοῦ Ἰωάννη καί ὄχι τοῦ Γέροντά του Μαρτύριου. «Μά τί κάνει ὁ Γέροντάς μου;» ἀναρωτήθηκε ὁ Στέφανος. «Δέν βλέπει ποιός εἶναι ὁ μεγάλος καί ὁ Γέροντας;» Ἡ ἔκπληξή του ἔγινε ἀκόμη μεγαλύτερη, ὅταν ὁ ἀββᾶς του δέν συνέχισε τό πλύσιμο τῶν ποδιῶν καί τοῦ Μαρτύριου. «Πάρε, τέκνο, τή λεκάνη. Δέν θά τή χρειαστοῦμε ἄλλο».
Ὁ Στέφανος δέν καταλάβαινε. Ὁ ὑποτακτικός Ἰωάννης, ὁ νεαρός καλόγερος τῆς Μονῆς Σινᾶ, κι αὐτός δέν καταλάβαινε, ἀλλά δέν ἀντιδροῦσε οὔτε κι ἔλεγε τίποτα - ἀφηνόταν στήν κρίση τοῦ μεγάλου Σαββαΐτη ἀββᾶ. Ὁ Γέροντας Μαρτύριος μόνον ἦταν αὐτός πού ἄρχισε νά… κατανοεῖ, ἐνῶ κάποια ὄχι μακρινή μνήμη τοῦ ἦλθε ἀνάγλυφα στόν νοῦ. Τότε πού, λίγα χρόνια πρίν, ὁ ἴδιος ἔφερε τόν Ἰωάννη, μόλις εἶχε καρεῖ μοναχός, στόν μεγάλο Γέροντα Ἀναστάσιο τῆς Μονῆς τοῦ Σινᾶ. Καί θυμήθηκε - μᾶλλον ἐντονότερα ἦλθε στόν νοῦ του, γιατί ποτέ δέν τό εἶχε ξεχάσει - ὅτι ὁ Γέροντας αὐτός, μετέπειτα ἡγούμενος στό μοναστήρι, τοῦ εἶχε πεῖ: «Πές μου, ἀββᾶ Μαρτύριε, ἀπό ποῦ εἶναι αὐτός ὁ νέος καί ποιός τόν ἔκειρε μοναχό»; Καί ἐκεῖνος τοῦ εἶχε ἀπαντήσει: «Δοῦλος σου εἶναι, πάτερ, καί ἐγώ τόν ἔκειρα». «Πωπώ! ἀββᾶ Μαρτύριε – συνέχισε – ποιός νά τό πεῖ ὅτι Ἡγούμενο τοῦ Σινᾶ ἔκειρες!» Αὐτό θυμήθηκε ὁ Μαρτύριος καί δάκρυα πλημμύρισαν τά μάτια του, καθώς τά πράγματα ἦταν ὁλοφάνερα πιά ἐνώπιόν του.
Δέν ἄντεξε ὁ Στέφανος. «Γέροντα», εἶπε, μέ τήν ἀπορία καί τήν ἔκπληξη ζωγραφισμένες στό πρόσωπό του. «Τί συμβαίνει; Πῶς γίνεται αὐτό; Πλένεις τά πόδια τοῦ νεαροῦ καλόγερου καί δέν πλένεις τοῦ Γέροντα;»
Ἡ ἀτμόσφαιρα ἦταν φορτισμένη ἀπό ἱερότητα καί συγκίνηση. Ὁ ἀββᾶς δέν ἔσπευσε νά δώσει ἀμέσως ἀπάντηση. Τά λόγια του βγήκαν σέ λίγο μέ  κάθε ἐπισημότητα. «Πίστεψέ με, τέκνο μου, ὅτι ἐγώ πρώτη φορά συναντῶ τούς ἀδελφούς καί πέραν τῶν ὀνομάτων τους πού μοῦ ἀποκάλυψε ὁ Κύριος δέν ἔχω ἄλλη γνώση. Δέν γνωρίζω λοιπόν ποιός εἶναι αὐτός ὁ νέος. Ὅμως τώρα ἐγώ ὑποδέχθηκα τόν Ἡγούμενο τοῦ Σινᾶ καί τά πόδια τοῦ Ἡγουμένου ἔνιψα».
Τό μυστήριο λύθηκε. Ὁ Κύριος φανέρωσε τό μέλλον. Ὁ Μαρτύριος βεβαιώθηκε. Ὁ Ἰωάννης παρακολουθοῦσε μέ κατεβασμένο τό κεφάλι, ἐνῶ τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ τόν σκέπαζε καθισμένο στόν θρόνο τῆς ταπείνωσης. Μέσα στή σπηλιά ἄγγελοι μπαινόβγαιναν. Ἅγιες ψυχές ἀνέπνεαν. Ὁ μελλοντικός ἡγούμενος τοῦ Σινᾶ, ὁ Ἰωάννης, καθόταν μέ καθαρά τά πόδια. Ὁ μετέπειτα Ἰωάννης τῆς Κλίμακος. Ὁ ὅσιος μέγας διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης. 
(Ἀπό τόν βίο τοῦ ὁσίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος)

 

Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2019

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΥΧΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ


«Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου, πνεῦμα… μή μοι δῷς…· πνεῦμα δέ…χάρισαί μοι τῷ σῷ δούλῳ».
Ἡ εὐχή τοῦ ὁσίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου ἀποτελεῖ τήν προσευχή πού σφραγίζει τήν περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Ἐνῶ πολλές προσευχές ἀκούγονται καί λέγονται πολλαπλῶς στήν Ἐκκλησία τή συγκεκριμένη περίοδο, τό «Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου…» τοῦ μεγάλου ἀσκητικοῦ Πατρός μᾶς δίνει τήν αἴσθηση ὅτι βρισκόμαστε μέσα στή Σαρακοστή.
Κι εἶναι ἀλήθεια ὅτι πολλοί ἐπιχείρησαν, ἐν ἀναπτύξει ἤ ἐν συντόμῳ, νά τήν ἑρμηνεύσουν καί νά διεισδύσουν στίς ποικίλες διαστάσεις της, τέτοιες πού ἀγκαλιάζουν ὅλο τό φάσμα θά λέγαμε τῆς πνευματικῆς ζωῆς: πάθη ψεκτά καί ἔνθεες ἀρετές, στάση ἐν μετανοίᾳ ἔναντι Κυρίου τοῦ Θεοῦ μας, χάρη αὐτογνωσίας ἀλλά καί χάρη ἀκατακρισίας·  ὅμως παρ’ ὅλον τοῦτο θά σχολιάσουμε, μαζί μέ τούς ἄλλους, ἐκείνην τήν ἀναφορά τῆς εὐχῆς τοῦ ὁσίου, πού νομίζουμε ὅτι συνιστᾶ τό θεμελιακό στοιχεῖο της. Ποιό εἶναι αὐτό; Ἡ ἀναφορά στό πνεῦμα.
Δέν πρόκειται, νομίζουμε, γιά τό πνεῦμα ὡς ὀντότητα προσωπική,  εἴτε πονηρή εἴτε τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Μολονότι δέν ἀποτελεῖ ἐκτροπή τοῦ νοήματος ἄν θεωρήσει κανείς ὅτι στό πρῶτο αἴτημα ὑπάρχει τό πνεῦμα τοῦ Πονηροῦ, (ὡς ἀπευκταία κατάσταση τῶν ἐγωϊστικῶν παθῶν τῆς ἀργίας, τῆς περιεργείας, τῆς φιλαρχίας καί τῆς ἀργολογίας), ἐνῶ στό δεύτερο τό πνεῦμα ὡς ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, (ὡς εὐκταία κατάσταση τῶν ἐνθέων παθῶν τῆς σωφροσύνης, τῆς ταπεινοφροσύνης, τῆς ὑπομονῆς καί τῆς ἀγάπης)· ὅμως ἡ ἔννοια τοῦ πνεύματος στή συγκεκριμένη διπλή ἀναφορά του σχετίζεται μέ τήν ὅλη ἀτμόσφαιρα πού καλύπτει τήν ψυχή καί πού καθορίζει τήν ποιότητά της, ἡ κατεύθυνση ἀλλιῶς τῆς ροπῆς της, ἡ ὁποία γιά τόν πιστό δέν μπορεῖ νά εἶναι πρός τήν πλευρά τοῦ κακοῦ, ἀλλά πρός τήν πλευρά τῶν ἀρετῶν καί τῆς ἐπενεργείας τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ.
Ἔτσι ὁ πιστός, μέ τό στόμα τοῦ ἁγίου Ἐφραίμ, αἰτεῖται ἀπό τόν Θεό, τόν Κύριο καί βασιλέα τῆς ζωῆς του, νά μήν ἐπιτρέψει νά στραφοῦν  ὁ νοῦς καί ἡ καρδιά του σέ κάτι ἄλλο πέρα ἀπό ἐκεῖ πού ὑπάρχει ἡ δική Του παρουσία καί ἐνέργεια, δηλωτικές τῆς Ὁποίας εἶναι  οἱ ἀρετές, πολλῶ δέ μᾶλλον νά μήν στραφοῦν σέ ὅ,τι χαρακτηρίζεται σκότος τοῦ διαβόλου μέ τήν ὕπαρξη τῶν παθῶν.  Κι αὐτό γιατί γνωρίζει καλά ὁ ἅγιος, συνεπῶς κατ’ ἐπέκταση καί κάθε πιστός, ὅτι ἀφενός οἱ ἀρετές εἶναι καρπός τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ ὅταν συνεργάζεται μέ τή θέληση τοῦ ἀνθρώπου, ἀφετέρου ὅτι δέν ὑπάρχει περίπτωση συνύπαρξης τῶν παθῶν καί τῶν ἀρετῶν. Πάθη καί ἀρετές «κοιτοῦν» σέ ἀντίθετες κατευθύνσεις, ἐνῶ ἡ ὕπαρξη τῶν μέν διαγράφει τήν παρουσία τῶν δέ. «Οὐδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν». «Ὅς ἄν θέλῃ φίλος εἶναι τοῦ κόσμου, ἐχθρός τοῦ Θεοῦ καθίσταται».
Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή, ὁ ὅσιος Ἐφραίμ μᾶς τονίζει μέ τρόπο πού δέν ἐπιδέχεται ἀμφισβήτηση ὅτι ἡ σχέση μας μέ τόν Χριστό, τόν Κύριο καί Δεσπότη τῆς ζωῆς μας, δέν εἶναι θέμα μιᾶς ἁπλῆς νοητικῆς τοποθέτησης ἀπέναντί Του, ἀλλά θέμα πού συνεγείρει ὅλη τήν ὕπαρξή μας, καί τήν ψυχή καί τό σῶμα μας – τό πνεῦμα ὡς τό πνευματικό περιβάλλον μας. Μέ ἄλλα λόγια, γιά νά κινηθεῖ ὁ ἄνθρωπος ὡς ψυχοσωματική ὀντότητα, ὡς ἀληθής καί ὅλος ἄνθρωπος δηλαδή, ἀπαιτεῖται ἡ κίνηση τῆς ψυχῆς του, ἡ βούλησή του, συνεπῶς ὁ «ἔρωτάς» του νά εἶναι πρός τόν Κύριο, ἄν Τόν θέλει πράγματι στή ζωή του· κι ἔτσι μόνο μέ μία τέτοια ροπή καί πόθο στήν ψυχή μπορεῖ νά κινητοποιηθεῖ καί τό σῶμα, τό ὁποῖο εἶναι βαρύ καί δυσκίνητο λόγω τῶν φιλόϋλων τάσεών του.
Ἔχουμε τήν ἐντύπωση ὅτι παρόμοια κινεῖται καί ἡ σκέψη τοῦ Μ. Βασιλείου στήν εὐχή τῆς ΣΤ΄ ὥρας, ὅταν ζητᾶ ἀπό τόν Κύριο τῶν Δυνάμεων «νά ὑποτάξει μέ τόν φόβο Του τή σάρκα μας καί νά μήν ἀφήσει τίς καρδιές μας νά ποῦν ἤ νά λογιστοῦν πονηρά». Καί τί παρακαλεῖ; «Μέ τόν πόθο Του νά τρώσει καί νά πληγώσει τίς ψυχές μας, ὥστε σέ διαρκή ἐνατένιση τοῦ φωτός τοῦ προσώπου Του νά Τόν δοξολογοῦμε ἀκατάπαυστα». «Καθήλωσον ἐκ τοῦ φόβου σου τάς σάρκας ἡμῶν καί μή ἐκκλίνῃς τάς καρδίας ἡμῶν εἰς λόγους ἤ εἰς λογισμούς πονηρίας, ἀλλά τῶ πόθῳ σου τρῶσον ἡμῶν τάς ψυχάς, ἵνα, πρός σέ διά παντός ἀτένιζοντες..., ἀκατάπαυστόν σοι τήν ἐξομολόγησιν καί εὐχαριστίαν ἀναπέμπωμεν…».

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ Β΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ


«Ἡ παθοκτόνος Νηστεία παροῦσα, τούς κακωθέντας ὑπό τῆς ἁμαρτίας, ἰατρεύειν ἐπαγγέλλεται· ἥν ὡς θεόσδοτον βοηθόν τιμήσωμεν, τάς θεογράφους πλάκας, διά Μωσέως δεξάμενοι· μή προκρίνωμεν τήν συντρίψασαν αὐτάς ἀκρασίαν· μή γενώμεθα μέτοχοι, ὧν τά κῶλα ἔπεσον ἐν τῇ ἐρήμῳ· μή σκυθρωπάσωμεν Ἰουδαϊκῶς, ἀλλά ἐκκλησιαστικῶς φαιδρυνθῶμεν· μή Φαρισαϊκῶς ὑποκριθῶμεν, ἀλλ’ Εὐαγγελικῶς καλλωπισθῶμεν, ἐγκαυχώμενοι τῷ Σταυρῷ Χριστοῦ τοῦ λυτρωτοῦ τῶν ψυχῶν ἡμῶν» (Ἀπόστιχα Αἴνων, Ἰδιόμελον, ἦχος πλ. δ΄).
(Βρίσκεται ἐδῶ ἡ παθοκτόνος Νηστεία καί ὑπόσχεται πώς γιατρεύει αὐτούς πού πληγώθηκαν ἀπό τήν ἁμαρτία. Ἄς τήν τιμήσουμε λοιπόν σάν βοηθό πού μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός, ἀφοῦ δεχτήκαμε τίς θεόγραφες πλάκες μέσω τοῦ Μωϋσῆ. Ἄς μή δείξουμε προτεραιότητα στήν ἀκράτεια, τήν ἔλλειψη δηλαδή τῆς ἐγκράτειας, γιατί ἡ ἀκράτεια σύντριψε τίς πλάκες αὐτές. Ἄς μή γίνουμε μέτοχοι αὐτῶν πού ἄφησαν τά κόκκαλά τους στήν ἔρημο. Ἄς μή γίνουμε σκυθρωποί κατά Ἰουδαϊκό τρόπο, ἀλλά ἄς χαροῦμε μέ τόν τρόπο τῆς Ἐκκλησίας. Ἄς μή γίνουμε ὑποκριτές σάν τούς Φαρισαίους, ἀλλά νά στολιστοῦμε μέ τρόπο Εὐαγγελικό, ἔχοντας  καύχημά μας τόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ, τοῦ λυτρωτῆ τῶν ψυχῶν μας).
Καθώς φτάνει στό τέλος της καί ἡ Δεύτερη ἑβδομάδα τῶν Νηστειῶν, συνεχίζει ἡ Ἐκκλησία νά μᾶς τονίζει τήν ὠφέλεια τῆς Νηστείας. Σκοτώνει τά πάθη, ἐπισημαίνει ὁ ὑμνογράφος, μέ τήν ἔννοια ὄχι ἀσφαλῶς τῆς καταστροφῆς τῶν δυνάμεων τῆς ψυχῆς, ἔστω καί διεστραμμένων – γιατί αὐτό εἶναι πάθος· ἡ διεστραμμένη δύναμη τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου - ἀλλά τῆς θεραπείας αὐτῶν, τῆς ἐπαναφορᾶς τους στήν ὀρθή ὑγιή κατεύθυνσή τους. Ἡ ἁμαρτία πληγώνει τήν ψυχοσωματική ὕπαρξή μας, ἡ ἀληθινή νηστεία τήν γιατρεύει καί τήν ἀποκαθιστᾶ. Τό παράδειγμα πού προσάγει ὁ ἐκκλησιαστικός ποιητής εἶναι φοβερό· οἱ Ἰουδαῖοι καταστρατήγησαν τήν ἐντολή τῆς νηστείας, τήν ὁποία ὁ Θεός διά τοῦ Μωϋσῆ ἔδωσε προκειμένου ἑτοιμασμένοι νά λάβουν τόν Νόμο στό Ὄρος Σινᾶ, γι’ αὐτό καί ὑπέστησαν τίς ἀρνητικές συνέπειες: ὄχι μόνον ὁ Μωϋσῆς ἀγανακτισμένος ἔσπασε τίς θεόγραφες πλάκες, ἀλλά καί οἱ Ἰουδαῖοι, διαρκῶς ἀνυπάκουοι στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, πέθαναν στήν ἔρημο. Τί προτρέπει λοιπόν ὁ ὑμνογράφος, τό στόμα τῆς Ἐκκλησίας; Νά πορευόμαστε μέ χαρά τόν δρόμο τῆς Νηστείας, ὅπως μᾶς κάλεσε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος καί διδάσκει ἡ Ἐκκλησία, προσανατολισμένοι στίς ἀρετές τοῦ Θεοῦ, πού σημαίνει συσταυρωμένοι μέ τόν Κύριο καί μέ καύχησή μας συνεπῶς τόν Σταυρό Του.  

Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2019

Β΄ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ


«…καί ὡς λύχνον κρατοῦντες αὐτόν, δι’ αὐτοῦ ἠρεύνων κραταιόν Ἄνακτα…»
(…καί κρατώντας τό θεοδρόμο ἀστέρι οἱ ἐκ Περσίδος Μάγοι σάν λυχνάρι, μέσω αὐτοῦ ζητοῦσαν νά μάθουν γιά τόν ἰσχυρό Βασιλιά, τόν Μεσσία τοῦ κόσμου…).
Ὁ ἐκκλησιαστικός ποιητής τοῦ Ἀκαθίστου χρησιμοποιεῖ μία ἀφθάστου ποητικῆς ἔμπνευσης εἰκόνα προκειμένου νά περιγράψει τήν καθοδήγηση τῶν Μάγων ἀπό τό ἀστέρι τῆς Βηθλεέμ, ὥστε νά προσκυνήσουν αὐτοί τόν νεογέννητο Βασιλιά τοῦ κόσμου, τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Πῆραν τό ἀστέρι σάν λυχνάρι στόν δρόμο τους, λέει, καί ἔτσι μέ τό φῶς ἐκείνου ἔφθασαν τόν ἄφθαστο ἐν σαρκί Θεό.
1. Εἶναι περιττό νά ὑπενθυμίσουμε ὅτι τό ἀστέρι τῆς Βηθλεέμ, τό ὁποῖο προκάλεσε ἀλλά καί προκαλεῖ μέχρι σήμερα ποικίλες ἀφορμές ἔρευνας καί ἐνασχόλησης ἀπό τούς ἀστρονόμους, εἶναι ἕνα φαινόμενο τό ὁποῖο ὑπέρκειται, κατά τούς ἁγίους Πατέρες μας, τῆς ἁπλῆς φυσικῆς πραγματικότητας. Χωρίς νά θέλουμε νά ὑποβαθμίσουμε τήν ὅποια φυσική καί ὑλική διάστασή του – καί ἡ ὕλη καί ἡ φύση, τοῦ Θεοῦ εἶναι, συνεπῶς καί μέσα ἀπό αὐτή σ’ Ἐκεῖνον ἀναγόμαστε καί Ἐκεῖνον δοξολογοῦμε – εἶναι προτιμότερο νά ἀκολουθήσουμε αὐτό πού κατεξοχήν ὁ ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος ἑρμηνεύει· ὅτι πρόκειται γιά φωτεινό ἄγγελο Κυρίου, ὁ ὁποῖος στάλθηκε ἀκριβῶς γιά νά καθοδηγήσει τούς ἐκ Περσίας ἀναζητητές τῆς ἀλήθειας. «Τό ἀστέρι τῶν μάγων δέν ἦταν ἀπ᾿ αὐτά πού βλέπουμε στό στερέωμα τοῦ οὐρανοῦ τίς νυχτερινές ὧρες. Ἦταν κάποια λογική κι ἀόρατη δύναμη, ἕνας άγγελος, πού πῆρε τό σχῆμα τοῦ ἄστρου».
2. Κι αὐτή ἡ ἀναζήτηση τῆς ἀλήθειας, ἡ «ἔρευνά» της, κατά τόν χαρακτηρισμό τοῦ ποιητῆ, ἀποτελεῖ τήν κατεξοχήν προϋπόθεση γιά νά ὑπάρξει ἡ προσφορά τοῦ φωτός τοῦ Θεοῦ. Θέλουμε νά ποῦμε ὅτι ὁ Κύριος στέλνει τό φῶς τοῦ ἀγγέλου Του, γιατί ἔβλεπε ὡς παντογνώστης τό τί διαδραματιζόταν στήν καρδιά τῶν μάγων τῆς Ἀνατολῆς: μέσα στό σκοτάδι τῆς ἀγνωσίας τοῦ Θεοῦ ἀναζητοῦσαν τήν ἀλήθεια, ἐρευνοῦσαν γιά τό βάθος καί τήν αἰτία τῶν πραγμάτων. Καί συνέβη λοιπόν σ’ αὐτούς ὅ,τι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἀξιωματικά μᾶς ἐπισημαίνει: «πᾶς ὁ ὤν ἐκ τῆς ἀληθείας ἀκούει μου τῆς φωνῆς». Ἀκούει τή φωνή μου, συνεπῶς προσανατολίζεται πρός Ἐμένα, μόνον ἐκεῖνος πού ἀγαπάει τήν ἀλήθεια, πού ἔχει στρέψει δηλαδή τή ροπή τῆς ψυχῆς του σ’ ἐκεῖνα πού εἶναι πέρα ἀπό τά ἐπίγεια, ἔστω κι ἄν δέν γνωρίζει ἀκόμη τήν ἀλήθεια τοῦ προσώπου τοῦ Θεοῦ. Ὁπότε κατά τόν πόθο τοῦ ἀνθρώπου ἀνταποκρίνεται καί ὁ Θεός. Τά βαθιά αἰτήματα τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου βρίσκουν πάντοτε ἀνταπόκριση ἀπό τόν πανάγαθο Κύριο, ὁ Ὁποῖος ἐκεῖ ἔχει στραμμένο πρωτίστως τό βλέμμα Του κι αὐτό διακαῶς ἐπιζητεῖ: τήν καρδιά τοῦ κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν Ἐκείνου δημιουργήματός Του. «Υἱέ μου, δός μοι σήν καρδίαν».
3.  Τό παράδειγμα τῶν τριῶν Μάγων καθοδηγεῖ μέ τή σειρά του καί μᾶς. Ὅπως ἐκεῖνοι «ἅρπαξαν» τό λυχνάρι τοῦ φωτός τοῦ Οὐρανοῦ, γιατί μ’ αὐτό ἔβλεπαν ὅτι θά φτάσουν σέ ὅ,τι ἀνώτερο ὑπάρχει: τήν εὕρεση τοῦ ἀφθάστου Θεοῦ, ἔτσι κι ἐμεῖς, ἀλλά σέ ἀπείρως καλύτερη θέση ἀπό ἐκείνους εὑρισκόμενοι: χρειάζεται νά «ἁρπάζουμε» αὐτό τό φῶς, γιά νά καθοδηγούμαστε στό σκύψιμο καί στήν κατάδυση μέσα στό βάθος τῆς καρδιᾶς μας· γιατί ἐκεῖ εἶναι ἐγκατεστημένος ὁ Κύριος ἀπό τήν ὥρα πού βαπτιστήκαμε καί γινήκαμε μέλη τοῦ σώματός Του. Κατά τόν ἀψευδή λόγο Του «ἰδού ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ - ὁ ἴδιος δηλαδή - ἐντός ὑμῶν ἐστι». Ἡ φάτνη Του εἶναι ἡ φάτνη τῆς καρδιᾶς μας, ἡ ὁποία ὅμως παραχώνεται καί χάνεται ἀπό τόν ὁρίζοντά μας λόγω τῶν συνεχῶν ἁμαρτιῶν μας καί τῆς πνευματικῆς ἀμέλειάς μας. Ἐνῶ θά ἔπρεπε νά ζοῦμε μέσα στό ἄπλετο φῶς Του, ἐμεῖς συχνά ἐπιλέγουμε τό σκοτάδι τῶν παθῶν μας καί γι’ αὐτό χρειαζόμαστε ἄλλο καθοδηγητικό φῶς.
4. Κι αὐτό τό φῶς γιά μᾶς, λυχνάρι πράγματι στά χέρια μας, εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, εἴτε ὡς Ἁγία Γραφή εἴτε ὡς Πατερική Παράδοση εἴτε ὡς ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὅσο ἀκροώμαστε καί μελετοῦμε τόν λόγο αὐτόν, τόσο κι αὐτός θά μᾶς ὁδηγεῖ στόν ἄφθαστο Θεό, τόσο δηλαδή θά συναντοῦμε τόν ἴδιο τόν Κύριο στό βάθος τῆς καρδιᾶς μας, ἐπιβεβαιώνοντας ἐμπειρικά ὅτι εἴμαστε ἀληθινά καί ζωντανά μέλη Του, εἰκόνες Του πού Τόν φανερώνουν μέσα στόν κόσμο. Ἀρκεῖ νά συντρέχει καί σ’ ἐμᾶς ἡ ἴδια μέ τούς τρεῖς Μάγους προϋπόθεση: ἡ δίψα γιά τήν ἀλήθεια καί τό φῶς τοῦ Χριστοῦ· ὁ πόθος γιά συνάντηση μαζί Του. Ἀποδεικτικό στοιχεῖο ὅτι εἴμαστε στή σωστή κατεύθυνση καί ὅτι ὄντως συναντοῦμε τόν Χριστό εἶναι αὐτό πού καί πάλι ἐπισημαίνει ὁ ἅγιος ὑμνογράφος ἀπό τούς Μάγους τῆς Ἀνατολῆς: ἡ χαρά πού ἔνιωσαν αὐτοί ὅταν Τόν ἔφθασαν καί ἡ ὁποία τούς ὁδήγησε σέ δοξολογία ἀφενός τοῦ ἁγίου Ὀνόματος τοῦ Θεοῦ, σέ δοξολογική κραυγή πρός τή Μητέρα τοῦ Κυρίου («βοῆσαι τῇ Εὐλογημένῃ, Χαῖρε») ἀφετέρου. Ξέρουμε πιά ὅτι τήν ὥρα πού προσκυνοῦμε τόν Κύριο ἔχουμε ἀγκαλιάσει τήν ἁγία Μητέρα Του, μᾶλλον καί οἱ δύο μᾶς κρατοῦν στοργικά μέσα στήν πλήρη ἀγάπης δική Τους ἀγκαλιά!

Σάββατο, 16 Μαρτίου 2019

ΣΑΒΒΑΤΟΝ Α΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ


«Τῇ μαρτυρικῇ σου πρός Θεόν παρρησίᾳ Θεόδωρε, τό τοῦ ἀποστάτου, κατά τῆς Χριστοῦ πίστεως μηχάνημα, μάταιον ἀπετέλεσας· ὑπέρμαχος τῷ εὐσεβοῦντι χρηματίσας λαῷ, δι’ ἐπιστασίας φρικτῆς, τῶν μεμολυσμένων βρωμάτων θυσίαις εἰδωλικαῖς αὐτούς λυτρωσάμενος· ὅθεν σε καί εἰδώλων καθαιρέτην καί ὡς τῆς ποίμνης Χριστοῦ σωτῆρα καί φύλακα, καί προστάτην ἡμῶν εὐεπήκοον, τιμῶντες, δεόμεθα ἐν ᾅσμασιν, ἱλασμόν καί φωτισμόν, διά σοῦ δωρηθῆναι ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν» (Ἀπόστιχα αἴνων, ἰδιόμελον εἰς ἦχον γ΄).
(Μέ τήν παρρησία πού ἔχεις πρός τόν Θεό ὡς μάρτυς, Θεόδωρε, ὁδήγησες στό κενό τό σχέδιο τοῦ ἀποστάτη βασιλιᾶ Ἰουλιανοῦ κατά τῆς χριστιανικῆς πίστεως. Διότι ὡς ὑπερασπιστής τοῦ εὐσεβοῦς λαοῦ λύτρωσες, μέ τή φοβερή ἐμφάνισή σου, τούς πιστούς ἀπό τά μολυσμένα φαγητά λόγω τῶν εἰδωλολατρικῶν θυσιῶν. Γι’ αὐτό, τιμώντας σε καί ὡς καταστροφέα τῶν εἰδώλων καί ὡς σωτήρα καί φύλακα τῆς ποίμνης τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί ὡς γρήγορο προστάτη μας, σέ παρακαλοῦμε μέ τούς ὕμνους μας νά δωρίσει ὁ Κύριος μέ τίς πρεσβεῖες σου στίς ψυχές μας τό ἔλεος καί τόν φωτισμό Του).
Ὁ ἅγιος ὑμνογράφος μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι τό Σάββατο τῆς πρώτης ἑβδομάδας τῶν Νηστειῶν δέν εἶναι ψυχοσάββατο κατά τόν τύπο τοῦ Σαββάτου τῆς παραμονῆς τῆς Κυριακῆς τῶν Ἀπόκρεω, ἀλλά εἶναι ἀφιερωμένο στόν ἅγιο μεγαλομάρτυρα Θεόδωρο τόν Τήρωνα, λόγω μίας θαυμαστῆς ἐπέμβασής του, μέ τήν ὁποία ἔσωσε τόν πιστό λαό τῆς Κωνσταντινούπολης ἀπό μολυσμένα εἰδωλολατρικά φαγητά. Ὅπως σημειώνει τό σύντομο συναξάρι τῆς ἡμέρας «ὁ (αὐτοκράτορας) Ἰουλιανός ὁ παραβάτης, γνωρίζοντας ὅτι οἱ χριστιανοί κατεξοχήν καθαρίζουν τίς ψυχές τους μέ νηστεία τήν πρώτη ἑβδομάδα τῆς ἁγίας τεσσαρακοστῆς, τήν ὁποία καί μεῖς οἱ πιστοί γιά τόν λόγο αὐτόν τήν ὀνομάζουμε καθαρά ἑβδομάδα, σκέφτηκε τότε κυρίως νά τούς μολύνει. Γι’ αὐτό καί πρόσταξε νά βάλουν κρυφά στήν ἀγορά ἐκεῖνες τίς ἡμέρες τρόφιμα πού εἶχαν μιανθεῖ ἀπό τά αἵματα τῶν εἰδωλολατρικῶν θυσιῶν. Μέ θεϊκή ἐπίνευση ὅμως φάνηκε ὁ μάρτυς Θεόδωρος στόν τότε ἀρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως Εὐδόξιο τήν ὥρα πού κοιμόταν καί τοῦ φανέρωσε τό σχέδιο, ἐνῶ τοῦ παράγγειλε νά συγκαλέσει τούς πιστούς ἀμέσως τό πρωί τῆς Δευτέρας καί νά τούς ἐμποδίσει νά χρησιμοποιήσουν ἐκεῖνα τά τρόφιμα· τήν ἔλλειψη δέ τῆς ἀναγκαίας τροφῆς νά τήν ἀναπληρώσουν πρόχειρα μέ κόλλυβα πού θά φτιάξουν, δίνοντας ὁ ἅγιος τήν ἑρμηνεία ὅτι κόλλυβα ὀνομάζουμε ἐμεῖς στά Εὐχάϊτα τό βρασμένο σιτάρι. Μέ τόν τρόπο αὐτόν ματαιώθηκε ὁ σκοπός τοῦ παραβάτη αὐτοκράτορα, ἐνῶ ὁ εὐσεβής λαός πού διαφυλάχθηκε ἀμόλυντος καθόλη τήν καθάρσιμη ἑβδομάδα, ἀπέδωσε στόν μάρτυρα τήν εὐχαριστία κατά τό Σάββατο αὐτό, τελώντας τή μνήμη του μέ κόλλυβα. Κι αὐτά μέν συνέβησαν περί τά μέσα τοῦ 4ου αἰῶνα, ἡ δέ Ἐκκλησία ἐπιτελεῖ κάθε χρόνο τήν ἀνάμνηση τοῦ θαύματος πρός δόξα Θεοῦ καί τιμή τοῦ μάρτυρα».  

Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2019

ΚΑΘΑΡΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ


«Τό τῆς Νηστείας διάγγελμα, περιχαρῶς ὑποδεξώμεθα· εἰ γάρ ταύτην ὁ Προπάτωρ διεφυλάξατο, τήν τῆς Ἐδέμ ἔκπτωσιν οὐκ ἄν ὑπέστημεν· ὡραῖος ἦν εἰς ὅρασιν, καί καλός εἰς βρῶσιν, ὁ ἐμέ θανατώσας καρπός· μή συναρπασθῶμεν τοῖς βλεφάροις, μηδέ γλυκανθήτω ἡμῶν ὁ φάρυγξ, τοῖς τιμωμένοις βρώμασι μετά τήν μετάληψιν ἀτιμαζομένοις. Φύγωμεν τήν ἀκρασίαν, καί τοῖς μετά κόρου πάθεσι, μή ὑποβληθῶμεν· ἐνσημανθῶμεν τῷ Αἵματι, τοῦ ὑπέρ ἡμῶν ἀχθέντος εἰς θάνατον ἑκουσίως, καί οὐ μή θίγῃ ἡμῶν ὁ ὁλοθρευτής· καί φάγοιμεν Πάσχα, Χριστοῦ ἱερώτατον εἰς σωτηρίαν τῶν ψυχῶν ἡμῶν» (Ἀπόστιχα Αἴνων, Ἰδιόμελον, ἦχος πλ. δ΄).
(Ἄς ὑποδεχθοῦμε μέ χαρά τήν ἐξαγγελία τῆς Νηστείας. Γιατί ἄν  εἶχε διαφυλάξει αὐτήν ὁ Προπάτοράς μας Ἀδάμ, δέν θά εἴχαμε ὑποστεῖ τήν ἔξωση ἀπό τήν Ἐδέμ. Ἦταν ὡραῖος στήν ὅραση καί καλός γιά φάγωμα ὁ καρπός πού μέ θανάτωσε. Μήν ἀπατηθοῦμε λοιπόν ἀπό τά μάτια μας κι οὔτε νά εὐχαριστηθεῖ ἡδονικά ὁ φάρυγγάς μας ἀπό τά νόστιμα φαγητά πού μετά τή λήψη τους γίνονται ἀποβλητέα. Ἄς ἀποφύγουμε τήν ἔλλειψη τῆς ἐγκράτειας κι ἔτσι ἄς μή ὑποταχτοῦμε στά πάθη πού ἀκολουθοῦν τόν χορτασμό. Ἄς σφραγιστοῦμε ἀπό τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ πού ὁδηγήθηκε ἑκούσια στόν θάνατο γιά χάρη μας, καί δέν πρόκειται νά μᾶς θίξει ὁ ἐξολοθρευτής διάβολος. Κι ἄς εὐχηθοῦμε νά φᾶμε τό ἱερότατο Πάσχα τοῦ Χριστοῦ, γιά τή σωτηρία τῶν ψυχῶν μας).
Ἔχοντας ὡς τύπο καί προεικόνιση τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου ὁ ἱερός ὑμνογράφος τά γεγονότα τῆς Ἐξόδου τῶν Ἰσραηλιτῶν ἀπό τή δουλεία τῆς Αἰγύπτου, (ὅπου ἀφενός τό αἷμα τοῦ σφαγμένου ἀρνιοῦ, μέ τό ὁποῖο, κατ’ ἐντολή τοῦ Θεοῦ, ἄλειψαν οἱ ὑπόδουλοι Ἑβραῖοι τούς παραστάτες τῶν θυρῶν τους, τούς γλίτωσε ἀπό τόν ἐξολοθρευτή ἄγγελο, κι ἀφετέρου ἡ τροφή τους τήν ἡμέρα τῆς Ἐξόδου τους: ἀρνί, πικρά χόρτα καί ἄζυμο ἄρτο – σύμβολα αὐτά εἰς ἀνάμνηση τῆς δουλείας τους – τούς δυνάμωσε γιά τήν πορεία τῆς ἐλευθερίας τους μέσω καί τῆς διάβασης τῆς Ἐρυθρᾶς θάλασσας), εὔχεται νά φτάσουμε καί οἱ πιστοί στό δικό μας χριστιανικό πιά Πάσχα, τό ὁποῖο προϋποθέτει τή συσταύρωσή μας μέ τόν Κύριο καί τήν κοινωνία τοῦ σώματος καί τοῦ αἵματός Του. Ἡ σφραγίδα μας μάλιστα ἀπό τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι κατά τόν ὑμνογράφο μας ἐκεῖνο πού μᾶς κάνει νά ὑπερβαίνουμε τίς ὅποιες ἐπιρροές τοῦ ἀνθρωποκτόνου Πονηροῦ. Προκειμένου ὅμως νά ζήσουμε τό σωτήριο καί ἱερότατο Πάσχα οἱ πιστοί χριστιανοί – τή δική μας διάβαση διά τοῦ Χριστοῦ στή Βασιλεία Του -, ὑπενθυμίζει ὁ ποιητής τήν ἀναγκαιότητα καί πάλι τῆς νηστείας. Καί τό συντριπτικό ἐπιχείρημα πού φέρνει εἶναι ὅ,τι συνέβη μέ τούς Προπάτορές μας, οἱ ὁποῖοι καταστρατηγώντας τήν ἐντολή τῆς Νηστείας, μή ὑπακούοντας δηλαδή στήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ νά μή φᾶνε ἀπό τό συγκεκριμένο δέντρο πού τούς εἶχε ὑποδείξει, ἐξώσθησαν ἀπό τόν Παράδεισο καί ὁδηγήθηκαν σέ ὅλα ἐκεῖνα πού ἀποτέλεσαν πιά πάθη ἀτιμίας – κάτι πού ἔκτοτε διαιωνίζεται σέ κάθε ἄνθρωπο πού ἐπιλέγει στή ζωή του τόν δρόμο τῆς ἀκρασίας.

Α΄ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ


«…καί σύν τῇ ἀσωμάτῳ φωνῇ, σωματούμενόν Σε θεωρῶν, Κύριε, ἐξίστατο καί ἵστατο, κραυγάζων πρός αὐτήν… Χαῖρε…»
(…καί μέ τήν ἀσώματή του φωνή ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ θεωρώντας Σε νά παίρνεις σῶμα στή μήτρα τῆς Παναγίας, Κύριε, βρισκόταν σέ ἔκσταση καί στεκόταν κραυγάζοντας πρός αὐτήν… Χαῖρε).
Μέ τούς πρώτους χαιρετισμούς ἡ Ἐκκλησία μας μᾶς φέρνει μπροστά καί πάλι στό γεγονός τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου: ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ μεταφέρει τό θεϊκό μήνυμα στήν πάναγνη κόρη τῆς Ναζαρέτ ὅτι πρόκειται νά γεννήσει τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ ὡς ἄνθρωπο· καί τοῦτο «ἐκ Πνεύματος Ἁγίου». «Πνεῦμα Ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπί σοί καί δύναμις Ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι». Ἡ ὑπακοή τῆς Παρθένου Μαριάμ ἐνεργοποιεῖ τή χάρη καί ὁ Κύριος «σωματώνεται» στή μήτρα της. Ἔκθαμβος ὁ ἀρχάγγελος θεωρώντας τό ὑπέρ φύσιν μυστήριο ξεσπᾶ σέ δοξολογικές κραυγές πρός τή Μητέρα πιά τοῦ Κυρίου του – ὁ χαιρετισμός του συνιστᾶ τήν ἔκφραση τῆς διαπιστούμενης ἀπό αὐτόν χάρης τοῦ Θεοῦ.
 
Ἔτσι στό γεγονός τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἐπισημαίνουμε τρία βασικά σημεῖα: 1. Τήν ἀσώματη φωνή τοῦ ἀρχαγγέλου, ἡ ὁποία ἀναγγέλλει τήν ἐκ τοῦ Οὐρανοῦ - «οὐρανόθεν ἐπέμφθη» - ἐπέλευση τῆς χάρης στήν Παναγία· 2. Τή χαρισματική ὅραση τοῦ ἀρχαγγέλου πού «θεᾶται» τή σάρκωση τοῦ Υἱοῦ και Λόγου τοῦ Θεοῦ στή μήτρα τῆς Θεοτόκου, μέ τή ὑπάρχουσα προϋπόθεση τῆς ἐν ὑπακοῇ ἀποδοχῆς ἀπό αὐτήν τῆς προσφερομένης χάρης· 3. Τό δοξολογικό ξέσπασμά του μέ τόν χαιρετισμό τῆς κόρης Μαριάμ.  
Τά τρία αὐτά στοιχεῖα λειτουργοῦν ὡς αἰώνιος τύπος στήν Ἐκκλησία μας γιά κάθε πιστό, κάτι πού σημαίνει, ὡς πολλάκις ἔχει ἐπισημανθεῖ, ὅτι οἱ χαιρετισμοί τῆς Θεοτόκου δέν ἀποτελοῦν ἐφεύρημα ἀνθρώπινο, ἀλλά ἐπακολούθημα τῆς ἀρχαγγελικῆς στάσης καί διαγωγῆς. Ὅ,τι ἔνιωσε ὡς ἀνάγκη ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ, τό ἴδιο νιώθει καί κάθε πιστός, ὅταν εὑρεθεῖ στό χαρισματικό σημεῖο στάσης του ἔναντι τῆς Θεοτόκου, ὁπότε καί ἀπό τήν ἄποψη αὐτή κατανοεῖ ὅτι οἱ ἅγιοι ἄγγελοι δέν λειτουργοῦν μόνον ὡς δοξολογικά ὄντα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί ὡς τά κατεξοχήν παραδείγματα γιά τήν ἐν Χριστῶ ζωή του.
Πιό συγκεκριμένα κατά ἀντίστροφη φορά: 1. Ἡ ὀρθή στάση ἔναντι τῆς Θεοτόκου πρωτίστως ἔχει χαρακτήρα δοξολογικό, κατ’ ἐπέκταση δέ παρακλητικό. Δοξολογοῦμε τήν Παναγία, συνεπῶς Κύριο τόν Θεό μας, γιατί τήν ἔκανε τό κατεξοχήν «δοχεῖον» τῆς χάριτός Του. Κι ἐπειδή ἀκριβῶς «βλέπουμε» τή χάρη τοῦ Θεοῦ πού ἔχει, συνεπῶς καί τή δύναμή Της ἐνώπιον τοῦ Υἱοῦ Της, προστρέχουμε καθημερινά στίς ὅποιες ἀδυναμίες καί θλίψεις μας καί τήν παρακαλοῦμε νά μᾶς βοηθήσει. «Πολύ ἰσχύει δέησις Μητρός πρός εὐμένειαν Δεσπότου».
2. Μπορεῖ ὅμως νά ἐπισημάνει τή χάρη τῆς Παναγίας καί νά τήν «χαιρετίσει» σωστά μόνον ὅποιος «θεωρεῖ» τόν Χριστό νά σαρκώνεται καί στήν δική του ὕπαρξη. Ὅπως δηλαδή ὁ ἀρχάγγελος δοξολόγησε τήν Παναγία, διότι μετεῖχε ὡς «θεατής» τῆς σάρκωσης τοῦ Θεοῦ κατά τόν Εὐαγγελισμό της, ἔτσι καί ὁ πιστός μόνον ὡς μέτοχος τῆς σάρκωσης αὐτῆς στήν καρδιά του, συνεπῶς ὡς μία δεύτερη Παναγία, μπορεῖ καί νά τήν «χαιρετίσει» μέ τόν πρέποντα τρόπο. Κι αὐτό δέν πρέπει νά μᾶς παραξενεύει, διότι στήν πραγματικότητα ὁ Κύριος ἦρθε στόν κόσμο προκειμένου νά μᾶς καταστήσει ὄντως «Παναγίες», τόπους δηλαδή τῆς δικῆς Του κατοικίας, ὅπως εἶχε ἤδη προαναγγελθεῖ ἀπό τούς προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης: «ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καί ἐμπεριπατήσω», καί κατέστη δυνατό μέ τόν ἐρχομό Του: «ἐν ἐμοί μένει κἀγώ ἐν αὐτῷ», πού θά πεῖ βεβαίως ἔνταξη στήν Ἐκκλησία διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος καί κατάστασή μας ὡς μελῶν Χριστοῦ.
3.  Ἀρχική προϋπόθεση ὅλων αὐτῶν – τῶν χαιρετισμῶν τῆς Παναγίας καί τῆς χαρισματικῆς ἕνωσής μας μέ τόν Χριστό - ἀποτελεῖ ἀσφαλῶς ἡ ἀποδοχή τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Μόνον ὅποιος ἀκούει τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί τόν  ἀποδέχεται ὁλοκάρδια, συνεπῶς μέ μία στροφή τῆς καρδιᾶς του ἀπό τή γοητεία τῶν ἐπιγείων πρός τόν πόθο τῶν οὐρανίων, μπορεῖ καί νά ἐνταχθεῖ ὀρθά στήν Ἐκκλησία, πού σημαίνει, καθώς εἴπαμε, ἐγκατοίκηση τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ στήν ὕπαρξή του, κατάστασή του σέ «μικρή Παναγία».
 
Ἡ Ἐκκλησία μας μέ τήν ἀγαπημένη ἀκολουθία τῶν Χαιρετισμῶν ἤδη ἀπαρχῆς μᾶς θέτει τίς προϋποθέσεις τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Ἡ στάση μας ἔναντι τῆς Θεοτόκου χαρακτηρίζει τήν ποιότητα τῆς δικῆς μας ζωῆς, ἡ ὁποία δέν πρέπει νά μένει στό ἐπίπεδο ἑνός ἀβαθοῦς συχνά συναισθηματισμοῦ, ἀλλά νά προχωρεῖ στό βάθος τῆς πραγματικῆς ἕνωσης μέ τόν Χριστό μας, πού εἶναι καί τό μόνο πού ἐγγυᾶται τήν αἰώνια  σωτηρία μας. Οἱ Χαιρετισμοί φανερώνουν πράγματι τό τί χριστιανοί είμαστε.

Πέμπτη, 14 Μαρτίου 2019

ΚΑΘΑΡΑ ΠΕΜΠΤΗ


«Ἀρετῶν Ἠλιού, προσεπιβάς ἅρματι θείῳ, τῇ νηστείᾳ λαμπρυνθείς ἀνεφέρετο, ἐπί τό ὕψος τό οὐράνιον. Τοῦτον ζήλωσον, ταπεινή ψυχή μου καί νήστευσον, πάσης κακίας, καί φθόνου ἔριδος, καί τρυφῆς ἀπορρεούσης καί ἐνηδόνου· ὅπως ὀδύνην χαλεπήν ἐκφύγῃς διαιωνίζουσαν τῆς γεέννης ἐκβοῶσα τῷ Χριστῷ· Κύριε δόξα σοι» (Στιχηρόν ἰδιόμελον ἑσπερινοῦ, ἦχος β΄).
(Ὁ προφήτης Ἠλίας, ἀφοῦ ἀνέβηκε στό θεῖο ἅρμα τῶν ἀρετῶν κι ἔλαμψε ἀπό τή νηστεία, ὁδηγεῖτο στό ὕψος τοῦ οὐρανοῦ. Αὐτόν ζήλεψε, ταπεινή ψυχή μου, καί νήστεψε ἀπό κάθε κακία, κι ἀπό φθόνο καί ἔριδα, κι ἀπ’ τήν ἐνήδονη μαλθακότητα πού σέ κάνει νά χάνεις τόν ἑαυτό σου. Μέ τόν τρόπο αὐτόν, φωνάζοντας στόν Χριστό: Κύριε, δόξα Σοι, θά ἀποφύγεις τήν αἰώνια τραγική ὀδύνη τῆς κόλασης).
Ὁ ἅγιος ὑμνογράφος γιά μία ἀκόμη φορά μέ τρόπο ἤρεμο καί ταπεινό προτρέπει τόν ἑαυτό του – τύπο τοῦ κάθε πιστοῦ χριστιανοῦ - νά στραφεῖ «ζηλωτικά» στή φοβερά μεγάλη προσωπικότητα τοῦ προφήτη Ἠλία, ὁ ὁποῖος ναί μέν ἀνήκει στήν Παλαιά Διαθήκη, ἀλλά ἐπαινεῖται ἐπανειλημμένως καί στήν Καινή ἀπό τόν Κύριο, τοῦ Ὁποίου θά προαναγγείλει τή Δευτέρα Παρουσία μέ μία δική του τότε ξεχωριστή ἀποστολή. Καί γιατί νά ζηλέψει τόν συγκεκριμένο προφήτη; Διότι ἦταν αὐτός πού ἀνέβηκε στά οὐράνια, ἀφοῦ ἀγωνίστηκε ν’ ἀποκτήσει τίς θεῖες ἀρετές καί νά ζήσει μέ τό φῶς τῆς νηστείας. Μέ ἄλλα λόγια ὁ ὑμνογράφος θεωρεῖ ὡς παράδειγμα τόν προφήτη, γιατί δείχνει πολύ ἄμεσα τόν δρόμο πού ὁδηγεῖ στόν οὐρανό· τίς θεϊκές ἀρετές καί τή νηστεία. Χωρίς νά χρονοτριβεῖ ὅμως τονίζει τήν ἀληθινή ἔννοια τῆς νηστείας: εἶναι αὐτή πού περικόπτει τήν κακία, τόν φθόνο, τήν ἔχθρα, τή φιλόσαρκη στάση ζωῆς πού κάνει τόν ἄνθρωπο νά χάνει κυριολεκτικά τόν ἑαυτό του καί τήν πίστη του. Ὁπότε ἡ ἀκολουθία τοῦ προφήτη ἀπομακρύνει τόν ἄνθρωπο καί ἀπό τήν ὀδύνη τῆς κόλασης, ἐνῶ τοῦ δημιουργεῖ δοξολογική διάθεση ἀπέναντι στόν Κύριο.

Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2019

ΚΑΘΑΡΑ ΤΕΤΑΡΤΗ


«Νηστείᾳ τῶν λογισμῶν τά πάθη δεῦτε δουλώσωμεν, πνευματικαῖς ἑαυτούς πτέρυξι περιστείλαντες· ἵνα τήν τοῦ ἐχθροῦ κινουμένην ζάλην, κοῦφοι περάσαντες, ἄξιοι γενώμεθα, τῆς τοῦ Σταυροῦ προσκυνήσεως, τοῦ ὑπέρ τοῦ κόσμου σφαγέντος ἑκουσίως, Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, καί πνευματικῶς ἑορτάσωμεν, τήν ἐκ νεκρῶν τοῦ Σωτῆρος Ἀνάστασιν· ἐπ’ ὄρους ἀρθέντες, Μαθηταῖς συνδοξάσωμεν, τόν ἐξουσίαν λαβόντα πᾶσαν, Υἱόν ἐκ Πατρός, ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ, τόν φιλάνθρωπον» (Ἀπόστιχα Αἴνων, Ἰδιόμελον, ἦχος πλ. δ΄).
(Νηστεύοντας ἀπό τούς λογισμούς, ἐμπρός ἄς ὑποδουλώσουμε τά πάθη, συγκρατώντας τούς ἑαυτούς μας μέ πνευματικά φτερά· μέ σκοπό, ἀφοῦ περάσουμε εὔκολα κι ἀνάλαφρα τή ζάλη πού προκαλεῖ ἐναντίον μας ὁ ἐχθρός διάβολος, νά γίνουμε ἄξιοι νά προσκυνήσουμε τόν Σταυρό τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος σφαγιάστηκε μέ τή θέλησή Του χάριν τοῦ κόσμου, κι ἔτσι νά ἑορτάσουμε πνευματικά τήν ἐκ νεκρῶν Ἀνάσταση τοῦ Σωτῆρα Χριστοῦ. Ὁπότε, πάνω στό ὄρος τῶν Ἐλαιῶν κι ἐμεῖς, (ἐκεῖ ἀπ’ ὅπου ἀναλήφθηκε ὁ Κύριος), νά δοξάσουμε μαζί μέ τούς Μαθητές Τόν φιλάνθρωπο Υἱό τοῦ Θεοῦ, πού ἔλαβε κάθε ἐξουσία ἀπό τόν Πατέρα μέ τή δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος).
Ὁ ἅγιος ὑμνογράφος εἶναι σαφέστατος: ὁ σκοπός τῆς περιόδου αὐτῆς εἶναι νά φθάσουμε νά προσκυνήσουμε τόν Σταυρό τοῦ Κυρίου πού ἀποκαλύπτει τήν ἄπειρη ἀγάπη Του γιά τόν κόσμο, συνεπῶς νά ἑορτάσουμε πνευματικά καί τήν Ἀνάστασή Του, ἀφοῦ Σταυρός καί Ἀνάσταση συνθεωροῦνται πάντοτε στήν πίστη μας. Μέ τόν τρόπο αὐτόν, μᾶς λέει, ἀληθινές προσκυνητές τοῦ Πάθους καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, θά βρεθοῦμε κι ἐμεῖς νά Τόν δοξολογοῦμε μαζί μέ τούς ἀποστόλους καί κατά τήν ἀνάληψή Του, ἐννοώντας προφανῶς καί τή λήψη τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἀπό τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς καί ἐφεξῆς. Καί πάλι ὅμως, ὅπως συμβαίνει καί σέ ὅλους τούς ὕμνους τῆς Ἐκκλησίας, μᾶς ὑπενθυμίζει ὁ ὑμνογράφος ὅτι γιά τήν προοπτική αὐτή ὑπάρχουν προϋποθέσεις: ἡ καλλιέργεια τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ἡ ὁποία δίνει τά φτερά προκειμένου ὁ πιστός νά ἐλέγχει τόν ἑαυτό του καί νά ὑποτάσσει τά πάθη του, συνεπῶς καί νά ὑπερβαίνει κάθε ἐπιρροή τοῦ Πονηροῦ διαβόλου. Κύριο στοιχεῖο τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα, ἴσως καί τό καθοριστικότερο, εἶναι ὁ ἔλεγχος τῶν λογισμῶν. Ἡ ποιότητα τῶν λογισμῶν μας φανερώνει τήν παρουσία ἤ ὄχι τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ στήν ὕπαρξή μας, γι’ αὐτό καί ὅλοι οἱ Πατέρες μας συμφωνοῦν πώς ἐκεῖ κατεξοχήν στοχεύει ἡ ὅποια νηστεία καί ἡ ὅποια ἄσκηση ἐπιτελοῦμε. Ἔλεγχος δέ τῶν λογισμῶν σημαίνει ὅτι ἀποκλείουμε κάθε πονηρή σκέψη ἤ εἰκόνα στόν νοῦ μας, διά τῆς ἀποφασιστικῆς καί ὁρμητικῆς ἐν ἀγάπῃ στροφῆς στούς καλούς καί ἀγαθούς λογισμούς, πού σημαίνει ἀγκίστρωμα σέ ὅ,τι ὁ Κύριος μᾶς ἄφησε ὡς ἐντολή.