Κυριακή, 10 Μαρτίου 2019

ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ


«Καθαρίσωμεν ἑαυτούς ἀδελφοί, ἀπό παντός μολυσμοῦ, σαρκός καί πνεύματος· τάς λαμπάδας τῶν ψυχῶν ἡμῶν φαιδρύνωμεν, διά φιλοπτωχείας, μή κατεσθίοντες ἀλλήλους τῇ συκοφαντίᾳ· ἔφθασε γάρ ὁ καιρός, ὅταν ὁ Νυμφίος ἐλεύσεται, πᾶσιν ἀποδοῦναι κατά τά ἔργα αὐτῶν. Συνεισέλθωμεν Χριστῷ μετά τῶν φρονίμων Παρθένων, τήν φωνήν ἐκείνην τοῦ Λῃστοῦ, πρός αὐτόν ἀνακράζοντες· Μνήσθητι ἡμῶν, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ Βασιλείᾳ σου» (Ἀπόστιχα ἑσπερινοῦ Σαββάτου Τυρινῆς, ἦχος β΄).
(Ἄς καθαρίσουμε τούς ἑαυτούς μας, ἀδελφοί, ἀπό κάθε μολυσμό τῆς σάρκας καί τοῦ πνεύματός μας. Ἄς κάνουμε λαμπρές καί φωτεινές τίς λαμπάδες τῶν ψυχῶν μας, μέ τήν ἀγάπη πρός τή φτώχεια, χωρίς νά κατατρώγουμε ὁ ἕνας τόν ἄλλον μέ τή συκοφαντία. Κι αὐτό γιατί ἔφτασε ὁ καιρός, πού ὁ Νυμφίος θά ἔλθει, προκειμένου νά ἀποδώσει σέ ὅλους σύμφωνα μέ τά ἔργα τους. Μαζί μέ τίς φρόνιμες Παρθένες ἄς εἰσέλθουμε κι ἐμεῖς μέ τόν Χριστό στή Βασιλεία Του, φωνάζοντας δυνατά πρός Αὐτόν ἐκείνη τή φωνή τοῦ Ληστῆ πάνω στόν σταυρό: Θυμήσου μας, Κύριε, ὅταν ἔλθεις στή Βασιλεία Σου).
Ὁ ὑμνογράφος τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀρυόμενος ἀπό τά λόγια τῶν Εὐαγγελίων ἀλλά καί τοῦ ἀποστόλου Παύλου, μᾶς καλεῖ σέ μετάνοια ἀληθινή, ἐνόψει τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Κυρίου, ἡ ὁποία παρουσιάζεται ὡς ἐνεστῶσα κατάσταση μέ τήν ἔναρξη τῆς Σαρακοστῆς. Δέν πρέπει νά μᾶς διαφεύγει ὅτι πράγματι τό κλίμα τῆς ἁγίας Σαρακοστῆς - ἀλλά καί ὅλης τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας τελικά - εἶναι αὐτό πού διαμορφώνεται ἀπό τήν ἐπικείμενη ἔλευση τοῦ Κυρίου, δηλαδή ἕνα κλίμα πνευματικῆς ἐγρήγορσης καί νήψης, πού ὁδηγεῖ τόν πιστό νά θέτει τόν ἑαυτό του χωρίς τερτίπια καί τεχνάσματα ὑπό τήν ἄμεση κρίση τοῦ Χριστοῦ - ἄς δοῦμε ἤδη αὐτό πού κυριαρχεῖ ἰδίως τίς πρῶτες ἡμέρες τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας, τήν ὁποία ἀδιάκοπα ἔχει πρό ὀφθαλμῶν ἡ Ἐκκλησία μας: «ἰδού ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός». Λοιπόν, σέ τί μᾶς καλεῖ ἡ Ἐκκλησία; Νά φτάσουμε στό σημεῖο, ξύπνιοι πνευματικά, πού θά πεῖ μέ ἀναμμένες τίς λαμπάδες τῆς ψυχῆς ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ, νά κραυγάζουμε ἐν μετανοίᾳ τό «μνήσθητι ἡμῶν Κύριε» τοῦ ληστοῦ, συνεπῶς νά βρεθοῦμε κι ἐμεῖς μαζί μέ τόν ληστή καί μαζί μέ τίς φρόνιμες Παρθένες τῆς γνωστῆς παραβολῆς στήν οὐράνια παστάδα τοῦ Κυρίου, τήν ἴδια τή Βασιλεία Του.  Ποιό εἶναι τό μοναδικό ἐμπόδιο πού μᾶς ἀπομακρύνει ἀπό αὐτήν τή Βασιλεία καί τήν ἀληθινή μετάνοια; Ἡ βρώμικη ψυχή, ὁ μολυσμός αὐτῆς ἀπό τήν ἁμαρτία, ἡ ὁποία μολύνει καί τό σῶμα, κάνοντάς το νά πορεύεται ἀνεξέλεγκτα ἀπό τίς ἄτακτες καί φιλήδονες ὀρέξεις του. Λοιπόν, κατά τόν ἅγιο ὑμνογράφο, ἐκεῖνο πού καθαρίζει καί τήν ψυχή καί τό σῶμα - καθώς ὁ Κύριος ξανάρχεται ἀνά πᾶσα στιγμή - εἶναι ἡ ἀγάπη γιά τή φιλοπτωχεία, δηλαδή ἡ ἀγάπη γιά τήν ἐγκράτεια πού θέτει περιορισμούς σέ κάθε πλεονεξία τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά καί ἡ ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο, ἡ ὁποία ἀπομακρύνει ἀπό τή δαιμονική κατάκριση καί τή συκοφαντία.  Ὁπότε, καθαρός ὁ πιστός ἀπό τήν ἁμαρτία, λόγω τῆς ἐγκράτειας καί τῆς ἀγάπης πρός τόν συνάνθρωπο πού τόν κάνει νά κρατάει τό φῶς τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ στήν ὕπαρξή του, ζεῖ ἐν μετανοίᾳ προσβλέποντας πάντοτε στόν «καί πάλιν ἐρχόμενον μετά δόξης κρῖναι ζῶντας καί νεκρούς» Κύριο, πού σημαίνει τήν ἀνοικτή διέλευσή του στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό καί ἡ λιτή καί συμπυκνωμένη νοηματικά πορεία αὐτή τοῦ χριστιανοῦ πού γέμει κατανύξεως καί εὐλαβείας προσφέρεται ἀπό τόν ὑμνογράφο ὄχι τυχαῖα σέ ἦχο δεύτερο, πού θά πεῖ σέ ἦχο μέ ἰδιαίτερη γλυκύτητα, ἡ ὁποία κάμπτει τίς ὅποιες ἁμαρτωλές καί σκληρές ἀντιστάσεις τῆς φιλήδονης ψυχῆς.