Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2020

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ Ο ΠΡΩΤΟΚΛΗΤΟΣ


"῏Ην δέ ᾽Ανδρέας..." (᾽Ιωάν. 1, 41)

Ὁ ἅγιος ἀπόστολος Ἀνδρέας ἀποτελεῖ μία ἀπό τίς πιό εμβληματικές φυσιογνωμίες τῆς Εκκλησίας μας. Εἶναι ὁ πρωτόκλητος μαθητής τοῦ Κυρίου, εἶναι ὁ ἀδελφός τοῦ πρωτοκορυφαίου ἀποστόλου Πέτρου, εἶναι ἐκεῖνος πού προβάλλεται ἰδιαιτέρως στήν Ὀρθόδοξη Εκκλησία ὡς ὁ ἱδρυτής τῆς πρωτόθρονης Εκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Τά στοιχεῖα πού επισημαίνουμε νομίζουμε ὅτι ἐπιβεβαιώνουν τόν παραπάνω χαρακτηρισμό. 

1. Καταρχάς, πρίν ποῦμε ὁτιδήποτε γιά τήν  πνευματική πορεία του, θά πρέπει νά θυμηθοῦμε ὅτι ὁ ἅγιος ᾽Ανδρέας σχετίζεται ἰδιαιτέρως, περισσότερο ἴσως ἀπό ὅλους τούς ἄλλους ἀποστόλους, μέ ἐμᾶς τούς ῞Ελληνες. Τό ἴδιο τό ἑλληνικό ὄνομά του ἀποτελεῖ τήν ἐπιβεβαίωση. Κι ἴσως φαίνεται ὅτι γνώριζε, ὅπως καί ὁ ἄλλος μέ ἑλληνικό ὄνομα ἀπόστολος, ὁ Φίλιππος, τήν ἑλληνική γλώσσα. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὅταν προσῆλθαν ῞Ελληνες ὀλίγον πρό τοῦ πάθους τοῦ Κυρίου στόν Φίλιππο, προκειμένου νά τοῦ ζητήσουν νά δοῦν τόν Διδάσκαλό τους, στόν ᾽Ανδρέα ἀπευθύνθηκε ὁ Φίλιππος καί ἐκεῖνος στόν ᾽Ιησοῦ, γιά νά ἀκουστεῖ τό μεγαλειῶδες ῾ἐλήλυθεν ἡ ὥρα ἵνα δοξασθῇ ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου᾽.  ῞Οπως τό σημειώνει καί ὁ μεγάλος Φώτης Κόντογλου: ῾Συμπεραίνω πὼς οἱ Ἕλληνες πήγανε καὶ τὄπανε στὸν Φίλιππο γιατὶ θἄξερε ἑλληνικά, ἀφοῦ καὶ τὄνομά του ἤτανε ἑλληνικό, μακεδονικό. Κι᾿ αὐτὸς πάλι τὸ εἶπε στὸν Ἀνδρέα, ποὺ εἶχε κι᾿ αὐτὸς ἑλληνικὸ ὄνομα, κ᾿ ἴσως γνώριζε καὶ τὴ γλώσσα. Ἀπὸ τοὺς δώδεκα μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ, μοναχὰ αὐτοὶ οἱ δυὸ εἴχανε ἑλληνικὰ ὀνόματα᾽. Κι ἀκόμη περισσότερο: μετά πολλές ἱεραποστολικές ὁδοιπορίες, ὁ ᾽Ανδρέας κατέληξε στήν ᾽Αχαΐα, κι ἰδίως στήν Πάτρα, ὅπου ὄχι μόνο κήρυξε ἀλλά καί παρέδωσε ἐκεῖ μέ μαρτυρικό θάνατο τήν ἁγιασμένη του ψυχή. Ξεχωριστή σχέση λοιπόν μέ τούς ῞Ελληνες ὁ θεωρούμενος ἁπλός ψαράς, στήν πραγματικότητα ὅμως σοφός, ὀλιγόλογος, βαθύς ἀναζητητής τῆς ἀλήθειας ἅγιος ᾽Ανδρέας.

2. Καταγόταν ἀπό τή Βηθσαϊδά τῆς Γαλιλαίας ὁ πρωτόκλητος ἀπόστολος καί μαζί μέ τόν ἀδελφό του πρωτοκορυφαῖο καί πρωτόθρονο ἀπόστολο Πέτρο ὑπῆρξε πρῶτα μαθητής τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννου τοῦ Προδρόμου κι ἔπειτα τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου. Μετά τήν ᾽Ανάληψη ᾽Εκείνου κι ἰδίως μετά τήν πλήρωση τοῦ ᾽Ανδρέα ἀπό τό πυρφόρο Πνεῦμα τῆς Πεντηκοστῆς τόν βλέπουμε νά κηρύσσει καί νά θαυματουργεῖ στή Βιθυνία, στόν Εὔξεινο Πόντο, στίς περιοχές τοῦ Βυζαντίου, στή Θράκη, στή Μακεδονία, στήν Ἤπειρο, στήν ᾽Αχαΐα. Στήν ᾽Αχαΐα μάλιστα παρέμεινε ἐπ᾽ ἀρκετόν καί ἐκεῖ θεράπευσε μεταξύ ἄλλων τή Μαξιμίλλα, σύζυγο τοῦ Ρωμαϊκοῦ ἐπάρχου Αἰγεάτη. ῾Ο Αἰγεάτης ἦταν ἐκεῖνος μάλιστα πού ἐπειδή ἡ γυναίκα του πίστεψε στόν Χριστό ὁδήγησε στά βανιστήρια καί στό τελικό μαρτύριο τόν ἅγιο ᾽Ανδρέα. Κατά πῶς τό ἀναφέρει καί πάλι ὁ Κόντογλου: ῾Γυρίζοντας στὴν Πάτρα ὁ Αἰγεάτης καὶ μαθαίνοντας αὐτὰ ποὺ γινήκανε, πρόσταξε νὰ πιάσουνε τὸν Ἀνδρέα καὶ νὰ τὸν βάλουνε στὴ φυλακή, καὶ σὲ λίγες μέρες, ἀφοῦ τὸν δίκασε, ἔβγαλε ἀπόφαση νὰ σταυρωθεῖ…Σὰν ξημέρωσε ἡ μέρα ποὺ θὰ τὸν σταυρώνανε, οἱ Ρωμαῖοι στρατιῶτες, ἀφοῦ τὸν βασανίσανε, τὸν πήγανε στὴν ἀκροθαλασσιά, στὸν τόπο ποὺ εἶναι σήμερα χτισμένη ἡ ἐκκλησιά του καὶ ποὺ τότες ἤτανε χτισμένος ὁ ναὸς τῆς Δήμητρας. Γύρισε καὶ κοίταξε ἀτάραχος τὸ σταυρὸ καὶ τὸν βλόγησε, βλόγησε καὶ τὸν κόσμο, κ᾿ ὕστερα τὸν σταυρώσανε, γέρον, παραπάνω ἀπὸ ἑβδομήντα χρονῶν. Ὁ σταυρὸς ποὺ μαρτύρησε ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ἤτανε κανωμένος ἀπὸ δυὸ ἴσια σταυρωτὰ ξύλα σὲ σχέδιο X, καὶ κατὰ τὴν παράδοση ἤτανε ἀπὸ ξύλο τῆς ἐληᾶς. Μαρτύρησε βασιλεύοντας στὴ Ρώμη ὁ Νέρωνας. Κατὰ τὸν ἅγιο Ἐπιφάνιο, «ἤτανε μεγαλόσωμος, λίγο σκυφτός, μὲ γυριστή μύτη καὶ μὲ πυκνὰ φρύδια᾽. Γι᾽ αὐτό εἶναι εὐνόητο πού ἡ  Πάτρα καυχᾶται, γιατί ὄχι μόνο τά χώματά της ἁγιάσθηκαν ἀπό τό τίμιο αἷμα τοῦ μαθητῆ τοῦ Κυρίου, ἀλλά καί γιατί κατέχει, μετά ἀπό πολές περιπέτειες βέβαια, τμῆμα ἀπό τήν κάρα του καί τόν ἅγιο σταυρό του.

3. Δέν χρειάζονται πολλά λόγια γιά τόν ἅγιο ᾽Ανδρέα. Κάποια καίρια στοιχεῖα ὅμως πρέπει νά ἐπισημανθοῦν:

(1) ῾Ο ἅγιος ἀπόστολος ὑπῆρξε ὅπως εἴπαμε βαθύς ἀναζητητής τῆς ἀλήθειας. Ψαράς στό ἐπάγγελμα ἀλλά μέ μεγάλο πόθο νά βρεῖ ἀπαντήσεις γιά τό νόημα τῆς ζωῆς. Μαθητής τοῦ ἁγίου Προδρόμου μελετᾶ τόν Νόμο καί τούς προφῆτες, κι ὅταν ὁ δάσκαλός του ὑποδεικνύει τόν Μεσσία πού ῾αἴρει τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου᾽, τόν ᾽Ιησοῦ Χριστό, ἐγκαταλείπει τόν ᾽Ιωάννη γιά νά ἀφοσιωθεῖ ἔκτοτε στόν Κύριο τῆς ζωῆς του. Στόν πρῶτο πού κλήθηκε ἀπό τόν Κύριο ἐπισημαίνουμε τήν ἀλήθεια ὅτι ὅποιος μέ γνησιότητα ἀναζητεῖ αὐτήν, τήν ἀλήθεια, θά βρεῖ τόν ἴδιο τόν Θεό νά γίνεται ὁ ῾κυνηγός᾽ τῆς ὕπαρξής του, ὁ ῾Οποῖος τοῦ διανοίγει τά πνευματικά ὦτα γιά Τόν ἀκούσει. ῾Πᾶς ὁ ὤν ἐκ τῆς ἀληθείας ἀκούει μου τῆς φωνῆς᾽.

(2) ῾Ο ἀπόστολος διακατείχετο ἀπό τόλμη, καρπό τῶν πνευματικῶν του ἀναζητήσεων. Δέν διστάζει νά γίνει μαθητής τοῦ ἀσκητικοῦ καί αὐστηροῦ ᾽Ιωάννη, δέν διστάζει καί νά τόν ἀφήσει γιά νά ἀκολουθήσει τόν ῾ἄγνωστο᾽ Δάσκαλο, δέν διστάζει νά ἐπιμείνει στήν ἀκολουθία ᾽Εκείνου, ἔστω καί μέ θυσία τῆς ζωῆς του. Στόν ἀπόστολο ᾽Ανδρέα διαπιστώνουμε λόγω καί τῆς παρουσίας πιά τοῦ ἁγίου Πνεύματος ὅ,τι διεκήρυξε ὁ ἄλλος μεγάλος ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν Παῦλος: ῾οὐκ ἔδωκεν ἡμῖν ὁ Θεός πνεῦμα δειλίας, ἀλλά δυνάμεως καί ἀγάπης καί σωφρονισμοῦ᾽.

(3) ῾Ο ἅγιος ᾽Ανδρέας ἀπαρχῆς νιώθει τήν ἀνάγκη νά μαρτυρήσει γιά τόν Χριστό. ῎Οχι μόνο μέ τήν ἔννοια τῆς προσφορᾶς τῆς ζωῆς – αὐτό θά ἔλθει ἀρκετά ἀργότερα - ἀλλά πρωτίστως μέ τήν ἔννοια τῆς κατάθεσης τῆς ἐμπειρίας ἀπό τή συνάντηση μαζί Του. Καλεῖται ἀπό τόν Κύριο κι εὐθύς σπεύδει νά προσκαλέσει καί τόν ἀδελφό του Σίμωνα Πέτρο. Τήν προσωπική του χαρμόσυνη ἐμπειρία θέλει νά τή μοιραστεῖ, κι ὁ πρῶτος γι᾽ αὐτό εἶναι ὁ ἀδελφός του. ῞Ολη ἡ μετέπειτα ζωή του βεβαίως συνιστᾶ τήν ἐπιβεβαίωση τῆς ἀνάγκης του αὐτῆς, ἡ ὁποία ταυτοχρόνως ἀποτελεῖ καί τήν ὑπακοή του στόν Κύριο καί Διδάσκαλό Του. ῾Καί ὑμεῖς μαρτυρεῖτε περί ἐμοῦ᾽. ῾Καί ἔσεσθέ μοι μάρτυρες ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς᾽.

(4) Κι ἀκριβῶς καί στόν ἅγιο ᾽Ανδρέα ἐπισημαίνουμε τόν πνευματικό νόμο ὅτι ἡ μαρτυρία τῆς πίστεως στόν Χριστό ὡς κατάθεσης ἐμπειρίας συνυπάρχει συνήθως καί μέ τό μαρτύριο τοῦ αἵματος. ῾Ο Κύριος ῾ἔδεσε᾽ τίς δύο αὐτές συνιστῶσες τῆς ἀκολουθίας Του: ὅποιος Τόν ἀκολουθεῖ καί τόν ἐξαγγέλλει, ὁ ἴδιος καί θά γεύεται τόν καρπό: τή φονική διάθεση τῶν ἀνθρώπων ἀπέναντί του. ῾Εἰ ἐμέ ἐδίωξαν καί ὑμᾶς διώξουσι᾽. Κι αὐτό βεβαίως θά εἶναι ἡ σωτηρία καί ἡ ἀνάστασή του, ὅπως καί ἡ μεγαλύτερη εὐεργεσία πού μπορεῖ νά προσφέρει στό ἀνθρώπινο γένος. 

῾Η ζωή τοῦ ἁγίου ᾽Ανδρέα ἀποτελεῖ παράδειγμα καί γιά μᾶς. ῞Οπως ὁ ἀπόστολος Παῦλος καλοῦσε σέ μίμηση τῆς ζωῆς του - ῾μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς κἀγώ Χριστοῦ᾽ - τό ἴδιο καλεῖ καί ὁ ἑορταζόμενος σήμερα ἀπόστολος ᾽Ανδρέας. Πού σημαίνει: δέν πρέπει νά αὐταπατόμαστε ὅτι εἴμαστε χριστιανοί χωρίς καθ᾽ ἡμέραν ἀναζήτησης τοῦ Χριστοῦ πρός συνάντησή Του – τό νά βρίσκουμε τόν Χριστό, κατά τούς Πατέρες μας, εἶναι τό ῾ἀεί ζητεῖν Αὐτόν᾽ -, χωρίς παράλληλα μαρτυρίας ᾽Εκείνου πρωτίστως ἔργῳ καί ὕστερα λόγῳ, ὅταν μᾶς ζητεῖται κάτι τέτοιο, χωρίς ἑτοιμότητα θυσίας καί τῆς ζωῆς μας γι᾽ Αὐτόν. 


Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2020

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΦΙΛΟΥΜΕΝΟΣ Ο ΚΥΠΡΙΟΣ

 

 «Αὐτός ὁ νέος ἱερομάρτυρας τοῦ Χριστοῦ Φιλούμενος καταγόταν ἀπό τή νῆσο Κύπρο, ἀπό κάποιο χωριό τῆς ἐπισκοπῆς Μόρφου, Ὀροῦντα στό ὄνομα. Γεννήθηκε ἀπό γονεῖς εὐσεβεῖς, τόν Γεώργιο καί τή Μαγδαληνή, κατά τό ἔτος 1913. Ἐπειδή ἀπό παιδί ἀγαποῦσε τήν ἡσυχία καί τή μοναχική ζωή, ἀναχώρησε σέ ἡλικία 14 ἐτῶν μαζί μέ τόν ἀδελφό του Ἀλέξανδρο καί πῆγε στό Σταυροβούνιο. Ἐκεῖ παρέμεινε στό μοναστήρι τῆς περιοχῆς καί ὑποτάχτηκε στόν γέροντα Βαρνάβα γιά πέντε χρόνια. Ἀναχώρησε ἔπειτα ἀπό τή Μονή καί πῆγε, μαζί καί πάλι μέ τόν ἀδελφό του, στά Ἱεροσόλυμα. Ἔζησε πιά ἐκεῖ, ἔλαβε τό σχῆμα τό μοναχικό καί χειροτονήθηκε ἱερέας. Μετά ἀπό λίγα ἔτη, ἔλαβε καί τό ὀφφίκιο τοῦ ἀρχιμανδρίτη. Ὁ μακάριος αὐτός παρέμεινε στήν ἁγία Γῆ σαράντα πέντε ἔτη, ἀφοῦ φύλαξε μέ ἀκρίβεια τούς κανόνες καί τίς συμβουλές πού ἔλαβε ἀπό τούς πρώτους πνευματικούς του πατέρες στό Σταυροβούνιο. Ὑπηρετοῦσε σέ διάφορα προσκυνήματα καί διορίστηκε, τελευταία φορά, στό Φρέαρ τοῦ Ἰακώβ. Ἐκεῖ  ἔλαβε ὁ ἀοίδιμος, κατά τό ἔτος 1979, καί τό στεφάνι τοῦ μαρτυρίου, ἀφοῦ τόν σκότωσαν μέ πέλεκυ κάποιοι Ἑβραῖοι Σιωνιστές. Μετά τό μαρτύριο τοῦ ἁγίου, τό σῶμα του παρέμεινε γιά κάποιες ἡμέρες εὔκαμπτο, ἐνῶ κατά τήν ἀνακομιδή του, μετά ἀπό τέσσερα ἔτη, βρέθηκε ὅλος ἄφθαρτος καί νά εὐωδιάζει, σέ ἔνδειξη τῆς παρρησίας πού βρῆκε ἀπό τόν Θεό. Μετά ἀπό αὐτό τό θαυμαστό γεγονός, τό σκήνωμα τοῦ μάρτυρα τοποθετήθηκε στήν ἁγία Σιών, στόν ἐκεῖ εὑρισκόμενο ναό, καί ἐπιτελεῖ πολλά θαύματα σέ ὅσους τόν ἐπικαλοῦνται μέ πίστη».

Ὁ ἅγιος νέος ἱερομάρτυς τῆς Ἐκκλησίας Φιλούμενος μπορεῖ νά σχετίζεται ἰδιαιτέρως μέ τήν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου καί τῶν Ἱεροσολύμων, ὅμως ἀποτελεῖ καύχημα καί καλλώπισμα ὅλης τῆς ἀνά τήν Ὑφήλιο Ἐκκλησίας. Διότι ἡ Ἐκκλησία ὡς σῶμα Χριστοῦ εἶναι μία καί ἑνιαία ὅπου γῆς, διότι ἀκριβῶς Ἕνας εἶναι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός πού ἀποτελεῖ τήν παναγία κεφαλή της, συνεπῶς ὅ,τι συμβαίνει σέ μία τοπική φανέρωσή της ἔχει διαστάσεις οἰκουμενικές, κι ἀκόμη περισσότερο, ἀφοῦ ἀναφέρεται καί σ’ αὐτόν τόν κόσμο τῆς θριαμβεύουσας Ἐκκλησίας, στόν κόσμο τῶν ἁγίων ἀγγέλων καί ὅλων τῶν ἁγίων. Ἐπανειλημμένως ὁ καλός ὑμνογράφος τῆς ἀκολουθίας τοῦ νέου ἁγίου Δρ. Χαράλαμπος Μπούσιας ἐπισημαίνει τή διάσταση αὐτή: Ὁ ἅγιος ἀποτελεῖ «τῆς Ὀρούντης ἐκβλάστημα νήσου Κύπρου, καλλώπισμα καί τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σιωνίτιδος», ἀλλά «φωτίζει τήν ὁμήγυρη τῶν Ὀρθοδόξων τῆς ὑφηλίου» (στιχ. μικρ. ἑσπερ.). Καί ἐπίσης: «εἶδε τό φῶς τοῦ ἥλιου στήν Ὀροῦντα τῆς Κύπρου, ἀλλά ἐξέλαμψε στόν κόσμο μέ τίς ἀκτίνες τῆς εὐσέβειας καί τῆς ἀρετῆς καί τῆς ἄριστης ἄθλησης» (στιχ. ἑσπερ.). Καί σπεύδει βεβαίως ὁ ὑμνογράφος νά τονίσει γιά τόν ἅγιο Φιλούμενο ὅ,τι εἶχε ἐπισημάνει καί ὁ νεώτερος Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας ἅγιος Νικόδημος ὁ ἁγιορείτης ὅταν ἔγραφε γιά τούς νεομάρτυρες τῆς πίστεως στό Μαρτυρολόγιό του: ὅτι οἱ νέοι αὐτοί ἅγιοι δέν ὑπολείπονται σέ τίποτε ὡς πρός τούς παλαιούς μεγάλους μάρτυρες, γιατί τόν ἴδιο μ’ ἐκείνους ἀγώνα ἐπέδειξαν καί τά ἴσα γι’ αὐτό βραβεῖα ἔλαβαν ἀπό τόν στεφανοδότη Κύριο. «Φιλούμενε, συναγωνίστηκες μέ τούς κόπους τοῦ μαρτυρίου σου μέ τούς παλαιούς μάρτυρες, γι’ αὐτό κι ἔγινες μέτοχος τῶν ἴσων βραβείων μ’ ἐκείνους» (λιτή). «Φιλούμενε,  ἀφοῦ ἔλαβες τά βραβεῖα τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν συναγάλλεσαι μαζί μέ τούς ὁσίους ἱερεῖς καί τούς μάρτυρες» (δοξαστικό ἑσπερ.).

Τό ἰσάξιο καί τό ἰσότιμο τοῦ μαρτυρίου τοῦ ἁγίου Φιλουμένου πρός τό μαρτύριο τῶν παλαιῶν μεγάλων μαρτύρων καταφαίνεται, κατά τόν σπουδαῖο ὑμνογράφο, καί ἀπό τό γεγονός ὅτι καί στίς δύο περιπτώσεις ποιητικό αἴτιο τοῦ μαρτυρίου ὑπῆρξε ἡ σφοδρή ἀγάπη πρός τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Ἄν τιμῶνται τόσο πολύ οἱ μάρτυρες στήν Ἐκκλησία μας, εἶναι γιατί ἐκεῖνο πού τούς ὁδήγησε πρός αὐτό δέν ἦταν ἁπλῶς ἕνας ἰδεολογικός ψυχαναγκασμός ἤ ἕνας ἐγωϊσμός τοῦ τύπου «τό ‘πα καί θά τό κάνω», ἀλλά ὁ πόθος καί ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Δέν παύει ὁ ὑμνογράφος νά μᾶς λέει ὅτι ὁ ἅγιος Φιλούμενος χαρακτηριζόταν ἀπό τή μεγάλη αὐτή ἀγάπη, καί μάλιστα «παιδιόθεν». «Ὁ θεοφόρος Φιλούμενος ἀποτελεῖ τόν πολύφωτο πυρσό τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ» σημειώνει  ἀπό τή μία (στιχ. ἑσπ.), «ἀπό παιδί αὐτός διψοῦσε τήν ἀγάπη καί τή δικαιοσύνη τοῦ Κυρίου» (δοξαστικό ἑσπ.), ὅπως καί ἦταν «τοῦ Ὑψίστου ὁ γνησιότατος φίλος» (ἀπολ.) καί «αὐτός πού ἀγάπησε τόν Κύριο παραπάνω ἀπό τόν ἑαυτό του καί ἀπό ὅλα τά προσφιλῆ καί τά ρέοντα τοῦ βίου αὐτοῦ» (δοξαστικό ἑσπερ.) ἐπισημαίνει ἀπό τήν ἄλλη.

Ἡ ἀγάπη πρός τόν Χριστό ὅμως δέν ἔρχεται, πλήν σπανίων ἴσως περιπτώσεων, κατά αὐτοματικό τρόπο. Ξεκινᾶ ἀπό τήν ἕλξη πού ἀσκεῖ πάνω στήν ψυχή ὁ ἴδιος ὁ Θεός Πατέρας, ἀλλά ἀναπτύσσεται καί ἐξελίσσεται μέσα ἀπό τούς κόπους τῆς ἄσκησης τῆς καθημερινῆς ζωῆς. Καί ὁ κατεξοχήν τόπος, ὄχι ἀσφαλῶς ὁ μόνος, πού καλλιεργεῖται αὐτή ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ πού μπορεῖ νά φθάσει μέχρι καί τή θυσία τοῦ μαρτυρίου τοῦ αἵματος, εἶναι τό μοναστήρι. Αὐτό βλέπουμε καί στόν ἅγιο Φιλούμενο. Ἡ ἀγάπη του πρός τόν Χριστό τόν ὁδήγησε σέ πρώτη φάση στό εὐλογημένο μοναστήρι τοῦ Σταυροβουνίου στήν Κύπρο - στό μοναστήρι πού ἵδρυσε ἡ ἁγία Ἑλένη καί στό ὁποῖο, (γι’ αὐτό καί εἶναι ἀφιερωμένο στόν Τίμιο Σταυρό), ὑπάρχει τεμάχιο τοῦ Σταυροῦ τοῦ Κυρίου. Ἐκεῖ λοιπόν ἀσκήθηκε ὡς ἔφηβος ἀκόμη ὁ νεαρός Φιλούμενος μαζί μέ τόν ἀδελφό του Ἐλπίδιο, διακρινόμενος γιά τήν ἀπόλυτη ὑπακοή του στόν Γέροντά του καί γιά τή θεάρεστη καθ’ ὅλα διαγωγή του, τήν εὐσέβεια καί τή σεμνότητά του. «Ἐγκατέλειψες τό πατρικό σπίτι σου καί προσήλθες, θεοφόρε Φιλούμενε, μαζί μέ τόν ἀδελφό σου, στό Σταυροβούνι, στό ὁποῖο διακρίθηκες ὡς πυξίδα ὑπακοῆς καί ὡς κρηπίδα  θεάρεστης διαγωγῆς, εὐσέβειας καί σεμνότητας» (στιχ. ἑσπερ.). Ἐκεῖ δηλαδή «διδάχτηκε τήν ὑπακοή καί τή νήψη» (στιχ. ἑσπ.) κι «ἔγινε τό πρότυπο τῆς μοναχικῆς ζωῆς» (ὠδή α΄).

Ὁ ὑμνογράφος μας μάλιστα δέν παραλείπει νά ὑπογραμμίσει κάτι πού προκαλεῖ ἰδιαιτέρως τή συγκίνηση τῶν πιστῶν, ὅταν μάλιστα αὐτοί διαπνέονται ἀπό τήν ἀγάπη τους καί γιά τόν ὅσιο Πορφύριο τόν Καυσοκαλυβίτη. Ὁ ἅγιος Φιλούμενος, γράφει, «ἄφησε μέ σοφό τρόπο ὅλα τά εὐχάριστα τοῦ κόσμου τούτου, ὅπως ἔκανε ἀπό παλιά καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Καλυβίτης, τόν ὁποῖο αὐτός εἶχε ὡς πρότυπο βίου» (αἶνοι). Καί ὁ ἅγιος Φιλούμενος δηλαδή καί ὁ ὅσιος Πορφύριος ὄχι μόνο ἀπό μικρά παιδιά θέλχθηκαν ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά εἶχαν καί οἱ δύο τό ἴδιο πρότυπο, τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Καλυβίτη. Τόν βίο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου δέν διάβαζε ἀπό παιδί καί ὁ μεγάλος ὅσιος Γέροντας Πορφύριος καί αὐτός δέν τοῦ κέντρισε τήν ἀγάπη τῆς πλήρους ἀφιέρωσης πρός τόν Θεό; Ἴδια ἐποχή, ἴδια ἀγάπη, μεγάλα χαρίσματα, στέφανοι ἀπό τόν Κύριο. Προφανῶς, μαζί καί ἀγάλλονται στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.  

Ἡ μεγάλη ἀγάπη τοῦ ἁγίου Φιλουμένου πρός τόν Χριστό τόν φέρνει μέ τή σύμφωνη γνώμη τῶν Γερόντων τῆς Μονῆς Σταυροβουνίου στά ἅγια χώματα τῆς Ἱερουσαλήμ. Ἐκεῖ, στήν ἁγιοταφική ἀδελφότητα,  ἀποφασίζει νά ζήσει καί νά πεθάνει ὡς ἀκόλουθος τῶν ἰχνῶν τοῦ Κυρίου. Καταλήγει στό προσκύνημα παρά τό φρέαρ τοῦ Ἰακώβ, κι ἐκεῖ ὁ Χριστός τόν χαριτώνει μέ τό μεγάλο χάρισμα τοῦ μαρτυρίου. «Ἡμῖν ἐχαρίσθη τό ὑπέρ Χριστοῦ οὐ μόνον τό εἰς Αὐτόν πιστεύειν, ἀλλά καί τό ὑπέρ Αὐτοῦ πάσχειν» (ἀπ. Παῦλος). Πολλά τροπάρια τῆς ἀκολουθίας πιά εἶναι ἀφιερωμένα ἀκριβῶς στόν ἐκεῖ τόπο τῆς διακονίας καί τοῦ μαρτυρίου του. «Ἔφτασες στό θεῖο τάγμα τοῦ Ἁγίου Τάφου, θεσπέσιε πάτερ, ποθώντας πανευλαβῶς νά διακονήσεις στά ἱερά προσκυνήματα κατά τούς ἔσχατους χρόνους, καί νά βαδίσεις στά βήματα τοῦ Παντοκράτορα Ἰησοῦ» (αἶνοι). Καί ὁ Χριστός τόν χαριτώνει μέ τό μαρτύριο, πού ὁ ὑμνογράφος τό θεωρεῖ ὡς μετοχή στό Πάθος τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου, ἀλλά καί ὡς συνέχεια τοῦ μαρτυρίου τοῦ ἁγίου Ζαχαρίου, τοῦ πατέρα τοῦ ἁγίου Προδρόμου. «Ὑπέμεινες ἀπό ἄνομα χέρια τά θανατηφόρα τραύματα τοῦ πέλεκυ, ὡς ἄμωμος ἀμνός κι ἐσύ καί θειότατο σφάγιο, παρά τό πανάγιο φρέαρ τοῦ Ἰακώβ, μιμούμενος τό Πάθος τοῦ Σταυρωθέντος Χριστοῦ τοῦ Παντοκράτορος, κατά τά ἔσχατα χρόνια» (στιχ. ἑσπερ.). «Σφαγιάστηκες μεταξύ τοῦ Φρέατος τοῦ Ἰακώβ καί τοῦ Θυσιαστηρίου, ὅπως παλιά καί ὁ Ζαχαρίας, καί πρόσφερες ἔτσι τόν ἑαυτό σου ὡς ἱερό σφάγιο στόν Χριστό» (λιτή).

Ἡ ὥρα τοῦ μαρτυρικοῦ τέλους τοῦ ἁγίου Φιλουμένου, ἡ ὥρα τῆς σφαγῆς του, γίνεται γιά τόν ὑμνογράφο ἀντικείμενο ξεχωριστῆς ἀναφορᾶς. Ὁ ἅγιος «φονεύτηκε μέ τόν σκληρό τρόπο τοῦ πελεκισμοῦ του κατά τήν ὥρα τῆς ἑσπερινῆς προσευχῆς, κι ἔτσι  ἀνέβηκε τροπαιοῦχος στόν Χριστό πού ποθοῦσε» (λιτή). Γιά νά προχωρήσει ὁ εὐλαβής ὑμνογράφος μέ μία εἰκόνα πού καί μόνη αὐτή θά ἀποκάλυπτε τό σπουδαῖο ποιητικό του χάρισμα. Παραθέτουμε σέ μετάφραση ὁλόκληρο τό τροπάριο ἀπό τούς αἴνους: «Μόνος στό φρέαρ τοῦ Ἰακώβ, πανσεβάσμιε, ἀναπέμποντας δόξα στόν Δημιουργό καί Παντοκράτορα Θεό, καταπληγώθηκες, μακάριε, μέ πολύ θρασύ τρόπο ἀπό τόν πέλεκυ τῶν μισοχρίστων καί κατακοκκίνισες τή στολή τῆς ἱερωσύνης σου ἀπό τή ροή τῶν αἱμάτων σου, μέ ἀποτέλεσμα νά τρέξεις νά ἀναγνώσεις τό «ἑσπέρας προκείμενον» στά οὐράνια δώματα» (αἶνοι). Σάν σκηνοθέτης ὁ ὑμνογράφος ἐπικεντρώνει τόν φακό του σκηνή-σκηνή στό μαρτυρικό τέλος. Τά κτυπήματα τοῦ θράσους, τό αἷμα πού χύνεται καί κοκκινίζει τήν ἱερατική στολή, ἀλλά καί τό βάθος πού μόνο ἡ πίστη μπορεῖ νά τό ἐπισημάνει: ὁ ἅγιος δέν σταματᾶ τή δέηση. Ὁ ἑσπερινός συνεχίζεται λαμπρῶς καί θαυμαστῶς πιά στό ἄνω θυσιαστήριο, μαζί μέ τούς ἁγίους καί τούς ἀγγέλους. «Ἑσπέρας προκείμενον», δέν διακόπτει ὁ ἅγιος μάρτυρας, «Σοφία, πρόσχωμεν», σάν νά ἀκοῦμε πιά ἀπό τήν οὐράνια χορωδία.

Κι αὐτήν τή χαρισματική σκηνή τήν προεκτείνει ὁ ὑμνογράφος μας: ὁ ἅγιος «σάν ἕτοιμος ἀπό καιρό», δέν φοβᾶται τούς ἄνομους. Πεπληρωμένη ἡ καρδιά του ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία «ἔξω βάλλει τόν φόβον» (ἅγ. Ἰωάννης Θεολόγος), μέ θάρρος καί τόλμη πού φανερωνόταν ἤδη ἀπό τή στάση του καί στίς παλαιότερες ἀπειλές τῶν μισοχρίστων, ἀντιμετωπίζει παρομοίως καί τά τελικά κτυπήματα. «Εἶχες τή δύναμη, Φιλούμενε, τοῦ Κυρίου, πού παρέχει τά γεμάτα ζωή νάματα, γι’ αὐτό καί δέν φοβήθηκες καθόλου τίς ἀπειλές τῶν ἐχθρῶν τῆς πίστεως» (ὠδή στ’). Κι ἀκόμη: ἐν πνεύματι, μᾶς ὑπενθυμίζει ὁ ὑμνογράφος, ὁ ἅγιος φανερώθηκε στόν ἀδελφό του, εὑρισκόμενο στό Ἅγιον Ὄρος,  γιά νά τοῦ πεῖ τό τί διαδραματίζεται τήν ὥρα τοῦ μαρτυρίου του. «Σέ ὑμνοῦμε, ἱερόαθλε Φιλούμενε, καί γιά τό ὅτι φανερώθηκες στόν ἀδελφό σου πού βρισκόταν στό Ἅγιον Ὄρος, καί τοῦ εἶπες τό ἱερό σου μαρτύριο στόν τόπο ἐκεῖνο» (ὠδή στ΄). (Κατά ἀκρίβεια, σύμφωνα μέ τά λόγια τοῦ ἴδιου τοῦ μακαριστοῦ καί αὐτοῦ Γέροντος π. Ἐλπιδίου, διδύμου ἀδελφοῦ τοῦ ἁγίου: "ἀδελφέ μου, μέ σκοτώνουν πρός δόξαν Θεοῦ. Μην αγανακτήσεις").

Ἡ παρρησία πού ἀπέκτησε ὁ ἅγιος ἐνώπιον τοῦ Κυρίου πιά ἀποτελεῖ τή συνέπεια τῆς ὅλης ἀγιασμένης βιοτῆς του, ἐνῶ φανερώθηκε περίτρανα, κατά τόν ὑμνογράφο του, καί ἀπό τήν ἀφθαρσία καί εὐωδία τοῦ λειψάνου του, ἀλλά καί ἀπό τά πολλά πιά θαύματά του (ὠδή η΄ κ.ἀ.). Ὁ Κύριος θέλησε ὁ ἅγιος Φιλούμενος νά εἶναι ἕνας ἀκόμη πρεσβευτής τῶν ἀνθρώπων ἐνώπιόν Του, γι’ αὐτό καί ὅσοι τόν ἐπικαλοῦνται βλέπουν ἄμεσα τήν ἰαματική ἐπέμβασή του. Εἶναι πολύ ὡραῖος ὁ χαρακτηρισμός μάλιστα πού χρησιμοποιεῖ ὁ ὑμνογράφος γιά τούς πιστούς πού καταφεύγουν σ’ αὐτόν: «πρόσφυγες» - κάτι πού ἴσως πρέπει νά μᾶς δώσει τήν εὐκαιρία νά βλέπουμε καί τούς πρόσφυγες γενικά τῶν χειμαζομένων χωρῶν μέ «ἄλλο μάτι». «Ὅσοι γιορτάζουμε τή μνήμη τῆς τελειώσεώς σου, δοξασμένε Φιλούμενε,… κραυγάζουμε: ἀπό τόν οὐρανό πού βρίσκεσαι σκέπε καί διάσωζε ἀπό κάθε ἀνάγκη «σούς πρόσφυγας», ἐμᾶς πού προσφεύγουμε σέ σένα» (ὠδή θ΄).

 

Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2020

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΣΤΕΦΑΝΟΣ Ο ΝΕΟΣ

 

«Ο όσιος Στέφανος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 715 μ.Χ., από γονείς ευσεβείς, τον Ιωάννη και την Άννα. Ασκήθηκε από τη νεότητά του στη μονή του αγίου Αυξεντίου, που ήταν στη Βιθυνία. Η μονή βρισκόταν σε υψηλό τόπο, που ονομαζόταν Βουνό του αγίου Αυξεντίου. Έγινε ηγούμενος των μοναχών εκεί. Η φήμη των πνευματικών του αγώνων ακούστηκε παντού και η ευωδία των αρετών του οδήγησε πολλούς σ’  αυτόν. Απέθανε με μαρτυρικό θάνατο λόγω της προσκύνησης των αγίων εικόνων, επί Κωνσταντίνου του καλουμένου Κοπρωνύμου. Προ του μαρτυρικού τέλους του, ο Κοπρώνυμος τον κατεδίκασε επί ένδεκα μήνες σε δεσμά και φυλακές. Έπειτα διέταξε και τον έσυραν κατά γης και τον λιθοβόλησαν σαν τον πρωτομάρτυρα Στέφανο, εξ ου και επονομάστηκε νέος Στέφανος. Τον κτύπησαν στη συνέχεια με ξύλο στα μηνίγγια και αφού του συνέτριψαν το κεφάλι, άφησε το πνεύμα του το 767 μ.Χ.».

Ο άγιος Ιωσήφ, ο υμνογράφος του οσίου, δεν μπορεί να μην τονίσει αφενός το διπλό στεφάνι που έλαβε ο Στέφανος από τον αγωνοθέτη Κύριο: «της μοναχικής ασκήσεως και της μαρτυρικής αθλήσεως», αφετέρου το παρόμοιο τέλος που είχε με τον ομώνυμό του πρωτομάρτυρα Στέφανο, δηλαδή το τέλος διά λιθοβολισμού και κτυπημάτων («ο παράνομος λαός σε κτύπησε με λίθους σκληρά σαν τον πρώταθλο Στέφανο, και την κάρα σου, πάτερ, την αγία τη συνέτριψε»).  Κατά πάγια μάλιστα τακτική των Πατέρων της Εκκλησίας μας, κάτι που ακολουθεί και ο άγιος Ιωσήφ, τα δύο στεφάνια, της άσκησης και του μαρτυρίου,  συνδέονται αρρήκτως μεταξύ τους με τη σχέση αιτίου και αιτιατού: η ασκητική του άθληση οδήγησε και στο μαρτύριο, σαν να ήταν το μαρτύριο το επιστέγασμα των ασκητικών του καμάτων («Ο αγωνοθέτης μόνος Θεός μας, ο Χριστός, όσιε Στέφανε, στεφάνωσε με μαρτυρικές τιμές τους ασκητικούς σου πράγματι κόπους»). Κι είναι αλήθεια. Πλην εξαιρέσεων, το μαρτύριο του αίματος μπορεί να το περάσει μόνον εκείνος που έχει αθληθεί στο μαρτύριο της συνειδήσεως, κάτι που κατεξοχήν φανερώνεται με τους ασκητικούς καμάτους.

Ο όσιος Στέφανος οδηγήθηκε στο μαρτύριο λόγω της επιμονής του στην ορθόδοξη πίστη, που την εποχή εκείνη (8ος μ.Χ. αιώνας) αποδεικνυόταν με την αποδοχή των αγίων εικόνων. Ήταν από εκείνους που κατεξοχήν με την πράξη της ζωής του συνέβαλε στη στερέωση του ορθοδόξου φρονήματος – μη ξεχνάμε ότι η εικονομαχία ήταν στην πραγματικότητα χριστολογική αίρεση, δηλαδή αμφισβητούσε την αληθινή εικόνα του Χριστού ως Θεού και ανθρώπου – γι’  αυτό και είχε και ο ίδιος εικόνες∙ του Κυρίου, της Παναγίας, των άλλων αγίων, τις οποίες σεβόταν, ασπαζόταν, προσκυνούσε, απονέμοντας βεβαίως τιμητική προσκύνηση σ’ αυτές. Ένας ύμνος μάλιστα του υμνογράφου μας αποδίδει «ζωγραφικά» τη στάση του οσίου απέναντι στις εικόνες. Ο όσιος γονατιστός προφανώς «μπροστά στην εικόνα της Παναγίας Μητέρας του Κυρίου μας, τον Οποίο βαστάζει στην αγκαλιά της, κατασπάζεται ένδακρυς Εκείνη και τον Υιό Της, προσευχόμενος να δώσουν λύση στο πρόβλημα που ταλάνιζε την Εκκλησία και νιώθοντας αισθητά τη χάρη του αγίου Πνεύματος, η οποία τον ενδυνάμωνε να βδελυχθεί το δυσσεβές δόγμα του δυσσεβούς βασιλιά, συνεπώς και να δώσει και την ίδια τη ζωή υπέρ της αληθούς πίστεως».

Η περιγραφή του υμνογράφου εν προκειμένω γίνεται σημείο προσανατολισμού. Στο κάθε πρόβλημα, δικό μας ή των άλλων, η προσευχητική στάση μας μπροστά στην εικόνα του Κυρίου και της Παναγίας μας είναι το κατεξοχήν όπλο μας. Η προσευχή αυτή, ενδυναμούμενη και από κάποια προσπάθεια εφαρμογής των εντολών του Κυρίου μας, μας οδηγεί στη διέξοδο των προβλημάτων μας. Κι η σπουδαιότερη διέξοδος τις περισσότερες φορές είναι η από τον Κύριο προσφορά της χάρης της υπομονής, ώστε να αντέχουμε τα προβλήματα.


Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2020

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΙΑΚΩΒΟΣ Ο ΠΕΡΣΗΣ

 

«Ο άγιος Ιάκωβος ήταν επί των βασιλέων Ονωρίου και Αρκαδίου, χριστιανός από γονείς χριστιανούς, κατοικούσε στην πόλη Βηθλαβά, στη χώρα των Ελουζησίων, από γένος έντιμο και λαμπρό, και ετιμάτο πολύ από τον βασιλιά Ισδιγέρδο. Γι’  αυτόν τον λόγο, επειδή δηλαδή τον αγαπούσε πολύ ο βασιλιάς των Περσών, απομακρύνθηκε από την πίστη των Χριστιανών και ακολούθησε τον βασιλιά, οδηγούμενος έτσι στην απώλεια με την άρνηση του Χριστού. Όταν όμως η μητέρα του και η σύζυγός του διέκοψαν την κοινωνία τους με αυτόν, διότι προτίμησε την αγάπη του βασιλιά από την αγάπη του Χριστού, και για την πρόσκαιρη δόξα επέλεξε την αιώνια ντροπή και κατάκριση – κάτι που του το μήνυσαν με γράμματα που του έστειλαν – πληγώθηκε στην ψυχή και απομακρύνθηκε από τη μάταια θρησκεία του βασιλιά, οπότε άρχισε να κλαίει για όσα αμάρτησε, καθώς αποστάτησε από τον Χριστό. Για τον λόγο αυτό οδηγείται σε εξέταση, ενώ ο βασιλιάς δυσαρεστήθηκε  πάρα πολύ από το γεγονός. Αποτέλεσμα ήταν να υποστεί πικρό θάνατο, με την κατάτμηση λίγο λίγο της αρμονίας του σώματος: των χεριών και των ποδιών και των βραχιόνων, ώστε να μείνει μόνον σ’ αυτόν το κεφάλι με την κοιλιά. Έπειτα του αφαίρεσαν και το κεφάλι με μαχαίρι».

Η μητέρα και η σύζυγος του αγίου Ιακώβου έπαιξαν τον ρόλο του αλείπτη, δηλαδή του πνευματικού προπονητή του, όταν η συναισθηματική προσκόλληση του αγίου στον βασιλιά των Περσών τον απομάκρυνε από την πίστη του Χριστού. Όπως σημειώνει ο υμνογράφος: «Νουθεσίαν εμφρόνως δεξάμενος των οικειοτάτων σου χαίρων εχώρησας προς τους αγώνας». (Δέχτηκες τη νουθεσία των πιο οικείων προσώπων σου με φρόνηση, και με χαρά προχώρησες προς τους μαρτυρικούς αγώνες). Και: «πεισθείς τη καλή συζύγω…ανεδείχθης μάρτυς θαυμαστός».  Όπως συνέβαινε ιδίως στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, οπότε και αναφάνηκε ο συγκεκριμένος αυτός θεσμός: να καθοδηγούνται από έμπειρους πνευματικούς, τους αλείπτες ονομαζομένους,  οι αρνησίχριστοι, ώστε μετά από προετοιμασία να πηγαίνουν στο μαρτύριο, ομολογώντας την πίστη τους εκεί που αρνήθηκαν τον Χριστό, έτσι και με τον Ιάκωβο: χωρίς να έχουν συνείδηση επακριβώς του συγκεκριμένου ρόλου τους η μητέρα και η γυναίκα του, αυθόρμητα, έγιναν το όργανο του Θεού για να μεταστραφεί και πάλι εκείνος, και μάλιστα να φτάσει στο μαρτύριο. Και τι μαρτύριο; Τέτοιο που ο υμνογράφος μάς προτρέπει να στενάξουμε και να κλάψουμε, βλέποντας το τι πέρασε με την ομολογία του Χριστού. «Από ψυχής στενάξωμεν πάντες, δάκρυα εκχέοντες, καθορώντες πικρώς τον Μάρτυρα μελιζόμενον» (Ας στενάξουμε απ' το βάθος της ψυχής μας όλοι, χύνοντας δάκρυα, καθώς βλέπουμε με πίκρα τον μάρτυρα να κομματιάζεται).

Το τρομερό αυτό μαρτύριο όμως που υπέστη – «των δακτύλων και των χειρών, και βραχιόνων εκκοπέντων σου, ομοίως και ποδών και κνημίδων σου, μέχρι μηρών εκαρτέρησας» (έδειξες καρτερία και υπομονή, την ώρα που κόπηκαν οι βραχίονές σου, όπως και τα πόδια και οι κνημίδες σου, μέχρι τους μηρούς σου) - δηλωτικό της γνήσιας μεταστροφής και μετάνοιάς του, τον έκανε να αναφανεί ως νέο αστέρι εκ Περσίδος, καθοδηγητικό των υπολοίπων χριστιανών. Ο άγιος Θεοφάνης δηλαδή, ο υμνογράφος του αγίου Ιακώβου, έκθαμβος μπροστά πια στα φοβερά μαρτύριά του, τον θεωρεί ως αντίστοιχο με το αστέρι που καθοδήγησε κατά τη Γέννηση του Κυρίου τους εκ Περσίδος μάγους. Ο άγιος Ιάκωβος μάς φέρνει μπροστά στον Χριστό μέσω του μαρτυρίου του. Εκείνον προβάλλει το πάθος του, το οποίο βεβαίως κατανοείται ως μαρτύριο «κοινωνίας των παθημάτων του Χριστού». «…Ιακώβου του εκ Περσίδος ημίν αστράψαντος, δίκην αστέρος του τοις Μάγοις φανέντος, και προς την αληθή επίγνωσιν καθοδηγήσαντος». Και: «Εκ Περσίδος αστέρα νεοφανή ο Χριστός ανατείλας τοις επί γης, τον θείον Ιάκωβον…δι’ αυτού τον ζόφον της πλάνης απήλασε». (Ο Χριστός ανέτειλε στους ανθρώπους τον θείο Ιάκωβο ως νεοφανή αστέρα…και δι’  αυτού έδιωξε τη σκοτεινιά της πλάνης). Ο παραλληλισμός που κάνει ο υμνογράφος, λόγω της αφορμής που του δίνει η εκ Περσίας καταγωγή του Ιακώβου, είναι καταπληκτικός. Διότι έτσι τονίζει με πράγματι μοναδικό τρόπο τη δύναμη του χριστιανικού μαρτυρίου: ο θάνατος ενός χριστιανού δίνει τη μεγαλύτερη ώθηση στην πίστη των ανθρώπων. Είναι όντως ένα φως που καθοδηγεί τους εν σκότει ευρισκομένους.

Ο Θεοφάνης όμως, πέραν των ανωτέρω, κάνει και δύο ακόμη σημαντικές επισημάνσεις.  Πρώτον∙ ο άγιος Ιάκωβος τελικώς με τη μεταστροφή του αποδεικνύεται πράγματι έξυπνος. Ενώ ένας κοσμικός άνθρωπος, με κριτήρια απιστίας, θα έλεγε ότι εκμεταλλευόμενος τη σχέση του με τον βασιλιά, όπως και τη θέση και τα πλούτη που του εξασφάλιζε η γνωριμία του αυτή, τότε ήταν πραγματικά έξυπνος, με τα κριτήρια της πίστεως τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Και δικαίως: έξυπνος τελικώς είναι εκείνος που προκρίνει το αιώνιο από το πρόσκαιρο και το φθαρτό. Κι αυτό έκανε ο άγιος Ιάκωβος. «Ρεόντων το φθαρτόν και ευδιάλυτον παρείδες εμφρόνως, Στεφανηφόρε∙ ως αγχίνους δε προέκρινας των αεί προσμενόντων  το ασάλευτον». (Περιφρόνησες, στεφανηφόρε Ιάκωβε, γιατί είχες φρόνηση, το φθαρτό και το ευδιάλυτο των πρόσκαιρων πραγμάτων. Σαν έξυπνος δε άνθρωπος προτίμησες το ασάλευτο των αιωνίων πραγμάτων). Πόσο πρέπει να τονίζουμε την αλήθεια αυτή και σήμερα, που δυστυχώς δεν μπορούμε να δούμε το προέχον των αιωνίων από τα προσωρινά και φθαρτά. Και είμαστε και χριστιανοί.

Δεύτερον∙ ο άγιος Ιάκωβος, όπως τον παρουσιάζει ο υμνογράφος, εξαγγέλλει επίσης μία αλήθεια που δεν λαμβάνεται υπόψη όσο πρέπει: ό,τι υφίσταται ένας πιστός χάριν της πίστεώς του, τόσο αυτό που υφίσταται αναπληρώνεται αντιστοίχως από τον Θεό και γίνεται η δόξα του. Σαν τον Σταυρό του Κυρίου: το Πάθος έγινε η δόξα Του. Με τη διατύπωση του ιδίου του υμνογράφου: «Ει και τα μέλη μου αισθητά όντα τέμνετε, αλλ’ έχω Χριστόν, νοητώς μοι τα πάντα γινόμενον». (Αν και τα μέλη μου που είναι αισθητά τα κομματιάζετε, όμως έχω τον Χριστό, που νοητά γίνεται τα πάντα για μένα). Με άλλα λόγια: ο πιστός, έστω κι αν βλέπει να του παίρνουν τα πάντα, όσο έχει τον Χριστό, όσο η πίστη του είναι ζωντανή, θα βλέπει Εκείνον να του αναπληρώνει ό,τι έχασε με τρόπο θαυμαστό. Αλλά καταντάμε κουραστικοί κάθε φορά: έχουμε την πίστη Του; Κρατάμε τον Χριστό;

Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2020

Ο ΠΡΟΣΤΑΤΗΣ ΑΓΙΟΣ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ

Ο όσιος Στυλιανός θεωρείται προστάτης των παιδιών: των νηπίων, των βρεφών, των νεογνών. Ο ίδιος ο Θεός φανέρωσε τη θέλησή Του  να θεραπεύονται τα παιδιά με την επίκληση του ονόματός του, που γινόταν ίαμα σ’ αυτά και στις μητέρες τους (Συναξάρι).  Ποια η αιτία του χαρίσματος αυτού; Κατά τον υμνογράφο του μακαριστό Γέροντα Γεράσιμο Μικραγιαννίτη, επειδή αγιάστηκε ήδη από την κοιλιά της μητέρας του. «Ηγίασε, Πάτερ,  σε ο Θεός εκ κοιλίας μητρός». Κι αυτό γιατί ο Θεός προείδε με την παγγνωσία Του τη θετική προς Αυτόν στάση του, οπότε τον χαρίτωσε με πλούσια χαρίσματα και σημεία. «Εξ απαλών ονύχων ο Θεός σ’ έκανε δικό Του, γιατί προείδε την αγαθή ζωή σου». Η από τόσο νωρίς κλήση του από τον Θεό μάλιστα κάνει τον υμνογράφο να τον παραλληλίζει με γιγάντια αναστήματα του παρελθόντος, που και αυτά είχαν κληθεί με αντίστοιχο τρόπο: τον ένθεο προφήτη Σαμουήλ, τον ένδοξο προφήτη Ιερεμία, τον Πρόδρομο του Κυρίου, μέγα Ιωάννη τον Βαπτιστή.

Ο περιορισμός όμως των χαρισμάτων του μόνο στον κόσμο των παιδιών θα ήταν μία συρρίκνωση της θαυμαστής παρουσίας του στην Εκκλησία. Διότι η Εκκλησία τον προβάλλει, πέρα από προστάτη των παιδιών, και ευρύτερα ως έναν από τους στύλους της ζωής της: «στύλος άσειστος της Εκκλησίας ανεδείχθης, μακάριε» (απολυτίκιο). Χρειάζεται να το εξηγήσουμε. Η Εκκλησία μας βεβαίως στηρίζεται στον Κύριο Ιησού Χριστό, ο Οποίος αποτελεί τον θεμέλιο λίθο της, όμως ο Ίδιος  θέλησε να μαρτυρείται στον κόσμο και να στερεώνονται οι άνθρωποι και μέσω των πιστών Του. Εκείνος είπε ότι οι μαθητές Του θα αποτελούν τους μάρτυρές Του στον κόσμο «μέχρι τα πέρατα της γης». Από την άποψη αυτή, ο πιστός που με συνέπεια ακολουθεί τον Κύριο, σαν τον όσιο Στυλιανό που «ακολούθησε τον Χριστό με τέλειο φρόνημα», γίνεται κι αυτός ένας στύλος της Εκκλησίας: οι άνθρωποι μπορούν να στηρίζονται επάνω του, βλέποντας στο πρόσωπό του την παρουσία Εκείνου.

Ποιο το κύριο γνώρισμα της αγιασμένης ζωής του; Ο άγιος «διέπρεψε στην καθαρότητα των ηθών και στους ιερούς αγώνες για να αποκτήσει την τελειότητα των αρετών ως άγγελος». Κι αυτό θα πει ότι αυτό που χαρακτήριζε τη ζωή του, ώστε να ζήσει την αγάπη του Θεού, ήταν η εγκράτεια. Επανειλημμένως η ακολουθία του αναφέρει ότι υπήρξε «στήλη έμψυχος της εγκρατείας» και «της εγκρατείας αληθής υποτύπωσις». Δεν είναι τυχαίο ότι προβάλλεται «ως άσαρκος», «καθώς θεώρησε βδέλυγμα εντελώς την αίσθηση των φθαρτών», ζώντας σε ένα σπήλαιο και τρεφόμενος από άγγελο του Θεού. Η εγκράτειά του όμως δεν πρέπει να εννοηθεί αιρετικά: ως αποχή των αισθητών από μίσος προς αυτά ή από  άρνηση γενικότερα προς τη ζωή. Η εγκράτεια, χριστιανικά, είναι η απομάκρυνση από τη γοητεία του κόσμου των αισθήσεων, διότι ο χριστιανός έχει προσανατολίσει με αγάπη τον νου και την καρδιά του προς τον Θεό. Η εγκράτεια δηλαδή είναι μία γενική αρετή, που χαρακτηρίζει όλη τη ζωή του ανθρώπου. «Ο πιστός εγκρατεύεται ως προς όλα» (Παύλος).

Που σημαίνει: δεν είναι δυνατόν να στραφεί κάποιος προς τον Θεό, αν ταυτοχρόνως δεν αγωνίζεται να απεγκλωβιστεί από τον μαγνήτη των παθών. «Ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν». Δεν μπορεί, για παράδειγμα, να ακολουθεί κανείς τα ίχνη του Χριστού, χωρίς να θέλει να νηστεύει. Η νηστεία, ως στοιχείο εγκράτειας, δηλώνει το πού έχει ρίξει ο πιστός το κέντρο βάρους της ψυχής του. Αδυναμία νηστείας – εννοείται χωρίς να υπάρχει ιατρικός λόγος – σημαίνει ότι η ψυχή είναι «δεμένη» με τα πράγματα του κόσμου και όχι με τον Χριστό.  Έτσι η εγκράτεια κατανοείται με θετικό τρόπο: σαν το ελατήριο που συμπιεζόμενο φαίνεται ότι μικραίνει, μαζεύει όμως τεράστια ενέργεια. Οπότε ασκούμενη σωστά δίνει τη δύναμη για να «πετάξει» ο άνθρωπος ακολουθώντας τα χνάρια του Χριστού. Στην πραγματικότητα είναι το «απαρνησάσθω εαυτόν» που είπε ο Κύριος, για να γίνει κάποιος ακόλουθος και μαθητής Του. «Τα έχασαν με την ασκητική σου διαγωγή, σοφέ Στυλιανέ, όσοι σε είδαν να ζεις σαν άγγελος από τον έρωτα του Θεού που είχες», σημειώνει για τον άγιο επί του θέματος ο υμνογράφος. Να δώσει ο Θεός διά του αγίου να ζούμε και εμείς με λίγη εγκράτεια, σ’  έναν κόσμο που ταλανίζεται μεν από ποικίλες κρίσεις, αλλά παραδέρνεται συνήθως από τις διάφορες ηδονές.

Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2020

Ο ΜΟΝΟΣ ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΣ

 «Όπως το σκοτάδι δεν φεύγει, αν δεν έλθει το φως, έτσι και η νόσος της ψυχής δεν φυγαδεύεται, αν δεν έλθει ο θεραπευτής των ασθενειών μας και δεν ενωθεί μαζί μας» (άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος).

Ο άγιος Συμεών (που τον γιορτάζουμε στις 12 Οκτωβρίου) δεν είναι τυχαίος άγιος και Πατέρας της Εκκλησίας. Χαρακτηρίστηκε από την Εκκλησία μας ως Νέος Θεολόγος για να τονιστεί το βάθος και το εύρος της θεολογικής του διδασκαλίας παρόμοια με τον πρώτο Θεολόγο άγιο Ιωάννη τον Ευαγγελιστή και τον δεύτερο Θεολόγο  άγιο Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό. Κατανοούμε το πνευματικό του μέγεθος, όταν σκεφτούμε ότι μόνον σε τρεις έδωσε η Εκκλησία αυτήν την προσωνυμία του Θεολόγου και ένας απ’ αυτούς είναι ακριβώς ο άγιος Συμεών. Για τι κάνει λόγο λοιπόν ο άγιος στο συγκεκριμένο χωρίο, παρμένο από τον Ζ΄ ηθικό του λόγο; Για τη θεραπεία της ψυχής, ένα θέμα που συνιστά ιδίως στην εποχή μας την ουσιαστικότερη επιδίωξη των περισσοτέρων συνανθρώπων μας. Η προσφυγή στους ψυχολόγους, η καλλιέργεια των ψυχολογικών επιστημών, η επιδίωξη πολλών νέων να σπουδάσουν ψυχολογία, (δυστυχώς όμως και η καταφυγή σε ομάδες αποκρυφιστικές που επαγγέλλονται τη «θεραπεία» της ψυχής και που μπερδεύουν περισσότερο τους ανθρώπους), είναι στοιχεία που επιβεβαιώνουν την παραπάνω διαπίστωση.

Και δεν έχουμε λόγο να αρνηθούμε τη βοήθεια που προσφέρουν οι επιστήμονες ψυχολόγοι στην εξισορρόπηση των συνανθρώπων μας που καταφεύγουν συχνά σ’ αυτούς – τους βοηθούν να δουν αθέατες πλευρές του εαυτού τους, να κατανοήσουν σ’ ένα βαθμό τις πράξεις τους, να μπορέσουν να σταθούν λίγο καλύτερα στα πόδια τους, να αντιμετωπίσουν πιο γενναία τη ζωή τους. Μα ο άγιος δεν μιλάει για μία τέτοια θεραπεία που εξαντλείται στο μίνιμουμ της ζωής∙ μιλάει για την πραγματική και ουσιαστική θεραπεία της ψυχής, που δίνει τη δυνατότητα στον άνθρωπο να δει τον εαυτό του σε όλες τις διαστάσεις του, να προσανατολιστεί εκεί που είναι ο πραγματικός σκοπός της ζωής του, να υπερβεί τις δεσμεύσεις των παθών του και την έξωθεν τυραννία του Πονηρού, να κατανοήσει το μεγαλείο που έχει να είναι άνθρωπος κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού.

Κι αυτήν τη θεραπεία την προσφέρει, τονίζει ο άγιος Συμεών, μόνον ο Χριστός ως ιατρός των ψυχών και των σωμάτων, γιατί είναι ο ενανθρωπήσας Δημιουργός Θεός, ο Οποίος ήλθε ακριβώς να ζητήσει και να σώσει το άρρωστο ξεπεσμένο πλάσμα Του. Μόνον Αυτός δίνει εκείνη τη χάρη, εκείνο το Πνεύμα που έχει τη δύναμη να ενωθεί με τον βαθύ εαυτό του ανθρώπου και να ξεριζώσει κάθε ζιζάνιο από την ψυχή του και να την καθαρίσει ώστε να γίνει φωτεινή και λαμπρή, όπως βγήκε από τα χέρια του Δημιουργού της κι ακόμη περισσότερο, καρποφορώντας τις αρετές.  Όπως το εξαγγέλλει διαρκώς και ο ψαλμωδός προφήτης «καρδιά καθαρή κτίσε μέσα μου, Θεέ μου, και με Πνεύμα ευθύτητας κάνε καινούργιο το βάθος της», ή όπως το λέει και ο μεγάλος νηπτικός Πατέρας άγιος Διάδοχος Φωτικής «το να καθαριστεί ο νους του ανθρώπου είναι ίδιο μόνο του αγίου Πνεύματος».

Έτσι οποιαδήποτε προσπάθεια να φωτιστεί και να θεραπευτεί εκ βάθρων ψυχικά ο άνθρωπος, η οποία  στηρίζεται στις ανθρώπινες μόνο δυνάμεις, είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Ό,τι δηλαδή καταφέρουμε χωρίς τή βοήθεια Χριστού του Θεού μοιάζει τελικώς να είναι  για «πέταμα» - ένας χαρακτηρισμός που παραπέμπει σε εκτίμηση του αποστόλου Παύλου: «Όλα τα θεωρώ σκουπίδια, προκειμένου να κερδίσω τον Χριστό». Και ποιος ο λόγος του «υπερβολικού» ίσως αυτού χαρακτηρισμού;   Ότι κάθε τι, ακόμη και θεωρούμενο καλό, που δεν έχει όμως Θεό μέσα του και πάνω του κρύβει, λίγο ή πολύ, το μικρόβιο της υπερηφάνειας: του  πάθους που από μόνο του έριξε και αυτόν τον αρχάγγελο από τους Ουρανούς και τον έκανε Σατανά! «Χωρίς εμένα δεν μπορείτε να κάνετε τίποτε», απεκάλυψε ο Κύριος. Μαζί Του δηλαδή μπορούμε τα πάντα: να είμαστε πνευματικά υγιείς, να είμαστε στο φως, να είμαστε ένας άλλος... Εκείνος! Χωρίς Αυτόν είμαστε και πορευόμαστε στο σκοτάδι, «σε χώρα και σκιά θανάτου», μέσα στην αρρώστια των παθών μας. Έρχεται λοιπόν το φως που είναι ο Χριστός, φεύγει το σκοτάδι από την ψυχή, όπως και κάθε αρρώστια που την καταδυναστεύει.

Ο άγιος Πορφύριος, άλλος αγαπημένος άγιος της εποχής μας, έλεγε παρεμφερώς: «Το σκοτάδι δεν το πυροβολούμε∙ απλώς ανάβουμε το φως» - για να τονίσει ο Γέροντας ακριβώς το φως του Χριστού στην ύπαρξη του ανθρώπου που τον θεραπεύει δραστικά και ουσιαστικά από το σκοτάδι της αμαρτίας. Γι’ αυτό τονίζει τόσο έντονα σε άλλο σημείο του λόγου του ο άγιος Συμεών ότι ο Χριστός συνιστά το κέντρο της ζωής μας, το περιεχόμενό της, την ίδια την ψυχή της ψυχής μας. Δεν είναι κάτι για εμάς ο Χριστός. Δεν είναι ένας έστω πολύ σημαντικός για τη ζωή μας. Είναι Αυτός χωρίς τον Οποίο δεν ζούμε. «Για μένα ζωή είναι ο Χριστός», που λέει και ο απόστολος. Χωρίς Χριστό ο άνθρωπος δεν αναπνέει, δεν υπάρχει – είναι νεκρός. «Χωρίς Χριστό η ζωή δεν αντέχεται», όπως σημείωσε ο μεγάλος άγιος του περασμένου αιώνα, Νικόλαος Βελιμίροβιτς.

Έτσι ο Χριστός είναι τα πάντα για τον πιστό άνθρωπο. Με τις λέξεις του ίδιου του αγίου Συμεών, που επαναλαμβάνει στην πραγματικότητα την Αγία Γραφή: ο Χριστός είναι για τον άνθρωπο «η υγεία, το φως, η ζωή, το ιμάτιο, ο ένοικος της ψυχής, ο άρτος, η σκέπη και το ύδωρ». Και μάλιστα όχι απλώς κάποιο ύδωρ που δίνεται μία φορά, αλλά αυτό που εισερχόμενο στον άνθρωπο γίνεται μέσα του, καταπώς ο ίδιος ο Κύριος είπε στη Σαμαρείτισσα γυναίκα, «πηγή νερού που αναβλύζει την αιώνια ζωή». Δεν θυμίζουν τα λόγια αυτά του αγίου Συμεών τα παρεμφερή του ιερού Χρυσοστόμου, όταν κι εκείνος, μέσα στο πλαίσιο της αγάπης του για τον Χριστό έβαζε στο στόμα Εκείνου τα δικά Του λόγια: «Εγώ είμαι πατέρας, εγώ αδελφός, εγώ μητέρα, εγώ φίλος, εγώ οικία, εγώ νυμφίος, εγώ ρίζα, εγώ τροφή... τα πάντα είμαι για σένα. Τι άλλο θέλεις;»

Τι άλλο πράγματι θέλουμε; Τίποτε βεβαίως, αρκεί να πάρουμε λίγο στα σοβαρά τη ζωή μας. Και για τον χριστιανό η ζωή του «είναι κρυμμένη μέσα στον Χριστό», λόγω του αγίου βαπτίσματός του, και που ενεργοποιείται και φανερώνεται στην καθημερινότητά του, μόλις αρχίζει να τηρεί τις άγιες εντολές του Χριστού. Το αποτέλεσμα είναι μία έκπληξη: το φως αρχίζει και πλημμυρίζει την ύπαρξή του∙ η (αληθινή) ίαση αρχίζει και δείχνει τα σημάδια της με τα σκιρτήματα της χαράς.

Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2020

ΖΕΙ ΚΥΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΣ!

Μνήμη του αγαπημένου οσίου Γέροντος Ιακώβου του εν Ευβοίᾳ σήμερα, η επομένη ημερολογιακά μετά την εις Κύριον οσιακή εκδημία του, την 21η Νοεμβρίου 1991. Έχουν γραφεί και γράφονται πολλά για τον όσιο αυτόν της εποχής μας, δεδομένου ότι πάμπολλοι ήταν εκείνοι που ήλθαν σ’ επαφή μαζί του, τον άκουσαν, τον είδαν, τον παρατήρησαν καλά, τον ψηλάφησαν, αλλά λιγότεροι εκείνοι που είχαν ανοικτές τις πνευματικές τους αισθήσεις για να οσφρανθούν και να γευτούν την αγιότητα που εξέπεμπε, ώστε να παρακινηθούν ακόμη περισσότερο στον αγώνα της μετανοίας και της πνευματικής τους προκοπής. Διότι ως γνωστόν η συναναστροφή με έναν άγιο δεν φέρνει αυτονόητα την επί τα βελτίω διάθεση ενός ανθρώπου. Η συναναστροφή μπορεί να είναι επιφανειακή, σαν ένα θέαμα ενός «παράδοξου» γεγονότος, αλλά μπορεί επίσης να είναι μία ώρα χάρης Θεού – εκεί που υπάρχει στον άνθρωπο ετοιμότητα συνάντησης με Εκείνον.  

Αυτό που θα θέλαμε να σημειώσουμε είναι ένα περιστατικό μαζί του, όπου είπε σε μία μικρή ομάδα που τον είχαμε επισκεφτεί το 1989, το πώς προκλήθηκε από μία (μακαριστή πια) συγγραφέα (που κι εκείνη είχε έλθει μαζί με κάποιους επιστήμονες λίγο καιρό πρωτύτερα από εμάς) για την ύπαρξη ή μη του Θεού στην εποχή μας. «”Υπάρχει Θεός, Γέροντα;” με ρώτησε», είπε ο όσιος, «κι εγώ της απάντησα: «Ζει Κύριος ο Θεός, κ. ..., ζει Κύριος ο Θεός!»

Προφανώς η μακαριστή συγγραφέας, γνωστή για την ορθόδοξη πίστη της και την ομολογιακή διάθεσή της, δεν αμφισβητούσε τον Θεό. Ευρισκόμενη μαζί με άλλους, που ίσως δεν είχαν την ίδια πίστη μ’ εκείνην, θέλησε να εκμεταλλευτεί τον όσιο Γέροντα για να αποσπάσει μία απάντηση, η οποία θα ήταν έκφραση της αγίας βιοτής του, μία μαρτυρία κυριολεκτικά ενός ανθρώπου που είχε γεύση και αίσθηση Θεού. Πόσες φορές άλλωστε δεν έχουμε διαβάσει ή ακούσει για παρόμοιες καταστάσεις, ακόμη και στο Γεροντικό, όπου άνθρωποι της Εκκλησίας επισκεπτόμενοι οσίους ασκητές τούς πείραζαν κατά κάποιον τρόπο, προκειμένου ακριβώς να αποσπάσουν μία ομολογία, η οποία θα τους οδηγούσε σε αποκάλυψη του θησαυρού της καρδιάς τους; Όλοι για παράδειγμα έχουμε διαβάσει για το «πείραγμα» που έκαναν συνασκητές του μεγάλου οσίου Μωυσέως του Αιθίοπος, οι οποίοι τον «κέντριζαν» λέγοντάς του «εσύ δεν είσαι ο Μωυσής, ο εγωιστής, ο πόρνος, ο μοιχός, ο φιλήδονος;». Για να εισπράξουν την απάντηση: «Ναι, πράγματι εγώ είμαι. Εύχεσθε ο Θεός να μου δώσει μετάνοια». Η πρόκλησή τους δηλαδή γινόταν με καλοπροαίρετη διάθεση, για να αποκαλυφθεί το πνευματικό ύψος του αββά Μωυσή.

Κάτι παρόμοιο λοιπόν πρέπει να έγινε και με τη συγγραφέα σε σχέση με τον όσιο Ιάκωβο. Η ερώτησή της δεν προϋπέθετε απιστία, αλλ' ήταν πρόκληση να «κλέψει» η πιστή αυτή γυναίκα κάτι από τον κρυμμένο θησαυρό του αγίου, κι ίσως – το πιθανότερο όπως είπαμε - να του δώσει την αφορμή να μιλήσει για την εμπειρία που είχε του Θεού, ώστε να ακούσουν και να ωφεληθούν οι γνωστοί και φίλοι της. Και πράγματι, αυτό και έγινε. Ενώ φάνηκε ότι «πειράχτηκε» ο όσιος – αυτή ήταν η αίσθηση που απεκόμισα εκείνην τη στιγμή – όμως με τη βροντώδη φωνή του της απάντησε με τον παραπάνω τρόπο: «Ζει Κύριος ο Θεός, κ. ..., ζει Κύριος ο Θεός!».

Κι αυτό ήταν ακριβώς το διαρκές βίωμα του αγίου Ιακώβου. Όσοι τον πλησίαζαν και τον συναναστρέφονταν αυτό πρωτίστως εισέπρατταν – ο άγιος μετάγγιζε μ’ έναν τρόπο μυστικό τη ζωντανή παρουσία Χριστού του  Θεού, τον Οποίον ανέπνεε την κάθε στιγμή της ζωής του. Κι είμαστε βέβαιοι ότι πρόκειται για το ίδιο βίωμα που είχαν όλοι οι άγιοι της Εκκλησίας μας, παλαιότεροι και νεώτεροι: ο Χριστός ήταν το κέντρο της ζωής τους, κατά τον τρόπο που το μαρτυρεί ο απόστολος Παύλος: «ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός». Είναι συγκλονιστικό να διαβάζει κανείς την παρεμφερή ομολογία που έκανε ο μεγάλος επίσης λόγιος όσιος Σωφρόνιος του Έσσεξ, όταν ρωτήθηκε προς το τέλος της ζωής του από κάποιον προσκυνητή για να πει κάτι για τη ζωή του. «Το μόνο που βλέπω», απάντησε εκείνος, «στρέφοντας το βλέμμα μου στον εαυτό μου, είναι μόνον ο Χριστός».

Και πρόκειται για ομολογία των αγίων, η οποία ναι μεν αποκαλύπτει την κοινωνία που είχαν με τον ζωντανό Θεό, αλλά ταυτοχρόνως συνιστά και την... κατάργηση κάθε απορίας. Θέλουμε να πούμε ότι όταν ένας κοινός άνθρωπος, πιστός έστω, βρεθεί μέσα στην «ακτίνα» δράσεως ενός αγίου ανθρώπου, εκεί αναβιβάζεται σε άλλο επίπεδο, πέρα  από τα κοινά επίγεια μέτρα – εκεί που υπερβαίνεται η λογική και «απασφαλίζονται» και άλλες διαστάσεις της ύπαρξης του ανθρώπου.  Όπως το σημειώνει σπουδαίος σύγχρονος θεολόγος, (συγγενής μάλιστα του οσίου Σωφρονίου), ο οποίος ασχολήθηκε επισταμένως και με τη θεολογία του οσίου, ο π. Νικόλαος Σαχάρωφ. «Ο γέροντας Σωφρόνιος», γράφει, «επικαλείται το αγιογραφικό “ἐν ἐκείνῃ τῆ ἡμέρᾳ ἐμέ οὐκ ἐρωτήσετε οὐδέν” (Ιωάν. 16,23): κατά την ώρα της θείας αποκάλυψης και της ζώσας κοινωνίας με τον Θεό, καμιάς μορφής διανοητική αναζήτηση ή έρευνα δεν έχει θέση». Για να συμπληρώσει: «Το χωρίο επιβεβαιώνει ότι η νοητική πτυχή του ανθρώπου δεν είναι ο μόνος (ούτε καν ο βασικός) αποδέκτης του ευαγγελικού λόγου... “πᾶσα προβληματική καταπίπτει, εὐθύς ὡς ὁ ἄνθρωπος φθάση εἰς ἄμεσον θεωρίαν τοῦ Θεοῦ” (Ιωάν. 16, 23)».

Για τον άγιο Ιάκωβο, είπαμε και παραπάνω, γράφτηκαν, γράφονται και θα γράφονται πολλά: είναι ένας από τους μάρτυρες του ζωντανού Θεού μας που χάρισε ο Χριστός στην Εκκλησία Του. Μπροστά σε μία τέτοια δωρεά, (τόσο μεγάλη μάλιστα που κι αυτός ο σύγχρονος άγιος μεγάλος Πορφύριος έλεγε ότι «ο Ιάκωβος έχει τα πολλά χαρίσματα, αλλά τα κρύβει» - τόσο ταπεινός ήταν!) το μόνο που πρέπει να κάνουμε οι απλοί πιστοί είναι να δοξολογήσουμε τον Θεό, να νιώσουμε τη μικρότητά μας, να μετανοήσουμε. Και βεβαίως να καταλάβουμε ότι πίσω από τα χαρίσματα του οσίου Ιακώβου, πίσω από τον πλούτο της χάρης του Θεού που είχε, με την οποία καθαιρούσε κάθε ύψωμα και υπερηφάνεια ανθρώπινη, κρυβόταν ένας ανελέητος κατά του (παλαιού) εαυτού του αγώνας μέχρις εσχάτων. Ο όσιος Ιάκωβος «έδωσε αίμα και έλαβε Πνεύμα», κατά το κοινώς πατερικό λεγόμενο, γι’ αυτό και η όποια αναφορά μας σ’ αυτόν γίνεται με διάθεση που σέβεται απείρως και τη ματωμένη οδύνη του πνευματικού αγώνα του και τη δοξολογική του πια αναστημένη κατάσταση. Ο άγιος πια ζει κι αυτός «ἐν χώρᾳ ζώντων».

Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2020

Η ΕΝ Τῼ ΝΑῼ ΕΙΣΟΔΟΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Εἶναι ἀριστουργηματική ἡ ἐκκλησιαστική ποίηση γιά τό γεγονός τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου στόν Ναό τοῦ Σολομῶντος, μολονότι δέν καταγράφεται τό περιστατικό στά Εὐαγγέλια. Ἡ Ἐκκλησία μας θεωρεῖ ὡς ἀληθές τό περιστατικό τῆς προσφορᾶς καί ἀφιέρωσης τῆς μικρῆς Μαριάμ ἀπό τούς γονεῖς της Ἰωακείμ καί Ἄννας στόν Κύριο, μέσα στόν Ναό, ὅταν ἐκείνη ἦταν ἀκόμη παιδούλα τριῶν ἐτῶν, μέ τήν προοπτική τῆς ἑτοιμασίας της γιά νά γίνει ἡ μητέρα τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ ὡς ἀνθρώπου.  Καί μέ τό δεδομένο αὐτό κατέγραψε διά τῶν ὑμνογράφων της ὅλες τίς διαστάσεις καί τοῦ συγκεκριμένου περιστατικοῦ, ἀλλά καί τῆς βαθειᾶς θεολογίας πού τό συνοδεύει.

 Ἀπό τούς ὡραιότερους λοιπόν στίχους τῆς ἑορτῆς θεωροῦμε ἐκείνους πού ἀναφέρονται στήν ἁγία Ἄννα, ὅταν κατευοδώνει τήν κόρη της Μαριάμ μέ τά λόγια πού δείχνουν τό νόημα τῆς ἐκεῖ πιά ζωῆς καί παρουσίας της. «Ἄπιθι, τέκνον - λέει ἡ μάνα στήν κόρη - τῷ Δοτῆρι γενήθητι καί ἀνάθημα καί εὐῶδες θυμίαμα. Εἴσελθε εἰς τά ἄδυτα καί γνῶθι μυστήρια, καί ἑτοιμάζου γενέσθαι τοῦ Ἰησοῦ οἰκητήριον τερπνόν καί ὡραῖον, τοῦ παρέχοντος τῷ κόσμῳ τό μέγα ἔλεος» (ἀπόστιχα τοῦ ἑσπερινοῦ). Δηλαδή: Πήγαινε, παιδί μου, γίνε γιά τόν Δοτήρα Θεό καί προσφορά κι ἀφιέρωμα, ἀλλά καί εὐωδιαστό θυμίαμα. Μπές μέσα στ’ ἄδυτα τῶν Ἁγίων τοῦ Ναοῦ καί γνώρισε τά μυστήρια τοῦ Θεοῦ, κι ἑτοιμάσου νά γίνεις κατοικητήριο τοῦ Ἰησοῦ, τερπνό καί ὡραῖο, τοῦ Ἰησοῦ πού παρέχει ὡς Θεός στόν κόσμο τό μέγα ἔλεος.

Γιατί στεκόμαστε ἰδιαιτέρως στούς συγκεκριμένους στίχους; Διότι·

1. Τονίζουν τόν σκοπό τῶν Εἰσοδίων τῆς μικρῆς Μαριάμ στόν Ναό: εἰσέρχεται ὄχι ἁπλῶς γιατί ἔπρεπε νά ἐκπληρωθεῖ κάποιο τάμα τῶν γονιῶν της ἤ γιά νά προφυλαχτεῖ ἀπό τήν κακότητα τοῦ κόσμου λόγω τῆς ἀδυναμίας τῶν γονιῶν αὐτῶν ἀπό τά γηρατειά τους, ἀλλά γιά νά περάσει τό προβλεπόμενο διάστημα τῆς ζωῆς της μέσα στόν οἶκο Κυρίου, προκειμένου νά ἑτοιμαστεῖ γιά τό συγκλονιστικότερο καί πέραν κάθε ἀνθρωπίνης ἀντίληψης καί σύλληψης μυστήριο: νά γίνει ἡ μητέρα τοῦ Θεοῦ ὡς ἀνθρώπου - ὁ Εὐαγγελισμός της ἔχει ἀκριβῶς τήν ἀρχή της  (πέραν βεβαίως τῆς Γεννήσεώς της) στό συγκεκριμένο γεγονός∙ ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ πού θά εὐαγγελιστεῖ ἀργότερα τή σάρκωση τοῦ Θεοῦ, ὁ ἴδιος τήν τρέφει μέσα στά ἅγια τῶν ἁγίων.

Καί 2. Καθορίζεται ἀπό τά λόγια τῆς ἁγίας   Ἄννας ἡ μέθοδος καί ὁ τρόπος τῆς ἑτοιμασίας τῆς Μαριάμ: θά γίνεις ἡ Παναγία ἡ μητέρα τοῦ Θεοῦ, ὅταν θά γίνεις ὄχι μόνο τό ἀφιέρωμα καί ἡ προσφορά γιά Ἐκεῖνον, ἀλλά καί τό εὐωδιαστό λιβάνι. Κι ἔχουν ἰδιαίτερη σημασία τά λόγια αὐτά τῆς μητέρας Ἄννας, γιατί καί στήν Παλαιά Διαθήκη βεβαίως, ἀλλά καί μετέπειτα σ’ ὅλη τή χριστιανική ἱστορία, μπορεῖ κάποιος νά προσφέρει πράγματα ἤ καί τόν ἴδιο τόν ἑαυτό του στόν Θεό, ἀλλ’ ὄχι μέ τόν σωστό τρόπο. Πόσες φορές δέν ἀκοῦμε τόν αὐστηρό λόγο τῶν Προφητῶν, οἱ ὁποῖοι στηλίτευαν τίς προσφορές καί τά ἀφιερώματα τῶν Ἰουδαίων, γιατί προσφέρονταν ὄχι μέ καθαρή καρδιά; «Ἀποστρέφω τό πρόσωπό μου ἀπό τίς προσφορές σας – λέει αἴφνης Κύριος ὁ Θεός στούς Ἰουδαίους διά τοῦ προφήτου Ἡσαΐου - γιατί τά χέρια σας στάζουν ἀπό τό αἷμα τῶν ἀδικιῶν σας κατά τῶν συνανθρώπων σας». Καί πιό πίσω βεβαίως θυμᾶται κανείς τό τραγικό λόγω τῆς συνέχειάς του περιστατικό τῶν προσφορῶν καί ἀναθημάτων στόν Θεό τῶν ἀδελφῶν Κάιν καί Ἄβελ: πρόσφεραν καί οἱ δύο  προσφορές, μά εὐλογήθηκε ἀπό τόν Κύριο μόνον ὁ Ἄβελ· γιατί τοῦ Κάιν οἱ προσφορές ἦταν τά περισσεύματα τῶν καρπῶν του καί ὄχι οἱ ἀπαρχές. Κι ἀπό τή μετέπειτα χριστιανική ἱστορία εἶναι ἀρκετή ἡ μνημόνευση τῶν λόγων τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου, ὅταν ἐπισημαίνει ὅτι τό δίλεπτο τῆς χήρας συνιστᾶ τή μεγαλύτερη προσφορά, γιατί προέρχεται ἀπό τό ὑστέρημα καί ὄχι ἀπό τό περίσσευμά της· ἤ ἀκόμη τραγικότερα τό «παράδοξο» ὅπως ἀκούγεται λόγιο τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ὁ ὁποῖος στόν ὕμνο τῆς ἀγάπης του ἀποκαλύπτει: «καί ἐάν παραδῶ τό σῶμά μου ἵνα καυθήσωμαι, ἀγάπην δέ μή ἔχω, οὐδέν ὠφελοῦμαι». Μαρτύριο (!) χωρίς ἀντίκρυσμα κι ὠφέλεια!

Λοιπόν ἡ κάθε προσφορά στόν Θεό εἶναι ὄντως προσφορά ἀποδεκτή ἀπό Αὐτόν, ὅταν γίνεται μέ τόν σωστό τρόπο, δηλαδή προσφέρεται ἀπό καρδιά πού ἀγαπᾶ τόν Θεό, κάτι πού συνιστᾶ ὄντως λιβάνι εὐωδιαστό γιά τόν Κύριο.

Κι εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνο πού ἀποτελεῖ καί τό νόημα τῆς συγκεκριμένης ἑορτῆς τῶν Εἰσοδίων καί γιά ἐμᾶς τούς πιστούς. Μέ τό δεδομένο ὅτι σκοπό ἔχουμε νά σαρκώνουμε τόν Κύριο στήν ὕπαρξή μας, νά γινόμαστε δηλαδή Παναγίες, ἀπαιτεῖται ὄχι μόνο ἡ προσφορά τοῦ ἑαυτοῦ μας διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος καί τῶν λοιπῶν «ἀγωνισμάτων» καί ἀσκήσεών μας, ἀλλά καί ἡ σωστή καί ὀρθή προσφορά αὐτή. Εἴμαστε δηλαδή χριστιανοί ὄχι γιατί ἁπλῶς βρεθήκαμε βαπτισμένοι στήν Ἐκκλησία κι οὔτε γιατί ἐπιτελοῦμε ὁρισμένα τυπικά καθήκοντα, ὅπως τοῦ ἐκκλησιασμοῦ μας, τῆς νηστείας μας, κάποιων ἐλεημοσύνων μας – τό στοιχεῖο τοῦ «ἀναθήματός» μας - ἀλλά γιατί ἡ ὅλη βιοτή μας εἶναι τέτοια πού ὁ Κύριος τήν αἰσθάνεται ὡς εὐωδιαστό λιβάνι ἐνώπιόν Του. Κι αὐτό σημαίνει, ὅπως ἀναφέραμε, καθαρή καρδιά καί ἀδιάκοπη ἐπαγρύπνηση νά βρισκόμαστε πάνω στίς ἅγιες ἐντολές Του. Τότε τό χαρμόσυνο στοιχεῖο πού περικλείει ἡ ἑορτή, γίνεται χαρμοσύνη κι εὐφροσύνη καί γιά ἐμᾶς.

 

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2020

Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΓΙΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ

Η 20ή Νοεμβρίου έχει καθιερωθεί από τη Διεθνή Κοινότητα ως Παγκόσμια Ημέρα για τα Δικαιώματα του Παιδιού. Αφορμή στάθηκε η επέτειος υιοθέτησης από τη Γενική Συνέλευση του Ο.Η.Ε., το 1989, της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού,  μίας Σύμβασης που, όπως έχει γραφεί, «αποτελεί το πλέον αποδεκτό κείμενο για τα ανθρώπινα δικαιώματα παγκοσμίως. Την έχουν επικυρώσει όλα τα κράτη του κόσμου, εκτός των ΗΠΑ και της Σομαλίας (η Ελλάδα την επικύρωσε στις 2 Δεκεμβρίου 1992 με τον νόμο 2101), και τα 54 άρθρα της καλύπτουν όλα τα δικαιώματα των παιδιών που χωρίζονται σε 4 τομείς: Δικαιώματα Επιβίωσης, Ανάπτυξης, Προστασίας και Δικαιώματα Συμμετοχής».

Δεν είναι αυτονόητο όμως κάτι τέτοιο; Χρειάζεται συγκεκριμένη ημέρα για να τονιστεί ότι χωρίς τη διασφάλιση των αναγκαίων συνθηκών επιβίωσης και ανάπτυξης και προστασίας των παιδιών ο κόσμος δεν μπορεί να υπάρχει; Ένας κόσμος χωρίς παιδιά είναι ένας κόσμος χωρίς ελπίδα – γερνάει και πεθαίνει. Τα παιδιά αποτελούν το ναι της συνέχειας της ζωής, οπότε οι πάντες θα έπρεπε να αγωνίζονται γι’ αυτά.

Αλλά βεβαίως τούτο θα ήταν αυτονόητο σ’ έναν κόσμο σώφρονα και ισορροπημένο, που βλέπει καθαρά τη ζωή και τις ανάγκες της. Συμβαίνει κάτι τέτοιο; Ασφαλώς και όχι. Κατά γενική ομολογία, ζούμε σ’ έναν κόσμο που η ανισορροπία και η παραφροσύνη συνιστούν σχεδόν την «κανονικότητα», με προτεραιότητά του την ηδονική απόλαυση της ζωής, το κυνηγητό του χρήματος ως θεότητας, την επιδίωξη της δόξας, την κυριαρχία επί των άλλων – πράγματα που δεν «αντέχουν» την παρουσία των παιδιών και της αθωότητας που κατά τεκμήριο εκφράζουν.

Και ποια η αιτία για την «κόλαση» αυτή; Η σχεδόν απόλυτη κυριαρχία της αμαρτίας ως εγωισμού των ανθρώπων. Πώς είναι δυνατόν σ’ έναν εγωιστή άνθρωπο που έχει «κολλήσει» στη σαρκολατρεία και την υπερηφάνεια του να δει κάτι πέρα από τον εαυτό του; «Φάγωμεν και πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν» είναι το «μότο» που τον καθορίζει, και ό,τι μπαίνει εμπόδιο στην «αρχή» του αυτές πρέπει να εξολοθρευτεί – πολύ περισσότερο το παιδί που είναι αδύναμο και ανίσχυρο.

Το τραγικότερο εν προκειμένω δεν είναι αυτό. Το τραγικότερο είναι ότι μία τέτοια κατάσταση μεταγγίζεται και στα παιδιά – τα παιδιά αντιγράφουν τον κόσμο των μεγάλων – οπότε η εξολόθρευση των παιδιών, αν δεν γίνεται με φυσικό, γίνεται με ψυχολογικό, κοινωνικό και «παιδαγωγικό» τρόπο! Και το βλέπουμε σχεδόν πια καθημερινά: παιδιά που από τα «γεννοφάσκια» τους θα λέγαμε, θεωρούν δεδομένο να προβαίνουν σε εγκληματικές ενέργειες κατά των πιο αδύναμων, είτε συνομηλίκων τους είτε μεγαλυτέρων. Η συγκρότηση συμμοριών από παιδιά και εφήβους, η άσκηση bulling από αυτά, η καταστροφική δράση ως «νοηματοδότηση» ζωής αποτελούν πια καθημερινή ειδησεογραφία. Γιατί τα παιδιά αυτά έμαθαν και μαθαίνουν από τον κόσμο των μεγάλων. Των μεγάλων που το περπάτημά τους στον κόσμο συνθλίβει διαρκώς τα λουλούδια και τα άνθη, τα παιδιά! 

Η καθιέρωση της ημέρας αυτής από τον Ο.Η.Ε. πρέπει να ήταν αντίδραση πανικού και τρόμου. Μπροστά σ’ ένα μέλλον που φάνταζε (και φαντάζει) ζοφερό χωρίς κανένα χρώμα αγάπης και τρυφερότητας. Η Ημέρα κραυγάζει «να σώσουμε ό,τι σώζεται για χάρη των παιδιών μας». Ποιος όμως τελικά θα ακούσει; Αλλά και αυτή η κραυγή ήταν και είναι ελλιπής. Γιατί ναι μεν μπορεί κάποιους να κινητοποίησε για τη διασφάλιση των αναγκαίων της ζωής των παιδιών, αλλά άφησε απέξω και εντελώς ανυπεράσπιστα τα πιο αθώα θύματα του ανισόρροπου κόσμου μας: τα παιδιά που χάνονται από τις μαζικές εκτρώσεις. Πού η ευαισθησία γι’ αυτά; Δεν είναι εν δυνάμει άνθρωποι τα έμβρυα; Ποιος μπορεί να έχει δει τις αντιδράσεις ενός εμβρύου μπροστά στις μηχανές εξολόθρευσης και να μη συγκλονίστηκε; Γιατί το να κόβεται ένα βλαστάρι σηματοδοτεί πια έγκλημα, ενώ για το μικρότερο βλαστάρι δεν υπάρχει καμία ή μηδαμινή  διασφάλιση;

Κι εννοείται πως η μεγαλύτερη και αποτελεσματικότερη διασφάλιση των παιδιών υπάρχει σ’ Εκείνον που φώναξε: «Αφήστε τα παιδιά να έλθουν σ’ Εμένα. Γιατί γι’ αυτά είναι η Βασιλεία του Θεού». Σ’ Εκείνον που απεκάλυψε πως τα παιδιά αποτελούν λόγω της καθαρότητας της καρδιάς τους, αν τα αφήσουμε ορθά να αναπτυχθούν, το όριο για όλους τους μεγάλους: «Αν δεν στραφείτε και δεν γίνετε σαν παιδιά, δεν πρόκειται ποτέ να μπείτε στη Βασιλεία του Θεού». Η μεγαλύτερη προσφορά στο μέλλον της ανθρωπότητας είναι να βοηθήσουμε τα παιδιά να αγκαλιάσουν τον Χριστό. Να τα βοηθήσουμε να Τον βρουν όμως όχι τόσο με τα λόγια μας, όσο με το παράδειγμά μας. Αυτό θα συνιστούσε ίσως  και τη μεγαλύτερη ευεργεσία και για εμάς τους ίδιους.

 

Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2020

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΛΟΓΓΙΝΟΣ Ο ΑΣΚΗΤΗΣ

«Ἔχεις ἀθλητὴν Χριστὲ Λογγῖνον μέγαν.

Ἔχεις δὲ καὶ Λογγῖνον ἀσκητὴν μέγαν» (οίκος συναξαρίου)

(Χριστέ, έχεις τον αθλητή Λογγίνο (τον επί του Σταυρού) που είναι μεγάλος, έχεις όμως και τον ασκητή Λογγίνο που είναι μεγάλος).

«Ο όσιος Λογγίνος ήταν ένας από τους λόγιους και σοφούς της ερήμου ασκητές. Κάποια σοφά αποφθέγματα του περιλαμβάνονται στον Ευεργετινό, όπου ο Λογγίνος ρωτά τον Αββά Λούκια για διάφορα ζητήματα. Ο Όσιος Λογγίνος απεβίωσε ειρηνικά» (Ορθόδοξος Συναξαριστής).

Γράφει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στον Συναξαριστή του (με μεταγραφή στη νεοελληνική).

«Ο όσιος αυτός Λογγίνος μας άφησε το απόφθεγμα αυτό∙ “Όπως ακριβώς ο νεκρός δεν αισθάνεται τίποτε ούτε κρίνει κανένα, έτσι και ο ταπεινόφρων δεν μπορεί να κρίνει άνθρωπο, ακόμη κι αν τον δει να προσκυνά τα είδωλα”. Ο ίδιος όσιος ρώτησε τον αββά Λούκιο ως εξής: “Θέλω να ξενιτευτώ”. Κι αποκρίθηκε εκείνος∙ “Αν δεν κυριαρχήσεις στη γλώσσα σου, δεν είσαι ξένος όπου κι αν πας. Λοιπόν, κυριάρχησε στη γλώσσα σου κι εδώ που είσαι, οπότε είσαι ξένος”. Ρώτησε και δεύτερη φορά∙ “Θέλω να νηστέψω”. Κι αποκρίθηκε εκείνος∙ “Είπε ο προφήτης Ησαῒας. Αν κάμψεις σαν κρίκο τον τράχηλό σου, ούτε κι έτσι θα ονομαστεί δεκτή η νηστεία σου. Αλλά μάλλον κυριάρχησε στους πονηρούς λογισμούς”. Ρώτησε και τρίτη φορά∙ “Θέλω να αποφύγω τους ανθρώπους”. Κι αποκρίθηκε εκείνος∙ “Αν προηγουμένως δεν κατορθώσεις την αρετή μαζί με τους ανθρώπους, ούτε και μόνος σου μπορείς να την κατορθώσεις”.

Αυτός ο όσιος ρωτήθηκε μια φορά ποια αρετή είναι μεγαλύτερη από όλες, και είπε. Όπως η υπερηφάνεια είναι μεγαλύτερη από όλες τις κακίες και τα πάθη, τόσο που μπόρεσε να ρίξει και τους αγγέλους από τον ουρανό, έτσι εκ του αντιθέτου η ταπεινοφροσύνη είναι μεγαλύτερη από όλες τις αρετές. Διότι αυτή μπορεί να ανεβάσει από τις αβύσσους τον άνθρωπο, ακόμη κι αν είναι αυτός αμαρτωλός σαν τον δαίμονα. Γι’  αυτό και ο Κύριος πρώτα από όλους μακαρίζει τους πτωχούς τω πνεύματι, δηλαδή τους ταπεινούς. Γράφεται δε και περί του Λογγίνου και στο χειρόγραφο Παράδεισος των Πατέρων ότι είπε αυτά τα ψυχοσωτήρια λόγια. “Η νηστεία ταπεινώνει το σώμα, η αγρυπνία καθαρίζει τον νου. Η ησυχία φέρνει το πένθος. Το πένθος βαπτίζει τον άνθρωπο και τον κάνει αναμάρτητο”. Είχε δε ο αββάς Λογγίνος πολλή κατάνυξη στην προσευχή και στην ψαλμωδία του. Λέγει λοιπόν μία ημέρα ο μαθητής του: Αββά, αυτός είναι ο πνευματικός κανόνας, το να κλαίει ο μοναχός κατά την προσευχή του; Κι αποκρίθηκε ο Γέρων. Ναι τέκνον, αυτός είναι ο κανόνας, τον οποίο ζητάει ο Θεός. Διότι ο Θεός δεν έκανε τον άνθρωπο να κλαίει, αλλά για να χαίρεται και να ευφραίνεται, προκειμένου να δοξάζει Αυτόν με καθαρό και αναμάρτητο τρόπο όπως οι άγγελοι. Αφότου όμως ο άνθρωπος έπεσε στην αμαρτία, χρειάστηκε να κλαίει. Διότι όπου δεν υπάρχει αμαρτία, εκεί δεν υπάρχει ανάγκη ούτε για κλαυθμό”» (Α΄εξάμηνο, σελ. 229, χ.έ. Αθήνησι).

(Στο γνωστό Γεροντικό της Εκκλησίας έχουν διασωθεί πέντε μικρά κεφάλαια (περιστατικά και λόγια) από τον μεγάλο αυτό όσιο αββά, που κάποια εξ αυτών αναφέρονται από τον όσιο Νικόδημο τον αγιορείτη παραπάνω).

Ένα από αυτά μας δίνει την αφορμή για έναν σύντομο σχολιασμό.

«Ο όσιος Λογγίνος μας άφησε το απόφθεγμα αυτό∙ “Όπως ακριβώς ο νεκρός δεν αισθάνεται τίποτε ούτε κρίνει κανένα, έτσι και ο ταπεινόφρων δεν μπορεί να κρίνει άνθρωπο, ακόμη κι αν τον δει να προσκυνά τα είδωλα”».

Το παράδειγμα που χρησιμοποιεί ο μέγας Λογγίνος είναι απόλυτο και δεν επιδέχεται παρερμηνείας: ο νεκρός κείται άπνους, χωρίς να αισθάνεται τίποτε, χωρίς να έχει οποιαδήποτε μετοχή σε αυτό που ονομάζουμε ανθρωπίνως ζωή, χωρίς να μπορεί να σχετιστεί με οποιονδήποτε και να κρίνει γι’  αυτό κανέναν, είτε τον επαινεί είτε τον κατακρίνει - «χώμα που στο χώμα θα καταλήξει». Κι έτσι, μας λέει, είναι και ο ταπεινός άνθρωπος: ένας νεκρός για τον κόσμο και τις επιθυμίες του κόσμου, ιδίως μάλιστα τις αμαρτωλές. Ο ταπεινός άνθρωπος δηλαδή υπάρχει και ζει μόνον για τον Θεό και το άγιο θέλημά Του, κι αυτό γιατί «έδωσε αίμα και έλαβε Πνεύμα», όπως σημειώνει σε άλλο σημείο ο ίδιος ο όσιος Λογγίνος, που θα πει ότι με τη χάρη του Θεού που έλαβε (από την υπέρβαση των ψεκτών παθών του που σαν αίμα ρέουν στην ύπαρξή του), τα πράγματα του κόσμου, τον εαυτό του δηλαδή και τους συνανθρώπους του αλλά και όλη τη φυσική δημιουργία, τα βλέπει όλα εν Πνεύματι. «Εν τω φωτί Σου οψόμεθα φως», που λέει και ο ψαλμικός στίχος, δηλαδή έχοντας το φως και τη χάρη του Θεού βλέπει με μετασκευασμένα πνευματικά μάτια τα πάντα: προσανατολίζεται και επικεντρώνεται αδιάκοπα εκεί που υπάρχει το φως του Θεού, χωρίς να αποκλίνει διόλου από οτιδήποτε άλλο.

Στην πραγματικότητα μιλώντας για τον ταπεινό άνθρωπο – κι εννοούμε αυτόν που διακρίνεται για την αληθινή  α γ ί α  ταπείνωση και όχι μια οποιαδήποτε καρικατούρα της – μιλάμε για τον εν Χριστώ άνθρωπο, εκείνον που λόγω του αγίου βαπτίσματός του και της πάνω στο θέλημα του Θεού πορείας του ταυτίστηκε με τον ενανθρωπήσαντα Θεό και Τον άφησε Εκείνος να ενεργεί μέσω αυτού. Ο ταπεινός άνθρωπος: ένας άλλος Χριστός δηλαδή επί της γης. Ο ίδιος ο Κύριος άλλωστε δεν το απεκάλυψε; «Μάθετε», είπε, «απ’ εμού ότι πράος ειμι και ταπεινός τη καρδία». Όπου ταπείνωση δηλαδή εκεί και Χριστός, γιατί αυτό είναι το χαρακτηριστικό του Χριστού: εκτός από την αγάπη Του να είναι ταπεινός.  Και την πνευματική αυτή πραγματικότητα την επισημαίνουμε σε όλους τους αγίους, όπως στον απόστολο Παύλο, ο οποίος ομολογούσε: «Χριστώ συνεσταύρωμαι. Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός». Και: «πάντοτε την νέκρωσιν του Κυρίου Ιησού περιφέροντες».

Ο χριστιανός λοιπόν λόγω της ταπείνωσής του είναι ένας νεκρός για τον κόσμο. Νεκρός για τις αμαρτίες του κόσμου – τις σαρκολατρείες του και τις υπερηφάνειες του -  γι’  αυτό και απόλυτα ζωντανός για τη χάρη και την παρουσία του Θεού. «Ο Θεός κάθε ημέρα ευλογεί τον κόσμο, αλλ’ όταν δει ταπεινό άνθρωπο, τον ευλογεί και με τα δυο Του χέρια» (όσιος Τύχων, πνευματικός του οσίου Παϊσίου αγιορείτου). Πρόκειται για την ίδια αλήθεια που εκφράζει και το ασκητικό λόγιο που λέει ότι «άμα πεθάνεις πριν πεθάνεις, δεν θα πεθάνεις, όταν πεθάνεις». Άμα πεθάνεις δηλαδή για την αμαρτία του κόσμου πριν έλθει ο βιολογικός σου θάνατος, τότε όταν αυτός έλθει, δεν πρόκειται να πεθάνεις πνευματικά, αλλά θα αναστηθείς  εν Χριστώ μέσα στη Βασιλεία του Θεού -  ό,τι υποσχέθηκε ο ίδιος ο Κύριος: «Ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη ζήσεται». Διότι «Αυτός εστιν η ανάστασις και η ζωή».  

Είναι ευνόητο έτσι ότι το κύριο γνώρισμα αυτού του ταπεινού χαρισματικού εν Χριστώ ανθρώπου είναι η ακατακρισία. Όπως το λέει και ο αββάς Λογγίνος: «Ο ταπεινόφρων δεν μπορεί να κρίνει άνθρωπο, ακόμη  κι αν τον δει να προσκυνά τα είδωλα».  Γιατί; Μα για τον απλούστατο λόγο ότι αγαπά τους πάντες και τα πάντα, κατά το πρότυπο του Χριστού. Όπως Εκείνος «βρέχει επί πονηρούς και αγαθούς και ανατέλλει τον ήλιον Αυτού επί δικαίους και αδίκους» κατά τον ίδιο τρόπο και η εικόνα Του που είναι ο ταπεινόφρων: Αγαπά τους πάντες και τα πάντα, γι’  αυτό και σαν τη μάνα που θυσιάζεται πάντα για τα παιδιά της δεν κατακρίνει κανέναν. Γιατί όχι μόνο βλέπει τον Χριστό στο πρόσωπό τους, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό. Αυτή δεν είναι άλλωστε η εντολή του Θεού; «Ό,τι κάνετε στον άλλον, σ’ Εμένα το κάνετε». Και: «Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως εαυτόν». Και η απάντηση στην ένσταση «μα πώς να αγαπήσουμε αυτόν που κάνει αμαρτίες και αδικεί τον κόσμο;» είναι αυτό που αναφέραμε παραπάνω για τη ζωή του ταπεινού αγίου: δεν αγαπά ο ταπεινός που έχει την αγάπη του Χριστού την αμαρτία και την αδικία του άλλου, μα το φως του Χριστού που δεν παύει να υπάρχει κρυμμένο μέσα του, το διαμάντι της εικόνας του Θεού που είναι ως άνθρωπος.

Με άλλα λόγια ο ταπεινός άνθρωπος του Θεού μπορεί και διακρίνει τα πράγματα, όπως μας το λέει ιδίως ο απόστολος Παύλος: «Συ τις ει ο κρίνων αλλότριον ικέτην; Τω ιδίω Κυρίω στήκει ή πίπτει. Σταθήσεται εδώ. Δυνατός δε ο Θεός στήσαι αυτόν». Ο άλλος είναι δούλος κι αυτός του Θεού, εικόνα του Θεού, που η όποια πτώση του στην αμαρτία αναφέρεται όχι σε άνθρωπο, μα στον ίδιο τον Θεό. Ο Θεός είναι Εκείνος που παλεύει με καθέναν από εμάς για να μας συνεφέρει, προσβλέποντας πάντοτε στην ανάστασή μας και όχι αποκλειστικά στις αμαρτίες μας. Τι έπρεπε για παράδειγμα να κάνει ο Θεός μας, βλέποντας τον απόστολο Παύλο ως Σαύλο που δίωκε την Εκκλησία; Να τον εξολοθρεύσει; Αυτό είναι η αντίδραση του εγωισμού του μικρού ανθρώπου. Μα Εκείνος προσέβλεπε στη μετάνοιά του και στη μεγαλωσύνη της μεταστροφής του. Κάτι που έγινε: ο διώκτης Σαύλος έγινε ο μέγας οικουμενικός απόστολος Παύλος. Το ίδιο λοιπόν και στα δικά μας: αν έχουμε την παραμικρή αίσθηση της αληθινής ταπείνωσης, συνεπώς και της αγάπης που τη συνοδεύει, θα αφήνουμε την όποια αμαρτία του άλλου στα χέρια του Θεού – οι αμαρτίες είναι «περιοχή» δράσης του Θεού. Σ’ εμάς, στη «δική μας περιοχή», εναπόκειται το πιο σημαντικό και καθοριστικό: να βλέπουμε τον καθένα και το κάθετι ως έργο του Θεού, ως απαύγασμα του φωτός Εκείνου, συνεπώς πρέπει και να το αγαπούμε.

Δύσκολα πράγματα; Τρομακτικά δύσκολα. Μα και μοναδικά σωτήρια, όταν ξεκινά μάλιστα κανείς με το δεδομένο ότι δεν αγωνιζόμαστε μόνοι μας. Μαζί με τον Χριστό γίνεται η όποια προσπάθειά μας, μάλλον στον βαθμό που έχουμε κάποια ταπείνωση αφήνουμε, όπως είπαμε, Εκείνον να λειτουργεί μέσα μας. Συνεπώς το τρομακτικά δύσκολο, γίνεται σιγά σιγά εύκολο και για εμάς. Πρόκειται, όπως καταλαβαίνουμε, για τον καθημερινό αγώνα μας, από τον οποίο κρίνεται η όποια υπάρχουσα χριστιανοσύνη μας.

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΝΕΟΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ

 

«Ο άγιος Γρηγόριος ήταν επί της βασιλείας του Αυρηλιανού, από Έλληνες γονείς. Επειδή ζητούσε ό,τι καλύτερο για τον εαυτό του, γνώρισε την αληθινή κατά Χριστό πίστη. Κι όσο μεγάλωνε, τόσο αύξανε σ’ αυτόν η ευσέβεια. Από το μέγεθος και το πλήθος των θαυμάτων που έκανε, πήρε την επωνυμία του: θαυματουργός. Όταν λοιπόν φοιτούσε ακόμη στη σχολή της Αλεξάνδρειας και σπούδαζε θεολογία, κάποια πόρνη, παρακινημένη από συμφοιτητές του,  με σκοπό να τον συκοφαντήσουν, τον πλησίασε. Καταλήφθηκε όμως από δαιμόνιο, λόγω της συκοφαντίας, και έπεσε στη γη σπαράσσοντας. Ο άγιος τότε προσευχήθηκε και την έκανε καλά. Αυτός κάποτε είδε στον ύπνο του την Υπεραγία Θεοτόκο με τον Ιωάννη τον Θεολόγο να τον μυούν στο μυστήριο της αγίας Τριάδος. Και μετά τη χειροτονία του σε επίσκοπο από τον Φαίδιμο, τον Μητροπολίτη Αμασίας, και με το που πήγε στην Εκκλησία που του έλαχε, και μετά την κοίμησή του, λέγεται ότι έκανε θαύματα τέτοια, που και δεν είναι εύκολο  να τα ακούσει κανείς και είναι μεγαλύτερα και από το να τα πιστέψει.

Για παράδειγμα: Μετακίνησε σε άλλο μέρος μία τεράστια πέτρα, ίση σχεδόν με βουνό, μόνο με την προσευχή του. Και κάποτε περνώντας από ένα ναό ειδώλων, εισήλθε μέσα και έβγαλε από εκεί τα δαιμόνια. Όταν έφυγε δε, δεν μπορούσαν τα δαιμόνια να ξαναμπούν στον ναό. Το έμαθε αυτό ο νεωκόρος και οργίσθηκε κατά του αγίου. Τότε ο άγιος έγραψε σ’ ένα χαρτί: «ο Γρηγόριος προς τον σατανά: Να μπεις μέσα». Ο νεωκόρος έβαλε μέσα στον ναό το χαρτί, οπότε μπόρεσαν να μπουν και τα δαιμόνια. Μόλις είδε ο νεωκόρος το θαύμα αυτό, έμεινε έκπληκτος, και αντί να λατρεύει πια τους δαίμονες, αναδείχθηκε αμέσως μαθητής του Χριστού, προσερχόμενος στον μεγάλο Γρηγόριο. Άλλοτε, έμεινε ξάγρυπνος μία νύκτα στην προσευχή, για να κάνει ήσυχη και χέρσα μία λίμνη, η οποία είχε κύματα σαν της θάλασσας και την οποία διεκδικούσαν δύο αδέλφια. Ο άγιος λοιπόν «αποξήρανε», μαζί με τη λίμνη,  και τη μεταξύ τους έχθρα. Ακόμη: σταμάτησε την προς τα εμπρός φορά ενός ποταμού, επειδή τον παρεκάλεσαν οι κάτοικοι της περιοχής, βάζοντας τη ράβδο του στη λασπωμένη και ανακατωμένη γη. Και πρόσθεσε θαύμα πάνω στο θαύμα. Γιατί τότε το ρείθρο του ποταμού φάνηκε να αναχαιτίζεται, σαν να φοβόταν να αγγίξει τη ράβδο, ενώ η ράβδος που ήταν ξερή και χωρίς φυσική υγρασία, έγινε ευθαλές δέντρο. Κι ούτε ο χρόνος μπόρεσε να σβήσει το θαύμα, γιατί και τώρα, όπως λένε, κηρύσσεται η δύναμη του Χριστού διά του μεγάλου Γρηγορίου, αφού ο ποταμός δεν προχωρεί προς τα εμπρός και το δέντρο εξακολουθεί να είναι στη θέση του. Κι εκτός από τα παραπάνω, ένας Εβραίος που υποκρίθηκε τον νεκρό, σε σχήμα ύπτιο και απλωμένο, πράγματι έπαθε αυτό που υποκρινόταν, με την προσευχή του. Κάποτε, οι διώκτες του τον νόμισαν ότι ήταν δέντρο, όταν αυτός στεκόταν στο όρος και προσευχόταν. Άλλοτε, έφερε πείνα στους απίστους, τους οποίους έσωσε από τον θάνατο, μόλις πίστεψαν στον Χριστό. Όταν δε ήλθε η ώρα να φύγει από τον κόσμο αυτό και να εκδημήσει  προς τον Κύριο, έκανε ευχαριστήριες προσευχές, διότι την πόλη του που ήταν πολυάνθρωπη και γεμάτη από μεγάλη ασέβεια και απιστία, την άφησε ακριβώς αντίθετα. Όσους πιστούς δηλαδή βρήκε εκεί, όταν πήγε ως επίσκοπος, τόσους άπιστους και άφησε, που επέμεναν στην απιστία».

Ο άγιος Γρηγόριος ο Νεοκαισαρείας υπήρξε σπάνιος άνθρωπος. Και μόνο το γεγονός ότι πηγαίνοντας στη Νεοκαισάρεια βρήκε ελάχιστους πιστούς (17 χριστιανοί αναφέρονται), ενώ εκδημώντας άφησε ελάχιστους απίστους (επίσης 17 τον αριθμό), φανερώνει τον ζήλο της πίστεώς του, τη δύναμη του λόγου του, τη δύναμη των θαυμάτων που ο Θεός τού χάρισε. Ο άγιος υμνογράφος δεν μπορεί να μην εφαρμόσει γι’  αυτόν το προφητικό λόγιο: «ο ζήλος ο του Θεού κατέφαγέ σε, Γρηγόριε». Ψάχνοντας ο εκκλησιαστικός ποιητής, ο άγιος Θεοφάνης, να βρει ανάλογα με τον Γρηγόριο αναστήματα, καταφεύγει στους Πατριάρχες και τους Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης. Ο άγιος μοιάζει με τον Μωυσή, λέει, που έλαβε σαν κι εκείνον τις πλάκες της πίστεως πάνω στο όρος της μυστικής θεοφανείας, νομοθετώντας στους λαούς την ευσέβεια: «Νέος γέγονας Μωυσής τοις έργοις, πλάκας πίστεως επί του όρους της μυστικής θεοφανείας δεξάμενος, νομοθετήσας λαοίς την ευσέβειαν». Μοιάζει με τον προφήτη Σαμουήλ, που ανέβηκε στο όρος της θεωρίας: «αναβάς εις ύψος, ως Σαμουήλ, ταις θεωρίαις». Μοιάζει με τον προφήτη Δανιήλ, που όπως σε εκείνον δόθηκε το χάρισμα ερμηνείας ονείρων, σ’  αυτόν με ενύπνιο αποκαλύφθηκε το μυστήριο της πίστεως: «ώσπερ γαρ εκείνω (τω Δανιήλ) το ενύπνιον, ούτω το της πίστεως μυστήριον απεκαλύφθη σοι».

Δεν είναι τυχαίο ότι τον βίο του τον έγραψε ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, αδελφός του Μεγάλου Βασιλείου, ο οποίος καταγράφει γι’ αυτόν συγκεκριμένα περιστατικά της ζωής του, όπως και διδασκαλίες του, τα οποία άκουσε, όταν ήταν ακόμη μικρό παιδάκι, από τη γιαγιά του αγία Μακρίνα, μαθήτρια και πνευματικοπαίδι του ίδιου του αγίου Γρηγορίου Νεοκαισαρείας. Το ίδιο κάνει σε λόγους του και ο άγιος Βασίλειος. Και αυτός μνημονεύει με μεγάλο θαυμασμό τον σήμερα εορταζόμενο, καθώς και ο ίδιος υπήρξε αυτήκοος παρομοίων περιστατικών από τη γιαγιά του. Και ας επιτραπεί, εν παρενθέσει, να τονίσουμε την αξία των γιαγιάδων και των παππούδων, διαχρονικά, οι οποίοι μυούν στα νάματα της αγιασμένης μας χριστιανικής παραδόσεως τα εγγόνια τους. Ας φανταστούμε το σκηνικό: η γιαγιά Μακρίνα, αναπνέοντας την παράδοση του αγίου Γρηγορίου του θαυματουργού, δηλαδή την παράδοση του Χριστού και της Εκκλησίας μας, να έχει στην αγκαλιά της τα θαυμαστά, όπως θα αποδειχτεί αργότερα, εγγόνια της, και να  μεταγγίζει σ’  αυτά τη ζωντανή αυτή παράδοση. Πόσο συνήργησε η αγιασμένη αυτή γιαγιά στο να αναδειχτούν τέτοια αναστήματα για την Εκκλησία τα εγγόνια της, μόνον ο Θεός μπορεί να το ξέρει. Σίγουρα πάντως δεν ήταν άμοιρη σ’ αυτό και εκείνη.

Ο υμνογράφος μας βεβαίως επιμένει ιδιαιτέρως – κι είναι λογικό τούτο – στη χάρη θαυματουργίας του αγίου Γρηγορίου. Την θεωρεί δε ως άβυσσο, λόγω του πλήθους των θαυμάτων του, η οποία όμως προήλθε από τη μύησή του στο μυστήριο της αγίας Τριάδος και τη σταθερή πνευματική προσήλωσή του στον Ιησού Χριστό. «Εις βάθος θεωρίας υπελθών πανσόφως, Ιεράρχα Χριστού, την θείαν εμυήθης της Τριάδος φανέρωσιν∙ και πνεύματι προσβλέπων ακλινώς, Χριστόν τον Θεόν ημών, των θαυμάτων άβυσσον πηγάζεις ημίν». Το θεωρητικό όμως αυτό του αγίου Γρηγορίου, η χάρη της μετοχής του στον Θεό, δεν ήλθε ακόπως και απροϋπόθετα. Ο άγιος Θεοφάνης υπενθυμίζει και πάλι ότι η θεωρία του Θεού είναι αποτέλεσμα της πρακτικής επιστήμης, δηλαδή της εξασκήσεως των αρετών, με τις οποίες τα πάθη υποτάσσονται στον νου. Καθαρός λοιπόν ο νους με τον τρόπο αυτό οδηγείται στη θέα του Θεού. «Τι σε νυν καλέσω Γρηγόριε; Πρακτικόν, ότι τα πάθη καθυπέταξας τω νω∙ θεωρόν, ότι εδρέψω της σοφίας τον καρπόν».

Ο υμνογράφος επιμένει και εδώ στην πρακτική επιστήμη της εξασκήσεως των αρετών από τον άγιο Γρηγόριο. Έχοντας μάλιστα υπόψη του πέραν της όλης ασκητικής βιωτής του και το περιστατικό της προκλήσεώς του από την κοινή γυναίκα,   τον προβάλλει ως πρότυπο μεταξύ άλλων σωφροσύνης, διά της οποίας, ως κυριολεκτικά αδελφής του, ντρόπιασε τους δαιμονοκίνητους συμφοιτητές του. «Την σωφροσύνην αδελφήν κτησάμενον, ως συνεργόν των καλών, σε καθορών όφις ο δεινός, Γρηγόριε, σοι τους βασκάνους ήγειρε∙ ους κατήσχυνας, πάτερ, μακροθυμία το γύναιον, πάθει συσχεθέν ιασάμενος». (Ο φοβερός όφις, ο διάβολος, Γρηγόριε, βλέποντάς σε να έχεις αποκτήσει τη σωφροσύνη ως αδελφή σου και συνεργό των καλών της ζωής σου, εξήγειρε εναντίον σου τους δαιμονοκίνητους. Αυτούς τους ντρόπιασες, πάτερ, γιατρεύοντας με τη μακροθυμία σου, το γύναιο, που καταλήφθηκε από το πάθος).  Είθε οι ευχές του αγίου Γρηγορίου να συνοδεύουν και εμάς πάντοτε, ώστε να σωζόμαστε από τις διάφορες αμαρτίες μας. Θα είναι τούτο μία επιβεβαίωση της θαυματουργίας του και σε εμάς τους ίδιους. «Των σων θαυμάτων εν εμοί, Γρηγόριε, θείαν ενέργειαν, περιφανώς, Πάτερ, και τανύν ανάδειξον, εκ του βυθού ρυόμενος των πταισμάτων με».