Σάββατο, 4 Απριλίου 2020

ΟΣΙΑ ΜΑΡΙΑ Η ΑΙΓΥΠΤΙΑ



Ίδια μια Κίρκη μ’ άρωμα και
χρώματα αιθέρια μέριασε λες
σαν μάγισσα μωσαϊκό το πλήθος.
Μ’ όπλο βαρύ κι ανίκητο, μαγνήτη
τον αιώνιο σε αντρικές ορμόνες,
προχώρησε θριαμβικά στη δακρυσμένη
θύρα με τις ευχές που κρέμονταν
διψώντας την ελπίδα.
Την έτρωγε η πεθυμιά να δει
- κι ίσως και να φιλήσει! –
το Ξύλο το θαυματουργό, αίμα
Θεού που τ’ άγιασε
Χριστού του Σταυρωμένου.
Η θύρα όμως… άβατη!
Και μια και δυο και τρεις φορές χέρι
 θαρρείς του Σαβαώθ της έδενε τα πόδια.
Ένιωσε χώμα την καρδιά, συντρίμμια
την ψυχή της κι ένα ποτάμι χύθηκε
που ξέπλυνε τα μάτια.
Της Μάνας βλέμμα Παναγιάς,
στης Εκκλησιάς το βάθος,
θλιμμένο φθινοπωρινό τής έδωσε κουράγιο.
«Ήμαρτον!», βγήκε ’νας λυγμός…
και τα σφυρά φτερώσαν.
Ο τόπος εβατώθηκε και Ξύλο
το βλογημένο νοτίστηκε με δάκρυα.
Την ίδια μέρα βρέθηκε στης έρημος
τα βράχια κι ο Ιορδάνης γεύτηκε
κρουνούς της μετανοίας.
Άγγελος γίνηκε της γης.