Σάββατο, 29 Αυγούστου 2020

ΣΩΜΑ ΚΑΙ ΑΙΜΑ ΧΡΙΣΤΟΥ...



«Όταν λαμβάνουμε μερίδα του Σώματος του Χριστού και μερικές ρανίδες του Αίματός Του, εκπλησσόμαστε τότε ώς ποιον βαθμό ήθελε Αυτός να ενωθεί μαζί μας!» (όσιος Σωφρόνιος του Έσσεξ).

Επανειλημμένως ο όσιος Γέρων Σωφρόνιος αναφέρεται στο βαθύ και ακατάληπτο μυστήριο της Θείας Λειτουργίας και μάλιστα του Μεγάλου Βασιλείου. Πρόκειται, κατά τον λόγο του, για «την παγκόσμια λειτουργία, (όπου) όλη η ομολογία της πίστεώς μας εκτίθεται εκεί με περιεκτική μορφή. Η θεολογία όμως αυτή είναι το περιεχόμενο της προσευχής μας». Έχει τέτοιο βάθος, σημειώνει, που κατά καιρούς «με καταλάμβανε μυστική φρίκη μπροστά στο μεγαλείο (αυτού) του μυστηρίου». Και δικαιολογημένα. Γιατί, όπως εξηγεί, «μας χρειάζεται πολλή άσκηση, προκειμένου να διανοίξουμε το αυθεντικό, υπαρκτικό περιεχόμενό της». Φτάνει μάλιστα στο σημείο να ομολογεί ότι ακόμη και «πολλοί μοναχοί δεν είναι σε θέση να εννοήσουν τη Λειτουργία, νυστάζουν ψυχικά και η ίδια η Λειτουργία δεν ενεργεί τόσο δυνατά σε αυτούς».
«Κλειστό» λοιπόν το περιεχόμενο της Θείας Λειτουργίας, κατά τον μεγάλο όσιο θεολόγο, για τους περισσοτέρους χριστιανούς, ακόμη και για πολλούς μοναχούς. Και ποιο είναι εκείνο μπροστά στο οποίο κατεξοχήν ιλιγγιά ο νους του; «Το απίστευτο θαύμα», του «πώς Εκείνος, ο οποίος δημιούργησε τον άνθρωπο κατ’  εικόνα και καθ’ ομοίωσίν Του, θέλει να ζήσει με τον άνθρωπο!» Η άπειρη αγάπη του Θεού με άλλα λόγια, εκείνη που έκανε τον Θεό να κλίνει ουρανούς και να κατέβει ως άνθρωπος, αυτό είναι το μέγιστο μυστήριο – ό,τι σημειώνει ο απόστολος Παύλος και το χαρακτηρίζει ως όντως μέγα μυστήριο: «Ομολογουμένως μέγα εστί το της ευσεβείας (πίστεως δηλαδή) μυστήριο∙ Θεός εφανερώθη εν σαρκί». Και γιατί το θεωρεί τόσο «κλειστό» γεγονός ο όσιος Σωφρόνιος, αφού έχουμε τόσους χριστιανούς που το πιστεύουν και το αποδέχονται; Γιατί, όπως μας λέει, έχει υπόψη του όχι μία θεωρητική αποδοχή του μυστηρίου που «περνάει» μέσα από την αποδοχή της νόησης, αλλά την «υπαρκτική» αποδοχή που είναι και η μόνη «αυθεντική»∙ αυτή που κινητοποιεί όλη την ύπαρξη του ανθρώπου με κέντρο την καρδιά του – μία βιωματική συμμετοχή στο μυστήριο.  
Έτσι για τον όσιο Σωφρόνιο η θεία Λειτουργία είναι η συνέχεια της ενσάρκωσης του Χριστού, όπου Αυτός μάς συναντά – εμάς που βαπτιστήκαμε και γινήκαμε δικά Του μέλη -  και μας προσφέρεται για να μας θρέψει υπό τα είδη του άρτου και του οίνου. Η μερίδα του άρτου είναι η μερίδα του Σώματός Του και οι ρανίδες του οίνου είναι οι ρανίδες του Αίματός Του. Και τι σημαίνει αυτό; Πέρα από το «αυτονόητο» γεγονός ότι πρόκειται για Σώμα και Αίμα Χριστού, ζούμε το θάμβος και την έκπληξη του μυστηρίου, όπως είπαμε, της άπειρης αγάπης του Θεού μας: «ώς ποιον βαθμό ήθελε Αυτός να ενωθεί μαζί μας!» Ο όσιος Γέρων δεν μπαίνει στη διαδικασία οποιασδήποτε λογικής εξήγησης – τι λογική μπορεί να υπάρχει σ’ αυτό που συνιστά μυστήριο του Θεού; Υπάρχει όμως κατανόηση, μας λέει. Αλλά αυτή έρχεται μ’ έναν τρόπο που δεν μπορεί να τον προσδιορίσει ο άνθρωπος. «Με την τέλεση του μυστηρίου αυτού ο συνηθισμένος κτιστός άρτος μεταβάλλεται σε Σώμα Χριστού, κατά τον δημιουργικό λόγο του Θεού. Έρχεται στιγμή, κατά την οποία αυτό γίνεται σαφές, χωρίς εξήγηση». Κι αυτή η στιγμή, μας είπε παραπάνω, προϋποθέτει «πολλή άσκηση».
Έτσι ο όσιος μάς καθοδηγεί στο πέλαγος αυτό της αγάπης του Θεού που συνιστά και το κέντρο της Εκκλησίας μας, για να μας πει από την εμπειρία του και την πίστη στους αγίους Πατέρες ότι με τη θεία Λειτουργία «φέρουμε στη συνείδησή μας την οδό του Θεού, που οδηγεί στη δημιουργία των θεοειδών ανθρώπων». Με το γεγονός αυτό δηλαδή βρισκόμαστε πάνω στην Οδό, πάνω στον Ίδιο τον Κύριο Ιησού Χριστό: Αυτός είναι «η Οδός», οπότε πορευόμαστε μέσα στην προοπτική του σκοπού που μας έθεσε απαρχής ο Θεός, της ομοίωσής μας με Αυτόν. Χωρίς τη συμμετοχή μας στη Θεία Λειτουργία ο σκοπός της ζωής του χριστιανού, και κάθε ανθρώπου βεβαίως, δεν υφίσταται – ο άνθρωπος βαδίζει ως τυφλός και ανόητος στον κόσμο. Γι’  αυτό και στη Θεία Λειτουργία, τα μυστήρια αυτά της Εκκλησίας, έχουμε την κατεξοχήν δράση του Τριαδικού Θεού μας, έχουμε τη ζωντανή παρουσία Του στον απόλυτο δυνατό βαθμό για τον άνθρωπο. Οπότε καταλαβαίνει κανείς ότι όταν υπάρχει έστω και μικρή επίγνωση του μεγαλείου αυτού βρίσκεται διαρκώς κατειλημμένος από έκπληξη∙ ζει μέσα στη διαρκή ανανεωτική ατμόσφαιρα της Χάρης και του Πνεύματος του Θεού – «ιδού, καινά ποιώ πάντα»!
Και να, η επιβεβαίωση από τον άγιο. Παρ’ όλη τη δυσκολία που νιώθει για να εκφράσει το ανέκφραστο που ζει, αποκαλύπτει: «Να ένα αληθινά παράδοξο πράγμα: Ζω ήδη μέσα στο ράσο εξήντα επτά χρόνια, (σημ.: την ομιλία αυτή εκφώνησε στις 25 Μαῒου 1992), και κάθε φορά η Λειτουργία είναι για μένα κάτι νέο, μοναδικό! Είναι αδύνατον να την συνηθίσουμε!» Γιατί; Διότι ακριβώς ζει την παρουσία του ζωντανού Τριαδικού Θεού πάντοτε στη ζωή του – «η πολλή άσκηση» που έκανε – ιδίως όμως στη Θεία Λειτουργία. Αλλά συνεχίζει και με κάτι άλλο εξίσου πολύ σημαντικό ο όσιος Γέρων: «Και όταν βρίσκουμε ανάπαυση στη βαθειά καρδιά μας από την εγγύτητα του Θεού, τότε βεβαίως μάς είναι ευκολότερο να υπηρετήσουμε τους ανθρώπους».  
Κατά συνέπεια, ο Γέρων Σωφρόνιος ζούσε τη Θεία Λειτουργία με επίγνωση, ζούσε δηλαδή την παρουσία του Χριστού που κομματιάζεται για να μας προσφέρει τον Εαυτό Του,  εκπλησσόταν από την ακατανόητη αυτή αγάπη του Θεού που «τρέχει» να ενωθεί μαζί μας, σαν να μην υπάρχει τίποτε ανώτερο σ’ Αυτόν από το να είναι μαζί με τους κατ’ εικόνα Του δημιουργημένους ανθρώπους, κι αυτή η εγγύτητα του Θεού που βίωνε εμπειρικά τού έδινε την ανάπαυση της βαθειάς καρδιάς, εκεί που πράγματι κατά τον Κύριο πραγματοποιείται η συνάντηση του ανθρώπου με τον Θεό, με αποτέλεσμα να μπορεί να διακονεί και να υπηρετεί ευκολότερα τους ανθρώπους. Λίγο παρακάτω στον λόγο του, εξηγεί καλύτερα τη φοβερή αυτήν πνευματική πραγματικότητα: «Ακούγοντας τις προσευχές αυτές (της Λειτουργίας) που εκθέτουν τα δόγματα της πίστεώς μας, πραγματικά εισερχόμαστε βαθμηδόν στις αληθινές διαστάσεις της Λειτουργίας. Ακόμη και η ίδια η φύση μας αλλάζει: από εγωιστική γίνεται φύση που ανταποκρίνεται στις εντολές του Χριστού Θεού. Ο μακάριος Σιλουανός το εξέφρασε αυτό με τους λόγους: “Ο αδελφός μας είναι η ζωή μας”. Ο ίδιος ο Κύριος στη Φοβερά Κρίση θα πει ότι ο κάθε μικρός άνθρωπος είναι ο εαυτός Του».
Γιατί χαρακτηρίσαμε φοβερή την πραγματικότητα αυτή; Διότι εύκολα λέμε και ακούμε τα σχετικά με την αγάπη για τον συνάνθρωπο – όλοι μιλάμε για την αγάπη. Αλλά αγάπη με έδρα τον εγωισμό δεν υπάρχει, είναι οξύμωρο! Για τον όσιο Σωφρόνιο λοιπόν, τότε κανείς μπορεί πράγματι να διακονήσει τον συνάνθρωπό του, να τον αγαπήσει πραγματικά δηλαδή, όταν διάγει ασκητική ζωή, με την έννοια της εγκρατείας και της διαρκούς αναφοράς στον Θεό, κι όταν ζει εκκλησιαστικά και ευχαριστιακά τη ζωή του. Τότε βρίσκει την αληθινή  ανάπαυση, η οποία αποτελεί τον όρο και της γνήσιας και ανιδιοτελούς  αγάπης. Γιατί τελικά ανάπαυση σημαίνει ότι «αναπαύεται» σ’ αυτόν ο Θεός. Οπότε, προσφέρεις ό,τι έχεις!

Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2020

Ο ΟΣΙΟΣ ΚΑΙ ΘΕΟΦΟΡΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΜΩΥΣΗΣ Ο ΑΙΘΙΟΨ


῾Αυτός ο μακάριος ήταν κατά το γένος Αιθίοπας, ως προς το χρώμα κατάμαυρος, κι ήταν δούλος ενός άρχοντα. Ο ίδιος ο κύριός του, μην αντέχοντας τον δύστροπο χαρακτήρα του και τη ληστρική διαγωγή του, τον έδιωξε από κοντά του. Ο Μωυσής κάποτε κράτησε κακία σε κάποιο βοσκό, γιατί τον παρεμπόδισε από το να κλέψει, γι᾽ αυτό και σκέφτηκε να τον σκοτώσει. Έμαθε ότι ο βοσκός βρισκόταν πέραν του Νείλου ποταμού και παρόλη την πλημμύρα του ποταμού, αφού έβαλε στα δόντια το μαχαίρι του και τα ρούχα του στο κεφάλι του, κολύμβησε και πέρασε απέναντι. Προαισθάνθηκε όμως ο βοσκός τον ερχομό του και γι᾽ αυτό έφυγε γρήγορα. Από την οργή του ο Μωυσής έσφαξε τέσσερα διαλεκτά κριάρια από το εγκαταλειμμένο κοπάδι, τα έδεσε σε σειρά, και τα πέρασε κολυμπώντας στην αντίπερη και πάλι όχθη του Νείλου. Τα κρέατα τα έφαγε μόνος του, ενώ τα δέρματα τα πούλησε, κι έπειτα επέστρεψε προς τους φίλους του. Αυτά τα διηγήθηκα, για να δείξω ότι είναι δυνατόν, γι᾽ αυτούς που θέλουν, να σωθούν διά της μετανοίας. Ο Μωυσής κάποτε ένιωσε τη νύξη της θείας χάρης, από κάποιο γεγονός,  και θέλησε να πάει σε μοναστήρι να γίνει καλόγερος. Τόσο βαθιά μετανόησε, ώστε και τους συντρόφους του ληστές να οδηγήσει στον Χριστό. Καθώς κάποια φορά καθόταν στο κελλί του, ήλθαν ληστές , χωρίς να ξέρουν ότι αυτός είναι ο Μωυσής. Αυτός ο  μακάριος λοιπόν, με την τεράστια δύναμή του, τους ακινητοποίησε αμέσως και τους έδεσε με σχοινί, όπως δένει κανείς ένα σακκί από άχυρο, τους έβαλε στους ώμους, πήγε στην Εκκλησία και λέει προς τους αδελφούς: Επειδή δεν μου επιτρέπεται πια να αδικώ, κι αυτούς τους βρήκα να έχουν έλθει εναντίον μου, τι με διατάσσετε να τους κάνω; Οι ληστές τότε αναγνώρισαν ότι ο καλόγερος που τους έπιασε, ήταν ο Μωυσής, ο διάσημος και ακαταγώνιστος λήσταρχος, κι αφου εξομολογήθηκαν στον Θεό, άφησαν την προηγούμενη ζωή τους και έγιναν και αυτοί μοναχοί δοκιμότατοι. Αφού έζησε λοιπόν ο άγιος γέρων με θεάρεστο τρόπο και καταπολέμησε τον δαίμονα της ακολασίας, έφτασε στο τέλος του, σε ηλικία εβδομήντα πέντε ετών, αφού είχε γίνει και πρεσβύτερος, αφήνοντας μάλιστα και εβδομήντα μαθητές᾽.

Ο όσιος Μωυσής ο αιθίοψ αποτελεί τον πιο γνωστό έγχρωμο άγιο της Εκκλησίας, έναν από τους πιο αγαπημένους αββάδες του Γεροντικού και βεβαίως την πιο περίτρανη απόδειξη ότι για τη χριστιανική πίστη δεν έχει καμμία σημασία το χρώμα του ανθρώπου, αλλά η εσωτερική, της ψυχής, κατάσταση, στην οποία και μόνον επιβλέπει ο Θεός. ῾Άνθρωπος γαρ εις πρόσωπον, Θεός εις καρδίαν βλέπει᾽. Ο λόγος του αποστόλου Παύλου ῾ουκ ένι Έλλην ή βάρβαρος, δούλος ή ελεύθερος, άρσεν και θήλυ᾽ θα μπορούσε κάλλιστα να συμπληρωθεί και με τη φράση, την οποία οπωσδήποτε θα προσυπέγραφε ο απόστολος, γιατί αυτό ήταν και το νόημά της, ῾ουκ έστιν και έγχρωμος ή λευκός᾽, διότι ῾εν Χριστώ Ιησού πάντες εις εστέ᾽. Το γεγονός ότι σημασία έχει η κατάσταση της καρδιάς του ανθρώπου, δηλαδή η αμαύρωσή της λόγω της αμαρτίας ή η λευκότητά της λόγω της χάρης του Θεού από τη βίωση της μετανοίας, είναι κάτι που το επισημαίνει ιδιαιτέρως και η ακολουθία του οσίου, όπως για παράδειγμα στο πρώτο ήδη τροπάριο της α´ ωδής του κανόνα του όρθρου: ῾Δήγματι αμαρτίας, μεμελανωμένην την καρδίαν μου, καταλεύκανον Πάτερ, μετανοίας τοις όμβροις, πρεσβείαις σου᾽. Πάτερ (Μωυσή), διά των πρεσβειών σου, κάνε κατάλευκη, με τα δάκρυα της μετανοίας μου, την καρδιά μου, που είναι κατάμαυρη από το δάγκωμα της αμαρτίας.

Ο όσιος αποτελεί επίσης και σπουδαιότατο δείγμα της δύναμης της μετανοίας: από ληστής και άσωτος φθάνει στα ύψη της αγιότητας. Δεν είναι μόνον η οσία Μαρία η Αιγυπτία, την οποία προβάλλει η Εκκλησία μας στο θέμα αυτό, αλλά και ο όσιος Μωυσής. Και η δική του η μεταστροφή οφείλεται κατά πρώτο λόγο βεβαίως στη χάρη του Θεού, αλλά και στη συνεργαζόμενη με αυτή θέληση του αγίου. Κι αυτό σημαίνει ότι ο όσιος Μωυσής, παρόλη τη φοβερότητά του, διατηρούσε μέσα στην καρδιά του αγαθά σπέρματα, που ενεργοποιήθηκαν, όταν ήρθε η ώρα της κλήσεώς του από τον Θεό. Από την άποψη αυτή, καταλαβαίνουμε  ότι κανείς δεν μπορεί να καταδικάσει κανέναν άνθρωπο, έστω κι αν τον βλέπει στην έσχατη κατάντια. Όσο είναι ζωντανός ο άνθρωπος, έχει περιθώρια μετανοίας, άρα εξύψωσής του στο επίπεδο της αγιότητας. Με ωραιότατη ποιητική εικόνα,  ο υμνογράφος επισημαίνει ότι ο Μωυσής ανήκε τελικώς, πέραν από τις επιφανειακές κρίσεις, στο καλό έδαφος, για το οποίο μιλά ο Κύριος στην παραβολή του καλού σπορέως: ῾Αύλαξι διανοίας, κρύψας τα του λόγου, Πάτερ, σπέρματα, εγεώργησας σίτον᾽. Έκρυψες, Πάτερ, τους σπόρους του λόγου του Θεού στα αυλάκια της διανοίας σου και καρπορόφησες το σιτάρι (των αρετών).

Η ιδιαιτερότητα της θαυμαστής, μετά τη μεταστροφή του, ζωής του οσίου έγκειται στη γρήγορη πνευματική του ανέλιξη. Ο Μωυσής σε πολύ σύντομο χρόνο γέμισε από τις αρετές του αγίου Πνεύματος και απετέλεσε καθοδηγητικό φάρο και για τους απλούς πιστούς, αλλά και για τους ίδιους του μοναχούς. ῾Τας των πιστών καταλαμπρύνει καρδίας᾽, ψάλλει ο υμνωδός, και ῾αλείπτης γέγονας, Πάτερ, των μοναστών προς πάλην εχθρών, έργοις τε και λόγοις᾽. Έγινες δηλαδή πνευματικός γυμναστής, Πάτερ, των μοναχών, με τα έργα και με τα λόγια σου, για να ξέρουν να πολεμούν τους εχθρούς.  Τι εξήγηση μπορεί να δοθεί; Σε παρόμοιες περιπτώσεις, λένε οι άγιοι Πατέρες, όταν δηλαδή βλέπουμε πνευματικούς καρπούς σε μικρό χρονικό διάστημα, μία είναι η εξήγηση: ο άνθρωπος αυτός βρήκε την πιο σύντομη οδό που οδηγεί στη Βασιλεία του Θεού, την αγία ταπείνωση. Ο όσιος πράγματι, όπως σημειώνει αλλού η ακολουθία του, περιέφραξε τον εαυτό του από παντού με την ταπείνωση και έτσι μπόρεσε να διαφύγει τις επιθέσεις του Πονηρού: ῾Τη ταπεινώσει πάντοθεν πεφραγμένος, διέφυγες, Πάτερ, Αιθιόπων νοητών τα τοξεύματα᾽. Την ίδια εκτίμηση – και αυτό είναι το πιο σημαντικό – έκαναν και οι σύγχρονοί του καλόγεροι: ῾ο Μωυσής, έλεγαν, μας έχει κρεμάσει όλους στο μικρό του δαχτυλάκι᾽, εννοώντας τη μεγάλη του ταπείνωση. Και δικαιολογημένα: όσο πιο ταπεινός είναι κάποιος, τόσο και πιο μεγάλος και σπουδαίος γίνεται, λόγω της παρουσίας στην καρδιά του του αγίου Πνεύματος. ῾Επί τινα επιβλέψω – λέγει το Πνεύμα του Θεού - αλλ᾽ ή επί τον ταπεινόν και ησύχιον και ακούοντά μου τους λόγους και τρέμοντα αυτούς;᾽


Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2020

ΠΩΣ ΕΝΕΔΡΕΥΟΥΜΕ ΚΑΙ ΠΑΓΙΔΕΥΟΥΜΕ ΚΑΙ ΜΑΣΤΙΓΩΝΟΥΜΕ ΤΟΝ ΕΧΘΡΟ ΜΑΣ...



«Ενεδρεύει ο εχθρός διάβολος όπως το λιοντάρι στη φωλιά του, και κρύβει για κακό μας παγίδες και δίχτυα από λογισμούς ακάθαρτους και ασεβείς. Αλλά και εμείς, αν δεν κοιμόμαστε, θα μπορέσουμε να του στήνουμε μεγαλύτερες και φοβερότερες παγίδες και δίχτυα και ενέδρες. Γιατί η προσευχή, οι ψαλμοί, η αγρυπνία, η ταπεινοφροσύνη, η υπηρεσία προς τον πλησίον και το έλεος, η ευχαριστία και η ακρόαση των θείων λόγων, γίνονται ενέδρα και παγίδα και λάκκος καί μάστιγες και αγχόνη καί δίχτυα για τον εχθρό» (όσιος Ιωάννης Καρπάθιος).

Ο όσιος Ιωάννης Καρπάθιος που η Εκκλησία μας τον εορτάζει την 25η Αυγούστου (περισσότερα για τη ζωή του στο blog μας) δεν είναι πολύ γνωστός στο πλήρωμα της Εκκλησίας κι ούτε έχουμε πολλά στοιχεία για την εδώ στον κόσμο τούτο πορεία του. Παρ’ όλα αυτά η παρουσία του στα ασκητικά κείμενα της Εκκλησίας είναι ισχυρή, γιατί μας έχει αφήσει σπουδαία κεφάλαια, «παρηγορητικά» όπως χαρακτηρίζονται, στη Φιλοκαλία των Νηπτικών των αγίων Μακαρίου του Νοταρά και Νικοδήμου του Αγιορείτου. Ένα τέτοιο κεφάλαιο που μας αποκαλύπτει στοιχεία της πνευματικής ζωής είναι και το παραπάνω.

Καταρχάς ο όσιος σχολιάζει τον λόγο του αποστόλου Πέτρου, που συνιστά όμως πιστεύουμε και προσωπική, του οσίου, εμπειρία, ότι όχι μόνο βεβαίως υφίσταται ο πονηρός διάβολος, (ο ξεπεσμένος αρχάγγελος με τις λεγεώνες που τον ακολούθησαν), αλλά η μόνιμη επιθυμία του είναι να καταστρέφει τη δημιουργία του Θεού και μάλιστα τον κατ’  εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού άνθρωπο. Όπως ακριβώς το σημειώνει ο απόστολος «ὁ ἀντίδικος ἡμῶν διάβολος περιπατεῖ ὡς λέων ὠρυόμενος ζητῶν τίνα καταπίῃ». Βεβαίως πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι η δράση του πονηρού δεν είναι ανεξέλεγκτη∙ μπορεί αυτός και οι δικοί του να ξέπεσαν, μπορεί ο Κύριος για λόγους που Εκείνος γνωρίζει να τους κρατάει στην ύπαρξη – ο Θεός ποτέ δεν καταστρέφει τη δημιουργία Του έστω και σε κατάσταση πτώσεως – μπορεί να τον αφήνει να δρα πειρασμικά και καταστροφικά, αλλά πάντοτε μέσα στο πλαίσιο της παντοδύναμης Πρόνοιάς Του – όσο η δράση του πονηρού εξυπηρετεί το δικό Του σχέδιο για τη διαπαιδαγώγηση και τη σωτηρία του ανθρώπου.  Και τι σημειώνει συγκεκριμένα ο όσιος; Ότι ο διάβολος ως λιοντάρι πράγματι στήνει ενέδρες και παγίδες στον άνθρωπο, αλλά κυρίως στο επίπεδο των λογισμών – τοξεύει τον άνθρωπο με τα βέλη των ακάθαρτων και ασεβών λογισμών. Και ακάθαρτοι λογισμοί είναι εκείνοι που αναφέρονται κατεξοχήν στο παθητικό λεγόμενο μέρος της ψυχής, στον κόσμο των συναισθημάτων δηλαδή και των βουλητικών ενορμήσεων, όπως για παράδειγμα να εξάπτει το μίσος και τις έχθρες ανάμεσα στους ανθρώπους ή και να τους παρωθεί σε επιθυμίες που είναι πέρα από το θέλημα του Θεού: σαρκικές επιθυμίες, αγάπη για τα χρήματα, αγάπη για το φαίνεσθαι και την ανθρώπινη δόξα∙ ενώ ασεβείς λογισμοί είναι εκείνοι που αναφέρονται καεξοχήν στο λογιστικό μέρος της ψυχής και που δεν είναι άλλοι από τους λογισμούς της απιστίας και της αμφιβολίας ως προς την ύπαρξη και την παρουσία του Θεού στη ζωή του ανθρώπου. Συνεπώς ο πονηρός έχει ως έργο του αδιάκοπο το πώς θα αλλοιώσει τη σχέση του ανθρώπου ως προς τον Θεό και ως προς τον συνάνθρωπό του και την όλη λοιπή δημιουργία.

Κι έπειτα μάς υπενθυμίζει ο όσιος ότι ναι μεν αυτό συμβαίνει από πλευράς του πονηρού, όμως από πλευράς δικής μας, δηλαδή από πλευράς των χριστιανών που έχουν επίγνωση της χριστιανικότητάς τους, μπορεί να συμβεί το θεωρούμενο παράδοξο και «απίστευτο»: «να στήνουμε εμείς στον διάβολο μεγαλύτερες και φοβερότερες παγίδες και δίχτυα και ενέδρες!» Μα πώς είναι δυνατόν; Ο διάβολος ως πνεύμα, έστω και ξεπεσμένο, δεν έχει μεγαλύτερη δύναμη από εμάς; Είχε και έχει, αλλά μέχρι εκεί που υπάρχει η παρουσία του Χριστού στη ζωή του ανθρώπου. Για τον χριστιανό, τον βαπτισμένο και χρισμένο στο όνομά Του, λειτουγεί η παντοδυναμία Εκείνου, γιατί έγινε διά του βαπτίσματος μέλος Του και δικό Του κομμάτι, που θα πει ότι ο χριστιανός δεν είναι ποτέ μόνος του, αλλά πάντοτε μαζί με τον Χριστό, ντυμένος Εκείνον και έχοντας τις δυνάμεις Εκείνου! «Ὅσοι γάρ εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε Χριστόν ἐνεδύσασθε». Πρόκειται για την αυτοσυνειδησία του χριστιανού μέσα στην Εκκλησία, που έκανε τον όσιο Παῒσιο για παράδειγμα τον αγιορείτη να λέει ότι «ο διάβολος μπροστά στον χριστιανό μοιάζει με το σκυλί που του έχουν βγάλει τα δόντια ή με το φίδι που του έχουν αφαιρέσει το δηλητήριο». Έτσι ο χριστιανός αποτελεί φόβητρο για τον διάβολο, ο διάβολος τρέμει τον χριστιανό και όχι το αντίθετο. Τυχαία ο μέγας όσιος της Εκκλησίας Ιωάννης της Κλίμακος λέει πως ο χριστιανός με το όνομα του Χριστού στα χείλη και την καρδιά του «μαστιγώνει τον διάβολο»; «Ἰησοῦ ὀνόματι μάστιζε πολεμίους».  Για να συμπληρώσει ο όσιος Ιωάννης Καρπάθιος πια πέρα από τη διαρκή επανάληψη του ονόματος του Χριστού και «την προσευχή, τους ψαλμούς, την αγρυπνία, την ταπεινοφροσύνη, την υπηρεσία προς τον πλησίον και το έλεος, την ευχαριστία και την ακρόαση των θείων λόγων».
Χριστιανός με άλλα λόγια που προσεύχεται με τον τρόπο της Εκκλησίας μας, που μελετά τον λόγο του Θεού, που στέκεται με ταπείνωση και αγάπη και έλεος απέναντι στον συνάνθρωπό του, που ευχαριστεί και δοξολογεί τον Θεό, αυτός στήνει «ενέδρα και παγίδα και λάκκο και αγχόνη και δίχτυα» στον εχθρό διάβολο και τον μαστιγώνει με τον σκληρότερο τρόπο! Πόσες φορές δεν έχουμε διαβάσει για παράδειγμα σε παλαιότερα αλλά και νεώτερα συναξάρια ότι και μόνο η επίκληση του ονόματος του Χριστού – εννοείται με πίστη και αγάπη προς Εκείνον – εξαφάνισε τη δαιμονική παρουσία, όπως και η αναφορά στην Παναγία «έκαψε τους δαίμονες». Πόσες φορές επίσης δεν έχουμε διαβάσει ή ακούσει και προσωπικά αισθανθεί ότι σε μία κατάσταση δύσκολη και θλιβερή η μελέτη του Ευαγγελίου μάς έκανε να αποκτήσουμε και πάλι το θάρρος μας, κι ακόμη περισσότερο: πόσες φορές ο αγώνας μας να συγχωρήσουμε κάποιον για μια αδικία που πιθανόν έκανε απέναντί μας μάς έκανε να νιώσουμε τη χαρά του θεϊκού ελέους, ενώ η έχθρα που σκίαζε την ψυχή μας μέχρι την ώρα της συγγνώμης μάς έκανε περίλυπους και δυστυχισμένους;
Οπότε, ναι! Ο διάβολος μάς πολεμάει, μας δυσκολεύει (είπαμε κατά παραχώρηση Κυρίου) τη ζωή, αλλά κι εμείς δεν πάμε πίσω: του δυσκολεύουμε πολύ περισσότερο, κατά τον όσιο Καρπάθιο, τη ζωή και τη δράση. Και βλέπει κανείς την κοινή εμπειρία στον πνευματικό αγώνα των αγίων μας. Ό,τι λέει ο όσιος Καρπάθιος και ο όσιος Ιωάννης της Κλίμακος  το λέει και ο νέος μέγας πράγματι όσιος της Εκκλησίας Ιωσήφ ο ησυχαστής. Έλεγε χαρακτηριστικά σε κάποιον χριστιανό που δείλιαζε στον πνευματικό αυτόν αγώνα : «Πρέπει να γίνεις γενναιότερος. Να παραταχθείς στήθος προς στήθος προς αυτούς τους άσαρκους. Μην τους φοβάσαι. Εσύ δεν βλέπεις με κάθε ευχή, όπου λέγεις, πόσοι πίπτουν, πόσοι στρέφουν τα νώτα. Συ μόνον βλέπεις πόσον εσύ πληγώνεσαι. Αλλά και αυτοί δέρνονται. Και αυτοί φεύγουν. Σε κάθε υπομονή οπού κάμνομε, φεύγουν αλματωδώς, και σε κάθε ευχή πληγώνονται σοβαρώς. Λοιπόν μη θέλεις εν καιρώ πολέμου να ρίπτεις εσύ σφαίρες και βόλια και αυτοί να σου ρίχνουν λουκούμια και σοκολάτες!» - κάτι παρόμοιο που έλεγε και ο άγιος Παῒσιος, όταν εξηγούσε ότι «πολύ συχνά νιώθουμε ότι μένουμε στάσιμοι πνευματικά, γιατί δεν βλέπουμε ότι τη μία ημέρα πολεμάμε με ένα διάβολο, ενώ την άλλη με δέκα!»

Ο όσιος Ιωάννης Καρπάθιος όμως σημειώνει τέλος το αυτονόητο: όλα αυτά συμβαίνουν από πλευράς πνευματικής σε μας τους χριστιανούς, «αν δεν κοιμόμαστε». Κι αυτό είναι το πιο καίριο. Διότι μπορεί κάποιος να είναι χριστιανός, αλλά να μην το έχει πάρει σοβαρά στη ζωή του. Χρειάζεται δηλαδή να είμαστε ξύπνιοι, να έχουμε εγρήγορση, να έχουμε τη νήψη που λένε τα αγιογραφικά και τα πατερικά κείμενα της Εκκλησίας μας. Τότε, πράγματι, η ζωντανή σχέση μας με τον Χριστό θα αποτυπώνεται σε όλες τις διαστάσεις της ζωής μας, θα ζούμε ασφαλώς τον σταυρό και τις δυσκολίες, αλλά μέσα σ’ ένα πλαίσιο Ανάστασης, θα είμαστε για τον διάβολο κι εμείς το φόβητρό του! Το σημαντικότερο όμως κατά τον Κύριο, δεν θα είναι αυτό∙ θα είναι ότι «το όνομά μας θα είναι γραμμένο στη Βασιλεία του Θεού», γεγονός που συνιστά το όραμα και την αδιάκοπη προοπτική μας.


Τρίτη, 25 Αυγούστου 2020

ΜΑΣΚΑ ΚΑΙ... ΜΑΣΚΕΣ!



 «Ας φοράμε προσεκτικά τη μάσκα για προστασία της υγείας, αποφεύγοντας επίμονα τις μάσκες κάθε μορφής υποκρισίας, η οποία μολύνει επικίνδυνα τις ανθρώπινες σχέσεις» (αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος).

Με λιτό  και άμεσο τρόπο ο αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος έθεσε το κριτήριο για το θέμα που φαίνεται να διχάζει πολλούς από τους συνανθρώπους μας: το θέμα της μάσκας. Και ποιο είναι το κριτήριο; Οι ανθρώπινες σχέσεις – αυτές από τις οποίες εξαρτάται η ποιότητα της χριστιανικής μας ζωής στον κόσμο τούτο, συνεπώς και η αιώνια προοπτική μας. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το μόνο που θα ζητήσει ο Κύριος στην κρίση της Δευτέρας Του Παρουσίας ως προς την πορεία της εδώ ζωή μας  είναι ακριβώς το πώς σταθήκαμε απέναντι στον κάθε συνάνθρωπό μας, γνωστό ή άγνωστο, «δικό» μας ή όχι, πλούσιο ή φτωχό, συγγενή και πατριώτη μας ή όχι. «Ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων ἐμοί ἐποιήσατε» απεκάλυψε το αψευδές στόμα Του, που σημαίνει ότι η σχέση με τον συνάνθρωπο ως σχέση αγάπης αποτελεί την άκρα προτεραιότητα για τον πιστό χριστιανό. Και τι λέει λοιπόν ο σοφός ιεράρχης; Δεν έχει σημασία σωτηριολογική (μιλάμε για χριστιανούς είπαμε) η μάσκα που καλούμαστε να φοράμε για την υγεία μας όσο διαρκεί η πανδημία του κορονοϊού, όσο η άλλη, η επικίνδυνη μάσκα, που συνήθως «φοράμε» οι άνθρωποι, ακόμη και οι χριστιανοί, στην καθημερινότητά μας και που δεν είναι άλλη από τη μάσκα της υποκρισίας∙ γιατί αυτή «μολύνει επικίνδυνα τις ανθρώπινες σχέσεις».

Να λοιπόν πού βρίσκεται το κέντρο βάρους! Τι μολύνει τη σχέση μου με τον συνάνθρωπο, τι μολύνει συνεπώς την καρδιά και το είναι μου.  Κι αυτό δεν είναι η υλική μάσκα, η οποία μάλιστα λειτουργεί υπέρ της υγείας και της δικής μας αλλά και των άλλων, συνεπώς λειτουργεί υπέρ της αγάπης που ευλογεί ο Κύριος, αλλά η κρυφή μάσκα, αυτή που καλύπτει τον εγωισμό και την αλαζονεία μας, κάνοντάς μας να συμπεριφερόμαστε τις περισσότερες φορές με προσωπείο, το προσωπείο του τάχα καλού χριστιανού, ενώ απέχουμε όσο η γη από τον ουρανό από την αλήθεια της αγάπης. Η υποκρισία: ό,τι ο ίδιος ο Κύριος θεώρησε ως τη χειρότερη πνευματική κατάσταση, ό,τι έλεγξε με τον πιο δριμύ και αυστηρό τρόπο ιδίως έναντι των Φαρισαίων της εποχής Του, οι οποίοι παρουσίαζαν ένα πρόσωπο καλού και δικαίου ανθρώπου, ενώ μέσα τους ζούσαν τον βόρβορο των πιο δαιμονικών παθών. «Οὐαί ὑμῖν, Γραμματεῖς καί Φαρισαῖοι ὑποκριταί, γιατί μοιάζετε με τους ασβεστωμένους τάφους, που εξωτερικά μεν φαίνονται ωραίοι, αλλά μέσα είναι γεμάτοι από κάθε είδους ακαθαρσία. Τυφλοί και ανόητοι!» Η μάσκα της υποκρισίας είναι λοιπόν αυτό που καταδικάζει ο Θεός – το έλλειμμα της αγάπης - κι αυτή η μάσκα είναι δυστυχώς η συνοδευτική του μεγαλυτέρου μέρους της ζωής μας.

Απόδειξη: περιπίπτει κάποιος σ’ ένα αμάρτημα ή σ’ ένα θεωρούμενο αμάρτημα και αμέσως σπεύδουμε εμείς οι «αναμάρτητοι» να τον κατακεραυνώσουμε, να υποδείξουμε την αμαρτία, να δείξουμε δηλαδή ότι εμείς βρισκόμαστε σε ανώτερο επίπεδο. Και τι δείχνουμε βεβαίως πράγματι; Το ύψος της υπερηφάνειας και της αλαζονείας μας, γιατί θεωρούμε ότι είμαστε καλύτεροι και ανώτεροί του! Πού είναι το φρόνημα της ταπείνωσης του Χριστού μας, πού είναι αυτό που μας καλεί ο απόστολος Παύλος όταν λέει «με την ταπεινοφροσύνη να θεωρείτε τους άλλους ότι υπερέχουν από εσάς»! Κι ακόμη: καλούμαστε από τον Κύριο να αγαπάμε και τον εχθρό μας, ενώ είμαστε έτοιμοι να κατασπαράξουμε κυριολεκτικά και τον αδελφό μας αν πιστέψουμε ότι λίγο μας αδίκησε και μας παραγκώνισε! Ω, της υποκρισίας και της αφιλαδελφίας!

Και τι είναι αυτή η μάσκα, η προσωρινή όπως είπαμε λόγω της πανδημίας; Θα το πούμε μ’ ένα παράδειγμα. Γιατί δυσανασχετούμε όταν κάποιος έλθει δίπλα μας ή και μακρύτερα από εμάς και βήξει ή φταρνιστεί χωρίς να βάλει μπροστά στο πρόσωπό του το χέρι του ή τον αγκώνα του; Γιατί τον θεωρούμε «ανάγωγο» και είμαστε έτοιμοι να του κάνουμε παρατήρηση, ή το λιγότερο θα τον κοιτάξουμε αγριωπά; Διότι κάνει κάτι που θέτει σε κίνδυνο την υγεία μας∙ διότι κάνει κάτι που είναι αντιαισθητικό και δεν είναι πολιτισμένο. Λοιπόν, η μάσκα που μας συστήνουν οι υγειονομικές αρχές του τόπου μας αλλά και οι παγκόσμιες  δεν μπορεί να ιδωθεί ως  μία πιο μόνιμη και σταθερή έκφραση της ύψωσης της παλάμης μας που τείνει να καλύψει τα σταγονίδια που εκτοξεύονται από το βήξιμο και το φτάρνισμά μας ή και την πιο βαριά αναπνοή μας; Νομίζουμε πως αν το δούμε από την άποψη αυτή δεν θα υπάρχει κανείς που θα αντιδράσει και να μη δει τη θετική διάσταση που υπάρχει. Στους περισσοτέρους μας όντως δεν αρέσει το κάλυμμα αυτό, μα είναι αναγκαίο με τον τρόπο που είπαμε. Από κει και πέρα η όποια αντίδραση για λόγους ψυχολογικούς, για λόγους συμβολικούς, για λόγους συνωμοσιολογικούς, για λόγους ακόμη και πολιτικούς  δεν μας βρίσκει έτοιμους να μπούμε σε όποιο διάλογο – μας ξεπερνά. Ασφαλώς όμως δεν υπάρχει κανένα θέμα πίστεως. Ο αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος το εξέφρασε με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια και διάκριση. 

Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2020

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ



῾Ο άγιος Κοσμάς ο αιτωλός, ο νεώτερος αυτός πατέρας και δάσκαλος της Εκκλησίας, γεννήθηκε το 1714 στο Μέγα Δέντρο της Αιτωλίας και μαρτύρησε από τους Τούρκους το 1779 στο Κολικόντασι της Αλβανίας, οι οποίοι τον κρέμασαν σ᾽ ένα δέντρο, και πέταξαν το λείψανό του στον παρακείμενο Άψο ποταμό. Αιτία της θανατικής του καταδίκης υπήρξε το μίσος των Εβραίων, οι οποίοι τον πολεμούσαν, κυρίως για το γεγονός ότι έχασαν ως ημέρα του παζαριού τους την Κυριακή, η οποία μεταφέρθηκε το Σάββατο, λόγω του κηρύγματος του αγίου Κοσμά. Γράμματα έμαθε από την παιδική του ηλικία, τα οποία τα συνέχισε κι άργότερα, αλλά εκεί που τα ολοκλήρωσε ήταν στο Άγιον Όρος, όπου ευτύχησε να έχει σπουδαίους δασκάλους, σαν τον Παναγιώτη Παλαμά, τον Νικόλαο Τζαρτζούλη εκ Μετσόβου, ιδίως δε τον Ευγένιο Βούλγαρη. Στο Άγιον Όρος, κι ιδίως στη Μονή Φιλοθέου, έζησε επί δεκαεπτά χρόνια, κατά την ομολογία του ίδιου, μετά τα οποία δέχτηκε κλήση από τον Θεό να βγει στο κήρυγμα προς χάριν των υπόδουλων και βουτηγμένων στην αμάθεια συμπατριωτών του. Αφού έλαβε την άδεια των Γερόντων του Αγίου Όρους και έπειτα του Οικουμενικού Πατριάρχου Σεραφείμ του Β´, ώστε το κήρυγμά του να μην είναι αδέσποτο, κάτι που επανέλαβε και αργότερα επί πατριάρχου Σωφρονίου, άρχισε τις περιοδείες του, τρεις ή τέσσερις τον αριθμό, κατά τις οποίες διέτρεξε, από ό,τι σημειώνουν οι μελετητές της ζωής και του έργου του, όλη την ηπειρωτική Ελλάδα, ίσως και το βόρειο μέρος της Πελοποννήσου, καθώς και αρκετά νησιά στο Αιγαίο και το Ιόνιο. Δεν είναι εύκολο να προσδιορίσει κανείς ακριβώς τοπικά και χρονικά τις περιοδείες αυτές, εκείνο όμως που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι το γεγονός ότι από όπου πέρασε ῾σφράγισε᾽ τον τόπο, ώστε ακόμη και σήμερα να έχει μείνει στη μνήμη των ανθρώπων το αγιασμένο και μαρτυρικό πέρασμά του. Όπου πήγαινε, έμπηγε ένα ξύλινο σταυρό και ανέβαινε πάνω σ᾽ ένα σκαμνάκι – σύμβολο του θανάτου του, καθώς έλεγε, - και από εκεί κήρυσσε, πρωί και βράδυ, στους ανθρώπους, οι οποίοι δεν ήταν μόνον Έλληνες, αλλά και  Τούρκοι και άλλοι πολλοί. Πλην των Εβραίων, κάποιων Τούρκων και Ενετών, που τον έβλεπαν καχύποπτα, ο καθένας για τους δικούς του λόγους, ο κόσμος τον λάτρευε. Είναι χαρακτηριστική η φράση του: ῾χίλιοι Τούρκοι με αγαπώσι, και ένας όχι τόσον᾽. Κι είναι τούτο μία αλήθεια, την οποία επιβεβαιώνουν πολλοί περιηγητές της εποχής, που έβλεπαν την ανταπόκριση του λαού στο κήρυγμα του καλόγερου. Το κήρυγμά του στην πραγματικότητα ήταν μία εξήγηση του συμβόλου της Πίστεως, του γνωστού Πιστεύω, κι αυτό σημαίνει ότι αναφερόταν στη Δημιουργία του κόσμου, των αγγέλων και του ανθρώπου, στην πτώση στην αμαρτία και τις συνέπειές της, αλλά και στην επανένταξη του ανθρώπου δια του ερχομού του Ιησού Χριστού στον Θεό, τη ζωή, τη διδασκαλία και τα θαύματα Εκείνου, το Πάθος και την Ανάστασή Του, αλλά και την Ανάληψή Του, την εις ουρανούς άνοδό Του, την Πεντηκοστή και τη δημουργία της Εκκλησίας, όπως και τη Δευτέρα Παρουσία Του. Μέσα στο πλαίσιο του φωτισμού αυτού των υπόδουλων, ήταν και η ίδρυση πολλών σχολείων, των απλών και των μεγαλυτέρων, έργο που έχει επαινεθεί πολλαπλώς και στη σημερινή εποχή, γι᾽ αυτό και φωτιστής του Γένους μεταξύ των άλλων χαρακτηρίστηκε. Το τέλος του υπήρξε, όπως είπαμε, μαρτυρικό, και η μνήμη του, από το 1961, οπότε και εντάχτηκε επισήμως στις δέλτους των αγίων, τιμάται στις 24 Αυγούστου᾽.

Η περίπτωση του αγίου Κοσμά δεν είναι τυχαία. Καταρχάς, προβληματίζει από τη ζωή του η απόφασή του να εγκαταλείψει το μοναστήρι του στο Άγιον Όρος, για να κάνει περιοδείες. Είναι όμως συγκινητική η εξήγηση που δίνει για την απόφασή του αυτή: δεν βγήκε από το Όρος, γιατί βαρέθηκε τη ζωή εκεί, δεν έφυγε γιατί ήταν χαμηλό το επίπεδο του μοναχισμού της εποχής, αλλά γιατί υπήρξε ῾νύξη᾽ στην καρδιά του από τον λόγο του Θεού. Ας ακούσουμε τον ίδιο να μας το λέει: ῾Σιμά εις τα άλλα ηύρηκα και τούτον τον λόγον, οπού λέγει ο Χριστός μας, πως δεν πρέπει κανένας χριστιανός, άνδρας ή γυναίκα, να φροντίζη δια του λόγου του μόνον πώς να σωθεί, αλλά να φροντίζη και δια τους αδελφούς του. Και όποιος φροντίζει μόνον δια του λόγου του και δεν φροντίζει και δια τους αδελφούς του εκεινος θα κολαστή. Ακούοντας και εγώ, αδελφοί μου, ετούτον τον γλυκύτατον λόγον, οπού λέγει ο Χριστός μας, να φροντίζωμεν και δια τους αδελφούς μας, με έτρωγε εκείνος ο λόγος μέσα εις την καρδίαν μου τόσους χρόνους ωσαν το σκουλήκι, οπού τρώγει το ξύλον᾽.
 Δεν θεωρεί ο άγιος όμως ότι το δικό του παράδειγμα πρέπει να το ακολουθήσουν και άλλοι καλόγεροι. Κάποια στιγμή που επεσήμανε ότι ένας καλόγερος παρευρισκόταν στο κήρυγμά του, τον έλεγξε για την έξοδό του από το μοναστήρι του, λέγοντας ότι ο ίδιος βγήκε με απόφαση καταδίκης του για την ενέργειά του αυτή. Με άλλα λόγια, η ιεραποστολή που ανέλαβε, έβλεπε ότι ήταν έξω από τα δεδομένα της ζωής που είχε επιλέξει, και θεωρούσε τον εαυτό του ως ένα χαμένο, χάριν όμως των αδελφών του. ῾Μα θέλετε ειπεί: Και εσύ καλόγερος είσαι, διατί συναναστρέφεσαι εις τον κόσμον; Και εγώ, αδελφοί μου, κακά το κάμνω, μα, επειδή το γένος μας έπεσε εις αμάθειαν, είπα: Ας χάση ο Χριστός μας εμένα, ένα πρόβατον, και ας κερδίση τα άλλα. Ίσως η ευσπλαγχνία του Θεού και η ευχή σας σώση και εμένα᾽.

Κλημένος από τον Θεό απόστολος λοιπόν ο άγιος Κοσμάς. Με κύρια γνωρίσματα της ζωής του, από ό,τι φαίνεται 1) τον έντονο ζήλο του για τον ευαγγελισμό των ανθρώπων, 2) τη μέχρι θυσίας αγάπη του για τους συνανθρώπους του και 3) την τεράστια ταπείνωσή του, η οποία φανερωνόταν και από την έγνοια του να βρίσκεται εν υπακοή προς την ποιμαίνουσα Εκκλησία – δεν ήθελε να δρα, όπως αναφέραμε, αδέσποτα – αλλά και από τη στάση του έναντι των ανθρώπων με τους οποίους ερχόταν σε επαφή: έλεγε ότι δεν ήταν άξιος ούτε και τα πόδια τους να τους φιλήσει. Ο ζήλος του μάλιστα για τον ευαγγελισμό των συμπατριωτών του, και όχι μόνο, στηριζόταν στη βαθειά πίστη του στη δύναμη του λόγου του Θεού. Το είχε ζήσει ο ίδιος στον εαυτό του: ένας λόγος του Ευαγγελίου λειτούργησε μέσα του σαν ατομική βόμβα και του άλλαξε ολόκληρη τη ζωή. Πίστευε λοιπόν ότι, αν οι συμπατριώτες του ακούσουν κι αυτοί τον λόγο του Θεού, ανάλογα με τη δεκτικότητά τους, μπορούν πράγματι να αλλάξουν. Κάτι που έγινε σε μεγάλο βαθμό. Και στην πίστη του αυτή στηριζόταν και ο αγώνας του για την ίδρυση σχολείων. Δεν ήταν μόνον η πολιτιστική ώθηση που ήθελε να δώσει στους Έλληνες με τα σχολεία. Αυτό ίσως ερχόταν δεύτερο. Το πρώτο και κύριο, όπως και πάλι εκείνος το ομολογεί, ήταν ότι με τα σχολεία ανοίγουν τα μάτια των ανθρώπων, προκειμένου να μάθουν για την Αγία Τριάδα, για τον Χριστό ως Σωτήρα του κόσμου, για τους αγγέλους, τους δαίμονες ως εκπεσμένους αγγέλους, την Εκκλησία, τους αγίους. Με άλλα λόγια, τα γράμματα τα ήθελε και παθιαζόταν με αυτά ο άγιος, για να βοηθηθούν οι άνθρωποι στη σχέση τους με τον Χριστό. Άν δεν βρίσκονταν σ᾽ αυτήν την προοπτική, ῾έβλεπε᾽, ως διορατικός που ήταν, ότι αυτά θα στρέφονταν τελικώς κατά του ίδιου του ανθρώπου. Και το ανέφερε και σε μία προφητεία του: ῾το κακό θα έλθει από τους γραμματισμένους᾽, γεγονός που σε μεγάλο βαθμό το ζήσαμε και το ζούμε και σήμερα.

Για τον άγιο Κοσμά μπορεί κανείς να μιλά με τις ώρες. Προκαλεί μεγάλη χαρά και συγκίνηση το γεγονός ότι τις τελευταίες δεκαετίες προβλήθηκε ιδιαιτέρως η φοβερά μεγάλη προσωπικότητά του, το έργο του, οι διδαχές του. Κι ας ευχηθούμε, ως μικρό αντίδωρο στη μνήμη του, να εγκύψουμε, έστω και λίγο, στις άγιες διδαχές του. Εκεί θα δούμε τη γνήσια και πάλλουσα από θέρμη και αγάπη Ελληνική ψυχή του, η οποία φώναζε και φωνάζει αδιάκοπα και καθοδηγητικά: Παιδιά μου, Χριστός και ψυχή σάς χρειάζονται. Χριστός και Ελλάδα μάς χρειάζονται.

Σάββατο, 22 Αυγούστου 2020

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΑΓΑΘΟΝΙΚΟΣ




«Ο μάρτυς του Χριστού Αγαθόνικος έζησε κατά τους χρόνους του Μαξιμιανού. Συνελήφθη από κάποιον κόμη, που ονομαζόταν Ευτόλμιος. Αυτός απεστάλη από τη Νικομήδεια στην Ποντιακή χώρα από τον βασιλιά, για να εξολοθρεύσει τους χριστιανούς. Στην πορεία του με πλοίο, κατέλαβε το Εμπόριον, που λεγόταν και Κάρπη. Εκεί βρήκε τον άγιο Ζωτικό μαζί με τους μαθητές του να ομολογούν τον Χριστό, γι’  αυτό και τους κατεδίκασε σε σταυρικό θάνατο. Έπειτα αφού επέστρεψε στη Νικομήδεια και έμαθε ότι ο καλούμενος Πρίγκιψ πίστεψε στον Χριστό από κάποιον Αγαθόνικο, που απομάκρυνε τους Έλληνες από τα είδωλα και τους οδηγούσε στη χριστιανική πίστη, έστειλε και συνέλαβε και τους δύο. Και τον μεν άγιο Αγαθόνικο τον κτυπά με σφοδρότητα, τον δε Πρίγκιπα μαζί με άλλους δέσμιους χριστιανούς, μαζί και με τον Αγαθόνικο, τους οδηγεί στη Θράκη, όπου βρισκόταν ο βασιλιάς, με σκοπό να κάνει ο βασιλιάς την εξέτασή τους. Καθώς ήλθε και σ’  ένα χωριό, που ονομαζόταν Ποταμός, σκότωσε τον άγιο Ζήνωνα και τον Θεοπρέπιο και τον Ακίνδυνο, οι οποίοι λόγω των προηγηθέντων βασανιστηρίων, αδυνατούσαν να βαδίζουν. Όταν έφτασε κοντά στη Χαλκηδόνα, σκοτώνει τον άγιο Σεβηριανό, που κήρυττε τον Χριστό με παρρησία. Στο Βυζάντιο, παρουσιάζουν ενώπιόν του τον άγιο Αγαθόνικο, μαζί με τους υπόλοιπους συναιχμαλώτους και τον Πρίγκιπα, και αφού τους έβγαλαν έξω από την πόλη, τους κτυπάνε με σφοδρότητα, ενώ στη συνέχεια τους οδήγησαν στη Σηλυμβρία, σ’  ένα τόπο που λεγόταν Άμμους, όπου ζούσε ο Μαξιμιανός, κι εκεί έκοψαν την κεφαλή του αγίου Αγαθονίκου και του Πρίγκιπα και των άλλων χριστιανών, όσους ο κόμης έφερε από τη Νικομήδεια, και έτσι κατακοσμήθηκαν όλοι με το στεφάνι του μαρτυρίου».

Ιδιαίτερη θλίψη καταλαμβάνει την ψυχή καθενός ανθρώπου, που δεν έχει χάσει εντελώς την ανθρωπιά του, όταν διαβάζει τα συναξάρια των πρώτων χριστιανικών αιώνων, σαν το σημερινό, και βλέπει την ευκολία με την οποία οι διώκτες των χριστιανών εξολόθρευαν, και μάλιστα με σκληρά βασανιστήρια,  τους χριστιανούς. Η ανθρώπινη ζωή για τους διώκτες δεν είχε προφανώς καμία αξία, θα έλεγε μάλιστα κανείς ότι χαίρονταν αυτό το οποίο έκαναν. Και ναι μεν για τους χριστιανούς μάρτυρες το μαρτύριο ήταν η δόξα τους, διότι μετείχαν έτσι στο μαρτύριο του Πρώτου μάρτυρα Κυρίου Ιησού Χριστού, συνεπώς έμπαιναν θριαμβευτικά στη Βασιλεία του Θεού – γι’  αυτό άλλωστε και τη μνήμη τους την εορτάζουμε τότε που μαρτύρησαν - δεν παύει όμως η ψυχή μας να πονά και να κλαίει για την κατάντια των διωκτών και βασανιστών των μαρτύρων, διότι με τις ενέργειές τους αυτές απεκάλυπταν το έρεβος της ψυχής τους, το μίσος που τους διακατείχε, την επήρεια του Πονηρού πάνω σ’  αυτούς. Το τραγικό βεβαίως είναι ότι παρόμοιες ενέργειες μίσους κατά των ανθρώπων επισημαίνουμε σε όλη τη διαδρομή της ανθρώπινης ιστορίας, ακόμη δε και στην «πολιτισμένη» και «προηγμένη» εποχή μας. Θέλουμε να πούμε ότι δεν είναι μόνον οι χριστιανοί, οι οποίοι δέχτηκαν τη μήνη των διωκτών τους, λόγω της πίστεώς τους στον Χριστό. Πλήθος ανθρώπων, που είχαν μία άλφα φιλοσοφία ή θρησκεία, ή και μία πολιτική ιδεολογία, διαφορετική από άλλους, υπέστησαν τα πάνδεινα από αυτούς, διότι ακριβώς ήθελαν να μείνουν σταθεροί στα δικά τους πιστεύω. Και η θλίψη είναι η ίδια και γι’  αυτούς, γιατί, είπαμε, βλέπει κανείς την κατάντια των ανθρώπων, που όταν χάσουν τη ζωντανή σχέση τους με τον Θεό, χάνουν και την όποια ανθρωπιά τους: δεν υφίσταται πια κανένα ίχνος αγάπης, συνεπώς ο καθένας γίνεται για τον άλλο ένας «λύκος».

Συγκλονίζεται λοιπόν η ανθρωπότητα και στην εποχή μας από τις εκάστοτε θηριωδίες που μαθαίνουμε ότι γίνονται (στις οποίες μετέχουν και συχνά πρωταγωνιστούν και νεαρά παιδιά), κάτι που εντάσσεται μέσα στη γενικευμένη ανθρώπινη διαστροφή – «επί τα πονηρά έγκειται η διάνοια του ανθρώπου εκ νεότητος αυτού».  Και αυτό συμβαίνει, εξηγήσαμε, όταν ο άνθρωπος χάνει την επαφή του με τον Δημιουργό του και συνεπώς αδυνατεί να ζήσει το βασικό θέλημα Αυτού, την αγάπη. Και μη σπεύσει κανείς να πει ότι δεν χρειάζεται να είναι κανείς πιστός στον Θεό, για να μη καταστρέφει τους συνανθρώπους του λόγω των καλών αποθεμάτων που υπάρχουν στις ανθρώπινες ψυχές, όμως η εμπειρία επιβεβαιώνει αυτό που έλεγε ο μεγάλος ρώσος λογοτέχνης Ντοστογιέφσκι «χωρίς Θεό, όλα επιτρέπονται».  Τι είναι εκείνο που μπορεί να συγκρατήσει κάποιον, έστω και «καλό» άνθρωπο, από το να βλάψει τον συνάνθρωπό του, δοθείσης της ευκαιρίας, όταν έχει υποστεί ένα κακό από εκείνον; Και μπορεί ίσως να μην προβεί σε κάποια εχθρική ενέργεια εναντίον του, μπορεί όμως να σκεφτεί εχθρικά μέσα στη σκέψη και την καρδιά του γι’  αυτόν. Η εχθρότητα της ψυχής προς κάποιον άλλον δεν συνιστά κι αυτή κακή «ενέργεια», απλώς άλλου τύπου; Το ζητούμενο λοιπόν είναι πώς θα μπορέσει ο άνθρωπος να βρίσκεται πάντοτε εν αγάπη, έστω και απέναντι στον εχθρό του, κι αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με τη χάρη του Θεού, ιδίως με τη δύναμη που παρέχει η προσευχή στον Θεό και τα μυστήρια της Εκκλησίας. Εν Χριστώ, με άλλα λόγια, ο άνθρωπος φτάνει στο υπέρ φύσιν και χαρισματικό σημείο αγάπης και προς τον εχθρό.

Ο άγιος Αγαθόνικος σήμερα μας προκαλεί σ’  αυτήν την διπλή επισήμανση: πρώτον, ο χωρίς Θεό άνθρωπος γίνεται χειρότερος και από τα πιο αιμοβόρα θηρία, που σημαίνει ότι μπροστά στην παρουσία ιδίως αγίων ανθρώπων ο άνθρωπος αυτός κυριολεκτικά δαιμονίζεται: προκαλείται να φανερώσει το τι κατοχή δαιμονίων έχει υπάρξει μέσα του και πόσο επικίνδυνος επομένως είναι για τον κόσμο. Δεύτερον, το πιο σημαντικό: ο άνθρωπος του Θεού, με τη δύναμη του Χριστού, ζει τον σταυρό Εκείνου και πεθαίνει με ακακία, χωρίς να φωνάζει, χωρίς να ερίζει, προσευχόμενος υπέρ των διωκτών και των εχθρών του. Ποιο μεγαλύτερο μεγαλείο ανθρώπου μπορεί να υπάρξει από αυτό; Νομίζουμε ότι σπουδαιότερη «απόδειξη» της αλήθειας της χριστιανικής πίστεως από αυτήν δεν μπορεί να υπάρξει: η ίδια η ζωή επιβεβαιώνει την παρουσία  της ενέργειας του Θεού ως αγάπης στον άνθρωπο. Την αγάπη αυτή ως συμμετοχή στο Πάθος του Χριστού, συνεπώς ως αγάπη και προς τους εχθρούς,  βλέπουμε ότι ζούσε και ο άγιος Αγαθόνικος. Όπως το επισημαίνει μεταξύ άλλων και ο υμνογράφος του: «Ιχνηλατών το πάθος του Χριστού, του βλύσαντος πάσι την απάθειαν πιστοίς, υπέμεινας ονειδισμούς και θλίψεις, Μάρτυς, και θάνατον άδικον, ξίφει την σήν κεφαλήν, αποτμηθείς εν χαρά». Ακολουθώντας τα ίχνη του πάθους του Χριστού, από τον Οποίο ανέβλυσε για όλους τους πιστούς η απάθεια, υπέμεινες και σύ, Μάρτυς, με χαρά ονειδισμούς και θλίψεις και άδικο θάνατο, καθώς σου κόψανε με ξίφος το κεφάλι. Ταις αυτού πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς.


Παρασκευή, 21 Αυγούστου 2020

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΘΑΔΔΑΙΟΣ



«Ο άγιος Θαδδαίος ήταν από την πόλη Έδεσσα της Συρίας, Εβραίος στην καταγωγή, και άριστος μελετητής των θείων Γραφών. Αυτός ανέβηκε κάποια φορά στα Ιεροσόλυμα για να προσκυνήσει στον Ναό, κατά τις ημέρες  Ιωάννου του Βαπτιστού, κι αφού άκουσε το κήρυγμα του Ιωάννου και θαύμασε πάρα πολύ την αγγελική του ζωή, βαπτίζεται από εκείνον. Μετά από αυτά είδε τον Χριστό, και αφού άκουσε τη διδασκαλία Του και είδε τα άπειρα θαύματα που τελούσε, Τον ακολούθησε ως μαθητής Του μέχρι το σωτήριο Πάθος Του, οπότε μετά την αγία Του ανάληψη, επέστρεψε στη δική του πόλη. Εκεί βάπτισε τον τοπάρχη Αύγαρο, θεραπεύοντάς τον έτσι από το υπόλοιπο της λέπρας του (όπως είχε διαμηνύσει στον Αύγαρο ο ίδιος ο Κύριος), κι αφού δίδαξε εκεί και φώτισε πολλούς άλλους και ίδρυσε Εκκλησίες, γυρνούσε κηρύσσοντας τις πόλεις της Συρίας. Ήλθε και στη Βηρυτό, πόλη της Φοινίκης, δίδαξε και βάπτισε πολλούς κι εκεί, οπότε αναπαύθηκε εν Κυρίω».

Ο άγιος Θαδδαίος, ως ένας από τους δώδεκα μαθητές του Κυρίου, αντιμετωπίζεται από την υμνολογία της Εκκλησίας μας με τον ίδιο εξαίσιο και λαμπρό τρόπο, που αντιμετωπίζονται και οι άλλοι απόστολοι: ως δεύτερο καθαρό  φως, λόγω της σχέσεώς του με το ακρότατο φως, τον ίδιο τον Κύριο, ως ακτίνα που απεστάλη από το φως να φωτίσει τον κόσμο, ως «αστήρ φαεινότατος, καταυγάζων πλάνης ομίχλην», και μ’  ένα λόγο, ως «αυτόπτης και μύστης του Λόγου». Ιδίως οι τελευταίοι χαρακτηρισμοί θεωρούνται από τον υμνογράφο ότι συγκεφαλαιώνουν αυτό που συνιστά την ουσία της αποστολικής λαμπρότητας, γι’ αυτό και τονίζει ότι  δεν υπάρχει σημαντικότερο στεφάνι που μπορεί να του πλέξει: «Θαδδαίε! Ποίον άλλο σοι πλέξω στέφος, ή αυτόπτην λέγειν σε και μύστην Λόγου;» Η γεμάτη θάμβος στάση των υμνογράφων απέναντι στους αποστόλους είναι δικαιολογημένη:  οι απόστολοι δεν είναι απλώς κάποιοι πιστοί του Χριστού, αλλά οι άμεσοι βοηθοί Του, οι κλημένοι από Αυτόν να μαρτυρήσουν τη ζωή και τη διδασκαλία Του, «τα θεμέλια της Εκκλησίας». Η Εκκλησία μας, μη ξεχνάμε, αποστολική, μεταξύ των άλλων, χαρακτηρίζεται. Κι αυτό σημαίνει: χριστιανική πίστη εκτός της σχέσεως με τους αποστόλους δεν υφίσταται. Διότι έτσι το θέλησε ο ίδιος ο Κύριος.

Ο άγιος Θαδδαίος, πέραν του ευαγγελισμού των πόλεων της Συρίας, με τη διδασκαλία του και τα θαύματα που επιτελούσε στο όνομα του Κυρίου, έχει συνδεθεί και με την ιστορία του λεγομένου αγίου μανδηλίου, τη μεταφορά του οποίου από την Έδεσσα της Συρίας στην Κωνσταντινούπολη εορτάζουμε την 16η Αυγούστου. Κι αξίζει να θυμίσουμε, όπως ο εκκλησιαστικός ιστορικός Ευσέβιος ο Παμφίλου διασώζει, ότι ο τοπάρχης Αύγαρος της πόλεως της Εδέσσης, θέλησε να έλθει σ’  επαφή με τον Κύριο Ιησού Χριστό, όταν έμαθε για τα πολλά θαύματα που επιτελούσε, προκειμένου να  θεραπεύσει ο Κύριος και εκείνον, που ταλαιπωρείτο φρικτά από μαύρη λέπρα σ’  όλο του το σώμα. Έστειλε μάλιστα, κατά τον Ευσέβιο, και επιστολή στον Κύριο με κάποιον Ανανία, στην οποία ζητούσε να έλθει Εκείνος στην πόλη του, λόγω της δικής του αδυναμίας. Ο Ανανίας διακρινόταν και για το ζωγραφικό του χάρισμα, με το οποίο θα αποτύπωνε σε χαρτί την εικόνα του Κυρίου, κατά την εντολή του τοπάρχη, κάτι που κατέστη αδύνατο. Ο Κύριος όμως, γνωρίζοντας την επιθυμία του Αύγαρου να δει το πρόσωπό Του, ζήτησε να νιφθεί, κι όταν σκουπίστηκε σε κάποιο ύφασμα, η εικόνα Του αποτυπώθηκε σ’  αυτό. Ο Αύγαρος, όταν έλαβε το «άγιο μανδήλιο», στο τέλος του οποίου, λέγεται ότι ο Ιησούς έγραψε στα εβραϊκά, «Θεού θέα θείον θαύμα», αμέσως το προσκύνησε, οπότε και θεραπεύτηκε από τη λέπρα, πλην της λέπρας του προσώπου του. Την εναπομείνασα αυτή λέπρα τη θεράπευσε τελικώς ο άγιος Θαδδαίος, όταν πήγε, όπως είδαμε στο συναξάρι του, στην πόλη και πάλι της Έδεσσας και βάπτισε χριστιανό τον Αύγαρο.

Ο τρόπος και η δύναμη της δράσης του αγίου Θαδδαίου, τρόπος και δύναμη διαχρονική της χριστιανικής πίστεως, καταφαίνονται έντονα και από την εξής επισήμανση του αγίου υμνογράφου  από την τέταρτη ωδή του κανόνα του: «Νόμον θείον εχάραξας, μάκαρ, εν καρδίαις, λειάνας πρότερον αγνωσίας τα χαράγματα και της δυσσεβείας τα ινδάλματα». Μακάριε απόστολε, χάραξες τον θείο νόμο του Χριστού στις καρδιές των ανθρώπων, αφού προηγουμένως έξυσες και λείανες τις χαρακιές της αγνωσίας του Θεού και τις πλανεμένες εικόνες της δυσέβειας. Ο άγιος Θαδδαίος δηλαδή, όπως και όλοι οι απόστολοι και πάντοτε η Εκκλησία, απευθυνόταν  στους ανθρώπους και κατέθετε τη μαρτυρία της πίστεώς του στον Χριστό. Η μαρτυρία για τον Χριστό έχει τέτοια δύναμη, ιδίως στους καλοπροαίρετους ανθρώπους, ώστε αφενός σβήνει όλες τις πλανεμένες πεποιθήσεις και επουλώνει τα τραύματα που προκαλεί η αμαρτία, λόγω της αγνωσίας του Θεού, αφετέρου επαναφέρει τα αληθινά χαράγματα στην ψυχή του ανθρώπου, εκείνα δηλαδή που ο ίδιος ο Δημιουργός τα χάραξε, όταν τον δημιούργησε. Με άλλα λόγια, ο λόγος του Θεού φέρνει τον άνθρωπο στη φυσιολογική του κατάσταση, τον ομαλοποιεί, τον κάνει να βρίσκει τον αληθινό του εαυτό, τον «κατ’  εικόνα και καθ’  ομοίωσιν Θεού» δημιουργημένο. Αν ο άνθρωπος παραμορφώνεται σε κάθε εποχή, είναι γιατί δεν θέλει να έχει σχέση με τον αληθινό Θεό, τον Πατέρα και Δημιουργό του. Όπως αντιστοίχως, σε κάθε εποχή, ο άνθρωπος που επιστρέφει στον Θεό, μορφοποιείται κατ’  εικόνα του πλάσαντος αυτόν, άρα γίνεται σαν τον Χριστό και ομορφαίνει. Ο όμορφος άνθρωπος είναι ο άνθρωπος του Θεού και σ’  αυτήν την ομορφιά αγωνιζόταν ο άγιος Θαδδαίος.  Μακάρι να μπούμε κι εμείς στον ίδιο αγώνα, γιατί δυστυχώς η ασχήμια περίσσεψε στη ζωή και στον κόσμο μας.


Τετάρτη, 19 Αυγούστου 2020

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΑΝΔΡΕΑΣ Ο ΣΤΡΑΤΗΛΑΤΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝ ΑΥΤΩ



«Ο άγιος  έζησε τον καιρό του ασεβεστάτου Μαξιμιανού κι υπήρξε στο στράτευμα της ανατολικής χώρας, υπό τις διαταγές του στρατηγού Αντιόχου. Όταν ο Αντίοχος έδωσε εντολή σ’ αυτόν και σε άλλους στρατιώτες να πολεμήσουν τους Πέρσες, γιατί αυτοί καταπάτησαν τα σύνορα των Ρωμαίων και κατέστρεφαν τη χώρα τους, ο άγιος Ανδρέας, πείθοντας και τους άλλους στρατιώτες να κάνουν το ίδιο, επικαλέστηκε τον Χριστό και με τη δύναμη Εκείνου έτρεψε τους Πέρσες σε φυγή και καταδιώκοντάς τους κατέστρεψε τη δύναμή τους. Μ’  αυτήν την ανέλπιστη νίκη που κατήγαγαν στο όνομα του Χριστού, έφερε στην πίστη σ’  Εκείνον όλους τους στρατιώτες. Κατηγορήθηκε τότε και αυτός και οι στρατιώτες στον Αντίοχο, ο οποίος, αφού ο άγιος παραστάθηκε σ’  αυτόν ως κατάδικος, έδωσε έντολή ο μεν Ανδρέας να απλωθεί σε πυρακτωμένη σιδηρά κλίνη, οι δε στρατιώτες να δεθούν στα χέρια τους σε τετράγωνα ξύλα. Έπειτα πρόσταξε πάλι ο Αντίοχος να διωχτούν από τα όρια της χώρας, με τη βοήθεια χιλίων άλλων στρατιωτών, που και αυτούς όμως κατήχησε ο άγιος Ανδρέας και τους μετέστρεψε στη χριστιανική πίστη. Το έμαθε και αυτό ο Αντίοχος, οπότε τους καταδίωξε όλους μαζί και πρόσταξε να φονευτούν διά ξίφους».

Ο υμνογράφος σήμερα επανειλημμένως τονίζει τη λαμπρότητα της ζωής, αλλά και του μαρτυρίου του αγίου Ανδρέα, και μαζί με αυτόν και των υπολοίπων χιλιάδων μαρτύρων, που εορτάζουν μαζί του. Δεν σταματά να προβάλλει τον άγιο ως κοσμούμενο «ευπρεπεί στεφάνω», καθώς παρίσταται ενώπιον του Χριστού, αλλά και να θεωρεί ότι η είσοδος του αγίου στη Βασιλεία του Θεού συνιστά πλουτισμό των προηγηθέντων από αυτόν μαρτύρων. «Μαρτύρων περιφανώς λαμπρότητα, μάκαρ, επλούτησας», όπως συγκεκριμένα αναφέρει.   Με άλλα λόγια ο άγιος Ανδρέας δεν «έπιασε απλώς τη βάση» για να σωθεί, όπως ταπεινόφρονα ευχόταν για τον εαυτό του και για εμάς ο μεγάλος σύγχρονος όσιος Παΐσιος αγιορείτης, αλλά θα λέγαμε ότι μπήκε τροπαιοφόρος στον Παράδεισο, εντασσόμενος από τον Κύριο στην ομάδα των εκλεκτών μαρτύρων. «Συν εκλεκτοίς μάρτυσι, εν αγαλλιάσει τω Χριστώ παρίστασαι». Γι’  αυτό άλλωστε και μεγαλομάρτυς χαρακτηρίζεται.

Χρησιμοποιεί μάλιστα ο ποιητής και μία ωραία εικόνα, παρμένη από το σημαντικότερο γεγονός της Π. Διαθήκης, τη διάβαση της Ερυθράς θάλασσας, προκειμένου να τονίσει το μεγαλείο του αγίου και τα μεγάλα και ποικίλα βάσανα τα οποία υπέστη από τους εχθρούς της πίστεως, όπως και το καθοδηγητικό ευαγγελιστικό έργο, το οποίο επιτελούσε. «Ιστίω τω του Σταυρού, των πειρασμών διεκπερών πέλαγος, τους δυσμενείς ένδοξε, ρείθροις των αιμάτων εβύθισας». Περνώντας το πέλαγος των πειρασμών, με το κατάρτι του Σταυρού, βύθισες τους εχθρούς, ένδοξε, στα ρείθρη των αιμάτων σου. Κι αλλού: «τω δυσμενεί συμπλεκόμενος, τούτον ώλεσας, Φαραώ ως άλλον, ρείθροις των αιμάτων σου, βυθίσας πανστρατί αξιάγαστε». Παλεύοντας με τον εχθρό, τον εξολόθρευσες, σαν άλλο Φαραώ, αξιοθαύμαστε, αφού τον βύθισες στα ρείθρα των αιμάτων σου, με όλο το στράτευμά του. Όπως δηλαδή ο Ισραήλ, καθοδηγούμενος από τον Μωυσή - που με εντολή του Θεού τον έβγαλε από τη δουλεία της Αιγύπτου -  πέρασε την Ερυθρά θάλασσα με θαυμαστό τρόπο και είδε να βυθίζεται το στράτευμα του Φαραώ που ακολουθούσε στα νερά που κλείστηκαν και πάλι, έτσι και με τον άγιο Ανδρέα τον στρατηλάτη: το αίμα του μαρτυρίου του ήταν εκείνο που αφενός έγινε η δίοδος για να περάσει αυτός και οι συν αυτώ στη Βασιλεία του Θεού, αφετέρου έγινε ο καταποντισμός των εχθρών του, και των ειδωλολατρών και βεβαίως των πονηρών δυνάμεων.  Από την άποψη αυτή το μαρτύριο του αγίου υπήρξε η συμμετοχή του στο μαρτύριο του Πρώτου Μάρτυρα, του Ίδιου του Κυρίου Ιησού Χριστού: Ο Σταυρός Του και η με Αυτόν συνδεδεμένη Ανάστασή Του υπήρξε το Πάσχα ημών, το πέρασμά μας στη Βασιλεία του Θεού. Με τη Σταυρική θυσία του Χριστού σωθήκαμε. Κάθε άλλη θυσία, σαν του αγίου Ανδρέα, όπως και των υπολοίπων μαρτύρων, κατανοείται ως συμμετοχή σ’ αυτήν την πρώτη και άπαξ πραγματοποιηθείσα για τη σωτηρία μας θυσία.

Και το δικό μας αίμα πρέπει να χυθεί, για να μπούμε στη βασιλεία του Θεού. «Ουδείς ανήλθεν εις τον ουρανόν μετά ανέσεως», όπως σημειώνουν οι άγιοί μας. Αν, με άλλα λόγια, δεν θυσιαστούμε κι εμείς, δεν θα βρούμε το μονοπάτι συμμετοχής μας στον Δρόμο του Χριστού. Και βεβαίως δεν εννοούμε να μαρτυρήσουμε με το μαρτύριο του αίματος, σαν τους γνωστούς μάρτυρες τους οποίους τιμάμε ως αγίους. Κάτι τέτοιο συνιστά ιδιαίτερη χάρη, που επιτρέπει ο Θεός, όταν κρίνει ότι συντρέχουν οι συνθήκες γι’ αυτό. Όπως το λέει ο απόστολος Παύλος: «ημίν εδοθη ου μόνον το εις Αυτόν (τον Χριστόν) πιστεύειν, αλλά και το υπέρ Αυτού πάσχειν». Εννοούμε αυτό που σημειώνουν οι Πατέρες μας ως μαρτύριο και θυσία κάθε εποχής: το μαρτύριο της συνειδήσεως, κατά το «δος αίμα και λάβε Πνεύμα». Το μαρτύριο αυτό είναι ο πνευματικός αγώνας του κάθε Χριστιανού, προκειμένου να κρατήσει στη ζωή του τις άγιες εντολές του Κυρίου Ιησού Χριστού. Διότι η τήρηση των εντολών αυτών συνιστά όντως μαρτύριο, αφού καλείται κανείς να θυσιάζει καθημερινά τον εγωισμό του και τα όποια θελήματά του με τον αγώνα της εντολής της αγάπης. Προϋπόθεση γι’ αυτό, υπενθυμίζουμε, είναι η ίδια η χάρη του Θεού βεβαίως, αλλά και η δική μας η συμμετοχή με ανδρεία της ψυχής. Κι εδώ έχουμε την ιδιαίτερη συμβολή του αγίου Ανδρέα: όπως νίκησε αυτός τους εχθρούς με ανδρική καρδιά – «ανδρεία την ψυχήν, κραταιούμενος Μάρτυς, ηφάνισας εχθρού το ανίσχυρον θράσος» - έτσι κι εμείς: χωρίς ανδρικό φρόνημα, χωρίς ζήλο Θεού δεν θα μπορέσουμε δυστυχώς να πετύχουμε τίποτε. Ο Θεός ενισχύει πάντοτε, αλλά όταν το «λέει» και η δική μας καρδιά.


Δευτέρα, 17 Αυγούστου 2020

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΜΥΡΩΝ



«Ο άγιος έζησε επί Δεκίου αυτοκράτορα και Αντιπάτρου, άρχοντα Αχαῒας. Ήταν πρεσβύτερος της Εκκλησίας, ευσεβής και σεμνός, από έντιμο και πλούσιο γένος, αγαπώμενος από Θεό και ανθρώπους. Κατά την ημέρα των Χριστουγέννων, ο Αντίπατρος μπήκε στην Εκκλησία, με σκοπό να συλλάβει και να τιμωρήσει τους χριστιανούς, κι ο άγιος Μύρων, γεμάτος ζήλο Θεού, τον έλεγξε αυστηρά. Γι’  αυτό και ο Αντίπατρος έδωσε εντολή να τον κρεμάσουν και τον χαρακώσουν, και μετά να τον ρίξουν σε αναμμένο καμίνι, (σαν τους αγίους τρεις παίδες), που είχε τόσο πολύ ανάψει, ώστε η φλόγα του να διαχέεται έξω αρκετά. Αλλά το καμίνι δεν προξένησε τίποτε κακό στον άγιο, ενώ κατέκαψε εκατόν πενήντα από τους ειδωλολάτρες που παρακολουθούσαν το μαρτύριό του. Ο άγιος έπειτα, επειδή αναγκάσθηκε να θυσιάσει στα είδωλα και βεβαίως αρνήθηκε, γδάρθηκε σε λουρίδες από τους ώμους μέχρι τα πόδια. Από αυτές τις λουρίδες πήρε μία ο μακάριος και την πέταξε στο πρόσωπο του ανθυπάτου, γι’  αυτό και δίδεται νέα εντολή  να ξαναξύσουν τις γδαρμένες πια σάρκες του, και μετά να τον ρίξουν στα θηρία. Βλέποντας όμως ο Αντίπατρος ότι από όλα αυτά διατηρήθηκε σώος και απείραστος, τόσο πολύ ντροπιάστηκε, ώστε σκότωσε με τα ίδια του τα χέρια τον εαυτό του. Ο δε άγιος, αφού οδηγήθηκε στην Κύζικο και δόθηκε από τον ανθύπατο εκεί να φονευθεί με ξίφος, αποτμήθηκε την κεφαλή και έτσι δέχθηκε το στεφάνι της μαρτυρίας».

Ο υμνογράφος του αγίου, όπως συμβαίνει και με άλλους αγίους που το όνομά τους δίνει την αφορμή, αξιοποιεί και το δικό του όνομα, προκειμένου να δώσει με αισθητικό τρόπο το πνευματικό του στίγμα: «Σαν ευωδιαστό μύρο, αξιοθαύμαστε Μύρων, φάνηκε η θαυμαστή μνήμη σου σ’ αυτούς που σε τιμούν με πόθο, που ευωδιάζει τις καρδιές των πιστών. Κατ’  αυτήν τη μνήμη σου, γέμισε εμάς που πανηγυρίζουμε, από ένθεη ευωδία, με τις πρεσβείες σου». Ευωδία και θεϊκό άρωμα λοιπόν η ζωή του αγίου Μύρωνα. Αυτήν την αίσθηση σκορπά στις καρδιές των πιστών ανθρώπων, οι οποίοι τον τιμούν, όπως είπαμε, με πόθο. Κατά συνέπεια, οι μη πιστοί, όσοι δεν έχουν ανοικτές τις πνευματικές τους αισθήσεις, αδυνατούν να οσφρανθούν την ευωδία της ζωής του αγίου, προφανώς διότι η ευωδία αυτή είναι ευωδία του αγίου Πνεύματος, που επενεργούσε στην κεκαθαρμένη καρδιά του. Και ξέρουμε ότι το άγιον Πνεύμα μπορεί κανείς να το διακρίνει, να το νιώσει και να το «μυρίσει», μόνον όταν και ο ίδιος διακατέχεται από Αυτό. Εν Πνεύματι αγίω αισθάνεται κανείς το άγιον Πνεύμα. Γι’  αυτό και τους αγίους, που έτσι κι αλλιώς υπάρχουν σε κάθε εποχή, τους καταλαβαίνει και τους επισημαίνει ο άνθρωπος που αγωνίζεται με επίγνωση στον πνευματικό δρόμο της Εκκλησίας.

Αυτό που επισημαίνει ο υμνογράφος για τον άγιο Μύρωνα δεν είναι απλώς ένα παιχνίδισμα λέξεων. Μπορεί το όνομά του να τον διευκολύνει στην εξαγγελία της πνευματικής ζωής του αγίου και από πλευράς λογοτεχνικής, όμως στην πραγματικότητα εξαγγέλλει ό,τι ήδη ο απόστολος Παύλος έχει επισημάνει για τη ζωή του αληθινού χριστιανού: η ζωή του αποτελεί ευωδία Χριστού. Κι αυτήν την ευωδία την εισπράττουν ως οσμή ζωής μόνον οι πιστοί στον Χριστό, ενώ οι μη Χριστιανοί  την εισπράττουν ως οσμή θανάτου. Αυτό συμβαίνει διότι το περιεχόμενο της καρδιάς του ανθρώπου λειτουργεί, θα λέγαμε, ως «μετασχηματιστής». Καρδιά που διακατέχεται από το άγιον Πνεύμα μυρίζει τον αέρα της παρουσίας του αγίου Πνεύματος και συνεπώς χαίρεται, ενώ καρδιά που είναι γεμάτη από τα πάθη του εγωισμού και δέχεται άρα τις επιδράσεις του πονηρού, όχι μόνον δεν καταλαβαίνει την παρουσία του αγίου Πνεύματος, αλλά και την αλλοιώνει, θεωρώντας την ως κάτι αρνητικό. Ας θυμηθούμε, για παράδειγμα, τις αντιδράσεις των Φαρισαίων απέναντι στα θαύματα του Χριστού: τα διέστρεφαν, αποδίδοντάς τα στην ενέργεια του Πονηρού. Διότι ο Πονηρός κυριαρχούσε μέσα τους. Είναι γνωστό: ο άνθρωπος ό,τι έχει αυτό και βλέπει.

Την αλήθεια αυτή τη βλέπουμε  στο συναξάρι του αγίου και στις ακραίες συνέπειες, από πλευράς αρνητικής: ο άρχων Αντίπατρος, ο βασανιστής του αγίου, λόγω του κακού πνεύματος που τον διακατείχε, δεν «βλέπει» το Πνεύμα του Θεού που ενίσχυε τον άγιο Μύρωνα στα μαρτύριά του. Κι όχι μόνον δεν το «βλέπει», ώστε να οδηγηθεί σε μετάνοια – έτσι λειτουργεί η παρουσία του Θεού στους καλοπροαίρετους ανθρώπους – αλλά τα θαυμαστά που γίνονται, τον δαιμονίζουν περισσότερο. Αποτέλεσμα; Η απώλεια της ζωής του από τα ίδια του τα χέρια - να μην μπορεί κανείς να ζει, γιατί δεν αντέχει την παρουσία του Θεού! Τι δαιμονικότερο; Θυμίζει την περίπτωση του προδότη μαθητή του Χριστού Ιούδα: κι εκείνος δεν άντεξε την αγάπη του Διδασκάλου του και κρεμάστηκε. Οι καταστάσεις αυτές είναι βεβαίως περιττό και να πούμε ότι εκφράζουν αυτό που ο λόγος του Θεού χαρακτηρίζει ως βλασφημία του αγίου Πνεύματος. Αυτός είναι και ο λόγος –  πλην των ψυχοπαθολογικών αξιοσυμπάθητων περιπτώσεων – που  η Εκκλησία μας αρνείται την εξόδιο ακολουθία στους αυτόχειρες.


Σάββατο, 15 Αυγούστου 2020

Ο «ΜΑΓΝΗΤΗΣ» ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ...




Τί εἶναι ἐκεῖνο πού κάνει ὅλους τούς χριστιανούς, ἀκόμη καί τούς «ἀσχέτους» καί ἀπομακρυσμένους ἀπό τήν πίστη, νά θεωροῦν τήν Παναγία ὡς τό κατεξοχήν ἀγαπητό πρόσωπο, ἐκεῖνο πού νιώθουν ὅτι τούς τραβᾶ σάν μαγνήτης καί δέν θέλουν νά «ξεκολλήσουν» ἀπ’ αὐτό;
Ὄχι ἀσφαλῶς τό μεγαλεῖο της πού τήν κάνει νά ὑπέρκειται ὅλων τῶν ἄλλων ἁγίων, ἀκόμη δέ καί τῶν ἴδιων τῶν ἀγγέλων καί τῶν ἀρχαγγέλων - ἕνα τέτοιο μεγαλεῖο τό μόνο πού προκαλεῖ εἶναι ἴσως ὁ φόβος καί ἕνα δέος πού σέ τελική ἀνάλυση μᾶς κάνει νά κλίνουμε γόνυ, γιατί δέν μποροῦμε νά κάνουμε ἀλλιῶς· οὔτε ἐπίσης ἡ «παντοδυναμία» της, ἐκχωρημένη ἀπό τόν Υἱό καί Θεό της, πού βαίνει παράλληλα πρός τήν παραπάνω μεγαλειότητά της καί τό ἀποτέλεσμα στό ὁποῖο ὁδηγεῖ· αὐτό πού «ἔχει» ἡ Παναγία μας καί μᾶς τραβᾶ καί μᾶς ἕλκει εἶναι ἀκριβῶς αὐτό πού συνιστᾶ τήν ἁγιότητά της, δηλαδή ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ πού καταλαμβάνει ὁλόκληρη τήν ὕπαρξή της – «Κεχαριτωμένη» ἄλλωστε τήν προσφωνεῖ ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ – εἶναι ἡ ἑλκτική δύναμη πού στρέφει καί τόν πιό «δύστροπο» πρός αὐτήν καί τόν κάνει νά νιώθει ἄνετα μαζί της, σάν τό μικρό παιδί πού νιώθει ἄνετα πάντοτε μέ τή μάνα του.
Στήν πραγματικότητα ἡ ἕλξη τῆς χάρης της εἶναι ἕλξη τελικῶς πρός τήν ταπείνωσή της. Γιατί τί εἶναι ἐκεῖνο πού «ἀναγκάζει» τόν Θεό νά προσφέρει τή χάρη Του, δηλαδή τόν ἴδιο τόν Ἑαυτό Του, σ’ ἕνα πλάσμα Του, παρά μόνον τό στοιχεῖο πού ἀφήνει χῶρο γιά τή δική Του ἐγκατοίκηση σ’ αὐτό: τήν ταπείνωση τοῦ πλάσματός Του;  Ὅπου ὁ Θεός ἐπισημαίνει τήν ταπείνωση, ἐκεῖ κλίνει καί τή βούλησή Του, ἐκεῖ βρίσκει «τόπον καταπαύσεώς» Του. «Πρός τίνα ἐπιβλέψω, εἰ μή πρός τόν ταπεινόν καί ἡσύχιον καί ἀκούοντά μου τούς λόγους καί τρέμοντα αὐτούς;» Διαρκῶς ἄλλωστε δέν τονίζει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ἤδη ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη, ὅτι «Κύριος ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δέ δίδωσι χάριν;» Μαγνήτης τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ταπείνωση στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, γι’ αὐτό καί θεωρεῖται ἡ ταπείνωση τό μοναδικό ἔδαφος στό ὁποῖο μπορεῖ νά φυτρώσει καί νά ἀναπτυχθεῖ καί ἡ πίστη καί ἡ ἀγάπη τοῦ ἀνθρώπου. Ὅπως τό ἔλεγε καί ὁ ἅγιος Γέροντας τοῦ ὁσίου Παϊσίου π. Τύχων: «ὁ Θεός εὐλογεῖ κάθε ἡμέρα τόν κόσμο Του, ὅταν ὅμως βλέπει ταπεινό ἄνθρωπο, τόν εὐλογεῖ καί μέ τά δυό Του χέρια».
Τήν πραγματικότητα αὐτή λοιπόν ἐπισημαίνουμε καί στό πάντιμο πρόσωπο τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Ἤδη ἀπό τήν ὥρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ της ἐξαγγέλλεται ἐν χάριτι ἀπό τήν ἴδια ὅτι ὁ Θεός «ἐπέβλεψε ἐπί τήν ταπείνωσιν τῆς δούλης Αὐτοῦ». Καί ποιό τό χαρακτηριστικό τῆς ταπείνωσης πού φέρνει τή χάρη τοῦ Θεοῦ; Μά τίποτε ἄλλο ἀπό τήν ἑτοιμότητα τῆς ὑπακοῆς πρός τό ἅγιο θέλημα Ἐκείνου. «Ἰδού ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά τό ρῆμά Σου». Πρόκειται γιά ὅ,τι συνιστᾶ καί τό ἦθος τοῦ σαρκωμένου Θεοῦ μας, ὅπως μᾶς τό ἀποκαλύπτει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στήν πρός Φιλιππησίους ἐπιστολή του: «Τοῦτο φρονείσθω ἐν ὑμῖν ὅ καί ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, ὅς ἐν μορφῂ Θεοῦ ὑπάρχων οὐχ ἁρπαγμόν ἡγήσατο τό εἶναι ἴσα Θεῷ, ἀλλ’ ἑαυτόν ἐκένωσεν, μορφήν δούλου λαβών…καί σχήματι εὑρεθείς ὡς ἄνθρωπος, ἐταπείνωσεν ἑαυτόν, γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ σταυροῦ». Στήν Παναγία μας βλέπουμε αὐτήν τήν ὑπακοή πού ἐπέδειξε ὁ Υἱός καί Θεός της, συνεπῶς τήν ἁγία ταπείνωσή Του καί τήν ἅγια χάρη Του.
Κι αὐτό τό ἦθος, τό ἦθος τῆς ταπείνωσης πού ἐκφράζεται ὡς ἀπόλυτη ὑπακοή στό ἅγιο θέλημα τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἐκεῖνο πού δείχνει τό πῶς πράγματι τιμᾶται ἡ Παναγία στίς ἑορτές της, κατεξοχήν δέ στήν Κοίμησή της. Καλά τά ἐγκώμια καί ὅλες οἱ ἄλλες δοξολογικές φωνές ἀπέναντί της, ἀλλά ἄν δέν καταλήγουν στήν ἀκολουθία τοῦ ἤθους της, στό μαρτυρικό φρόνημα τῆς ταπείνωσής της, μᾶλλον δέν ἔχουν καμία σημασία πνευματική γιά ἐμᾶς. Γιατί μοιάζουν μᾶλλον μ’ αὐτό πού ἐπεσήμαναν οἱ προφῆτες, κυρίως δέ ὁ μέγας Ἡσαΐας, ὁ ὁποῖος γινόταν τό στόμα τοῦ Θεοῦ γιά νά λέει: «Ὁ λαός αὐτός μέ τό στόμα μέ τιμᾶ, ἐνῶ ἡ καρδιά του πόρρω ἀπέχει ἀπ’ ἐμοῦ. Ἀποστρέφω τό πρόσωπό μου ἀπ’ αὐτούς».


Παρασκευή, 14 Αυγούστου 2020

ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΟ ΖΩΗΣ...



«Ζωῆς ἀϊδίου καί κρείττονος ὁ θάνατός σου γέγονε διαβατήριον, Ἁγνή, ἐκ τῆς ἐπικήρου πρός θείαν ὄντως καί ἄρρευστον μεθιστῶν σε, ἄχραντε, ἐν ἀγαλλιάσει τόν Υἱόν καθορᾶν σου καί Κύριον» (ωδή δ΄ πρώτου κανόνα τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου).
(Ο θάνατός σου, Αγνή Παρθένε, έγινε διαβατήριο για την αιώνια και καλύτερη ζωή, καθώς σε μεταθέτει, άχραντε, από την επίγεια εδώ ζωή προς τη θεία πράγματι και μόνιμη, προκειμένου να βλέπεις με αγαλλίαση τον Υιό σου και Κύριο).

Ένα μικρό μαργαριτάρι από τον πλούσιο θησαυρό τῆς υμνολογίας της μεγάλης Θεομητορικής εορτής της Κοιμήσεως ο παραπάνω ύμνος, ο οποίος με συνοπτικό τρόπο τονίζει τα κύρια στοιχεία της. 1) Ήλθε η ώρα για τον θάνατο της Μητέρας του Κυρίου∙ 2) Ο θάνατός της συνιστά το διαβατήριο για την αιώνια ζωή που είναι καλύτερη από την επίγεια∙ 3) Πρόκειται για μετάσταση συνεπώς από την εδώ ζωή προς τη θεία και μόνιμη πραγματικότητα∙ και 4) Το χαρακτηριστικό της αιώνιας ζωής στην οποία μετατίθεται η Παναγία είναι η αγαλλίαση από τη διαρκή όραση του Υιού και Θεού της.

Πράγματι∙ 1) Μολονότι οι υμνογράφοι της Εκκλησίας μας απορούν για το πώς η Μήτηρ της Ζωής έφτασε στην ώρα του θανάτου της – πώς αυτή που γέννησε τη Ζωή, τον Θεό ως άνθρωπο, μπορεί να υποστεί θάνατο; - όμως από την άλλη θεωρούν δεδομένο το πέρασμά της από το οφειλόμενο στον ερχομό ενός ανθρώπου στον κόσμο, δηλαδή τον θάνατο. Γιατί; Διότι ο Ίδιος ο Υιός και Θεός της, Αυτός από τον Οποίο αποκτά κι εκείνη την όποια αξία της πέρασε το φυσικό αυτό όριο. Πώς είναι δυνατόν να μην το περάσει κι η Μητέρα Του που είναι άνθρωπος; Σε πολλά σημεία, ιδίως όμως στον στίχο του συναξαρίου, διαβάζουμε ποιητικά την εξήγηση: «Οὐ θαῦμα θνῄσκειν κοσμοσώτειραν Κόρην, τοῦ κοσμοπλάστου σαρκικῶς τεθνηκότος» (Δεν είναι θαύμα να πεθάνει η Κόρη που δι’ αυτής σώθηκε ο κόσμος, όταν ο Δημιουργός του κόσμου πέθανε κατά σάρκα ως άνθρωπος). Γι’ αυτό και ο γνωστότερος ύμνος από την όλη εορτή μιλάει πρωτίστως για την κηδεία της Θεοτόκου, μετέπειτα δε για την εν σώματι μετάστασή της. «Ἀπόστολοι ἐκ περάτων συναθροισθέντες ἐνθάδε, Γεθσημανῇ τῷ χωρίῳ, κηδεύσατέ μου τό σῶμα» (Απόστολοι που συναθροισθήκατε εδώ, στο χωριό της Γεθσημανή (από τα πέρατα της γης που ήσασταν διασκορπισμένοι χάριν του Ευαγγελίου), κηδέψατε το σώμα μου).

2) Όμως,  μολονότι η Παναγία πέθανε κατά τον φυσικό τρόπο της πορείας των πραγμάτων, ζει αιώνια. Σπεύδει αμέσως ο υμνογράφος να το προσθέσει στον παραπάνω στίχο, γιατί εκεί είναι προσανατολισμένη η σκέψη και η καρδιά του. «Ζῇ ἀεί Θεομήτωρ, κἄν δεκάτῃ θάνε πέμπτῃ» (Η Θεομήτωρ ζει πάντοτε, έστω κι αν πέθανε τη δεκάτη πέμπτη του μηνός). Και πώς αλλιώς; Ο Κύριος και Υιός της Πανάγνου ήλθε ακριβώς «ἵνα λύσῃ τά ἔργα τοῦ διαβόλου» καί νά καταργήσει τον θάνατο, τον καρπό της αμαρτίας. Κατά την αποκαλυπτική δήλωσή Του «ἦλθε ἵνα ζωήν ἔχωσιν οἱ ἄνθρωποι καί περισσόν ἔχωσιν», που σημαίνει ότι η απαρχής προοπτική του ανθρώπου, η αθανασία ως γνώρισμα της ομοίωσής Του με τον Θεό,  γίνεται πραγματικότητα με τον Κύριο, αφότου μάλιστα «ἀνεστήθη ἐκ τάφου τριήμερος». Μπορεί στον κόσμο τούτο να υφίσταται ακόμη ο θάνατος με τη σωματική του διάσταση, πνευματικά όμως έχει ήδη ξεπεραστεί, αρκεί βεβαίως ο άνθρωπος να πιστέψει στον Χριστό, ενσωματούμενος σ’ Αυτόν διά του αγίου βαπτίσματος εν Εκκλησίᾳ,  και να προσπαθεί να συντονίζει τα βήματά του με τα ίχνη Εκείνου. «Ο πιστεύων εἰς ἐμέ κἄν ἀποθάνῃ ζήσεται». Διότι Εκείνος είναι «ἡ ζωή και ἡ Ἀνάστασις».
 Οπότε, για τον πιστό άνθρωπο, κατεξοχήν δε την πρώτη εξ όλων των πιστών τη Μητέρα του Κυρίου, ο θάνατος δεν έχει το τρομακτικό προσωπείο του αγνώστου «πράγματος» - ό,τι θεωρεί ο άπιστος και προ Χριστού και μετά Χριστόν. Ο θάνατος συνιστά μία θύρα, την οποία διέρχεται ο άνθρωπος για να συναντήσει και πάλι τον Χριστό τον Οποίο ζούσε στον κόσμο. Κατά τον λόγο του αποστόλου Παύλου «ἐάν τε ζῶμεν ἐάν τε ἀποθνῄσκωμεν, τοῦ Κυρίου ἐσμέν». Με τα λόγια του αγίου υμνογράφου του τροπαρίου, ο θάνατος αποτελεί το διαβατήριο του πιστού, για να περάσει αυτός στην άλλη λεγόμενη ζωή, που είναι αιώνια και αμετάβλητη, αλλά και πολύ καλύτερη από την εδώ του κόσμου τούτου – «μετάθεσις ἐπί τά ἀλυπότερα καί θυμηδέστερα», κατά τη ρήση προσευχής της Εκκλησίας μας. Η ώρα του θανάτου μας, η ώρα λήψεως του διαβατηρίου μας! Κι αυτό το διαβατήριο το έλαβε και η ίδια η Υπέραγνος Θεοτόκος, αλλά από τα χέρια του Ίδιου του αγαπημένου Υιού της, παρόντων όλων των Αποστόλων, αλλά και των αγίων αγγέλων και αρχαγγέλων – μία ώρα που προσιδίαζε όντως στη Βασίλισσα και Πλατυτέρα των Ουρανών.

3) Κατά την εκκλησιαστική πίστη μας, ο θάνατός της συνιστά Μετάσταση∙ Μετάσταση όχι μόνο του πνεύματός της αλλά και του αγίου της φυσικού σκηνώματος, την τρίτη ημέρα αφότου «ἐκοιμήθη», κάτι που δεν έχει στήριγμα βεβαίως στην Αγία Γραφή αλλά στην ευρύτερη έννοια της Παραδόσεως της Εκκλησίας. Κι η Μετάσταση αυτή σημαίνει ζωή πια στη Βασιλεία του Θεού, ζωή δηλαδή μέσα στην αγκαλιά του Κυρίου, σε πλήρη ταύτιση μαζί Του – μία ζωή που χαρακτηρίζεται «όραση» Εκείνου, κατά το «ὀψόμεθα Αὐτόν καθώς ἐστί».

4) Κι η όραση αυτή ως μετοχή στις άκτιστες ενέργειές Του είναι αγαλλίαση και χαρά και μακαριότητα για τον άνθρωπο, με την έννοια όμως όχι μίας απαθούς και στον δικό της κόσμο μακαριότητας, αλλά της εν πάθει αγάπης στροφής προς τον κόσμο τούτο  και συμμετοχής στα πάθη και τα βάσανά του, κατά το πρότυπο του Κυρίου. «Ἐν τῇ κοιμήσει τόν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε». Με άλλα λόγια, η Παναγία μας, όπως και οι άλλοι άγιοι σε μικρότερη έκταση και ένταση ασφαλώς, ζουν τη μακάρια ζωή της αδιάκοπης και αταλάντευτης σχέσης με τον Χριστό, έχοντας ακριβώς για τον λόγο αυτόν στραμμένη την προσοχή τους και σε εμάς «τούς περιλειπομένους», γιατί η αγάπη του Χριστού δεν τους αφήνει σε «ησυχία». Άλλωστε, «χωρίς ἡμῶν» δεν μπορούν και να τελειωθούν, αφού η τελείωση και για την Παναγία μας και τους αγίους μας αφενός θα έλθει στη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, αφετέρου θα πρέπει να συμπεριλάβει ακριβώς και «εμάς» που είμαστε μαζί μ’ εκείνους το μυστικό σώμα του Χριστού.
Κι η τελευταία αυτή αλήθεια αποτελεί και τη μεγαλύτερη παρηγοριά μας. Είμαστε «δεμένοι» με τον Χριστό και την Παναγία μας. Η «καρδιά» Τους βρίσκονται εσαεί μαζί μας, Εκείνη δε, η Μητέρα Του ως ανθρώπου, είναι «ἡ ἐν πρεσβείαις ἀκοίμητος» φρουρός και προστασία μας – μεσιτεύει για εμάς, όπως το υποσχέθηκε και στους αγίους αποστόλους λίγο πριν εκπνεύσει, έστω κι αν εμείς συχνά πυκνά πορευόμαστε κατά το θέλημά μας και όχι κατά το θέλημα του Θεού μας. Κι η κραυγή της σ’ εμάς είναι πάντοτε η ίδια: «Ὅ,τι ἄν λέγῃ ὑμῖν, ποιήσατε».