Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2020

«ΑΓΑΠΑΣ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ;»


(Κύρια σημεῖα ὁμιλίας στήν (ἀγαπημένη) Κάρπαθο, πού... ἀκυρώθηκε λόγω κορωνοϊοῦ)
 1. Τό θέμα μοιάζει περίεργο καί παράδοξο: εἶναι κανείς πού δέν ἀγαπᾶ τόν ἑαυτό του; Γιά τόν ἑαυτό μας πρωτίστως δέν ἀγωνιζόμαστε ὅλοι; Τόν ἑαυτό μας δέν θέλουμε νά ἱκανοποιήσουμε, νά ἡσυχάσουμε, νά χαροῦμε; Κι ἀπόδειξη ἄμεση τό γεγονός ὅτι μόλις κάτι πάθουμε, μόλις λίγο ἀρρωστήσουμε, ἀμέσως κινητοποιούμαστε, εἴτε πηγαίνοντας στόν γιατρό εἴτε στό νοσοκομεῖο εἴτε παίρνοντας μόνοι μας κάποιο φάρμακο. Μᾶς πῶς ἀπό τήν ἄλλη νά δικαιολογήσουμε αὐτό πού συχνά ἐπίσης κάνουμε, δηλαδή ὅτι προβαίνουμε σέ ἐνέργειες πού καταστρέφουν τόν ἑαυτό μας, ὅπως π.χ. τό κάπνισμα, οἱ διάφορες καταχρήσεις, τό ἀλκοόλ, οἱ ἐξαρτησιογόνες οὐσίες! Μᾶλλον τόν ἑαυτό μας καί τόν ἀγαπᾶμε καί δέν τόν ἀγαπᾶμε. Δηλαδή καί εἴμαστε οἱ καλύτεροι φίλοι του, ἀλλά καί οἱ χειρότεροι ἐχθροί του. Ἡ περίπτωση μάλιστα τῆς αὐτοκτονίας, νά θέτει κανείς μόνος του τέλος στή ζωή του, δέν εἶναι ἡ ἀκραία ἐπιβεβαίωση τῆς δεύτερης πραγματικότητας πού ἀναφέραμε;
Καί γιά νά προχωρήσουμε λίγο πιό βαθιά, σέ ἐπίπεδο ψυχολογικό: πόσες φορές δέν ἔχουμε ἀκούσει ἀπό ψυχολόγους, ἀπό ψυχιάτρους, ἀπό ἀνθρώπους ἔμπειρους στά πνευματικά, νά λένε πώς τίς περισσότερες φορές ἡ ἐπιθετική συμπεριφορά τῶν ἀνθρώπων ἀπέναντι στούς συνανθρώπους τους ὀφείλεται στό ὅτι δέν ἀγάπησαν καί δέν ἀγαποῦν τόν ἑαυτό τους τόν ἴδιο! Ἡ ἐσωτερική τους δυσλειτουργία δηλαδή, τό γεγονός ὅτι δέν τά ἔχουν βρεῖ μέ τόν ἑαυτό τους πού λέμε, τούς ὁδηγεῖ σέ στάση ζωῆς ἔναντι τῶν ἄλλων ἀντίστοιχη πρός τόν δικό τους ἑαυτό! Τά κομμάτια τους τά κάνουν ὅπλα γιά νά πληγώνουν τούς ἄλλους, πού σημαίνει: οἱ σχέσεις μας φανερώνουν τελικά τό τί γίνεται στόν ἐσωτερικό μας κόσμο, ἤ, γιά νά τό ποῦμε ἀλλιῶς, ὅ,τι ζοῦμε μέσα μας, στήν καρδιά μας, αὐτό καί προβάλλουμε τίς περισσότερες φορές καί πρός τά ἔξω. Γι’ αὐτό καί δέν πρέπει νά σπεύδουμε νά κατακρίνουμε καί νά καταδικάζουμε ἐκεῖνον πού δημιουργεῖ προβλήματα, πού εἶναι ὑβριστής καί ἄδικος πρός τούς ἄλλους. Ζεῖ μέσα του μία κόλαση, γιατί ζεῖ τή διάσπαση τοῦ ἴδιου του τοῦ ἑαυτοῦ. Ὅπως τό ἔλεγε ὁ ἅγιος Πορφύριος: εἶναι σάν αὐτός ὁ ἄνθρωπος νά κατασπαράσσεται ἀπό θηρία. Ἤ σάν κάποιος νά τοῦ ἔχει βάλει στόν κρόταφο ἕνα πιστόλι.
2. Ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας ρίχνει φῶς στήν τραγικότητα αὐτή: ὁ ἄνθρωπος συμπεριφέρεται διασπασμένα, γιατί πράγματι εἶναι διασπασμένος λόγω τῆς ἁμαρτίας. Ἡ ἁμαρτία διέστρεψε καί κατέστρεψε σέ μεγάλο βαθμό τόν ἄνθρωπο πού ὁ Θεός τόν δημιούργησε νά λειτουργεῖ μέ ἐσωτερική ἑνότητα κατ’ εἰκόνα τοῦ Ἴδιου. Ἄν ὁ Θεός πού ἀπεκάλυψε ὁ Χριστός, τόσο στήν πρώτη φάση ἀποκάλυψης τήν Παλαιά Διαθήκη, ὅσο καί στή δεύτερη καί τελεία τῆς Καινῆς, εἶναι Τριαδικός καί κοινωνία προσώπων μέ κύριο γνώρισμα τήν ἑνότητα καί τήν ἀλληλοπεριχώρηση τῶν προσώπων μεταξύ τους - ὁ Ἕνας νά ζεῖ μέσα στόν Ἄλλον, ὅπως τό εἶπε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος: «ἐγώ καί ὁ Πατήρ ἕν ἐσμεν»· «ἐγώ ἐν τῷ Πατρί καί ὁ Πατήρ ἐν ἐμοί ἐστι» – κατά τόν ἴδιο τρόπο καί ὁ ἄνθρωπος: δημιουργεῖται γιά νά εἰκονίζει καί νά ζεῖ τήν ἑνότητα αὐτή, μέ αὐξητική πορεία καί ρυθμό, μέχρις ὅτου γίνει ἀκριβῶς σάν τόν Θεό, ἕνα μ’ Ἐκεῖνον. Ἡ προοπτική αὐτή ὅμως χάθηκε, γιατί ὁ ἄνθρωπος, κατά τά γνωστά τῆς διήγησης τῆς Γένεσης, ἐπαναστάτησε κατά τοῦ Δημιουργοῦ του, κάνοντας κακή χρήση τῆς ἐλευθερίας του. Θέλησε νά αὐτονομηθεῖ ἀπό τόν Θεό καί ἔτσι αὐτονομήθηκε καί ἀπό τόν συνάνθρωπό του, ἀλλά καί ἀπό τόν ἴδιο του τόν ἑαυτό. Ἡ ἁμαρτία δηλαδή ἔκανε τόν ἄνθρωπο νά γίνει ἕνας χαμένος, ἕνας πνευματικά καί ἐσωτερικά νεκρός (ὅπως μᾶς τό δείχνει μεταξύ ἄλλων καί ἡ γνωστή παραβολή τοῦ ἀσώτου: «ὁ υἱός μου οὗτος νεκρός ἦν … καί ἀπολωλός»). Ὅλη ἡ ἀνθρώπινη ἱστορία εἶναι μία ἐπιβεβαίωση τῆς τραγικῆς αὐτῆς ἀλήθειας: παντοῦ διαμάχες καί πόλεμοι! Πῶς ξεκινάει ἄλλωστε ἡ ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου; Μέ μία ἀδελφοκτονία: ὁ Κάιν σκοτώνει τόν ἀδελφό του Ἄβελ. Καί τό χειρότερο γι’ αὐτόν; Ἀπό τότε ἀρχίζει ἡ ἐσχάτη τραγωδία του· νά μήν μπορεῖ νά βρεῖ πουθενά τόπο νά ἡσυχάσει. Ἡ συνείδησή του γίνεται ὁ ἀδιάκοπος καί ἀδυσώπητος ἐλεγκτής του. Γίνεται ὁ μεγαλύτερος ἐχθρός του (τό βλέπουμε πολύ παραστατικά ἔπειτα σέ ὅλες τίς ἱστορίες τῶν φυλῶν τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως μέ τίς ἐριννύες τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων).
Ἐκεῖνος πού ἔχει περιγράψει ἀκτινογραφικά θά λέγαμε τήν τραγικότητα τῆς ἐσωτερικῆς αὐτῆς διάσπασης καί τοῦ διχασμοῦ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Στήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολή του μάλιστα καί ἰδίως στό 7ο κεφ. μιλάει ἀκριβῶς γιά τόν ἄνθρωπο πού λόγω τῆς ἁμαρτίας διχάστηκε τόσο πού ἄλλα ἐπιθυμεῖ καί ἄλλα κάνει, γιά ἄλλα χαίρεται μά ἐπιτελεῖ ὅ,τι τόν καταθλίβει. «Δέν κάνω τό καλό πού θά ‘θελα – σημειώνει - ἀλλά ὑπηρετῶ τό κακό που δεν το θέλω» (7,19). Καί παρακάτω: «Ἐσωτερικά συμφωνῶ καί χαίρομαι μέ ὅσα λέει ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ. Διαπιστώνω ὅμως πώς ἡ πράξη μου ἀκολουθεῖ ἕναν ἄλλον νόμο, πού ἀντιστρατεύεται τόν νόμο μέ τόν ὁποῖο συμφωνεῖ ἡ συνείδησή μου: εἶναι ὁ νόμος τῆς ἁμαρτίας πού κυριαρχεῖ στήν ὕπαρξή μου καί μέ κάνει αἰχμάλωτό της» (22-23). Γιά νά φτάσει στό δραματικό σημεῖο νά διερωτᾶται: «Τί δυστυχισμένος, ἀληθινά, πού εἶμαι! Ποιός μπορεῖ νά μέ λυτρώσει ἀπό τήν ὕπαρξη αὐτή, πού ἔχει ὑποταχτεῖ στόν θάνατο;». Γιά νά κραυγάσει ἔπειτα βεβαίως αὐτό πού συνάντησε χαρισματικά ὡς λύση καί σωτηρία: «Εὐχαριστῶ τόν Θεό πού τό ἔκανε αὐτό, μέ τό σωτήριο ἔργο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ» (24-25). Ἀλλά καί ἡ νεώτερη ψυχολογία τοῦ βάθους ὅπως χαρακτηρίζεται, μέ τήν ἀνακάλυψη τοῦ ὑποσυνειδήτου καί τοῦ ἀσυνειδήτου αὐτό δέν πρόβαλε καί αὐτό δέν συνεχίζει σ’ ἕνα μεγάλο βαθμό νά προβάλλει, ἔστω καί μέ πολλές διαφοροποιήσεις; Φρόϊντ, Γιούνγκ, Ἄντλερ καί οἱ μετέπειτα συνεχιστές τους πάνω στήν τραγικότητα καί στήν παθολογία αὐτή τοῦ ψυχισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου παλεύουν, φτάνοντας πολλές φορές σέ ἀδιέξοδα ἤ προτείνοντας λύσεις πού μπορεῖ προσωρινά νά ἀνακουφίζουν, μά δέν δίνουν τήν ὁριστική λύση πού θά θεραπεύσει τό «μέγα τραῦμα», τόν ἄνθρωπο!
Λοιπόν, στό ἐρώτημα τελικῶς ἄν ἀγαπᾶμε τόν ἑαυτό μας, ἡ ἀπάντηση εἶναι μᾶλλον  ὄ χ ι. Δέν τόν ἀγαπᾶμε, γιατί παρουσιάζεται δύσμορφος καί ἄσχημος ἐνώπιόν μας. Καί κυρίως, γιατί μᾶλλον εἶναι ὁ μεγάλος στά μάτια μας  ΑΓΝΩΣΤΟΣ. Ἤ, μέ ἄλλα λόγια· ἀγαπᾶμε τόν ἑαυτό μας, μέ τήν ἔννοια ὅτι ἀγαπᾶμε τά πάθη καί τίς ἁμαρτίες μας, γεγονός ὅμως πού μᾶς φέρνει πρῶτον: ἐνώπιον τῶν συνεπειῶν τῆς ἐμπαθοῦς καί νοσηρῆς αὐτῆς ἀγάπης, τῆς θλίψης, τοῦ ἄγχους, τῆς  στενοχώριας, τοῦ πνευματικοῦ κενοῦ, δεύτερον: ἐνώπιον τῆς ἀπέχθειας πρός τά ἀρνητικά της ἀποτελέσματα, ἀπέχθειας ἑπομένως πρός τόν ἴδιο τόν ἑαυτό μας!
3. Ποιός εἶναι ὁ ἑαυτός μας λοιπόν πού καλούμαστε νά τόν ἀγαπήσουμε, ὥστε νά μή μένει μετέωρο τό ἀρχικό μας ἐρώτημα; Ποιός πράγματι εἶμαι;
(α) Θά ἀποφύγουμε τίς περιπετειώδεις ἀναζητήσεις τῆς φιλοσοφίας, τῆς θεοσοφίας, τῆς κάθε θρησκείας, κι αὐτῆς τῆς κοινωνιολογίας. Γιατί τόν ἄνθρωπο ἀναζητοῦν ὅλοι. Ἀλλά ὅλες οἱ ἀναζητήσεις εἶναι ἁπλές ἐπισημάνσεις ἐκείνου πού εἶναι τυφλός καί προσπαθεῖ λίγο μέ τήν ἁφή του  καί τίς αἰσθήσεις του νά δημιουργήσει εἰκόνα τοῦ περιβάλλοντός του. Λόγω τῆς τύφλωσής του ὅμως - ἀποτέλεσμα ὅπως εἴπαμε τῆς ἁμαρτίας, δηλαδή τῆς ἀπώλειας τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ στή ζωή του - ὅ,τι ἐπισημαίνει, ἔστω καί ἀληθινό, εἶναι ἀποσπασματικό· τοῦ διαφεύγει τό ὅλον. Θέλουμε νά ποῦμε ὅτι ἐκτός Χριστοῦ δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει ἀληθινή καί ἑνιαία εἰκόνα γιά τό τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Μία φιλοσοφία τονίζει τήν ψυχική πνευματική του ὑπόσταση, (ὅπως τή φαντάζεται καί τήν περιγράφει), ἄλλη τονίζει τή σωματική του περισσότερο διάσταση, ἄλλη τήν ἰδέα ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι κάποιο ξεπεσμένο ὄν στόν κόσμο τοῦτο ἀπό ἕναν ἄλλον κόσμο ἤ καί ἀπό ἕναν ἄλλον πλανήτη! (Νά θυμηθοῦμε, ἔτσι γιά τήν ἱστορία, τόν μεγάλο Ἕλληνα φιλόσοφο Πλάτωνα πού θεωροῦσε ὅτι ὁ ἀληθινός κόσμος εἶναι ὁ κόσμος τῶν ἰδεῶν, γι’ αὐτό καί ἡ ψυχή, ἡ ὁποία ξέπεσε ἀπό τόν κόσμο αὐτόν καί κατατείνει πρός αὐτόν, εἶναι περικλεισμένη στό σῶμα σάν σέ τάφο).
Τά πράγματα θά λέγαμε γίνονται τραγικότερα ἄν δοῦμε τί κυκλοφορεῖ γιά τό τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος στή μετανεωτερική λεγόμενη ἐποχή. Κι αὐτή ἡ ἐποχή εἶναι ἡ δική μας ἐποχή, αὐτή πού ξεκίνησε περί τό τέλος τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα (ὑπάρχουν ἄλλοι πού μεταθέτουν πιό πίσω τήν ἔναρξη τῆς μετανεωτερικότητας) καί συνεχίζεται μέχρι σήμερα καί δέν ξέρουμε γιά πόσο ἀκόμη. Τί λέγεται γιά τόν ἄνθρωπο; Ὅ,τι μπορεῖ κανείς νά ἀκούσει, ὅ,τι πιό ἀντιφατικό, ὅ,τι πιό περίεργο, ὅ,τι πιό παράδοξο καί ἴσως διεστραμμένο. Γιατί; Διότι τό χαρακτηριστικό τῆς ἐποχῆς αὐτῆς εἶναι τό ἀπόλυτο γκρέμισμα κάθε παραδοσιακῆς ἀξίας καί αὐθεντίας, ἡ προβολή τοῦ κάθε ἀτόμου ὡς ἀπόλυτου κριτῆ τῆς ἀλήθειας, πού ὁρίζει τήν ἀλήθεια αὐτή κατά τά μέτρα τά δικά του, καταργώντας ἤ ἀμφισβητώντας ὅμως καί τήν ἴδια τή λογική, ἡ ἀναζήτηση ἐπίσης τῶν πολλῶν σχέσεων γιά τόν κάθε ἄνθρωπο. Ὅ,τι δηλαδή ξεκίνησε καί πρόβαλε ἡ νεωτερικότητα, ἡ φιλοσοφία τῶν τελευταίων αἰώνων, αὐτό πιά συνεχίζεται μέ ἰλιγγιώδεις ρυθμούς καί σήμερα, ἀλλά ἔχοντας τό σήμερα ἕναν ἀπρόσμενο βοηθό: τήν τεχνολογία, τήν εἰκονική πραγματικότητα τῶν ὑπολογιστῶν, πού κατασκευάζει πιά τόν ἄϋλο λεγόμενο ἄνθρωπο, τόν κρυμμένο πίσω ἀπό ἕνα μηχάνημα καί πού τόν κάνει νά χάνει κάθε αἴσθηση τοῦ πραγματικοῦ ζωντανοῦ ἑαυτοῦ. Γι’ αὐτό καί δέν παραξενεύει πιά ἡ προβολή ἀπόψεων πού γίνονται ρεύματα καί θεωρίες καί πού καταλήγουν δυστυχῶς πολλές φορές σέ νόμους κράτους, ὅπως ὁ αὐτοκαθορισμός τοῦ ἀτόμου μέ κέντρο πιά τό σῶμα του, ἀκόμη καί γιά τό ἴδιο τό φύλο του, νά μπορεῖ δηλαδή χωρίς κανέναν κοινωνικό περιορισμό νά λέει ὅτι σήμερα εἶμαι ἄνδρας αὔριο γυναίκα κ.ο.κ. Καταλαβαίνουμε δηλαδή ὅτι τό ποιός εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ἰδίως στά χρόνια μας, εἶναι ὄχι ἁπλῶς εὔκολη, ἀλλά ἡ πιό δύσκολη ἴσως ὑπόθεση.
(β) Στόν λαβύρινθο αὐτό τῶν φιλοσοφιῶν ἤ καί τῆς μετανεωτερικότητας, ὅπου ὁ χαμένος πορεύεται παράλληλα μέ τόν ἄλλον χαμένο, ἐμεῖς, οἱ χριστιανοί οἱ ὀρθόδοξοι, ἔχουμε τόν Φάρο τῆς ζωῆς μας, τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, καί τό ζωντανό σῶμα Του, τήν Ἐκκλησία, πού διαφυλάσσει ἀνόθευτη τήν εἰκόνα Του καί μᾶς Τόν προσφέρει πράγματι ὡς ὁδηγό καί σωτήρα μας ἔτσι ὥστε νά ξέρουμε ποῦ βρίσκεται τελικῶς ἡ ἀλήθεια καί ποῦ βρίσκεται ἡ πλάνη.  Ὁ λόγος Του σέ κάθε ἐποχή ἀκούγεται κρυστάλλινος: «Ἐγώ εἰμι τό φῶς τοῦ κόσμου. Ὁ ἀκολουθῶν ἐμοί οὐ μή περιπατήσει ἐν τῇ σκοτίᾳ ἀλλ’ ἕξει τό φῶς τῆς ζωῆς». «Ἑγώ φῶς εἰς τόν κόσμον ἐλήλυθα». 
Τί φῶς λοιπόν ρίχνει ὁ Κύριος γιά τόν ἴδιο μας τόν ἑαυτό;
Εἴμαστε δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ, τά ἀνώτερα ὅλων, μέ τήν ἔννοια ὅτι μόνον σ’ ἐμᾶς δόθηκε ἡ χάρη νά εἰκονίζουμε Ἐκεῖνον καί νά ἔχουμε προοπτική νά Τοῦ μοιάσουμε πλήρως. Ὅλη ἡ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου στό βιβλίο τῆς Γένεσης μιλάει ἀκριβῶς γι’ αὐτό τό ξεχωριστό τοῦ ἀνθρώπου: «Ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν καί καθ’ ὁμοίωσιν». Ὁ ἄνθρωπος εἶναι εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, προορισμένος νά ζεῖ καί νά περιπατεῖ στόν κόσμο σάν Ἐκεῖνον, («ἐν Αὐτῷ περιπατεῖτε» εἶναι ἡ διαρκής προτροπή τοῦ ἁγίων ἀποστόλων), ἑπομένως μέ προοπτική νά συμβασιλεύσει μαζί Του αἰωνίως στή Βασιλεία Του. Ποτέ στόν κόσμο δέν ἀκούστηκε κι οὔτε ποτέ θ’ ἀκουστεῖ τέτοια ὑψηλή προοπτική πού ἔχει τήν ἰδιότητα νά ἐπιβεβαιώνεται ἐμπειρικά ἀπό κάθε ἄνθρωπο πού θά τό πιστέψει. Καί ναί μέν εἴπαμε ὅτι χάθηκε αὐτή ἡ προοπτική μέ τήν πτώση στήν ἁμαρτία, μά ξαναποχτήθηκε μέ ἄπειρη δυναμική, ἀφότου ὁ Θεός σαρκώθηκε καί ἔγινε ἕνας ἀπό ἐμᾶς. Στό πρόσωπο πιά τοῦ Χριστοῦ βλέπουμε ὄχι μόνον ποιός εἶναι ὁ Θεός, ἀλλά καί ποιός εἶναι ὁ ἀληθινός ἄνθρωπος. Εἶναι τόσο σημαντικό τοῦτο, ὥστε ἡ Γ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος (431 Ἔφεσος) ἔτσι τό ἐξέφρασε: ὁ Χριστός εἶναι «τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος χωρίς ἁμαρτίας». Βλέπω λοιπόν τόν Χριστό καί ἀμέσως βλέπω τόν ἴδιο μου τόν ἑαυτό, ἀλλά καί τόν κάθε συνάνθρωπό μου. Ὁ Χριστός ἀποτελεῖ τήν ἀπάντηση στό ἐρώτημα τοῦ ποιός εἶμαι καί συνεπῶς κι ἐκεῖ πού πρέπει νά στραφῶ γιά νά δώσω ἀπάντηση καί ἄν ἀγαπῶ τόν ἑαυτό μου.
(γ) Διαβλέπουμε τήν ἀπορία καί τήν ἔνσταση: ἐντάξει, ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος, μά Αὐτός εἶναι ὁ Χριστός, δηλαδή ἕνας ἄλλος ἀπό ὅ,τι ἐμεῖς. Δυστυχῶς αὐτό εἶναι ἡ ἔνσταση τῆς ἀπιστίας! Ὁ Χριστός εἴπαμε εἶναι ὁ τύπος τοῦ ἀληθινοῦ ἀνθρώπου – μέ τή δυναμική Αὐτοῦ δημιουργεῖ τόν ἄνθρωπο, τόν πρῶτο Ἀδάμ, ὁ Θεός - ἀλλά στόν Χριστό καί μέσα σ’ Αὐτόν εἴμαστε κι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι· δυνάμει οἱ μή χριστιανοί, ἐνεργείᾳ οἱ χριστιανοί. Τί ἐννοοῦμε; Πρόκειται γιά τό μεγαλεῖο τῆς ἵδρυσης ἀπό τόν Χριστό τῆς Ἐκκλησίας ὡς σώματός Του. Κάθε ἄνθρωπος πού θά πιστέψει στόν Χριστό γίνεται διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος μέλος Ἐκείνου, συνεπῶς μία δική Του ἄλλη παρουσία, μία δική Του προέκταση. Ὁ κάθε χριστιανός δηλαδή εἶναι καί ἕνας «ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ Χριστός». Τό ὑποσχέθηκε καί τό εἶπε ὁ Ἴδιος: «Ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος καί ὑμεῖς τά κλήματα». Κι αὐτό ἀκριβῶς κήρυσσαν καί δίδασκαν οἱ ἀπόστολοι: «ὁ Χριστός εἶναι ἡ κεφαλή τοῦ σώματος καί οἱ πιστοί τά μέλη τοῦ Χριστοῦ καί ἀλλήλων μέλη». «Ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε». Ὁ ἀπόστολος Παῦλος εἶναι μάλιστα αὐτός πού ἐλέγχει τούς χριστιανούς γιατί δέν κατανοοῦν τό μυστήριο τῆς ὕπαρξής τους: «Οὐκ οἴδατε ὅτι τό σῶμα ὑμῶν ναός τοῦ ἐν ὑμῖν ἁγίου Πνεύματός ἐστιν καί οὐκ ἐστέ ἑαυτῶν;» 
(δ) Τά πράγματα τώρα γίνονται πιό διάφανα:
- Ἀγαπῶ τόν ἑαυτό μου, γιατί καλοῦμαι – εἶναι ἐντολή τοῦ Θεοῦ - ν’ ἀγαπῶ τόν Θεό, ν’ ἀγαπῶ τόν Χριστό, μέλος τοῦ Ὁποίου εἶμαι κι ἐγώ  σωματικά καί ψυχικά. «Δοξάσατε οὖν τόν Θεόν – θά καταλήξει ὁ ἀπόστολος Παῦλος - ἐν τῷ σώματι ὑμῶν καί ἐν τῷ πνεύματι ὑμῶν, ἅτινά ἐστι τοῦ Θεοῦ». Γιατί Ἐκεῖνος μᾶς τό φανέρωσε: «Ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τά κλήματα». Στόν ἑαυτό μου τόν ἴδιο ἄρα πρέπει νά βλέπω (μέ τό βάθος πού δίνει ἡ ὅραση τῆς πίστης) τόν Χριστό, συνεπῶς ἡ ἀγάπη πρός ἐμένα εἶναι αὐτονόητη. Δέν ἀγαπῶ ἑπομένως τόν ἀποσπασματικό ἑαυτό μου, τόν ἁμαρτωλό ἑαυτό μου πού διώχνει τήν ἀληθινή εἰκόνα μου, δηλαδή δέν ἀγαπῶ τά πάθη μου καί ὅλες τίς ἄτακτες ὁρμές μου: ὅ,τι συνιστᾶ τήν οὐσία τῆς ἁμαρτίας τόν ἐγωισμό, ἀλλά τόν ἐν Χριστῷ πιά κτισμένο καί οἰκοδομημένο ἑαυτό.
- Ἀγαπῶ τόν ἑαυτό μου, ὅταν ἀγαπῶ τόν κάθε συνάνθρωπό μου· γιατί εἶναι μέλος τοῦ Χριστοῦ καί παρόμοιο μ’ ἐμένα μέλος. Πρόκειται γιά τή μεγαλύτερη ἐντολή τοῦ Θεοῦ, ἀπό τήν τήρηση τῆς ὁποίας θά ἐξαρτηθεῖ καί τό αἰώνιο μέλλον μας - ἀπό τό πῶς τήν ἀποδέχομαι θά εἰσέλθω ἤ ὄχι στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Γιατί τί λέει ὁ Κύριος; Ἀφενός ὅτι ὁ ἄλλος εἶναι ἀκριβῶς ὁ Ἴδιος – «ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου ἐμοί ἐποιήσατε» - ἀφετέρου ὅτι ὁ ἄλλος εἶναι τελικῶς… ἐγώ. «Ἀγαπήσεις τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν». Ὁ ἄλλος, ὁ κάθε ἄλλος, εἶναι τά ὅριά μας. Πῶς ψάχνουμε στόν χάρτη νά βροῦμε τά σύνορα τῆς πατρίδας μας ἤ πῶς μέ τό τοπογραφικό διάγραμμα ὁριοθετοῦμε τά χωράφια καί τά κτήματά μας; Τέτοιο τοπογραφικό μᾶς ἔχει δώσει ὁ Θεός· στόν καθένα καί σέ ὅλους μας. Καί τί λέει αὐτό τό τοπογραφικό; Ὅτι ὁ καθένας μας εἶναι ὅλοι οἱ συνάνθρωποί μας - ὁ πιστός περιλαμβάνει καί περιέχει στήν καρδιά του τόν κόσμο ὅλο. Καί αὐτό πάει παράλληλα καί ταυτόχρονα μέ τήν ἔνταξη τή δική μας μέσα στόν Χριστό καί μέσα στούς ἄλλους. Μέ ἄλλα λόγια τό ἐσύ τοῦ ἄλλου γίνεται πιά ἐγώ δικό μου, ὅπως καί τό δικό μου ἐγώ γίνεται τοῦ ἄλλου τό σύ.
Δέν εἶναι λόγια καί στοχασμοί αὐθαίρετοι· εἶναι ἡ κατεξοχήν ἀποκάλυψη τοῦ Χριστοῦ μας καί τό ἀδιάκοπο κήρυγμα τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν ἁγίων μας, παλαιά καί συγκαιρινά. Τί εὔχεται καί παρακαλεῖ ὁ Κύριος στήν ἀρχιερατική προσευχή Του λίγο πρό τοῦ Πάθους Του; «Πάτερ, λέει, θέλω νά ‘ναι ὅλοι ἕνα, ὅπως κι ἐμεῖς εἴμαστε ἕνα». Καί διευκρινίζει τήν ἑνότητα αὐτή: «Ἐγώ ἐν Σοί καί Σύ ἐν Ἐμοί, ἵνα καί αὐτοί ἐν Ἡμῖν Ἕν ὦσιν». «Ἵνα ὦσιν ἕν»: τό διαρκές κήρυγμα καί ἡ αἰώνια προοπτική τῆς Ἐκκλησίας. (Αὐτό πού εὐχόταν διακαῶς καί ὁ ἅγιος Πορφύριος καί ὁ ἅγιος Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ, ὅπως καί ὅλοι οἱ ἅγιοι). Γι’ αὐτό καί ὅπου ὑπάρχει διχασμός καί διάσπαση καί ἔχθρα, ἐκεῖ δέν ὑπάρχει Χριστός καί Πνεῦμα Θεοῦ. Ὑπάρχει μόνο τό δαιμονικό πνεῦμα.
Λοιπόν τό ξανατονίζουμε: ἀγαποῦμε τόν ἑαυτό μας, τήν ὥρα πού ἀγαπᾶμε τόν συνάνθρωπό μας καί νιώθουμε ἕνα μαζί του.
- Ἀγαπῶ τόν ἑαυτό μου τήν ὥρα πού ἀγαπῶ βεβαίως τόν Χριστό, ὅπως εἴπαμε, τήν ὥρα πού ἀγαπῶ τήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, τόν συνάνθρωπό μου, μά καί κάθε τι πού εἶναι τοῦ Χριστοῦ, συνεπῶς καί δικό μου. Καί ποιό εἶναι αὐτό; Μά ὅλη ἡ δημιουργία καί πιό συγκεκριμένα στο πλαίσιο τῆς δικῆς μας ζωῆς, ἡ φύση μας καί τό περιβάλλον μας. Ἡ στάση μας ἀπέναντι στό φυσικό περιβάλλον μας εἶναι στάση ἀπέναντι καί πάλι στόν Χριστό. Γιατί; Διότι «τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καί τό πλήρωμα αὐτῆς». Διότι «Αὐτός (ἐστιν ὁ) διδούς πᾶσι ζωήν καί πνοήν καί τά πάντα». Γιατί οἱ ἅγιοι σέβονται τόσο πολύ κάθε τι ἀπό τή φύση, εἴτε δένδρο εἴτε φυτό εἴτε λουλούδι εἴτε ζῶο εἴτε ἔντομο εἴτε ὁτιδήποτε ἄλλο; Διότι βλέπουν τήν πανταχοῦ παρουσία τοῦ Θεοῦ καί τίς ἄκτιστες ἐνέργειές Του. Ἡ συνάντησή τους μέ τή φύση εἶναι συνάντηση μέ τόν Ἴδιο τόν Χριστό καί Θεό τους, κι ἀκόμη: ἀποκάλυψη καί τοῦ ἴδιου τοῦ ἑαυτοῦ τους, ἀφοῦ καί ὁ ἄνθρωπος κομμάτι τῆς φύσεως εἶναι, μέ τό ἰδιαίτερο καί μοναδικό χάρισμα πού εἴπαμε: τήν πνοή τοῦ Θεοῦ πού τόν ἔκανε εἰκόνα δική Του.
- Τό κάθε τι τοῦ Χριστοῦ πού καλοῦμαι ν’ ἀγαπῶ, δείγμα ὅτι ἀγαπῶ καί τόν ἑαυτό μου, περιλαμβάνει βεβαίως καί τήν ἀγάπη πρός τό ζωντανό σῶμα Του, τήν Ἐκκλησία, ὅπως καί τόν ἅγιο λόγο Του, τίς ἴδιες Του τίς ἐντολές. Πῶς εἶναι δυνατόν νά μή βλέπω ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός «παρατεινόμενος εἰς τούς αἰῶνας» κατά τή φράση τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου, συνεπῶς ὁποιαδήποτε διάσπαση Χριστοῦ καί Ἐκκλησίας συνιστᾶ τήν κατεξοχήν αἵρεση καί διαστρέβλωση τῆς πίστεως; Τί σημαίνει αὐτό; Τήν ὥρα πού ἀκολουθῶ τόν ρυθμό τῆς Ἐκκλησίας: μέ τόν ἐκκλησιασμό μου καί τήν ἔνταξή μου στήν ὅλη ζωή της, ἐκείνη τήν ὥρα ἀποκαθίσταμαι καί λειτουργῶ ὁμαλά, κατά τόν τρόπο πού ὁποιοδήποτε μέλος τοῦ σώματός μου λειτουργεῖ σωστά ὅταν κινεῖται στόν ρυθμό τοῦ ὅλου σώματος. Ἄς φανταστοῦμε πῶς φαίνεται ἡ εἰκόνα ἑνός ἀνθρώπου πού ἐνῶ τό σῶμα του κινεῖται μ’ ἕναν συγκεκριμένο ρυθμό, τό χέρι του γιά παράδειγμα ἤ τό πόδι του κινεῖται μέ ρυθμό διαφορετικό. Λέμε ὅτι ἔχει πάθει κάποιο ἐγκεφαλικό ἐπεισόδιο!  Τό ἴδιο ὅμως συμβαίνει καί ἀπό πλευρᾶς πνευματικῆς στόν Χριστιανό πού εἶναι ἀκριβῶς μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ. Λοιπόν, τήν ὥρα πού ἐκκλησιαζόμαστε σωστά, ἐκείνην τήν ὥρα ἀναδύεται καί ὁ ἀληθινός ἑαυτός μας καί βρίσκουμε τό ἀληθινό μας πρόσωπο.
Τό ἴδιο καί μέ τόν λόγο καί τίς ἐντολές τοῦ Κυρίου: ἡ στάση τοῦ πιστοῦ πού ἀγαπᾶ τόν Χριστό εἶναι στάση ἀγάπης πρός τίς ἐντολές Του. Ἀγαποῦμε μέ ἄλλα λόγια τόν Χριστό ὅταν κινούμαστε μέ ὁρμή καί ἀνδρεία ψυχῆς πρός ἐκεῖ πού μᾶς προσανατολίζει ὁ λόγος Του. Γιατί; Διότι ἐκεῖ, μέσα στόν λόγο καί στίς ἐντολές Του, μᾶς εἶπε ὅτι βρίσκεται κρυμμένος ὁ Ἴδιος. «Ἐάν ἀγαπᾶτέ με, τάς ἐντολάς τάς ἐμάς τηρήσατε», εἶπε. «Καί ὁ τηρῶν τάς ἐντολάς μου, ἀγαπηθήσεται ὑπό τοῦ Πατρός μου καί ἐγώ ἀγαπήσω αὐτόν καί ἐμφανίσω αὐτῷ ἐμαυτόν». Ἄλλωστε ὅλα τά παραπάνω πού ἀναφέραμε ἀποτελοῦν ἀγώνα προσέγγισης καί ἐφαρμογῆς τῶν λόγων καί τῶν ἐντολῶν Του. Μεγαλύτερη λοιπόν ἀγάπη πρός τόν ἑαυτό μας ἀπό τήν πορεία μας κατά τόν λόγο τοῦ Κυρίου, ἀπό τό «περιπατεῖν ἐν αὐτῷ», δέν ὑπάρχει. Μπαίνουμε πάνω στή λεωφόρο τῆς ἀγάπης Του, ἡ ὁποία ἐνῶ φαίνεται «στενή καί τεθλιμμένη» λόγω τοῦ στριμώγματος τοῦ ἐγωισμοῦ μας, μᾶς φέρνει μπροστά στόν Ἴδιο τόν Θεό, καλύτερα: μέσα στήν παρουσία Του! «Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδός
4. Εἶναι εὐνόητο μετά τά παραπάνω ὅτι ὁ πιστός βιώνει δύο κυρίως ἀποτελέσματα: (1) τήν ὑπέρβαση κάθε φόβου, (2) τή βίωση πάντοτε τῆς χαρᾶς.
Πράγματι, ἡ ἀγάπη γιά τήν ὁποία μιλᾶμε: ἀγάπη πρός ἐμᾶς τούς ἴδιους καθώς περνᾶ ἡ ἀγάπη αὐτή φιλτραρισμένη καί καθαρή μέσα ἀπό τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό, φέρνει τόν πρῶτο καλό καρπό της, τήν ὑπέρβαση κάθε φόβου. Ἐνῶ ὁ φόβος μετά τήν πτώση τοῦ ἀνθρώπου στήν ἁμαρτία ἔγινε θά λέγαμε τό βασικό γνώρισμά του σέ ὅλες τίς ἐκδηλώσεις τῆς ζωῆς του – κάτι πού φανερώνεται πολύ ἄμεσα ἤδη ἀπό τήν περιγραφή τῶν γεγονότων στόν κῆπο τῆς Ἐδέμ: «ἄκουσα τή φωνή Σου καί φοβήθηκα», λέει ὁ Ἀδάμ γιά παράδειγμα - ὁ φόβος αὐτός ὑπερβαίνεται στόν βαθμό ἀκριβῶς πού λειτουργεῖ ἡ χαρισματική ἀγάπη του. «Ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τόν φόβον», σημειώνει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος στήν Α΄ καθολική του ἐπιστολή. Κι αὐτό γιατί; Διότι, ὅπως ἐξηγήσαμε, ὁ ἄνθρωπος ἐν Χριστῷ ξαναβρίσκει τόν ἑαυτό του κι ἀνοίγονται τά μάτια του μέ τήν πίστη προκειμένου νά «διαβάζει» σωστά καί ἀληθινά τά πράγματα τοῦ κόσμου, τόν ἑαυτό του καί τούς συνανθρώπους του, νά βλέπει μ’ ἕναν λόγο παντοῦ τίς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, δηλαδή τήν παρουσία τοῦ Πατέρα καί φίλου Του, πού ἦρθε στόν κόσμο καί τόν ἔκανε δικό Του καί τόν ἔβαλε καί πάλι «βασιλέα τῆς κτίσεως». Ἡ ἄγνοια δηλαδή πού προκαλεῖ τόν φόβο, γίνεται γνώση ἐν Χριστῷ, πάει νά πεῖ ἀγάπη πρός ὅλους καί πρός ὅλα, πού τραβοῦν τόν χριστιανό ὅπως ὁ μαγνήτης τό σίδερο. «Τά πάντα καί ἐν πᾶσι Χριστός». Ἄς θυμηθοῦμε πῶς τήν πραγματικότητα αὐτήν μᾶς τή λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Τά πάντα – σημειώνει στήν ἐπιστολή του πρός τούς Κορινθίους (Α΄ 3, 23) – εἴτε Παῦλος εἴτε Ἀπολλώς εἴτε Κηφᾶς εἴτε κόσμος εἴτε ἐνεστῶτα εἴτε μέλλοντα, τά πάντα ὑμῶν ἐστι, ὑμεῖς δέ Χριστοῦ, Χριστός δέ Θεοῦ». Μέ τόν Χριστό καί τήν πίστη τοῦ Χριστοῦ ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἕνας πανίσχυρος καί παντοδύναμος, πού ὅλα τοῦ ἀνήκουν καί τοῦ ὑποτάσσονται («πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με Χριστῷ»). Ἄλλωστε ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ στή ζωή του συνοδεύεται ἀδιάκοπα ἀπό τήν προτροπή Ἐκείνου: «Μή φοβοῦ». «Μή φοβεῖσθε».
Κι ἔπειτα: ἐκεῖνος πού θά θελήσει νά ζήσει τήν ἀγάπη αὐτή τοῦ Θεοῦ θά δεῖ (ἀπό τήν ἐμπειρία του καί ὄχι ἀπό τά διαβάσματά του ἤ τά κηρύγματα πού ἀκούει) ὅτι ἀκολουθεῖ ἀμέσως ὁ δεύτερος καρπός πού λέει ὁ ἀπόστολος καί πάλι, ἡ χαρά. «Ὁ γάρ καρπός τοῦ Πνεύματός ἐστι ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη κλπ.». Καί ἀσφαλῶς μιλᾶμε γιά μία χαρά πού δέν ἔχει σχέση μέ τήν κοσμική χαρά, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ χάϊδεμα τίς περισσότερες φορές τῶν αἰσθήσεων καί ἱκανοποίηση τῶν σαρκικῶν ὀρέξεων, ἀλλά μέ αὐτήν πού δίνει τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ στό βάθος τῆς ψυχῆς καί τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου, τήν ἐσωτερική χαρά πού ἀκριβῶς ἐπειδή εἶναι γνήσια καί πηγαία, εἰρηνεύει τόν ἄνθρωπο καί ἐπεκτείνεται σέ ὅλα τά μέλη τῆς ψυχῆς ἀλλά καί τοῦ σώματός του. Ἐκπλήττεται κανείς βλέποντας πόσες φορές ὁ Κύριος μιλοῦσε γιά τή χαρά αὐτή, πού εἶναι ἡ δική Του χαρά καί γεμίζει ὁλόκληρη τήν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου. «Καί τήν χαράν ὑμῶν οὐδείς αἴρει ἀφ’ ὑμῶν». «Χαίρετε». Γι’ αὐτό καί οἱ ἀπόστολοι τή χαρά μεταξύ τῶν ἄλλων θεωροῦσαν ὡς βασικό στοιχεῖο τῆς γνησιότητας τῆς χριστιανικῆς συνειδήσεως. «Χαίρετε καί πάλιν ἐρῶ χαίρετε», προτρέπει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Κι ἀλλοῦ: «Πάντοτε χαίρετε. Ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε· ἐν παντί εὐχαριστεῖτε». Γιατί; Διότι «τοῦτο θέλημα Θεοῦ ἐν Χριστῷ εἰς ἡμᾶς». Ὁ Χριστός δηλαδή θέλει νά χαίρονται οἱ ἄνθρωποι, διότι Αὐτός εἶναι ἡ πηγή τῆς χαρᾶς καί τῆς εὐτυχίας. Νά χαίρονται ὅμως μέ τίς σωστές προϋποθέσεις. Καί σωστές προϋποθέσεις εἶναι ἡ πίστη σ’ Αὐτόν, ἡ ἀγάπη στόν συνάνθρωπο καί τόν ἀληθινό χαρισματικό ἑαυτό μας, ὅ,τι δημιουργεῖ συνθῆκες νά ἔχουμε τόν Θεό, ὅπως ἀναφέραμε, ἔνοικο τῆς ψυχοσωματικῆς μας ὕπαρξης.
Τό ἐρώτημα τελικῶς ἄν ἀγαποῦμε τόν ἑαυτό μας ἔχει τήν ἀπάντησή του: ναί, ἀγαποῦμε τόν ἑαυτό μας, ὅταν ἀγαποῦμε πρῶτα ἀπό ὅλα τόν Θεό, (μέ ὁρμή καί κίνηση τῆς καρδιᾶς μας πρός Αὐτόν καί ὄχι κοιτώντας ἤ ἀποδεχόμενοι μία «ζωγραφιά» Του).  Κι αὐτό μᾶς παραπέμπει κατευθεῖαν στό κατεξοχήν πρότυπο τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς ζωῆς μας, τήν ἴδια τήν Παναγία μας. Ἐκείνη λόγω τῆς ἀγάπης της πρός τόν Θεό Τόν σάρκωσε μέσα στήν ὕπαρξή της κι ἔγινε ἀμέσως ἡ Πλατυτέρα τῶν Οὐρανῶν, περιέχοντας τούς πάντες καί τά πάντα μέσα σ’ αὐτήν. Τό ἴδιο ὅμως συμβαίνει καί μέ κάθε χριστιανό πού θέλει νά εἶναι πραγματικός χριστιανός: γίνεται Παναγία, γιατί σαρκώνει κι αὐτός στήν ὕπαρξή του τόν Χριστό μέ τόν τρόπο πού περιγράψαμε παραπάνω, συνεπῶς περιέχοντας μέσα στήν καρδιά του τόν κόσμο ὅλον, ὄχι μόνον τόν συγκαιρινό του, μά καί τόν παρελθόντα ἀλλά καί τόν μέλλοντα. Μᾶλλον ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ γιά τήν ὁποία κάνουμε λόγο εἶναι τό μέγιστο μυστήριο πού μᾶς ἀφήνει λίγο νά δοῦμε τίς ἄπειρες διαστάσεις γιά τίς ὁποῖες εἴμαστε κλημένοι ὡς χριστιανοί. Μᾶς κάνει ὄντως, ἄν ἀποδυθοῦμε στήν «περιπέτεια» τῆς ἀναζήτησής της, νά εἴμαστε κι ἐμεῖς ἕνας ἄλλος Χριστός μέσα στόν κόσμο.