Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2018

Η... ΜΕΙΩΜΕΝΗ ΑΙΣΘΗΣΗ ΕΥΘΥΝΗΣ ΤΗΣ ΗΓΟΥΜΕΝΗΣ


«Φτάσαμε, ἁγιώτατε», ἀκούστηκε ἡ φωνή τοῦ ἁμαξᾶ, ὁ ὁποῖος μ’ ἕνα σάλτο ἔσπευσε γρήγορα νά ἀνοίξει τήν πόρτα τοῦ κουβουκλίου, γιά νά κατέβει ὁ ἐπίσκοπος Ἀραβισσοῦ Ἀδέλφιος. Φτερούγισε ἡ καρδιά τοῦ ἁγίου ἐπισκόπου∙ εἶχε πάρα πολύ καιρό νά ἐπισκεφτεῖ τό γυναικεῖο αὐτό μοναστήρι τῆς εὐρύτερης περιοχῆς του, στό ὁποῖο ἡγουμένη ἦταν ἡ μικρή ἀγαπημένη του ἀδελφή. Αὐτός καί κυρίως ἡ μεγαλύτερη ἀδελφή του Ἰανία ἦταν ἐκεῖνοι πού μεγάλωσαν τή μικρή τῆς οἰκογένειας - ἐννοεῖται ὡς βοηθοί τῶν εὐσεβῶν γονέων τους - ἡ ὁποία εἶχε δείξει σχεδόν ἀπό βρέφος τήν ἰδιαίτερη στροφή της πρός τά θεῖα, τήν ἀγάπη καί τόν βαθύ ἔρωτά της πρός τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, γι’ αὐτό καί δέν εἶχε ἀργήσει νά ζητήσει τόν ἐγκλεισμό της σέ μοναστήρι. Δέν τό ἀρνήθηκαν οἱ γονεῖς, ἄλλωστε εἶχε προηγηθεῖ ὁ μεγαλύτερος ἀδελφός, ἐνῶ ἡ μεγάλη τῆς οἰκογένειας, εὐσεβέστατη κι αὐτή κατά πάντα, ἐπέλεξε τόν ἔγγαμο βίο, τή δημιουργία τῆς κατ’ οἶκον οἰκογένειας, τή δημιουργία βλαστῶν πού θά ζοῦν γιά νά προσφέρουν τήν εὐωδία Κυρίου στό στενό καί στό εὐρύτερο περιβάλλον τους. Τό μόνο πού τῆς τόνισαν ὅλοι ἦταν ὅτι ἡ ἐπιλογή της δέν πρέπει νά εἶναι ἐπιπόλαιη, γιατί πρόκειται γιά ἀπόφαση πού θά σφραγίσει ὁλόκληρη τή ζωή της.
Ἔγινε καλόγρια καί «διέπρεψε». Τέκνο ἀπόλυτης ὑπακοῆς, φιλακόλουθη στό ἔπακρο, γλυκομίλητη καί εὐχάριστη πάντοτε στούς τρόπους της, κέρδισε τή συμπάθεια ὅλων, κι ὅταν μετά ἀπό χρόνια ἀρκετά τέθηκε τό θέμα τῆς διαδοχῆς στήν ἡγουμενία, ὅλοι μέ μιά φωνή ἐκείνην πρότειναν καί πίεσαν γιά νά δεχθεῖ. Μέ βαριά καρδιά ἀνέλαβε τό διακόνημα τῆς ἡγουμενίας: τριάντα τόσες ψυχές ἐξαρτῶνταν πιά ἀπό αὐτήν... Ὁ κατά σάρκα ἀδελφός της, Ἀδέλφιος, ὁ ὁποῖος ἐντωμεταξύ εἶχε γίνει ὁ ἐπίσκοπος τῆς περιοχῆς, στήν ἐπαρχία τῆς Ἀρμενίας, γνωρίζοντάς την ἀπό πρῶτο χέρι, ἐπικρότησε ἀμέσως τήν ἐκλογή. Μέσα σέ κλῖμα μεγάλης συγκίνησης ἔκανε τήν ἐνθρόνισή της, εἶπε τά δέοντα, τῆς εὐχήθηκε, τήν ἀσπάστηκε. Ἔκτοτε ὅμως τά μεγάλα καί σπουδαῖα καθήκοντά του ὡς ἐπισκόπου δέν τοῦ ἐπέτρεψαν καί πάλι νά τήν ἐπισκεφτεῖ. Κι αὐτό τόν ἔτρωγε πολύ τόν τελευταῖο καιρό, σάν ἀγκάθι  εἶχε σφηνώσει στή σκέψη του ἡ εἰκόνα τῆς μοναχῆς ἀδελφῆς του... «Μήπως ἀντιμετωπίζει ἰδιαίτερα προβλήματα;» τοῦ ἐρχόταν ὁ λογισμός. Καί νά πού τά κατάφερε καί ἦλθε. Ἡ καρδιά του χτυποῦσε ἀρκετά δυνατά.

Τό πόδι του ἀκούμπησε στό ἔδαφος, ἔφτιαξε λίγο τά ράσα του πού ἀνέμισαν ἀπό τόν ἐλαφρύ ἄνεμο, καί τό βλέμμα του ἀγκάλιασε τό μοναστήρι καί τή γύρω περιοχή: ἡ βλάστηση ἦταν πυκνή, ἡ ὀμορφιά μεγάλη, ἀλλά «θά τούς τρώει ἡ ὑγρασία», ἔκανε καί πάλι τή σκέψη. Προχώρησε πρός τή Μονή – δέν εἶχε εἰδοποιήσει ὅτι θά πάει, κανένας δέν φάνηκε νά τόν προϋπαντήσει - διάβηκε τή μεγάλη ἔξω θύρα, χαμογέλασε βλέποντας τή φροντίδα ἀπό τή γυναικεία πάστρα καί τακτοποίηση. Ἕνα σούσουρο καί κάποιες ἄναρθρες κραυγές τοῦ ἀπέσπασαν τήν προσοχή καί τόν ἔκαναν νά σπεύσει πρός τήν ἐσώτερη αὐλή τοῦ μοναστηριοῦ. Τό θέαμα πού ἀντίκρυσε τόν... πάγωσε. Σάν νά κοκκάλωσε στή θέση του κι ἄνοιξε ὀρθάνοιχτα τά μάτια του. Μιά μοναχή, μιά ρασοφερεμένη, σέ ἀπόσταση περίπου δέκα μέτρων ἀπό ἐκεῖ πού εἶχε φτάσει ἦταν πεσμένη κάτω καί κυλιόταν πότε στή μιά καί πότε στήν ἄλλη μεριά. Οἱ ἄναρθρες κραυγές ἔβγαιναν ἀπό τό δικό της στόμα, ἐνῶ κάποιες ἀδελφές τῆς Μονῆς  βρίσκονταν δίπλα της, ἀνήμπορες ἀπ’ ὅ,τι φαινόταν νά τή βοηθήσουν. 
Κάποιες τόν εἶδαν, θορυβήθηκαν, πῆραν νά ἰσιώνουν λίγο τη μαντίλα τους, τόν πλησίασαν. «Εὐλογεῖτε, ἁγιώτατε», ἔσπευσαν νά τόν προσκυνήσουν. «Ἡ ἡγουμένη, ἡ Γερόντισσσα, δέν εἶναι ἐδῶ;» ρώτησε, προσπαθώντας νά συνέλθει ἀπό τήν πρώτη ἔκπληξη. «Ἐδῶ εἶναι, ἐδῶ εἶναι, ἔρχεται ἀμέσως», εἶπε κι ἔφυγε τρέχοντας μία καλόγρια νά εἰδοποιήσει τήν ἡγουμένη πού εἶχε ἦλθε ὁ ἐπίσκοπος, ὁ ἀδελφός της, ὁ ἄνθρωπος μέ τή μεγάλη φήμη ἁγιότητας σέ ὁλόκληρη τήν περιοχή. Ἀλλιῶς εἶχε φανταστεῖ τή συνάντηση ὁ Ἀδέλφιος∙ ἤθελε νά κάνει ἔκπληξη στήν ἀδελφή του, εἶχε ἐπιθυμήσει νά τήν δεῖ, νά τήν ἀσπαστεῖ, νά χαρεῖ τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ στά πρόσωπα τῶν ἀφιερωμένων μαζί της  ἀδελφῶν.

Ἦλθε σπεύδοντας ἡ ἡγουμένη, καταχάρηκε πού εἶδε τόν ἀδελφό της τόν ἐπίσκοπο, τόν προσκύνησε κι αὐτή, τοῦ φίλησε τό χέρι, μά λίγο τό αὐστηρό βλέμμα του τῆς μείωσε τόν ἐνθουσιασμό. Ἡ ἀπορία ἦταν ἔντονα ζωγραφισμένη στά μάτια του. Μίλησε ἐκεῖνος πρῶτος, ἀφήνοντας κατά μέρος κάθε ἁβρότητα καί συναισθηματική ἔκφραση. «Τί εἶναι αὐτό πού συμβαίνει ἐδῶ, ἀδελφή μου;» τῆς εἶπε. «Σοῦ ἀρέσει αὐτή ἡ ἀδικία πού ὑφίσταται ἡ μοναχή αὐτή ἀπό τόν δαίμονα καί πού φέρεται ἔτσι μέ τόσο ἄπρεπο καί ἀνάρμοστο τρόπο;» Πῆγε νά ἀπαντήσει κάτι ἡ Γερόντισσα μά συνέχισε ὁ ἐπίσκοπος, σχεδόν δακρυσμένος, τόν αὐστηρό ἔλεγχο. «Δέν γνωρίζεις τή θέση πού ἔχεις; Σάν ἡγουμένη εἶσαι ὑπεύθυνη γιά ὅλες τίς ἀδελφές τοῦ μοναστηριοῦ καί σηκώνεις ἐσύ κι αὐτές ἀκόμη τίς ἁμαρτίες τους! Τί γίνεται λοιπόν ἐδῶ;» «Μά, δέν βλέπετε ὅτι τήν περιπαίζει ὁ διάβολος; Αὐτό συμβαίνει ἐδῶ κι ἀρκετό καιρό. Ἀνθρωπίνως κάναμε ὅ,τι περνάει ἀπό τό χέρι μας. Φέραμε γιατρούς, κάναμε προσευχές. Τί μπορῶ νά κάνω ἐγώ πιά ἀπέναντι στόν δαίμονα, ἅγιε ἀδελφέ μου;» μπόρεσε νά ψελλίσει ἡ ἡγουμένη – περίμενε νά τήν καταλάβει καί νά τήν δικαιολογήσει τουλάχιστον ὁ ἀδελφός της.
«Τί μπορεῖς νά κάνεις;» ἔκανε μέ ἀπορία ἐκεῖνος. «Τόσα χρόνια στό μοναστήρι καί δέν ἔμαθες; Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος δέν μᾶς ἔδωσε ἐξουσία, σ’ ἐμᾶς τούς μαθητές καί ἀκολούθους Του, «τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καί σκορπίων, καί ἐπί πᾶσαν τήν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ;» Λοιπόν, δέν μποροῦμε νά κάνουμε τίποτε;» Ἡ ἡγουμένη ἀμίλητη, ντροπιασμένη, μέ σκυμμένο τό κεφάλι, σταμάτησε νά μιλάει. Παρακολουθοῦσε ἀπό δῶ καί πέρα τόν ἀδελφό της, τόν ἐπίσκοπο Ἀδέλφιο, νά ἐπιβεβαιώνει τή φήμη πού εἶχε τοῦ ἁγίου. Ἐκεῖνος μέ σταθερά βήματα προχώρησε πρός τή μεριά τῆς κυλιόμενης στά χώματα καλόγριας, ἡ ὁποία σάν νά κατάλαβε κάτι, προσπάθησε νά σηκωθεῖ καί νά ἀρχίσει τίς μετάνοιες καί τά προσκυνήματα ἀπέναντί του. Τό δαιμόνιο ἔβλεπε τό ἐπερχόμενο... τέλος του καί πῆγε νά τήν κάνει νά φύγει. «Στάσου!», τῆς φώναξε ἐκεῖνος μέ φωνή ἐπιτακτική, ἄπλωσε τά χέρια του κι ἔπιασε τό κεφάλι της, κι ἄρχισε μέ θέρμη ψυχῆς νά προσεύχεται στόν Κύριο.
Τό θαῦμα τό εἶδαν ὅλοι:  ὁ δαίμονας πού τήν κυριαρχοῦσε, μήν ἀντέχοντας τήν προσευχή τοῦ ἁγίου ἐπισκόπου, ἀφοῦ λίγο τήν τάραξε, ἔφυγε. Ἡ καλόγρια ἀπελευθερώθηκε, ἡσύχασε, γονάτισε μέ δάκρυα στά μάτια καί φίλησε μέ αἴσθηση ψυχῆς τά ὑποδήματα τοῦ ἁγίου. Σηκώθηκε σέ λίγο καί εἰρηνεμένη πῆγε κι ἔβαλε μετάνοια καί στήν ἡγουμένη της. Παρ’ ὅλα τά δάκρυά της, ἡ Γερόντισσα μπόρεσε νά δεῖ τό γαλήνιο βλέμμα τῆς ὑποτακτικῆς της. Ἔπρεπε τώρα νά γαληνέψει καί ἡ δική της ψυχή. Λίγη ὥρα ἀργότερα, στό κελλάκι πού χρησιμοποιεῖτο γιά τήν ἐξομολόγηση, γονατιστή μπρός στόν ἀδελφό της, τόν ἅγιο ἐπίσκοπό της, συντετριμμένη κατέθετε τά κρίματά της, ἐκεῖνα πού κρυμμένα καί ἀθέατα μέσα της τήν ἔκαναν ν’ ἀδυνατεῖ νά βγάλει τά... δαιμόνια, ἐκεῖνα ἀκόμα πιό πολύ πού τῆς ἔκρυβαν τή βαθειά εὐθύνη πού εἶχε ἀπέναντι στίς ὑποτακτικές καί ἀδελφές της...
(Ἀπό τό «Λειμωνάριον» τοῦ Ἰ. Μόσχου, κεφ. 128)