Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2021

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΑΝΘΙΜΟΣ ΤΗΣ ΧΙΟΥ

 

«Ο όσιος Άνθιμος, κατά κόσμον Αργύριος Βαγιάνος, γεννήθηκε στη νήσο Χίο την 1η Ιουλίου 1869, από γονείς ευλαβείς, τον Κωνσταντίνο και την Αγγεριώ. Έζησε τη ζωή του ασκητικά, πρώτα στη Σκήτη των αγίων Πατέρων, κοντά στον Γέροντα Παχώμιο, και ύστερα σε ερημικό κελί παρά την τοποθεσία Λιβάσια, όπου σήμερα υψώνεται ο πρώτος επ’ ονόματί του ναός. Το μέγα αξίωμα της ιερωσύνης το έλαβε στο Αδραμύττιο της Μικράς Ασίας το 1910. Στη συνέχεια τού ανατέθηκε η πνευματική διεύθυνση του Λεπροκομείου Χίου, όπου και διέλαμψαν εκεί οι θαυματουργικές του ενέργειες και η πατρική στοργή και αγάπη προς τους πολυπληθείς και βασανιζόμενους λεπρούς. Ίδρυσε εκ θεμελίων εντός δύο ετών, κατόπιν πολλών πειρασμών, κόπων και φροντίδων, με τη χάρη της εικόνας της Παναγίας Βοηθείας, τον επ’ ονόματι Αυτής τιμώμενο Ναό και Παρθενώνα, που αριθμούσε κατά την οσία του κοίμηση 85 μοναχές. Άφησε πολύτιμες συμβουλές, τέλεσε πάρα πολλά θαύματα και κοιμήθηκε οσιακά την 15η Φεβρουαρίου 1960. Από τότε η πλούσια και αδιάλειπτη θαυματουργική του χάρη εκδηλώνεται μέχρι σήμερα»[1]. 

(Ο Όσιος Άνθιμος, κατά κόσμο Αργύριος Κ. Βαγιάνος, γεννήθηκε την 1η Ιουλίου 1869 μ.Χ. στην περιοχή του Αγίου Λουκά Λιβαδίων. Οι ευσεβείς και ενάρετοι γονείς του, Κωνσταντίνος και Αργυρώ, φρόντισαν να δώσουν Χριστιανική αγωγή στο τέκνο τους. Και ο νεαρός Αργύριος δωρεοδέκτης του Αγίου Πνεύματος, με πνεύμα σοφίας, ήταν προορισμένος από τον Θεό να αναδειχθεί σκεύος εκλογής και να γίνει μέγας παιδαγωγός εις Χριστόν. Η όλη παιδιόθεν ανάπτυξη και ανατροφή του τελούσε προφανώς υπό την ισχυρή και βαθιά επίδραση του χριστιανικού οικογενειακού του περιβάλλοντος.

Γράμματα δεν έμαθε πολλά. Περιορίσθηκε στις απλές γνώσεις του δημοτικού σχολείου. Έτσι χωρίς τα θεωρητικές γνώσεις της εγκοσμίου καταξιώσεως, αλλά με ευφυΐα και διεισδυτικότητα πνεύματος και με ιδιαιτέρως έντονη την επιθυμία για βίο πνευματικό, προχωρά αταλάντευτος στην ενάρετη ζωή με την πολύτιμη δωρεά της ακλόνητης πίστεως.

Ο θείος έρως τον οδηγεί στην απάρνηση του κόσμου και της βοής του και στη μοναχική πολιτεία, από όπου εξέλαμψαν οι αρετές του. Αφορμή για να ακολουθήσει την μοναχική οδό υπήρξε η επίσκεψή του στη Σκήτη των Αγίων Πατέρων της Χίου για την επισκευή ιδιόκτητης εικόνας της Παναγίας. Με αυτή την εικόνα έκτοτε συνέδεσε άρρηκτα ολόκληρη την ζωή του. Η Παναγία έγινε για εκείνον πηγή ανεξάντλητης δυνάμεως στους μετέπειτα σκληρούς αγώνες του, αλλά και πηγή δροσιάς και ανακουφίσεως. Οδηγός του στον ασκητικό βίο υπήρξε ο σεβάσμιος Γέροντας της Σκήτης Παχώμιος, από τον οποίο εκάρη μικρόσχημος μοναχός και μετονομάσθηκε Άνθιμος.

Υποτάσσεται στον Γέροντα Παχώμιο και με τις αδιάλειπτες προσευχές και νηστείες και με τους σκληρούς αγώνες του αναδεικνύεται, με την ευδοκία του Θεού, μεγάλος στην άσκηση και την αρετή. Με την σωματική και πνευματική του όμως αυτή άσκηση εξαντλήθηκε και ασθένησε. Τότε με την ευλογία του Παχωμίου επιστρέφει στο σπίτι του, όπου εγκαθίσταται για ανάρρωση. Όμως ο Όσιος Άνθιμος δεν εγκατέλειψε την άσκηση. Μόλις αποκαταστάθηκε μερικώς η υγεία του αποσύρθηκε σε μικρό απομονωμένο κελί μέσα στα πατρικά του κτήματα, στα Λιβάδια της Χίου, συνεχίζοντας τους πνευματικούς του αγώνες. Εκεί μόναζε ασκώντας ταυτοχρόνως και την τέχνη του υποδηματοποιού, για να βοηθά τους φτωχούς γονείς του και να ελεεί του πάσχοντες.

Στο κελί του αυτό με την αδιάλειπτη προσευχή και την μελέτη του βίου μεγάλων ασκητών λάμβανε δύναμη, προέκοπτε σε πνευματική οικοδομή, αλλά και προκαλούσε και τη δαιμονιώδη λύσσα του πονηρού. Ο Όσιος αγωνιζόταν σκληρά και αποτελεσματικά, διεξήγαγε πολυμέτωπους αλλά νικηφόρους αγώνες κατά του πονηρού με την πύρινη προσευχή και καθημερινά ανερχόταν την ευλογημένη κλίμακα των αρετών και της αγιότητας. Αργότερα, σε ηλικία 40 ετών, το έτος 1909 μ.Χ., κείρεται μεγαλόσχημος μοναχός από τον διάδοχο του Παχωμίου, Ιερομόναχο Ανδρόνικο.

Ο ενάρετος όμως ασκητής Άνθιμος ήταν σκεύος εκλογής και έτοιμος για το αξίωμα της ιεροσύνης. Καλείται λοιπόν στο Αδραμύττιο της Μικράς Ασίας από τον ανάδοχό του Στέφανο Διοματάρη το 1910 μ.Χ. για τον σκοπό αυτό. Η χειροτονία του Αγίου δεν ήταν κάτι το συνηθισμένο. Στην περίπτωσή του είχαμε θεία συγκατάθεση που απεκάλυψαν οι θεοσημίες ευδοκίας κατά το τέλος της χειροτονίας. Σεισμός, αστραπές, βροντές, κατακλυσμιαία βροχή συμβαίνουν την ιερή εκείνη ώρα. Τα κανδήλια του ναού κινούνται, ενώ ένα από αυτά καταπίπτει. Μετά δε τη χειροτονία επικρατεί γαλήνη, ηρεμία, χαρά Θεού. Τα φυσικά αυτά φαινόμενα αποκαλύπτουν και μαρτυρούν την ευαρέσκεια του Θεού και τη θεία συγκατάνευση.

Όσο καιρό παρέμενε στο Αδραμύττιο, ακτινοβολούσε εκθαμβωτικά με την αρετή και την αγιότητά του, η οποία ίσχυσε να θεραπεύσει δαιμονιζόμενο της περιοχής, κάτι που δεν κατόρθωσαν οι συλλειτουργοί του. Αυτή λοιπόν η πνευματική του ακτινοβολία προκάλεσε το πάθος της αντιζηλίας των συλλειτουργών του. Εκείνος θέλοντας να τους ελευθερώσει από το πάθος αυτό, εγκατέλειψε το Αδραμύττιο το 1911 μ.Χ. και μετέβη στο Άγιον Όρος, όπου οι Αγιορείτες μοναχοί του επιδαψίλευσαν πολλές τιμές.

Επιστρέψας στη Χίο τοποθετήθηκε ως εφημέριος στο Λεπροκομείο. Εκεί άνοιξε το νέο στάδιο των αρετών και της αγαθοεργού δράσεώς του. Η εικόνα της Παναγίας Υπαπαντής επικεντρώνει την όλη του ευεργετική δράση. Η Κυρία Θεοτόκος διά της μεσιτείας και της προσευχής του Αγίου Ανθίμου επιτελεί αναρίθμητα θαύματα θεραπείας ασθενών επωνύμων και ανώνυμων πιστών. Το ίδρυμα αυτό με τους δυστυχείς λεπρούς καθίσταται πνευματικό κέντρο σωματικής και πνευματικής υγείας. Η όλη διακονία του στο Λεπροκομείο καταδεικνύει τη βαθύτατη πίστη του και την πολύτιμη προσφορά του.

Εδώ φαίνεται και το μεγαλείο του Αγίου. Ο Άγιος Άνθιμος ως εφημέριος του ναού συμπαρευρισκόταν, συνέτρωγε και συνομιλούσε με τους λεπρούς, τους κοινωνούσε των Αχράντων Μυστηρίων και μετά τη Θεία Λειτουργία κατέλυε!

Τότε μέσα σε εκείνη την αγιάζουσα ατμόσφαιρα οραματίζεται την ίδρυση Μονής, για να στεγάσει πρόσφυγες καλόγριες προερχόμενες από την Μικρά Ασία. Και προχωρεί στην πραγμάτωση των οραματισμών του. Υψώνει τον μεγαλοπρεπή Ιερό Παρθενώνα της Παναγίας Βοηθείας Χίου. Από τότε εγκαταστάθηκε στη Μονή με πλήρη αφοσίωση στην Παναγία και εκεί κατηύγαζε με την ασκητική του βιοτή το πλήθος των αρετών και την αγιότητά του και τη μεσιτεία και βοήθεια της Θεοτόκου και ποίμαινε με πλεονάζουσα στοργή και αγάπη το ποίμνιό του, ενίσχυε και παρηγορούσε με τον γλυκύ και απλό του λόγο και θεράπευε ασθενείς και πάσχοντες που κατέφευγαν κοντά του.

Μέσα σε αυτή τη διά βίου διακονία, ώριμος πλέον, πλήρης ημερών, σε ηλικία 90 ετών, με οσιότητα που θύμιζε τους μεγάλους ασκητές της ερήμου, τέλεσε την τελευταία Θεία Λειτουργία την 27η Ιανουαρίου 1960 μ.Χ. και λίγες ημέρες μετά κοιμήθηκε με ειρήνη».[2]

Η μακαριστή, σπουδαία και σοφή ηγουμένη Βρυαίνη[3] της Ι. Μονής Παναγίας Βοηθείας της Χίου, της Μονής που ίδρυσε ο άγιος Άνθιμος, είναι η ποιήτρια της εμπνευσμένης ακολουθίας που έγραψε για τον πνευματικό της Γέροντα Άνθιμο. Πρόκειται για ακολουθία[4] που ο εγκωμιαστικός λόγος είναι βεβαίως το επικρατούν στοιχείο, όπως συμβαίνει σε όλες τις ακολουθίες των αγίων, αλλά που προσανατολίζει τον μελετητή και εν προσευχή ακροατή σε ό,τι συνιστά καίριο στοιχείο της αγιότητας, εν προκειμένω του αγίου Ανθίμου. Ποια η γενική εικόνα που προβάλλεται μέσα από την ακολουθία για τον άγιο; Θα επιλέξουμε μεταξύ πολλών άλλων έναν ωραίο ύμνο που αποκαλύπτει και το ποιητικό χάρισμα της μακαριστής ηγουμένης, από τον πρώτο κανόνα της ογδόης ωδής του όρθρου: «Φάνηκες στη γη ως ένας νέος ουρανός, αγιώτατε Πατέρα, γιατί είχες στην καρδιά σου ως παμμέγιστο ήλιο τον Κύριο, ως πάμφωτη ασημίζουσα σελήνη την άχραντη Παρθένο και ως λαμπρά αστέρια τις θείες διδαχές σου»[5].

Εν σμικρώ μέγα δηλαδή το πορτραίτο του αγίου από τη μακαριστή Βρυαίνη, η οποία θεωρεί τον άγιο ως ένα νέο ουρανό, συνεπώς ένα δεύτερο κόσμο, που φωτίζει όχι ασφαλώς τον εαυτό του – ό,τι επιδιώκει ο πεσμένος στην αμαρτία κόσμος με τον εγωισμό που τον διακατέχει – αλλά τον ίδιο τον Κύριο και την Παναγία Μητέρα Του, κάτι που αποτύπωσε και στις ένθεες διδαχές του. Αυτό δεν είναι το χαρακτηριστκό του κάθε αγίου; Να «εξαφανίζεται» ο ίδιος για να φαίνεται ο Χριστός! «Ἐκεῖνον δεῖ αὐξάνειν, ἐμέ δέ ἐλαττοῦσθαι»[6], κατά τον λόγο του θεόρατου αγίου Ιωάννου Προδρόμου. Να λοιπόν τι ήταν, για την υμνογράφο αλλά και για όλους τους πιστούς που τον γνώρισαν, ο όσιος αυτός Γέροντας: ένας άλλος Χριστός, ένας «τοῦ Δεσπότου (Χριστού) μιμητής» (κοντάκιο). Κι αυτό γιατί υπήρξε «θεῖον οἰκητήριον τῆς Τριάδος», γεγονός που φανερωνόταν από το πλήθος των αρετών και των χαρισμάτων του. «Φάνηκες σεμνός και ήσυχος, απλός, αγνός και άκακος, όσιος και πράος και ανδρείος, μέτριος, σώφρων και γεμάτος συμπάθεια, γιατί έγινες θείο κατοικητήριο της Τριάδος και όργανο του αγίου Πνεύματος»[7] (ωδή ε΄).

Είναι ευνόητο λοιπόν να εξηγήσει η σπουδαία Βρυαίνη γιατί ο άγιος, έμπλεος των χαρισμάτων του Πνεύματος, ιδίως αφότου χειροτονήθηκε ιερέας, έγινε «στύλος Ὀρθοδοξίας» (στιχ. μ. εσπ.: «ο στέρεος ναός της ψυχής σου έγινε στύλος Ορθοδοξίας, δυναμώνοντας την Εκκλησία από τους εχθρούς και τα βέλη του εχθρού διαβόλου[8]), λειτουργώντας με τα σπάνια χαρίσματα της προόρασης και της διόρασης και της θαυματουργίας προς χάρη των αναγκεμένων πιστών. «Καταξιώθηκες, όσιε Άνθιμε, να προλέγεις τα μέλλοντα και να προοράς τα μακρινά, όπως και να αναβλύζουν από σένα κάθε ημέρα θαύματα, εκτελώντας χωρίς χρήματα ιάσεις και καταδιώκοντας τους δαίμονες, σε όσους προστρέχουν σε σένα με πίστη[9] (ωδή ε΄).

 Κι εκεί που όντως «αναλώνεται» η ιερή υμνογράφος είναι η προβολή των πολλών θαυμάτων του αγίου, και όσο ζούσε και μετά την κοίμησή του. Ένα πλήθος τροπαρίων συνιστά την περιγραφή των διαφόρων επεμβάσεών του, για σωματικά και ψυχικά αρρωστήματα των ανθρώπων, στη γη και στη θάλασσα και παντού[10], ιδίως όπως είπαμε αναργύρως, τόσο που θα μπορούσε και αυτόν να εντάξει κανείς στους Αναργύρους αγίους της Εκκλησίας. Τό «δωρεάν ἐλάβετε, δωρεάν δότε»[11] του Κυρίου με άλλα λόγια λειτουργούσε ως κανόνας ζωής για τον άγιο, το οποίο κατανοείται ως ξέσπασμα της ζέουσας από την αγάπη Κυρίου καρδιά του. «Τη χάρη που δέχτηκες από τον Θεό, τη μετέδωσες με θεϊκό ζήλο»[12] (στιχ. μ.εσπ.), σημειώνει και πάλι ήδη απαρχής. Γι’ αυτό και δεν «ξαφνιάζει» η επισήμανση ότι ο άγιος ως ιερέας έλαμπε πολύ συχνά την ώρα των ακολουθιών, ενώ μαζί του έψελναν, όπως συνέβαινε και με άλλους αγίους σαν τον άγιο Σπυρίδωνα, άγγελοι Κυρίου. «Όταν λειτουργούσες στη γη ως ιερέας του Υψίστου, Άνθιμε πάντιμε, έλαμπε ως άγγελος η ιερή σου μορφή από τη χάρη που κατοικούσε στην καρδιά σου»[13] (στιχ. εσπ.). «Άκουσες, όσιε, όσο ήσουν στο σώμα σου, να ψέλνουν οι ασώματοι»[14] (ωδή γ΄).

Η σοφή υμνογράφος βεβαίως επιχειρεί να μας δώσει όσο είναι δυνατόν τη σφαιρική εικόνα της όλης κατά Χριστόν πολιτείας του και να μας εξηγήσει τη θαυμαστή στον κόσμο παρουσία του. Έτσι ο άγιος Άνθιμος καταρχάς δεν ακολούθησε την οδό Κυρίου ξαφνικά σε κάποιο σημείο της ζωής του. Η ποιήτρια μάς θυμίζει ότι από μικρός επέλεξε τον δρόμο της αρετής[15] (κάθισμα όρθρου), γιατί τού δόθηκε από τον Θεό η χάρη να συνειδητοποιήσει γρήγορα το άστατο του βίου αυτού, συνεπώς και τη ματαιότητα που τον χαρακτηρίζει. «Γνώρισες το άστατο της ζωής, μίσησες τις ηδονές της σάρκας, γι’ αυτό και ως άνθρωπος με γνώση διάλεξες τον μοναχικό καλογερικό βίο, όσιε»[16] (ωδή γ΄). Και η επιλογή του «μονήρους βίου» δεν ήταν επιλογή χαλαρότητας γι’ αυτόν, όπως ίσως κάποιοι μπορούν να υπονοήσουν, αλλά επιλογή εξαρχής σκληροτάτων ασκητικών αγωνισμάτων – η είσοδος σε μοναστήρι δεν σημαίνει το «τέλος»(!), αλλά ακριβώς την απαρχή. Οπότε αναδείχτηκε σε τύπο του πιστού και αγαθού δούλου που προβάλλει ο Ίδιος ο Κύριος[17], όπως και στο όριο  του αληθινού δασκάλου, που πρώτα έγινε «ποιητής» και έπειτα εκφραστής λόγου. «Εύγε δούλε αγαθέ και πιστέ, εύγε εργάτη του αμπελώνα Χριστού, εσύ και το βάρος της ημέρας βάστασες και το τάλαντο που σου δόθηκε επαύξησες και δεν φθόνησες εκείνους που ήλθαν μετά από σένα»[18] (δόξα λιτής). «Ο λόγος του Ευαγγελίου “Όποιος εφαρμόσει κι έπειτα διδάξει, αυτός θα ονομαστεί μεγάλος”, ταιριάζει σε σένα, Πατέρα»[19] (στιχηρό μικρ. εσπ.).

Γι’ αυτό και δεν διστάζει η μακαριστή μαθήτρια του αγίου να τον παραλληλίσει με τους μεγάλους παλαιούς Πατέρες της Εκκλησίας, όπως και  με τους μεγάλους οσίους της, γιατί αυτούς προσπάθησε να ακολουθήσει με ζήλο.  «Όλοι οι Πατέρες υποδεχθήτε με ευμένεια τον νέο κατά τους χρόνους Πατέρα, και ομότροπο της ζωής σας»[20] (απολυτ.). «Ζήλεψες του παλαιούς Πατέρες κατά τα τελευταία χρόνια, πάτερ Άνθιμε, ως προς την εγκράτειά τους, τα δάκρυα, τη συγκεντρωμένη αγρυπνία»[21] (ωδή γ΄). Κι ακόμη: θεωρεί η υμνογράφος ότι ο άγιος Άνθιμος προσπάθησε να πατήσει πάνω στα ίχνη του μεγάλου Χιώτη αγίου, Νικηφόρου[22]. Μας δίνει την αλήθεια αυτή μ’ ένα της στίχο: «Διάλεξες ως παράδειγμα της ζωής σου τον ιερό Νικηφόρο»[23]. Πέραν τούτων: δεν μπορεί να αντισταθεί στην πάγια συνήθεια των υμνογράφων να αξιοποιούν το όνομα ενός αγίου για να τον συγκρίνουν με τους παλαιούς συνώνυμούς τους. Ο άγιος Άνθιμος, επίσκοπος Νικοδημείας[24], γίνεται στο σημείο αυτό το μέτρο σύγκρισης. «Νικομηδείας Ἀνθίμου συνώνυμος, τῶν ἀρετῶν δὲ ἐκείνου ὁμότροπος» (απολυτ.). «Η Νικομήδεια άνθησε παλιά ως άνθος τον Άνθιμο, τώρα δε ανθεί η Χίος τον νέο Άνθιμο»[25] (στίχο συναξαρίου) .

Η μακαριστή ηγουμένη όμως προχωρεί βαθύτερα. Βεβαίως προβάλλει τον άγιο ως «πιστόν ἐκτελεστήν τῶν θείων ἐντολῶν», κυρίως της αγάπης προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο[26] (κάθισμα όρθρου), βεβαίως χαίρεται να περιγράφει τις αρετές και τα ένθεα χαρίσματά του που τον ανέδειξαν και τον αναδεικνύουν σε πρότυπο και προστασία των πιστών[27], μα θέλει να εξηγήσει, δείχνοντας και το ποιμαντικό χάρισμά της, και την προϋπόθεση όλων αυτών των θαυμαστών. Τι ήταν εκείνο που κατέστησε τον άγιο ικανό να μπορεί να ζει τη ζωή του Θεού και να είναι ένας άλλος Χριστός στον κόσμο; Τι επομένως καθιστά κάθε άνθρωπο ικανό να είναι μαζί με τον Χριστό; Επιλέγει με πολλούς ύμνους η μακαρία Βρυαίνη δύο σημεία: τη μέχρι θανάτου επιλογή του αγίου, αφότου εισήλθε στο μοναστήρι, να κάνει υπακοή στον άγιο Γέροντά του Παχώμιο∙ και την απόλυτη αγάπη του – καρπό βεβαίως της αγάπης του προς τον Κύριο – προς την Υπεραγία Μητέρα του Κυρίου.

Πράγματι, επανειλημμένως η υμνογράφος  σημειώνει ότι η υποταγή του στον διακριτικό Γέροντα Παχώμιο, όπως το πρόβατο στον ποιμένα, ήταν τέτοια που τον έκανε σε σύντομο χρονικό διάστημα να υπερβεί όλους τους άλλους συνασκητές του. «Όταν υποτάχτηκες με ευλάβεια στον πνευματικό σου πατέρα κι έτρεξες σαν άκακο πρόβατο στη μάνδρα, εκεί όλους τους μοναχούς τους ξεπέρασες στα ασκητικά αγωνίσματα»[28] (στιχ. εσπ.). Κι αλλού (ωδή γ΄): «Έγινες άριστος υπήκοος, είχες αληθινή ταπείνωση, εξάλειψες εντελώς τα αμαρτωλά θελήματά σου, ενώ όλες τις αρετές, πάτερ, σαν να ήταν μία τις κατόρθωσες»[29]. Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται το «μυστικό» θα λέγαμε της όλης εν Χριστώ διαγωγής του αγίου: η κατανόηση (αλλά και ο αγώνας προς επίτευξη) ότι σπουδαιότερη αρετή από την ταπείνωση, η οποία αποκτάται με την ευλογημένη υπακοή, δεν υπάρχει. Όπου δηλαδή ο πιστός άνθρωπος αφήνει κατά μέρος το δικό του θέλημα, για να μπει στο (μη αμαρτωλό εννοείται) θέλημα του άλλου, πολύ περισσότερο όταν αυτό είναι του πνευματικού πατέρα και της Εκκλησίας, εκεί βλέπει κυριολεκτικά θαύματα: την ίδια την παρουσία του Θεού στην ύπαρξή του. Κι αυτό γιατί η υπακοή και η ταπείνωση αυτή εκφράζουν το φρόνημα του ίδιου του Θεού μας, όπως το διατυπώνει με μοναδικό τρόπο ο απόστολος Παύλος: «Αυτό να φρονείτε κι εσείς, όπως και ο Ιησούς Χριστός: έγινε υπάκουος μέχρι θανάτου στον Θεό Πατέρα, μέχρι θανάτου σταυρικού»[30]. Γι’ αυτό και δεν είναι τυχαίο ότι ο άγιος, μέσα στις διδαχές του προς τις μοναχές του, τόνιζε συχνά πυκνά αυτήν την πνευματική αλήθεια που κείται ως βάση στο οικοδόμημα του χριστιανισμού: «Το θέλημά σας ποτέ να μην το κάμνετε, αδελφές, διότι δεν θα προοδεύσετε ποτέ σας»[31].

Και δεύτερο: την αγάπη, κατά κυριολεξία τον έρωτα, προς την Παναγία μας, και μάλιστα παιδιόθεν. «Από παιδί είχες ηδονή της γλώσσας σου την Παρθένο και Αυτήν ως τη μελέτη της καρδιάς σου»[32] (στιχ. εσπ.). «Έχοντας ως θησαυρό και ιερά καταφυγή την πανάχραντη Δέσποινα, την πάντων Βοήθεια, ο νέος Άνθιμος άσκησε ένθεα και αναδείχτηκε νικητής του κόσμου, της σάρκας και του κοσμοκράτορα διαβόλου»[33] (απόστ. εσπ.). «Φλεγόμενος από τον δικό Σου έρωτα, Κόρη άχραντη, Παρθένε Παντάνασσα»[34] (ωδή δ΄). «Αγάπησες, πανόσιε, τη Μητέρα του Θεού με όλη την ψυχή και με όλη την καρδιά, και με τη θερμή επίκλησή Της έγινες δύναμη για τους ασθενείς και απαλλαγή για τους πάσχοντες»[35] (ωδή δ΄, β΄καν.).

Δεν μπορούμε να μην κάνουμε τον συνειρμό. Ο άγιος Άνθιμος μεγαλούργησε πνευματικά, γιατί διάλεξε τον δρόμο της ταπείνωσης και γιατί αγάπησε με πάθος την Παναγία. Ο άλλος μεγάλος νεώτερος κι αυτός άγιος της Εκκλησίας, αγαπημένος άγιος Νεκτάριος, μεγαλούργησε εξίσου, διότι κι αυτός την ταπείνωση επέλεξε ως δρόμο ζωής και στα χέρια της Παναγίας έβαλε τη ζωή του. Τυχαίο; Ασφαλώς όχι. Και οι δύο είχαν κοινή αναφορά τον άγιο Γέροντα Παχώμιο: στην ίδια σκήτη ασκήτεψαν, των Αγίων Πατέρων στη Χίο, την ίδια καθοδήγηση προφανώς δέχτηκαν. Κι εδώ υπάρχει ένα «μείον» στην ακολουθία της αγίας Γερόντισσας Βρυαίνης. Δεν κάνει καμία αναφορά στον άγιο Νεκτάριο που προηγήθηκε του αγίου Ανθίμου. Κι επίσης δεν μνημονεύει καθόλου και τον άλλο εξίσου μεγάλο όσιο, τον όσιο Νικηφόρο τον Λεπρό. Όλοι αυτοί σχετίζονται μεταξύ τους κι ίσως θα έπρεπε να γίνει κάποια μνεία του ονόματός τους. Μα υπάρχει δικαιολογία: η μακαριστή ηγουμένη επικεντρώνει στον άγιο Άνθιμο και στο μοναστήρι που εκείνος ίδρυσε, συνεπώς «παραθεωρεί» τον άγιο Νεκτάριο. Και από την άλλη ο άγιος Νικηφόρος ο Λεπρός μονολότι γνωστός δεν είχε «καθιερωθεί» – μόλις λίγα χρόνια πριν διακηρύχθηκε η αγιότητά του επισήμως[36].

Σημασία πάντως έχει ότι η μακαριστή υμνογράφος μάς ζωγραφίζει τις σπουδαίες διαστάσεις του αγίου Ανθίμου, μας καλεί να τον γνωρίσουμε, να τον αγαπήσουμε, να τον επικαλούμαστε. Κι αυτό είναι το σημαντικότερο.



[1] Σύντομο συναξάρι της ακολουθίας του αγίου Ανθίμου.

[2] Συναξάρι από τον «Ορθόδοξο Συναξαριστή».

[3] Η μακαριστή Γερόντισσα έζησε από τα νεανικά της χρόνια στην Ιερά Μονή της Παναγίας Βοηθείας, πλησίον του Γέροντα (αγίου) Ανθίμου (Βαγιάνου) και επέδειξε αξιοζήλευτη υπακοή, καρτερικότητα, υπομονή, ένθεο ζήλο, προσευχή και επιμέλεια στα της Μονής. Ήταν σπάνιος άνθρωπος και αγαπήθηκε από το σύνολο των αδελφών της Μονής αλλά και από τους προσκυνητές της (βλ. Αντωνίου Χαροκόπου, Η μακαριστή Γερόντισσα Βρυαίνη, έκδ. Ι. Μ. Παναγίας Βοηθείας).

[4] Ακολουθία του οσίου και θεοφόρου πατρός ημών Ανθίμου του Χίου (1993).

[5] «Νέος οὐρανὸς ἐν γῇ ὡράθης, τὸν Κύριον ὥσπερ ἥλιον παμμέγιστον, Πάτερ ἁγιώτατε, ἔχων ἐν τοῖς στέρνοις σου, ὡς δὲ σελήνην, πάμφωτον ἀργυραυγίζουσαν, τὴν ἄχραντον Παρθένον, καὶ ὡς λαμπροὺς ἀστέρας, τὰς θείας διδαχάς σου»

[6] Ιωάν. 3, 30.

[7] «Σεμνὸς καὶ ἡσύχιος, ἁπλοῦς ἁγνὸς καὶ ἄκακος, ὅσιος καὶ πρᾶος καὶ ἀνδρεῖος, μέτριος σώφρων, καὶ εὐσυμπάθητος ὤφθης, τῆς Τριάδος γεγονώς, θεῖον οἰκητήριον, καὶ τοῦ Πνεύματος ὄργανον»

[8] «Ναὸς δὲ τῆς ψυχῆς σου ὁ ἀῤῥαγής, Ὀρθοδοξίας στῦλος γέγονε, τὴν Ἐκκλησίαν κρατύνων ἐκ τῶν ἐχθρῶν, καὶ βελῶν τῶν τοῦ ἀλάστορος».

[9] «Προλέγειν τὰ μέλλοντα, καὶ προορᾶν τὰ πόῤῥωθεν, θαύματα τε βλύζειν καθ’ ἑκάστην, κατηξιώθης, Ὅσιε Ἄνθιμε, ἰάσεις ἀναργύρως ἐκτελῶν, πίστει τοῖς προστρέχουσι, καὶ διώκων τοὺς δαίμονας». Και: «ἐκεῖθεν (εξ αγίου Πνεύματος) καταυγαζόμενος ἑώρα τὰ μελλόντα καὶ ἄπειρος ὢν τῆς ἔξω σοφίας, τὰ βάθη τοῦ Πνεύματος τῇ θείᾳ χάριτι ἠρεύνησε, καὶ πηγὴ θαυμάτων ἔτι ζῶν ἀναδέδεικται» (λιτή).

[10] Βλ. ωδές ζ΄, η, θ΄κ.α.

[11] Ματθ. 10, 8.

[12] «Ἥν γὰρ ἐδέξω χάριν παρὰ Θεοῦ, θείῳ ζήλῳ μετέδωκας».

[13] «Ὅτε, ἐλειτούργεις ἐπὶ γῆς, ἱερεὺς ὑπάρχων Ὑψίστου, Ἄνθιμε πάντιμε, ἔλαμπεν ὡς ἄγγελος, ἡ ἱερά σου μορφή, ἐκ τῆς χάριτος Ὅσιε, τῆς ἔνδον οἰκούσης»

[14] «Ἀκήκοας τῆς μελῳδίας, Ὅσιε, τῶν Ἀσωμάτων ἐν σώματι».

[15] «Οὗτος γὰρ ἐπὶ τῆς γῆς, ἐκ παιδὸς τὴν ἀρετὴν ἐπιμελῶς ἀσκήσας καὶ ἔσοπτρον ἀκηλίδωτον φανείς, τὰς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀκτινοβόλους ἀστραπὰς εἰσεδέξατο».

[16] «Γνωρίσας τὸ ἄστατον τοῦ βίου, μισήσας σαρκὸς τὰς ἡδονάς, μονήρη βίον Ὅσιε, ὡς γνωστικὸς προέκρινας»».

[17] Βλ. Ματθ. 25, 21.

[18] «Εὖ δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ, εὖ ἐργάτα τοῦ ἀμπελῶνος Χριστοῦ, σὺ καὶ τὸ βάρος τῆς ἡμέρας ἐβάστασας καὶ τὸ δοθέν σοι τάλαντον ἐπηύξησας καὶ τοῖς μετὰ σὲ ἐλθοῦσιν οὐκ ἐφθόνησας».

[19] «Ὃς δ’ ἂν ποιήσας διδάξῃ μέγας κληθήσεται, εἰς σὲ ἁρμόζει Πάτερ, τὸ τοῦ Εὐαγγελίου».

[20] «Χορὸς ὁ τῶν Πατέρων εὐμενῶς ὑποδέχθητι, τὸν νέον ἐν τοῖς χρόνοις, καὶ ὑμῶν τὸν ὁμότροπον».

[21] «Τοὺς πάλαι Πατέρας ἐζηλώσω, ἐσχάτοις ἐν χρόνοις Πάτερ Ἄνθιμε, ἐγκρατείᾳ δάκρυσι, συντόνῳ ἀγρυπνίᾳ».

[22] Όσιος Νικηφόρος ο Χίος (περί το 1750-1821). Εορτάζει την 1η Μαῒου.

[23] «Τόν ἱερόν Νικηφόρον τύπον ἑλόμενος» (στιχ. μικρ. εσπ.).

[24] Άγιος ιερομάρτυς Άνθιμος επίσκοπος Νικομηδείας (3 Σεπτεμβρίου).

[25] «Νικομήδεια ἤνθησεν ἄνθος πάλαι Ἄνθιμον, ἀνθεῖ δὲ καὶ νῦν Χίος Ἄνθιμον νέον».

[26] «Τὰς θείας ἐντολάς, ἀκριβῶς ἐκτελέσας, ἀγάπης εἰς Θεόν, καὶ στοργῆς τοῦ πλησίον».

[27] «Πόθῳ, χρεωστικῷ σήμερον, ἐπαινέσωμεν ἡ Χίος πᾶσα, τὸ τῶν μοναζόντων προπύργιον, τὸ τῆς παρθενίας ἀπάνθισμα, ὀρφανῶν πτωχῶν τε τὸν προστάτην, πασχόντων, καὶ θλιβομένων παραμύθιον, τῶν πενομένων τροφέα, τῶν ἰώμενον πάντων, νόσους τὰς τοῦ σώματος, ψυχῶν τὰ τραύματα, λύχνον εὐφραίνοντα τοὺς πιστούς, τὸν θεῖον καὶ ὑπερθαύμαστον Ἄνθιμον» (Με πόθο που τον χρωστάμε, σήμερα, όλη η Χίος ας επαινέσουμε το προπύργιο των μοναχών, το απάνθισμα της παρθενίας, τον προστάτη των ορφανών και των πτωχών, την παρηγοριά των πασχόντων και των θλιβομένων, τον τροφέα των φτωχών, αυτόν που γιατρεύει τίς σωματικές ασθένειες και τα ψυχικά τραύματα όλων των ανθρώπων, το λυχνάρι που ευφραίνει τους πιστούς, τον θείο και υπερθαύμαστο Άνθιμο) (στιχ. εσπ.).

 

[28] «Ὅτε, τῷ Πατρί σου εὐλαβῶς, τῷ πνευματικῷ ὑπετάγης, καὶ ὥσπερ πρόβατον, ἄκακον ἀνέδραμες, εἰς τὸ Προβάτειον, τοὺς ἐκεῖσε μονάζοντας, πάντας ὑπερέβης, ἐν τοῖς ἀγωνίσμασιν, Ὅσιε Ἄνθιμε». Βλ. και: ««Ἔχων τῷ Πατρί σου πίστιν θερμήν, τῷ πνευματικῷ θεῖε Ἄνθιμε» (Είχες θερμή πίστη στον πνευματικό σου πατέρα, θείε Άνθιμε) (ωδή δ΄).

[29] «Ὑπήκοος ἄριστος ἐγένου, ταπείνωσιν ἔσχες ἀληθῆ, τέλεον ἐναπέκοψας, σαρκός σου τὰ θελήματα, τὰς ἀρετὰς ἁπάσας δέ, ὡς μίαν Πάτερ, κατόρθωσας».

[30] Βλ. Φιλ. 2, 5-8: «Τοῦτο φρονείσθω ἐν ὑμῖν ὅ καί ἐν Χριστῶ Ἰησοῦ, ὅς ἐν μορφῆ Θεοῦ ὑπάρχων οὐχ ἁρπαγμόν ἠγήσατο τό εἶναι ἴσα Θεῶ, ἀλλ’ ἑαυτόν ἐκένωσε μορφήν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος, καί σχήματι εὑρεθείς ὡς ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτόν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ σταυροῦ».

[31]  Βλ. Αγίου Ανθίμου της Χίου, Διδαχές Πνευματικές – Άρτος Ζωής, Επιμέλεια: Αντωνίου Ν. Χαροκόπου, τόμος Τρίτος, Ιερά Μονή Παναγίας Βοηθείας Χίου, Αθήναι 2007.

[32] «Ἐκ παιδὸς τὴν Παρθένον, ἔσχες ἡδονὴν τῆς σῆς γλώσσης, καὶ καθαρωτάτης σου καρδίας τὸ μελέτημα».

[33] «Ἔχων ὡς θησαύρισμα, καὶ ἱερὸν καταφύγιον, τὴν πανάχραντον Δέσποιναν, τὴν πάντων Βοήθειαν, Ἄνθιμος ὁ νέος, ἤσκησεν ἐνθέως, καὶ ἀνεδείχθη νικητής, κόσμου σαρκός τε καὶ κοσμοκράτορος».

[34] «Ἔρωτι φλεγόμενος Κόρη τῷ Σῷ, ἄχραντε Παρθένε, Παντάνασσα».

[35] «Ὅλῃ ψυχῇ, ὅλῃ καρδίᾳ πανόσιε, τὴν Μητέρα, τοῦ Θεοῦ ἠγάπησας, καὶ ἐπικλήσει ταύτης θερμῇ, ῥῶσις τοῖς νοσοῦσιν, ἀπαλλαγή τε τοῖς πάσχουσι γέγονας».

[36] 3 Δεκεμβρίου 2012.