Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2018

«ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΣΗΚΩΘΩ, ΑΝ ΔΕΝ ΜΟΥ ΔΩΣΕΙΣ ΧΕΡΙ...»


Ὁ Εὐλόγιος, ὁ μακάριος Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας, κατάκοπος ἀπό τήν κούραση τῆς ἡμέρας, περίμενε πῶς καί πῶς νά μείνει μόνος στόν Πατριαρχικό οἶκο γιά νά ἡσυχάσει. Ἡ ἡμέρα του, ὅπως καί ὅλες οἱ ἄλλες βέβαια, πέρασε παρ’ ὅλη τήν ἡσυχαστική του διάθεση μέ πολλές συναντήσεις, μέ προβλήματα διοικητικά τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ὀργανισμοῦ, μέ προσπάθειες ἐπίλυσης προσωπικῶν διαφορῶν κάποιων κληρικῶν του, μέ συνεχεῖς ἀναφορές γιά τό τί μέλλει γίγνεσθαι σέ ἔργα φιλανθρωπίας πού εἶχαν ξεκινήσει, καί ξαφνικά, ἀπό τό πουθενά πού λένε, εὕρισκαν ἐμπόδια πού ἀνέκοπταν τούς προβλεπόμενους χρόνους ἀποπεράτωσης...
Εἶχε βραδιάσει κι ὅταν ἔκλεισε ἡ θύρα τοῦ οἴκου του κι ἔμεινε ἐντελῶς μόνος ἔβγαλε ἕναν μεγάλο ἀναστεναγμό ἀνακούφισης. «Δόξα Σοι, ὁ Θεός», ψέλλισαν τά ἅγια χείλη του. Τά βήματά του κατευθύνθηκαν στό πιό ἀγαπημένο μέρος τοῦ Ἐπισκοπείου, τό παρεκκλήσι του, ἐκεῖ πού εὕρισκε πραγματικά ἀνάπαυση, καθώς ἡ ψυχή του χυνόταν ὁλόθερμη μπρός στήν εἰκόνα τοῦ Κυρίου του Ἰησοῦ Χριστοῦ, τῆς λατρευτῆς του Παναγίας Θεοτόκου, τοῦ ἁγίου ἀποστόλου καί εὐαγγελιστοῦ Μάρκου. Σταυροκοπήθηκε ἀργά κι ἔκλεισε ἁπαλά τή μικρή θύρα. Φίλησε τίς εἰκόνες πού στό ἱλαρό φῶς τῶν καντηλιῶν ἀποκτοῦσαν ἕναν γλυκασμό ὑπερκόσμιο, φόρεσε τό πετραχήλι του κι ἔβαλε «εὐλογητό».
  Ὁ κανόνας τῆς προσευχῆς του, κάθε νύχτα πού ἔφτανε μερικές φορές ὥς τά ξημερώματα, περιελάμβανε ψαλμούς, ὕμνους, προσευχές καθιερωμένες ἀπό παλαιότερους ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας, αἰτήματα στόν Κύριο γιά τούς ἀδελφούς πού τόν παρακαλοῦσαν νά προσεύχεται γι’ αὐτούς, καί πάνω ἀπό ὅλα ἡ ἐπί πολλή ὥρα προσευχή τοῦ Ἰησοῦ, τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», πού εὔφραινε κυριολεκτικά τήν ψυχή του καί τόν ἔκανε νά κλαίει μέ ἀλάλητους στεναγμούς. Γιατί ὁ πάπας καί Πατριάρχης Εὐλόγιος, ἄνθρωπος καταγόμενος ἀπό τήν Ἀντιόχεια, εἶχε μάθει ἀπό μικρός νά ἀγαπᾶ τόν Κύριο καί τούς ἁγίους Του, γι’ αὐτό καί ἀφιερώθηκε σ’ Αὐτόν, ἔγινε καλόγερος, ἀργότερα ἔγινε ἡγούμενος σέ μοναστήρι ἀφιερωμένο στήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, ἔπειτα τόν πίεσαν καί τελικά δέχτηκε νά γίνει Πατριάρχης στήν Ἀλεξάνδρεια, τήν περίοδο τοῦ δεύτερου μισοῦ τοῦ 6ου αἰώνα. Μά δέν ξέχασε ποτέ ὅτι ἦταν καλόγερος κι ὅτι ἡ προτεραιότητα τῆς ζωῆς του, τό κατεξοχήν ἔργο του ἦταν ἀκριβῶς ἡ προσευχή: ἡ καρδιακή ἀναφορά του στόν Κύριο καί Θεό του.  Στήν ἀναφορά του αὐτή ἔβρισκε τή λύση καί τή διέξοδο γιά ὅλα ἐκεῖνα πού τόν πίεζαν, λόγω τῆς μεγάλης θέσης πού εἶχε ἀναλάβει.
«Ἐλέησόν με ὁ Θεός, κατά τό μέγα ἔλεός Σου, καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν Σου ἐξάλειψον τό ἀνόμημά μου...», ξεκίνησε τόν  ψαλμό τῆς μετάνοιας, καί λίγο κοντοστάθηκε, γιά νά νιώσει μέ ὅλη τήν ὕπαρξή του τά λόγια τοῦ προφητάνακτα - αὐτά πού ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τοῦ ἐνέπνευσε καί χαίρεται νά τά ἀκούει ἀπό τούς πιστούς δούλους Του – καί νά τά ἀφήσει νά τόν διαποτίσουν μέχρι τό μεδούλι τῆς ψυχῆς του. «Ἐπί πλεῖον πλῦνόν με ἀπό τῆς ἀνομίας μου καί ἀπό τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με...», δάκρυα πῆραν νά βρέχουν τό πρόσωπό του, καθώς ἔνιωθε τήν ἁμαρτωλότητά του καί τό ἔλεος τοῦ Κυρίου του, κι ἔβγαλε τό μαντήλι του γιά νά τά σκουπίσει. Κάτι δίπλα του σάν νά κουνήθηκε, κάποια παρουσία τοῦ φάνηκε ὅτι εἶναι ἐκεῖ καί τόν παρακολουθεῖ καί στράφηκε πίσω του. Ταράχτηκε, γιατί εἶδε νά εἶναι μέσα στό παρεκκλήσι ὁ ἀρχιδιάκονός του ὁ Ἰουλιανός, «πῶς μπῆκε καί δέν τόν πῆρα εἴδηση;» σκέφτηκε, «καί κυρίως… γιατί μπῆκε χωρίς καμιά εἰδοποίηση;». Δέν εἶπε τίποτε ὅμως κι ὁλοκλήρωσε μέ λίγο παγωμένη τήν καρδιά εἶναι ἀλήθεια τόν ψαλμό.
Ἔπεσε στά γόνατα κι ἔκανε μιά μεγάλη μετάνοια, κατά τή συνήθειά του μετά ἀπό κάθε ψαλμό, κι εἶδε ὅτι τήν ἴδια μετάνοια ἔκανε καί ὁ εὑρισκόμενος πιά μαζί του διάκονος. Σηκώθηκε καί πάλι προσκύνησε, μά εἶδε ὅτι ὁ Ἰουλιανός παρέμενε στό ἔδαφος. Παραξενεύτηκε ὁ ἀββᾶς, γύρισε πρός αὐτόν καί τοῦ εἶπε: «Γιατί δέν σηκώνεσαι, διάκονε; Ἐκεῖ πεσμένος θά παραμείνεις;». «Δέσποτά μου», ἄκουσε τότε τή φωνή του νά λέει, «ἄν ἐσύ ὁ ἴδιος δέν δώσεις χέρι καί μέ σηκώσεις, δέν μπορῶ νά σηκωθῶ». «Μά… τί συμβαίνεις ἀπόψε;» πέρασε καί πάλι ἀπό τόν νοῦ τοῦ Πατριάρχη ὁ λογισμός, «ἄρρωστος εἶναι; Κι ἄν εἶναι, γιατί βρέθηκε ἐδῶ;», λογική ἐξήγηση δέν εὕρισκε ὁ Γέροντας. Ξανά ὅμως δέν εἶπε τίποτε, μόνο ἅπλωσε τό χέρι του, ἔπιασε τόν διάκο καί τόν σήκωσε. Στράφηκε πρός ἀνατολάς, πρός τίς εἰκόνες, καί ξανάρχισε τούς ψαλμούς. Κάποια στιγμή γύρισε πρός τόν Ἰουλιανό, νά δεῖ τί κάνει, μά ὁ Ἰουλιανός ἦταν ἄφαντος. Ὅπως ξαφνικά ἐμφανίστηκε, ἔτσι ξαφνικά καί ἐξαφανίστηκε. Δέν θέλησε νά ἀσχοληθεῖ ἄλλο μέ τό θέμα τοῦ διακόνου. Ἡ προσευχή του εἶχε τήν προτεραιότητα. Ἀπορροφήθηκε σ’ αὐτήν, βυθίστηκε στήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ, ὁλοκλήρωσε κάποια φορά τόν ἐωθινό του κανόνα. Ἔβγαλε τό πετραχήλι του, ἀσπάστηκε τίς ἅγιες εἰκόνες, ἔβαλε καί πάλι μιά βαθειά μετάνοια καί ἀποχώρησε ἀπό τό  παρεκκλήσι.
Θυμήθηκε τόν ἀρχιδιάκονο. Θέλησε νά διαλευκάνει τήν παραδοξότητα. «Ἀνδρέα», κάλεσε τόν θαλαμηπόλο του. «Γιατί δέν μήνυσες τήν εἴσοδο τοῦ ἀρχιδιακόνου, κι ἔτσι ἀπροειδοποίητα ἦρθε σ’ ἐμένα καί μάλιστα μέσα στή νύχτα;» Τά ‘χασε ὁ θαλαμηπόλος. «Μά, Δέσποτα, κανείς δέν φάνηκε. Οὔτε εἶδα κανένα οὔτε καί μπῆκε κανείς». Ὁ Πατριάρχης δέν τόν πίστεψε. «Θά τόν πῆρε ὁ ὕπνος καί διέλαθε τῆς προσοχῆς του», ἔκανε τήν πιό λογική σκέψη. «Κάλεσέ μου σέ παρακαλῶ τόν θυρωρό τοῦ Ἐπισκοπείου», εἶπε. Ἦρθε κι ὁ θυρωρός. «Δέν ἀνέβηκε ὁ ἀρχιδιάκονος Ἰουλιανός ἐδῶ;» τόν ρώτησε καλωσυνάτα. Ἀπόρησε ὁ θυρωρός. «Ὄχι, Δέσποτα», σάν νά φοβήθηκε ὁ ἀγαθός ἄνθρωπος∙ «κι ὀρκίζομαι σέ ὅ,τι ἔχω ἱερό πώς οὔτε ἀνέβηκε οὔτε κατέβηκε κανείς».
Ἔμεινε καί πάλι μόνος ὁ Εὐλόγιος. Δέν εἶχε κάτι ἄλλο νά κάνει ἐκείνη τήν ὥρα, σχεδόν ἀξημέρωτα. Σέ λίγη ὥρα ὅμως τό πράγμα θά διαλευκανόταν: ὁ ἀρχιδιάκονος κάθε πρωί ἦταν παρών στό Ἐπισκοπεῖο. Ἡ προσκύνηση στόν Πατριάρχη ἦταν δεδομένη καί μέσα στά καθήκοντά του. «Ἰουλιανέ», τοῦ εἶπε ὁ ἅγιος Πατριάρχης μέ μιά δόση αὐστηρότητας πού ξάφνιασε τόν ἀρχιδιάκονο. «Γιατί δέν τήρησες τήν τάξη κι ἀνέβηκες ἀπροειδοποίητα μέσα στή νύχτα; Δέν ξέρεις ὅτι εἶναι ἡ ὥρα τοῦ κανόνα μου καί θέλω νά βρίσκομαι μόνος στό παρεκκλήσι;» Τά ‘χασε κι ὁ Ἰουλιανός. «Μά τίς εὐχές τοῦ Δεσπότη μου», ἀπάντησε κι αἰσθάνθηκε λίγο νά ζαλίζεται, «οὔτε ἀνέβηκα ἐδῶ οὔτε βγῆκα καί καθόλου ἀπό τό σπίτι μου ὅλο τό βράδι. Μόνον τώρα τό πρωί βγῆκα γιά νά ἔλθω σ’ ἐσᾶς».
Φῶς ρίχτηκε στό μυαλό τοῦ Εὐλόγιου. Τά πράγματα ξεκαθαρίστηκαν μέ ἄμεσο τρόπο. Ὁ Ἰουλιανός πού εἶδε δέν ἦταν ὁ ἀρχιδιάκονός του. Καί γι’ αὐτό ἀσφαλῶς δέν τόν εἶδε κανείς. Ὁ Ἰουλιανός τῆς νύχτας πού τοῦ ἐμφανίστηκε ἦταν προφανῶς ὁ ἅγιος Ἰουλιανός, ὁ μάρτυς Κυρίου πού εἶχε μαρτυρήσει κατά τήν περίοδο τῶν διωγμῶν μαζί μέ ἄλλους τρεῖς στήν Ἀλεξάνδρεια, καί πῆρε τή μορφή τοῦ ἀρχιδιακόνου. Κι ὑπῆρχε ναός του, ὁ ὁποῖος βρισκόταν ὅμως ὑπό κατάρρευση: παλιός ναός κι ἀπό τόν καιρό φθαρμένος, κινδύνευε πράγματι νά καταπέσει. Τοῦ τό εἶχαν παλαιότερα ἀναφέρει, ἤθελε νά τόν φτιάξει, μά ἄλλες ἀνάγκες, θεωρούμενες κατ’ αὐτόν πιό πιεστικές, εἶχαν τήν προτεραιότητα. Καί νά, τώρα, ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος τοῦ ἐμφανίστηκε, γιά νά τοῦ ὑπενθυμίσει τό λησμονημένο χρέος. Κατάλαβε τή συμβολική κίνηση τοῦ ἁγίου καί τά «παράδοξα» λόγια του: «ἄν ἐσύ ὁ ἴδιος δέν δώσεις χέρι καί μέ σηκώσεις, δέν μπορῶ νά σηκωθῶ».


Ἀναλύθηκε σέ δάκρυα. Πῆγε στό παρεκκλήσι, γονάτισε καί ζήτησε συγγνώμη ἀπό τόν ἅγιο, ἀπό τόν Κύριο, ἀπό τήν Παναγία Μητέρα τοῦ Κυρίου. «Εὐθύς ἐπανορθώνω», μουρμούρισε, κι ἐπέστρεψε στό γραφεῖο του. Σέ λίγο καιρό ὁ ναός τοῦ ἁγίου μάρτυρα ξανακτίστηκε ἐκ θεμελίων, ἀνηγέρθη περίλαμπρος, στολίστηκε μέ κάθε εἴδους στολίδι. «Τέτοια δόξα τοῦ ‘πρεπε», ἔλεγε πιά μέ καμάρι ὁ ἅγιος Πατριάρχης, ὁ ὁποῖος ἔκτοτε τιμοῦσε ἰδιαιτέρως τόν ἅγιο μάρτυρα, τόν Ἰουλιανό τόν ἱερομάρτυρα. 
(Πηγή: "Λειμωνάριον" Ἰ. Μόσχου, κεφ. 146)