Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2020

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΒΑΒΥΛΑΣ, ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝ ΑΥΤΩ ΑΓΙΟΙ ΤΡΕΙΣ ΠΑΙΔΕΣ


«Ο άγιος επίσκοπος Αντιοχείας Βαβύλας, όταν εισήλθε στην Εκκλησία ο βασιλιάς Νουμεριανός, τον έδιωξε από αυτήν, διότι φόνευσε τον υιό του βασιλιά των Περσών που τον είχε όμηρο. Γι’  αυτόν τον λόγο κι ο βασιλιάς αλυσόδεσε τον άγιο και τον διαπόμπευσε, ενώ στο τέλος έκοψε και το κεφάλι του, μαζί με τα κεφάλια τριών παιδιών που ήταν μαζί με τον άγιο» (Συναξάρι του Μηναίου).

«Ούτος ο Άγιος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Νουμεριανού εν έτει σπδ’ [284], γέγονε δε Επίσκοπος της Αντιοχείας, τον Ζεβίνον διαδεξάμενος, κατά τον Ευσέβιον (βιβλ. ζ’, κεφ. κθ’). Ούτος λοιπόν μανθάνωντας, ότι ο βασιλεύς Νουμεριανός απανθρωπότατα έσφαξε τον υιόν του βασιλέως Περσών, τον οποίον είχε λάβη ενέχειρον και αμανέτι της προς τους Πέρσας ειρήνης· και ότι εθυσίασεν εις τα είδωλα· τούτο, λέγω, μανθάνωντας, και ότι ο Νουμεριανός επεχείρει ακόμη να μολύνη και την Εκκλησίαν των Χριστιανών, με το να εζήτει να έμβη μέσα εις αυτήν τοιούτος φονεύς και ειδωλολάτρης: τούτου χάριν εστάθη εις τας πόρτας της Εκκλησίας ανδρειότατα ο αοίδιμος Βαβύλας, και σχίσας τους σωματοφύλακας και δορυφόρους, εξάπλωσε την δεξιάν του χείρα εις το στήθος του μιαρού βασιλέως. Και αφ’ ου τούτον επετίμησεν ικανώς, εδίωξεν αυτόν και έξω από την Εκκλησίαν. Ο δε βασιλεύς κατά το παρόν μεν εσιώπησεν, και δεν έκαμε κανένα κίνημα, φοβούμενος, μήπως ήθελε γένη καμμία επανάστασις από το πλήθος των Χριστιανών, οπού ήτον συνηθροισμένον εκεί. Βαρέως όμως και πικρώς την ύβριν ταύτην και ατιμίαν υπέμεινε. Την δε ερχομένην ημέραν εκαλέσθη ο Άγιος, και παρασταθείς έμπροσθεν του βασιλικού βήματος, ερωτήθη από τον βασιλέα. Και επειδή κατέπληξεν αυτόν με τας σοφάς αυτού αντιρρήσεις, και μήτε με κολακείας, μήτε με δυνατούς φοβερισμούς έστερξε να αφήση την εις Χριστόν πίστιν, τούτου χάριν εδέθη από τον λαιμόν και από τους πόδας με σιδηράς αλυσίδας. Και ούτως ατίμως αλυσοδεμένος, επέρασεν από το μέσον της πόλεως, και εβάλθη εις φυλακήν.
Είχε δε ο Άγιος ακολουθούντα εις αυτόν και τρία παιδία, αδέλφια κατά σάρκα. Τα οποία, κατά μεν την ηλικίαν, ήτον πολλά νέα, κατά δε την γνώσιν, ήτον γέροντες. Ταύτα λοιπόν δεν ήθελαν να χωρισθούν από την ιεράν και γλυκυτάτην διδασκαλίαν και συνοδίαν του διδασκάλου των. Όθεν ο βασιλεύς παραστήσας αυτά έμπροσθέν του, και ερωτήσας, αν αρνούνται τον Χριστόν και τον διδάσκαλόν τους Βαβύλαν, και αν θυσιάζουν εις τα είδωλα, εύρεν αυτά στερεά και ανδρειωμένα. Καλέσας δε και την μητέρα των, και ευρών και αυτήν βεβαίαν και αμετάθετον εις την του Χριστού πίστιν, επρόσταξε, την μεν μητέρα να κτυπήσουν εις το πρόσωπον, εις δε τα παιδία, να δώσουν τόσας ξυλίας, όσων χρόνων ήτον το καθ’ ένα.
Έπειτα, ευγάνει μεν τα παιδία έξω, φέρει δε έσω τον διδάσκαλον αυτών Βαβύλαν, και λέγει εις αυτόν, θέλωντας να τον απατήση. Ιδού τα παιδία είναι έτοιμα να θυσιάσουν εις τους θεούς. Ο δε Άγιος ήλεγξεν αυτόν, ότι ψευδώς τούτο λέγει. Όθεν προστάζει ο απάνθρωπος τύραννος να κρεμασθή ο Άγιος ομού με τα τρία παιδία, επάνω εις ξύλα, και να καταξέεται με σιδηρά ονύχια. Έπειτα, τον μεν διδάσκαλον Βαβύλαν, κλείει μέσα εις ένα μικρόν οίκον, οπού ήτον εκεί κοντά. Τους δε παίδας και μαθητάς του, επεχείρει να κολακεύση με διαφόρους και πολυτρόπους κολακείας. Αφ’ ου δε εγνώρισεν ότι ματαίως κοπιάζει, έφερε πάλιν έμπροσθέν του τον Άγιον, και εσυμβούλευεν αυτόν δια να διδάξη τα παιδία να αρνηθούν την ευσέβειαν.
Επειδή δε είδεν αυτόν προθυμότερα από το πρώτον αντιλέγοντα και απολογούμενον, άναψεν από τον θυμόν, και αποφασίζει να θανατωθή με το ξίφος. Και λοιπόν ο μακάριος Βαβύλας βαλών έμπροσθέν του τα τρία άκακα παιδία, όταν είδεν αυτά πρότερον αποκεφαλισθέντα, είπεν εκείνο το του Ησαΐου· «Ιδού εγώ και τα παιδία, α μοι έδωκεν ο Θεός». Είτα ακολούθως απεκεφαλίσθη και αυτός εν έτει σπγ’ [283] και ετάφη από τους Χριστιανούς έτζι ως ήτον με τας αλυσίδας εις τον λαιμόν και εις τους πόδας, καθώς εις αυτούς επαρήγγειλεν έτι ζώντας ο Άγιος» (Συναξαριστής αγίου Νικοδήμου αγιορείτου).

Μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας, σαν τον τρισμέγιστο άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο, όχι μόνο ασχολήθηκαν με τον άγιο Βαβύλα και τα τρία πνευματικά τέκνα του, αλλά έγραψαν σπουδαίους λόγους για να τονίσουν το ιερό παράδειγμά τους και τη θερμουργό πίστη τους στον Κύριο Ιησού Χριστό, κατάληξη της οποίας ήταν και η προσφορά του αίματός τους για χάρη Του, συνεπώς και η ένδοξη είσοδός τους στη Βασιλεία των Ουρανών. Σ’ αυτούς τους λόγους στοιχεί και ο άγιος υμνογράφος Θεοφάνης, ο οποίος αναφερόμενος στον άγιο επίσκοπο Βαβύλα σημειώνει με έμφαση αυτό που συνήθως τονίζεται όταν πρόκειται περί αγίων ιερομαρτύρων: ο άγιος υπήρξε και θύτης, αλλά και θύμα. Θύτης, γιατί ιερουργούσε ως αρχιερέας τον Ιησού Χριστό στη Θεία Λειτουργία∙ θύμα, γιατί κλήθηκε εν χάριτι στην προσφορά και της ζωής του προς χάρη ακριβώς της πίστεώς του. Οι στίχοι του συναξαρίου είναι πολύ εκφραστικοί: «Ο Χριστόν αυτόν Βαβύλας θύων πάλαι, Χριστῷ προθύμως θύεται διά ξίφους» (Ο Βαβύλας που θυσίαζε τον Ίδιο τον Χριστό από παλιά ως ιερέας, θυσιάζεται πρόθυμα για χάρη Του με ξίφος). Κι αλλού πιο αναλυτικά: «Θυσίαν ἄμωμον, φρικτήν ἀναίμακτον, τῷ Κυρίῳ προσφέρων, καί σεαυτόν σφάγιον δι’ αἵματος, ἱερομάρτυς Βαβύλα, ἀκηλίδωτον προσήγαγες» (ὠδή δ΄) (Προσφέροντας στον Κύριο την καθαρή και φρικτή αναίμακτη θυσία, ιερομάρτυς Βαβύλα, πρόσφερες και τον εαυτό σου ως καθαρό σφάγιο με το αίμα σου).

Για τον άγιο Θεοφάνη βεβαίως, εκείνο που κατεξοχήν συνιστά το σημαντικότερο γεγονός, το οποίο ερμηνεύει και τη θαρραλέα ομολογία του αγίου (όπως και των τριών παιδιών) ενώπιον του βασιλιά, ομολογία που ξεπερνά και αυτή τη φυσική στροφή του ανθρώπου για διατήρηση της ζωής του («ἀπειλαῖς ἀπτόητος πρό βημάτων τυραννικῶν»: ωδή δ΄), είναι η μεγάλη αγάπη του αγίου για τον Ιησού Χριστό, ο έρωτάς του κυριολεκτικά για την αγία Τριάδα. Μιλάει όντως για θεϊκό έρωτα, χαρακτηρίζει τον άγιο ως εραστή της υπέρθεης Τριάδος. Κι αυτό γιατί; Διότι προκειμένου ο άνθρωπος να απεμπλακεί από τον πόθο των γήϊνων πραγμάτων – έχοντας σώμα στρεφόμαστε λόγω της πτώσεως στην αμαρτία με πάθος σε ό,τι αποτελεί έλξη της ύλης – απαιτείται μία ισχυρότερη δύναμη από τον πόθο αυτόν∙ κι αυτή η δύναμη δεν ειναι άλλη από τον έρωτα προς τον Χριστό και Θεό μας.

Ας ακούσουμε τον άγιο υμνογράφο, ο οποίος κινείται με απόλυτη ελευθερία στην επιλογή των λέξεων που χρησιμοποιεί, χωρίς να σκέπτεται ότι μπορεί να «παρεξηγηθεί» από την «ερωτολογία» του. «Σύ τῶν γηῒνων τόν πόθον τῷ θεϊκῷ ὑποτάξας ἔρωτι, κατεφρόνησας τοῦ ζῆν, Βαβύλα μακάριε, Χριστοῦ ἐπειγόμενος ἰδεῖν τήν ὡραιότητα» (ὠδή α΄) (Εσύ, Βαβύλα μακάριε, αφού υπέταξες τον πόθο των γήϊνων πραγμάτων στον θεϊκό έρωτα, καταφρόνησες και την ίδια τη ζωή, γιατί βιαζόσουν να δεις την ωραιότητα του Χριστού). Και παρακάτω: «Τῆς ὑπερθέου Τριάδος ὡς ἐραστής τοῖς τρισί συνέθανες, ἀγαλλόμενος παισί, Βαβύλα μακάριε, τήν σήν προϊέμενος ψυχήν τῷ ταύτης ἔρωτι» (ωδή α΄) (Ως εραστής της υπέρθεης Τριάδος, Βαβύλα μακάριε, πέθανες με χαρά μαζί με τα τρία παιδιά, γιατί έριξες την ψυχή σου στον έρωτα Αυτής). Θυμίζει ο άγιος, κατά τον υμνογράφο, τον άγιο Ιγνάτιο τον θεοφόρο, ο οποίος και αυτός με πόθο για τον Χριστό έγραφε ότι ο έρωτάς του σταυρώθηκε! («Ὁ ἐμός ἔρως ἐσταύρωται»). Όπως θυμίζει και τον απόστολο Παύλο, ο οποίος στο ίδιο μήκος κύματος (κι ακόμη περισσότερο) τόνιζε ότι «γι’ αυτόν ζωή σημαίνει Χριστός, κι ο θάνατος είναι γι’ αυτόν κέρδος». Γιατί; Διότι «είχε την επιθυμία να φύγει από τη ζωή αυτή, προκειμένου να βρίσκεται πιο κοντά στον Χριστό».

Μιλώντας για τους αγίους της Εκκλησίας μας, βρισκόμαστε σε επίπεδο πέραν των υλικών και γηῒνων. Εισαγόμαστε δι’ αυτών μέσα στα λόγια του Ίδιου του Κυρίου, ο Οποίος μας καλεί σε αντίστοιχη αγάπη προς τη Δική Του, που σημαίνει ότι εισερχόμαστε μέσα σ’ Εκείνον, αφού κατά τον πατερικό λόγο ο Ίδιος περικλείεται στα λόγια Του – «Ἐν Αὐτῷ ζῶμεν καί Αὐτός ἐν ἡμῖν».