Τρίτη, 30 Ιουνίου 2020

ΤΟ ΟΠΛΟ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ



Η σύναξη των αγίων Αποστόλων – επέκταση της εορτής των πρωτοκορυφαίων Πέτρου και Παύλου -  προβάλλει εκ νέου και τους «πρωταποστόλους», αλλά και τους άλλους μαθητές του Κυρίου. Η Εκκλησία μας δεν χάνει ευκαιρία να τιμήσει αυτούς που συνιστούν τα θεμέλιά της, που θα πει να μας προκαλέσει σε ορθή αυτοσυνειδησία ως προς την πίστη μας και να μας δώσει το γνήσιο παράδειγμα ώστε να «ἐπακολουθήσωμεν τοῖς ἴχνεσιν τοῦ Κυρίου». Διότι βεβαίως αυτό έκαναν και όλοι οι απόστολοι: περιπατούσαν «ἐν Κυρίῳ».
Ο άγιος υμνογράφος μάλιστα στην προσπάθειά του να μας υποδείξει τον δρόμο των αποστόλων και πώς κινήθηκαν στον κόσμο ως  απεσταλμένοι του Χριστού σημειώνει κάτι ιδιαιτέρως σημαντικό, το οποίο αποτελεί παρακαταθήκη και για εμάς που θέλουμε να βρισκόμαστε στη δική τους πορεία: Ποιο ήταν το όπλο που χρησιμοποίησαν μέσα στον εχθρικό γι’ αυτούς κόσμο που βρέθηκαν. Διότι είναι δεδομένο – το είδαμε στη ζωή του ίδιου του Κυρίου Ιησού – ότι ο κόσμος ο πεσμένος στην αμαρτία εναντιώνεται σε κάθε τι που δεν είναι της δικής του «γραμμής» και της δικής του «οσμής», συνεπώς κάθε τι που δεν εκφράζει το αμαρτωλό φρόνημά του το θεωρεί ξένο σώμα και προσπαθεί να το αποβάλει. Δυστυχώς αυτή είναι η τραγωδία του κόσμου: να δέχεται την ευεργεσία της χάρης του Θεού και να ανταποδίδει την κακότητα και τη σταύρωση!
Λοιπόν, στην γ΄ ωδή του κανόνα για τους κορυφαίους των αποστόλων αναφέρει: «Γυμνούς καί ἀόπλους εἰς τά ἔθνη ἀπέστειλας σοῦ τούς Μαθητάς, ἀνθ’ ὅπλων σοῦ τό ὄνομα βαστάζοντας τό ἅγιον∙ καί τόν τῆς πλάνης πόλεμον, Χριστέ, τῇ πίστει διέλυσαν» (Χριστέ, απέστειλες τους μαθητές σου  στα ειδωλολατρικά έθνη γυμνούς και άοπλους, έχοντας σαν όπλο τους το άγιο όνομά σου. Και με την πίστη τους σ’ αυτό διέλυσαν τον πόλεμο της πλάνης).
Οι απόστολοι πίστεψαν και ακολούθησαν τον Ιησού Χριστό, Αυτόν που απεκαλύφθη ως ο ενανθρωπήσας Θεός. Η Βασιλεία του Θεού που έφερε δεν είχε εγκόσμιο χαρακτήρα (αυτή ήταν και η απάντηση του Κυρίου στον Πιλάτο που του έθεσε παρόμοιο ερώτημα: «ἡ Βασιλεία ἡ ἐμή οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου»), γι’ αυτό και τα όπλα των αποστόλων ήταν μόνον πνευματικά: η πίστη στο άγιο όνομα του Χριστού. Ο κόσμος τούς αντιμετώπισε με τον δικό του τρόπο, χρησιμοποιώντας δηλαδή ό,τι βίαιο και εχθρικό είχε κατασκευάσει για τους αντιπάλους του, εκείνοι δε στάθηκαν άοπλοι και εντελώς ανυπεράσπιστοι μπροστά στα όπλα αυτά. Γι’ αυτό και γεύτηκαν βεβαίως το φυσικό και αυτονόητο που επέτρεψε και επιτρέπει συνήθως ο Θεός: τα βασανιστήρια και τον θάνατο.
 Κι εδώ βεβαίως διαπιστώνεται το παράδοξο της ύπαρξης του χριστιανού στον κόσμο: δεν εναντιώνεται στον αντίπαλο, δεν παίρνει κι αυτός όπλα να του αντιπαρατεθεί, αλλά κατά το παράδειγμα του αρχηγού της πίστεως «ὡς πρόβατον ἐπί σφαγήν ἄγεται καί ὡς ἀμνός ἄμωμος ἐναντίον τοῦ κείροντος αὐτόν ἄφωνος, οὕτως οὐκ ἀνοίγει  τό στόμα αὐτοῦ». Μία διαφορετική στάση θα σήμαινε αλλοίωση του φρονήματος του Χριστού, ο Οποίος είχε προειδοποιήσει τους μαθητές Του: «εἰ ἐμέ ἐδίωξαν καί ὑμᾶς διώξουσιν». Στον κόσμο τούτο με άλλα λόγια ο θεωρούμενος νικητής είναι πάντα ο εχθρός της πίστεως – αυτός που οδηγεί στον σταυρό και τον θάνατο!
Αλλ’ ακριβώς στο σημείο αυτό αναδύεται πια η άλλη λογική που διέπει τη χριστιανική πίστη: κινητοποιείται η παντοδυναμία του Θεού που λειτουργεί «ανάποδα» προς τη λογική του κόσμου. Εκεί που ο κόσμος θεωρεί ότι νίκησε, εκεί πια επέρχεται η πλήρης και ολοσχερής διάλυσή του. Ό,τι συνέβη και με τον Σταυρό του Κυρίου: «Ἰδού γάρ ἦλθε διά τοῦ Σταυροῦ χαρά ἐν ὅλῳ τῶ κόσμῳ»∙ «Θαρσεῖτε, ἐγώ νενίκηκα τόν κόσμον». Ο Σταυρός δηλαδή έφερε την Ανάσταση και οι δυνάμεις του σκότους, ο ίδιος ο θάνατος και ο παμπόνηρος διάβολος, καταργήθηκαν. Ο Θεός δεν «δουλεύει» κατά τα ανθρώπινα αμαρτωλά πρότυπα – δεν θα ήταν ο Θεός μας! Κι αυτό θα πει ότι τελικώς η παντοδυναμία που φέρνει τα πάνω κάτω είναι η ταπείνωση και η αγάπη, αυτή που προσωρινά φαίνεται ότι είναι η χαμένη.
Λοιπόν, για να επανέλθουμε στο τροπάριο: οι μαθητές του Κυρίου χωρίς όπλα, γυμνοί, εκτεθειμένοι σε κάθε κακότητα του αμαρτωλού φρονήματος του κόσμου, βρέθηκαν στο τέλος νικητές. Γιατί είχαν στα χέρια τους το ισχυρότερο όπλο που υπάρχει στον κόσμο, αόρατο και «αδύναμο» για τους πολλούς: το παντοδύναμο όνομα του Χριστού. Το δικό Του όνομα είναι «τό ὑπέρ πᾶν ὄνομα», μπροστά στο οποίο κλίνουν γόνυ τα επουράνια, τα επίγεια και τα καταχθόνια, όλες οι σκοτεινές δυνάμεις του κόσμου. Ψελλίζει κανείς το «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ» και τρέμουν τα σύμπαντα. Γιατί στο όνομα αυτό περικλείεται η ενέργεια του Τριαδικού Θεού, του Δημιουργού Παντοκράτορος Θεού, Αυτού δηλαδή από τον Οποίον έχουν προέλθει τα πάντα, διακρατούνται τα πάντα, κατευθύνονται προς Αυτόν τα πάντα. Κι είναι το όπλο του ονόματος του Χριστού, που ο Ίδιος έβαλε στα χέρια των μαθητών Του, καθώς τους το έδωσε και ως εντολή. «Ἔως ἄρτι οὐκ ἠτήσασθε οὐδέν ἐν τῶ ὀνόματί μου. Αἰτεῖτε καί λήψεσθε, ἵνα ἡ χαρά ὑμῶν ᾖ πεπληρωμένη».
Το όνομα του Χριστού: το παντοδύναμο όπλο μας στον κόσμο τούτο. Αρκεί να το επικαλούμαστε όπως και οι απόστολοι και οι άγιοί μας: με πίστη στην προσωπική παντοδύναμη και πανταχού παρουσία Του∙ με θερμή αγάπη προς την ποθητή μορφή Του.

Η ΣΥΝΑΞΙΣ ΤΩΝ ΔΩΔΕΚΑ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ



Ἡ ἑορτή τῆς σύναξης τῶν δώδεκα ἀποστόλων ἀποτελεῖ ἀντανάκλαση τῆς μεγάλης χθεσινῆς ἑορτῆς τῶν πανευφήμων καί πρωτοκορυφαίων ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου, προεκτείνει δηλαδή τήν τιμή πού ἀποδίδει ἡ ᾽Εκκλησία μας στούς μεγάλους αὐτούς ἀποστόλους: κατά τήν ὑμνολογία, στόν μέν Πέτρο τήν τιμή τοῦ  προεξάρχοντος τοῦ κύκλου τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ, στόν δέ Παῦλο τήν τιμή  τοῦ κοπιάσαντος ὑπέρ πάντας ἄλλους στό κήρυγμα τοῦ εὐαγγελίου σέ ὅλα τά ἔθνη. Συμβαίνει κάτι παρόμοιο μέ ὅ,τι διαπιστώνουμε στίς μεγάλες ἑορτές τῆς ᾽Εκκλησίας: μετά ἀπό ἕνα σπουδαῖο γεγονός, τήν ἑπομένη τιμᾶται τό πρωταγωνιστοῦν πρόσωπο, ὅπως π.χ. τήν ἑπομένη τῶν Χριστουγέννων ἑορτάζουμε τή σύναξη τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, τήν ἑπομένη τῶν Θεοφανείων ἑορτάζουμε τή σύναξη τοῦ ᾽Ιωάννη τοῦ Προδρόμου κ.ο.κ. ᾽Αντιστοίχως λοιπόν σήμερα: μετά τήν ἑορτή τῶν πρωτοθρόνων λεγομένων ἀποστόλων ἑορτάζουμε συνολικά ἐκείνους πού εἶχαν τήν ἴδια ἰδιότητα μέ αὐτούς, τήν ἰδιότητα καί τό χάρισμα τοῦ ἀποστόλου.

Ἡ σύναξη τῶν ἀποστόλων, πέραν τοῦ ὅτι δίνει τήν ἀφορμή γιά νά δεῖ κανείς τήν κατά Χριστόν βιοτή καί τό ἔργο καθενός ἀπό αὐτούς, θέτει τόν προβληματισμό τῆς ἀποστολικότητας τῆς ᾽Εκκλησίας, τί σημαίνει δηλαδή ὅτι ἡ ᾽Εκκλησία εἶναι ἀποστολική, ὅπως τό ὁμολογοῦμε διαρκῶς στό σύμβολο τῆς πίστεως:  πιστεύουμε ῾εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικήν καί ἀποστολικήν ᾽Εκκλησίαν᾽. Ἡ ᾽Εκκλησία μας λοιπόν εἶναι ἀποστολική, διότι θεμελιώνεται ῾ἐπί τῷ θεμελίῳ τῶν ἀποστόλων᾽. Βασικός θεμέλιος λίθος, βασικό ἀγκωνάρι εἶναι ὁ ᾽Ιησοῦς Χριστός - ὁ Ἱδρυτής καί ἡ Κεφαλή τῆς ᾽Εκκλησίας - ὑπόλοιποι θεμέλιοι λίθοι, κατά τό θέλημα τοῦ Χριστοῦ, εἶναι οἱ ἀπόστολοί Του. ᾽Εκεῖνοι κλήθηκαν ἀπό τόν Χριστό καί ἔλαβαν τήν ἐντολή νά εἶναι οἱ μάρτυρές Του, ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς, νά φανερώνουν δηλαδή τή ζωή Του καί νά συνδέουν μέσω αὐτῶν τούς ἀνθρώπους μέ τόν Χριστό καί διά τοῦ Χριστοῦ ἐν Πνεύματι ἁγίῳ μέ τόν Θεόν Πατέρα. ῾Ὅ ἀκηκόαμεν, ὅ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὅ ἐθεασάμεθα καί αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν, περί τοῦ λόγου τῆς ζωῆς,… ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν, ἵνα καί ὑμεῖς κοινωνίαν ἔχητε μεθ᾽ ἡμῶν. Καί ἡ κοινωνία δέ ἡ ἡμετέρα μετά τοῦ πατρός καί μετά τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ᾽ (Α´᾽Ιωάν. 1, 1-3).

῎Ετσι κανείς δέν μπορεῖ νά ἔχει σχέση μέ τόν Χριστό ἔξω ἀπό τήν κοινωνία μέ τούς ἀποστόλους, πού σημαίνει δέν μπορεῖ κανείς νά ζεῖ τόν Θεό ἔξω ἀπό τήν ᾽Εκκλησία, ἡ ὁποία εἶναι ἀποστολική. Κάθε διαφορετική ἐκτός ᾽Εκκλησίας σχέση μέ τόν Θεό - διότι ῾τό Πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ᾽ - συνιστᾶ ἁπλῶς δρόμο, πού ὁδηγεῖ τόν καλοπροαίρετο ἄνθρωπο μέσα στήν ᾽Εκκλησία καί ὄχι κατευθεῖαν στόν Θεό. ῎Ας θυμηθοῦμε ἐν προκειμένω τόν ἅγιο Κορνήλιο: μπορεῖ οἱ προσευχές του νά ἀνέβαιναν ὡς θυμίαμα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὅπως σημειώνουν οἱ Πράξεις τῶν ᾽Αποστόλων, ᾽Εκεῖνος ὅμως ἔστειλε τόν ἀπόστολο Πέτρο, προκειμένου νά τόν κατηχήσει καί νά τόν βαπτίσει, ὥστε ὡς μέλος τῆς ᾽Εκκλησίας νά ἔχει ζωντανή καί ἐνεργή σχέση μαζί Του. 

Μέ βάση τά παραπάνω: ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Χριστοῦ τελειώνει μέ τόν θάνατο καί τοῦ τελευταίου τῶν ἀποστόλων, συνεπῶς ἡ ἀποκάλυψη δέν συνεχίζεται, ἐνῶ  κοινωνία μέ τούς ἀποστόλους  στό χῶρο τῆς ᾽Εκκλησίας σημαίνει  1) ὑπακοή σέ ὅ,τι ἐκεῖνοι δίδαξαν γιά τόν Χριστό, ὅτι δηλαδή εἶναι ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός πού ἦρθε πρός σωτηρία τοῦ κόσμου, 2) μίμηση, ὅσον τό δυνατόν σέ ἐμᾶς, τῆς θεοφιλοῦς ζωῆς τους: νά ἀκολουθοῦμε δηλαδή τά δικά τους χνάρια ζωῆς, τά ὁποῖα ῾πατᾶνε᾽ πάνω στά χνάρια τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ.


Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2020

ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΕΝΔΟΞΩΝ ΚΑΙ ΠΑΝΕΥΦΗΜΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΚΟΡΥΦΑΙΩΝ, ΠΕΤΡΟΥ ΚΑΙ ΠΑΥΛΟΥ



«Ποιός θά ἐπινοοῦσε μεγαλύτερη ὑπόθεση ἐγκωμίων γι’ αὐτούς, ἀπό τή μαρτυρία καί ἀνακήρυξη τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου, ὁ Ὁποῖος τόν μέν Πέτρο μακάρισε καί χαρακτήρισε ὡς πέτρα πάνω στήν ὁποία εἶπε ὅτι ἵδρυσε τήν Ἐκκλησία, γιά δέ τόν Παῦλο προεῖπε ὅτι θά γίνει σκεῦος ἐκλογῆς Του, προκειμένου νά βαστάσει τό ὄνομά Του ἐνώπιον τυράννων καί βασιλέων;

Τά περί τοῦ Πέτρου 

Ὁ ἅγιος Πέτρος ἦταν ἀδελφός τοῦ πρωτοκλήτου Ἀνδρέου καί  καταγόταν ἀπό ἄσημη καί ὄχι σπουδαία πόλη, τή Βαθσαϊδά· ἦταν υἱός τοῦ Ἰωνᾶ ἀπό τή φυλή τοῦ Συμεών, ἐπί Ὑρκανοῦ ἀρχιερέως, ζώντας σέ ἔσχατη πενία καί βγάζοντας τά πρός τό ζῆν μέ τή χειρωνακτική του ἐργασία. Ὅταν πέθανε ὁ πατέρας του Ἰωνᾶς, ὁ Πέτρος νυμφεύθηκε κι ἔλαβε ὡς γυναίκα του τή θυγατέρα τοῦ Ἀριστόβουλου, ἀδελφοῦ τοῦ ἀποστόλου Βαρνάβα, μέ τήν ὁποία ἔκανε παιδιά, ἐνῶ ὁ ἀδελφός του Ἀνδρέας ἀφιερώθηκε στόν δρόμο τῆς ἁγνότητας καί τῆς ἄγαμης ζωῆς. Κατά τόν καιρό πού ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής ἦταν φυλακισμένος, ἔφτασε ὁ Ἰησοῦς στή λίμνη τῆς Γεννησαρέτ καί βρῆκε τόν Ἀνδρέα καί τόν Πέτρο νά φτιάχνουν τά δίχτυα τους· τούς κάλεσε ὡς μαθητές Του κι αὐτοί ἀμέσως Τόν ἀκολούθησαν.  
Ἐν συνεχείᾳ ὁ Πέτρος ἀφοῦ κήρυξε τό Εὐαγγέλιο στήν Ἰουδαία, τήν Ἀντιόχεια, τόν Πόντο, τή Γαλατία, τήν Καππαδοκία, στήν Ἀσία καί τή Βιθυνία, ἔφτασε μέχρι καί τήν ἴδια τή Ρώμη. Κι ἀφοῦ ξεπέρασε στή φήμη καί στή δύναμη μέ τά θαύματα πού ἐπιτελοῦσε τόν Σίμωνα τόν μάγο, ἐκεῖ στή Ρώμη πού βασίλευε ὁ Νέρων, συνελήφθη καί σταυρώθηκε μέ τό κεφάλι κάτω, ὅπως ὁ ἴδιος ζήτησε, ὁπότε καί δέχτηκε ἔτσι τό μακάριο τέλος. Κατά τόν χαρακτήρα τοῦ σώματος ἦταν λευκός, λίγο ὠχρός, φαλακρός στό κεφάλι, έχοντας σγουρά τά ὑπόλοιπα μαλλιά καί ὀφθαλμούς κατά τήν ἐπιφάνεια αἱματώδεις καί ὅμοιους μέ τό χρῶμα τοῦ κρασιοῦ. Ἦταν λευκός στά μαλλιά τῆς κεφαλῆς, μέ τό γένι λευκό καί δασύ, ἔχοντας μακριά τή ρίνα καί σηκωμένα τά φρύδια, μέτριος κατά τό ὕψος, ὄρθιος στό σχῆμα τοῦ σώματος. Ἦταν συνετός καί φρόνιμος, ἐνῶ κινεῖτο μέ ὀξύτητα ἀπό θεϊκό ζῆλο ἐναντίον τῆς ἀδικίας. Συγχωρητικός στούς μετανοοῦντες, μεταβαλλόταν εὔκολα καί γρήγορα ἄλλαζε χωρίς φόβο τίς πρότερές του ἀποφάσεις.

Τά περί τοῦ Παύλου 

Ὁ ἅγιος Παῦλος ἦταν Ἐβραῖος κατά τό γένος καί αὐτός, καταγόμενος ἀπό τή φυλή Βενιαμίν, Φαρισαῖος κατά τή θρησκευτική αἵρεση, καί μαθήτευσε στόν Γαμαλιήλ. Εἶχε ἐκπαιδευθεῖ ἐξαιρετικά στόν Μωσαϊκό νόμο καί κατοικοῦσε στήν Ταρσό. Ἐπειδή ἦταν φανατικά προσκολημμένος στόν νόμο τοῦ Μωϋσῆ, δίωκε μέ μανία τήν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ και μέ τη δική του θέληση καί πρόθεση  φονεύεται ὁ πρωτομάρτυρας Στέφανος. Καταμεσήμερο, μέσα στό πλαίσιο τῆς ἀγάπης καί τῆς βούλησης τοῦ Θεοῦ, κι ἀφοῦ ἔχασε τήν ὅρασή του, ἄκουσε θεία φωνή νά τοῦ ἔρχεται ἐξ οὐρανοῦ, ἡ ὁποία τόν ἔστειλε στόν Ἀνανία, ἀρχαῖο μαθητή πού κατοικοῦσε στή Δαμασκό, ὁ ὁποῖος καί κατήχησε τόν Παῦλο καί τόν βάπτισε.
Ἐπειδή ἔγινε σκεῦος ἐκλογῆς τοῦ Θεοῦ, σάν νά εἶχε φτερά γύρισε ὅλη τήν οἰκουμένη καί τή σαγήνευσε στό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ. Ἔφτασε καί στή Ρώμη, κι ἀφοῦ δίδαξε πολλούς, στόν τόπο αὐτόν τελείωσε τή ζωή του – τοῦ κόψανε τό κεφάλι - μετά ἀπό κάποιο διάστημα ἀπό τήν τελευτή τοῦ Πέτρου. Εἶπαν ὅτι ἀπό τήν πληγή τοῦ κτυπήματος ἔρευσε ἐκτός ἀπό αἷμα καί γάλα. Μολονότι ὁ μακάριος Παῦλος τελειώθηκε χρονικά μετά τόν Πέτρο, ὅμως καί τῶν δύο τά λείψανα τά ἔθεσαν σέ ἕναν τόπο. Ἦταν δέ κατά τήν ἐμφάνιση ὁ μακάριος ἀπόστολος Παῦλος φαλακρός στό κεφάλι καί λεπτός, ἔχοντας χαροποιούς ὀφθαλμούς, μέ στροφή πρός τά κάτω τῶν φρυδιῶν, λευκός κατά τήν ὄψη, καί φαινόταν νεώτερος ἀπό ὅ,τι πράγματι ἦταν. Τά γένια του ἔστρωναν ὄμορφα, ἐνῶ ἡ μύτη του ἦταν κυρτή καί καθώς ἔπρεπε σέ ὅλο του τό πρόσωπο. Στό κεφάλι καί στόν πώγωνα κοσμεῖτο ἀπό μαῦρες καί λευκές τρίχες, ἦταν κυρτός στό σῶμα, καί εὔρωστος καί μικρόσωμος, συνεσταλμένος κατά τά ἤθη καί φρόνιμος, καί γεμάτος ἀπό θεῖα χαρίσματα. Εἶχε σεμνά κινήματα, καί λόγους γλυκεῖς καί προσείλκυε στήν ἀγάπη του ὅλους ὅσοι πρόστρεχαν κοντά του μέ τή δύναμη τῶν θαυμάτων. Καί οἱ δύο αὐτοί κορυφαῖοι ἀπόστολοι ἦταν γεμάτοι ἀπό Ἅγιον Πνεῦμα καί θεία χάρη. Τελεῖται δέ ἡ σύναξή τους στόν Ναό τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καί στό Ὀρφανοτροφεῖο, καί στόν σεπτό ναό τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Πέτρου, πού εἶναι πλησίον τῆς ἁγιωτάτης μεγάλης ἐκκλησίας, καί σέ ὅλες τίς κατά τόπον ἅγιες τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίες».   

«Τούς ἀσφαλεῖς καί θεοφθόγγους κήρυκας, τήν κορυφήν τῶν Μαθητῶν σου, Κύριε, προσελάβου εἰς ἀπόλαυσιν τῶν ἀγαθῶν σου καί ἀνάπαυσιν· τούς πόνους γάρ ἐκείνων καί τόν θάνατον ἐδέξω ὑπέρ πᾶσαν ὁλοκάρπωσιν, ὁ μόνος γινώσκων τά ἐγκάρδια» (Κοντάκιον ἑορτῆς).
(Τούς κήρυκες πού κήρυξαν μέ ἀσφάλεια τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, τήν κορυφή τῶν Μαθητῶν σου, Κύριε, τούς πῆρες κοντά Σου γιά νά ἀπολαύσουν τά ἀγαθά Σου καί ν’ ἀναπαυθοῦν. Διότι τούς κόπους τους καί τόν θάνατό τους τούς δέχτηκες σάν ὁλοκληρωτική προσφορά πάνω ἀπό ὅλα, Σύ πού εἶσαι ὁ μόνος πού γνωρίζεις τά κρυφά τῆς καρδιᾶς).

Τό κοντάκιο τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῶν ἁγίων ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου, (ἡ ὁποία σημειωτέον ἀποτελεῖ καί τόν σκοπό τῆς συνδεδεμένης μέ αὐτούς νηστείας), συνοψίζει ἐν πολλοῖς τά κύρια στοιχεῖα πού προβάλλει ἡ Ἐκκλησία μας γι’ αὐτούς: 1. Ἀποτελοῦν οἱ ἅγιοι  τήν κορυφή ὅλων τῶν ἁγίων ἀποστόλων· 2. Συνιστοῦν τούς ἀσφαλεῖς καί θεοφθόγγους κήρυκες τῆς πίστεως τοῦ Κυρίου· 3. Οἱ κόποι τους γιά τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ καί ὁ μαρτυρικός τους θάνατος ἔγιναν ἀποδεκτά ἀπό τόν Κύριο ὡς ἡ πληρέστερη προσφορά πού θά μποροῦσε νά προσφερθεῖ σ’ Αὐτόν· 4. Συνεπῶς ὁ καρδιογνώστης Κύριος τούς πῆρε κοντά Του, προκειμένου νά ἀναπαυτοῦν ἀπό τούς κόπους τους καί ν’ ἀπολαύσουν τά αἰώνια ἀγαθά Του.

Πράγματι: 1. Ἡ Ἐκκλησία μας διαρκῶς τονίζει ὅτι οἱ συγκεκριμένοι ἀπόστολοι συνιστοῦν τήν «ἀφρόκρεμα» τῶν ἀποστόλων, εἶναι οἱ πρωτοκορυφαῖοι καί οἱ πρωτόθρονοι, οἱ πρωτοστάτες τῶν ὑπολοίπων. Κι αὐτό γιατί; Διότι ὁ μέν Πέτρος ὑπῆρξε «ὁ προεξάρχων τῶν μαθητῶν τοῦ Κυρίου» (στιχηρό ἑσπερινοῦ) - ἡ Καινή Διαθήκη ἀρκούντως φανερώνει τό ἡγεμονικό καί τό ἀρχηγικό του χάρισμα μεταξύ τῶν δώδεκα ἀποστόλων, ταυτόχρονα βέβαια μέ τίς ἀστοχίες του -, ὁ δέ Παῦλος ὑπῆρξε «ὁ κοπιάσας ὑπέρ πάντας τούς ἀποστόλους» (στιχ. ἑσπ.) - ἡ οἰκουμενική δραστηριότητά του ὄντως ὑπερκέρασε κάθε ἄλλη δράση τῶν ἄλλων ἀποστόλων. Κι ἐνῶ τονίζεται ἀπό τήν ὑμνολογία μας ἡ πρωτοστασία τους, σπεύδουν οἱ ὑμνογράφοι μας ἀπαρχῆς νά σημειώσουν ὅτι δέν ὑπῆρξε κάποια ἀντιπαλότητα μεταξύ τους, δέν δημιουργήθηκε κάποιος διχασμός που τους χώρισε, (ὅπως θά σημειώσει κάτι παρεμφερές ὁ ἀπόστολος Παῦλος στήν Α΄ πρός Κορινθίους ἐπιστολή του: στήν Κόρινθο δυστυχῶς ὑπῆρξε ὁμαδοποίηση γύρω ἀπό κάποια ὀνόματα ἀποστόλων, ὁπότε ὁ ἅγιος Παῦλος ὑπῆρξε «καταπέλτης» στό σχίσμα αὐτό)· ἀλλά καί οἱ δύο ἦταν τόσο ἑνωμένοι μεταξύ τους, σάν νά εἶχαν μόνον μία ψυχή πού βρισκόταν ἁπλῶς σέ δύο σώματα. «Μέ ποιά στέμματα ἐπαίνων νά στεφανώσουμε τόν Πέτρο καί τόν Παῦλο; Αὐτούς πού ἦταν διηρημένοι ὡς πρός τά σώματα, ἀλλά ἑνωμένοι ὡς πρός τό Πνεῦμα» (Ποίοις εὐφημιῶν στέμμασιν ἀναδῂσωμεν Πέτρον καί Παῦλον; Τούς διῃρημένους τοῖς σώμασι, καί ᾑνωμένους τῶ Πνεύματι) (στιχηρό ἑσπερινοῦ).

2. Οἱ ἅγιοι Πέτρος καί Παῦλος ὑπῆρξαν αὐτοί πού κήρυξαν τόν θεῖο λόγο μέ ἀσφάλεια  – «οἱ ἀσφαλεῖς καί θεοφθόγγοι κήρυκες».  Κι αὐτό σημαίνει, ὅπως βεβαίως ἀντιστοίχως ἐπισημαίνουμε καί στούς ἄλλους Ἀποστόλους, ὅτι ὁ λόγος πού κήρυσσαν δέν ἦταν καρπός μίας δικῆς τους διανοητικῆς προσπάθειας ἤ φαντασίωσης, κάτι πού διαπιστώνει κανείς σέ ὅλους δυστυχῶς τούς αἱρετικούς τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ἦταν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ λόγος πού ἐρχόταν ὡς φωτισμός τοῦ ἁγίου Πνεύματος στήν κεκαθαρμένη καρδία τους. Πρόκειται γιά τόν λόγο τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ, πού κατανοήθηκε ἐπακριβῶς καί μέ ἀκρίβεια ἀπό τούς ἀγίους ἀποστόλους, λόγω τῆς ἐπελεύσεως ἐπ’ αὐτούς τῆς χάρης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατά τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Διότι μέ τό Ἅγιον Πνεῦμα πού εἶναι ἡ ψυχή τῆς Ἐκκλησίας κατανοεῖται πάντοτε ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ὁ λόγος τῶν πρωτοκορυφαίων ἀποστόλων, λόγος καί ὅλων τῶν ὑπολοίπων, παρέχει καί τή μόνη ἀσφάλεια γιά νά βεβαιώνεται ἡ καρδιά τοῦ ἀνθρώπου ὅτι δέχεται ὄντως τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, δηλαδή ἡ ἀσφαλής διδασκαλία ἔχει πάντοτε ἀποστολικό χαρακτήρα. Ἐκτός τῆς ἀποστολικῆς διδασκαλίας δέν ὑφίσταται ἀληθινή εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, συνεπῶς ἐκτός τῆς σχέσεώς μας μέ αὐτούς διακυβεύεται καί ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. «Πιστεύω εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικήν καί ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν», ὁμολογοῦμε πάντοτε στό Σύμβολο τῆς Πίστεως. Ἡ ἀποστολική διδασκαλία λοιπόν εἶναι ἡ διδασκαλία πού φέρνει καί τή μόνη ἀληθινή θεογνωσία. «Οἱ πτέρυγες τῆς θεογνωσίας» (στιχ. ἑσπ.) χαρακτηρίζονται μεταξύ τῶν ἄλλων οἱ πρωτοκορυφαῖοι ἀπόστολοι.

3. Οἱ ἀπόστολοι Πέτρος καί Παῦλος κοπίασαν ὑπερβαλλόντως γιά τή διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου, γι’ αὐτό καί ὁ Κύριος ἀποδέχτηκε ὡς τήν ἀνώτερη προσφορά σ’ Αὐτόν τό ἔργο τους, ἔργο βεβαίως τῆς ἀπέραντης καί θερμῆς πίστεως καί ἀγάπης τους. Τό σύντομο συναξάρι τους καταγράφει ὄντως ὅλες τίς περιπέτειες πού ὑπέστησαν μέχρι τόν μαρτυρικό θάνατό τους, ὁ δέ ἀπόστολος Παῦλος εἶναι ἐκεῖνος πού σέ στιγμές «ἐκτός ἑαυτοῦ» ἀναγκάζεται νά πεῖ καί τό τί πέρασε χάριν τοῦ Εὐαγγελίου, ἀλλά καί τό τί τοῦ προσέφερε ὁ Κύριος στή διακονία του αὐτή. Ἡ ἀποδοχή ἀπό τόν Κύριο τῆς ὅλης μαρτυρικῆς πορείας τους θυμίζει καί αὐτό πού λέει ἡ Παλαιά Διαθήκη γιά τήν ἀποδοχή τῆς προσφορᾶς τοῦ Ἄβελ, σέ ἀντιπαραβολή πρός τόν Κάϊν. Καί οἱ δύο πρόσφεραν θυσία στόν Θεό, ἀλλά ἀποδεκτή ἔγινε ἡ θυσία μόνον τοῦ Ἄβελ, γιατί προερχόταν ἀπό καθαρή καρδιά, γεμάτη ἀγάπη πρός Ἐκεῖνον. Κατά παρόμοιο τρόπο, ὁ ὑμνογράφος βάζει, χωρίς νά κατονομάζει βέβαια, στή θέση τοῦ Ἄβελ τήν προσφορά τῶν μεγάλων ἀποστόλων.

 Γι’ αὐτό καί 4. Ὁ Κύριος ἀποδέχεται ὡς εὐωδία τό ὅλο ἔργο τους, μέ ἀποτέλεσμα νά παρέχει μετά καί τό μαρτύριό τους τήν ἀνάπαυση καί τήν ἀπόλαυση τῶν ἀγαθῶν Του. Οἱ ἅγιοι ἑορτάζοντες ἀπόστολοι ἀπολαμβάνουν τώρα τόν Παράδεισο, ὡς ἐν ἀγάπῃ σχέση μέ τόν Κύριο πού τούς ἀγάπησε, ὅπως ἤδη τό εἶχε σημειώσει καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὅταν λίγο πρίν τό τέλος τῆς ζωῆς του, κάνει μία ἐπισκόπηση αὐτῆς, θεωρώντας ὅτι «τόν δρόμον τετέλεκεν, τήν πίστιν τετήρηκεν, λοιπόν ἀπόκειται αὐτῷ ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος». Εἶναι εὐνόητο ὅτι ὁ ἀπόστολος δέν κινεῖτο στή ζωή του ὡς μισθωτός, δηλαδή ἔχοντας στή σκέψη του τίς ἀπολαυές τοῦ Παραδείσου, ἀλλά ἔχοντας ὡς μοναδικό κριτήριό του τή θερμή ἀγάπη του πρός τόν Χριστό. «Τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπό τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ;» Ἀλλά ἀπό τήν ἄλλη εἶναι βέβαιος ὅτι ὁ Κύριος θά τόν στεφανώσει, μέ τήν ἔννοια ὅτι θά τόν ἔχει μέσα στήν ἀγκαλιά Του, γιατί ἀκριβῶς Τόν ἀγάπησε καί πρόσφερε καί τή ζωή του γιά χάρη Του. Κι αὐτό ἰσχύει βεβαίως καί γιά τόν ἀπόστολο Πέτρο. «Σύ, Κύριε, οἶδας ὅτι φιλῶ Σε». Κι αὐτή ἡ ἀγαπητική σχέση τοῦ Κυρίου μέ τούς ἀποστόλους Του τούς δίνει τή δύναμη ἀφενός νά πρεσβεύουν καί ὑπέρ ἡμῶν τῶν περιλειπομένων – οἱ ἅγιοι ζώντας τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι στραμμένοι ἀδιάκοπα καί σέ μᾶς πού ταλαιπωρούμαστε ἀκόμη μέσα στίς θλίψεις αὐτῆς τῆς ζωῆς - ἀφετέρου νά προσδοκοῦν τήν ἀκόμη πιό ἔντονη σχέση τους μέ Ἐκεῖνον, ἀφοῦ μέχρι τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Κυρίου καί οἱ ἴδιοι δέν μποροῦν νά φτάσουν στήν ὁριστική τελείωσή τους. «Ἵνα μή χωρίς ἡμῶν τελειωθῶσι». Κι εἶναι ἡ τελευταία αὐτή ἀλήθεια ἡ μεγαλύτερη ἴσως παρηγοριά πού ἔχουμε: ὄχι μόνον ὁ Κύριος ὡς ἡ πηγή τῆς ἀγάπης ἔχει δεδομένη τήν ἀγάπη καί τήν εὐεργετική στάση Του ἀπέναντί μας, ἀλλά καί ὅλοι οἱ ἅγιοί μας, μέ πρώτη τήν Παναγία μας κι ἔπειτα τούς ἁγίους ἀποστόλους, δέν μποροῦν νά «ἡσυχάσουν» μέχρις ὅτου καί ἐμεῖς βροῦμε τόπο καταπαύσεως μαζί τους. Ἔτσι κι ἀλλιῶς ἡ σωτηρία μας εἶναι «σύν πᾶσι τοῖς ἁγίοις», γιατί ὅλοι ἀποτελοῦμε ἕνα σῶμα, τό σῶμα τοῦ Κυρίου μας, εἴτε ἐνεργείᾳ εἴτε δυνάμει. «Ἄς παρευρίσκεστε ἀνάμεσά μας ἀοράτως, καθιστώντας μας ἀξίους γιά τίς ἄυλες δωρεές, ἐμᾶς πού δοξολογοῦμε μέ ἄσματα τήν ἑορτή σας» («Πάρεστε μέσον ἡμῶν ἀοράτως, καταξιοῦντες δωρεῶν ἀΰλων, τούς τήν ἡμῶν ἑορτήν εὐφημοῦντας ᾄσμασι») (Δοξαστικό αἴνων).


Κυριακή, 28 Ιουνίου 2020

Ο ΕΝΑΓΚΑΛΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΕΤΡΟΥ ΚΑΙ ΠΑΥΛΟΥ



Ο μήνας Ιούνιος λαμπροφορεί τις μεγάλες μορφές των αγίων πρωτοθρόνων αποστόλων Πέτρου και Παύλου (29 Ιουνίου), για των οποίων την εορτή μάλιστα η Εκκλησία μάς προετοιμάζει με ξεχωριστή νηστεία. Πρόκειται περί μεγάλης εορτής κατά την οποία καλούμαστε να ακολουθήσουμε κι εμείς την εν αγάπη προς τον Κύριο πορεία τους, αλλά επίσης να προκληθούμε να αναμετρηθούμε και στο θέμα της εν Χριστώ ενότητάς μας, όπως αυτό προβάλλεται με έντονο τρόπο από την εικόνα του εναγκαλισμού τους – η πιο γνωστή εικόνα των πρωτοκορυφαίων είναι ακριβώς ο ένας να αγκαλιάζει τον άλλον. Κατά τον μακαριστό Φώτη Κόντογλου μάλιστα υπάρχει κι ένα επίγραμμα που συνοδεύει τη συγκεκριμένη εικόνα: «Ποθών ο Πέτρος την σεβασμίαν θέαν του συμμαθητού, προς συνάντησιν τρέχει. Ιδών δ’ ο Παύλος όνπερ επόθει λίαν, χείρας εκτείνας, δεξιούται τον Πέτρον» (Ποθώντας ο Πέτρος τη σεβάσμια όψη του συμμαθητή του τρέχει προς συνάντησή του. Βλέποντας κι ο Παύλος αυτόν που τόσο πολύ ποθούσε απλώνει τα χέρια και τον αγκαλιάζει).
Η κλήση ν’  ακολουθήσει κανείς τους αγίους είναι αυτονόητη για την Εκκλησία. Δεν τους προβάλλει χάριν φιλολογικού μνημοσύνου, αλλά για να τους υποδείξει ως οδοδείκτες και αδελφούς, οι οποίοι προσανατολίζουν στον μόνο Σωτήρα Ιησού Χριστό κι ενισχύουν τον δικό μας πνευματικό αγώνα προς μίμησή τους. Άλλωστε «τιμή μάρτυρος μίμησις μάρτυρος». Κι αυτό σημαίνει ότι όπως οι μεγάλοι αυτοί απόστολοι αγάπησαν με απόλυτο τρόπο τον Χριστό μέχρι θυσίας της ζωής τους, κατά τον ίδιο τρόπο οφείλουμε κι εμείς αντιστοίχως να πορευτούμε. Το ξεχωριστό στην εορτή που αξίζει σχολιασμού είναι ο εναγκαλισμός τους. Γιατί στον εναγκαλισμό βλέπουμε το όριο της πίστης μας, αυτό που ο καθένας πρέπει να κάνει με κάθε συνάνθρωπό του.
Τι εννοούμε; Μπορεί καταρχάς η εικόνα να προϋποθέτει μία «απολογητική» διάθεση του αγιογράφου - ιστορικά γνωρίζουμε ότι είχε υπάρξει σύγκρουση μεταξύ των δύο αποστόλων (ο απόστολος Παύλος όταν «ήρθε ο Πέτρος στην Αντιόχεια, του αντιμίλησε κατά πρόσωπο, γιατί ήταν αξιοκατάκριτος. Γιατί πριν έρθουν μερικοί άνθρωποι του Ιακώβου, έτρωγε στα κοινά δείπνα μαζί με τους εθνικούς. Σαν ήρθαν όμως, υποχωρούσε και διαχώριζε τη θέση του, επειδή φοβόταν τους Ιουδαίους»: Γαλ. 2,11εξ.) -, όμως αυτό που κυριάρχησε και τότε και μετέπειτα ήταν ακριβώς η εν Χριστώ ενότητά τους, ο εναγκαλισμός τους. Γιατί τελικά αυτό ισχύει στη χριστιανική πίστη: μπορεί να διαφωνώ με τον συνάνθρωπό μου (όταν πρόκειται μάλιστα για θέματα που δεν άπτονται του πυρήνα της πίστεως), δεν παύω όμως να τον αγαπώ και να χαίρομαι από την παρουσία του και την ύπαρξή του. Κι αυτό γιατί η αγάπη ως αποδοχή του άλλου, και μάλιστα σε σημείο να τον θεωρώ κομμάτι δικό μου και κρυμμένη παρουσία του Χριστού, είναι το διαρκώς ζητούμενο και το άκρως επιθυμητό. Ο Κύριος αυτό έθεσε ως προϋπόθεση για να είναι μαζί μας και εμείς μαζί Του. «Αυτή είναι η εντολή μου με την οποία θα δείχνετε ότι με αγαπάτε: να αγαπά ο ένας τον άλλον». Για να συνεχίσει: «Έτσι θα νιώσετε κι εσείς την αγάπη του Θεού Πατέρα και τη δική μου και θα κάνουμε κατοικητήριό μας την ύπαρξή σας».
Οπότε στην εικόνα του εναγκαλισμού των αποστόλων με τη διευκρίνηση του επιγράμματος έχουμε την εποπτική παράσταση της σχέσεως των χριστιανών μεταξύ μας: τρέχουμε με βαθιά αγάπη προς  τον συνάνθρωπό μας, γιατί μας έλκει το σεβάσμιο της μορφής του∙ κι εκείνος αντιστοίχως με τον ίδιο πόθο προς εμάς ανοίγει την αγκαλιά του για να μας περικλείσει μέσα του. Και το βάθος που δεν φαίνεται στην εικόνα: και οι δύο είναι μέσα στην αγκαλιά του Χριστού.
Κάθε διαφορετική εικόνα σχέσεως, έστω κι αν χαρακτηρίζεται χριστιανική, δεν είναι. Γιατί πάντα θα λείπει η παρουσία του Χριστού.   

Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2020

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ: Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ



Μία πολύ ὄμορφη εἰκόνα τῆς σχέσης τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννη Προδρόμου μέ τόν ᾽Ιησοῦ Χριστό, πού μᾶς προβάλλει ἡ ὑμνολογία τῆς σημερινῆς ἑορτῆς, εἶναι αὐτή τῆς φωνῆς πρός τόν Λόγο. Ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης δηλαδή προβάλλεται, μέ βάση τά πραγματικά περιστατικά τῆς ζωῆς του, ὡς ἐκεῖνος πού φανερώνει τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ, πού ἐξαγγέλλει μέ δυνατή φωνή, ὥστε νά γίνει ἀκουστός, τόν ἐρχομό τοῦ Μεσσία. Καί βεβαίως δέν εἶναι ὁ μόνος πού ἔχει αὐτό τό χαρακτηριστικό. Ὅλοι οἱ προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀποτελοῦν κατ᾽ ἀκρίβεια τέτοιες φωνές γιά τόν ἐρχομό Αὐτοῦ, μέ τή διαφορά ὅτι ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης, ὡς ὁ τελευταῖος προφήτης καί τό πλήρωμα γι᾽ αὐτό τῆς προφητείας, εἶναι ἡ πιό δυνατή φωνή, κυριολεκτικά, ὅπως ὀνομάζεται, «ὁ μεγαλοφωνότατος πάντων τῶν προφητῶν».

Ἡ σχέση τῆς φωνῆς πρός τόν Λόγο βρίσκεται σέ εὐθεῖα γραμμή, ἡ φωνή δηλαδή ἀκούγεται γιά νά φανερώνει ἀποκλειστικά καί μόνο τόν Λόγο, γεγονός πού σημαίνει  ὅτι ὁ ᾽Ιωάννης στάλθηκε ἀπό τόν Θεό ὡς ἄγγελος τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ: νά εἶναι ὁ Πρόδρομος ᾽Εκείνου, ἄρα μέ τόν τρόπο αὐτό νά κατανοεῖ κανείς καί τήν ὕπαρξη καί τό ἔργο του. ῎Ετσι ἡ φωνή τοῦ Προδρόμου δέν μποροῦσε νά μηνύσει κάτι ἄλλο, πέραν αὐτοῦ γιά τό ὁποῖο ἦλθε καί ὁ Χριστός, δηλαδή τή μετάνοια. Ὁ Χριστός, ὡς ὁ ἐνσαρκωθείς Θεός μας, ἦλθε ἀκριβῶς γιά νά ἑνώσει «εἰς ἕν», πού θά πεῖ στόν ἑαυτό Του καί διά τοῦ ἑαυτοῦ Του στόν Θεό Πατέρα, «πάντα τά διεσκορπισμένα τέκνα Αὐτοῦ», συνεπῶς νά καλέσει τόν κόσμο ὅλο σέ μετάνοια. Γι᾽ αὐτό καί τό κήρυγμα τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννη καί τό κήρυγμα τοῦ ᾽Ι. Χριστοῦ εἶναι ἀκριβῶς τό ἴδιο: «μετανοεῖτε, ἤγγικε γάρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν».

Ὑπενθύμιση αὐτονοήτων, θά πεῖ κάποιος. Ναί, ἀλλά μέ προέκταση καί στά καθ᾽ ἡμᾶς. Δηλαδή: δέν μπορεῖ κάποιος πού θέλει νά ἀνήκει στόν Χριστό καί στήν ἁγία Του ᾽Εκκλησία, νά ἔχει διαφορετική φωνή ἀπό ὅ,τι ᾽Εκεῖνος. Τί θέλουμε νά ποῦμε; Ὁ χριστιανός ῾βοᾶ᾽ μέ τά λόγια του, κυρίως ὅμως μέ τή ζωή του, τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ. «Οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη» (ὁ Κύριος). Δέν εἶναι δυνατόν νά εἴμαστε χριστιανοί, καί ἀπό τήν ἄλλη ἡ ζωή καί οἱ λόγοι μας νά μή βρίσκονται σέ εὐθεία γραμμή καί ἀναλογία πρός τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ἁγίων φίλων Του. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι βάση τῆς ᾽Εκκλησίας ἀποτελεῖ ἡ πεποίθηση καί τό βίωμα ὅτι οἱ χριστιανοί συνιστοῦμε μέλη Χριστοῦ καί συνεπῶς προεκτείνουμε ᾽Εκείνου τήν παρουσία στόν κόσμο. Κι ἐπειδή ὁ Λόγος Χριστός ἔζησε καί δίδαξε τήν ἀγάπη – αὐτό ἄλλωστε εἶναι καί τό κύριο γνώρισμα αὐτοῦ πού μετανοεῖ - ἄρα καί ὁ χριστιανός εἶναι πράγματι χριστιανός, ὅταν ζεῖ καί διδάσκει πάντα τήν ἀγάπη. Ὁποιαδήποτε ἄλλη ῾φωνή᾽, ἔστω καί στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ἀποτελεῖ παραχάραξη ᾽Εκείνου καί βεβαίως παραφωνία Του.

Τρίτη, 23 Ιουνίου 2020

Η ΑΓΙΑ ΜΑΡΤΥΣ ΑΓΡΙΠΠΙΝΑ



«Η αγία Αγριππίνα, γέννημα και θρέμμα της ένδοξης Ρώμης, προσφέρει έντονα σαν μοσχομύριστο τριαντάφυλλο σε κήπο την ευωδία στις καρδιές των πιστών και διώχνει μακριά τη δυσωδία των παθών, ήδη από τη μικρή της ηλικία. Κι αυτό γιατί ομόρφυνε την ψυχή της με την παρθενία και τη γενναιότητά της κι έγινε νύμφη του Θεού και μάλιστα προχώρησε με θαρραλέο και ανδρείο τρόπο προς το μαρτύριο. Λοιπόν λόγω του έρωτα και της αγάπης της προς τον νυμφίο της Χριστό παραδόθηκε σε πολλά βασανιστήρια. Και καταρχάς ενώ ραβδίστηκε κατά το σώμα, συνέτριψε τα οστά της ασέβειας. Και στη συνέχεια, ενώ γυμνώθηκε από τα ενδύματά της, στηλίτευσε και έλεγξε τη γύμνωση του εχθρού. Κι ακόμη, ενώ την έδεσαν και της στρέβλωσαν τα πόδια, λύθηκε από άγγελο του Θεού και διέλυσε κάθε κακία. Οπότε, μέσα σ’ αυτά τα βάσανα ευρισκόμενη παρέδωσε την ψυχή της στον Θεό.
Τότε, η Βάσσα και η Παύλα και η Αγαθονίκη πήραν κρυφά το σώμα της μάρτυρος από την πόλη της Ρώμης κι αφού πέρασαν πολλά μέρη και θάλασσες έφτασαν στη Σικελία κι εκεί την έθαψαν. Όταν λοιπόν η Σικελία δέχτηκε το σώμα της, αμέσως λυτρώθηκε από το φοβερό σκότος των πονηρών πνευμάτων. Μάλιστα οι Αγαρηνοί που τόλμησαν να συλήσουν το τείχος του ναού της υπέστησαν παντελή καταστροφή. Από τότε και μέχρι σήμερα όσοι προσέρχονται στον ναό και το σκήνωμά της με πίστη βλέπουν να καθαρίζονται από τα πάθη και τις αρρώστιες τους, όπως και κάθε νόσος θεραπεύεται με τη δική της πρεσβεία στον Θεό».  

Όλη η ακολουθία της αγίας μάρτυρος Αγριππίνας, ποίημα κατά πάσα πιθανότητα του αγίου υμνογράφου Θεοφάνους, ακολουθεί σχεδόν κατά πόδας το σύντομο παραπάνω συναξάρι, με πολύ μικρές παρεκβάσεις και επεξηγήσεις. Κι αυτό σημαίνει ότι ο υμνογράφος αναλώνεται πρωτίστως στην περιγραφή των διαφόρων βασάνων της μάρτυρος, όπως βεβαίως και στη συγκλονιστική θαυμαστή διάσωση του λειψάνου της από τις τρεις άγιες κι αυτές γυναίκες, τη Βάσσα, την Παύλα και την Αγαθονίκη, καθώς και την καταστροφή που υπέστησαν οι Αγαρηνοί από την απόπειρα σύλησης του ναού της. Κι εκείνο που αξίζει ιδιαιτέρως να επισημανθεί ως προσθήκη στο συναξάρι είναι ότι κατά τη μεταφορά του λειψάνου της αγίας μέχρι να φτάσει στην επαρχία των Σικελών ο υμνογράφος μάς αποκαλύπτει τη διπλή θαυμαστή ενέργεια της χάρης του Θεού, η οποία αφενός φώτιζε την πορεία των γυναικών – η νύχτα γινόταν ημέρα κι ο κάθε τόπος ευωδίαζε από όπου περνούσε το ιερό λείψανο – αφετέρου διάνοιγε τον νου της Βάσσας ώστε να προλέγει τα μέλλοντα. «Η νύχτα γινόταν ημέρα για χάρη των γυναικών που μετέφεραν το λείψανό σου, μάρτυς∙ κι ο κάθε τόπος που σε δεχόταν ευωδίαζε, όπως και με σφοδρότητα χανόταν κάθε δαιμονική παράταξη» («Ἡ νύξ ὡς ἡμέρα καθωρᾶτο τοῖς φέρουσι, Μάρτυς, σου τό λείψανον∙ τόπος εὐωδίαστος ἅπας σε δεχόμενος∙ δαιμονική παράταξις σφοδρῶς ἠλαύνετο») (ὠδή η΄). «Έχοντας φωτισμένο νου γεμάτο από προφητεία η αοίδιμη Βάσσα, αξιώθηκε να προλέγει τα μέλλοντα ως παρόντα» («Νοῦν ἔχουσα φωτός προφητείας ἀνάπλεων, τά μέλλοντα ὡς παρόντα ἡ ἀοίδιμος Βάσσα προλέγειν κατηξίωται») (ὠδή ε΄).
Όμως δεν παύει διαρκώς από την άλλη να τονίζει ο άγιος Θεοφάνης, ευκαίρως ακαίρως, εκείνο το οποίο αποτελούσε κίνητρο της αγίας προκειμένου να παραμένει εν Χριστώ μέχρι της τελευταίας εκπνοής της: τον πόθο και την αγάπη της για τον νυμφίο της Χριστό. Κι εδώ συναντάται πράγματι η αγία με όλους τους αγίους και όλες τις αγίες της Εκκλησίας. Διότι όντως δεν μπορεί να κατανοηθεί η όποια αγιότητα ενός πιστού, αν δεν υπάρχει και δεν ληφθεί υπόψη η αγάπη και ο βαθύς έρωτας για τον Ιησού Χριστό και τον Τριαδικό Θεό. Εντελώς δειγματοληπτικά: «Πόθησες τον αθάνατο ζωοδότη νυμφίο, μάρτυς αοίδιμε, και γι’ αυτό του πρόσφερες ως αρραβώνα την άθλησή σου» («Νυμφίον ἀθάνατον τόν ζωοδότην ποθήσασα, ὡς μνῆστρα τήν ἄθλησιν τούτῳ προσήνεγκας, μάρτυς ἀοίδιμε») (ὠδή α΄)∙ «Τη χτυπούσαν με ράβδους κι αυτή χαιρόταν, καθώς σύντριβε τα οστά της ασέβειας και φώναζε δυνατά: Τίποτε δεν θα με χωρίσει από την αγάπη Σου, Χριστέ» («Ράβδοις τυπτομένη ἔχαιρε, τούτοις τά ὀστᾶ τῆς ἀσεβείας συντρίβουσα καί βοῶσα∙ Τῆς σῆς οὐδέν με ἀγαπήσεως χωρίσει, Χριστέ») (ὠδή γ΄)∙ «Ξεπέρασες όλο τον πόλεμο της σάρκας, λόγω της αγάπης του νυμφίου σου, γι’ αυτό και υπέφερες με δύναμη τα βασανιστήρια τότε που σε χτυπούσαν, φωνάζοντας δυνατά: Η αύξηση των παθών δεν θα με χωρίσει από τη στοργή σου, Χριστέ» («Ὑπερβᾶσα τῇ ἀγάπῃ τοῦ νυμφίου σου ἅπαντα τῆς σαρκός τόν πόθον, ἔφερες στερρῶς ἐν τῷ τύπτεσθαι τάς ἀλγηδόνας βοῶσα∙ Οὐ χωρίσει με τῆς στοργῆς σου Χριστέ, τῶν παθῶν ἡ ἐπίτασις») (ὠδή δ΄).
Η αγάπη και ο πόθος για τον Χριστό της αγίας Αγριππίνας εξηγείται περισσότερο με έναν συγκεκριμένο ύμνο από την ωδή γ΄. Αξίζει να τον παρουσιάσουμε. «Ο υπηρέτης της ασέβειας ακυρώθηκε και είδε μάταιο τον αγώνα του, όταν άπλωσε στη γη το σώμα σου. Κι αυτό γιατί  είχες τη διάνοιά σου σε πλήρη ανάταση προς τον Κύριο» («Τείνας ἐπί γῆς τό σῶμά σου ὁ τῆς ἀσεβείας ὑπουργός μεματαίωται, τεταμένην πρός τόν Δεσπότην τήν διάνοιαν ἐχούσης σου»). Τι σημειώνει ο άγιος υμνογράφος; Ότι η αγάπη προς τον Χριστό δεν αποτελεί μία στοχαστικού χαρακτήρα κίνηση του πιστού, αλλά μία ολοκληρωτική στροφή του νου και της διάνοιάς του προς Εκείνον – κυριολεκτικά μία απόλυτης έντασης ορμή και διάθεση της ψυχής και της καρδιάς που αυτονόητα συμπαρασύρει και το σώμα. Πρόκειται γι’ αυτό που εντέλλεται ο λόγος του Θεού, ήδη από την Παλαιά Διαθήκη πολύ περισσότερο όμως από τον Κύριο στην Καινή, «ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς, ἐξ ὅλης τῆς καρδίας, ἐξ ὅλης τῆς διανοίας, ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος».
Με άλλα λόγια ο πιστός χριστιανός που θέλει να ζει με συνέπεια τις εντολές του Θεού βρίσκεται σε μία διαρκή ένταση, «σαν τεταμένη χορδή» για να θυμηθούμε τον όσιο Γέροντα Σωφρόνιο του Έσσεξ, δηλαδή ποτέ δεν μπορεί να παραμένει χαλαρός έστω κι αν εξωτερικά δεν δείχνει κάτι το ιδιαίτερο. Κι αυτήν την ένταση τη ζει κυρίως όταν οι εξωτερικές συνθήκες της ζωής του τον πιέζουν για να τον εκτρέψουν από την «ὁδόν» του Κυρίου, όπως συνέβη και την εποχή του μαρτυρίου της αγίας Αγριππίνας. Θα λέγαμε ότι το «τεταμένον τῆς διανοίας» ισοδυναμεί με το «ἐκολλήθη ἡ ψυχή μου ὀπίσω σου» του προφητάνακτα Δαυίδ ή με το «ὅπου εἰμί ἐγώ, ἐκεῖ καί ὁ διάκονος ὁ ἐμός ἔσται» του ίδιου του Κυρίου. Στην περίπτωση αυτή, μας λένε οι άγιοι, ενεργεί τόσο πολύ η χάρη του Θεού, ώστε ο άγιος και στο μαρτύριο ευρισκόμενος δεν αισθάνεται καθόλου τους πόνους. «Ὁ πόθος νικᾶ τήν φύσιν», όπως σημειώνει αλλού η υμνογραφία της Εκκλησίας μας.    

Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2020

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΕΥΣΕΒΙΟΣ, ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΣΑΜΟΣΑΤΩΝ



Ο άγιος Ευσέβιος ήταν κατά τους χρόνους του βασιλιά Κωνσταντίου, υιού του μεγάλου Κωνσταντίνου, κατά το έτος 338 μ.Χ., χρημάτισε δε φλογερός ζηλωτής της ορθόδοξης πίστης. Γι᾽ αυτό με πολλή ανδρεία ψυχής και με περιφρόνηση των παρόντων σπούδασε πώς να έλθει σε αύξηση η ευσέβεια και η ορθοδοξία, αν και ο βασιλιάς Κωνστάντιος ήταν αντίθετος, όσο κανείς άλλος, επειδή ήταν Αρειανιστής. Όταν μία φορά φοβέρισε ο βασιλιάς να κόψει το δεξί χέρι του αγίου, αν δεν δώσει το ψήφισμα που έγινε από τον μεγάλο Μελέτιο, ο άγιος άπλωσε και τα δύο του τα χέρια, θέλοντας να δείξει ότι μετά χαράς δέχεται και των δύο την εκκοπή, παρά να προδώσει το ζητούμενο ψήφισμα, και μαζί με εκείνο να προδώσει και την ευσέβεια. Αυτόν τον άγιο πατέρα μας Ευσέβιο, μετά τον Κωνσταντίνο και Ιουλιανό, εξόρισε ο Ουάλης από τον θρόνο του και τον καταδίκασε να περπατά εξόριστος κατά τον ποταμό Δούναβη. Όταν πέθανε ο Ουάλης, επανήλθε ο άγιος στην επισκοπή του τα Σαμόσατα (που βρίσκονται στη Συρία πλησίον του Ευφράτη ποταμού, υπό τον Μητροπολίτη Εδέσσης, και που ονομάζονται κοινώς Σεμψάθ). Ύστερα δε από τους πολλούς αγώνες και νίκες όσες έκανε ο αοίδιμος ζώντας ακόμη υπέρ της ορθοδοξίας, αξιώθηκε να έχει και τέλος μαρτυρικό. Διότι μία γυναίκα κακόδοξη, η οποία φρονούσε την αίρεση του Αρείου, πήρε κεραμίδι από μία στέγη και την έριψε εναντίον της κεφαλής του αγίου. Από το χτύπημα αυτό θανατώθηκε ο ιεράρχης του Χριστού. Προτού αποθάνει, συγχώρησε τη γυναίκα που τον φόνευσε, μιμούμενος τον Δεσπότη του Χριστό και τον πρωτομάρτυρα Στέφανο. Τελείται δε η σύναξή του και εορτή στον ναό του αγίου Ιωάννου, πλησίον Αρκαδιανών”.
(Από τον Συναξαριστή του αγίου Νικοδήμου του αγιορείτου)

Ο άγιος Ιωσήφ ο υμνογράφος που ανέλαβε να διακονήσει την υμνολογική εν Εκκλησία προβολή του αγίου Ευσεβίου, στέκεται με απορία  ενώπιον της ασκητικής του διαγωγής καταρχάς -  απόρροιας της εκ νεότητος αγάπης του προς τον Κύριο – η οποία τον έφερε με τη χάρη του Θεού να γίνει ποιμένας της Εκκλησίας και να επιστεφθεί στο τέλος με το στεφάνι του μαρτυρίου. Η επί γης πορεία του δηλαδή ακολούθησε την εξής πορεία: από παιδί αγάπη προς τον Κύριο, ασκητική διαγωγή, ώστε να υποταγεί η σάρκα με τις άτακτες ορέξεις της στις δυνάμεις της ψυχής, ανάδειξη σε θείο κατοικητήριο, ανάληψη ποιμαντικής ευθύνης με προβολή της ορθόδοξης πίστης και καταδίκη της αρειανικής αίρεσης, μαρτυρικό τέλος με το οποίο επιστεγάστηκε η αγιασμένη αυτή πορεία. 
῾Ήδη από τη νεότητά σου, παμμάκαρ, – σημειώνει συγκεκριμένα ο υμνογράφος – πυρπολούμενος από τον πόθο του Χριστού, υπέταξες τη σάρκα σου στις ιερές δυνάμεις της ψυχής και αποδείχτηκες ιερό σκεύος, οπότε διαποίμανες τον λαό με οσιότητα, όσιε, αφού χρίστηκες με το μύρο της ιερατικής χάρης᾽(῾Ήδη τω πόθω Χριστού πυρπολούμενος από νεότητος, σην σάρκα καθυπέταξας, παμμάκαρ, της ψυχής ταις ιεραίς δυνάμεσι, και σκεύος ιερόν αποδειχθείς, λαόν εν οσιότητι, όσιε, εποίμανας, χρισθείς μύρω της χάριτος᾽) (ωδή α´). ῾Το άγιον Πνεύμα σε προβάλλει ποιμενάρχη που καταστρέφει με τα φωτισμένα λόγια σου τη θολούρα των αιρετικών, σοφέ, και δείχνει την ορθή οδό με σαφήνεια σ᾽ αυτούς που την ακολουθούν κατά το θέλημα του Θεού, μέγιστε Ευσέβιε, φωστήρα των καρδιών μας᾽(῾Σε ποιμενάρχην το Πνεύμα προβάλλεται, αιρετιζόντων αχλύν λόγοις σελασφόροις σου σκεδάζοντα, σοφέ, και προφανώς δεικνύοντα την τρίβον την ορθήν τοις εν αυτή οσίως επιβαίνουσι, μέγιστε Ευσέβιε, φωστήρ των καρδιών ημών᾽) (ωδή α´).

Η από αγάπη προς τον Θεό πνευματική άσκηση του αγίου τον γέμισε, κατά τον άγιο Ιωσήφ, με όλες τις αρετές, οπότε δέχτηκε ως τελικό κόσμημά του το μαρτύριο.
 ῾Υπήρξες πράος και ανεξίκακος, ταπεινόφρων και μετριοπαθής και γεμάτος από θεία αγάπη, και κοσμήθηκες τελικά με το στεφάνι των μαρτύρων᾽(῾Υπήρξας πράος και ανεξίκακος, ταπεινόφρων και μέτριος, και αγάπης θείας έμπλεως, Μαρτύρων επί τέλει κοσμηθείς στεφάνω᾽)(ωδή γ´).
Δεν είναι παράδοξο λοιπόν ότι ο υμνογράφος θεωρεί το κεραμίδι που του πέταξε στο κεφάλι η αιρετική γυναίκα ως το στεφάνι της όλης πορείας του. ῾Το κεραμίδι, Ευσέβιε, μάρτυρα Κυρίου, αμέσως έγινε στο κεφάλι σου στεφάνι᾽(῾Κέραμος, Ευσέβιε, μάρτυς Κυρίου, ευθύς δε και στέφανος εν τη ση κάρα᾽) (στίχοι συναξαρίου).
 Ο άγιος υμνογράφος εν προκειμένω μάς υπενθυμίζει την αλήθεια που προβάλλει ο απόστολος Παύλος, ότι δηλαδή το κατά Χριστόν μαρτύριο συνιστά ιδιαίτερη χάρη του Κυρίου, είναι ακριβώς το στεφάνι του. ῾Ημίν εδόθη ου μόνον το εις Αυτόν (τον Χριστό) πιστεύειν, αλλά και το υπέρ Αυτού πάσχειν᾽. Κι αυτό σημαίνει: κανείς δεν εισέρχεται στο μαρτύριο απροϋπόθετα, στηριγμένος μόνο στις δικές του δυνάμεις. Χρειάζεται η ψυχή του ανθρώπου να είναι έτοιμη για τη χάρη του μαρτυρίου, δηλαδή πρέπει να έχει ασκηθεί κατά των παθών και υπέρ των αρετών. Ακόμη και στην περίπτωση που αιφνιδίως και χωρίς προετοιμασία φτάνει κανείς να μαρτυρήσει, όπως υπάρχουν και τέτοιες περιπτώσεις, εκεί πρέπει να σκεφτούμε ότι την εσωτερική προετοιμασία την είχε ο μάρτυρας με την καλή του προαίρεση και την αναζήτηση του Θεού, έστω κι αν εξωτερικά δεν φαινόταν κάτι τέτοιο.

Ο άγιος Ιωσήφ λοιπόν επιμένει στο θεμέλιο της ιερωσύνης και της όλης ποιμαντικής διακονίας, όπως και του ίδιου του χαρισματικού μαρτυρίου, δηλαδή τον πνευματικό εσωτερικό αγώνα. Δεν μπορεί να κατανοήσει την όλη δράση του αγίου Ευσεβίου, τους αγώνες του κατά των αρειανοφρόνων αιρετικών, την ανύστακτη φροντίδα του για την πνευματική τροφοδοσία των πιστών, χωρίς την προϋπόθεση του αγιασμού του ίδιου.
῾Ήσουν αφιερωμένος στους ύμνους, ιεράρχη, και στις δεήσεις προς τον Θεό, γι᾽ αυτό και κοίμισες τα πάθη σου και έτσι φάνηκες άγρυπνος φύλακας των πιστών᾽(῾Ύμνοις σχολάζων, ιεράρχα, και δεήσεσιν εκοίμισας τα πάθη, και ημών των πιστών άγρυπνος ώφθης φύλαξ᾽) (ωδή ζ´).
Θυμίζει η ζωή του αγίου Ευσεβίου με την όλη ποιμαντική δράση του, όπως μας το προσφέρει ο άγιος υμνογράφος, αυτό που διαπιστώνει ο μέγας πατέρας της Εκκλησίας και οικουμενικός διδάσκαλός της άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: πρέπει πρώτα να καθαριστεί κανείς ψυχικά κι έπειτα να βοηθήσει στην κάθαρση των άλλων, πρέπει πρώτα να γίνει σοφός κι έτσι να προσφέρει σοφία, να γίνει φως και να φωτίσει, να πλησιάσει τον Θεό, για να φέρει σ᾽ Αυτόν τους άλλους, να αγιαστεί κι έπειτα να αγιάσει. ῾Καθαρθήναι δει πρώτον, είτα καθάραι,  σοφισθήναι και ούτω σοφίσαι, γενέσθαι φως και φωτίσαι, εγγίσαι Θεώ και προσαγαγείν άλλους, αγιασθήναι και αγιάσαι᾽.


Σάββατο, 20 Ιουνίου 2020

Η ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ (21 ΙΟΥΝΙΟΥ)



Η εορτή μπορεί να καθιερώθηκε (απ’ τις αρχές του 20ού αι.)  εξαφορμής συγκεκριμένου γεγονότος στις Η.Π.Α., επεκτάθηκε όμως σύντομα και σε πολλά άλλα έθνη, γιατί ακριβώς δίνει την ευκαιρία να προβληθεί το πρόσωπο που μαζί με τη μητέρα αποτελεί τον στυλοβάτη της οικογένειας, ο πατέρας. Δεν έχει εκκλησιαστικό χαρακτήρα η εορτή, αλλά θα μπορούσε να αποκτήσει, αν νοηματοδοτείτο από τη «φιγούρα» του Θεού Πατέρα.
Εννοούμε ότι μπορεί η καθιέρωση της εορτής να έχει τον ευγενικό σκοπό του τονισμού του ρόλου του πατέρα μέσα στην οικογένεια (βιολογικά, ψυχολογικά, πνευματικά, κοινωνικά) – πόσα παιδιά «τραυματίζονται» ψυχικά, και μερικές φορές ανεπανόρθωτα, γιατί τους λείπει η παρουσία του πατέρα -  όμως αν δεν υπάρξει η οπτική του Χριστού  («Πάτερ ημών» μας είπε να λέμε για τον Θεό), η πατρότητα θα εμφανίζεται συρρικνωμένη κι ίσως αλλοιωμένη από τη φυσική μόνο διάστασή της.
Ο Θεός είναι Πατέρας, εξαγγέλλει η Αγία Γραφή. Και τα ιδιώματά Του αντανακλούν και στον άνθρωπο, τον «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» Εκείνου δημιουργημένο. Κι είναι Πατέρας όχι μόνο ως Δημιουργός αλλά πρωτίστως ως πλήρης αγάπης και στοργής προς τα δημιουργήματά Του. «Ο Θεός αγάπη εστί». Η αγάπη Του δεν κατανοείται κατά τα ανθρώπινα πρότυπα, με διακυμάνσεις και  διακοπές, αλλά κατά  τον τρόπο της αποκαλύψεώς Του: την αιωνιότητα της ανιδιοτελούς θυσίας. Ο Θεός μας δηλαδή όπως εξήγησε ο Χριστός δεν μπορεί να μην αγαπά, η αγάπη Του αποτελεί οφειλή στα πλάσματά Του, με αποκορύφωμα τον απόλυτο σεβασμό της ελευθερίας τους. Αγαπώ έτσι σημαίνει σέβομαι τον άλλο, δεν τον εκβιάζω, δεν τον καταπιέζω, έστω κι αν έχω μία τέτοια δυνατότητα. «Δεν σας ονομάζω δούλους, αλλά φίλους» είπε ο Κύριος.
Η παραπάνω αλήθεια οδηγεί σε δύο ακόμη σημεία. Πρώτον, στην εικόνα του (Θεού) Πατέρα της παραβολής του ασώτου. Τι κάνει ο Πατέρας; Γνωρίζοντας την εξέλιξη των πραγμάτων – την απώλεια και τη νέκρωση του υιού του μακριά από τον Ίδιο - εντούτοις τον αφήνει ελεύθερο χωρίς κανένα ίχνος καταπίεσης. Κι η αγάπη αυτή τελικώς κάνει θαύματα: προκαλεί τον άσωτο σε μετάνοια. Γιατί μαθαίνει πως μπορεί να γυρίσει στον Πατέρα που τον αγαπά έστω και με τις κακές επιλογές του, που δεν σταματά να τον περιμένει, που δεν τον ελέγχει καθόλου όταν παίρνει τον δρόμο της επιστροφής – βλέπει τα βάσανα του παιδιού του και όχι τον επαναστατημένο χαρακτήρα του! Και δεύτερον, στην αποστολή, από τον Πατέρα, του Υιού Του ως ανθρώπου στον κόσμο, προκειμένου να άρει την αμαρτία του κόσμου και να ενώσει τον κόσμο με Εκείνον. Η αγάπη δηλαδή του Πατέρα έχει θυσιαστικό χαρακτήρα: θυσιάζει ό,τι πολυτιμότερο έχει, τον ίδιο τον Υιό Του δηλαδή τον Εαυτό Του, για να σωθεί ο άνθρωπος και ο κόσμος. Που θα πει ότι η αληθινή αγάπη σηκώνει το βάρος του άλλου για να νιώσει καλά αυτός, κομματιάζεται για να τραφεί ο άλλος – ό,τι έκανε και κάνει ο Πατέρας Χριστός.
Η πατρική εικόνα του Θεού αντανακλά είπαμε και στον άνθρωπο. Ο αληθινός πατέρας αγαπά χωρίς να περιμένει ανταπόδοση, θυσιάζεται προσδοκώντας μόνο το καλό και την προκοπή του αγαπημένου του παιδιού, σέβεται την ελευθερία του, ξέροντας ότι συχνά θα εισπράξει  την (οριστική ίσως) αντίδραση και την απόρριψή του. Ο άνθρωπος πατέρας αγωνίζεται να φανερώνει στην καθημερινότητά του την εικόνα του Θεού Πατέρα. Οπότε στην οικογένειά του δημιουργεί συνθήκες πνευματικής και ψυχολογικής ισορροπίας∙ κι ακόμη περισσότερο: ένας τέτοιος πατέρας προσφέρεται ως ευλογία και για το (ευρύτερο κοινωνικό) περιβάλλον του,  συνεπώς γίνεται πατέρας και μια αγκαλιά για όλους! Γιατί όλος ο κόσμος μία οικογένεια είμαστε. Με μόνη προϋπόθεση ότι για να υπάρξει ο πατέρας αυτός απαιτείται ο νόμιμος πνευματικός αγώνας για γνήσιο χριστιανισμό.
Πόσο παρήγορο θα ήταν να είχε τέτοιο περιεχόμενο η εορτή του πατέρα!   

ΤΟ ΠΑΖΛ




Χρόνια περάσαν διαβατάρικα να ’ρθώ
σε συναίσθηση λίγη μακρινή πως
της βαθιάς καρδιάς μου τα κενά
κι οι τρύπες της οι μαύρες  δεν είναι
δομικές απλά φυσικές κατασκευές.
Κενά αγάπης καθ’ υπερβολήν οδού είναι
για τ’ αδελφού το πρόσωπο το σεβαστό.
Ο άλλος, ο κάθε αδελφός, του είναι μου
το πλήρωμα ορίζει, όπως του παζλ τα
πολλαπλά κομμάτια τού δίνουν ακέραια μορφή.
Θέλω να πω ότι ο άλλος, ο όποιος άλλος
φέρνει τη δύναμη αρτίωσης δικής μου.
Χωρίς αυτόν είμ’ ένας σάκκος αδειανός.
Ο άλλος είναι το κρυμμένο χαμένο μου εγώ
- ο θησαυρός μου που λέγεται εσύ.
Πώς μας το λέει ο ίδιος ο Θεός;

«Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν».

Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2020

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΙΟΥΔΑΣ




"Ο άγιος απόστολος Ιούδας στο μεν κατά Λουκάν Ευαγγέλιο και στις Πράξεις των Αποστόλων επονομάζεται Ιούδας του Ιακώβου, ενώ στο κατά Ματθαίο και στο κατά Μάρκο Θαδδαίος και Λεββαίος, που ήταν αδελφός κατά σάρκα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και υιός του Ιωσήφ του Μνήστορος, αδελφός δε γνήσιος Ιακώβου του αδελφοθέου, αυτός που έστειλε σε όλους τη φωτιστική και δογματική, γεμάτη από το Πνεύμα του Θεού, επιστολή. Ο Ιούδας που απεστάλη από τον ίδιο τον Χριστό στο κήρυγμα του Ευαγγελίου, ως αδελφός Εκείνου και μυσταγωγός, πυρωμένος σαν άνθρακας από τις λαμπρότητες Εκείνου, κατέφλεξε κάθε πλάνη και κατεφώτισε τους πιστούς. Διότι έλκοντας τον ζυγό του Σωτήρα και ανοίγοντας αυλάκι στις ψυχές, έσπειρε τον σπόρο της ευσέβειας σε όλη την οικουμένη και έφερε πολύ καρπό. Γι' αυτό και κατεφώτισε με τον λόγο του και κήρυξε το Ευαγγέλιο στη Μεσοποταμία και στα γειτονικά έθνη της, κι αφού έζησε στην πόλη των Εδεσσηνών και πορεύτηκε προς τον τοπάρχη Αύγαρο για να τον θεραπεύσει, ύστερα έφτασε στην πόλη Αραρά. Εκεί κρεμάστηκε από τους απίστους και τοξεύτηκε και έτσι παρέθεσε το πνεύμα του στον Θεό".

       

        Ο άγιος Θεοφάνης ο υμνογράφος δεν προβληματίζεται ως προς το ποιος είναι ο σήμερον εορταζόμενος απόστολος Ιούδας. Θεωρεί ότι ο Ιούδας του Ιακώβου κατά τον ευαγγελιστή Λουκά είναι ο ίδιος με τον Ιούδα τον υιό του μνήστορος Ιωσήφ, τον και Θαδδαίο ή Λεββαίο επονομαζόμενο, κατά τους Ματθαίο και Μάρκο, που σημαίνει ότι Ιούδας του Ιακώβου θα πει Ιούδας αδελφός του Ιακώβου, υιού και αυτού του αγίου Ιωσήφ. Συνεπώς δεν λαμβάνει υπόψη του καθόλου εκείνη την άποψη που ισχυρίζεται ότι ο Θαδδαίος ή Λεββαίος είναι άλλος απόστολος από τον αδελφόθεο Ιούδα. Οι ύμνοι του που ομιλούν για τον ένα Ιούδα είναι αρκετοί. Για παράδειγμα από την ωδή γ΄: "Ιούδα, οι αδελφοί σου θα σε επαινέσουν γιατί φάνηκες και νομιζόσουνα αδελφός του προαιώνιου Λόγου που φανερώθηκε ως άνθρωπος" ("Ιούδα, οι αδελφοί σου σε επαινέσουσιν, αδελφόν φανέντα και νομιζόμενον του φανερωθέντος εν σαρκί Λόγου του προ αιώνων"). Και από το κοντάκιο: "Από ένδοξη ρίζα ανέτειλες σε μας σαν θεοδώρητο κλήμα, αυτόπτη του Κυρίου, απόστολε Θεάδελφε" ("Εκ ρίζης ευκλεούς θεοδώρητον κλήμα ανέτειλας ημίν, του Κυρίου αυτόπτα, Απόστολε Θεάδελφε").


       
Ο υμνογράφος μας βεβαίως δεν θέλει να υπερτονίσει τη συγγενική σχέση του αγίου Ιούδα με τον Κύριο. Προφανώς διότι ο ίδιος ο Κύριος σε ανάλογες περιπτώσεις παρέπεμπε στην προτεραιότητα της σχέσης με τον Θεό και όχι της συγγένειας (Πρβλ. τα λόγια Του: "Τις εστιν η μήτηρ μου και τίνες εισίν οι αδελφοί μου;... Όστις γαρ αν ποιήση το θέλημα του Πατρός μου του εν ουρανοίς, ούτος μου αδελφός και αδελφή και μήτηρ εστί"). Γι' αυτό αφενός μιλώντας για την αδελφική σχέση του Ιούδα με τον Κύριο σπεύδει εξίσου να χαρακτηρίσει αδελφούς και όλους τους πιστούς σ' Αυτόν - "Ιούδα μακάριε, χρημάτισες αδελφός του Δεσπότη Χριστού που γεννήθηκε ως άνθρωπος και χρημάτισε αδελφός όλων των εκλεκτών":"Του τεχθέντος Δεσπότου και αδελφού χρηματίσαντος πάντων των εκλεκτών, Ιούδα μακάριε, αδελφός εχρημάτισας" (κάθισμα όρθρου) -, αφετέρου εκεί που επικεντρώνει είναι στην κλήση του από τον Χριστό ως μαθητή και αποστόλου και στην αποστολή που του ανέθεσε Εκείνος - "Έγινες μαθητής του σαρκωθέντος Θεού μας, από τον Οποίο στάλθηκες σαν πρόβατο ανάμεσα σε λύκους πράγματι" ("Μαθητής γεγένησαι του σαρκωθέντος Θεού ημών, υφ' Ου ως πρόβατον μέσον λύκων όντως απεστάλης" (στιχηρό εσπερινού). "Από Αυτόν απεστάλης, πανεύφημε, ως απόστολος σε όλα τα πέρατα της γης, σπέρνοντας τον λόγο της πίστεως σε όλους και φωτίζοντας αυτούς που ήταν δούλοι στο σκοτάδι της άγνοιας και στον πονηρό κοσμοκράτορα" ("Υπ' Αυτού απόστολος εις πάντα τα πέρατα απεστάλης, πανεύφημε, τον λόγον της πίστεως πάσι κατασπείρων και φωτίζων τους σκότει αγνοίας δουλεύοντας, πονηρώ κοσμοκράτορι") (κάθισμα όρθρου). Το γεγονός ότι η συγγενική σχέση έρχεται δεύτερη επιβεβαιώνεται από τον άγιο Θεοφάνη και από την παρατήρησή του ότι η οικειότητα του αγίου Ιούδα με τον Χριστό οφείλετο όχι ακριβώς στην συγγένειά τους, αλλά στον πνευματικό αγώνα του Ιούδα κατά της αμαρτίας, με τον οποίο μπόρεσε να ζήσει τη ζωή Εκείνου. "Νέκρωσες το αμαρτωλό γήινο φρόνημά σου κι έτσι έζησες μαζί με τη ζωή των όλων Χριστό, πανόλβιε" ("Νεκρώσας τα επί γης σου μέλη συνώκησας τη ζωή των όλων Χριστώ, πανόλβιε") (ωδή γ΄).

        
Ο άγιος υμνογράφος αφιερώνει τους περισσότερους ύμνους του στο αποστολικό έργο του αγίου Ιούδα. "Ο μέγας του Κυρίου απόστολος" (ωδή δ΄), ως "φως δεύτερον που ακολούθησε τις λάμψεις του πρώτου φωτός Χριστού" (ωδή α΄), "έχοντας ως οδηγό την ίδια την αλήθεια" (ωδή ε΄), απεστάλη "σαν βολίδα για να πλήξει και να αφανίσει παντελώς τις φάλαγγες των δαιμόνων και να θεραπεύσει με τη χάρη του Θεού εκείνους που πληγώθηκαν από αυτούς" (στιχηρό εσπερινού), όπως και "σαν ακτίνα του ήλιου που εξέλαμψε από την Παρθένο Μαρία, προκειμένου να καταφωτίσει τις καρδιές των ευσεβών και να αποδιώξει το σκοτάδι που υπήρχε" (στιχηρό εσπερινού). Κι αυτό γιατί ο άγιος απόστολος "έγινε υπήκοος στο πρόσταγμα του Κυρίου που έστειλε τους μαθητές Του κατά την ώρα της Αναλήψεώς Του να μαθητεύσουν όλα τα έθνη και να τα βαπτίζουν στο όνομα της αγίας Τριάδος" ("Το του νόμου πρόσταγμα πληρών, απόστολε, τα έθνη πάντα ταις διδαχαίς σου μαθητεύων έδραμες και ταύτα βαπτίζων Τριάδος επικλήσεσιν" (ωδή ε΄). 

Και βεβαίως μέσα σ' αυτήν την αποστολική ευθύνη του αγίου Ιούδα εντάσσεται, κατά τον άγιο υμνογράφο, και η καθολική επιστολή που μας άφησε στην Καινή Διαθήκη. "Ιεροφάντη θεσπέσιε - σημειώνει ο άγιος Θεοφάνης - στέλνεις σε όλους τους ανθρώπους την φωτιστική και δογματική επιστολή, που είναι γεμάτη από το Πνεύμα του Θεού" ("Επιστέλλεις άπασι τοις ανθρώποις την φωτιστικήν και δογμάτων έμπλεων του Πνεύματος επιστολήν, ιεροφάντα θεσπέσιε") (ωδή ς΄). Πράγματι, η μικρή αυτή σχετικά επιστολή περικλείει πλούτο αγίων νοημάτων που κινητοποιούν τον κάθε πιστό σε μετάνοια και σε αγωνιστικό φρόνημα. Φράσεις σαν αυτές, και όχι μόνο - "Αναγκάζομαι να σας γράψω, για να σας προτρέψω να συνεχίσετε τον αγώνα για την πίστη, που μια για πάντα δόθηκε στον λαό του Θεού" ("παρακαλών επαγωνίζεσθαι τη άπαξ παραδοθείση τοις αγίοις πίστει"), "εσείς, αγαπητοί μου, συνεχίστε να προοδεύετε στεριωμένοι πάνω στο θεμέλιο της πανάγιας πίστης σας και προσεύχεστε με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος. Διατηρήστε τον εαυτό σας στην αγάπη του Θεού, προσμένοντας το έλεος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, που θα μας χαρίσει την αιώνια ζωή" ("υμείς, αγαπητοί, τη αγιωτάτη υμών πίστει εποικοδομούντες εαυτούς, εν Πνεύματι Αγίω προσευχόμενοι, εαυτούς εν αγάπη Θεού τηρήσατε, προσδεχόμενοι το έλεος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού εις ζωήν αιώνιον") - θεωρούνται "διαμάντια" που δεν μπορεί κανείς εύκολα να ξεπεράσει, χωρίς να γίνεται υπόλογος έναντι του Κυρίου. Κι αν προσθέσει κανείς και το γεγονός ότι ο άγιος Ιούδας επιβεβαίωσε, όπως οι περισσότεροι απόστολοι, το κήρυγμά του με τη θυσία της ζωής του, τότε καταλαβαίνει την κρίση του αγίου Θεοφάνη, που θεωρεί ότι οι απόστολοι ξεπέρασαν κάθε μεγαλειότητα επί της γης ("Επήρθη των μαθητών Χριστού η ευπρέπεια, υπεράνω πάσης μεγαλειότητος") (ωδή γ΄).

Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2020

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΛΕΟΝΤΙΟΣ



   "Ο άγιος Λεόντιος γεννήθηκε στην Ελλάδα. Από μικρός ήταν δυνατός και γενναίος και η γενναιότητά του συναυξανόταν με το μεγάλωμα της ηλικίας του, γι' αυτό και κατατάχτηκε στο στράτευμα. Κατά τους πολέμους και τις συμπλοκές με τους εχθρούς φάνηκε ανδρείος κι έστησε πολλές φορές τρόπαια νίκης, παραμένοντας όμως συνετός και σώφρων, γι' αυτό και παρασημοφορήθηκε και έγινε στρατηγός. Ζώντας δε στην Τρίπολη της Αφρικής, δεχόταν και έτρεφε τους πτωχούς από τα βασιλικά σισίτια και τις προσφορές και λάτρευε έτσι τον Θεό γνήσια και ειλικρινά.
   Έμαθε γι' αυτόν ο ηγεμόνας της Φοινίκης Αδριανός, που ήταν κατά τους καιρούς του αυτοκράτορα Βεσπασιανού, και απέστειλε προς αυτόν τον Τριβούνο Υπάτιο μαζί με δύο άλλους στρατιώτες, από τους οποίους ο ένας ονομαζόταν Θεόδουλος. Στον δρόμο που πήγαιναν κι ενώ ο Υπάτιος καταλήφθηκε από πολύ μεγάλο πυρετό, ήλθε σ' αυτόν ουράνια φωνή κι άγγελος του φανερώθηκε κι άκουσε: "Αν θέλεις να απαλλαγείς από την αρρώστια, να επικαλεστείς τρεις φορές για βοήθεια τον Θεό του Λεοντίου". Τη φωνή αυτή την άκουσε αισθητά και ο Θεόδουλος.
   Ιατρεύτηκε πράγματι έτσι ο Τριβούνος κι όταν έφτασε στον άγιο μαζί με τη συνοδία του, χωρίς να ξέρει τον Λεόντιο ποιος είναι, φιλοξενήθηκε καταρχάς από αυτόν. Καθώς αναζητούσε τον Λεόντιο και έλεγε ψέμματα ότι εκείνος είναι φίλος του ίδιου και των θεών, ο άγιος είπε ότι αφενός ο ίδιος είναι ο Λεόντιος που αναζητά, αφετέρου ότι είναι δούλος του Χριστού κι ότι βδελύσσεται επομένως τους λεγόμενους θεούς. Όταν άκουσαν αυτά ο Τριβούνος και ο Θεόδουλος πρόσπεσαν στον άγιο και ζήτησαν από αυτόν τη χάρη να γίνουν κι αυτοί δούλοι του Χριστού. Προσευχήθηκε τότε ο άγιος υπέρ αυτών και λέγεται ότι ήλθε από τον ουρανό νεφέλη ύδατος και τους φώτισε και τους έντυσε με λευκές στολές. Από το γεγονός αυτό ταράχθηκαν οι άπιστοι και μήνυσαν ό,τι έγινε στον ηγεμόνα Αδριανό.
   Αυτός διέταξε να οδηγηθούν και να παρασταθούν μπροστά του κι επειδή δεν τους έπεισε με τις νουθεσίες του να απομακρυνθούν από την πίστη του Χριστού, διέταξε ο μεν άγιος Υπάτιος να αναρτηθεί και να χαρακωθεί με σιδερένια νύχια, ο δε άγιος Θεόδουλος να κτυπηθεί με σπαθί, στο τέλος δε να κόψουν τα κεφάλια τους. Ο δε μεγαλομάρτυρας Λεόντιος πρώτα μεν μαστιγώθηκε. Έπειτα επειδή δεν υποχώρησε στις παρακλήσεις και στις κολακείες του τυράννου, αλλά αντίθετα τον διακωμώδησε, κτυπήθηκε πάλι σκληρά. Μετά από αυτό τον κρέμασαν και τον χαράκωσαν με σιδερένια νύχια. Του έβαλαν έπειτα στον τράχηλο μία βαριά πέτρα και διαρκώς δεχόμενος κτυπήματα στην κατάσταση αυτή, στο τέλος παρέθεσε το πνεύμα του στον Θεό".

   

Ο υμνογράφος του αγίου Λεοντίου Ιωάννης ο μοναχός δίνει απαρχής ιδιαίτερη βαρύτητα σε ό,τι συνέβη στον άγιο Υπάτιο, όταν άρρωστος άκουσε την ουράνια φωνή που τον παρέπεμπε να επικαλεστεί τον Θεό του Λεοντίου. Θεωρεί ότι η θεϊκή αυτή επέμβαση ήταν το κατεξοχήν εγκώμιο για την αγιότητα του Λεοντίου, γεγονός βεβαίως που οδήγησε και στη μεταστροφή στην εις Χριστόν πίστη του Υπατίου μαζί με τον άγιο Θεόδουλο. "Η αρετή σου, δούλε του Χριστού Λεόντιε - σημειώνει συγκεκριμένα - δεν εντάσσεται στους νόμους των εγκωμιαστικών λόγων. Διότι ο ίδιος ο Χριστός είναι για σένα το εγκώμιο και η αναφαίρετη ευτυχία" ("Νόμοις εγκωμίων η αρετή σου ουχ υποπίπτει, του Χριστού θεράπον Λεόντιε. Αυτός γαρ σοι εγκώμιον και όλβος αναφαίρετος") (ωδή α΄). Έτσι η αγιότητα του Λεοντίου, φανερούμενη και βεβαιούμενη από τον ίδιο τον Κύριο, γίνεται και το μέσον για την κλήση σε σωτηρία των αγίων Υπατίου και Θεοδούλου. Που σημαίνει μεταξύ άλλων: ο Θεός προνοεί ιδιαιτέρως για τους αγίους Του, ενώ ο αγιασμός ενός ανθρώπου γίνεται (συχνά και εν αγνοία του) η καλύτερη οδός για την εύρεση του Θεού και από άλλους. Όσο κανείς ζει ορθά ως χριστιανός, όσο δηλαδή αγιάζει τον εαυτό του, τόσο ο Θεός τον χρησιμοποιεί ως μαγνήτη για να ελκύσει και άλλους κοντά Του.

Ο άγιος υμνογράφος κινείται σε τρία επίπεδα εγκωμιάζοντας τον μεγαλομάρτυρα Λεόντιο. Πρώτον, στο επίπεδο της εσωτερικής ζωής του αγίου, τι ήταν εκείνο δηλαδή που τον έκανε να μένει εν Χριστώ και του έδινε τη δύναμη να ξεπεράσει όλα τα εμπόδια του μαρτυρίου. Δεύτερον, στο επίπεδο του ιεραποστολικού έργου του, της μαρτυρίας δηλαδή που έδινε για την εις Χριστόν πίστη του σε όλους τους συστρατιώτες του, ευρισκόμενος και αυτός ως στρατιώτης ανάμεσά τους. Τρίτον, στη ρωμαλέα στάση του απέναντι στον υποκινητή των κακών διάβολο και τα όργανά του. Και ως προς το πρώτο: ο άγιος είχε σταθερή ανοδική πορεία, γιατί είχε ψυχή ακηλίδωτη από αμαρτίες και σώμα παρθενικό. Κι είναι γνωστό από τους ασκητικούς Διδασκάλους μας ότι δεν υπάρχει τίποτε ισχυρότερο στον κόσμο από τον διπλό αυτόν συνδυασμό: την αγνή ψυχή και το αγνό σώμα. Διότι εκεί έχουμε την ιδανικότερη προϋπόθεση για εγκατοίκηση του ίδιου του Θεού. "Επειδή επιθυμούσες, μακάριε, τα υπέρ φύσιν κι αφού κόσμησες την ακηλίδωτη ψυχή σου με το παρθένο σώμα σου, έκανες ίσια και σταθερή την άνοδό σου στον Ουρανό" ("Ιέμενος, μάκαρ, των υπέρ φύσιν, την ακηλίδωτον ψυχήν παρθένω τω σώματι κοσμήσας, προς την άνοδον ευσταλή κατεσκεύασας") (ωδή α΄). Ο άγιος επιθυμούσε βεβαίως τα υπέρ φύσιν γιατί είχε προκρίνει πάνω από όλα τη σοφία που δίνει ο Χριστός και την αγάπη προς Εκείνον. Αυτό είναι πάντοτε το "μυστικό" κάθε ασκητικής διαγωγής μέχρι σημείου θυσίας και του εαυτού: η αγάπη προς τον Χριστό. "Διάλεξες τον θάνατο που δίνει αληθινή ζωή, από την πρόσκαιρη ζωή, αφού κυριάρχησες με τη βία απέναντι στη φύση σου, λόγω της σοφίας σου και του πόθου σου προς τον Χριστό" ("Σοφία, πόθω τε Χριστού, φύσεως βιαίως κρατήσας, της επικήρου βιοτής ζωηφόρον προέκρινας θάνατον") (ωδή ζ΄).

  
Ως προς το δεύτερο: Ο άγιος βεβαίως όπου μπορούσε μιλούσε για τον Χριστό κι ήταν τα λόγια του, λόγια ευσέβειας πάντοτε, σαν μέλι για τους καλοπροαίρετους ανθρώπους. "Η μελιστάλακτη και φιλόθεη γλώσσα σου έρεε τα λόγια της ευσέβειας" ("Έρρει ευσεβείας ρήματα η μελισταγής και φιλόθεος γλώσσα σου") (ωδή γ΄). "Βάλτε τις ψυχές σας στον ζωντανό Θεό, αναφωνούσες στους συστρατιώτες σου, Λεόντιε, και να είστε στρατιώτες του αιώνιου Βασιλιά" ("Θέσθε τας ψυχάς τω ζώντι Θεώ, τοις συστρατιώταις ανεφώνεις Λεόντιε, Βασιλεί τε τω αιωνίως διαμένοντι στρατεύεσθε") ("ωδή γ΄). Αλλά αν τα λόγια του λειτουργούσαν ως μέλι για τους καλοπροαίρετους, τα ίδια προκαλούσαν βλασφημία στους ασεβείς και κακοπροαίρετους. Σαν τον ίδιο τον Κύριο που έκειτο και κείται "εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών". "Η γλώσσα σου προκαλούσε βλασφημία στις καρδιές των δούλων της ασέβειας" ("Η γλώσσα σου τοις δούλοις της ασεβείας βλασφημείν ενδιεβάλλετο") (ωδή γ΄). "Φαινόσουν καλωσυνάτος σ' αυτούς που πρόστρεχαν με πίστη, Λεόντιε, και είχες λόγο αρτυμένο από το θείο αλάτι. Στους εχθρούς του Χριστού όμως φαινόσουν πολύ επιθετικός" ("Ιλαρός μεν τοις προστρέχουσι πίστει, Λεόντιε, και τον λόγον ηρτυμένος τω θείω σου άλατι, ιταμώτατος δε τοις εχθροίς του Χριστού ανεδείκνυσο") (ωδή ς΄). Έτσι συμβαίνει πάντοτε: ο λόγος και η παρουσία του Χριστιανού, όπως συνέβη στον ίδιο τον Χριστό όπως είπαμε, λειτουργεί θετικά ή αρνητικά, ανάλογα με τις εσωτερικές προϋποθέσεις των ανθρώπων. Η μία στάση του Χριστιανού δηλαδή προκαλεί τους ανθρώπους, ώστε να αποκαλυφθούν οι διαλογισμοί του καθενός.


Ως προς το τρίτο: ο άγιος υμνογράφος επανειλημμένως τονίζει το ρωμαλέο φρόνημα του αγίου Λεοντίου - το χαρακτηριστικό κάθε συνεπούς χριστιανού: η υπέρβαση του φόβου και της δειλίας, κατά το "ουκ έδωκεν ημίν ο Θεός πνεύμα δειλίας, αλλά δυνάμεως και αγάπης και σωφρονισμού" (απ. Παύλος). Το ρωμαλέο του φρόνημα μάλιστα το παραλληλίζει ο υμνογράφος με το φρόνημα των αγίων τριών παίδων εν τη καμίνω. Όπως εκείνοι ευρισκόμενοι στην κάμινο ανέπεμπαν θαρραλέα ύμνους στον Δημιουργό με την ενίσχυση αγγέλου, έτσι κι αυτός: "Με ρωμαλέο φρόνημα, όπως ακριβώς οι αιχμάλωτοι παίδες, πατούσε ο Λεόντιος μαζί με τη φλόγα των πειρασμών και την πλάνη, αναμέλποντας σε Εσένα Κύριε: Είσαι ευλογημένος Θεέ των Πατέρων" ("Ρωμαλεότητι φρενών, ώσπερ οι αιχμάλωτοι παίδες, συν τη φλογί των πειρασμών και την πλάνην επάτει, Λεόντιος, αναμέλπων σοι, Κύριε: Ο Θεός των Πατέρων ευλογητός ει") (ωδή ζ΄). Κι η γενναιότητα της καρδιάς του βεβαίως ήταν κι απέναντι στους τυράννους κι απέναντι στον υποκινητή αυτών, τον Πονηρό διάβολο. "Ανέλαβες τον Σταυρό σαν θώρακα και προχώρησες να παλέψεις τους αόρατους εχθρούς και αθλήθηκες γενναία" ("Σταυρόν ώσπερ θώρακα αναλαβόμενος, προς πάλην εχώρησας των αοράτων εχθρών, γενναίως τε ήθλησας") (κάθισμα όρθρου).