Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2018

Η…ΣΗΜΕΡΟΝ (;) ΕΛΛΑΣ

 
Δίχως πνοή σχεδόν, γδαρμένη, ματωμένη
- τα χείλη έχουν ξεραθεί απ’ το νερό που λείπει -
πρησμένη απ’ τους μώλωπες και ξεσκισμένη όλη
με βλέμμα άδειο σα νεκρού κείται
στο χώμα μια ψυχή που με γυναίκα φέρνει.
Παράδοξα στην κόμη της τη χιλιοβρωμισμένη
στέμμα παλεύει να σταθεί – θύμησες μεγαλείου!
ενώ τα μάτια κόκκινα κι υγρά απ’ τη θολούρα
 σκιές μονάχα βλέπουνε κι ο φόβος αγρυπνάει.
Το χέρι σα ν’ απλώνεται, βοήθεια ζητάει
η θλιβερή η όψη της μοιάζει να ζωντανεύει.
Λόγια που βγαίνουν άκριτα το θέλω μαρτυράνε
 για ακριβή και «άξια» τάχα ωραία ζήση.
«Θέλω…»,  ίδιος λυγμός σταλάζουνε οι λέξεις,
 «θέλω… σαν ξένη να γενώ, με γόβες και τακούνια…
κι η γης που τώρα την πατώ, να την… αλλάξω θέλω!»
Η γης σταυροκοπήθηκε, π’ άκουσε τον ληρό της,
έπιασε κλάμα γοερό, κι εστράφη της στον Πλάστη…